Jump to content

Search the Community

Showing results for tags 'corsair'.



More search options

  • Search By Tags

    Type tags separated by commas.
  • Search By Author

Content Type


Categories

  • Cases Reviews
  • Heatsinks, Coolers & Watercooling Reviews
  • Input Devices & Peripherals Reviews
  • Barebones, NAS, Media Players Reviews
  • SSDs, HDDs and Controllers Reviews
  • Smartphones, Tablets and Gadgets Reviews
  • VGAs, Motherboards, CPUs & RAM Reviews
  • Power Supplies Reviews
  • Software & Games Reviews
  • Από το Εργαστήρι
  • Reviews in English

Forums

  • TheLab.gr
    • Ειδήσεις
    • Reviews
    • Από το Εργαστήρι
    • Thelab.gr Νέα και σχόλια
    • Δημοσκοπήσεις
    • Παρουσιάσεις Μελών
    • Τεχνολογικοί Προβληματισμοί
  • Talk to...
    • GearBest.com
    • Geekbuying.com
    • Coolicool.com
    • TomTop.com
  • Hardware & Overclocking
    • Intel Platform
    • AMD Platform
    • Κάρτες Γραφικών
    • Μνήμες DDR/DDR2/DDR3/DDR4
    • Αποθήκευση (HDD, SSD, NAS)
    • Κουτιά
    • Ψύξη
    • Τροφοδοτικά
    • Γενικά για Η/Υ
    • Modding & DIY
    • Μετρήσεις & Αποτελέσματα Υπερχρονισμών
  • Εργαλεία και Ιδιοκατασκευές (DIY)
    • Το στέκι του μάστορα
  • Περιφερειακά
    • Οθόνες & Projectors
    • Πληκτρολόγια και ποντίκια
    • Ήχος και Multimedia
    • 3D Εκτύπωση & CNC machines
    • Εκτυπωτές
    • Λοιπά Περιφερειακά
    • VR Technology
  • Software & Δίκτυα
    • Windows
    • Linux
    • Mac OS
    • Δίκτυα & Internet
    • Antivirus & Security
  • Gaming
    • PC Gaming
    • Steam & άλλες κοινότητες
    • Console & Handheld Gaming
  • Κινητές πλατφόρμες
    • Φορητοί υπολογιστές
    • Smartphones
    • Tablets
    • Gadgets, GPS, κτλ
    • Γενική Συζήτηση
  • Φωτογραφία κι εξοπλισμός
    • Φωτογραφικές μηχανές και λοιπά αξεσουάρ
    • Φωτογραφίες, επεξεργασία και δοκιμές
  • IT Section
    • Servers & hardware
    • Server OS & Virtualisation
    • Networking
    • Databases
    • Programming & Scripting
    • Web Development & DTP
  • Προσφορές & καταστήματα
    • Προσφορές και ευκαιρίες αγορών
    • Τι-Που-Πόσο
  • Το Παζάρι
    • Πωλήσεις
    • Ζήτηση
  • Γενική Συζήτηση
    • Off topic
    • The Jungle
    • Forum Δοκιμών
    • Αρχείο

Calendars

  • Ημερολόγιο Κοινότητας
  • Ημερολόγιο Gaming

Blogs

  • in|security
  • freesoft.gr
  • Virtual[DJD]
  • Οι αυτοματισμοί του τεμπέλη...

Find results in...

Find results that contain...


Date Created

  • Start

    End


Last Updated

  • Start

    End


Filter by number of...

