Jump to content

Search the Community

Showing results for tags 'Corsair'.



More search options

  • Search By Tags

    Type tags separated by commas.
  • Search By Author

Content Type


Categories

  • Ειδήσεις
    • Press Releases

Categories

  • Cases Reviews
  • Heatsinks, Coolers & Watercooling Reviews
  • Input Devices & Peripherals Reviews
  • Barebones, NAS, Media Players Reviews
  • SSDs, HDDs and Controllers Reviews
  • Smartphones, Tablets and Gadgets Reviews
  • VGAs, Motherboards, CPUs & RAM Reviews
  • Power Supplies Reviews
  • Software & Games Reviews
  • Από το Εργαστήρι
  • Reviews in English

Forums

  • TheLab.gr
    • Ειδήσεις
    • Reviews
    • Από το Εργαστήρι
    • Thelab.gr Νέα και σχόλια
    • Δημοσκοπήσεις
    • Παρουσιάσεις Μελών
    • Τεχνολογικοί Προβληματισμοί
  • Talk to...
    • GearBest.com
    • Geekbuying.com
    • Coolicool.com
    • TomTop.com
  • Hardware & Overclocking
    • Intel Platform
    • AMD Platform
    • Κάρτες Γραφικών
    • Μνήμες DDR/DDR2/DDR3/DDR4
    • Αποθήκευση (HDD, SSD, NAS)
    • Κουτιά
    • Ψύξη
    • Τροφοδοτικά
    • Γενικά για Η/Υ
    • Modding & DIY
    • Μετρήσεις & Αποτελέσματα Υπερχρονισμών
  • Εργαλεία και Ιδιοκατασκευές (DIY)
    • Το στέκι του μάστορα
  • Περιφερειακά
    • Οθόνες & Projectors
    • Πληκτρολόγια και ποντίκια
    • Ήχος και Multimedia
    • 3D Εκτύπωση & CNC machines
    • Εκτυπωτές
    • Λοιπά Περιφερειακά
    • VR Technology
  • Software & Δίκτυα
    • Windows
    • Linux
    • Mac OS
    • Δίκτυα & Internet
    • Antivirus & Security
  • Gaming
    • PC Gaming
    • Steam & άλλες κοινότητες
    • Console & Handheld Gaming
  • Κινητές πλατφόρμες
    • Φορητοί υπολογιστές
    • Smartphones
    • Tablets
    • Gadgets, GPS, κτλ
    • Γενική Συζήτηση
  • Φωτογραφία κι εξοπλισμός
    • Φωτογραφικές μηχανές και λοιπά αξεσουάρ
    • Φωτογραφίες, επεξεργασία και δοκιμές
  • IT Section
    • Servers & hardware
    • Server OS & Virtualisation
    • Networking
    • Databases
    • Programming & Scripting
    • Web Development & DTP
  • Προσφορές & καταστήματα
    • Προσφορές και ευκαιρίες αγορών
    • Τι-Που-Πόσο
  • Το Παζάρι
    • Πωλήσεις
    • Ζήτηση
  • Γενική Συζήτηση
    • Off topic
    • The Jungle
    • Forum Δοκιμών
    • Αρχείο

Calendars

  • Ημερολόγιο Κοινότητας
  • Ημερολόγιο Gaming

Blogs

  • in|security
  • freesoft.gr
  • Virtual[DJD]
  • Οι αυτοματισμοί του τεμπέλη...

Find results in...

Find results that contain...


Date Created

  • Start

    End


Last Updated

  • Start

    End


Filter by number of...

