Jump to content

Search the Community

Showing results for tags 'headset'.



More search options

  • Search By Tags

    Type tags separated by commas.
  • Search By Author

Content Type


Categories

  • Ειδήσεις
    • Press Releases

Categories

  • Cases Reviews
  • Heatsinks, Coolers & Watercooling Reviews
  • Input Devices & Peripherals Reviews
  • Barebones, NAS, Media Players Reviews
  • SSDs, HDDs and Controllers Reviews
  • Smartphones, Tablets and Gadgets Reviews
  • VGAs, Motherboards, CPUs & RAM Reviews
  • Power Supplies Reviews
  • Software & Games Reviews
  • Από το Εργαστήρι
  • Reviews in English

Forums

  • TheLab.gr
    • Ειδήσεις
    • Reviews
    • Από το Εργαστήρι
    • Thelab.gr Νέα και σχόλια
    • Δημοσκοπήσεις
    • Παρουσιάσεις Μελών
    • Τεχνολογικοί Προβληματισμοί
  • Talk to...
    • GearBest.com
    • Geekbuying.com
    • Coolicool.com
    • TomTop.com
  • Hardware & Overclocking
    • Intel Platform
    • AMD Platform
    • Κάρτες Γραφικών
    • Μνήμες DDR/DDR2/DDR3/DDR4
    • Αποθήκευση (HDD, SSD, NAS)
    • Κουτιά
    • Ψύξη
    • Τροφοδοτικά
    • Γενικά για Η/Υ
    • Modding & DIY
    • Μετρήσεις & Αποτελέσματα Υπερχρονισμών
  • Εργαλεία και Ιδιοκατασκευές (DIY)
    • Το στέκι του μάστορα
  • Περιφερειακά
    • Οθόνες & Projectors
    • Πληκτρολόγια και ποντίκια
    • Ήχος και Multimedia
    • 3D Εκτύπωση & CNC machines
    • Εκτυπωτές
    • Λοιπά Περιφερειακά
    • VR Technology
  • Software & Δίκτυα
    • Windows
    • Linux
    • Mac OS
    • Δίκτυα & Internet
    • Antivirus & Security
  • Gaming
    • PC Gaming
    • Steam & άλλες κοινότητες
    • Console & Handheld Gaming
  • Κινητές πλατφόρμες
    • Φορητοί υπολογιστές
    • Smartphones
    • Tablets
    • Gadgets, GPS, κτλ
    • Γενική Συζήτηση
  • Φωτογραφία κι εξοπλισμός
    • Φωτογραφικές μηχανές και λοιπά αξεσουάρ
    • Φωτογραφίες, επεξεργασία και δοκιμές
  • IT Section
    • Servers & hardware
    • Server OS & Virtualisation
    • Networking
    • Databases
    • Programming & Scripting
    • Web Development & DTP
  • Προσφορές & καταστήματα
    • Προσφορές και ευκαιρίες αγορών
    • Τι-Που-Πόσο
  • Το Παζάρι
    • Πωλήσεις
    • Ζήτηση
  • Γενική Συζήτηση
    • Off topic
    • The Jungle
    • Forum Δοκιμών
    • Αρχείο

Calendars

  • Ημερολόγιο Κοινότητας
  • Ημερολόγιο Gaming

Blogs

  • in|security
  • freesoft.gr
  • Virtual[DJD]
  • Οι αυτοματισμοί του τεμπέλη...

Find results in...

Find results that contain...


Date Created

  • Start

    End


Last Updated

  • Start

    End


Filter by number of...