Joined

  • Start

    End


Group


Skype


Website URL


Περιοχή


Ενδιαφέροντα


Επάγγελμα


Steam


Biography

Found 662 results

  1. Εισαγωγή Κάποτε, κάποιος φίλος μου, σε μια κουβέντα που είχαμε σχετικά με τα περιφερειακά, μου είχε αναφέρει ότι δεν υπάρχει τέλειο ποντίκι σε όλους τους τομείς. Χρόνια μετά και αφότου έχουν περάσει δεκάδες από τα χέρια μου, δεν έχω παρά να συμφωνήσω. Αλλά εν τέλη τι εστί τέλειο και τι σημασία έχει εφόσον ένα ποντίκι ικανοποιεί τον κάτοχο του; Προσωπικά, θα πω καμία. Ας περάσουμε λοιπόν να δούμε πόσο ικανοποιημένος έμεινα από το Glaive RGB Pro Gaming Mouse της Corsair και πόσο πλησιάζει το τέλειο. Πριν περάσουμε στην παρουσίαση όμως, καλό θα ήταν να αφιερώσετε ένα λεπτό, στην κυριολεξία, ώστε πάρετε μια πρώτη ιδέα για το συγκεκριμένο ποντίκι παρακολουθώντας το επίσημο promotional video της κατασκευάστριας εταιρίας, Corsair. Ας περάσουμε λοιπόν τώρα στην παρουσίαση. Συσκευασία - Παρελκόμενα Η συσκευασία "φωνάζει" από μακριά ότι πρόκειται για προϊόν της Corsair. Όπως και στο "Corsair Ironclaw RGB Wireless Mouse" που παρουσιάσαμε πρόσφατα, έτσι και εδώ, συναντάμε την τυπική κιτρινόμαυρη συσκευασία που συναντάμε εδώ και αρκετό καιρό στα gaming περιφερειακά προϊόντα της Corsair. Μια όμορφη, λιτή και δίχως πολλά παρελκόμενα συσκευασία. Στην εμπρόσθια όψη της συσκευασίας απεικονίζεται μια μεγάλη φωτογραφία από το ποντίκι, ενώ στην πίσω όψη της συναντάμε τα τεχνικά χαρακτηριστικά του Glaive RGB Pro σε αρκετές γλώσσες, πλην των Ελληνικών δυστυχώς, όπως μερικές ακόμα φωτογραφίες από το ποντίκι και των εναλλακτικών μαγνητικών thumb grips. Όσο αφορά τις δύο πλαϊνές όψεις της συσκευασίας, αυτές εξυπηρετούν κατά κύριο λόγο αισθητικούς σκοπούς, όντας μαύρες για λόγους αντίθεσης και χωρίς κάποια ιδιαίτερης αξίας πληροφορία. Ανοίγοντας την συσκευασία, συναντάμε το ποντίκι, τα εναλλάξιμα μαγνητικά thumb grips, ένα υποτυπώδες εγχειρίδιο χρήσης, έναν οδηγό εγγύησης καθώς και ένα χαρτί σχετικά με την ανακύκλωση. And... that's all. Τεχνικά Χαρακτηριστικά Τα τεχνικά χαρακτηριστικά του Corsair Glaive RGB PRO Gaming Mouse παρατίθενται στον παρακάτω πίνακα: Εγγύηση 2 χρόνια Προγραμματιζόμενα κουμπιά 7 DPI 18,000 DPI Σένσορας PMW3391 Τύπος σένσορα Οπτικός Backlighting 3 ζωνών RGB On Board μνήμη Ναι Profiles on board μνήμης 1 Τύπος πλήκτρων Omron Συνδεσιμότητα Ενσύρματο Ανθεκτικότητα πλήκτρων 50M L/R Click Τύπος λαβής Palm Βάρος 115γρ (χωρίς καλώδιο και αξεσουάρ) Λογισμικό CUE Υποστηρίζεται στο iCUE Καλώδιο 1,8 μέτρα, υφασμάτινο Τύπος παιχνιδιού FPS, MOBA Report Rate 1000Hz / 500Hz / 250Hz / 125Hz Σύμφωνα με την Ευρωπαϊκή ιστοσελίδα της Corsair, η προτεινόμενη τιμή λιανικής του "Glaive Pro RGB Gaming Mouse" ανέρχεται στα 79,99€, με την τιμή του στην Ελλάδα να ξεκινάει από τα 83,10€ κατά το χρόνο συγγραφής της παρουσίασης. Επίσης η εγγύηση του ανέρχεται στα 2 έτη. Κάτω από το φακό To Glaive RGB Pro είναι σχεδιασμένο αποκλειστικά για δεξιόχειρες χρήστες και πιο συγκεκριμένα εκείνους που προτιμούν το palm-grip. Φέρει επίσης 7 πλήρως προγραμματιζόμενα κουμπιά που βρίσκονται στο κέντρο και προς τα αριστερά του, ώστε το πάτημα τους να γίνεται με τον αντίχειρα ή τον δείκτη. Όσο αφορά το αισθητικό κομμάτι, αρχικά να αναφέρω πως το ποντίκι είναι σχετικά μικρό σε μέγεθος, με gaming, αλλά όχι υπερβολική αισθητική. Το συνολικό του μήκος αγγίζει τα 12.5 εκατοστά και το πλάτος του κυμαίνεται από 6.5, 7 και 8.5 εκατοστά ανάλογα το μαγνητικό thumb grip που του έχει τοποθετηθεί, ενώ το βάρος του ανέρχεται στα 115 γραμμάρια. Στις πλαϊνές πλευρές του Glaive RGB Pro και εκεί όπου ακουμπάει ο χρήστης, η Corsair έχει τοποθετήσει μια λαστιχένια επίστρωση με επιφανειακή διαμόρφωση Knurlink (κανελάζ) , πράγμα που -πέρα από το καλύτερο και πιο σταθερό κράτημα που προσφέρει- βοηθάει αρκετά το καλοκαίρι όσο αφορά τον ιδρώτα. Στην επάνω αριστερά πλευρά του Glaive βρίσκουμε 5 ενδεικτικά LED τα οποία εξυπηρετούν στην ένδειξη του DPI προφίλ που έχει επιλέξει ο χρήστης. Στην εμπρόσθια του βλέπουμε την έξοδο του καλωδίου καθώς και κάποιες γρίλιες που στο κάτω μέρος τους και πίσω από αυτές υπάρχει ένα ημιδιάφανο πλαστικό κομμάτι έτσι ώστε να διαπερνάται από τον RGB φωτισμό και να δημιουργεί ένα ωραίο εφέ όπως θα δείτε σε παρακάτω φωτογραφίες. Τέλος, στην κάτω πλευρά του Glaive RGB Pro, βρίσκουμε τέσσερα pads, δύο μικρά στο πάνω μέρος και δύο μεγαλύτερα στο κάτω μέρος καθώς και τον οπτικό αισθητήρα "PMW3391" των 18,000 DPI. Corsair iCue Η Corsair φυσικά, όπως και οι περισσότεροι κατασκευαστές, δεν θα μπορούσε να μην προσφέρει το δικό της λογισμικό διαχείρισης περιφερικών. Το Glaive RGB Pro είναι πλήρως συμβατό με την σουίτα διαχείρισης της Corsair, Corsair iCue, για την παραμετροποίηση του. Η πρώτη καρτέλα του iCue αφορά την δημιουργία, διαχείριση αλλά και εναλλαγή προφίλ. Μπορούμε να δημιουργήσουμε προφίλ ανάλογα το παιχνίδι ή την εφαρμογή που θέλουμε, με τις ρυθμίσεις που θέλουμε και η εναλλαγή τους να γίνεται αυτόματα στις μη gaming εφαρμογές με το που έρθει το παράθυρο της εφαρμογής στο παρασκήνιο. Με αυτό τον τρόπο μπορείτε να έχετε ένα προφίλ αποκλειστικά για το Photoshop και ένα άλλο ξεχωριστό για το Premiere για παράδειγμα. Επόμενη στη σειρά είναι η καρτέλα "Actions". Στη συγκεκριμένη καρτέλα μπορούμε να φτιάξουμε μακροεντολές, είτε να κάνουμε remapping κάποια πλήκτρα. Όπως μπορείτε να δείτε στην παρακάτω φωτογραφία παρέχονται δεκάδες επιλογές παραμετροποίησης. Και τώρα σειρά έχει η καρτέλα των εφέ φωτισμού. Το Glaive RGB Pro προσφέρει 3 ανεξάρτητες ζώνες φωτισμού, μια στο μπροστινό μέρος, μια στα πλαϊνά όπου αφορούν τις κάθετες πλευρές και μια στο λογότυπο της Corsair που βρίσκεται πάνω στο ποντίκι. Μια ακόμα ζώνη φωτισμού θα μπορούσαν να θεωρηθούν και οι ενδείξεις LED καθώς είναι πλήρως παραμετροποιήσιμες όσον αφορά στον χρωματισμό τους, όχι μεμονωμένα όμως η κάθε μια, κάτι που θα ήταν αρκετά ενδιαφέρον αν ήταν εφικτό να γίνει. Για παράδειγμα, διαφορετικό χρώμα ανάλογα την επιλογή DPI. Στο παρακάτω βίντεο μπορείτε να δείτε τα εφέ που προσφέρει το Glaive RGB Pro και πως φωτίζει το κάθε ένα από αυτά το ποντίκι. Στη συνέχεια βλέπουμε την καρτέλα ρύθμισης των DPI. Στη συγκεκριμένη καρτέλα μπορούμε να φτιάξουμε όσα προφίλ με 6 επιλογές DPI θέλουμε, όπου η μια από αυτές αφορά αποκλειστικά το "Sniper" mode. Η εναλλαγή μεταξύ τους γίνεται από τα πλήκτρα που βρίσκονται κάτω από την ροδέλα με εξαίρεση την επιλογή Sniper όπου θα πρέπει να προγραμματίσετε κάποιο κουμπί στην καρτέλα "Actions" που θα κάνει αυτή τη λειτουργία. Αυτό μπορείτε να το κάνετε με τον παρακάτω τρόπο: Μεταβείτε στο iCue στην καρτέλα "Actions" Επιλέξτε πάνω αριστερά το κουμπί που θέλετε να επαναπροσδιορίσετε Κάντε κλικ στην καρτέλα "REMAP -> MOUSE BUTTON" Επιλέξτε από κάτω την επιλογή Sniper Και τέλος αλλάξτε το "Action trigger" από "While Pressed" σε "Toogle On/Off" Πολύ θετικό στοιχείο είναι επίσης η ύπαρξη των 5 ενδείξεων LED που μας δείχνουν από το 1 έως το 5 την επιλογή DPI που έχουμε επιλέξει, τα οποία μάλιστα είναι και εκείνα full RGB και πλήρως προγραμματιζόμενα όσο αφορά το χρώμα τους συνολικά μέσω της σουίτας iCue. Συνεχίζουμε στην καρτέλα Performance. Εδώ υπάρχουν οι επιλογές για ενεργοποίηση ή απενεργοποίηση του Angle Snapping, Enchange Pointer Precision όπως και μια μπάρα ρύθμισης της ταχύτητας του δείκτη του ποντικιού. Τέλος, η καρτέλα Surface Calibration. Στη συγκεκριμένη καρτέλα μπορούμε να κάνουμε calibration τον αισθητήρα (PMW3391) πάνω στην επιφάνεια που χρησιμοποιούμε ώστε να βελτιστοποιήσουμε την απόδοση του. Αποτελέσματα Μετρήσεων Στη συγκεκριμένη ενότητα θα σας παρουσιάσουμε τις επιδόσεις του Corsair Glaive RGB Pro και πως αποδίδει σε σχέση με τα υπόλοιπα gaming ποντίκια που σας έχουμε παρουσιάσει το τελευταίο διάστημα. Για την μέτρηση των επιδόσεων χρησιμοποιήσαμε το Enotus Mouse Test και πραγματοποιήσαμε 3 διαφορετικές μετρήσεις, σε 5 επίπεδα DPI. Όλες οι μετρήσεις του Glaive RGB Pro πραγματοποιήθηκαν σε ένα Genesis M12 Maxi Flash mousepad. Ξεκινώντας από το Polling Rate, όντας το σημαντικότερο κριτήριο για πολλούς Gamers, οι τιμές ήταν σχεδόν πανομοιότυπες καθώς κυμάνθηκαν από 972Hz έως και 975Hz, ελάχιστα μικρότερες δηλαδή από αυτές του Dark Core & Ironclaw RGB Wireless. Συνεχίζοντας στην δεύτερη μέτρηση που αφορά το Accuracy, οι μετρήσεις έδειξαν εξίσου καλά αποτελέσματα με την μικρότερη μέτρηση να ανέρχεται σε 93,8% και την μεγαλύτερη σε 98,5%. Η διαφορά είναι αρκετά μικρή και κατά πάσα πιθανότητα οφείλεται στην έλλειψη της τόσο μεγάλης ακρίβειας του χεριού στην πραγματοποίηση κάθε μέτρησης στις διαφορετικές τιμές DPI. Τέλος, όπως και στην παρουσίαση του Ironclaw RGB Wireless, αφήσαμε τις μετρήσεις που μας απασχόλησαν περισσότερο, αυτές του Smoothness. Οι μετρήσεις του Glaive RGB Pro, παρά την μικρότερη ποσοστιαία διακύμανση ανάλογα την τιμή DPI, είναι εξίσου κακές όπως και αυτές που Ironclaw το οποίο φέρει και εκείνο τον ίδιο αισθητήρα. Δεδομένου όμως ότι τόσο στην παρουσίαση του Ironclaw, όσο και του Glaive δεν παρατηρήθηκε ίχνος κακών επιδόσεων, θεωρούμε πως ενδεχομένως υπάρχει κάποια ασυμβατότητα ανάμεσα στον τρόπο λειτουργίας του αισθητήρα τους και στον τρόπο πραγματοποίησης των μετρήσεων "Smoothness" του Enotus. Εμπειρία Χρήσης Η εμπειρία χρήσης μου με το Glaive RGB Pro ήταν αρκετά ενδιαφέρουσα. Και αυτό διότι σαν claw προς palm-grip τύπος, το βρήκα αρκετά βολικό με το δεύτερο από τα τρία συνολικά thumb grips (βλέπετε φωτογραφίες παραπάνω) στο σχετικά μικρό μου χέρι. Κάθετε πολύ καλά στο χέρι μου και πατάω όλα τα κουμπιά με άνεση. Μάλιστα σαν μικρό ποντίκι που είναι σκέφτομαι ότι δεν θα είναι ιδανικό για τύπους με μεγαλούτσικο χέρι, καθώς το δάκτυλο μου σε palm-grip κυριολεκτικά αγγίζει το τέλος του αριστερού κλικ. Μπορώ να πως επίσης ότι το βρήκα πιο βολικό από διάφορα άλλα ποντίκια που έχω στην κατοχή μου, παρόλο που απευθύνεται σε palm-grip τύπους. Επίσης, παρόλο που δεν υπάρχει η δυνατότητα παραμετροποίησης του βάρους του, είναι όσο πρέπει για τα δικά μου γούστα. Δεν είναι ούτε πολύ ελαφρύ ώστε σε απότομες κινήσεις να "εκτοξεύεται", ούτε πολύ βαρύ ώστε να κουράζει μετά από πολύωρη χρήση. Όσο αφορά τα παιχνίδια, το βρήκα αρκετά ακριβές, με μηδαμινό latency, χάρις φυσικά στα 1000Hz polling rate, όπως τα περισσότερα ποντίκια άλλωστε τώρα πλέον, και μου άρεσε αρκετά η δυνατότητα αλλαγής ανάμεσα στα 5 προφίλ DPI on the fly με μόλις δύο κουμπιά (ένα πάνω, ένα κάτω) και η ένδειξη αυτών μέσω των 5 LED που φέρει το ποντίκι. Κάπου εδώ θα ήθελα να αναφέρω όμως ένα αρνητικό στοιχείο που παρατήρησα μετά από πολύωρη gaming και μη χρήση. Ο RGB φωτισμός επιφέρει θερμότητα στο ποντίκι σε σημείο που να είναι αισθητή στον χρήστη, ελάχιστα αισθητή βέβαια αλλά αισθητή. Παρόλα αυτή δεν βρήκα τα χέρια μου να ιδρώνουν παραπάνω από το φυσιολογικό τώρα το καλοκαίρι και πιθανόν το χειμώνα να αποτελέσει ένα ωραίο χαρακτηριστικό. Τέλος, όσο αφορά την ροδέλα του, κάτι που με ξένισε αρκετά είναι ότι δεν υπάρχει η δυνατότητα επιλογής της ταχύτητας του scroll, adaptive scroll speed ανάλογα το πόσο γρήγορα γυρίζει η ροδέλα ή η δυνατότητα free scroll. Παρόλα αυτά έχει πολύ ωραία κύλιση με steps, δεν ακούγεται σχεδόν καθόλου και είναι λαστιχένια, πράγμα που βελτιώνει την επαφή μαζί της. Επιπλέον το μεσαίο κλικ από άποψη δύναμης πατήματος είναι λίγο πιο σκληρό από τα αριστερό - δεξιό κλικ και κάνει ένα ωραίο clicky ήχο όταν πατιέται. Επίλογος Και κάπου εδώ φτάνει το τέλος της σημερινής παρουσίασης. Εν κατακλείδι, το Glaive RGB Pro είναι πλήρως παραμετροποιήσιμο, τόσο στο αισθητικό κομμάτι μέσω της iCue πλατφόρμας, όσο και στο πρακτικό κομμάτι μέσω των εναλλάξιμων thumb grips. Προσφέρει επίσης την κλασσική ποιότητα ενός Corsair προϊόντος, καθώς και άριστες επιδόσεις. Όλα τα παραπάνω λοιπόν το καθιστούν μια ολοκληρωμένη πρόταση, σε όλους τους τομείς, με μια κάπως αυξημένη σχετικά τιμή που όμως δικαιολογείται αν αναλογιστούμε τις επιδόσεις του, το RGB στοιχείο και τις παραμετροποιήσεις που προσφέρει. Συνοψίζοντας λοιπόν, τα υπέρ και τα κατά του Corsair Glaive RGB Pro Gaming Mouse, είναι: Ο καλός Αίσθηση διακοπτών Ποιότητα κατασκευής RGB φωτισμός 3 ζωνών Οπτικός αισθητήρας 18000 DPI Πλήρως παραμετροποιήσιμο μέσω του iCue Ο κακός Σχετικά υψηλή τιμή * Αποτελέσματα μετρήσεων smoothness Τα RGBs θερμαίνουν την επιφάνεια του ποντικιού Μη παραμετροποιήσιμη ροδέλα μέσω του software * Με βάση τα παραπάνω, η βαθμολογία του Corsair Glaive RGB Pro Gaming Mouse είναι:  TheLAB.GR Ευχαριστούμε θερμά την Corsair για την παραχώρηση του δείγματος της δοκιμής. UltraB - 20/08/2019
  2. Πρόλογος Καιρός πολύς δεν πέρασε, αλλά ο ακούραστος ανταγωνισμός ανάμεσα στις κατασκευάστριες, με "μήλο της Έριδος" την προσοχή μας, καλά κρατεί! Η Corsair έχοντας επενδύσει χρόνο και κόπο στο θέμα του RGB φωτισμού, μπορούμε να πούμε -αν όχι ότι καθορίζει- ότι αποτελεί τον "κύριο παίκτη" στο χώρο αυτό και η πληθώρα των σχετικών προϊόντων της εμπλουτίζεται με ένα ακόμα, το οποίο μάλιστα μας έρχεται σαν kit . . . . . . τριών ανεμιστήρων SP120 RGB PRO οι οποίοι έχουν RGB φωτισμό και συνοδεύονται από το νέο RGB controller της Corsair που ακούει στον κωδικό Lighting Node CORE. Το πακέτο από την πρώτη γρήγορη ματιά φαίνεται εντυπωσιακό και με τη δεύτερη . . . εντυπωσιακότερο! Η Corsair συνδυάζει στον Lighting Node CORE δυο συσκευές ελέγχου που έχουν ήδη δείξει άριστη διαγωγή (Lighting Node PRO και RGB Fan Hub) και περιορίζεται το "χάος" των καλωδίων διευκολύνοντας την τοποθέτηση τόσο του ίδιου του controller, όσο και των ανεμιστήρων! Έτσι, μπορεί υπό την διεύθυνση του ώριμου πλέον προγράμματος γενικής διαχείρισης περιφερειακών iCUE, να ελέγξει το φωτισμό μέχρι έξι ανεμιστήρων με τους τρεις από αυτούς, να βρίσκονται ήδη στο πακέτο! Όμως η κατασκευάστρια δεν μένει εκεί, καθώς και οι ανεμιστήρες είναι νέοι. Μηχανικά είναι ταυτόσημοι με τους ήδη δοκιμασμένους SP120 RGB LED, αλλά όσον αφορά στο φωτισμό τους δεν έχουν καμία σχέση καθώς, τα οκτώ LEDs που φέρουν στο Impeller hub και το iCUE, με την βοήθεια του Lighting Node CORE, κάνουν τη διαφορά και αυτή είναι κυριολεκτικά χαώδης! Αλλά ας αφήσουμε τα πολλά λόγια και πάμε να δούμε από κοντά, περί τίνος πρόκειται. Τεχνικά χαρακτηριστικά Στον πίνακα που ακολουθεί μπορείτε να δείτε τα τεχνικά χαρακτηριστικά των ανεμιστήρων Corsair SP120 RGB PRO. Όπως θα διαπιστώσετε παρατίθενται πολλά χαρακτηριστικά, εκ των οποίων αρκετά, δεν δίνονται από την κατασκευάστρια αλλά αποτελούν δικές μας προσθήκες. Να σημειώσουμε ότι τα χαρακτηριστικά που προσθέσαμε εμείς έχουν κίτρινους ορισμούς και μπλε τιμές. Επίσης με μπλε χαρακτήρες, δίπλα σε κάποιες "εργοστασιακές" τιμές, είναι σημειωμένες οι τιμές που μετρήσαμε εμείς κατά την διάρκεια των δοκιμών και επιπλέον, με πράσινους χαρακτήρες μπορείτε να βρείτε χαρακτηριστικά για τα οποία, κάνουμε μια πιθανή υπόθεση καθώς δεν βρήκαμε κάτι σχετικό. Οι ανεμιστήρες του πακέτου αυτού έχουν εγγύηση δύο ετών, συνιστώμενη τιμή από την κατασκευάστρια τα 55,99€ και την στιγμή που γράφεται αυτή η παρουσίαση το βρίσκουμε στην Ελληνική αγορά προς 50,91€ του ΦΠΑ συμπεριλαμβανομένου, συν 3,9€ λοιπά έξοδα. Συσκευασία και παρελκόμενα Η Corsair έχει πετύχει το να δίνει την βασική πληροφορία με τρόπο τόσο εύληπτο, που αρκεί μια ματιά για να καταλάβεις περί τίνος πρόκειται! Το κιτρινόμαυρο χρωματικό μοτίβο "φωνάζει από μακρυά" την "ταυτότητά" του και δίνει μια επιθετική, αλλά και ισορροπημένη αίσθηση ! Η πληροφορία δεν είναι πολλή, αλλά τελικώς είναι όση χρειάζεται, αν και προσωπικά και με βάση την τιμή του προϊόντος, θα το ήθελα το κάτι τις το παραπάνω ! Η βασική πλευρά του κουτιού όσον αφορά στις πληροφορίες είναι η πίσω . . . Από εδώ -πέρα από τα τεχνικά χαρακτηριστικά που ήδη τα είδαμε αναλυτικά- κρατάμε την δυνατότητα ελέγχου των LEDs των ανεμιστήρων, το κάθε ένα ξεχωριστά και το "μαγευτικό" αποτέλεσμα που έχει αυτό! Ας ανοίξουμε όμως το κουτί: Οι ανεμιστήρες βρίσκονται ο κάθε ένας στη δική του προστατευτική θήκη και υπάρχει και ένα κίτρινο κουτάκι με τα παρελκόμενα, του οποίου τα περιεχόμενα τα βλέπουμε στη δεξιά φωτογραφία. Φυσικά αυτό που δεσπόζει με τη σημασία του είναι ο νέος RGB controller της Corsair (Lighting Node CORE)! Υπάρχει και μια αυτοκόλλητη αφρώδης ταινία διπλής όψης για την στερέωσή του και τρία σετ από μαύρες βίδες (11,2mm) για την στήριξη των ανεμιστήρων. Εδώ να πω ότι με δεδομένο ότι οι ανεμιστήρες δεν έχουν κάποιο μέσο για την απόσβεση των κραδασμών τους, θα ήταν πολύ καλή ιδέα να υπήρχαν και κάποιες rubber screws για την στήριξή τους στο κουτί, καθώς επίσης και κάποιες μακριές βίδες (33,6mm) για την στήριξή τους σε ένα radiator. Πιστεύω ότι το κόστος θα ήταν ασήμαντο και το όλο πακέτο θα ήταν πολύ πιο πλήρες και πιο κοντά σε αυτό που περιμένει ο αγοραστής! Τα παρελκόμενα κλείνουν με το φυλλάδιο των οδηγιών εγκατάστασης και το περί εγγύησης δισέλιδο. Τα παρελκόμενα από κοντά Δεν μπορούμε να φύγουμε από τα παρελκόμενα χωρίς να ρίξουμε μια πιο κοντινή ματιά στον RGB Controller που εφοδιάζει η κατασκευάστρια το kit των ανεμιστήρων. Πρόκειται για τον Lighting Node CORE, και αρκετά πράγματα γι αυτόν είδαμε σε ένα από τα πιο πρόσφατα review κουτιών. Μετά το σχετικό ξεβίδωμα (οι βίδες δεν είναι ασφαλισμένες) έχουμε το πρώτο κοντινό στην άνω όψη της πλακέτας: Α. Όψη θυρών ελέγχου. 1. Δεξιά έχουμε τις συνδέσεις με την τροφοδοσία και την μητρική ( SATA power, USB 2.0 Header) 2. Οι έξι πόρτες για τον RGB έλεγχο διαθέτουν υποδοχή για τον μηχανισμό «κλειδώματος» των RGB βυσμάτων, έτσι ώστε να εξασφαλίζουν την καλύτερη σύνδεση. (Belt lock DuPont MX2.54 CD-ROM Plug) 3. Δεύτερη ένδειξη ότι έχουμε να κάνουμε με μια ποιοτική κατασκευή είναι και το ότι σε κάθε θύρα RGB υπάρχει και ένας πυκνωτής 100μf/ 10Vdc που φροντίζει για την κατά το δυνατόν πιο ομαλή τροφοδοσία της θύρας, αλλά και την απόζευξη των αιχμών φορτίου της. 4. Τρίτη ένδειξη, είναι η ασφάλεια (F3) που διακρίνουμε δίπλα στην J3 θύρα. 5. Στο κέντρο και δεξιά υπάρχει ένας κρύσταλλος (XTAL -12ΜΗz) που με τους συνοδούς πυκνωτές C1 και C2 αποτελούν τα εξωτερικά εξαρτήματα ενός «ρολογιού» επεξεργαστή. 6. Τα του 5 σε συνδυασμό με το στεγανό resettable push button μας προϊδεάζουν για την ύπαρξη κάποιου microcontroller στην άλλη όψη της πλακέτας. Ένα κοντινό στο "στεγανό" κουμπί του reset και τον κρύσταλλο των 12 MHz. Και σαν εισαγωγή για την άλλη πλευρά της πλακέτας, ένα κοντινό στον micro-controller που φιλοξενεί αυτή. . . Πρόκειται για τον LPC11U37F της NXP Semiconductors, έναν 32-bit ARM Cortex-M0 micro-controller, με αρκετά μεγάλες δυνατότητες, ο οποίος αναλαμβάνει την διαχείριση όλων των σημάτων ελέγχου προς τα RGB κυκλώματα των έξι ανεμιστήρων , με βάση τις «επιθυμίες» μας, που του διαβιβάζει το iCUE πρόγραμμα ολοκληρωμένης διαχείρισης “περιφερειακών» της Corsair, η οποία -αν κρίνουμε από τις δυνατότητες του microcontroller- δεν κάνει κανένα συμβιβασμό! η Η καλή μέχρι τώρα εικόνα, γίνεται ακόμα καλύτερη, καθώς: Η 1. Η κάθε θύρα RGB διαθέτει τη δική της Safety Fuse (F1 - F6) μαρτυρώντας ότι η Corsair παίρνει τα κατάλληλα μέτρα για να περιορίσει τις επιπτώσεις μιας δικής μας αδεξιότητας ή ενός σφάλματος! Έτσι, ένα τυχαίο βραχυκύκλωμα ενός καλωδίου RGB δεν θα σημάνει την πλήρη αποφωταγώγηση του υπολογιστή μας ! 2. Οι ασφάλειες μοιάζει να είναι της Αμερικανογεννούς πολυεθνικής Littelfuse, γνωστής για την ποιότητα των προϊόντων της και το ρεύμα που αντιδρούν, είναι τα 5A. 3 3. Η ποιότητα των κολλήσεων είναι καλή και δεν είδαμε κάτι που να μας προξενήσει την αμφιβολία για την επάρκειά τους. Τα αρνητικά: Το μόνο που μπορούμε να καταλογίσουμε στα αρνητικά, είναι ότι η πλακέτα θα χρειαζόταν για "αισθητικούς" λόγους, λίγο μεγαλύτερη φροντίδα, καθώς την "γρατζουνιά" στην όψη του micro-controller δεν την κάναμε εμείς. Βεβαίως αυτή δεν είναι βαθειά, προφανώς κάποια πλακέτα ξύστηκε πάνω, οπότε δεν έγινε ζημιά! Επίσης ένα πιο επιμελές καθάρισμα, μπορεί να κάνει θαύματα σε πολύ μικρό χρόνο ! Ένα πανάκι ποτισμένο με Ισοπροπυλική Αλκοόλη, έκανε την πλακέτα λαμπίκο εν ριπή οφθαλμού! Και αν χειρωνακτικά μπορείς να πετύχεις εύκολα αποτέλεσμα, αν το κάνεις βιομηχανικά, θα πετύχεις ακόμα καλύτερο καθάρισμα ! Συνοψίζοντας: Η όλη κατασκευή αποτελεί ένα από τα σημαντικά «συν» οποιουδήποτε κουτιού, καθώς επιτρέπει την διαχείριση μέχρι και έξι ανεμιστήρων RGB, που έχουμε δει και από άλλες παρουσιάσεις ότι πραγματικά αποτελούν «υπερθέαμα" καθώς επιτρέπει μέσω του iCUE, τον δημιουργικό φωτισμό του κουτιού μας και την πλήρη προσαρμογή του στις επιθυμίες μας! Κερασάκι στην τούρτα, είναι το γεγονός ότι, η τελείως ανεξάρτητη διαχείριση κάθε ενός LED, καθώς και ανάθεση σε αυτό περισσότερων του ενός εφε, μπορεί να δώσει "άπειρους" συνδυασμούς, επιτρέποντας την δημιουργία πραγματικά μοναδικού φωτιστικού αποτελέσματος! Η εγκατάσταση του Lighting Node CORE είναι απλή και υπάρχει ένα σχετικό -σύντομο- video από την κατασκευάστρια: Από εδώ να σημειώσουμε δύο σημαντικά πράγματα: 1. Τους ανεμιστήρες τους συνδέουμε ξεκινώντας από την θέση 1 και συνεχίζουμε χωρίς να αφήνουμε κενές θέσεις, μέχρι να βάλουμε όλους τους ανεμιστήρες που έχουμε (έως έξι). 2. Στον ίδιο Lighting Node CORE μπορούμε να βάλουμε μόνο ανεμιστήρες της ίδιας RGB σειράς! Corsair iCUE Το πρόγραμμα διαχείρισης της Corsair βρίσκεται στην 3.20.80 έκδοσή του και έχοντας λύσει τα "παιδικά" του προβλήματα, είναι πλέον ένα πολύ ισχυρό εργαλείο διαχείρισης του υπολογιστή μας και αυτό καθιστά τις συσκευές του "οικοσυστήματος iCUE" της κατασκευάστριας ακόμα πιο θελκτικές! Εκτιμώντας σωστά την δυναμική του προϊόντος αυτού, η Corsair έχει κυκλοφορήσει μια σειρά από μικρά αλλά διαφωτιστικά video για το How to του iCUE, που πραγματικά σε βάζουν στον "κόσμο" του, και δίνουν ουσιαστική βοήθεια για την πληρέστερη εκμετάλλευση τόσο του προγράμματος, όσο και -κυρίως- των ελεγχόμενων από αυτό συσκευών (ανεμιστήρων στην περίπτωσή μας!) . Και εμείς από τη δική μας πλευρά, ετοιμάσαμε κάποια σειρά οδηγιών και συμβουλών για τη ρύθμιση και χρήση του iCUE, τις οποίες για συγκεκριμένους λόγους θα δείτε στο πρώτο post μετά την παρουσίαση. Οι ανεμιστήρες από κοντά Με τη πρώτη ματιά υπάρχουν τα γνωστά ήδη από τις προηγούμενες πρόσφατες σειρές χαρακτηριστικά, όπως είναι οι διαμορφώσεις των γωνιών του πλαισίου, των μπράτσων και φυσικά το μαύρο χρώμα. Το νέο που βλέπουμε είναι ότι το πλαίσιο είναι τώρα λεπτότερο, επιτρέποντας την καλύτερη εκμετάλλευση των διαθέσιμων διαστάσεων για την επίτευξη υψηλότερου air flow! Η φτερωτή έχει νέα σχεδίαση σε σχέση με αυτές που είδαμε πρόσφατα, όμως η κάλυψη της διατομής παραμένει περίπου στο 66%, σαν ένας καλός συμβιβασμός, ανάμεσα στην ευκταία υψηλή στατική πίεση και το απαραίτητο air flow. Οι βραχίονες στήριξης του κινητήρα ακολουθούν και εδώ την ακτινική ευθεία και μολονότι αυτό αντιβαίνει στους κανόνες της καλής ακουστικής, η Corsair παραμένει στο σχέδιο αυτό, καθώς -ομολογουμένως- τα άλλα μέτρα που έχει πάρει κατορθώνουν να αντισταθμίσουν το πρόβλημα. Η υπό γωνία όψη του ανεμιστήρα, αποκαλύπτει τα άνετα κανάλια ροής του αέρα καθώς και την προοδευτική καμπύλωση των πτερυγίων που συμβάλουν στην επίτευξη της υψηλότερης στατικής πίεσης κάτω από το συγκεκριμένο air flow. Διακρίνονται τα "νεύρα" ενίσχυσης της ακαμψίας του πλαισίου, το οποίο παρά το ότι είναι πολύ λεπτότερο των προηγούμενων ανεμιστήρων, αποδεικνύεται στιβαρό πέραν κάθε λογικής απαίτησης! Επιπλέον αυτού, το πλαίσιο παραμένει ουσιαστικά "τετράγωνο" χωρίς να έχει αποκοπές "καλλιτεχνικής φύσης", που θα άφηναν κενά στην εφαρμογή του ανεμιστήρα πάνω σε ένα radiator. Έτσι οι ανεμιστήρες αυτοί παρουσιάζουν χαμηλό ποσοστό διαφυγής αέρα σε θέση Push πράγμα κρίσιμο σε εφαρμογές ψύξης μέσω ΑΙΟ. Η χοάνη εισόδου που σχηματίζει το πλαίσιο του ανεμιστήρα είναι ιδιαίτερα "ανοιχτή" και στοχεύει στην τροφοδότηση της φτερωτής με αυξημένη ποσότητα αέρα , εκεί ακριβώς που χρειάζεται περισσότερο, κατευθείαν δηλαδή στην εξωτερικότερη περιοχή των πτερυγίων όπου η ροή είναι ταχύτερη και συνεπώς υψηλότερη! Οι γωνίες του ανεμιστήρα -θυσία στην περιστολή του κόστους- δεν φέρουν τα γνωστά ελαστικά τακουνάκια τα οποία αποκόπτουν την μετάδοση των κραδασμών που ενδεχομένως παράγει ο ανεμιστήρας, πράγμα που στο παρελθόν φάνηκε ότι δεν υπήρχε ιδιαίτερο πρόβλημα γιατί τα έδρανα και το "ζύγισμα" της φτερωτής ήταν πολύ καλά! Στο προκείμενο όμως, με μέσο αναμενόμενο χρόνο ζωής (MTBF) των "Hydraulic Bearing" εδράνων τις 40.000h, το αν θα ισχύει το ίδιο, μένει να αποδειχθεί. Η φτερωτή στρέφεται αρκετά κοντά στο επίπεδο στερέωσης του ανεμιστήρα ( ~2,5mm) και έτσι θα πρέπει να είμαστε προσεκτικοί όταν τους τοποθετούμε σε θέση "Pull" σε κουτιά με "περίεργες" διαμορφώσεις στα ανοίγματα στήριξης των ανεμιστήρων, για να αποφύγουμε τον θόρυβο από το φαινόμενο της σειρήνας! Στην πλευρά εξόδου όμως, δεν υπάρχει κανένα πρόβλημα, καθώς η αντίστοιχη απόσταση είναι ~7,5mm οπότε δεν υπάρχει περίπτωση τα στρεφόμενα πτερύγια να αλληλεπιδράσουν με το κουτί μας (σε θέση "Push") ! Σημειώνουμε την πολύ στιβαρή κατασκευή των γωνιών του πλαισίου και βάζοντας έναν (*) στην αντίστροφή κλίση των "εσοχών" των απέναντι βραχιόνων στήριξης του κινητήρα, πάμε να δούμε αυτές τις λεπτομέρειες που κατά κανόνα κάνουν τη διαφορά! Οι λεπτομέρειες που κάνουν τη διαφορά Οι βραχίονες στήριξης του κινητήρα μας απασχολούν κατά κανόνα σε κάθε ανεμιστήρα, καθώς είναι το -κατ΄ανάγκην- πλησιέστερο εμπόδιο στην ροή του αέρα και ένα από τα σημεία που ενοχοποιούνται για ένα μέρος του θορύβου που παράγει ο ανεμιστήρας. Όπως είπαμε και είδαμε πιο πάνω, οι βραχίονες αυτοί είναι κάθετοι στην περιφέρεια του πλαισίου, αλλά παρ' όλα αυτά δεν παράγουν κάποιον ιδιαίτερο θόρυβο γιατί έχουν στην πίσω τους πλευρά μια εσοχή: Αυτή η εσοχή έχει πρισματική μορφή και στην ουσία εξασφαλίζει χώρο πίσω από τον βραχίονα μέσα στον οποίο "απορροφώνται" και εξασθενούν οι μικροστρόβιλοι που δημιουργούνται από την ροή του αέρα γύρω από το στήριγμα. Αυτή η τεχνική έχει αποδώσει πολύ καλά και σε συνεργασία με την πρισματική διαμόρφωση της άλλης πλευρά του κάθε βραχίονα, η ροή του αέρα είναι ομαλότερη και αθόρυβη! Ανάλογη προσοχή δόθηκε και στον βραχίονα που "υποστηρίζει" τα όχι και λίγα καλώδια του ανεμιστήρα. Τα επτά καλώδια είναι μέσα σε "λούκι" και αλλάζουν πορεία συστρεφόμενα με τον κατάλληλο τρόπο και σταθεροποιούμενα με ένα δεματικό, δημιουργούν το ελάχιστο δυνατό εμπόδιο στη ροή του αέρα και φυσικά, ένα αναλόγως μικρό ηχητικό αποτύπωμα. Η μορφή των πτερυγίων σε αυτούς τους ανεμιστήρες προσπαθεί να συμβιβάσει την αποτελεσματική λειτουργία απέναντι σε κάποια αντίσταση ροής (βλέπε αναγκαία στατική πίεση) και την επάρκεια της παροχής αέρα και μάλιστα, λόγω των εύλογων απαιτήσεων για χαμηλό θόρυβο, αυτά πρέπει να τα πετύχει σε αρκετά χαμηλές στροφές (Max rpm = 1400) ! Για να δούμε όμως λίγο την γεωμετρία της φτερωτής, στην πρώτη από της φωτογραφίες που ακολουθούν. Με σκοπό να καθοδηγηθεί ο αέρας προς το κέντρο του ανεμιστήρα (τροφοδότηση της τυφλής περιοχής) και να επιτευχθεί υψηλότερη πίεση σε χαμηλές στροφές, η καμπύλωση του χείλους εκβολής ("πίσω" χείλος) είναι πολύ έντονη. Αυτό αποτελεί μια γνωστή συνταγή που δίνει λύση χωρίς εξωτικές προσεγγίσεις υψηλού κόστους. Βεβαίως αυτή η τόσο έντονη καμπύλωση, φτάνει σε σημείο όπου, η γωνία του χείλους κοντά στο hub της φτερωτής, να πλησιάζει την ορθή γωνία και τελικώς να την ξεπερνά και να γίνεται "αρνητική". Δηλαδή η "γωνία" που σχηματίζει το χείλος εκβολής του πτερυγίου με την περιφέρεια του κύκλου που περνά από την βάση του (σημείο Β) είναι λίγο μικρότερη των 90ο . Το ίδιο παρατηρείται και στην ανάλογή γωνία στο χείλος προσβολής ("εμπρός" χείλος πτερυγίου). Αυτό όμως που μας ενδιαφέρει, είναι το χείλος εκβολής ! Ο λόγος θα φανεί σε μια σειρά φωτογραφίες, και βάζουμε αρχή από την άνω δεξιά. Εδώ το χείλος εκβολής ίσα που αρχίζει να περνά πάνω από το στήριγμα του ανεμιστήρα. Η γωνία του χείλους είναι σχεδόν 40ο σε σχέση με το στήριγμα, οπότε το χείλος "διασταυρώνεται" με το στήριγμα σε ένα μόνο "σημείο", συνεπώς το ρεύμα αέρα που προωθεί το πτερύγιο διασπάται από την παρουσία του στηρίγματος μόνο σε μια μικρή περιοχή. Συνεπώς ο θόρυβος που παράγεται από αυτή την προοδευτική διακοπή της ομαλής ροής του αέρα είναι πολύ μικρός! Το πτερύγιο συνεχίζει να κινείται και λόγω της σχεδίασής του , προοδευτικά η γωνία μεταξύ του χείλους εκβολής και του στηρίγματος του ανεμιστήρα μειώνεται. Αλλά για την ώρα δεν δημιουργείται ιδιαίτερο θέμα καθώς η γραμμική ταχύτητα του πτερυγίου στο "σημείο" εκείνο είναι χαμηλότερη από αυτήν του άκρου του πτερυγίου, οπότε ο θόρυβος από αυτήν, την όχι και τόσο ιδανική "συνάντηση" πτερυγίου και στηρίγματος, παραμένει χαμηλός. Στην τρίτη φωτογραφία (άνω δεξιά), βλέπουμε τι συμβαίνει λίγο αργότερα. Το χείλος του πτερυγίου (σε ένα μήκος μεγαλύτερο από το 1/4 του, "περνά" ταυτόχρονα πάνω από το στήριγμα! Συνεπώς εδώ έχουμε την απότομη διακοπή ενός σημαντικού μέρους της ροής αέρα, που δημιουργεί η φτερωτή! Και ναι, μπορεί εδώ η γραμμική ταχύτητα να είναι ακόμα μικρότερη, αλλά δεν μπορεί να "σώσει" τόσο αποτελεσματικά την κατάσταση και τελικώς η ηχητική υπογραφή του ανεμιστήρα επιβαρύνεται από το ρίπισμα που δημιουργείται από αυτή την ρυθμικά επαναλαμβανόμενη διακεκομμένη ροή του αέρα ! Αυτός είναι ένας από τους λόγους που ο συγκεκριμένος ανεμιστήρας δεν μπορεί να επιτύχει ακόμα πιο χαμηλό θόρυβο. Με δεδομένη την αναγκαιότητα -τεχνική ή οικονομική- της συγκεκριμένης σχεδίασης των πτερυγίων, η ενδεδειγμένη λύση είναι η τοποθέτηση των στηριγμάτων του κινητήρα, υπό κάποια γωνία σε σχέση με την ακτίνα του κύκλου που περνά από την θέση έδρασής του στο πλαίσιο του ανεμιστήρα. Είναι αυτή η τόσο συνηθισμένη "λοξή" ή και "καμπυλωτή" τοποθέτηση των μπράτσων που βλέπουμε τόσο συχνά και που και η ίδια η Corsair χρησιμοποιεί σε άλλους ανεμιστήρες της! Η αλληλοκάλυψη των πτερυγίων είναι φυσικά αρνητική, τόσο για τους κοινούς σε όλους τους ανεμιστήρες τεχνικούς λόγους χύτευσης της φτερωτής, όσο και εν προκειμένω, για λόγους βελτίωσης του air flow του ανεμιστήρα: Ή προβολή της "αρχής" ενός πτερυγίου απέχει περίπου 2,5mm από το "τελείωμα" του προπορευόμενου πτερυγίου. Αυτό συμβάλει στην δημιουργία ενός πιο "άνετου" καναλιού διέλευσης του αέρα και μολονότι αντιστρατεύεται την επίτευξη υψηλής στατικής πίεσης, βοηθά αρκετά στην αύξηση της παροχής του ανεμιστήρα! Όλα δηλαδή -για μια άλλη φορά (!) - είναι θέμα συμβιβασμών και το αν πέτυχε η "συνταγή" θα φανεί στις μετρήσεις που θα δούμε λίγο πιο κάτω. Για την ώρα ας ρίξουμε μερικές "κλεφτές ματιές" σε δυο τρία σημεία ακόμα . . . Η φτερωτή του ανεμιστήρα δεν βγαίνει και έτσι μόνο μια κλεφτή ματιά στα ενδότερα του κινητήρα της και των RGB LEDs που φιλοξενεί το hub μπορούμε να σας δώσουμε: Όμως κανείς δεν μας εμποδίζει να σηκώσουμε (προσεκτικά ! ) το χαρτί που καλύπτει την πίσω πλευρά για να δούμε αν ο άξονάς του είναι επισκέψιμος και φυσικά -όπως συνηθίζεται- δεν είναι. Υπάρχουν κάποια απατηλά βαθουλώματα, αλλά είναι τυφλά. Οπότε το μόνο που απομένει είναι ένα κοντινό στη συνδεσμολογία των επτά καλωδίων του ανεμιστήρα. Όλα νοικοκυρεμένα -απαραίτητο λόγω "συνωστισμού" (!)