Jump to content

Search the Community

Showing results for tags 'Corsair'.



More search options

  • Search By Tags

    Type tags separated by commas.
  • Search By Author

Content Type


Categories

  • Cases Reviews
  • Heatsinks, Coolers & Watercooling Reviews
  • Input Devices & Peripherals Reviews
  • Barebones, NAS, Media Players Reviews
  • SSDs, HDDs and Controllers Reviews
  • Smartphones, Tablets and Gadgets Reviews
  • VGAs, Motherboards, CPUs & RAM Reviews
  • Power Supplies Reviews
  • Software & Games Reviews
  • Από το Εργαστήρι
  • Reviews in English

Forums

  • TheLab.gr
    • Ειδήσεις
    • Reviews
    • Από το Εργαστήρι
    • Thelab.gr Νέα και σχόλια
    • Δημοσκοπήσεις
    • Παρουσιάσεις Μελών
    • Τεχνολογικοί Προβληματισμοί
  • Talk to...
    • GearBest.com
    • Geekbuying.com
    • Coolicool.com
    • TomTop.com
  • Hardware & Overclocking
    • Intel Platform
    • AMD Platform
    • Κάρτες Γραφικών
    • Μνήμες DDR/DDR2/DDR3/DDR4
    • Αποθήκευση (HDD, SSD, NAS)
    • Κουτιά
    • Ψύξη
    • Τροφοδοτικά
    • Γενικά για Η/Υ
    • Modding & DIY
    • Μετρήσεις & Αποτελέσματα Υπερχρονισμών
  • Εργαλεία και Ιδιοκατασκευές (DIY)
    • Το στέκι του μάστορα
  • Περιφερειακά
    • Οθόνες & Projectors
    • Πληκτρολόγια και ποντίκια
    • Ήχος και Multimedia
    • 3D Εκτύπωση & CNC machines
    • Εκτυπωτές
    • Λοιπά Περιφερειακά
    • VR Technology
  • Software & Δίκτυα
    • Windows
    • Linux
    • Mac OS
    • Δίκτυα & Internet
    • Antivirus & Security
  • Gaming
    • PC Gaming
    • Steam & άλλες κοινότητες
    • Console & Handheld Gaming
  • Κινητές πλατφόρμες
    • Φορητοί υπολογιστές
    • Smartphones
    • Tablets
    • Gadgets, GPS, κτλ
    • Γενική Συζήτηση
  • Φωτογραφία κι εξοπλισμός
    • Φωτογραφικές μηχανές και λοιπά αξεσουάρ
    • Φωτογραφίες, επεξεργασία και δοκιμές
  • IT Section
    • Servers & hardware
    • Server OS & Virtualisation
    • Networking
    • Databases
    • Programming & Scripting
    • Web Development & DTP
  • Προσφορές & καταστήματα
    • Προσφορές και ευκαιρίες αγορών
    • Τι-Που-Πόσο
  • Το Παζάρι
    • Πωλήσεις
    • Ζήτηση
  • Γενική Συζήτηση
    • Off topic
    • The Jungle
    • Forum Δοκιμών
    • Αρχείο

Calendars

  • Ημερολόγιο Κοινότητας
  • Ημερολόγιο Gaming

Blogs

  • in|security
  • freesoft.gr
  • Virtual[DJD]
  • Οι αυτοματισμοί του τεμπέλη...

Find results in...

Find results that contain...


Date Created

  • Start

    End


Last Updated

  • Start

    End


Filter by number of...