Joined

  • Start

    End


Group


Skype


Website URL


Περιοχή


Ενδιαφέροντα


Επάγγελμα


Steam


Biography

Found 648 results

  1. Πριν 3 περίπου χρόνια σας είχαμε παρουσιάσει την ναυαρχίδα των gaming headsets της corsair, τα Void Wireless RGB 7.1. Στο διάστημα που μεσολάβησε από τότε, τα Void εξακολουθούν να αποτελούν το κορυφαίο ασύρματο headset της Corsair, στην γκάμα όμως ήρθε να προστεθεί και ένα ακόμα ζευγάρι τα HS70 που θα σας παρουσιάσουμε σήμερα. Όπως θα δείτε στις παραγράφους που ακολουθούν, τα HS70 αν και δε στερούνται χαρακτηριστικών λειτουργικότητας είναι σίγουρα πιο "σοβαρά" όσον αφορά το σχεδιασμό τους και δε διαθέτουν RGB φωτισμό, πράγμα που άλλους θα στεναχωρήσει, άλλους θα ευχαριστήσει, ενώ δεν αποκλείεται κάποιοι να παραμείνουν αδιάφοροι. Θα κλείσουμε τη σύντομη αυτή εισαγωγή με το επίσημο βίντεο της Corsair στο κανάλι της στο Youtube. Συσκευασία Τα Corsair HS70 Wireless, τα οποία χάρη συντομίας θα αποκαλούμε από εδώ και πέρα HS70, έρχονται σε μία χαρτονένια συσκευασία η οποία ακολουθεί την αισθητική της σειράς Gaming που είδαμε και σε προηγούμενες παρουσιάσεις. Οι γραφίστες της Corsair έχουν κάνει πολύ καλή δουλειά μιας και παρά την υπερπληθώρα πληροφοριών και λογότυπων το αισθητικό αποτέλεσμα είναι πολύ καλό, χωρίς να υπάρχουν οι υπερβολές που συναντάμε ορισμένες φορές σε περιφερειακά με gaming προσανατολισμό. Ο μελλοντικός αγοραστής μπορεί να ενημερωθεί για όλα τα χαρακτηριστικά των HS70 και το μόνο που λείπει είναι ένα παράθυρο από σκληρή ζελατίνα (πράγμα που συνηθίζεται σε headsets) για να τα δει και από κοντά. Για όσους χρησιμοποιούν την εν λόγω εφαρμογή αξίζει να σημειώσουμε πως τα HS70 είναι πιστοποιημένα για την ορθή συνεργασία τους με τo Discord που χρησιμοποιείται για την επικοινωνία μεταξύ παικτών σε on line παιχνίδια. Παρελκόμενα Τα παρελκόμενα των HS70 είναι λίγο πολύ τα αναμενόμενα. Ένας USB πομποδέκτης, ένα πολύ καλής ποιότητας (αλλά όχι sleeved) καλώδιο microUSB -> USB για την φόρτιση και σύνδεση με τον υπολογιστή και κάποια συνοπτικά εγχειρίδια με τις απαραίτητες πληροφορίες. Ανάλογα με το εάν χρησιμοποιείτε ή όχι το μικρόφωνο, μπορείτε να θεωρήσετε ως παρελκόμενο και το αποσπώμενο μικρόφωνο. Η σύνδεσή του στο κυρίως σώμα του heafset γίνεται μέσω θύρας 3.5 mm χωρίς να υπάρχει η δυνατότητα αποθήκευσης ή μετακίνησής του σε κάποιο σημείο που δεν ενοχλεί. Αισθητή κάνει την απουσία του κάποιο καλώδιο προέκτασης USB ώστε να φέρουμε τον πομποδέκτη σε κάποιο σημείο που θα εξασφαλίσει τη μέγιστη δυνατή εμβέλεια των HS70. Δεδομένης της τιμής τους θα θέλαμε να είχε συμπεριληφθεί στη συσκευασία ένα καλώδιο - βάση, δεδομένου ότι το κόστος δε θα επιβάρυνε σημαντικά το συνολικό. Και μία πιο κοντινή ματιά στο μικρόφωνο, το οποίο χωρίς να διεκδικεί κάποιο βραβείο σχεδιασμού ή πρωτοτυπία είναι αν μη τι άλλο εξαιρετικής κατασκευής. Τεχνικά Χαρακτηριστικά Στον πίνακα που ακολουθεί παρατίθενται αναλυτικά τα τεχνικά χαρακτηριστικά των HS70. Τα Corsair HS70 είναι διαθέσιμα στην ελληνική αγορά σε τιμή που ξεκινά λίγο κάτω από τα 100 ευρώ και φυσικά όπως όλα τα αντίστοιχα προϊόντα της Corsair συνοδεύονται από διετή εγγύηση. Εκτός από τα λευκά που σας παρουσιάζουμε σήμερα, μπορείτε να τα βρείτε και μαύρο (η corsair τα ονομάζει carbon) και σε μαύρο με κρεμ λεπτομέρειας (τα SE - Special Edition). Κάτω από το φακό Για τις ανάγκες της φωτογράφισης των Corsair HS70 όπως θα δείτε στις φωτογραφίες που ακολουθούν χρησιμοποιήσαμε τη βάση ST100 την οποία σας παρουσιάσαμε πριν λίγο καιρό. Όπως βλέπετε, HS70 παρεκλίνουν από την αισθητική των gaming προϊόντων που θα θέλει φορτωμένα, με γωνίες, πολλά λογότυπα και ενδεχομένως RGB φωτισμό και μπορούν να χαρακτηριστούν κλασσικού σχεδιασμού και διακριτικά (ιδιαίτερα στις πιο σκούρες εκδοχές τους και όσο μπορεί να το επιτρέψει ο όγκος τους). Σε πολύ μεγάλο μέρος της κατασκευής τους έχει χρησιμοποιηθεί αλουμίνιο αντί για πλαστικό καθιστώντας τα στιβάρα και ανθεκτικά χωρίς παράλληλα να επηρεάζεται σημαντικά το βάρος τους. Όπως ήδη είδαμε το μικρόφωνο τους είναι αποσπώμενο και τοποθετείται στον αριστερό οδηγό, εκεί που βρίσκουμε και τα περισσότερα χειριστήρια ελέγχου. Τα χειριστήρια ελέγχου των HS70 βρίσκονται στους δύο οδηγούς, σε θέσεις εύκολες για τα δάχτυλα του χρήστη. Οι σχεδιαστές της Corsair επέλεξαν να τοποθετήσουν το μπουτόν on/off στον δεξί οδηγό και όλα τα υπόλοιπα στον αριστερό με το σκεπτικό να μη μπερδεύεται ο χρήστης. Σοφή επιλογή κατά την άποψή μας. Έτσι στον αριστερό οδηγό βρίσκουμε το περιστροφικό ποτενσιόμετρο ελέγχου της έντασης του ήχου, ένα μπουτόν για την απενεργοποίηση του μικροφώνου, ένα ενδεικτικό led τη θύρα micro usb για την φόρτιση και τη θύρα 3.5mm για τη σύνδεση του μικροφώνου. Όπως βλέπετε, η θύρα σύνδεσης του μικροφώνου διαθέτει και λαστιχένιο καπάκι με το λογότυπο της Corsair ώστε σε περίπτωση που δε χρησιμοποιείτε το μικρόφωνο να είναι προστατευμένη από τις σκόνες. Περνώντας στα ρυθμιστικά ύψους των ακουστικών, τα HS70 διαθέτουν κλιμακωτό μηχανισμό με 8 σκάλες από κάθε πλευρά δίνοντας τη δυνατότητα μεγάλου εύρους ρυθμίσεων. Ο μηχανισμός είναι εξ ολοκλήρου μεταλλικός (αναμενόμενο για headset αυτής της κατηγορίας τιμής) προδιαθέτοντάς μας θετικά για τη μακροζωία του. Όσον αφορά τη στέκα, αυτή είναι κατά την άποψή μας το μεγάλο highlight των ακουστικών, όντας από δερματίνη με λευκά καπιτονέ γαζιά, θυμίζοντας κάθισμα σπορ αυτοκινήτου. Γούστα είναι βέβαια αυτά και μπορεί κάποιοι να τη βρουν αδιάφορη, ο γράφων πάντως τη λάτρεψε. Στο επάνω μέρος της διαθέτει ένα ευμεγεθέστατο λογότυπο της Corsair, πράγμα αρκετά συνηθισμένο σε πολλά μοντέλα ακουστικών. Λογισμικό Όπως όλα τα προϊόντα της Corsair, έτσι και τα HS70 συνεργάζονται με το λογισμικό iCue για όσες ρυθμίσεις τους δεν γίνονται από τα ενσωματωμένα χειριστήρια. Φυσικά δεδομένης της απουσίας φωτισμού, οι προαναφερθείσες ρυθμίσες είναι αρκετά περιορισμένες. Στην κεντρική σελίδα του iCue έχουμε τρεις ενότητες. Στα αριστερά βρίσκουμε τα 5 προφίλ του equalizer, τα οποία είναι επεξεργάσιμα, ενώ φυσικά μπορούμε να προσθέσουμε και δικά μας. Κάτω δεξιά, υπάρχουν τα slider του equalizer ώστε να ρυθμίσουμε ανά συχνότητα βάσει του προσωπικού μας γούστου το πώς θα ακούγεται ο ήχος και πάνω δεξιά βρίσκουμε δύο ρυθμιστικά για το μικρόφωνο, για την ένταση και το sidetone αυτού. Τέλος το ευμεγέθες εικονίδιο "7.1 Surround Sound" έχει διπλή λειτουργία, μιας και πέραν της ενημέρωσής μας για το ότι είναι ενεργοποιημένη η συγκεκριμένη λειτουργία, χρησιμοποιείται και ως κουμπί για την εναλλαγή ανάμεσα σε αυτή και τον απλό στερεοφωνικό ήχο. Περνώντας στην καρτέλα των ρυθμίσεων, αυτά που αφορούν αποκλειστικά τα HS70 βρίσκονται πάνω δεξιά, και είναι η κατάσταση της μπαταρίας, η ενεργοποίηση των φωνητικών ειδοποιήσεων, η αναβάθμιση του firmware, ο χρόνος αναμονής μέχρι την αυτόματη απενεργοποίηση και η επιλογή του χρώματος των ακουστικών μας ώστε αυτό που βλέπουμε στο iCue να ταιριάζει με αυτό που έχουμε στο κεφάλι μας. Άνεση - Εφαρμογή - Λειτουργικότητα Παρά τα 332 γραμμάρια που ζυγίζουν, τα HS70 είναι εξαιρετικά άνετα. Η εύρεση της ιδανικής ρύθμισης της στέκας πάνω στο κεφάλι είναι ζήτημα δευτερολέπτων, ενώ το μεγάλο εύρος ρυθμίσεων αυτής (8 σκάλες από κάθε πλευρά) εξασφαλίζει πως θα ταιριάξουν σωστά σε οποιοδήποτε ενήλικο κεφάλι. Τα μαξιλαράκια τόσο της στέκας όσο και των οδηγών διαθέτουν επικάλυψη δερματίνης και είναι εξαιρετικά μαλακά. Λόγω των θερμοκρασιών που επικρατούσαν κατά το χρόνο συγγραφής της παρουσίασης δεν αισθανθήκαμε κάποια ενόχληση από το υλικό, βάση όμως της εμπειρίας του γράφοντος, η εφίδρωση των αυτιών κατά τους καλοκαιρινούς μήνες είναι σχεδόν σίγουρη. Σε σύγκριση με το ύφασμα μικροϊνών που διαθέτουν τα Void σαν αντιστάθμισμα για το παραπάνω, η επιλογή της δερματίνης προσφέρει τουλάχιστον καλύτερη απομόνωση από τους ήχους του περιβάλλοντος. Όσον αφορά την εφαρμογή στο αυτί ο διαθέσιμος χώρος για το αυτί είναι ελειπτικού σχήματος με μεγάλη διάμετρο 6.5 εκατοστά και μικρή διάμετρο 5.5 εκατοστά (πριν πέσουν οι μαθηματικοί να με φάνε, το ξέρω ότι έπρεπε να χρησιμοποιήσω τη λέξη άξονας, αλλά δε θυμούνται όλοι τις κωνικές τομές και τα χαρακτηριστικά τους ). Έτσι η εφαρμογή τους είναι πολύ καλή ακόμα και σε μεγάλα αυτιά, ενώ πολύ καλά τα πάνε και στη συνύπαρξη με γυαλιά. Όσον αφορά το κομμάτι της λειτουργικότητας, η ύπαρξη ενός περιστροφικού ποτενσιόμετρου για τον έλεγχο της έντασης του ήχου καθιστά τη συγκεκριμένη ρύθμιση εξαιρετικά απλή και γρήγορη. Μερικές φορές οι απλοί παραδοσιακοί τρόποι είναι και οι καλύτεροι και χαιρόμαστε ιδιαίτερα που επιλέχθηκε ο συγκεκριμένος τρόπος αντί για κάποιο jog dial ή πλήκτρα. Το κουμπί ενεργοποίησης/απενεργοποίησης του μικροφώνου είναι επίσης πολύ βολικό και με το σωστό μέγεθος για να μη το ψάχνετε στα τυφλά. Το ίδιο ακριβώς κουμπί έχει χρησιμοποιηθεί και την ενεργοποίηση/απενεργοποίηση του headset, αποτελεί όμως το μοναδικό χειριστήριο στη δεξιά πλευρά των HS70 και έτσι δεν υπάρχει καμία περίπτωση να το πατήσετε κατά λάθος. Ηχητικές δοκιμές Όσον αφορά την ηχητική απόδοση των HS70 ακολουθήσαμε την ίδια μεθοδολογία που εφαρμόζουμε σε όλα μας τα reviews. Έτσι ξεκινήσαμε με θέαση αποσπασμάτων από ταινίες με έντονα ηχητικά εφέ. Και μέρες που είναι τι καλύτερο από την επέλαση του Thor στη Wakanda στο Infinity War καθώς και άλλες σκηνές από την εν λόγω ταινία. Είδαμε πολλές φορές τις σκηνές, χρησιμοποιώντας διάφορους συνδιασμούς ρυθμίσεων από το iCue (βλέπε επιλογή για ταινίες στο equalizer και virtual 7.1). Το ίδιο εφαρμόσαμε και στην πρώτη σκηνή μάχης του Star Wars Episode III : The revenge of the sith, αλλά και σε μία πληθώρα από videos και trailers τα οποία υπάρχουν διαθέσιμα στο διαδίκτυο για επίδειξη και δοκιμή πολυκάναλου ήχου. Η ηχητική απόδοση των HS70 ήταν πολύ καλή με το μπάσο να είναι δυνατό χωρίς υπερβολές και τους διαλόγους να είναι πεντακάθαροι. Όσον αφορά το θέμα της εξομοίωσης πολυκάναλου ήχου οι εντυπώσεις που μας άφησαν τα HS70 ήταν ανάμικτες. Ναι μεν υπήρχε αισθητή διαφορά με το Surround ενεργοποιημένο, σε καμία όμως περίπτωση το αποτέλεσμα δεν προσεγγίζει αυτό ενός κανονικού πολυκάναλου συστήματος. Όπως και να το κάνουμε 7 διακριτά ηχεία σωστά τοποθετημένα δεν μπορούν να εξομοιωθούν από 2 οδηγούς ακουστικών. Σε κάθε περίπτωσή, η ύπαρξή του είναι ένα θετικό στοιχείο μιας και δίνει το κάτι παραπάνω στις σκηνές δράσης. Εξίσου καλά αποτελέσματα είχαμε και στην ακρόαση μουσικής. Με την βοήθεια του παλιού καλού Winamp ακούσαμε μία σειρά από αρχεία FLAC, κυρίως rock και μείναμε απολύτως ευχαριστημένοι. Σίγουρα δεν απευθύνονται σε audiophiles, αλλά ο μέσος χρήστης δεν θα βρει κάποιο ψεγάδι στις ικανότητές τους. Για το τέλος αφήσαμε το κομμάτι του gaming. Η δοκιμή μας περιλάμβανε μια σειρά απο FPS παιχνίδια στα οποία τα HS70 απέδωσαν όπως αναμενόταν πολύ καλά. To positioning ήταν ακριβές, το μπάσο έκανε αισθητή την παρουσία του και η ένταση ήταν κάτι παραπάνω από αρκετή. Σε αυτό το σημείο πρέπει να σας πούμε πως, λόγω του υλικού που έχει επιλεγεί για τα μαξιλαράκια των οδηγών, η "διαρροή" ήχου προς τα έξω είναι αρκετά περιορισμένη και πρέπει να ανεβάσουμε αρκετά την ένταση για να ενοχλήσουμε τον περίγυρο. Από την άλλη, αν και η απομόνωση των εξωτερικών ήχων όταν δεν αναπαράγουμε ήχο είναι μέτρια, ακόμα και σε χαμηλή ένταση υπάρχει πλήρης αποκοπή από το περιβάλλον. Για το τέλος αφήσαμε το μικρόφωνο. Για τις ανάγκες των δοκιμών χρησιμοποιήσαμε το Facebook Messenger και τα αποτελέσματα ήταν κάτι παραπάνω εξαιρετικά. Πέραν της αναμενόμενης καθαρότητας του ήχου που άκουγε ο συνομιλητής μας, διαπιστώσαμε ότι οι μηχανικοί της Corsair έχουν κάνει εξαιρετική δουλειά στον τομέα της απομόνωσης των εξωτερικών θορύβων, καθώς ακόμα και καθισμένοι στο μισό μέτρο από την τηλεόραση η οποία έπαιζε με αρκετά δυνατή ένταση, όταν μιλούσαμε ο συνομιλητής μας άκουγε μόνο εμάς. Εμβέλεια - Μπαταρία Όπως είδαμε στα τεχνικά χαρακτηριστικά, η Corsair δίνει ονομαστική εμβέλεια στα 12-13 μέτρα. Στην πράξη, για να πετύχουμε αυτό το νούμερο, πρέπει να έχουμε οπτική επαφή ανάμεσα στον πομποδέκτη και το headset. Δεδομένου λοιπόν, ότι δεν θα θέλετε να έχετε τον πομποδέκτη σε κάποια από τις μπροστινές θύρες του υπολογιστή σας (κυρίως για λόγους αποφυγής ατυχήματος) καλό θα ήταν να αγοράσετε ένα καλώδιο USB M/F ώστε να μπορείτε να τον τοποθετήσετε σε κάποιο σημείο με την μέγιστη δυνατή λήψη. Κατά τα άλλα, η ποιότητα της ασύρματης σύνδεσης ήταν καλύτερη από αυτή του πρωτοκόλου Bluetooth, και μπορέσαμε να ακούσουμε και σε απόσταση 3-4 μέρων με έναν τοίχο να μεσολαβεί ανάμεσα στον υπολογιστή και το headset, ενώ στον δεύτερο τοίχο άρχιζαν τα σπασίματα. Όπως και στην περίπτωση των Void, έτσι και εδώ η μπαταρία έχει ονομαστική διάρκεια 16 ώρες. Φυσικά η πραγματική εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από την ένταση στην οποία θα τα λειτουργείτε, σε κάθε περίπτωση όμως οι δοκιμές μας έδειξαν πως αυτή είναι κοντά στην ονομαστική. Συμπεράσματα Φτάσαμε λοιπόν στην ώρα της ετυμηγορίας. Τα Corsair HS70 είναι ένα headset που ζητά μεν αρκετά χρήματα, αλλά έρχεται πλήρως εξοπλισμένο με υψηλότατη ποιότητα κατασκευής, εξαιρετική εμβέλεια και μεγάλη διάρκεια μπαταρίας. Άλλωστε, εάν ρίξουμε μια ματιά στις τιμές αντίστοιχων headset εξίσου καταξιωμένων εταιρειών προϊόντων gaming θα διαπιστώσουμε πως η πλειοψηφία των ανάλογων προϊόντων έχει αντίστοιχες τιμές. Χωρίς να έχουμε να τους προσάψουμε απολύτως τίποτα λοιπόν στις κατηγορίες ποιότητας ήχου, εργονομίας και λειγουργικότητας, τα Corsair HS70 έχουν δυστυχώς να αντιμετωπίσουμε ισχυρό ανταγωνισμό από τα Void RGB Wireless τα οποία πλέον κοστίζουν μόλις 10 ευρώ πάνω από τα HS70. Δεδομένου ότι τα HS70 βρίσκονται στην ελληνική αγορά από πέρσι τον Αύγουστο και η τιμή τους με ελάχιστες εξαιρέσεις έχει διατηρηθεί σταθερή γύρω στα 100 ευρώ, θεωρούμε πως μόνο με μία πτώση τιμής που θα δημιουργήσει μία διαφορά τουλάχιστον 20 ευρώ θα δικαιολογηθεί η επιλογή τους έναντι των Void. Φυσικά στην περίπτωση που τα επιπλέον καλούδια των Void σας αφήνουν αδιάφορους, μπορείτε να τα επιλέξετε άφοβα. Ας δούμε λοιπόν τη σύνοψη των υπέρ και κατά των Corsair HS70 σε μορφή bullet points ώστε να προχωρήσουμε και στη βαθμολογία. O καλός Ασύρματη διασύνδεση Ποιότητα κατασκευής Ποιότητα ήχου Εξαιρετικά άνετα ακόμα και φορώντας γυαλιά Διάρκεια μπαταρίας Εμβέλεια Συνεργασία με το Corsair iCue Διακριτικός σχεδιασμός (για gaming προϊόν) Ο κακός Απουσία καλωδίου προέκτασης Μέτρια παθητική απομόνωση εξωτερικών ήχων Υψηλή τιμή σχέση με τα Void RGB Wireless Ο αδιάφορος Απουσία RGB φωτισμού (δίνετε 10 ευρώ παραπάνω και πέρνετε τα Void) Με βάση όλα τα παραπάνω η βαθμολογία που παίρνουν τα Corsair HS70 είναι:  theLAB.gr Ευχαριστούμε θερμά την Corsair για την παραχώρηση του δείγματος της δοκιμής. Γεώργιος GriGaS Ρήγας 13/05/2019
  2. Φήμες λένε ότι η προσθήκη RGB φωτισμού σε ένα gaming PC οδηγεί σε βελτίωση της τάξης του 10% στα FPS που πετυχαίνει στους νέους τίτλους (δεν το λέω εγώ, ο Linus Sebastian το λέει). Έτσι, από τα cathode lights της προηγούμενης δεκαετίας, έχουμε φτάσει να έχουμε περιφερειακά, αξεσουάρ, ακόμα και βασικά hardware components με RGB φωτισμό σχεδόν σε όλες τις κατηγορίες. Συνεχίζοντας λοιπόν τη μόδα αυτή, η Corsair πριν λίγο καιρό παρουσίασε ένα headset stand, το ST100 RGB, το οποίο μεταξύ όσων προσφέρει, διαθέτει και φωτισμό RGB. Aς μη μακρηγορούμε όμως, πάμε να δούμε τι ακριβώς προσφέρει το ST100 RGB. Συσκευασία - Παρελκόμενα To ST100 RGB έρχεται σε μία συσκευασία η οποία φωνάζει από μακριά ότι πρόκειται για προϊόν της Corsair, λόγω του μαυροκίτρινου χρωματισμού της ο οποίος είναι χαρακτηριστικός στα gaming προϊόντα της. Η συσκευασία περιέχει μία πληθώρα φωτογραφιών και πληροφοριών σχετικά με το stand. Έτσι μαθαίνουμε πως το ST100 RGB είναι κατασκευασμένο από αλουμίνιο, διαθέτει RGB φωτισμό o οποίος μπορεί να ελεγχθεί από την εφαρμογή Corsair iCUE (την οποία έχουμε δει αρκετές φορές στο παρελθόν σε παρουσιάσεις άλλων προϊόντων RGB της Corsair), ενώ διαθέτει και δύο θύρες USB 3.1 και μία έξοδο ήχου 3.5 mm για σύνδεση των ακουστικών σας. Περισσότερα για αυτά όμως σε λίγο. Τα παρελκόμενα του ST100 RGB, όπως είναι αναμενόμενο, είναι ελάχιστα και έτσι εκτός από το stand βρίσκουμε ένα καλώδιο USB για τη σύνδεση του ST100 με τον υπολογιστή και έναν οδηγό χρήσης. Τεχνικά Χαρακτηριστικά Τα τεχνικά χαρακτηριστικά του ST100 RGB παρατίθενται στον πίνακα που ακολουθεί. Η προτεινόμενη τιμή λιανικής του ST100 RGB από το eshop της Corsair ανέρχεται στα 69,99 € συμπεριλαμβανομένου του ΦΠΑ, ενώ κατά το χρόνο συγγραφής της παρουσίασης το βρήκαμε διαθέσιμο στην ελληνική αγορά σε τιμή που ξεκινά από τα 64€. Κάτω από το φακό H πρώτη εντύπωση που αφήνει το ST100 με το που το βγάλουμε από τη συσκευασία του, είναι πως αν μη τι άλλο είναι εξαιρετικά κατασκευασμένο, χωρίς καμία παραχώρηση στην ποιότητα κατασκευής και την επιλογή των υλικών. Έτσι είναι εξ' ολοκλήρου κατασκευασμένο από αλουμίνιο και η αισθητική του είναι εξαιρετικά μινιμαλιστική. Στην κατακόρυφη ράβδο που συνδέει το σημείο τοποθέτησης των ακουστικών με τη βάση βρίσκουμε και το λογότυπο της Corsair, το οποίο όπως θα δούμε σε λίγο διαθέτει και RGB φωτισμό πλήρως προγραμματιζόμενο. Όπως προαναφέραμε, το ST100 εκτός από το ρόλο του σημείου τοποθέτησης των ακουστικών σας, όταν δεν τα χρησιμοποιείτε, έχει άλλους δύο ρόλους, αυτού του USB hub (με υποστήριξη μάλιστα της έκδοσης 3.1) και της κάρτας ήχου. Οι θύρες USB 3.1 που διαθέτει είναι δύο, μία στο επάνω μέρος της βάσης (η οποία ενδείκνυται για την τοποθέτηση του USB dongle των ασύρματων ακουστικών σας - εάν έχετε) και μία στη δεξιά πλευρά της βάσης. Ακριβώς δίπλα στη δεύτερη θύρα USB βρίσκουμε και μία θύρα jack 3.5 ιντσών για την περίπτωση που επιθυμείτε να χρησιμοποιήσετε το stand και ως κάρτα ήχου. Τέλος στην πίσω πλευρά βρίσκουμε την θύρα USB εισόδου του stand, η οποία είναι τύπου micro USB type B. Στο κάτω μέρος της βάσης βρίσκεται η δεύτερη ζώνη RGB φωτισμού η οποία αποτελείται από ένα τετράγωνο στο σημείο που η βάση έρχεται σε επαφή με την επιφάνεια που θα την τοποθετήσετε. Παρακάτω που θα σας δείξουμε φωτογραφίες με τον φωτισμό ενεργοποιημένο, θα