- επάνω τα - πολύ κακώς για την γνώμη μας- μόνο τρία τροφοδοτικά καλώδια του κινητήρα και κάτω τα τέσσερα καλώδια της επικοινωνίας του LED controller με τον οδηγό των LEDs του ανεμιστήρα. Εδώ να διευκρινίσω, ότι πλέον, με τόση τεχνολογία επενδεδυμένη στους ανεμιστήρες (RGB κλπ) φαίνεται ανακόλουθο να μην χρησιμοποιούνται κινητήρες με PWM έλεγχο ( με τέσσερα καλώδια). Η διαφορά κόστους είναι αστεία σε σχέση με την ευελιξία και την αύξηση των δυνατοτήτων ελέγχου του ανεμιστήρα. Εδώ η Corsair προφανώς σε μια προσπάθεια περιορισμού του κόστους, για να πετύχει ένα προϊόν οικονομικά πιο προσιτό, επιλέγει την παλαιά κλασική μέθοδο ελέγχου των στροφών μέσω αυξομείωσης της τάσης τροφοδοσίας του ανεμιστήρα (Voltage control). Της το "συγχωρούμε" (!), αλλά πολύ θα θέλαμε να δούμε μια έκδοση με PWM control ! Και ένα tip προς τους φίλους με αυξημένη περιέργεια. Η άνω δεξιά φωτογραφία δεν μπήκε για να δείτε τα στοιχεία του ανεμιστήρα ! Αν σηκώσετε το χαρτάκι από τον ανεμιστήρα, όσο προσεκτικά και να το κάνετε και όσο προσεκτικά και να το επαναφέρετε . . . αυτό θα φαίνεται ! Η Corsair έχει φροντίσει το "χαρτί" αυτό, να είναι ειδικό και να σχηματίζει ραβδώσεις επάνω του την ώρα που ξεκολλάει ! Θέματα μακροζωίας και "ασφάλειας". Πριν φύγουμε όμως από εδώ να σημειώσουμε ότι, η προσπάθεια περιστολής του κόστους οδήγησε σε μία στοιχειώδη προσέγγιση στο θέμα κινητήρας! Και ναι, αναφέραμε ήδη το γεγονός ότι δε είναι PWM αλλά επίσης εντοπίζουμε -και είναι σαφώς σημαντικότερο- ότι στερείται ακόμα και διατάξεων απαραίτητων στην μεγαλύτερη ασφάλεια της λειτουργίας του. Ο λόγος, για την απουσία συστήματος παύσης της λειτουργίας του ανεμιστήρα στην περίπτωση που η φτερωτή του "μαγκώσει" ! Στην πλειοψηφία των ανεμιστήρων -και από την ίδια την Corsair- προβλέπεται η δυνατότητα αυτή. Ο κινητήρας σταματά, δεν καταναλίσκει ισχύ και περιοδικά κάθε κάποια δευτερόλεπτα, κάνει μια σύντομη απόπειρα εκκίνησης για να "δει" αν το εμπόδιο παραμένει ή έφυγε! Αν το εμπόδιο απομακρύνθηκε, συνεχίζει κανονικά την λειτουργία του, διαφορετικά επαναλαμβάνει διαρκώς αυτή τη διαδικασία ελέγχου. Στους συγκεκριμένους όμως ανεμιστήρες ο κινητήρας εξακολουθεί και "δουλεύει" αν η φτερωτή μαγκώσει, τροφοδοτούμενος κανονικά με ρεύμα! Η διαφορά του ρεύματος είναι μικρή καθώς, υπό φορτίο ο ανεμιστήρας καταναλίσκει ~168 mAdc (~2,016 Watt) και μπλοκαρισμένος τραβάει ~190mAdc (~ 2,28 Watt). Το θέμα όμως βρίσκεται στο ότι ο κινητήρας πλέον, δεν ψύχεται από το ρεύμα αέρος που δημιουργούσε η φτερωτή και έτσι, ακόμα και αυτή η μικρή ισχύς είναι σε θέση προοδευτικά να δημιουργήσει πρόβλημα. Σε δοκιμή που κάναμε εμείς -με σβηστά τα RGB LEDs- μετρώντας με Infra-red θερμόμετρο, "εξ επαφής" με τον ανεμιστήρα, είχαμε μια μεταβολή της θερμοκρασίας του Fan/Impeller hub από τους 44,6 οC στους 68,3 οC σε χρόνο 30 min και θερμοκρασία περιβάλλοντος 27,8 οC. Η θερμοκρασία έπεσε στους 44,2 oC μετά από 10 λεπτά κανονικής λειτουργίας του ανεμιστήρα στις 1400rpm. Σαφώς και τίποτε δεν κάηκε, αλλά αυτή η άνοδος της θερμοκρασίας με θερμοκρασία περιβάλλοντος "ευνοϊκή" και με ένα ελαφρύ air flow στο χώρο, καθώς και η χαρακτηριστική οσμή ηλεκτρονικών και πλαστικών που έχουν ζεσταθεί, δεν σε αφήνουν να το πάρεις αψήφιστα το πράγμα! Επιπλέον αυτού, από ότι φαίνεται -ιδιαίτερα- από την καμπύλη του Step Delta που μας δείχνει πόσο ανεβαίνει η θερμοκρασία από πεντάλεπτο σε πεντάλεπτο, είναι φανερό ότι η άνοδος της θερμοκρασίας δεν έχει τελειώσει στην λήξη των 30 λεπτών, η θερμική ισορροπία βρίσκεται ακόμα πιο ψηλά και η απόσταση από την κρίσιμες θερμοκρασίες για τα commercial / industrial ολοκληρωμένα είναι μικρή ! Σε σύγκριση με την συμπεριφορά του Corsair SP120 RGB PRO, δίπλα του παρατίθεται η συμπεριφορά ενός πολύ ζεστού ανεμιστήρα, ο οποίος σε κανονική λειτουργία φτάνει τους ~58 oC και όπως είναι απολύτως αναγκαίο, διαθέτει το σύστημα αδρανοποίησης του κινητήρα, το οποίο χαμηλώνει προοδευτικά τη θερμοκρασία του, περίπου κατά 10 oC. Φυσικά υπάρχουν και ακόμα πιο αποτελεσματικές λύσεις, όπως ο ανεμιστήρας στο αριστερό διάγραμμα που ακολουθεί, ο οποίος μολονότι σε κανονική λειτουργία έχει ένα Δθ ~11oC, το μπλοκάρισμα της φτερωτής του, τον επιβαρύνει μόνο με ~3,1 oC. Στο δεξιό γράφημα έχουμε τον Noctua ο οποίος διαθέτει το καλύτερο σύστημα και τις πιο χαμηλές θερμοκρασίες, καθώς η ήδη εξαιρετικά χαμηλή θερμοκρασία λειτουργίας του (Δθ=~ 0,6 oC) αυξάνει -μεγίστως- μόνο κατά 2 oC, πράγμα που λόγω τιμής και κατασκευής, είναι αναμενόμενο! Πιστεύω ότι η Corsair θα πρέπει να το δει το θέμα με λίγο ευρύτερη σκέψη και ας αυξηθεί ελάχιστα και το κόστος σε μια νέα έκδοση ανεμιστήρων, κανείς δεν πρόκειται να έχει "παράπονο" για περισσότερη ασφάλεια! Συνδεσμολογία Επειδή στην προηγούμενη παρουσίαση RGB ανεμιστήρων της Corsair που είχαμε εδώ (LL-140 RGB PWM), η εικόνα θύμιζε λίγο μακαρονάδα, ας δούμε πόσο καλύτερη έγινε η κατάσταση με την έλευση του Corsair Lighting Node CORE: Η απλοποίηση των συνδέσεων -σε αντίθεση με το χρώμα του ανεμιστήρα (!) - είναι προφανής ! Ο ανεμιστήρας με το τριπολικό καλώδιό του, συνδέεται με το βύσμα τροφοδότησης του κινητήρα του στην πηγή ελέγχου των στροφών του (μητρική, fan controller, κ.λπ.) και με το τετραπολικό του, συνδέεται πάνω στην κατάλληλη πόρτα του Lighting Node CORE . . . τέλος ! Τα καλώδια του ανεμιστήρα είναι μαύρα και το καλώδιο που συνδέεται στον RGB controller έχει ειδικό βύσμα (Belt lock DuPont MX2.54 CD-ROM Connector) που οι παλαιότεροι θα το θυμούνται από τα CD-ROM. Εξασφαλίζει σαφήνεια προσανατολισμού και όπως μπορούμε να δούμε στην επόμενη φωτογραφία έχει μηχανισμό και "κλειδώνει" στη θέση του! Οι συνδέσεις του Lighting Node CORE, είναι επίσης απλές. Ένα καλώδιο Sata Power για την τροφοδότησή του και ένα καλώδιο με 9-pin USB connector για την σύνδεσή του με κάποιο USB header της μητρικής μας! Αλλά ήρθε η ώρα -πέρα από το αισθητικό θέμα στο οποίο όπως είδαμε οι νέοι ανεμιστήρες της Corsair διαπρέπουν- να δούμε και στο πρακτικό θέμα του air flow και του θορύβου, τι έδειξαν οι μετρήσεις μας, πως τα πάνε οι Corsair SP120 RGB PRO με τους αριθμούς! Προσομοίωση μετρήσεων σε PC Case με μεγάλη αντίσταση στη ροή του αέρα Όσοι φίλοι δεν έχουν δει ή θέλουν να θυμηθούν τα σχετικά με το σύστημα προσομοίωσης που χρησιμοποιούμε, μπορούν να ανοίξουν το spoiler που ακολουθεί: Πρώτο ερώτημα και λογικό: Πως τα πάει ο Corsair SP120 RGB PRO πάνω σε ένα σχετικά αρκετά "σφιχτό" κουτί με πυκνό φίλτρο και στενάχωρο εσωτερικό; Και η απάντηση θα χρειαστεί κάποια επεξεργασία και . . . αυτοσυγκράτηση! Γιατί τα πράγματα δεν δείχνουν καλά ! Ο SP120 RGB PRO, κατατάσσεται ανάμεσα στους ουραγούς της κατηγορίας και ναι μεν "συμπλέκεται" ανταγωνιζόμενος μαζί τους, αλλά η εικόνα είναι αρκούντως εύγλωττη . . . Ο σημερινός φιλοξενούμενος του TheLab, δεν μπορεί να αποτελεί πρώτη επιλογή -ούτε καν δεύτερη ! - για ανεμιστήρα κουτιού! Σαφώς υπάρχουν ανάλογοι με αυτόν ανεμιστήρες και κάποιοι εξειδικευμένοι γι' αυτή την δουλειά ( Noctua NF-S12) με τους οποίους πάει στα ίσια, αλλά υπάρχουν και πολλοί με αισθητά καλύτερο δείκτη air flow προς θόρυβο. Υπάρχει όμως μια βασική και κρίσιμη διαφορά: Ανάμεσα σε όλους αυτούς με τις καλύτερες επιδόσεις ανεμιστήρες, δεν υπάρχει κανείς που να έχει την δυνατότητα RGB και μάλιστα όχι γενικώς ενός RGB, αλλά -ας μου επιτραπεί η έκφραση- του "ονειρικού" RGB περιβάλλοντος που μπορεί να δημιουργήσει το iCUE της Corsair με τη συνεργασία του κατάλληλου και συμπαραδιδόμενου εξοπλισμού (Corsair Lighting Node CORE)! Αυτό είναι το βασικό ατού αυτού του ανεμιστήρα και είναι βαρύ και αδιαμφισβήτητο! Μπορεί τα παραπάνω να είναι έτσι όπως τα είπα, αλλά προσωπικά, δεν παύει να μου φαίνεται λίγο "άκυρο", η Corsair με την παράδοση που έχει, να επαφίεται μόνο στις οπτικές επιδόσεις του ανεμιστήρα, έστω και αν αυτές είναι εξαιρετικές! Οπότε, πάμε να δούμε τι είχε "στο μυαλό" της η κατασκευάστρια . . . Το νέο σύστημα μέτρησης ανεμιστήρων του TheLab.gr Όσοι φίλοι δεν έχουν δει ή θέλουν να θυμηθούν τα σχετικά με το σύστημα μέτρησης του air flow των ανεμιστήρων που χρησιμοποιούμε, μπορούν να ανοίξουν το spoiler που ακολουθεί: Εδώ λοιπόν "βάζοντας το δάχτυλο επί τον τύπον των ήλων" . . . Για να δούμε τι κατορθώνει ο Corsair SP120 RGB PRO πάνω σε AIO radiators, που πρακτικά με τα τόσα κουτιά με διαφανή πλαϊνά που κυκλοφορούν, αποτελεί την πιθανότερη χρήση του. Μετρήσεις σε Radiator 120x120x50 mm 1. Μετρήσεις της ταχύτητας ροής του αέρα ανεμιστήρων 120x25, (PUSH on 120x120x50mm radiator) ως προς τον Θόρυβο που παράγουν. Αυτή είναι η πρώτη κατηγορία μετρήσεων σύγκρισης, η οποία όπως είδαμε και στην πιο πρόσφατη παρουσίαση ανεμιστήρων, μας έδωσε πολύ χρήσιμα στοιχεία για την συμπεριφορά των ανεμιστήρων, "εστιασμένη" στην πιο λογική και πλησιέστερη προς την πραγματική χρήση τους, βάση: Απόδοση προς θόρυβο! Η πρώτη εικόνα ναι μεν βάζει τον SP120 RGB PRO στις χαμηλότερες επιδόσεις σε αυτή τη κατηγορία, αλλά μια προσεκτικότερη ματιά δείχνει ότι: Το air flow που επιτυγχάνει σε AIO radiator των 50mm, είναι ανάλογο με το air flow των δύο ανεμιστήρων της Deep Cool, υστερεί ελαφρά του Coοlink SWiF2 120P και είναι σαφώς καλύτερο από αυτό που επιτυγχάνει ο με πολλές περγαμηνές -αλλά με σχεδιαστική "αστοχία"- Silent Wings 3 HS, και σε απόσταση "αναπνοής" βρίσκονται και άλλοι ανεμιστήρες της κατηγορίας. Αυτό όμως που έχει από σχεδιαστική άποψη, μεγάλη σημασία να δούμε, είναι το πόσο καλύτερες επιδόσεις έχει ο ομόσταυλος Corsair ML120, ο οποίος έχει σχεδόν την ίδια φτερωτή και παρά την ελαφρά μικρότερη ελεύθερη διατομή και το πιο "σφιχτό" πλαίσιο του, κατορθώνει χάρη στα έδρανα μαγνητικής αιώρησης που διαθέτει, να παράγει αισθητά λιγότερο θόρυβο και τελικώς αυτό, τον κάνει και ξεχωρίζει! Όπως όμως και να έχει, μπορούμε να πούμε με ασφάλεια, ότι τα radiator των 50mm δεν είναι το "στοιχείο" του Corsair SP120 RGB PRO. Μπορεί να μην είναι ουραγός και το RGB του, να ανεβάζει πολύ τις πιθανότητες επιλογής του, αλλά πιστεύω ότι αλλού στοχεύει η Corsair και σε αυτό συνηγορεί και δίνει λογική βάση και η πολλαπλότητα του κιτ, καθώς τα 50ρια rad για ΑΙΟ με περισσότερους τους ενός ανεμιστήρες δεν είναι . . . ο κανόνας ! Μετρήσεις σε Radiator 120x120x30 mm 2. Μετρήσεις της ταχύτητας ροής του αέρα ανεμιστήρων 120x25, (PUSH on 120x120x30mm radiator) ως προς τον Θόρυβο που παράγουν. Αυτή είναι η κατηγορία που λογικά αποτελεί τον κατασκευαστικό στόχο της Corsair ! Και εδώ τα αποτελέσματα των μετρήσεων είναι πραγματικά πολύ ενδιαφέροντα, καθώς επιβεβαιώνεται η υπόθεση που κάναμε και μάλιστα πανηγυρικά! Ο Corsair SP120 RGB PRO "μεταμορφώνεται", δείχνει τα "δόντια" του και βάζει την πλειοψηφία του ανταγωνισμού στην άκρη ! Αλλά ας ρίξουμε μια πιο κοντινή ματιά στην "χρήσιμη περιοχή". Η προηγούμενη εικόνα έχει αναστραφεί! Οι επιδόσεις του είναι συγκρίσιμες με αυτές του εξειδικευμένου -και μέχρι πρότινος κορυφαίου- Noctua NF-F12 PWM (!) και μεσοσταθμικά ανταγωνίζεται στα ίσια, τον Noise Blocker, αφήνοντας πίσω σχεδόν όλους τους άλλους, ομόσταυλους και μη, ανεμιστήρες της κατηγορίας. Οι μόνοι ανεμιστήρες που έχουν καλύτερες επιδόσεις είναι οι δύο κορυφαίοι ανεμιστήρες της Noctua, o "δεν τον βάζει το μάτι σου" (!) NF-P12 Redux και ο επαναστατικής σχεδίασης ΝF-A12x25 PWM ! Στο σημείο αυτό, καλό είναι να δώσουμε και μια ερμηνεία γιατί ο SP120 RGB PRO είναι καλύτερος από τον ανάλογης σχεδίασης ML120. O λόγος έγκειται στο ότι το πλαίσιο του SP120 είναι πιο ελεύθερο και καλύτερα σχεδιασμένο για την επίτευξη υψηλότερου air flow και παράλληλα αυτές οι αυξημένες διαστάσεις της ελεύθερης διατομής του, επιτρέπουν στην ελαφρά μεγαλύτερη φτερωτή του SP120 να δουλέψει πιο αποδοτικά! Αυτό που τελικά κρατάμε από εδώ είναι ότι: Ο Corsair SP120 RGB PRO κατατάσσεται ανάμεσα στους καλύτερους ανεμιστήρες χαμηλού θορύβου για ΑΙΟ 30mm radiator που έχουμε δοκιμάσει και παράλληλα, μπορώντας να κάνει το κουτί σας μια οπτική πανδαισία, βάζει σοβαρή και "αποκλειστική" θα έλεγα υποψηφιότητα, για την επόμενη αναβάθμιση των "εραστών του ονείρου" ! Συμπεράσματα και βαθμολογία Μετά από αρκετές ημέρες που "παίξαμε" και βασανίσαμε τους νέους ανεμιστήρες SP120 RGB PRO της Corsair, ήρθε και η ώρα του απολογισμού ! Βάζοντας τα πράγματα σε μια σειρά το πρώτο που πρέπει να πω είναι ότι η Corsair κάνει την επόμενη λογική κίνηση: Να συνδυάσει την απόδοση των ανεμιστήρων με το αισθητικό αποτέλεσμα που μπορεί να φέρει ο RGB φωτισμός τους. Το προσπάθησε αυτό και μάλιστα με πολύ μεγάλη επιτυχία στους LL-140 RGB PWM ανεμιστήρες που είχαμε δει πριν λίγο καιρό, και στους οποίους είχαμε εντοπίσει ότι προς χάριν των περιμετρικά τοποθετημένων LEDs, το πλαίσιο του ανεμιστήρα είναι πολύ παχύ και έτσι μειώνονται οι δυνατότητες air flow του ανεμιστήρα. Εδώ λύνει αυτό το πρόβλημα, καταργεί τον περιμετρικό φωτισμό και ελαττώνει στα "φυσιολογικά" όρια, το πάχος του πλαισίου του ανεμιστήρα και έτσι αναβαθμίζει αισθητά την απόδοση του ανεμιστήρα αυτού! Σαν αντιστάθμισμα της έλλειψης των περιμετρικών LEDs, η κατασκευάστρια τοποθετεί στο κέντρο της φτερωτής οκτώ -αντί για τέσσερα- LEDs, τα οποία εκμεταλλευόμενα την κατάλληλη διαφάνεια της φτερωτής και το μικρότερο μέγεθός της (σε σχέση με αυτήν του LL-140 RGB) μας δίνει εξίσου εντυπωσιακά αποτελέσματα στον αισθητικό τομέα! Και μάλιστα -προσωπικά- μου πάει λίγο καλύτερα αυτός ο φωτισμός που έρχεται και "μαλακώνει" προοδευτικά στα άκρα της φτερωτής, σε σύγκριση με το έντονα φωτεινό δαχτυλίδι που περιέβαλε την φτερωτή των LL-140 RGB. Έτσι έχουμε και καλά χαρακτηριστικά air flow και πίεσης, και αμείωτη τη δυνατότητα για πραγματικά "υπνωτικά" φωτιστικά εφέ! Με ένα "σμπάρο" που λένε, επιτυχία σε δύο επίπεδα που μέχρι τώρα φαινόταν ότι έρχονται σε αντίθεση! Ένα εύγε λοιπόν από εμάς προς την Corsair, που δεν επαναπαύεται στις "δάφνες" της και προσπαθεί να πάει τα πράγματα ένα βήμα πιο πέρα! Βεβαίως, δεν είναι όλα ρόδινα, και μολονότι αντιλαμβανόμαστε την προσπάθεια της κατασκευάστριας να περιορίσει το κόστος για να γίνει ευρύτερα προσιτό το συγκεκριμένο προϊόν και την επικροτούμε, δεν μπορούμε να μην θέλουμε να δούμε σε μια μελλοντική έκδοση, έναν κινητήρα με έλεγχο PWM και καλύτερα έδρανα, γιατί όχι και τα μαγνητικής αιώρησης που τόσο καλή συμπεριφορά έδειξαν, τα οποία θα αναβαθμίσουν την κατάταξη του ανεμιστήρα! Θα θέλαμε επίσης, να δούμε και ελαστικά τακουνάκια απόσβεσης κραδασμών και οπωσδήποτε, να εκσυγχρονιστεί ο τρόπος που αντιδρά ο κινητήρας στην περίπτωση που μαγκώσει η φτερωτή! Συνοψίζοντας τα αποτελέσματα των μετρήσεών μας, είναι προφανές ότι η Corsair με τους SP120 RGB PRO, έχει από "ψυκτική" άποψη, μια άριστη πρόταση για εφαρμογή σε AIO 240x120x30mm, ή ακόμα καλύτερα για 360x120x30mm, καθώς πρακτικά, μόνο δύο από τους ανεμιστήρες που έχουμε δοκιμάσει, πετυχαίνουν καλύτερα αποτελέσματα, αλλά . . . στο "σκοτάδι"! Και φυσικά δεν έχει αντίπαλο στο θέμα της ευέλικτης αισθητικής παρέμβασης στην όψη του προσωπικού μας υπολογιστή, καθώς -όσο φτωχά και αν είναι αυτά που μπορώ να σας μεταφέρω- το αποτέλεσμα είναι ακριβώς όπως το αναφέρει η κατασκευάστρια: "Create mesmerizing RGB lighting". Και είναι από τις λίγες φορές που συντασσόμαστε ανεπιφύλαχτα με ένα διαφημιστικό κείμενο! Με την βοήθεια του νέου RGB controller Lighting Node CORE και του iCUE, που δίνει την δυνατότητα να ρυθμίσεις κάθε ένα LED με διαφορετικό τρόπο αλλά και -κατά περίπτωση- να το "συνδέσεις" με περισσότερα του ενός εφέ, μπορεί ο κάθε χρήστης να έχει το δικό του μοναδικό αισθητικό αποτέλεσμα ! Τα μακριά -και ευτυχώς λεπτά- μαύρα καλώδια των ανεμιστήρων, καθώς και η απλοποίηση των συνδέσεων που σημαίνει η χρήση του Lighting Node CORE, θα επιτρέψουν με λίγη προσοχή την διακριτική τακτοποίησή τους και την αποφυγή της γνωστής και αντιαισθητικής "μακαρονάδας" που συνήθως σημαίνουν τα πολλά καλώδια! Αν δε, χρησιμοποιούμε και άλλα προϊόντα του RGB "οικοσυστήματος" της Corsair, τότε η προσθήκη των ανεμιστήρων της σημερινής παρουσίασής μας, θα αποτελέσει πραγματικά σημαντική βελτίωση στο όλο αισθητικό αλλά και λειτουργικό αποτέλεσμα! Υπενθυμίζουμε ότι το kit των τριών ανεμιστήρων της σειράς Corsair SP120 RGB PRO, συμπεριλαμβανόμενου του Lighting Node CORE έχει συνιστώμενη τιμή από την κατασκευάστρια τα 55,90€ και την ώρα που γράφονται αυτές οι γραμμές το βρίσκουμε στην Ελληνική αγορά προς 50,91€ συν 3,9€ λοιπά έξοδα. Το kit συνοδεύονται με διετή εγγύηση από τον κατασκευαστή. Συνοψίζοντας λοιπόν, ας δούμε επιγραμματικά τα πλεονεκτήματα και μειονεκτήματά τoυς: Η συσκευασία των ανεμιστήρων εξασφαλίζει την προστασία των περιεχομένων της και την τάξη σε όλα τα παρελκόμενά τους. Στιβαρή κατασκευή του πλαισίου. Ο θόρυβος που παράγουν, ακόμα και στις υψηλές στροφές είναι σχετικά χαμηλός και μειώνεται ακόμα περισσότερο σε χαμηλότερα air flow, μέχρι του σημείου να μην ανιχνεύεται. Το air flow που μπορούν να επιτύχουν είναι μέσα στα πλαίσια της κατηγορίας τους και μπορούν να αντικαταστήσουν κάποιον ανάλογο ανεμιστήρα. Η "στατική" πίεση που μπορούν να αναπτύξουν τους κάνει κατάλληλους για radiator, ιδιαίτερα των 30mm πάχους. Η υλοποίηση των απαιτούμενων συνδέσεων δεν δημιουργεί αισθητή επιβάρυνση στο θέμα του cable management. Συνοδεύονται από το πολύ ευέλικτο software ελέγχου Corsair iCUE, το οποίο επιτηρεί συνεχώς την RGB λειτουργία τους. Ο RGB φωτισμός αν και βρίσκεται μόνο στο hub του κινητήρα, δημιουργεί με τα οκτώ LEDs του, πολύ αποτελεσματικά και εντυπωσιακά εφέ. Ο έλεγχος του RGB φωτισμού πραγματοποιείται μέσω του νέου Lihgting Node CORE που συμπεριλαμβάνεται στα παρελκόμενα. Οι δυνατότητες ελέγχου του RGB φωτισμού, είναι πολύ μεγάλες και επιτρέποντας τον έλεγχο ακόμα και σε επίπεδο ενός LED, επιτυγχάνεται εξαιρετικό αισθητικό αποτέλεσμα. Τα καλώδιά τους είναι αρκετά μακριά για να φτάνουν "παντού" χωρίς προσθήκες και αρκετά λεπτά και μαύρα, για να επιτρέπουν την διακριτική τους εγκατάσταση σε οποιοδήποτε κουτί. Δεν διαθέτουν αντικραδασμικά παρεμβύσματα στις γωνίες του πλαισίου. Δεν διαθέτουν κάποιο αντικραδασμικό μέσο στήριξης (rubber screws). Παρέχονται μόνο κοντές βίδες για τη στήριξη των ανεμιστήρων και όχι και μακρύτερες για την στερέωσή τους σε ΑΙΟ radiator. Αν η φτερωτή τους μπλοκάρει, ο ανεμιστήρας δεν διαθέτει δυνατότητα αναστολής της λειτουργίας του. Η εγγύησή τους είναι διετής. Με βάση όλα τα παραπάνω η γενική βαθμολογία που αποσπά το CORSAIR iCUE SP120 RGB PRO Performance 120mm Triple Fan Kit with Lighting Node CORE, δε μπορεί να είναι μικρότερη από:  theLAB.gr Ευχαριστούμε θερμά την Corsair για την παραχώρηση του δείγματος της δοκιμής. Για το TheLab.gr, Seafalco 14/10/2019
  3. Με την έλευση των Threadripper 3ης γενιάς, η Corsair ανακοίνωσε μια σειρά προϊόντων τα οποία έχουν ελεγχθεί πλήρως για τη συμβατότητά τους και τις κορυφαίες επιδόσεις με τη νέα πλατφόρμα TRX40. Η πλατφόρμα TRX40 είναι η πρώτη HEDT που υποστηρίζει PCIe Gen 4. Ο Corsair Force MP600 NVMe M.2 SSD εκμεταλλεύεται την αυξημένη διαμεταγωγή του PCIe Gen 4 προσφέροντας σειριακή ανάγνωση 4,950 MB/s και σειριακή εγγραφή 4,250 MB/s, 10 φορές αυξημένες ταχύτητες δηλαδή σε σχέση με τους παραδοσιακούς SATA SSD. Οι επιδόσεις των Threadripper βελτιώνονται ακόμα περισσότερο σε συνδυασμό με μνήμες RAM υψηλών χρονισμών και χαμηλού latency. Οι σειρές DOMINATOR PLATINUM RGB, VENGEANCE RGB PRO και VENGEANCE LPX είναι διαθέσιμες σε kits μέχρι οκτώ modules με χρονισμούς που φτάνουν τα 4.000 MHz. Η Corsair προσφέρει εγγυημένη καλή λειτουργία σε quad-channel διάταξη που υποστηρίζεται από τους TR3000. Οι επιδόσεις των TR3000 HEDT επεξεργαστών είναι κορυφαίες. Οι επεξεργαστές, όμως, εκλύουν και σοβαρά ποσά θερμότητας που φτάνουν μέχρι τα 280W. Συνεπώς απαιτείται ψύξη υψηλής απόδοσης ώστε να διασφαλιστεί η σταθερή λειτουργία του chip στις top ταχύτητες. Η Corsair προσφέρει μια σειρά από AIO υδροψύξεις που είναι συμβατές με το sTRX4 socket, όπως τη Hydro Series RGB PLATINUM με ψυγεία από 240mm μέχρι και 360mm. Τέλος, για να καλύψει τις ενεργειακές απαιτήσεις των TR3000 συστημάτων, οι οποίες ανάλογα με τις κάρτες επέκτασης που χρησιμοποιεί ο χρήστης δύνανται να φτάσουν σε υψηλά επίπεδα, η Corsair προσφέρει μια σειρά τροφοδοτικών 80 PLUS Gold Certified PSUs, όπως τη σειρά RM, μέχρι και τη σειρά AX με το κορυφαίο μοντέλο AX1600i (80 PLUS Titanium).
  4. Ducky One 2 TKL RGB vs. Corsair K65 LUX RGB σε reddit κτλ όλοι προτείνουν ducky λόγω ποιότητα κατασκευής και PBT. Βέβαια με 50 ευρώ και η corsair δίνει PBT keycaps. ωστόσο δεν έρχεται με wrist rest, το οποίο για μένα είναι σημαντικό. Θεωρητικά μπορώ να πάρω ένα 3rd party wrist rest σαν το Glorius Onyx, άλλα δεν ξέρω πως θα είναι η αίσθηση, δεδομένου ότι δεν είναι attached στο keyboard. και βέβαια το θέμα με το ducky είναι ότι πρέπει να το φέρω από Αμερική με US layout. το κόστος δεν είναι θέμα (τώρα το K65 είναι σε προσφορά, οπότε K65 + PBT βγαίνει όσο το ducky), απλά δεν ξέρω αν αξίζει imported ducky + 3rd party wrist rest. Επίσης με το customer support δεν ξέρω τι παίζει επίσης.
  5. Εισαγωγή Το K57 RGB Wireless Gaming Keyboard είναι η τελευταία προσθήκη της Corsair στα gaming περιφερειακά της και φέρει όλες τις τελευταίες τεχνολογίες αιχμής, όπως την SLIPSTREAM WIRELESS τεχνολογία και CAPELLIX LEDs. Συνδυάζει ισχυρή απόδοση με εξαιρετικά φωτεινό φωτισμό RGB καθώς και συμβατότητα με πολλές πλατφόρμες σε προσιτή τιμή. Πριν περάσουμε όμως στην σημερινή παρουσίαση καλό θα ήταν να πάρετε μια πρώτη ιδέα για το K57 RGB Wireless παρακολουθώντας το επίσημο βίντεο της εταιρίας. Συσκευασία & Παρελκόμενα Η συσκευασία "φωνάζει" από μακριά ότι πρόκειται για προϊόν της Corsair. Και αυτό διότι πρόκειται για την τυπική κιτρινόμαυρη συσκευασία που συναντάμε εδώ και αρκετό καιρό στα gaming περιφερειακά προϊόντα της Corsair. Μια όμορφη, λιτή και δίχως πολλά παρελκόμενα συσκευασία. Στην εμπρόσθια όψη της συσκευασίας απεικονίζεται μια μεγάλη φωτογραφία του K57 RGB Wireless, το λογότυπο της Corsair, μια ένδειξη που μας ενημερώνει για το layout των πλήκτρων, τα λογότυπα μερικών τεχνολογιών που κάνει χρήση το πληκτρολόγιο και φυσικά το όνομα του. Στην πίσω όψη της συσκευασίας συναντάμε μια ακόμα φωτογραφία του K57 και τα πιο σημαντικά χαρακτηριστικά κατά την εταιρία που προσφέρει το πληκτρολόγιο σε τέσσερις γλώσσες (Αγγλικά, Γαλλικά, Ισπανικά και Πορτογαλικά). Στις πλαϊνές πλευρές της συσκευασίας δεν συναντάμε κάτι σπουδαίο καθώς έχουν χρησιμοποιηθεί καθαρά για αισθητικούς λόγους. Ανοίγοντας την συσκευασία, μας υποδέχεται το πληκτρολόγιο μέσα σε μια διαφανή νάιλον θήκη για επιπλέον προστασία. Συνεχίζοντας και αφαιρώντας το πληκτρολόγιο συναντάμε μια ακόμη φορά την επιγραφή "PLAY THROUGH WHATEVER" καθώς και μια υποδοχή που είναι τοποθετημένα το εγχειρίδιο οδηγιών, ο οδηγός εγγύησης και το εγχειρίδιο για πληροφορίες ασφάλειας και συμμόρφωσης. Δυστυχώς στο κάθε ένα από αυτά η Ελληνική γλώσσα είναι απούσα. Στο κάτω σημείο της συσκευασίας βρίσκουμε το καλώδιο τροφοδοσίας / φόρτισης (USB Type A σε Micro-USB), 1.8 μέτρων, το οποίο η αλήθεια είναι πως θα θέλαμε να ήταν sleeved, καθώς και την βάση στήριξης της παλάμης, για την οποία θα πούμε περισσότερα στην συνέχεια της παρουσίασης. Ορίστε και μια φωτογραφία με όλα τα περιεχόμενα της συσκευασίας μαζεμένα: Τεχνικά χαρακτηριστικά Τα τεχνικά χαρακτηριστικά του Corsair K57 RGB Wireless Gaming Keyboard παρατίθενται στον παρακάτω πίνακα: .k57-specs th {width: 28%;} Ασύρματη συνδεσιμότητα Hyper-fast, sub-1ms 2.4GHz SLIPSTREAM CORSAIR WIRELESS TECHNOLOGY, Bluetooth® 4.2 + LE Ενσύρματη συνδεσιμότητα USB 3.0 ή USB 3.1 Type-A Οπίσθιος φωτισμός Μεμονωμένα φωτιζόμενα και προγραμματιζόμενα πλήκτρα με ενσωματωμένες λειτουργίες φωτισμού Χρώμα φωτισμού RGB Ασύρματη κρυπτογράφηση 128-bit AES Τύπος μπαταρίας Μονή, επαναφορτιζόμενη, κυλινδρική ιόντων λιθίου, ενσωματωμένη, 68.6mm x 18.5mm, 1-cell, ονομαστική χωρητικότητα 3200mAh, ονομαστική τάση 3.67V, 11,7Wh (watt – ώρες), μέγιστο βάρος 49γρ., HAZMAT UN3481 Φόρτιση μπαταρίας Μέσω USB Διάρκεια ζωής μπαταρίας 2.4GHz SLIPSTREAM: Μέχρι 35 ώρες με τυπικό φωτισμό και 175 ώρες χωρίς οπίσθιο φωτισμό. Bluetooth: Μέχρι και 40 ώρες με τυπικό φωτισμό και 200 ώρες χωρίς οπίσθιο φωτισμό Πλήκτρα πολυμέσων Dedicated (MUTE, VOL DOWN/UP, STOP, PREV, PLAY/PAUSE, NEXT) USB Report Rate 1000Hz Key Matrix Μεμβράνης, Tactile; Anti-ghosting with selective 8-key roll-over (8KRO) + modifier keys Λογισμικό iCue Υποστηρίζεται Κουμπί κλειδώματος Windows Ναι Στήριγμα παλάμης Ολόσωμο με μαλακό φινίρισμα, αποσπώμενο Καλώδιο 1.8 μέτρα, αποσπώμενο, non sleeved Σύμφωνα με την Ευρωπαϊκή ιστοσελίδα της Corsair, η προτεινόμενη τιμή λιανικής του K57 RGB Wireless Gaming Keyboard ανέρχεται στα $99.99. Κατά τον χρόνο συγγραφής της παρουσίασης δεν υπάρχει διαθέσιμο σε κάποιο εγχώριο κατάστημα όπως επίσης και επίσημη τιμή για την Ευρωπαϊκή αγορά. Η εγγύηση του ανέρχεται σε 2 έτη. Τεχνολογίες Κάτω από τον φακό Το K57 RGB Wireless είναι ένα full sized, ασύρματο, Gaming πληκτρολόγιο με RGB φωτισμό. Είναι η τελευταία προσθήκη της Corsair στα gaming περιφερειακά της, όπως προαναφέραμε, και το μόνο προϊόν της, προς το παρόν, που φέρει τις παραπάνω τεχνολογίες. Ας περάσουμε όμως να το δούμε αναλυτικότερα... Το πληκτρολόγιο οριζόντια είναι χωρισμένο σε δύο μέρη. Στο επάνω μέρος όπου αποτελείται από μαύρο glossy πλαστικό και στο κάτω μέρος όπου αποτελείται από μαύρο, ευτυχώς matt υφής πλαστικό. Και λέω ευτυχώς διότι θεωρώ λάθος επιλογή την επάνω glossy επιφάνεια σε τέτοιου είδους συσκευή. Μπορεί να την καθιστά όμορφη στην αρχή αλλά μακροπρόθεσμα θεωρώ πως λειτουργεί αρνητικά καθώς είναι μαγνήτης σκόνης και γρατσουνιών και μάλιστα σε υπερβολικό βαθμό στην συγκεκριμένη περίπτωση. Σε τέτοιο βαθμό που αποφάσισα να μην αφαιρέσω την προστατευτική ζελατίνα. Στο πρώτο από τα δύο οριζόντια μέρη, το επάνω δηλαδή, συναντάμε το λογότυπο της Corsair, λίγο παραδίπλα και προς τα δεξιά 3 κουμπιά εκ το οποίων το πρώτο από αριστερά αφορά την καταγραφή των "Macro" λειτουργιών, το μεσαίο την αυξομείωση της φωτεινότητας των RGB Capellix LED σε 3 στάδια και το τελευταίο την ενεργοποίηση ή απενεργοποίηση του Windows πλήκτρου. Παραδίπλα υπάρχουν 3 ενδεικτικές λυχνίες (Battery / Wireless Status, NumLock & CapsLock) και τέλος, στην δεξιά πλευρά του επάνω μέρους συναντάμε τα κουμπιά Mute / Unmute, Μείωση Έντασης και Αύξηση Έντασης. Ακριβώς κάτω από αυτά υπάρχουν επίσης άλλα 4 media keys, εκ τον οποίων Stop, Back, Play / Pause και Next. Όσο αφορά το κάτω μέρος, η διάταξη των πλήκτρων είναι η συνηθισμένη που συναντάμε σε κάθε πληκτρολόγιο με την διαφορά ότι στην αριστερά του πλευρά υπάρχουν 6 προγραμματιζόμενα macro πλήκτρα και την δεξιά πλευρά και πάνω από το num-pad τα 4 media keys που προαναφέραμε παραπάνω. Στην εμπρόσθια πλευρά του πληκτρολογίου συναντάμε τον διακόπτη on / off με χρωματική ένδειξη (I liked that), την Micro USB θύρα φόρτισης καθώς επίσης και μια εσοχή λίγο παραδίπλα όπου τοποθετείται ο ασύρματος 2.4Ghz USB δέκτης. Στην κάτω πλευρά του K57 RGB Wireless υπάρχουν δύο μακρόστενα αντιολισθητικά λάστιχα σε κάθε πλευρά του κάτου μέρους της, δύο στρογγυλά στο επάνω μέρος, δίπλα από αυτά και προς το εσωτερικό τα ποδαράκια για την αύξηση της κλίσης του πληκτρολογίου καθώς επίσης και ένα αυτοκόλλητο στο κέντρο της κάτω πλευράς με διάφορες πληροφορίες και λογότυπα. Στην κάτω πλευρά υπάρχουν επίσης και οι υποδοχές του palm rest όπου είναι από πλαστικό υλικό με μια μαλακή textured επίστρωση από καουτσούκ. Η υφή του είναι αρκετά καλή και συγκρατείται άψογα στο πληκτρολόγιο με αποτέλεσμα να μην ξεκουμπώνει όταν δεν το επιθυμείτε. Η <<σύνδεση>> του με το πληκτρολόγιο γίνεται μέσω δύο κλιπ που κουμπώνουν στις υποδοχές του πληκτρολογίου, με την εγκατάσταση του να είναι πανεύκολη αλλά με την απεγκατάσταση του είναι λιγάκι πιο <<ζόρικη>>. Εδώ η Corsair θα μπορούσε να είχε τοποθετήσει μαγνήτες για την συγκράτηση του palm rest με το πληκτρολόγιο αλλά μικρό το κακό, άλλωστε οι φορές που θα αφαιρεθεί είναι ελάχιστες. Τέλος, η ποιότητα του είναι μέτρια προς καλή. Και αυτό διότι παρόλη την χρήση αρκετά ποιοτικών υλικών, η συναρμογή του πάνω μέρους με το κάτω πλαίσιο δεν είναι τόσο καλή με αποτέλεσμα το πάνω μέρος να μπορεί να ανασηκωθεί αρκετά εύκολα. Επίσης για τους λόγους που προαναφέρθηκαν θεωρώ λάθος την επιλογή glossy επιφάνειας σε τόσο αρκετά χρησιμοποιούμενες συσκευές και ειδικά τέτοιας χρήσης. Εμπειρία χρήσης Η εμπειρία μου με το K57 RGB Wireless ήταν αρκετά ενδιαφέρουσα και αυτό διότι τα συνδυάζει όλα, ή τουλάχιστον όλα. Πρώτα από όλα είναι ασύρματο όπου είναι και το μεγάλο ατού του στη συγκεκριμένη κατηγορία, RGB ώστε να ψαρώνουν οι μικροί σας φίλοι, είναι εξοπλισμένο με όσα media keys θα χρειαστείτε καθώς και 6 προγραμματιζόμενα micro keys. Όπως θα είδατε όμως παραπάνω ανέφερα ότι "τα συνδυάζει όλα, ή τουλάχιστον όλα" και αυτό διότι δυστυχώς δεν έρχεται με μηχανικούς διακόπτες. Παρόλο που η Corsair έχει κάνει άψογη δουλειά και είναι σίγουρα από τις καλύτερες υλοποιήσεις πληκτρολογίων μεμβράνης που έχουν περάσει από τα χέρια μου, το K57 δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να προσφέρει την αίσθηση ενός μηχανικού πληκτρολογίου. Μεγάλο ατού του επίσης, όπως και των περισσότερων σύγχρονων Corsair προϊόντων είναι το λογισμικό διαχείρισης iCue (θα το δούμε αναλυτικά στην συνέχεια), που πραγματικά καθιστά την παραμετροποίηση και διαχείριση του K57 RGB Wireless παιχνιδάκι. Τέλος, έπειτα από ώρες gaming, μπορώ να πω η Slipstream τεχνολογία μηδενίζει πραγματικά την διαφορά ανάμεσα στην ασύρματη και την ενσύρματη σύνδεση. Προσωπικά δεν μπόρεσα να αντιληφθώ κάποια διαφορά, με εξαίρεση στη σύνδεση μέσω Bluetooth όπου αν συγκριθούν δίπλα δίπλα υπάρχει διαφορά, με το Bluetooth να είναι ανεπαίσθητα πιο αργό, σε σημείο όμως που πολλές φορές δεν ήταν καν αντιληπτό στα δικά μου μάτια. Συνδεσιμότητα To Corsair K57 RGB Wireless Gaming Keyboard προσφέρει τη δυνατότητα τόσο ενσύρματης, μέσω του συμπεριλαμβανομένου καλωδίου USB Type A σε Micro-USB, όσο και ασύρματης σύνδεσης. Η ασύρματη σύνδεση επιτυγχάνεται μέσω δύο τρόπων. Ο πρώτος τρόπος αφορά την σύνδεση μέσω του δέκτη που παρέχεται με το πληκτρολόγιο στη συχνότητα των 2.4GHz και με καθυστέρηση μόλις 1ms, όσο δηλαδή και στην ενσύρματη σύνδεση. Ο δεύτερος τρόπος αφορά την σύνδεση μέσω του πρωτοκόλλου Bluetooth 4.2LE, με λίγο υψηλότερη καθυστέρηση ωστόσο που ανέρχεται στα 7.5ms. Εδώ το πληκτρολόγιο μπορεί να απομνημονεύσει δύο Bluetooth (4.0 or higher) συσκευές με την εναλλαγή μεταξύ των δύο συσκευών να γίνεται μέσω των πλήκτρων (FN + F6 / F7) και με το πληκτρολόγιο να μπαίνει στην λειτουργία pairing αν τα κρατήσετε πατημένα για πάνω από δύο δευτερόλεπτα (το Status LED θα αναβοσβήνει σε μπλε χρώμα). Το Status LED μας επιτρέπει επίσης να δούμε με μια ματιά ποια ασύρματη σύνδεση χρησιμοποιείται ανά πάσα στιγμή και σε τι κατάσταση βρίσκεται. Μπαταρία Η μπαταρία είναι το Α και το Ω για πολλά άτομα στις φορητές συσκευές και το K57 RGB Wireless δεν θα σας απογοητεύσει σε αυτόν το τομέα. Η κατασκευάστρια εταιρία Corsair υπόσχεται 175 ώρες λειτουργίας με σβηστά τα LEDs, 35 ώρες με ανοιχτά τα LEDs στο πρώτο επίπεδο φωτεινότητας, 20 ώρες στο δεύτερο και 8 στο τρίτο όπου είναι και το μέγιστο επίπεδο φωτεινότητας. Φυσικά όλα αυτά ποικίλουν ανάλογα το χρωματισμό των LEDs, την χρήση, τον τρόπο σύνδεσης κλπ. Η προσωπική μου εμπειρία με την χρήση των LEDs στο μέγιστο, με το προκαθορισμένο εφέ RGB στα LEDs όπου έρχεται το πληκτρολόγιο και με σύνδεση στον υπολογιστή μέσω της Slipstream τεχνολογίας έδειξε περί τις 10 ώρες περίπου με ελαφριά χρήση. Καθόλου άσχημα θα έλεγα. Στην βελτιστοποίηση της αυτονομίας και την επίτευξη των παραπάνω ωρών, βοηθάει επίσης και το παραμετροποιήσιμο Sleep Mode που φέρει, όπου το πληκτρολόγιο απενεργοποιείται έπειτα από τα λεπτά που θα επιλέξετε, είτε παραμένει πάντα ενεργό αν το επιθυμείτε. Όσο αφορά την φόρτιση του πληκτρολογίου αυτή γίνεται πολύ απλά συνδέοντας το μέσω του καλωδίου USB Type A σε Micro USB όπου γίνεται και η ενσύρματη σύνδεση, με το ενδεικτικό LED να αναβοσβήνει πράσινο κατά την διάρκεια της φόρτισης και να αλλάζει σε σταθερό πράσινο όταν είναι πλήρως φορτισμένο. Όσο αφορά τώρα την κατάσταση της μπαταρίας, αυτή μπορεί να ελεγχθεί ανά πάσα στιγμή πατώντας το συνδυασμό πλήκτρων Fn + Enter με το LED λειτουργίας να μας ενημερώνει για την κατάσταση φόρτισης της μπαταρίας, σύμφωνα με τον παρακάτω πίνακα, είτε μέσω του προγράμματος iCue στην καρτέλα "Settings". Δυστυχώς η ένδειξη αποθέματος της μπαταρίας δεν γίνεται με κάποιο ποσοστό οπότε θα πρέπει να αρκεστείτε στις 4 ενδείξεις που παρέχονται (Low, Medium, High, Charged). Κάτι που θα θέλαμε στο K57 RGB Wireless, όπως και στο Corsair K83 Wireless Entertainment Keyboard είναι η χρήση του πιο σύγχρονου βύσματος USB Type C όπου παρέχει ταχύτερα πρωτόκολλα φόρτισης, είναι πιο ανθεκτικό ενώ παράλληλα από όποια πλευρά και να τοποθετήσεις θα μπει σωστά στο βύσμα. Φωτισμός Και φτάσαμε στο κρίσιμο σημείο για πολλούς την σήμερον ημέρα. "Ναι αλλά είναι RGB"; Όπως προδίδει και ο τίτλος του, το K57 είναι RGB, είναι της μόδας άλλωστε στην εποχή μας, με το κάθε πλήκτρο του μάλιστα να έχει το δικό του LED, και πιο συγκεκριμένα ένα Capellix LED. Το K57 RGB Wireless έρχεται με 9 προεγκατεστημένα προφίλ φωτισμού και την επιλογή ο φωτισμός να είναι ανενεργός για εξοικονόμηση ενέργειας, με τις αλλαγές μεταξύ των προφίλ φωτισμού να πραγματοποιούνται είτε μέσω του προγράμματος iCUE, είτε απευθείας από το πληκτρολόγιο βάση του παρακάτω πίνακα: Οι δυναμικές λειτουργίες φωτισμού μπορούν να προσαρμοστούν επίσης με διαφορετικές ταχύτητες, διάρκειες ή κατευθύνσεις. Επιπροσθέτως, πέρα από τις παραπάνω προκαθορισμένες λειτουργίες φωτισμού υπάρχουν και σχεδόν απεριόριστες επιλογές προσαρμογής του φωτισμού καθώς μέσω του iCUE μπορείτε να δημιουργήστε τα δικά σας προφίλ φωτισμού για τα αγαπημένα σας παιχνίδια για παράδειγμα, να ρυθμίστε διαφορετικές αποχρώσεις χρώματος με προκαθορισμένα εφέ φωτισμού και πολλές ακόμα επιλογές όπου θα δούμε αναλυτικότερα παρακάτω. Όσο αφορά την ένταση του φωτισμού, υπάρχουν 4 προκαθορισμένα επίπεδα (Off, Low, Medium, High) όπου μπορούν να αλλαχθούν μέσω του λογισμικού iCue είτε μέσω του πληκτρολογίου πατώντας το μεσαίο από τα τρία πλήκτρα που βρίσκονται στην επάνω αριστερή πλευρά του πληκτρολογίου Μπορώ να πω επίσης ότι τα Capellix LED προσφέρουν μακράν το πιο όμορφο και δυνατό φωτισμό που έχω συναντήσει σε πληκτρολόγιο. Συνοψίζοντας όσο αφορά την συγκεκριμένη υποενότητα, θα θέλαμε να δώσουμε τα εύσημα μας στους μηχανικούς της Corsair καθώς αποτελεί πρόκληση σε ένα ασύρματο πληκτρολόγιο ο φωτισμός, πόσο δε να είναι και RGB, καθώς είναι ιδιαίτερα ενεργοβόρος. Οι μηχανικοί της Corsair όμως έχουν επιτύχει ένα άριστο και ισορροπημένο αποτέλεσμα, χάριν της χρήσης των Capellix LED όπου είναι αρκετά μικρότερα από τα συμβατικά, 60% λιγότερο ενεργοβόρα, με 60% δυνατότερο φωτισμό ενώ παράλληλα έχουν και κατά 35% μεγαλύτερη διάρκεια ζωής. Λογισμικό iCUE Ένα από τα πιο δυνατά σημεία του Corsair K57 RGB Wireless Gaming Keyboard, όπως και όλων των πληκτρολογίων της Corsair, είναι το λογισμικό ελέγχου iCue όπως προαναφέραμε. Στο παρακάτω βίντεο μπορείτε να δείτε όλες τις επιλογές που σας δίνονται όσο αφορά τα χρώματα, τα micro keys, τις πληροφορίες σύνδεσης, ποσοστό μπαταρίας κλπ: Δοκιμές Όπως είδαμε στον πίνακα των χαρακτηριστικών του, το Corsair K57 RGB Wireless Gaming Keyboard διαθέτει 8-Key Roll Over (8KRO), συνεπώς, θεωρητικά τουλάχιστον, μπορεί να αναγνωρίσει το πάτημα οποιωνδήποτε 8 πλήκτρων ταυτόχρονα. Στην πράξη όμως δεν υποστηρίζει το ταυτόχρονο πάτημα οποιωνδήποτε πλήκτρων, ούτε σε ενσύρματη σύνδεση, ούτε σε ασύρματη σύνδεση. Ανάλογα την γραμμή αναγνωρίζει από 4 πλήκτρα έως 11 πλήκτρα όπως μας έδειξε το Aqua Test. Παρακάτω παρατίθενται τα αποτελέσματα που πήραμε πατώντας όλα τα πλήκτρα κάθε μίας από τις 6 σειρές πλήκτρων, ξεκινώντας πρώτα από αριστερά και μετά από δεξιά. Ο έλεγχος για ghosting έδειξε αντίστοιχα θέματα και είχαμε αρκετές περιπτώσεις πλήκτρων που δεν ενεργοποιήθηκαν. Ενώ στην προσπάθεια μας να γράψουμε την φράση "THE QUICK BROWN FOX JUMPS OVER THE LAZY DOG" κρατώντας πατημένα ταυτόχρονα και τα δύο πλήκτρα Shift, απέφερε το εξής αποτέλεσμα: HE QUIK BROWN FO JUPS OER HE LA DOG Επίλογος Και κάπως έτσι φτάσαμε στο τέλος της σημερινής μας παρουσίασης. Το K57 RGB Wireless Gaming Keyboard αποτελεί μια αρκετά ενδιαφέρουσα πρόταση στην κατηγορία του καθώς συνδυάζει την φορητότητα, προσφέρει εξαιρετικές επιδόσεις, RGB φωτισμό και σχετικά καλή ποιότητα κατασκευής αν εξαιρέσουμε τα ένα - δύο σημεία που προαναφέρθηκαν. Ναι αλλά να το πάρω, να μην το πάρω...; Αν ψάχνετε αποκλειστικά για ασύρματο πληκτρολόγιο θεωρώ πως είναι από τις καλύτερες προτάσεις στην κατηγορία του, ενώ αν ψάχνετε για ασύρματο RGB πληκτρολόγιο οι προτάσεις είναι αρκετά περιορισμένες με αποτέλεσμα να είναι λίγο - πολύ μονόδρομος η αγορά του αν το budget σας είναι περιορισμένο και θέλετε να επιλέξετε κάτι επώνυμο με την σφραγίδα μίας εταιρίας όπως της Corsair. Φυσικά όλα αυτά αν δεν σας απασχολούν οι διακόπτες, καθώς αν ψάχνετε για κάποιο μηχανικό πληκτρολόγιο, είτε ασύρματο, είτε ενσύρματο τότε αλλάζουν τα πράματα. Σε ασύρματα οι προτάσεις είναι ακόμα πιο περιορισμένες και μετρημένες στα δάκτυλα και σίγουρα το K57 RGB Wireless δεν είναι μια από αυτές, ενώ σε περίπτωση που δεν σας απασχολούν οι μηχανικοί διακόπτες, ούτε η φορητότητα τότε σας προτείνουμε ρίξετε μια ματιά στο Corsair K55 RGB Gaming Keyboard μιας και είναι ακριβώς το ίδιο πληκτρολόγιο σε ενσύρματο. Ο καλός + Όμορφο σχεδιασμός + Ισορροπία μεταξύ μεγέθους και χρηστικότητας + RGB φωτισμός πλήκτρων + Αυτονομία + Πολλές επιλογές συνδεσιμότητας + Πολύ καλό λογισμικό ελέγχου (iCUE) + Multimedia Keys + Micro Keys Ο Κακός - Μέτρια ποιότητα κατασκευής - Glossy επιφάνεια στο πάνω μέρος του - Το 8-Key Roll Over των προδιαγραφών δεν ισχύει - Κάπως τσιμπημένη τιμή αν αναλογιστούμε το κόστος του "K55 RGB Gaming Keyboard" όπου είναι το ίδιο πληκτρολόγιο σε ενσύρματο  TheLAB.GR Ευχαριστούμε θερμά την Corsair για την παραχώρηση του δείγματος της δοκιμής. UltraB - 07/10/2019