Joined

  • Start

    End


Group


Skype


Website URL


Περιοχή


Ενδιαφέροντα


Επάγγελμα


Steam


Biography

Found 84 results

  1. Πριν 3 περίπου χρόνια σας είχαμε παρουσιάσει την ναυαρχίδα των gaming headsets της corsair, τα Void Wireless RGB 7.1. Στο διάστημα που μεσολάβησε από τότε, τα Void εξακολουθούν να αποτελούν το κορυφαίο ασύρματο headset της Corsair, στην γκάμα όμως ήρθε να προστεθεί και ένα ακόμα ζευγάρι τα HS70 που θα σας παρουσιάσουμε σήμερα. Όπως θα δείτε στις παραγράφους που ακολουθούν, τα HS70 αν και δε στερούνται χαρακτηριστικών λειτουργικότητας είναι σίγουρα πιο "σοβαρά" όσον αφορά το σχεδιασμό τους και δε διαθέτουν RGB φωτισμό, πράγμα που άλλους θα στεναχωρήσει, άλλους θα ευχαριστήσει, ενώ δεν αποκλείεται κάποιοι να παραμείνουν αδιάφοροι. Θα κλείσουμε τη σύντομη αυτή εισαγωγή με το επίσημο βίντεο της Corsair στο κανάλι της στο Youtube. Συσκευασία Τα Corsair HS70 Wireless, τα οποία χάρη συντομίας θα αποκαλούμε από εδώ και πέρα HS70, έρχονται σε μία χαρτονένια συσκευασία η οποία ακολουθεί την αισθητική της σειράς Gaming που είδαμε και σε προηγούμενες παρουσιάσεις. Οι γραφίστες της Corsair έχουν κάνει πολύ καλή δουλειά μιας και παρά την υπερπληθώρα πληροφοριών και λογότυπων το αισθητικό αποτέλεσμα είναι πολύ καλό, χωρίς να υπάρχουν οι υπερβολές που συναντάμε ορισμένες φορές σε περιφερειακά με gaming προσανατολισμό. Ο μελλοντικός αγοραστής μπορεί να ενημερωθεί για όλα τα χαρακτηριστικά των HS70 και το μόνο που λείπει είναι ένα παράθυρο από σκληρή ζελατίνα (πράγμα που συνηθίζεται σε headsets) για να τα δει και από κοντά. Για όσους χρησιμοποιούν την εν λόγω εφαρμογή αξίζει να σημειώσουμε πως τα HS70 είναι πιστοποιημένα για την ορθή συνεργασία τους με τo Discord που χρησιμοποιείται για την επικοινωνία μεταξύ παικτών σε on line παιχνίδια. Παρελκόμενα Τα παρελκόμενα των HS70 είναι λίγο πολύ τα αναμενόμενα. Ένας USB πομποδέκτης, ένα πολύ καλής ποιότητας (αλλά όχι sleeved) καλώδιο microUSB -> USB για την φόρτιση και σύνδεση με τον υπολογιστή και κάποια συνοπτικά εγχειρίδια με τις απαραίτητες πληροφορίες. Ανάλογα με το εάν χρησιμοποιείτε ή όχι το μικρόφωνο, μπορείτε να θεωρήσετε ως παρελκόμενο και το αποσπώμενο μικρόφωνο. Η σύνδεσή του στο κυρίως σώμα του heafset γίνεται μέσω θύρας 3.5 mm χωρίς να υπάρχει η δυνατότητα αποθήκευσης ή μετακίνησής του σε κάποιο σημείο που δεν ενοχλεί. Αισθητή κάνει την απουσία του κάποιο καλώδιο προέκτασης USB ώστε να φέρουμε τον πομποδέκτη σε κάποιο σημείο που θα εξασφαλίσει τη μέγιστη δυνατή εμβέλεια των HS70. Δεδομένης της τιμής τους θα θέλαμε να είχε συμπεριληφθεί στη συσκευασία ένα καλώδιο - βάση, δεδομένου ότι το κόστος δε θα επιβάρυνε σημαντικά το συνολικό. Και μία πιο κοντινή ματιά στο μικρόφωνο, το οποίο χωρίς να διεκδικεί κάποιο βραβείο σχεδιασμού ή πρωτοτυπία είναι αν μη τι άλλο εξαιρετικής κατασκευής. Τεχνικά Χαρακτηριστικά Στον πίνακα που ακολουθεί παρατίθενται αναλυτικά τα τεχνικά χαρακτηριστικά των HS70. Τα Corsair HS70 είναι διαθέσιμα στην ελληνική αγορά σε τιμή που ξεκινά λίγο κάτω από τα 100 ευρώ και φυσικά όπως όλα τα αντίστοιχα προϊόντα της Corsair συνοδεύονται από διετή εγγύηση. Εκτός από τα λευκά που σας παρουσιάζουμε σήμερα, μπορείτε να τα βρείτε και μαύρο (η corsair τα ονομάζει carbon) και σε μαύρο με κρεμ λεπτομέρειας (τα SE - Special Edition). Κάτω από το φακό Για τις ανάγκες της φωτογράφισης των Corsair HS70 όπως θα δείτε στις φωτογραφίες που ακολουθούν χρησιμοποιήσαμε τη βάση ST100 την οποία σας παρουσιάσαμε πριν λίγο καιρό. Όπως βλέπετε, HS70 παρεκλίνουν από την αισθητική των gaming προϊόντων που θα θέλει φορτωμένα, με γωνίες, πολλά λογότυπα και ενδεχομένως RGB φωτισμό και μπορούν να χαρακτηριστούν κλασσικού σχεδιασμού και διακριτικά (ιδιαίτερα στις πιο σκούρες εκδοχές τους και όσο μπορεί να το επιτρέψει ο όγκος τους). Σε πολύ μεγάλο μέρος της κατασκευής τους έχει χρησιμοποιηθεί αλουμίνιο αντί για πλαστικό καθιστώντας τα στιβάρα και ανθεκτικά χωρίς παράλληλα να επηρεάζεται σημαντικά το βάρος τους. Όπως ήδη είδαμε το μικρόφωνο τους είναι αποσπώμενο και τοποθετείται στον αριστερό οδηγό, εκεί που βρίσκουμε και τα περισσότερα χειριστήρια ελέγχου. Τα χειριστήρια ελέγχου των HS70 βρίσκονται στους δύο οδηγούς, σε θέσεις εύκολες για τα δάχτυλα του χρήστη. Οι σχεδιαστές της Corsair επέλεξαν να τοποθετήσουν το μπουτόν on/off στον δεξί οδηγό και όλα τα υπόλοιπα στον αριστερό με το σκεπτικό να μη μπερδεύεται ο χρήστης. Σοφή επιλογή κατά την άποψή μας. Έτσι στον αριστερό οδηγό βρίσκουμε το περιστροφικό ποτενσιόμετρο ελέγχου της έντασης του ήχου, ένα μπουτόν για την απενεργοποίηση του μικροφώνου, ένα ενδεικτικό led τη θύρα micro usb για την φόρτιση και τη θύρα 3.5mm για τη σύνδεση του μικροφώνου. Όπως βλέπετε, η θύρα σύνδεσης του μικροφώνου διαθέτει και λαστιχένιο καπάκι με το λογότυπο της Corsair ώστε σε περίπτωση που δε χρησιμοποιείτε το μικρόφωνο να είναι προστατευμένη από τις σκόνες. Περνώντας στα ρυθμιστικά ύψους των ακουστικών, τα HS70 διαθέτουν κλιμακωτό μηχανισμό με 8 σκάλες από κάθε πλευρά δίνοντας τη δυνατότητα μεγάλου εύρους ρυθμίσεων. Ο μηχανισμός είναι εξ ολοκλήρου μεταλλικός (αναμενόμενο για headset αυτής της κατηγορίας τιμής) προδιαθέτοντάς μας θετικά για τη μακροζωία του. Όσον αφορά τη στέκα, αυτή είναι κατά την άποψή μας το μεγάλο highlight των ακουστικών, όντας από δερματίνη με λευκά καπιτονέ γαζιά, θυμίζοντας κάθισμα σπορ αυτοκινήτου. Γούστα είναι βέβαια αυτά και μπορεί κάποιοι να τη βρουν αδιάφορη, ο γράφων πάντως τη λάτρεψε. Στο επάνω μέρος της διαθέτει ένα ευμεγεθέστατο λογότυπο της Corsair, πράγμα αρκετά συνηθισμένο σε πολλά μοντέλα ακουστικών. Λογισμικό Όπως όλα τα προϊόντα της Corsair, έτσι και τα HS70 συνεργάζονται με το λογισμικό iCue για όσες ρυθμίσεις τους δεν γίνονται από τα ενσωματωμένα χειριστήρια. Φυσικά δεδομένης της απουσίας φωτισμού, οι προαναφερθείσες ρυθμίσες είναι αρκετά περιορισμένες. Στην κεντρική σελίδα του iCue έχουμε τρεις ενότητες. Στα αριστερά βρίσκουμε τα 5 προφίλ του equalizer, τα οποία είναι επεξεργάσιμα, ενώ φυσικά μπορούμε να προσθέσουμε και δικά μας. Κάτω δεξιά, υπάρχουν τα slider του equalizer ώστε να ρυθμίσουμε ανά συχνότητα βάσει του προσωπικού μας γούστου το πώς θα ακούγεται ο ήχος και πάνω δεξιά βρίσκουμε δύο ρυθμιστικά για το μικρόφωνο, για την ένταση και το sidetone αυτού. Τέλος το ευμεγέθες εικονίδιο "7.1 Surround Sound" έχει διπλή λειτουργία, μιας και πέραν της ενημέρωσής μας για το ότι είναι ενεργοποιημένη η συγκεκριμένη λειτουργία, χρησιμοποιείται και ως κουμπί για την εναλλαγή ανάμεσα σε αυτή και τον απλό στερεοφωνικό ήχο. Περνώντας στην καρτέλα των ρυθμίσεων, αυτά που αφορούν αποκλειστικά τα HS70 βρίσκονται πάνω δεξιά, και είναι η κατάσταση της μπαταρίας, η ενεργοποίηση των φωνητικών ειδοποιήσεων, η αναβάθμιση του firmware, ο χρόνος αναμονής μέχρι την αυτόματη απενεργοποίηση και η επιλογή του χρώματος των ακουστικών μας ώστε αυτό που βλέπουμε στο iCue να ταιριάζει με αυτό που έχουμε στο κεφάλι μας. Άνεση - Εφαρμογή - Λειτουργικότητα Παρά τα 332 γραμμάρια που ζυγίζουν, τα HS70 είναι εξαιρετικά άνετα. Η εύρεση της ιδανικής ρύθμισης της στέκας πάνω στο κεφάλι είναι ζήτημα δευτερολέπτων, ενώ το μεγάλο εύρος ρυθμίσεων αυτής (8 σκάλες από κάθε πλευρά) εξασφαλίζει πως θα ταιριάξουν σωστά σε οποιοδήποτε ενήλικο κεφάλι. Τα μαξιλαράκια τόσο της στέκας όσο και των οδηγών διαθέτουν επικάλυψη δερματίνης και είναι εξαιρετικά μαλακά. Λόγω των θερμοκρασιών που επικρατούσαν κατά το χρόνο συγγραφής της παρουσίασης δεν αισθανθήκαμε κάποια ενόχληση από το υλικό, βάση όμως της εμπειρίας του γράφοντος, η εφίδρωση των αυτιών κατά τους καλοκαιρινούς μήνες είναι σχεδόν σίγουρη. Σε σύγκριση με το ύφασμα μικροϊνών που διαθέτουν τα Void σαν αντιστάθμισμα για το παραπάνω, η επιλογή της δερματίνης προσφέρει τουλάχιστον καλύτερη απομόνωση από τους ήχους του περιβάλλοντος. Όσον αφορά την εφαρμογή στο αυτί ο διαθέσιμος χώρος για το αυτί είναι ελειπτικού σχήματος με μεγάλη διάμετρο 6.5 εκατοστά και μικρή διάμετρο 5.5 εκατοστά (πριν πέσουν οι μαθηματικοί να με φάνε, το ξέρω ότι έπρεπε να χρησιμοποιήσω τη λέξη άξονας, αλλά δε θυμούνται όλοι τις κωνικές τομές και τα χαρακτηριστικά τους ). Έτσι η εφαρμογή τους είναι πολύ καλή ακόμα και σε μεγάλα αυτιά, ενώ πολύ καλά τα πάνε και στη συνύπαρξη με γυαλιά. Όσον αφορά το κομμάτι της λειτουργικότητας, η ύπαρξη ενός περιστροφικού ποτενσιόμετρου για τον έλεγχο της έντασης του ήχου καθιστά τη συγκεκριμένη ρύθμιση εξαιρετικά απλή και γρήγορη. Μερικές φορές οι απλοί παραδοσιακοί τρόποι είναι και οι καλύτεροι και χαιρόμαστε ιδιαίτερα που επιλέχθηκε ο συγκεκριμένος τρόπος αντί για κάποιο jog dial ή πλήκτρα. Το κουμπί ενεργοποίησης/απενεργοποίησης του μικροφώνου είναι επίσης πολύ βολικό και με το σωστό μέγεθος για να μη το ψάχνετε στα τυφλά. Το ίδιο ακριβώς κουμπί έχει χρησιμοποιηθεί και την ενεργοποίηση/απενεργοποίηση του headset, αποτελεί όμως το μοναδικό χειριστήριο στη δεξιά πλευρά των HS70 και έτσι δεν υπάρχει καμία περίπτωση να το πατήσετε κατά λάθος. Ηχητικές δοκιμές Όσον αφορά την ηχητική απόδοση των HS70 ακολουθήσαμε την ίδια μεθοδολογία που εφαρμόζουμε σε όλα μας τα reviews. Έτσι ξεκινήσαμε με θέαση αποσπασμάτων από ταινίες με έντονα ηχητικά εφέ. Και μέρες που είναι τι καλύτερο από την επέλαση του Thor στη Wakanda στο Infinity War καθώς και άλλες σκηνές από την εν λόγω ταινία. Είδαμε πολλές φορές τις σκηνές, χρησιμοποιώντας διάφορους συνδιασμούς ρυθμίσεων από το iCue (βλέπε επιλογή για ταινίες στο equalizer και virtual 7.1). Το ίδιο εφαρμόσαμε και στην πρώτη σκηνή μάχης του Star Wars Episode III : The revenge of the sith, αλλά και σε μία πληθώρα από videos και trailers τα οποία υπάρχουν διαθέσιμα στο