καταλάβετε καλύτερα τι εννοούμε. Κλείνοντας την ενότητα αυτή, δύο λεπτομέρειες που αξίζουν ιδιαίτερης αναφοράς είναι η διαμόρφωση που υπάρχει στο σημείο επαφής του stand με τη στέκα των ακουστικών καθώς και η ιδιαίτερη λεπτομέρεια στο φωτιζόμενο λογότυπο της κατακόρυφης ράβδου. Και για να μην αδικήσουμε το ST100, αξίζει επίσης να αναφέρουμε πως οι δαχτυλιές που είναι τόσο εμφανείς σε όλες τις φωτογραφίες, είναι σχεδόν αόρατες με το μάτι. Το λογισμικό Corsair iCUE Όπως όλα τα περιφερειακά της Corsair, έτσι και το ST100 RGB υποστηρίζεται από την εφαρμογή iCUE, η οποία αποτελεί τη διεπαφή τόσο για τις ρυθμίσεις του φωτισμού όσο και του ήχου. Έτσι εάν έχετε ήδη στην κατοχή σας κάποιο συμβατό περιφερειακό της Corsair δε θα χρειαστεί να φορτώσετε το σύστημά σας με μία επιπλέον εφαρμογή. Όσον αφορά το φωτισμό, αυτός μπορεί να είναι από ένα στατικό χρώμα μέχρι αρκετούς συνδυασμούς κινούμενων εναλλασσόμενων χρωμάτων. Όρεξη να έχετε και φαντασία και μπορείτε να παραμετροποιήσετε το φωτισμό κατά βούληση (και προφανώς σε αρμονία με τα υπόλοιπα RGB περιφερειακά σας) ώστε να κερδίσετε τα επιπλέον FPS στο Fortnite (pun intended). Φυσικά εκτός από το φωτισμό, μέσα από το iCUE υπάρχει πρόσβαση και στις ρυθμίσεις της ενσωματωμένης κάρτας ήχου, με ένα equalizer με κάποια προεπιλεγμένα προφίλ για FPS, ταινίες, ομιλία και δυνατό μπάσο καθώς και ένα κουμπί για την ενεργοποίηση του Virtual 7.1 Surround. Τέλος μέσα από την εφαρμογή, είναι δυνατή και η η αναβάθμιση του υλικολογισμικού του ST100. H εμπειρία χρήσης του ST100 RGB Το ST100 RGB της Corsair θα φανεί σε πολλούς ότι είναι μία περιττή πολυτέλεια. Μήπως όμως οτιδήποτε RGB δεν είναι μία περιττή πολυτέλεια που κάνει την καθημερινότητα πολλών από εμάς λίγο πιο όμορφη; Παρότι σε πρώτη ματιά το ST100 είναι μία βάση για να κρεμάμε τα ακουστικά μας με φωτάκια, που κοστίζει 65 ευρώ, σε δεύτερη ματιά προσφέρει πολύ περισσότερα. Πρώτα από όλα είναι USB 3.1 hub (αν και έχει μόνο 2 θύρες), πράγμα πολύ χρήσιμο για όσους έχουν τον υπολογιστή τους στο πάτωμα. Δεύτερον διαθέτει ενσωματωμένη κάρτα ήχου, πράγμα που θα φανεί πολύ βολικό σε όσους είναι με την onboard του συστήματος και θέλουν κάτι παραπάνω. Αν λοιπόν βάλουμε τα παραπάνω στην εξίσωση τιμής - χαρακτηριστικών αρχίζουμε να βλέπουμε πως εάν κάποιος χρειάζεται ένα hub και μία κάρτα ήχου, τότε το ST100 φαντάζει σαν μία πιο Value for Money επιλογή. Αλλά ακόμα και εάν κάποιος δεν έχει άμεση ανάγκη τα παραπάνω, πρέπει να ομολογήσουμε πως το ST100 είναι χάρμα οφθαλμών, χάρη στις λιτές του γραμμές και την αίσθηση ποιότητας που αποπνέει. To γεγονός δε ότι φωτίζεται κατά βούληση το κάνει ακόμα περισσότερο eye candy. Μάλιστα αξίζει να σημειώσουμε πως κατάφερε να πάρει την έγκριση της συζύγου του γράφοντος για τοποθέτηση σε περίοπτη θέση στο γραφείο που βρίσκεται στο καθιστικό. Όσον αφορά το θέμα της εργονομίας, οι δύο θύρες USB 3.1 βρίσκονται σε σωστές θέσεις, ενώ το ίδιο ισχύει και για την θύρα 3.5 mm. Αν και αρχικά απογοητευτήκαμε από την ύπαρξη μόνο δύο θυρών, σε δεύτερη σκέψη, είναι κρίμα ένα τέτοιο κόσμημα να γεμίσει καλώδια από όλες τις πλευρές. Δύο θύρες είναι αρκετές, μία για τυχόν dongle ασύρματων ακουστικών και άλλη μία για ένα στικάκι. Η θύρα των 3.5mm είναι τετραπολική, πράγμα που σημαίνει ότι η πλειοψηφία των gaming ακουστικών με μικρόφωνο θα χρειαστούν αντάπτορα για τη λειτουργία του μικροφώνου, αλλά τα hansfree θα δουλεύουν out of the box. Τέλος η ενσωματωμένη κάρτα ήχου προσφέρει αξιοπρεπέστατο ήχο, ανώτερο από πολλές on board, με δυνατή ένταση και κάποια επιπλέον καλούδια. Το 7.1 Surround όπως είχαμε πει και στο review των Void 7.1 RGB αν και δίνει μία ψευδαίσθηση surround, σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να υποκαταστήσει τον πολυκάναλο ήχο. Φυσικά δεν παραπονιόμαστε για την ύπαρξή του. Κλείνοντας την ενότητα αυτή, σας παραθέτουμε και δύο φωτογραφίες που προσπαθούν (χωρίς να το καταφέρνουν σε μεγάλο βαθμό να αποδώσουν σωστά) το εφέ του φωτισμού της βάσης. Επίλογος - Συμπεράσματα Κάπου εδώ έφτασε και η σημερινή παρουσίαση στο τέλος της. Το κατά πόσον αξίζει η αγορά μίας βάσης ακουστικών αξίας 65 ευρώ, είναι σε μεγάλο βαθμό υποκειμενικό. Το ST100 RGB πάντως κάνει ό,τι μπορεί για να τιμήσει τα χρήματα που ζητάει, προσφέροντας υψηλή ποιότητα κατασκευής, RGB φωτισμό, παραμετροποίηση, USB hub 3.1 και κάρτα ήχου. Αν χρειάζεστε τα επιπλέον καλούδια, τότε τα 65 ευρώ δεν είναι τόσο πολλά όσο φαίνονται. Από την άλλη, και να μη τα χρειάζεστε, μερικά πράγματα τα αγοράζουμε απλά γιατί μας αρέσουν. Και το ST100 δεν άρεσε μόνο στο γράφοντα, αλλά και στη σύζυγό του. Ας δούμε λοιπόν τη σύνοψη των υπέρ και κατά του ST100 RGB σε μορφή bullet points ώστε να προχωρήσουμε και στη βαθμολογία. O καλός Ποιότητα κατασκευής RGB φωτισμός παραμετροποιήσιμος μέσω του Corsair iCUE 2 θύρες USB 3.1 Κάρτα ήχου Minimal αισθητική Ο κακός Τσιμπημένη τιμή, εάν δεν χρειάζεστε τα επιπλέον καλούδια Ο αδιάφορος 4 πολικό jack των 3.5mm χωρίς κάποιον αντάπτορα στην συσκευασία. Με βάση όλα τα παραπάνω η βαθμολογία που παίρνει το Corsair ST100 RGB Ηeadset Stand είναι:  theLAB.gr Ευχαριστούμε θερμά την Corsair για την παραχώρηση του δείγματος της δοκιμής. Γεώργιος GriGaS Ρήγας 19/03/2019
  3. Πρόλογος Άλλο ένα κουτί με tempered glass side panel μας έρχεται από την Corsair, στη μικρομεσαία οικονομικά αυτή τη φορά κατηγορία, με μινιμαλιστικό σχεδιασμό και τη γνωστή απαράμιλλη ποιότητα του οίκου. Πρόκειται για το Gaming Mid-Tower Corsair Carbide 275R στα 84.90€, σύμφωνα με την προτεινόμενη τιμή, σε λευκό ή μαύρο χρώμα. Πολύ ενδιαφέρουσα πρόταση για όσους θέλουν να αναδείξουν το περιεχόμενο του συστήματός τους σχετικά οικονομικά, αλλά χωρίς να κάνουν ιδιαίτερες εκπτώσεις σε ποιότητα και εξαερισμό. Εδώ θα ήθελα να αναφέρω ότι υπάρχει και η δυνατότητα επιλογής συνθετικού “edge-to-edge windowed side panel” στα 74.90€ Χαρακτηριστικά Στην παρακάτω φωτογραφία βλέπουμε τα χαρακτηριστικά όπως αυτά εμφανίζονται στη σελίδα του κατασκευαστή, αλλά και μια πολύ κατατοπιστική εικόνα με τις δυνατές επιλογές τοποθέτησης ανεμιστήρων ή/και ψυγείων. Να σημειώσω εδώ ότι οι θέσεις των 2,5” δίσκων είναι δύο ή τέσσερις, όπως θα δούμε παρακάτω αναλυτικότερα, και όχι τρεις όπως αναγράφεται στη σελίδα του κατασκευαστή. Συσκευασία και περιεχόμενα Ανοίγοντας το κλασικό καφέ χαρτόκουτο αντικρίζουμε το Corsair Carbide 275R να περιβάλλεται από δύο χοντρά κομμάτια ποιοτικού αφρώδους υλικού που εξασφαλίζουν την ασφαλή μετακίνησή του. Επιπρόσθετα υπάρχει και ένα ακόμα μπροστά από το τζάμι, για να καλύψει το κενό ανάμεσα στα περιφερειακά. Το πακέτο περιλαμβάνει τις απαραίτητες βίδες, ένα βιβλιαράκι, μερικά δεματικά αλλά και ένα κλειδί allen, μοναδικό τρόπο αφαίρεσης του πλαϊνού τζαμιού. Αυτά θα τα βρούμε στη θέση των 3.5” δίσκων στο κάτω μέρος του κουτιού μέσα σε ένα χάρτινο κουτί, αφού αφαιρέσουμε το μεταλλικό παράθυρο της πλάτης, το μόνο που μας δίνει πρόσβαση εκεί. Εξωτερικό Μέρος Το Corsair Carbide 275R είναι ένα απλό, λιτό Mid-Tower με όμορφες γραμμές και έξυπνες πινελιές. Όπως ήταν αναμενόμενο το πρώτο πράγμα που τραβάει το μάτι είναι το τεράστιο πλαϊνό φιμέ τζάμι με το μαύρο πλαίσιο, προκαλώντας σε να δεις μέσα από αυτό ακόμα και το άδειο προς το παρόν κουτί. Σε αυτό συμβάλουν τόσο η λιτή εξωτερική εμφάνιση όσο και κάποιες μαύρες λεπτομέρειες στο εσωτερικό. Λεπτομέρειες που δεν ξέρω αν βρέθηκαν εκεί απλά για λόγους περιορισμού της πολυπλοκότητας της παραγωγής ή εξ επί τούτου, μην ξεχνάμε ότι βγαίνει και σε total black, επιτυγχάνουν παρόλα αυτά ένα εντυπωσιακό αποτέλεσμα στο λευκό σύνολο, ειδικά αν τις συνδυάσει κανείς με ανάλογου χρωματισμού hardware. Και προσέξτε, σας το λέει αυτό ένας υποστηρικτής του ότι το "φωτεινότερο" χρώμα είναι το σκούρο μολυβί. Στην απέναντί πλευρά υπάρχει ένα απλό μεταλλικό λευκό πλαϊνό με άψογη εφαρμογή και δυο χειρόβιδες για τη στερέωσή του, φτιαγμένες έξυπνα για να μη φεύγουν από πάνω του, πολύ βολικό! Επάνω δεσπόζει διακριτικά ένα μεγάλο, λεπτό, μαγνητικό φίλτρο, καλύπτοντας τις εισόδους αέρα και τους διαδρόμους τοποθέτησης των βιδών των εξαρτημάτων που πιθανόν να προσθέσει ο ιδιοκτήτης του. Στο επάνω μπροστά μέρος θα βρούμε και το κλασικό I/O panel με τους δυο γνωστούς μας διακόπτες power και reset, είσοδο και έξοδο ήχου και δύο θύρες USB 3.0 τύπου Α, διακριτικά και καλαίσθητα δεμένα αρμονικά με το σύνολο. Στο πάτωμα ξεχωρίζουν τέσσερα μεγάλα ασημί, στρογγυλά, πλαστικά ποδαράκια, με μαύρες λαστιχένιες αντιολισθητικές βάσεις, που αν δεν τα επεξεργαστείς από κοντά θα έβαζες στοίχημα ότι είναι μεταλλικά, προσδίδοντας στην ποιοτική εικόνα του σύνολο χωρίς να ξενίζουν χρωματικά. Στο πάτωμα υπάρχει και ένα αρκετά πυκνό φίλτρο, πράγμα πολύ θετικό μια και βρίσκετε στο σημείο που τραβάει την περισσότερη σκόνη, το ότι είναι και συρταρωτό το κάνει εξαιρετικά βολικό στο καθάρισμα χωρίς να χρειάζεται να μετακινήσουμε τίποτα. Πίσω η εικόνα είναι η γνωστή, αλλά και πάλι εντυπωσιάζει με τη διχρωμία της. Από επάνω προς τα κάτω υπάρχουν: Η τρύπα για το λαμάκι των I/O της μητρικής και δίπλα της ο μαύρος προεγκατεστημένος ανεμιστήρας 120x120mm , με τις βίδες του σε οβάλ τρύπες για να μπορούμε να τον μετακινήσουμε καθ’ ύψος. Επτά μαύρες διάτρητες καλύπτρες για αντίστοιχες οριζόντιες υποδοχές καρτών επέκτασης της μητρικής αλλά και δύο ακόμα κάθετες όμοιες υποδοχές, μπροστά από αυτές, καλυμμένες με λευκές λάμες. Υποθέτω για να μπορεί να υποστηρίξει την τρέχουσα μόδα που θέλει την τοποθέτηση της κάρτας γραφικών κάθετα σε περίοπτη θέση προς επίδειξη. Αντάπτορας για αυτό δεν περιλαμβάνεται αλλά μην έχουμε και τέτοιες απαιτήσεις σε αυτή την τιμή. Και τέλος η θέση του τροφοδοτικού με δυνατότητα τοποθέτησης του ανεμιστήρα είτε προς τα κάτω είτε προς τα επάνω, και με διάτρητη πρόβλεψη στο εσωτερικό για αυτό. Ομολογώ βέβαια ότι δεν κατάλαβα ποτέ γιατί να θέλει να βάλει κανείς το τροφοδοτικό ανάποδα. Τελευταίο από τα εξωτερικά άφησα το μπροστινό, όχι τυχαία. Αρχικά δεν φαντάζει ιδιαίτερο, αντίθετα δείχνει απλό με πλαϊνές καμπύλες που φαίνεται να αγκαλιάζουν την κατασκευή, αφήνοντας όμως και την απαραίτητη απόσταση εκατέρωθεν για την εισαγωγή αέρα. Αν δε ο φωτισμός του χώρου δεν είναι επαρκής το χρώμα του δείχνει να διαφέρει κάπως από το εντυπωσιακό γαλακτερό του υπόλοιπου. Τα μόνα ευδιάκριτα είναι το σήμα της εταιρίας στο κάτω μέρος, πετυχαίνοντας με μέγεθος και απόχρωση να μην ξενίσει επάνω στον απέραντο λευκό καμβά, και η εσοχή, ακριβώς από κάτω του, που μοιάσει χερούλι για να το ξεκουμπώνουμε. Στην αμέσως επόμενη επαφή η εικόνα αλλάζει. Τώρα ερχόμαστε αντιμέτωποι με λεπτά ανάγλυφα κάθετα νερά, σαν από βούρτσα, δίνοντας μια ξεκάθαρη αίσθηση ξύλου στο στιβαρό ποιοτικό πλαστικό συμβάλλοντας στην γενικότερη αίσθηση πολυτέλειας. Η εσοχή εφοδιασμένη με μεγάλες αδιόρατες τρύπες στο επάνω εσωτερικό της αφήνει να φανεί ο γαλάζιος φωτισμός κρυμμένος ακριβώς από πίσω της. Τελικά δεν ήταν χερούλι είχε ακόμα καλύτερο ρόλο. Εσωτερικό Μέρος Ξεκινάμε να αφαιρέσουμε το τζάμι, και ερχόμαστε αντιμέτωποι με το πρώτο, ίσως και μοναδικό, αρνητικό σημείο. Η αφαίρεση του χοντρού, σκληρού, και ως εκ τούτου και βαριού, tempered glass side panel θα πρέπει να γίνεται με κάποια σχετική προσοχή, για να μη μας πέσει, μιας και δεν στηρίζεται πουθενά εκτός από τις τέσσερις αλενόβιδες στις τέσσερις γωνίες του, που στον βωμό της διακριτικότητας και τις καλαισθησίας θυσιάζουν την ευχρηστία. Προσοχή χρειάζεται και στις τέσσερις λαστιχένιες φλάντζες, τοποθετημένες επάνω στις τρύπες του τζαμιού, αν και αποτελεσματικότατες στους κραδασμούς έχουν την τάση να πέφτουν κατά την αφαίρεση. Αντίστοιχα δύσκολή είναι και η τοποθέτησή του, και με μάλλον καμία ελπίδα αποφυγής δακτυλικών αποτυπωμάτων επάνω του. Προβλέπω όμως ότι με τόσα φίλτρα παντού δεν θα είναι συχνά απαιτητή αυτή η διαδικασία. Σχετικά εύκολα και απροβλημάτιστα αφαιρείται το μπροστινό, αρκεί να φέρει κανείς κόντρα στο κενό ανάμεσα σε αυτό και το σασί κοντά στα τέσσερα άκρα, διαφορετικά δίνεται η εντύπωση ότι είναι στιβαρά κολλημένο επάνω στο σασί και η προσπάθεια αφαίρεσης θα προκαλέσει ζημιά. Αντίθετα, η τοποθέτησή του είναι εύκολη, και οι τρύπες οδηγοί των στηριγμάτων διευκολύνουν για να γίνει με σχεδόν κλειστά μάτια, αρκεί να πιέσουμε στις γωνίες. Πίσω του, καλύπτοντας όλη την πρόσοψη βρίσκεται ένα μακρύ, πυκνό φίλτρο, τοποθετημένο σε δυο υποδοχές κάτω και τέσσερα δυνατά μαγνητάκια στη μέση και τις δύο επάνω γωνίες, αυτό προσθαφαιρείται άνετα. Και πίσω από αυτό τρεις μεγάλες τετράγωνες τρύπες, για τους ανεμιστήρες ή και τα ψυγεία, με δυνατότητα στήριξης σε όποιο σχεδόν ύψος μας βολεύει, χάριν στους «διαδρόμους» για τις βίδες, στη δε μεσαία θέση υπάρχει ένας ήδη τοποθετημένος ανεμιστήρας 120x120mm. Περνώντας στο εσωτερικό ερχόμαστε αντιμέτωποι με την ευχάριστη άνεση που έχουν όλα τα κουτιά χωρίς υποδοχές για συσκευές 5,25”, προσωπικά δεν μου λείπουν καιρό τώρα. Ευχάριστα οπτικά τα μαύρα λαστιχένια grommets των σημείων διέλευσης καλωδίων, που λείπουν από κουτιά αρκετά ακριβότερα. Όμορφη αντίθεση κάνουν και οι μαύρες διάτρητες λάμες κάλυψης των θέσεων για τις κάρτες επέκτασης αλλά και οι μαύροι ανεμιστήρες 120x120 mm, ένας για πίσω και ένας για εμπρός. Τα καλώδια για την I/O περνούν διακριτικά προς το πίσω μέρος από μια τρύπα χωρίς φλάντζα αλλά μην το παρακάνουμε κιόλας με τέτοιες απαιτήσεις. Τέλος ξεχωρίζουν το τεράστιο άνοιγμα για την απρόσκοπτη προσθαφαίρεση της ψύκτρα της CPU, χωρίς να χρειαστεί να αφαιρέσουμε τη μητρική, και η μονοκόμματη μη αφαιρούμενη γωνιακή λαμαρίνα, που καλύπτει από το πίσω έως σχεδόν το μπροστινό κάτω μέρος. Η τελευταία κρύβει τροφοδοτικό και δίσκους 3,5” ομοιόμορφα, αφήνοντας όμως παράλληλα χώρο για τοποθέτηση ανεμιστήρα ή/και ψυγείου στο μπροστινό μέρος, αλλά και διέλευση καλωδίων και διακριτικό εξαερισμό επάνω από το τροφοδοτικό, συμβάλλοντας απαράμιλλα στη γενικότερη εμφάνιση. Δείγματα που μας κάνουν να ευελπιστούμε σε πολύ καλό αποτέλεσμα. Στην πίσω πλευρά τώρα και από κάτω δεξιά προς τα πάνω αριστερά αυτή τη φορά. Τεράστιος σε μήκος ο χώρος του τροφοδοτικού, προβλέπω να κρύβω και καλώδια εκεί, εξοπλισμένος με τέσσερις λαστιχένιες αντικραδασμικές βάσεις και διάτρητος πάνω - κάτω μας επιτρέπει να το τοποθετήσουμε όπως θέλουμε, προσωπικά επιμένω τον αερισμό του προς τα κάτω. Τρύπα με φλάντζα διέλευσης ακριβώς μπροστά και επάνω από την έξοδο των καλωδίων του και στη συνέχεια οι θέσεις των 3,5” δίσκων, κλασικές πλαστικές tool-free αφαιρούμενες, και χώρος μπροστά από αυτές, υποθέτω για διέλευση αέρα προς αυτές. Αφαιρούμενη αλλά όχι μετακινούμενη είναι και η μεταλλική βάση, να την μετακινήσει πάλι κανείς, δεν βλέπω γιατί είναι απαραίτητο. Στο συγκεκριμένο σημείο παρατηρώ ότι ενώ η πρόβλεψη εισόδου αέρα προς αυτούς δεν είναι κακή, οι δίοδοι εξόδου υπάρχουν μεν, προς τα πίσω και επάνω από το τροφοδοτικό, είναι όμως πολύ περιορισμένες από εμπόδια όπως τα καλώδια και το τροφοδοτικό, και στέλνουν και τον ζεστό αέρα μέσα στο σύστημα. Ακριβώς επάνω από το τροφοδοτικό βλέπουμε δυο βάσεις για δίσκους 2,5” με χειρόβιδα αφαίρεσης, αλλά δυστυχώς χωρίς αντικραδασμικά, μάλλον πρόβλεψη μόνο για SSD, χωρίς όμως να μας απαγορεύει κανείς και τη χρήση μηχανικού δίσκου, εκτός ίσως από το μικρό βάθος και την παντελή έλλειψη αερισμού στο σημείο. Από πάνω ακριβώς, την τρύπα πρόσβασης στην πλάτη της μητρικής, και γύρω γύρω παντού θέσεις για δεματικά. Αριστερά τώρα, η έκπληξη. Στον κενό αυτό φαινομενικά χώρο υπάρχουν σαφείς υποδοχές τοποθέτησης δύο 2,5” δίσκων χωρίς αντικραδασμικά, με δύσκολη τοποθέτηση γιατί θα πρέπει να περάσετε τις βίδες από την άλλη μεριά τις λαμαρίνας, πολύ διακριτικές αλλά σαφείς, αν συνυπολογίσουμε και τις δύο που προαναφέραμε το όλο τέσσερις, στις προδιαγραφές αναφέρονται τρεις, η επιλογή … δική σας. Προσωπικά, αν χρειαζόμουν να τοποθετήσω μηχανικούς δίσκους εκεί, θα έβαζα λαστιχένιες ροδέλες στις βίδες και στο δίσκο και όλα καλά. Το βάθος του συνόλου είναι από 1,5cm, στις προβλεπόμενες με αφαιρούμενη βάση θέσεις για δίσκους, έως και 2cm στις μη. Οριακό και χωρίς εξαερισμό, αλλά αν βάλετε SSD, ΟΚ. Θα το ήθελα πιο βαθύ πάντως έστω και με μείωση του χώρου μπροστά, υπάρχουν περιθώρια. Εγκατάσταση Συστήματος Αυτή τη φορά λέω να ξεκινήσω από την πλάτη. Κοιτάξτε τι χώρεσε ανάμεσα στο τροφοδοτικό και τους δίσκους … άνετα … Και προσέξτε αποτέλεσμα και με τους τέσσερις, θεωρητικά προβλεπόμενους, δίσκους. Πίσω μαζεμένα, τακτοποιημένα και δεμένα, και μπροστά … τίποτα! Όλα σχεδόν εξαφανισμένα! Θέσεις για δεματικά παντού, και τρύπες για να βγει το κάθε καλώδιο ακριβώς στη θέση του! Και το χοντρό καλώδιο τροφοδοσίας της μητρικής, με ένα έξτρα για τον μπροστινό ανεμιστήρα, και το λεπτό επάνω αριστερά από την CPU, και της κάρτας γραφικών, και τα data των δίσκων και οι I/O και ότι άλλο θέλουμε και τίποτα δεν φαίνεται. Και άνεση και εμφάνιση. Η δε προσθαφαίρεση των δίσκων απροβλημάτιστη ανά πάσα στιγμή. Εντάξει, οι 2,5” θέλουν και βίδες για να μπουν στη βάση τους, αλλά δεν το λες και πρόβλημα. Το σύστημα της δοκιμής αναφέρεται παρακάτω. Εδώ θα δείτε τρεις εικόνες με το σύστημα της δοκιμής μας και την τελική του εμφάνιση εμπρός και πίσω. Τι χωράει στο εσωτερικό Από δίσκους αρκετά, από οπτικά τίποτα, από ψυκτικά πάλι … πολλά, για να μην σας κουράζω με αναλύσεις σας δίνω τις αποστάσεις και τις εναλλακτικές στους παρακάτω πίνακες. Μετρήσεις θερμοκρασιών, θορύβου και "στατικής" πίεσης Αναλυτικά παραθέτω τον τρόπο μέτρησης: Το στρεσάρισμα του επεξεργαστή έγινε για 15 λεπτά με το OCCT ver. 4.4.2, ρυθμισμένο σε CPU:LINPACK. To στρεσάρισμα της κάρτας γραφικών έγινε με το Furmark ver. 1.20.0.1 για 5 λεπτά, σε ανάλυση 1280x720 και με επιλογές στα Options, Dynamic Backround και Burn in, ενώ το anti-aliasing έμεινε στο off. Ο επεξεργαστής και η κάρτα γραφικών βρίσκονταν στις εργοστασιακές συχνότητες. H ελάχιστη θερμοκρασία των σκληρών δίσκων λήφθηκε μετά από τη λειτουργία του συστήματος σε κατάσταση ηρεμίας για μισή ώρα. Τέλος η θερμοκρασία δωματίου κατά την διάρκεια των τεστ ήταν στους 24°C Ανέλπιστα απογοητευτικές ήταν, δυστυχώς, οι μετρήσεις των θερμοκρασιών. Παντού βρέθηκε κάτω του μέσου όρου έως και προς το τέλος της λίστας σύγκρισης. Ευτυχώς