Joined

  • Start

    End


Group


Skype


Website URL


Περιοχή


Ενδιαφέροντα


Επάγγελμα


Steam


Biography

Found 657 results

  1. Πρόλογος Πρόσφατα έφτασε στα χέρια μας το νέο όπλο της Corsair για τους απανταχού gamers και όχι μόνο. Αναφερόμαστε στο NIGHTSWORD RGB Tunable FPS/MOBA Gaming Mouse όπως είναι το πλήρες όνομα του και μαρτυρά κατάφορα ότι πρόκειται για ένα RGB φωτιζόμενο Gaming Mouse προσανατολισμένο για “First Person Shooter” και “Multiplayer Online Battle Arena” gaming. Αυτό που δεν φαίνεται με την πρώτη ματιά είναι η δυνατότητα μεταβολής του βάρους και μέσω αυτού και της ισορροπίας, πράγμα που δίνει την δυνατότητα στο χρήστη να φέρει το εργαλείο ακριβώς στα μέτρα του. Το παρακάτω σύντομο αλλά εντυπωσιακό video της Corsair μας δίνει μια πληρέστατη εικόνα για το τι ακολουθεί. Τεχνικά Χαρακτηριστικά Εδώ βλέπουμε τα τεχνικά χαρακτηριστικά όπως μας τα εμφανίζει ο κατασκευαστής στη σελίδα του σύμφωνα με την οποία το κόστος του ανέρχεται στα 79,99€ συνοδευόμενο με διετή εγγύηση, στην Ελληνική αγορά όμως θα το βρούμε με σε τιμές που ξεκινούν από τα 75€ και φτάνουν έως και τα 95€. Στο σημείο αυτό θα ήθελα να σημειώσω ότι αν και σύμφωνα με τα τεχνικά χαρακτηριστικά του NIGHTSWORD όπως αυτά παρουσιάζονται στην επίσημη σελίδα του προϊόντος, τα προγραμματιζόμενα πλήκτρα είναι 8 εκ του συνόλου των 10, στην πραγματικότητα μπορούμε να προγραμματίσουμε τα 9, φυσικά το βασικό αριστερό εξαιρείτε! Συσκευασία και περιεχόμενα Για μια ακόμα φορά συναντήσουμε την κλασική αναγνωρίσιμη πλέον κιτρινόμαυρη συσκευασία των gaming προϊόντων του κουρσάρου όπου και πάλι απουσιάζει το διάφανο παράθυρο παρουσίασης του προϊόντος, αναγκάζοντας έτσι τον καταναλωτή να αρκεστεί στις φωτογραφίες πριν την αγορά. Ομολογώ ότι δεν βρίσκω το λόγο ειδικά από τη στιγμή που στο περιεχόμενο το προϊόν στεγάζεται στην αντίστοιχη 3D ζελατίνα ακινητοποίησης, προστασίας και παρουσίασης. Εμπρός βρίσκουμε, πέραν του λογότυπου της εταιρείας, μια μεγάλη φωτογραφεία του προϊόντος, τον πλήρες τίτλο του και το λογότυπο του προγράμματος παραμετροποίησης iCue. Πίσω επαναλαμβάνονται τα προαναφερθέντα συμπεριλαμβανομένων δυο αναλύσεων, μια με τα βασικά χαρακτηριστικά που το κάνουν να διαφέρει του ανταγωνισμού και μια για τις απαιτήσεις του συστήματος, σε 7 γλώσσες παρακαλώ, δυστυχώς μη συμπεριλαμβανομένης της Ελληνικής, μικρή αγορά γαρ … Επάνω λιτά το εταιρικό λογότυπο και ο τίτλος του προϊόντος Κάτω τα περιεχόμενα με σκίτσα, μια μικρή παρουσίαση για την εταιρία τα σκίτσα πληροφοριών ανακύκλωσης, η διάρκεια εγγύησης και το αυτοκόλλητο με τους κωδικούς του προϊόντος. Τέλος στα δυο πλαϊνά επαναλαμβάνονται οι πληροφορίες για εταιρεία και προϊόν, με τη μεν αριστερή πλευρά να περιλαμβάνει μια πλαϊνή φωτογραφία του προϊόντος, τη δε δεξιά να καλύπτεται στο μεγαλύτερό της μέρος από τη σαφέστατη ανακοίνωση ότι απευθύνεται στους απαιτούντες τον απόλυτο έλεγχο μέσω του γνωστού ρητού “Control Freak”, που όπως θα δούμε παρακάτω μάλλον ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα. Εντός τώρα θα βρούμε … το ποντίκι, κάτω από αυτό μια εξαγωνική θήκη που στεγάζει τα έξι συνολικά μεταλλικά βαρίδια σε δύο ομάδες, τρία των 2,8 γραμμαρίων και τρία των 4,5. Ένα εξάπτυχο φυλλάδιο με τις βασικές οδηγίες σε εννέα γλώσσες με την προτροπή χρήσης του iCue επάνω δεξιά στο "εξώφυλλο", ένα επτάπτυχο με την εγγύηση σε δώδεκα γλώσσες και ένα τρίπτυχο με "υποδείξεις προστασίας περιβάλλοντος" σε δεκαοκτώ γλώσσες μεταξύ τον οποίον και τα Ελληνικά ως μοναδική εμφάνιση στο όλο πακέτο. Κάτω από το φακό Ως πρώτη εικόνα αναγνωρίζουμε ένα gaming mouse δέκα πλήκτρων, λιτό, ποιοτικό αλλά αρκετά ογκώδες με μεγάλο thumb rest και σαφείς ενδείξεις ότι απευθύνεται σε δεξιόχειρες λάτρης τις palm-grip λαβής. Από την πρώτη στιγμή που θα συνδεθεί σε μία θύρα USB, γίνεται ξεκάθαρο ότι πρόκειται για RGB προϊόν, διότι σε όλες του τις άκρες υπάρχουν φωτισμοί που αλλάζουν χρώματα περιοδικά, αρρύθμιστο γαρ όπως βγήκε από το κουτί. Την συνολική εντύπωση της ποιότητας ενισχύουν οι μεγάλες λαστιχένιες σκαλιστές επιφάνειες στα πλαϊνά και στο πίσω πάνω μισό του ποντικιού, τα πέντε μεγάλα teflon κύλισης καλυμμένα όλα με διάφανη ζελατίνα αλλά και το σκληρό sleevεδ καλώδιο με το μεγάλο USB Type A άκρο δεμένο με ένα βολικό Velcro μόνιμα στηριγμένο επάνω του . Περιγραφικά συναντάμε τα δυο τεράστια βασικά κουμπιά σε ματ υφή που καταλαμβάνουν σχεδόν το μισό εμπρός μέρος, αφήνοντας το υπόλοιπο να καλυφθεί από σκληρό, σχεδόν σαν πλαστικό, λάστιχο σκαλισμένο με ένα όμορφο μοτίβο με το φωτιζόμενο λογότυπο στο πίσω κέντρο του. Ανάμεσα σε αυτά ένα λαστιχένιο ροδάκι με πολύ μαλακότερο υλικό αυτή τη φορά και σε σειρά προς τα πίσω δυο γυαλιστερά πλαστικά κουμπιά. Το αριστερό βασικό κουμπί διακόπτεται στο εμπρός αριστερό άκρο του από δυο σε κάθετη σειρά ανάγλυφα κουμπιά ιδίας υφής. Περιφερειακά τώρα. Στο εμπρός μέρος τρία παράθυρα, δυο αριστερά και ένα δεξιά του καλωδίου, με αίσθηση πυκνού εξαγωνικού πλέγματος για την ελευθέρωση του εμπρόσθιου φωτισμού. Δεξιά μια λαστιχένια επιφάνεια μαλακότερη της επάνω με το ίδιο σκαλιστό μοτίβο. Πίσω τρία παράθυρα φωτισμού ιδίας υφής των μπροστινών. Και τέλος αριστερά μια τεράστια επιφάνια ανάπαυσης του αντίχειρα υπενδεδυμένη από το ίδιο αντιολισθητικό λάστιχο που συναντήσαμε δεξιά, τρία γυαλιστερά κουμπιά σε έξυπνη διάταξη δυο συν ένα από όπου κι αν τα κοιτάξεις και τρία ενδεικτικά led μπροστά από αυτά. Για το τέλος αφήσαμε το κουτάκι που βρίσκονται τα βαρίδια. Εξωτερικά έχει τη μορφή ενός λιτού μαύρου εξάγωνου από ματ πλαστικό και διαθέτει ένα απλό κούμπωμα καθώς και το λογότυπο με το καραβάκι να γυαλίζει διακριτικά στο κέντρο του. Ανοίγοντάς το αντικρίζουμε τα 6 γυαλιστερά μεταλλικά βαρίδια, τοποθετημένα σε σκληρό αφρώδες υλικό. Όπως σας γράψαμε και νωρίτερα υπάρχουν 2 ειδών βαρίδια, τρία τεμάχια βάρους 4.5 γραμμαρίων και άλλα τρία βάρους 2.8 γραμμαρίων. Ok, είναι όμως έτσι; Όπως θα δείτε στις φωτογραφίες που ακολουθούν, η ζύγιση σε πιστοποιημένη ζυγαριά ακρίβειας δυο δεκαδικών του γραμμαρίου έδειξε ότι το πραγματικό βάρος είναι εντυπωσιακά κοντά στο αναγραφόμενο. Λειτουργικότητα Ας περάσουμε τώρα στην ουσία, διότι όλα αυτά καλά αλλά το τι λέει το δεξί επάνω άκρο του χρήστη είναι η ουσία, μιας και το προϊόν απευθύνεται σε αυτό αποκλειστικά. Καταρχήν να αναφέρω ότι οι δοκιμές μας έγιναν με τα mouse pad Corsair MM300, Razer Sphex V2, @Work MS-614 (1,19€) και την κρεμ επιφάνεια ενός γραφείου, ώστε να καλύψουμε ικανοποιητικά την γκάμα της πλειοψηφίας των χριστών αν και φαντάζομε ότι κανείς από αυτούς που θα το επιλέξουν δεν θα διαλέξει κάτι λιγότερο των δυο πρώτων. Η πρώτη αίσθηση θετική. Εξισορροπημένο, σωστά ζυγισμένο, άνετο παρά το μέγεθος, σταθερότατο αν και ιδιαίτερως ελαφρύ μιας και άδειο από τα βάρη αρχικά , με τα teflon ολίσθησης να δίνουν την αίσθηση ότι δεν κολλάει πουθενά ανεξαρτήτως επιφάνειας και την εργονομική αρχιτεκτονική σε συνδυασμό με τις λαστιχένιες επιφάνειες να το κουμπώνουν στο χέρι. Ευχάριστη έκπληξη το καλώδιο που, αν και σκληρό και δύσκαμπτο εμφανισιακά, στη χρήση είναι σαν να μην υπάρχει, συμβάλλοντας όμως αναμφισβήτητα στην άμεση απόκριση κάθε εντολής. Οκ, πολύ καλή πρώτη εντύπωση, να δούμε λίγες λεπτομέρειες όμως. Μαλακά και ευκολοπάτητα όλα τα κουμπιά με απαλή υφή και ακρίβεια στο πάτημα αλλά και στη θέση που τα αναζητά το χέρι μου, χωρίς να χρειαστεί να τα ψάξω από την πρώτη σχεδόν επαφή με το NIGHTSWORD. Η καθυστέρηση σε κάθε εντολή, είτε κουμπιού είτε μετακίνησης είτε κύλιση της ρόδας, καμία εντελώς. Η δε ρόδα μαλακιά στην υφή και στην κίνηση αλλά συνάμα ξεκάθαρη, με εξαίρεση το πάτημα για χρήση ως κουμπί που είναι λίγο σκληρό, όχι ενοχλητικά, απλά ξενίζει ελαφρώς σε σχέση με τα υπόλοιπα, πιθανόν επιλογή της Corsair για να μην πατιέται κατά λάθος κατά το scrolling. Τα δυο βασικά κουμπιά, αριστερό και δεξί, ξεχωρίζουν δίνοντας την δυνατότητα να τα πατήσει κανείς σε οπουδήποτε σημείο της επιφάνειας τους, σχεδόν μέχρι την κάτω άκρη τους, με την ίδια ένταση και ακρίβεια, δίνοντας σου τη δυνατότητα να χρησιμοποιείς το ποντική πιάνοντας το απλά με τα ακροδάχτυλα σου χωρίς να σε κουράζει, λαβή που προσωπικά χρησιμοποιώ πολλές φορές σε απλές καθημερινές εργασίες. Στη θέση αυτή, όπως είναι λογικό, δεν βρίσκει εύκολα κανείς τα επιπρόσθετα αριστερά πλήκτρα, μιας και είναι σχεδιασμένα για συγκεκριμένη χρήση, με εξαίρεση το ροδάκι που αν και δεν είναι προφανώς εκεί που θα “βόλευε”, παρόλα αυτά το μεσαίο δάκτυλο θα το βρει ευκολά και θα το χρησιμοποιήσει χωρίς κόπο, δεδομένου δε ότι δουλεύει απροβλημάτιστα ακουμπώντας το απλά στην άκρη του, όποια και αν είναι αυτή. Ας επιστρέφουμε όμως στην αρμόζουσα θέση. Εδώ όλα είναι στη θέση τους χωρίς αναζήτηση. Τα μεγέθη είναι τέτοια που δεν θα προβληματίσουν κανένα, σίγουρα όχι ένα κανονικό προς μεγάλο χέρι όπως το δικό μου, πιστεύω πάντως πως όλα τα δεξιά άνω άκρα θα βρουν σχετικά εύκολα τη θέση τους. Η πολύωρη χρήση μου ήταν ξεκούραστη και άνετη, η ακρίβεια είναι pixel by pixel σε όλες τις ταχύτητες κύλισης. Τα 18.000 DPI φαντάζουν ανούσια, σίγουρα σε κλασικές FHD αναλύσεις οτιδήποτε πάνω από 6.000 – 7.000 θα είναι τουλάχιστον άβολο αλλά μην ξεχνάμε ότι βρισκόμαστε πλέον στην αποχή 4Κ και γιατί όχι για κάποιους ίσως και των 8Κ οπότε τα 18.000 DPI αρχίζουν να έχουν νόημα. Σε κάθε περίπτωση όμως το iCue με τις άπειρες πραγματικά ρυθμίσεις, τα ατέλειωτα προφίλ, αλλά και την εξαιρετική δυνατότητα να διαχωρίσει κανείς ακόμα και το πόσα DPI θέλει σε κάθε άξονα, σε τρις ρυθμίσεις ανά προφίλ, χώρια του Sniper, δεν αφήνει κανένα περιθώρια για παράπονο σε κανένα επίπεδο. Corsair iCue Ολοφάνερα πολλές οι δυνατότητες ρύθμισης του NIGHTSWORD RGB, φυσικά όλες μέσω τις κλασικής πλέον εφαρμογής iCue της Corsair με τις άπειρες παραμετροποιήσεις τόσο σε αισθητικό όσο και σε λειτουργικό επίπεδο. Παρακάτω θα δούμε τις βασικές μιας και το συγκεκριμένο λογισμικό έχει τόσες δυνατότητες που θα απαιτούσε ένα ξεχωριστό άρθρο Για όσους ενδιαφέρονται για κάτι εκτενέστερο ο εμπειρότατος @pol77 στο review του Corsair Wireless Combo Review που συμπεριλαμβάνει και το Dark Core έχει κάνει μια αρκετά εκτενείς ανάλυση ή εναλλακτικά από τα video της Corsair στο YouTube στα οποία εύκολα μπορεί να μεταβεί κανείς πατώντας απλά στη μεγάλη εικόνα στο κάτω δεξί μέρος της home καρτέλας της εφαρμογής. Ανοίγοντας την εφαρμογή η πρώτη καρτέλα που εμφανίζει είναι φυσικά το HOME, χωρισμένο κάθετα σε δύο κομμάτια με το αριστερό να φιλοξενεί τα όσα profiles επιθυμεί ο χρήστης και το δεξί να απεικονίζει στο επάνω μέρος του όσες από τις συνδεδεμένες συσκευές της Corsair που υποστηρίζονται από το iCue μέχρι στιγμής, στην πορεία δε όλες σύμφωνα με την εταιρεία. Σημαντική λεπτομέρειες η οργάνωση των profiles σε φακέλους, η αντιγραφή αλλά και το export/import αυτών. Στην περίπτωση του NIGHTSWORD RGB παρατηρούμε ότι πλην του Default profile υπάρχουν εξ αρχής τρία ακόμα συμβολισμένα με το χαρακτηριστικό εικονίδιο μιας κάρτας μνήμης και το χαρακτηριστικό HW εκ του hardware στον τίτλο τους. Επιπροσθέτως επιλέγοντας τα παρατηρούμε ότι απενεργοποιείται η επιλογή “Link profile to program”. Εύκολα λοιπόν βγάζει κανείς το συμπέρασμα ότι πρόκειται για τις τρία profile που μπορεί να αποθηκεύσει στο ποντίκι για να τα χρησιμοποιήσει όπου το συνδέσει χωρίς να απαιτείτε εγκατάσταση του iCue ή περεταίρω παραμετροποίηση. Στο Dashboard έχουμε επιλογές ενδείξεων τόσο για τις συσκευές όσο και για το σύστημα και στο Settings μια σειρά επιλογών παραμετροποίησης της εφαρμογής, update των firmware των συσκευών και του iCue, επιλογές logging για τους sensors κ.τ.λ. Επιστρέφοντας στο Home και επιλέγοντας το εικονίδιο του NIGHTSWORD RGB από τις συσκευές εμφανίζεται κάτω από την λίστα των profiles μια σειρά από επιλογές, πιο συγκεκριμένα οι Actions, Lighting Effects, DPI, Performance, Surface Calibration ειδικά δε για το NIGHTSWORD RGB και η πολυπόθητη για πολλούς Weight Tuning. Αν τώρα το επιλεγμένο profile είναι ένα εκ των εσωτερικών τις συσκευής τότε εμφανίζεται και η ένδειξη Onboard Profiles επιβεβαιώνοντας το παραπάνω συμπέρασμα μας για τα hardware saved profiles. Ξεκινώντας από την τελευταία επιλογή ως ξεχωριστό χαρακτηριστικό του συγκεκριμένου ποντικιού και προς τα επάνω έχουμε... Weight Tuning … λοιπόν: Με την πρώτη ματιά παρατηρεί κανείς ότι οι πληροφορίες είναι πλούσιες αναλυτικές και ξεκάθαρες. Επικουρικά οι περιγραφές στο κάτω μέρος δεν αφήνουν κανένα περιθώριο σύγχυσης. Πρώτη κίνηση κουμπώνουμε ένα βαρίδι σε μια θέση και ως δια μαγείας αυτοστιγμής εμφανίζετε στην αντίστοιχη θέση στην εικόνα του iCue αλλά και το σωστό βάρος κάτω και η μεταβολή στο κέντρο βάρους δεξιά, απλά και όμορφα. Ομοίως επαναλαμβάνοντας την διαδικασία και για τα υπόλοιπα πέντε λαμβάνουν μέρος αυτόματα όλες οι μεταβολές. Την προσοχή μου τραβάει παράλληλα το αποεπιλεγμένο check box με τον τίτλο Input Weight Mass Manually. Ok λογικό λοιπόν το αυτόματο του πράγματος αλλά γιατί και manually; Επιλέγοντας το ξαφνικά εξαφανίζονται όλες οι ενδείξεις βάρους τόσο από τους αριθμούς όσο και από την εικόνα, παράλληλα ενεργοποιούνται τα κελιά των αριθμητικών ενδείξεων ως ένδειξη της δυνατότητας εισαγωγής σε αυτά από τον χρήστη πλέον, ενδιαφέρον αλλά γιατί; Δοκιμάζοντας εισαγωγή με το χέρι, δηλαδή πληκτρολόγιο, παρατηρώ ότι υπάρχει η δυνατότητα να βάλω από 0,1 έως 99,9 μεταβάλλοντας αυτόματα τα στοιχεία Total Mass και X,Y,Z του Center of mass position εμφανίζοντας δε παράλληλα την θέση καταλυμένη από βαρίδιο, επιπροσθέτως η επιλογή θέσης προς εισαγωγή γίνεται και από την εικόνα. Το μόνο που μπορώ να υποθέσω είναι feature για πιθανή μελλοντική σειρά εναλλακτικών βαριδιών ή γιατί όχι και after market, αστεΐζοντας φαντάζομαι ένα eccentric κάτοχο να απευθύνεται σε μηχανικό για custom, την επιλογή στο software την έχει... Σε κάθε περίπτωση μπορούμε να αλλάζουμε μεταξύ auto και manual χωρίς να χάνονται οι ρυθμίσεις. Surface Calibration … Ok. Απλή λειτουργεία και εύκολη, λίγο σταθερό χέρι θέλει μόνο. Δεν πρόσεξα κάποια ιδιαίτερη διαφορά πάντως τουλάχιστον όχι σε σοβαρές επιφάνειες, σε κάτω του μετρίου δεν ξέρω. Performance … Ok. Απλές κλασικές επιλογές … DPI … xαμός. Όπως προανέφερα, τα πάντα σε κάθε επίπεδο, αν θέλουμε και για κάθε άξονα χωριστά, από 1 έως 18.000 dpi ανά 1 dpi και με ότι χρώμα από όλη την γκάμα του RGB και για το κάθε profile χωριστά και με άμεση ενεργοποίηση την στιγμή τις ρύθμισης. Δεν μπορώ να σκεφτώ τι θα μπορούσε να προσθέσει κανείς, μάλλον τίποτα. Lighting Effects ... άπειρα. Ούτε εδώ φαίνεται να υπάρχει καμία έλλειψη. Όλα τα χρώματα σε κάθε ζώνη με επιλογή αδιαφάνειας και με ικανοποιητικό αριθμό προεπιλογών. Ώρα να έχεις να επιλέγεις. Actions … αναρίθμητα. Και πως θα μπορούσαν να μην είναι άλλωστε. Δημιουργία όσων actions θέλουμε με επιλογές στο καθένα και για τα εννέα κουμπιά, είπαμε το αριστερό βασικό όχι και φαίνεται και στην εικόνα ως ανενεργό. Αλλά και οι επιλογές παραμετροποίησης περιλαμβάνουν ότι ζητήσει κανείς, A to Z keys, Numeric Keypad, Function, Text, Media Macro κ.τ.λ. … και με Advance Settings διαφορετικό για το καθένα από αυτά. Και όλα απλά και όλα ενεργά αμέσως για να δεις και αν σου κάνει η ρύθμιση χωρίς κόπο. Αποτελέσματα Μετρήσεων Να σημειώσω ότι για τις μετρήσεις το πρόγραμμα που χρησιμοποιούμε είναι το Enotus Mouse Test και ως mousepad το Corsair MM300 προκάτοχο του Corsair MM350 για το οποίο μπορείτε να διαβάσετε εκτενή παρουσίαση εδώ από τον φυλτατο @GriGaS. Όπως παρατηρούμαι στα διαγράμματα οι επιδόσεις του NIGHTSWORD RGB είναι κορυφαίες, με το Poling Rate σταθερά πάνω από το 996 και μέσο όρο το 997,6 αλλά και το Accuracy με μέσω όρο το 98,8%, που θα ήταν πάνω του 99,5% αν δεν του τα χάλαγε ένα 96,3 στα 18000 dpi, πιθανώς με δικιά μου υπαιτιότητα μιας και το να κρατήσει κανείς σταθερό χέρι εκεί είναι εξαιρετικά δύσκολο. Εξαίρεση σε αυτό αποτελεί το Smoothness που αν και όχι πολύ κακό ως τιμή δεν νομίζω ότι ανταποκρίνεται στην άψογη αίσθηση που αφήνει στον χρήστη του σε κάθε περίπτωση, συνυπολογίζοντας δε τα αντίστοιχα αποτελέσματα των Ironclaw RGB Wireless και Glaive RGB Pro σε σχέση με την αντίστοιχη άποψη των συναδέλφων τείνω να κατηγορήσω πιθανή ασυμβατότητα με το λογισμικό πάρα ότι άλλο. Εμπειρία Χρήσης H πλέον του ενός μηνός εμπειρία με το NightsWord RGB κάτω από συνεχή, μεγάλη σε ποικιλία χρήση σε σχεδόν κάθε είδους εφαρμογή, με εξαίρεση ίσως το εντατικό gaming, μου άφησε ξεκάθαρα ευχάριστη άποψη για την λειτουργικότητα και την εργονομία του προϊόντος. Σημειωτέων δε ότι είμαι συνηθισμένος σε ιδιαίτερα εργονομικά προϊόντα και πολύ απαιτητικός λόγω της καθημερινά πολύωρης χρήσης. Άνετο, βολικό, δεν με κούρασε ποτέ σε ιδιαίτερα παρατεταμένη και απαιτητική χρήση παρά το αρκετά ευαίσθητο χέρι μου. Με εξαιρετική ακρίβεια και άμεση απόκριση δεν έχασε ποτέ την εστίαση του ούτε αρνήθηκε να ανταποκριθεί στις εντολές μου, ανεξάρτητα από την πολυπλοκότητα και την ταχύτητα που απαιτούσα από αυτό. Η κύλιση του ήταν πάντα ομαλή και αβίαστη ανεξάρτητα από την μεταβολή στο βάρος ή το σημείο επαφής, τα κουμπιά μαλακά αλλά με ακρίβεια στην αίσθηση και με ξεκάθαρη εικόνα απόκρισης προς τον χρήστη. Το σκληρό καλώδιο αρχικά ξενίζει αλλά δεν εμπόδισε ποτέ την ομαλότητα στην κίνηση , αρκεί βέβαια να μην εμπλακεί με εμπόδια. Δεν δυσκολεύτηκα καθόλου να οργανώσω τις λειτουργίες που με βόλευαν στα κουμπιά του, βασική προϋπόθεση βέβαια το να εξοικειωθεί κανείς με την λογική λειτουργείας του iCue, από εκεί και πέρα απροβλημάτιστα περνούσαν οι μεταβολές με το που ερχόταν η επιθυμητή εφαρμογή στο προσκήνιο, πολύ βολικό επίσης το ότι μπορείς να έχεις τρία profile μαζί σου όπου το μεταφέρεις. Σίγουρα αυτό θα χρειαστεί κάποιο χρόνο αρχικά για το στήσιμο αλλά θα σας αποζημιώσει στην πορεία. Εδώ θα ήθελα να επιστήσω την προσοχή σε όσους το δοκιμάσουν, αποφύγετε τις εξαρχής άπειρες διαφορετικές συνθέσεις με καθολικές μεταβολές στις λειτουργείες των κουμπιών, αν αυτό δεν είναι απαραίτητο, η αλλαγή είναι ακαριαία και αν δεν είστε αρκετά εξοικειωμένοι μπορεί να σας μπερδέψει παρά να σας βοηθήσει, κατά τα άλλα βολεύει πολύ. Όσων αφορά το φωτισμό τώρα, απείρως ρυθμιζόμενος και ευκρινής αν και κατά την χρήση τα μόνα εμφανή σημεία είναι το μικρό παραθυράκι αριστερά κάτω από το αριστερό κουμπί και τα τρία ενδεικτικά led που ενημερώνουν για το επιλεγμένο DPI προφίλ, ίσως και λίγο η αντανάκλαση του εμπρός αριστερού επάνω στην επιφάνεια αν αυτή το επιτρέπει. Ο απέναντι σας, αν υπάρχει, θα μπορέσει να δει και το εμπρός δεξί καθώς και αυτό τις ρόδας, ο χρήστης πάλι όχι μιας και το χέρι του καλύπτει καθολικά σε κάθε περίπτωση τόσο αυτό του λογότυπου όσο και το πίσω. Κατά την διάρκεια όμως που δεν το χρησιμοποιούμε η εμφάνιση του και ιδικά οι εναλλαγές, π.χ. σε rainbow, mode τραβάνε πολύ το βλέμμα. Επίλογος - Συμπεράσματα Ο κουρσάρος για μια ακόμη φορά, ευχάριστα, δεν μας εξέπληξε. Έδωσε στην αγορά ένα προϊόν σε πολύ λογική τιμή, με την γνωστή ποιότητα του οίκου, αλλά και χαρακτηριστικά που δεν βρίσκει κανείς εύκολα μαζεμένα σε ένα πακέτο, παρόλο που αναφέρεται σε μια κατηγορία με σκληρό ανταγωνισμό. Η αδιάλειπτη και αβίαστη λειτουργεία του, USB γαρ, αλλά και ο μοντέρνος σχεδιασμός του με τον RGB φωτισμό δεν θα το αφήσουν απαρατήρητό, η δε ξεκούραστη χρήση με τις μεταβαλλόμενες λειτουργικότητες και τις προσωποποιημένες ρυθμίσεις θα ικανοποιήσουν όποιον το επιλέξει. Αμιγώς για αριστερόχειρες μεν δεν θα μπορούσε όμως να είναι για αμφίχειρες με το thumb rest και τα έξτρα κουμπιά, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί, βασικά κατ’ ανάγκη, και από κάποιον αριστερόχειρα, αρκεί αυτός να συμβιβαστεί με την απώλεια των χαρακτηριστικών αυτόν, χρήση στην οποίο συμβάλει και η ομοιομορφία του υπόλοιπου της σχεδίασης του. Το βασικό χαρακτηριστικό της μεταβολής του βάρους ομολογουμένως υπερέβει τις προσδοκίες μου. Έξυπνα σχεδιασμένο και με άμεση απόκριση στην γεωμετρία της συσκευής φέρνει το περιφερειακό με ακρίβεια στα μέτρα του χρήστη. Ομολογώ ότι δεν περίμενα να συναντήσω τέτοια απόδοση και ευκολία, ελπίζω να αποκτήσει ανταγωνισμό σε αυτό μιας και προς το παρόν δεν φαίνεται να έχει ουσιαστικά. Σε κάθε περίπτωση το NIGHTSWORD RGB δεν θα πρέπει να αγνοηθεί ως επιλογή από κάποιον που ψάχνει για κάτι τέτοιο. Ρύθμιση συνολικού βάρους και κέντρου βάρους. 3 Profiles αποθηκευμένα στην συσκευή και αναρίθμητα από το iCue . 10 κουμπιά τα 9 προγραμματιζόμενα. Ρύθμιση DPI. Ποιότητα υλικών. Σχεδιασμός και εμφάνιση. Άνεση χρήσης. RGB Ρυθμιζόμενος φωτισμός και αυτοματισμοί από το iCue. Για δεξιόχειρες αποκλειστικά θα μπορούσε να είναι πιο εργονομική κατασκευή. Ιδιαίτερα άκαμπτο καλώδιο. Οι φωτιζόμενες επιφάνειες δεν φαίνονται κατά την χρήση. Αποτελέσματα μετρήσεων smoothness αν και υποψιάζομαι ασυμβατότητα με το Enotus. Μη παραμετροποιήσιμη ροδέλα από το iCue. Με βάση τα παραπάνω, η βαθμολογία του NIGHTSWORD RGB Tunable FPS/MOBA είναι:  TheLAB.GR Ευχαριστούμε θερμά την Corsair για την παραχώρηση του δείγματος της δοκιμής.