διαδίκτυο για επίδειξη και δοκιμή πολυκάναλου ήχου. Η ηχητική απόδοση των HS70 ήταν πολύ καλή με το μπάσο να είναι δυνατό χωρίς υπερβολές και τους διαλόγους να είναι πεντακάθαροι. Όσον αφορά το θέμα της εξομοίωσης πολυκάναλου ήχου οι εντυπώσεις που μας άφησαν τα HS70 ήταν ανάμικτες. Ναι μεν υπήρχε αισθητή διαφορά με το Surround ενεργοποιημένο, σε καμία όμως περίπτωση το αποτέλεσμα δεν προσεγγίζει αυτό ενός κανονικού πολυκάναλου συστήματος. Όπως και να το κάνουμε 7 διακριτά ηχεία σωστά τοποθετημένα δεν μπορούν να εξομοιωθούν από 2 οδηγούς ακουστικών. Σε κάθε περίπτωσή, η ύπαρξή του είναι ένα θετικό στοιχείο μιας και δίνει το κάτι παραπάνω στις σκηνές δράσης. Εξίσου καλά αποτελέσματα είχαμε και στην ακρόαση μουσικής. Με την βοήθεια του παλιού καλού Winamp ακούσαμε μία σειρά από αρχεία FLAC, κυρίως rock και μείναμε απολύτως ευχαριστημένοι. Σίγουρα δεν απευθύνονται σε audiophiles, αλλά ο μέσος χρήστης δεν θα βρει κάποιο ψεγάδι στις ικανότητές τους. Για το τέλος αφήσαμε το κομμάτι του gaming. Η δοκιμή μας περιλάμβανε μια σειρά απο FPS παιχνίδια στα οποία τα HS70 απέδωσαν όπως αναμενόταν πολύ καλά. To positioning ήταν ακριβές, το μπάσο έκανε αισθητή την παρουσία του και η ένταση ήταν κάτι παραπάνω από αρκετή. Σε αυτό το σημείο πρέπει να σας πούμε πως, λόγω του υλικού που έχει επιλεγεί για τα μαξιλαράκια των οδηγών, η "διαρροή" ήχου προς τα έξω είναι αρκετά περιορισμένη και πρέπει να ανεβάσουμε αρκετά την ένταση για να ενοχλήσουμε τον περίγυρο. Από την άλλη, αν και η απομόνωση των εξωτερικών ήχων όταν δεν αναπαράγουμε ήχο είναι μέτρια, ακόμα και σε χαμηλή ένταση υπάρχει πλήρης αποκοπή από το περιβάλλον. Για το τέλος αφήσαμε το μικρόφωνο. Για τις ανάγκες των δοκιμών χρησιμοποιήσαμε το Facebook Messenger και τα αποτελέσματα ήταν κάτι παραπάνω εξαιρετικά. Πέραν της αναμενόμενης καθαρότητας του ήχου που άκουγε ο συνομιλητής μας, διαπιστώσαμε ότι οι μηχανικοί της Corsair έχουν κάνει εξαιρετική δουλειά στον τομέα της απομόνωσης των εξωτερικών θορύβων, καθώς ακόμα και καθισμένοι στο μισό μέτρο από την τηλεόραση η οποία έπαιζε με αρκετά δυνατή ένταση, όταν μιλούσαμε ο συνομιλητής μας άκουγε μόνο εμάς. Εμβέλεια - Μπαταρία Όπως είδαμε στα τεχνικά χαρακτηριστικά, η Corsair δίνει ονομαστική εμβέλεια στα 12-13 μέτρα. Στην πράξη, για να πετύχουμε αυτό το νούμερο, πρέπει να έχουμε οπτική επαφή ανάμεσα στον πομποδέκτη και το headset. Δεδομένου λοιπόν, ότι δεν θα θέλετε να έχετε τον πομποδέκτη σε κάποια από τις μπροστινές θύρες του υπολογιστή σας (κυρίως για λόγους αποφυγής ατυχήματος) καλό θα ήταν να αγοράσετε ένα καλώδιο USB M/F ώστε να μπορείτε να τον τοποθετήσετε σε κάποιο σημείο με την μέγιστη δυνατή λήψη. Κατά τα άλλα, η ποιότητα της ασύρματης σύνδεσης ήταν καλύτερη από αυτή του πρωτοκόλου Bluetooth, και μπορέσαμε να ακούσουμε και σε απόσταση 3-4 μέρων με έναν τοίχο να μεσολαβεί ανάμεσα στον υπολογιστή και το headset, ενώ στον δεύτερο τοίχο άρχιζαν τα σπασίματα. Όπως και στην περίπτωση των Void, έτσι και εδώ η μπαταρία έχει ονομαστική διάρκεια 16 ώρες. Φυσικά η πραγματική εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από την ένταση στην οποία θα τα λειτουργείτε, σε κάθε περίπτωση όμως οι δοκιμές μας έδειξαν πως αυτή είναι κοντά στην ονομαστική. Συμπεράσματα Φτάσαμε λοιπόν στην ώρα της ετυμηγορίας. Τα Corsair HS70 είναι ένα headset που ζητά μεν αρκετά χρήματα, αλλά έρχεται πλήρως εξοπλισμένο με υψηλότατη ποιότητα κατασκευής, εξαιρετική εμβέλεια και μεγάλη διάρκεια μπαταρίας. Άλλωστε, εάν ρίξουμε μια ματιά στις τιμές αντίστοιχων headset εξίσου καταξιωμένων εταιρειών προϊόντων gaming θα διαπιστώσουμε πως η πλειοψηφία των ανάλογων προϊόντων έχει αντίστοιχες τιμές. Χωρίς να έχουμε να τους προσάψουμε απολύτως τίποτα λοιπόν στις κατηγορίες ποιότητας ήχου, εργονομίας και λειγουργικότητας, τα Corsair HS70 έχουν δυστυχώς να αντιμετωπίσουμε ισχυρό ανταγωνισμό από τα Void RGB Wireless τα οποία πλέον κοστίζουν μόλις 10 ευρώ πάνω από τα HS70. Δεδομένου ότι τα HS70 βρίσκονται στην ελληνική αγορά από πέρσι τον Αύγουστο και η τιμή τους με ελάχιστες εξαιρέσεις έχει διατηρηθεί σταθερή γύρω στα 100 ευρώ, θεωρούμε πως μόνο με μία πτώση τιμής που θα δημιουργήσει μία διαφορά τουλάχιστον 20 ευρώ θα δικαιολογηθεί η επιλογή τους έναντι των Void. Φυσικά στην περίπτωση που τα επιπλέον καλούδια των Void σας αφήνουν αδιάφορους, μπορείτε να τα επιλέξετε άφοβα. Ας δούμε λοιπόν τη σύνοψη των υπέρ και κατά των Corsair HS70 σε μορφή bullet points ώστε να προχωρήσουμε και στη βαθμολογία. O καλός Ασύρματη διασύνδεση Ποιότητα κατασκευής Ποιότητα ήχου Εξαιρετικά άνετα ακόμα και φορώντας γυαλιά Διάρκεια μπαταρίας Εμβέλεια Συνεργασία με το Corsair iCue Διακριτικός σχεδιασμός (για gaming προϊόν) Ο κακός Απουσία καλωδίου προέκτασης Μέτρια παθητική απομόνωση εξωτερικών ήχων Υψηλή τιμή σχέση με τα Void RGB Wireless Ο αδιάφορος Απουσία RGB φωτισμού (δίνετε 10 ευρώ παραπάνω και πέρνετε τα Void) Με βάση όλα τα παραπάνω η βαθμολογία που παίρνουν τα Corsair HS70 είναι:  theLAB.gr Ευχαριστούμε θερμά την Corsair για την παραχώρηση του δείγματος της δοκιμής. Γεώργιος GriGaS Ρήγας 13/05/2019
  2. Με την εορτή του Αγίου Βαλεντίνου να πλησιάζει, η Razer δεν έχασε την ευκαιρία και ανακοίνωσε μια νέα σειρά περιφερειακών, σε ροζ χρώμα. Συνολικά υπάρχουν οκτώ προϊόντα, αριθμός διπλάσιος σε σχέση με τα τέσσερα προϊόντα που είχε παρουσιάσει πέρσι η εταιρία. Τα νέα προϊόντα φέρουν την ονομασία Quartz Pink και είναι τα εξής παρακάτω: Razer Basilisk mouse Razer Goliathus Extended Chroma mouse mat Razer Huntsman keyboard Razer Kraken headset Razer Raiju Tournament Edition controller for PS4 Razer Seiren X microphone Razer Base Station Chroma headset stand Quartz case for Razer Phone 2 Αναλυτικές πληροφορίες για κάθε ένα από τα προϊόντα αυτά, μπορείτε να βρείτε στην σχετική σελίδα της Razer εδώ: Razer Quartz Gaming Peripherals | Quartz Gaming Set-up | Razer United States
  3. H Cooler Master ανακοινώνει δύο νέες προσθήκες gaming περιφερειακών και εξαρτημάτων υπολογιστών και ειδικότερα στα προϊόντα ήχου της. Πρόκειται για τα νέα gaming headsets MH751 και MH752. Ακολουθεί το σχετικό δελτίο τύπου της εταιρίας. Δύο νέα Gaming Headsets από την Cooler Master: MH751 και MH752 Αϊντχόφεν, Ολλανδία, 6 Νοεμβρίου 2018 – H Cooler Master, πάντα πρωτοπόρος στον τομέα των gaming περιφερειακών και των εξαρτημάτων υπολογιστών, ανακοινώνει σήμερα δύο νέες προσθήκες στα προϊόντα ήχου της: τα νέα gaming headset MH751 και MH752. “Θελήσαμε να δημιουργήσουμε ένα headset με έμφαση στην ποιότητα αναπαραγωγής, στην πιστότητα του μικρόφωνου και στην άνεση. Τα MH751 και MH752 ήταν το αποτέλεσμα. Ελαφριά και σχεδιασμένα για πολύωρη χρήση, παρέχουν απαράμιλλο ήχο σε μια πληθώρα σεναρίων χρήσης.” αναφέρει ο Peripheral General Manager, Bryant Nguyen. Το MH751 παρέχει αυξημένη ποιότητα ήχου και άνετο fit μέσω της ελαφριάς μα ανθεκτικής κατασκευής του. Τα μαξιλαράκια δερματίνης απομονώνουν αποτελεσματικά τον θόρυβο και παραμένουν ξεκούραστα κατά το πολύωρο gaming. Τα 40mm drivers με μαγνήτες νεοδυμίου αποδίδουν γεμάτο και ισορροπημένο ήχο ενώ το αποσπώμενο μικρόφωνο αποτυπώνει κρυστάλλινα τις συνομιλίες σου με την ομάδα. Το MH752 παρέχει εντυπωσιακό ήχο. Τα 40mm drivers με μαγνήτες νεοδυμίου σε συνδυασμό με το παρεχόμενο USB DAC με virtual 7.1 surround σε τοποθετούν μέσα στη σκηνή, αποδίδοντας με σαφήνεια την κατεύθυνση από την οποία ακούς τα αχνά βήματα ή τις επαναλαμβανόμενες ριπές των αντιπάλων. Η ελαφριά κατασκευή προσφέρει την ίδια άνεση και fit με το MH751. Όμως το MH752 προσφέρει και επιπλέον επιλογές παραμετροποίησης μέσω του παρεχόμενου software suite. Αμφότερα διαθέτουν αποσπώμενο καλώδιο με smart lock συγκράτηση. Ο σχεδιασμός με τα περιστρεφόμενα ear cups σε συνδυασμό με το παρεχόμενο βελούδινο πουγκί μεταφοράς βοηθούν στην εύκολη αποθήκευση και στην on-the-go χρήση. Τα MH751 και MH752 είναι συμβατά με πολλαπλές πλατφόρμες. Επίλεξε μεταξύ 3,5mm jack και USB για να συνδεθείς σε PCs, κονσόλες και φορητές συσκευές. Τα MH751 και MH752 θα είναι διαθέσιμα από 3 Δεκεμβρίου με προτεινόμενες τιμές λιανικής €79,90 και €99,90 αντίστοιχα. Περισσότερες πληροφορίες στο www.coolermaster.com
  4. Η HTC είχε αποκαλύψει το HTC Vive Pro Head Mounted Display στην CES 2018. Αυτό που έμενε να μάθουμε ήταν ημερομηνία διαθεσιμότητας, αλλά και τελική τιμή. Σήμερα η HTC ξεκίνησε να δέχεται προ παραγγελίες για το νέο HTC Vive Pro Head Mounted Display, ενώ παράλληλα ανακοίνωσε νέα μείωση τιμής για το πλήρες πακέτο του ήδη διαθέσιμου HTC Vive. Η τιμή του HTC Vive Pro Head Mounted Display είναι $799, με την εταιρία να ανακοινώνει ότι οι αποστολές θα ξεκινήσουν από την 5η Απριλίου. Επιπλέον όποιοι παραγγείλουν το Vive Pro έως τις 3 Ιουνίου, θα λάβουν και έξι μήνες δοκιμαστική συνδρομή στο Viveport, η οποία θα τους δίνει την δυνατότητα να επιλέγουν πέντε τίτλους κάθε μήνα, από ένα σύνολο τετρακοσίων. Θυμίζουμε ότι το HTC Pro είναι μια βελτιωμένη έκδοση του Vive η οποία στοχεύει σε καταναλωτές και επαγγελματίες που θέλουν το καλύτερο δυνατό VR hardware. Διαθέτει υψηλότερης ανάλυσης OLED οθόνες, ενσωματώνει ακουστικά με ενισχυτή, δύο μικρόφωνα και βελτιωμένη σχεδίαση ώστε να είναι πιο εύκολο να φορεθεί και πιο ξεκούραστο στην χρήση του, ακόμα και από άτομα που φοράνε γυαλλιά. Η HTC πάντως δεν έχει αποκαλύψει ακόμα κάτι σχετικά με το Vive Wireless Adapter το οποίο θα επιτρέπει την χρήση του Vive Pro, χωρίς καλώδια, χάρη στην τεχνολογία WiGig της Intel. Όπως αναφέρθηκε και αρχικά, η HTC ανακοίνωσε και την μείωση της τιμής του αρχικού Vive. Η μείωση φτάνει τα $100, με την νέα τιμή του πλήρους πακέτου του Vive να είναι τα $499. HTC Vive and Vive Pro HMDs Vive Vive Pro Screen Dual 3.6" diagonal AMOLED Dual 3.5" diagonal AMOLED Resolution 1080 x 1200 pixels /eye (2160 x 1200 Combined) 1440 x 1600 pixels /eye(2880 x 1600 Combined) Refresh Rate 90 Hz Field of View 110° Audio Not integrated Hi-Res certificate headset Ho-Res certificate headphone (removable) High impedance headphone support Input Multifunction trackpad Grip buttons Dual-stage trigger System button Menu button Integrated microphone Integrated MicrophonesMultifunction trackpadGrip buttonsDual-stage triggerSystem buttonMenu Button Connections HDMI USB 2.0 Stereo 3.5mm headphone jack Power Bluetooth USB-C 3.0 Displayport 1.2 Bluetooth Camera Yes Yes, 2 x Sensors Steam VR Tracking G-sensor Gyroscope Proximity Steam VR TrackingG-sensorGyroscopeProximity IPD sensor Ergonomics Interpupillary distance and lens distance adjustment Eye relief with lens distance adjustment Adjustable IPD, headphones, head strap Price $499 (Complete Kit) $799 (HMD Only)