δεν εντάθηκε το φαινόμενο κατά το overclock, το οποίο κατάφερε να φέρει εις πέρας οριακά. Θα προσέξετε ότι υπάρχουν δύο μετρήσεις στη λίστα των δίσκων, η Fan1 είναι με τοποθετημένο τον ανεμιστήρα στη μέση του μπροστινού μέρους όπως ακριβώς το παρέλαβα, η δε Fan2 με μετακινημένο προς τα κάτω, εμπρός ακριβώς από τους δίσκους 3,5”. Η διαφορά στο αποτέλεσμα μιλάει από μόνη της, από 7C βαθμούς στο στρεσάρισμα έως και 9C στο χαλαρό. Εξ ου και η απόφαση να παραμείνει έτσι σε κάθε περίπτωση. Πιστεύω ότι εμπλουτίζοντας το ψυκτικό περιεχόμενο η απόδοση θα αλλάξει. Περιθώρια υπάρχουν. Αντίθετα τα αποτελέσματα θορύβου ήταν πολύ ευχάριστα, και στα χαρτιά, και στο αυτί. Σχεδόν τίποτα στο χαλαρό και στην πίεση ικανοποιητικότατα. Οι παρακάτω πίνακες θα σας βοηθήσουν να πάρετε μια πολύ καλή εικόνα σε κάθε περίπτωση. Να σημειώσω ότι στα διαγράμματα η ταξινόμηση έγινε με βάση πρωτίστως την θερμοκρασία σε idle και δευτερευόντως σε load. Εργοστασιακή συχνότητα Υπερχρονισμός Στατική Πίεση Οριακά αρνητική ήταν η μέτρησή μας, πράγμα λογικό μια και υπάρχουν σαφώς μεγαλύτερα εμπόδια στη είσοδο του αέρα στο εμπρός μέρος, όπου και βρίσκεται ο ανεμιστήρας εισαγωγής, σε σχέση με την ανεμπόδιστη ροή του όμοιού του πίσω. Βοήθεια στο όλο η μεγάλη επάνω διάτρητη επιφάνεια με το πυκνό φίλτρο. Αυτό όμως μπορεί να αλλάξει προς κάθε κατεύθυνση ανάλογα με τις τελικές μεταβολές και προσθήκες του κατόχου του. Μέτρηση Θορύβου Τι να περιγράψω, η εικόνα μιλάει. Στο idle πρέπει να στήσεις αυτί για να ακούσεις κάτι και στο Load ο ανεμιστήρας της CPU διακριτικά σε ενημερώνει ότι κάτι παίζει. Εγκατάσταση Υδρόψυξης Επέλεξα τη συγκεκριμένη διάταξη ως ενδεικτικότερη των δυνατοτήτων του κουτιού. Έτσι μπορεί ο καθένας να υπολογίσει πώς θα τον εξυπηρετούσε καλύτερα να τοποθετήσει τον εξοπλισμό της επιλογής του, αλλά και να πάρει μια γεύση από το πώς περίπου θα είναι το τελικό αποτέλεσμα. Το πακέτο αποτελείται από δύο ψυγεία 120 x 240, πάχους τριών εκατοστών, ένα για το εμπρός και ένα για το επάνω μέρος του κουτιού, με τους ανεμιστήρες τους, σχεδόν, και δύο επιπλέον ανεμιστήρες, αυτούς που συμπεριλαμβάνει ο κατασκευαστής. Στην Τρίτη κατά σειρά φωτογραφία θα δείτε και μια, επιτυχή μεν προσπάθεια τοποθέτησης ψυγείου 120 x 360, απορριπτέα όμως διότι δεν χωράει ανεμιστήρα στο κάτω μέρος, πράγμα το οποίο με έκανε να προτιμήσω μικρότερο ψυγείο και να τοποθετήσω στο υπόλοιπο ανεμιστήρα για τους δίσκους 3,5”, από τις μετρήσεις θερμοκρασιών παρακάτω θα δείτε και τη διαφορά. Αναλυτικότερα: Παραμένει ο πίσω ανεμιστήρας 120 x 120 πίσω για έξοδο του αέρα, θα μπορούσε κανείς να προσθέσει και εκεί ένα ψυγείο ανάμεσα σε αυτόν και το κουτί, χώρος υπάρχει, αλλά το θεωρώ υπερβολή και προτιμώ να διώχνω κάπως τον ζεστό αέρα από μέσα. Επάνω έβαλα ένα ψυγείο 120 x 240, με ένα μόνο ανεμιστήρα όμως στη δική μας περίπτωση εξαιτίας της θέσης των μνημών. Αυτό εξαρτάται από την διάταξη της μητρικής και το ύψος των μνημών οπότε με κάτι διαφορετικό θα χωρούσε και δεύτερο. Στη δεύτερη φωτογραφία θα καταλάβετε και το γιατί. Ενδεχομένως εκεί ένα μικρότερο ψυγείο και στο υπόλοιπο μόνο ανεμιστήρας να ήταν προτιμότερο για τον αερισμό. Μπροστά τέλος χωράει άνετα ένα ψυγείο 120 x 240 με τους δύο ανεμιστήρες του και ένας ακόμα, ο συμπεριλαμβανόμενος στο πακέτο, μετακινημένος από την αρχική του θέση για να μας αερίσει τους δίσκους 3,5”. Ακριβώς μπροστά από το ψυγείο μου ταίριαξε ωραιότατα και το δοχείο υγρού με τον κυκλοφορητή του. Χρησιμοποίησα και τις τρύπες στήριξης των αμφιλεγόμενων θέσεων για τους δύο έξτρα δίσκους των 2,5”, ούτε παραγγελία για τις βάσεις του. Νομίζω ότι το αποτέλεσμα με δικαιώνει. Απολογισμός Για μία ακόμα φορά η Corsair με το Corsair Carbide 275R μας εντυπωσιάζει με την προσεγμένη ποιότητα και την προσοχή στις λεπτομέρειες που συνηθίζονται σε πολύ ακριβότερες κατασκευές. Παρότι πρόκειται για ένα λιτό εμφανισιακά, κουτί της μικρομεσαίας οικονομικά κατηγορίας, ειδικά συμπεριλαμβανομένου και του Tempered Glass, ξεχωρίζει με την πρώτη ματιά τραβώντας σε να το εξετάσεις ενδελεχέστερα, ειδικά στη λευκή εκδοχή του. Το φιμέ τζάμι σε προκαλεί να δεις το περιεχόμενο και η καλή εσωτερική δομή σου επιτρέπει να στήσεις το τελευταίο εντυπωσιακά. Όπως έχω προαναφέρει, η έλλειψη θέσεων συσκευών 5,25” δεν με προβληματίζει, αντιθέτως προσθέτει εσωτερική άνεση μειώνοντας την απαίτηση για αύξηση των εξωτερικών διαστάσεων. Οι επιλογές τοποθέτησης δίσκων δεν είναι καθόλου κακές με μόνο αρνητικό τον εξαερισμό τους και ιδιαίτερα αυτών των 2,5” . Το Tempered Glass τώρα, παχύ, σκληρό, βαρύ και σχετικά δύσκολο στην προσθαφαίρεση. Χαλάλι όμως γιατί προσθέτει στην αισθητική. Συνοπτικά, είναι ένα κουτί που σίγουρα θα πρότεινα, αν οι τεχνικές λεπτομέρειες καλύπτουν τον κάτοχό του. Πολύ καλή ποιότητα βαφής και κατασκευής. Εντυπωσιακό το λευκό κουτί συνολικά σαν εικόνα. Tempered Glass. Χαμηλά επίπεδα θορύβου. Πολύ καλό Cable management με grommets στις διελεύσεις. Δυνατότητα εγκατάστασης σχεδόν οποιασδήποτε κάρτας γραφικών και ψύκτρας επεξεργαστή. Μεγάλο CPU cut out. Αρκετές θέσεις για ανεμιστήρες ή/και ψυγεία. Αντικραδασμική βάση για το τροφοδοτικό. Αρκετά καλά φίλτρα παντού, εύκολα προσθαφαιρούμενα. Modular σχεδίαση για τους σκληρών δίσκων 3,5” και 2,5”. Όχι καλές επιδόσεις στην εργοστασιακή διάταξη του κουτιού, ειδικά για τους δίσκους. Κακός αερισμός στους δίσκους 3,5” και παντελής έλλειψη στους 2,5”. Έλλειψη αντικραδασμικού στους δίσκους 3,5” και 2,5”. Δύσκολη προσθαφαίρεση του tempered Glass Με βάση όλα τα παραπάνω, η βαθμολογία του Corsair Carbide 275R είναι:  theLAB.gr Ευχαριστούμε θερμά την Corsair για την παραχώρηση του δείγματος της δοκιμής. alfasif, 09/07/2018
  4. Εισαγωγή Πριν από περίπου τρεισήμισι μήνες, είδαμε το Elgato Stream Deck Mini, που εντυπωσίασε με τις πολλές δυνατότητες αλλά και την ευκολία στη χρήση του. Όπως είχαμε πει και τότε, το προϊόν εκείνο ήταν η δεύτερη, πιο μικρή σε διαστάσεις εκδοχή του Elgato Stream Deck, το οποίο είχε κυκλοφορήσει ένα χρόνο νωρίτερα. Λόγω του ενδιαφέροντος που είδαμε, θεωρήσαμε καλό να σας παρουσιάσουμε αναλυτικά και το Elgato Stream Deck. Η διαφορά του Elgato Stream Deck από τη mini εκδοχή του είναι βασικά ο αριθμός των πλήκτρων - οθονών. Α, ναι, δε σας είπα, αυτό ακριβώς είναι το Elgato Stream Deck, ένα σύνολο από προγραμματιζόμενα πλήκτρα, 15 για το Elgato Stream Deck, 6 για το mini, όπου το κάθε ένα από αυτά είναι και μια μικρή οθόνη. Σε συνδυασμό με το άριστο λογισμικό που το συνοδεύει, αποτελεί ένα εξαιρετικό εργαλείο για προγραμματιζόμενες λειτουργίες και μακροεντολές, πολύ βολικές στο streaming και όχι μόνο. Φωτογράφιση Το Elgato Stream Deck έρχεται σε ένα χαρτονένιο, ιλουστρασιόν κουτί όπου κυριαρχούν οι κλασσικές μπλε αποχρώσεις της Elgato και, φυσικά, προβάλλονται τα βασικά χαρίσματα του προϊόντος. Εντός, βρίσκουμε το Elgato Stream Deck μαζί με τη βάση του, το Quick Start Guide και τις οδηγίες ασφαλούς χρήσης, όλα προστατευμένα από πυκνό και ποιοτικό αφρολέξ. Το Elgato Stream Deck είναι κατασκευασμένο από ποιοτικό πλαστικό, με διάφανα φυσικά τα πλήκτρα - οθόνες. Το καλώδιο σύνδεσης είναι 1,5m και δεν είναι sleeved, κάτι που θα το θέλαμε και θα το περιμέναμε σε αυτή την τιμή και για το είδος του περιφερειακού. Στο κάτω μέρος, 4 ελαστικά ποδαράκια εξασφαλίζουν τη σταθερότητα της συσκευής, αν αποφασίσετε να τη χρησιμοποιήσετε χωρίς τη ρυθμιζόμενη βάση. Η ρυθμιζόμενη βάση είναι κατασκευασμένη από το ίδιο πλαστικό και έχει τα δικά της ελαστικά ποδαράκια που εξασφαλίζουν τη σταθερότητα. Ο συνδυασμός των δύο μικρών ή του ενός μεγάλου ποδιού με τις 4 θέσεις ασφάλισής τους, προσφέρουν 8 διαφορετικά επίπεδα κλίσης, ανάλογα με την τοποθέτηση του Elgato Stream Deck πάνω στο γραφείο και τις προτιμήσεις του χρήστη. Το Elgato Stream Deck στέκεται με ασφάλεια πάνω στη βάση του και το αποτέλεσμα είναι καλαίσθητο. Αν ήταν και το καλώδιο sleeved, δε θα υπήρχε κανένα παράπονο. Software - Stream Deck Το μεγάλο ατού του Elgato Stream Deck είναι το λογισμικό του, που ονομάζεται Stream Deck. Σε αυτό βλέπουμε εικονικά αντίγραφα από τις οθόνες του Elgato Stream Deck, οι οποίες συγχρονίζουν με αυτές της συσκευής σε πραγματικό χρόνο. Όπως φαίνεται στην παρακάτω λίστα, υπάρχουν έτοιμα Actions χωρισμένα σε δώδεκα κατηγορίες, στα δεξιά του λογισμικού. Οι 10 κατηγορίες αντιστοιχούν σε δημοφιλή προγράμματα που σχετίζονται με το Streaming ενώ υπάρχει ακόμα η κατηγορία που περιέχει εντολές που αφορούν το ίδιο το Stream Deck και η κατηγορία που αφορά το σύστημα (System), δηλαδή τα Windows ή το Mac OS. Τα Windows 10 x64 και το Mac OS 10.11 ή νεότερο είναι τα λειτουργικά συστήματα που υποστηρίζονται από το Stream Deck. Αν κάποιος ψάξει όμως, μπορεί να βρει ανεπίσημες βιβλιοθήκες υποστήριξης της συσκευής και για Linux, για παράδειγμα στο GitHub. Ας ανοίξουμε όλες τις κατηγορίες για να πάρουμε μια γεύση από τις εντολές που υποστηρίζονται. Ο τρόπος που προγραμματίζονται οι εντολές είναι πολύ απλός και ο καθένας μπορεί να το κάνει σε λίγα λεπτά. Η βάση του συστήματος είναι το drag & drop από τις λίστες στα δεξιά πάνω στο κάθε πλήκτρο - οθόνη και αυτόματα η σχετική δράση συσχετίζεται με αυτό. Καθώς μία από τις επιλογές της κατηγορίας Stream Deck είναι αυτή της δημιουργίας φακέλου, μέσα στον οποίο μπορούν να τοποθετηθούν άλλες εντολές, και υπάρχει και η δυνατότητα πολλαπλών υποφακέλων, οι εντολές που μπορούμε να προγραμματίσουμε συνολικά στο Elgato Stream Deck δεν έχουν περιορισμό. Συνεπώς, το ουσιαστικό πλεονέκτημα που έχει το Elgato Stream Deck απέναντι στη mini εκδοχή του είναι το πόσες εντολές βλέπουμε ταυτόχρονα σε κάθε περίπτωση, 15 αντί 6, χωρίς να χρειαστεί να μπούμε σε υποφακέλους. Υπάρχει φυσικά και η διαφορά στις διαστάσεις και την τιμή, με τη mini εκδοχή να υπερτερεί σε αυτά, καθώς είναι και τα δύο μικρότερα. Ας δούμε λοιπόν τις βασικές λειτουργίες του Elgato Stream Deck με ένα προφίλ βασισμένο στις εντολές συστήματος, για να το καταλάβουν όλοι, streamers και μη. Το πρώτο πλήκτρο που προγραμματίσαμε ονομάζεται Multimedia και είναι ένας φάκελος με 12 αντικείμενα, όπως βλέπετε στο κάτω αριστερά μέρος του Stream Deck. Η επιλογή του εικονιδίου μπορεί να γίνει από κάποιο αρχείο εικόνας στο δίσκο μας, όπως έχω κάνει εδώ, ή να δημιουργήσουμε ένα δικό μας νέο εικονίδιο χρησιμοποιώντας μια online εφαρμογή της Elgato ειδικά για το Stream Deck, που ονομάζεται Key Creator, ή να αφήσουμε το Default εικονίδιο. Το Key Creator είναι πολύ εύκολο στη χρήση και προσφέρει αρκετές δυνατότητες δημιουργίας ή / και συνδυασμού των έτοιμων εικονιδίων που περιέχει. Εδώ βλέπουμε τη βασική του οθόνη. Και εδώ, όλα τα εικονίδια που περιλαμβάνει. Μπαίνοντας τώρα μέσα στο φάκελο Muiltimedia, βλέπουμε ότι περιέχει και τις 7 εντολές Multimedia που περιλαμβάνονται με το γενικό τίτλο Multimedia κάτω από την κατηγορία System. Περιέχει επίσης συντομεύσεις για 3 φακέλους με περιεχόμενο Multimedia και για να τρέξουμε 2 διαφορετικούς, δημοφιλείς Media Players. Παρατηρήστε ότι εκτός από το εικονίδιο, σε κάθε πλήκτρο - οθόνη, μπορούμε να βάλουμε και ένα τίτλο, όπως είχαμε κάνει στο φάκελο Multimedia, ή και να μη βάλουμε, όπως έχουμε κάνει στα περιεχόμενά του, καθώς είναι αυτονόητα και θεωρώ ότι αυτή η επιλογή είναι πιο καλαίσθητη. Η εντολή για να ανοίξουμε ένα φάκελο είναι απλή. Επιλέγουμε την εντολή Open στην κατηγορία System και τρέχουμε τον Windows Explorer (c:\windows\explorer.exe) με παράμετρο το φάκελο που θέλουμε να ανοίξουμε (εδώ s:\images). Για να τρέξουμε κάποια εφαρμογή, τα πράγματα είναι ακόμα πιο απλά. Χρειάζεται μόνο να επιλέξουμε το εκτελέσιμο αρχείο της. Ο κάθε φάκελος μπορεί να περιέχει ένα συνδυασμό μέχρι 14 εντολών και υποφακέλων, καθώς το πρώτο πλήκτρο - οθόνη είναι πάντα η εντολή για να επιστρέψουμε στο ανώτερο επίπεδο φακέλων. Το δεύτερο πλήκτρο - οθόνη στην αρχική μας διάταξη, είναι επίσης φάκελος, με τίτλο Web και περιέχει συνδέσμους που οδηγούν σε ιστοσελίδες. Οι τίτλοι μπορούν να χρησιμοποιηθούν για παράδειγμα για να διαχωρίσουν ιστοσελίδες που είναι παρόμοιες αλλά με κάποια διαφορά, όπως για παράδειγμα το Amazon ή το Ebay σε διαφορετικές χώρες. Η εισαγωγή του URL είναι πολύ απλή και η σελίδα ανοίγει με τον προεπιλεγμένο φυλλομετρητή του συστήματος. Εκτός από φακέλους, μπορούμε να έχουμε φυσικά και εντολές εκτέλεσης προγραμμάτων που χρησιμοποιούμε συχνά. Μια λίγο πιο δύσκολη εντολή είναι το άνοιγμα ειδικών φακέλων του συστήματος, όπως του δικτύου, αλλά με λίγο γκουγκλάρισμα βρίσκονται εύκολα οι εντολές. Απλά αναζητήστε command line για ό,τι επιθυμείτε. Το άνοιγμα φακέλων στο δίσκο το είδαμε και πιο πριν, στα Muiltimedia. Πάνω από τα πλήκτρα - οθόνες, στο λογισμικό Stream Deck, βλέπουμε 2 drop down, το ένα ονομάζεται Stream Deck και το άλλο Default Profile. Τι σημαίνει αυτό; Για αρχή, το λογισμικό υποστηρίζει τη χρήση πολλαπλών συσκευών. Μπορείτε λοιπόν να έχετε το Stream Deck 1, to Stream Deck 2 και το Stream Deck Mini συνδεδεμένα ταυτόχρονα, και επιλέγοντας από το μενού να προγραμματίζετε το κάθε ένα χωριστά. Για την κάθε συσκευή υποστηρίζονται όμως και διάφορα προφίλ που μπορούμε να φτιάξουμε. Ένα είναι πάντα το Default, που τρέχει γενικά, και τα υπόλοιπα μπορούν να αφορούν συγκεκριμένα προγράμματα. Ας δούμε λοιπόν ένα ενδεικτικό προφίλ για το Photoshop. Εδώ έχουμε χρησιμοποιήσει παντού το ίδιο εικονίδιο, για να προγραμματίσουμε μερικές δημοφιλείς εντολές του Photoshop, και σε κάθε πλήκτρο - οθόνη, ο τίτλος επεξηγεί τη λειτουργία. Για όλες τις λειτουργίες χρησιμοποιήσαμε την εντολή Hotkey και εκμεταλλευτήκαμε τις συντομεύσεις πληκτρολογίου του Photoshop. Σε αντίθεση με πριν, τοποθετήσαμε τον τίτλο στη μέση του πλήκτρου - οθόνης. Όπως βλέπετε στην επόμενη εικόνα, υπάρχουν αρκετές δυνατότητες τοποθέτησης και μορφοποίησης των τίτλων. Η εντολή Hotkey έχει πολλές δυνατότητες, που τις βλέπουμε στο παρακάτω μενού. Θα παρατηρήσατε ίσως το πλήκτρο - οθόνη πάνω δεξιά που αναγράφει 3 λειτουργίες μαζί. Αυτό είναι δυνατό μέσω της επιλογής Multi Action που βρίσκεται στην κατηγορία εντολών Stream Deck. Με αυτή την επιλογή μπορούμε να προσθέσουμε όσες εντολές θέλουμε, που εκτελούνται με τη σειρά. Εδώ βάλαμε απλά 3 εντολές Hotkey, αλλά δεν υπάρχει κάποιος περιορισμός στους συνδυασμούς. Και αφού πήραμε μια καλή ιδέα του εξαιρετικά εύκολου και ευέλικτου προγραμματισμού του Elgato Stream Deck, ας πάμε και στο γρανάζι της αρχικής οθόνης για να δούμε και τις βασικές ρυθμίσεις του προγράμματος. Το γρανάζι λοιπόν ανοίγει το παράθυρο των προτιμήσεων του προγράμματος, το οποίο έχει 3 ταμπέλες. Η πρώτη, η γενική (General) μας δίνει τη δυνατότητα ελέγχου για αναβάθμιση του λογισμικού και τη δυνατότητα να ορίσουμε το όνομα, το χρόνο μετά από τον οποίο μπαίνει σε sleep mode και τη φωτεινότητα της κάθε συνδεδεμένης συσκευής. Μας δείχνει επίσης της έκδοση του Firmware και το σειριακό αριθμό της κάθε συσκευής. Η δεύτερη ταμπέλα, αυτή των λογαριασμών (Accounts), μας δίνει τη δυνατότητα να ορίσουμε τα usernames και passwords για 6 από τις 10 υποστηριζόμενες εφαρμογές streaming, έτσι ώστε να μπορούμε να εκμεταλλευτούμε πλήρως τις σχετικές λειτουργίες. Και η τρίτη ταμπέλα, αυτή των προφίλ (Profiles), μας δίνει τη δυνατότητα να δημιουργήσουμε ή να σβήσουμε προφίλ, να ορίσουμε ποιο θα είναι το default... ... καθώς και ποιας εφαρμογής η ύπαρξη στο προσκήνιο θα ενεργοποιεί το κάθε προφίλ. Η Χρήση Η χρήση του Elgato Stream Deck, αφού παραμετροποιηθεί μέσω του λογισμικού του, είναι εξαιρετικά απλή και ευχάριστη. Πατάς το πλήκτρο, κάνει αυτό που του έχεις πει να κάνει. Με τη σύνδεση του Elgato Stream Deck στον υπολογιστή και αν δε βρει ανοιχτό το λογισμικό του, βλέπουμε στα πλήκτρα - οθόνες το λογότυπο της Elgato, σαν σε Video Wall. Με την εγκατάσταση του προγράμματος, αν έχει υπάρξει προηγούμενη συσκευή, όπως στην περίπτωσή μας με το Elgato Stream Deck Mini, μας δίνεται η δυνατότητα να αντιγράψουμε τα προφίλ που είχαμε ήδη δημιουργήσει, στη νέα μας συσκευή, το Elgato Stream Deck. Όπερ και εγένετο. Αν δεν υπήρχαν τα προφίλ που είχαν μείνει από το Elgato Stream Deck Mini, θα είχαμε δει το βασικό προφίλ που είχαμε δει τότε, με μία μόνο εντολή που οδηγούσε στην ιστοσελίδα της Elgato. Φυσικά τα προφίλ συμπληρώθηκαν και τροποποιήθηκαν, όπως είδατε στην παρουσίαση του λογισμικού. Η ανάλυση των οθονών δεν είναι υπερ-υψηλή και τα εικονίδια σαφώς πιξελιάζουν από κοντά, αλλά σε μια φυσιολογική απόσταση χρήσης είναι μια χαρά. Τα χρώματα και η αντίθεση είναι πολύ καλά και οι γωνίες θέασης εξαιρετικές. Τα προφίλ αλλάζουν αυτόματα, όπως τα έχουμε ορίσει. Εδώ βλέπετε πώς φορτώνει αυτόματα το προφίλ του Photoshop που είδαμε παραπάνω, όταν κάνω κλικ στο παράθυρο του Photoshop και το φέρνω στο προσκήνιο και πώς φορτώνεται αμέσως το βασικό (Default) προφίλ όταν κλικάρω εκτός του παραθύρου. Τα πλήκτρα του Elgato Stream Deck, όπως και του mini, κάνουν ένα ικανοποιητικό χαμηλό ήχο όταν τα πιέζεις, σαν επιβεβαίωση ότι τα πίεσες, που μου άρεσε. Είναι όμως δυνατόν, αν πιέσει κάποιος ένα πλήκτρο απαλά και όχι έως το τέρμα, να μην αναγνωριστεί η κίνηση. Γι αυτό λοιπόν, τα πλήκτρα του Elgato Stream Deck πρέπει να πιέζονται αποφασιστικά. Απολογισμός To Elgato Stream Deck είναι απλά ένα μεγαλύτερο Elgato Stream Deck Mini, με 15 πλήκτρα οθόνες αντί για τα 6 της mini έκδοσης. Κατά τα άλλα, η κατασκευή και η λειτουργία είναι ακριβώς οι ίδιες. Ας θυμηθούμε τι είχαμε πει για το Elgato Stream Deck Mini. Το Elgato Stream Deck Mini είναι μια συσκευή που με εντυπωσίασε από το γεγονός ότι κάνει ακριβώς αυτό που υπόσχεται, χωρίς προβλήματα, χωρίς "αλλά", απλά και φυσικά. Το λογισμικό είναι εύκολο και λειτουργικό, δεν εντόπισα ούτε bugs ούτε κάτι που θα άλλαζα. Παρά το γεγονός ότι η συσκευή προορίζεται για χρήση από online content creators και live streamers, οι δυνατότητές της είναι σχεδόν απεριόριστες και μπορεί να προσαρμοστεί άνετα και για γενική χρήση, όπως είδαμε στα παραδείγματα παραπάνω. Η ποιότητα κατασκευής είναι εξαιρετική με καλά υλικά και σωστή συναρμογή. Τα πλήκτρα πατιούνται κάνοντας έναν ευδιάκριτο, ικανοποιητικό ήχο που δεν ενοχλεί και αποτελεί εξαιρετικό feedback και το γεγονός ότι το πάτημα καταγράφεται στον τερματισμό του πλήκτρου και όχι αν αυτό πατηθεί πολύ απαλά και για όχι όλη τη διαδρομή του δεν αποτελεί πρόβλημα καθώς αυτή είναι περίπου ενάμισι χιλιοστό. Το μόνο που θα μπορούσε κανείς να βελτιώσει είναι η ανάλυση των οθονών του, οι οποίες όπως είδατε στις κοντινές φωτογραφίες, δεν είναι υπερυψηλή, αλλά για να είμαστε δίκαιοι, το Elgato Stream Deck Mini δεν προορίζεται για να πατάτε τα πλήκτρα με τη μύτη. Στη φυσιολογική απόσταση χρήσης, τα pixels είναι αόρατα, τα χρώματα ζωηρά και το contrast άριστο. Επίσης θα ήθελα το καλώδιο USB να ήταν sleeved, κάτι λογικό για το είδος και την τιμή της συσκευής. Ποια τιμή; Το Elgato Stream Deck Mini δεν υπάρχει αυτή τη στιγμή στα Ελληνικά μαγαζιά. Στο γερμανικό Amazon και στο κατάστημα της ιστοσελίδας της Corsair, η τιμή του είναι στα 99,95 ευρώ, την οποία βρίσκω λογική για τη λειτουργικότητα που προσθέτει στις συσκευές εισαγωγής ενός υπολογιστή. Για σύγκριση, το Elgato Stream Deck με τα 15 πλήκτρα, κοστίζει 149,95 ευρώ, οπότε το κόστος ανά πλήκτρο είναι σημαντικά χαμηλότερο. Αν κάποιος χρειάζεται πολλές εντολές μαζί σε μία σελίδα, αυτό αποτελεί ένα ατού. Κατά τα άλλα, και οι 2 συσκευές, χάρη στα προφίλ και τους φακέλους, δεν έχουν περιορισμό στον αριθμό των εντολών που μπορείτε να προγραμματίσετε σε αυτές. Και το Elgato Stream Deck Mini έχει το πλεονέκτημα του μικρότερου footprint. Εννοείται ότι ακριβώς τα ίδια συμπεράσματα ισχύουν και για τη μεγάλη έκδοση, το Elgato Stream Deck με τα 15 πλήκτρα - οθόνες. Φυσικά, στο χρονικό διάστημα των 3,5 μηνών περίπου που πέρασε από το review του Elgato Stream Deck Mini, το λογισμικό έχει αναβαθμιστεί, προσθέτοντας και νέες λειτουργίες, πράγμα που δείχνει τη συνεχή βελτίωση του προϊόντος από την εταιρία. Επίσης, και οι 2 συσκευές είναι πλέον διαθέσιμες στην Ελληνική αγορά, με το Elgato Stream Deck να κοστίζει αυτή τη στιγμή 147 ευρώ και το Elgato Stream Deck Mini, 99,90 ευρώ. Ας συνοψίσουμε τα πλεονεκτήματα και τα μειονεκτήματα του Elgato Stream Deck: Πλεονεκτήματα + Εξαιρετική ποιότητα κατασκευής + Εξαιρετική λειτουργικότητα + Εξαιρετικό και πολύ απλό στη χρήση λογισμικό + Προγραμματισμός απεριόριστων λειτουργιών με προφίλ και φακέλους + Καθαρές οθόνες με ζωηρά χρώματα και πολύ καλό contrast + Λαστιχένια ποδαράκια που σταθεροποιούν άψογα τη συσκευή + Προσαρμοζόμενη βάση με 8 διαφορετικές θέσεις για τη γωνία τοποθέτησης της συσκευής Μειονεκτήματα - Θα προτιμούσαμε το καλώδιο να ήταν sleeved Με βάση τα παραπάνω, η συνολική βαθμολογία του Elgato Stream Deck είναι:  theLAB.gr Ευχαριστούμε θερμά την Corsair για την παραχώρηση του δείγματος της δοκιμής. Πολύμερος Αχανιώτης 19/11/2018