  6. Εισαγωγή Όταν πριν λίγες εβδομάδες λάβαμε ένα mail από την Corsair σχετικά με την κυκλοφορία του νέου flagship gaming headset της, που σας παρουσιάζουμε σήμερα, πρέπει να ομολογήσουμε ότι η αρχική μας έκπληξη ήταν μεγάλη μιας και στην ίδια πρόταση υπήρχαν δίπλα δίπλα οι λέξεις RGB, Gaming και High Fidelity. Διαβάζοντας αναλυτικά το Review Guide (το οποίο ήταν 18 ολόκληρες σελίδες) η ανυπομονησία μας για την άφιξη του δείγματος έγινε ακόμα μεγαλύτερη μιας και οι προσδοκίες που δημιουργήθηκαν από την περιγραφή και τα τεχνικά χαρακτηριστικά του βιρτουόζου της Corsair πρέπει να ομολογήσουμε πως ήταν πολύ μεγάλες. Στο σημείο αυτό πρέπει να ξεκαθαριστεί πως μπορεί ο γράφων να μην είναι χαϊφιντελάς και να μην ψαρώνει απλά βλέποντας τεχνικά χαρακτηριστικά, τα τελευταία 10 χρόνια όμως έχει δοκιμάσει πάρα πολλά ακουστικά οπότε στο σημερινό review θα προσπαθήσει να σας μεταδώσει την εμπειρία του από τη χρήση των Virtuoso και να δει μαζί σας κατά πόσον δίνουν το κάτι παραπάνω σε σχέση με τα "κοινά" gaming headsets, μπαίνοντας σε άλλα χωράφια όπου τα χρήματα που ζητά η Corsair για τα Virtuoso RGB Wireless High Fidelity Gaming Headset τα κατατάσσουν στις ultra low budget επιλογές. Όπως λοιπόν το συνηθίζουμε, ξεκινάμε με το επίσημο βίντεο από το κανάλι της Corsair στο YouTube και προχωράμε στη σημερινή παρουσίαση. Συσκευασία Όπως το συνηθίζουμε θα ξεκινήσουμε και τη σημερινή παρουσίαση με τη συσκευασία των Virtuoso RGB Wireless, η οποία διαφέρει σημαντικά από όσα έχουμε συνηθίσει να βλέπουμε από τα προϊόντα της Corsair. Αρχικά παρατηρούμε πως το κουτί είναι ολόμαυρο και ματ, με τη μεγάλη φωτογραφία του headset να είναι γυαλιστερή και να έχει μία ελαφρώς τρισδιάστατη υφή (πράγμα που δε φαίνεται στις φωτογραφίες). Η έκταση των λογοτύπων και των πληροφοριών είναι αρκετά διακριτική, όπως αρμόζει σε ένα premium προϊόν. Από τα αναγραφόμενα στην μπροστινή πλευρά της συσκευασίας ξεχωρίζουμε τις λέξεις High Fidelity καθώς και τη συμβατότητα με PC και Playstation 4, ενώ φυσικά η φωτογραφία μας δίνει μία καλή πρώτη ιδέα για τον σχεδιασμό και τα υλικά κατασκευής του βιρτουόζου. Γυρίζοντας πλευρά βλέπουμε το headset σε μία άλλη πόζα που αποκαλύπτει τα διάφορα ρυθμιστικά και τις υποδοχές, βλέπουμε το λογότυπο του iCue, του Discord και της τεχνολογίας Slipstream που πρωτογνωρίσαμε στο review του Ironclaw και κάτω αριστερά κάποια points σχετικά με τα χαρακτηριστικά του Virtuoso που το διαφοροποιούν από τα μικρότερα μοντέλα της οικογένειας (και επιχειρούν να δικαιολογήσουν τα χρήματα που απαιτούνται για την απόκτησή του). Τέλος στην κάτω πλευρά βρίσκουμε τα τεχνικά χαρακτηριστικά σε 8 γλώσσες, καθώς και μία περιγραφή με εικονίδια του τι θα βρούμε στο εσωτερικό της συσκευασίας. Σε αντίθεση με τα άλλα headset της Corsair που έχουμε δει, το εξωτερικό χαρτόνι που βλέπαμε ως τώρα φοριέται στο κυρίως κουτί που είναι από πολύ παχύ και σκληρό χαρτόνι, θυμίζοντας συσκευασία ακριβού σετ καλλυντικών. Το καπάκι του κουτιού είναι ολόμαυρο με ανάγλυφες λεπτομέρειες και ένα ευμεγέθες ανάγλυφο λογότυπο της Corsair (το οποίο είναι εξαιρετικά δύσκολο να φανεί στη φωτογραφία) και το κάτω μέρος είναι στο κλασσικό κίτρινο χρώμα που έχουν όλα τα gaming προϊόντα της Corsair. Παρελκόμενα Ανοίγοντας το κουτί και προσπερνώντας το headset βρίσκουμε ένα δεύτερο κουτί το οποίο περιέχει τα παρελκόμενα. Μέσα σε αυτό βρίσκουμε ένα σακουλάκι που περιέχει το αρκετά σύντομο manual και τα σχετικά με εγγύηση, safety & compliance και ανακύκλωση έγγραφα και φυσικά τα παρελκόμενα του Virtuoso. Όπως βλέπετε στη φωτογραφία, η προσπάθεια εντυπωσιασμού από το σχεδιαστικό τμήμα της Corsair συνεχίζεται και εδώ και έτσι τα παρελκόμενα βρίσκονται τακτοποιημένα μέσα σε ποιοτικό μαύρο αφρολέξ, τακτοποιημένα το καθένα στην ειδική του θέση. Έτσι, από πάνω προς τα κάτω, έχουμε το καλώδιο USB Type A - Type C που χρησιμοποιείται τόσο για την ενσύρματη χρήση του βιρτουόζου, όσο και για τη φόρτισή του, τον πομποδέκτη για την ασύρματη σύνδεσή του, το μικρόφωνο και ένα καλώδιο ήχου με τετραπολικά αρσενικά jack των 3.5 mm στις άκρες του για τη σύνδεση του headset με συσκευές αναλογικής εξόδου ήχου. Τεχνικά Χαρακτηριστικά Τα τεχνικά χαρακτηριστικά των Corsair Virtuoso RGB Wireless παρουσιάζονται αναλυτικά στον πίνακα που ακολουθεί. Headphones Frequency Response 20Ηz - 40.000 Hz Impedance 32 Ohms @ 2.5 kHz Sensitivity 109 dB (± 3 dB) Drivers Custom 50mm neodymium, matched pairs Microphone Type Omni-directional Impedance 2.0k Ohms Frequency Response 100Hz – 10,000Hz Sensitivity -42 dB (± 2 dB) Wireless Type Corsair Slipstream Wireless 2.4 Ghz Connector USB Type A Range Up to 20 feet (18.2m) Battery Life Up to 20 hours General USB Charging Cable 1.5m Type A - Type C 3.5mm Stereo Cable 1.5m 4 pole gold plated Dimensions 70mm x 100mm x 195mm Product Weight 360 g (w/o cable and accessories) Warranty 2 years Εκτός από το μαύρο χρώμα που σας παρουσιάζουμε σήμερα, το οποίο η Corsair ονομάζει carbon, τα Virtuoso είναι διαθέσιμα και σε λευκό χρωματισμό. Όπως φαντάζεστε μιας και κυκλοφόρησαν σήμερα, τα Virtuoso δεν είναι ακόμα διαθέσιμα στην ελληνική αγορά. Πολύ σύντομα όμως θα μπορείτε είτε να τα παραγγείλετε από το ευρωπαϊκό διαδικτυακό κατάστημα της Corsair έναντι 179.99€, είτε να κάνετε λίγη υπομονή μέχρι να γίνουν διαθέσιμα στην Ελληνική αγορά. Φυσικά συνοδεύονται από διετή εγγύηση, ενώ όσοι έχετε ακόμα μεγαλύτερο budget μπορείτε να δείτε και τη Special Edition η οποία, ζητώντας 199.99€, εκτός από κάποιες επιπλέον πινελιές πολυτέλειας, διαθέτει και καλύτερο μικρόφωνο. Κάτω από το φακό - Η γενική εικόνα Όπως βλέπετε στις φωτογραφίες που ακολουθούν, τα Virtuoso RGB Wireless είναι αν μη τι άλλο ένα premium headset (τουλάχιστον σε σύγκριση με τα υπόλοιπα gaming headsets της αγοράς). Ο σκελετός τους είναι κατασκευασμένος από αλουμίνιο, με την κατεργασία αυτού να είναι αψεγάδιαστη. Τόσο για τα μαξιλαράκια των οδηγών, όσο και για τη στέκα έχει επιλεγεί ποιοτικό memory foam και συνθετικό δέρμα σε μια προσπάθεια επίτευξης υψηλού επιπέδου άνεσης. Τα πλαϊνά τμήματα των οδηγών έχουν φινίρισμα από γυαλιστερό piano black πλαστικό και στο κέντρο τους φέρουν το φωτιζόμενο λογότυπο της Corsair. Το αποσπώμενο μικρόφωνο διαθέτει και αυτό κάποιες λεπτομέρειες από αλουμίνιο καθώς και φωτισμό στο άκρο του ο οποίος ανάλογα με το εάν είναι ενεργοποιημένο ή όχι γίνεται κόκκινος ή πράσινος. Όπως βλέπετε, ο γενικός σχεδιασμός των Virtuoso ακολουθεί τις κλασσικές γραμμές της Corsair που έχουμε δει σχεδόν σε όλα της τα headsets εκτός από τα Void και μπορούμε να πούμε πως θα αναγνωρίζαμε ότι πρόκειται για προϊόν της Corsair ακόμα και εάν δεν υπήρχε κανένα λογότυπο. Και μιας και αναφέραμε τα λογότυπα, δεδομένου ότι τα Virtuoso χρησιμοποιούν ως μέσω εντυπωσιασμού τα ποιοτικά τους υλικά, τα μοναδικά λογότυπα που διαθέτουν είναι αυτά που βρίσκονται στα πλαϊνά των οδηγών, με τη στέκα τους να είναι η πιο λιτή στέκα που έχουμε δει τον τελευταίο καιρό, χωρίς κανένα λογότυπο ή διακοσμητικό γαζί. Ας περάσουμε όμως να δούμε από πιο κοντά τα κυριότερα σημεία των Virtuoso. Κάτω από το φακό - Οι λεπτομέρειες Θα ξεκινήσουμε με τα χειριστήρια και τα I/O που βρίσκονται στους οδηγούς. Στον αριστερό οδηγό, κοιτώντας τη φωτογραφία από δεξιά προς τα αριστερά, βρίσκουμε μία θύρα USB Type C η οποία χρησιμοποιείται τόσο για τη φόρτιση των Virtuoso όσο και για την ενσύρματη σύνδεσή τους. Στο κέντρο βρίσκουμε μία θύρα ήχου των 3,5mm η οποία είναι τετραπολική και με αυτήν μπορείτε να συνδέσετε τα Virtuoso είτε με το smartphone σας είτε με την κονσόλα σας (αν και στην περίπτωση του PS4 μπορείτε να συνδέσετε και το USB dongle ώστε να τα λειτουργήσετε ασύρματα). Αμέσως μετά υπάρχει το ενδεικτικό LED που μας ενημερώνει για την κατάσταση της μπαταρίας. Τέλος, για τη σύνδεση του αποσπώμενου μικροφώνου έχει επιλεγεί η χρήση μίας θύρας mini USB. Θεωρούμε εξαιρετική την επιλογή της Corsair να χρησιμοποιήσει τη συγκεκριμένη θύρα μιας και είναι πολύ πιο σταθερή και ανθεκτική από την μικρότερη micro USB και δεδομένου ότι δεν προκαλεί κάποιο πρόβλημα στο χώρο η παρουσία της εξασφαλίζει την μακροζωία της σύνδεσης headset - μικροφώνου. Στον δεξιό οδηγό βρίσκουμε το ποτενσιόμετρο ελέγχου της έντασης του ήχου καθώς και έναν διακόπτη ο οποίος εναλλάσει μεταξύ ασύρματης και ενσύρματης λειτουργίας (είτε πρόκειτα για USB είτε για αναλογική). Η θέση ενσύρματης λειτουργίας χρησιμοποιείται και για την απενεργοποίηση του headset. Oι αρθρώσεις των Virtuoso είναι εξολοκλήρου μεταλλικές, γεγονός που τις καθιστά εξαιρετικά σταθερές και προφανώς εγγυάται τη μακροζωία τους. H ρύθμιση του ύψους γίνεται σε συνολικά 12 θέσεις από κάθε πλευρά (10 συν τις 2 ακραίες) ενώ οι οδηγοί μπορούν να περιστραφούν κατά 180 μοίρες. Έτσι πέρα από τη δυνατότητα μικρορύθμισης για το καλύτερο ταίριασμα στο κεφάλι του χρήστη, μπορείτε είτε να τα κρεμάσετε στο λαιμό, είτε να τα αποθηκεύσετε επίπεδα ώστε να ελαχιστοποιηθεί ο όγκος τους. Τέλος το μικρόφωνο, όπως είπαμε και νωρίτερα, διαθέτει στο άκρο του φωτισμό ώστε να είναι άμεσα ορατή η κατάστασή του, ενώ στο σημείο της σύνδεσης με το κυρίως headset διαθέτει ένα μπουτόν το οποίο με σύντομο πάτημα ενεργοποιεί/απενεργοποιεί το μικρόφωνο και με παρατεταμένο πάτημα ενεργοποιεί/απενεργοποιεί το sidetone (ή αλλιώς επιστροφή ήχου). Λογισμικό Όπως η πλειονότητα των gaming/RGB περιφερειακών της Corsair, έτσι και το Virtuoso συνεργάζεται με την εφαρμοή iCue της Corsair για τη ρύθμιση και παραμετροποίησή της. Το εύρος ρυθμίσεων είναι αρκετά περιορισμένο σε σχέση με τα πληκτρολόγια και ποντίκια και έτσι στην ουσία έχουμε μόνο 3 καρτέλες, μία για φωτισμό, μία για ρυθμίσεις equalizer και μία για τις γενικές ρυθμίσεις και πληροφορίες του headset. Φυσικά υπάρχει η δυνατότητα για ενιαίο προφίλ με όλες τις υπόλοιπες συσκευές σας ώστε να υπάρχει χρωματική αρμονία στον φωτισμό (στο σπίτι του γράφοντος π.χ. υπάρχουν δύο προφίλ, ένα μπλε για τον γράφοντα και ένα ροζ για τη σύζυγό του). Στο πάνω δεξιά μέρος του iCue, δίπλα στη μεγάλη φωτογραφία του headset η οποία απεικονίζει και την εκάστοτε ρύθμιση φωτισμού, υπάρχει ένα κουμπί για την εναλλαγή ανάμεσα σε στερεοφωνικό ήχο και virtual 7.1 surround καθώς και τα δύο sliders για την ένταση του ήχου του μικροφώνου και της επιστροφής ήχου (sidetone). Στην καρτέλα του equalizer μπορούμε να επιλέξουμε ένα από τα 5 presets ή να δημιουργήσουμε το δικό μας με τη βοήθεια των sliders που βλέπετε στο κάτω μέρος της οθόνης. Τέλος, στην καρτέλα των ρυθμίσεων υπάρχουν μεταξύ άλλων η δυνατότητα για firmware update, η ρύθμιση της έντασης του φωτισμού, πληροφορίες σχετικά με τη φόρτιση της μπαταρίας καθώς και άλλες μικρές αλλά χρήσιμες ρυθμίσεις ώστε να φέρετε το headset στα μέτρα σας. Κλείνοντας την ενότητα της παρουσίασης του λογισμικού iCue, σας παραθέτουμε και ενδεικτικά 7 χρωματισμούς του πλαϊνού λογότυπου των Virtuoso. Λειτουργικότητα Άνεση - Εφαρμογή Δεδομένου ότι σχεδιαστικά ακολουθούν το ίδιο μοτίβο με τα υπόλοιπα headset της οικογένειας της Corsair, με premium υλικά σαν κερασάκι στην τούρτα, περιμέναμε πως τα Virtuoso θα είναι εξαιρετικά άνετα και δεν διαψευστήκαμε. Η εφαρμογή τους στο κεφάλι του γράφοντος ήταν άψογη, με τα μαξιλαράκια από memory foam και την καλής ποιότητας μαλακή δερματίνη να ταιριάζουν οριακά καλά στα μεγάλα του αυτιά, ακόμα και όταν φορούσε γυαλιά. Ο διαθέσιμος χώρος για το αυτί είναι κυκλικού σχήματος, έχει διάμετρο 57 χιλιοστά και θα θέλαμε να είναι λίγο μεγαλύτερος. Το βάρος των 369 γραμμαρίων (που γίνεται 377 με την προσθήκη του μικροφώνου) σε καμία περίπτωση δεν έγινε αισθητό ακόμα και μετά από παρατεταμένη χρήση, χάρη στη στέκα αλλά και το ελαφρύ σφίξιμο των οδηγών που μεταφέρει τμήμα του βάρους στα πλαϊνά του κεφαλιού. Όσον αφορά τη ρύθμιση του ύψους, κάθε πλευρά διαθέτει 12 συνολικά θέσεις (μετράμε και τις ακραίες), αλλά παρ' όλα αυτά σε αντίθεση με τα άλλα headset της Corsair που είδαμε πρόσφατα, χρειάστηκε να βάλουμε και τις 2 πλευρές στις ακραίες τους θέσεις για να κάτσουν τα Virtuoso άνετα στο κεφάλι. Δεδομένου ότι ο γράφων έχει αρκετά μεγάλο κεφάλι, θεωρούμε πως αυτό δε θα είναι πρόβλημα για την πλειοψηφία των χρηστών, αλλά παρ' όλα αυτά εάν πιστεύετε πως υπάρχει πιθανότητα να μη σας ταιριάξουν καλό θα ήταν να τα δοκιμάσετε σε κάποιο κατάστημα. Θα κλείσουμε την ενότητα αυτή με το μοναδικό ψεγάδι που εντοπίσαμε όσον αφορά την εργονομία του Virtuoso. Όπως βλέπετε στη φωτογραφία λόγο του συνωστισμού των I/O στο κάτω μέρος του αριστερού οδηγού, η θύρα USB Type C που χρησιμοποιείται για τη φόρτιση αλλά και την ενσύρματη σύνδεση με PC έχει φορά προς τα πίσω. Αυτό οδηγεί στο είτε το καλώδιο να βρίσκεται πάνω στον ώμο του χρήστη, είτε να οδεύει προς την πλάτη του, γεγονός το οποίο σε συνδυασμό με το ότι το καλώδιο έχει μήκος μόλις 1.5 μέτρο ενδεχομένως να οδηγήσει σε μπερδέματα, ιδιαίτερα εάν ο υπολογιστής σας βρίσκεται στο πάτωμα. Πιστεύουμε πως με λίγο καλύτερη πρόβλεψη θα μπορούσαν και οι 3 θύρες να έχουν μετακινηθεί έτσι ώστε να μην υπήρχε κάποια που να κοιτάει προς τα πίσω, ενώ φυσικά δε θα έβλαπτε μισό επιπλέον μέτρο στο καλώδιο. Εάν η Corsair δε διαφήμιζε πως η μέγιστη ηχητική απόδοση επιτυγχάνεται με την ενσύρματη USB σύνδεση θα το θεωρούσαμε αμελητέο πταίσμα, στην προκειμένη όμως περίπτωση θεωρούμε πως θα έπρεπε να είχε υπάρξει καλύτερος σχεδιασμός. Εμβέλεια Η ασύρματη συνδεσιμότητα των Virtuoso με τον υπολογιστή υλοποιείται με την τεχνολογία Slipstream, την οποία πρωτοείδαμε πριν λίγο καιρό στο Ironclaw RGB Wireless και η οποία υπόσχεται εμβέλεια έως και 60 πόδια ή περίπου 18 μέτρα. Στην πράξη διαπιστώσαμε πως εάν υπάρχουν εμπόδια η εμβέλεια μειώνεται δραματικά (όπου εμπόδια εννοούμε τοίχους, κολώνες οπλισμένου σκυροδέματος και ντουλάπες) ενώ ούτε και σε άμεση οπτική επαφή μπορέσαμε να φτάσουμε τα 18 μέτρα (ίσως να παίζει ρόλο ότι στους χώρους που έγιναν οι δοκιμές το κινητό του γράφοντος δείχνει 10 δίκτυα wifi στα 2.4 Ghz). Σε κάθε περίπτωση όμως, υπό φυσιολογικές συνθήκες δεν θα αντιμετωπίσετε πρόβλημα εμβέλειας. Και εδώ να εκφράσουμε και ένα μικρό παράπονο. Ούτε στην απλή, ούτε στην Special Edition δεν υπάρχει κάποιο καλώδιο επέκτασης για να συνδεθεί ο πομποδέκτης ώστε να έρθει κοντά στο γραφείο, ούτε καν ο αντάπτορας που είχαμε δει στα HS70. Μπαταρία Λόγω του γεγονότος ότι λάβαμε το headset λίγες μέρες πριν την επίσημη κυκλοφορία του και επιθυμούσαμε να σας το παρουσιάσουμε όσο πιο σύντομα γινόταν, η δοκιμή διάρκειας μπαταρίας έγινε επί της ουσίας μετά από μιάμιση μόλις φόρτιση. Δεν έχουμε πληροφορίες για την χωρητικότητα της μπαταρίας, γνωρίζουμε όμως ότι είναι τεχνολογίας πολυμερών λιθίου και η μέγιστη διάρκειά της, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς της Corsair, ανέρχεται στις 20 ώρες. Σε κάθε περίπτωση, κατά τη μία και μοναδική μέτρηση αυτονομίας, με την ένταση να είναι στο 50% και τον φωτισμό απενεργοποιημένο, τα Virtuoso άντεξαν για 23.5 ώρες συνεχούς αναπαραγωγής μουσικής. Δυστυχώς λόγω του περιορισμένου χρόνου που είχαμε στη διάθεσή μας για το review δεν μπορούμε να σας πούμε πόσο ακριβώς κρατάει η μπαταρία με τον φωτισμό ενεργοποιημένο, αν και η εμπειρία μας από προηγούμενα review έχει δείξει πως η διάρκεια της μπαταρίας μειώνεται αισθητά. Αξίζει να αναφέρουμε εδώ πως υπό φυσιολογικές συνθήκες χρήσης μεγάλο ρόλο στην αυτονομία του headset παίζει και το γεγονός ότι είναι εξοπλισμένο με επιταχυνσιόμετρο το οποίο ανεξάρτητα από την αναπαραγωγή ήχου, βάζει το headset σε κατάσταση stand by εφόσον αυτό έχει μείνει εντελώς ακίνητο για διάστημα 10 λεπτών. Μικρόφωνο To μικρόφωνο των Virtuoso, το οποίο σύμφωνα με την Corsair είναι Broadcast Grade ήταν μία ευχάριστη έκπληξη μιας και σύμφωνα με τους συνομιλητές μας, ήταν το καλύτερο μικρόφωνο που έχουν ακούσει ως τώρα σε review που έχει γίνει στις σελίδες του TheLab.gr. Ο ήχος σύμφωνα με αυτούς ήταν πεντακάθαρος, η αποκοπή των θορύβων πολύ καλή ενώ μάλιστα ο πάντα αυστηρός @pol77 είπε χαρακτηριστικά πως είναι αρκετά καλό μέχρι και για video στο Youtube. Έτσι λοιπόν, όσοι θέλετε ένα headset από το οποίο ζητάτε το κάτι παραπάνω από το μικρόφωνό του (πιθανώς γιατί κάνετε live streaming στο twich) τα Virtuoso θα πρέπει να μπουν στην λίστα σας. Δυστυχώς η Corsair μας έστειλε την απλή έκδοση και όχι την SE (Special Edition) η οποία βάσει τεχνικών χαρακτηριστικών διαθέτει ακόμα καλύτερο μικρόφωνο. Ηχητικές δοκιμές Για της ηχητικές δοκιμές των Virtuoso αποφασίσαμε να πάμε τις δοκιμές μας ένα βήμα παραπέρα. Ζητήσαμε λοιπόν από τον @pol77 να διαλέξει μερικά κομμάτια σε κωδικοποίηση FLAC που θα δοκίμαζαν τα όρια των Virtuoso και μαζί με το το Ultimate Demonstration Disc της Chesky Records αρχίσαμε τις ακροάσεις. Όπως αναμέναμε τα αποτελέσματα ήταν εξαιρετικά. Ο ήχος είχε μπάσα, είχε πρίμα, είχε μεσαία, τα είχε όλα. Αξίζει μάλιστα να αναφέρουμε πως κατά την ακρόαση κάποιων rock τραγουδιών που ο γράφων έχει κυριολεκτικά ακούσει εκατοντάδες φορές τα τελευταία 20 χρόνια, ακούσαμε και κάποιους ήχους για πρώτη φορά. Στη συνέχεια επιχειρήσαμε να ελέγξουμε τον ισχυρισμό της Corsair πως το άνω όριο των οδηγών των Virtuoso βρίσκεται στα 40.000 Hz. Στο σημείο αυτό αξίζει να τονίσουμε πως σύμφωνα με τη σχετική βιβλιογραφία το άνω όριο της ανθρώπινης ακοής βρίσκεται κάπου στα 20.000 Hz με πτωτική τάση που ακολουθεί την ηλικία. Έτσι αρχικά δοκιμάσαμε κάποια blind test και διαπιστώσαμε πως τα όρια των αυτιών του γράφοντος βρίσκονται κάπου στα 17.000 Hz. Δυστυχώς ο γράφων δεν έχει κάποιο κατοικίδιο όπως σκύλο ή γάτα (που θεωρητικά φτάνουν τα 44 και 77 kHz αντίστοιχα) ή τον απαραίτητο εξοπλισμό και έτσι δεν ήταν εφικτός ο έλεγχος του κατά πόσον τα Virtuoso μπορούν να αναπαράγουν συχνότητες μέχρι 40.000 Hz. Για το 7.1 Virtual Surround νομίζουμε πως δεν θα χρειαστεί να πούμε πολλά, τα πράγματα είναι ακριβώς τα ίδια όπως και στα προηγούμενα reviews, όπου είχαμε διαπιστώσει πως πέρα από μία ψευδαίσθηση δε δίνει καμία πραγματική αίσθηση πολυκάναλου ήχου, χωρίς βέβαια να είναι δυσάρεστο σε σκηνές δράσεις ταινιών. Για το τέλος αφήσαμε την αναπαραγωγή ήχου High Fidelity 24bit/96kHz. Στο διαδίκτυο κυκλοφορούν αρκετά κομμάτια, κυρίως κλασσικής μουσικής σε μία σειρά από ποιότητες που ξεκινούν από τα 16bit/44kHz του CD και φτάνουν μέχρι τις υψηλότερες παραλλαγές του DSD. Εγκαταστήσαμε λοιπόν το foobar2000, κάναμε τις απαιτούμενες ρυθμίσεις, συνδέσαμε τα Virtuoso ενσύρματα κατεβάσαμε αρκετά αρχεία ήχου από την ιστοσελίδα της 2L και αρχίσαμε τις δοκιμές. Ακούσαμε και ξανακούσαμε κάποια από τα κομμάτια χωρίς να μπορούμε να αντιληφθούμε την οποιαδήποτε διαφορά. Έτσι ζητήσαμε από τον @pol77 να δοκιμάσει τα ίδια αρχεία στον Musical Fidelity M6 Encore 225 που σας είχε παρουσιάσει πριν 2 περίπου χρόνια ο οποίος είναι συνδεδεμένος με ένα ζευγάρι System Audio Ranger. Προς επιβεβαίωσή μας, η απάντησή του ήταν πως δεν είναι σίγουρος εάν βρίσκει κάποια διαφορά ή εάν πρόκειται περί placebo effect. Αρνούμενοι να τα παρατήσουμε ψάξαμε και βρήκαμε πιο mainstream κομμάτι σε 24bit/96kHz και δοκιμάσαμε συγκρίσεις με "απλά" CD quality FLAC. Προς έκπληξή μας διαπιστώσαμε πως υπήρχε αισθητή διαφορά. Παρατηρώντας όμως το spectrum analyzer του foobar διαπιστώσαμε πως η αιτία της διαφοράς δεν ήταν η δειγματοληψία αλλά η πηγή από την οποία είχε δημιουργηθεί το αρχείο. Παραδείγματος χάρην στο Nothing Else Matters των Metallica, στο solo του Hammet το μεν HiRes αρχείο έφτανε μέχρι τα 21 kHz, το δε απλό μέχρι τα 17 kHz. Άρα με βάση τη λογική τα δύο αρχεία δεν ήταν τελικά άμεσα συγκρίσιμα μιας και είχαν και άλλες διαφορές πέρα από τη δειγματοληψία. Φυσικά δε μπορούμε να αποκλείσουμε πως υπό προϋποθέσεις μπορεί να υπάρχει διαφορά ανάμεσα σε CD Quality και 24bit/96kHz, θεωρούμε όμως πως η διαφορά αυτή είναι απίθανο να γίνει αντιληπτή χρησιμοποιώντας ένα headset αυτής της κατηγορίας τιμής, το οποίο έχει ένα premium της τάξης των 50 ευρώ σε σχέση με το δεύτερο καλύτερο της ίδιας εταιρείας. Σε κάθε περίπτωση πάντως τα Virtuoso είναι ένα από ηχητικής άποψης πολύ καλό headset και πολύ δύσκολα θα αφήσει κάποιον ανικανοποίητο. Συμπεράσματα Κάπου εδώ φτάσαμε και σήμερα στην ώρα του επιλόγου. Αξίζουν τα Virtuoso RGB Wireless τα 180 ευρώ που ζητάνε; Η απάντηση είναι σχετική. Από ηχητικής άποψης είναι πάρα πολύ καλά. Από άποψη ποιότητας κατασκευής άριστα, ό,τι καλύτερο τόσο από άποψη υλικών όσο και κατασκευαστικά έχουμε δοκιμάσει ως τώρα. Η μπαταρία τους μας έσπασε τα νεύρα με την αυτονομία της όταν τη μετρούσαμε. Η συνδεσιμότητα τους πολύ καλή, ενώ η εμβέλειά τους αν και δεν έφτασε τις ονομαστικές τιμές, δε νομίζουμε πως θα προβληματίσει κάποιον. Εάν τα συγκρίνουμε με τα μικρότερα μοντέλα της Corsair θα δούμε πως τα επιπλέον χρήματα που δίνουμε για τα Virtuoso δεν είναι και τόσο πολλά δεδομένων αυτών που παίρνουμε σαν αντάλλαγμα. Αν υπάρχει ταβάνι στο budget, αυτό είναι μια άλλη ιστορία... Αν τώρα θέλετε να τα αγοράσετε για να μπείτε στον κόσμο του High Fidelity, ίσως θα έπρεπε να ξαναδιαβάσετε την προηγούμενη παράγραφο. Τα Virtuoso ηχητικά είναι το καλύτερο gaming headset που έχουμε δοκιμάσει ως τώρα στο TheLab.gr, αλλά διαφορά ανάμεσα σε CD quality και 24bit/96kHz δεν μπορέσαμε να καταλάβουμε. Το εάν για αυτό φταίνε τα αυτιά μας, τα Virtuoso ή τα τραγούδια που επιλέξαμε να ακούσουμε είναι κάτι που δεν μπορούμε να απαντήσουμε. Σε τελική ανάλυση έχουν γραφτεί ατελείωτες αναλύσεις επί του θέματος και έχουν γίνει αμέτρητοι καυγάδες στα φόρα σχετικά με το εάν υπάρχει διαφορά... Σε κάθε περίπτωση, τα Virtuoso RGB ήδη κοσμούν το γραφείο του γράφοντος στο σαλόνι του σπιτιού του, κρεμασμένα πάνω στην ST100 με τα χρώματά τους σεταρισμένα σε σκούρο μπλε και δεν προβλέπεται να βρεθεί σύντομα αντικαταστάτης τους. Ας συνοψίσουμε λοιπόν τα υπέρ και τα κατά των Virtuoso RGB Wireless σε μορφή bullet points για να περάσουμε στη βαθμολογία: O καλός Ηχητική απόδοση Διάρκεια μπαταρίας Ποιότητα κατασκευής Ποιότητα μικροφώνου RGB φωτισμός Συνδεσιμότητα Θύρα USB Type C Επιταχυνσιόμετρο για την μετάβαση σε stand by mode Ο κακός Θέση της θύρας USB Type C Ο αδιάφορος Μήκος καλωδίων Δεν καταλάβαμε διαφορά με ήχο 24bit/96kHz Με βάση όλα τα παραπάνω η βαθμολογία που παίρνουν τα Corsair Virtuoso RGB Wireless είναι:  TheLAB.GR Ευχαριστούμε θερμά την Corsair για την παραχώρηση του δείγματος της δοκιμής. Γεώργιος "GriGaS" Ρήγας 26/09/2019
  7. Πρόλογος Πρόσφατα έφτασε στα χέρια μας το νέο όπλο της Corsair για τους απανταχού gamers και όχι μόνο. Αναφερόμαστε στο NIGHTSWORD RGB Tunable FPS/MOBA Gaming Mouse όπως είναι το πλήρες όνομα του και μαρτυρά κατάφορα ότι πρόκειται για ένα RGB φωτιζόμενο Gaming Mouse προσανατολισμένο για “First Person Shooter” και “Multiplayer Online Battle Arena” gaming. Αυτό που δεν φαίνεται με την πρώτη ματιά είναι η δυνατότητα μεταβολής του βάρους και μέσω αυτού και της ισορροπίας, πράγμα που δίνει την δυνατότητα στο χρήστη να φέρει το εργαλείο ακριβώς στα μέτρα του. Το παρακάτω σύντομο αλλά εντυπωσιακό video της Corsair μας δίνει μια πληρέστατη εικόνα για το τι ακολουθεί. Τεχνικά Χαρακτηριστικά Εδώ βλέπουμε τα τεχνικά χαρακτηριστικά όπως μας τα εμφανίζει ο κατασκευαστής στη σελίδα του σύμφωνα με την οποία το κόστος του ανέρχεται στα 79,99€ συνοδευόμενο με διετή εγγύηση, στην Ελληνική αγορά όμως θα το βρούμε με σε τιμές που ξεκινούν από τα 75€ και φτάνουν έως και τα 95€. Στο σημείο αυτό θα ήθελα να σημειώσω ότι αν και σύμφωνα με τα τεχνικά χαρακτηριστικά του NIGHTSWORD όπως αυτά παρουσιάζονται στην επίσημη σελίδα του προϊόντος, τα προγραμματιζόμενα πλήκτρα είναι 8 εκ του συνόλου των 10, στην πραγματικότητα μπορούμε να προγραμματίσουμε τα 9, φυσικά το βασικό αριστερό εξαιρείτε! Συσκευασία και περιεχόμενα Για μια ακόμα φορά συναντήσουμε την κλασική αναγνωρίσιμη πλέον κιτρινόμαυρη συσκευασία των gaming προϊόντων του κουρσάρου όπου και πάλι απουσιάζει το διάφανο παράθυρο παρουσίασης του προϊόντος, αναγκάζοντας έτσι τον καταναλωτή να αρκεστεί στις φωτογραφίες πριν την αγορά. Ομολογώ ότι δεν βρίσκω το λόγο ειδικά από τη στιγμή που στο περιεχόμενο το προϊόν στεγάζεται στην αντίστοιχη 3D ζελατίνα ακινητοποίησης, προστασίας και παρουσίασης. Εμπρός βρίσκουμε, πέραν του λογότυπου της εταιρείας, μια μεγάλη φωτογραφεία του προϊόντος, τον πλήρες τίτλο του και το λογότυπο του προγράμματος παραμετροποίησης iCue. Πίσω επαναλαμβάνονται τα προαναφερθέντα συμπεριλαμβανομένων δυο αναλύσεων, μια με τα βασικά χαρακτηριστικά που το κάνουν να διαφέρει του ανταγωνισμού και μια για τις απαιτήσεις του συστήματος, σε 7 γλώσσες παρακαλώ, δυστυχώς μη συμπεριλαμβανομένης της Ελληνικής, μικρή αγορά γαρ … Επάνω λιτά το εταιρικό λογότυπο και ο τίτλος του προϊόντος Κάτω τα περιεχόμενα με σκίτσα, μια μικρή παρουσίαση για την εταιρία τα σκίτσα πληροφοριών ανακύκλωσης, η διάρκεια εγγύησης και το αυτοκόλλητο με τους κωδικούς του προϊόντος. Τέλος στα δυο πλαϊνά επαναλαμβάνονται οι πληροφορίες για εταιρεία και προϊόν, με τη μεν αριστερή πλευρά να περιλαμβάνει μια πλαϊνή φωτογραφία του προϊόντος, τη δε δεξιά να καλύπτεται στο μεγαλύτερό της μέρος από τη σαφέστατη ανακοίνωση ότι απευθύνεται στους απαιτούντες τον απόλυτο έλεγχο μέσω του γνωστού ρητού “Control Freak”, που όπως θα δούμε παρακάτω μάλλον ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα. Εντός τώρα θα βρούμε … το ποντίκι, κάτω από αυτό μια εξαγωνική θήκη που στεγάζει τα έξι συνολικά μεταλλικά βαρίδια σε δύο ομάδες, τρία των 2,8 γραμμαρίων και τρία των 4,5. Ένα εξάπτυχο φυλλάδιο με τις βασικές οδηγίες σε εννέα γλώσσες με την προτροπή χρήσης του iCue επάνω δεξιά στο "εξώφυλλο", ένα επτάπτυχο με την εγγύηση σε δώδεκα γλώσσες και ένα τρίπτυχο με "υποδείξεις προστασίας περιβάλλοντος" σε δεκαοκτώ γλώσσες μεταξύ τον οποίον και τα Ελληνικά ως μοναδική εμφάνιση στο όλο πακέτο. Κάτω από το φακό Ως πρώτη εικόνα αναγνωρίζουμε ένα gaming mouse δέκα πλήκτρων, λιτό, ποιοτικό αλλά αρκετά ογκώδες με μεγάλο thumb rest και σαφείς ενδείξεις ότι απευθύνεται σε δεξιόχειρες λάτρης τις palm-grip λαβής. Από την πρώτη στιγμή που θα συνδεθεί σε μία θύρα USB, γίνεται ξεκάθαρο ότι πρόκειται για RGB προϊόν, διότι σε όλες του τις άκρες υπάρχουν φωτισμοί που αλλάζουν χρώματα περιοδικά, αρρύθμιστο γαρ όπως βγήκε από το κουτί. Την συνολική εντύπωση της ποιότητας ενισχύουν οι μεγάλες λαστιχένιες σκαλιστές επιφάνειες στα πλαϊνά και στο πίσω πάνω μισό του ποντικιού, τα πέντε μεγάλα teflon κύλισης καλυμμένα όλα με διάφανη ζελατίνα αλλά και το σκληρό sleevεδ καλώδιο με το μεγάλο USB Type A άκρο δεμένο με ένα βολικό Velcro μόνιμα στηριγμένο επάνω του . Περιγραφικά συναντάμε τα δυο τεράστια βασικά κουμπιά σε ματ υφή που καταλαμβάνουν σχεδόν το μισό εμπρός μέρος, αφήνοντας το υπόλοιπο να καλυφθεί από σκληρό, σχεδόν σαν πλαστικό, λάστιχο σκαλισμένο με ένα όμορφο μοτίβο με το φωτιζόμενο λογότυπο στο πίσω κέντρο του. Ανάμεσα σε αυτά ένα λαστιχένιο ροδάκι με πολύ μαλακότερο υλικό αυτή τη φορά και σε σειρά προς τα πίσω δυο γυαλιστερά πλαστικά κουμπιά. Το αριστερό βασικό κουμπί διακόπτεται στο εμπρός αριστερό άκρο του από δυο σε κάθετη σειρά ανάγλυφα κουμπιά ιδίας υφής. Περιφερειακά τώρα. Στο εμπρός μέρος τρία παράθυρα, δυο αριστερά και ένα δεξιά του καλωδίου, με αίσθηση πυκνού εξαγωνικού πλέγματος για την ελευθέρωση του εμπρόσθιου φωτισμού. Δεξιά μια λαστιχένια επιφάνεια μαλακότερη της επάνω με το ίδιο σκαλιστό μοτίβο. Πίσω τρία παράθυρα φωτισμού ιδίας υφής των μπροστινών. Και τέλος αριστερά μια τεράστια επιφάνια ανάπαυσης του αντίχειρα υπενδεδυμένη από το ίδιο αντιολισθητικό λάστιχο που συναντήσαμε δεξιά, τρία γυαλιστερά κουμπιά σε έξυπνη διάταξη δυο συν ένα από όπου κι αν τα κοιτάξεις και τρία ενδεικτικά led μπροστά από αυτά. Για το τέλος αφήσαμε το κουτάκι που βρίσκονται τα βαρίδια. Εξωτερικά έχει τη μορφή ενός λιτού μαύρου εξάγωνου από ματ πλαστικό και διαθέτει ένα απλό κούμπωμα καθώς και το λογότυπο με το καραβάκι να γυαλίζει διακριτικά στο κέντρο του. Ανοίγοντάς το αντικρίζουμε τα 6 γυαλιστερά μεταλλικά βαρίδια, τοποθετημένα σε σκληρό αφρώδες υλικό. Όπως σας γράψαμε και νωρίτερα υπάρχουν 2 ειδών βαρίδια, τρία τεμάχια βάρους 4.5 γραμμαρίων και άλλα τρία βάρους 2.8 γραμμαρίων. Ok, είναι όμως έτσι; Όπως θα δείτε στις φωτογραφίες που ακολουθούν, η ζύγιση σε πιστοποιημένη ζυγαριά ακρίβειας δυο δεκαδικών του γραμμαρίου έδειξε ότι το πραγματικό βάρος είναι εντυπωσιακά κοντά στο αναγραφόμενο. Λειτουργικότητα Ας περάσουμε τώρα στην ουσία, διότι όλα αυτά καλά αλλά το τι λέει το δεξί επάνω άκρο του χρήστη είναι η ουσία, μιας και το προϊόν απευθύνεται σε αυτό αποκλειστικά. Καταρχήν να αναφέρω ότι οι δοκιμές μας έγιναν με τα mouse pad Corsair MM300, Razer Sphex V2, @Work MS-614 (1,19€) και την κρεμ επιφάνεια ενός γραφείου, ώστε να καλύψουμε ικανοποιητικά την γκάμα της πλειοψηφίας των χριστών αν και φαντάζομε ότι κανείς από αυτούς που θα το επιλέξουν δεν θα διαλέξει κάτι λιγότερο των δυο πρώτων. Η πρώτη αίσθηση θετική. Εξισορροπημένο, σωστά ζυγισμένο, άνετο παρά το μέγεθος, σταθερότατο αν και ιδιαίτερως ελαφρύ μιας και άδειο από τα βάρη αρχικά , με τα teflon ολίσθησης να δίνουν την αίσθηση ότι δεν κολλάει πουθενά ανεξαρτήτως επιφάνειας και την εργονομική αρχιτεκτονική σε συνδυασμό με τις λαστιχένιες επιφάνειες να το κουμπώνουν στο χέρι. Ευχάριστη έκπληξη το καλώδιο που, αν και σκληρό και δύσκαμπτο εμφανισιακά, στη χρήση είναι σαν να μην υπάρχει, συμβάλλοντας όμως αναμφισβήτητα στην άμεση απόκριση κάθε εντολής. Οκ, πολύ καλή πρώτη εντύπωση, να δούμε λίγες λεπτομέρειες όμως. Μαλακά και ευκολοπάτητα όλα τα κουμπιά με απαλή υφή και ακρίβεια στο πάτημα αλλά και στη θέση που τα αναζητά το χέρι μου, χωρίς να χρειαστεί να τα ψάξω από την πρώτη σχεδόν επαφή με το NIGHTSWORD. Η καθυστέρηση σε κάθε εντολή, είτε κουμπιού είτε μετακίνησης είτε κύλιση της ρόδας, καμία εντελώς. Η δε ρόδα μαλακιά στην υφή και στην κίνηση αλλά συνάμα ξεκάθαρη, με εξαίρεση το πάτημα για χρήση ως κουμπί που είναι λίγο σκληρό, όχι ενοχλητικά, απλά ξενίζει ελαφρώς σε σχέση με τα υπόλοιπα, πιθανόν επιλογή της Corsair για να μην πατιέται κατά λάθος κατά το scrolling. Τα δυο βασικά κουμπιά, αριστερό και δεξί, ξεχωρίζουν δίνοντας την δυνατότητα να τα πατήσει κανείς σε οπουδήποτε σημείο της επιφάνειας τους, σχεδόν μέχρι την κάτω άκρη τους, με την ίδια ένταση και ακρίβεια, δίνοντας σου τη δυνατότητα να χρησιμοποιείς το ποντική πιάνοντας το απλά με τα ακροδάχτυλα σου χωρίς να σε κουράζει, λαβή που προσωπικά χρησιμοποιώ πολλές φορές σε απλές καθημερινές εργασίες. Στη θέση αυτή, όπως είναι λογικό, δεν βρίσκει εύκολα κανείς τα επιπρόσθετα αριστερά πλήκτρα, μιας και είναι σχεδιασμένα για συγκεκριμένη χρήση, με εξαίρεση το ροδάκι που αν και δεν είναι προφανώς εκεί που θα “βόλευε”, παρόλα αυτά το μεσαίο δάκτυλο θα το βρει ευκολά και θα το χρησιμοποιήσει χωρίς κόπο, δεδομένου δε ότι δουλεύει απροβλημάτιστα ακουμπώντας το απλά στην άκρη του, όποια και αν είναι αυτή. Ας επιστρέφουμε όμως στην αρμόζουσα θέση. Εδώ όλα είναι στη θέση τους χωρίς αναζήτηση. Τα μεγέθη είναι τέτοια που δεν θα προβληματίσουν κανένα, σίγουρα όχι ένα κανονικό προς μεγάλο χέρι όπως το δικό μου, πιστεύω πάντως πως όλα τα δεξιά άνω άκρα θα βρουν σχετικά εύκολα τη θέση τους. Η πολύωρη χρήση μου ήταν ξεκούραστη και άνετη, η ακρίβεια είναι pixel by pixel σε όλες τις ταχύτητες κύλισης. Τα 18.000 DPI φαντάζουν ανούσια, σίγουρα σε κλασικές FHD αναλύσεις οτιδήποτε πάνω από 6.000 – 7.000 θα είναι τουλάχιστον άβολο αλλά μην ξεχνάμε ότι βρισκόμαστε πλέον στην αποχή 4Κ και γιατί όχι για κάποιους ίσως και των 8Κ οπότε τα 18.000 DPI αρχίζουν να έχουν νόημα. Σε κάθε περίπτωση όμως το iCue με τις άπειρες πραγματικά ρυθμίσεις, τα ατέλειωτα προφίλ, αλλά και την εξαιρετική δυνατότητα να διαχωρίσει κανείς ακόμα και το πόσα DPI θέλει σε κάθε άξονα, σε τρις ρυθμίσεις ανά προφίλ, χώρια του Sniper, δεν αφήνει κανένα περιθώρια για παράπονο σε κανένα επίπεδο. Corsair iCue Ολοφάνερα πολλές οι δυνατότητες ρύθμισης του NIGHTSWORD RGB, φυσικά όλες μέσω τις κλασικής πλέον εφαρμογής iCue της Corsair με τις άπειρες παραμετροποιήσεις τόσο σε αισθητικό όσο και σε λειτουργικό επίπεδο. Παρακάτω θα δούμε τις βασικές μιας και το συγκεκριμένο λογισμικό έχει τόσες δυνατότητες που θα απαιτούσε ένα ξεχωριστό άρθρο Για όσους ενδιαφέρονται για κάτι εκτενέστερο ο εμπειρότατος @pol77 στο review του Corsair Wireless Combo Review που συμπεριλαμβάνει και το Dark Core έχει κάνει μια αρκετά εκτενείς ανάλυση ή εναλλακτικά από τα video της Corsair στο YouTube στα οποία εύκολα μπορεί να μεταβεί κανείς πατώντας απλά στη μεγάλη εικόνα στο κάτω δεξί μέρος της home καρτέλας της εφαρμογής. Ανοίγοντας την εφαρμογή η πρώτη καρτέλα που εμφανίζει είναι φυσικά το HOME, χωρισμένο κάθετα σε δύο κομμάτια με το αριστερό να φιλοξενεί τα όσα profiles επιθυμεί ο χρήστης και το δεξί να απεικονίζει στο επάνω μέρος του όσες από τις συνδεδεμένες συσκευές της Corsair που υποστηρίζονται από το iCue μέχρι στιγμής, στην πορεία δε όλες σύμφωνα με την εταιρεία. Σημαντική λεπτομέρειες η οργάνωση των profiles σε φακέλους, η αντιγραφή αλλά και το export/import αυτών. Στην περίπτωση του NIGHTSWORD RGB παρατηρούμε ότι πλην του Default profile υπάρχουν εξ αρχής τρία ακόμα συμβολισμένα με το χαρακτηριστικό εικονίδιο μιας κάρτας μνήμης και το χαρακτηριστικό HW εκ του hardware στον τίτλο τους. Επιπροσθέτως επιλέγοντας τα παρατηρούμε ότι απενεργοποιείται η επιλογή “Link profile to program”. Εύκολα λοιπόν βγάζει κανείς το συμπέρασμα ότι πρόκειται για τις τρία profile που μπορεί να αποθηκεύσει στο ποντίκι για να τα χρησιμοποιήσει όπου το συνδέσει χωρίς να απαιτείτε εγκατάσταση του iCue ή περεταίρω παραμετροποίηση. Στο Dashboard έχουμε επιλογές ενδείξεων τόσο για τις συσκευές όσο και για το σύστημα και στο Settings μια σειρά επιλογών παραμετροποίησης της εφαρμογής, update των firmware των συσκευών και του iCue, επιλογές logging για τους sensors κ.