  5. Από τα χέρια του γράφοντος έχουν περάσει ουκ ολίγα ζευγάρια ακουστικών. Όλα όμως είχαν σαν κοινό παρονομαστή το καλώδιο σύνδεσης με την πηγή ήχου, είτε αυτό ήταν jack των 3.5mm είτε USB. Σήμερα όμως ήρθε η ώρα να απαλλαγούμε από τα καλώδια και να αποκτήσουμε ελευθερία κινήσεων. H ελβετική Arctic μας έστειλε όχι ένα, αλλά δύο ζευγάρια ακουστικά bluetooth. To να σας πούμε τι εστί Arctic είναι πλέον περιττό, καθ'ότι τους τελευταίους μήνες έχουν παρουσιαστεί μέσα από τις σελίδες του TheLab.gr αρκετά προϊόντα της. Οπότε θα περάσουμε κατευθείαν στο ζουμί που δεν είναι άλλο από τα ακουστικά Τα δύο headsets που σας παρουσιάζουμε σήμερα έχουν ένα και μόνο κοινό σημείο, το πρωτόκολλο Bluetooth. Κατά τα άλλα είναι δύο εντελώς διαφορετικές συσκευές, με τα μεν P402BT να είναι ένα κλασσικό headset με on-ear σχεδιασμό ενώ τα δε P253BT να έχουν σαν κοινό τους λάτρεις της γυμναστικής. Ας ξεκινήσουμε λοιπόν την σημερινή παρουσίαση. P402BT - Συσκευασία & Τεχνικά Χαρακτηριστικά Τα P402BT έρχονται σε μία συσκευασία στους γνωστούς και από τα προηγούμενα reviews χρωματισμούς με το λευκό και το μπλε χρώμα να κυριαρχούν. Το χάρτινο κουτί καλύπτεται από ένα δεύτερο κουτί από σκληρή ζελατίνα και έτσι μπορούμε να δούμε ένα τμήμα των ακουστικών. Στο πίσω μέρος της συσκευασίας υπάρχουν εκτός από φωτογραφίες που εστιάζουν και κάποια από τα χαρακτηριστικά του headset και αρκετές πληροφορίες για τα τεχνικά τους χαρακτηριστικά. Aς ρίξουμε μια ματιά στην συσκευασία των P402BT και ας περάσουμε στα παρελκόμενα και τα τεχνικά τους χαρακτηριστικά ΛΕΙΠΕΙ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ Ανοίγοντας την συσκευασία, εκτός από τα ακουστικά, βρίσκουμε ένα μικρό manual (το οποίο θα φανεί χρήσιμο κατά την διαδικασία της διασύνδεσης των P402BT με τις συσκευές μας), ένα καλώδιο micro USB για την φόρτιση τους και μία υφασμάτινη θήκη με το λογότυπο της Arctic για τις φορές που θα θελήσουμε να τα μεταφέρουμε εκτός σπιτιού. Στον πίνακα που ακολουθεί παρατίθενται αναλυτικά τα τεχνικά χαρακτηριστικά των P402BT. Τα P402BT κατά το χρόνο συγγραφής του review δεν ήταν διαθέσιμα σε κάποιο κατάστημα της ελληνικής αγοράς. Παρ' όλα αυτά μπορείτε να τα προμηθευτείτε είτε από το ηλεκτρονικό κατάστημα της Arctic στην τιμή των 19.99 € συν μεταφορικά είτε από το ηλεκτρονικό κατάστημα της Arctic στο ebay στην τιμή των 24.99 € συν μεταφορικά. Στο σημείο αυτό αξίζει να αναφέρουμε πως αυτή την περίοδο τρέχουν στο ηλεκτρονικό κατάστημα της Arctic τα εξής δύο promotions : 10% έκπτωση σε όλα τα προϊόντα ήχου καθώς και δωρεάν μεταφορικά για αγορές άνω των 75 ευρώ. Έτσι μπορείτε να τα αποκτήσετε με τελική τιμή 24.19 €. P253BT - Συσκευασία & Τεχνικά Χαρακτηριστικά Σε αντίθεση με όσα μας έχει συνηθίσει η Arctic στα προηγούμενα 5 προϊόντα της που έχουν περάσει από τα χέρια του γράφοντος, τα P253BT έρχονται σε ένα απλό χαρτονιένο κουτί, το οποιο περιέχει αρκετές πληροφορίες με την μορφή εικόνων και πινάκων. Προφανώς σε μία προσπάθεια συμπίεσης του κόστους, η Arctic θεώρησε περιττή πολυτέλεια το χρωματιστό κουτί - πράγμα που μας αφήνει αδιάφορους - μιας και όσο και να είναι ευπρόσδεκτη μία περιποιημένη συσκευασία, αυτό που πραγματικά μετράει είναι το περιεχόμενο. Ας δούμε λοιπόν την συσκευασία των P253BT, για να περάσουμε στα παρελκόμενα και τα τεχνικά τους χαρακτηριστικά. Ανοίγοντας την συσκευασία, εκτός από τα ακουστικά, βρίσκουμε ένα καλώδιο mini USB, ένα μικρό manual με τις απαραίτητες οδηγίες, καθώς και μία προειδοποιητική ετικέτα. Αυτή μας καλεί να είμαστε ιδιαίτερα προσεκτικοί με τους φορτιστές της Asus οι οποίοι αν και έχουν έξοδο USB, δίνουν τάση 15V. Με λίγο ψάξιμο, διαπιστώσαμε ότι οι εν λόγω φορτιστές έχουν να κάνουν με κάποια μοντέλα της σειράς Transformer. Στον πίνακα που ακολουθεί βλέπουμε τα τεχνικά χαρακτηριστικά των P253ΒΤ. Τα P253BT κατά το χρόνο συγγραφής του review δεν ήταν διαθέσιμα σε κάποιο κατάστημα της ελληνικής αγοράς. Επιπλέον, στα καταστήματα της Arctic τόσο στην ιστοσελίδα της όσο και στο ebay είναι διαθέσιμη η νεότερη έκδοση των P253BT (η οποία πέρα από κάποιες αισθητικές διαφοροποιήσεις υποστηρίζει Bluetooth 4.0). Η τιμή της ανέρχεται στο μεν ηλεκτρονικό κατάστημα της Arctic στα 17.99 € συν μεταφορικά, στο δε ηλεκτρονικό κατάστημα της Arctic στο ebay στα 19.99 € συν μεταφορικά. Τα promotion που αναφέραμε στην προηγούμενη σελίδα, ισχύουν και για τα P253BT και έτσι μπορείτε να τα αποκτήσετε με τελική τιμή 22.39 €. P402BT - Κάτω από το φακό Τα P402BT, όπως είπαμε και σε προηγούμενη σελίδα, είναι ένα headset που ακολουθεί σχεδιασμό τύπου on-ear. Η κατασκευή τους, χωρίς να χαρακτηρίζεται πολυτελής, είναι αρκετά προσεγμένη, και τα ψεγάδια που θα δούμε στην συνέχεια είναι περιορισμένα. Όπως βλέπετε στην φωτογραφία που ακολουθεί, η στέκα τους έχει τέτοια κατασκευή που όταν δεν υπάρχει κάποιο εμπόδιο (όπως ένα κεφάλι), τότε τα δύο earpads έρχονται σε επαφή. Παρ' όλα αυτά, η ελαστικότητα της είναι τέτοια που όταν φορεθούν δεν ασκεί κάποια ενοχλητική πίεση στο κεφάλι του ακροατή. Επιπλέον, όπως βλέπετε και στην φωτογραφία που ακολουθεί, τα μαξιλαράκια των οδηγών είναι ασύμμετρα σε μια προσπάθεια να επιτυγχάνεται η βέλτιστος συνδιασμός σταθερότητας και άνεσης. Ας περάσουμε να δούμε τα P402BT πιο αναλυτικά. Τα κελύφη των οδηγών είναι από πλαστικό και έχουν μία λεπτή επικάλυψη από μέταλλο με βουρτσισμένη επιφάνεια και το λογότυπο της Arctic. Στο αριστερό ηχείο στεγάζονται τα πλήκτρα ελέγχου, καθώς και η είσοδος micro USB μέσω της οποίας γίνεται η φόρτιση του headset. Στις φωτογραφίες που ακολουθούν, μπορείτε να δείτε τον διακόπτη πολλαπλών χρήσεων, την είσοδο φόρτισης και τα πλήκτρα previous/next. Στα αριστερά της θύρας micro USB υπάρχει μία μικρή οπή, η οποία κρύβει μέσα της το μικρόφωνο. Ακολουθώντας το πρότυπο των bluetooth ακουστικών αντί για αυτή των gaming headsets, το μικρόφωνο των P402ΒΤ είναι αόρατο. Το εάν αυτό έχει κάποια συνέπεια στην ποιότητα του ήχου του, είναι κάτι που θα δούμε στην συνέχεια. Τέλος στα δεξιά της θύρας micro USB υπάρχει ένα ενδεικτικό LED το οποίο παίρνοντας μπλε και κόκκινο χρώμα μας παρέχει ενημέρωση σχετικά με την κατάσταση λειτουργίας και φόρτισης των ακουστικών. Για το τέλος αφήσαμε την στέκα και την άρθρωση μέσω της οποίας στηρίζονται οι δύο οδηγοί σε αυτή, παρέχοντας παράλληλα και την δυνατότητα ρύθμισης του ύψους και της γωνίας, ώστε να μπορεί ο χρήστης να τα φέρνει στα μέτρα του. Η στέκα ουσιαστικά αποτελείται από 2 τμήματα τα οποία βρίσκονται παράλληλα τοποθετημένα και χωρίς να εντυπωσιάζει κάνει καλά την δουλειά της. Το ίδιο ισχύει και για τον μηχανισμό ρύθμισης ύψους και γωνίας ο οποίος αν και αβαθμίδωτος δείχνει πως για μια ακόμα φορά, οι απλές λύσεις είναι οι καλύτερες. Μέσα από την στέκα περνάει και το καλώδιο το οποίο συνδέει τους δύο οδηγούς. Όπως βλέπετε στην φωτογραφία που ακολουθεί, ένα τμήμα αυτού είναι ορατό και μάλιστα στηρίζεται με μία μικροσκοπική ταινία στην μεταλλική άρθρωση στήριξης του ηχείου. Δεδομένης της τιμής των P402BT το παραπάνω είναι κάτι που συγχωρείται αν και καλού κακού θα πρέπει να είστε προετοιμασμένοι ότι η προαναφερθείσα ταινία αργά η γρήγορα θα κοπεί. Την σελίδα του εξωτερικού σχολιασμού των P402ΒΤ θα την κλείσουμε ως είθισται με τα μαξιλαρακια των οδηγών. Αυτά είναι από συνθετικό δέρμα, και είναι πολύ μαλακά. Σε συνδιασμό με την στέκα που όπως προείπαμε είναι πολύ κλειστή, παρέχουν αρκετά καλή απομόνωση του ακροατή από τους εξωτερικούς ήχους, χωρίς παράλληλα να δείχνουν κουραστικά. Για όλα τα υπόλοιπα, υπομονή μέχρι την σελίδα των εντυπώσεων... P253BT - Κάτω από το φακό Ας περάσουμε τώρα να δούμε τα 253BT. Όπως προείπαμε, πρόκειται για ένα headset που ακολουθεί on-ear neckband σχεδιασμό με προσανατολισμό σε όσους αθλούνται και θέλουν ένα ζευγάρι ακουστικά που θα μένει σταθερό χωρίς να επηρεάζεται από την έντονη σωματική δραστηριότητα. Έχοντας βάρος μόλις 71 γραμμάρια στηρίζονται τόσο στο άνω μέρος του πτερύγιου του αυτιού όσο και στο άνω μέρος του αυχένα. Επιπλέον, είναι αναδιπλούμενα ώστε να είναι πιο εύκολη η μεταφορά τους. Οι οδηγοί των P253BT περιβάλλονται από μαλακά μαξιλαράκια με υφή συνθετικού δέρματος, ενώ το περίβλημά τους είναι από γυαλιστερό μαύρο πλαστικό με τις λεπτομέρειες από πλαστικό με όψη χρωμίου να δίνουν έναν διαφορετικό τόνο στην κατασκευή. Η στέκα είναι από πλαστικό το οποίο έχει αρκετή ελαστικότητα ώστε να ταιριάζει σε κάθε κεφάλι. Ο δεξιός οδηγός ενσωματώνει τόσο τα πλήκτρα ελέγχου όσο και την είσοδο mini USB για την φόρτιση της μπαταρίας. Όπως είδαμε και στα P402BT, τα πλήκτρα ελέγχου είναι previous/next, πλήκτρα για την αυξομείωση της έντασης του ήχου και ένα ευμεγέθες πολυχρηστικό πλήκτρο στο κέντρο με το σύμβολο του τηλεφώνου. Η επιλογή θύρας