  5. Εισαγωγή Με τη συνεχιζόμενη πτώση των τιμών των SSD, η σημαντική αναβάθμιση που μπορούν να προσφέρουν στην εμπειρία χρήσης του υπολογιστή, γίνεται όλο και πιο θελκτική. Πόσο μάλλον όταν μιλάμε για την καλύτερη εκδοχή τους, που χρησιμοποιεί το ειδικά ανεπτυγμένο πρωτόκολλο επικοινωνίας NVMe, το οποίο προσφέρει ακόμη καλύτερες επιδόσεις. Η Corsair έκανε πρόσφατα διαθέσιμη τη νέα της πρόταση στην mainstream κατηγορία των consumer NVMe SSDs, τον Corsair Force Series™ MP510 και μας έστειλε το μοντέλο με χωρητικότητα 960GB για να δοκιμάσουμε και να σας το παρουσιάσουμε. Πρόκειται για ένα NVMe SSD drive με form factor M.2 2280 και συνδεσιμότητα PCIe Gen 3.0 x4, που ευελπιστεί να εκθρονίσει τον βασιλιά της κατηγορίας, που ακούει στο όνομα Samsung 970 EVO. Θα το καταφέρει; Ακολουθήστε μας στη συνέχεια αυτού του review για να το μάθετε! Από τη Συσκευασία Μέχρι το Πυρίτιο - Τι ακριβώς αγοράζουμε O Corsair Force Series™ MP510 960GB έρχεται σε ένα χαρτονένιο κουτί, όπου κυριαρχεί το γκρι χρώμα και όπου αναφέρονται κάποια από τα βασικά χαρακτηριστικά του και οι πιστοποιήσεις του. Εντός, βρίσκουμε το μικροσκοπικό φυλλάδιο της εγγύησης, η οποία είναι 5ετής, και... ... το drive, προστατευμένο σε διάφανο, σκληρό υλικό. Ο Corsair Force Series™ MP510 960GB διαθέτει μαύρο PCB, κάτι που σε συνδυασμό με το όμορφο και λιτό αυτοκόλλητο στην εμφανή του πλευρά, τον κάνει ιδιαίτερα εμφανίσιμο. Κάτω από το αυτοκόλλητο, βρίσκουμε από αριστερά προς τα δεξιά 2 πακέτα NAND, τον Controller και 1 πακέτο μνήμης Cache. Στην άλλη πλευρά του PCB υπάρχουν άλλα 2 πακέτα NAND και άλλο 1 πακέτο μνήμης cache. Ο Controller είναι ο Phison E12, ο οποίος υποστηρίζει συνολικές χωρητικότητες από 256GB έως 2TB, σειριακή ταχύτητα ανάγνωσης έως 3200MB/s, σειριακή ταχύτητα εγγραφής έως 3000 MB/s και 600K IOPS. Η θερμοκρασία φυσιολογικής λειτουργίας του, είναι έως 70 βαθμούς Κελσίου. Διαθέτει thermal throttling που εξασφαλίζει την προστασία του και ρίχνει τις επιδόσεις του κατά 50MB/s για κάθε βαθμό Κελσίου πάνω από τους 80. Ο Controller της Phison διαθέτει πληθώρα προχωρημένων λειτουργιών, όπως προαιρετική απόκρυψη δεδομένων με πρωτόκολλα AES, TCG OPAL και TCG Pyrite. Διαθέτει επίσης προστασία απώλειας δεδομένων αν διακοπεί η τροφοδοσία. Λεπτομέρειες για όλα αυτά μπορείτε να διαβάσετε στο Datasheet του Phison E12. Τα πακέτα NAND αναγράφουν τον κωδικό TABBG55AIV. Πρόκειται για τα Toshiba 64-layer BiCS3 3D TLC NAND με χωρητικότητα 256GB έκαστο. Εφ' όσον ο Corsair Force Series™ MP510 960GB διαθέτει τέσσερα από αυτά, η συνολική χωρητικότητα φτάνει τα 256GB x 4 = 1024GB. Στον χρήστη είναι διαθέσιμα τα 960GB, συνεπώς τα υπόλοιπα 64GB, 16GB από κάθε πακέτο, χρησιμοποιούνται για Over Provisioning. Η μνήμη που χρησιμοποιείται ως cache, είναι η SK hynix H5AN4G8NB JR. Πρόκειται για μνήμη τύπου DDR4, χωρητικότητας 512MB ανά πακέτο, ενώ ο κωδικός UH σημαίνει κατά την κατασκευάστρια εταιρεία ότι λειτουργεί σε συχνότητα 2400MHz με χρονισμούς 17-17-17. Καθώς ο Corsair Force Series™ MP510 960GB φέρει 2 τέτοια πακέτα, αυτό σημαίνει ότι διαθέτει συνολικά 1GB DDR4 στα 2400MHz με χρονισμούς 17-17-17, ως μνήμη cache. Τεχνικά Χαρακτηριστικά Τα τεχνικά χαρακτηριστικά του Corsair Force Series™ MP510 960GB, όπως τα αναφέρει η Corsair στην ιστοσελίδα της, παρατίθενται στον παρακάτω πίνακα. Είναι ενδιαφέρον να δούμε πώς ο Corsair Force Series™ MP510 960GB καταφέρνει επιδόσεις ανάγνωσης 3480 MB/s που είναι μεγαλύτερες από τις προδιαγραφές του Controller! Συγκεκριμένα, οι προδιαγραφές του Controller δίνουν μέγιστη ταχύτητα ανάγνωσης τα 3000 MB/s όταν χρησιμοποιείται σε υλοποιήσεις με form factor M.2, όπως εδώ, και 3200 MB/s σε U.2 υλοποιήσεις, που επιτρέπουν καλύτερη ψύξη. Όσον αφορά τις εγγραφές, τα 3000 MB/s που αναγράφονται στον παραπάνω πίνακα αποτελούν και το ανώτερο όριο των προδιαγραφών του Controller, σε κάθε υλοποίηση. Η αρκετά υψηλή αντοχή των 1700 TBW συνοδεύεται από 5 χρόνια εγγύηση, όπως και ο άμεσος ανταγωνιστής του Corsair Force Series™ MP510 960GB, ο Samsung 970 EVO. Συνοδευτικό Λογισμικό Το λογισμικό που συνοδεύει τους SSDs της Corsair, ονομάζεται Corsair SSD Toolbox. Σε αντίθεση με την εξαιρετική δουλειά πού έχει κάνει η Corsair με το iCue, το Corsair SSD Toolbox έχει μείνει χωρίς ουσιαστική εξέλιξη εδώ και αρκετά χρόνια, κάτι που είναι άμεσα εμφανές από το ξεπερασμένο αισθητικά interface του. Εν τούτοις, είναι εύκολο στη χρήση, απλό στη λειτουργία και παρέχει ουσιαστικά όλες τις απαραίτητες λειτουργίες. Η πλοήγηση γίνεται από το κάθετο μενού στα αριστερά και περιλαμβάνει 6 καρτέλες. Στην πρώτη, που ονομάζεται Drive Information (πληροφορίες για το drive), βλέπουμε τα βασικά στοιχεία του κάθε συνδεδεμένου drive και, εφ' όσον αυτό υποστηρίζεται από το πρόγραμμα, μπορούμε να κάνουμε και Firmware Update. Ο έλεγχος του firmware είναι άμεσος, απλός και online, απλοποιώντας τη διαδικασία και ελαχιστοποιώντας πιθανά λάθη του χρήστη. Η δεύτερη καρτέλα που ονομάζεται Overprovision αφορά το manual Over Provisioning, κάτι που δεν υποστηρίζεται από τον Corsair Force Series™ MP510 960GB που έχει προκαθορισμένο Over Provisioning από τον κατασκευαστή. Η τρίτη καρτέλα, S.M.A.R.T. Status (κατάσταση του S.M.A.R.T.) μας δίνει πληροφορίες για την κατάσταση του drive, όπως την κατάσταση της υγείας του και το σύνολο των αναγνώσεων και εγγραφών που έχει συνολικά πραγματοποιήσει. Σε αυτήν την καρτέλα θα προτιμούσαμε σαφώς μια πιο εύληπτη παρουσίαση για τον μη ειδικό χρήστη και όχι μια ξερή παρουσίαση των περιεχομένων του S.M.A.R.T. table. Η τέταρτη καρτέλα λέγεται Disk Clone (κλωνοποίηση δίσκου) και περιέχει ένα απλό αλλά βολικό Disk Cloning εργαλείο. Η πέμπτη καρτέλα που ονομάζεται Optimize (βελτιστοποίηση), περιέχει την εντολή ενεργοποίησης του TRIM, κάτι που στον Corsair Force Series™ MP510 960GB ελέγχεται από τα Windows και δεν μπορεί να ενεργοποιηθεί κατά βούληση από το χρήστη. Η έκτη και τελευταία καρτέλα με το όνομα Secure Wipe (ασφαλής καθαρισμός) περιέχει ένα εργαλείο ασφαλούς διαγραφής των περιεχομένων του drive, με τρόπο ώστε η επαναφορά τους να είναι αδύνατη. Συνολικά, το Corsair SSD Toolbox κάνει τα βασικά που χρειάζεται, αλλά θα θέλαμε να δούμε μια ανανεωμένη έκδοση, με μοντέρνο interface και μεγαλύτερη φιλικότητα προς το χρήστη. Σύστημα Δοκιμών και Μεθοδολογία Το σύστημα δοκιμών μας είναι στημένο πάνω στην Asrock Z97X Killer. Η συγκεκριμένη μητρική διαθέτει διασυνδέσεις SATA III, SATA Express και Μ.2. Συνεπώς προσφέρεται για τη σύνδεση όλων των SSD που κυκλοφορούν ή θα κυκλοφορήσουν στο άμεσο μέλλον προσφέροντας τη δυνατότητα άμεσων συγκρίσεων πάνω στο ίδιο σύστημα. Ο επεξεργαστής είναι ο Intel G3258 Anniversary Edition που παρέμεινε δροσερός χάρη στην Corsair Hydro Series H100i GTX. Η μνήμη είναι στα 8GB που υπερκαλύπτουν τις απαιτήσεις μας στα συγκεκριμένα τεστ, το τροφοδοτικό είναι το Cooler Master V650 και το σύστημα είναι στημένο στο Cooler Master Test Bench V1.0. Ευχαριστούμε θερμά την Asrock, την Cooler Master και την Corsair για τα εξαρτήματα που μας παρείχαν για την κατασκευή του συστήματος δοκιμών! Το λειτουργικό σύστημα πάνω στο οποίο γίνονται οι δοκιμές είναι τα Windows 10 Pro 64bit. Καθώς η M.2 υποδοχή της μητρικής μας υποστηρίζει μόνο PCIe 2X μόνο και όχι 4Χ που υποστηρίζει ο Corsair Force Series™ MP510 960GB, χρησιμοποιήσαμε έναν αντάπτορα PCIe 4X σε M.2 για να λειτουργήσει το drive που δοκιμάζουμε στην πλήρη του ταχύτητα. Οι δοκιμές στις οποίες θα υποβάλουμε τον Corsair Force Series™ MP510 960GB χωρίζονται σε 4 κατηγορίες: Συνθετικά Benchmarks Ανάλυση εις βάθος με χρήση διαγραμμάτων επιδόσεων - όγκου δεδομένων Χρήση των Program Traces του PCMark 8 για να δούμε τη συμπεριφορά του drive σε καθημερινή χρήση. Η σύγκριση θα γίνει με τον βασικό του ανταγωνιστή, τον Samsung 970 EVO. Δυστυχώς δεν είχαμε διαθέσιμο κάποιον Samsung 970 EVO αντίστοιχης χωρητικότητας, οπότε κάναμε τις δοκιμές μας με έναν Samsung 970 EVO 250GB. Καθώς οι επιδόσεις των εγγραφών επηρεάζονται ιδιαιτέρως από το πλήθος των πακέτων NAND και ο Samsung 970 EVO 250GB διαθέτει 2 πακέτα NAND έναντι των 4 του Corsair Force Series™ MP510 960GB, αυτό θα ληφθεί υπ' όψιν στη διεξαγωγή των συμπερασμάτων. Μείνετε συντονισμένοι. Μετά τις δοκιμές ακολουθεί σχολιασμός, βαθμολογία και συμπεράσματα. Benchmarks Ξεκινάμε με το ATTO. To ATTO είναι το μακράν πιο γεναιόδωρο benchmark όσον αφορά τα θετικά αποτελέσματα ταχύτητας και γι αυτό όλες οι εταιρείες το χρησιμοποιούν για να δηλώσουν τις μέγιστες επιδόσεις σειριακής ανάγνωσης και εγγραφής των drives τους. Ο Corsair Force Series™ MP510 960GB έχει πολύ καλές επιδόσεις, εφάμιλλες με αυτές του Samsung 970 EVO 250GB, αν λάβουμε υπ' όψιν ότι ο EVO διαθέτει 2 πακέτα NAND αντί των 4 του Corsair Force Series™ MP510 960GB (όπως εξηγήσαμε στη μεθοδολογία) και έτσι είναι εύλογο και αναμενόμενο ο EVO να έχει περίπου τις μισές επιδόσεις στις σειριακές εγγραφές. Παρατηρούνται κάποιες μικρές διαφορές στις επιδόσεις σε διάφορα μεγέθη αρχείων, αλλά αυτές είναι πότε υπέρ του ενός drive και πότε υπέρ του άλλου και σε κάθε περίπτωση, όχι σημαντικές. Αξίζει να σημειωθεί ότι παρά το γεγονός ότι η ταχύτητα ανάγνωσής του Corsair Force Series™ MP510 960GB σε κάποια σημεία ξεπερνάει τη θεωρητική ανώτατη ταχύτητα ανάγνωσης του Controller για υλοποιήσεις με form factor M.2, σε κανένα σημείο δεν φτάνει την ταχύτητα των 3480MB/s που ισχυρίζεται η Corsair. Αντίστοιχα είναι και τα αποτελέσματα του CrystalDiskMark 6.0.2 με ουσιαστικές διαφορές μεταξύ των drives μόνο στη σειριακή εγγραφή, κατά τα αναμενόμενα. Τα αποτελέσματα του AS SSD Benchmark λένε την ίδια ιστορία, όσον αφορά τις αναγνώσεις και τις εγγραφές. Στις αντιγραφές, πλεονεκτεί πότε το ένα drive και πότε το άλλο, διατηρώντας την έως τώρα συνολική ισοβαθμία. Το Anvil's Storage Utilities benchmark έδωσε το προβάδισμα στον Corsair Force Series™ MP510 960GB, όχι στις εγγραφές όπως θα περιμέναμε, όπου θα ήταν αναμενόμενο και όπου επικράτησε απροσδόκητη ισοβαθμία, αλλά στις αναγνώσεις! Το αποτέλεσμα μας φαίνεται ανεξήγητο αλλά... ...αν δούμε λίγο πιο αναλυτικά τα αποτελέσματα, θα παρατηρήσουμε μια υπεροχή του Corsair Force Series™ MP510 960GB, όπου υπάρχει χρήση QD, που εξηγεί το αποτέλεσμα. Τα AIDA64 Average Read και Write Access δείχνουν ένα πλεονέκτημα του Samsung 970 EVO όσον αφορά το latency των αναγνώσεων, γεγονός που φαίνεται να οφείλεται στον εξειδικευμένο NVME driver της Samsung, τον οποίο και είχαμε εγκαταστήσει για τις δοκιμές του drive. Το πλεονέκτημα αυτό δε φαίνεται να εμφανίζεται στις εγγραφές. Τα παραπάνω συμπεράσματα φαίνεται να επιβεβαιώνονται και από τα αποτελέσματα του HD Tune Pro Random Read και Write Access. Ανάλυση σε βάθος Σε αυτό το τμήμα του review, θα χρησιμοποιήσουμε κάποιες πιο εξειδικευμένες δοκιμασίες για να δούμε τη συμπεριφορά του drive με περισσότερη λεπτομέρεια. Συγκεκριμένα θα χρησιμοποιήσουμε το Disk Benchmark του AIDA64. Βλέπουμε ότι η μέση ταχύτατα ανάγνωσης του Corsair Force Series™ MP510 960GB είναι ελάχιστα μεγαλύτερη από αυτή του Samsung 970 EVO 250GB, αλλά αυτό που φαίνεται να έχει περισσότερη σημασία είναι οι μικρότερες διακυμάνσεις, δείχνοντας ένα ιδιαίτερα σταθερό drive. Οι εγγραφές αποκαλύπτουν μια εντελώς διαφορετική ιστορία, τη γνωστή πονεμένη ιστορία όλων των SSD που χρησιμοποιούν TLC. Βλέπετε, οι TLC NAND δεν έχουν καθόλου καλές ταχύτητες εγγραφής. Γι αυτό οι εταιρείες δε διαφημίζουν ποτέ αυτή την ταχύτητα. Αντιθέτως, χρησιμοποιούν ένα μέρος της TLC NAND σε λειτουργία SLC. Όπα φίλε, μισό λεπτό! Τι είναι αυτό το TLC και τι είναι το SLC που μας λες; ΟΚ, μικρή ανάλυση λοιπόν, για να είμαστε στην ίδια σελίδα. Να με συγχωρήσουν οι γνώστες και τελειομανείς που θα είναι πολύ εκλαϊκευμένη η εξήγηση και οι μη σχετικοί που θα είναι πολύ "επιστημονική", αλλά πρέπει να συναντηθούμε κάπου στη μέση. Το κάθε κελί μνήμης τύπου NAND, μπορεί να αποθηκεύσει μία ηλεκτρική τάση και να την κρατήσει εκεί. Στην περίπτωση του πρώτου τύπου NAND που χρησιμοποιήθηκε σε SSD, τον τύπο SLC (Single Level Cell) αν υπάρχει ηλεκτρική τάση, αυτό σημαίνει αξία 1 και αν δεν υπάρχει αξία 0. Αυτό για τον υπολογιστή είναι ένα bit και 8 bits μας κάνουν ένα byte. Στην SLC NAND λοιπόν, κάθε κελί αποθηκεύει 1 bit και ο Controller έχει την πολύ εύκολη δουλειά να ξεχωρίσει ανάμεσα σε τάση και όχι τάση, πράγμα που γίνεται με πολύ μεγάλη ταχύτητα και ακόμη και αν το κελί έχει παλιώσει και φθαρεί. Συνεπώς η SLC NAND είναι πολύ γρήγορη και πολύ ανθεκτική στις εγγραφές που φθείρουν τα κελιά της NAND. Αποθηκεύει όμως 1 μόνο bit ανά κελί. SLC NAND βρίσκουμε μόνο σε Enterprise level SSDs γιατί παρά τα πλεονεκτήματά της, είναι πολύ ακριβή. H MLC NAND αποθηκεύει 2 bit σε κάθε κελί. Ναι, αλλά εμείς είπαμε ότι το μόνο που αποθηκεύει ένα κελί NAND είναι μια ηλεκτρική τάση. Πώς λοιπόν μια ηλεκτρική τάση μπορεί να αντιστοιχιστεί σε 2 bit, δηλαδή σε ένα οποιονδήποτε διψήφιο συνδυασμό από 0 και 1; Απλό! Οι συνδυασμοί αυτοί κατά το νόμο των πιθανοτήτων είναι 22 δηλαδή 4 και συγκεκριμένα οι 00, 01, 10, και 11. Αν θεωρήσουμε ότι η απουσία ηλεκτρικής τάσης αντιστοιχεί στο 00, θα χρειαστούμε 3 διαφορετικές ηλεκτρικές τάσεις για να αντιστοιχίσουμε στις υπόλοιπες τιμές. Κάπως έτσι λειτουργεί η MLC. Είναι πλέον προφανές ότι η MLC θα λειτουργεί πιο αργά από την SLC, καθώς ο ελεγκτής θα πρέπει να ξεχωρίσει 4 διαφορετικές καταστάσεις του κάθε κελιού, συμπεριλαμβανομένων 3 διαφορετικών ηλεκτρικών τάσεων. Συνεπώς το σύστημα θα λειτουργεί πιο αργά και επιπλέον θα είναι πιο επιρρεπές στη φθορά των κελιών κατά τις εγγραφές και θα έχει μικρότερη διάρκεια ζωής. Η TLC NAND, που χρησιμοποιεί ο Corsair Force Series™ MP510 960GB και ο Samsung 970 EVO 250GB, αποθηκεύει 3 bit σε κάθε κελί! Αυτό σημαίνει 23 δηλαδή 8 διαφορετικούς συνδυασμούς (000, 001, 010, 100, 011, 110, 101, 111). Κατά αναλογία με πριν, έχουμε εκτός από την απουσία τάσης, 7 διαφορετικές τιμές που κάνει πολύ πιο δύσκολη τη δουλειά του Controller. Εδώ πλέον οι εγγραφές γίνονται πολύ αργές. Η δε φθορά των κελιών που προκαλείται από τους κύκλους εγγραφών είναι ακόμα πιο σημαντική και η ζωή των κελιών πολύ πιο μικρή. Για να το αντιμετωπίσουν αυτό οι εταιρείες και να κάνουν τη χρήση TLC NAND μια βιώσιμη λύση για τους SSD, χρησιμοποιούν κάποια τεχνάσματα που βασίζονται σε πολύπλοκους και ισχυρούς Controllers και εξειδικευμένο firmware. Το πιο βασικό τέχνασμα είναι να χρησιμοποιούν ένα μέρος της ελεύθερης TLC NAND σε λειτουργία SLC, εν είδη cache. Δηλαδή οι εγγραφές πραγματοποιούνται στην SLC cache σε πραγματικό χρόνο και αργότερα, το drive με την ησυχία του περνάει τα δεδομένα στην πολύ πιο αργή TLC NAND. Φυσικά οι εταιρείες δεν το διαφημίζουν αυτό και ο μέσος χρήστης νομίζει ότι αγοράζει drive με ταχύτητες εγγραφής κοντά στα 3GB/s ενώ η αλήθεια είναι πολύ πιο πικρή. Γι αυτό βλέπουμε TLC drives που είναι πολύ πιο οικονομικά από τα MLC να διαφημίζουν υψηλότερες ταχύτητες, αυτές της πολύ γρήγορης SLC cache, η οποία όμως όταν τελειώνει κατά τη διάρκεια μεγαλύτερων εγγραφών, ξαφνικά στέλνει τις επιδόσεις περίπατο και μάλιστα περίπατο με τα πόδια! Πόση σημασία έχει αυτό στην πράξη; Μεγάλη κουβέντα και οι απόψεις διίστανται. Σε μια απλή χρήση που βασίζεται κυρίως σε αναγνώσεις και λίγες εγγραφές, τα TLC drives τα πάνε μια χαρά. Όταν τα πράγματα ζορίζουν και χρειάζονται μεγαλύτερες και συχνότερες εγγραφές που δε δίνουν χρόνο στην SLC cache των TLC drives να αδειάσει τα δεδομένα της και να είναι έτοιμη για την επόμενη χρήση, ίσως θα ήταν καλύτερη η χρήση ενός SSD με MLC NAND. Τώρα