  2. Εισαγωγή Ο καναπές απέναντι από την τηλεόραση είναι εδώ και χρόνια η καρδιά του σπιτιού, καθώς πολλοί περνάνε εκεί αρκετό από τον ελεύθερο χρόνο τους. Και είναι συχνό πλέον η τηλεόραση να είναι συνδεδεμένη με κάποιον υπολογιστή, ο οποίος αποτελεί το κέντρο του συστήματος διασκέδασης όλης της οικογένειας για ταινίες, σειρές, μουσική και ελαφρύ gaming. Καθώς η συγκεκριμένη χρήση είναι κάτι για το οποίο τα περιφερειακά των υπολογιστών δεν είχαν αρχικά σχεδιαστεί, πολλοί από εμάς καταλήγουμε με ένα άβολο ασύρματο πληκτρολόγιο στα πόδια μας και ένα αντίστοιχο ποντίκι στο μπράτσο του καναπέ. Η Corsair είχε ήδη δώσει μια εξαιρετική λύση στους gamers του καναπέ με το Corsair Wireless Combo και τώρα έρχεται να δώσει τη λύση και στους υπόλοιπους με το Corsair K83 Wireless Entertainment Keyboard. Χαρακτηριστικά Τα χαρακτηριστικά του Corsair K83 Wireless Entertainment Keyboard συνοψίζονται στον παρακάτω πίνακα: Βλέπουμε ότι πρόκειται για ένα πληκτρολόγιο 77 πλήκτρων, με μηχανισμούς πλήκτρων τύπου scissor (ψαλίδι - έτσι μοιάζει η ανάρτησή τους) χαμηλού προφίλ, όπως αυτά που συναντάμε συχνά στα πληκτρολόγια των laptop, και λευκό φωτισμό. Λειτουργεί ενσύρματα μέσω σύνδεσης USB, ασύρματα στα 2,4GHz μέσω του δέκτη που περιλαμβάνεται στη συσκευασία ή με Bluetooth και έχει υψηλό report rate στα 1000Hz. Διαθέτει 20-Key Roll Over, συνεπώς(θεωρητικά) μπορεί να αναγνωρίσει το πάτημα οποιωνδήποτε 20 πλήκτρων ταυτόχρονα. Διαθέτει έλεγχο έντασης ήχου με ροδέλα και Fn shortcuts. Το Corsair K83 Wireless Entertainment Keyboard καλύπτεται από διετή εγγύηση και η προτεινόμενη από την εταιρία τιμή λιανικής είναι στα €129,99. Φωτογράφιση Το Corsair K83 Wireless Entertainment Keyboard έρχεται σε ένα χαρτονένιο κουτί στο κλασσικό πλέον κιτρινόμαυρο μοτίβο της Corsair. Η φωτογραφία του πληκτρολογίου καλύπτει τη μεγαλύτερη επιφάνεια και των 2 μεγάλων πλευρών του κουτιού, μαζί με κάποιες πληροφορίες σχετικά με αυτό στο πίσω μέρος. Μέσα στο κουτί όλα δείχνουν τακτοποιημένα. Το μαύρο εσωτερικό δίνει μια πινελιά ποιότητας, χωρίς να προσθέτει ιδιαίτερα στο κόστος, και το πληκτρολόγιο καταλαμβάνει όλο το μήκος και πλάτος του κουτιού, προστατευμένο σε διαφανές νάιλον. Το καπάκι έχει κομμάτια αφρολέξ που κρατάνε το πληκτρολόγιο στη θέση του και ανάμεσά τους μια τσέπη με τα συνοδευτικά έγγραφα. Αυτά αποτελούνται από το εγχειρίδιο χρήσης, το φυλλάδιο της εγγύησης και ένα φυλλάδιο με με πληροφορίες σχετικά με την ασφάλεια χρήσης και τη συμμόρφωση της συσκευής με τους διεθνείς κανονισμούς. Κάτω από το πληκτρολόγιο κρύβεται ο δέκτης για την ασύρματη σύνδεση στα 2,4GHz και κάτω από μία ακόμα στρώση μαύρου χαρτονιού βρίσκουμε ένα πλακέ καλώδιο USΒ Type A σε Micro-USB για τη σύνδεση του πληκτρολογίου με τον υπολογιστή, καθώς και τη φόρτισή του. Το Corsair K83 Wireless Entertainment Keyboard είναι ένα tenkeyless πληκτρολόγιο, με ενσωματωμένο trackpad και joystick. Τα πλαστικά του είναι ποιοτικά και η πάνω επιφάνειά του είναι από αλουμίνιο, προσδίδοντας ακαμψία και αίσθηση ποιότητας. Ο σχεδιασμός είναι καλαίσθητος, με πλήκτρα χαμηλού προφίλ και το δεξί του τμήμα έχει μια μοντέρνα ρετρό χροιά όπου το στρογγυλό trackpad με το ασημί στεφάνι το μιμείται άρτια, σαν μικρογραφία του, το joystick. Ξεκινώντας από το πληκτρολόγιο, παρατηρούμε ότι τα πλήκτρα WASD έχουν διαφορετικό χρώμα, για να τονιστεί η gaming πλευρά του πληκτρολογίου. Εν τούτοις, τα άνω και κάτω βελάκια είναι μικρά και καταλαμβάνουν το χώρο ενός πλήκτρου, κάτι που δεν είναι πολύ βολικό στο gaming αλλά ούτε και στη γενικότερη χρήση. Τα ενδεικτικά LEDs είναι 3 και βρίσκονται στο επάνω μέρος, στα 3 κενά ανάμεσα στις ομάδες των πλήκτρων της πρώτης σειράς. Το αριστερό αφορά τη λειτουργία του πληκτρολογίου και προσφέρει ενδείξεις για τον τρόπο σύνδεσης και την μπαταρία, όπως θα δούμε παρακάτω. Το μεσαίο είναι η ένδειξη του CAPS LOCK και το δεξί του SCROLL LOCK. Ένδειξη για το NUM LOCK δεν υπάρχει καθώς το Corsair K83 Wireless Entertainment Keyboard δε διαθέτει αριθμητικό πληκτρολόγιο. Πολλές βασικές λειτουργίες όπως PgUp, PgDn, Home, End κλπ έχουν ενσωματωθεί σε άλλα πλήκτρα και ενεργοποιούνται με τη χρήση του πλήκτρου Fn, κάτι αναγκαίο για να διατηρηθεί το μικρό μέγεθος του πληκτρολογίου. Αυτό κάποιους θα τους ενοχλήσει και κάποιους όχι τόσο, ανάλογα με τη συχνότητα χρήσης τους. Όλη η σειρά των F keys έχει ενσωματωμένα shortcuts με τη χρήση του Fn - ανάλογα με το mode στο οποίο βρίσκεται το πληκτρολόγιο η default λειτουργία μπορεί να είναι τα F keys ή τα shortcuts. Στο δεξί μέρος του πληκτρολογίου δεσπόζει το στρογγυλό trackpad, μια πολύ καλή ιδέα, τόσο αισθητικά όσο και λειτουργικά, καθώς το δάχτυλο, ξεκινώντας από τη μέση, έχει ίδια απόσταση να διανύσει προς κάθε κατεύθυνση. Τα πλήκτρα του trackpad είναι λογικά τοποθετημένα, κάτω από αυτό. Πάνω από το trackpad, αριστερά έχουμε ένα πολύ ποιοτικό roller από όπου ρυθμίζουμε την ένταση του ήχου, όπως έχουμε δει σε πολλά από τα high end πληκτρολόγια της Corsair. Εδώ όμως, για οικονομία χώρου, το roller είναι και πλήκτρο για τη σίγαση. Μια ωραία λεπτομέρεια που θα ήθελα να δω και σε άλλα πληκτρολόγια της εταιρίας. Ανάμεσα στο roller και το trackpad βρίσκουμε το πλήκτρο έντασης του φωτισμού και το F-Lock του οποίου οι λειτουργίες μπορούν να ρυθμιστούν από το λογισμικό ελέγχου του πληκτρολογίου, iCUE. Τέλος, επάνω δεξιά, έχουμε το joystick, το οποίο είναι μια ευχάριστη προσθήκη και επιτρέπει να παίξουμε κάποιο χαλαρό παιχνίδι αρκετά καλά. Η λειτουργία του αλλάζει ανάλογα με το mode στο οποίο λειτουργεί το πληκτρολόγιο και μπορεί να κινεί το δείκτη του ποντικιού ή να εξυπηρετεί την πλοήγηση στα μενού ή, φυσικά, να κινεί τον χαρακτήρα κάποιου παιχνιδιού. Στη βάση του πληκτρολογίου είναι αμέσως εμφανείς οι ειδικές διαμορφώσεις στο δεξί και το αριστερό άκρο του ώστε να μπορεί κάποιος να το κρατήσει σαν gamepad. Η λαβή αυτή φέρνει το joystick στον δεξί αντίχειρα και τα 2 πλήκτρα που συνοδεύουν το joystick στο δείκτη και το μέσο του ίδιου χεριού. Στο πάνω και κάτω μέρος της βάσης του πληκτρολογίου υπάρχουν λωρίδες ελαστικού υλικού που εξασφαλίζουν την ακινητοποίηση του πληκτρολογίου, ενώ απουσιάζουν τα συνηθισμένα αναδιπλούμενα ποδαράκια. Τα πλήκτρα του joypad είναι μαρκαρισμένα ως L και R (Left - αριστερό και Right - δεξί). Είναι ουσιαστικά ένα δεύτερο σετ πλήκτρων ποντικιού, καθώς και το ίδιο το trackpad λειτουργεί σαν ποντίκι σε κάποια modes του Corsair K83 Wireless Entertainment Keyboard αλλά λειτουργούν και ως πλήκτρα για gaming. Είναι στρατηγικά τοποθετημένα, το L στην πλάγια επιφάνεια του πληκτρολογίου και το R στη βάση του, έτσι ώστε να έρχονται φυσικά κάτω από τα δάχτυλα όταν κάποιος κρατάει το joystick με τον αντίχειρα. Πληροφορίες και πιστοποιήσεις είναι διακριτικά χαραγμένες στη βάση του πληκτρολογίου. Δίπλα από το L του joystick, βρίσκουμε και το πλήκτρο on/off του Corsair K83 Wireless Entertainment Keyboard, το οποίο έχει ενδεικτικό λευκό LED όταν το πληκτρολόγιο είναι σε λειτουργία. Δίπλα από αυτό είναι και η υποδοχή Micro-USB για την ενσύρματη σύνδεση και τη φόρτιση της μπαταρίας του πληκτρολογίου. Ποιότητα Κατασκευής Η ποιότητα κατασκευής του Corsair K83 Wireless Entertainment Keyboard είναι αυτή που θα περίμενε κανείς από ένα high end πληκτρολόγιο της εταιρίας. Αν εξαιρέσουμε το γεγονός ότι οι διακόπτες δεν είναι μηχανικοί, κάτι που είναι λογικό για να παραμείνει το πληκτρολόγιο τόσο λεπτό και ελαφρύ, η Corsair δε φαίνεται να έκανε εκπτώσεις στα υλικά και την ποιότητα κατασκευής. Το αλουμίνιο της επάνω επιφάνειας εξ' άλλου, με την ελαφρώς βουρτσισμένη υφή, προσδίδει εκ προοιμίου τον χαρακτήρα της πολυτέλειας. Τα πλαστικά είναι ποιοτικά και η εφαρμογή των τμημάτων στα συνηθισμένα για την εταιρία υψηλά επίπεδα. Το φινίρισμα είναι αψεγάδιαστο. Μοναδικό ψεγάδι που παρατήρησα είναι ότι κατά την πληκτρολόγηση, ειδικά όταν αυτή γίνεται γρήγορα, ακούγονται κάποια τριξίματα από το μηχανισμό ανάρτησης του space bar Χρήση Η Corsair διαφημίζει το Corsair K83 Wireless Entertainment Keyboard ως ένα πληκτρολόγιο, τηλεχειριστήριο και gamepad, όλα σε ένα. Η αλήθεια είναι ότι το πληκτρολόγιο διαθέτει λίγο από όλα αυτά, αλλά δεν μπορεί να αντικαταστήσει τα τηλεχειριστήρια των συσκευών ούτε ένα κανονικό gamepad. Ως πληκτρολόγιο ισορροπεί ικανοποιητικά ανάμεσα στο μικρό μέγεθος και την άνεση πληκτρολόγησης, με πλήκτρα μεγάλα και με βαθύτερες καμπύλες από το συνηθισμένο, κάτι που βοηθάει στο ψαχούλεμα που αναπόφευκτα συνοδεύει την πληκτρολόγηση του καναπέ. Το Corsair K83 Wireless Entertainment Keyboard υποστηρίζει τη χρήση τόσο με Windows, όσο και με άλλες συσκευές και για το σκοπό αυτό έχει προ-ρυθμισμένα modes. Τα modes αυτά ενεργοποιούνται με τους συνδυασμούς πλήκτρων που βλέπετε στον παρακάτω πίνακα και είναι σχεδιασμένα για να προσφέρουν την καλύτερη εμπειρία με τις αντίστοιχες συσκευές. Απουσιάζει η υποστήριξη για PlayStation 4 και X-Box One, αλλά κατά τα άλλα είναι εντυπωσιακή η γκάμα των συσκευών που υποστηρίζεται! Καθώς το μέγεθος του πληκτρολογίου είναι μικρό, πολλά πλήκτρα έχουν διπλή λειτουργία, με τη 2η να ενεργοποιείται όπως συνηθίζεται με το συνδυαστικό πάτημα με το πλήκτρο Fn. Τα πλήκτρα που διαθέτουν 2η λειτουργία έχουν τη σχετική ένδειξη, εκτός από το Esc και το Enter που κρατούν τη 2η λειτουργία τους κρυφή. Το Trackpad είναι αντίστοιχης ποιότητας με αυτά που βρίσκουμε σε ακριβά laptop. Είναι ευαίσθητο και ακριβές και η χρήση του είναι ευχάριστη. Υποστηρίζει όλα τα γνωστά gestures, ακόμα και αυτά που γίνονται με 4 δάκτυλα. Δεν αντικατέστησε το ποντίκι μου και δε θεωρώ ότι έχει εφευρεθεί ακόμα κάτι που θα το κάνει, αλλά, παραδόξως, με έπιασα να το χρησιμοποιώ για μικροδουλειές, κάτι που του περιποιεί μεγάλη τιμή, καθώς δεν ήμουν ποτέ οπαδός των συγκεκριμένων συσκευών. Το joystick είναι μια καλοδεχούμενη προσθήκη και βοηθάει στο ελαφρύ gaming, ειδικά σε παιχνίδια όπου οι κινήσεις δεν είναι time critical. Προσωπικά με κάλυψε αλλά δεν είμαι gamer και αν ήμουν, θα προτιμούσα σίγουρα ένα κανονικό gamepad. Η λαβή του πληκτρολογίου εν είδει gamepad ουσιαστικά δεν επιτρέπει την πλήρη χρήση των πλήκτρων και έτσι η ιδανική χρήση του Corsair K83 Wireless Entertainment Keyboard ως gamepad θα ήταν με την αριστερή πλευρά του να στηρίζεται κάπου και το αριστερό χέρι στα πλήκτρα, ενώ το δεξί χέρι να κρατάει τη λαβή στο δεξί άκρο του πληκτρολογίου με τον αντίχειρα στο joystick. Το roller έλεγχου της έντασης του ήχου είναι εξαιρετικά υλοποιημένο, με την ιδανική αντίσταση και αίσθηση. Το γεγονός ότι ενσωματώνει το πλήκτρο mute, με πάτημα του roller είναι κάτι που η Corsair πρέπει να κάνει και στα υπόλοιπα high end πληκτρολόγιά της. Συνολικά η χρήση του Corsair K83 Wireless Entertainment Keyboard με άφησε πολύ ικανοποιημένο και δείχνει ότι θα καταφέρει να εκτοπίσει το Logitech K800 που χρησιμοποιώ ως πληκτρολόγιο καναπέ εδώ και πολλά χρόνια, χωρίς ποτέ να έχω βρει κάτι που να μπορεί να το ανταγωνιστεί. Συνδεσιμότητα To Corsair K83 Wireless Entertainment Keyboard προσφέρει τη δυνατότητα τόσο ενσύρματης, μέσω του συμπεριλαμβανομένου καλωδίου USB Type A σε Micro-USB, όσο και ασύρματης σύνδεσης. Η ασύρματη σύνδεση μπορεί να γίνει μέσω του δέκτη που παρέχεται με το πληκτρολόγιο αλλά και με μέσω πρωτοκόλλου Bluetooth 4.2. Η σύνδεση μέσω του δέκτη γίνεται στη συχνότητα των 2.4GHz και έχει ιδιαίτερα χαμηλό latency, 1ms, όσο έχει και η ενσύρματη σύνδεση. Η σύνδεση μέσω Bluetooth έχει υψηλότερο latency, το οποίο όμως είναι στα μόλις 7.5ms, σύμφωνα με την κατασκευάστρια εταιρεία. Το πληκτρολόγιο μπορεί να απομνημονεύσει 2 συνδέσεις μέσω bluetooth, και έτσι μπορείτε να το έχετε συνδεδεμένο μέσω του δέκτη στον υπολογιστή σας και μέσω bluetooth στο smartphone και τη smart τηλεόραση. Όλα αυτά εναλλάσσονται με ένα απλό πάτημα του αντίστοιχου πλήκτρου, όπως βλέπετε στον παρακάτω πίνακα. Το πληκτρολόγιο μπαίνει σε λειτουργία pairing αν το αντίστοιχο πλήκτρο πατηθεί για πάνω από 2 δευτερόλεπτα. Το LED λειτουργίας μας επιτρέπει να δούμε με μια ματιά ποια ασύρματη σύνδεση χρησιμοποιείται ανά πάσα στιγμή και σε τι κατάσταση βρίσκεται. Μπαταρία Η μπαταρία καθορίζει ένα μεγάλο βαθμό της χρηστικότητας κάθε ασύρματου περιφερειακού. Στην περίπτωση του Corsair K83 Wireless Entertainment Keyboard οι μηχανικοί της Corsair έχουν βρει μια καλή ισορροπία ανάμεσα στη διάρκεια της μπαταρίας, το μέγεθος και το βάρος της συσκευής και την ύπαρξη φωτισμού. Η διάρκεια της μπαταρίας, με συντηρητική χρήση και το φωτισμό στο χαμηλό φτάνει άνετα 4-5 ημέρες, έως και 1 εβδομάδα. Φυσικά αυτό μπορεί να έχει πολύ μεγάλη διακύμανση, ανάλογα με τη χρήση και την ένταση του φωτισμού. Η κατάσταση της μπαταρίας μπορεί να ελεγχθεί ανά πάσα στιγμή πατώντας το συνδυασμό πλήκτρων Fn + Enter, οπότε το LED λειτουργίας μας ενημερώνει για την κατάσταση φόρτισης της μπαταρίας, σύμφωνα με τον παρακάτω πίνακα. Η φόρτιση της μπαταρίας γίνεται με το καλώδιο με το οποίο γίνεται και η ενσύρματη σύνδεση. Το LED λειτουργίας αναβοσβήνει πράσινο κατά τη φόρτιση και μένει σταθερά πράσινο όταν αυτή ολοκληρωθεί. Στο παρακάτω διάγραμμα βλέπετε τη διαδικασία φόρτισης του Corsair K83 Wireless Entertainment Keyboard μέσω μίας USB 3.1 θύρας του υπολογιστή. Η κίτρινη γραμμή είναι η τάση των 5V της θύρας, η οποία μένει σχεδόν σταθερή καθ' όλη τη διάρκεια της φόρτισης, με μικρές διακυμάνσεις, ανάλογα με το ρεύμα που τραβάει το κύκλωμα φόρτισης του πληκτρολογίου. Η μπλε γραμμή δείχνει το ρεύμα της φόρτισης, το οποίο παραμένει κοντά στη μέγιστη δυνατότητα της θύρας, που είναι 0,9A, για περίπου 1 ώρα και 3 τέταρτα, ενώ κατόπιν και μετά από μια φθίνουσα διακύμανση, πέφτει σταδιακά έως την ολοκλήρωση της φόρτισης. Η κόκκινη γραμμή δείχνει το σύνολο της ενέργειας που έχει δοθεί από τη θύρα USB 3.1 για τη φόρτιση της μπαταρίας ανά πάσα στιγμή, η οποία συνολικά έφτασε τα 2063 mAh, πολύ κοντά στα 2070mAh που είναι η θεωρητική χωρητικότητα της μπαταρίας του Corsair K83 Wireless Entertainment Keyboard. Βλέπουμε ότι η συνολική διάρκεια της φόρτισης ήταν 2 ώρες και 54 λεπτά, σημαντικά μεγαλύτερη από τις 2 ώρες που υπόσχεται η Corsair. Αν δούμε τα πρώτα 30 δευτερόλεπτα της φόρτισης, φαίνεται ότι το ρεύμα φόρτισης ήταν αρχικά στα 0,5A, δηλαδή στις δυνατότητες μιας USB 2.0 θύρας. Αυτό συνέβη γιατί το πληκτρολόγιο ήταν απενεργοποιημένο. Μόλις το ενεργοποίησα και συνδέθηκε με τον υπολογιστή, ο οποίος έτρεχε το λογισμικό ελέγχου iCUE, το ρεύμα ανέβηκε στα 0,9Α. Τι σημαίνουν όλα αυτά; Για να γίνει η γρήγορη φόρτιση που όπως είδαμε ολοκληρώθηκε σε κάτι λιγότερο από 3 ώρες, πρέπει να έχουμε τις παρακάτω συνθήκες: Το πληκτρολόγιο θα είναι συνδεδεμένο σε θύρα υπολογιστή Η θύρα να είναι τουλάχιστον γενιάς USB 3.0 Το πληκτρολόγιο να είναι ενεργοποιημένο Ο υπολογιστής να τρέχει το λογισμικό ελέγχου iCUE Σε κάθε άλλη περίπτωση, η φόρτιση θα γίνει με χαμηλότερο ρεύμα, 0,5A αντί για 0,9A, και θα διαρκέσει σχεδόν το διπλάσιο χρόνο. Θεωρώ ότι το παραπάνω είναι το σημείο που επιδέχεται τη μεγαλύτερη βελτίωση στο Corsair K83 Wireless Entertainment Keyboard. Όταν κάθομαι στον καναπέ, η σύνδεση του πληκτρολογίου με τον υπολογιστή δεν είναι πάντα εύκολη και σίγουρα δεν είναι βολική. Αυτό που θα ήθελα, θα ήταν μια σύνδεση με βύσμα USB Type C, που είναι πολύ πιο ανθεκτικό, reversible και υποστηρίζει πρωτόκολλα φόρτισης που είναι πολύ πιο γρήγορα. Καθώς οι περισσότεροι έχουμε φροντίσει να έχουμε κάποιο φορτιστή κινητού κοντά στον καναπέ και οι περισσότεροι φορτιστές πλέον υποστηρίζουν κάποιο πρωτόκολλο ταχείας φόρτισης, όπως QC2.0, QC3.0 κλπ, θα ήθελα να το Corsair K83 Wireless Entertainment Keyboard να μπορούσε να τα εκμεταλλευτεί, αντί να φορτίζει με ρυθμούς USB 2.0 όταν συνδέεται σε φορτιστή κινητού. Φωτισμός Η ύπαρξη φωτισμού σε ένα πληκτρολόγιο αποτελεί μεγάλο πλεονέκτημα, ειδικά όταν πρόκειται να χρησιμοποιείται από τον καναπέ, σε συχνά σκοτεινές συνθήκες. Ο συνδυασμός της όμως με την ασύρματη σύνδεση αποτελεί τεχνική πρόκληση, καθώς ο φωτισμός είναι ιδιαίτερα ενεργοβόρος, σε σχέση πάντα με την κατανάλωση των υπόλοιπων υποσυστημάτων του πληκτρολογίου. Το Corsair K83 Wireless Entertainment Keyboard ισορροπεί ανάμεσα σε όλα αυτά, προσφέροντας λευκό φωτισμό που είναι ρυθμιζόμενος σε 3 επίπεδα. Δεν υπάρχει RGB και δεν υπάρχει ξεχωριστός έλεγχος φωτισμού σε κάθε πλήκτρο. Λειτουργικά, αυτή η επιλογή είναι η σωστή, καθώς μας επιτρέπει να βλέπουμε τι πληκτρολογούμε, το λευκό πάει με όλα και η κατανάλωση της μπαταρίας από το φωτισμό παραμένει σε ανεκτά επίπεδα. Φυσικά, ο φωτισμός μπορεί να απενεργοποιηθεί κατά τη διάρκεια της ημέρας, για εξοικονόμηση της μπαταρίας. Μπορείτε να δείτε τα 3 επίπεδα φωτισμού του Corsair K83 Wireless Entertainment Keyboard στο παρακάτω gif. Προσωπικά βρίσκω το χαμηλότερο επίπεδο φωτισμού υπερ-αρκετό και αρκετά ξεκούραστο για τα μάτια. Λογισμικό iCUE Ένα από τα πιο δυνατά σημεία του Corsair K83 Wireless Entertainment Keyboard, όπως και όλων των πληκτρολογίων της Corsair, είναι το λογισμικό ελέγχου, που ονομάζεται iCUE. Η πρώτη καρτέλα του λογισμικού ονομάζεται Home και εκεί βλέπουμε όλες τις υποστηριζόμενες συσκευές στο σύστημά μας. Επιλέγοντας κάποια, βλέπουμε τα προφίλ που έχουμε ρυθμίσει για αυτή, είτε software, είτε αποθηκευμένα στη μνήμη της συσκευής, αν έχει. Το κάθε προφίλ μπορούμε να το συνδέσουμε με κάποιο πρόγραμμα, ώστε να φορτώνεται αυτόματα όταν το πρόγραμμα αυτό τρέχει και είναι στο προσκήνιο. Μπορούμε επίσης να του ορίσουμε κάποιο custom εικονίδιο και φόντο. Αν επιλέξουμε το Corsair K83 Wireless Entertainment Keyboard από τις διαθέσιμες συσκευές, εμφανίζεται ένα μενού στα αριστερά, με πρώτη επιλογή τα ACTIONS. Από εδώ μπορούμε να ορίσουμε μια ποικιλία από ACTIONS και να τις αντιστοιχήσουμε σε κάποιο πλήκτρο, όπως επίσης και να κάνουμε κάποιο πλήκτρο remap. Η δεύτερη επιλογή του μενού είναι τα γνωστά GESTURES. Ως προεπιλογή, ο έλεγχός τους γίνεται από τα Windows. Αν όμως κάνουμε μια μικρή παράκαμψη στα SETTINGS, μπορούμε να ενεργοποιήσουμε την παραμετροποίηση των Gestures (Enable Gestures Customization). Αυτό μας δίνει τη δυνατότητα να παραμετροποιήσουμε μια μεγάλη γκάμα από Gestures, που χρησιμοποιούν από 1 έως και 4 δάχτυλα, μέσω του λογισμικού iCUE. Η παραμετροποίηση μπορεί να αντιστοιχίσει το κάθε Gesture σε κάποιο ACTION ή απλά να το κάνει REMAP, δηλαδή να το αντιστοιχίσει σε ένα πλήκτρο ή κουμπί ποντικιού. Ο παρακάτω πίνακας δείχνει τα διαθέσιμα Gestures ανάλογα με το λειτουργικό σύστημα. Καθώς το Corsair K83 Wireless Entertainment Keyboard διαθέτει μόνο λευκό φωτισμό για ολόκληρη τη συσκευή και όχι ξεχωριστά σε ζώνες ή ανά πλήκτρο, οι δυνατότητες του φωτισμού και οι σχετικές ρυθμίσεις είναι περιορισμένες. Έτσι, το μενού LIGHTING EFFECTS διαθέτει μόνο 3 επιλογές: Μπορούμε να επιλέξουμε ανάμεσα σε NO EFFECT, STATIC COLOR και PULSE. Το NO EFFECT απλά απενεργοποιεί το φωτισμό. Το STATIC COLOR ενεργοποιεί το φωτισμό και δίνει τη δυνατότητα της επιλογής της έντασής του. Το PULSE αναβοσβήνει σταδιακά το φωτισμό εν είδει παλμού και οι επιλογές αφορούν το Opacity, που ουσιαστικά είναι η φωτεινότητα, και την ταχύτητα. Στο παρακάτω βίντεο βλέπετε το εφέ PULSE με Opacity στο μέγιστο και ενδιάμεση ταχύτητα. Είναι εμφανές ότι είναι μια επιλογή μόνο για επίδειξη, καθώς δεν ενδείκνυται για πληκτρολόγηση. Το μενού CALIBRATION αφορά το joystick. Η μοναδική του επιλογή είναι η έναρξη του calibration. Αν το πατήσουμε, απλά αφήνουμε το joystick στην ησυχία του και το calibration προχωράει αρκετά γρήγορα και εντελώς μόνο του. Όταν ολοκληρωθεί, το μόνο που μας μένει είναι να πατήσουμε το κουμπί της επιβεβαίωσης για να επιστρέψουμε στην αρχική σελίδα της καρτέλας. Η επιλογή NAVIGATION CONTROL μας δίνει τη δυνατότητα αρκετών ρυθμίσεων που αφορούν το touchpad και το joystick. Η λειτουργία του calibration θα μπορούσε να βρίσκεται άνετα σε αυτή την καρτέλα και όχι να καταλαμβάνει μια ολόκληρη καρτέλα από μόνη της. Στα δεξιά της καρτέλας βλέπουμε ότι όταν το F-Lock είναι off (άρα τα F keys εκτελούν τις δευτερεύουσες λειτουργίες τους), είμαστε στο Media Mode. Όταν είναι on (άρα τα F keys λειτουργούν κανονικά ως F keys) είμαστε στο Gaming Mode. Τέλος, η καρτέλα Performance, μας δίνει την επιλογή για το τι άλλο θέλουμε να συμβαίνει όταν το F-Lock είναι on και συνεπώς είμαστε σε Gaming Mode. Εδώ μπορούμε να απενεργοποιήσουμε πλήκτρα ή συνδυασμούς πλήκτρων που αν πατηθούν εκ παραδρομής, θα διακόψουν το παιχνίδι μας. Μπορεί ακόμη να απενεργοποιηθεί το touchpad. Κάτι ενδιαφέρον είναι η δυνατότητα απενεργοποίησης του Wireless Encryption. Το Corsair K83 Wireless Entertainment Keyboard χρησιμοποιεί έναν ισχυρό αλγόριθμο κρυπτογράφησης 128-bit AES, έτσι ώστε να μην μπορεί κάποιος να υποκλέψει τα keystrokes. Αυτό προσθέτει ένα ελάχιστο latency της τάξης του 0,1ms που για κάποιους hardcore gamers μπορεί να είναι σημαντικό, οπότε η απενεργοποίησή του είναι δυνατή. Αφού τελειώσαμε με το HOME, περνάμε στην καρτέλα DASHBOARD. Εδώ μπορούμε να δούμε πληροφορίες για διάφορες συσκευές του συστήματός μας. Το INSTANT LIGHTING επιτρέπει τη συγχρονισμένη ενεργοποίηση μονοχρωματικού φωτισμού στα χρώματα που βλέπετε, για όλες τις συνδεδεμένες συσκευές που το υποστηρίζουν. Και πάμε πάλι στα SETTINGS για μια πιο προσεκτική ματιά. Εδώ, στο επάνω μέρος έχουμε ρυθμίσεις για τη συσκευή μας, οι οποίες φαίνονται στην παρακάτω εικόνα και κάνουν ακριβώς αυτό που λέει η περιγραφή τους. Στο κάτω μέρος έχουμε της ρυθμίσεις που αφορούν το iCUE, σε 4 καρτέλες, με πρώτη τη GENERAL. Η δεύτερη καρτέλα αφορά το On Screen Display. Αν το ενεργοποιήσουμε... ...έχουμε πάρα πολλές επιλογές για το τι και πώς ακριβώς θα δείχνει... ...το overlay παράθυρο που εμφανίζεται και το οποίο θα παραμένει στην οθόνη μας ακόμα και αν παίζουμε κάποιο παιχνίδι. Η τρίτη καρτέλα του iCUE SETTINGS αφορά το Dashboard. Ανάμεσα στις ρυθμίσεις είναι και η ενεργοποίηση του widget που αφορά τα drives του συστήματος... Ας το ενεργοποιήσουμε για να δούμε τι θα κάνει. Μετά την ενεργοποίηση απαιτείται restart του iCUE service, που γίνεται εύκολα από την καρτέλα GENERAL. Και κάπως έτσι, αποκτήσαμε widgets στο DASHBOARD που μας δείχνουν τις θερμοκρασίες των drives. Τελευταία καρτέλα του iCUE SETTINGS είναι το SENSOR LOGGING από όπου μπορούμε να κάνουμε καταγραφή οποιωνδήποτε εκ των αισθητήρων που υποστηρίζει το iCUE. Η τελευταία καρτέλα του κεντρικού μενού του iCUE περιέχει διαδικτυακούς συνδέσμους που αφορούν την εταιρία. Το εικονίδιο του iCUE στο system tray, περιέχει κάποιες ενδιαφέρουσες επιλογές. Κατ' αρχάς υποστηρίζει τη δημιουργία ξεχωριστών εικονιδίων δίπλα του, που μας πληροφορούν για την κατάσταση της μπαταρίας των συσκευών μας. Περνώντας το ποντίκι πάνω από κάθε μπαταρία, το σύστημα μας δείχνει ποια συσκευή αφορά. Θα ήθελα όμως να υπάρχει δυνατότητα να ξεχωρίζουμε ποιο εικονίδιο αφορά ποια συσκευή, χωρίς να χρειάζεται να κάνουμε hover με το ποντίκι πάνω από το κάθε εικονίδιο, για παράδειγμα με διαφορετικά χρώματα. Μια άλλη λειτουργία είναι το να δούμε το iCUE Space. Το iCUE space είναι ένα παράθυρο που καταλαμβάνει το δεξί μέρος της οθόνης μας, μετακινώντας ο,τιδήποτε άλλο προς τα αριστερά, και μας δείχνει το ίδιο περιεχόμενο με το DASHBOARD, αλλά χωρίς να χρειαστεί να έχουμε ανοιχτό το κυρίως παράθυρο του iCUE. Συνολικά το iCUE είναι ένα υπερπλήρες λογισμικό ελέγχου που προσθέτει μεγάλη αξία στα περιφερειακά της Corsair. Δοκιμές Όπως είδαμε στον πίνακα των χαρακτηριστικών του, το Corsair K83 Wireless Entertainment Keyboard διαθέτει 20-Key Roll Over, συνεπώς(θεωρητικά) μπορεί να αναγνωρίσει το πάτημα οποιωνδήποτε 20 πλήκτρων ταυτόχρονα. Μόνο θεωρητικά όμως, γιατί στην πράξη τα πράγματα ήταν δυστυχώς διαφορετικά. Δοκιμάσαμε το πληκτρολόγιο με κάθε μορφή ασύρματης και ενσύρματης σύνδεσης που υποστηρίζει, αλλά δεν μπορέσαμε να πετύχουμε την ενεργοποίηση 20 πλήκτρων ταυτόχρονα, πολλώ δε μάλλον οποιωνδήποτε. Παρακάτω παραθέτουμε τα αποτελέσματα που πήραμε πατώντας όλα τα πλήκτρα κάθε μίας από τις 6 σειρές πλήκτρων, ξεκινώντας πρώτα από αριστερά και μετά από δεξιά. Υπενθυμίζουμε ότι το Corsair K83 Wireless Entertainment Keyboard είναι ένα πληκτρολόγιο 77 πλήκτρων και δε διαθέτει κανένα από τα πλήκτρα που απεικονίζονται στο δεξί τμήμα του προγράμματος δοκιμών, εκτός από τα βελάκια. Επίσης δε διαθέτει το δεξί πλήκτρο Win και το Menu από την 6η σειρά. Το πάνω βελάκι δοκιμάστηκε με την 6η σειρά καθώς τα πάνω και κάτω βελάκια είναι πλήκτρα μισού ύψους και καταλαμβάνουν τη θέση ενός πλήκτρου σε εκείνη τη σειρά. Όπως βλέπετε, το Corsair K83 Wireless Entertainment Keyboard δε διαθέτει σε καμία περίπτωση 20-Key Roll Over. Ο έλεγχος για ghosting έδειξε αντίστοιχα θέματα και είχαμε αρκετές περιπτώσεις πλήκτρων που δεν ενεργοποιήθηκαν. Η προσπάθειά μας να γράψουμε τη φράση "THE QUICK BROWN FOX JUMPS OVER THE LAZY DOG" κρατώντας πατημένα και τα 2 πλήκτρα Shift ταυτόχρονα, απέφερε το εξής αποτέλεσμα: H QUCK BROWN FOX JUPS OVR H LAZY DOG Τι σημαίνουν όλα αυτά; Στην απλή πληκτρολόγηση, όχι κάτι ιδιαίτερο. Επιβεβαιώνουν όμως αυτό που προείπαμε, ότι το Corsair K83 Wireless Entertainment Keyboard είναι κατάλληλο μόνο για ελαφρύ gaming και αφήνει την απορία γιατί η Corsair διαφημίζει ότι το πληκτρολόγιο διαθέτει 20-Key Roll Over ενώ αυτό δεν ισχύει. Επίλογος Φτάσαμε λοιπόν σε έναν ακόμη επίλογο που καλείται σε λίγες γραμμές να συνοψίσει τα κύρια χαρακτηριστικά του Corsair K83 Wireless Entertainment Keyboard αλλά και να αξιολογήσει τα θετικά και αρνητικά του σημεία. Τα θετικά του είναι πολλά και ξεκάθαρα καθώς πρόκειται για ένα πολύ βολικό και καλοσχεδιασμένο πληκτρολόγιο για χρήση από τον καναπέ. Η μελέτη που έγινε κατά το σχεδιασμό του είναι εμφανής και οι μηχανικοί της Corsair αξίζουν συγχαρητήρια για το λειτουργικό αλλά και καλαίσθητο τρόπο με τον οποίον ενσωμάτωσαν τόσο πολλά χαρακτηριστικά σε ένα τόσο μικρό πακέτο. Η ποιότητα κατασκευής είναι ανάλογη με τα high end πληκτρολόγια της εταιρίας, με βουρτσισμένο αλουμίνιο και ποιοτικά πλαστικά ως υλικά κατασκευής καθώς και άριστη συναρμογή. Το μέγεθος είναι ιδανικό για να επιτρέπει τη σχετικά άνετη πληκτρολόγηση χωρίς να καταλαμβάνει πολύ χώρο, τα πλήκτρα είναι άνετα στη χρήση, το trackpad άριστα υλοποιημένο και το joystick επαρκές για ελαφρύ gaming. Ο έλεγχος του φωτισμού γίνεται άμεσα από ένα πλήκτρο και η ένταση της φωνής ελέγχεται από ένα άριστα υλοποιημένο roller με ενσωματωμένο πλήκτρο σίγασης. Οι δυνατότητες σύνδεσης καλύπτουν κάθε ανάγκη, καθώς περιλαμβάνουν σύνδεση με καλώδιο, με δέκτη στα 2,4GHz και δύο συνδέσεις μέσω Bluetooth. Η λίστα των υποστηριζόμενων συσκευών είναι εκτενής, αλλά δυστυχώς δεν περιλαμβάνει το Playstation 4 και το X-Box One. Η μπαταρία είναι επαρκής για ολιγοήμερη φυσιολογική χρήση, αλλά όπως είναι φυσικό εξαρτάται πολύ από την επιλεγμένη ένταση του φωτισμού. Τα αρνητικά σημεία που εντοπίσαμε στο Corsair K83 Wireless Entertainment Keyboard οφείλονται ως επί το πλείστον στο τμήμα marketing της εταιρίας, που απλά υπόσχεται πράγματα πέρα από τις δυνατότητες του πληκτρολογίου. Το γιατί συμβαίνει αυτό όταν τα χαρακτηριστικά του πληκτρολογίου είναι ήδη πολύ καλά, δημιουργεί εύλογες απορίες. Έτσι ο χρόνος ταχείας φόρτισης, όταν ικανοποιούνται όλες οι συνθήκες για αυτήν (δείτε το σχετικό τμήμα του review), διαφημίζεται στις 2 ώρες, ενώ στην πραγματικότητα διαρκεί σχεδόν 3. Το δε 20-Key Roll Over, που υπόσχονται οι προδιαγραφές, απλά δεν ισχύει. Το κόστος του Corsair K83 Wireless Entertainment Keyboard στα Ελληνικά καταστήματα ξεκινάει από τα €123,30, συμπεριλαμβανομένου του ΦΠΑ. Η τιμή είναι λογική, δεδομένης της ποιότητας του πληκτρολογίου και της πληθώρας των χαρακτηριστικών που ενσωματώνει. Ας συνοψίσουμε λοιπόν τα πλεονεκτήματα και τα μειονεκτήματα του Corsair K83 Wireless Entertainment Keyboard : Ο καλός - Εξαιρετική ποιότητα κατασκευής, υλικών και φινίρισμα - Έξυπνος και καλαίσθητος σχεδιασμός - Ισορροπία μεταξύ μεγέθους και χρηστικότητας - Πολύ καλό trackpad - Ενσωματωμένο joystick - Φωτισμός πλήκτρων - Πολλές επιλογές συνδεσιμότητας - Επαρκής μπαταρία - Πολύ καλό λογισμικό ελέγχου iCUE - Multimedia Keys - Ρόδα ελέγχου έντασης ήχου με ενσωματωμένο πλήκτρο σίγασης Ο Κακός - Ο χρόνος ταχείας φόρτισης φτάνει σχεδόν τις 3 ώρες αντί των 2 που υπόσχονται οι προδιαγραφές - Το 20-Key Roll Over των προδιαγραφών δεν ισχύει - Το πάνω και το κάτω βελάκι είναι πλήκτρα μισού ύψους Ο Αδιάφορος - Η τιμή είναι υψηλή για ένα πληκτρολόγιο αλλά λογική αν υπολογίσουμε όλα τα χαρακτηριστικά και τις δυνατότητές του - Θα προτιμούσαμε θύρα USB Type C αντί για Micro-USB - Θα ήταν θετικό αν υποστηρίζονταν πρωτόκολλα ταχείας φόρτισης όπως QC2.0, QC3.0 κλπ Με βάση τα παραπάνω, η συνολική βαθμολογία του Corsair K83 Wireless Entertainment Keyboard είναι:  theLAB.gr Ευχαριστούμε θερμά την Corsair για την παραχώρηση του δείγματος της δοκιμής. Πολύμερος Αχανιώτης 16/9/2019