τ.λ. Επιστρέφοντας στο Home και επιλέγοντας το εικονίδιο του NIGHTSWORD RGB από τις συσκευές εμφανίζεται κάτω από την λίστα των profiles μια σειρά από επιλογές, πιο συγκεκριμένα οι Actions, Lighting Effects, DPI, Performance, Surface Calibration ειδικά δε για το NIGHTSWORD RGB και η πολυπόθητη για πολλούς Weight Tuning. Αν τώρα το επιλεγμένο profile είναι ένα εκ των εσωτερικών τις συσκευής τότε εμφανίζεται και η ένδειξη Onboard Profiles επιβεβαιώνοντας το παραπάνω συμπέρασμα μας για τα hardware saved profiles. Ξεκινώντας από την τελευταία επιλογή ως ξεχωριστό χαρακτηριστικό του συγκεκριμένου ποντικιού και προς τα επάνω έχουμε... Weight Tuning … λοιπόν: Με την πρώτη ματιά παρατηρεί κανείς ότι οι πληροφορίες είναι πλούσιες αναλυτικές και ξεκάθαρες. Επικουρικά οι περιγραφές στο κάτω μέρος δεν αφήνουν κανένα περιθώριο σύγχυσης. Πρώτη κίνηση κουμπώνουμε ένα βαρίδι σε μια θέση και ως δια μαγείας αυτοστιγμής εμφανίζετε στην αντίστοιχη θέση στην εικόνα του iCue αλλά και το σωστό βάρος κάτω και η μεταβολή στο κέντρο βάρους δεξιά, απλά και όμορφα. Ομοίως επαναλαμβάνοντας την διαδικασία και για τα υπόλοιπα πέντε λαμβάνουν μέρος αυτόματα όλες οι μεταβολές. Την προσοχή μου τραβάει παράλληλα το αποεπιλεγμένο check box με τον τίτλο Input Weight Mass Manually. Ok λογικό λοιπόν το αυτόματο του πράγματος αλλά γιατί και manually; Επιλέγοντας το ξαφνικά εξαφανίζονται όλες οι ενδείξεις βάρους τόσο από τους αριθμούς όσο και από την εικόνα, παράλληλα ενεργοποιούνται τα κελιά των αριθμητικών ενδείξεων ως ένδειξη της δυνατότητας εισαγωγής σε αυτά από τον χρήστη πλέον, ενδιαφέρον αλλά γιατί; Δοκιμάζοντας εισαγωγή με το χέρι, δηλαδή πληκτρολόγιο, παρατηρώ ότι υπάρχει η δυνατότητα να βάλω από 0,1 έως 99,9 μεταβάλλοντας αυτόματα τα στοιχεία Total Mass και X,Y,Z του Center of mass position εμφανίζοντας δε παράλληλα την θέση καταλυμένη από βαρίδιο, επιπροσθέτως η επιλογή θέσης προς εισαγωγή γίνεται και από την εικόνα. Το μόνο που μπορώ να υποθέσω είναι feature για πιθανή μελλοντική σειρά εναλλακτικών βαριδιών ή γιατί όχι και after market, αστεΐζοντας φαντάζομαι ένα eccentric κάτοχο να απευθύνεται σε μηχανικό για custom, την επιλογή στο software την έχει... Σε κάθε περίπτωση μπορούμε να αλλάζουμε μεταξύ auto και manual χωρίς να χάνονται οι ρυθμίσεις. Surface Calibration … Ok. Απλή λειτουργεία και εύκολη, λίγο σταθερό χέρι θέλει μόνο. Δεν πρόσεξα κάποια ιδιαίτερη διαφορά πάντως τουλάχιστον όχι σε σοβαρές επιφάνειες, σε κάτω του μετρίου δεν ξέρω. Performance … Ok. Απλές κλασικές επιλογές … DPI … xαμός. Όπως προανέφερα, τα πάντα σε κάθε επίπεδο, αν θέλουμε και για κάθε άξονα χωριστά, από 1 έως 18.000 dpi ανά 1 dpi και με ότι χρώμα από όλη την γκάμα του RGB και για το κάθε profile χωριστά και με άμεση ενεργοποίηση την στιγμή τις ρύθμισης. Δεν μπορώ να σκεφτώ τι θα μπορούσε να προσθέσει κανείς, μάλλον τίποτα. Lighting Effects ... άπειρα. Ούτε εδώ φαίνεται να υπάρχει καμία έλλειψη. Όλα τα χρώματα σε κάθε ζώνη με επιλογή αδιαφάνειας και με ικανοποιητικό αριθμό προεπιλογών. Ώρα να έχεις να επιλέγεις. Actions … αναρίθμητα. Και πως θα μπορούσαν να μην είναι άλλωστε. Δημιουργία όσων actions θέλουμε με επιλογές στο καθένα και για τα εννέα κουμπιά, είπαμε το αριστερό βασικό όχι και φαίνεται και στην εικόνα ως ανενεργό. Αλλά και οι επιλογές παραμετροποίησης περιλαμβάνουν ότι ζητήσει κανείς, A to Z keys, Numeric Keypad, Function, Text, Media Macro κ.τ.λ. … και με Advance Settings διαφορετικό για το καθένα από αυτά. Και όλα απλά και όλα ενεργά αμέσως για να δεις και αν σου κάνει η ρύθμιση χωρίς κόπο. Αποτελέσματα Μετρήσεων Να σημειώσω ότι για τις μετρήσεις το πρόγραμμα που χρησιμοποιούμε είναι το Enotus Mouse Test και ως mousepad το Corsair MM300 προκάτοχο του Corsair MM350 για το οποίο μπορείτε να διαβάσετε εκτενή παρουσίαση εδώ από τον φυλτατο @GriGaS. Όπως παρατηρούμαι στα διαγράμματα οι επιδόσεις του NIGHTSWORD RGB είναι κορυφαίες, με το Poling Rate σταθερά πάνω από το 996 και μέσο όρο το 997,6 αλλά και το Accuracy με μέσω όρο το 98,8%, που θα ήταν πάνω του 99,5% αν δεν του τα χάλαγε ένα 96,3 στα 18000 dpi, πιθανώς με δικιά μου υπαιτιότητα μιας και το να κρατήσει κανείς σταθερό χέρι εκεί είναι εξαιρετικά δύσκολο. Εξαίρεση σε αυτό αποτελεί το Smoothness που αν και όχι πολύ κακό ως τιμή δεν νομίζω ότι ανταποκρίνεται στην άψογη αίσθηση που αφήνει στον χρήστη του σε κάθε περίπτωση, συνυπολογίζοντας δε τα αντίστοιχα αποτελέσματα των Ironclaw RGB Wireless και Glaive RGB Pro σε σχέση με την αντίστοιχη άποψη των συναδέλφων τείνω να κατηγορήσω πιθανή ασυμβατότητα με το λογισμικό πάρα ότι άλλο. Εμπειρία Χρήσης H πλέον του ενός μηνός εμπειρία με το NightsWord RGB κάτω από συνεχή, μεγάλη σε ποικιλία χρήση σε σχεδόν κάθε είδους εφαρμογή, με εξαίρεση ίσως το εντατικό gaming, μου άφησε ξεκάθαρα ευχάριστη άποψη για την λειτουργικότητα και την εργονομία του προϊόντος. Σημειωτέων δε ότι είμαι συνηθισμένος σε ιδιαίτερα εργονομικά προϊόντα και πολύ απαιτητικός λόγω της καθημερινά πολύωρης χρήσης. Άνετο, βολικό, δεν με κούρασε ποτέ σε ιδιαίτερα παρατεταμένη και απαιτητική χρήση παρά το αρκετά ευαίσθητο χέρι μου. Με εξαιρετική ακρίβεια και άμεση απόκριση δεν έχασε ποτέ την εστίαση του ούτε αρνήθηκε να ανταποκριθεί στις εντολές μου, ανεξάρτητα από την πολυπλοκότητα και την ταχύτητα που απαιτούσα από αυτό. Η κύλιση του ήταν πάντα ομαλή και αβίαστη ανεξάρτητα από την μεταβολή στο βάρος ή το σημείο επαφής, τα κουμπιά μαλακά αλλά με ακρίβεια στην αίσθηση και με ξεκάθαρη εικόνα απόκρισης προς τον χρήστη. Το σκληρό καλώδιο αρχικά ξενίζει αλλά δεν εμπόδισε ποτέ την ομαλότητα στην κίνηση , αρκεί βέβαια να μην εμπλακεί με εμπόδια. Δεν δυσκολεύτηκα καθόλου να οργανώσω τις λειτουργίες που με βόλευαν στα κουμπιά του, βασική προϋπόθεση βέβαια το να εξοικειωθεί κανείς με την λογική λειτουργείας του iCue, από εκεί και πέρα απροβλημάτιστα περνούσαν οι μεταβολές με το που ερχόταν η επιθυμητή εφαρμογή στο προσκήνιο, πολύ βολικό επίσης το ότι μπορείς να έχεις τρία profile μαζί σου όπου το μεταφέρεις. Σίγουρα αυτό θα χρειαστεί κάποιο χρόνο αρχικά για το στήσιμο αλλά θα σας αποζημιώσει στην πορεία. Εδώ θα ήθελα να επιστήσω την προσοχή σε όσους το δοκιμάσουν, αποφύγετε τις εξαρχής άπειρες διαφορετικές συνθέσεις με καθολικές μεταβολές στις λειτουργείες των κουμπιών, αν αυτό δεν είναι απαραίτητο, η αλλαγή είναι ακαριαία και αν δεν είστε αρκετά εξοικειωμένοι μπορεί να σας μπερδέψει παρά να σας βοηθήσει, κατά τα άλλα βολεύει πολύ. Όσων αφορά το φωτισμό τώρα, απείρως ρυθμιζόμενος και ευκρινής αν και κατά την χρήση τα μόνα εμφανή σημεία είναι το μικρό παραθυράκι αριστερά κάτω από το αριστερό κουμπί και τα τρία ενδεικτικά led που ενημερώνουν για το επιλεγμένο DPI προφίλ, ίσως και λίγο η αντανάκλαση του εμπρός αριστερού επάνω στην επιφάνεια αν αυτή το επιτρέπει. Ο απέναντι σας, αν υπάρχει, θα μπορέσει να δει και το εμπρός δεξί καθώς και αυτό τις ρόδας, ο χρήστης πάλι όχι μιας και το χέρι του καλύπτει καθολικά σε κάθε περίπτωση τόσο αυτό του λογότυπου όσο και το πίσω. Κατά την διάρκεια όμως που δεν το χρησιμοποιούμε η εμφάνιση του και ιδικά οι εναλλαγές, π.χ. σε rainbow, mode τραβάνε πολύ το βλέμμα. Επίλογος - Συμπεράσματα Ο κουρσάρος για μια ακόμη φορά, ευχάριστα, δεν μας εξέπληξε. Έδωσε στην αγορά ένα προϊόν σε πολύ λογική τιμή, με την γνωστή ποιότητα του οίκου, αλλά και χαρακτηριστικά που δεν βρίσκει κανείς εύκολα μαζεμένα σε ένα πακέτο, παρόλο που αναφέρεται σε μια κατηγορία με σκληρό ανταγωνισμό. Η αδιάλειπτη και αβίαστη λειτουργεία του, USB γαρ, αλλά και ο μοντέρνος σχεδιασμός του με τον RGB φωτισμό δεν θα το αφήσουν απαρατήρητό, η δε ξεκούραστη χρήση με τις μεταβαλλόμενες λειτουργικότητες και τις προσωποποιημένες ρυθμίσεις θα ικανοποιήσουν όποιον το επιλέξει. Αμιγώς για αριστερόχειρες μεν δεν θα μπορούσε όμως να είναι για αμφίχειρες με το thumb rest και τα έξτρα κουμπιά, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί, βασικά κατ’ ανάγκη, και από κάποιον αριστερόχειρα, αρκεί αυτός να συμβιβαστεί με την απώλεια των χαρακτηριστικών αυτόν, χρήση στην οποίο συμβάλει και η ομοιομορφία του υπόλοιπου της σχεδίασης του. Το βασικό χαρακτηριστικό της μεταβολής του βάρους ομολογουμένως υπερέβει τις προσδοκίες μου. Έξυπνα σχεδιασμένο και με άμεση απόκριση στην γεωμετρία της συσκευής φέρνει το περιφερειακό με ακρίβεια στα μέτρα του χρήστη. Ομολογώ ότι δεν περίμενα να συναντήσω τέτοια απόδοση και ευκολία, ελπίζω να αποκτήσει ανταγωνισμό σε αυτό μιας και προς το παρόν δεν φαίνεται να έχει ουσιαστικά. Σε κάθε περίπτωση το NIGHTSWORD RGB δεν θα πρέπει να αγνοηθεί ως επιλογή από κάποιον που ψάχνει για κάτι τέτοιο. Ρύθμιση συνολικού βάρους και κέντρου βάρους. 3 Profiles αποθηκευμένα στην συσκευή και αναρίθμητα από το iCue . 10 κουμπιά τα 9 προγραμματιζόμενα. Ρύθμιση DPI. Ποιότητα υλικών. Σχεδιασμός και εμφάνιση. Άνεση χρήσης. RGB Ρυθμιζόμενος φωτισμός και αυτοματισμοί από το iCue. Για δεξιόχειρες αποκλειστικά θα μπορούσε να είναι πιο εργονομική κατασκευή. Ιδιαίτερα άκαμπτο καλώδιο. Οι φωτιζόμενες επιφάνειες δεν φαίνονται κατά την χρήση. Αποτελέσματα μετρήσεων smoothness αν και υποψιάζομαι ασυμβατότητα με το Enotus. Μη παραμετροποιήσιμη ροδέλα από το iCue. Με βάση τα παραπάνω, η βαθμολογία του NIGHTSWORD RGB Tunable FPS/MOBA είναι:  TheLAB.GR Ευχαριστούμε θερμά την Corsair για την παραχώρηση του δείγματος της δοκιμής.
  8. Εισαγωγή Ο καναπές απέναντι από την τηλεόραση είναι εδώ και χρόνια η καρδιά του σπιτιού, καθώς πολλοί περνάνε εκεί αρκετό από τον ελεύθερο χρόνο τους. Και είναι συχνό πλέον η τηλεόραση να είναι συνδεδεμένη με κάποιον υπολογιστή, ο οποίος αποτελεί το κέντρο του συστήματος διασκέδασης όλης της οικογένειας για ταινίες, σειρές, μουσική και ελαφρύ gaming. Καθώς η συγκεκριμένη χρήση είναι κάτι για το οποίο τα περιφερειακά των υπολογιστών δεν είχαν αρχικά σχεδιαστεί, πολλοί από εμάς καταλήγουμε με ένα άβολο ασύρματο πληκτρολόγιο στα πόδια μας και ένα αντίστοιχο ποντίκι στο μπράτσο του καναπέ. Η Corsair είχε ήδη δώσει μια εξαιρετική λύση στους gamers του καναπέ με το Corsair Wireless Combo και τώρα έρχεται να δώσει τη λύση και στους υπόλοιπους με το Corsair K83 Wireless Entertainment Keyboard. Χαρακτηριστικά Τα χαρακτηριστικά του Corsair K83 Wireless Entertainment Keyboard συνοψίζονται στον παρακάτω πίνακα: Βλέπουμε ότι πρόκειται για ένα πληκτρολόγιο 77 πλήκτρων, με μηχανισμούς πλήκτρων τύπου scissor (ψαλίδι - έτσι μοιάζει η ανάρτησή τους) χαμηλού προφίλ, όπως αυτά που συναντάμε συχνά στα πληκτρολόγια των laptop, και λευκό φωτισμό. Λειτουργεί ενσύρματα μέσω σύνδεσης USB, ασύρματα στα 2,4GHz μέσω του δέκτη που περιλαμβάνεται στη συσκευασία ή με Bluetooth και έχει υψηλό report rate στα 1000Hz. Διαθέτει 20-Key Roll Over, συνεπώς(θεωρητικά) μπορεί να αναγνωρίσει το πάτημα οποιωνδήποτε 20 πλήκτρων ταυτόχρονα. Διαθέτει έλεγχο έντασης ήχου με ροδέλα και Fn shortcuts. Το Corsair K83 Wireless Entertainment Keyboard καλύπτεται από διετή εγγύηση και η προτεινόμενη από την εταιρία τιμή λιανικής είναι στα €129,99. Φωτογράφιση Το Corsair K83 Wireless Entertainment Keyboard έρχεται σε ένα χαρτονένιο κουτί στο κλασσικό πλέον κιτρινόμαυρο μοτίβο της Corsair. Η φωτογραφία του πληκτρολογίου καλύπτει τη μεγαλύτερη επιφάνεια και των 2 μεγάλων πλευρών του κουτιού, μαζί με κάποιες πληροφορίες σχετικά με αυτό στο πίσω μέρος. Μέσα στο κουτί όλα δείχνουν τακτοποιημένα. Το μαύρο εσωτερικό δίνει μια πινελιά ποιότητας, χωρίς να προσθέτει ιδιαίτερα στο κόστος, και το πληκτρολόγιο καταλαμβάνει όλο το μήκος και πλάτος του κουτιού, προστατευμένο σε διαφανές νάιλον. Το καπάκι έχει κομμάτια αφρολέξ που κρατάνε το πληκτρολόγιο στη θέση του και ανάμεσά τους μια τσέπη με τα συνοδευτικά έγγραφα. Αυτά αποτελούνται από το εγχειρίδιο χρήσης, το φυλλάδιο της εγγύησης και ένα φυλλάδιο με με πληροφορίες σχετικά με την ασφάλεια χρήσης και τη συμμόρφωση της συσκευής με τους διεθνείς κανονισμούς. Κάτω από το πληκτρολόγιο κρύβεται ο δέκτης για την ασύρματη σύνδεση στα 2,4GHz και κάτω από μία ακόμα στρώση μαύρου χαρτονιού βρίσκουμε ένα πλακέ καλώδιο USΒ Type A σε Micro-USB για τη σύνδεση του πληκτρολογίου με τον υπολογιστή, καθώς και τη φόρτισή του. Το Corsair K83 Wireless Entertainment Keyboard είναι ένα tenkeyless πληκτρολόγιο, με ενσωματωμένο trackpad και joystick. Τα πλαστικά του είναι ποιοτικά και η πάνω επιφάνειά του είναι από αλουμίνιο, προσδίδοντας ακαμψία και αίσθηση ποιότητας. Ο σχεδιασμός είναι καλαίσθητος, με πλήκτρα χαμηλού προφίλ και το δεξί του τμήμα έχει μια μοντέρνα ρετρό χροιά όπου το στρογγυλό trackpad με το ασημί στεφάνι το μιμείται άρτια, σαν μικρογραφία του, το joystick. Ξεκινώντας από το πληκτρολόγιο, παρατηρούμε ότι τα πλήκτρα WASD έχουν διαφορετικό χρώμα, για να τονιστεί η gaming πλευρά του πληκτρολογίου. Εν τούτοις, τα άνω και κάτω βελάκια είναι μικρά και καταλαμβάνουν το χώρο ενός πλήκτρου, κάτι που δεν είναι πολύ βολικό στο gaming αλλά ούτε και στη γενικότερη χρήση. Τα ενδεικτικά LEDs είναι 3 και βρίσκονται στο επάνω μέρος, στα 3 κενά ανάμεσα στις ομάδες των πλήκτρων της πρώτης σειράς. Το αριστερό αφορά τη λειτουργία του πληκτρολογίου και προσφέρει ενδείξεις για τον τρόπο σύνδεσης και την μπαταρία, όπως θα δούμε παρακάτω. Το μεσαίο είναι η ένδειξη του CAPS LOCK και το δεξί του SCROLL LOCK. Ένδειξη για το NUM LOCK δεν υπάρχει καθώς το Corsair K83 Wireless Entertainment Keyboard δε διαθέτει αριθμητικό πληκτρολόγιο. Πολλές βασικές λειτουργίες όπως PgUp, PgDn, Home, End κλπ έχουν ενσωματωθεί σε άλλα πλήκτρα και ενεργοποιούνται με τη χρήση του πλήκτρου Fn, κάτι αναγκαίο για να διατηρηθεί το μικρό μέγεθος του πληκτρολογίου. Αυτό κάποιους θα τους ενοχλήσει και κάποιους όχι τόσο, ανάλογα με τη συχνότητα χρήσης τους. Όλη η σειρά των F keys έχει ενσωματωμένα shortcuts με τη χρήση του Fn - ανάλογα με το mode στο οποίο βρίσκεται το πληκτρολόγιο η default λειτουργία μπορεί να είναι τα F keys ή τα shortcuts. Στο δεξί μέρος του πληκτρολογίου δεσπόζει το στρογγυλό trackpad, μια πολύ καλή ιδέα, τόσο αισθητικά όσο και λειτουργικά, καθώς το δάχτυλο, ξεκινώντας από τη μέση, έχει ίδια απόσταση να διανύσει προς κάθε κατεύθυνση. Τα πλήκτρα του trackpad είναι λογικά τοποθετημένα, κάτω από αυτό. Πάνω από το trackpad, αριστερά έχουμε ένα πολύ ποιοτικό roller από όπου ρυθμίζουμε την ένταση του ήχου, όπως έχουμε δει σε πολλά από τα high end πληκτρολόγια της Corsair. Εδώ όμως, για οικονομία χώρου, το roller είναι και πλήκτρο για τη σίγαση. Μια ωραία λεπτομέρεια που θα ήθελα να δω και σε άλλα πληκτρολόγια της εταιρίας. Ανάμεσα στο roller και το trackpad βρίσκουμε το πλήκτρο έντασης του φωτισμού και το F-Lock του οποίου οι λειτουργίες μπορούν να ρυθμιστούν από το λογισμικό ελέγχου του πληκτρολογίου, iCUE. Τέλος, επάνω δεξιά, έχουμε το joystick, το οποίο είναι μια ευχάριστη προσθήκη και επιτρέπει να παίξουμε κάποιο χαλαρό παιχνίδι αρκετά καλά. Η λειτουργία του αλλάζει ανάλογα με το mode στο οποίο λειτουργεί το πληκτρολόγιο και μπορεί να κινεί το δείκτη του ποντικιού ή να εξυπηρετεί την πλοήγηση στα μενού ή, φυσικά, να κινεί τον χαρακτήρα κάποιου παιχνιδιού. Στη βάση του πληκτρολογίου είναι αμέσως εμφανείς οι ειδικές διαμορφώσεις στο δεξί και το αριστερό άκρο του ώστε να μπορεί κάποιος να το κρατήσει σαν gamepad. Η λαβή αυτή φέρνει το joystick στον δεξί αντίχειρα και τα 2 πλήκτρα που συνοδεύουν το joystick στο δείκτη και το μέσο του ίδιου χεριού. Στο πάνω και κάτω μέρος της βάσης του πληκτρολογίου υπάρχουν λωρίδες ελαστικού υλικού που εξασφαλίζουν την ακινητοποίηση του πληκτρολογίου, ενώ απουσιάζουν τα συνηθισμένα αναδιπλούμενα ποδαράκια. Τα πλήκτρα του joypad είναι μαρκαρισμένα ως L και R (Left - αριστερό και Right - δεξί). Είναι ουσιαστικά ένα δεύτερο σετ πλήκτρων ποντικιού, καθώς και το ίδιο το trackpad λειτουργεί σαν ποντίκι σε κάποια modes του Corsair K83 Wireless Entertainment Keyboard αλλά λειτουργούν και ως πλήκτρα για gaming. Είναι στρατηγικά τοποθετημένα, το L στην πλάγια επιφάνεια του πληκτρολογίου και το R στη βάση του, έτσι ώστε να έρχονται φυσικά κάτω από τα δάχτυλα όταν κάποιος κρατάει το joystick με τον αντίχειρα. Πληροφορίες και πιστοποιήσεις είναι διακριτικά χαραγμένες στη βάση του πληκτρολογίου. Δίπλα από το L του joystick, βρίσκουμε και το πλήκτρο on/off του Corsair K83 Wireless Entertainment Keyboard, το οποίο έχει ενδεικτικό λευκό LED όταν το πληκτρολόγιο είναι σε λειτουργία. Δίπλα από αυτό είναι και η υποδοχή Micro-USB για την ενσύρματη σύνδεση και τη φόρτιση της μπαταρίας του πληκτρολογίου. Ποιότητα Κατασκευής Η ποιότητα κατασκευής του Corsair K83 Wireless Entertainment Keyboard είναι αυτή που θα περίμενε κανείς από ένα high end πληκτρολόγιο της εταιρίας. Αν εξαιρέσουμε το γεγονός ότι οι διακόπτες δεν είναι μηχανικοί, κάτι που είναι λογικό για να παραμείνει το πληκτρολόγιο τόσο λεπτό και ελαφρύ, η Corsair δε φαίνεται να έκανε εκπτώσεις στα υλικά και την ποιότητα κατασκευής. Το αλουμίνιο της επάνω επιφάνειας εξ' άλλου, με την ελαφρώς βουρτσισμένη υφή, προσδίδει εκ προοιμίου τον χαρακτήρα της πολυτέλειας. Τα πλαστικά είναι ποιοτικά και η εφαρμογή των τμημάτων στα συνηθισμένα για την εταιρία υψηλά επίπεδα. Το φινίρισμα είναι αψεγάδιαστο. Μοναδικό ψεγάδι που παρατήρησα είναι ότι κατά την πληκτρολόγηση, ειδικά όταν αυτή γίνεται γρήγορα, ακούγονται κάποια τριξίματα από το μηχανισμό ανάρτησης του space bar Χρήση Η Corsair διαφημίζει το Corsair K83 Wireless Entertainment Keyboard ως ένα πληκτρολόγιο, τηλεχειριστήριο και gamepad, όλα σε ένα. Η αλήθεια είναι ότι το πληκτρολόγιο διαθέτει λίγο από όλα αυτά, αλλά δεν μπορεί να αντικαταστήσει τα τηλεχειριστήρια των συσκευών ούτε ένα κανονικό gamepad. Ως πληκτρολόγιο ισορροπεί ικανοποιητικά ανάμεσα στο μικρό μέγεθος και την άνεση πληκτρολόγησης, με πλήκτρα μεγάλα και με βαθύτερες καμπύλες από το συνηθισμένο, κάτι που βοηθάει στο ψαχούλεμα που αναπόφευκτα συνοδεύει την πληκτρολόγηση του καναπέ. Το Corsair K83 Wireless Entertainment Keyboard υποστηρίζει τη χρήση τόσο με Windows, όσο και με άλλες συσκευές και για το σκοπό αυτό έχει προ-ρυθμισμένα modes. Τα modes αυτά ενεργοποιούνται με τους συνδυασμούς πλήκτρων που βλέπετε στον παρακάτω πίνακα και είναι σχεδιασμένα για να προσφέρουν την καλύτερη εμπειρία με τις αντίστοιχες συσκευές. Απουσιάζει η υποστήριξη για PlayStation 4 και X-Box One, αλλά κατά τα άλλα είναι εντυπωσιακή η γκάμα των συσκευών που υποστηρίζεται! Καθώς το μέγεθος του πληκτρολογίου είναι μικρό, πολλά πλήκτρα έχουν διπλή λειτουργία, με τη 2η να ενεργοποιείται όπως συνηθίζεται με το συνδυαστικό πάτημα με το πλήκτρο Fn. Τα πλήκτρα που διαθέτουν 2η λειτουργία έχουν τη σχετική ένδειξη, εκτός από το Esc και το Enter που κρατούν τη 2η λειτουργία τους κρυφή. Το Trackpad είναι αντίστοιχης ποιότητας με αυτά που βρίσκουμε σε ακριβά laptop. Είναι ευαίσθητο και ακριβές και η χρήση του είναι ευχάριστη. Υποστηρίζει όλα τα γνωστά gestures, ακόμα και αυτά που γίνονται με 4 δάκτυλα. Δεν αντικατέστησε το ποντίκι μου και δε θεωρώ ότι έχει εφευρεθεί ακόμα κάτι που θα το κάνει, αλλά, παραδόξως, με έπιασα να το χρησιμοποιώ για μικροδουλειές, κάτι που του περιποιεί μεγάλη τιμή, καθώς δεν ήμουν ποτέ οπαδός των συγκεκριμένων συσκευών. Το joystick είναι μια καλοδεχούμενη προσθήκη και βοηθάει στο ελαφρύ gaming, ειδικά σε παιχνίδια όπου οι κινήσεις δεν είναι time critical. Προσωπικά με κάλυψε αλλά δεν είμαι gamer και αν ήμουν, θα προτιμούσα σίγουρα ένα κανονικό gamepad. Η λαβή του πληκτρολογίου εν είδει gamepad ουσιαστικά δεν επιτρέπει την πλήρη χρήση των πλήκτρων και έτσι η ιδανική χρήση του Corsair K83 Wireless Entertainment Keyboard ως gamepad θα ήταν με την αριστερή πλευρά του να στηρίζεται κάπου και το αριστερό χέρι στα πλήκτρα, ενώ το δεξί χέρι να κρατάει τη λαβή στο δεξί άκρο του πληκτρολογίου με τον αντίχειρα στο joystick. Το roller έλεγχου της έντασης του ήχου είναι εξαιρετικά υλοποιημένο, με την ιδανική αντίσταση και αίσθηση. Το γεγονός ότι ενσωματώνει το πλήκτρο mute, με πάτημα του roller είναι κάτι που η Corsair πρέπει να κάνει και στα υπόλοιπα high end πληκτρολόγιά της. Συνολικά η χρήση του Corsair K83 Wireless Entertainment Keyboard με άφησε πολύ ικανοποιημένο και δείχνει ότι θα καταφέρει να εκτοπίσει το Logitech K800 που χρησιμοποιώ ως πληκτρολόγιο καναπέ εδώ και πολλά χρόνια, χωρίς ποτέ να έχω βρει κάτι που να μπορεί να το ανταγωνιστεί. Συνδεσιμότητα To Corsair K83 Wireless Entertainment Keyboard προσφέρει τη δυνατότητα τόσο ενσύρματης, μέσω του συμπεριλαμβανομένου καλωδίου USB Type A σε Micro-USB, όσο και ασύρματης σύνδεσης. Η ασύρματη σύνδεση μπορεί να γίνει μέσω του δέκτη που παρέχεται με το πληκτρολόγιο αλλά και με μέσω πρωτοκόλλου Bluetooth 4.2. Η σύνδεση μέσω του δέκτη γίνεται στη συχνότητα των 2.4GHz και έχει ιδιαίτερα χαμηλό latency, 1ms, όσο έχει και η ενσύρματη σύνδεση. Η σύνδεση μέσω Bluetooth έχει υψηλότερο latency, το οποίο όμως είναι στα μόλις 7.5ms, σύμφωνα με την κατασκευάστρια εταιρεία. Το πληκτρολόγιο μπορεί να απομνημονεύσει 2 συνδέσεις μέσω bluetooth, και έτσι μπορείτε να το έχετε συνδεδεμένο μέσω του δέκτη στον υπολογιστή σας και μέσω bluetooth στο smartphone και τη smart τηλεόραση. Όλα αυτά εναλλάσσονται με ένα απλό πάτημα του αντίστοιχου πλήκτρου, όπως βλέπετε στον παρακάτω πίνακα. Το πληκτρολόγιο μπαίνει σε λειτουργία pairing αν το αντίστοιχο πλήκτρο πατηθεί για πάνω από 2 δευτερόλεπτα. Το LED λειτουργίας μας επιτρέπει να δούμε με μια ματιά ποια ασύρματη σύνδεση χρησιμοποιείται ανά πάσα στιγμή και σε τι κατάσταση βρίσκεται. Μπαταρία Η μπαταρία καθορίζει ένα μεγάλο βαθμό της χρηστικότητας κάθε ασύρματου περιφερειακού. Στην περίπτωση του Corsair K83 Wireless Entertainment Keyboard οι μηχανικοί της Corsair έχουν βρει μια καλή ισορροπία ανάμεσα στη διάρκεια της μπαταρίας, το μέγεθος και το βάρος της συσκευής και την ύπαρξη φωτισμού. Η διάρκεια της μπαταρίας, με συντηρητική χρήση και το φωτισμό στο χαμηλό φτάνει άνετα 4-5 ημέρες, έως και 1 εβδομάδα. Φυσικά αυτό μπορεί να έχει πολύ μεγάλη διακύμανση, ανάλογα με τη χρήση και την ένταση του φωτισμού. Η κατάσταση της μπαταρίας μπορεί να ελεγχθεί ανά πάσα στιγμή πατώντας το συνδυασμό πλήκτρων Fn + Enter, οπότε το LED λειτουργίας μας ενημερώνει για την κατάσταση φόρτισης της μπαταρίας, σύμφωνα με τον παρακάτω πίνακα. Η φόρτιση της μπαταρίας γίνεται με το καλώδιο με το οποίο γίνεται και η ενσύρματη σύνδεση. Το LED λειτουργίας αναβοσβήνει πράσινο κατά τη φόρτιση και μένει σταθερά πράσινο όταν αυτή ολοκληρωθεί. Στο παρακάτω διάγραμμα βλέπετε τη διαδικασία φόρτισης του Corsair K83 Wireless Entertainment Keyboard μέσω μίας USB 3.1 θύρας του υπολογιστή. Η κίτρινη γραμμή είναι η τάση των 5V της θύρας, η οποία μένει σχεδόν σταθερή καθ' όλη τη διάρκεια της φόρτισης, με μικρές διακυμάνσεις, ανάλογα με το ρεύμα που τραβάει το κύκλωμα φόρτισης του πληκτρολογίου. Η μπλε γραμμή δείχνει το ρεύμα της φόρτισης, το οποίο παραμένει κοντά στη μέγιστη δυνατότητα της θύρας, που είναι 0,9A, για περίπου 1 ώρα και 3 τέταρτα, ενώ κατόπιν και μετά από μια φθίνουσα διακύμανση, πέφτει σταδιακά έως την ολοκλήρωση της φόρτισης. Η κόκκινη γραμμή δείχνει το σύνολο της ενέργειας που έχει δοθεί από τη θύρα USB 3.1 για τη φόρτιση της μπαταρίας ανά πάσα στιγμή, η οποία συνολικά έφτασε τα 2063 mAh, πολύ κοντά στα 2070mAh που είναι η θεωρητική χωρητικότητα της μπαταρίας του Corsair K83 Wireless Entertainment Keyboard. Βλέπουμε ότι η συνολική διάρκεια της φόρτισης ήταν 2 ώρες και 54 λεπτά, σημαντικά μεγαλύτερη από τις 2 ώρες που υπόσχεται η Corsair. Αν δούμε τα πρώτα 30 δευτερόλεπτα της φόρτισης, φαίνεται ότι το ρεύμα φόρτισης ήταν αρχικά στα 0,5A, δηλαδή στις δυνατότητες μιας USB 2.0 θύρας. Αυτό συνέβη γιατί το πληκτρολόγιο ήταν απενεργοποιημένο. Μόλις το ενεργοποίησα και συνδέθηκε με τον υπολογιστή, ο οποίος έτρεχε το λογισμικό ελέγχου iCUE, το ρεύμα ανέβηκε στα 0,9Α. Τι σημαίνουν όλα αυτά; Για να γίνει η γρήγορη φόρτιση που όπως είδαμε ολοκληρώθηκε σε κάτι λιγότερο από 3 ώρες, πρέπει να έχουμε τις παρακάτω συνθήκες: Το πληκτρολόγιο θα είναι συνδεδεμένο σε θύρα υπολογιστή Η θύρα να είναι τουλάχιστον γενιάς USB 3.0 Το πληκτρολόγιο να είναι ενεργοποιημένο Ο υπολογιστής να τρέχει το λογισμικό ελέγχου iCUE Σε κάθε άλλη περίπτωση, η φόρτιση θα γίνει με χαμηλότερο ρεύμα, 0,5A αντί για 0,9A, και θα διαρκέσει σχεδόν το διπλάσιο χρόνο. Θεωρώ ότι το παραπάνω είναι το σημείο που επιδέχεται τη μεγαλύτερη βελτίωση στο Corsair K83 Wireless Entertainment Keyboard. Όταν κάθομαι στον καναπέ, η σύνδεση του πληκτρολογίου με τον υπολογιστή δεν είναι πάντα εύκολη και σίγουρα δεν είναι βολική. Αυτό που θα ήθελα, θα ήταν μια σύνδεση με βύσμα USB Type C, που είναι πολύ πιο ανθεκτικό, reversible και υποστηρίζει πρωτόκολλα φόρτισης που είναι πολύ πιο γρήγορα. Καθώς οι περισσότεροι έχουμε φροντίσει να έχουμε κάποιο φορτιστή κινητού κοντά στον καναπέ και οι περισσότεροι φορτιστές πλέον υποστηρίζουν κάποιο πρωτόκολλο ταχείας φόρτισης, όπως QC2.0, QC3.0 κλπ, θα ήθελα να το Corsair K83 Wireless Entertainment Keyboard να μπορούσε να τα εκμεταλλευτεί, αντί να φορτίζει με ρυθμούς USB 2.0 όταν συνδέεται σε φορτιστή κινητού. Φωτισμός Η ύπαρξη φωτισμού σε ένα πληκτρολόγιο αποτελεί μεγάλο πλεονέκτημα, ειδικά όταν πρόκειται να χρησιμοποιείται από τον καναπέ, σε συχνά σκοτεινές συνθήκες. Ο συνδυασμός της όμως με την ασύρματη σύνδεση αποτελεί τεχνική πρόκληση, καθώς ο φωτισμός είναι ιδιαίτερα ενεργοβόρος, σε σχέση πάντα με την κατανάλωση των υπόλοιπων υποσυστημάτων του πληκτρολογίου. Το Corsair K83 Wireless Entertainment Keyboard ισορροπεί ανάμεσα σε όλα αυτά, προσφέροντας λευκό φωτισμό που είναι ρυθμιζόμενος σε 3 επίπεδα. Δεν υπάρχει RGB και δεν υπάρχει ξεχωριστός έλεγχος φωτισμού σε κάθε πλήκτρο. Λειτουργικά, αυτή η επιλογή είναι η σωστή, καθώς μας επιτρέπει να βλέπουμε τι πληκτρολογούμε, το λευκό πάει με όλα και η κατανάλωση της μπαταρίας από το φωτισμό παραμένει σε ανεκτά επίπεδα. Φυσικά, ο φωτισμός μπορεί να απενεργοποιηθεί κατά τη διάρκεια της ημέρας, για εξοικονόμηση της μπαταρίας. Μπορείτε να δείτε τα 3 επίπεδα φωτισμού του Corsair K83 Wireless Entertainment Keyboard στο παρακάτω gif. Προσωπικά βρίσκω το χαμηλότερο επίπεδο φωτισμού υπερ-αρκετό και αρκετά ξεκούραστο για τα μάτια. Λογισμικό iCUE Ένα από τα πιο δυνατά σημεία του Corsair K83 Wireless Entertainment Keyboard, όπως και όλων των πληκτρολογίων της Corsair, είναι το λογισμικό ελέγχου, που ονομάζεται iCUE. Η πρώτη καρτέλα του λογισμικού ονομάζεται Home και εκεί βλέπουμε όλες τις υποστηριζόμενες συσκευές στο σύστημά μας. Επιλέγοντας κάποια, βλέπουμε τα προφίλ που έχουμε ρυθμίσει για αυτή, είτε software, είτε αποθηκευμένα στη μνήμη της συσκευής, αν έχει. Το κάθε προφίλ μπορούμε να το συνδέσουμε με κάποιο πρόγραμμα, ώστε να φορτώνεται αυτόματα όταν το πρόγραμμα αυτό τρέχει και είναι στο προσκήνιο. Μπορούμε επίσης να του ορίσουμε κάποιο custom εικονίδιο και φόντο. Αν επιλέξουμε το Corsair K83 Wireless Entertainment Keyboard από τις διαθέσιμες συσκευές, εμφανίζεται ένα μενού στα αριστερά, με πρώτη επιλογή τα ACTIONS. Από εδώ μπορούμε να ορίσουμε μια ποικιλία από ACTIONS και να τις αντιστοιχήσουμε σε κάποιο πλήκτρο, όπως επίσης και να κάνουμε κάποιο πλήκτρο remap. Η δεύτερη επιλογή του μενού είναι τα γνωστά GESTURES. Ως προεπιλογή, ο έλεγχός τους γίνεται από τα Windows. Αν όμως κάνουμε μια μικρή παράκαμψη στα SETTINGS, μπορούμε να ενεργοποιήσουμε την παραμετροποίηση των Gestures (Enable Gestures Customization). Αυτό μας δίνει τη δυνατότητα να παραμετροποιήσουμε μια μεγάλη γκάμα από Gestures, που χρησιμοποιούν από 1 έως και 4 δάχτυλα, μέσω του λογισμικού iCUE. Η παραμετροποίηση μπορεί να αντιστοιχίσει το κάθε Gesture σε κάποιο ACTION ή απλά να το κάνει REMAP, δηλαδή να το αντιστοιχίσει σε ένα πλήκτρο ή κουμπί ποντικιού. Ο παρακάτω πίνακας δείχνει τα διαθέσιμα Gestures ανάλογα με το λειτουργικό σύστημα. Καθώς το Corsair K83 Wireless Entertainment Keyboard διαθέτει μόνο λευκό φωτισμό για ολόκληρη τη συσκευή και όχι ξεχωριστά σε ζώνες ή ανά πλήκτρο, οι δυνατότητες του φωτισμού και οι σχετικές ρυθμίσεις είναι περιορισμένες. Έτσι, το μενού LIGHTING EFFECTS διαθέτει μόνο 3 επιλογές: Μπορούμε να επιλέξουμε ανάμεσα σε NO EFFECT, STATIC COLOR και PULSE. Το NO EFFECT απλά απενεργοποιεί το φωτισμό. Το STATIC COLOR ενεργοποιεί το φωτισμό και δίνει τη δυνατότητα της επιλογής της έντασής του. Το PULSE αναβοσβήνει σταδιακά το φωτισμό εν είδει παλμού και οι επιλογές αφορούν το Opacity, που ουσιαστικά είναι η φωτεινότητα, και την ταχύτητα. Στο παρακάτω βίντεο βλέπετε το εφέ PULSE με Opacity στο μέγιστο και ενδιάμεση ταχύτητα. Είναι εμφανές ότι είναι μια επιλογή μόνο για επίδειξη, καθώς δεν ενδείκνυται για πληκτρολόγηση. Το μενού CALIBRATION αφορά το joystick. Η μοναδική του επιλογή είναι η έναρξη του calibration. Αν το πατήσουμε, απλά αφήνουμε το joystick στην ησυχία του και το calibration προχωράει αρκετά γρήγορα και εντελώς μόνο του. Όταν ολοκληρωθεί, το μόνο που μας μένει είναι να πατήσουμε το κουμπί της επιβεβαίωσης για να επιστρέψουμε στην αρχική σελίδα της καρτέλας. Η επιλογή NAVIGATION CONTROL μας δίνει τη δυνατότητα αρκετών ρυθμίσεων που αφορούν το touchpad και το joystick. Η λειτουργία του calibration θα μπορούσε να βρίσκεται άνετα σε αυτή την καρτέλα και όχι να καταλαμβάνει μια ολόκληρη καρτέλα από μόνη της. Στα δεξιά της καρτέλας βλέπουμε ότι όταν το F-Lock είναι off (άρα τα F keys εκτελούν τις δευτερεύουσες λειτουργίες τους), είμαστε στο Media Mode. Όταν είναι on (άρα τα F keys λειτουργούν κανονικά ως F keys) είμαστε στο Gaming Mode. Τέλος, η καρτέλα Performance, μας δίνει την επιλογή για το τι άλλο θέλουμε να συμβαίνει όταν το F-Lock είναι on και συνεπώς είμαστε σε Gaming Mode. Εδώ μπορούμε να απενεργοποιήσουμε πλήκτρα ή συνδυασμούς πλήκτρων που αν πατηθούν εκ παραδρομής, θα διακόψουν το παιχνίδι μας. Μπορεί ακόμη να απενεργοποιηθεί το touchpad. Κάτι ενδιαφέρον είναι η δυνατότητα απενεργοποίησης του Wireless Encryption. Το Corsair K83 Wireless Entertainment Keyboard χρησιμοποιεί έναν ισχυρό αλγόριθμο κρυπτογράφησης 128-bit AES, έτσι ώστε να μην μπορεί κάποιος να υποκλέψει τα keystrokes. Αυτό προσθέτει ένα ελάχιστο latency της τάξης του 0,1ms που για κάποιους hardcore gamers μπορεί να είναι σημαντικό, οπότε η απενεργοποίησή του είναι δυνατή. Αφού τελειώσαμε με το HOME, περνάμε στην καρτέλα DASHBOARD. Εδώ μπορούμε να δούμε πληροφορίες για διάφορες συσκευές του συστήματός μας. Το INSTANT LIGHTING επιτρέπει τη συγχρονισμένη ενεργοποίηση μονοχρωματικού φωτισμού στα χρώματα που βλέπετε, για όλες τις συνδεδεμένες συσκευές που το υποστηρίζουν. Και πάμε πάλι στα SETTINGS για μια πιο προσεκτική ματιά. Εδώ, στο επάνω μέρος έχουμε ρυθμίσεις για τη συσκευή μας, οι οποίες φαίνονται στην παρακάτω εικόνα και κάνουν ακριβώς αυτό που λέει η περιγραφή τους. Στο κάτω μέρος έχουμε της ρυθμίσεις που αφορούν το iCUE, σε 4 καρτέλες, με πρώτη τη GENERAL. Η δεύτερη καρτέλα αφορά το On Screen Display. Αν το ενεργοποιήσουμε... ...