mini USB για την φόρτιση αντί micro USB είναι κάτι που πρέπει να ομολογήσουμε ότι μας ξένισε, δεδομένου ότι είχαμε αρκετό καιρό να την δούμε σε συσκευή. Σε κάθε περίπτωση, δεδομένου ότι παρέχεται το σχετικό καλώδιο δεν το θεωρούμε πρόβλημα (στο συρτάρι του γράφοντος υπάρχουν αρκετοί φορτιστές mini USB από παλιά κινητά τηλέφωνα). Τέλος, όπως είπαμε, τα P253BT είναι αναδιπλούμενα. Αυτό γίνεται εφικτό με δύο αρθρώσεις οι οποίες πέραν τις αναδίπλωσης επιτρέπουν την περιστροφή του τμήματος που στηρίζει τους οδηγούς κατά περίπου 90 μοίρες. Δυστυχώς όμως η arctic παρέλειψε να συμπεριλάβει στην συσκευασία μία θήκη μεταφοράς. Δεδομένης της τιμής τους είναι κάτι που το συγχωρούμε. Με λίγο ψάξιμο άλλωστε θα βρείτε κάποια θήκη από γυαλιά η οποία θα τα χωράει. Για το τέλος σας αφήσαμε ένα βίντεο από την σελίδα της Arctic στο youtube, το οποίο αφορά ένα παραπλήσιο μοντέλο ακουστικών με ακριβώς τον ίδιο σχεδιασμό, ώστε να διαπιστώσετε τα πλεονεκτήματα του neckband σχεδιασμού. P402BT - Η ζωή μαζί τους Ήρθε η ώρα να περάσουμε στο σημαντικότερο σημείο του σημερινού review που δεν είναι άλλο από την απόδοση και την γενικότερη συμπεριφορά των P402BT. Εφαρμογή - Άνεση Τα P402BT χάρη στο χαμηλό τους βάρος, τα πολύ μαλακά μαξιλαράκια και την αβαθμίδωτη ρύθμιση ύψους της στέκας πέτυχαν το σχεδόν απόλυτο στον τομέα της άνεσης. Είναι εξαιρετικά άνετα ακόμα και μετά από πολύωρη χρήση και από ένα σημείο και μετά το μόνο που θυμίζει στον χρήστη ότι τα φορά είναι ο ήχος που έρχεται από αυτά. Επιπλέον, η καλή εφαρμογή των οδηγών στα αυτιά εξασφαλίζει σε μεγάλο βαθμό απομόνωση των εξωτερικών θορύβων. Το μόνο σημείο για το οποίο διατηρούμε επιφύλαξη είναι το θέμα της εφίδρωσης του αυτιού σε συνθήκες υψηλών θερμοκρασιών, μιας και κατά το χρόνο συγγραφής της παρουσίασης η θερμοκρασία δεν ξεπέρασε ποτέ τους 23 βαθμούς. Χειρισμός Οι εντύπωσεις που μας άφησαν τα πλήκτρα χειρισμού των P402BT ήταν ανάμεικτες. Από την μία τα πλήκτρα previous/next έκαναν την δουλειά τους υποδειγματικά, από την άλλη όμως ο πολυχρηστικός διακόπτης αποδείχτηκε λίγο δύσχρηστος. Τι εννοούμε με αυτό; Όπως είδατε στην σελίδα της φωτογράφισης, ο διακόπτης λειτουργεί σαν ένα μικροσκοπικό λεβιεδάκι (μία μορφή jog dial) το οποίο ανάλογα με την φορά με την οποία το μετακινούμε αυξάνει ή μειώνει τον ήχο. Λειτουργεί όμως και ως πιεστικός διακόπτης. Ανάλογα λοιπόν με το πώς τον πατάμε εκτελεί χρέη διακόπτη on/off, play/pause, ενεργοποίησης pairing, απάντησης κλήσης, απόρριψης κλήσης, επανάκλησης και μεταφοράς κλήσης στο ηχείο του τηλεφώνου. Μπερδευτήκατε; Εμείς να δείτε. Θα θέλαμε λοιπόν όλες αυτές οι λειτουργίες να είχαν επιμεριστεί σε περισσότερα πλήκτρα ώστε να είναι λίγο απλούστερος ο χειρισμός. Ηχητική απόδοση Στο κομμάτι της ηχητικής απόδοσης τα P402BT τα πήγαν πάρα πολύ καλά για την κατηγορία τιμής στην οποία ανήκουν. Ο ήχος ήταν εξαιρετικά καθαρός, χωρίς να προσπαθεί να εντυπωσιάσει με υπερβολικό μπάσο. Για τις ανάγκες της παρουσίασης ακούσαμε μία σειρά από αρχεία FLAC και είδαμε αρκετές απαιτητικές σκηνές από ταινίες όπως Avengers, Avengers : Age of Ultron και Ironman 3. Σε όλες τις περιπτώσεις μείναμε πολύ ικανοποιημένοι από τον παραγόμενο ήχο, τόσο από άποψη πιστότητας όσο και έντασης. Εξίσου καλά απέδωσε το μικρόφωνο τόσο σε τηλεφωνικές κλήσεις όσο και στο Skype. Σε όλες τις περιπτώσεις ο συνομιλητής μας μας άκουγε πολύ καλά, χωρίς διακοπές ή παραμορφώσεις. Εμβέλεια - Μπαταρία Όπως είδατε στον πίνακα των τεχνικών χαρακτηριστικών, η Arctic προδιαγράφει εμβέλεια έως 20 μέτρα και αυτονομία έως 30 ώρες συνεχούς λειτουργίας. Όσον αφορά την ονομαστική εμβέλεια, δεν καταφέραμε να την φτάσουμε μιας το μέγιστο που πετύχαμε χωρίς να αρχίσουν τα σπασίματα ήταν κάπου 12 μέτρα έχοντας οπτική επαφή. Οποιαδήποτε απόπειρα να ακούσουμε σε διαφορετικό δωμάτιο ήταν αποτυχημένη. Όσον αφορά την αυτονομία, τα πράγματα ήταν πολύ καλύτερα. Έχοντας τα ακουστικά σε μία φυσιολογική ένταση, καταφέραμε να φτάσουμε τις 30 ώρες συνεχούς λειτουργίας και τα ακουστικά έδειχναν να μην διαμαρτύρονται. Σίγουρα σε πραγματικές συνθήκες τα πράγματα μπορεί να είναι λίγο διαφορετικά, αλλά σε κάθε περίπτωση η μπαταρία τους δείχνει πως είναι πολύ δυνατή. P253BT - Η ζωή μαζί τους Ας περάσουμε τώρα και στα P253BT. Αυτά είναι ένα ιδιαίτερο ζευγάρι μιας και ο neckband σχεδιασμός, που όπως είδαμε και στο βίντεο σε προηγούμενη σελίδα τα καθιστά εξαιρετικά σταθερά, έρχεται με πλεονεκτήματα και μειονεκτήματα. Ας δούμε λοιπόν αναλυτικά πώς τα πήγαν στις δοκιμές μας. Εφαρμογή - Άνεση Χάρη στο μικρό βάρος των μόλις 71 γραμμαρίων και τα μαλακά μαξιλαράκια τα P253ΒΤ είναι αρκετά άνετα, αρκεί να μην φοράτε γυαλιά. Ο τρόπος με τον οποίο στηρίζονται στο αυτί καθιστά πολύ άβολη την συνύπαρξή τους με γυαλιά, ενώ ακόμα και χωρίς γυαλιά, μετά από ένα χρονικό διάστημα γίνονται λίγο κουραστικά. Βέβαια αυτό έρχεται σαν συνέπεια ενός σχεδιασμού που τα κάνει να μην πέφτουν με τίποτα, όσο γρήγορα και αν τρέξετε, όσο και αν χοροπηδήσετε. Οπότε ίσως να είναι ένα αναγκαίο κακό ή αλλιώς ένας συμβιβασμός ανάμεσα στην σταθερότητα και την άνεση. Σε κάθε περίπτωση εάν θέλετε να τα χρησιμοποιείτε για 30-40 λεπτά τρεξίματος, θεωρούμε πως δεν θα αντιμετωπίσετε κάποιο ιδιαίτερο πρόβλημα. Χειρισμός Στα P253BT η Arctic επέλεξε να έχει περισσότερα πλήκτρα χειρισμού. Έτσι υπάρχουν 5 πλήκτρα στο σύνολο, 2 για την αυξομείωση της έντασης του ήχου, 2 για previous/next και ένα μεγάλο για τις λειτουργίες play/pause και διαχείρισης εισερχόμενων κλήσεων. Σαν αποτέλεσμα, τα πράγματα είναι αρκετά πιο εύκολα σε σύγκριση με τα P402BT και δεδομένου ότι οι πιθανότητες να χρειαστείτε να χρησιμοποιήσετε το πλήκτρο διαχείρισης κλήσεων ενώ τρέχετε η επιλογή της Arctic για το μεγάλο στρόγγυλο κουμπί στην μέση φαίνεται κάτι παραπάνω από σωστή. Ηχητική απόδοση Στον τομέα αυτό τα P253ΒΤ απέδωσαν όπως περιμέναμε από ένα headset αυτού του μεγέθους και αυτής της κατηγορίας τιμής. Χωρίς να είναι κάτι το ιδιαίτερο, θα χαρακτηρίζαμε την απόδοσή τους ως αξιοπρεπή, χωρίς κάποιο ιδιαίτερο πρόβλημα, αλλά και χωρίς κάποιο ιδιαίτερο προσόν. Σίγουρα δεν απευθύνονται σε αυτόν που ψάχνει την υψηλή ηχητική ποιότητα, αλλά σε αυτόν που επιθυμεί ένα headset που θα χρησιμοποιείται κατά την άθληση και είναι διατεθειμένος να κάνει παραχωρήσεις όσον αφορά τον ήχο. Η έντασή τους πάντως είναι αρκετά δυνατή και σε κάθε περίπτωση θα σας καλύψει. Εμβέλεια - Μπαταρία Όπως και στην περίπτωση των P402BT, από τους τομείς της εμβέλειας και της διάρκειας μπαταρίας μείναμε πολύ ικανοποιημένοι. Μπορεί να μην φτάσαμε τα 20 μέτρα που δίνει η Arctic στα τεχνικά χαρακτηριστικά, αλλά τα 10 μέτρα έχοντας οπτική επαφή είναι πραγματοποιήσιμα. Και εδώ οποιοσδήποτε τοίχος έχει δραματική επίδραση, καθιστώντας την επικοινωνία μεταξύ headset και πηγής προβληματική. Όσον αφορά την μπαταρία, οι 20 ώρες ονομαστικής διάρκειας είναι και πραγματικές και με λογική χρήση ίσως να μπορείτε και να τις ξεπεράσετε. Σε κάθε περίπτωση, οι 20 ώρες αντιστοιχούν σε 2 εβδομάδες εάν γυμνάζεστε 2 ώρες την ημέρα, 5 ημέρες την εβδομάδα. Απολογισμός Και κάπως έτσι φτάσαμε και σήμερα στην ώρα του απολογισμού. Τα δύο headsets που σας παρουσιάσαμε σήμερα, αν και κοιτάζοντας τα τεχνικά τους χαρακτηριστικά φαίνονται πως έχουν αρκετά κοινά, στην πράξη είναι πολύ διαφορετικά. Πέρα από τη συνδεσιμότητα bluetooth, έχουν από όσο αποδείχθηκε σήμερα ένα ακόμα κοινό. Κάνουν και τα δύο καλά τη δουλειά τους. Τα μεν P402BT είναι ένα headset γενικής χρήσης που αποδείχτηκε διαμαντάκι για τα χρήματα που ζητάει. Με πολύ μεγάλη αυτονομία και ποιότητα ήχου πολύ καλύτερη από τον μέσο όρο αυτής της κατηγορίας τιμής σίγουρα δεν πρόκειται να απογοητεύσει κανέναν από όσους το επιλέξουν. Τα P253BT από την άλλη, έχουν συγκεκριμένο κοινό στο οποίο απευθύνονται. Εάν έχετε βαρεθεί να σας φεύγουν τα ακουστικά ψείρες από τα αυτιά και παράλληλα θέλετε να απαλλαγείτε από τα καλώδια, χωρίς να ξοδέψετε πολλά χρήματα, τότε τα P253BT είναι μία λύση που θα πρέπει σίγουρα να εξετάσετε. Μιας και η πλατφόρμα των reviews του TheLab.gr δεν υποστηρίζει διπλά review, ας δούμε τόσο την βαθμολογία των δύο συσκευών και τα θετικά και αρνητικά τους σε μορφή bullet points. P402BT ΘΕΤΙΚΑ Ασύρματη διασύνδεση bluetooth Ικανοποιητική ποιότητα ήχου Μικρό βάρος και άνετα στην χρήση Διάρκεια μπαταρίας Εμβέλεια ΑΡΝΗΤΙΚΑ Δυσκολία στον χειρισμό του πολυχρηστικού πλήκτρου ΟΥΔΕΤΕΡΑ Η παρεχόμενη θήκη είναι απλώς ένα υφασμάτινο σακουλάκι ΒΑΘΜΟΛΟΓΙΑ P253BT ΘΕΤΙΚΑ Ασύρματη διασύνδεση bluetooth Ικανοποιητική ποιότητα ήχου Μικρό βάρος Εξαιρετικά σταθερά Αναδιπλούμενος σχεδιασμός Διάρκεια μπαταρίας Εμβέλεια ΑΡΝΗΤΙΚΑ Λίγο κουραστικά Απουσία θήκης μεταφοράς ΒΑΘΜΟΛΟΓΙΑ Χαρακτηριστικά : 9 Χρηστικότητα : 9 Ποιότητα : 8,5 Επιδόσεις : 8 Απόδοση/Τιμή : 9,5 Ευχαριστούμε θερμά την Arcticγια την παραχώρηση του δείγματος της δοκιμής για το TheLab.gr, Γεώργιος "GriGaS" Ρήγας 14/12/2015