  3. H Corsair ανακοίνωσε τη διαθεσιμότητα των νέων Vengeance LPX DDR4 kit (2x8GB) μνήμης, ανεβάζοντας τον πήχη της ταχύτητας των εμπορικά διαθέσιμων kit μνήμης στα 4.866 MHz! Τα νέα kit μνήμης της Corsair μπορούν να φτάσουν τις μέγιστες αναγραφόμενες ταχύτητες με συστήματα Ryzen 3ης γενιάς. Η Corsair, συνεχίζοντας να επεκτείνει τα όρια στις τεχνολογίες μνήμης, συνεργάστηκε με την AMD προκειμένου να επιτευχθεί ο στόχος της εμπορικής διάθεσης ενός kit μνήμης RAM με ταχύτητα κοντά στα 5 GHz. Μάλιστα, αυτή η ταχύτητα έχει δοκιμαστεί και επιτυγχάνεται με τις αυτόματες επιλογές OC των μητρικών X570, όπως οι ΑSUS ROG Crosshair VIII Formula, MSI MEG X570 GODLIKE και MSI PRESTIGE X570 CREATIOΝ. Για όσους ενδιαφέρονται για την εμφάνιση του εσωτερικού του συστήματός τους, η Corsair δεν αφήνει κανέναν παραπονεμένο, καθώς υπάρχουν εκδόσεις VENGEANCE RGB PRO DDR4 με συχνότητες μέχρι 4.700 MHz. Ως γνωστόν, κάθε VENGEANCE RGB PRO module διαθέτει δέκα RGB LEDs που το καθένα μπορεί να προγραμματιστεί ανεξάρτητα μέσα από το λογισμικό CORSAIR iCUE, τόσο ως προς το χρώμα, όσο και ως προς τα εφέ.
  4. Εισαγωγή Τα πρωτόκολλα επικοινωνίας των συσκευών αποθήκευσης εδώ και πολλά χρόνια σηματοδοτούν και καθορίζουν τις μεγάλες εξελίξεις στις ταχύτητες διαμεταγωγής δεδομένων. Και ενώ οι συσκευές αποθήκευσης συνηθιζόταν να κυνηγάνε να φτάσουν την ταχύτητα του εκάστοτε πρωτοκόλλου της εποχής, οι SSD έχουν εξελιχθεί τόσο γρήγορα ώστε πολλές φορές να αποτελεί ο δίαυλος επικοινωνίας τους με το σύστημα, τον πιο αργό κρίκο της αλυσίδας μεταφοράς των δεδομένων. Έτσι λοιπόν, κάποιοι NVMe PCIe 3.0 4X SSDs έχουν φτάσει στα όρια της ταχύτητας που μπορούν να προσφέρουν τα 4 lanes του PCIe 3.0 και το επόμενο λογικό βήμα είναι ή περισσότερα lanes (που εκμεταλλεύονται κάποιες ακριβές enterprise υλοποιήσεις), ή, για την consumer αγορά, η εκμετάλλευση των ταχύτερων lanes που προσφέρει το PCIe 4.0. To PCIe 4.0 είναι πλέον γεγονός, αν και προς το παρόν είναι διαθέσιμο μόνο στις καινούριες μητρικές για AMD Ryzen 3ης γενιάς. Και ενώ η Intel πετάει χαρούμενη χαρταετό, ισχυριζόμενη ότι δεν υπάρχει ακόμα λόγος για την ενσωμάτωση του PCIe 4.0 στα συστήματά της, εφ' όσον οι υπάρχουσες κάρτες γραφικών δε θα μπορούσαν να εκμεταλλευτούν τις αυξημένες του ταχύτητες, οι κατασκευαστές SSD έσπευσαν να της αποδείξουν ότι σαφώς και υπάρχει λόγος. Συγκεκριμένα, οι νέοι NVMe PCIe 4.0 SSDs που, εκμεταλλευόμενοι τη διπλάσια ταχύτητα επικοινωνίας έναντι του PCIe 3.0, ξεπερνούν το bottleneck που έως τώρα έθετε τα όρια στις επιδόσεις των SSD. Η πρώτη υλοποίηση της Corsair που υποστηρίζει PCIe 4.0 είναι ο Corsair Force Series Gen.4 PCIe MP600, που διατίθεται από την εταιρεία σε χωρητικότητες του 1 και των 2 TB. Σήμερα στον πάγκο μας βρίσκεται το μοντέλο των 2TB και το περιμένουν φουρτούνες αντάξιες ενός κουρσάρου! Από τη Συσκευασία Μέχρι το Πυρίτιο - Τι ακριβώς αγοράζουμε Αλλά ας πάρουμε τα πράγματα από την αρχή. Ο Corsair Force Series Gen.4 PCIe MP600 2TB έρχεται σε ένα απλό λευκό κουτί. Ένα μαύρο αυτοκόλλητο καλύπτει σχεδόν ολόκληρη την εμπρός όψη και περιέχει τη φωτογραφία και το μοντέλο του drive, καθώς και πληροφορίες για τις επιδόσεις τους, που ενώ δεν πιέζουν τα όρια του PCIe 4.0, είναι σαφώς έξω από τις δυνατότητες του PCIe 3.0. To πίσω μέρος είναι σαφώς πιο αδιάφορο και έχει μόνο ένα μικρό αυτοκόλλητο με barcodes και αριθμούς. Η χρήσιμη πληροφορία εδώ είναι ότι η χώρα κατασκευής είναι η Taiwan. Μέσα στο απλό χαρτόνι, υπάρχει ένα κομμάτι μαύρο αφρολέξ. Οι εγκοπές για τα δάχτυλα μας βοηθάνε αρκετά στο να το βγάλουμε από το κουτί και να αντικρίσουμε φωλιασμένο μέσα του τον Corsair Force Series Gen.4 PCIe MP600 2TB. Φυλλάδια και παρελκόμενα κάθε είδους λάμπουν δια της απουσίας τους, αλλά δε θεωρούμε ότι η ύπαρξή τους θα είχε κάποια ουσία. Αυτό που κάνει αισθητή την παρουσία του και μάλιστα έντονα, είναι η εγκατεστημένη ψύκτρα. Η ψύκτρα είναι απλή, μαύρου χρώματος και από αλουμίνιο. Είναι προφανές ότι είναι η ίδια και για τις δύο διαφορετικές χωρητικότητες που διατίθενται, καθώς στο επάνω μέρος του αναφέρεται μεν η εταιρεία και το μοντέλο, όχι όμως η χωρητικότητα. Στο κάτω μέρος, ένα αυτοκόλλητο παρέχει πληροφορίες για τις πιστοποιήσεις και τις λοιπές λεπτομέρειες, ενώ κάτω δεξιά αναφέρει και τη χωρητικότητα του drive, ως 2000MB, κάτι που δεν είναι ακριβώς το ίδιο με το 2TB που γράφει η συσκευασία καθώς το 1TB ισούται κανονικά με 1024MB. Το μαύρο PCB δένει αρμονικά με την ψύκτρα και το σύνολο, με το αυτοκόλλητο κρυμμένο κάτω από το drive, θα αποτελέσει μια καλαίσθητη πινελιά σε οποιοδήποτε μοντέρνο σύστημα. Αυτά λοιπόν για το drive, καθώς η ψύκτρα δε μας αφήνει να δούμε τα επί μέρους εξαρτήματά του και δε θα θέλαμε να χάσουμε την εγγύηση παραβιάζοντάς την... Δεν πιστεύω να το πιστέψατε, έτσι; Εννοείτε ότι θα πάμε παραμέσα. Εξ' άλλου η ψύκτρα συγκρατείται στο drive με 4 clips, 2 από κάθε πλευρά και η ίδια η Corsair δε φαίνεται να ενοχλείται από την προοπτική της αφαίρεσής της, καθώς δεν έχει χρησιμοποιήσει κάποιο αυτοκόλλητο ασφαλείας που θα ακύρωνε την εγγύηση. Μπορεί εξ άλλου κάποιος να θέλει να χρησιμοποιήσει το drive με την ενσωματωμένη ψύκτρα που διαθέτουν πολλές μητρικές, όπως και μία από τις 2 μητρικές όπου θα δοκιμαστεί ο Corsair Force Series Gen.4 PCIe MP600 2TB. Βέβαια, εμείς επιλέξαμε να δοκιμάσουμε το drive με τη δική του ψύκτρα, αλλά αυτά θα τα δούμε παρακάτω. Προς το παρόν, ανοίγουμε προσεκτικά τα 4 clips και η ψύκτρα χωρίζεται στα 2. Το πάνω μέρος, που αποτελείται από αλουμίνιο και αναλαμβάνει την ψύξη του ελεγκτή καλύπτεται από μια θερμοαγώγιμη ταινία η οποία εξασφαλίζει τη μεταφορά θερμότητας από το drive στην ψύκτρα. Και ιδού τα αποκαλυπτήρια του drive. Τα βασικά του στοιχεία, τα οποία μας ενδιαφέρουν, είναι ήδη ξεκάθαρα φανερά. Η επάνω, ψυχόμενη πλευρά, περιλαμβάνει τον ελεγκτή, 2 NAND chips και 1 chip μνήμης cache. Η κάτω, μη ψυχόμενη πλευρά, περιλαμβάνει άλλα 2 NAND chips και άλλο 1 chip μνήμης cache. Ο ελεγκτής είναι ο Phison PS5016-E16 του οποίου το interface είναι, σύμφωνα με τη Phison, το PCIe Gen4x4 NVMe, οι υποστηριζόμενες χωρητικότητες από 512 GB έως 2TB και οι ταχύτητες φτάνουν τα Sequential Read/Write (up to): 5,000/4,400 MB/s και Random Read/Write (up to): 750,000/700,000 IOPS. Το Datasheet μας λέει ότι η μέγιστη θερμοκρασία λειτουργίας είναι οι 70°C και ότι υποστηρίζονται End-to-End Data Protection, Pyrite/OPAL και Thermal Monitoring. Η πιο σημαντική πληροφορία όμως είναι ότι ο ελεγκτής υποστηρίζει TLC και QLC NAND. Το τι ακριβώς είναι αυτοί οι τύποι NAND θα το δούμε εν συντομία παρακάτω, στην ανάλυση σε βάθος. Προς το παρόν αρκεί να αναφέρουμε ότι δεν είναι η ταχύτερη διαθέσιμη κατηγορία NAND (που είναι η MLC) και έχω ενδοιασμούς για το αν οι TLC και QLC NAND θα διαθέτουν την απαραίτητη ταχύτητα. Για να δούμε λοιπόν τη NAND που χρησιμοποιεί ο Corsair Force Series Gen.4 PCIe MP600 2TB. Πρόκειται για τα chip της Toshiba, με κωδικό TABHG65AWV, τα οποία είναι BiCS4 3D TLC NAND με 96 επίπεδα. TLC λοιπόν, η καλύτερη από τις 2 επιλογές που υποστηρίζει ο ελεγκτής. Η χωρητικότητα του κάθε ενός από τα συγκεκριμένα NAND chips είναι 4096 Gb, ή αλλιώς 512GB. Εφ' όσον o Corsair Force Series Gen.4 PCIe MP600 2TB διαθέτει 4 τέτοια chips, η συνολική του χωρητικότητα φτάνει τα 2TB. H cache του drive παρέχεται από τα 2 DRAM chips της SKhynix, ένα σε κάθε πλευρά του PCB του drive. Τα DRAM chips που χρησιμοποιήθηκαν είναι τα SKhynix H5AN8G8NNAFR-UH τα οποία είναι χωρητικότητας 8Gb, δηλαδή 1GB έκαστο, προσφέροντας συνολικά 2GB cache στον ελεγκτή. Το ότι η cache αποτελεί το 1/1000 της χωρητικότητας του drive δεν είναι καθόλου τυχαίο, καθώς αποτελεί χαρακτηριστικό του συγκεκριμένου ελεγκτή. Tα συγκεκριμένα DRAM chips είναι DDR4 με συχνότητα λειτουργίας τα 2400MHz και Cas Latency 17. Τεχνικά Χαρακτηριστικά Τα τεχνικά χαρακτηριστικά του Corsair Force Series Gen.4 PCIe MP600 2TB, ακριβώς όπως αναφέρονται στην ιστοσελίδα της Corsair, φαίνονται στον παρακάτω πίνακα. Οι ταχύτητες που υπόσχεται η Corsair είναι εντός των προδιαγραφών του ελεγκτή και η διάρκεια ζωής του Corsair Force Series Gen.4 PCIe MP600 2TB ορίζεται στα 3600TB εγγραφών. Δηλαδή πρέπει κανείς να γράφει στο drive περίπου ολόκληρη τη χωρητικότητά του για 5 χρόνια για να φτάσει αυτόν τον όγκο εγγραφών. Αυτό που δεν αναφέρεται στον πίνακα είναι η διάρκεια της εγγύησης, η οποία είναι 5 χρόνια και η προτεινόμενη τιμή λιανικής η οποία είναι στα 489,99 ευρώ. Συνοδευτικό Λογισμικό Το λογισμικό που συνοδεύει τους SSDs της Corsair, ονομάζεται Corsair SSD Toolbox. Σε αντίθεση με την εξαιρετική δουλειά πού έχει κάνει η Corsair με το iCue, το Corsair SSD Toolbox έχει μείνει χωρίς ουσιαστική εξέλιξη εδώ και αρκετά χρόνια, κάτι που είναι άμεσα εμφανές από το ξεπερασμένο αισθητικά interface του. Εν τούτοις, είναι εύκολο στη χρήση, απλό στη λειτουργία και παρέχει ουσιαστικά όλες τις απαραίτητες λειτουργίες. Η πλοήγηση γίνεται από το κάθετο μενού στα αριστερά και περιλαμβάνει 6 καρτέλες. Στην πρώτη, που ονομάζεται Drive Information (πληροφορίες για το drive), βλέπουμε τα βασικά στοιχεία του κάθε συνδεδεμένου drive και, εφ' όσον αυτό υποστηρίζεται από το πρόγραμμα, μπορούμε να κάνουμε και Firmware Update. Ο έλεγχος του firmware είναι άμεσος και online, απλοποιώντας τη διαδικασία και ελαχιστοποιώντας πιθανά λάθη του χρήστη. Το drive που παραλάβαμε χρειάστηκε άμεσα ενημέρωση του firmware στην έκδοση EGFM11.1, η οποία έγινε πριν τρέξουμε τα benchmarks. Η δεύτερη καρτέλα που ονομάζεται Overprovision αφορά το manual Over Provisioning, κάτι που δεν υποστηρίζεται από τον Corsair Force Series Gen.4 PCIe MP600 2TB. Η τρίτη καρτέλα, S.M.A.R.T. Status (κατάσταση του S.M.A.R.T.) μας δίνει πληροφορίες για την κατάσταση του drive, όπως την υγεία του και το σύνολο των αναγνώσεων και εγγραφών που έχει συνολικά πραγματοποιήσει. Σε αυτήν την καρτέλα θα προτιμούσαμε σαφώς μια πιο εύληπτη παρουσίαση για τον μη ειδικό χρήστη και όχι μια ξερή παρουσίαση των περιεχομένων του S.M.A.R.T. table. Η τέταρτη καρτέλα λέγεται Disk Clone (κλωνοποίηση δίσκου) και περιέχει ένα απλό αλλά βολικό Disk Cloning εργαλείο. Η πέμπτη καρτέλα που ονομάζεται Optimize (βελτιστοποίηση), περιέχει την εντολή ενεργοποίησης του TRIM, κάτι που στον Corsair Force Series Gen.4 PCIe MP600 2TB ελέγχεται από τα Windows και δεν μπορεί να ενεργοποιηθεί κατά βούληση από το χρήστη. Η έκτη και τελευταία καρτέλα με το όνομα Secure Wipe (ασφαλής καθαρισμός) περιέχει ένα εργαλείο ασφαλούς διαγραφής των περιεχομένων του drive, με τρόπο ώστε η επαναφορά τους να είναι αδύνατη. Τα 3 εικονίδια πάνω αριστερά, κάτω από το σήμα της Corsair, αφορούν τη λειτουργία βοήθειας, που εξηγεί κάποιες λειτουργίες του προγράμματος, τις πληροφορίες της έκδοσης του προγράμματος και την ανανέωση της λίστας των drives. Η πρώτη και τελευταία λειτουργία είναι αυτονόητες και δεν έχουμε να σχολιάσουμε κάτι σχετικά, αλλά η δεύτερη αποκάλυψε κάτι ενδιαφέρον. Συγκεκριμένα, ενώ πιο πρόσφατη έκδοση του Corsair SSD Toolbox στην ιστοσελίδα της εταιρίας είναι η 1.2.5.5, η λειτουργία check for updates που είναι κρυμμένη σε αυτή την καρτέλα, κατέβασε και εγκατέστησε την έκδοση 1.2.5.7. Η αναβάθμιση αυτή δεν έδωσε κάποιο ορατό αποτέλεσμα εκτός ότι τα εικονίδια απέκτησαν ένα κακαίσθητο λευκό φόντο που δεν υπήρχε στην προηγούμενη έκδοση. Συνολικά, το Corsair SSD Toolbox κάνει τα βασικά που χρειάζεται, αλλά θα θέλαμε να δούμε μια ανανεωμένη έκδοση, με μοντέρνο interface και μεγαλύτερη φιλικότητα προς το χρήστη. Σύστημα Δοκιμών και Μεθοδολογία Για το συγκεκριμένο review χρησιμοποιήθηκαν 2 συστήματα δοκιμών. Το ένα είναι το γνωστό μας benchtable που είναι στημένο πάνω στην Asrock Z97X Killer. Ο επεξεργαστής είναι ο Intel G3258 Anniversary Edition που παρέμεινε δροσερός χάρη στην Corsair Hydro Series H100i GTX. Η μνήμη είναι στα 8GB που υπερκαλύπτουν τις απαιτήσεις μας στα συγκεκριμένα τεστ, το τροφοδοτικό είναι το Cooler Master V650 και το σύστημα είναι στημένο στο Cooler Master Test Bench V1.0. Καθώς η M.2 υποδοχή της Asrock Z97X Killer υποστηρίζει μόνο PCIe 3.0 2X και όχι 4X, χρησιμοποιήθηκε ένας μετατροπέας PCIe 4X σε M.2. Ευχαριστούμε θερμά την Asrock, την Cooler Master και την Corsair για τα εξαρτήματα που μας παρείχαν για την κατασκευή του συστήματος δοκιμών! Παρακάτω βλέπετε τις πλήρεις προδιαγραφές του συστήματος δοκιμών. Καθώς όμως ο Corsair Force Series Gen.4 PCIe MP600 2TB υποστηρίζει, όπως μαρτυράει το όνομά του, PCIe 4.0 και μάλιστα το χρειάζεται για να αποδώσει τα μέγιστα των επιδόσεών του, οι οποίες ξεπερνούν τις δυνατότητες του πρωτοκόλλου PCIe 3.0, οι δοκιμές έγιναν και σε ένα ολοκαίνουργιο σύστημα με επεξεργαστή AMD Ryzen 3900X και μητρική την Gigabyte X570 AORUS PRO. Το σύστημα αυτό υποστηρίζει το πρωτόκολλο επικοινωνίας PCIe 4.0 και επιτρέπει στον Corsair Force Series Gen.4 PCIe MP600 2TB να δείξει τις πλήρεις δυνατότητές του. Ευχαριστώ θερμά τον φίλο και συνεργάτη David Popeck που μας διέθεσε το σύστημά του για τις δοκιμές. Παρακάτω βλέπετε τις πλήρεις προδιαγραφές του συστήματος δοκιμών με πρωτόκολλο επικοινωνίας PCIe 4.0. Το λειτουργικό σύστημα πάνω στο οποίο γίνονται οι δοκιμές είναι τα Windows 10 Pro 64bit. Οι δοκιμές στις οποίες θα υποβάλουμε τον Corsair Force Series Gen.4 PCIe MP600 2TB χωρίζονται σε 3 κατηγορίες: Συνθετικά Benchmarks Χρήση των Program Traces του PCMark 8 για να δούμε τη συμπεριφορά του drive σε καθημερινή χρήση. Ανάλυση σε βάθος Οι μετρήσεις θα γίνουν και στα 2 παραπάνω συστήματα για να δούμε τις επιδόσεις του drive τόσο σε PCIe 4.0 όσο και σε PCIe 3.0 και θα συγκριθούν με τον Corsair Force Series MP510 960GB και τον Samsung 970 EVO 250GB. Δυστυχώς δεν είχαμε διαθέσιμο κάποιον Samsung 970 EVO αντίστοιχης χωρητικότητας και καθώς οι επιδόσεις των εγγραφών επηρεάζονται ιδιαιτέρως από το πλήθος των πακέτων NAND και ο Samsung 970 EVO 250GB διαθέτει 2 πακέτα NAND έναντι των 4 των άλλων 2 SSD, αυτό θα ληφθεί υπ' όψιν στη διεξαγωγή των συμπερασμάτων. Μείνετε συντονισμένοι. Μετά τις δοκιμές ακολουθεί σχολιασμός, βαθμολογία και συμπεράσματα. Benchmarks Ξεκινάμε με το ATTO. To ATTO είναι το μακράν πιο γενναιόδωρο benchmark όσον αφορά τα θετικά αποτελέσματα ταχύτητας και γι αυτό οι περισσότερες εταιρείες το χρησιμοποιούν για να δηλώσουν τις μέγιστες επιδόσεις σειριακής ανάγνωσης και εγγραφής των drives τους. Ο Corsair Force Series Gen.4 PCIe MP600 2TB έχει πολύ καλές επιδόσεις που στις εγγραφές σχεδόν αγγίζουν τις υποσχόμενες από την εταιρία, ενώ στις αναγνώσεις είναι ελαφρώς χαμηλότερες από τις διαφημιζόμενες. Όλα αυτά βέβαια με τη χρήση του PCIe 4.0, ενώ στη μέτρηση με PCIe 3.0 το drive περιορίζεται από τις δυνατότητες του PCIe 3.0 αλλά και πάλι ξεπερνάει τις επιδόσεις του Corsair Force Series MP510 960GB και του Samsung 970 EVO 250GB. Λαμβάνουμε υπ' όψιν ότι ο EVO διαθέτει 2 πακέτα NAND (όπως εξηγήσαμε στη μεθοδολογία) και έτσι είναι εύλογο και αναμενόμενο ο EVO να έχει περίπου τις μισές επιδόσεις στις σειριακές εγγραφές. Αντίστοιχα είναι και τα αποτελέσματα του CrystalDiskMark 6.0.2 όπου και πάλι ο Corsair Force Series Gen.4 PCIe MP600 2TB δε φτάνει ακριβώς την ταχύτητα εγγραφής των 4950MB/s που υπόσχεται η Corsair αλλά από την άλλη ξεπερνάει τη διαφημιζόμενη ταχύτητα εγγραφών των 4250MB/s, έστω και κατά λίγο. Περισσότερο όμως αξιοσημείωτη είναι η σημαντική αύξηση στις δοκιμές των 4Κ με τη χρήση του drive σε PCIe 4.0. Η αύξηση είναι σημαντική όταν δεν έχουμε queue (ουρά εντολών) (Q1) ή παράλληλα threads (παράλληλη επεξεργασία εντολών) (T1) αλλά απογειώνεται όταν αυξάνει το queue και πραγματικά εκτοξεύεται όταν αυξάνουμε και τα threads! Τα αποτελέσματα του AS SSD Benchmark λένε την ίδια ιστορία. Το Anvil's Storage Utilities benchmark επιβεβαιώνει τα παραπάνω αποτελέσματα, δίνοντας την απόλυτη κυριαρχία και με διαφορά στον Corsair Force Series Gen.4 PCIe MP600 2TB με PCIe 4.0, με δεύτερο το ίδιο drive με PCIe 3.0, όπου κινείται στα όρια ταχύτητας που του επιτρέπει το PCIe 3.0. Τα υπόλοιπα drives, απλά ακολουθούν. Αν δούμε λίγο πιο αναλυτικά τα αποτελέσματα, θα παρατηρήσουμε ότι η υπεροχή του Corsair Force Series Gen.4 PCIe MP600 2TB σε PCIe 4.0 είναι, αναμενόμενα πλέον, σαρωτική όπου υπάρχει χρήση QD, κάτι που εξηγεί και το αποτέλεσμα. Τα AIDA64 Average Read και Write Access δείχνουν ότι ο Corsair Force Series Gen.4 PCIe MP600 2TB είναι ένα drive που ανταποκρίνεται πολύ γρήγορα στις εντολές που λαμβάνει, ειδικά σε PCIe 4.0 και στις εγγραφές. Τα παραπάνω συμπεράσματα φαίνεται να επιβεβαιώνονται και από τα αποτελέσματα του HD Tune Pro Random Read και Write Access. Τα συνολικά αποτελέσματα των benchmarks δείχνουν ότι ο Corsair Force Series Gen.4 PCIe MP600 2TB έχει επιδόσεις που ξεφεύγουν πολύ από αυτές των drives που χρησιμοποιούν PCIe 3.0. Για να δούμε όμως, τι σημαίνει αυτό στην πραγματική χρήση. Program Traces - PCMark 8 Το drive benchmark του PCMark 8 χρησιμοποιεί traces χρήσης πραγματικών προγραμμάτων για να προσομοιώσει τη συμπεριφορά και τις επιδόσεις ενός drive κατά την πραγματική χρήση. Και εκεί που σύμφωνα με τα αποτελέσματα των συνθετικών benchmarks περιμένουμε να δούμε μια σαρωτική επικράτηση του Corsair Force Series Gen.4 PCIe MP600 2TB, το παρακάτω γράφημα γκρεμίζει όλες τις προσδοκίες. Δεν μπορεί, κάτι έγινε εδώ. Ξανατρέχουμε την πολύωρη δοκιμή, καμία διαφορά. Τι συμβαίνει; Πώς μπορεί ένα drive να είναι τόσο πιο γρήγορο σε όλα τα benchmarks και στην πραγματικότητα να μην είναι; Για να το απαντήσουμε αυτό, θα χρειαστεί μια ανάλυση σε μεγαλύτερο βάθος. Ανάλυση σε βάθος Σε αυτό το τμήμα του review, θα χρησιμοποιήσουμε κάποιες πιο εξειδικευμένες δοκιμασίες για να δούμε τη συμπεριφορά του drive με περισσότερη λεπτομέρεια. Συγκεκριμένα θα χρησιμοποιήσουμε το Disk Benchmark του AIDA64. Βλέπουμε ότι η μέση, η μέγιστη και η ελάχιστη ταχύτατα ανάγνωσης του Corsair Force Series Gen.4 PCIe MP600 2TB σε PCIe 4.0 (1ο γράφημα) είναι μεν μεγαλύτερες από τις επιδόσεις του drive σε PCIe 3.0 (2ο γράφημα) και από τα άλλα drives, αλλά παραμένουν χαμηλά σε σχέση με τις δυνατότητες που είδαμε στα συνθετικά benchmarks και μάλιστα σαφώς εντός των δυνατοτήτων του PCIe 3.0. Τι συμβαίνει λοιπόν εδώ; Ουσιαστικά εδώ βλέπουμε την ταχύτητα με την οποία μπορεί να διαβάσει ο ελεγκτής από τη NAND, χωρίς την επιπλέον ταχύτητα που προσδίδει η χρήση της DRAM cache. Αυτή είναι η ταχύτητα με την οποία μπορεί συνεχώς και με συνέπεια να διαβάζει το drive όταν μιλάμε για δεδομένα που δεν είναι στην DRAM cache του των 2GB. Η ταχύτητα αυτή δεν περιορίζεται από τη μέγιστη ταχύτητα του PCIe 3.0, καθώς είναι σαφώς μέσα στις δυνατότητές του και οι διαφορές που βλέπουμε υπέρ του drive σε PCIe 4.0 πιθανότατα σχετίζονται με άλλα optimizations που έχουν γίνει σε αυτό καθώς και τη γενικότερα πολύ νεότερη πλατφόρμα. Η ουσία είναι ότι εδώ φαίνεται πως τα θεαματικά αποτελέσματα των συνθετικών benchmarks ήταν στην ουσία προϊόν της ανάγνωσης δεδομένων τα οποία ήταν ήδη στην DRAM cache του drive. Η DRAM cache, ούσα μακράν ταχύτερη της NAND, είχε τη δυνατότητα να τροφοδοτεί τον ελεγκτή με δεδομένα χωρίς να δημιουργεί bottleneck αλλά η σχετικά αργή TLC NAND που χρησιμοποιεί ο Corsair Force Series Gen.4 PCIe MP600 2TB δε φαίνεται να την έχει και αυτό είναι λογικό. Συνεπώς τώρα φαίνονται λογικά τα αποτελέσματα του PCMark 8. Στην πραγματικότητα, τη μεγάλη του ταχύτητα μπορεί να την δώσει το drive μόνο για αναγνώσεις δεδομένων που βρίσκονται στην DRAM cache και που σε αυτή την περίπτωση περιορίζονται σε μέγεθος από το μέγεθος αυτής, τα 2 GB, το 1/1000 της συνολικής χωρητικότητας του drive. Οι εγγραφές αποκαλύπτουν μια ακόμη πιο ατυχή ιστορία, τη γνωστή πονεμένη ιστορία όλων των SSD που χρησιμοποιούν TLC. Βλέπετε, οι TLC NAND δεν έχουν καλές ταχύτητες εγγραφής. Γι αυτό οι εταιρείες δε διαφημίζουν ποτέ αυτή την ταχύτητα. Αντιθέτως, χρησιμοποιούν ένα μέρος της TLC NAND σε λειτουργία SLC. Όπα φίλε, μισό λεπτό! Τι είναι αυτό το TLC και τι είναι το SLC που μας λες; OK, μικρή ανάλυση λοιπόν, για να είμαστε στην ίδια σελίδα. Να με συγχωρήσουν οι γνώστες και τελειομανείς που θα είναι πολύ εκλαϊκευμένη η εξήγηση και οι μη σχετικοί που θα είναι πολύ "επιστημονική", αλλά πρέπει να συναντηθούμε κάπου στη μέση. Το κάθε κελί μνήμης τύπου NAND, μπορεί να αποθηκεύσει μία ηλεκτρική τάση και να την κρατήσει εκεί. Στην περίπτωση του πρώτου τύπου NAND που χρησιμοποιήθηκε σε SSD, τον τύπο SLC (Single Level Cell) αν υπάρχει ηλεκτρική τάση, αυτό σημαίνει αξία 1 και αν δεν υπάρχει, αξία 0. Αυτό για τον υπολογιστή είναι ένα bit και 8 bits μας κάνουν ένα byte. Στην SLC NAND λοιπόν, κάθε κελί αποθηκεύει 1 bit και ο Controller έχει την πολύ εύκολη δουλειά να ξεχωρίσει ανάμεσα σε τάση και όχι τάση, πράγμα που γίνεται με πολύ μεγάλη ταχύτητα και ακόμη και αν το κελί έχει παλιώσει και φθαρεί. Συνεπώς η SLC NAND είναι πολύ γρήγορη και πολύ ανθεκτική στις εγγραφές που φθείρουν τα κελιά της. Αποθηκεύει όμως 1 μόνο bit ανά κελί. SLC NAND βρίσκαμε μόνο σε Enterprise level SSDs γιατί παρά τα πλεονεκτήματά της, είναι πολύ ακριβή. Και τώρα πλέον, ούτε καν εκεί. H MLC NAND αποθηκεύει 2 bit σε κάθε κελί. Ναι, αλλά εμείς είπαμε ότι το μόνο που αποθηκεύει ένα κελί NAND είναι μια ηλεκτρική τάση. Πώς λοιπόν μια ηλεκτρική τάση μπορεί να αντιστοιχιστεί σε 2 bit, δηλαδή σε ένα οποιονδήποτε διψήφιο συνδυασμό από 0 και 1; Απλό! Οι συνδυασμοί αυτοί κατά το νόμο των πιθανοτήτων είναι 22 δηλαδή 4 και συγκεκριμένα οι 00, 01, 10, και 11. Αν θεωρήσουμε ότι η απουσία ηλεκτρικής τάσης αντιστοιχεί στο 00, θα χρειαστούμε 3 διαφορετικές ηλεκτρικές τάσεις για να αντιστοιχίσουμε στις υπόλοιπες τιμές. Κάπως έτσι λειτουργεί η MLC. Είναι πλέον προφανές ότι η MLC θα λειτουργεί πιο αργά από την SLC, καθώς ο ελεγκτής θα πρέπει να ξεχωρίσει 4 διαφορετικές καταστάσεις του κάθε κελιού, συμπεριλαμβανομένων 3 διαφορετικών ηλεκτρικών τάσεων. Συνεπώς το σύστημα θα λειτουργεί πιο αργά και επιπλέον θα είναι πιο επιρρεπές στη φθορά των κελιών κατά τις εγγραφές και θα έχει μικρότερη διάρκεια ζωής. Η TLC NAND, που χρησιμοποιεί ο Corsair Force Series Gen.4 PCIe MP600 2TB, αλλά και τα άλλα 2 drives με τα οποία τον συγκρίνουμε, αποθηκεύει 3 bit σε κάθε κελί! Αυτό σημαίνει 23 δηλαδή 8 διαφορετικούς συνδυασμούς (000, 001, 010, 100, 011, 110, 101, 111). Κατά αναλογία με πριν, έχουμε εκτός από την απουσία τάσης, 7 διαφορετικές τιμές που κάνει πολύ πιο δύσκολη τη δουλειά του Controller. Εδώ πλέον οι εγγραφές γίνονται πολύ αργές. Η δε φθορά των κελιών που προκαλείται από τους κύκλους εγγραφών είναι ακόμα πιο σημαντική και η ζωή των κελιών πολύ πιο μικρή. Για να το αντιμετωπίσουν αυτό οι εταιρείες και να κάνουν τη χρήση TLC NAND μια βιώσιμη λύση για τους SSD, χρησιμοποιούν κάποια τεχνάσματα που βασίζονται σε πολύπλοκους και ισχυρούς ελεγκτές και εξειδικευμένο firmware. Το πιο βασικό τέχνασμα είναι να χρησιμοποιούν ένα μέρος της ελεύθερης TLC NAND σε λειτουργία SLC, εν είδει cache. Δηλαδή οι εγγραφές πραγματοποιούνται στην SLC cache σε πραγματικό χρόνο και αργότερα, το drive με την ησυχία του περνάει τα δεδομένα στην πολύ πιο αργή TLC NAND. Φυσικά οι εταιρείες δεν το