έχουμε πάρα πολλές επιλογές για το τι και πώς ακριβώς θα δείχνει... ...το overlay παράθυρο που εμφανίζεται και το οποίο θα παραμένει στην οθόνη μας ακόμα και αν παίζουμε κάποιο παιχνίδι. Η τρίτη καρτέλα του iCUE SETTINGS αφορά το Dashboard. Ανάμεσα στις ρυθμίσεις είναι και η ενεργοποίηση του widget που αφορά τα drives του συστήματος... Ας το ενεργοποιήσουμε για να δούμε τι θα κάνει. Μετά την ενεργοποίηση απαιτείται restart του iCUE service, που γίνεται εύκολα από την καρτέλα GENERAL. Και κάπως έτσι, αποκτήσαμε widgets στο DASHBOARD που μας δείχνουν τις θερμοκρασίες των drives. Τελευταία καρτέλα του iCUE SETTINGS είναι το SENSOR LOGGING από όπου μπορούμε να κάνουμε καταγραφή οποιωνδήποτε εκ των αισθητήρων που υποστηρίζει το iCUE. Η τελευταία καρτέλα του κεντρικού μενού του iCUE περιέχει διαδικτυακούς συνδέσμους που αφορούν την εταιρία. Το εικονίδιο του iCUE στο system tray, περιέχει κάποιες ενδιαφέρουσες επιλογές. Κατ' αρχάς υποστηρίζει τη δημιουργία ξεχωριστών εικονιδίων δίπλα του, που μας πληροφορούν για την κατάσταση της μπαταρίας των συσκευών μας. Περνώντας το ποντίκι πάνω από κάθε μπαταρία, το σύστημα μας δείχνει ποια συσκευή αφορά. Θα ήθελα όμως να υπάρχει δυνατότητα να ξεχωρίζουμε ποιο εικονίδιο αφορά ποια συσκευή, χωρίς να χρειάζεται να κάνουμε hover με το ποντίκι πάνω από το κάθε εικονίδιο, για παράδειγμα με διαφορετικά χρώματα. Μια άλλη λειτουργία είναι το να δούμε το iCUE Space. Το iCUE space είναι ένα παράθυρο που καταλαμβάνει το δεξί μέρος της οθόνης μας, μετακινώντας ο,τιδήποτε άλλο προς τα αριστερά, και μας δείχνει το ίδιο περιεχόμενο με το DASHBOARD, αλλά χωρίς να χρειαστεί να έχουμε ανοιχτό το κυρίως παράθυρο του iCUE. Συνολικά το iCUE είναι ένα υπερπλήρες λογισμικό ελέγχου που προσθέτει μεγάλη αξία στα περιφερειακά της Corsair. Δοκιμές Όπως είδαμε στον πίνακα των χαρακτηριστικών του, το Corsair K83 Wireless Entertainment Keyboard διαθέτει 20-Key Roll Over, συνεπώς(θεωρητικά) μπορεί να αναγνωρίσει το πάτημα οποιωνδήποτε 20 πλήκτρων ταυτόχρονα. Μόνο θεωρητικά όμως, γιατί στην πράξη τα πράγματα ήταν δυστυχώς διαφορετικά. Δοκιμάσαμε το πληκτρολόγιο με κάθε μορφή ασύρματης και ενσύρματης σύνδεσης που υποστηρίζει, αλλά δεν μπορέσαμε να πετύχουμε την ενεργοποίηση 20 πλήκτρων ταυτόχρονα, πολλώ δε μάλλον οποιωνδήποτε. Παρακάτω παραθέτουμε τα αποτελέσματα που πήραμε πατώντας όλα τα πλήκτρα κάθε μίας από τις 6 σειρές πλήκτρων, ξεκινώντας πρώτα από αριστερά και μετά από δεξιά. Υπενθυμίζουμε ότι το Corsair K83 Wireless Entertainment Keyboard είναι ένα πληκτρολόγιο 77 πλήκτρων και δε διαθέτει κανένα από τα πλήκτρα που απεικονίζονται στο δεξί τμήμα του προγράμματος δοκιμών, εκτός από τα βελάκια. Επίσης δε διαθέτει το δεξί πλήκτρο Win και το Menu από την 6η σειρά. Το πάνω βελάκι δοκιμάστηκε με την 6η σειρά καθώς τα πάνω και κάτω βελάκια είναι πλήκτρα μισού ύψους και καταλαμβάνουν τη θέση ενός πλήκτρου σε εκείνη τη σειρά. Όπως βλέπετε, το Corsair K83 Wireless Entertainment Keyboard δε διαθέτει σε καμία περίπτωση 20-Key Roll Over. Ο έλεγχος για ghosting έδειξε αντίστοιχα θέματα και είχαμε αρκετές περιπτώσεις πλήκτρων που δεν ενεργοποιήθηκαν. Η προσπάθειά μας να γράψουμε τη φράση "THE QUICK BROWN FOX JUMPS OVER THE LAZY DOG" κρατώντας πατημένα και τα 2 πλήκτρα Shift ταυτόχρονα, απέφερε το εξής αποτέλεσμα: H QUCK BROWN FOX JUPS OVR H LAZY DOG Τι σημαίνουν όλα αυτά; Στην απλή πληκτρολόγηση, όχι κάτι ιδιαίτερο. Επιβεβαιώνουν όμως αυτό που προείπαμε, ότι το Corsair K83 Wireless Entertainment Keyboard είναι κατάλληλο μόνο για ελαφρύ gaming και αφήνει την απορία γιατί η Corsair διαφημίζει ότι το πληκτρολόγιο διαθέτει 20-Key Roll Over ενώ αυτό δεν ισχύει. Επίλογος Φτάσαμε λοιπόν σε έναν ακόμη επίλογο που καλείται σε λίγες γραμμές να συνοψίσει τα κύρια χαρακτηριστικά του Corsair K83 Wireless Entertainment Keyboard αλλά και να αξιολογήσει τα θετικά και αρνητικά του σημεία. Τα θετικά του είναι πολλά και ξεκάθαρα καθώς πρόκειται για ένα πολύ βολικό και καλοσχεδιασμένο πληκτρολόγιο για χρήση από τον καναπέ. Η μελέτη που έγινε κατά το σχεδιασμό του είναι εμφανής και οι μηχανικοί της Corsair αξίζουν συγχαρητήρια για το λειτουργικό αλλά και καλαίσθητο τρόπο με τον οποίον ενσωμάτωσαν τόσο πολλά χαρακτηριστικά σε ένα τόσο μικρό πακέτο. Η ποιότητα κατασκευής είναι ανάλογη με τα high end πληκτρολόγια της εταιρίας, με βουρτσισμένο αλουμίνιο και ποιοτικά πλαστικά ως υλικά κατασκευής καθώς και άριστη συναρμογή. Το μέγεθος είναι ιδανικό για να επιτρέπει τη σχετικά άνετη πληκτρολόγηση χωρίς να καταλαμβάνει πολύ χώρο, τα πλήκτρα είναι άνετα στη χρήση, το trackpad άριστα υλοποιημένο και το joystick επαρκές για ελαφρύ gaming. Ο έλεγχος του φωτισμού γίνεται άμεσα από ένα πλήκτρο και η ένταση της φωνής ελέγχεται από ένα άριστα υλοποιημένο roller με ενσωματωμένο πλήκτρο σίγασης. Οι δυνατότητες σύνδεσης καλύπτουν κάθε ανάγκη, καθώς περιλαμβάνουν σύνδεση με καλώδιο, με δέκτη στα 2,4GHz και δύο συνδέσεις μέσω Bluetooth. Η λίστα των υποστηριζόμενων συσκευών είναι εκτενής, αλλά δυστυχώς δεν περιλαμβάνει το Playstation 4 και το X-Box One. Η μπαταρία είναι επαρκής για ολιγοήμερη φυσιολογική χρήση, αλλά όπως είναι φυσικό εξαρτάται πολύ από την επιλεγμένη ένταση του φωτισμού. Τα αρνητικά σημεία που εντοπίσαμε στο Corsair K83 Wireless Entertainment Keyboard οφείλονται ως επί το πλείστον στο τμήμα marketing της εταιρίας, που απλά υπόσχεται πράγματα πέρα από τις δυνατότητες του πληκτρολογίου. Το γιατί συμβαίνει αυτό όταν τα χαρακτηριστικά του πληκτρολογίου είναι ήδη πολύ καλά, δημιουργεί εύλογες απορίες. Έτσι ο χρόνος ταχείας φόρτισης, όταν ικανοποιούνται όλες οι συνθήκες για αυτήν (δείτε το σχετικό τμήμα του review), διαφημίζεται στις 2 ώρες, ενώ στην πραγματικότητα διαρκεί σχεδόν 3. Το δε 20-Key Roll Over, που υπόσχονται οι προδιαγραφές, απλά δεν ισχύει. Το κόστος του Corsair K83 Wireless Entertainment Keyboard στα Ελληνικά καταστήματα ξεκινάει από τα €123,30, συμπεριλαμβανομένου του ΦΠΑ. Η τιμή είναι λογική, δεδομένης της ποιότητας του πληκτρολογίου και της πληθώρας των χαρακτηριστικών που ενσωματώνει. Ας συνοψίσουμε λοιπόν τα πλεονεκτήματα και τα μειονεκτήματα του Corsair K83 Wireless Entertainment Keyboard : Ο καλός - Εξαιρετική ποιότητα κατασκευής, υλικών και φινίρισμα - Έξυπνος και καλαίσθητος σχεδιασμός - Ισορροπία μεταξύ μεγέθους και χρηστικότητας - Πολύ καλό trackpad - Ενσωματωμένο joystick - Φωτισμός πλήκτρων - Πολλές επιλογές συνδεσιμότητας - Επαρκής μπαταρία - Πολύ καλό λογισμικό ελέγχου iCUE - Multimedia Keys - Ρόδα ελέγχου έντασης ήχου με ενσωματωμένο πλήκτρο σίγασης Ο Κακός - Ο χρόνος ταχείας φόρτισης φτάνει σχεδόν τις 3 ώρες αντί των 2 που υπόσχονται οι προδιαγραφές - Το 20-Key Roll Over των προδιαγραφών δεν ισχύει - Το πάνω και το κάτω βελάκι είναι πλήκτρα μισού ύψους Ο Αδιάφορος - Η τιμή είναι υψηλή για ένα πληκτρολόγιο αλλά λογική αν υπολογίσουμε όλα τα χαρακτηριστικά και τις δυνατότητές του - Θα προτιμούσαμε θύρα USB Type C αντί για Micro-USB - Θα ήταν θετικό αν υποστηρίζονταν πρωτόκολλα ταχείας φόρτισης όπως QC2.0, QC3.0 κλπ Με βάση τα παραπάνω, η συνολική βαθμολογία του Corsair K83 Wireless Entertainment Keyboard είναι:  theLAB.gr Ευχαριστούμε θερμά την Corsair για την παραχώρηση του δείγματος της δοκιμής. Πολύμερος Αχανιώτης 16/9/2019
  9. H Corsair ανακοίνωσε τη διαθεσιμότητα των νέων Vengeance LPX DDR4 kit (2x8GB) μνήμης, ανεβάζοντας τον πήχη της ταχύτητας των εμπορικά διαθέσιμων kit μνήμης στα 4.866 MHz! Τα νέα kit μνήμης της Corsair μπορούν να φτάσουν τις μέγιστες αναγραφόμενες ταχύτητες με συστήματα Ryzen 3ης γενιάς. Η Corsair, συνεχίζοντας να επεκτείνει τα όρια στις τεχνολογίες μνήμης, συνεργάστηκε με την AMD προκειμένου να επιτευχθεί ο στόχος της εμπορικής διάθεσης ενός kit μνήμης RAM με ταχύτητα κοντά στα 5 GHz. Μάλιστα, αυτή η ταχύτητα έχει δοκιμαστεί και επιτυγχάνεται με τις αυτόματες επιλογές OC των μητρικών X570, όπως οι ΑSUS ROG Crosshair VIII Formula, MSI MEG X570 GODLIKE και MSI PRESTIGE X570 CREATIOΝ. Για όσους ενδιαφέρονται για την εμφάνιση του εσωτερικού του συστήματός τους, η Corsair δεν αφήνει κανέναν παραπονεμένο, καθώς υπάρχουν εκδόσεις VENGEANCE RGB PRO DDR4 με συχνότητες μέχρι 4.700 MHz. Ως γνωστόν, κάθε VENGEANCE RGB PRO module διαθέτει δέκα RGB LEDs που το καθένα μπορεί να προγραμματιστεί ανεξάρτητα μέσα από το λογισμικό CORSAIR iCUE, τόσο ως προς το χρώμα, όσο και ως προς τα εφέ.
  10. Εισαγωγή Τα πρωτόκολλα επικοινωνίας των συσκευών αποθήκευσης εδώ και πολλά χρόνια σηματοδοτούν και καθορίζουν τις μεγάλες εξελίξεις στις ταχύτητες διαμεταγωγής δεδομένων. Και ενώ οι συσκευές αποθήκευσης συνηθιζόταν να κυνηγάνε να φτάσουν την ταχύτητα του εκάστοτε πρωτοκόλλου της εποχής, οι SSD έχουν εξελιχθεί τόσο γρήγορα ώστε πολλές φορές να αποτελεί ο δίαυλος επικοινωνίας τους με το σύστημα, τον πιο αργό κρίκο της αλυσίδας μεταφοράς των δεδομένων. Έτσι λοιπόν, κάποιοι NVMe PCIe 3.0 4X SSDs έχουν φτάσει στα όρια της ταχύτητας που μπορούν να προσφέρουν τα 4 lanes του PCIe 3.0 και το επόμενο λογικό βήμα είναι ή περισσότερα lanes (που εκμεταλλεύονται κάποιες ακριβές enterprise υλοποιήσεις), ή, για την consumer αγορά, η εκμετάλλευση των ταχύτερων lanes που προσφέρει το PCIe 4.0. To PCIe 4.0 είναι πλέον γεγονός, αν και προς το παρόν είναι διαθέσιμο μόνο στις καινούριες μητρικές για AMD Ryzen 3ης γενιάς. Και ενώ η Intel πετάει χαρούμενη χαρταετό, ισχυριζόμενη ότι δεν υπάρχει ακόμα λόγος για την ενσωμάτωση του PCIe 4.0 στα συστήματά της, εφ' όσον οι υπάρχουσες κάρτες γραφικών δε θα μπορούσαν να εκμεταλλευτούν τις αυξημένες του ταχύτητες, οι κατασκευαστές SSD έσπευσαν να της αποδείξουν ότι σαφώς και υπάρχει λόγος. Συγκεκριμένα, οι νέοι NVMe PCIe 4.0 SSDs που, εκμεταλλευόμενοι τη διπλάσια ταχύτητα επικοινωνίας έναντι του PCIe 3.0, ξεπερνούν το bottleneck που έως τώρα έθετε τα όρια στις επιδόσεις των SSD. Η πρώτη υλοποίηση της Corsair που υποστηρίζει PCIe 4.0 είναι ο Corsair Force Series Gen.4 PCIe MP600, που διατίθεται από την εταιρεία σε χωρητικότητες του 1 και των 2 TB. Σήμερα στον πάγκο μας βρίσκεται το μοντέλο των 2TB και το περιμένουν φουρτούνες αντάξιες ενός κουρσάρου! Από τη Συσκευασία Μέχρι το Πυρίτιο - Τι ακριβώς αγοράζουμε Αλλά ας πάρουμε τα πράγματα από την αρχή. Ο Corsair Force Series Gen.4 PCIe MP600 2TB έρχεται σε ένα απλό λευκό κουτί. Ένα μαύρο αυτοκόλλητο καλύπτει σχεδόν ολόκληρη την εμπρός όψη και περιέχει τη φωτογραφία και το μοντέλο του drive, καθώς και πληροφορίες για τις επιδόσεις τους, που ενώ δεν πιέζουν τα όρια του PCIe 4.0, είναι σαφώς έξω από τις δυνατότητες του PCIe 3.0. To πίσω μέρος είναι σαφώς πιο αδιάφορο και έχει μόνο ένα μικρό αυτοκόλλητο με barcodes και αριθμούς. Η χρήσιμη πληροφορία εδώ είναι ότι η χώρα κατασκευής είναι η Taiwan. Μέσα στο απλό χαρτόνι, υπάρχει ένα κομμάτι μαύρο αφρολέξ. Οι εγκοπές για τα δάχτυλα μας βοηθάνε αρκετά στο να το βγάλουμε από το κουτί και να αντικρίσουμε φωλιασμένο μέσα του τον Corsair Force Series Gen.4 PCIe MP600 2TB. Φυλλάδια και παρελκόμενα κάθε είδους λάμπουν δια της απουσίας τους, αλλά δε θεωρούμε ότι η ύπαρξή τους θα είχε κάποια ουσία. Αυτό που κάνει αισθητή την παρουσία του και μάλιστα έντονα, είναι η εγκατεστημένη ψύκτρα. Η ψύκτρα είναι απλή, μαύρου χρώματος και από αλουμίνιο. Είναι προφανές ότι είναι η ίδια και για τις δύο διαφορετικές χωρητικότητες που διατίθενται, καθώς στο επάνω μέρος του αναφέρεται μεν η εταιρεία και το μοντέλο, όχι όμως η χωρητικότητα. Στο κάτω μέρος, ένα αυτοκόλλητο παρέχει πληροφορίες για τις πιστοποιήσεις και τις λοιπές λεπτομέρειες, ενώ κάτω δεξιά αναφέρει και τη χωρητικότητα του drive, ως 2000MB, κάτι που δεν είναι ακριβώς το ίδιο με το 2TB που γράφει η συσκευασία καθώς το 1TB ισούται κανονικά με 1024MB. Το μαύρο PCB δένει αρμονικά με την ψύκτρα και το σύνολο, με το αυτοκόλλητο κρυμμένο κάτω από το drive, θα αποτελέσει μια καλαίσθητη πινελιά σε οποιοδήποτε μοντέρνο σύστημα. Αυτά λοιπόν για το drive, καθώς η ψύκτρα δε μας αφήνει να δούμε τα επί μέρους εξαρτήματά του και δε θα θέλαμε να χάσουμε την εγγύηση παραβιάζοντάς την... Δεν πιστεύω να το πιστέψατε, έτσι; Εννοείτε ότι θα πάμε παραμέσα. Εξ' άλλου η ψύκτρα συγκρατείται στο drive με 4 clips, 2 από κάθε πλευρά και η ίδια η Corsair δε φαίνεται να ενοχλείται από την προοπτική της αφαίρεσής της, καθώς δεν έχει χρησιμοποιήσει κάποιο αυτοκόλλητο ασφαλείας που θα ακύρωνε την εγγύηση. Μπορεί εξ άλλου κάποιος να θέλει να χρησιμοποιήσει το drive με την ενσωματωμένη ψύκτρα που διαθέτουν πολλές μητρικές, όπως και μία από τις 2 μητρικές όπου θα δοκιμαστεί ο Corsair Force Series Gen.4 PCIe MP600 2TB. Βέβαια, εμείς επιλέξαμε να δοκιμάσουμε το drive με τη δική του ψύκτρα, αλλά αυτά θα τα δούμε παρακάτω. Προς το παρόν, ανοίγουμε προσεκτικά τα 4 clips και η ψύκτρα χωρίζεται στα 2. Το πάνω μέρος, που αποτελείται από αλουμίνιο και αναλαμβάνει την ψύξη του ελεγκτή καλύπτεται από μια θερμοαγώγιμη ταινία η οποία εξασφαλίζει τη μεταφορά θερμότητας από το drive στην ψύκτρα. Και ιδού τα αποκαλυπτήρια του drive. Τα βασικά του στοιχεία, τα οποία μας ενδιαφέρουν, είναι ήδη ξεκάθαρα φανερά. Η επάνω, ψυχόμενη πλευρά, περιλαμβάνει τον ελεγκτή, 2 NAND chips και 1 chip μνήμης cache. Η κάτω, μη ψυχόμενη πλευρά, περιλαμβάνει άλλα 2 NAND chips και άλλο 1 chip μνήμης cache. Ο ελεγκτής είναι ο Phison PS5016-E16 του οποίου το interface είναι, σύμφωνα με τη Phison, το PCIe Gen4x4 NVMe, οι υποστηριζόμενες χωρητικότητες από 512 GB έως 2TB και οι ταχύτητες φτάνουν τα Sequential Read/Write (up to): 5,000/4,400 MB/s και Random Read/Write (up to): 750,000/700,000 IOPS. Το Datasheet μας λέει ότι η μέγιστη θερμοκρασία λειτουργίας είναι οι 70°C και ότι υποστηρίζονται End-to-End Data Protection, Pyrite/OPAL και Thermal Monitoring. Η πιο σημαντική πληροφορία όμως είναι ότι ο ελεγκτής υποστηρίζει TLC και QLC NAND. Το τι ακριβώς είναι αυτοί οι τύποι NAND θα το δούμε εν συντομία παρακάτω, στην ανάλυση σε βάθος. Προς το παρόν αρκεί να αναφέρουμε ότι δεν είναι η ταχύτερη διαθέσιμη κατηγορία NAND (που είναι η MLC) και έχω ενδοιασμούς για το αν οι TLC και QLC NAND θα διαθέτουν την απαραίτητη ταχύτητα. Για να δούμε λοιπόν τη NAND που χρησιμοποιεί ο Corsair Force Series Gen.4 PCIe MP600 2TB. Πρόκειται για τα chip της Toshiba, με κωδικό TABHG65AWV, τα οποία είναι BiCS4 3D TLC NAND με 96 επίπεδα. TLC λοιπόν, η καλύτερη από τις 2 επιλογές που υποστηρίζει ο ελεγκτής. Η χωρητικότητα του κάθε ενός από τα συγκεκριμένα NAND chips είναι 4096 Gb, ή αλλιώς 512GB. Εφ' όσον o Corsair Force Series Gen.4 PCIe MP600 2TB διαθέτει 4 τέτοια chips, η συνολική του χωρητικότητα φτάνει τα 2TB. H cache του drive παρέχεται από τα 2 DRAM chips της SKhynix, ένα σε κάθε πλευρά του PCB του drive. Τα DRAM chips που χρησιμοποιήθηκαν είναι τα SKhynix H5AN8G8NNAFR-UH τα οποία είναι χωρητικότητας 8Gb, δηλαδή 1GB έκαστο, προσφέροντας συνολικά 2GB cache στον ελεγκτή. Το ότι η cache αποτελεί το 1/1000 της χωρητικότητας του drive δεν είναι καθόλου τυχαίο, καθώς αποτελεί χαρακτηριστικό του συγκεκριμένου ελεγκτή. Tα συγκεκριμένα DRAM chips είναι DDR4 με συχνότητα λειτουργίας τα 2400MHz και Cas Latency 17. Τεχνικά Χαρακτηριστικά Τα τεχνικά χαρακτηριστικά του Corsair Force Series Gen.4 PCIe MP600 2TB, ακριβώς όπως αναφέρονται στην ιστοσελίδα της Corsair, φαίνονται στον παρακάτω πίνακα. Οι ταχύτητες που υπόσχεται η Corsair είναι εντός των προδιαγραφών του ελεγκτή και η διάρκεια ζωής του Corsair Force Series Gen.4 PCIe MP600 2TB ορίζεται στα 3600TB εγγραφών. Δηλαδή πρέπει κανείς να γράφει στο drive περίπου ολόκληρη τη χωρητικότητά του για 5 χρόνια για να φτάσει αυτόν τον όγκο εγγραφών. Αυτό που δεν αναφέρεται στον πίνακα είναι η διάρκεια της εγγύησης, η οποία είναι 5 χρόνια και η προτεινόμενη τιμή λιανικής η οποία είναι στα 489,99 ευρώ. Συνοδευτικό Λογισμικό Το λογισμικό που συνοδεύει τους SSDs της Corsair, ονομάζεται Corsair SSD Toolbox. Σε αντίθεση με την εξαιρετική δουλειά πού έχει κάνει η Corsair με το iCue, το Corsair SSD Toolbox έχει μείνει χωρίς ουσιαστική εξέλιξη εδώ και αρκετά χρόνια, κάτι που είναι άμεσα εμφανές από το ξεπερασμένο αισθητικά interface του. Εν τούτοις, είναι εύκολο στη χρήση, απλό στη λειτουργία και παρέχει ουσιαστικά όλες τις απαραίτητες λειτουργίες. Η πλοήγηση γίνεται από το κάθετο μενού στα αριστερά και περιλαμβάνει 6 καρτέλες. Στην πρώτη, που ονομάζεται Drive Information (πληροφορίες για το drive), βλέπουμε τα βασικά στοιχεία του κάθε συνδεδεμένου drive και, εφ' όσον αυτό υποστηρίζεται από το πρόγραμμα, μπορούμε να κάνουμε και Firmware Update. Ο έλεγχος του firmware είναι άμεσος και online, απλοποιώντας τη διαδικασία και ελαχιστοποιώντας πιθανά λάθη του χρήστη. Το drive που παραλάβαμε χρειάστηκε άμεσα ενημέρωση του firmware στην έκδοση EGFM11.1, η οποία έγινε πριν τρέξουμε τα benchmarks. Η δεύτερη καρτέλα που ονομάζεται Overprovision αφορά το manual Over Provisioning, κάτι που δεν υποστηρίζεται από τον Corsair Force Series Gen.4 PCIe MP600 2TB. Η τρίτη καρτέλα, S.M.A.R.T. Status (κατάσταση του S.M.A.R.T.) μας δίνει πληροφορίες για την κατάσταση του drive, όπως την υγεία του και το σύνολο των αναγνώσεων και εγγραφών που έχει συνολικά πραγματοποιήσει. Σε αυτήν την καρτέλα θα προτιμούσαμε σαφώς μια πιο εύληπτη παρουσίαση για τον μη ειδικό χρήστη και όχι μια ξερή παρουσίαση των περιεχομένων του S.M.A.R.T. table. Η τέταρτη καρτέλα λέγεται Disk Clone (κλωνοποίηση δίσκου) και περιέχει ένα απλό αλλά βολικό Disk Cloning εργαλείο. Η πέμπτη καρτέλα που ονομάζεται Optimize (βελτιστοποίηση), περιέχει την εντολή ενεργοποίησης του TRIM, κάτι που στον Corsair Force Series Gen.4 PCIe MP600 2TB ελέγχεται από τα Windows και δεν μπορεί να ενεργοποιηθεί κατά βούληση από το χρήστη. Η έκτη και τελευταία καρτέλα με το όνομα Secure Wipe (ασφαλής καθαρισμός) περιέχει ένα εργαλείο ασφαλούς διαγραφής των περιεχομένων του drive, με τρόπο ώστε η επαναφορά τους να είναι αδύνατη. Τα 3 εικονίδια πάνω αριστερά, κάτω από το σήμα της Corsair, αφορούν τη λειτουργία βοήθειας, που εξηγεί κάποιες λειτουργίες του προγράμματος, τις πληροφορίες της έκδοσης του προγράμματος και την ανανέωση της λίστας των drives. Η πρώτη και τελευταία λειτουργία είναι αυτονόητες και δεν έχουμε να σχολιάσουμε κάτι σχετικά, αλλά η δεύτερη αποκάλυψε κάτι ενδιαφέρον. Συγκεκριμένα, ενώ πιο πρόσφατη έκδοση του Corsair SSD Toolbox στην ιστοσελίδα της εταιρίας είναι η 1.2.5.5, η λειτουργία check for updates που είναι κρυμμένη σε αυτή την καρτέλα, κατέβασε και εγκατέστησε την έκδοση 1.2.5.7. Η αναβάθμιση αυτή δεν έδωσε κάποιο ορατό αποτέλεσμα εκτός ότι τα εικονίδια απέκτησαν ένα κακαίσθητο λευκό φόντο που δεν υπήρχε στην προηγούμενη έκδοση. Συνολικά, το Corsair SSD Toolbox κάνει τα βασικά που χρειάζεται, αλλά θα θέλαμε να δούμε μια ανανεωμένη έκδοση, με μοντέρνο interface και μεγαλύτερη φιλικότητα προς το χρήστη. Σύστημα Δοκιμών και Μεθοδολογία Για το συγκεκριμένο review χρησιμοποιήθηκαν 2 συστήματα δοκιμών. Το ένα είναι το γνωστό μας benchtable που είναι στημένο πάνω στην Asrock Z97X Killer. Ο επεξεργαστής είναι ο Intel G3258 Anniversary Edition που παρέμεινε δροσερός χάρη στην Corsair Hydro Series H100i GTX. Η μνήμη είναι στα 8GB που υπερκαλύπτουν τις απαιτήσεις μας στα συγκεκριμένα τεστ, το τροφοδοτικό είναι το Cooler Master V650 και το σύστημα είναι στημένο στο Cooler Master Test Bench V1.0. Καθώς η M.2 υποδοχή της Asrock Z97X Killer υποστηρίζει μόνο PCIe 3.0 2X και όχι 4X, χρησιμοποιήθηκε ένας μετατροπέας PCIe 4X σε M.2. Ευχαριστούμε θερμά την Asrock, την Cooler Master και την Corsair για τα εξαρτήματα που μας παρείχαν για την κατασκευή του συστήματος δοκιμών! Παρακάτω βλέπετε τις πλήρεις προδιαγραφές του συστήματος δοκιμών. Καθώς όμως ο Corsair Force Series Gen.4 PCIe MP600 2TB υποστηρίζει, όπως μαρτυράει το όνομά του, PCIe 4.0 και μάλιστα το χρειάζεται για να αποδώσει τα μέγιστα των επιδόσεών του, οι οποίες ξεπερνούν τις δυνατότητες του πρωτοκόλλου PCIe 3.0, οι δοκιμές έγιναν και σε ένα ολοκαίνουργιο σύστημα με επεξεργαστή AMD Ryzen 3900X και μητρική την Gigabyte X570 AORUS PRO. Το σύστημα αυτό υποστηρίζει το πρωτόκολλο επικοινωνίας PCIe 4.0 και επιτρέπει στον Corsair Force Series Gen.4 PCIe MP600 2TB να δείξει τις πλήρεις δυνατότητές του. Ευχαριστώ θερμά τον φίλο και συνεργάτη David Popeck που μας διέθεσε το σύστημά του για τις δοκιμές. Παρακάτω βλέπετε τις πλήρεις προδιαγραφές του συστήματος δοκιμών με πρωτόκολλο επικοινωνίας PCIe 4.0. Το λειτουργικό σύστημα πάνω στο οποίο γίνονται οι δοκιμές είναι τα Windows 10 Pro 64bit. Οι δοκιμές στις οποίες θα υποβάλουμε τον Corsair Force Series Gen.4 PCIe MP600 2TB χωρίζονται σε 3 κατηγορίες: Συνθετικά Benchmarks Χρήση των Program Traces του PCMark 8 για να δούμε τη συμπεριφορά του drive σε καθημερινή χρήση. Ανάλυση σε βάθος Οι μετρήσεις θα γίνουν και στα 2 παραπάνω συστήματα για να δούμε τις επιδόσεις του drive τόσο σε PCIe 4.0 όσο και σε PCIe 3.0 και θα συγκριθούν με τον Corsair Force Series MP510 960GB και τον Samsung 970 EVO 250GB. Δυστυχώς δεν είχαμε διαθέσιμο κάποιον Samsung 970 EVO αντίστοιχης χωρητικότητας και καθώς οι επιδόσεις των εγγραφών επηρεάζονται ιδιαιτέρως από το πλήθος των πακέτων NAND και ο Samsung 970 EVO 250GB διαθέτει 2 πακέτα NAND έναντι των 4 των άλλων 2 SSD, αυτό θα ληφθεί υπ' όψιν στη διεξαγωγή των συμπερασμάτων. Μείνετε συντονισμένοι. Μετά τις δοκιμές ακολουθεί σχολιασμός, βαθμολογία και συμπεράσματα. Benchmarks Ξεκινάμε με το ATTO. To ATTO είναι το μακράν πιο γενναιόδωρο benchmark όσον αφορά τα θετικά αποτελέσματα ταχύτητας και γι αυτό οι περισσότερες εταιρείες το χρησιμοποιούν για να δηλώσουν τις μέγιστες επιδόσεις σειριακής ανάγνωσης και εγγραφής των drives τους. Ο Corsair Force Series Gen.4 PCIe MP600 2TB έχει πολύ καλές επιδόσεις που στις εγγραφές σχεδόν αγγίζουν τις υποσχόμενες από την εταιρία, ενώ στις αναγνώσεις είναι ελαφρώς χαμηλότερες από τις διαφημιζόμενες. Όλα αυτά βέβαια με τη χρήση του PCIe 4.0, ενώ στη μέτρηση με PCIe 3.0 το drive περιορίζεται από τις δυνατότητες του PCIe 3.0 αλλά και πάλι ξεπερνάει τις επιδόσεις του Corsair Force Series MP510 960GB και του Samsung 970 EVO 250GB. Λαμβάνουμε υπ' όψιν ότι ο EVO διαθέτει 2 πακέτα NAND (όπως εξηγήσαμε στη μεθοδολογία) και έτσι είναι εύλογο και αναμενόμενο ο EVO να έχει περίπου τις μισές επιδόσεις στις σειριακές εγγραφές. Αντίστοιχα είναι και τα αποτελέσματα του CrystalDiskMark 6.0.2 όπου και πάλι ο Corsair Force Series Gen.4 PCIe MP600 2TB δε φτάνει ακριβώς την ταχύτητα εγγραφής των 4950MB/s που υπόσχεται η Corsair αλλά από την άλλη ξεπερνάει τη διαφημιζόμενη ταχύτητα εγγραφών των 4250MB/s, έστω και κατά λίγο. Περισσότερο όμως αξιοσημείωτη είναι η σημαντική αύξηση στις δοκιμές των 4Κ με τη χρήση του drive σε PCIe 4.0. Η αύξηση είναι σημαντική όταν δεν έχουμε queue (ουρά εντολών) (Q1) ή παράλληλα threads (παράλληλη επεξεργασία εντολών) (T1) αλλά απογειώνεται όταν αυξάνει το queue και πραγματικά εκτοξεύεται όταν αυξάνουμε και τα threads! Τα αποτελέσματα του AS SSD Benchmark λένε την ίδια ιστορία. Το Anvil's Storage Utilities benchmark επιβεβαιώνει τα παραπάνω αποτελέσματα, δίνοντας την απόλυτη κυριαρχία και με διαφορά στον Corsair Force Series Gen.4 PCIe MP600 2TB με PCIe 4.0, με δεύτερο το ίδιο drive με PCIe 3.0, όπου κινείται στα όρια ταχύτητας που του επιτρέπει το PCIe 3.0. Τα υπόλοιπα drives, απλά ακολουθούν. Αν δούμε λίγο πιο αναλυτικά τα αποτελέσματα, θα παρατηρήσουμε ότι η υπεροχή του Corsair Force Series Gen.4 PCIe MP600 2TB σε PCIe 4.0 είναι, αναμενόμενα πλέον, σαρωτική όπου υπάρχει χρήση QD, κάτι που εξηγεί και το αποτέλεσμα. Τα AIDA64 Average Read και Write Access δείχνουν ότι ο Corsair Force Series Gen.4 PCIe MP600 2TB είναι ένα drive που ανταποκρίνεται πολύ γρήγορα στις εντολές που λαμβάνει, ειδικά σε PCIe 4.0 και στις εγγραφές. Τα παραπάνω συμπεράσματα φαίνεται να επιβεβαιώνονται και από τα αποτελέσματα του HD Tune Pro Random Read και Write Access. Τα συνολικά αποτελέσματα των benchmarks δείχνουν ότι ο Corsair Force Series Gen.4 PCIe MP600 2TB έχει επιδόσεις που ξεφεύγουν πολύ από αυτές των drives που χρησιμοποιούν PCIe 3.0. Για να δούμε όμως, τι σημαίνει αυτό στην πραγματική χρήση. Program Traces - PCMark 8 Το drive benchmark του PCMark 8 χρησιμοποιεί traces χρήσης πραγματικών προγραμμάτων για να προσομοιώσει τη συμπεριφορά και τις επιδόσεις ενός drive κατά την πραγματική χρήση. Και εκεί που σύμφωνα με τα αποτελέσματα των συνθετικών benchmarks περιμένουμε να δούμε μια σαρωτική επικράτηση του Corsair Force Series Gen.4 PCIe MP600 2TB, το παρακάτω γράφημα γκρεμίζει όλες τις προσδοκίες. Δεν μπορεί, κάτι έγινε εδώ. Ξανατρέχουμε την πολύωρη δοκιμή, καμία διαφορά. Τι συμβαίνει; Πώς μπορεί ένα drive να είναι τόσο πιο γρήγορο σε όλα τα benchmarks και στην πραγματικότητα να μην είναι; Για να το απαντήσουμε αυτό, θα χρειαστεί μια ανάλυση σε μεγαλύτερο βάθος. Ανάλυση σε βάθος Σε αυτό το τμήμα του review, θα χρησιμοποιήσουμε κάποιες πιο εξειδικευμένες δοκιμασίες για να δούμε τη συμπεριφορά του drive με περισσότερη λεπτομέρεια. Συγκεκριμένα θα χρησιμοποιήσουμε το Disk Benchmark του AIDA64. Βλέπουμε ότι η μέση, η μέγιστη και η ελάχιστη ταχύτατα ανάγνωσης του Corsair Force Series Gen.4 PCIe MP600 2TB σε PCIe 4.0 (1ο γράφημα) είναι μεν μεγαλύτερες από τις επιδόσεις του drive σε PCIe 3.0 (2ο γράφημα) και από τα άλλα drives, αλλά παραμένουν χαμηλά σε σχέση με τις δυνατότητες που είδαμε στα συνθετικά benchmarks και μάλιστα σαφώς εντός των δυνατοτήτων του PCIe 3.0. Τι συμβαίνει λοιπόν εδώ; Ουσιαστικά εδώ βλέπουμε την ταχύτητα με την οποία μπορεί να διαβάσει ο ελεγκτής από τη NAND, χωρίς την επιπλέον ταχύτητα που προσδίδει η χρήση της DRAM cache. Αυτή είναι η ταχύτητα με την οποία μπορεί συνεχώς και με συνέπεια να διαβάζει το drive όταν μιλάμε για δεδομένα που δεν είναι στην DRAM cache του των 2GB. Η ταχύτητα αυτή δεν περιορίζεται από τη μέγιστη ταχύτητα του PCIe 3.0, καθώς είναι σαφώς μέσα στις δυνατότητές του και οι διαφορές που βλέπουμε υπέρ του drive σε PCIe 4.0 πιθανότατα σχετίζονται με άλλα optimizations που έχουν γίνει σε αυτό καθώς και τη γενικότερα πολύ νεότερη πλατφόρμα. Η ουσία είναι ότι εδώ φαίνεται πως τα θεαματικά αποτελέσματα των συνθετικών benchmarks ήταν στην ουσία προϊόν της ανάγνωσης δεδομένων τα οποία ήταν ήδη στην DRAM cache του drive. Η DRAM cache, ούσα μακράν ταχύτερη της NAND, είχε τη δυνατότητα να τροφοδοτεί τον ελεγκτή με δεδομένα χωρίς να δημιουργεί bottleneck αλλά η σχετικά αργή TLC NAND που χρησιμοποιεί ο Corsair Force Series Gen.4 PCIe MP600 2TB δε φαίνεται να την έχει και αυτό είναι λογικό. Συνεπώς τώρα φαίνονται λογικά τα αποτελέσματα του PCMark 8. Στην πραγματικότητα, τη μεγάλη του ταχύτητα μπορεί να την δώσει το drive μόνο για αναγνώσεις δεδομένων που βρίσκονται στην DRAM cache και που σε αυτή την περίπτωση περιορίζονται σε μέγεθος από το μέγεθος αυτής, τα 2 GB, το 1/1000 της συνολικής χωρητικότητας του drive. Οι εγγραφές αποκαλύπτουν μια ακόμη πιο ατυχή ιστορία, τη γνωστή πονεμένη ιστορία όλων των SSD που χρησιμοποιούν TLC. Βλέπετε, οι TLC NAND δεν έχουν καλές ταχύτητες εγγραφής. Γι αυτό οι εταιρείες δε διαφημίζουν ποτέ αυτή την ταχύτητα. Αντιθέτως, χρησιμοποιούν ένα μέρος της TLC NAND σε λειτουργία SLC. Όπα φίλε, μισό λεπτό! Τι είναι αυτό το TLC και τι είναι το SLC που μας λες; OK, μικρή ανάλυση λοιπόν, για να είμαστε στην ίδια σελίδα. Να με συγχωρήσουν οι γνώστες και τελειομανείς που θα είναι πολύ εκλαϊκευμένη η εξήγηση και οι μη σχετικοί που θα είναι πολύ "επιστημονική", αλλά πρέπει να συναντηθούμε κάπου στη μέση. Το κάθε κελί μνήμης τύπου NAND, μπορεί να αποθηκεύσει μία ηλεκτρική τάση και να την κρατήσει εκεί. Στην περίπτωση του πρώτου τύπου NAND που χρησιμοποιήθηκε σε SSD, τον τύπο SLC (Single Level Cell) αν υπάρχει ηλεκτρική τάση, αυτό σημαίνει αξία 1 και αν δεν υπάρχει, αξία 0. Αυτό για τον υπολογιστή είναι ένα bit και 8 bits μας κάνουν ένα byte. Στην SLC NAND λοιπόν, κάθε κελί αποθηκεύει 1 bit και ο Controller έχει την πολύ εύκολη δουλειά να ξεχωρίσει ανάμεσα σε τάση και όχι τάση, πράγμα που γίνεται με πολύ μεγάλη ταχύτητα και ακόμη και αν το κελί έχει παλιώσει και φθαρεί. Συνεπώς η SLC NAND είναι πολύ γρήγορη και πολύ ανθεκτική στις εγγραφές που φθείρουν τα κελιά της. Αποθηκεύει όμως 1 μόνο bit ανά κελί. SLC NAND βρίσκαμε μόνο σε Enterprise level SSDs γιατί παρά τα πλεονεκτήματά της, είναι πολύ ακριβή. Και τώρα πλέον, ούτε καν εκεί. H MLC NAND αποθηκεύει 2 bit σε κάθε κελί. Ναι, αλλά εμείς είπαμε ότι το μόνο που αποθηκεύει ένα κελί NAND είναι μια ηλεκτρική τάση. Πώς λοιπόν μια ηλεκτρική τάση μπορεί να αντιστοιχιστεί σε 2 bit, δηλαδή σε ένα οποιονδήποτε διψήφιο συνδυασμό από 0 και 1; Απλό! Οι συνδυασμοί αυτοί κατά το νόμο των πιθανοτήτων είναι 22 δηλαδή 4 και συγκεκριμένα οι 00, 01, 10, και 11. Αν θεωρήσουμε ότι η απουσία ηλεκτρικής τάσης αντιστοιχεί στο 00, θα χρειαστούμε 3 διαφορετικές ηλεκτρικές τάσεις για να αντιστοιχίσουμε στις υπόλοιπες τιμές. Κάπως έτσι λειτουργεί η MLC. Είναι πλέον προφανές ότι η MLC θα λειτουργεί πιο αργά από την SLC, καθώς ο ελεγκτής θα πρέπει να ξεχωρίσει 4 διαφορετικές καταστάσεις του κάθε κελιού, συμπεριλαμβανομένων 3 διαφορετικών ηλεκτρικών τάσεων. Συνεπώς το σύστημα θα λειτουργεί πιο αργά και επιπλέον θα είναι πιο επιρρεπές στη φθορά των κελιών κατά τις εγγραφές και θα έχει μικρότερη διάρκεια ζωής. Η TLC NAND, που χρησιμοποιεί ο Corsair Force Series Gen.4 PCIe MP600 2TB, αλλά και τα άλλα 2 drives με τα οποία τον συγκρίνουμε, αποθηκεύει 3 bit σε κάθε κελί! Αυτό σημαίνει 23 δηλαδή 8 διαφορετικούς συνδυασμούς (000, 001, 010, 100, 011, 110, 101, 111). Κατά αναλογία με πριν, έχουμε εκτός από την απουσία τάσης, 7 διαφορετικές τιμές που κάνει πολύ πιο δύσκολη τη δουλειά του Controller. Εδώ πλέον οι εγγραφές γίνονται πολύ αργές. Η δε φθορά των κελιών που προκαλείται από τους κύκλους εγγραφών είναι ακόμα πιο σημαντική και η ζωή των κελιών πολύ πιο μικρή. Για να το αντιμετωπίσουν αυτό οι εταιρείες και να κάνουν τη χρήση TLC NAND μια βιώσιμη λύση για τους SSD, χρησιμοποιούν κάποια τεχνάσματα που βασίζονται σε πολύπλοκους και ισχυρούς ελεγκτές και εξειδικευμένο firmware. Το πιο βασικό τέχνασμα είναι να χρησιμοποιούν ένα μέρος της ελεύθερης TLC NAND σε λειτουργία SLC, εν είδει cache. Δηλαδή οι εγγραφές πραγματοποιούνται στην SLC cache σε πραγματικό χρόνο και αργότερα, το drive με την ησυχία του περνάει τα δεδομένα στην πολύ πιο αργή TLC NAND. Φυσικά οι εταιρείες δεν το διαφημίζουν αυτό και ο μέσος χρήστης νομίζει ότι αγοράζει drive με ταχύτητες εγγραφής που μπορεί να πετύχει η NAND του drive όταν λειτουργεί ως SLC cache ενώ η αλήθεια είναι πολύ πιο πικρή. Γι αυτό βλέπουμε TLC drives που είναι πολύ πιο οικονομικά από τα MLC να διαφημίζουν υψηλότερες ταχύτητες, αυτές της πολύ γρήγορης SLC cache, η οποία όμως όταν τελειώνει κατά τη διάρκεια μεγαλύτερων εγγραφών, ξαφνικά στέλνει τις επιδόσεις βόλτα και μάλιστα με τα πόδια! Πόση σημασία έχει αυτό στην πράξη; Μεγάλη κουβέντα και οι απόψεις διίστανται. Σε μια απλή χρήση που βασίζεται κυρίως σε αναγνώσεις και λίγες εγγραφές, τα TLC drives τα πάνε μια χαρά. Όταν τα πράγματα ζορίζουν και χρειάζονται μεγαλύτερες και συχνότερες εγγραφές που δε δίνουν χρόνο στην SLC cache των TLC drives να αδειάσει τα δεδομένα της και να είναι έτοιμη για την επόμενη χρήση, ίσως θα ήταν καλύτερη η χρήση ενός SSD με MLC NAND. Τώρα που ξέρουμε λοιπόν, ας πάμε να δούμε πώς συμπεριφέρεται ο Corsair Force Series Gen.4 PCIe MP600 2TB στις εγγραφές. Όπως βλέπουμε στο πρώτο γράφημα που αφορά τον Corsair Force Series Gen.4 PCIe MP600 2TB σε PCIe 4.0, το drive ξεκινάει με ένα μεγάλο burst ταχύτητας που