  6. Η MSI ανακοίνωσε αυτές τις μέρες ένα νέο gaming headset και ένα νέο gaming πληκτρολόγιο, το οποίο μάλιστα προσφέρεται και ως πακέτο με ένα gaming ποντίκι που ήταν ήδη διαθέσιμο στην αγορά. Με τα προϊόντα αυτά η MSI επιχειρεί να προσφέρει ένα ολοκληρωμένο πακέτο περιφερειακών σε αυτούς που παίζουν ιδιαίτερα συχνά παιχνίδια, αλλά δεν μπορούν να διαθέσουν σημαντικό ποσό χρημάτων. Το headset είναι το μοντέλο Immerse GH60 Gaming Headset και είναι κλειστού τύπου, το οποίο σημαίνει ότι καλύπτει πλήρως το αυτί του παίκτη. Διαθέτει σκελετό από ατσάλι για μεγάλη αντοχή στην χρήση και εύκαμπτο κεφαλόδεσμο για όσο το δυνατόν πιο άνετη χρήση. Τα μαξιλαράκια μπορούν να αντικατασταθούν, με την MSI να συμπεριλαμβάνει και ένα υφασμάτινο ζευγάρι, προσφέροντας έτσι μια δεύτερη επιλογή στον χρήστη. Η σύνδεσή του headset γίνεται μέσω 3,5'' βύσματος. Τα τεχνικά χαρακτηριστικά φαίνονται στον παρακάτω πίνακα. Immerse GH60 Gaming Headset Connector 3.5mm headphone jack Cable Gold Plated and Braided / 2M Length / Low Resistance Driver 50mm Neodymium Speaker Sensitivity (SPL) 96 dB ± 3 dB Speaker Impedance 32 Ω Speaker Frequency Response 20 Hz ~ 40 kHz Pick-Up Pattern Unidirectional Microphone Frequency Response 100 Hz ~ 10kHz Microphone Sensitivity -40 dB ± 3 dB Microphone Impedance 2.2k Ω Το πληκτρολόγιο είναι το μοντέλο Vigor GK40 Gaming Keyboard και διατίθεται τόσο μόνο του, όσο και σε συνδυασμό με το ποντίκι Clutch GM10 Gaming Mouse. Αν και δεν είναι μηχανικό, χρησιμοποιεί μεμβράνη, έχει σχεδιαστεί έτσι ώστε να δίνει την αίσθηση ενός μηχανικού πληκτρολογίου. Τα πλήκτρα διαθέτουν τεχνολογία anti-ghosting για έως και 20 πλήκτρα. Στα επιπλέον χαρακτηριστικά η σχεδίαση του έτσι ώστε να επιτρέπει στο νερό να φεύγει, για την περίπτωση που από λάθος πέσει νερό πάνω του και ο οπίσθιος RGB φωτισμός έξι περιοχών, ο οποίος μπορεί να ρυθμιστεί μέσω του λογισμικού Mystic Light, σε τέσσερα διαφορετικά επίπεδα έντασης, υποστηρίζοντας οκτώ διαφορετικά εφέ. Vigor GK40 Keyboard Model Vigor GK40 Gaming Keyboard Main Key Switches Membrane switches (Mechanical-like) Keyboard Interface USB Normal Keys Stand 104 keys / 105 keys / 108 keys Dimensions (mm) 472 x 207 x 39 Windows Support / Requirements Windows 10 / 8.1 / 8 / 7 - System with USB Support Backlight 6-region RGB illumination, supports MSI Mystic Light Weight 1056g Το Clutch GM10 Gaming Mouse διαθέτει ασύμμετρο εργονομικό σχεδιασμό, αντιολισθητική λαβή, ρόδα με LED φωτισμό, πλήκτρο για αλλαγή των DPI, με τις επιλογές να είναι 800, 1000,1600 και 2400 DPI. Ο φωτισμός αλλάζει ανάλογα την επιλογή των DPI, σε μπλε κόκκινο, πράσινο ή μωβ χρώμα. Τα πλήκτρα σύμφωνα με την MSI είναι υψηλής αντοχής, έως 10 εκατομμύρια κλικς, ενώ η σύνδεσή του γίνεται μέσω USB καλωδίου. Clutch GM10 Gaming Mouse Sensor PixArt ADSN-5712 Sensor Type Optical DPI Switch 800 / 1000 (default) / 1600 / 2400 Color Black Buttons 4 Response Time 1ms Main Key Switches 10 Million+ clicks LED Light Red Dragon LED / Wheel (four colors) Lighting Effects Logo LED: Breathing effect Wheel LED: by DPI (800 Blue / 1000 Red / 1600 Green / 2400 Purple) Cable / Interface 1.8m / USB Dimensions (mm) / Weight (G) 125 x 64 x 42 / 104g Operating System Windows 10 / 8.1 / 8 / 7 / Vista / XP Με ένα γρήγορο googling, στο Αγγλικό Scan.co.uk οι τιμές τους είναι οι παρακάτω: MSI Immerse GH60 Stereo PC/Console Gaming Headset LN87390 - S37-2100990-Y86 | SCAN UK MSI Vigor GK40 Mechanical Feel RGB Gaming Keyboard LN87384 - S11-04UK217-AP1 | SCAN UK MSI Vigor GK40 + Clutch GM10 Gaming Keyboard/Mouse Combo LN87385 - S11-04UK218-AP1 | SCAN UK MSI Clutch GM10 USB PC Gaming Mouse LN87388 - S12-0401530-AP1 | SCAN UK
  7. Στα πλαίσια παρουσιάσεων στη CES 2018, η HTC αποκάλυψε το νέο και ανανεωμένο Vive Pro. Πρόκειται για αναβαθμισμένη έκδοση του κλασσικού HTC Vive που γνωρίζουμε και έρχεται με πολλές αξιοσημείωτες αλλαγές και προσθήκες. Πιο συγκεκριμένα, το Vive Pro προσφέρει πιο εργονομικό σχεδιασμό για εύκολη τοποθέτηση από τον χρήστη καθώς και πιο άνετη χρήση . Το ανανεωμένο Vive Pro έρχεται με μεγαλύτερη ανάλυση, η οποία ανέρχεται σε 1440 x 1600 pixels για κάθε μάτι (2880 x 1600 pixels συνολικά), που σύμφωνα με την HTC έχουμε να κάνουμε με μια αύξηση της τάξεως του 78% σε σχέση με το απλό Vive, ενσωματωμένα ακουστικά υψηλής ευκρίνειας και ενσωματωμένο προ - ενισχυτή ήχου. Ωστόσο, το Vive Pro, η HTC ανακοίνωσε και το Vive Wireless Adaptor, το οποίο δουλεύει τόσο στο απλό Vive, όσο και με την αναβαθμισμένη Pro έκδοση. Όπως φανερώνει και το όνομά του, το Vive Wireless Adaptor κάνει τα VR headsets ασύρματα, χρησιμοποιώντας την WiGig τεχνολογία της Intel. Τέλος, η HTC δεν αποκάλυψε την τιμή και την ημερομηνία κυκλοφορίας του νέου HTC Vive Pro κάτι που λογικά θα μάθουμε σύντομα. Headset Specs Screen: Dual AMOLED 3.5" diagonal Resolution: 1440 x 1600 pixels per eye (2880 x 1600 pixels combined) Refresh rate: 90 Hz Field of view: 110 degrees Audio: Hi-Res certificate headset Hi-Res certificate headphone (removable) High impedance headphone support Input: Integrated microphones Connections: USB-C 3.0, DP 1.2, Bluetooth Sensors: SteamVR Tracking, G-sensor, gyroscope, proximity, IPD sensor Ergonomics: Eye relief with lens distance adjustment Adjustable IPD Adjustable headphone Adjustable headstrap
  8. Ο υπεύθυνος του VR τμήματος του Facebook, Hugo Barra, στα πλαίσια συνέντευξης τύπου της Qualcomm στη CES 2018 βρέθηκε στη σκηνή για να ανακοινώσει την συνεργασία της Oculus με την Xiaomi για ένα οικονομικό και αυτόνομο VR Headset, το Oculus Go. Το Oculus Go είναι μια προσιτή πρόταση των εταιριών για μια αυτόνομη VR λύση που δεν χρειάζεται ηλεκτρονικό υπολογιστή. Και όπως θα περιμένατε, η συσκευή χρησιμοποιεί τον επεξεργαστή Qualcomm Snapdragon 821 που συναντάμε στο LG G6 και στο αρχικό Google Pixel. Η συνεργασία των δύο εταιριών όμως δε σταματά εκεί καθώς πέρα του ότι η Xiaomi έχει αναλάβει την παραγωγή της συσκευής με στόχο η τιμή να παραμείνει σε προσιτά επίπεδα, η Xiaomi θα κατασκευάσει και ένα δεύτερο αντίστοιχο headset που θα ονομάζεται Mi VR Standalone και απευθύνεται ειδικά στην αγορά της Κίνας με τα δυο headsets να μοιράζονται τα ίδια βασικά χαρακτηριστικά. Δυστυχώς για την ώρα δεν υπάρχει κάποια ημερομηνία κυκλοφορίας και η τιμή του Oculus Go έχει καθοριστεί στα $199.
  9. Η Corsair ανακοίνωσε ένα νέο gaming headset, το HS50, το οποίο έρχεται να προστεθεί στα ήδη διαθέσιμα στην αγορά της εταιρίας. Το νέο αυτό στερεοφωνικό headset υπόσχεται άνεση ακόμα και μετά από πολύωρη χρήση, καθώς και μεγάλη αντοχή στον χρόνο, χάρη στην υψηλών προδιαγραφών, κατασκευή του. Τα ακουστικά διαθέτουν οδηγούς των 50 χιλιοστών, ικανούς να προσφέρουν, σύμφωνα με την εταιρία, ανώτερης ποιότητας ήχο, με μεγάλο εύρος και υψηλή ακρίβεια. Το μικρόφωνο μπορεί να αφαιρεθεί από το headset, όταν αυτό δεν χρειάζεται, ενώ ρυθμιστικά πάνω στα ακουστικά επιτρέπουν την εύκολη ρύθμιση τους. Η σύνδεση του headset γίνεται μέσω 3,5'' βύσματος, προσφέροντας συμβατότητα με την πλειοψηφία των συσκευών στην αγορά, όπως υπολογιστές, κονσόλες και smartphones. Η Corsair παρέχει και σχετικό Υ καλώδιο, για σύνδεση των ακουστικών στις δύο υποδοχές, μικροφώνου και ακουστικών, που διαθέτουν οι υπολογιστές. Τα ακουστικά είναι άμεσα διαθέσιμα από την Corsair και τους συνεργάτες της και καλύπτονται από δύο χρόνια εγγύησης. Διατίθενται σε μαύρο προς 60€, καθώς και μπλε ή πράσινο, προς 65€.
  10. καλημέρα. έχω τα bluetooth ακουστικά μου τα οποία θέλω να τα συνδέσω με την τηλεόρασή μου. υπάρχει κάποια συσκευή που να κάνει αυτήν την συνδεσιμότητα; δεν θέλω να πάω σε άλλες λύσεις πλην του bluetooth γιατί έχουν μεγάλη ακτινοβολία. μήπως θα μπορούσατε να με βοηθήσετε;
  11. Η Corsair ανακοίνωσε πριν λίγες μέρες στην Gamescom 2017 την νέα της σειρά gaming headsets, VOID PRO. Η Corsair υπόσχεται με τα VOID PRO, άριστη ποιότητα και σωστή απόδοση των ήχων ενός παιχνιδιού, με παράλληλη άνετη χρήση και υψηλή αντοχή, χάρη στον ελαφρύ και υψηλής αντοχής σχεδιασμό τους. Ειδικά στον τομέα της άνετης χρήσης, η Corsair τονίζει ότι τα VOID PRO έχουν σχεδιαστεί έτσι ώστε πρωτίστως να προσφέρουν υψηλά επίπεδα άνεσης στον χρήστη, επιτρέποντας το πολύωρο παιχνίδι. Έχει χρησιμοποιηθεί ύφασμα από πλέγμα μικροϊνών και αφρός μνήμης στα μαξιλαράκια των ακουστικών για μέγιστη άνεση, ενώ το headband είναι ενισχυμένο και με αλουμίνιο για μεγαλύτερη αντοχή στην χρήση. Η σειρά περιλαμβάνει τα μοντέλα VOID PRO RGB WIRELESS και SE, VOID PRO RGB USB VOID PRO SURROUND. Όλα τα μοντέλα της σειράς VOID PRO είναι εξοπλισμένα με τους ίδιους οδηγούς των 50 χιλιοστών, με υποστήριξη και για Dolby Headphone 7.1 surround, προσφέροντας λεπτομερή ήχο, με ακριβή πρίμα και δυνατά μπάσα. Το μικρόφωνο διαθέτει τεχνολογία noise cancellation για καθαρή επικοινωνία και LED ένδειξη για όταν αυτό είναι απενεργοποιημένο. Τα RGB μοντέλα προσφέρουν προφανώς και RGB φωτισμό ο οποίος μπορεί να παραμετροποιηθεί μέσω του λογισμικού CORSAIR Utility Engine (CUE). Τα ασύρματα μοντέλα έχουν εμβέλεια έως και 4,8 μέτρα και αυτονομία έως και 16 ώρες. Τα νέα headstets είναι άμεσα διαθέσιμα παγκοσμίως από τους συνεργάτες της Corsair, αλλά και την ίδια την Corsair μέσω του online καταστήματός της. Για τις τιμές τους μπορείτε να δείτε στα παρακάτω links. VOID PRO RGB Wireless SE Premium Gaming Headset with Dolby® Headphone 7.1 — Yellow (EU) VOID PRO RGB Wireless Premium Gaming Headset with Dolby® Headphone 7.1 — Carbon (EU) VOID PRO RGB USB Premium Gaming Headset with Dolby® Headphone 7.1 — White (EU) VOID PRO Surround Premium Gaming Headset with Dolby® Headphone 7.1 — Red (EU)
  12. Με τόσες μαζεμένες προσφορές και με τιμές ακόμα και κάτω από $9.99 σίγουρα θα βρείτε αυτό που σας ταιριάζει! PURE AUDIO SENSATION
  13. Η Cooler Master ανακοίνωσε το νέο της gaming headset κλειστού τύπου, το MasterPulse MH320. Το νέο αυτό headset απευθύνεται σε κάθε τύπου gamer, είτε αυτός βρίσκεται μπροστά στην οθόνη του υπολογιστή του για πάρα πολλές ώρες, είτε παίζει περιστασιακά. Το νέο MasterPulse MH320 είναι σχεδιασμένο για ξεκούραστη χρήση, έχοντας βάρος μόλις 280 γραμμάρια. Διαθέτει αυτορυθμιζόμενο κεφαλόδεσμο, ώστε να ταιριάζει σε κάθε κεφάλι, με ατσάλινη υποστήριξη για μεγαλύτερη αντοχή. Το MasterPulse MH320 προσφέρει υψηλής ποιότητας στερεοφωνικό ήχο με οδηγούς των 40 χιλιοστών. Η μαλακή δερματίνη στα ακουστικά προσφέρει υψηλά επίπεδα άνεσης κατά την χρήση των ακουστικών, ενώ χάρη στην σχεδίαση κλειστού τύπου περιορίζονται και οι ήχοι του περιβάλλοντος. Το μικρόφωνο είναι σχεδιασμένο έτσι ώστε να λαμβάνει άριστα την φωνή του χρήστη, περιορίζοντας τον θόρυβο από το περιβάλλον. Το MasterPulse MH320 gaming headset συνδέεται με το σύστημα μέσω δύο βυσμάτων των 3,5 χιλιοστών. Είναι ήδη διαθέσιμο προς 39,99 ευρώ. Μια παρουσίαση του νέου headset της Cooler Master δημοσίευσε η ιστοσελίδα bit tech. Cooler Master MasterPulse MH320 Review | bit-tech.net