που ξέρουμε λοιπόν, ας πάμε να δούμε πώς συμπεριφέρεται ο Corsair Force Series™ MP510 960GB στις εγγραφές έναντι του Samsung 970 EVO 250GB. Όπως βλέπουμε και τα 2 drives ξεκινάνε με υψηλή ταχύτητα εγγραφών, αυτή της SLC cache, και μόλις αυτή γεμίσει, η ταχύτητα πέφτει στην πραγματική ταχύτητα εγγραφών που υποστηρίζει η TLC NAND του κάθε drive. Δηλαδή, όχι ακριβώς. Εδώ μπαίνει στο παιχνίδι το πόσα πακέτα TLC NAND έχει το κάθε drive, καθώς αυτά μπορούν να χρησιμοποιηθούν παράλληλα για εγγραφές. Έτσι περιμένουμε να δούμε διπλάσια ταχύτητα στον Corsair Force Series™ MP510 960GB, αλλά στην πραγματικότητα βλέπουμε ακόμη μεγαλύτερη μέση ταχύτητα. Σίγουρα και ασφαλή συμπεράσματα θα ήταν δυνατά μόνο αν συγκρίναμε εντελώς όμοια σε χωρητικότητα και αριθμό πακέτων NAND drives, αλλά σύμφωνα με τα παραπάνω φαίνεται ότι ο Corsair Force Series™ MP510 960GB είναι τουλάχιστον εφάμιλλος, αν όχι καλύτερος του Samsung 970 EVO και αυτό είναι πολύ σημαντικό καθώς η Corsair φαίνεται να έχει κατασκευάσει ένα drive που παίζει στα ίσια τον μέχρι τώρα βασιλιά της mainstream κατηγορίας! Program Traces - PCMark 8 Το drive benchmark του PCMark 8 χρησιμοποιεί traces χρήσης πραγματικών προγραμμάτων για να προσομοιώσει τη συμπεριφορά και τις επιδόσεις ενός drive κατά την πραγματική χρήση. Βλέπουμε ότι ο Corsair Force Series™ MP510 960GB πλεονεκτεί ανεπαίσθητα σε όλες τις δοκιμές, αν και αυτό μπορεί να οφείλεται εν μέρει και στη σημαντική διαφορά χωρητικότητας και ακόμη περισσότερο στη διαφορά πακέτων NAND σε σχέση με τον Samsung 970 EVO 250GB. Σε κάθε περίπτωση, ο Corsair Force Series™ MP510 960GB έχει εξαιρετικά καλές επιδόσεις. Συμπεράσματα και βαθμολογία - Το δια ταύτα Και ήρθε η ώρα του απολογισμού. O Corsair Force Series™ MP510 960GB είναι ένας πραγματικά καλός mainstream NVME SSD. Ανταγωνίζεται στα ίσια τον μέχρι τώρα βασιλιά της κατηγορίας, τον Samsung 970 EVO και οι επιδόσεις του αποδείχτηκαν εφάμιλλες, αν όχι καλύτερες. Παράλληλα, επέδειξε σταθερότητα και δεν υπήρξε καμία δυσάρεστη έκπληξη, όπως είχε συμβεί με παλαιότερα μοντέλα SSD που χρησιμοποιούσαν Controllers της Phison. Φαίνεται ότι η τεχνογνωσία της Phison έχει φτάσει σε ικανοποιητικό πλέον σημείο ωριμότητας. Επιπλέον, ο Controller ενσωματώνει τεχνολογίες κρυπτογράφησης και ασφάλειας των δεδομένων σε περίπτωση απώλειας τροφοδοσίας καθώς και άλλες εξελιγμένες τεχνολογίες που τον κατατάσσουν ανάμεσα στους κορυφαίους σε χαρακτηριστικά Controllers. Η 3D TLC NAND της Toshiba και το 1GB DDR4 cache της SK hynix συμπληρώνουν ένα ποιοτικό σύνολο επιμέρους εξαρτημάτων που συνιστούν, προφανώς, τη συνταγή της επιτυχίας. Η τιμή του Corsair Force Series™ MP510 960GB τη στιγμή συγγραφής του παρόντος review στο κατάστημα της Corsair είναι €254,99, τουλάχιστον €10 λιγότερα δηλαδή από τον άμεσο ανταγωνιστή του, τον Samsung 970 EVO 1TB από τον οποίο δεν έχει τίποτα να ζηλέψει. Με 5 χρόνια εγγύηση και 1700 TBW αντοχή, δεν υπάρχει κανένας λόγος να μη βάλετε έναν κουρσάρο στην υπολογιστή σας! Ας συνοψίσουμε τα πλεονεκτήματα και τα μειονεκτήματα του Corsair Force Series™ MP510 960GB: Πλεονεκτήματα + Επιδόσεις κορυφαίες για την κατηγορία του + Ανταγωνιστική τιμή + Υποστήριξη πολλών πρωτοκόλλων κρυπτογράφησης + Προστασία δεδομένων σε περίπτωση απώλειας τροφοδοσίας + Μαύρο PCB και όμορφο αυτοκόλλητο Μειονεκτήματα - Το συνοδευτικό λογισμικό χρειάζεται ανανέωση - Η διαφημιζόμενη ταχύτητα ανάγνωσης είναι εκτός των προδιαγραφών του Controller και το drive, προφανώς, δεν τη φτάνει Με βάση τα παραπάνω, η συνολική βαθμολογία του Corsair Force Series™ MP510 960GB είναι:  theLAB.gr Ευχαριστούμε θερμά την Corsair για την παραχώρηση του δείγματος της δοκιμής. Πολύμερος Αχανιώτης 3/12/2018
  6. Με το RGB να βρίσκεται παντού, μερικές κενές θέσεις στα DIMM slots ή μνήμες που δεν διαθέτουν τον δικό τους RGB φωτισμό, θα μπορούσαν να αποτελούν πρόβλημα για κάποιους. Τα κενά DIMM slots θα έδειχναν ίσως άσχημα σε μια ιδιαίτερα προσεγμένη σύνθεση με εξαρτήματα που διαθέτουν RGB φωτισμό. Corsair και Thermaltake έρχονται να προσφέρουν δύο διαφορετικές λύσεις που θα μπορούσαν να λύσουν το πρόβλημα αυτό. Η Corsair ανακοίνωσε το Corsair Vengeance Pro RGB Lighting Enhancement kit(model: CMWLEKIT2W/B). Πρόκειται ουσιαστικά για ένα kit που περιλαμβάνει δύο ψεύτικα DIMM modules τα οποία είναι πανομοιότυπα με αυτά των μνημών Vengeance RGB Pro. Τα ψεύτικα DIMM modules μπορεί να μην προσφέρουν επιπλέον μνήμη στο σύστημα, δίνουν όμως την δυνατότητα στον κάτοχό τους, να καλύψει δύο κενά DIMM slots που πιθανόν έχει στην μητρική του, επιτυγχάνοντας ένα οπτικά ομοιόμορφο αποτέλεσμα στην θέση των DIMM slots. Το κόστος των DIMM modules φτάνει τα 40 δολάρια, κόστος ίσως υψηλό, αλλά σαφέστατα μικρότερο από αυτό της αγοράς δύο αληθινών Vengeance RGB Pro DIMM modules. Το kit διατίθενται τόσο σε μαύρο χρώμα, όσο και σε άσπρο χρώμα. Από την μεριά της η Thermaltake έχει να προτείνει μια εντελώς διαφορετική λύση. Πρόκειται για το Pacific R1 Plus Memory Lighting kit το οποίο έχει το πλεονέκτημα ότι προσφέρει RGB φωτισμό ακόμα και στην περίπτωση που χρησιμοποιούνται μνήμες που δεν διαθέτουν δικό τους RGB φωτισμό. Πρακτικά το Pacific R1 Plus διαθέτει τέσσερις σειρές από συνολικά 36 RGB LEDs, επιτρέποντάς του να ομοιάζει από πάνω με τέσσερα DIMM modules τα οποία διαθέτουν RGB φωτισμό. Μπορεί να χρησιμοποιηθεί με DIMMs οποιουδήποτε τύπου μνήμης, εφόσον αυτά είναι στάνταρ μεγέθους, δηλαδή δεν διαθέτουν ψηλές ψύκτρες. Η Thermaltake προσφέρει επίσης τον δικό της ελεγκτή σε περίπτωση του το Pacific R1 Plus χρησιμοποιηθεί σε μητρική που δεν διαθέτει δυνατότητες ελέγχου RGB φωτισμού. Ο ελεγκτής αυτός συνδέεται μέσω USB 2.0 στην μητρική και ο έλεγχος του φωτισμού γίνεται μέσω του λογισμικού TT RGB Plus. Η Thermaltake δεν έχει αποκαλύψει την τιμή του Pacific R1 Plus Memory Lighting kit.
  7. Η Corsair ανακοίνωσε δύο νέες κλειστού τύπου υδροψύξεις οι οποίες αξιοποιούν την νέα αντλία της εταιρίας, διαθέτουν RGB φωτισμό και ανεμιστήρες που χρησιμοποιούν τεχνολογία μαγνητικής αιώρησης στον μηχανισμό τους, για ακόμα πιο αθόρυβη λειτουργία. Πρόκειται για τα μοντέλα H100i RGB Platinum και Hydro H115i RGB Platinum, τα οποία μπορούν να χρησιμοποιηθούν ακόμα και με HEDT Intel και AMD επεξεργαστές. Η βασική διαφορά ανάμεσα στα δύο μοντέλα είναι στο μέγεθος του ψυγείου και στην διάμετρο των ανεμιστήρων. Το μοντέλο H100i RGB Platinum έχει διαστάσεις 277 × 120 × 27 χιλιοστά, ψυγείο των 240 χιλιοστών και χρησιμοποιεί δύο ανεμιστήρες των 120 χιλιοστών για την ψύξη του ψυγείου, ενώ το μοντέλο Hydro H115i RGB Platinum έχει διαστάσεις 322 × 137 × 27 χιλιοστά, ψυγείο των 280 χιλιοστών και χρησιμοποιεί δύο ανεμιστήρες των 140 χιλιοστών για την ψύξη του ψυγείου. Και τα δύο μοντέλα χρησιμοποιούν την ίδια, νέα αντλία της Corsair, με χάλκινη βάση και ενσωματωμένο RGB φωτισμό, αποτελούμενος από 16 RGB LEDs. Η χρήση ανεμιστήρων μαγνητικής αιώρησης, προσφέρει αυξημένες επιδόσεις στους τομείς της ροής του αέρα και της στατικής πίεσης, προσφέροντας παράλληλα χαμηλότερα επίπεδα θορύβου σε σχέση με άλλης τεχνολογίας ανεμιστήρες. Μάλιστα η Corsair έχει ενσωματώσει και Zero RPM προφίλ, το οποίο σημαίνει ότι όταν δεν απαιτείται η χρήση τους, οι ανεμιστήρες σταματάνε να περιστρέφονται. LED φωτισμός υπάρχει και στους ανεμιστήρες. Κάθε ανεμιστήρας διαθέτει 4 ARGB LEDs. Τόσο ο φωτισμός της αντλίας, όσο και αυτός στους ανεμιστήρες, ρυθμίζεται μέσω του ιCUE λογισμικού της Corsair. Οι H100i RGB Platinum και Hydro H115i RGB Platinum είναι συμβατές με επεξεργαστές AM2, AM3, AM4 και TR4 της AMD, καθώς και Intel 115x, 2066, 2011-3 και 2011. Στην περίπτωση των Threadripper πάντως, η τετράγωνου σχήματος βάση, δεν καλύπτει το σύνολο της επιφάνειας του heat spreader του επεξεργαστή. Για όποιον ενδιαφέρεται είναι άμεσα διαθέσιμες, με την H100i RGB Platinum να κοστίζει $160 και η Hydro H115i RGB Platinum $170. Καλύπτονται με 5 χρόνια εγγύησης. Specifications of Corsair Hydro Platinum RGB Cooling Systems Hydro H100i Platinum RGB Hydro H115i RGB Platinum CPU Socket Compatibility Intel: 2066, 2011-3, 2011, 115x AMD: AM2/AM3, AM4, TR4 Radiator Material Aluminum Dimensions 277 × 120 × 27 mm 322 × 137 × 27 mm Fan Dimensions 120 x 120 x 25mm 140 x 140 x 25mm Speed 400 ~ 2400 RPM (PWM) 400 ~ 2000 RPM (PWM) Air Flow up to 75 CFM up to 97 CFM Air Pressure up to 4.2 mm H2O up to 3 mm H20 MTTF ? Noise Level up to 37 dBa Connector 4-Pin (PWM) Pump Dimensions ? MTTF ? Noise Level ? Connector 4-Pin Price $160 $170 Warranty 5 Years
  8. Η Corsair ανακοίνωσε το ταχύτερο μοντέλο SSD που έχει βγάλει μέχρι τώρα, την σειρά Force Series MP510. Πρόκειται για μια σειρά από M.2 NVMe SSDs, με σύνδεση PCI-e x4 και ταχύτητες μεταφοράς δεδομένων που υπερβαίνουν τα 3000MB/sec. Η σειρά MP510 έρχεται να προσφέρει σημαντικά βελτιωμένες επιδόσεις σε σχέση με την σειρά MP500 που διαδέχεται. Χρησιμοποιεί τον controller Physon E12 και 64-layer 3D TLC NAND της Toshiba και θα διατίθεται σε χωρητικότητες από 240GB έως και 1920GB. Η ταχύτητα ανάγνωσης φτάνει έως τα 3480 MB/sec και εγγραφής έως τα 3000MB/sec, ανάλογα το μοντέλο. Σε τυχαία ανάγνωση οι κορυφαίες επιδόσεις φτάνουν τα 610K IOPS και σε τυχαία εγγραφή τα 570K IOPS. Στον παρακάτω πίνακα μπορείτε να δείτε τα κυριότερα τεχνικά χαρακτηριστικά του, αλλά και τις επιδόσεις του κάθε μοντέλου ξεχωριστά. Η νέα σειρά είναι άμεσα διαθέσιμη από το ηλεκτρονικό κατάστημα της Corsair, καθώς και πλήθος άλλων καταστημάτων. Το μοντέλο των 240GB κοστολογείται στα 80 ευρώ, αυτό των 480GB στα 135 ευρώ, αυτό των 960GB στα 250 ευρώ και το μοντέλο των 1920GB στα 490 ευρώ.
  9. Εισαγωγή Το πρώτο Corsair K70 RGB ήταν το πληκτρολόγιο της επιλογής μου για πολλά χρόνια, μέχρι πρόσφατα που το αντικατέστησα με το Corsair K95 RGB Platinum. Μη έχοντας κάποιο παράπονο κατά την πολυετή χρήση, η κυκλοφορία του Corsair K70 RGB MK.2 και της ιδιαίτερης έκδοσής του, του Corsair K70 RGB MK.2 SE (Special Edition), ήταν ιδιαίτερα ευπρόσδεκτη! Η Corsair μας έστειλε το Corsair K70 RGB MK.2 SE για να το δοκιμάσουμε και να σας το παρουσιάσουμε. Το Corsair K70 RGB MK.2 SE ξεφεύγει από τα συνηθισμένα σκούρα χρώματα και έρχεται σε ένα εκτυφλωτικό αλουμινένιο χρώμα που τονίζει το υλικό κατασκευής του. Τα λευκά Key Caps συμπληρώνουν εξαιρετικά το σύνολο. Τα χαρίσματα όμως του Corsair K70 RGB MK.2 SE είναι κάθε άλλο παρά μόνο εξωτερικά. Ακολουθήστε μας λοιπόν στην παρουσίαση όπου θα δούμε πώς το πανέμορφο σύνολο συμπληρώνεται αρμονικά με πολλά εσωτερικά χαρίσματα. Χαρακτηριστικά Τα χαρακτηριστικά του Corsair K70 RGB MK.2 SE συνοψίζονται στον παρακάτω πίνακα: Όπως βλέπετε το Corsair K70 RGB MK.2 SE χρησιμοποιεί διακόπτες Cherry MX Speed. Διαθέτει φωτισμό RGB, έχει 1000Hz report rate και Full Key Matrix (NKRO) με 100% anti-ghosting. Δηλαδή, σε απλά Ελληνικά, μπορείτε να πατήσετε ταυτόχρονα όλους του, τους ποικιλοτρόπως φωτισμένους, Cherry MX Speed διακόπτες και όλες οι ενεργοποιήσεις των διακοπτών θα καταγραφούν ταυτόχρονα, χωρίς απώλειες, με ρυθμό δειγματοληψίας 1000 φορές το δευτερόλεπτο! Η μη SE (Special Edition) έκδοση του πληκτρολογίου, η οποία έρχεται σε μαύρο χρώμα αντί για το αλουμινένιο σώμα με λευκά Key Caps της SE, έρχεται με 5 διαφορετικούς τύπους διακοπτών της Cherry. Η Πρώτη Επαφή Το Corsair K70 RGB MK.2 SE έρχεται σε ένα πολύχρωμο, ιλουστρασιόν κουτί με εικόνες που τονίζουν τον ιδιαίτερο χρωματισμό του και τις RGB δυνατότητές του. Εντός του κουτιού συναντάμε πρώτα το ίδιο το πληκτρολόγιο, προστατευμένο από διαφανές νάιλον. Κάτω από αυτό συναντάμε τα παρελκόμενα που αποτελούνται από τα κλασσικά φυλλάδια της εγγύησης και το manual, καθώς και το wrist rest. To wrist rest είναι ένα κομμάτι πλαστικού που κουμπώνει στο κυρίως σώμα του πληκτρολογίου. Το γκρι του χρώμα προσπαθεί να ταιριάξει με το βουρτσισμένο αλουμίνιο και τα λευκά Key Caps του πληκτρολογίου, με όχι ιδιαίτερη επιτυχία. Γενικά θεωρώ ότι το wrist rest που συνοδεύει το Corsair K70 RGB MK.2 SE, αν και το πλαστικό του είναι ποιοτικό, δε φτάνει στο επίπεδο του σώματος του πληκτρολογίου και μάλλον αφαιρεί παρά προσθέτει στην όλη εικόνα. Το πληκτρολόγιο πάντως είναι πανέμορφο και άκρως εντυπωσιακό! Το πάνω μέρος της βάσης του αποτελείται από αεροπορικό αλουμίνιο στο φυσικό του χρώμα και με ένα πανέμορφο εφέ βουρτσίσματος. Το σύνολο συμπληρώνουν υπέροχα τα λευκά Key Caps. Οι παρατηρητικοί θα έχουν ήδη δει ότι το Layout του Corsair K70 RGB MK.2 SE είναι Αμερικάνικο και όχι το κλασσικό Ευρωπαϊκό. Χαρακτηριστικό, το μεγάλο πλήκτρο Shift στα αριστερά και η ύπαρξη ενός μόνο πλήκτρου backslash, πάνω από το Αμερικανικού τύπου Enter. Αυτές είναι και όλες οι διαφορές, που δε θα δημιουργήσουν κάποιο πρόβλημα σε όποιον είναι συνηθισμένος στα Ευρωπαϊκά πληκτρολόγια. Το Corsair K70 RGB MK.2 SE διαθέτει κάποια επιπλέον πλήκτρα για βασικές του λειτουργίες και πολυμέσα. Πάνω και αριστερά από το λογότυπο λοιπόν, διακρίνουμε μια τριάδα που αποτελείται με τη σειρά από το πλήκτρο επιλογής των ενσωματωμένων προγραμματιζόμενων προφίλ, το πλήκτρο επιλογής της έντασης της φωτεινότητας και το πλήκτρο Win Lock που κλειδώνει τα Windows Keys, ώστε να μην τα ενεργοποιήσουμε κατά λάθος κατά τη διάρκεια του gaming. Πάνω και δεξιά βλέπουμε το πλήκτρο Mute και τη ρόδα ελέγχου της έντασης του ήχου. Η λειτουργία της ρόδας είναι ομαλή και η αντίσταση τόση ώστε να μην γυρίζει με τυχαία επαφή αλλά και να μην κουράζει. Ακριβώς από κάτω, τα κλασικά πλήκτρα ελέγχου των Multimedia. Στο κέντρο του πάνω μέρους, το λογότυπο είναι φωτιζόμενο και RGB. To wrist rest κουμπώνει εύκολα και σταθερά στο κάτω μέρος του πληκτρολογίου και ενώ προσφέρει καλή στήριξη για τα χέρια, αφαιρεί όπως είπαμε από την ομορφιά του συνόλου. Η κάτω πλευρά του Corsair K70 RGB MK.2 SE αποτελείται από πλαστικό. Οι μεγάλες λαστιχένιες επιφάνειες στις γωνίες, κυριολεκτικά αγκυροβολούν το πληκτρολόγιο πάνω στο γραφείο. Βλέπουμε ακόμη τα κανάλια δρομολόγησης καλωδίων και πώς κουμπώνει το wrist rest στις εγκοπές στο εμπρός μέρος. Οι πίσω λαστιχένιες επιφάνειες διαθέτουν στο κέντρο τους αναδιπλούμενα ποδαράκια που υψώνουν την πίσω πλευρά του πληκτρολογίου για όσους (για κάποιο διεστραμμένο λόγο) επιθυμούν να πληκτρολογούν με τους καρπούς τους σε υπερέκταση, έτσι ώστε να επιταχύνουν την ανάπτυξη του συνδρόμου καρπιαίου σωλήνα. Τα Key Caps του Corsair K70 RGB MK.2 SE είναι μια ευχάριστη έκπληξη, αφού δεν είναι τα συνηθισμένα από ABS πλαστικό με τα οποία εξοπλίζει η Corsair όλα τα άλλα της πληκτρολόγια αλλά τα Double Shot PBT Key Caps που προσφέρει ως αξεσουάρ. Οι διακόπτες είναι οι Cherry MX Speed και το κοντινό του βουρτσισμένου αλουμινίου με τα Double Shot Key Caps, πανέμορφο! Το πίσω μέρος του πληκτρολογίου είναι λιτό, με μόνα χαρακτηριστικά το χοντρό sleeved καλώδιο που περιέχει το USB καλώδιο για τη σύνδεση του πληκτρολογίου στον υπολογιστή και το άλλο USB καλώδιο για τη λειτουργία USB Pass Through που διαθέτει. Η θύρα USB Pass Through διακρίνεται στη φωτογραφία, δίπλα στο καλώδιο. Φινίρισμα Το φινίρισμα του Corsair K70 RGB MK.2 SE είναι μοναδικό! Βουρτσισμένο αεροπορικό αλουμίνιο και Double Shot PBT Key Caps δημιουργούν ένα εξαιρετικό σύνολο που σίγουρα δε θα περάσει απαρατήρητο! Και μετά, σε εκείνο το σύνολο έρχεται να κουμπώσει ένα γκρι πλαστικό wrist rest. Εντάξει, ποιοτικό το πλαστικό, αλλά αλήθεια, τι σκεφτόταν στην Corsair όταν έκαναν αυτό το αισθητικό έγκλημα; Βολικό το wrist rest, αλλά αφαιρεί από την ομορφιά του συνόλου. Συνδεσιμότητα Τη συνδεσιμότητα του Corsair K70 RGB MK.2 SE αναλαμβάνει ένα χοντρό, sleeved, μη αποσπώμενο, καλώδιο που κοντά στην άκρη του έχει έναν διακλαδωτήρα και χωρίζεται σε 2 καλώδια με βύσματα USB. Το ένα έχει πάνω του το σύμβολο του πληκτρολογίου και είναι αυτό που συνδέει το πληκτρολόγιο με τον υπολογιστή σας. Το άλλο έχει πάνω του 2 βέλη και είναι αυτό που συνδέεται με τη USB Pass Through θύρα. Η ποιότητα του sleeving είναι πολύ καλή και το χρώμα του κατορθώνει να εναρμονίζεται με το πανέμορφο σύνολο του πληκτρολογίου. Πλήκτρα Cherry MX Speed Όπως έχουμε πει, το Corsair K70 RGB MK.2 SE χρησιμοποιεί διακόπτες Cherry MX Speed. Τα βασικά χαρακτηριστικά αυτών των διακοπτών φαίνονται στον παρακάτω πίνακα. Πρόκειται για διακόπτες που σε αντίθεση με τα άλλα μοντέλα της εταιρίας τα οποία ενεργοποιούνται αφού διανύσουν 2 χιλιοστά κατά το πάτημα, ενεργοποιούνται μόλις στα 1,2 χιλιοστά, δίνοντας ταχύτερη ανταπόκριση και ένα απειροελάχιστο πλεονέκτημα στους hardcore gamers. Τα υπόλοιπα χαρακτηριστικά τους θυμίζουν τους διακόπτες Cherry MX Red, καθώς έχουν την ίδια operating force και δε διαθέτουν απτικό ή ηχητικό feedback. Το παρακάτω διάγραμμα δείχνει το σημείο ενεργοποίησης και επαναφοράς του διακόπτη. Φωτισμός RGB Τα πλήκτρα του Corsair K70 RGB MK.2 SE διαθέτουν έκαστο και από ένα RGB LED που μπορεί να το φωτίσει με οποιοδήποτε χρώμα επιλέξουμε. Η αλουμινένια επιφάνεια σε συνδυασμό με τα λευκά Key Caps, δημιουργούν έναν εξαιρετικό καμβά πάνω στον οποίο ζωγραφίζουν τα RGB LEDs του Corsair K70 RGB MK.2 SE. Επιπλέον, το λογότυπο είναι επίσης RGB φωτιζόμενο, με 2 ζώνες φωτισμού! Σε αυτό το μικρό βίντεο βλέπουμε την πανδαισία χρωμάτων που μπορεί να προσφέρει το Corsair K70 RGB MK.2 SE. Κι εδώ ένα κοντινό, χωρίς το Key Cap. Λογισμικό iCUE Ένα από τα πιο δυνατά σημεία του Corsair K70 RGB MK.2 SE, όπως και όλων των πληκτρολογίων της Corsair, είναι το λογισμικό ελέγχου, που ονομάζεται iCUE. Στην αρχική του καρτέλα, ΗOME, βλέπουμε όλες τις υποστηριζόμενες συσκευές που είναι συνδεδεμένες στο σύστημά μας. Ας επιλέξουμε το Corsair K70 RGB MK.2 SE. Με την επιλογή της συσκευής, εμφανίζονται αριστερά όλα τα προφίλ που σχετίζονται με αυτήν, software και hardware, αν διαθέτει από τα τελευταία. Εδώ το Corsair K70 RGB MK.2 SE βλέπουμε ότι διαθέτει 3 hardware προφίλ, που αποθηκεύονται στην ενσωματωμένη του μνήμη και μπορούμε να τα έχουμε μαζί μας, όπου και αν συνδέσουμε το πληκτρολόγιο, χωρίς την εγκατάσταση του λογισμικού iCUE. Επιλέγοντας κάποιο από τα hardware profiles, μπορούμε να το συνδέσουμε με κάποιο πρόγραμμα, έτσι ώστε όταν τρέχει στο προσκήνιο το εν λόγω πρόγραμμα, να φορτώνεται αυτόματα το προφίλ. Μπορούμε επίσης να αλλάξουμε το συνδεδεμένο με το προφίλ εικονίδιο και φόντο στο iCUE. Όταν έχουμε πατήσει πάνω σε κάποιο hardware profile, και μόνο τότε, εμφανίζεται κάτω αριστερά στο πρόγραμμα η καρτέλα ONBOARD PROFILES. Από εκεί μπορούμε να σβήσουμε κάποιο από τα προφίλ ή να το αντικαταστήσουμε με τις τρέχουσες ρυθμίσεις του πληκτρολογίου. Όταν από το παράθυρο των προφίλ αριστερά επιλέξουμε κάποιο software profile, τότε η επιλογή ONBOARD PROFILES εξαφανίζεται και μένουν οι 3 κλασσικές, ACTIONS (ενέργειες), LIGHTING EFFECTS (εφέ φωτισμού) και PERFORMANCE (απόδοση). Στη καρτέλα ACTIONS μπορούμε να ορίσουμε μια πληθώρα ενεργειών, τις οποίες μπορούμε να αντιστοιχίσουμε σε οποιοδήποτε πλήκτρο. Η πλήρης περιγραφή όλων αυτών των ενεργειών θα αποτελούσε ένα review από μόνη της και δεν αποτελεί σκοπό αυτού του review, καθώς υπάρχουν άπειροι οδηγοί για το iCUE στο διαδίκτυο. Αρκεί να πούμε ότι οι δυνατότητες είναι σχεδόν απεριόριστες. Αν κάποια ενέργεια θέλουμε να μπορούμε να τη χρησιμοποιούμε σε περισσότερα του ενός προφίλ, χωρίς να χρειάζεται κάθε φορά να την ξαναδημιουργούμε, μπορούμε να την προσθέσουμε στη σχετική ACTIONS LIBRARY (βιβλιοθήκη ενεργειών), από όπου θα είναι διαθέσιμη σε κάθε προφίλ. Η επιλογή LIGHTING EFFECTS μας δίνει μια εξ ίσου εκτενή επιλογή δημιουργίας εφέ φωτισμού. Τα εφέ μπορεί να είναι σε επίπεδα (layers) και να είναι συνεχή ή να ενεργοποιούνται για παράδειγμα με το πάτημα κάποιου πλήκτρου. Υπάρχει και εδώ η σχετική βιβλιοθήκη για να αποθηκεύουμε εφέ φωτισμού που θέλουμε να είναι διαθέσιμα για χρήση σε όλα τα προφίλ. Στην επιλογή PERFORMANCE μπορούμε να ορίσουμε ποιες λειτουργίες θα κλειδώνει το πλήκτρο Win Lock καθώς και τα χρώματα των indicators. Περνάμε στη δεύτερη καρτέλα, το DASHBOARD, όπου μπορούμε να δούμε πληροφορίες για το σύστημά μας και τις υποστηριζόμενες συσκευές. Η τρίτη καρτέλα, αυτή του INSTANT LIGHTING (Στιγμιαίου Φωτισμού) αλλάζει άμεσα το φωτισμό σε ένα από τα διαθέσιμα στατικά χρώματα, σε όλες τις υποστηριζόμενες συσκευές. Η τελευταία καρτέλα είναι αυτή των SETTINGS (Ρυθμίσεις). Το πάνω κομμάτι αφορά τις ρυθμίσεις της επιλεγμένης συσκευής ενώ το κάτω του λογισμικού iCue. Το κάτω κομμάτι έχει 4 καρτέλες. Εδώ βλέπουμε την GENERAL (Γενικά). Υπάρχει ακόμα η OSD που αφορά το On Screen Display... ...