προσεγγίζει τη διαφημιζόμενη ταχύτητα αλλά κρατάει πολύ λίγο, ίσα δηλαδή μέχρι να γεμίσουν τα 2GB της DRAM cache. Μετά, οι επιδόσεις πάνε περίπατο καθώς αρχίζουν οι εγγραφές στην TLC NAND, αν και παραμένουν αξιοπρεπείς, κοντά στα 2400MB/s. Αυτή όπως θα καταλάβατε είναι η ταχύτητα εγγραφής της TLC NAND, όταν αυτή είναι σε λειτουργία SLC cache. Καθώς το drive είναι εντελώς άδειο, έχει τη δυνατότητα να χρησιμοποιήσει ένα πολύ μεγάλο μέρος της TLC NAND του ως SLC cache, που σε σύνδεση PCIe 4.0 φαίνεται ότι είναι κοντά στο 45%. Σε σύνδεση PCIe 3.0 φαίνεται να είναι κάτι παραπάνω από το 35%. Όλα αυτά βέβαια είναι θέμα επιλογών της εταιρίας στο firmware αλλά σε κάθε περίπτωση θα έχουν όλο και λιγότερη σημασία, όσο περισσότερο γεμίζουμε το drive. Όσο πιο γεμάτο είναι τo drive, τόσο λιγότερη περίσσεια NAND θα έχει για να τη χρησιμοποιεί σε μορφή SLC cache και όλο και περισσότερο θα βασίζεται στην πραγματική ταχύτητα της TLC NAND που όπως φαίνεται στα τελευταία μέρη των πρώτων 2 γραφημάτων είναι μόλις στα περίπου 600MB/s σε PCIe 4.0 και 535MB/s σε PCIe 3.0. Είναι μάλιστα αξιοσημείωτο ότι η πραγματική ταχύτητα της TLC NAND που χρησιμοποιήθηκε στον Corsair Force Series MP510 960GB είναι αρκετά μεγαλύτερη, φτάνοντας περίπου τα 1000MB/s. Αυτό βέβαια μπορεί να οφείλεται στο ότι εκεί χρησιμοποιήθηκαν NAND chips των 256GB ενώ στον Corsair Force Series Gen.4 PCIe MP600 2TB έχουμε, όπως είδαμε, NAND chips των 512GB, αλλά σε κάθε περίπτωση η διαφορά είναι εκεί. Είναι πλέον φανερός ο λόγος που ενώ οι επιδόσεις του Corsair Force Series Gen.4 PCIe MP600 2TB στα συνθετικά benchmarks είναι εξαιρετικές, προσεγγίζοντας αυτές που υπόσχεται η συσκευασία, τα αποτελέσματα των traces χρήσης πραγματικών προγραμμάτων του PCMark 8 λένε ότι στην πράξη το drive δεν έχει πλεονέκτημα ταχύτητας έναντι των drives που βασίζονται στο PCIe 3.0. Στην πραγματική χρήση, μόνο όταν κάνουμε εγγραφές θα δούμε διαφορά και αυτό μόνο για ένα μέγιστο 2GB, όση δηλαδή είναι η DRAM cache του drive. Στις αναγνώσεις, διαφορά θα δούμε μόνο αν προκύψει να διαβαστεί κάτι που βρίσκεται στην DRAM cache, δηλαδή σπάνια. Θερμική συμπεριφορά Πριν πάμε στον επίλογο και τα συμπεράσματα, αξίζει μια μικρή κουβέντα για τη θερμική συμπεριφορά του Corsair Force Series Gen.4 PCIe MP600 2TB. Σύμφωνα με τις προδιαγραφές του drive αλλά και του ίδιου του ελεγκτή της Phison, η μέγιστη θερμοκρασία λειτουργίας του Corsair Force Series Gen.4 PCIe MP600 2TB είναι οι 70°C. Εν τούτοις, κατά τη διάρκεια των δοκιμών και εντός ενός κλειστού case με υδρόψυξη και χαμηλή κυκλοφορία αέρα, το drive έφτασε τους 75°C και μάλιστα με θερμοκρασία δωματίου κοντά στους 18°C. Αυτό με οδήγησε να θέλω να δω αν υπήρχε κάποιο thermal throttling ή κάποιο άλλο πρόβλημα, καθώς ήμαστε ήδη εκτός προδιαγραφών. Άνοιξα λοιπόν το πλαϊνό του κουτιού και έβαλα έναν ανεμιστήρα να φυσάει την ψύκτρα του Corsair Force Series Gen.4 PCIe MP600 2TB. Το αποτέλεσμα ήταν η μέγιστη θερμοκρασία να μην περνάει τους 40°C κατά τη διάρκεια των δοκιμών. Πέρα από αυτό, ουσιώδεις, στατιστικά σημαντικές διαφορές, δεν υπήρξαν ούτε και φάνηκε να υπάρχει κάποιο θέμα σταθερότητας. Τα 2 πρώτα από τα παρακάτω γραφήματα πάρθηκαν με το drive σε κλειστό κουτί και χωρίς ροή αέρα πάνω του, οπότε και έφτανε έως και τη θερμοκρασία των 75°C. Τα 2 επόμενα είναι με ανοιχτό πλαϊνό, ροή αέρα και μέγιστη θερμοκρασία 40°C. Παρά το γεγονός ότι δεν παρατηρήθηκαν διαφορές στις 2 καταστάσεις, η άνοδος της θερμοκρασίας άνω των προδιαγραφών του drive και μάλιστα με θερμοκρασία δωματίου τους 18°C, είναι ανησυχητική. Καλό θα είναι όποιοι αποφασίσουν να αποκτήσουν το drive, να φροντίσουν να υπάρχει κάποια ροή αέρα πάνω του, έτσι ώστε αυτό να μένει εντός των προδιαγραφών του και να εξασφαλιστεί η διάρκεια ζωής του. Συμπεράσματα και βαθμολογία - Το δια ταύτα Κάπως έτσι φτάσαμε στην ώρα του απολογισμού και των συμπερασμάτων. Σε αυτούς που πηδάνε από την εισαγωγή στον επίλογο, να πω ότι δεν έχετε καμία ελπίδα. Είναι τόσο πολλά αυτά που έχουμε εξηγήσει για την τεχνολογία και τις ιδιαιτερότητες του Corsair Force Series Gen.4 PCIe MP600 2TB που ο επίλογος σε καμία περίπτωση δε φτάνει για να τα συνοψίσουμε και να τα καταλάβετε. Γυρίστε πίσω λοιπόν και τα ξαναλέμε εδώ σε λίγο. Για όσους διάβασαν κανονικά το review, έχετε ήδη καταλάβει ότι ο Corsair Force Series Gen.4 PCIe MP600 2TB είναι ένα drive με πολύ καλή ποιότητα κατασκευής, ωραία εμφάνιση, μια ωραιότατη ψύκτρα, 5ετή εγγύηση και προδιαγραφές για να γράψει 3600ΤΒ στη διάρκεια της ζωής του, δηλαδή περίπου την πλήρη του χωρητικότητα καθημερινά για 5 χρόνια. Διαθέτει επίσης end-to-end data protection για την εξασφάλιση των δεδομένων σας, pyrite/OPAL AES 256-bit encryption για την κρυπτογράφησή τους και θερμικό έλεγχο για τη μακροζωία του drive. Διαθέτει επίσης τον - απ' ό,τι φαίνεται - μοναδικό σε κυκλοφορία αυτή τη στιγμή ελεγκτή για consumer grade NVMe SSD drive με χρήση PCIe 4.0, καθώς και οι 3 υλοποιήσεις που εντοπίσαμε χρησιμοποιούν τον ίδιο ελεγκτή. Οι υλοποιήσεις είναι φυσικά ο Corsair Force Series Gen.4 PCIe MP600 2TB καθώς και drives της Gigabyte και της Sabrent και ο ελεγκτής είναι ο Phison PS5016-E16 και εκεί έγκειται το πρόβλημα. Ας βάλουμε στην άκρη ότι για να έχει κανείς PCIe 4.0 χρειάζεται, όπως είπαμε και στην εισαγωγή, να διαθέτει πλατφόρμα AMD Ryzen 3ης γενιάς. Το βασικό θέμα είναι ότι ο εν λόγω ελεγκτής υποστηρίζει NAND TLC και QLC μόνο, όχι MLC. Εκεί οφείλεται ουσιαστικά και το πρόβλημα που είδαμε με τις επιδόσεις στην πραγματική χρήση. Κατά τη διάρκεια των συνθετικών benchmarks, οι δοκιμές γίνονται ουσιαστικά ανάμεσα στον ελεγκτή και την DRAM cache, η οποία, και πάλι κατά τις προσταγές του ελεγκτή, είναι 2GB (το 1/1000 της χωρητικότητας του drive) και συνεπώς υπερ-αρκετή για να γίνονται όλες οι συνθετικές δοκιμές χωρίς να δοκιμάζεται ουσιαστικά η ταχύτητα της NAND. Όταν όμως πάμε σε αναγνώσεις πραγματικών δεδομένων, που φυσικά δε θα βρίσκονται στη DRAM cache, και σε εγγραφές δεδομένων άνω των 2GB, τότε βλέπουμε ότι η ταχύτητα πέφτει σε επίπεδα αντίστοιχα με του Corsair Force Series MP510 960GB, ενός πολύ καλού drive που όμως ανήκει σε άλλη κατηγορία καθώς βασίζεται σε PCIe 3.0 και κοστίζει πολύ λιγότερο. Εκεί λοιπόν είναι και η Αχίλλειος πτέρνα του Corsair Force Series Gen.4 PCIe MP600 2TB. Είναι αλήθεια ότι η βαθμολογία του συγκεκριμένου drive με προβλημάτισε καθώς θέλει μελέτη και θα ήταν εύκολο να ξεφύγει προς τη μία ή την άλλη κατεύθυνση. Όσον αφορά Features και Quality, το drive είναι εξαιρετικό και βαθμολογήθηκε ανάλογα. Κανένα πρόβλημα. Τι να πει όμως κανείς για τις επιδόσεις; Στα benchmarks η αρκετή DRAM cache που διαθέτει παράλληλα με τον γρήγορο ελεγκτή και το PCIe 4.0 το κάνουν να ξεχωρίζει αλλά στην πραγματική χρήση η αναντίστοιχα αργή TLC NAND προσγειώνει τις επιδόσεις στα επίπεδα του Corsair Force Series MP510 960GB. Καλές επιδόσεις δηλαδή για ένα PCIe 3.0 drive αλλά όχι αυτές που περιμένουμε από ένα drive που εκμεταλλεύεται το PCIe 4.0. Βέβαια δεν μπορούμε να κατηγορήσουμε την Corsair γι αυτό καθώς πρόκειται για περιορισμό του ελεγκτή, ο οποίος έτσι κι αλλιώς είναι ο μοναδικός διαθέσιμος στην consumer αγορά που υποστηρίζει PCIe 4.0 και σε αυτόν βασίζονται όλες οι αντίστοιχες υλοποιήσεις, δηλαδή οι 3 που αναφέραμε παραπάνω. Η Corsair και η οποιαδήποτε εταιρία δεν μπορεί παρά μόνο να επιλέξει αν θα βγάλει ή δε θα βγάλει PCIe 4.0 NVME SSD αυτή τη στιγμή. Αυτές είναι οι δυνατότητες. Λαμβάνοντας υπ' όψιν όλα τα παραπάνω, η βαθμολογία των επιδόσεων ήταν 7.5. Το κομμάτι της βαθμολογίας όμως που σκοτώνει τα συγκεκριμένα drives, και φυσικά μαζί τους και τον Corsair Force Series Gen.4 PCIe MP600 2TB είναι το value for money. Με ελάχιστα πραγματικά πλεονεκτήματα από αντίστοιχα drives PCIe 3.0 και αρκετά υψηλότερη τιμή, το VFM έπεσε στο 2 και παρέσυρε τη συνολική βαθμολογία. Συγκεκριμένα, για τον Corsair Force Series Gen.4 PCIe MP600 2TB, η προτεινόμενη τιμή λιανικής από την Corsair είναι τα 489,99 ευρώ ενώ στα Ελληνικά καταστήματα εντοπίστηκε με τιμές που ξεκινάνε από τα 458 ευρώ, χωρίς το κόστος των μεταφορικών. Ενδεικτικά, ο Corsair Force Series MP510 1.9TB ξεκινάει από τα περίπου 280 ευρώ, συνεπώς είναι κατανοητή η χαμηλή βαθμολογία του VFM. Ας συνοψίσουμε τα πλεονεκτήματα και τα μειονεκτήματα του Corsair Force Series Gen.4 PCIe MP600 2TB: Πλεονεκτήματα + 5ετής εγγύηση + 3600TBW + PCIe 4.0 + Ποιότητα κατασκευής + End-to-end data protection + Pyrite/OPAL AES 256-bit encryption + Μαύρο PCB και ωραία ψύκτρα Μειονεκτήματα - Η αναγκαστική χρήση TLC NAND περιορίζει την πραγματική ταχύτητα του drive σε επίπεδα PCIe 3.0 - Τιμή - Το συνοδευτικό λογισμικό χρειάζεται ανανέωση Με βάση τα παραπάνω, η συνολική βαθμολογία του Corsair Force Series Gen.4 PCIe MP600 2TB είναι:  theLAB.gr Ευχαριστούμε θερμά την Corsair για την παραχώρηση του δείγματος της δοκιμής. Πολύμερος Αχανιώτης 23/08/2019
  11. Πριν μερικές εβδομάδες παρουσιάστηκε από την Corsair ένα νέο ενσύρματο gaming headset με αρκετά επιθετική τιμή, το HS35 Stereo. Με ονομαστική τιμή που ανέρχεται στα 44.99 € και διαθέσιμο σε 4 διαφορετικά χρώματα, είναι εμφανέστατο ότι στοχεύει τόσο σε όσους δεν είναι διατεθειμένοι να ξοδέψουν πολλά χρήματα για το headset τους, όσο και στους gamers μικρότερης ηλικίας που επιθυμούν να σετάρουν το headset τους με τα χαρακτηριστικά χρώματα της αγαπημένης τους κονσόλας. Ας μην μακρηγορούμε όμως, και ας περάσουμε στη σημερινή παρουσίαση, αφού πρώτα δούμε το επίσημο βίντεο της Corsair για το HS35. Συσκευασία - Παρελκόμενα H συσκευασία του HS35 είναι η τυπική κιτρινόμαυρη που έχουμε πλέον συνηθίσει να βλέπουμε για όλα τα gaming προϊόντα της Corsair. Στη μπροστινή πλευρά, εκτός από μία ευμεγέθη φωτογραφία του headset, βλέπουμε πάνω δεξιά πως είναι συμβατό με οποιαδήποτε gaming πλατφόρμα, ενώ κάτω δεξιά υπάρχει το λογότυπο του Discord για την σχετική πιστοποίηση συμβατότητας. Η πίσω πλευρά της συσκευασίας φιλοξενεί τα τεχνικά χαρακτηριστικά του HS35 σε 8 συνολικά γλώσσες (με την ελληνική να λάμπει δια της απουσίας της) Ανοίγοντας τη συσκευασία, εκτός από το headset βρίσκουμε και τα ομολογουμένως λιγοστά παρελκόμενά του. Αυτά είναι ένα μικρόφωνο με 3.5mm jack, στην ίδια λογική με αυτό που είχαμε δει και στο review του HS70, ένα καλώδιο - αντάπτορας από 4πολικό jack 3.5mm σε 3πολικά jack των 3.5mm και τα διάφορα συνοδευτικά έγγραφα. Δυστυχώς (και κακώς κατά την άποψη του γράφοντος) ο αντάπτορας συμπεριλαμβάνεται μόνο στη μαύρη (carbon) έκδοση των HS35 η οποία απευθύνεται στους PC gamers και όχι στις χρωματιστές. Αν παρ' όλα αυτά επιλέξετε κάποιο από τα χρωματιστά και επιθυμείτε να τα χρησιμοποιείτε και σε PC με 3πολικά jack, είναι αρκετά εύκολο να βρείτε αντάπτορα με κόστος μερικά ευρώ. Τεχνικά Χαρακτηριστικά Τα τεχνικά χαρακτηριστικά των HS35 παρατίθενται αναλυτικά στον πίνακα που ακολουθεί: Headphone Frequency Response 20Hz - 20 kHz Headphone Sensitivity 113dB (+/-3dB) Impedance 32 Ohms @ 1 kHz Headphone Drivers 50mm Microphone Type Unidirectional noise cancelling Microphone Frequency Response 100Hz to 10kHz Microphone Sensitivity -40dB (+/-3dB) Headphone Connector 3.5mm analog 4 pole Cable Length 1.8m Warranty 2 Years Για τις ανάγκες της σημερινής παρουσίασης, η Corsair μας έστειλε δείγμα σε μαύρο χρώμα, ενώ όπως θα δείτε παρακάτω, το HS35 είναι διαθέσιμο εκτός από μαύρο και σε μπλε, πράσινο και κόκκινο ώστε να ταιριάζει με τις κονσόλες PS4, XBOX One και Switch αντίστοιχα Όπως είπαμε και στην αρχή της σημερινής παρουσίασης, η προτεινόμενη τιμή λιανικής των HS35 ανέρχεται στα 44.99 € συμπεριλαμβανομένου του ΦΠΑ, ανεξαρτήτως χρωματισμού. Στην ίδια τιμή τα βρήκαμε και στην Ελληνική αγορά, συνοδευόμενα από την κλασσική διετή εγγύηση που παρέχει η Corsair για όλα της τα προϊόντα. Κάτω από το φακό Οι γενικές γραμμές που ακολούθησε το σχεδιαστικό τμήμα της Corsair στα HS35 εντάσσονται όπως βλέπετε στις παρακάτω φωτογραφίες στο ίδιο ύφος και με τα υπόλοιπα ακουστικά της σειράς HS, όπως τόσο τα HS70 που σας παρουσιάσαμε πριν λίγο καιρό, όσο και τα HS50 που κάποιος τυχερός κέρδισε στον Χριστουγεννιάτικο διαγωνισμό. Η μεγαλύτερη διαφοροποίηση τους έχει να κάνει με το υλικό κατασκευής τους, όπου για λόγους κόστους έχει επιλεχθεί το πλαστικό για όλο τον σκελετό, με μοναδική εξαίρεση τον μηχανισμό ρύθμισης ύψους, όπως θα δούμε και παρακάτω. Αν και gaming με νεανικό προσανατολισμό, είναι αρκετά λιτά και χαμηλών τόνων, ιδιαίτερα στη μαύρη έκδοση, και δεν προκαλούν κάποια ιδιαίτερη (αρνητική ή θετική) εντύπωση με τον σχεδιασμό τους. Στα πλαϊνά των οδηγών φιλοξενείται το γνωστό λογότυπο της Corsair, ενώ η μονοτονία του μαύρου ματ πλαστικού σπάει από μία λεπτομέρεια από γυαλιστερό piano black πλαστικό. Όπως είδαμε και στα παρελκόμενα, το μικρόφωνο είναι αφαιρούμενο, ενώ το καλώδιο, αν και παχύ και ποιοτικό, δεν διαθέτει κάπου είδους sleeve. Η σύνδεση γίνεται με ένα τετραπολικό jack των 3.5 χιλιοστών πράγμα που σημαίνει ότι μπορεί να συνδεθεί με ένα πλήθος συσκευών, με μοναδική περίπτωση ανάγκης χρήσης αντάπτορα αυτή της σύνδεσης σε κάποιο PC που διαθέτει χωριστά jack για είσοδο και για έξοδο. Θεωρούμε την επιλογή αυτή της Corsair ορθότατη, μιας και είναι πολύ πιο βολικό να χρειάζεσαι αντάπτορα μόνο όταν είσαι στο PC. Η στέκα των HS35 στο επάνω της μέρος έχει με αρκετά μεγάλα γράμματα ανάγλυφο το όνομα της κατασκευάστριας εταιρείας, ενώ στο κάτω μέρος της έχει ένα ευμεγέθες μαξιλαράκι από αφρό μνήμης. Δυστυχώς η ποιότητα του memory foam που έχει χρησιμοποιηθεί είναι αρκετά κατώτερη από αυτή που είχαμε δει παλαιότερα στα Void, πράγμα λογικό εν μέρει μιας και μιλάμε για ακουστικά με περίπου 3πλάσια τιμή. Σε κάθε περίπτωση το μαξιλαράκι δείχνει πολύ βολικό. Ίδιο υλικό με το μαξιλαράκι της στέκας έχει χρησιμοποιηθεί και στα μαξιλαράκια των οδηγών, γεγονός που μας προδιαθέτει για αρκετά μέτρια απομόνωση, τόσο του χρήστη από το εξωτερικό περιβάλλον, όσο και του παραγόμενου ήχου προς τους τριγύρω. Ο αριστερός οδηγός, πέρα από το καλώδιο σύνδεσης, φιλοξενεί και ένα κλασσικό περιστροφικό ποτενσιόμετρο για τη ρύθμιση της έντασης του ήχου, ένα μπουτόν ενεργοποίησης/απενεργοποίησης του μικροφώνου και την είσοδο σύνδεσης του μικροφώνου, η οποία είναι στην ίδια ακριβώς λογική με τα HS70 που είχαμε δει στο παρελθόν. Σε περίπτωση που ο χρήστης επιλέξει να μη συνδέσει το μικρόφωνο, μία λαστιχένια τάπα (η οποία διαθέτει και το λογότυπο της Corsair) καλύπτει την οπή, δίνοντας ένα πιο προσεγμένο look στα ακουστικά και προστατεύοντας παράλληλα την υποδοχή από την είσοδο σκόνης. Για το τέλος αφήσαμε το μηχανισμό ρύθμισης του ύψους της στέκας, ο οποίος όπως γράψαμε και παραπάνω είναι το μοναδικό μεταλλικό στοιχείο των HS35. Διαθέτει συνολικά 10 σκάλες με συνολικό άνοιγμα που ανέρχεται στα 3 εκατοστά, επιτρέποντας την εφαρμογή σε ένα μεγάλο εύρος μεγέθους κεφαλιών. Στην πράξη διαπιστώσαμε πως και με τους δύο μηχανισμούς στην τελείως κλειστή θέση τα ακουστικά ταίριαζαν ακριβώς στο κεφάλι της 7χρονης κόρης του γράφοντος, ενώ για να ταιριάξουν στον γράφοντα χρειάστηκε να κάνουμε 6 κλικ και από τις 2 πλευρές. Άνεση - Εφαρμογή - Ποιότητα κατασκευής Θα ξεκινήσουμε την ενότητα αυτή με ένα σχόλιο όσον αφορά την ποιότητα κατασκευής των HS35 και ιδιαίτερα με κάποια πράγματα που δεν φαίνονται από τις φωτογραφίες. Όπως γράψαμε και στις προηγούμενες ενότητες, τα HS35 είναι η οικονομικότερη πρόταση της Corsair στην κατηγορία των gaming headsets και ως εκ τούτου είναι κατασκευασμένα σχεδόν εξ' ολοκλήρου από πλαστικό. Στις φωτογραφίες μπορεί να δείχνουν ότι μοιάζουν σε πολλά με τα ακριβότερα μοντέλα της σειράς HS, στην πράξη όμως, η ποιότητα των πλαστικών δεν αποπνέει την ποιότητα που έχουμε συνηθίσει από τα προϊόντα της Corsair. Τα πλαστικά, ιδιαίτερα της στέκας, είναι αρκετά εύκαμπτα και οι αρθρώσεις δεν εμπνέουν εμπιστοσύνη ως προς αφορά την αντοχή τους όσο στα HS70. Σαν αντίλογο στα προαναφερθέντα θα μπορούσαμε να πούμε πως το εύκαμπτο πλαστικό έχει μεγαλύτερη αντοχή στην κακομεταχείριση, ιδιαίτερα εάν αυτή γίνεται από παιδιά και εφήβους και δεδομένου ότι είναι μεν εύκαμπτα αλλά δεν τρίζουν ίσως αυτό να ήταν και το σκεπτικό της Corsair. Όλα αυτά είναι αναμενόμενα για την κατηγορία τιμής, αλλά μιας και δεν φαίνονται από τις φωτογραφίες είναι καλό να τα έχουν στα υπόψη οι υποψήφιοι αγοραστές, ιδιαίτερα εάν δεν σκοπεύουν να τα αγοράσουν από κάποιο φυσικό κατάστημα, όπου θα έχουν ενδεχομένως τη δυνατότητα να τα περιεργαστούν πριν την αγορά τους. Περνώντας τώρα στα της άνεσης και εφαρμογής, με βάρος 228 γραμμάρια (αρκετά μικρότερο από τα ασύρματα μοντέλα) και με τη βοήθεια των 10 θέσεων ρύθμισης ύψους από κάθε πλευρά και το memory foam τόσο στα αυτιά όσο και στην στέκα, η εύρεση της ιδανικής θέσης είναι εξαιρετικά εύκολη. Όπως γράψαμε και στην προηγούμενη ενότητα, οποιοσδήποτε χρήστης ηλικίας από 8 έως 108 ετών θα βρει χωρίς καμία δυσκολία το σημείο που τον βολεύει, ανεξάρτητα από το εάν φοράει γυαλιά ή όχι. Αξίζει να αναφέρουμε στο σημείο αυτό πως ο διαθέσιμος χώρος για το αυτί είναι ελλειπτικού σχήματος με μεγάλη διάμετρο 7 εκατοστά και μικρή διάμετρο 5 εκατοστά, ενώ το συνθετικό ύφασμα που καλύπτει τα μαξιλαράκια είναι ευχάριστο στην αφή, επιτρέποντας παράλληλα έναν ελαφρύ αερισμό σε σχέση με τα αντίστοιχα υλικά συνθετικού δέρματος. Τέλος, όσον αφορά το κομμάτι της λειτουργικότητας, η ύπαρξη ενός περιστροφικού ποτενσιόμετρου για τον έλεγχο της έντασης του ήχου καθιστά τη συγκεκριμένη ρύθμιση εξαιρετικά απλή και γρήγορη. Μερικές φορές οι απλοί παραδοσιακοί τρόποι είναι και οι καλύτεροι και χαιρόμαστε ιδιαίτερα που επιλέχθηκε ο συγκεκριμένος τρόπος αντί για κάποιο jog dial ή πλήκτρα. Το κουμπί ενεργοποίησης/απενεργοποίησης του μικροφώνου είναι επίσης πολύ βολικό και με το σωστό μέγεθος για να μη το ψάχνετε στα τυφλά. Ηχητικές Δοκιμές Για τις ανάγκες των δοκιμών, χρησιμοποιήσαμε την κάρτα ήχου της βάσης ST100 που σας παρουσιάσαμε σε προηγούμενο review πριν λίγο καιρό, η οποία διαθέτει 4πολική έξοδο 3.5 mm (την οποία είδατε και στις πρώτες φωτογραφίες στην ενότητα κάτω από το φακό). Όσον αφορά την ηχητική απόδοση των HS70 ακολουθήσαμε την ίδια μεθοδολογία που εφαρμόζουμε σε όλα μας τα reviews. Έτσι ξεκινήσαμε με θέαση αποσπασμάτων από ταινίες με έντονα ηχητικά εφέ. Και φυσικά τι καλύτερο από την τεράστια σε διάρκεια τελική μάχη των Avengers με τον Thanos στο Endgame. Φυσικά δεν περιοριστήκαμε σε αυτό, είδαμε σκηνές από παλαιότερες ταινίες του MCU. Η απόδοση των HS35 ήταν πάρα πολύ καλή με πλούσιο μπάσο (χωρίς σε καμία περίπτωση να γίνεται ενοχλητικό) ενώ και οι διάλογοι ήταν πεντακάθαροι. Όσον αφορά την ακρόαση μουσικής χρησιμοποιήσαμε το παλιό καλό Winamp και μία σειρά από αρχεία FLAC κυρίως rock. Και εδώ μείναμε πολύ ικανοποιημένοι, δεδομένου του είδους και της κατηγορίας τιμής στην οποία βρίσκονται τα HS35. Όσον αφορά το gaming, η δοκιμή μας περιελάμβανε μία σειρά από FPS παιχνίδια στα οποία τα HS35 όπως αναμέναμε απέδωσαν επίσης καλά. Είχαμε όση ένταση χρειαζόμασταν (με λίγα περιθώρια για επιπλέον αύξηση) μπόλικο μπάσο και καλή αίσθηση του χώρου και του περιβάλλοντός μας. Στο σημείο αυτό πρέπει να σας πούμε πως ο συνδυασμός του υλικού που έχει χρησιμοποιηθεί για την επένδυση στα μαξιλαράκια των οδηγών και του memory foam με το οποίο είναι γεμισμένα, οδηγεί σε αρκετά μεγάλη "διαρροή" ήχου προς τα έξω, με αποτέλεσμα η όχληση του περίγυρού μας να είναι αρκετή. Στην περίπτωση ακρόασης μουσικής μάλιστα ήταν πολύ εύκολο να γίνει αντιληπτό το τραγούδι που είχαμε επιλέξει. Χαμηλή ήταν και η παθητική απομόνωση των εξωτερικών ήχων για τον ίδιο λόγο, όταν φυσικά δεν υπήρχε αναπαραγωγή ήχου. Για το τέλος αφήσαμε το μικρόφωνο. Οι εντυπώσεις που μας άφησε (πιο σωστά που άφησε στους συνομιλητές μας) ήταν καλές μιας και τόσο σε συνθήκες ησυχίας όσο και σε συνθήκες αρκετών εξωτερικών θορύβων μετέφερε σωστά την φωνή χωρίς κάποιο πρόβλημα ούτε στην καθαρότητα, ούτε στην ένταση. Μοναδικό παράπονο που εκφράστηκε από τον συνομιλητή μας ήταν ένα ελαφρύ τόνισμα του γράμματος σίγμα. Σε κάθε περίπτωση δεδομένης της κατηγορίας τιμής των HS35 θεωρούμε πως η απόδοση του μικροφώνου δεν θα δημιουργήσει κανένα πρόβλημα στον χρήστη και τους συνομιλητές του. Συμπεράσματα Φτάσαμε λοιπόν και σήμερα στην ώρα της ετυμηγορίας. Τα Corsair HS35 είναι ένα headset που τιμά τα χρήματα που ζητάει, αποδίδοντας εξαιρετικά (για την κατηγορία τιμής του) στον τομέα της ηχητικής απόδοσης. Προφανώς και δεν είναι το ενδεδειγμένο headset για ακρόαση μουσικής από audiophiles (ή όσους θεωρούν τους εαυτούς τους audiophiles), αλλά για καθημερινή χρήση σε gaming καταστάσεις, ταινίες δράσης και ακρόαση μουσικής θα αποδώσουν σύμφωνα με τις προδιαγραφές τους. Ως εκ τούτου, για όσους χρήστες έχουν διαθέσιμο budget έως 50 ευρώ και επιθυμούν ένα αξιοπρεπές headset για τις ώρες που αφιερώνουν στο gaming αυτοί ή οι μικρότεροι της οικογένειας, τα HS35 αποτελούν μία αξιόλογη πρόταση. Πριν λίγο καιρό είχε τρέξει και ένα promo σε γνωστή αλυσίδα με τιμή 30 ευρώ και διαθέσιμα όλα τα χρώματα, οπότε έχετε το νου σας... 117 ημέρες για Χριστούγεννα και οι περισσότεροι έχουμε ένα ανήψι που λιώνει σε μια κονσόλα. Ας δούμε λοιπόν τη σύνοψη των υπέρ και κατά των Corsair HS35 σε μορφή bullet points ώστε να προχωρήσουμε και στη βαθμολογία. O καλός Ηχητική απόδοση Εξαιρετικά άνετα ακόμα και φορώντας γυαλιά Διακριτικός σχεδιασμός (για gaming προϊόν) 4 διαθέσιμες χρωματικές επιλογές Μεγάλο εύρος ρύθμισης ύψους στέκας Χειριστήριο ρύθμισης έντασης και on/off μικροφώνου πάνω στον αριστερό οδηγό Ο κακός Ο αντάπτορας είναι διαθέσιμος μόνο στην carbon/μαύρη έκδοση Μέτρια ποιότητα πλαστικών Ο αδιάφορος Θα θέλαμε sleeved καλώδιο Με βάση όλα τα παραπάνω η βαθμολογία που παίρνουν τα Corsair HS35 είναι:  TheLAB.GR Ευχαριστούμε θερμά την Corsair για την παραχώρηση του δείγματος της δοκιμής. Γεώργιος "GriGaS" Ρήγας 30/08/2019
  12. Πρόλογος Ο καταιγισμός προϊόντων καλά κρατεί από την Corsair στην ιστοσελίδα μας. Η εταιρία με συνεχή ρυθμό ανακοίνωσης νέων προϊόντων, μένει στο προσκήνιο όπως άλλωστε συμβαίνει τα τελευταία χρόνια. Σε αυτή την παρουσίαση δεν θα δούμε κάτι εντελώς καινούριο, όχι ότι έχει παλιώσει κιόλας σαν προϊόν, αλλά δεν είναι αυτό που σπαρταράει όπως είχαμε δει στην προηγούμενη παρουσίαση με το iCUE 220T, που το TheLab.gr φρόντισε να είναι από τα πρώτα sites που το παρουσίασε στα μέλη του. Ο λόγος σήμερα για ένα κουτί από τη σειρά Carbide το Spec-06 RGB. Το κουτί είναι ένα τυπικό ATX case, με αρκετά καλούδια όπως θα δούμε στη συνέχεια και ακολουθώντας πιστά την "μόδα" των καιρών, διαθέτει RGB φωτισμό και tempered glass. Χαρακτηριστικά Τα κύρια χαρακτηριστικά του προϊόντος αναφέρονται παρακάτω. Το προϊόν είναι διαθέσιμο σε δύο εκδόσεις. Μία με RGB φωτισμό και μία με μονόχρωμο και επίσης είναι διαθέσιμο σε δύο χρωματισμούς. Τον λευκό (white is the new black) και τον μαύρο. Την στιγμή της παρουσίασης το προϊόν είναι διαθέσιμο στην Ελληνική αγορά με τιμή 81.90€ για την έκδοση με τον μονόχρωμο φωτισμό και 94,69€ για την έκδοση με τον RGB φωτισμό που είναι και αυτή της σημερινής παρουσίασης. Να αναφέρουμε ότι στις δύο παραπάνω τιμές, συμπεριλαμβάνεται ο ΦΠΑ όχι όμως και τα έξοδα αποστολής. Η δε εγγύηση είναι διετής, όπως συμβαίνει άλλωστε σε όλα τα κουτιά της κατασκευάστριας. Συσκευασία και περιεχόμενα Το κουτί έφτασε στα χέρια μας σε μία μετρίου μεγέθους χαρτόκουτα, χωρίς πολλά φρου-φρου και αρώματα. Όπως έχω ξαναπεί στο παρελθόν, προτιμάω η συσκευασία να είναι απλή, αλλά ουσιαστική, παρά να αποτελείται από έγχρωμες ιλουστρασιόν κούτες, ανεβάζοντας το κόστος. Όλες οι πληροφορίες είναι επάνω στην κούτα και επίσης ένα μικρό αυτοκόλλητο (φώτο 5) μας ενημερώνει ότι στα χέρια μας έχουμε το λευκό Carbide Spec-06 με RGB φωτισμό. Η συσκευασία έφερε εις πέρας το έργο της μιας και ο συνδυασμός από χοντρά κομμάτια φελιζόλ και νάιλον έφεραν το κουτί στα χέρια μας σε υπεράριστη κατάσταση. Εντός της συσκευασίας βρήκαμε ένα ευτραφές εγχειρίδιο χρήσης, το οποίο μπορείτε να δείτε κάνοντας κλικ εδώ και τα παρελκόμενα του κουτιού που τα βλέπετε αναλυτικά στην δεύτερη φωτογραφία που ακολουθεί. Δύο πράγματα είναι ασυνήθιστα. Το ένα η ταινία διπλής όψεως και το άλλο τέσσερις βίδες με άλεν κεφάλι (Hex screws στη φώτο2). Και τα δύο θα δούμε στην συνέχεια της παρουσίασης που μας χρησιμεύουν. Εξωτερικό Μέρος Καιρός να ρίξουμε και την πρώτη ματιά στο προϊόν. Την πρώτη εντύπωση την κλέβει αυτή η περίτεχνη "χαρακιά" στην πρόσοψη. Όπως ήδη έχετε δει από τον πρόλογο, είναι το κομμάτι που φέρει RGB φωτισμό. Το υλικό που έχει κατασκευαστεί η πρόσοψη είναι από πλαστικό και κάτω αριστερά φέρει το λογότυπο της κατασκευάστριας. Στα αριστερά διακρίνουμε το tempered glass που μας χαρίζει άπλετη θέα στο εσωτερικό και το λευκό τοπίο σπάει από μαύρες λεπτομέρειες περιμετρικά της πρόσοψης και στο εσωτερικό από τα μαύρα PCI brackets. Η πρόσοψη -όπως ήδη αναφέραμε- είναι κατασκευασμένη από πλαστικό και κάποιος θα αναρωτηθεί από που "ανασάνει" αυτό το κουτί. Η απορία είναι εύλογη μιας και δεν έχει διάτρητα κομμάτια όπως είχαμε δει στο πρόσφατο παρελθόν με το 220Τ, έχει όμως ένα κενό περιμετρικά της, κάτι που μπορείτε να δείτε στην δεύτερη φωτογραφία που ακολουθεί. Για να αφαιρεθεί η πρόσοψη αρκεί να τραβήξουμε με το χέρι μας από το κάτω μέρος και προς τα εμάς. Με αυτό τον τρόπο τα πλαστικά κλιπς συγκράτησης ελευθερώνουν το πλαστικό της πρόσοψης και την παίρνουμε στα χέρια μας. Η επανεγκατάσταση είναι απλή και σε αυτό βοηθούν οι πείροι ευθυγράμμισης, για να μπει σωστά και το μόνο που μένει από την μεριά μας, είναι ένα ελαφρύ χτύπημα με το χέρι μας για να κουμπώσει. Εσωτερικά βλέπουμε ένα πλενόμενο φίλτρο, καλής ποιότητας, που η συγκράτησή του γίνεται μέσω μαγνητών και η ευθυγράμμιση μέσω γλωσσών. Επίσης... ... Αφού αφαιρεθεί και το φίλτρο, βλέπουμε τον έναν προεγκατεστημένο ανεμιστήρα που φέρει η πρόσοψη και επίσης τις επιπλέον θέσεις και επιλογές που παρέχει. Αυτές είναι είτε για 3x120mm ανεμιστήρες, είτε για 2x140mm. Στο πίσω μέρος του πλαστικού της πρόσοψης είδαμε σε προηγούμενη φωτογραφία ότι υπάρχει ένα ακόμα πλαστικό τμήμα που θυμίζει μπαστούνι χόκεϊ επί πάγου. Αυτό το τμήμα στηρίζεται πάνω στο λευκό πλαστικό της πρόσοψης με έξι συνολικά βίδες και εσωτερικά του κρύβεται η RGB λεντοταινία που θα χαρίσει "τα φώτα" της στην "χαρακιά" της πρόσοψης. Καλό είναι να σημειώσουμε σε αυτό εδώ το σημείο, ότι όσοι από εσάς επιχειρήσετε να το αφαιρέσετε, προσέξτε κατά την διαδικασία εγκατάστασης. Οι βίδες είναι πολύ κοντές και με αραιό σχετικά σπείρωμα, οπότε είναι εύκολο να "κλωτσήσει" κάποια από αυτές κατά το βίδωμα. Συνεπώς, μην ασκήσετε μεγάλη δύναμη κατά το βίδωμα, αλλά αφήστε τις βίδες να σας οδηγήσουν. "Κάτω από το καπό" κρύβεται ένα ακόμα πλαστικό κομμάτι, αυτή τη φορά σε ημιδιάφανο γαλακτερό και ο ρόλος του είναι να προσφέρει ομοιομορφία στον φωτισμό της λεντοταινίας. Παίρνουμε την πρώτη στροφή και κοιτάζουμε πλέον το αριστερό πλαϊνό. Εδώ βλέπουμε ουσιαστικά το εσωτερικό του κουτιού, μέσω του tempered glass. Το γυαλί δεν είναι εντελώς διάφανο αλλά ελαφρά φιμέ και περιμετρικά του είναι εντελώς μαύρο. Μία λεπτομέρεια που μου άρεσε αρκετά είναι οι τέσσερις μεταλλικές βίδες με κανελάζ που συγκρατούν το χοντρό tempered glass στον σκελετό του κουτιού. Το κανελάζ, επιτρέπει να βιδώσουμε και να ξεβιδώσουμε τις βίδες, χωρίς την χρήση ίσιου κατσαβιδιού. Επίσης, μου άρεσε το γεγονός ότι φέρουν ελαστική ροδέλα για να μην αφήσουν σημάδια επάνω στο γυαλί. Βέβαια δεν αρέσει σε όλους το κανελάζ από ότι κατάλαβα Και λογικό μιας και γούστα είναι αυτά και η κατασκευάστρια θέλησε να ικανοποιήσει όσο γίνεται περισσότερους χρήστες. Σε όσους λοιπόν από εσάς, δεν αρέσουν οι προεγκατεστημένες βίδες του tempered glass, στα παρελκόμενα είχαμε βρει τέσσερις μαύρες αλενόβιδες μαζί με ένα κλειδί άλεν. Εδώ ακριβώς είναι που αντιστοιχούν. Βγάζετε τις προεγκατεστημένες και βάζετε αυτές, για ένα ας το πούμε πιο καθαρό look. Συνεχίζουμε την βόλτα μας και αντικρίζουμε το πίσω μέρος του κουτιού. Ξεκινώντας την περιγραφή μας από πάνω και προς τα κάτω, βλέπουμε τη θέση για το I/O shield της μητρικής, στα δεξιά της μία θέση για 120mm ανεμιστήρα που έρχεται προεγκατεστημένος και το κουτί μας δίνει τη δυνατότητα αυτός να εγκατασταθεί σε διαφορετικά ύψη μέσω των μακρόστενων οπών. Λίγο πιο κάτω, εντοπίζουμε τα επτά διάτρητα PCI brackets συν δύο ακόμα στα δεξιά και τέρμα κάτω, την θέση για ένα ATX τροφοδοτικό η οποία μπορεί να το φιλοξενήσει, είτε με τον ανεμιστήρα προς τα πάνω, είτε με τον ανεμιστήρα προς τα κάτω και κάτι ακόμα.... Αυτό δεν είναι άλλο από έναν RGB LED controller με τρία κουμπιά. Έχει επιλογή ταχύτητας, χρώματος και τρόπου φωτισμού δίνοντας επτά διαφορετικές επιλογές στον τρόπο. Ο controller είναι στερεωμένος επάνω στο κουτί με ταινία διπλής όψης. Αυτή με την οποία έρχεται ξεκολλάει αμέσως και γι' αυτόν τον λόγο υπάρχει ανταλλακτική στα παρελκόμενα που είδαμε λίγο πριν. Φυσικά θα προτιμούσαμε εξαρχής μία πιο καλή ταινία και επίσης θεωρώ ότι το σημείο που έχει επιλεγεί για να είναι ο controller είναι άβολο. Κάθε φορά που ο χρήστης θα θέλει να αλλάξει τον φωτισμό του, θα πρέπει να ψαχουλεύει στα τυφλά στο πίσω μέρος του κουτιού. Ολοκληρώνουμε την πλήρη περιστροφή του κουτιού και συναντάμε το δεξιό πλαϊνό, για το οποίο δεν έχουμε και πολλά να αναφέρουμε. Καιρός να φέρουμε τα πάνω κάτω για χάρη της φωτογράφισης και να δούμε αρχικά το κάτω μέρος του κουτιού, που παρουσιάζει εξαιρετικό ενδιαφέρον, προϊδεάζοντας μας για το τι θα βρούμε στο εσωτερικό, ειδικά στο σημείο που είναι το cage δίσκων. Με την πρώτη ματιά βλέπουμε το αφαιρούμενο, πλενόμενο, συρταρωτό φίλτρο στη θέση του τροφοδοτικού. Η αφαίρεση και η επανατοποθέτηση του φίλτρου είναι μια εύκολη υπόθεση και δεν μας προβλημάτισε κατά την διάρκεια της παρουσίασης. Στα δεξιά όμως είναι στραμμένο όλο μας το ενδιαφέρον, καθώς εκεί υπάρχουν τέσσερις βίδες που μας προϊδεάζουν για ένα αφαιρούμενο cage δίσκων. Σε αντίθεση με το 220T δεν φαίνεται να μετατοπίζεται το cage, αλλά καλό είναι να περιμένουμε να το δούμε κατά τη βόλτα μας στο εσωτερικό μέρος. Τα πόδια του κουτιού, πέρα από την κλασική πλέον επένδυση με ελαστικό για την απορρόφηση των κραδασμών, αλλά και την προστασία της επιφάνειας πάνω στην οποία θα εγκαταστήσουμε το κουτί, είναι και μια ωραία αισθητική πινελιά καθώς περιμετρικά τους έχουν φινίρισμα χρωμίου. Στην οροφή βλέπουμε ένα αφαιρούμενο και πάλι μαγνητικό φίλτρο. Δεν είναι από τα πιο "σφικτά" φίλτρα που έχουμε δει, αλλά όπως έχω αναφέρει πολλές φορές στο παρελθόν, για φίλτρο οροφής όπου κατά κανόνα είναι θέση εξαγωγής αέρα, είναι ότι πρέπει και σίγουρα θα το εκτιμήσουν οι ιδιοκτήτες του κουτιού που έχουν κατοικίδια σπίτι τους. Κάτω από το φίλτρο βλέπουμε τον σχεδιασμό της οροφής. Διάτρητη σχεδόν στο 90% της σε honeycomb style και δέκα στο σύνολο μακρόστενες οπές για να φιλοξενήσει είτε 2x120mm, είτε 1x140mm ανεμιστήρες με την δυνατότητα μετατόπισης της συστοιχίας δεξιά ή αριστερά. Οι κοινές θέσεις στήριξης τόσο των 120mm όσο και του 140mm ανεμιστήρα , όπως βλέπουμε και στην δεύτερη φωτογραφία που ακολουθεί είναι μετατοπισμένες κατά το δυνατόν πλησιέστερα προς το tempered glass πλαϊνό, ώστε να απομακρύνουν από την μητρική τους ανεμιστήρες και κατ' επέκταση, από κάποιο ψυγείο που επιθυμεί να εγκαταστήσει ο χρήστης. Αν αρκεί αυτή η μετατόπιση, θα το δούμε στο κομμάτι της εγκατάστασης υδρόψυξης. Για το φινάλε του εξωτερικού μέρους αφήσαμε το front panel του κουτιού, το οποίο -ξεκινώντας από αριστερά και προς τα δεξιά- αποτελείται από το power button με το power LED να είναι ενσωματωμένο σε αυτό, δύο θύρες USB3.0, δύο mini jack για ακουστικά και μικρόφωνο και το κουμπί reset. Εδώ να πω ότι θα περίμενα να δω και μία θύρα type C. Εσωτερικό Μέρος Και έφτασε η ώρα να δούμε το εσωτερικό από κοντά και να αφαιρέσουμε το διάφανο tempered glass. Κατά την πλοήγησή μας στο εξωτερικό σας είπα ότι μου άρεσαν πολύ οι μεταλλικές βίδες με το κανελάζ. Μου αρέσει επίσης το γεγονός ότι φέρουν ελαστική ροδέλα στο ίδιο μαύρο χρώμα με τις βίδες αλλά και το μαύρο πλαίσιο του γυαλιού. Αυτό που μου άρεσε όμως περισσότερο, είναι ότι δεν χρειάζεται ο χρήστης να έχει περισσότερα από δύο χέρια κατά την διαδικασία αφαίρεσης του tempered glass καθώς το τζάμι μένει πάνω στις πατούρες. Οι πατούρες (πρώτη φωτογραφία) βασικό σκοπό έχουν να απομονώσουν το γυαλί από οποιαδήποτε άμεση επαφή του με άκαμπτη μεταλλική επιφάνεια, έτσι το γυαλί είναι προστατευμένο από τυχαίες παραμορφώσεις ή κραδασμούς του κουτιού! Απλή, λιτή και πολύ πρακτική λύση. Στην δεύτερη φωτογραφία που ακολουθεί βλέπουμε ότι το tempered glass -πάχους 4mm- έχει υποστεί μία επεξεργασία. Η επεξεργασία αυτή ονομάζεται ροντέ καρέ και αυτό που κάνει, είναι να "σπάει" όλες τις ακμές του τζαμιού, για να μην κόβει τον χρήστη. Και κάπως έτσι έχουμε την πρώτη φωτογραφία του εσωτερικού χωρίς τις ενοχλητικές για την φωτογράφιση ανακλάσεις του τζαμιού. Η περιήγησή μας στο εσωτερικό του κουτιού ξεκινάει από τα δεξιά και συγκεκριμένα από το εσωτερικό μέρος της πρόσοψης, όπου αντικρίζουμε έναν προεγκατεστημένο ανεμιστήρα 120mm. Είναι ο τυπικός ανεμιστήρας που χρησιμοποιεί η κατασκευάστρια σε κάποια από τα κουτιά της. Επίσης, εάν ο χρήστης το επιθυμεί μπορεί να προσθέσει δύο ακόμα και να έχει τρεις ανεμιστήρες εισόδου αέρα στην πρόσοψη. H οροφή μπορεί να φιλοξενήσει είτε 2x120mm, είτε 1x140mm ανεμιστήρες, και οι δυο συνδυασμοί είναι μετατοπισμένοι μακριά από την μητρική, με σκοπό να επιτρέψουν την εγκατάσταση ψυγείου. Αυτό βέβαια με απόσταση μόλις 3cm της οροφής από τον πρώτο αποστάτη, μένει να το δούμε κατά την εγκατάσταση υδρόψυξης. Στο πίσω μέρος βλέπουμε μία θέση για 1x120mm ανεμιστήρα με δυνατότητα μετατόπισης προς τα πάνω ή προς τα κάτω. Ο ανεμιστήρας και σε αυτή την θέση έρχεται προεγκατεστημένος και είναι ίδιος με αυτόν της πρόσοψης που είδαμε πριν λίγο. Παρακάτω βλέπουμε επτά συν δύο PCI slots, όπου δεν μου άρεσε το γεγονός ότι δεν είδα χειρόβιδες. Στο κάτω μέρος του εσωτερικού από τη μεριά της μητρικής αντικρίζουμε την καλύπτρα του τροφοδοτικού η οποία δεν είναι αφαιρούμενη. Προς την μεριά της μητρικής υπάρχουν δύο ορθογώνιες οπές (η μία διαθέτει grommet) για να περαστούν καλώδια front panel, sata κλπ και στα αριστερά βλέπουμε ένα διάτρητο τμήμα της καλύπτρας σε honeycomb στυλ. Αυτό δεν έχει γίνει τόσο για να μπορεί να εγκατασταθεί το τροφοδοτικό με τον ανεμιστήρα προς τα πάνω, αλλά για να μπορεί ο χρήστης -εφόσον το θελήσει- να εγκαταστήσει κάποιο fanless τροφοδοτικό και επίσης λειτουργεί ως έξοδος θερμού αέρα από το cage δίσκων, που και αυτό βρίσκεται κάτω από την καλύπτρα. Τελευταία στάση πριν αφαιρέσουμε το δεξιό πλαϊνό για να δούμε και το πίσω μέρος του κουτιού, είναι ένα κοντινό στο motherboard tray. Με μία πρώτη ματιά όλα φαίνονται να κυλούν σε γνωστά μονοπάτια. Μεγάλο CPU cut out, οπές στο επάνω μέρος για τη διέλευση των καλωδίων και grommets στα δεξιά. Ακόμα πιο δεξιά βλέπουμε δύο θέσεις για δίσκους 2,5" που μπορούν να εγκατασταθούν είτε από τη μεριά της μητρικής είτε από την πίσω μεριά του motherboard tray. Όπισθεν ολοταχώς! Για να αφαιρεθεί το δεξιό πλαϊνό, ξεβιδώνουμε τις δύο χειρόβιδες οι οποίες μένουν πάνω σε αυτό για να μην τις χάσετε. Το πλαϊνό φέρει τις κατάλληλες διαμορφώσεις περιμετρικά του κάτι που τα καθιστά αρκετά στιβαρό και δύσκαμπτο. Και ορίστε η πρώτη φωτογραφία του πίσω μέρους του Corsair Carbide Spec-06. Τέσσερις συνολικά θέσεις για δίσκους 2.5" με δύο από αυτές να είναι σε μαύρα αφαιρούμενα brackets ακριβώς κάτω από το CPU cut out. To δε CPU cut out είναι αρκετά μεγάλο και δεν φαίνεται να μας κρύβει κάποια δυσάρεστη έκπληξη κατά την εγκατάσταση της ψύκτρας και ένα ευχάριστο οι πολλές δέστρες (15 με ένα πρόχειρο μέτρημα) που βλέπουμε για να πιάσουμε τα δεματικά καλωδίων. Κάτω και αριστερά εντοπίζουμε το cage δίσκων το οποίο μπορεί να φιλοξενήσει στα συρτάρια του είτε δύο δίσκους 3.5", είτε δύο δίσκους 2,5" στο κέντρο τους. Η εγκατάσταση για τους 3.5" είναι tool free, ενώ για τους 2.5" γίνεται με τη χρήση βιδών.