  14. Η Razer ανακοίνωσε την διαθεσιμότητα δύο νέων headsets τα οποία απευθύνονται σε gamers. Πρόκειται για τα Razer Tiamat 7.1 V2 και Razer Tiamat 2.2 V2 με το πρώτο να υπόσχεται πραγματικό surround ήχο, ενώ το δεύτερο επικεντρώνει στο να αποδώσει ακόμα δυνατότερα και καθαρότερα μπάσα. Ακολουθεί το σχετικό δελτίο τύπου. ΤΟ FLAGSHIP SURROUND SOUND HEADSET ΤΗΣ RAZER ΕΙΝΑΙ ΕΔΩ ΚΑΙ ΛΕΓΕΤΑΙ RAZER TIAMAT 7.1 V2 Razer Tiamat 7.1 V2 Πρόκειται για ένα αναλογικό PC gaming headset με πραγματικό 7.1 surround ήχο που διαθέτει 10 ηχεία, πέντε σε κάθε ακουστικό και δημιουργεί ένα ηχητικό περιβάλλον όπου μπορεί κανείς να εντοπίσει τη θέση της πηγής του ήχου με θανατηφόρα ακρίβεια. Κάθε ακουστικό διαθέτει και ένα subwoofer 40mm, καθώς και 30mm front (L/R) και κεντρικά ηχεία, και άλλα 2 rear και side των 20mm, που όλα μαζί δημιουργούν τον πλέον ακριβή και ρεαλιστικό ήχο που μπορεί να πετύχει η σημερινή τεχνολογία. Τα Razer Tiamat 7.1 V2 φέρουν και ένα νέο εργαλείο, το Audio Control Unit, που επιτρέπει στο χρήστη να ορίσει την ένταση σε κάθε ηχείο ξεχωριστά και να περάσει με το πάτημα ενός κουμπιού από 7.1 surround σε 2.0 stereo η από ακουστικά σε ηχεία, χρησιμοποιώντας το σαν pass-through. Επίσης διαθέτει ένα unidirectional digital boom μικρόφωνο που μπαίνει μέσα στο ακουστικό όταν δε χρειάζεται και προσφέρει καθαρή και φυσική φωνή για τέλεια επικοινωνία μέσα στη μάχη. Φυσικά το νέο headset ανήκει στην οικογένεια των Chroma ακουστικών, είναι σίγουρα ένα κόσμημα αλλά και ένα σημαντικό εργαλείο αφού η βασική του δουλειά είναι να εντοπίζει τη θέση από την οποία ακούγονται τα βήματα ή την προέλευση των πυροβολισμών. Razer Tiamat 2.2 V2 Τα Razer Tiamat 2.2 V2 φέρουν δύο επιπλέον ηχεία subwoofer 50mm και προσφέρουν ένα από τα πιο καθηλωτικά μπάσα που μπορεί να ακούσει κανείς σε headset, παράλληλα με πεντακάθαρο audio. Εξοπλισμένα με ρυθμιζόμενο digital boom μικρόφωνο για φυσική αναπαραγωγή ήχου, και φέροντας in-line remote με καλώδιο extension/splitter, τα Razer Tiamat 2.2 V2 προσφέρουν συμβατότητα με δεκάδες συσκευές και είναι ένα από τα πιο ευέλικτα cross-platform headsets της αγοράς για χρήση σε PC, Mac, κονσόλα και κινητό. Τα Razer Tiamat 7.1 V2 και Razer Tiamat 2.2. V2 θα είναι διαθέσιμα στην Ελλάδα αυτό το Σεπτέμβρη. Για περισσότερες πληροφορίες επισκεφτείτε το razerzone.com/gaming-audio/razer-tiamat-71-v2 και razerzone.com/gaming-audio/razer-tiamat-22-v2. ΤΙΜΕΣ: Tiamat 7.1 V2: €239.99 Tiamat 2.2 V2: €139.99 Τεχνικά χαρακτηριστικά: RAZER TIAMAT 7.1 V2 Headphones: 10 ηχεία με μαγνήτες νεοδυμίου Κάθε ακουστικό διαθέτει: Subwoofer: Διάφραγμα τιτανίου 40 mm με μαγνήτες νεοδυμίου Απόκριση Συχνότητας: 20 Hz – 20 kHz Αντίσταση: 16 Ω Ευαισθησία @ 1 kHz: 118 dB ± 3dB Front (L/R): 30 mm με μαγνήτη νεοδυμίου Απόκριση Συχνότητας: 20 Hz - 20,000 Hz Αντίσταση: 32 Ω Ευαισθησία @ 1 kHz: 115 dB ± 3 dB Center: 30 mm με μαγνήτη νεοδυμίου Απόκριση Συχνότητας: 20 Hz - 20,000 Hz Αντίσταση: 32 Ω Ευαισθησία @ 1 kHz: 115 dB ± 3 dB Rear Surround: 20 mm με μαγνήτη νεοδυμίου Απόκριση Συχνότητας: 20 Hz - 20,000 Hz Αντίσταση: 32 Ω Ευαισθησία @ 1 kHz: 118 dB ± 3 dB Side Surround: 20 mm με μαγνήτη νεοδυμίου Απόκριση Συχνότητας: 20 Hz - 20,000 Hz Αντίσταση: 32 Ω Ευαισθησία @ 1 kHz: 118 dB ± 3 dB Μικρόφωνο: Απόκριση Συχνότητας: 100 – 10 kHz Ευαισθησία @1 kHz: -38 dB ± 3 dB Signal-to-noise ratio: 58 dB Pick-up pattern: Unidirectional ECM Audio Control Unit: Master volume, front speakers, center speakers, subwoofers, side speakers, rear speakers, ένταση μικροφώνου, microphone mute, audio mute, διακόπτης 7.1 surround sound / 2.0 stereo mode και διακόπτης speaker / headset Καλώδιο: 3 m πλεκτό USB για το ρεύμα Σύνδεση με PC: 3.5 mm microphone jack, 4 x 3.5 mm audio jacks Σύνδεση με ηχεία: 4 x 3.5 mm audio ports Απαιτήσεις συστήματος: PC με ενσωματωμένα 3.5 mm audio jacks & 1 USB port (για το ρεύμα) Αποκλειστική κάρτα ήχου surround sound ή μητρική με analog surround sound ports (3.5 mm audio jacks x 5 η περισσότερα) για πραγματικό 7.1 surround ήχο. RAZER TIAMAT 2.2 V2 Headphones: Ηχεία: 4 x Διάφραγμα τιτανίου 50 mm με μαγνήτες νεοδυμίου Απόκριση Συχνότητας: 20 – 20 kHz Αντίσταση: front 32 Ω, back 16 Ω Μέγιστη ισχύς εξόδου: 50 mW Μήκος καλωδίου: 1.3 m / 4.27 ft. plus 2 m / 6.6 ft. audio / mic splitter adapter cable Microphone: Απόκριση Συχνότητας: 100 – 10 kHz Ευαισθησία @ 1 kHz: -38 dB ± 3 dB Signal-to-noise ratio: >58 dB Microphone type: ECM Pick-up Pattern: Unidirectional In-line volume control: Analog volume wheel Microphone mute Απαιτήσεις Συστήματος: Audio: Συσκευές με 3.5 mm audio jack Audio + microphone: Συσκευές με 3.5 mm audio + mic combined jack
  15. Recently, we reviewed X2's Solarblast headset, which promised to deliver a virtual 7.1 audio system experience. This time we test another product of X2, under the commercial name Saturn 5.1, composing of a real 5.1 audio system, with dedicated speakers for every auditory direction and an embedded subwoofer Many believe that headsets of this category fail to deliver their promises, because humans are made to listen in stereo. Therefore, these believers support the idea that stereo headphones are more than adequate to reproduce any required sound from all directions, when used in the right way. Will Saturn 5.1 stand out as an exception or not? [BREAK=Packaging & Contents] The headset comes in a cardboard box with plastic outer covering. Scattered all over the box we will find mentions of the key feature of Saturn 5.1, which is none other than the real 5.1 sound system. The manufacturer claims that it offers the mostly anticipated solution to the problem of acoustic orientation , using dedicated speakers to simulate sound from various directions . This technique has been known for several years in home cinemas, in which 4+ speakers are placed around the viewer at a certain distance. By controlling the playback source for each stream of a multichannel multimedia file, we offer a vivid playback experience to the viewer. On the back side, the product's characteristics can be clearly seen, such as sensitivity, impedance and cable length. We can also spot the fact that each speaker cavity bears two separate 40mm speakers, a 30mm speaker and a 30mm subwoofer. The first image that comes to mind when seeing the word "subwoofer " is the bulky speaker put in an occult position, which takes charge of the reproduction of very low frequencies, which are non-directional. In this case, however, this is not true, as we shall see below. The contents of this box are limited to the absolutely necessary. These include the headset, an instruction manual and an extra pair of leather pads. The last ones are considered of increasing importance, as more and more users are not pleased with the fabric/mesh pads, which the Saturn X2 wears by default. According to public opinion, leather pads offer better noise isolation but simultaneously cause your ears to warm up during use. [BREAK=Close snapshots] The color palette used by the manufacturer is at least elegant. The combination of black and bright red adds character to the product, while silver details highlight its modern design. The microphone is unfortunately not removable or telescopic, while the small bending resistance gave us the impression that the microphone will not survive any abuse. Even though this headset is made entirely of plastic, it gives the impression that it is very durable and sturdy. The red surfaces (parts of the ear pads and the upper head pad) are made of leatherette. Both the ear pads and the head pad are quite soft [/ B], in order to adjust to the shape of your head. The pads have an internal depth of about 2 cm and are removable by taking off a plastic flange with extreme caution. As a point of size reference, we have put next to it the screen of an iphone 5. Saturn X2 comes with an inline audio controller, which can adjust the headset's general volume, the volume of back, side and front speakers, the volume of vibrator/subwoofer and enable/disable the microphone. All pots are dimmers apart from the general volume modulator, which is a three-position switch and changes the OS's general volume. The headset comes equipped with a USB port, which means that the sound card (or more precisely a DAC - Digital to Analog Converter) must be located somewhere on the headset. In this case, we found a CM6206 Taiwanese C-Media chip. This chip includes a 7.1CH DAC, a 2CH ADC (Analog to Digital Converter) for the microphone , the USB host, an audio buffer, PLL and other stuff. According to the manufacturer, this specific IC is recommended for outdoor high performance sound systems, while offering on-board capabilities of changing virtually the speaker placement and processing karaoke functions. The controller has lighting at the side of its silver details. Perhaps it would be better if the lighting highlighted somehow the potentiometers' labels, as numerous times we've found into the situation of having to turn on the lights in order to adjust the appropriate potentiometer. As we can see in the pictures above , each cabinet contains 3 speakers capable of