η DASHBOARD που αφορά το φόντο στην ομώνυμη καρτέλα που είδαμε... ...και η SENSOR LOGGING που αφορά την καταγραφή των αισθητήρων που υποστηρίζει το iCUE. Η Corsair έχει καταφέρει να συνδυάσει την πληρότητα στις λειτουργίες με την απλότητα χρήσης στο iCUE και αυτό είναι πάντα η συνταγή της επιτυχίας. Γι αυτό και το iCUE αποτελεί ένα από τα ισχυρά χαρτιά της εταιρίας όσον αφορά τις υποστηριζόμενες συσκευές της. Δοκιμές Στις δοκιμές που κάναμε, το Corsair K70 RGB MK.2 SE τα πήγε εξαιρετικά. Το NKRO επιβεβαιώθηκε, αφού όπως μπορείτε να δείτε, μπορέσαμε να καταγράψουμε όλα τα πλήκτρα του πληκτρολογίου ταυτόχρονα. Ο έλεγχος για ghosting δεν έδειξε το παραμικρό πρόβλημα, κάτι που ήταν αναμενόμενο και από τα επιτυχή αποτελέσματα της λειτουργίας NKRO. Δοκιμάστηκαν όλοι οι δυνατοί συνδυασμοί πλήκτρων που τυπικά μπορεί να προκαλούν ghosting και μπορέσαμε να γράψουμε τη φράση "THE QUICK BROWN FOX JUMPS OVER THE LAZY DOG" κρατώντας πατημένα και τα 2 πλήκτρα Shift ταυτόχρονα. Η πληκτρολόγηση ήταν ιδιαίτερα ευχάριστη και η ποιότητα κατασκευής κορυφαία. Τόσο στη χρήση σε παιχνίδια όσο και στη συγγραφή του παρόντος review, το Corsair K70 RGB MK.2 SE δεν άφησε κανένα παράπονο. Εν κατακλείδι To Corsair K70 RGB MK.2 είναι σίγουρα ο άξιος συνεχιστής της παράδοσης της σειράς K70 της Corsair. Αλλά το Corsair K70 RGB MK.2 SE είναι κάτι παραπάνω. Είναι ένα πανέμορφο κόσμημα για το γραφείο σας και έρχεται με τα σαφώς ποιοτικότερα λευκά Double Shot PBT Key Caps. Διαθέτει όλα τα πλεονεκτήματα του Corsair K70 RGB MK.2 όπως NKRO, anti-ghosting, μηχανικούς διακόπτες της Cherry, δυνατότητα αποθήκευσής τριών προφίλ on board για χρήση σε άλλο υπολογιστή χωρίς το εξαιρετικό λογισμικό iCUE της Corsair, ρόδα ελέγχου της έντασης του ήχου, multimedia keys, κατασκευή του επάνω μέρους από αεροπορικό αλουμίνιο, μία θύρα USB 2.0 Pass Through και εξαιρετική ποιότητα κατασκευής. Με το φυσικό χρώμα του αλουμινίου όμως που αναδεικνύει εξαιρετικά το εφέ βουρτσίσματος και τα λευκά Double Shot PBT Key Caps, το Corsair K70 RGB MK.2 SE ξεχωρίζει για την λαμπερή του παρουσία πάνω στο γραφείο σας. Μοναδική και έντονη παραφωνία είναι το γκρι πλαστικό wrist rest, που αν και είναι κατασκευασμένο από καλής ποιότητας πλαστικό, δεν καταφέρνει να εναρμονιστεί ούτε σε ποιότητα ούτε και σε εμφάνιση με το κυρίως σώμα του πληκτρολογίου, μειώνοντας τη συνολική αισθητική του συνόλου. Χωρίς το wrist rest είναι πανέμορφο, αλλά λόγω πάχους του πληκτρολογίου, η χρήση του χωρίς wrist rest μου φάνηκε αρκετά κουραστική. Τη στιγμή της συγγραφής του παρόντος review, δεν μπορέσαμε να βρούμε το Corsair K70 RGB MK.2 SE σε κάποιο Ελληνικό κατάστημα. Η μη SE (Special Edition) έκδοση, το Corsair K70 RGB MK.2, υπάρχει και η τιμή του ξεκινάει από από τα 175 ευρώ περίπου. Το Corsair K70 RGB MK.2 SE καταφέραμε να το εντοπίσουμε στο γερμανικό ebay, με τιμή που ξεκινάει από τα περίπου 190 ευρώ χωρίς τα μεταφορικά για Ελλάδα. Το γεγονός όμως ότι στο γερμανικό ebay η τιμή της SE έκδοσης ήταν η ίδια με της κανονικής, δίνει βάσιμες ελπίδες ότι όταν έρθει η SE έκδοση στην Ελλάδα, η τιμής της θα είναι παρόμοια με της κανονικής, δηλαδή κοντά στα 175 ευρώ. Να σημειώσουμε τέλος ότι το Corsair K70 RGB MK.2 SE έρχεται αποκλειστικά με Cherry MX Speed διακόπτες, ενώ η μη SE έκδοση προσφέρει επιλογή μεταξύ Cherry MX Speed, Cherry MX Red, Cherry MX Brown, Cherry MX Blue και Cherry MX Silent. Ας συνοψίσουμε λοιπόν τα πλεονεκτήματα και τα μειονεκτήματα του Corsair K70 RGB MK.2 SE: Ο καλός - Απλά πανέμορφο! - Εξαιρετική ποιότητα κατασκευής, υλικών και φινίρισμα - Φωτισμός RGB - Double Shot PBT Key Caps - Μηχανικοί διακόπτες Cherry MX Speed με ενεργοποίηση στα 1,2 χιλιοστά - Πολύ καλό λογισμικό ελέγχου iCUE - NKRO και απουσία ghosting - Multimedia Keys - Ρόδα ελέγχου έντασης ήχου και πλήκτρο σίγασης - Αποθήκευση 3 προφίλ στο πληκτρολόγιο και επιλογής τους μέσω ειδικού πλήκτρου Ο Κακός - Το γκρι πλαστικό wrist rest μειώνει σημαντικά τη συνολική αισθητική του συνόλου - Η θύρα USB Pass Through θα μπορούσε να είναι τύπου USB 3.0 αντί για USB 2.0 Ο Αδιάφορος - Η τιμή είναι υψηλή για ένα πληκτρολόγιο αλλά λογική αν υπολογίσουμε όλα τα χαρακτηριστικά και τις δυνατότητές του Με βάση τα παραπάνω, η συνολική βαθμολογία του Corsair K70 RGB MK.2 SE είναι:  theLAB.gr Ευχαριστούμε θερμά την Corsair για την παραχώρηση του δείγματος της δοκιμής. Πολύμερος Αχανιώτης 3/9/2018
  10. Εισαγωγή Κουμπί, or not κουμπί; Ή μήπως οθόνη; Δε θα ήταν καταπληκτικό αν τα πλήκτρα του πληκτρολογίου ήταν μικρές οθόνες, που με έξυπνο τρόπο θα μπορούσαν να αλλάζουν την εικόνα που δείχνουν ανάλογα με το πού βρισκόμαστε και τι κάνουμε; Και ναι, υπάρχουν αρκετές τέτοιες υλοποιήσεις, ακόμα και για ολόκληρα πληκτρολόγια, αλλά η τιμή τους είναι απαγορευτική για το μέσο χρήστη. Εξ' άλλου, δε χρειαζόμαστε πραγματικά τόσο πολλά πλήκτρα με οθόνη. Η Elgato Gaming, την οποία έχει πλέον αγοράσει η Corsair, κυκλοφόρησε πέρυσι το Elgato Stream Deck, το οποίο προσέφερε 15 τέτοια πλήκτρα, ενώ τώρα συμπληρώνει τη σειρά με το μικρό αδελφάκι, το Elgato Stream Deck Mini. To Elgato Stream Deck Mini διαθέτει 6 πλήκτρα - οθόνες και συνεπώς καταλαμβάνει αρκετά μικρότερο χώρο, ενώ παράλληλα είναι πιο οικονομικό από τον μεγάλο του αδελφό. Με τον τρόπο που λειτουργεί όμως, χάρη στη δημιουργία φακέλων και υποφακέλων καθώς και προφίλ, αυτά τα 6 πλήκτρα μπορούν να δώσουν απεριόριστες προγραμματισμένες εντολές. Φωτογράφιση Το Elgato Stream Deck Mini έρχεται σε μια πρωτότυπη, τριγωνική συσκευασία. Η παρουσίαση μετά την αφαίρεση του εξωτερικού, είναι καλοσχεδιασμένη. Εντός της συσκευασίας, βρίσκουμε μόνο τη συσκευή και τα γνωστά φυλλάδια που κανένας δε διαβάζει. Εξ άλλου, δε χρειαζόμαστε και κάτι άλλο. Το Elgato Stream Deck Mini είναι κατασκευασμένο από ποιοτικό πλαστικό με σατινέ υφή, η οποία δεν αναδεικνύει τα δαχτυλικά αποτυπώματα. Η ποιότητα κατασκευής και το φινίρισμα βρίσκονται σε υψηλά επίπεδα. Το σχήμα της συσκευής, όπως και της συσκευασίας, είναι τριγωνικό, με αποτέλεσμα όταν η συσκευή τοποθετηθεί πάνω στο γραφείο, τα πλήκτρα να βρίσκονται κάθετα με τα μάτια του χρήστη, όταν αυτός τα στρέφει προς τη συσκευή. Στο εμπρός μέρος, κάτω από το λογότυπο της εταιρίας και το όνομα της συσκευής (μείον το Mini), βρίσκουμε σε 2 σειρές τα 6 πλήκτρα - οθόνες. Στο πίσω μέρος διακρίνεται το λογότυπο της εταιρείας και το καλώδιο διασύνδεσης. Απλό, λιτό και καλόγουστο. Στο κάτω μέρος, εκτός από τις συνηθισμένες πληροφορίες και πιστοποιήσεις, βλέπουμε ότι σχεδόν όλη η επιφάνεια καλύπτεται από ελαστικό, το οποίο διασφαλίζει τη σταθερότητα της συσκευής, όταν πιέζουμε κάποιο πλήκτρο. Προσοχή, το ελαστικό καλύπτεται από μια ζελατίνη, την οποία αν δεν αφαιρέσετε (Όπως έκανε ο υπόφ... - δε λέμε ποιος, υπολήψεις δε θίγουμε), το Elgato Stream Deck Mini θα γλιστράει και θα μετακινείται εκνευριστικά κάθε φορά που θα πιέζετε ένα πλήκτρο. Μετά την αφαίρεση της ζελατίνης, το ελαστικό κρατάει τη συσκευή στη θέση της άριστα. Πάντως μια ένδειξη Please remove film before use, δε θα έβλαπτε κανέναν. Το καλώδιο διασύνδεσης είναι ένα απλό καλώδιο USB. Θα προτιμούσα να δω ένα sleeved καλώδιο σε ένα τέτοιου είδους περιφερειακό. Software - Stream Deck Το λογισμικό με το οποίο προγραμματίζουμε το Elgato Stream Deck Mini, ονομάζεται Stream Deck. Ξεκινάμε με το βασικό (Default) προφίλ και βλέπουμε στην οθόνη τα 6 πλήκτρα του Elgato Stream Deck Mini. Δεξιά βλέπουμε μια σειρά από δημοφιλή προγράμματα, τα περισσότερα από τα οποία σχετίζονται με το streaming και το gaming. Υπάρχουν όμως και 2 κατηγορίες ακόμα, η κατηγορία Stream Deck και η κατηγορία System που περιέχουν πιο γενικές εντολές, τις οποίες και χρησιμοποίησα παρακάτω για να φτιάξω 2 προφίλ για τις ανάγκες αυτού του review. Κάθε καινούριο προφίλ έχει προγραμματισμένο το τελευταίο πλήκτρο ως καλωσόρισμα. Πιέζοντάς το, πηγαίνουμε κατευθείαν στην ιστοσελίδα του προϊόντος. Φυσικά, μπορούμε να το αφαιρέσουμε και να το αντικαταστήσουμε με ό,τι θέλουμε εμείς. Κάθε πλήκτρο, μπορεί να γίνει φάκελος που μέσα θα μπορεί να περιέχει προγραμματισμένα πλήκτρα εντολών ή άλλους φακέλους. Καθώς τα επίπεδα φακέλων δεν έχουν περιορισμό, το σύνολο των προγραμματισμένων εντολών, είναι απεριόριστο. Ας δούμε τώρα το σύνολο των εντολών που μπορούμε να αναθέσουμε στα πλήκτρα. Στις παρακάτω εικόνες θα ανοίξουμε μία μία όλες τις κατηγορίες του πίνακα στα δεξιά. Η αντιστοίχηση μιας εντολής σε κάποιο πλήκτρο του Elgato Stream Deck Mini γίνεται απλά με drag & drop και στη συνέχεια εμφανίζονται στο κάτω μέρος του παραθύρου του προγράμματος οι επιλογές παραμετροποίησης. Το γρανάζι που βρίσκεται δεξιά του ονόματος του προφίλ (αρκετά προς τα δεξιά) ανοίγει το μενού των προτιμήσεων. Αυτό έχει 3 ταμπέλες. Στην πρώτη, τη γενική (General), μπορούμε να κάνουμε update στο πρόγραμμα και το firmware της συσκευής, να αλλάξουμε το όνομα της συσκευής (αν έχουμε πολλές, αυτό βοηθάει), να ορίσουμε μετά από πόσο χρόνο μη χρήσης θα μπαίνει σε sleep mode και να ορίσουμε τη φωτεινότητα. Στην ταμπέλα των λογαριασμών (Accounts) μπορούμε να δώσουμε τα στοιχεία μας σε διάφορους λογαριασμούς που απαιτούνται για κάποιες από τις λειτουργίες της συσκευής. Τέλος, στον ταμπέλα των προφίλ (Profiles) μπορούμε να δημιουργήσουμε νέα προφίλ, ένα βασικό (Default) και όσα θέλουμε για συγκεκριμένα προγράμματα. Όποτε είναι στο προσκήνιο το κάθε πρόγραμμα που ορίζουμε, η συσκευή περνάει αυτόματα στο σχετικό προφίλ, ενώ όταν κανένα από τα προκαθορισμένα από εμάς προγράμματα δεν είναι στο προσκήνιο, η συσκευή περνάει αυτόματα στο βασικό της προφίλ. Μια ενδιαφέρουσα λειτουργία που χρίζει ιδιαίτερης μνείας, είναι το Multi Action, που βρίσκεται κάτω από την κατηγορία Stream Deck. Με αυτό, μπορούμε να ορίσουμε μια σειρά από λειτουργίες, όποιες θέλουμε εμείς από τη λίστα δεξιά, οι οποίες θα εκτελεστούν όλες σειριακά με το πάτημα ενός και μόνο πλήκτρου. Ουσιαστικά φτιάχνουμε κάτι σαν macro, με πολύ απλό τρόπο. Όπως είναι ολοφάνερο από την μεγάλη πλειοψηφία των υποστηριζόμενων εφαρμογών, από το όνομα και από το γενικότερο marketing της συσκευής, το Elgato Stream Deck Mini απευθύνεται κυρίως σε online content creators και ειδικά σε live streamers. Η εξαιρετική ευελιξία του λογισμικού του επιτρέπει να προσαρμόζεται ακριβώς στις ανάγκες και τις επιθυμίες του κάθε χρήστη. Όπως αντιλαμβάνεστε, τα σενάρια χρήσης είναι ατελείωτα και σαφώς εκτός των στόχων αυτού του review. Έτσι, για να δείξουμε τις δυνατότητες του Elgato Stream Deck Mini με ένα τρόπο φιλικότερο προς όλους, ακόμη και αυτούς που δεν ασχολούνται με online content creation και live streaming, θα χρησιμοποιήσουμε στα παραδείγματά μας τις εντολές που περιέχονται στις κατηγορίες Stream Deck και System, που είναι πιο γενικές και ευκολότερα κατανοητές στο μέσο χρήστη. Να λοιπόν το βασικό (Default) προφίλ που εύκολα δημιούργησα. Οι εικόνες του κάθε πλήκτρου μπορούν να αλλαχτούν από τις προκαθορισμένες και να αντικατασταθούν είτε από εικόνες που έχετε εσείς στο δίσκο σας, είτε από εικόνες που μπορείτε να δημιουργήσετε μέσω της ιστοσελίδας του προγράμματος, χωρίς ιδιαίτερες γνώσεις. Εδώ, τα "Multimedia" και "Web" είναι φάκελοι, με εικονίδια που επέλεξα εγώ από το δίσκο μου. Το Outlook είναι μια συντόμευση που ανοίγει το γνωστό πρόγραμμα του Microsoft Office και το εικονίδιο μπήκε αυτόματα καθώς το Stream Deck το "τράβηξε" από το εκτελέσιμο αρχείο του προγράμματος. Το M6 Encore είναι μια συντόμευση ιστοσελίδας που ανοίγει αυτόματα το μενού του καταπληκτικού Musical Fidelity M6 Encore που βρίσκεται στο δίκτυό μου και του οποίου το Review μπορείτε να διαβάσετε εδώ. Το Calculator ανοίγει το Calculator των Windows και επέλεξα να μην έχει ετικέτα, κάτι που μπορεί να γίνει για κάθε λειτουργία που αντιστοιχίζουμε σε κάποιο πλήκτρο - οθόνη. Το τελευταίο πλήκτρο τρέχει μια εντολή που ενεργοποιεί τον τερματισμό των Windows (shutdown.exe /s /t 0). Ας ανοίξουμε λοιπόν τον πρώτο φάκελο, τον επονομαζόμενο "Multimedia". Βλέπουμε ότι το πρώτο πλήκτρο είναι υποχρεωτικά πλήκτρο επιστροφής στο ανώτερο επίπεδο στη δομή των φακέλων. Αυτό είναι απαραίτητο, καθώς αλλιώς θα ήταν αδύνατη η πλοήγηση μεταξύ φακέλων. Μένουν λοιπόν 5 πλήκτρα για να τα ορίσουμε κι αυτά ως υποφακέλους ή ως εντολές. Εδώ έχουμε βάλει απλές εντολές ελέγχου των πολυμέσων, ενώ δεν έχουμε ορίσει ετικέτες (τίτλους), καθώς τα σύμβολα είναι γνωστά και αυτονόητα. Οι ετικέτες, όπου επιλέγουμε να τις χρησιμοποιήσουμε, μπορεί να είναι και στα Ελληνικά, καθώς και να εμφανίζονται στο κάτω, πάνω η κεντρικό τμήμα της οθόνης του πλήκτρου. Επίσης μπορεί να περιέχουν πάνω από μία γραμμή. Ο δεύτερος φάκελος, το Web, περιέχει συνδέσμους για κάποιες ιστοσελίδες. Κάπως έτσι, με αυτόν τον απλό τρόπο φτιάχνουμε φακέλους, υποφακέλους και εντολές, με από drag & drop και εύκολη παραμετροποίηση. Στο άλλο προφίλ που είδαμε παραπάνω ότι έφτιαξα, δεν έχω βάλει φακέλους. Έχω απλά συντομεύσεις για εντολές του Photoshop. Χρησιμοποίησα ως φόντο σε κάθε πλήκτρο το εικονίδιο του Photoshop και επάνω έβαλα την ετικέτα που περιγράφει την κάθε εντολή. Η στοίχιση της ετικέτας έχει επιλεγεί να είναι στο κέντρο. Η Χρήση Η χρήση του Elgato Stream Deck Mini, αφού παραμετροποιηθεί μέσω του λογισμικού του, είναι εξαιρετικά απλή και ευχάριστη. Πατάς το πλήκτρο, κάνει αυτό που του έχεις πει να κάνει. Με τη σύνδεση του Elgato Stream Deck Mini στον υπολογιστή και αν δε βρει ανοιχτό το λογισμικό του, βλέπουμε στα πλήκτρα - οθόνες το λογότυπο της Elgato, σαν σε Video Wall. Με την εγκατάσταση και την εκτέλεση του λογισμικού, δημιουργείται αυτόματα το βασικό προφίλ, του οποίου η αρχική ρύθμιση έχει όπως είδαμε μόνο το πλήκτρο που μας οδηγεί στη σελίδα της εταιρίας. Ας φορτώσουμε τώρα τα δικά μας προφίλ. Ό,τι βλέπουμε στη συσκευή, εμφανίζεται ταυτόχρονα και στο λογισμικό. Ότι αλλάζουμε στο λογισμικό, αλλάζει αυτόματα και στη συσκευή, σε πραγματικό χρόνο. Τα προφίλ αλλάζουν αυτόματα, όπως τα έχουμε ορίσει. Εδώ βλέπετε πώς φορτώνει αυτόματα το προφίλ του Photoshop που είδαμε παραπάνω, όταν κάνω κλικ στο παράθυρο του Photoshop και το φέρνω στο προσκήνιο και πώς φορτώνεται αμέσως το βασικό (Default) προφίλ όταν κλικάρω εκτός του παραθύρου. Τα πλήκτρα του Elgato Stream Deck Mini κάνουν ένα ικανοποιητικό χαμηλό ήχο όταν τα πιέζεις, σαν επιβεβαίωση ότι τα πίεσες, που μου άρεσε. Είναι όμως δυνατόν, αν πιέσει κάποιος ένα πλήκτρο απαλά και όχι έως το τέρμα, να μην αναγνωριστεί η κίνηση. Γι αυτό λοιπόν, τα πλήκτρα του Elgato Stream Deck Mini πρέπει να πιέζονται αποφασιστικά. Απολογισμός Το Elgato Stream Deck Mini είναι μια συσκευή που με εντυπωσίασε από το γεγονός ότι κάνει ακριβώς αυτό που υπόσχεται, χωρίς προβλήματα, χωρίς "αλλά", απλά και φυσικά. Το λογισμικό είναι εύκολο και λειτουργικό, δεν εντόπισα ούτε bugs ούτε κάτι που θα άλλαζα. Παρά το γεγονός ότι η συσκευή προορίζεται για χρήση από online content creators και live streamers, οι δυνατότητές της είναι σχεδόν απεριόριστες και μπορεί να προσαρμοστεί άνετα και για γενική χρήση, όπως είδαμε στα παραδείγματα παραπάνω. Η ποιότητα κατασκευής είναι εξαιρετική με καλά υλικά και σωστή συναρμογή. Τα πλήκτρα πατιούνται κάνοντας έναν ευδιάκριτο, ικανοποιητικό ήχο που δεν ενοχλεί και αποτελεί εξαιρετικό feedback και το γεγονός ότι το πάτημα καταγράφεται στον τερματισμό του πλήκτρου και όχι αν αυτό πατηθεί πολύ απαλά και για όχι όλη τη διαδρομή του δεν αποτελεί πρόβλημα καθώς αυτή είναι περίπου ενάμισι χιλιοστό. Το μόνο που θα μπορούσε κανείς να βελτιώσει είναι η ανάλυση των οθονών του, οι οποίες όπως είδατε στις κοντινές φωτογραφίες, δεν είναι υπερυψηλή, αλλά για να είμαστε δίκαιοι, το Elgato Stream Deck Mini δεν προορίζεται για να πατάτε τα πλήκτρα με τη μύτη. Στη φυσιολογική απόσταση χρήσης, τα pixels είναι αόρατα, τα χρώματα ζωηρά και το contrast άριστο. Επίσης θα ήθελα το καλώδιο USB να ήταν sleeved, κάτι λογικό για το είδος και την τιμή της συσκευής. Ποια τιμή; Το Elgato Stream Deck Mini δεν υπάρχει αυτή τη στιγμή στα Ελληνικά μαγαζιά. Στο γερμανικό Amazon και στο κατάστημα της ιστοσελίδας της Corsair, η τιμή του είναι στα 99,95 ευρώ, την οποία βρίσκω λογική για τη λειτουργικότητα που προσθέτει στις συσκευές εισαγωγής ενός υπολογιστή. Για σύγκριση, το Elgato Stream Deck με τα 15 πλήκτρα, κοστίζει 149,95 ευρώ, οπότε το κόστος ανά πλήκτρο είναι σημαντικά χαμηλότερο. Αν κάποιος χρειάζεται πολλές εντολές μαζί σε μία σελίδα, αυτό αποτελεί ένα ατού. Κατά τα άλλα, και οι 2 συσκευές, χάρη στα προφίλ και τους φακέλους, δεν έχουν περιορισμό στον αριθμό των εντολών που μπορείτε να προγραμματίσετε σε αυτές. Και το Elgato Stream Deck Mini έχει το πλεονέκτημα του μικρότερου footprint. Ας συνοψίσουμε τα πλεονεκτήματα και τα μειονεκτήματα του Elgato Stream Deck Mini: Πλεονεκτήματα + Εξαιρετική ποιότητα κατασκευής + Εξαιρετική λειτουργικότητα + Εξαιρετικό και πολύ απλό στη χρήση λογισμικό + Προγραμματισμός απεριόριστων λειτουργιών με προφίλ και φακέλους + Καθαρές οθόνες με ζωηρά χρώματα και πολύ καλό contrast + Λαστιχένια επιφάνεια στη βάση που σταθεροποιεί άψογα τη συσκευή Μειονεκτήματα - Θα προτιμούσαμε το καλώδιο να ήταν sleeved Με βάση τα παραπάνω, η συνολική βαθμολογία του Elgato Stream Deck Mini είναι:  theLAB.gr Ευχαριστούμε θερμά την Corsair για την παραχώρηση του δείγματος της δοκιμής. Πολύμερος Αχανιώτης 6/8/2018