Μείον, το γεγονός ότι οι πείροι για την tool free εγκατάσταση των δίσκων 3.5" δεν φέρουν ελαστικές ροδέλες για να απορροφήσουν τυχόν κραδασμούς. Το cage είναι αφαιρούμενο και αρκεί να ξεβιδώσουμε τέσσερις βίδες από το κάτω μέρος και μία από το πίσω μέρος του Motherboard tray. Στα συν πέρα από τις κλασικές οβάλ οπές για την διέλευση του αέρα είναι ο τρόπος ευθυγράμμισης του cage στη σωστή θέση. Αυτό γίνεται μέσω τριών πείρων και έτσι η διαδικασία βιδώματος είναι αρκετά εύκολη. Στο κάτω μέρος βλέπουμε όμορφα και ωραία περασμένα τα δύο καλώδια που έχουν να κάνουν με τον controller στο πίσω μέρος και την λεντοταινία που υπάρχει στην πρόσοψη και είδαμε μαζί λίγο πριν. Η τροφοδοσία γίνεται μέσω ενός power sata καλωδίου που θα συνδεθεί στο τροφοδοτικό και οι εντολές από τον controller δίνονται μέσω ενός 3pin καλωδίου. Επόμενη στάση μας είναι η θέση για το τροφοδοτικό, η εγκατάσταση του οποίου γίνεται από το μέρος που κοιτάει ο φακός. Η θέση φέρει φυσικά λαστιχένιες επενδύσεις για την απόσβεση κραδασμών και όταν πλέον αφαιρεθεί και το cage δίσκων τότε μπορεί ο χρήστης να εγκαταστήσει και έναν υποσταθμό της ΔΕΗ εφόσον το επιθυμεί Πάμε στο αγαπημένο μου κομμάτι που είναι η εξερεύνηση σε σημεία που δεν φαίνονται με την πρώτη ματιά. Ένα από αυτά, έχει να κάνει με την αφαίρεση του front panel. Ο λόγος που θέλω να υπάρχει κάτι τέτοιο στα reviews, είναι πιο πολύ για να βοηθηθούν χρήστες που μελλοντικά μπορεί να χρειαστούν να αντικαταστήσουν το front panel του κουτιού τους. Και εδώ πέρα από την ανάλυση, θα βρουν και τον τρόπο. Ξεκινάμε αφού έχουμε αφαιρέσει το πλαστικό της πρόσοψης και το φίλτρο. Το μαύρο πλαίσιο περιμετρικά της πρόσοψης για να αφαιρεθεί θα πρέπει πρώτα ο χρήστης να αφαιρέσει τρεις βίδες από το εσωτερικό μέρος του κουτιού. Μία από αυτές τις βίδες είναι στο πίσω μέρος από τη μεριά του Motherboard tray. Αφού ξεβιδωθούν, αρκεί ένα σπρώξιμο προς τα επάνω και το μαύρο πλαστικό μπορεί να καθίσει σε μία γωνία. Θετικό ότι τα σημεία στα οποία βιδώνουν οι τρεις συνολικά βίδες είναι με φυτευτά μεταλλικά σπειρώματα για την αποφυγή ατυχημάτων. Μετά η διαδικασία είναι λίγο πολύ γνωστή. Δύο βίδες συγκρατούν την πλαστική βάση πάνω στον σκελετό του κουτιού και η πλακέτα με την σειρά της είναι στερεωμένη με τέσσερις βίδες πάνω στην πλαστική βάση. Η πλακέτα του front panel δεν έχει να επιδείξει και πολλά. Οι κολλήσεις είναι αρκετά καλές και όλα μοιάζουν λιτά και λειτουργικά. Απλά και ουσιαστικά πράγματα σε αυτό το σημείο από την κατασκευάστρια. Κλείνοντας ας ρίξουμε μία ματιά στα καλώδια του front panel από τα οποία φαίνεται να απουσιάζει το HDD activity LED. Εγκατάσταση συστήματος Μετά από αρκετά χρόνια αποχαιρετίσαμε εσπευσμένα το παλαιό σύστημα δοκιμής και αναβαθμίσαμε το hardware. Σίγουρα θα επιθυμούσα προσωπικά η αλλαγή αυτή να γίνει με πιο ομαλό τρόπο, ώστε να μπορέσω να σας κρατήσω μετρήσεις από περισσότερα κουτιά, κατά την μετάβαση από την "παλιά" στην "νέα εποχή", αλλά δυστυχώς δεν ήταν εφικτό κάτι τέτοιο. Το νέο σύστημα δοκιμών αναφέρεται παρακάτω. H διαδικασία εγκατάστασης του Hardware δεν επιφύλαξε εκπλήξεις. Όλα πήραν την θέση τους χωρίς να μας δυσκολέψει το κουτί σε κανένα σημείο. Σε αντίθεση με το 220T iCUE, το οποίο φυσικά μπορεί να είναι και αυτό ATX αλλά σαφέστατα μικρότερο σε διαστάσεις κουτί, το τροφοδοτικό μπήκε στη θέση του με τα καλώδια εγκατεστημένα πάνω του χωρίς να χρειαστεί να αφαιρέσουμε το cage δίσκων. Στα μόνα σημεία που στριμώχθηκαν τα χέρια, ήταν στα καλώδια του front panel που οι υποδοχές τους βρίσκονται τέρμα κάτω στην μητρική. Μεταξύ αυτής και της καλύπτρας. Οι οπές διέλευσης των καλωδίων είναι στα σωστά σημεία και ένα καθαρό και όμορφο αποτέλεσμα είναι πολύ εύκολο να επιτευχθεί. Η διευθέτηση των καλωδίων ήταν πολύ απλή υπόθεση και ακόμα με την εγκατάσταση 2.5" δίσκων δεν θα έχει προβλήματα ο χρήστης. Εδώ καλό είναι να διευκρινήσουμε κάτι. Στην προηγούμενη παρουσίαση του Corsair 220T iCUE, είχαμε ένα κουτί με την απόσταση του motherboard tray από το πλαϊνό να είναι από 1,5-2,0cm. Πάνω κάτω δηλαδή ίδια με αυτή στο Spec-06. Αυτό το οποίο αλλάζει όμως, είναι η μεγαλύτερη επιφάνεια που προσφέρει το σημερινό κουτί, έναντι της σαφέστατα μικρότερης του 220T iCUE. Μεγαλύτερη επιφάνεια, συνεπώς δυνατότητα για περισσότερο άπλωμα των καλωδίων, χωρίς να υπάρχει συνωστισμός και το ένα να υπερκαλύπτει το άλλο. Κάτι που αξίζει να δούμε είναι η εγκατάσταση της κάρτας γραφικών σε κατακόρυφη θέση. Στο μήκος η κάρτα χωράει πολύ άνετα ενώ η απόσταση των ανεμιστήρων της από το Tewmpered glass πλαϊνό είναι περίπου 15mm. Σημειώνουμε σε αυτό το σημείο ότι η κάρτα της παρουσίασης έχει πάχος 40.4mm. Φυσικά δεν στηρίζεται η κάρτα μονάχα στις θέσεις των PCI brackets. Η κατασκευάστρια έχει ένα σπείρωμα πάνω στην καλύπτρα του τροφοδοτικού για να βιδωθεί ένα VGA bracket και να την κρατήσει σταθερή στη θέση της. Ένα αρνητικό που διαπιστώσαμε κατά την εγκατάσταση του Hardware είναι το γεγονός ότι, τα ελαστικά "τακουνάκια" που υπάρχουν στο κάτω μέρος του κουτιού, για να πατήσει πάνω τους το τροφοδοτικό, φεύγουν σχετικά εύκολα από τη θέση τους. Κάτι που είχαμε συναντήσει και στο 220T iCUE. Τι χωράει στο εσωτερικό Μίας και έχουμε μπει σε μία νέα εποχή για τα τις παρουσιάσεις και θέλουμε να τα κάνουμε όσο γίνεται πιο σύντομα, αλλά χωρίς να χαθεί η ουσία, παρακάτω σε μορφή πίνακα οι μετρήσεις που πήραμε στα διάφορα σημεία του κουτιού. Μετρήσεις θερμοκρασιών, θορύβου και "στατικής" πίεσης Αρχικά ας δούμε τι γίνεται με τις θερμοκρασίες του hardware που τοποθετήσαμε στο εσωτερικό του Corsair 220T iCUE. Εδώ να σημειώσουμε τα εξής: Το στρεσάρισμα του επεξεργαστή έγινε με το System Stability Test του Aida64 Engineer. Οι επιλογές είναι: Stress CPU, Stress FPU, Stress Cache, Stress System Memory, Stress Local Disks και Stress GPU(s). Σε αυτό το σημείο να ευχαριστήσουμε θερμά την Aida64 για την παραχώρηση του προγράμματος για τις δοκιμές μας. To στρεσάρισμα της κάρτας γραφικών έγινε με το Superposition με Preset 1080p Extreme. Ο επεξεργαστής και η κάρτα γραφικών βρίσκονταν σε stock συχνότητες με εξαίρεση τις δοκιμές σε υπερχρονισμένη κατάσταση. H ελάχιστη θερμοκρασία idle ανά εξάρτημα λήφθηκε μετά από τη λειτουργία του συστήματος σε κατάσταση ηρεμίας για μισή ώρα. Τέλος η θερμοκρασία δωματίου κατά την διάρκεια των τεστ ήταν στους 24°C Το Corsair Carbide Spec-06 RGB τα πήγε όπως ακριβώς περιμέναμε στις δοκιμές θερμοκρασιών σε σχέση με το αδερφάκι του που είδαμε σε προηγούμενη παρουσίαση. Οι θερμοκρασίες είναι τσιμπημένες. Υπενθυμίζουμε ότι το προηγούμενο κουτί είχε τρεις ανεμιστήρες εισαγωγής στην πρόσοψη σε αντίθεση με το Spec-06 που έχει μόλις έναν. Συνεπώς οι μηχανικοί δίσκοι που είναι κάτω από την καλύπτρα εμφάνισαν μια διαφορά της τάξης των 8oC. Ο δίσκος M.2 NVme Που είναι σημαντική πληροφορία για το airflow του κουτιού σημείωσε 9oC διαφορά. Η Noctua από την άλλη δεν έδειξε να επηρεάστηκε με το χειρότερο airflow σε σχέση με το προηγούμενο κουτί και κράτησε το επίπεδο των θερμοκρασιών στα ίδια επίπεδα. Όλες οι άλλες τιμές όμως δείχνουν κουτί που διψάει για αέρα. Συνεπώς ο χρήστης αν θέλει υψηλές επιδόσεις στον τομέα των θερμοκρασιών θα πρέπει να επενδύσει στην αγορά δύο ακόμα ανεμιστήρων για την πρόσοψη του κουτιού. Παρακάτω ακολουθούν σε μορφή διαγραμμάτων οι μετρήσεις σε εργοστασιακή και υπερχρονισμένη κατάσταση. Εργοστασιακή συχνότητα Υπερχρονισμός Μέτρηση Θορύβου Στατική Πίεση Κλείνοντας και αυτό το κομμάτι από το σημερινό μας review, κάναμε έναν έλεγχο της "στατικής" πίεσης του κουτιού. Αυτό το βήμα έγινε πριν εγκαταστήσουμε hardware στο εσωτερικό του. Ακολουθώντας ευλαβικά το άρθρο Simple, PC-case Static Pressure Indicator (Home made) το αποτέλεσμα έδειξε ουδέτερη πίεση. Εγκατάσταση Υδρόψυξης Ήρθε και η ώρα να δούμε τι μπορεί και που να εγκατασταθεί από άποψη ψυγείων στο εσωτερικό του Corsair Carbide Spec-06. Αρχικά στην πρόσοψη βλέπουμε ότι έχουμε μία απόστασή της από την καλύπτρα περί τα 6.4cm. Συνεπώς μία safe επιλογή είναι ένα ψυγείο με πάχος 30mm και μία σειρά ανεμιστήρων πάχους 25mm. Το ψυγείο στην περίπτωση που επιλέξετε το τριπλό θα πρέπει να εγκατασταθεί με τα ρακόρ, προς τα πάνω, όπως ακριβώς φαίνεται στην δεύτερη φωτογραφία που ακολουθεί. Κακά τα ψέματα όμως με τόσες λύσεις AIO στην αγορά η πιο δημοφιλής θέση είναι αυτή της οροφής. Στην οροφή εγκαταστήσαμε ένα διπλό ψυγείο πάχους 30mm με μία σειρά σειρά ανεμιστήρων και πραγματικά φτάσαμε το κουτί με το παρόν hardware στα όρια. Οι ανεμιστήρες ακούμπησαν τα dims των μνημών και δε τα χάιδεψαν απλά. Με τις λύσεις AIO όμως να έχουν ψυγεία <30mm θεωρούμε ότι δεν θα υπάρξει το παραμικρό πρόβλημα. Στο πίσω μέρος τώρα υπάρχει μία θέση για μονό ψυγείο 120mm. Εδώ θέλει προσοχή στην επιλογή ψυγείου. Αν το ψυγείο σας έχει πλάτος μεγαλύτερο των 120mm, τότε ο ανεμιστήρας θα πρέπει αναγκαστικά να εγκατασταθεί ανάμεσα σε κουτί και ψυγείο. Αν όμως το ψυγείο σας είναι σε πλάτος 120mm, όπως άλλωστε όλες οι AIO, τότε μπορείτε να εγκαταστήσετε τον ανεμιστήρα, είτε όπως την πρώτη περίπτωση που σας περιγράψαμε, είτε όπως στην δεύτερη που φαίνεται στην δεύτερη φωτογραφία που ακολουθεί. Το μέγιστο σε ψυγεία που μπορεί να πάρει ο χρήστης από το κουτί είναι ένα διπλό στην πρόσοψη μέγιστου πάχους 30mm με μία σειρά ανεμιστήρων, ένα διπλό στην οροφή μέγιστου πάχους 30mm με μία σειρά ανεμιστήρων και πάλι και ένα μονό στο πίσω μέρος, για το οποίο δεν υπάρχει κάποιος περιορισμός όσον αφορά το πάχος ή την συστοιχία των ανεμιστήρων. Απολογισμός Η ώρα της κρίσης για ένα ακόμα προϊόν έφτασε. Το σημερινό κουτί θα καταφέρει να φιλοξενήσει αξιοπρεπώς στο εσωτερικό του το οποιοδήποτε Hardware. Δύσκολα θα βρεθεί ψύκτρα που να μην χωράει στο εσωτερικό του με τα 17cm μέγιστο που έχει και ακόμα πιο δύσκολο, να μην χωρέσει κάποια κάρτα γραφικών με περισσότερα από 36cm να είναι διαθέσιμα από άκρη σε άκρη. Το cable management παρά την μικρή απόσταση στο πίσω μέρος θα είναι εύκολη υπόθεση όπως είδαμε κατά την εγκατάσταση του συστήματος και θα μπορέσει να φιλοξενήσει ακόμα και μία custom υδρόψυξη με τρία ψυγεία. και μέσα σε όλα αυτά έχει και έναν RGB controller για να είναι μέσα στη μόδα του RGB. Πέρα όμως από όλα τα ρόδινα που είπαμε με λίγα λόγια μόλις, το κουτί έχασε κάποιους πόντους στις διάφορες υποκατηγορίες της βαθμολογίας. Στον τομέα των χαρακτηριστικών έχασε αρχικά λόγω των μόλις δύο ανεμιστήρων στο εσωτερικό, με έναν εξ αυτών να είναι στην πρόσοψη. Δεν είδαμε ελαστικές ροδέλες στο cage των δίσκων, τα ελαστικά τακουνάκια στη θέση για το τροφοδοτικό είναι ίδια με αυτά του 220Τ iCUE που είδαμε λίγες μέρες πριν και βγαίνουν σχετικά εύκολα από τη θέση τους και φυσικά η απουσία HDD activity LED αλλά και μίας θύρας type C συμπλήρωσαν τις απώλειες σε αυτόν τον τομέα. Στον τομέα της χρηστικότητας τα μόνα δύο πράγματα που θα του καταλογίσω είναι: α) Αυτή η επιμονή για χώρο μικρότερο των 2cm στο πίσω μέρος. Ναι με το Hardware της παρουσίασης δεν παρουσιάστηκε κάποιο πρόβλημα, αλλά εάν ο χρήστης επιλέξει να εγκαταστήσει δίσκους 2.5" στο πίσω μέρος, σίγουρα θα το βρει μπροστά του. Τα 2cm προσωπικά τα θεωρώ το minimum που πρέπει να έχει ένα κουτί εν έτει 2019 και β) Την θέση που επέλεξαν να εγκαταστήσουν τον RGB controller η οποία είναι στο πίσω μέρος ακριβώς πάνω από το τροφοδοτικό. Δεν είναι καθόλου εύκολη η πρόσβαση εκεί είτε το κουτί είναι επάνω στο γραφείο είτε κάτω από αυτό. Στον τομέα των επιδόσεων δεν νομίζω να χρειαστεί να πω και πολλά μιας και οι μετρήσεις μιλάνε από μόνες τους. Είναι ένα κουτί που διψάει για αέρα και ο χρήστης θα πρέπει να του τον δώσει αγοράζοντας ανεμιστήρες αν θέλει υψηλές επιδόσεις. Κλείνοντας στον τομέα της τιμής θεωρώ το προϊόν ακριβό γι αυτά που προσφέρει. Ναι μεν χωράει τα πάντα από άποψη hardware, ναι μεν χωράει τρία ψυγεία ταυτόχρονα για τους λάτρεις του υγρού στοιχείου, αλλά σε αυτή τη τιμή των ~95€ σίγουρα θα μπορούσε να έχει έστω δύο ανεμιστήρες ακόμα στην πρόσοψη και να αλλάξει εντελώς τη βαθμολογία του και στον τομέα των επιδόσεων. Ας μην ξεχνάμε ότι το ομόσταβλό του 220T RGB, κοστίζει 103€ αυτή τη στιγμή στην Ελληνική αγορά και το kit ανεμιστήρων με τον Node core controller με τα οποία είναι εξοπλισμένο κοστίζει 80€. Παρακάτω σε μορφή λίστας μπορείτε να δείτε τα βασικότερα πλεονεκτήματα, αλλά και μειονεκτήματα του σημερινού κουτιού. Την στιγμή που γράφεται η παρουσίαση το κουτί είναι διαθέσιμο στην Ελληνική αγορά στην τιμή των 94,69€ συμπεριλαμβανομένων των φόρων. Το προϊόν φυσικά συνοδεύεται από διετή εγγύηση καλής λειτουργίας. Καλή ποιότητα βαφής και κατασκευής. LED RGB controller. Tempered Glass. Χαμηλά επίπεδα θορύβου. Δυνατότητα εγκατάστασης οποιασδήποτε κάρτας γραφικών αλλά και ψύκτρας επεξεργαστή. Καλύπτρα στη θέση του τροφοδοτικού. Αρκετές θέσεις ανεμιστήρων. Δυνατότητα εγκατάστασης AIO αλλά και τριών ψυγείων ταυτόχρονα. Φίλτρα αφαιρούμενα και πλενόμενα. Αφαιρούμενο cage δίσκων. Μεγάλο CPU cut out. Αντικραδασμικό υλικό στο τροφοδοτικό και Grommets στις οπές διέλευσης των καλωδίων. Δυνατότητα επιλογής ανάμεσα σε δύο εκδόσεις σε λευκό ή μαύρο χρωματισμό. Θα θέλαμε έναν ακόμα ανεμιστήρα στην πρόσοψη του κουτιού. Δεν υπάρχουν grommets στις πάνω οπές για το πέρασμα των καλωδίων. Τα λαστιχένια "τακουνάκια" στη θέση του τροφοδοτικού βγαίνουν σχετικά εύκολα από τη θέση τους. Απουσία HDD activity LED και USB type C. Θα θέλαμε λίγο καλύτερη μελέτη στο cage δίσκων όσων αφορά τις αντικραδασμικές ροδέλες. Η θέση που έχει εγκατασταθεί ο RGB controller είναι δύσκολα προσβάσιμη. Τιμή. Με βάση όλα τα παραπάνω η γενική βαθμολογία που αποσπά το Corsair Carbide Spec-06 RGB , δε μπορεί να είναι μικρότερη από:  TheLAB.GR Ευχαριστούμε θερμά την Corsair για την παραχώρηση του δείγματος της δοκιμής. Για το TheLab.gr karmen1983 02/09/2019
  13. Εισαγωγή Δεν έχει περάσει πολύς καιρός από την παρουσίαση της ασύρματης έκδοσης της σιδερένιας δαγκάνας της Corsair ή αλλιώς Ironclaw και έφτασε στο εργαστήρι μας το ολοκαίνουργιο Corsair Ironclaw RGB Wireless Gaming Mouse. Με χαρακτηριστικά που προϊδεάζουν για απόλυτη εργονομία, χρηστικότητα και επιδόσεις (συν RGB φωτισμό για περισσότερα FPS) μένει να δούμε εάν στην πράξη καταφέρνει να πραγματοποιήσει όσα υπόσχεται. Μπορούν άραγε τα καλώδια να γίνουν παρελθόν ακόμα και στο γραφείο ενός competitive gamer; Για μια πρώτη ιδέα για το τι σας περιμένει στο review που ακολουθεί, δεν έχετε παρά να παρακολουθήσετε το επίσημο promotional video της κατασκευάστριας και γρήγορα ας περάσουμε στην σημερινή παρουσίαση. Συσκευασία - Παρελκόμενα Η συσκευασία του Corsair Ironclaw RGB Wireless (το οποίο χάρη συντομίας από εδώ και πέρα θα αποκαλούμε σκέτο Ironclaw) είναι η τυπική εδώ και αρκετό καιρό κιτρινόμαυρη συσκευασία των gaming προϊόντων της Corsair. Μπορούμε να πούμε με απόλυτη σιγουριά πως ακόμα και εάν σβήναμε όλα τα σχετικά λογότυπα, θα εξακολουθούσε να φωνάζει από μακριά πως πρόκειται για Corsair. Η συσκευασία, σε αντίθεση με το Dark Core RGB που είδαμε σε παλαιότερη παρουσίαση, δε διαθέτει κάποιας μορφής ζελατίνα ώστε να βλέπουμε από κοντά το προϊόν πριν το αγοράσουμε. Διαθέτει όμως τόσο μία μεγάλη φωτογραφία αυτού στην μπροστινή πλευρά, όσο και αναλυτικά τα τεχνικά χαρακτηριστικά του σε πολλές γλώσσες στην πίσω πλευρά. Οι δύο πλαϊνές όψεις της συσκευασίας εξυπηρετούν κατά κύριο λόγο αισθητικούς σκοπούς, όντας μαύρες για λόγους αντίθεσης και χωρίς κάποια ιδιαίτερης αξίας πληροφορία. Ένα ιδιαίτερο χαρακτηριστικό του Ironclaw, που τονίζεται με τα σχετικά λογότυπα στην πλευρά που φιλοξενεί τα γενικά τεχνικά χαρακτηριστικά, είναι η τεχνολογία Slipstream που αναλαμβάνει την ασύρματη σύνδεση του Ironclaw με τον υπολογιστή σας. Χρησιμοποιεί τη συχνότητα των 2.4 GHz και έχει αναπτυχθεί για την Corsair από την RTX μία εταιρεία που εξειδικεύεται στην ανάπτυξη ασύρματων προϊόντων διασύνδεσης και επικοινωνίας. Ανοίγοντας τη συσκευασία, εκτός από το ποντίκι βρίσκουμε και μία σειρά από παρελκόμενα που βλέπουμε στη φωτογραφία που ακολουθεί. Αυτά, εκτός από το υποτυπώδες manual (το οποίο καλό είναι να κρατήσετε κάπου πρόχειρο γιατί εξηγεί διάφορες καταστάσεις του mouse που απεικονίζονται χρωματικά μέσω κάποιου RGB Led) και τα σχετικά με εγγύηση και ανακύκλωση, είναι ένα ποιοτικότατο (αλλά αρκετά σκληρό) καλώδιο USB Type-A to Micro-USB για τη φόρτιση του ποντικιού, ένας μετατροπέας από θηλυκό Type-A σε θηλυκό Micro-USB και φυσικά το μικροσκοπικό ασύρματο dongle για την επικοινωνία του ποντικιού με τον υπολογιστή σας. Ο μετατροπέας, ο οποίος σε αντίθεση με αυτόν που είχαμε δει στο Dark Core δε διαθέτει κάποιο λογότυπο της Corsair, χρησιμοποιείται για την περίπτωση που επιθυμούμε να χρησιμοποιήσουμε το καλώδιο της φόρτισης (ή και της ενσύρματης λειτουργίας) ως καλώδιο προέκτασης ώστε να τοποθετήσουμε το dongle κάπου που θα έχει τη βέλτιστη επικοινωνία με το ποντίκι μας. Τεχνικά Χαρακτηριστικά Τα τεχνικά χαρακτηριστικά του Corsair Ironclaw RGB Wireless Mouse παρατίθενται στον πίνακα που ακολουθεί: Σύμφωνα με την ευρωπαϊκή ιστοσελίδα της Corsair, η προτεινόμενη τιμή λιανικής του Ironclaw ανέρχεται στα 79,99 €. Φυσικά το ποντίκι συνοδεύεται από διετή εγγύηση και στην ελληνική αγορά κατά το χρόνο συγγραφής της παρουσίασης το βρήκαμε σε αρκετά καταστήματα με την τιμή του να ξεκινάει από τα 75.99 €. Κάτω από το φακό Όπως είδαμε και στα τεχνικά χαρακτηριστικά, το Ironclaw διαθέτει 10 πλήρως προγραμματιζόμενα πλήκτρα. Η κατασκευή του προορίζεται αποκλειστικά για δεξιόχειρες και ακόμα πιο συγκεκριμένα για όσους προτιμούν το palm-grip. Ως εκ τούτου, η πλειοψηφία των πλήκτρων βρίσκεται από το κέντρο και προς τα αριστερά προοριζόμενη για πάτημα από αντίχειρα και δείκτη. Όσον αφορά το αισθητικό του πράγματος, αρχικά πρέπει να πούμε πως αν και ογκώδες με πολλές ακμές και σαφώς gaming αισθητική καταφέρνει να μην είναι κραυγαλέο. Το συνολικό του μήκος ανέρχεται στα 13 εκατοστά, το πλάτος του στο φαρδύτερό του σημείο φτάνει τα 8 εκατοστά, ενώ το βάρος του ανέρχεται στα 130 γραμμάρια. Οι διαστάσεις αυτές το καθιστούν ιδανικό για ένα φυσιολογικό αντρικό χέρι, όπως του γράφοντος που έχει μήκος από την άρθρωση του καρπού έως την άκρη του μεσαίου δακτύλου 20 εκατοστά. Για αυξημένη σταθερότητα στις γρήγορες και απότομες κινήσεις, τόσο η αριστερή περιοχή όπου ακουμπάει ο αντίχειρας όσο και η αντίστοιχη δεξιά πλευρά όπου ακουμπά ο παράμεσος και ο μικρός, διαθέτουν λαστιχένια επίστρωση με τέτοια υφή που βοηθά το όσο το δυνατό καλύτερο και σταθερότερο κράτημα. Λαστιχένια με υφή που θυμίζει ελαστικό οχήματος έχει και η αρκετά ευμεγέθης ροδέλα. Στην αριστερή πλευρά βρίσκουμε τρία ενδεικτικά LED τα οποία εξυπηρετούν λειτουργικούς σκοπούς, δείχνοντάς μας την κατάσταση της μπαταρίας και το DPI προφίλ που έχουμε επιλέξει, ενώ μπροστά, στο σημείο που θα βρίσκαμε σε ένα ενσύρματο ποντίκι το καλώδιο, υπάρχει μία θύρα Micro USB (και όχι μία Type C) που χρησιμοποιείται τόσο για τη φόρτιση όσο και για την ενσύρματη λειτουργία του ποντικιού. Τέλος, στην κάτω πλευρά του Ironclaw βρίσκουμε τέσσερα pad διαφόρων μεγεθών (από πολύ μεγάλο πάνω δεξιά έως μικρό κάτω αριστερά), τον αισθητήρα PMW3391 και τον διακόπτη 3 θέσεων από όπου μπορείτε τόσο να σβήνετε το ποντίκι για τη μέγιστη διάρκεια μπαταρίας όταν δεν το χρησιμοποιείτε, όσο και να εναλλάσσετε το πρωτόκολλο επικοινωνίας μεταξύ Bluetooth και 2.4 GHz. Corsair iCue Όπως όλα τα gaming περιφερειακά της Corsair που έχουν παρουσιαστεί μέσα από τις σελίδες των reviews του TheLab.gr, έτσι και το Ironclaw συνεργάζεται με το λογισμικό της Corsair, το Corsair iCue για την παραμετροποίησή του. Μιας και το iCue έχει παρουσιαστεί αρκετές φορές και μάλιστα στο review του Dark Core, o pol77 είχε δώσει αρκετά screenshots, θα περιοριστούμε σήμερα στα απολύτως απαραίτητα. Αρχικά πρέπει να πούμε πως τα διάφορα προφίλ που μπορούμε να δημιουργήσουμε (ώστε να έχουμε έτοιμες τις ρυθμίσεις που μας βολεύουν ανάλογα με το παιχνίδι ή την εφαρμογή που θέλουμε να εκτελέσουμε) είναι ενιαία για όλες τις συσκευές Corsair που διαθέτουμε συνδεδεμένες με το iCue ενώ φυσικά είναι η δυνατή η αυτόματη εναλλαγή των προφίλ. Μάλιστα σε περίπτωση που επιθυμείτε να χρησιμοποιείτε τα προφίλ και για εκτός gaming εφαρμογές, πρέπει να τονίσουμε πως η εναλλαγή των προφίλ γίνεται τη στιγμή που φέρνεται το σχετικό παράθυρο στο προσκήνιο. Έτσι μπορείτε να έχετε δύο διαφορετικά προφίλ, ένα πχ για το Photoshop και ένα για το Autocad και τη στιγμή που πατάτε στο παράθυρο της κάθε εφαρμογής να ενεργοποιείται και το σχετικό προφίλ. O προγραμματισμός των πλήκτρων του Ironclaw, είτε αυτός αφορά μακροεντολές είτε key remapping γίνεται από την καρτέλα actions. Όσοι έχετε συνηθίσει τις αντίστοιχες εφαρμογές των προϊόντων της Microsoft και τις Logitech (οι οποίες όσον αφορά τα βασικά μοντέλα τους είναι αρκετά περιορισμένες) ενδεχομένως να δυσκολευτείτε στην αρχή με το να καταλάβετε τη λογική, αλλά αφού ξεπεράσετε την αρχική ανηφόρα της καμπύλης εκμάθησης, τα πράγματα είναι απλά. Περνώντας στα εφέ φωτισμού, όπως είπαμε και νωρίτερα έχουμε 3 ανεξάρτητες ζώνες φωτισμού, το λογότυπο, την περιοχή της ροδέλας και το μπροστινό μέρος. Αυτά μπορούν να ρυθμιστούν σε όλα τα γνωστά εφέ, με πρακτικά απεριόριστες επιλογές χρώματος. Στη συνέχεια βλέπουμε την καρτέλα ρύθμισης των DPI. Από εδώ μπορούμε να φτιάξουμε όσα σετ 4άδων θέλουμε μεταξύ των οποίων μπορούμε να κάνουμε εναλλαγή on the fly από τα πλήκτρα που βρίσκονται στα αριστερά του αριστερού κύριου πλήκτρου. Έτσι στο παράδειγμα που βλέπουμε στο screenshot που ακολουθεί έχουμε επιλογές για 800, 1500 και 3000 DPI με εναλλαγή από τα δύο προαναφερθέντα πλήκτρα συν μία επιλογή sniper στα 400 DPI η οποία μπορεί να ενεργοποιείται από το πλήκτρο της επιλογής μας. Η ρύθμιση που έχουμε ανά πάσα στιγμή επιλέξει, είναι άμεσα ορατή από τα σχετικά led. που βρίσκονται στην περιοχή του αντίχειρα (τα ίδια που δείχνουν και την κατάσταση της μπαταρίας). Έτσι εάν δείτε λίγο πιο προσεκτικά το screenshot θα διαπιστώσετε πως είναι αναμένα μόνο δύο από τα τρία led, ενώ το τριγωνάκι στο δεύτερο DPI setting μας δείχνει ότι αυτό είναι το επιλεγμένο. Αντίστοιχα, εάν επιλέξουμε το τρίτο setting, θα ανάψουν και τα τρία led, ενώ εάν πατήσουμε το πλήκτρο sniper, το χρώμα των led θα αλλάξει σε κόκκινο. Στην καρτέλα performance όπως βλέπουμε μπορούμε να ενεργοποιήσουμε τις επιλογές angle snapping και enhance pointer precision. Δεδομένου ότι και οι 2 αυτές επιλογές έχουν κατηγορηθεί αρκετά για την επίδρασή τους στα παιχνίδια καλό θα ήταν να τις αφήσετε απενεργοποιημένες (τουλάχιστον στο gaming προφίλ σας). Εν συντομία, για όσους δεν γνωρίζουν, το μεν angle snapping αποτελεί μία μορφή εξομάλυνσης της κίνησης του ποντικιού, το δε pointer precision επιταχύνει την κίνηση του δείκτη ανάλογα με την ταχύτητα που κινείται το ποντίκι. Τέλος στην καρτέλα Surface Calibration μπορούμε (εφόσον έχουμε πρώτα συνδέσει το ποντίκι μας ενσύρματα) να κάνουμε ένα calibration του αισθητήρα πάνω στην επιφάνεια που χρησιμοποιούμε ώστε να βελτιστοποιήσουμε την απόδοση αυτού. Κλείνοντας αυτή την ενότητα πρέπει να αναφέρουμε πως υπάρχει δυνατότητα για αποθήκευση στο ποντίκι 3 συνολικά Hardware Profiles τα οποία θα είναι πάντα διαθέσιμα ανεξάρτητα από τη λειτουργία του iCue. Επιπλέον, τα προφίλ αυτά είναι διαθέσιμα και όταν το ποντίκι είναι συνδεδεμένο μέσω bluetooth (πράγμα εξαιρετικά χρήσιμο μιας και τότε δεν υπάρχει επικοινωνία με το iCue) Αποτελέσματα Μετρήσεων Για τη μέτρηση των επιδόσεων του Corsair Ironclaw RGB wireless χρησιμοποιήσαμε όπως πάντα το Enotus Mouse Test. Πραγματοποιήσαμε 3 σετ μετρήσεων, ένα για κάθε τρόπο σύνδεσης και τα αποτελέσματα παρουσιάζονται στα παρακάτω γραφήματα. Για τις ανάγκες των μετρήσεων χρησιμοποιήσαμε το Corsair MM350 Mousepad που σας παρουσιάσαμε πριν λίγες εβδομάδες, αφού πρώτα είχαμε κάνει και τη διαδικασία calibration που δείξαμε στην προηγούμενη ενότητα. Ξεκινώντας από το polling rate (το οποίο αποτελεί σημαντικό κριτήριο αγοράς από αρκετούς gamers) έχουμε να πούμε πως το Ironclaw συμπεριφέρθηκε άψογα. Τόσο συνδεδεμένο με καλώδιο όσο και με τον proprietary ασύρματο πομποδέκτη πέτυχε τιμές που κυμαινόταν από 994 έως και 1000 Hz. Πάρα πολύ καλά ήταν και τα αποτελέσματα με σύνδεση bluetooth όπου οι μετρήσεις μας έδειξαν περίπου 500 Hz. Όσον αφορά το accuracy, οι μετρήσεις έδειξαν εξίσου καλά αποτελέσματα, σταθερά πάνω από το 94%. Το εύρος αποτελεσμάτων κυμάνθηκε σε περίπου 5 ποσοστιαίες μονάδες, που κατά την άποψη του γράφοντος είναι εντός του στατιστικού σφάλματος και της ακρίβειας του χεριού στο να επαναφέρει το ποντίκι στην αρχική θέση. Για το τέλος αφήσαμε το smoothness. Εδώ τα αποτελέσματα προβλημάτισαν αρκετά τόσο το γράφοντα όσο και τους συναδέλφους reviewers των οποίων ζητήθηκε η άποψη. Γενικώς όπως βλέπετε οι μετρήσεις ήταν από κακές έως πολύ κακές. Για να αποκλείσουμε την πιθανότητα κάποιου θέματος ασυμβατότητας, δοκιμάσαμε το ποντίκι σε 2 διαφορετικά PC, με διαφορετικά mousepad και με διαφορετικά καλώδια USB, ενώ για να αποκλείσουμε την πιθανότητα ο γράφων να αδυνατεί να εκτελέσει σωστά το test (το οποίο περιλαμβάνει την κυκλική κίνηση του ποντικιού με σταθερή ταχύτητα) ο γράφων έκανε το ίδιο test και με άλλα δύο ποντίκια. Το συμπέρασμα είναι πως δεν έφταιγε τίποτα από όλα αυτά. Ενδεχομένως λοιπόν να υπάρχει κάποια ασυμβατότητα ανάμεσα στον τρόπο που λειτουργεί ο αισθητήρας και στον τρόπο που μετράει το enotus το smoothness. Αξίζει στο σημείο αυτό να τονίσουμε πως κατά τη χρήση του Ironclaw δεν αντιληφθήκαμε το παραμικρό ψεγάδι στην ομαλότητα της κίνησής του που να δικαιολογεί τα παραπάνω αποτελέσματα. Συγκριτικά αποτελέσματα μετρήσεων Μιας και δεν μας αρέσει να παραθέτουμε ξερά αποτελέσματα χωρίς να υπάρχει κάποια σύγκριση, σας παραθέτουμε στη συνέχεια και συγκριτικά γραφήματα των μετρήσεων της προηγούμενης ενότητας. Μιας και το μοναδικό ασύρματο gaming ποντίκι που πέρασε εδώ και καιρό από τον πάγκο του TheLab.gr ήταν το Dark Core RGB Wireless της Corsair, θα συγκρίνουμε μόνο με αυτό και στο μέλλον τα γραφήματα θα εμπλουτίζονται. EΝΣΥΡΜΑΤΗ ΣΥΝΔΕΣΗ Τα αποτελέσματα και των δύο ποντικιών όσον αφορά το polling rate και το accuracy είναι πανομοιότυπα. Αντιθέτως στη μέτρηση του smoothness βλέπουμε το μεν Dark Core να δίνει καλά αποτελέσματα, ενώ το Ironclaw όχι. ΑΣΥΡΜΑΤΗ ΣΥΝΔΕΣΗ 2.4 Ghz Στην ασύρματη σύνδεση τα πράγματα είναι κάπως διαφορετικά. Όσον αφορά το polling rate η τεχνολογία slipstream φαίνεται να δίνει σαφώς καλύτερα αποτελέσματα, στο accuracy η πλάστιγγα γέρνει ελαφρώς υπέρ του Dark Core ενώ στο smoothness και τα δύο ποντίκια έχουν κακά αποτελέσματα. BLUETOOTH ΣΥΝΔΕΣΗ Τέλος όσον αφορά τη σύνδεση Bluetooth τα αποτελέσματα είναι επίσης ανάμεικτα. Το μεν Ironclaw κερδίζει κατά κράτος το Dark Core στο polling rate, έχουν παρόμοια αποτελέσματα στο accuracy, ενώ στο smoothness η διαφορά των δύο ποντικιών είναι χαοτική. Εμπειρία Χρήσης Το Corsair Ironclaw RGB Wireless χρησιμοποιήθηκε από το γράφοντα για αρκετές εβδομάδες πριν τη δημοσίευση της σημερινής παρουσίασης. Στην καθημερινή του χρήση σε μία εκτεταμένη σειρά από εργασίες που περιλάμβαναν όλα όσα πιθανώς θα κάνει ο χρήστης τους (εκτός από competitive gaming και Fortnite - Ι am too old for this s$$t) δεν διαπιστώθηκε το παραμικρό ψεγάδι κατά τη λειτουργία του. Το βάρος του, παρά τη μπαταρία, δεν κούρασε καθόλου, η διάρκεια της μπαταρίας ήταν πολύ κοντά στα ονομαστικά της corsair (αν και είναι λίγο δύσκολο να την μετρήσουμε ακριβώς) και ο φωτισμός RGB έδινε αυτό το ξεχωριστό wow effect σε όσους το έβλεπαν. Τονίζουμε στην παραπάνω φράση το σε όσους το έβλεπαν, μιας και όταν ο χρήστης κρατάει στα χέρια του το Ironclaw, ουσιαστικά δεν βλέπει τίποτα από τα RGB διακοσμητικά καθώς το λογότυπο κρύβεται από την παλάμη, ο φωτισμός της ροδέλας κρύβεται από τα δάχτυλα και ο μπροστινός φωτισμός αχνοφαίνεται πάνω στο mousepad. Αντίθετα, τα 3 ενδεικτικά φωτάκια που βρίσκονται στο σημείο που ακουμπά ο αντίχειρας, ήταν ορατά πάντα και έδιναν πολύτιμες πληροφορίες στον χρήστη, τόσο για τα επιλεγμένα προφίλ όσο και για την κατάσταση της μπαταρίας. Ένα μικρό ψεγάδι που βρήκαμε κατά την ενσύρματη χρήση του Ironclaw ήταν πως το καλώδιο που παρέχεται είναι αρκετά σκληρό, πράγμα που δυσκολεύει λίγο την κίνηση του ποντικιού, ιδιαίτερα εάν ο χώρος στο γραφείο είναι περιορισμένος, ενώ η θύρα micro USB κάνει λίγο πιο δύσκολη την τοποθέτησή του σε σχέση με το να υπήρχε μία Type C. Τέλος, τα προγραμματιζόμενα πλήκτρα ήταν όλα σε σημεία εύκολα προσβάσιμα από δείκτη και αντίχειρα και με λίγη συνήθεια μπορούν να μετατρέψουν το Ironclaw σε ένα πραγματικό εργαλείο, ενώ άψογο ήταν και η εφαρμογή του Ironclaw με την δεξιά παλάμη του γράφοντος. Επίλογος - Συμπεράσματα Κάπου εδώ λοιπόν φτάσαμε στο τέλος και της σημερινής παρουσίασης και την ώρα του τελικού συμπεράσματος. Αξίζει τα 80 ευρώ που ζητάει το Ironclaw RGB Wireless; Η απάντηση είναι πως ναι. Είναι εξαιρετικά παραμετροποιήσιμο, η συνδεσιμότητά του είναι πληρέστατη, σαν ποντίκι συμπεριφέρεται άψογα, η ποιότητα κατασκευής του είναι η τυπική της Corsair ενώ, φυσικά, έχει και μπόλικα RGB LEDs. Αν λοιπόν δίνετε σημασία σε κάποιο ή κάποια από τα παραπάνω τότε το Ironclaw RGB Wireless είναι σίγουρα ένα ποντίκι που αξίζει να βάλετε στα υπόψιν. Άλλωστε με μία γρήγορη αναζήτηση στο τι κυκλοφορεί στην αγορά θα δείτε πως η πλειοψηφία των επώνυμων gaming ποντικιών με αντίστοιχα χαρακτηριστικά κοστίζουν το ίδιο ή και περισσότερο. Ας συνοψίσουμε λοιπόν τα υπέρ και τα κατά του Corsair Ironclaw RGB Wireless Mouse ώστε να περάσουμε και στη βαθμολογία. Ο καλός Ποιότητα κατασκευής RGB φωτισμός Ενσύρματη, ασύρματη 2.4 Ghz & Bluetooth συνδεσιμότητα Αισθητήρας 18000 DPI Αίσθηση διακοπτών Πλήρως παραμετροποιήσιμο μέσω του iCue Ο κακός Αποτελέσματα μετρήσεων smoothness Σκληρό και άκαμπτο καλώδιο Θύρα Micro USB αντί για Type C Ο Αδιάφορος H κατανάλωση μπαταρίας είναι λογική για την κατηγορία αλλά μεγάλη γενικώς. Με βάση τα παραπάνω, η βαθμολογία του Corsair Ironclaw RGB Wireless είναι:  TheLAB.GR Ευχαριστούμε θερμά την Corsair για την παραχώρηση του δείγματος της δοκιμής. Γεώργιος "GriGaS" Ρήγας 06/08/2019
×
×
  • Create New...

Important Information

By using this site, you agree to our Terms of Use.