διαφημίζουν αυτό και ο μέσος χρήστης νομίζει ότι αγοράζει drive με ταχύτητες εγγραφής που μπορεί να πετύχει η NAND του drive όταν λειτουργεί ως SLC cache ενώ η αλήθεια είναι πολύ πιο πικρή. Γι αυτό βλέπουμε TLC drives που είναι πολύ πιο οικονομικά από τα MLC να διαφημίζουν υψηλότερες ταχύτητες, αυτές της πολύ γρήγορης SLC cache, η οποία όμως όταν τελειώνει κατά τη διάρκεια μεγαλύτερων εγγραφών, ξαφνικά στέλνει τις επιδόσεις βόλτα και μάλιστα με τα πόδια! Πόση σημασία έχει αυτό στην πράξη; Μεγάλη κουβέντα και οι απόψεις διίστανται. Σε μια απλή χρήση που βασίζεται κυρίως σε αναγνώσεις και λίγες εγγραφές, τα TLC drives τα πάνε μια χαρά. Όταν τα πράγματα ζορίζουν και χρειάζονται μεγαλύτερες και συχνότερες εγγραφές που δε δίνουν χρόνο στην SLC cache των TLC drives να αδειάσει τα δεδομένα της και να είναι έτοιμη για την επόμενη χρήση, ίσως θα ήταν καλύτερη η χρήση ενός SSD με MLC NAND. Τώρα που ξέρουμε λοιπόν, ας πάμε να δούμε πώς συμπεριφέρεται ο Corsair Force Series Gen.4 PCIe MP600 2TB στις εγγραφές. Όπως βλέπουμε στο πρώτο γράφημα που αφορά τον Corsair Force Series Gen.4 PCIe MP600 2TB σε PCIe 4.0, το drive ξεκινάει με ένα μεγάλο burst ταχύτητας που προσεγγίζει τη διαφημιζόμενη ταχύτητα αλλά κρατάει πολύ λίγο, ίσα δηλαδή μέχρι να γεμίσουν τα 2GB της DRAM cache. Μετά, οι επιδόσεις πάνε περίπατο καθώς αρχίζουν οι εγγραφές στην TLC NAND, αν και παραμένουν αξιοπρεπείς, κοντά στα 2400MB/s. Αυτή όπως θα καταλάβατε είναι η ταχύτητα εγγραφής της TLC NAND, όταν αυτή είναι σε λειτουργία SLC cache. Καθώς το drive είναι εντελώς άδειο, έχει τη δυνατότητα να χρησιμοποιήσει ένα πολύ μεγάλο μέρος της TLC NAND του ως SLC cache, που σε σύνδεση PCIe 4.0 φαίνεται ότι είναι κοντά στο 45%. Σε σύνδεση PCIe 3.0 φαίνεται να είναι κάτι παραπάνω από το 35%. Όλα αυτά βέβαια είναι θέμα επιλογών της εταιρίας στο firmware αλλά σε κάθε περίπτωση θα έχουν όλο και λιγότερη σημασία, όσο περισσότερο γεμίζουμε το drive. Όσο πιο γεμάτο είναι τo drive, τόσο λιγότερη περίσσεια NAND θα έχει για να τη χρησιμοποιεί σε μορφή SLC cache και όλο και περισσότερο θα βασίζεται στην πραγματική ταχύτητα της TLC NAND που όπως φαίνεται στα τελευταία μέρη των πρώτων 2 γραφημάτων είναι μόλις στα περίπου 600MB/s σε PCIe 4.0 και 535MB/s σε PCIe 3.0. Είναι μάλιστα αξιοσημείωτο ότι η πραγματική ταχύτητα της TLC NAND που χρησιμοποιήθηκε στον Corsair Force Series MP510 960GB είναι αρκετά μεγαλύτερη, φτάνοντας περίπου τα 1000MB/s. Αυτό βέβαια μπορεί να οφείλεται στο ότι εκεί χρησιμοποιήθηκαν NAND chips των 256GB ενώ στον Corsair Force Series Gen.4 PCIe MP600 2TB έχουμε, όπως είδαμε, NAND chips των 512GB, αλλά σε κάθε περίπτωση η διαφορά είναι εκεί. Είναι πλέον φανερός ο λόγος που ενώ οι επιδόσεις του Corsair Force Series Gen.4 PCIe MP600 2TB στα συνθετικά benchmarks είναι εξαιρετικές, προσεγγίζοντας αυτές που υπόσχεται η συσκευασία, τα αποτελέσματα των traces χρήσης πραγματικών προγραμμάτων του PCMark 8 λένε ότι στην πράξη το drive δεν έχει πλεονέκτημα ταχύτητας έναντι των drives που βασίζονται στο PCIe 3.0. Στην πραγματική χρήση, μόνο όταν κάνουμε εγγραφές θα δούμε διαφορά και αυτό μόνο για ένα μέγιστο 2GB, όση δηλαδή είναι η DRAM cache του drive. Στις αναγνώσεις, διαφορά θα δούμε μόνο αν προκύψει να διαβαστεί κάτι που βρίσκεται στην DRAM cache, δηλαδή σπάνια. Θερμική συμπεριφορά Πριν πάμε στον επίλογο και τα συμπεράσματα, αξίζει μια μικρή κουβέντα για τη θερμική συμπεριφορά του Corsair Force Series Gen.4 PCIe MP600 2TB. Σύμφωνα με τις προδιαγραφές του drive αλλά και του ίδιου του ελεγκτή της Phison, η μέγιστη θερμοκρασία λειτουργίας του Corsair Force Series Gen.4 PCIe MP600 2TB είναι οι 70°C. Εν τούτοις, κατά τη διάρκεια των δοκιμών και εντός ενός κλειστού case με υδρόψυξη και χαμηλή κυκλοφορία αέρα, το drive έφτασε τους 75°C και μάλιστα με θερμοκρασία δωματίου κοντά στους 18°C. Αυτό με οδήγησε να θέλω να δω αν υπήρχε κάποιο thermal throttling ή κάποιο άλλο πρόβλημα, καθώς ήμαστε ήδη εκτός προδιαγραφών. Άνοιξα λοιπόν το πλαϊνό του κουτιού και έβαλα έναν ανεμιστήρα να φυσάει την ψύκτρα του Corsair Force Series Gen.4 PCIe MP600 2TB. Το αποτέλεσμα ήταν η μέγιστη θερμοκρασία να μην περνάει τους 40°C κατά τη διάρκεια των δοκιμών. Πέρα από αυτό, ουσιώδεις, στατιστικά σημαντικές διαφορές, δεν υπήρξαν ούτε και φάνηκε να υπάρχει κάποιο θέμα σταθερότητας. Τα 2 πρώτα από τα παρακάτω γραφήματα πάρθηκαν με το drive σε κλειστό κουτί και χωρίς ροή αέρα πάνω του, οπότε και έφτανε έως και τη θερμοκρασία των 75°C. Τα 2 επόμενα είναι με ανοιχτό πλαϊνό, ροή αέρα και μέγιστη θερμοκρασία 40°C. Παρά το γεγονός ότι δεν παρατηρήθηκαν διαφορές στις 2 καταστάσεις, η άνοδος της θερμοκρασίας άνω των προδιαγραφών του drive και μάλιστα με θερμοκρασία δωματίου τους 18°C, είναι ανησυχητική. Καλό θα είναι όποιοι αποφασίσουν να αποκτήσουν το drive, να φροντίσουν να υπάρχει κάποια ροή αέρα πάνω του, έτσι ώστε αυτό να μένει εντός των προδιαγραφών του και να εξασφαλιστεί η διάρκεια ζωής του. Συμπεράσματα και βαθμολογία - Το δια ταύτα Κάπως έτσι φτάσαμε στην ώρα του απολογισμού και των συμπερασμάτων. Σε αυτούς που πηδάνε από την εισαγωγή στον επίλογο, να πω ότι δεν έχετε καμία ελπίδα. Είναι τόσο πολλά αυτά που έχουμε εξηγήσει για την τεχνολογία και τις ιδιαιτερότητες του Corsair Force Series Gen.4 PCIe MP600 2TB που ο επίλογος σε καμία περίπτωση δε φτάνει για να τα συνοψίσουμε και να τα καταλάβετε. Γυρίστε πίσω λοιπόν και τα ξαναλέμε εδώ σε λίγο. Για όσους διάβασαν κανονικά το review, έχετε ήδη καταλάβει ότι ο Corsair Force Series Gen.4 PCIe MP600 2TB είναι ένα drive με πολύ καλή ποιότητα κατασκευής, ωραία εμφάνιση, μια ωραιότατη ψύκτρα, 5ετή εγγύηση και προδιαγραφές για να γράψει 3600ΤΒ στη διάρκεια της ζωής του, δηλαδή περίπου την πλήρη του χωρητικότητα καθημερινά για 5 χρόνια. Διαθέτει επίσης end-to-end data protection για την εξασφάλιση των δεδομένων σας, pyrite/OPAL AES 256-bit encryption για την κρυπτογράφησή τους και θερμικό έλεγχο για τη μακροζωία του drive. Διαθέτει επίσης τον - απ' ό,τι φαίνεται - μοναδικό σε κυκλοφορία αυτή τη στιγμή ελεγκτή για consumer grade NVMe SSD drive με χρήση PCIe 4.0, καθώς και οι 3 υλοποιήσεις που εντοπίσαμε χρησιμοποιούν τον ίδιο ελεγκτή. Οι υλοποιήσεις είναι φυσικά ο Corsair Force Series Gen.4 PCIe MP600 2TB καθώς και drives της Gigabyte και της Sabrent και ο ελεγκτής είναι ο Phison PS5016-E16 και εκεί έγκειται το πρόβλημα. Ας βάλουμε στην άκρη ότι για να έχει κανείς PCIe 4.0 χρειάζεται, όπως είπαμε και στην εισαγωγή, να διαθέτει πλατφόρμα AMD Ryzen 3ης γενιάς. Το βασικό θέμα είναι ότι ο εν λόγω ελεγκτής υποστηρίζει NAND TLC και QLC μόνο, όχι MLC. Εκεί οφείλεται ουσιαστικά και το πρόβλημα που είδαμε με τις επιδόσεις στην πραγματική χρήση. Κατά τη διάρκεια των συνθετικών benchmarks, οι δοκιμές γίνονται ουσιαστικά ανάμεσα στον ελεγκτή και την DRAM cache, η οποία, και πάλι κατά τις προσταγές του ελεγκτή, είναι 2GB (το 1/1000 της χωρητικότητας του drive) και συνεπώς υπερ-αρκετή για να γίνονται όλες οι συνθετικές δοκιμές χωρίς να δοκιμάζεται ουσιαστικά η ταχύτητα της NAND. Όταν όμως πάμε σε αναγνώσεις πραγματικών δεδομένων, που φυσικά δε θα βρίσκονται στη DRAM cache, και σε εγγραφές δεδομένων άνω των 2GB, τότε βλέπουμε ότι η ταχύτητα πέφτει σε επίπεδα αντίστοιχα με του Corsair Force Series MP510 960GB, ενός πολύ καλού drive που όμως ανήκει σε άλλη κατηγορία καθώς βασίζεται σε PCIe 3.0 και κοστίζει πολύ λιγότερο. Εκεί λοιπόν είναι και η Αχίλλειος πτέρνα του Corsair Force Series Gen.4 PCIe MP600 2TB. Είναι αλήθεια ότι η βαθμολογία του συγκεκριμένου drive με προβλημάτισε καθώς θέλει μελέτη και θα ήταν εύκολο να ξεφύγει προς τη μία ή την άλλη κατεύθυνση. Όσον αφορά Features και Quality, το drive είναι εξαιρετικό και βαθμολογήθηκε ανάλογα. Κανένα πρόβλημα. Τι να πει όμως κανείς για τις επιδόσεις; Στα benchmarks η αρκετή DRAM cache που διαθέτει παράλληλα με τον γρήγορο ελεγκτή και το PCIe 4.0 το κάνουν να ξεχωρίζει αλλά στην πραγματική χρήση η αναντίστοιχα αργή TLC NAND προσγειώνει τις επιδόσεις στα επίπεδα του Corsair Force Series MP510 960GB. Καλές επιδόσεις δηλαδή για ένα PCIe 3.0 drive αλλά όχι αυτές που περιμένουμε από ένα drive που εκμεταλλεύεται το PCIe 4.0. Βέβαια δεν μπορούμε να κατηγορήσουμε την Corsair γι αυτό καθώς πρόκειται για περιορισμό του ελεγκτή, ο οποίος έτσι κι αλλιώς είναι ο μοναδικός διαθέσιμος στην consumer αγορά που υποστηρίζει PCIe 4.0 και σε αυτόν βασίζονται όλες οι αντίστοιχες υλοποιήσεις, δηλαδή οι 3 που αναφέραμε παραπάνω. Η Corsair και η οποιαδήποτε εταιρία δεν μπορεί παρά μόνο να επιλέξει αν θα βγάλει ή δε θα βγάλει PCIe 4.0 NVME SSD αυτή τη στιγμή. Αυτές είναι οι δυνατότητες. Λαμβάνοντας υπ' όψιν όλα τα παραπάνω, η βαθμολογία των επιδόσεων ήταν 7.5. Το κομμάτι της βαθμολογίας όμως που σκοτώνει τα συγκεκριμένα drives, και φυσικά μαζί τους και τον Corsair Force Series Gen.4 PCIe MP600 2TB είναι το value for money. Με ελάχιστα πραγματικά πλεονεκτήματα από αντίστοιχα drives PCIe 3.0 και αρκετά υψηλότερη τιμή, το VFM έπεσε στο 2 και παρέσυρε τη συνολική βαθμολογία. Συγκεκριμένα, για τον Corsair Force Series Gen.4 PCIe MP600 2TB, η προτεινόμενη τιμή λιανικής από την Corsair είναι τα 489,99 ευρώ ενώ στα Ελληνικά καταστήματα εντοπίστηκε με τιμές που ξεκινάνε από τα 458 ευρώ, χωρίς το κόστος των μεταφορικών. Ενδεικτικά, ο Corsair Force Series MP510 1.9TB ξεκινάει από τα περίπου 280 ευρώ, συνεπώς είναι κατανοητή η χαμηλή βαθμολογία του VFM. Ας συνοψίσουμε τα πλεονεκτήματα και τα μειονεκτήματα του Corsair Force Series Gen.4 PCIe MP600 2TB: Πλεονεκτήματα + 5ετής εγγύηση + 3600TBW + PCIe 4.0 + Ποιότητα κατασκευής + End-to-end data protection + Pyrite/OPAL AES 256-bit encryption + Μαύρο PCB και ωραία ψύκτρα Μειονεκτήματα - Η αναγκαστική χρήση TLC NAND περιορίζει την πραγματική ταχύτητα του drive σε επίπεδα PCIe 3.0 - Τιμή - Το συνοδευτικό λογισμικό χρειάζεται ανανέωση Με βάση τα παραπάνω, η συνολική βαθμολογία του Corsair Force Series Gen.4 PCIe MP600 2TB είναι:  theLAB.gr Ευχαριστούμε θερμά την Corsair για την παραχώρηση του δείγματος της δοκιμής. Πολύμερος Αχανιώτης 23/08/2019
  5. Πριν μερικές εβδομάδες παρουσιάστηκε από την Corsair ένα νέο ενσύρματο gaming headset με αρκετά επιθετική τιμή, το HS35 Stereo. Με ονομαστική τιμή που ανέρχεται στα 44.99 € και διαθέσιμο σε 4 διαφορετικά χρώματα, είναι εμφανέστατο ότι στοχεύει τόσο σε όσους δεν είναι διατεθειμένοι να ξοδέψουν πολλά χρήματα για το headset τους, όσο και στους gamers μικρότερης ηλικίας που επιθυμούν να σετάρουν το headset τους με τα χαρακτηριστικά χρώματα της αγαπημένης τους κονσόλας. Ας μην μακρηγορούμε όμως, και ας περάσουμε στη σημερινή παρουσίαση, αφού πρώτα δούμε το επίσημο βίντεο της Corsair για το HS35. Συσκευασία - Παρελκόμενα H συσκευασία του HS35 είναι η τυπική κιτρινόμαυρη που έχουμε πλέον συνηθίσει να βλέπουμε για όλα τα gaming προϊόντα της Corsair. Στη μπροστινή πλευρά, εκτός από μία ευμεγέθη φωτογραφία του headset, βλέπουμε πάνω δεξιά πως είναι συμβατό με οποιαδήποτε gaming πλατφόρμα, ενώ κάτω δεξιά υπάρχει το λογότυπο του Discord για την σχετική πιστοποίηση συμβατότητας. Η πίσω πλευρά της συσκευασίας φιλοξενεί τα τεχνικά χαρακτηριστικά του HS35 σε 8 συνολικά γλώσσες (με την ελληνική να λάμπει δια της απουσίας της) Ανοίγοντας τη συσκευασία, εκτός από το headset βρίσκουμε και τα ομολογουμένως λιγοστά παρελκόμενά του. Αυτά είναι ένα μικρόφωνο με 3.5mm jack, στην ίδια λογική με αυτό που είχαμε δει και στο review του HS70, ένα καλώδιο - αντάπτορας από 4πολικό jack 3.5mm σε 3πολικά jack των 3.5mm και τα διάφορα συνοδευτικά έγγραφα. Δυστυχώς (και κακώς κατά την άποψη του γράφοντος) ο αντάπτορας συμπεριλαμβάνεται μόνο στη μαύρη (carbon) έκδοση των HS35 η οποία απευθύνεται στους PC gamers και όχι στις χρωματιστές. Αν παρ' όλα αυτά επιλέξετε κάποιο από τα χρωματιστά και επιθυμείτε να τα χρησιμοποιείτε και σε PC με 3πολικά jack, είναι αρκετά εύκολο να βρείτε αντάπτορα με κόστος μερικά ευρώ. Τεχνικά Χαρακτηριστικά Τα τεχνικά χαρακτηριστικά των HS35 παρατίθενται αναλυτικά στον πίνακα που ακολουθεί: Headphone Frequency Response 20Hz - 20 kHz Headphone Sensitivity 113dB (+/-3dB) Impedance 32 Ohms @ 1 kHz Headphone Drivers 50mm Microphone Type Unidirectional noise cancelling Microphone Frequency Response 100Hz to 10kHz Microphone Sensitivity -40dB (+/-3dB) Headphone Connector 3.5mm analog 4 pole Cable Length 1.8m Warranty 2 Years Για τις ανάγκες της σημερινής παρουσίασης, η Corsair μας έστειλε δείγμα σε μαύρο χρώμα, ενώ όπως θα δείτε παρακάτω, το HS35 είναι διαθέσιμο εκτός από μαύρο και σε μπλε, πράσινο και κόκκινο ώστε να ταιριάζει με τις κονσόλες PS4, XBOX One και Switch αντίστοιχα Όπως είπαμε και στην αρχή της σημερινής παρουσίασης, η προτεινόμενη τιμή λιανικής των HS35 ανέρχεται στα 44.99 € συμπεριλαμβανομένου του ΦΠΑ, ανεξαρτήτως χρωματισμού. Στην ίδια τιμή τα βρήκαμε και στην Ελληνική αγορά, συνοδευόμενα από την κλασσική διετή εγγύηση που παρέχει η Corsair για όλα της τα προϊόντα. Κάτω από το φακό Οι γενικές γραμμές που ακολούθησε το σχεδιαστικό τμήμα της Corsair στα HS35 εντάσσονται όπως βλέπετε στις παρακάτω φωτογραφίες στο ίδιο ύφος και με τα υπόλοιπα ακουστικά της σειράς HS, όπως τόσο τα HS70 που σας παρουσιάσαμε πριν λίγο καιρό, όσο και τα HS50 που κάποιος τυχερός κέρδισε στον Χριστουγεννιάτικο διαγωνισμό. Η μεγαλύτερη διαφοροποίηση τους έχει να κάνει με το υλικό κατασκευής τους, όπου για λόγους κόστους έχει επιλεχθεί το πλαστικό για όλο τον σκελετό, με μοναδική εξαίρεση τον μηχανισμό ρύθμισης ύψους, όπως θα δούμε και παρακάτω. Αν και gaming με νεανικό προσανατολισμό, είναι αρκετά λιτά και χαμηλών τόνων, ιδιαίτερα στη μαύρη έκδοση, και δεν προκαλούν κάποια ιδιαίτερη (αρνητική ή θετική) εντύπωση με τον σχεδιασμό τους. Στα πλαϊνά των οδηγών φιλοξενείται το γνωστό λογότυπο της Corsair, ενώ η μονοτονία του μαύρου ματ πλαστικού σπάει από μία λεπτομέρεια από γυαλιστερό piano black πλαστικό. Όπως είδαμε και στα παρελκόμενα, το μικρόφωνο είναι αφαιρούμενο, ενώ το καλώδιο, αν και παχύ και ποιοτικό, δεν διαθέτει κάπου είδους sleeve. Η σύνδεση γίνεται με ένα τετραπολικό jack των 3.5 χιλιοστών πράγμα που σημαίνει ότι μπορεί να συνδεθεί με ένα πλήθος συσκευών, με μοναδική περίπτωση ανάγκης χρήσης αντάπτορα αυτή της σύνδεσης σε κάποιο PC που διαθέτει χωριστά jack για είσοδο και για έξοδο. Θεωρούμε την επιλογή αυτή της Corsair ορθότατη, μιας και είναι πολύ πιο βολικό να χρειάζεσαι αντάπτορα μόνο όταν είσαι στο PC. Η στέκα των HS35 στο επάνω της μέρος έχει με αρκετά μεγάλα γράμματα ανάγλυφο το όνομα της κατασκευάστριας εταιρείας, ενώ στο κάτω μέρος της έχει ένα ευμεγέθες μαξιλαράκι από αφρό μνήμης. Δυστυχώς η ποιότητα του memory foam που έχει χρησιμοποιηθεί είναι αρκετά κατώτερη από αυτή που είχαμε δει παλαιότερα στα Void, πράγμα λογικό εν μέρει μιας και μιλάμε για ακουστικά με περίπου 3πλάσια τιμή. Σε κάθε περίπτωση το μαξιλαράκι δείχνει πολύ βολικό. Ίδιο υλικό με το μαξιλαράκι της στέκας έχει χρησιμοποιηθεί και στα μαξιλαράκια των οδηγών, γεγονός που μας προδιαθέτει για αρκετά μέτρια απομόνωση, τόσο του χρήστη από το εξωτερικό περιβάλλον, όσο και του παραγόμενου ήχου προς τους τριγύρω. Ο αριστερός οδηγός, πέρα από το καλώδιο σύνδεσης, φιλοξενεί και ένα κλασσικό περιστροφικό ποτενσιόμετρο για τη ρύθμιση της έντασης του ήχου, ένα μπουτόν ενεργοποίησης/απενεργοποίησης του μικροφώνου και την είσοδο σύνδεσης του μικροφώνου, η οποία είναι στην ίδια ακριβώς λογική με τα HS70 που είχαμε δει στο παρελθόν. Σε περίπτωση που ο χρήστης επιλέξει να μη συνδέσει το μικρόφωνο, μία λαστιχένια τάπα (η οποία διαθέτει και το λογότυπο της Corsair) καλύπτει την οπή, δίνοντας ένα πιο προσεγμένο look στα ακουστικά και προστατεύοντας παράλληλα την υποδοχή από την είσοδο σκόνης. Για το τέλος αφήσαμε το μηχανισμό ρύθμισης του ύψους της στέκας, ο οποίος όπως γράψαμε και παραπάνω είναι το μοναδικό μεταλλικό στοιχείο των HS35. Διαθέτει συνολικά 10 σκάλες με συνολικό άνοιγμα που ανέρχεται στα 3 εκατοστά, επιτρέποντας την εφαρμογή σε ένα μεγάλο εύρος μεγέθους κεφαλιών. Στην πράξη διαπιστώσαμε πως και με τους δύο μηχανισμούς στην τελείως κλειστή θέση τα ακουστικά ταίριαζαν ακριβώς στο κεφάλι της 7χρονης κόρης του γράφοντος, ενώ για να ταιριάξουν στον γράφοντα χρειάστηκε να κάνουμε 6 κλικ και από τις 2 πλευρές. Άνεση - Εφαρμογή - Ποιότητα κατασκευής Θα ξεκινήσουμε την ενότητα αυτή με ένα σχόλιο όσον αφορά την ποιότητα κατασκευής των HS35 και ιδιαίτερα με κάποια πράγματα που δεν φαίνονται από τις φωτογραφίες. Όπως γράψαμε και στις προηγούμενες ενότητες, τα HS35 είναι η οικονομικότερη πρόταση της Corsair στην κατηγορία των gaming headsets και ως εκ τούτου είναι κατασκευασμένα σχεδόν εξ' ολοκλήρου από πλαστικό. Στις φωτογραφίες μπορεί να δείχνουν ότι μοιάζουν σε πολλά με τα ακριβότερα μοντέλα της σειράς HS, στην πράξη όμως, η ποιότητα των πλαστικών δεν αποπνέει την ποιότητα που έχουμε συνηθίσει από τα προϊόντα της Corsair. Τα πλαστικά, ιδιαίτερα της στέκας, είναι αρκετά εύκαμπτα και οι αρθρώσεις δεν εμπνέουν εμπιστοσύνη ως προς αφορά την αντοχή τους όσο στα HS70. Σαν αντίλογο στα προαναφερθέντα θα μπορούσαμε να πούμε πως το εύκαμπτο πλαστικό έχει μεγαλύτερη αντοχή στην κακομεταχείριση, ιδιαίτερα εάν αυτή γίνεται από παιδιά και εφήβους και δεδομένου ότι είναι μεν εύκαμπτα αλλά δεν τρίζουν ίσως αυτό να ήταν και το σκεπτικό της Corsair. Όλα αυτά είναι αναμενόμενα για την κατηγορία τιμής, αλλά μιας και δεν φαίνονται από τις φωτογραφίες είναι καλό να τα έχουν στα υπόψη οι υποψήφιοι αγοραστές, ιδιαίτερα εάν δεν σκοπεύουν να τα αγοράσουν από κάποιο φυσικό κατάστημα, όπου θα έχουν ενδεχομένως τη δυνατότητα να τα περιεργαστούν πριν την αγορά τους. Περνώντας τώρα στα της άνεσης και εφαρμογής, με βάρος 228 γραμμάρια (αρκετά μικρότερο από τα ασύρματα μοντέλα) και με τη βοήθεια των 10 θέσεων ρύθμισης ύψους από κάθε πλευρά και το memory foam τόσο στα αυτιά όσο και στην στέκα, η εύρεση της ιδανικής θέσης είναι εξαιρετικά εύκολη. Όπως γράψαμε και στην προηγούμενη ενότητα, οποιοσδήποτε χρήστης ηλικίας από 8 έως 108 ετών θα βρει χωρίς καμία δυσκολία το σημείο που τον βολεύει, ανεξάρτητα από το εάν φοράει γυαλιά ή όχι. Αξίζει να αναφέρουμε στο σημείο αυτό πως ο διαθέσιμος χώρος για το αυτί είναι ελλειπτικού σχήματος με μεγάλη διάμετρο 7 εκατοστά και μικρή διάμετρο 5 εκατοστά, ενώ το συνθετικό ύφασμα που καλύπτει τα μαξιλαράκια είναι ευχάριστο στην αφή, επιτρέποντας παράλληλα έναν ελαφρύ αερισμό σε σχέση με τα αντίστοιχα υλικά συνθετικού δέρματος. Τέλος, όσον αφορά το κομμάτι της λειτουργικότητας, η ύπαρξη ενός περιστροφικού ποτενσιόμετρου για τον έλεγχο της έντασης του ήχου καθιστά τη συγκεκριμένη ρύθμιση εξαιρετικά απλή και γρήγορη. Μερικές φορές οι απλοί παραδοσιακοί τρόποι είναι και οι καλύτεροι και χαιρόμαστε ιδιαίτερα που επιλέχθηκε ο συγκεκριμένος τρόπος αντί για κάποιο jog dial ή πλήκτρα. Το κουμπί ενεργοποίησης/απενεργοποίησης του μικροφώνου είναι επίσης πολύ βολικό και με το σωστό μέγεθος για να μη το ψάχνετε στα τυφλά. Ηχητικές Δοκιμές Για τις ανάγκες των δοκιμών, χρησιμοποιήσαμε την κάρτα ήχου της βάσης ST100 που σας παρουσιάσαμε σε προηγούμενο review πριν λίγο καιρό, η οποία διαθέτει 4πολική έξοδο 3.5 mm (την οποία είδατε και στις πρώτες φωτογραφίες στην ενότητα κάτω από το φακό). Όσον αφορά την ηχητική απόδοση των HS70 ακολουθήσαμε την ίδια μεθοδολογία που εφαρμόζουμε σε όλα μας τα reviews. Έτσι ξεκινήσαμε με θέαση αποσπασμάτων από ταινίες με έντονα ηχητικά εφέ. Και φυσικά τι καλύτερο από την τεράστια σε διάρκεια τελική μάχη των Avengers με τον Thanos στο Endgame. Φυσικά δεν περιοριστήκαμε σε αυτό, είδαμε σκηνές από παλαιότερες ταινίες του MCU. Η απόδοση των HS35 ήταν πάρα πολύ καλή με πλούσιο μπάσο (χωρίς σε καμία περίπτωση να γίνεται ενοχλητικό) ενώ και οι διάλογοι ήταν πεντακάθαροι. Όσον αφορά την ακρόαση μουσικής χρησιμοποιήσαμε το παλιό καλό Winamp και μία σειρά από αρχεία FLAC κυρίως rock. Και εδώ μείναμε πολύ ικανοποιημένοι, δεδομένου του είδους και της κατηγορίας τιμής στην οποία βρίσκονται τα HS35. Όσον αφορά το gaming, η δοκιμή μας περιελάμβανε μία σειρά από FPS παιχνίδια στα οποία τα HS35 όπως αναμέναμε απέδωσαν επίσης καλά. Είχαμε όση ένταση χρειαζόμασταν (με λίγα περιθώρια για επιπλέον αύξηση) μπόλικο μπάσο και καλή αίσθηση του χώρου και του περιβάλλοντός μας. Στο σημείο αυτό πρέπει να σας πούμε πως ο συνδυασμός του υλικού που έχει χρησιμοποιηθεί για την επένδυση στα μαξιλαράκια των οδηγών και του memory foam με το οποίο είναι γεμισμένα, οδηγεί σε αρκετά μεγάλη "διαρροή" ήχου προς τα έξω, με αποτέλεσμα η όχληση του περίγυρού μας να είναι αρκετή. Στην περίπτωση ακρόασης μουσικής μάλιστα ήταν πολύ εύκολο να γίνει αντιληπτό το τραγούδι που είχαμε επιλέξει. Χαμηλή ήταν και η παθητική απομόνωση των εξωτερικών ήχων για τον ίδιο λόγο, όταν φυσικά δεν υπήρχε αναπαραγωγή ήχου. Για το τέλος αφήσαμε το μικρόφωνο. Οι εντυπώσεις που μας άφησε (πιο σωστά που άφησε στους συνομιλητές μας) ήταν καλές μιας και τόσο σε συνθήκες ησυχίας όσο και σε συνθήκες αρκετών εξωτερικών θορύβων μετέφερε σωστά την φωνή χωρίς κάποιο πρόβλημα ούτε στην καθαρότητα, ούτε στην ένταση. Μοναδικό παράπονο που εκφράστηκε από τον συνομιλητή μας ήταν ένα ελαφρύ τόνισμα του γράμματος σίγμα. Σε κάθε περίπτωση δεδομένης της κατηγορίας τιμής των HS35 θεωρούμε πως η απόδοση του μικροφώνου δεν θα δημιουργήσει κανένα πρόβλημα στον χρήστη και τους συνομιλητές του. Συμπεράσματα Φτάσαμε λοιπόν και σήμερα στην ώρα της ετυμηγορίας. Τα Corsair HS35 είναι ένα headset που τιμά τα χρήματα που ζητάει, αποδίδοντας εξαιρετικά (για την κατηγορία τιμής του) στον τομέα της ηχητικής απόδοσης. Προφανώς και δεν είναι το ενδεδειγμένο headset για ακρόαση μουσικής από audiophiles (ή όσους θεωρούν τους εαυτούς τους audiophiles), αλλά για καθημερινή χρήση σε gaming καταστάσεις, ταινίες δράσης και ακρόαση μουσικής θα αποδώσουν σύμφωνα με τις προδιαγραφές τους. Ως εκ τούτου, για όσους χρήστες έχουν διαθέσιμο budget έως 50 ευρώ και επιθυμούν ένα αξιοπρεπές headset για τις ώρες που αφιερώνουν στο gaming αυτοί ή οι μικρότεροι της οικογένειας, τα HS35 αποτελούν μία αξιόλογη πρόταση. Πριν λίγο καιρό είχε τρέξει και ένα promo σε γνωστή αλυσίδα με τιμή 30 ευρώ και διαθέσιμα όλα τα χρώματα, οπότε έχετε το νου σας... 117 ημέρες για Χριστούγεννα και οι περισσότεροι έχουμε ένα ανήψι που λιώνει σε μια κονσόλα. Ας δούμε λοιπόν τη σύνοψη των υπέρ και κατά των Corsair HS35 σε μορφή bullet points ώστε να προχωρήσουμε και στη βαθμολογία. O καλός Ηχητική απόδοση Εξαιρετικά άνετα ακόμα και φορώντας γυαλιά Διακριτικός σχεδιασμός (για gaming προϊόν) 4 διαθέσιμες χρωματικές επιλογές Μεγάλο εύρος ρύθμισης ύψους στέκας Χειριστήριο ρύθμισης έντασης και on/off μικροφώνου πάνω στον αριστερό οδηγό Ο κακός Ο αντάπτορας είναι διαθέσιμος μόνο στην carbon/μαύρη έκδοση Μέτρια ποιότητα πλαστικών Ο αδιάφορος Θα θέλαμε sleeved καλώδιο Με βάση όλα τα παραπάνω η βαθμολογία που παίρνουν τα Corsair HS35 είναι:  TheLAB.GR Ευχαριστούμε θερμά την Corsair για την παραχώρηση του δείγματος της δοκιμής. Γεώργιος "GriGaS" Ρήγας 30/08/2019