  11. Εισαγωγή Σε κάθε τεχνολογία έρχεται ο καιρός της ωρίμανσης, οπότε αρχίζουμε να βλέπουμε προϊόντα χωρίς πολλούς ή και καθόλου συμβιβασμούς. H Corsair, με τη σειρά Vengeance RGB Pro σηματοδοτεί την εποχή της ωρίμανσης στα RGB αρθρώματα μνήμης. Μεγάλη κουβέντα είπες ωρέ reviewer! Και οι μεγάλες κουβέντες χρειάζονται καλές εξηγήσεις. Έτσι λοιπόν, και εφ όσον η Corsair μας έστειλε ένα σετ Corsair Vengeance® RGB Pro 32GB (4x8GB) DDR4 3200MHz C16 σε εντυπωσιακό λευκό χρώμα για να σας παρουσιάσουμε, μας δίνεται η ευκαιρία να δούμε γιατί η σειρά αυτή είναι η χωρίς παραχωρήσεις εκδοχή των RGB αρθρωμάτων μνήμης. Θα μου πείτε, λειτουργικά, δεν είναι καλές; Μόνο για το RGB θα πούμε; Όχι βέβαια, λειτουργικά είναι το ίδιο καλές με τις προηγούμενες υλοποιήσεις της Corsair, δηλαδή απροβλημάτιστες μνήμες υψηλών επιδόσεων. Θα επικεντρώσουμε όμως στις εξαιρετικές RGB δυνατότητες των αρθρωμάτων, καθώς εκεί βρίσκεται η ειδοποιός διαφορά τους, χωρίς να παραλείψουμε και τις δοκιμασίες επί της λειτουργικότητας. Φωτογράφιση Οι Corsair Vengeance® RGB Pro 32GB (4x8GB) DDR4 3200MHz C16 έρχονται σε ένα χαρτονένιο κουτί που τονίζει τον RGB χαρακτήρα του προϊόντος. Εντός, βρίσκουμε δύο συσκευασίες από σκληρό, διάφανο πλαστικό που προστατεύουν, ανά δύο, τα αρθρώματα. Τα αρθρώματα, στη μία πλευρά έχουν το λογότυπο, το οποίο ιριδίζει κάπως στο φως. Στην άλλη πλευρά βλέπουμε τον κωδικό του προϊόντος και τις βασικές παραμέτρους λειτουργίας. Στο επάνω μέρος διακρίνεται το γαλακτερό πλαστικό που διαχέει το φωτισμό των RGB LEDs. Τέλος, βλέπουμε τις Corsair Vengeance® RGB Pro 32GB (4x8GB) DDR4 3200MHz C16 εγκατεστημένες στην ASUS Rampage V Extreme (X99 Chipset) με custom υδρόψυξη. Χαρακτηριστικά Τα χαρακτηριστικά των Corsair Vengeance® RGB Pro 32GB (4x8GB) DDR4 3200MHz C16 φαίνονται στον παρακάτω πίνακα. Corsair iCUE και RGB φωτισμός Κατ' αρχάς, για να λειτουργήσει ο έλεγχος του RGB φωτισμού των αρθρωμάτων, και εφόσον αυτό γίνεται κατ' ευθείαν μέσω των DIMM Slot της μητρικής, χωρίς επιπλέον καλώδια, πρέπει να μπορεί η μητρική να γράψει στο SPD των αρθρωμάτων. Αυτό προϋποθέτει ενεργοποίηση της δυνατότητας μέσω του BIOS της μητρικής. Στην ASUS Rampage V Extreme αυτό γίνεται με την ενεργοποίηση του DRAM SPD Write. Ο έλεγχος του φωτισμού των Corsair Vengeance® RGB Pro 32GB (4x8GB) DDR4 3200MHz C16 μπορεί να γίνει μέσα από αρκετά προγράμματα ελέγχου RGB που παρέχονται μαζί με τις διάφορες RGB μητρικές, και έτσι να έχουμε και συγχρονισμό φωτισμού με αυτές. Η Corsair όμως ενσωματώνει τον έλεγχο και στο δικό της εξαιρετικό πρόγραμμα ελέγχου και ρύθμισης των συσκευών της, το Corsair iCUE. Ανοίγοντας το iCUE βλέπουμε τις υποστηριζόμενες συσκευές που είναι συνδεδεμένες στο σύστημά μας. Ας επιλέξουμε λοιπόν τις Vengeance RGB Pro. Αμέσως βλέπουμε τις θερμοκρασίες των αρθρωμάτων και έχουμε τη δυνατότητα να προσθέσουμε τις θερμοκρασίες αυτές τόσο στο Dashboard (πάνω κίτρινο εικονίδιο με τα 4 τετράγωνα) όσο και στο Space (κάτω κίτρινο εικονίδιο με τις 4 γραμμές). Το ότι τα εικονίδια είναι κίτρινα σημαίνει ότι η συγκεκριμένη ένδειξη θερμοκρασίας έχει καρφιτσωθεί στα αντίστοιχα σημεία, Dashboard και Space. Αν δεν είναι καρφιτσωμένη, τότε τα εικονίδια είναι λευκά. Τώρα τι είναι το Dashboard και τι το Space, θα το μάθουμε λίγο παρακάτω. Ας ξεκινήσουμε με το μενού στα αριστερά λοιπόν και πρώτα με το DIMM SETUP. Εκεί μπορούμε να ορίσουμε το πώς είναι τοποθετημένα τα DIMM Slots της μητρικής μας, τόσο σε θέση (με τα βελάκια που εμφανίζονται όταν επιλέγουμε το κάθε ένα) όσο και να του φέρουμε τα πάνω κάτω με τα κυκλικά βελάκια στο κάτω μέρος του. Έτσι ξέρει το iCUE το πώς είναι τα πράγματα, ώστε να συντονίζει σωστά τα διάφορα εφέ φωτισμού. Προχωρώντας στα LIGHTING EFFECTS (εφέ φωτισμού) βλέπουμε για αρχή ότι μπορούμε να ορίσουμε σε ποιο/α DIMM θα εφαρμόζεται το κάθε εφέ που θα προσθέσουμε καθώς και να βάλουμε πολλαπλά layers (επίπεδα) στα εφέ φωτισμού. Όμως θα ήταν μεγάλη αδικία για τις Corsair Vengeance® RGB Pro 32GB (4x8GB) DDR4 3200MHz C16 να συνεχίσουμε την ανάλυση σε αυτή τη ρύθμιση. Ας κάνουμε λοιπόν μια μικρή παράκαμψη και ας πάμε για λίγο στην καρτέλα SETTINGS (ρυθμίσεις). Εκεί, στο πάνω μέρος, βλέπουμε πολύ λίγα πράγματα: Τον έλεγχο της μέγιστης φωτεινότητας, την αναβάθμιση του Firmware και τη δυνατότητα Enable full software control (ενεργοποίηση πλήρους ελέγχου λογισμικού). Αυτή την τελευταία λειτουργία είναι που πρέπει οπωσδήποτε να ενεργοποιήσουμε. Την ενεργοποιούμε λοιπόν και πάμε πίσω στα εφέ φωτισμού για να δούμε τι έκανε. Αντί για τα κουμπιά εφαρμογής του εφέ για το κάθε άρθρωμα, βλέπουμε 10 ξεχωριστά κουμπάκια πάνω σε κάθε άρθρωμα. Αυτά αντιπροσωπεύουν τα 10 ξεχωριστά ελεγχόμενα RGB LEDs που διαθέτει και μπορούμε πλέον να εφαρμόζουμε το κάθε εφέ φωτισμού σε όσα LEDs θέλουμε, από όσα αρθρώματα θέλουμε. Έχουμε δηλαδή συνολικά στα 4 αρθρώματα, 40 ξεχωριστά ελεγχόμενες ζώνες φωτισμού και πολλά εφέ αλληλεπίδρασης μεταξύ τους. Στη λίστα των εφέ βλέπουμε τα PREDIFINED (προκαθορισμένα), CUSTOM (προσαρμόσιμα) και LIGHTING LINK (διασύνδεσης φωτισμού). Τα PREDIFINED είναι τα πιο εύκολα στη χρήση και με την παραμετροποίηση που διαθέτουν μπορούν να δώσουν πολλούς συνδυασμούς φωτισμών που θα ικανοποιήσουν απόλυτα τη μεγάλη πλειοψηφία των χρηστών. Για τους πιο απαιτητικούς, υπάρχουν τα CUSTOM, τα οποία μπορεί κανείς να παραμετροποιήσει εντελώς. Τα LIGHTING LINK είναι προκαθορισμένα εφέ που συνδυάζουν φωτισμό σε 2 ή περισσότερες συσκευές. Δηλαδή μπορείτε να έχετε εφέ που συνεχίζονται και περιλαμβάνουν π.χ. τις μνήμες και το πληκτρολόγιό σας ή και άλλες υποστηριζόμενες συσκευές. Στη συνέχεια θα δούμε τα PREDIFINED εφέ φωτισμού μαζί με σχετικά σύντομα Video! Ξεκινάμε με το πρώτο, το Raibow Wave, στο οποίο μπορούμε να ορίσουμε την ταχύτητα σε Slow (αργό), Medium (μεσαίο) και Fast (γρήγορο) και την κατεύθυνση του εφέ σε αριστερά, δεξιά, πάνω ή κάτω. Ας το δούμε σε μεσαία ταχύτητα και προς τα δεξιά. Το δεύτερο εφέ είναι το SPIRAL RAINBOW, το ίδιο με πριν αλλά σε σπιράλ. Εδώ η κατεύθυνση είναι δεξιόστροφη ή αριστερόστροφη. Οι επιλογές ταχύτητας παραμένουν οι ίδιες 3 σε όλα τα εφέ. Ας το δούμε σε μεσαία ταχύτητα και δεξιόστροφα. Το τρίτο εφέ είναι το RAINBOW. Η μόνη ρύθμιση είναι η ταχύτητα. Ας το δούμε σε μεσαία ταχύτητα. Το τέταρτο εφέ είναι το COLOR SHIFT. Εδώ μπορούμε να έχουμε είτε τυχαία χρώματα, είτε να ορίσουμε 2 χρώματα που θα εναλλάσσονται. Υπάρχει και η γνωστή ρύθμιση ταχύτητας. Ας δούμε το εφέ COLOR SHIFT με τυχαία χρώματα, σε μεσαία ταχύτητα. Τις ίδιες ακριβώς δυνατότητες ρυθμίσεων παρέχει και το πέμπτο εφέ, το COLOR PULSE. Ας δούμε και το COLOR PULSE με τυχαία χρώματα και μεσαία ταχύτητα. Στο έκτο εφέ, το COLOR WAVE, έχουμε τις ίδιες επιλογές με τα δύο παραπάνω, συν την κατεύθυνση, αριστερά, δεξιά, πάνω ή κάτω. Ας δούμε το COLOR WAVE με τυχαία χρώματα, μεσαία ταχύτητα και κατεύθυνση δεξιά. Το έβδομο εφέ είναι το RAIN. Οι επιλογές ρυθμίσεων είναι οι ίδιες, με τις δυνατές κατευθύνσεις να είναι πάνω ή κάτω. Αυτό το εφέ κάτι μου λέει... Matrix anyone? Ας δούμε το RAIN με τυχαία χρώματα, μεσαία ταχύτητα και κατεύθυνση προς τα κάτω. Το όγδοο από τα προκαθορισμένα εφέ είναι το VISOR. Ίδιες ρυθμίσεις και εδώ, με την κατεύθυνση να μπορεί να είναι οριζόντια ή κάθετη. Ας δούμε το VISOR με τυχαία χρώματα, μεσαία ταχύτητα και οριζόντια κατεύθυνση. Το ένατο εφέ είναι το SEQUENTIAL στο οποίο το προεπιλεγμένο χρώμα μπορεί να είναι μόνο ένα. Δηλαδή δεν υπάρχει εναλλαγή. Η ρύθμιση ταχύτητας είναι, όπως πάντα παρούσα και η κατεύθυνση μπορεί να είναι πάνω ή κάτω. Εννοείται ότι η επιλογή τυχαίων χρωμάτων θα δώσει εναλλαγή χρωμάτων σε κάθε κύκλο. Οπότε, δεν καταλαβαίνω γιατί να μην υπάρχει και δυνατότητα εναλλαγής στην προεπιλογή χρώματος. Όπως επίσης, στα εφέ που υπάρχει αυτή η δυνατότητα, γιατί να περιορίζεται σε 2 χρώματα και να μην μπορούμε να ρυθμίσουμε μια εναλλαγή μεταξύ περισσοτέρων χρωμάτων, όπως στις αντίστοιχες ρυθμίσεις των Vengeance RGB (χωρίς προ), όπου στα σημεία που υπάρχει εναλλαγή χρωμάτων, μπορούμε να επιλέξουμε εναλλαγή σε από 2 έως 7 χρώματα και μετά να τα ορίσουμε. Ίσως το δούμε και για τις Vengeance RGB Pro σε κάποια επόμενη έκδοση του iCUE. Ας δούμε το SEQUENTIAL με τυχαία χρώματα, μεσαία ταχύτητα και κατεύθυνση προς τα πάνω. Το δέκατο προκαθορισμένο εφέ είναι το MARQUEE στο οποίο επιλέγουμε μόνο ένα χρώμα και την ταχύτητα. Ας το δούμε με κόκκινο χρώμα, στη μεσαία ταχύτητα. Το τελευταίο προκαθορισμένο εφέ μπορεί να απεικονίσει με χρώματα τη θερμοκρασία από οποιονδήποτε αισθητήρα στο σύστημα, που υποστηρίζεται από το iCUE. Ορίζουμε 3 χρώματα που αντιστοιχούν σε 3 θερμοκρασίες, εφαρμόζουμε το εφέ σε όποια και όσα LEDs θέλουμε και έχουμε μια άμεση ένδειξη της σχετικής θερμοκρασίας απ' ευθείας πάνω στα αρθρώματα της μνήμης μας. Περνάμε τώρα στις CUSTOM επιλογές. Η πρώτη είναι ιδιαίτερα απλή και αφορά ένα στατικό χρώμα. Στα επόμενα εφέ, GRADIENT, RIPPLE, SOLID και WAVE, έχουμε μια γραφική παράσταση του φωτισμού με το χρόνο και μπορούμε να ορίσουμε πάνω σε αυτή σημεία και να τους δώσουμε όποιο χρώμα και ένταση θέλουμε. Η εναλλαγή μεταξύ των σημείων γίνεται με τον τρόπο που ορίζει το όνομα του εφέ. Οι δυνατότητες εδώ είναι απεριόριστες! Τα προφίλ LIGHTING LINK είναι ακριβώς ίδια με όσα έχουμε ήδη δει, αλλά ενώνουν πολλές συσκευές σε μια πανδαισία φωτισμού. Συνεπώς δεν χρειάζεται να τα ξαναδούμε και φυσικά δεν αποτελούν και το αντικείμενο αυτού του review. Πάμε συνεπώς στην επιλογή TIMINGS, όπου βλέπουμε τους χρονισμούς στους οποίους λειτουργούν οι Corsair Vengeance® RGB Pro 32GB (4x8GB) DDR4 3200MHz C16 αυτή τη στιγμή και έχουμε τη δυνατότητα να προσθέσουμε αυτήν την πληροφορία στο Dashboard και στο Space. Στο GRAPHING μπορούμε να δούμε τη γραφική παράσταση της θερμοκρασίας οποιουδήποτε από τα 4 αρθρώματα. Και τέλος, στο NOTIFICATIONS, μπορούμε να ορίσουμε 4 λειτουργίες όταν κάποιο άρθρωμα φτάσει κάποια θερμοκρασία. Αυτές οι λειτουργίες είναι να τεθούν όλοι οι ανεμιστήρες στο 100%, να γίνουν όλα τα RGB LEDs ένα συγκεκριμένο χρώμα, να τρέξει κάποιο αρχείο ή να σβήσει ο υπολογιστής μετά από κάποια προκαθορισμένα δευτερόλεπτα. Χρήσιμη λειτουργία προστασίας. Κάπως έτσι τελειώσαμε με το tab HOME και περνάμε στο DASHBOARD. Εκεί μπορούμε να δούμε συγκεντρωμένες όλες τις υποστηριζόμενες πληροφορίες για τις συσκευές που υποστηρίζει το iCUE καθώς και αρκετούς αισθητήρες του συστήματος που μπορεί να διαβάσει. Το tab INSTANT LIGHTING ενεργοποιεί έναν από φωτισμό κάποιου εκ των 10 προσφερόμενων χρωμάτων σε όλες τις υποστηριζόμενες συσκευές. Επιστρέφουμε τώρα στο SETTINGS για να το δούμε λίγο αναλυτικότερα. Το πάνω μέρος το έχουμε ήδη δει, οπότε πάμε στο κάτω, που περιλαμβάνει τις ρυθμίσεις του iCUE. Αυτό έχει 4 tabs. Στο πρώτο, το GENERAL έχουμε τις γενικές επιλογές του iCUE καθώς και τον έλεγχο για ενημερωμένη έκδοση. Το δεύτερο, το OSD, περιλαμβάνει τις επιλογές για τη λειτουργία On Screen Display. Το τρίτο tab, το DASHBOARD περιλαμβάνει επιλογές για την καρτέλα του DASHBOARD. Τέλος, το SENSOR LOGGING έχει επιλογές για το logging των διαφόρων υποστηριζόμενων αισθητήρων. Έχουμε τελειώσει με τη βασική περιγραφή της λειτουργίας του iCUE όσον αφορά τον έλεγχο των Corsair Vengeance® RGB Pro 32GB (4x8GB) DDR4 3200MHz C16 αλλά αξίζει μια μικρή αναφορά και στο εικονίδιό του στο system tray. Ένα δεξί κλικ αποκαλύπτει το μενού που βλέπετε, το οποίο είναι αυτοεξηγούμενο. Το, μόνο που χρίζει ιδιαίτερης μνείας είναι το Show iCUE Space. Επιλέγοντάς το, εμφανίζεται το iCUE SPACE στα δεξιά της οθόνης μας, εκτοπίζοντας όλα τα υπόλοιπα παράθυρα στην υπόλοιπη επιφάνειά της. Περιλαμβάνει πληροφορίες που έχουμε καρφιτσώσει εκεί, όπως ακριβώς και το DASHBOARD. Μεθοδολογία, χρονισμοί, ρυθμίσεις Τα βασικά χαρακτηριστικά του συστήματος πάνω στο οποίο έγιναν οι δοκιμές των Corsair Vengeance® RGB Pro 32GB (4x8GB) DDR4 3200MHz C16, φαίνονται στον παρακάτω πίνακα. Καθώς το σύστημα δοκιμών μας βασίζεται στο Chipset X99, η μεγαλύτερη συχνότητα μνήμης που μπορούμε να πετύχουμε με σταθερότητα είναι τα 2800MHz. Για να εκμεταλλευτούμε πλήρως τις δυνατότητες των Corsair Vengeance® RGB Pro 32GB (4x8GB) DDR4 3200MHz C16 λοιπόν, που κανονικά χρονίζονται στα 3200MHz με Latencies 16-18-18-36 T2, τις χρονίσαμε στα 2800MHz αλλά με Latencies 14-14-14-28 T2. Αυτή ήταν και η μεγαλύτερη ταχύτητα που μπορέσαμε να πάρουμε από τις Corsair Vengeance® RGB Pro 32GB (4x8GB) DDR4 3200MHz C16 στην πλατφόρμα X99. Τα συνολικά αποτελέσματα ταχύτητας, σύμφωνα με υπολογισμούς και τύπους που κυκλοφορούν στο διαδίκτυο, πρέπει να είναι σχεδόν ταυτόσημα με τις default ρυθμίσεις ταχύτητας του κιτ.. Εδώ βλέπουμε λοιπόν τις ρυθμίσεις με τις οποίες δοκιμάσαμε τις Corsair Vengeance® RGB Pro 32GB (4x8GB) DDR4 3200MHz C16. Η σταθερότητα των κιτ δοκιμάστηκε με 250 επαναλήψεις στο IntelBurn Test, στη ρύθμιση Stress Level: Very High. Σε όλες τις δοκιμές, ο επεξεργαστής παρέμεινε στις εργοστασιακές του συχνότητες, τόσο για το Core (Turbo για όλους τους πυρήνες - 3500MHz) όσο και για το Uncore (3000MHz). Λόγω των patches για τα Spektre και Meltdown και την επίπτωσή τους στις επιδόσεις του συστήματος, η βάση μας με αποτελέσματα άλλων μνημών έχει καταστεί άχρηστη. Ξεκινάμε σήμερα, με αυτό το review, μία νέα βάση λοιπόν. Γι αυτό το λόγο θα σας παραθέσουμε τα αποτελέσματα των μετρήσεων χωρίς κάποια σύγκριση. Στους παρακάτω πίνακες βλέπετε συχνότητες, χρονισμούς και τάση λειτουργίας. Benchmarks Οι μετρήσεις μας αρχίζουν με τις δοκιμασίες μνήμης του AIDA64, καθώς και του CPU Photoworxx που εξαρτάται αρκετά από τις επιδόσεις της μνήμης. Ευχαριστούμε την AIDA για την παραχώρηση του προγράμματος. Συνεχίζουμε με Super PI MOD 1.5 που μετράει single thread performance. Το wPrime 2.10 μετράει multi-thread performance Το ίδιο και το Fritz. To benchmark του WinRAR μας δείχνει πώς τα πάει το σύστημα κατά τη συμπίεση αρχείων. Το benchmark του Truecrypt μας δείχνει τις επιδόσεις στην κρυπτογράφηση. Το Cinebench R15 δείχνει τις επιδόσεις στο rendering. Τέλος, το UL PCMark 10 δείχνει τις επιδόσεις του συστήματος σε διάφορα σενάρια χρήσης. Ευχαριστούμε τη UL για την παραχώρηση του προγράμματος. 3DMark Ας δούμε και τις 3D επιδόσεις, οι οποίες επηρεάζονται κυρίως από την κάρτα γραφικών, αλλά σίγουρα παίζει ρόλο και ο επεξεργαστής και η μνήμη του συστήματος. RAM Disk Χρησιμοποιώντας το πρόγραμμα RAMDisk της SoftPerfect, δημιουργήσαμε έναν εικονικό δίσκο μεγέθους 8GB στη RAM και τρέξαμε το CrystalDiskMark σε αυτό. Εδώ λοιπόν βλέπουμε τις επιδόσεις των Corsair Vengeance® RGB Pro 32GB (4x8GB) DDR4 3200MHz C16 σε λειτουργία Ram Disk. Επίλογος Οι Corsair Vengeance® RGB Pro 32GB (4x8GB) DDR4 3200MHz C16 συνεχίζουν την εξαιρετική παράδοση των μνημών της Corsair σε επιδόσεις και σταθερότητα. Αυτό δεν είναι κάτι νέο βέβαια, καθώς έχει γίνει πλέον αναμενόμενο από τα προϊόντα της εταιρίας. Αυτό που είναι νέο και μάλιστα εξαιρετικό, είναι η εξέλιξη του RGB φωτισμού που στη σειρά Vengeance RGB Pro περιλαμβάνει 10 ξεχωριστά ελεγχόμενα LEDs σε κάθε άρθρωμα μνήμης, κάνοντας τα ξεχωριστά ελεγχόμενα RGB LEDs του συγκεκριμένου κιτ συνολικά 40! Αυτά τα 40 RGB LEDs, σε συνδυασμό με το εξαιρετικό πρόγραμμα ελέγχου της Corsair, το iCUE, δίνουν απεριόριστες δυνατότητες φωτεινής πανδαισίας από ένα παραδοσιακά χρηστικό υποσύστημα, αυτό των μνημών. Οι φωτεινοί συνδυασμοί είναι πραγματικά ατελείωτοι και τα αρκετά βίντεο που περιλαμβάνονται σε αυτό το review δεν είναι παρά ένα μικρό δείγμα των συνολικών δυνατοτήτων. Σαν τελευταίο παράδειγμα, άφησα αυτό, αφιερωμένο σε όλους τους φανατικούς του Matrix (This is for you David!). Πόσο κοστίζει όμως το απόλυτο RGB κιτ μνημών; Η χαμηλότερη τιμή που μπορέσαμε να βρούμε στα Ελληνικά καταστήματα τη στιγμή της συγγραφής του παρόντος, συμπεριλαμβανομένων μεταφορικών και ΦΠΑ, ήταν στα 340,47 ευρώ. Δεν είναι σε καμία περίπτωση οικονομικό το κιτ, αλλά έχει μια λογική, premium τιμή, ανάλογη των premium δυνατοτήτων των Corsair Vengeance® RGB Pro 32GB (4x8GB) DDR4 3200MHz C16. Ας συνοψίσουμε τα πλεονεκτήματα και τα μειονεκτήματα των Corsair Vengeance® RGB Pro 32GB (4x8GB) DDR4 3200MHz C16. Πλεονεκτήματα + Υψηλές επιδόσεις + Εξαιρετική σταθερότητα + Εξαιρετική ποιότητα RGB φωτισμού + 10 ανεξάρτητα ελεγχόμενα RGB LEDs ανά άρθρωμα μνήμης + Εύκολος έλεγχος του φωτισμού με το πρόγραμμα iCUE + Επισκόπηση της θερμοκρασίας, της συχνότητας και των βασικών χρονισμών των modules με το πρόγραμμα iCUE Μειονεκτήματα - Δεν καταφέραμε να βρούμε λόγο να γκρινιάξουμε 9.6 Superb  theLAB.gr Ευχαριστούμε θερμά την Corsair για την παραχώρηση του δείγματος της δοκιμής Πολύμερος Αχανιώτης 24/09/2018
×
×
  • Create New...

Important Information

By using this site, you agree to our Terms of Use.