  6. Πρόλογος Ο καταιγισμός προϊόντων καλά κρατεί από την Corsair στην ιστοσελίδα μας. Η εταιρία με συνεχή ρυθμό ανακοίνωσης νέων προϊόντων, μένει στο προσκήνιο όπως άλλωστε συμβαίνει τα τελευταία χρόνια. Σε αυτή την παρουσίαση δεν θα δούμε κάτι εντελώς καινούριο, όχι ότι έχει παλιώσει κιόλας σαν προϊόν, αλλά δεν είναι αυτό που σπαρταράει όπως είχαμε δει στην προηγούμενη παρουσίαση με το iCUE 220T, που το TheLab.gr φρόντισε να είναι από τα πρώτα sites που το παρουσίασε στα μέλη του. Ο λόγος σήμερα για ένα κουτί από τη σειρά Carbide το Spec-06 RGB. Το κουτί είναι ένα τυπικό ATX case, με αρκετά καλούδια όπως θα δούμε στη συνέχεια και ακολουθώντας πιστά την "μόδα" των καιρών, διαθέτει RGB φωτισμό και tempered glass. Χαρακτηριστικά Τα κύρια χαρακτηριστικά του προϊόντος αναφέρονται παρακάτω. Το προϊόν είναι διαθέσιμο σε δύο εκδόσεις. Μία με RGB φωτισμό και μία με μονόχρωμο και επίσης είναι διαθέσιμο σε δύο χρωματισμούς. Τον λευκό (white is the new black) και τον μαύρο. Την στιγμή της παρουσίασης το προϊόν είναι διαθέσιμο στην Ελληνική αγορά με τιμή 81.90€ για την έκδοση με τον μονόχρωμο φωτισμό και 94,69€ για την έκδοση με τον RGB φωτισμό που είναι και αυτή της σημερινής παρουσίασης. Να αναφέρουμε ότι στις δύο παραπάνω τιμές, συμπεριλαμβάνεται ο ΦΠΑ όχι όμως και τα έξοδα αποστολής. Η δε εγγύηση είναι διετής, όπως συμβαίνει άλλωστε σε όλα τα κουτιά της κατασκευάστριας. Συσκευασία και περιεχόμενα Το κουτί έφτασε στα χέρια μας σε μία μετρίου μεγέθους χαρτόκουτα, χωρίς πολλά φρου-φρου και αρώματα. Όπως έχω ξαναπεί στο παρελθόν, προτιμάω η συσκευασία να είναι απλή, αλλά ουσιαστική, παρά να αποτελείται από έγχρωμες ιλουστρασιόν κούτες, ανεβάζοντας το κόστος. Όλες οι πληροφορίες είναι επάνω στην κούτα και επίσης ένα μικρό αυτοκόλλητο (φώτο 5) μας ενημερώνει ότι στα χέρια μας έχουμε το λευκό Carbide Spec-06 με RGB φωτισμό. Η συσκευασία έφερε εις πέρας το έργο της μιας και ο συνδυασμός από χοντρά κομμάτια φελιζόλ και νάιλον έφεραν το κουτί στα χέρια μας σε υπεράριστη κατάσταση. Εντός της συσκευασίας βρήκαμε ένα ευτραφές εγχειρίδιο χρήσης, το οποίο μπορείτε να δείτε κάνοντας κλικ εδώ και τα παρελκόμενα του κουτιού που τα βλέπετε αναλυτικά στην δεύτερη φωτογραφία που ακολουθεί. Δύο πράγματα είναι ασυνήθιστα. Το ένα η ταινία διπλής όψεως και το άλλο τέσσερις βίδες με άλεν κεφάλι (Hex screws στη φώτο2). Και τα δύο θα δούμε στην συνέχεια της παρουσίασης που μας χρησιμεύουν. Εξωτερικό Μέρος Καιρός να ρίξουμε και την πρώτη ματιά στο προϊόν. Την πρώτη εντύπωση την κλέβει αυτή η περίτεχνη "χαρακιά" στην πρόσοψη. Όπως ήδη έχετε δει από τον πρόλογο, είναι το κομμάτι που φέρει RGB φωτισμό. Το υλικό που έχει κατασκευαστεί η πρόσοψη είναι από πλαστικό και κάτω αριστερά φέρει το λογότυπο της κατασκευάστριας. Στα αριστερά διακρίνουμε το tempered glass που μας χαρίζει άπλετη θέα στο εσωτερικό και το λευκό τοπίο σπάει από μαύρες λεπτομέρειες περιμετρικά της πρόσοψης και στο εσωτερικό από τα μαύρα PCI brackets. Η πρόσοψη -όπως ήδη αναφέραμε- είναι κατασκευασμένη από πλαστικό και κάποιος θα αναρωτηθεί από που "ανασάνει" αυτό το κουτί. Η απορία είναι εύλογη μιας και δεν έχει διάτρητα κομμάτια όπως είχαμε δει στο πρόσφατο παρελθόν με το 220Τ, έχει όμως ένα κενό περιμετρικά της, κάτι που μπορείτε να δείτε στην δεύτερη φωτογραφία που ακολουθεί. Για να αφαιρεθεί η πρόσοψη αρκεί να τραβήξουμε με το χέρι μας από το κάτω μέρος και προς τα εμάς. Με αυτό τον τρόπο τα πλαστικά κλιπς συγκράτησης ελευθερώνουν το πλαστικό της πρόσοψης και την παίρνουμε στα χέρια μας. Η επανεγκατάσταση είναι απλή και σε αυτό βοηθούν οι πείροι ευθυγράμμισης, για να μπει σωστά και το μόνο που μένει από την μεριά μας, είναι ένα ελαφρύ χτύπημα με το χέρι μας για να κουμπώσει. Εσωτερικά βλέπουμε ένα πλενόμενο φίλτρο, καλής ποιότητας, που η συγκράτησή του γίνεται μέσω μαγνητών και η ευθυγράμμιση μέσω γλωσσών. Επίσης... ... Αφού αφαιρεθεί και το φίλτρο, βλέπουμε τον έναν προεγκατεστημένο ανεμιστήρα που φέρει η πρόσοψη και επίσης τις επιπλέον θέσεις και επιλογές που παρέχει. Αυτές είναι είτε για 3x120mm ανεμιστήρες, είτε για 2x140mm. Στο πίσω μέρος του πλαστικού της πρόσοψης είδαμε σε προηγούμενη φωτογραφία ότι υπάρχει ένα ακόμα πλαστικό τμήμα που θυμίζει μπαστούνι χόκεϊ επί πάγου. Αυτό το τμήμα στηρίζεται πάνω στο λευκό πλαστικό της πρόσοψης με έξι συνολικά βίδες και εσωτερικά του κρύβεται η RGB λεντοταινία που θα χαρίσει "τα φώτα" της στην "χαρακιά" της πρόσοψης. Καλό είναι να σημειώσουμε σε αυτό εδώ το σημείο, ότι όσοι από εσάς επιχειρήσετε να το αφαιρέσετε, προσέξτε κατά την διαδικασία εγκατάστασης. Οι βίδες είναι πολύ κοντές και με αραιό σχετικά σπείρωμα, οπότε είναι εύκολο να "κλωτσήσει" κάποια από αυτές κατά το βίδωμα. Συνεπώς, μην ασκήσετε μεγάλη δύναμη κατά το βίδωμα, αλλά αφήστε τις βίδες να σας οδηγήσουν. "Κάτω από το καπό" κρύβεται ένα ακόμα πλαστικό κομμάτι, αυτή τη φορά σε ημιδιάφανο γαλακτερό και ο ρόλος του είναι να προσφέρει ομοιομορφία στον φωτισμό της λεντοταινίας. Παίρνουμε την πρώτη στροφή και κοιτάζουμε πλέον το αριστερό πλαϊνό. Εδώ βλέπουμε ουσιαστικά το εσωτερικό του κουτιού, μέσω του tempered glass. Το γυαλί δεν είναι εντελώς διάφανο αλλά ελαφρά φιμέ και περιμετρικά του είναι εντελώς μαύρο. Μία λεπτομέρεια που μου άρεσε αρκετά είναι οι τέσσερις μεταλλικές βίδες με κανελάζ που συγκρατούν το χοντρό tempered glass στον σκελετό του κουτιού. Το κανελάζ, επιτρέπει να βιδώσουμε και να ξεβιδώσουμε τις βίδες, χωρίς την χρήση ίσιου κατσαβιδιού. Επίσης, μου άρεσε το γεγονός ότι φέρουν ελαστική ροδέλα για να μην αφήσουν σημάδια επάνω στο γυαλί. Βέβαια δεν αρέσει σε όλους το κανελάζ από ότι κατάλαβα Και λογικό μιας και γούστα είναι αυτά και η κατασκευάστρια θέλησε να ικανοποιήσει όσο γίνεται περισσότερους χρήστες. Σε όσους λοιπόν από εσάς, δεν αρέσουν οι προεγκατεστημένες βίδες του tempered glass, στα παρελκόμενα είχαμε βρει τέσσερις μαύρες αλενόβιδες μαζί με ένα κλειδί άλεν. Εδώ ακριβώς είναι που αντιστοιχούν. Βγάζετε τις προεγκατεστημένες και βάζετε αυτές, για ένα ας το πούμε πιο καθαρό look. Συνεχίζουμε την βόλτα μας και αντικρίζουμε το πίσω μέρος του κουτιού. Ξεκινώντας την περιγραφή μας από πάνω και προς τα κάτω, βλέπουμε τη θέση για το I/O shield της μητρικής, στα δεξιά της μία θέση για 120mm ανεμιστήρα που έρχεται προεγκατεστημένος και το κουτί μας δίνει τη δυνατότητα αυτός να εγκατασταθεί σε διαφορετικά ύψη μέσω των μακρόστενων οπών. Λίγο πιο κάτω, εντοπίζουμε τα επτά διάτρητα PCI brackets συν δύο ακόμα στα δεξιά και τέρμα κάτω, την θέση για ένα ATX τροφοδοτικό η οποία μπορεί να το φιλοξενήσει, είτε με τον ανεμιστήρα προς τα πάνω, είτε με τον ανεμιστήρα προς τα κάτω και κάτι ακόμα.... Αυτό δεν είναι άλλο από έναν RGB LED controller με τρία κουμπιά. Έχει επιλογή ταχύτητας, χρώματος και τρόπου φωτισμού δίνοντας επτά διαφορετικές επιλογές στον τρόπο. Ο controller είναι στερεωμένος επάνω στο κουτί με ταινία διπλής όψης. Αυτή με την οποία έρχεται ξεκολλάει αμέσως και γι' αυτόν τον λόγο υπάρχει ανταλλακτική στα παρελκόμενα που είδαμε λίγο πριν. Φυσικά θα προτιμούσαμε εξαρχής μία πιο καλή ταινία και επίσης θεωρώ ότι το σημείο που έχει επιλεγεί για να είναι ο controller είναι άβολο. Κάθε φορά που ο χρήστης θα θέλει να αλλάξει τον φωτισμό του, θα πρέπει να ψαχουλεύει στα τυφλά στο πίσω μέρος του κουτιού. Ολοκληρώνουμε την πλήρη περιστροφή του κουτιού και συναντάμε το δεξιό πλαϊνό, για το οποίο δεν έχουμε και πολλά να αναφέρουμε. Καιρός να φέρουμε τα πάνω κάτω για χάρη της φωτογράφισης και να δούμε αρχικά το κάτω μέρος του κουτιού, που παρουσιάζει εξαιρετικό ενδιαφέρον, προϊδεάζοντας μας για το τι θα βρούμε στο εσωτερικό, ειδικά στο σημείο που είναι το cage δίσκων. Με την πρώτη ματιά βλέπουμε το αφαιρούμενο, πλενόμενο, συρταρωτό φίλτρο στη θέση του τροφοδοτικού. Η αφαίρεση και η επανατοποθέτηση του φίλτρου είναι μια εύκολη υπόθεση και δεν μας προβλημάτισε κατά την διάρκεια της παρουσίασης. Στα δεξιά όμως είναι στραμμένο όλο μας το ενδιαφέρον, καθώς εκεί υπάρχουν τέσσερις βίδες που μας προϊδεάζουν για ένα αφαιρούμενο cage δίσκων. Σε αντίθεση με το 220T δεν φαίνεται να μετατοπίζεται το cage, αλλά καλό είναι να περιμένουμε να το δούμε κατά τη βόλτα μας στο εσωτερικό μέρος. Τα πόδια του κουτιού, πέρα από την κλασική πλέον επένδυση με ελαστικό για την απορρόφηση των κραδασμών, αλλά και την προστασία της επιφάνειας πάνω στην οποία θα εγκαταστήσουμε το κουτί, είναι και μια ωραία αισθητική πινελιά καθώς περιμετρικά τους έχουν φινίρισμα χρωμίου. Στην οροφή βλέπουμε ένα αφαιρούμενο και πάλι μαγνητικό φίλτρο. Δεν είναι από τα πιο "σφικτά" φίλτρα που έχουμε δει, αλλά όπως έχω αναφέρει πολλές φορές στο παρελθόν, για φίλτρο οροφής όπου κατά κανόνα είναι θέση εξαγωγής αέρα, είναι ότι πρέπει και σίγουρα θα το εκτιμήσουν οι ιδιοκτήτες του κουτιού που έχουν κατοικίδια σπίτι τους. Κάτω από το φίλτρο βλέπουμε τον σχεδιασμό της οροφής. Διάτρητη σχεδόν στο 90% της σε honeycomb style και δέκα στο σύνολο μακρόστενες οπές για να φιλοξενήσει είτε 2x120mm, είτε 1x140mm ανεμιστήρες με την δυνατότητα μετατόπισης της συστοιχίας δεξιά ή αριστερά. Οι κοινές θέσεις στήριξης τόσο των 120mm όσο και του 140mm ανεμιστήρα , όπως βλέπουμε και στην δεύτερη φωτογραφία που ακολουθεί είναι μετατοπισμένες κατά το δυνατόν πλησιέστερα προς το tempered glass πλαϊνό, ώστε να απομακρύνουν από την μητρική τους ανεμιστήρες και κατ' επέκταση, από κάποιο ψυγείο που επιθυμεί να εγκαταστήσει ο χρήστης. Αν αρκεί αυτή η μετατόπιση, θα το δούμε στο κομμάτι της εγκατάστασης υδρόψυξης. Για το φινάλε του εξωτερικού μέρους αφήσαμε το front panel του κουτιού, το οποίο -ξεκινώντας από αριστερά και προς τα δεξιά- αποτελείται από το power button με το power LED να είναι ενσωματωμένο σε αυτό, δύο θύρες USB3.0, δύο mini jack για ακουστικά και μικρόφωνο και το κουμπί reset. Εδώ να πω ότι θα περίμενα να δω και μία θύρα type C. Εσωτερικό Μέρος Και έφτασε η ώρα να δούμε το εσωτερικό από κοντά και να αφαιρέσουμε το διάφανο tempered glass. Κατά την πλοήγησή μας στο εξωτερικό σας είπα ότι μου άρεσαν πολύ οι μεταλλικές βίδες με το κανελάζ. Μου αρέσει επίσης το γεγονός ότι φέρουν ελαστική ροδέλα στο ίδιο μαύρο χρώμα με τις βίδες αλλά και το μαύρο πλαίσιο του γυαλιού. Αυτό που μου άρεσε όμως περισσότερο, είναι ότι δεν χρειάζεται ο χρήστης να έχει περισσότερα από δύο χέρια κατά την διαδικασία αφαίρεσης του tempered glass καθώς το τζάμι μένει πάνω στις πατούρες. Οι πατούρες (πρώτη φωτογραφία) βασικό σκοπό έχουν να απομονώσουν το γυαλί από οποιαδήποτε άμεση επαφή του με άκαμπτη μεταλλική επιφάνεια, έτσι το γυαλί είναι προστατευμένο από τυχαίες παραμορφώσεις ή κραδασμούς του κουτιού! Απλή, λιτή και πολύ πρακτική λύση. Στην δεύτερη φωτογραφία που ακολουθεί βλέπουμε ότι το tempered glass -πάχους 4mm- έχει υποστεί μία επεξεργασία. Η επεξεργασία αυτή ονομάζεται ροντέ καρέ και αυτό που κάνει, είναι να "σπάει" όλες τις ακμές του τζαμιού, για να μην κόβει τον χρήστη. Και κάπως έτσι έχουμε την πρώτη φωτογραφία του εσωτερικού χωρίς τις ενοχλητικές για την φωτογράφιση ανακλάσεις του τζαμιού. Η περιήγησή μας στο εσωτερικό του κουτιού ξεκινάει από τα δεξιά και συγκεκριμένα από το εσωτερικό μέρος της πρόσοψης, όπου αντικρίζουμε έναν προεγκατεστημένο ανεμιστήρα 120mm. Είναι ο τυπικός ανεμιστήρας που χρησιμοποιεί η κατασκευάστρια σε κάποια από τα κουτιά της. Επίσης, εάν ο χρήστης το επιθυμεί μπορεί να προσθέσει δύο ακόμα και να έχει τρεις ανεμιστήρες εισόδου αέρα στην πρόσοψη. H οροφή μπορεί να φιλοξενήσει είτε 2x120mm, είτε 1x140mm ανεμιστήρες, και οι δυο συνδυασμοί είναι μετατοπισμένοι μακριά από την μητρική, με σκοπό να επιτρέψουν την εγκατάσταση ψυγείου. Αυτό βέβαια με απόσταση μόλις 3cm της οροφής από τον πρώτο αποστάτη, μένει να το δούμε κατά την εγκατάσταση υδρόψυξης. Στο πίσω μέρος βλέπουμε μία θέση για 1x120mm ανεμιστήρα με δυνατότητα μετατόπισης προς τα πάνω ή προς τα κάτω. Ο ανεμιστήρας και σε αυτή την θέση έρχεται προεγκατεστημένος και είναι ίδιος με αυτόν της πρόσοψης που είδαμε πριν λίγο. Παρακάτω βλέπουμε επτά συν δύο PCI slots, όπου δεν μου άρεσε το γεγονός ότι δεν είδα χειρόβιδες. Στο κάτω μέρος του εσωτερικού από τη μεριά της μητρικής αντικρίζουμε την καλύπτρα του τροφοδοτικού η οποία δεν είναι αφαιρούμενη. Προς την μεριά της μητρικής υπάρχουν δύο ορθογώνιες οπές (η μία διαθέτει grommet) για να περαστούν καλώδια front panel, sata κλπ και στα αριστερά βλέπουμε ένα διάτρητο τμήμα της καλύπτρας σε honeycomb στυλ. Αυτό δεν έχει γίνει τόσο για να μπορεί να εγκατασταθεί το τροφοδοτικό με τον ανεμιστήρα προς τα πάνω, αλλά για να μπορεί ο χρήστης -εφόσον το θελήσει- να εγκαταστήσει κάποιο fanless τροφοδοτικό και επίσης λειτουργεί ως έξοδος θερμού αέρα από το cage δίσκων, που και αυτό βρίσκεται κάτω από την καλύπτρα. Τελευταία στάση πριν αφαιρέσουμε το δεξιό πλαϊνό για να δούμε και το πίσω μέρος του κουτιού, είναι ένα κοντινό στο motherboard tray. Με μία πρώτη ματιά όλα φαίνονται να κυλούν σε γνωστά μονοπάτια. Μεγάλο CPU cut out, οπές στο επάνω μέρος για τη διέλευση των καλωδίων και grommets στα δεξιά. Ακόμα πιο δεξιά βλέπουμε δύο θέσεις για δίσκους 2,5" που μπορούν να εγκατασταθούν είτε από τη μεριά της μητρικής είτε από την πίσω μεριά του motherboard tray. Όπισθεν ολοταχώς! Για να αφαιρεθεί το δεξιό πλαϊνό, ξεβιδώνουμε τις δύο χειρόβιδες οι οποίες μένουν πάνω σε αυτό για να μην τις χάσετε. Το πλαϊνό φέρει τις κατάλληλες διαμορφώσεις περιμετρικά του κάτι που τα καθιστά αρκετά στιβαρό και δύσκαμπτο. Και ορίστε η πρώτη φωτογραφία του πίσω μέρους του Corsair Carbide Spec-06. Τέσσερις συνολικά θέσεις για δίσκους 2.5" με δύο από αυτές να είναι σε μαύρα αφαιρούμενα brackets ακριβώς κάτω από το CPU cut out. To δε CPU cut out είναι αρκετά μεγάλο και δεν φαίνεται να μας κρύβει κάποια δυσάρεστη έκπληξη κατά την εγκατάσταση της ψύκτρας και ένα ευχάριστο οι πολλές δέστρες (15 με ένα πρόχειρο μέτρημα) που βλέπουμε για να πιάσουμε τα δεματικά καλωδίων. Κάτω και αριστερά εντοπίζουμε το cage δίσκων το οποίο μπορεί να φιλοξενήσει στα συρτάρια του είτε δύο δίσκους 3.5", είτε δύο δίσκους 2,5" στο κέντρο τους. Η εγκατάσταση για τους 3.5" είναι tool free, ενώ για τους 2.5" γίνεται με τη χρήση βιδών.Μείον, το γεγονός ότι οι πείροι για την tool free εγκατάσταση των δίσκων 3.5" δεν φέρουν ελαστικές ροδέλες για να απορροφήσουν τυχόν κραδασμούς. Το cage είναι αφαιρούμενο και αρκεί να ξεβιδώσουμε τέσσερις βίδες από το κάτω μέρος και μία από το πίσω μέρος του Motherboard tray. Στα συν πέρα από τις κλασικές οβάλ οπές για την διέλευση του αέρα είναι ο τρόπος ευθυγράμμισης του cage στη σωστή θέση. Αυτό γίνεται μέσω τριών πείρων και έτσι η διαδικασία βιδώματος είναι αρκετά εύκολη. Στο κάτω μέρος βλέπουμε όμορφα και ωραία περασμένα τα δύο καλώδια που έχουν να κάνουν με τον controller στο πίσω μέρος και την λεντοταινία που υπάρχει στην πρόσοψη και είδαμε μαζί λίγο πριν. Η τροφοδοσία γίνεται μέσω ενός power sata καλωδίου που θα συνδεθεί στο τροφοδοτικό και οι εντολές από τον controller δίνονται μέσω ενός 3pin καλωδίου. Επόμενη στάση μας είναι η θέση για το τροφοδοτικό, η εγκατάσταση του οποίου γίνεται από το μέρος που κοιτάει ο φακός. Η θέση φέρει φυσικά λαστιχένιες επενδύσεις για την απόσβεση κραδασμών και όταν πλέον αφαιρεθεί και το cage δίσκων τότε μπορεί ο χρήστης να εγκαταστήσει και έναν υποσταθμό της ΔΕΗ εφόσον το επιθυμεί Πάμε στο αγαπημένο μου κομμάτι που είναι η εξερεύνηση σε σημεία που δεν φαίνονται με την πρώτη ματιά. Ένα από αυτά, έχει να κάνει με την αφαίρεση του front panel. Ο λόγος που θέλω να υπάρχει κάτι τέτοιο στα reviews, είναι πιο πολύ για να βοηθηθούν χρήστες που μελλοντικά μπορεί να χρειαστούν να αντικαταστήσουν το front panel του κουτιού τους. Και εδώ πέρα από την ανάλυση, θα βρουν και τον τρόπο. Ξεκινάμε αφού έχουμε αφαιρέσει το πλαστικό της πρόσοψης και το φίλτρο. Το μαύρο πλαίσιο περιμετρικά της πρόσοψης για να αφαιρεθεί θα πρέπει πρώτα ο χρήστης να αφαιρέσει τρεις βίδες από το εσωτερικό μέρος του κουτιού. Μία από αυτές τις βίδες είναι στο πίσω μέρος από τη μεριά του Motherboard tray. Αφού ξεβιδωθούν, αρκεί ένα σπρώξιμο προς τα επάνω και το μαύρο πλαστικό μπορεί να καθίσει σε μία γωνία. Θετικό ότι τα σημεία στα οποία βιδώνουν οι τρεις συνολικά βίδες είναι με φυτευτά μεταλλικά σπειρώματα για την αποφυγή ατυχημάτων. Μετά η διαδικασία είναι λίγο πολύ γνωστή. Δύο βίδες συγκρατούν την πλαστική βάση πάνω στον σκελετό του κουτιού και η πλακέτα με την σειρά της είναι στερεωμένη με τέσσερις βίδες πάνω στην πλαστική βάση. Η πλακέτα του front panel δεν έχει να επιδείξει και πολλά. Οι κολλήσεις είναι αρκετά καλές και όλα μοιάζουν λιτά και λειτουργικά. Απλά και ουσιαστικά πράγματα σε αυτό το σημείο από την κατασκευάστρια. Κλείνοντας ας ρίξουμε μία ματιά στα καλώδια του front panel από τα οποία φαίνεται να απουσιάζει το HDD activity LED. Εγκατάσταση συστήματος Μετά από αρκετά χρόνια αποχαιρετίσαμε εσπευσμένα το παλαιό σύστημα δοκιμής και αναβαθμίσαμε το hardware. Σίγουρα θα επιθυμούσα προσωπικά η αλλαγή αυτή να γίνει με πιο ομαλό τρόπο, ώστε να μπορέσω να σας κρατήσω μετρήσεις από περισσότερα κουτιά, κατά την μετάβαση από την "παλιά" στην "νέα εποχή", αλλά δυστυχώς δεν ήταν εφικτό κάτι τέτοιο. Το νέο σύστημα δοκιμών αναφέρεται παρακάτω. H διαδικασία εγκατάστασης του Hardware δεν επιφύλαξε εκπλήξεις. Όλα πήραν την θέση τους χωρίς να μας δυσκολέψει το κουτί σε κανένα σημείο. Σε αντίθεση με το 220T iCUE, το οποίο φυσικά μπορεί να είναι και αυτό ATX αλλά σαφέστατα μικρότερο σε διαστάσεις κουτί, το τροφοδοτικό μπήκε στη θέση του με τα καλώδια εγκατεστημένα πάνω του χωρίς να χρειαστεί να αφαιρέσουμε το cage δίσκων. Στα μόνα σημεία που στριμώχθηκαν τα χέρια, ήταν στα καλώδια του front panel που οι υποδοχές τους βρίσκονται τέρμα κάτω στην μητρική. Μεταξύ αυτής και της καλύπτρας. Οι οπές διέλευσης των καλωδίων είναι στα σωστά σημεία και ένα καθαρό και όμορφο αποτέλεσμα είναι πολύ εύκολο να επιτευχθεί. Η διευθέτηση των καλωδίων ήταν πολύ απλή υπόθεση και ακόμα με την εγκατάσταση 2.5" δίσκων δεν θα έχει προβλήματα ο χρήστης. Εδώ καλό είναι να διευκρινήσουμε κάτι. Στην προηγούμενη παρουσίαση του Corsair 220T iCUE, είχαμε ένα κουτί με την απόσταση του motherboard tray από το πλαϊνό να είναι από 1,5-2,0cm. Πάνω κάτω δηλαδή ίδια με αυτή στο Spec-06. Αυτό το οποίο αλλάζει όμως, είναι η μεγαλύτερη επιφάνεια που προσφέρει το σημερινό κουτί, έναντι της σαφέστατα μικρότερης του 220T iCUE. Μεγαλύτερη επιφάνεια, συνεπώς δυνατότητα για περισσότερο άπλωμα των καλωδίων, χωρίς να υπάρχει συνωστισμός και το ένα να υπερκαλύπτει το άλλο. Κάτι που αξίζει να δούμε είναι η εγκατάσταση της κάρτας γραφικών σε κατακόρυφη θέση. Στο μήκος η κάρτα χωράει πολύ άνετα ενώ η απόσταση των ανεμιστήρων της από το Tewmpered glass πλαϊνό είναι περίπου 15mm. Σημειώνουμε σε αυτό το σημείο ότι η κάρτα της παρουσίασης έχει πάχος 40.4mm. Φυσικά δεν στηρίζεται η κάρτα μονάχα στις θέσεις των PCI brackets. Η κατασκευάστρια έχει ένα σπείρωμα πάνω στην καλύπτρα του τροφοδοτικού για να βιδωθεί ένα VGA bracket και να την κρατήσει σταθερή στη θέση της. Ένα αρνητικό που διαπιστώσαμε κατά την εγκατάσταση του Hardware είναι το γεγονός ότι, τα ελαστικά "τακουνάκια" που υπάρχουν στο κάτω μέρος του κουτιού, για να πατήσει πάνω τους το τροφοδοτικό, φεύγουν σχετικά εύκολα από τη θέση τους. Κάτι που είχαμε συναντήσει και στο 220T iCUE. Τι χωράει στο εσωτερικό Μίας και έχουμε μπει σε μία νέα εποχή για τα τις παρουσιάσεις και θέλουμε να τα κάνουμε όσο γίνεται πιο σύντομα, αλλά χωρίς να χαθεί η ουσία, παρακάτω σε μορφή πίνακα οι μετρήσεις που πήραμε στα διάφορα σημεία του κουτιού. Μετρήσεις θερμοκρασιών, θορύβου και "στατικής" πίεσης Αρχικά ας δούμε τι γίνεται με τις θερμοκρασίες του hardware που τοποθετήσαμε στο εσωτερικό του Corsair 220T iCUE. Εδώ να σημειώσουμε τα εξής: Το στρεσάρισμα του επεξεργαστή έγινε με το System Stability Test του Aida64 Engineer. Οι επιλογές είναι: Stress CPU, Stress FPU, Stress Cache, Stress System Memory, Stress Local Disks και Stress GPU(s). Σε αυτό το σημείο να ευχαριστήσουμε θερμά την Aida64 για την παραχώρηση του προγράμματος για τις δοκιμές μας. To στρεσάρισμα της κάρτας γραφικών έγινε με το Superposition με Preset 1080p Extreme. Ο επεξεργαστής και η κάρτα γραφικών βρίσκονταν σε stock συχνότητες με εξαίρεση τις δοκιμές σε υπερχρονισμένη κατάσταση. H ελάχιστη θερμοκρασία idle ανά εξάρτημα λήφθηκε μετά από τη λειτουργία του συστήματος σε κατάσταση ηρεμίας για μισή ώρα. Τέλος η θερμοκρασία δωματίου κατά την διάρκεια των τεστ ήταν στους 24°C Το Corsair Carbide Spec-06 RGB τα πήγε όπως ακριβώς περιμέναμε στις δοκιμές θερμοκρασιών σε σχέση με το αδερφάκι του που είδαμε σε προηγούμενη παρουσίαση. Οι θερμοκρασίες είναι τσιμπημένες. Υπενθυμίζουμε ότι το προηγούμενο κουτί είχε τρεις ανεμιστήρες εισαγωγής στην πρόσοψη σε αντίθεση με το Spec-06 που έχει μόλις έναν. Συνεπώς οι μηχανικοί δίσκοι που είναι κάτω από την καλύπτρα εμφάνισαν μια διαφορά της τάξης των 8oC. Ο δίσκος M.2 NVme Που είναι σημαντική πληροφορία για το airflow του κουτιού σημείωσε 9oC διαφορά. Η Noctua από την άλλη δεν έδειξε να επηρεάστηκε με το χειρότερο airflow σε σχέση με το προηγούμενο κουτί και κράτησε το επίπεδο των θερμοκρασιών στα ίδια επίπεδα. Όλες οι άλλες τιμές όμως δείχνουν κουτί που διψάει για αέρα. Συνεπώς ο χρήστης αν θέλει υψηλές επιδόσεις στον τομέα των θερμοκρασιών θα πρέπει να επενδύσει στην αγορά δύο ακόμα ανεμιστήρων για την πρόσοψη του κουτιού. Παρακάτω ακολουθούν σε μορφή διαγραμμάτων οι μετρήσεις σε εργοστασιακή και υπερχρονισμένη κατάσταση. Εργοστασιακή συχνότητα Υπερχρονισμός Μέτρηση Θορύβου Στατική Πίεση Κλείνοντας και αυτό το κομμάτι από το σημερινό μας review, κάναμε έναν έλεγχο της "στατικής" πίεσης του κουτιού. Αυτό το βήμα έγινε πριν εγκαταστήσουμε hardware στο εσωτερικό του. Ακολουθώντας ευλαβικά το άρθρο Simple, PC-case Static Pressure Indicator (Home made) το αποτέλεσμα έδειξε ουδέτερη πίεση. Εγκατάσταση Υδρόψυξης Ήρθε και η ώρα να δούμε τι μπορεί και που να εγκατασταθεί από άποψη ψυγείων στο εσωτερικό του Corsair Carbide Spec-06. Αρχικά στην πρόσοψη βλέπουμε ότι έχουμε μία απόστασή της από την καλύπτρα περί τα 6.4cm. Συνεπώς μία safe επιλογή είναι ένα ψυγείο με πάχος 30mm και μία σειρά ανεμιστήρων πάχους 25mm. Το ψυγείο στην περίπτωση που επιλέξετε το τριπλό θα πρέπει να εγκατασταθεί με τα ρακόρ, προς τα πάνω, όπως ακριβώς φαίνεται στην δεύτερη φωτογραφία που ακολουθεί. Κακά τα ψέματα όμως με τόσες λύσεις AIO στην αγορά η πιο δημοφιλής θέση είναι αυτή της οροφής. Στην οροφή εγκαταστήσαμε ένα διπλό ψυγείο πάχους 30mm με μία σειρά σειρά ανεμιστήρων και πραγματικά φτάσαμε το κουτί με το παρόν hardware στα όρια. Οι ανεμιστήρες ακούμπησαν τα dims των μνημών και δε τα χάιδεψαν απλά. Με τις λύσεις AIO όμως να έχουν ψυγεία <30mm θεωρούμε ότι δεν θα υπάρξει το παραμικρό πρόβλημα. Στο πίσω μέρος τώρα υπάρχει μία θέση για μονό ψυγείο 120mm. Εδώ θέλει προσοχή στην επιλογή ψυγείου. Αν το ψυγείο σας έχει πλάτος μεγαλύτερο των 120mm, τότε ο ανεμιστήρας θα πρέπει αναγκαστικά να εγκατασταθεί ανάμεσα σε κουτί και ψυγείο. Αν όμως το ψυγείο σας είναι σε πλάτος 120mm, όπως άλλωστε όλες οι AIO, τότε μπορείτε να εγκαταστήσετε τον ανεμιστήρα, είτε όπως την πρώτη περίπτωση που σας περιγράψαμε, είτε όπως στην δεύτερη που φαίνεται στην δεύτερη φωτογραφία που ακολουθεί. Το μέγιστο σε ψυγεία που μπορεί να πάρει ο χρήστης από το κουτί είναι ένα διπλό στην πρόσοψη μέγιστου πάχους 30mm με μία σειρά ανεμιστήρων, ένα διπλό στην οροφή μέγιστου πάχους 30mm με μία σειρά ανεμιστήρων και πάλι και ένα μονό στο πίσω μέρος, για το οποίο δεν υπάρχει κάποιος περιορισμός όσον αφορά το πάχος ή την συστοιχία των ανεμιστήρων. Απολογισμός Η ώρα της κρίσης για ένα ακόμα προϊόν έφτασε. Το σημερινό κουτί θα καταφέρει να φιλοξενήσει αξιοπρεπώς στο εσωτερικό του το οποιοδήποτε Hardware. Δύσκολα θα βρεθεί ψύκτρα που να μην χωράει στο εσωτερικό του με τα 17cm μέγιστο που έχει και ακόμα πιο δύσκολο, να μην χωρέσει κάποια κάρτα γραφικών με περισσότερα από 36cm να είναι διαθέσιμα από άκρη σε άκρη. Το cable management παρά την μικρή απόσταση στο πίσω μέρος θα είναι εύκολη υπόθεση όπως είδαμε κατά την εγκατάσταση του συστήματος και θα μπορέσει να φιλοξενήσει ακόμα και μία custom υδρόψυξη με τρία ψυγεία. και μέσα σε όλα αυτά έχει και έναν RGB controller για να είναι μέσα στη μόδα του RGB. Πέρα όμως από όλα τα ρόδινα που είπαμε με λίγα λόγια μόλις, το κουτί έχασε κάποιους πόντους στις διάφορες υποκατηγορίες της βαθμολογίας. Στον τομέα των χαρακτηριστικών έχασε αρχικά λόγω των μόλις δύο ανεμιστήρων στο εσωτερικό, με έναν εξ αυτών να είναι στην πρόσοψη. Δεν είδαμε ελαστικές ροδέλες στο cage των δίσκων, τα ελαστικά τακουνάκια στη θέση για το τροφοδοτικό είναι ίδια με αυτά του 220Τ iCUE που είδαμε λίγες μέρες πριν και βγαίνουν σχετικά εύκολα από τη θέση τους και φυσικά η απουσία HDD activity LED αλλά και μίας θύρας type C συμπλήρωσαν τις απώλειες σε αυτόν τον τομέα. Στον τομέα της χρηστικότητας τα μόνα δύο πράγματα που θα του καταλογίσω είναι: α) Αυτή η επιμονή για χώρο μικρότερο των 2cm στο πίσω μέρος. Ναι με το Hardware της παρουσίασης δεν παρουσιάστηκε κάποιο πρόβλημα, αλλά εάν ο χρήστης επιλέξει να εγκαταστήσει δίσκους 2.5" στο πίσω μέρος, σίγουρα θα το βρει μπροστά του. Τα 2cm προσωπικά τα θεωρώ το minimum που πρέπει να έχει ένα κουτί εν έτει 2019 και β) Την θέση που επέλεξαν να εγκαταστήσουν τον RGB controller η οποία είναι στο πίσω μέρος ακριβώς πάνω από το τροφοδοτικό. Δεν είναι καθόλου εύκολη η πρόσβαση εκεί είτε το κουτί είναι επάνω στο γραφείο είτε κάτω από αυτό. Στον τομέα των επιδόσεων δεν νομίζω να χρειαστεί να πω και πολλά μιας και οι μετρήσεις μιλάνε από μόνες τους. Είναι ένα κουτί που διψάει για αέρα και ο χρήστης θα πρέπει να του τον δώσει αγοράζοντας ανεμιστήρες αν θέλει υψηλές επιδόσεις. Κλείνοντας στον τομέα της τιμής θεωρώ το προϊόν ακριβό γι αυτά που προσφέρει. Ναι μεν χωράει τα πάντα από άποψη hardware, ναι μεν χωράει τρία ψυγεία ταυτόχρονα για τους λάτρεις του υγρού στοιχείου, αλλά σε αυτή τη τιμή των ~95€ σίγουρα θα μπορούσε να έχει έστω δύο ανεμιστήρες ακόμα στην πρόσοψη και να αλλάξει εντελώς τη βαθμολογία του και στον τομέα των επιδόσεων. Ας μην ξεχνάμε ότι το ομόσταβλό του 220T RGB, κοστίζει 103€ αυτή τη στιγμή στην Ελληνική αγορά και το kit ανεμιστήρων με τον Node core controller με τα οποία είναι εξοπλισμένο κοστίζει 80€. Παρακάτω σε μορφή λίστας μπορείτε να δείτε τα βασικότερα πλεονεκτήματα, αλλά και μειονεκτήματα του σημερινού κουτιού. Την στιγμή που γράφεται η παρουσίαση το κουτί είναι διαθέσιμο στην Ελληνική αγορά στην τιμή των 94,69€ συμπεριλαμβανομένων των φόρων. Το προϊόν φυσικά συνοδεύεται από διετή εγγύηση καλής λειτουργίας. Καλή ποιότητα βαφής και κατασκευής. LED RGB controller. Tempered Glass. Χαμηλά επίπεδα θορύβου. Δυνατότητα εγκατάστασης οποιασδήποτε κάρτας γραφικών αλλά και ψύκτρας επεξεργαστή. Καλύπτρα στη θέση του τροφοδοτικού. Αρκετές θέσεις ανεμιστήρων. Δυνατότητα εγκατάστασης AIO αλλά και τριών ψυγείων ταυτόχρονα. Φίλτρα αφαιρούμενα και πλενόμενα. Αφαιρούμενο cage δίσκων. Μεγάλο CPU cut out. Αντικραδασμικό υλικό στο τροφοδοτικό και Grommets στις οπές διέλευσης των καλωδίων. Δυνατότητα επιλογής ανάμεσα σε δύο εκδόσεις σε λευκό ή μαύρο χρωματισμό. Θα θέλαμε έναν ακόμα ανεμιστήρα στην πρόσοψη του κουτιού. Δεν υπάρχουν grommets στις πάνω οπές για το πέρασμα των καλωδίων. Τα λαστιχένια "τακουνάκια" στη θέση του τροφοδοτικού βγαίνουν σχετικά εύκολα από τη θέση τους. Απουσία HDD activity LED και USB type C. Θα θέλαμε λίγο καλύτερη μελέτη στο cage δίσκων όσων αφορά τις αντικραδασμικές ροδέλες. Η θέση που έχει εγκατασταθεί ο RGB controller είναι δύσκολα προσβάσιμη. Τιμή. Με βάση όλα τα παραπάνω η γενική βαθμολογία που αποσπά το Corsair Carbide Spec-06 RGB , δε μπορεί να είναι μικρότερη από:  TheLAB.GR Ευχαριστούμε θερμά την Corsair για την παραχώρηση του δείγματος της δοκιμής. Για το TheLab.gr karmen1983 02/09/2019
  7. Εισαγωγή Κάποτε, κάποιος φίλος μου, σε μια κουβέντα που είχαμε σχετικά με τα περιφερειακά, μου είχε αναφέρει ότι δεν υπάρχει τέλειο ποντίκι σε όλους τους τομείς. Χρόνια μετά και αφότου έχουν περάσει δεκάδες από τα χέρια μου, δεν έχω παρά να συμφωνήσω. Αλλά εν τέλη τι εστί τέλειο και τι σημασία έχει εφόσον ένα ποντίκι ικανοποιεί τον κάτοχο του; Προσωπικά, θα πω καμία. Ας περάσουμε λοιπόν να δούμε πόσο ικανοποιημένος έμεινα από το Glaive RGB Pro Gaming Mouse της Corsair και πόσο πλησιάζει το τέλειο. Πριν περάσουμε στην παρουσίαση όμως, καλό θα ήταν να αφιερώσετε ένα λεπτό, στην κυριολεξία, ώστε πάρετε μια πρώτη ιδέα για το συγκεκριμένο ποντίκι παρακολουθώντας το επίσημο promotional video της κατασκευάστριας εταιρίας, Corsair. Ας περάσουμε λοιπόν τώρα στην παρουσίαση. Συσκευασία - Παρελκόμενα Η συσκευασία "φωνάζει" από μακριά ότι πρόκειται για προϊόν της Corsair. Όπως και στο "Corsair Ironclaw RGB Wireless Mouse" που παρουσιάσαμε πρόσφατα, έτσι και εδώ, συναντάμε την τυπική κιτρινόμαυρη συσκευασία που συναντάμε εδώ και αρκετό καιρό στα gaming περιφερειακά προϊόντα της Corsair. Μια όμορφη, λιτή και δίχως πολλά παρελκόμενα συσκευασία. Στην εμπρόσθια όψη της συσκευασίας απεικονίζεται μια μεγάλη φωτογραφία από το ποντίκι, ενώ στην πίσω όψη της συναντάμε τα τεχνικά χαρακτηριστικά του Glaive RGB Pro σε αρκετές γλώσσες, πλην των Ελληνικών δυστυχώς, όπως μερικές ακόμα φωτογραφίες από το ποντίκι και των εναλλακτικών μαγνητικών thumb grips. Όσο αφορά τις δύο πλαϊνές όψεις της συσκευασίας, αυτές εξυπηρετούν κατά κύριο λόγο αισθητικούς σκοπούς, όντας μαύρες για λόγους αντίθεσης και χωρίς κάποια ιδιαίτερης αξίας πληροφορία. Ανοίγοντας την συσκευασία, συναντάμε το ποντίκι, τα εναλλάξιμα μαγνητικά thumb grips, ένα υποτυπώδες εγχειρίδιο χρήσης, έναν οδηγό εγγύησης καθώς και ένα χαρτί σχετικά με την ανακύκλωση. And... that's all. Τεχνικά Χαρακτηριστικά Τα τεχνικά χαρακτηριστικά του Corsair Glaive RGB PRO Gaming Mouse παρατίθενται στον παρακάτω πίνακα: Εγγύηση 2 χρόνια Προγραμματιζόμενα κουμπιά 7 DPI 18,000 DPI Σένσορας PMW3391 Τύπος σένσορα Οπτικός Backlighting 3 ζωνών RGB On Board μνήμη Ναι Profiles on board μνήμης 1 Τύπος πλήκτρων Omron Συνδεσιμότητα Ενσύρματο Ανθεκτικότητα πλήκτρων 50M L/R Click Τύπος λαβής Palm Βάρος 115γρ (χωρίς καλώδιο και αξεσουάρ) Λογισμικό CUE Υποστηρίζεται στο iCUE Καλώδιο 1,8 μέτρα, υφασμάτινο Τύπος παιχνιδιού FPS, MOBA Report Rate 1000Hz / 500Hz / 250Hz / 125Hz Σύμφωνα με την Ευρωπαϊκή ιστοσελίδα της Corsair, η προτεινόμενη τιμή λιανικής του "Glaive Pro RGB Gaming Mouse" ανέρχεται στα 79,99€, με την τιμή του στην Ελλάδα να ξεκινάει από τα 83,10€ κατά το χρόνο συγγραφής της παρουσίασης. Επίσης η εγγύηση του ανέρχεται στα 2 έτη. Κάτω από το φακό To Glaive RGB Pro είναι σχεδιασμένο αποκλειστικά για δεξιόχειρες χρήστες και πιο συγκεκριμένα εκείνους που προτιμούν το palm-grip. Φέρει επίσης 7 πλήρως προγραμματιζόμενα κουμπιά που βρίσκονται στο κέντρο και προς τα αριστερά του, ώστε το πάτημα τους να γίνεται με τον αντίχειρα ή τον δείκτη. Όσο αφορά το αισθητικό κομμάτι, αρχικά να αναφέρω πως το ποντίκι είναι σχετικά μικρό σε μέγεθος, με gaming, αλλά όχι υπερβολική αισθητική. Το συνολικό του μήκος αγγίζει τα 12.5 εκατοστά και το πλάτος του κυμαίνεται από 6.5, 7 και 8.5 εκατοστά ανάλογα το μαγνητικό thumb grip που του έχει τοποθετηθεί, ενώ το βάρος του ανέρχεται στα 115 γραμμάρια. Στις πλαϊνές πλευρές του Glaive RGB Pro και εκεί όπου ακουμπάει ο χρήστης, η Corsair έχει τοποθετήσει μια λαστιχένια επίστρωση με επιφανειακή διαμόρφωση Knurlink (κανελάζ) , πράγμα που -πέρα από το καλύτερο και πιο σταθερό κράτημα που προσφέρει- βοηθάει αρκετά το καλοκαίρι όσο αφορά τον ιδρώτα. Στην επάνω αριστερά πλευρά του Glaive βρίσκουμε 5 ενδεικτικά LED τα οποία εξυπηρετούν στην ένδειξη του DPI προφίλ που έχει επιλέξει ο χρήστης. Στην εμπρόσθια του βλέπουμε την έξοδο του καλωδίου καθώς και κάποιες γρίλιες που στο κάτω μέρος τους και πίσω από αυτές υπάρχει ένα ημιδιάφανο πλαστικό κομμάτι έτσι ώστε να διαπερνάται από τον RGB φωτισμό και να δημιουργεί ένα ωραίο εφέ όπως θα δείτε σε παρακάτω φωτογραφίες. Τέλος, στην κάτω πλευρά του Glaive RGB Pro, βρίσκουμε τέσσερα pads, δύο μικρά στο πάνω μέρος και δύο μεγαλύτερα στο κάτω μέρος καθώς και τον οπτικό αισθητήρα "PMW3391" των 18,000 DPI. Corsair iCue Η Corsair φυσικά, όπως και οι περισσότεροι κατασκευαστές, δεν θα μπορούσε να μην προσφέρει το δικό της λογισμικό διαχείρισης περιφερικών. Το Glaive RGB Pro είναι πλήρως συμβατό με την σουίτα διαχείρισης της Corsair, Corsair iCue, για την παραμετροποίηση του. Η πρώτη καρτέλα του iCue αφορά την δημιουργία, διαχείριση αλλά και εναλλαγή προφίλ. Μπορούμε να δημιουργήσουμε προφίλ ανάλογα το παιχνίδι ή την εφαρμογή που θέλουμε, με τις ρυθμίσεις που θέλουμε και η εναλλαγή τους να γίνεται αυτόματα στις μη gaming εφαρμογές με το που έρθει το παράθυρο της εφαρμογής στο παρασκήνιο. Με αυτό τον τρόπο μπορείτε να έχετε ένα προφίλ αποκλειστικά για το Photoshop και ένα άλλο ξεχωριστό για το Premiere για παράδειγμα. Επόμενη στη σειρά είναι η καρτέλα "Actions". Στη συγκεκριμένη καρτέλα μπορούμε να φτιάξουμε μακροεντολές, είτε να κάνουμε remapping κάποια πλήκτρα. Όπως μπορείτε να δείτε στην παρακάτω φωτογραφία παρέχονται δεκάδες επιλογές παραμετροποίησης. Και τώρα σειρά έχει η καρτέλα των εφέ φωτισμού. Το Glaive RGB Pro προσφέρει 3 ανεξάρτητες ζώνες φωτισμού, μια στο μπροστινό μέρος, μια στα πλαϊνά όπου αφορούν τις κάθετες πλευρές και μια στο λογότυπο της Corsair που βρίσκεται πάνω στο ποντίκι. Μια ακόμα ζώνη φωτισμού θα μπορούσαν να θεωρηθούν και οι ενδείξεις LED καθώς είναι πλήρως παραμετροποιήσιμες όσον αφορά στον χρωματισμό τους, όχι μεμονωμένα όμως η κάθε μια, κάτι που θα ήταν αρκετά ενδιαφέρον αν ήταν εφικτό να γίνει. Για παράδειγμα, διαφορετικό χρώμα ανάλογα την επιλογή DPI. Στο παρακάτω βίντεο μπορείτε να δείτε τα εφέ που προσφέρει το Glaive RGB Pro και πως φωτίζει το κάθε ένα από αυτά το ποντίκι. Στη συνέχεια βλέπουμε την καρτέλα ρύθμισης των DPI. Στη συγκεκριμένη καρτέλα μπορούμε να φτιάξουμε όσα προφίλ με 6 επιλογές DPI θέλουμε, όπου η μια από αυτές αφορά αποκλειστικά το "Sniper" mode. Η εναλλαγή μεταξύ τους γίνεται από τα πλήκτρα που βρίσκονται κάτω από την ροδέλα με εξαίρεση την επιλογή Sniper όπου θα πρέπει να προγραμματίσετε κάποιο κουμπί στην καρτέλα "Actions" που θα κάνει αυτή τη λειτουργία. Αυτό μπορείτε να το κάνετε με τον παρακάτω τρόπο: Μεταβείτε στο iCue στην καρτέλα "Actions" Επιλέξτε πάνω αριστερά το κουμπί που θέλετε να επαναπροσδιορίσετε Κάντε κλικ στην καρτέλα "REMAP -> MOUSE BUTTON" Επιλέξτε από κάτω την επιλογή Sniper Και τέλος αλλάξτε το "Action trigger" από "While Pressed" σε "Toogle On/Off" Πολύ θετικό στοιχείο είναι επίσης η ύπαρξη των 5 ενδείξεων LED που μας δείχνουν από το 1 έως το 5 την επιλογή DPI που έχουμε επιλέξει, τα οποία μάλιστα είναι και εκείνα full RGB και πλήρως προγραμματιζόμενα όσο αφορά το χρώμα τους συνολικά μέσω της σουίτας iCue. Συνεχίζουμε στην καρτέλα Performance. Εδώ υπάρχουν οι επιλογές για ενεργοποίηση ή απενεργοποίηση του Angle Snapping, Enchange Pointer Precision όπως και μια μπάρα ρύθμισης της ταχύτητας του δείκτη του ποντικιού. Τέλος, η καρτέλα Surface Calibration. Στη συγκεκριμένη καρτέλα μπορούμε να κάνουμε calibration τον αισθητήρα (PMW3391) πάνω στην επιφάνεια που χρησιμοποιούμε ώστε να βελτιστοποιήσουμε την απόδοση του. Αποτελέσματα Μετρήσεων Στη συγκεκριμένη ενότητα θα σας παρουσιάσουμε τις επιδόσεις του Corsair Glaive RGB Pro και πως αποδίδει σε σχέση με τα υπόλοιπα gaming ποντίκια που σας έχουμε παρουσιάσει το τελευταίο διάστημα. Για την μέτρηση των επιδόσεων χρησιμοποιήσαμε το Enotus Mouse Test και πραγματοποιήσαμε 3 διαφορετικές μετρήσεις, σε 5 επίπεδα DPI. Όλες οι μετρήσεις του Glaive RGB Pro πραγματοποιήθηκαν σε ένα Genesis M12 Maxi Flash mousepad. Ξεκινώντας από το Polling Rate, όντας το σημαντικότερο κριτήριο για πολλούς Gamers, οι τιμές ήταν σχεδόν πανομοιότυπες καθώς κυμάνθηκαν από 972Hz έως και 975Hz, ελάχιστα μικρότερες δηλαδή από αυτές του Dark Core & Ironclaw RGB Wireless. Συνεχίζοντας στην δεύτερη μέτρηση που αφορά το Accuracy, οι μετρήσεις έδειξαν εξίσου καλά αποτελέσματα με την μικρότερη μέτρηση να ανέρχεται σε 93,8% και την μεγαλύτερη σε 98,5%. Η διαφορά είναι αρκετά μικρή και κατά πάσα πιθανότητα οφείλεται στην έλλειψη της τόσο μεγάλης ακρίβειας του χεριού στην πραγματοποίηση κάθε μέτρησης στις διαφορετικές τιμές DPI. Τέλος, όπως και στην παρουσίαση του Ironclaw RGB Wireless, αφήσαμε τις μετρήσεις που μας απασχόλησαν περισσότερο, αυτές του Smoothness. Οι μετρήσεις του Glaive RGB Pro, παρά την μικρότερη ποσοστιαία διακύμανση ανάλογα την τιμή DPI, είναι εξίσου κακές όπως και αυτές που Ironclaw το οποίο φέρει και εκείνο τον ίδιο αισθητήρα. Δεδομένου όμως ότι τόσο στην παρουσίαση του Ironclaw, όσο και του Glaive δεν παρατηρήθηκε ίχνος κακών επιδόσεων, θεωρούμε πως ενδεχομένως υπάρχει κάποια ασυμβατότητα ανάμεσα στον τρόπο λειτουργίας του αισθητήρα τους και στον τρόπο πραγματοποίησης των μετρήσεων "Smoothness" του Enotus. Εμπειρία Χρήσης Η εμπειρία χρήσης μου με το Glaive RGB Pro ήταν αρκετά ενδιαφέρουσα. Και αυτό διότι σαν claw προς palm-grip τύπος, το βρήκα αρκετά βολικό με το δεύτερο από τα τρία συνολικά thumb grips (βλέπετε φωτογραφίες παραπάνω) στο σχετικά μικρό μου χέρι. Κάθετε πολύ καλά στο χέρι μου και πατάω όλα τα κουμπιά με άνεση. Μάλιστα σαν μικρό ποντίκι που είναι σκέφτομαι ότι δεν θα είναι ιδανικό για τύπους με μεγαλούτσικο χέρι, καθώς το δάκτυλο μου σε palm-grip κυριολεκτικά αγγίζει το τέλος του αριστερού κλικ. Μπορώ να πως επίσης ότι το βρήκα πιο βολικό από διάφορα άλλα ποντίκια που έχω στην κατοχή μου, παρόλο που απευθύνεται σε palm-grip τύπους. Επίσης, παρόλο που δεν υπάρχει η δυνατότητα παραμετροποίησης του βάρους του, είναι όσο πρέπει για τα δικά μου γούστα. Δεν είναι ούτε πολύ ελαφρύ ώστε σε απότομες κινήσεις να "εκτοξεύεται", ούτε πολύ βαρύ ώστε να κουράζει μετά από πολύωρη χρήση. Όσο αφορά τα παιχνίδια, το βρήκα αρκετά ακριβές, με μηδαμινό latency, χάρις φυσικά στα 1000Hz polling rate, όπως τα περισσότερα ποντίκια άλλωστε τώρα πλέον, και μου άρεσε αρκετά η δυνατότητα αλλαγής ανάμεσα στα 5 προφίλ DPI on the fly με μόλις δύο κουμπιά (ένα πάνω, ένα κάτω) και η ένδειξη αυτών μέσω των 5 LED που φέρει το ποντίκι. Κάπου εδώ θα ήθελα να αναφέρω όμως ένα αρνητικό στοιχείο που παρατήρησα μετά από πολύωρη gaming και μη χρήση. Ο RGB φωτισμός επιφέρει θερμότητα στο ποντίκι σε σημείο που να είναι αισθητή στον χρήστη, ελάχιστα αισθητή βέβαια αλλά αισθητή. Παρόλα αυτή δεν βρήκα τα χέρια μου να ιδρώνουν παραπάνω από το φυσιολογικό τώρα το καλοκαίρι και πιθανόν το χειμώνα να αποτελέσει ένα ωραίο χαρακτηριστικό. Τέλος, όσο αφορά την ροδέλα του, κάτι που με ξένισε αρκετά είναι ότι δεν υπάρχει η δυνατότητα επιλογής της ταχύτητας του scroll, adaptive scroll speed ανάλογα το πόσο γρήγορα γυρίζει η ροδέλα ή η δυνατότητα free scroll. Παρόλα αυτά έχει πολύ ωραία κύλιση με steps, δεν ακούγεται σχεδόν καθόλου και είναι λαστιχένια, πράγμα που βελτιώνει την επαφή μαζί της. Επιπλέον το μεσαίο κλικ από άποψη δύναμης πατήματος είναι λίγο πιο σκληρό από τα αριστερό - δεξιό κλικ και κάνει ένα ωραίο clicky ήχο όταν πατιέται. Επίλογος Και κάπου εδώ φτάνει το τέλος της σημερινής παρουσίασης. Εν κατακλείδι, το Glaive RGB Pro είναι πλήρως παραμετροποιήσιμο, τόσο στο αισθητικό κομμάτι μέσω της iCue πλατφόρμας, όσο και στο πρακτικό κομμάτι μέσω των εναλλάξιμων thumb grips. Προσφέρει επίσης την κλασσική ποιότητα ενός Corsair προϊόντος, καθώς και άριστες επιδόσεις. Όλα τα παραπάνω λοιπόν το καθιστούν μια ολοκληρωμένη πρόταση, σε όλους τους τομείς, με μια κάπως αυξημένη σχετικά τιμή που όμως δικαιολογείται αν αναλογιστούμε τις επιδόσεις του, το RGB στοιχείο και τις παραμετροποιήσεις που προσφέρει. Συνοψίζοντας λοιπόν, τα υπέρ και τα κατά του Corsair Glaive RGB Pro Gaming Mouse, είναι: Ο καλός Αίσθηση διακοπτών Ποιότητα κατασκευής RGB φωτισμός 3 ζωνών Οπτικός αισθητήρας 18000 DPI Πλήρως παραμετροποιήσιμο μέσω του iCue Ο κακός Σχετικά υψηλή τιμή * Αποτελέσματα μετρήσεων smoothness Τα RGBs θερμαίνουν την επιφάνεια του ποντικιού Μη παραμετροποιήσιμη ροδέλα μέσω του software * Με βάση τα παραπάνω, η βαθμολογία του Corsair Glaive RGB Pro Gaming Mouse είναι:  TheLAB.GR Ευχαριστούμε θερμά την Corsair για την παραχώρηση του δείγματος της δοκιμής. UltraB - 20/08/2019
  8. Εισαγωγή Δεν έχει περάσει πολύς καιρός από την παρουσίαση της ασύρματης έκδοσης της σιδερένιας δαγκάνας της Corsair ή αλλιώς Ironclaw και έφτασε στο εργαστήρι μας το ολοκαίνουργιο Corsair Ironclaw RGB Wireless Gaming Mouse. Με χαρακτηριστικά που προϊδεάζουν για απόλυτη εργονομία, χρηστικότητα και επιδόσεις (συν RGB φωτισμό για περισσότερα FPS) μένει να δούμε εάν στην πράξη καταφέρνει να πραγματοποιήσει όσα υπόσχεται. Μπορούν άραγε τα καλώδια να γίνουν παρελθόν ακόμα και στο γραφείο ενός competitive gamer; Για μια πρώτη ιδέα για το τι σας περιμένει στο review που ακολουθεί, δεν έχετε παρά να παρακολουθήσετε το επίσημο promotional video της κατασκευάστριας και γρήγορα ας περάσουμε στην σημερινή παρουσίαση. Συσκευασία - Παρελκόμενα Η συσκευασία του Corsair Ironclaw RGB Wireless (το οποίο χάρη συντομίας από εδώ και πέρα θα αποκαλούμε σκέτο Ironclaw) είναι η τυπική εδώ και αρκετό καιρό κιτρινόμαυρη συσκευασία των gaming προϊόντων της Corsair. Μπορούμε να πούμε με απόλυτη σιγουριά πως ακόμα και εάν σβήναμε όλα τα σχετικά λογότυπα, θα εξακολουθούσε να φωνάζει από μακριά πως πρόκειται για Corsair. Η συσκευασία, σε αντίθεση με το Dark Core RGB που είδαμε σε παλαιότερη παρουσίαση, δε διαθέτει κάποιας μορφής ζελατίνα ώστε να βλέπουμε από κοντά το προϊόν πριν το αγοράσουμε. Διαθέτει όμως τόσο μία μεγάλη φωτογραφία αυτού στην μπροστινή πλευρά, όσο και αναλυτικά τα τεχνικά χαρακτηριστικά του σε πολλές γλώσσες στην πίσω πλευρά. Οι δύο πλαϊνές όψεις της συσκευασίας εξυπηρετούν κατά κύριο λόγο αισθητικούς σκοπούς, όντας μαύρες για λόγους αντίθεσης και χωρίς κάποια ιδιαίτερης αξίας πληροφορία. Ένα ιδιαίτερο χαρακτηριστικό του Ironclaw, που τονίζεται με τα σχετικά λογότυπα στην πλευρά που φιλοξενεί τα γενικά τεχνικά χαρακτηριστικά, είναι η τεχνολογία Slipstream που αναλαμβάνει την ασύρματη σύνδεση του Ironclaw με τον υπολογιστή σας. Χρησιμοποιεί τη συχνότητα των 2.4 GHz και έχει αναπτυχθεί για την Corsair από την RTX μία εταιρεία που εξειδικεύεται στην ανάπτυξη ασύρματων προϊόντων διασύνδεσης και επικοινωνίας. Ανοίγοντας τη συσκευασία, εκτός από το ποντίκι βρίσκουμε και μία σειρά από παρελκόμενα που βλέπουμε στη φωτογραφία που ακολουθεί. Αυτά, εκτός από το υποτυπώδες manual (το οποίο καλό είναι να κρατήσετε κάπου πρόχειρο γιατί εξηγεί διάφορες καταστάσεις του mouse που απεικονίζονται χρωματικά μέσω κάποιου RGB Led) και τα σχετικά με εγγύηση και ανακύκλωση, είναι ένα ποιοτικότατο (αλλά αρκετά σκληρό) καλώδιο USB Type-A to Micro-USB για τη φόρτιση του ποντικιού, ένας μετατροπέας από θηλυκό Type-A σε θηλυκό Micro-USB και φυσικά το μικροσκοπικό ασύρματο dongle για την επικοινωνία του ποντικιού με τον υπολογιστή σας. Ο μετατροπέας, ο οποίος σε αντίθεση με αυτόν που είχαμε δει στο Dark Core δε διαθέτει κάποιο λογότυπο της Corsair, χρησιμοποιείται για την περίπτωση που επιθυμούμε να χρησιμοποιήσουμε το καλώδιο της φόρτισης (ή και της ενσύρματης λειτουργίας) ως καλώδιο προέκτασης ώστε να τοποθετήσουμε το dongle κάπου που θα έχει τη βέλτιστη επικοινωνία με το ποντίκι μας. Τεχνικά Χαρακτηριστικά Τα τεχνικά χαρακτηριστικά του Corsair Ironclaw RGB Wireless Mouse παρατίθενται στον πίνακα που ακολουθεί: Σύμφωνα με την ευρωπαϊκή ιστοσελίδα της Corsair, η προτεινόμενη τιμή λιανικής του Ironclaw ανέρχεται στα 79,99 €. Φυσικά το ποντίκι συνοδεύεται από διετή εγγύηση και στην ελληνική αγορά κατά το χρόνο συγγραφής της παρουσίασης το βρήκαμε σε αρκετά καταστήματα με την τιμή του να ξεκινάει από τα 75.99 €. Κάτω από το φακό Όπως είδαμε και στα τεχνικά χαρακτηριστικά, το Ironclaw διαθέτει 10 πλήρως προγραμματιζόμενα πλήκτρα. Η κατασκευή του προορίζεται αποκλειστικά για δεξιόχειρες και ακόμα πιο συγκεκριμένα για όσους προτιμούν το palm-grip. Ως εκ τούτου, η πλειοψηφία των πλήκτρων βρίσκεται από το κέντρο και προς τα αριστερά προοριζόμενη για πάτημα από αντίχειρα και δείκτη. Όσον αφορά το αισθητικό του πράγματος, αρχικά πρέπει να πούμε πως αν και ογκώδες με πολλές ακμές και σαφώς gaming αισθητική καταφέρνει να μην είναι κραυγαλέο. Το συνολικό του μήκος ανέρχεται στα 13 εκατοστά, το πλάτος του στο φαρδύτερό του σημείο φτάνει τα 8 εκατοστά, ενώ το βάρος του ανέρχεται στα 130 γραμμάρια. Οι διαστάσεις αυτές το καθιστούν ιδανικό για ένα φυσιολογικό αντρικό χέρι, όπως του γράφοντος που έχει μήκος από την άρθρωση του καρπού έως την άκρη του μεσαίου δακτύλου 20 εκατοστά. Για αυξημένη σταθερότητα στις γρήγορες και απότομες κινήσεις, τόσο η αριστερή περιοχή όπου ακουμπάει ο αντίχειρας όσο και η αντίστοιχη δεξιά πλευρά όπου ακουμπά ο παράμεσος και ο μικρός, διαθέτουν λαστιχένια επίστρωση με τέτοια υφή που βοηθά το όσο το δυνατό καλύτερο και σταθερότερο κράτημα. Λαστιχένια με υφή που θυμίζει ελαστικό οχήματος έχει και η αρκετά ευμεγέθης ροδέλα. Στην αριστερή πλευρά βρίσκουμε τρία ενδεικτικά LED τα οποία εξυπηρετούν λειτουργικούς σκοπούς, δείχνοντάς μας την κατάσταση της μπαταρίας και το DPI προφίλ που έχουμε επιλέξει, ενώ μπροστά, στο σημείο που θα βρίσκαμε σε ένα ενσύρματο ποντίκι το καλώδιο, υπάρχει μία θύρα Micro USB (και όχι μία Type C) που χρησιμοποιείται τόσο για τη φόρτιση όσο και για την ενσύρματη λειτουργία του ποντικιού. Τέλος, στην κάτω πλευρά του Ironclaw βρίσκουμε τέσσερα pad διαφόρων μεγεθών (από πολύ μεγάλο πάνω δεξιά έως μικρό κάτω αριστερά), τον αισθητήρα PMW3391 και τον διακόπτη 3 θέσεων από όπου μπορείτε τόσο να σβήνετε το ποντίκι για τη μέγιστη διάρκεια μπαταρίας όταν δεν το χρησιμοποιείτε, όσο και να εναλλάσσετε το πρωτόκολλο επικοινωνίας μεταξύ Bluetooth και 2.4 GHz. Corsair iCue Όπως όλα τα gaming περιφερειακά της Corsair που έχουν παρουσιαστεί μέσα από τις σελίδες των reviews του TheLab.gr, έτσι και το Ironclaw συνεργάζεται με το λογισμικό της Corsair, το Corsair iCue για την παραμετροποίησή του. Μιας και το iCue έχει παρουσιαστεί αρκετές φορές και μάλιστα στο review του Dark Core, o pol77 είχε δώσει αρκετά screenshots, θα περιοριστούμε σήμερα στα απολύτως απαραίτητα. Αρχικά πρέπει να πούμε πως τα διάφορα προφίλ που μπορούμε να δημιουργήσουμε (ώστε να έχουμε έτοιμες τις ρυθμίσεις που μας βολεύουν ανάλογα με το παιχνίδι ή την εφαρμογή που θέλουμε να εκτελέσουμε) είναι ενιαία για όλες τις συσκευές Corsair που διαθέτουμε συνδεδεμένες με το iCue ενώ φυσικά είναι η δυνατή η αυτόματη εναλλαγή των προφίλ. Μάλιστα σε περίπτωση που επιθυμείτε να χρησιμοποιείτε τα προφίλ και για εκτός gaming εφαρμογές, πρέπει να τονίσουμε πως η εναλλαγή των προφίλ γίνεται τη στιγμή που φέρνεται το σχετικό παράθυρο στο προσκήνιο. Έτσι μπορείτε να έχετε δύο διαφορετικά προφίλ, ένα πχ για το Photoshop και ένα για το Autocad και τη στιγμή που πατάτε στο παράθυρο της κάθε εφαρμογής να ενεργοποιείται και το σχετικό προφίλ. O προγραμματισμός των πλήκτρων του Ironclaw, είτε αυτός αφορά μακροεντολές είτε key remapping γίνεται από την καρτέλα actions. Όσοι έχετε συνηθίσει τις αντίστοιχες εφαρμογές των προϊόντων της Microsoft και τις Logitech (οι οποίες όσον αφορά τα βασικά μοντέλα τους είναι αρκετά περιορισμένες) ενδεχομένως να δυσκολευτείτε στην αρχή με το να καταλάβετε τη λογική, αλλά αφού ξεπεράσετε την αρχική ανηφόρα της καμπύλης εκμάθησης, τα πράγματα είναι απλά. Περνώντας στα εφέ φωτισμού, όπως είπαμε και νωρίτερα έχουμε 3 ανεξάρτητες ζώνες φωτισμού, το λογότυπο, την περιοχή της ροδέλας και το μπροστινό μέρος. Αυτά μπορούν να ρυθμιστούν σε όλα τα γνωστά εφέ, με πρακτικά απεριόριστες επιλογές χρώματος. Στη συνέχεια βλέπουμε την καρτέλα ρύθμισης των DPI. Από εδώ μπορούμε να φτιάξουμε όσα σετ 4άδων θέλουμε μεταξύ των οποίων μπορούμε να κάνουμε εναλλαγή on the fly από τα πλήκτρα που βρίσκονται στα αριστερά του αριστερού κύριου πλήκτρου. Έτσι στο παράδειγμα που βλέπουμε στο screenshot που ακολουθεί έχουμε επιλογές για 800, 1500 και 3000 DPI με εναλλαγή από τα δύο προαναφερθέντα πλήκτρα συν μία επιλογή sniper στα 400 DPI η οποία μπορεί να ενεργοποιείται από το πλήκτρο της επιλογής μας. Η ρύθμιση που έχουμε ανά πάσα στιγμή επιλέξει, είναι άμεσα ορατή από τα σχετικά led. που βρίσκονται στην περιοχή του αντίχειρα (τα ίδια που δείχνουν και την κατάσταση της μπαταρίας). Έτσι εάν δείτε λίγο πιο προσεκτικά το screenshot θα διαπιστώσετε πως είναι αναμένα μόνο δύο από τα τρία led, ενώ το τριγωνάκι στο δεύτερο DPI setting μας δείχνει ότι αυτό είναι το επιλεγμένο. Αντίστοιχα, εάν επιλέξουμε το τρίτο setting, θα ανάψουν και τα τρία led, ενώ εάν πατήσουμε το πλήκτρο sniper, το χρώμα των led θα αλλάξει σε κόκκινο. Στην καρτέλα performance όπως βλέπουμε μπορούμε να ενεργοποιήσουμε τις επιλογές angle snapping και enhance pointer precision. Δεδομένου ότι και οι 2 αυτές επιλογές έχουν κατηγορηθεί αρκετά για την επίδρασή τους στα παιχνίδια καλό θα ήταν να τις αφήσετε απενεργοποιημένες (τουλάχιστον στο gaming προφίλ σας). Εν συντομία, για όσους δεν γνωρίζουν, το μεν angle snapping αποτελεί μία μορφή εξομάλυνσης της κίνησης του ποντικιού, το δε pointer precision επιταχύνει την κίνηση του δείκτη ανάλογα με την ταχύτητα που κινείται το ποντίκι. Τέλος στην καρτέλα Surface Calibration μπορούμε (εφόσον έχουμε πρώτα συνδέσει το ποντίκι μας ενσύρματα) να κάνουμε ένα calibration του αισθητήρα πάνω στην επιφάνεια που χρησιμοποιούμε ώστε να βελτιστοποιήσουμε την απόδοση αυτού. Κλείνοντας αυτή την ενότητα πρέπει να αναφέρουμε πως υπάρχει δυνατότητα για αποθήκευση στο ποντίκι 3 συνολικά Hardware Profiles τα οποία θα είναι πάντα διαθέσιμα ανεξάρτητα από τη λειτουργία του iCue. Επιπλέον, τα προφίλ αυτά είναι διαθέσιμα και όταν το ποντίκι είναι συνδεδεμένο μέσω bluetooth (πράγμα εξαιρετικά χρήσιμο μιας και τότε δεν υπάρχει επικοινωνία με το iCue) Αποτελέσματα Μετρήσεων Για τη μέτρηση των επιδόσεων του Corsair Ironclaw RGB wireless χρησιμοποιήσαμε όπως πάντα το Enotus Mouse Test. Πραγματοποιήσαμε 3 σετ μετρήσεων, ένα για κάθε τρόπο σύνδεσης και τα αποτελέσματα παρουσιάζονται στα παρακάτω γραφήματα. Για τις ανάγκες των μετρήσεων χρησιμοποιήσαμε το Corsair MM350 Mousepad που σας παρουσιάσαμε πριν λίγες εβδομάδες, αφού πρώτα είχαμε κάνει και τη διαδικασία calibration που δείξαμε στην προηγούμενη ενότητα. Ξεκινώντας από το polling rate (το οποίο αποτελεί σημαντικό κριτήριο αγοράς από αρκετούς gamers) έχουμε να πούμε πως το Ironclaw συμπεριφέρθηκε άψογα. Τόσο συνδεδεμένο με καλώδιο όσο και με τον proprietary ασύρματο πομποδέκτη πέτυχε τιμές που κυμαινόταν από 994 έως και 1000 Hz. Πάρα πολύ καλά ήταν και τα αποτελέσματα με σύνδεση bluetooth όπου οι μετρήσεις μας έδειξαν περίπου 500 Hz. Όσον αφορά το accuracy, οι μετρήσεις έδειξαν εξίσου καλά αποτελέσματα, σταθερά πάνω από το 94%. Το εύρος αποτελεσμάτων κυμάνθηκε σε περίπου 5 ποσοστιαίες μονάδες, που κατά την άποψη του γράφοντος είναι εντός του στατιστικού σφάλματος και της ακρίβειας του χεριού στο να επαναφέρει το ποντίκι στην αρχική θέση. Για το τέλος αφήσαμε το smoothness. Εδώ τα αποτελέσματα προβλημάτισαν αρκετά τόσο το γράφοντα όσο και τους συναδέλφους reviewers των οποίων ζητήθηκε η άποψη. Γενικώς όπως βλέπετε οι μετρήσεις ήταν από κακές έως πολύ κακές. Για να αποκλείσουμε την πιθανότητα κάποιου θέματος ασυμβατότητας, δοκιμάσαμε το ποντίκι σε 2 διαφορετικά PC, με διαφορετικά mousepad και με διαφορετικά καλώδια USB, ενώ για να αποκλείσουμε την πιθανότητα ο γράφων να αδυνατεί να εκτελέσει σωστά το test (το οποίο περιλαμβάνει την κυκλική κίνηση του ποντικιού με σταθερή ταχύτητα) ο γράφων έκανε το ίδιο test και με άλλα δύο ποντίκια. Το συμπέρασμα είναι πως δεν έφταιγε τίποτα από όλα αυτά. Ενδεχομένως λοιπόν να υπάρχει κάποια ασυμβατότητα ανάμεσα στον τρόπο που λειτουργεί ο αισθητήρας και στον τρόπο που μετράει το enotus το smoothness. Αξίζει στο σημείο αυτό να τονίσουμε πως κατά τη χρήση του Ironclaw δεν αντιληφθήκαμε το παραμικρό ψεγάδι στην ομαλότητα της κίνησής του που να δικαιολογεί τα παραπάνω αποτελέσματα. Συγκριτικά αποτελέσματα μετρήσεων Μιας και δεν μας αρέσει να παραθέτουμε ξερά αποτελέσματα χωρίς να υπάρχει κάποια σύγκριση, σας παραθέτουμε στη συνέχεια και συγκριτικά γραφήματα των μετρήσεων της προηγούμενης ενότητας. Μιας και το μοναδικό ασύρματο gaming ποντίκι που πέρασε εδώ και καιρό από τον πάγκο του TheLab.gr ήταν το Dark Core RGB Wireless της Corsair, θα συγκρίνουμε μόνο με αυτό και στο μέλλον τα γραφήματα θα εμπλουτίζονται. EΝΣΥΡΜΑΤΗ ΣΥΝΔΕΣΗ Τα αποτελέσματα και των δύο ποντικιών όσον αφορά το polling rate και το accuracy είναι πανομοιότυπα. Αντιθέτως στη μέτρηση του smoothness βλέπουμε το μεν Dark Core να δίνει καλά αποτελέσματα, ενώ το Ironclaw όχι. ΑΣΥΡΜΑΤΗ ΣΥΝΔΕΣΗ 2.4 Ghz Στην ασύρματη σύνδεση τα πράγματα είναι κάπως διαφορετικά. Όσον αφορά το polling rate η τεχνολογία slipstream φαίνεται να δίνει σαφώς καλύτερα αποτελέσματα, στο accuracy η πλάστιγγα γέρνει ελαφρώς υπέρ του Dark Core ενώ στο smoothness και τα δύο ποντίκια έχουν κακά αποτελέσματα. BLUETOOTH ΣΥΝΔΕΣΗ Τέλος όσον αφορά τη σύνδεση Bluetooth τα αποτελέσματα είναι επίσης ανάμεικτα. Το μεν Ironclaw κερδίζει κατά κράτος το Dark Core στο polling rate, έχουν παρόμοια αποτελέσματα στο accuracy, ενώ στο smoothness η διαφορά των δύο ποντικιών είναι χαοτική. Εμπειρία Χρήσης Το Corsair Ironclaw RGB Wireless χρησιμοποιήθηκε από το γράφοντα για αρκετές εβδομάδες πριν τη δημοσίευση της σημερινής παρουσίασης. Στην καθημερινή του χρήση σε μία εκτεταμένη σειρά από εργασίες που περιλάμβαναν όλα όσα πιθανώς θα κάνει ο χρήστης τους (εκτός από competitive gaming και Fortnite - Ι am too old for this s$$t) δεν διαπιστώθηκε το παραμικρό ψεγάδι κατά τη λειτουργία του. Το βάρος του, παρά τη μπαταρία, δεν κούρασε καθόλου, η διάρκεια της μπαταρίας ήταν πολύ κοντά στα ονομαστικά της corsair (αν και είναι λίγο δύσκολο να την μετρήσουμε ακριβώς) και ο φωτισμός RGB έδινε αυτό το ξεχωριστό wow effect σε όσους το έβλεπαν. Τονίζουμε στην παραπάνω φράση το σε όσους το έβλεπαν, μιας και όταν ο χρήστης κρατάει στα χέρια του το Ironclaw, ουσιαστικά δεν βλέπει τίποτα από τα RGB διακοσμητικά καθώς το λογότυπο κρύβεται από την παλάμη, ο φωτισμός της ροδέλας κρύβεται από τα δάχτυλα και ο μπροστινός φωτισμός αχνοφαίνεται πάνω στο mousepad. Αντίθετα, τα 3 ενδεικτικά φωτάκια που βρίσκονται στο σημείο που ακουμπά ο αντίχειρας, ήταν ορατά πάντα και έδιναν πολύτιμες πληροφορίες στον χρήστη, τόσο για τα επιλεγμένα προφίλ όσο και για την κατάσταση της μπαταρίας. Ένα μικρό ψεγάδι που βρήκαμε κατά την ενσύρματη χρήση του Ironclaw ήταν πως το καλώδιο που παρέχεται είναι αρκετά σκληρό, πράγμα που δυσκολεύει λίγο την κίνηση του ποντικιού, ιδιαίτερα εάν ο χώρος στο γραφείο είναι περιορισμένος, ενώ η θύρα micro USB κάνει λίγο πιο δύσκολη την τοποθέτησή του σε σχέση με το να υπήρχε μία Type C. Τέλος, τα προγραμματιζόμενα πλήκτρα ήταν όλα σε σημεία εύκολα προσβάσιμα από δείκτη και αντίχειρα και με λίγη συνήθεια μπορούν να μετατρέψουν το Ironclaw σε ένα πραγματικό εργαλείο, ενώ άψογο ήταν και η εφαρμογή του Ironclaw με την δεξιά παλάμη του γράφοντος. Επίλογος - Συμπεράσματα Κάπου εδώ λοιπόν φτάσαμε στο τέλος και της σημερινής παρουσίασης και την ώρα του τελικού συμπεράσματος. Αξίζει τα 80 ευρώ που ζητάει το Ironclaw RGB Wireless; Η απάντηση είναι πως ναι. Είναι εξαιρετικά παραμετροποιήσιμο, η συνδεσιμότητά του είναι πληρέστατη, σαν ποντίκι συμπεριφέρεται άψογα, η ποιότητα κατασκευής του είναι η τυπική της Corsair ενώ, φυσικά, έχει και μπόλικα RGB LEDs. Αν λοιπόν δίνετε σημασία σε κάποιο ή κάποια από τα παραπάνω τότε το Ironclaw RGB Wireless είναι σίγουρα ένα ποντίκι που αξίζει να βάλετε στα υπόψιν. Άλλωστε με μία γρήγορη αναζήτηση στο τι κυκλοφορεί στην αγορά θα δείτε πως η πλειοψηφία των επώνυμων gaming ποντικιών με αντίστοιχα χαρακτηριστικά κοστίζουν το ίδιο ή και περισσότερο. Ας συνοψίσουμε λοιπόν τα υπέρ και τα κατά του Corsair Ironclaw RGB Wireless Mouse ώστε να περάσουμε και στη βαθμολογία. Ο καλός Ποιότητα κατασκευής RGB φωτισμός Ενσύρματη, ασύρματη 2.4 Ghz & Bluetooth συνδεσιμότητα Αισθητήρας 18000 DPI Αίσθηση διακοπτών Πλήρως παραμετροποιήσιμο μέσω του iCue Ο κακός Αποτελέσματα μετρήσεων smoothness Σκληρό και άκαμπτο καλώδιο Θύρα Micro USB αντί για Type C Ο Αδιάφορος H κατανάλωση μπαταρίας είναι λογική για την κατηγορία αλλά μεγάλη γενικώς. Με βάση τα παραπάνω, η βαθμολογία του Corsair Ironclaw RGB Wireless είναι:  TheLAB.GR Ευχαριστούμε θερμά την Corsair για την παραχώρηση του δείγματος της δοκιμής. Γεώργιος "GriGaS" Ρήγας 06/08/2019
  9. H Corsair ανακοίνωσε την εξαγορά της γνωστής κατασκευάστριας εταιρείας custom gaming PC, ORIGIN PC. Με μια δεκαετία εμπειρίας στη δημιουργία χειροποίητων custom gaming PC με κορυφαία υποστήριξη, η ORIGIN PC θεωρήθηκε ότι μπορεί να συνδράμει στα σχέδια της Corsair για περαιτέρω διείσδυση στη διαρκώς διευρυνόμενη πελατειακή βάση της Βόρειας Αμερικής που «προτιμά να αγοράζει έτοιμα παρά να συναρμολογεί». Το brand name της ORIGIN PC θα διατηρηθεί, εντός της Corsair πλέον, και θα συνεχίσει να έχει ως αρχηγείο τα γραφεία στο Miami. Όλες οι υφιστάμενες εγγυήσεις, αγορές και υποστήριξη των υφιστάμενων συστημάτων της ORIGIN PC θα παραμείνουν ως έχουν. Επίσης και η Corsair θα διατηρήσει τις υφιστάμενες σειρές έτοιμων συστημάτων που διαθέτει VENGEANCE PC, CORSAIR ONE και CORSAIR ONE PRO.
  10. Εισαγωγή Μετά την επιτυχία του Elgato Stream Deck και του μικρού του αδελφού, του Elgato Stream Deck Mini, η Elgato παρουσίασε τον Γολιάθ της παρέας, το Elgato Stream Deck XL! Όπως και τα μικρά του αδέλφια, το Elgato Stream Deck XL είναι ουσιαστικά ένα προγραμματιζόμενο πληκτρολόγιο, όπου - μέσω του παρεχόμενου λογισμικού - σε κάθε πλήκτρο, μπορεί να αντιστοιχιστεί μια σειρά από λειτουργίες, ειδικά μελετημένες για να βοηθήσουν τους δημιουργούς περιεχομένου πολυμέσων και ακόμη περισσότερο τους streamers. Αυτό όμως που απογειώνει τη λειτουργικότητα είναι ότι το κάθε πλήκτρο είναι και μια μικρή οθόνη, που μπορούμε να προγραμματίσουμε να δείχνει ό,τι θέλουμε και να αλλάζει λειτουργία και εικονίδιο ανάλογα με το προφίλ που είναι ενεργοποιημένο ή το φάκελο λειτουργιών στον οποίον βρισκόμαστε. Είναι εμφανές ότι τόσο το Elgato Stream Deck XL όσο και οι μικρότεροι συγγενείς του, μέσω των προφίλ και των φακέλων, μπορούν να υποστηρίξουν απεριόριστο αριθμό λειτουργιών, αλλά τα 32 πλήκτρα - οθόνες του Elgato Stream Deck XL, έναντι των 15 του Elgato Stream Deck και των 6 του Elgato Stream Deck Mini, του δίνουν το πλεονέκτημα της χρήσης πολύ περισσότερων λειτουργιών με το πάτημα ενός μόνο πλήκτρου. Ακολουθήστε με λοιπόν για να δούμε αναλυτικά τα πώς και τα τι του Elgato Stream Deck XL. Φωτογράφιση Το Elgato Stream Deck XL έρχεται σε ένα χαρτονένιο, ιλουστρασιόν κουτί όπου κυριαρχούν οι κλασσικές μπλε αποχρώσεις της Elgato και, φυσικά, προβάλλονται τα βασικά χαρακτηριστικά του προϊόντος. Το αυτοκόλλητο σε μία από τις μικρότερες έδρες της συσκευασίας δηλώνει κατασκευή στην Taiwan. Ανοίγοντας το κουτί, το πρώτο που βλέπουμε είναι ο οδηγός χρήσης, ενώ από κάτω βρίσκεται η συσκευή, προστατευμένη από αραχνοΰφαντο κάλυμμα. Οι 2 εσοχές στο χαρτόνι κάνουν εύκολη την αφαίρεση της συσκευής ενώ κάτω από αυτή κρύβεται το διαμέρισμα που περιέχει το καλώδιο. Μαζί με το καλώδιο, βρίσκουμε καταχωνιασμένο βαθύτερα και το φυλλάδιο της εγγύησης, το οποίο ανεβάζει το συνολικό αριθμό των συνοδευτικών εντύπων σε δύο. Το καλώδιο είναι 1,5m, αρκετά μακρύ για τις περισσότερες περιπτώσεις, και είναι τύπου USB A από την πλευρά που συνδέεται στον υπολογιστή και USB C από την πλευρά της συσκευής. Είναι ποιοτικό και sleeved και καθώς είναι αφαιρούμενο, μπορεί να αντικατασταθεί σε περίπτωση φθοράς ή ακόμα και με κάποιο μακρύτερο, αν χρειάζεται. Φαίνεται ότι η Elgato άκουσε τα παράπονά μας στα προηγούμενα reviews, ότι τέτοιες premium συσκευές οφείλουν να έχουν αφαιρούμενο και sleeved καλώδιο και αυτό είναι πολύ θετικό. Η συσκευή είναι στα ίδια υψηλά πρότυπα ποιότητας όσο τα υπόλοιπα μέλη της οικογένειας που είχαμε δει. Στο εμπρός μέρος έχουμε μόνο το λογότυπο της εταιρίας και τα πλήκτρα - οθόνες. Πολλά πλήκτρα - οθόνες! Συγκεκριμένα έχουμε 32, σε 4 σειρές των 8. Στο πλάι βλέπουμε ένα τριγωνικό κενό που δημιουργείται ανάμεσα στο εμπρός μέρος (τη συσκευή) και το πίσω μέρος (τη βάση). Στο πίσω μέρος διακρίνουμε ανάγλυφο το λογότυπο της εταιρίας. Η βάση ενώνεται με τη συσκευή μαγνητικά και στέκεται με ασφάλεια αλλά ταυτόχρονα μπορεί να αφαιρείται εύκολα. Η συσκευή μπορεί να χρησιμοποιηθεί με τη βάση ή και μόνη της, αφού διαθέτει τα δικά της λαστιχένια ποδαράκια καθώς και δίοδο για το καλώδιο. Το καλώδιο... Που μπαίνει αυτό; Εκεί μπαίνει, σε υποδοχή που κρύβεται κοντά σε ένα από τα ποδαράκια της συσκευής. Στη συνέχεια το καλώδιο περνάει από οπή της βάσης... ...και έτοιμο! Το τμήμα της βάσης που ακουμπάει στο γραφείο καλύπτεται από μια μεμβράνη την οποία αφαιρούμε για να αποκαλύψουμε μια μεγάλη ελαστική επιφάνεια. Η επιφάνεια αυτή θα εξασφαλίσει την απόλυτη σταθερότητα της συσκευής κατά τη χρήση. Η τριγωνική οπή στο πλάι είναι καλαίσθητη και μας επιτρέπει να δούμε την πορεία του καλωδίου, το οποίο βγαίνει από την οπή που είδαμε στο πίσω μέρος της βάσης. Το σύνολο είναι λειτουργικό και όμορφο. Software - Stream Deck Το μεγάλο ατού του Elgato Stream Deck XL είναι το λογισμικό του, που ονομάζεται Stream Deck. Σε αυτό βλέπουμε εικονικά αντίγραφα από τις οθόνες του Elgato Stream Deck XL, οι οποίες συγχρονίζουν με αυτές της συσκευής σε πραγματικό χρόνο. Όπως φαίνεται στην παρακάτω λίστα, υπάρχουν έτοιμα Actions χωρισμένα σε 14 κατηγορίες, στα δεξιά του λογισμικού. Οι 11 κατηγορίες αντιστοιχούν σε δημοφιλή προγράμματα που σχετίζονται με το Streaming ενώ υπάρχει ακόμα η κατηγορία που περιέχει εντολές που αφορούν το ίδιο το Stream Deck, η κατηγορία που αφορά το σύστημα (System), δηλαδή τα Windows ή το Mac OS και η κατηγορία Custom. Τα Windows 10 x64 και το Mac OS 10.13 ή νεότερο είναι τα λειτουργικά συστήματα που υποστηρίζονται από το Stream Deck. Υπάρχει όμως διαθέσιμο και επίσημο SDK για όποιον ενδιαφέρεται για κάτι περισσότερο. Ας ανοίξουμε όλες τις κατηγορίες για να πάρουμε μια γεύση από τις εντολές που υποστηρίζονται. Η κατηγορία Custom είναι κάτι ιδιαίτερο. Πρόκειται για την κατηγορία όπου εγκαθίστανται Plug-ins κατασκευασμένα από τρίτους, με βάση το SDK που αναφέραμε. Εδώ βλέπετε στη λίστα 4 που έχω εγκαταστήσει. Το πλήκτρο "More Actions" κάτω δεξιά ανοίγει τη λίστα με όλα τα Plug-ins, τα οποία μπορούμε να εγκαταστήσουμε ή αν τα έχουμε ήδη εγκαταστήσει και δεν τα θέλουμε, να απεγκαταστήσουμε. Ο τρόπος που προγραμματίζονται οι εντολές στο Elgato Stream Deck XL είναι πολύ απλός και ο καθένας μπορεί να το κάνει σε λίγα λεπτά. Η βάση του συστήματος είναι το drag & drop από τις λίστες στα δεξιά, πάνω στο κάθε πλήκτρο - οθόνη και αυτόματα η σχετική δράση συσχετίζεται με αυτό. Καθώς μία από τις επιλογές της κατηγορίας Stream Deck είναι αυτή της δημιουργίας φακέλου, μέσα στον οποίο μπορούν να τοποθετηθούν άλλες εντολές, και υπάρχει και η δυνατότητα πολλαπλών υποφακέλων, οι εντολές που μπορούμε να προγραμματίσουμε συνολικά στο Elgato Stream Deck XL δεν έχουν περιορισμό. Συνεπώς, το ουσιαστικό πλεονέκτημα που έχει το Elgato Stream Deck XL απέναντι στην κανονική ή τη mini εκδοχή του είναι το πόσες εντολές βλέπουμε ταυτόχρονα σε κάθε περίπτωση, 32 αντί 15 ή 6, χωρίς να χρειαστεί να μπούμε σε υποφακέλους. Υπάρχει φυσικά και η διαφορά στις διαστάσεις και την τιμή, με την κανονική και τη mini εκδοχή να υπερτερούν σε αυτά, καθώς είναι και τα δύο μικρότερα και οικονομικότερα. Ας δούμε λοιπόν τις βασικές λειτουργίες του Elgato Stream Deck XL με ένα προφίλ βασισμένο στις εντολές συστήματος, για να το καταλάβουν όλοι, streamers και μη. Και ας ξεκινήσουμε με ένα φάκελο που δημιούργησα και ο οποίος βρίσκεται στο τελευταίο πλήκτρο της 2ης σειράς. Επιλέγοντας το πλήκτρο βλέπουμε ότι δεν έχει τίτλο, αλλά περιέχει 19 αντικείμενα. Εκτός από το εικονίδιο, σε κάθε πλήκτρο - οθόνη, μπορούμε να βάλουμε και ένα τίτλο ή και να μη βάλουμε, αν η λειτουργία είναι αυτονόητη. Εδώ βάλαμε τον τίτλο Web, ο οποίος αυτομάτως εμφανίστηκε πάνω από το εικονίδιο. Η επιλογή του εικονιδίου μπορεί να γίνει από κάποιο αρχείο εικόνας στο δίσκο μας, όπως έχω κάνει εδώ, ή να δημιουργήσουμε ένα δικό μας νέο εικονίδιο χρησιμοποιώντας μια online εφαρμογή της Elgato ειδικά για το Stream Deck, που ονομάζεται Key Creator, ή να αφήσουμε το Default εικονίδιο. Το Key Creator είναι πολύ εύκολο στη χρήση και προσφέρει αρκετές δυνατότητες δημιουργίας ή / και συνδυασμού των έτοιμων εικονιδίων που περιέχει. Εδώ βλέπουμε τη βασική του οθόνη. Και εδώ, όλα τα εικονίδια που περιλαμβάνει. Ας δούμε τώρα μερικά παραδείγματα εντολών στο Elgato Stream Deck XL. Η πρώτη σειρά περιέχει και τις 7 εντολές Multimedia που περιλαμβάνονται με το γενικό τίτλο Multimedia κάτω από την κατηγορία System. Το τελευταίο πλήκτρο της 1ης σειράς είναι ένα από τα Plug-ins και συγκεκριμένα το πιο δημοφιλές, το CPU. Αυτό μας δείχνει σε πραγματικό χρόνο το φορτίο του επεξεργαστή σε ποσοστό επί τοις εκατό. Όλη η 2η σειρά, εκτός από το φάκελο που είδαμε στο τέλος της, περιέχει εντολές για να ανοίξουμε φακέλους στα αποθηκευτικά μέσα του υπολογιστή. Η εντολή για να ανοίξουμε έναν φάκελο είναι απλή. Επιλέγουμε την εντολή Open στην κατηγορία System και τρέχουμε τον Windows Explorer (c:\windows\explorer.exe) με παράμετρο το φάκελο που θέλουμε να ανοίξουμε (εδώ s:\images). Μια λίγο πιο δύσκολη διαδικασία είναι το άνοιγμα ειδικών φακέλων του συστήματος, όπως του δικτύου, αλλά με λίγο γκουγκλάρισμα βρίσκονται εύκολα οι εντολές. Απλά αναζητήστε command line για ό,τι επιθυμείτε. Ο κάθε φάκελος μπορεί να περιέχει ένα συνδυασμό μέχρι 31 εντολών και υποφακέλων, καθώς το πρώτο πλήκτρο - οθόνη είναι πάντα η εντολή για να επιστρέψουμε στο ανώτερο επίπεδο φακέλων. Εδώ έχουμε ένα φάκελο που όλα του τα περιεχόμενα είναι σύνδεσμοι που οδηγούν σε ιστοσελίδες. Οι τίτλοι μπορούν να χρησιμοποιηθούν για παράδειγμα για να διαχωρίσουν ιστοσελίδες που είναι παρόμοιες αλλά με κάποια διαφορά, όπως για παράδειγμα το Amazon ή το Ebay σε διαφορετικές χώρες. Η εισαγωγή του URL είναι πολύ απλή και η σελίδα ανοίγει με τον προεπιλεγμένο φυλλομετρητή του συστήματος. Όλη η τρίτη και τέταρτη σειρά αφορούν την εκτέλεση εφαρμογών. Για να τρέξουμε κάποια εφαρμογή, τα πράγματα είναι ακόμα πιο απλά. Χρειάζεται μόνο να επιλέξουμε το εκτελέσιμο αρχείο της. Πάνω από τα πλήκτρα - οθόνες, στο λογισμικό Stream Deck, βλέπουμε 2 drop down, το ένα ονομάζεται Stream Deck ΧL και το άλλο Default Profile. Τι σημαίνει αυτό; Για αρχή, το λογισμικό υποστηρίζει τη χρήση πολλαπλών συσκευών. Μπορείτε λοιπόν να έχετε το Stream Deck XL, to Stream Deck XL2, το Stream Deck και το Stream Deck Mini συνδεδεμένα ταυτόχρονα, και επιλέγοντας από το μενού να προγραμματίζετε το κάθε ένα χωριστά. Για την κάθε συσκευή υποστηρίζονται όμως και διάφορα προφίλ που μπορούμε να φτιάξουμε. Ένα είναι πάντα το Default, που τρέχει γενικά, και τα υπόλοιπα μπορούν να αφορούν συγκεκριμένα προγράμματα. Ας δούμε λοιπόν ένα ενδεικτικό προφίλ για το Photoshop. Εδώ έχουμε χρησιμοποιήσει παντού το ίδιο εικονίδιο, για να προγραμματίσουμε μερικές δημοφιλείς εντολές του Photoshop, και σε κάθε πλήκτρο - οθόνη, ο τίτλος επεξηγεί τη λειτουργία. Για όλες τις λειτουργίες χρησιμοποιήσαμε την εντολή Hotkey και εκμεταλλευτήκαμε τις συντομεύσεις πληκτρολογίου του Photoshop. Σε αντίθεση με πριν, τοποθετήσαμε τον τίτλο στη μέση του πλήκτρου - οθόνης. Όπως βλέπετε στην επόμενη εικόνα, υπάρχουν αρκετές δυνατότητες τοποθέτησης και μορφοποίησης των τίτλων. Η εντολή Hotkey έχει πολλές δυνατότητες, που τις βλέπουμε στο παρακάτω μενού. Θα παρατηρήσατε ίσως το πλήκτρο - οθόνη πάνω δεξιά που αναγράφει 3 λειτουργίες μαζί. Αυτό είναι δυνατό μέσω της επιλογής Multi Action που βρίσκεται στην κατηγορία εντολών Stream Deck. Με αυτή την επιλογή μπορούμε να προσθέσουμε όσες εντολές θέλουμε, που εκτελούνται με τη σειρά. Εδώ βάλαμε απλά 3 εντολές Hotkey, αλλά δεν υπάρχει κάποιος περιορισμός στους συνδυασμούς. Και αφού πήραμε μια καλή ιδέα του εξαιρετικά εύκολου και ευέλικτου προγραμματισμού του Elgato Stream Deck XL, ας πάμε και στο γρανάζι της αρχικής οθόνης για να δούμε και τις βασικές ρυθμίσεις του προγράμματος. Το γρανάζι λοιπόν ανοίγει το παράθυρο των προτιμήσεων του προγράμματος, το οποίο έχει 3 ταμπέλες. Η πρώτη, η γενική (General) μας δίνει τη δυνατότητα ελέγχου για αναβάθμιση του λογισμικού και τη δυνατότητα να ορίσουμε το όνομα, το χρόνο μετά από τον οποίο μπαίνει σε sleep mode και τη φωτεινότητα της κάθε συνδεδεμένης συσκευής. Μας δείχνει επίσης της έκδοση του Firmware και το σειριακό αριθμό της κάθε συσκευής. Η δεύτερη ταμπέλα, αυτή των λογαριασμών (Accounts), μας δίνει τη δυνατότητα να ορίσουμε τα usernames και passwords για 5 από τις 11 υποστηριζόμενες εφαρμογές streaming, έτσι ώστε να μπορούμε να εκμεταλλευτούμε πλήρως τις σχετικές λειτουργίες. Και η τρίτη ταμπέλα, αυτή των προφίλ (Profiles), μας δίνει τη δυνατότητα να δημιουργήσουμε ή να σβήσουμε προφίλ, να ορίσουμε ποιο θα είναι το default... ... καθώς και ποιας εφαρμογής η ύπαρξη στο προσκήνιο θα ενεργοποιεί το κάθε προφίλ. Η Χρήση Η χρήση του Elgato Stream Deck XL, αφού παραμετροποιηθεί μέσω του λογισμικού του, είναι εξαιρετικά απλή και ευχάριστη. Πατάς το πλήκτρο, κάνει αυτό που του έχεις πει να κάνει. Με τη σύνδεση του Elgato Stream Deck XL στον υπολογιστή και αν δε βρει ανοιχτό το λογισμικό του, βλέπουμε στα πλήκτρα - οθόνες το λογότυπο της Elgato, σαν σε Video Wall. Με την εγκατάσταση του προγράμματος, αν έχει υπάρξει προηγούμενη συσκευή, όπως στην περίπτωσή μας με το Elgato Stream Deck, μας δίνεται η δυνατότητα να αντιγράψουμε τα προφίλ που είχαμε ήδη δημιουργήσει, στη νέα μας συσκευή, το Elgato Stream Deck XL. Όπερ και εγένετο. Αν δεν υπήρχαν τα προφίλ που είχαν μείνει από το Elgato Stream Deck, θα είχαμε δει το βασικό προφίλ, με μία μόνο εντολή που οδηγούσε στην ιστοσελίδα της Elgato. Φυσικά τα προφίλ συμπληρώθηκαν και τροποποιήθηκαν, όπως είδατε στην παρουσίαση του λογισμικού. Η ανάλυση των οθονών δεν είναι υπερ-υψηλή και τα εικονίδια σαφώς πιξελιάζουν από κοντά, αλλά σε μια φυσιολογική απόσταση χρήσης είναι μια χαρά. Τα χρώματα και η αντίθεση είναι πολύ καλά και οι γωνίες θέασης εξαιρετικές. Τα προφίλ αλλάζουν αυτόματα, όπως τα έχουμε ορίσει. Εδώ βλέπετε πώς φορτώνει αυτόματα το προφίλ του Photoshop που είδαμε παραπάνω, όταν κάνω κλικ στο παράθυρο του Photoshop και το φέρνω στο προσκήνιο και πώς φορτώνεται αμέσως το βασικό (Default) προφίλ όταν κλικάρω εκτός του παραθύρου. Τα πλήκτρα του Elgato Stream Deck XL, όπως και του κλασσικού αλλά και του mini, κάνουν ένα ικανοποιητικό χαμηλό ήχο όταν τα πιέζεις, σαν επιβεβαίωση ότι τα πίεσες, που μου άρεσε. Είναι όμως δυνατόν, αν πιέσει κάποιος ένα πλήκτρο απαλά και όχι έως το τέρμα, να μην αναγνωριστεί η κίνηση. Γι αυτό λοιπόν, τα πλήκτρα του Elgato Stream Deck XL πρέπει να πιέζονται αποφασιστικά. Απολογισμός To Elgato Stream Deck XL είναι απλά ένα μεγαλύτερο Elgato Stream Deck, με 32 πλήκτρα οθόνες αντί για τα 15 της κλασσικής ή τα 6 της mini έκδοσης. Κατά τα άλλα, η κατασκευή και η λειτουργία είναι ακριβώς οι ίδιες. Η συσκευή, όπως ακριβώς και τα Elgato Stream Deck και Elgato Stream Deck Mini, με εντυπωσίασε από το γεγονός ότι κάνει ακριβώς αυτό που υπόσχεται, χωρίς προβλήματα, χωρίς "αλλά", απλά και φυσικά. Το λογισμικό είναι εύκολο και λειτουργικό, δεν εντόπισα ούτε bugs ούτε κάτι που θα άλλαζα. Παρά το γεγονός ότι η συσκευή προορίζεται για χρήση από online content creators και live streamers, οι δυνατότητές της είναι σχεδόν απεριόριστες και μπορεί να προσαρμοστεί άνετα και για γενική χρήση, όπως είδαμε στα παραδείγματα παραπάνω. Η ποιότητα κατασκευής είναι εξαιρετική με καλά υλικά και σωστή συναρμογή. Τα πλήκτρα πατιούνται κάνοντας έναν ευδιάκριτο, ικανοποιητικό ήχο που δεν ενοχλεί και αποτελεί εξαιρετικό feedback. Το γεγονός ότι το πάτημα καταγράφεται στον τερματισμό του πλήκτρου και όχι αν αυτό πατηθεί πολύ απαλά (όχι για όλη τη διαδρομή του) δεν αποτελεί πρόβλημα, καθώς αυτή είναι περίπου ενάμισι χιλιοστό. Το μόνο που θα μπορούσε κανείς να βελτιώσει είναι η ανάλυση των οθονών του, οι οποίες όπως είδατε στις κοντινές φωτογραφίες, δεν είναι υπερ-υψηλή, αλλά για να είμαστε δίκαιοι, το Elgato Stream Deck XL δεν προορίζεται για να πατάτε τα πλήκτρα με τη μύτη. Στη φυσιολογική απόσταση χρήσης, τα pixels είναι αόρατα, τα χρώματα ζωηρά και το contrast άριστο. Με τι κόστος έρχονται όμως όλα αυτά; Το Elgato Stream Deck XL ξεκινάει από τα 254 ευρώ, τιμή που βρίσκω λογική για τη λειτουργικότητα που προσθέτει στις συσκευές εισαγωγής ενός υπολογιστή και το πλήθος των 32 πλήκτρων - οθονών. Για σύγκριση, το Elgato Stream Deck με τα 15 πλήκτρα, κοστίζει 144,91 ευρώ και το Elgato Stream Deck Mini με τα 6 πλήκτρα κοστίζει 89 ευρώ, οπότε το κόστος του Elgato Stream Deck XL ανά πλήκτρο είναι σημαντικά χαμηλότερο. Αν κάποιος χρειάζεται πολλές εντολές μαζί σε μία σελίδα, αυτό αποτελεί ένα ατού. Κατά τα άλλα, και οι 3 συσκευές, χάρη στα προφίλ και τους φακέλους, δεν έχουν περιορισμό στον αριθμό των εντολών που μπορείτε να προγραμματίσετε σε αυτές Ας συνοψίσουμε τα πλεονεκτήματα και τα μειονεκτήματα του Elgato Stream Deck XL: Πλεονεκτήματα + Εξαιρετική ποιότητα κατασκευής + Εξαιρετική λειτουργικότητα + Εξαιρετικό και πολύ απλό στη χρήση λογισμικό + Προγραμματισμός απεριόριστων λειτουργιών με προφίλ και φακέλους + Καθαρές οθόνες με ζωηρά χρώματα και πολύ καλό contrast + Λαστιχένια ποδαράκια που σταθεροποιούν άψογα τη συσκευή + Μαγνητική αφαιρούμενη βάση + Αφαιρούμενο, sleeved καλώδιο Μειονεκτήματα - Nothing to see here, move along Με βάση τα παραπάνω, η συνολική βαθμολογία του Elgato Stream Deck XL είναι:  theLAB.gr Ευχαριστούμε θερμά την Corsair για την παραχώρηση του δείγματος της δοκιμής. Πολύμερος Αχανιώτης 24/06/2019
×
×
  • Create New...

Important Information

By using this site, you agree to our Terms of Use.