reproducing sound from the rear, side and front. By dissecting the cabinet we notice a little clutter in both wiring and their support structure. The drum, which appears to be supported by the three speakers, is a subwoofer . It's just a vibrator, which fuctions similarly to that of a mobile phone. The vibration generated by the vibrator is of low frequencies and, in combination with the design of the cabinet and its structure, converts these vibrations to low frequency sound, simulating the behavior of a subwoofer. Finally, we observe that the wiring is distinct, meaning that each wire "carries" the signal of the corresponding speaker, and starts from the inline controller. The headset looks particularly beautiful in low light conditions, while matching marvelously with CM Storm Trigger's [/ URL]lighting. The illumination is permanent,with the exception of the microphones, which is active as long as the microphone is enabled. The plug is -as expected- a USB port, while the cable is braided with an alternating pattern of black and red. We would also like to see gilded end of the USB cable, for enhanced resistance to general wear and tear. [BREAK=Performance] General useAs general use we define the use on daily desktop operations, such as navigating the operating system's UI, skype, watching videos on youtube and other multimedia streaming websites.In this area we haven't detected any problems. The headset worked just fine. It proved to be really comfortable and its use in skype conversations the microphone preserved the overall image. The microphone's end light proved particularly useful as it allows us to know if the microphone is enabled or not. We recommend that you do not use this specific headset on official conversations, as the various lights may not emit the necessary serious aura of the situation.One peculiarity we noticed is that when we activate the subwoofer by slightly turning the little dimmer,white noise of low intensity starts appearing. This noise is not distinguishable when playing a music track.Music In the field of music we chose pieces that cover the whole spectrum of the world of music, from classical to hard rock. A prerequisite for a proper test is to know by heart the songs we listen to, in order to detect any deformation or loss of frequencies in the song. Therefore, we preferred albums of Scorpions, ACDC, Michael Jackson, Elton John, Bryan Adams, John Denver, Beethoven and official film soundtracks such as Frozen, The Hobbit and Inception. All pieces tested were formated in FLAC 44.1KHz 16bits resolution with approximately 900kbps bitrate.Since these headphones are not considered suitable for audiophiles, we didn't have great expectations in this sector. The tracks sounded rich and full, with clear highs and mids . At low frequencies there is a lack of depth, with the bass sounding muffled. The related frequencies exist, but their performance is not as rich as one would expect . In case you choose 2CH input instead of 6CH , all speakers will be used, including the bass vibrators. The latter might probably annoy some, so it is advisable to regulate them at will by the corresponding potentiometer and software . Movies We watched fullHD movies with hifi audio of DTS 5.1 48KHz 1500kbps bitrate and more specifically The Hobbit and Riddick. In movies, the behavior is similar to that of the music playback, the main difference being its 5.1 content. Its audible content, that simulates sounds in front and sides of the viewer, was accurately positioned. The side audio effects that are played through the dedicated speakers, which simulate speakers placed directly beside and slightly behind the viewer, were perceived slightly forward than regular.The bass vibrator is a pleasant addition to the whole experience, although in some cases it gave the impression of simply vibrating our ears. Besides, the component implementing the vibration must contain some sort of spring and tapping slightly the cabinet produces a metallic oscillation. This oscillation must be the cause of lack of depth. The situation improved considerably when we introduced the leather pads .Its almost certain that the permanent illumination of the headset may seem annoying to some users with extended peripheral vision and even more to those who wear prescription glasses -as does the writer- because they create a small but significant reflection on the lenses, especially while watching movies in dark environments. Gaming There was no way of finishing this review without testing the headset's performance in games and specifically in Battlefield 3 and World of Tanks, where the accuracy of the direction of sounds is vital for surviving the game.Several times I caught myself sitting at the beginning of the map, rotating unnecessarily the player in circles just to hear the curses of my team, which was waiting for me, and the sounds of explosions around me. A special moment was when a missile that was targeting me, missed me completely, when I happened to rotate the turret of my tank. The experience was very convincing, so much in fact that it disorientated me in the middle of the battle and later I found the next missile with my name on it. My personal assessment is that the increased number of speakers helps the playback of multichannel audio, not so much regarding the direction of the sound as in terms of better playback of sounds to be reproduced simultaneously. [BREAK=Epilogue] By purchasing X2's Saturn 5.1, the user must be aware that he will receive exactly what the manufacturer promised. The system's 5.1 function exists and works well, allowing the use of the headset as the playback source of multichannel content found in games and movies . However in some cases the playback quality was not quite as expected. For this reason , the demanding user and audiophile, who is not interested in gaming, could opt for a pair of stereo headphones. Finally, although the design of the lights is beautiful and futuristic, there could be an option to turn them off, either through software or through a dedicated switch, for example when using them in dark environments or during teleconference. Pros Real 5.1 experience Excellent build quality Extra pair of pads Beautiful design Comfortable fit Cons Permanent "on" side illumination LEDs Limited depth in low frequencies Strong vibration on ears due to vibrator-subwoofer Adjustment of general volume by changing OS's volume Absence of illumination where it is definately needed Many thanks to X2 from Netherlands for offering this review sample. Its price value is estimated at 60€. Miltiadis Alexios Papadopoulos
  16. Φαίνεται πως η Coolermaster έχει βαλθεί να μην αφήνει τους reviewers της ομάδας σε χλωρό κλαρί. Κουτιά, πληκτρολόγια, ποντίκια αλλά και ακουστικά είναι πλέον τακτικοί πελάτες μας και έτσι σήμερα θα πάρει θέση στον πάγκο των δοκιμών η νέα πρόταση της Coolermaster στα Gaming Headsets της σειράς CM Storm με την ονομασία Sirus C. Όπως και τα Ceres 500 που σας είχαμε παρουσιάσει πριν περίπου 4 μήνες, έχουν φτιαχτεί απευθυνόμενα σε gamers ανεξαρτήτως πλατφόρμας. Έτσι παρ' ότι USB, μπορούν να χρησιμοποιηθούν τόσο σε υπολογιστή Windows ή MacOS όσο και κονσόλα. Το στοιχείο όμως που διαφοροποιεί τα Sirus C από το μεγαλύτερο μέρος του ανταγωνισμού, είναι ότι σε κάθε earcup κρύβουν δύο ηχεία. Τι είναι το δεύτερο ηχείο; Μα φυσικά ένα woofer που υπόσχεται έντονες εμπειρίες μπάσου στις στιγμές παιχνιδιού και όχι μόνο. Ας αφήσουμε όμως το περιττό μπλαμπλά και ας περάσουμε στην επόμενη σελίδα. [BREAK=Περιεχόμενα συσκευασίας] Τα CM Storm Sirus C έρχονται σε ένα κουτί που μετά από αρκετά review προϊόντων της Coolermaster, μπορούμε να πούμε πως χαρακτηρίζεται ως τυπικό. Με μια πληθώρα λογότυπων και πληροφοριών πάνω σε ένα ποιοτικό μαύρο χαρτόνι, δίνει στον αγοραστή μία καλή εικόνα περί του περιεχομένου του. Ένα μεγάλο μέρος της μπροστινής πλευράς καλύπτεται από διάφανη ζελατίνα, αποκαλύπτοντας τόσο τα ακουστικά όσο και το ευμεγέθες χειριστήριο τους. Γυρίζοντας πλευρά, βλέπουμε να τονίζονται τα δυνατά σημεία των Sirus C. Όντας προϊδεασμένοι από προηγούμενο review (βλέπε CM Storm Ceres 500) τα βύσματα RCA που απεικονίζονται στην πίσω πλευρά της συσκευασίας δεν μας προκάλεσαν καμία απολύτως εντύπωση. Προφανώς και αυτό το headset ακολουθεί την ίδια φιλοσοφία όσον αφορά την συνδεσμολογία. Και στις δύο κύριες πλευρές της συσκευασίας τονίζεται ότι τα ακουστικά είναι 2.2 (κατά την ονοματολογία 5.1 κλπ που ακολουθείται στα ηχεία). Άλλωστε αυτό είναι και το συγκριτικό τους πλεονέκτημα σε σχέση με τον ανταγωνισμό. Οι δύο κύριες όψεις της συσκευασίας των Sirus C Όσον αφορά τα πλαϊνά της συσκευασίας, από την μία πλευρά βλέπουμε τα τεχνικά χαρακτηριστικά, τα οποία μπορείτε να δείτε αναλυτικά στην επόμενη σελίδα της παρουσίασης, ενώ από την άλλη τονίζεται ο universal χαρακτήρας των Sirus C. Όπως και στα Ceres 500, τα PC/Μac απεικονίζονται με ένα laptop. Προφανώς η κατασκευάστρια εταιρεία επιθυμεί και αυτή τη φορά να τονίσει τα πλεονεκτήματα της χρήσης ενός USB headset σε ένα φορητό υπολογιστή ο οποίος συνήθως δεν έχει ποιοτική κάρτα ήχου. Οι πλάγιες όψεις της συσκευασίας των Sirus C Ανοίγοντας το κουτί, εκτός από τα ακουστικά, αντικρίζουμε ένα μικρό manual και δύο καλώδια, ένα με δύο αρσενικά jack των 2.5mm και ένα που από τη μία πλευρά έχει θηλυκό jack των 3.5mm και από την άλλη έχει δύο RCA pass-through βύσματα. Περισσότερα για τον τρόπο χρήσης αυτών θα δούμε στην επόμενη σελίδα. Τα παρελκόμενα των Sirus C Τέλος σαν ένα μικρό teaser για την μεθεπόμενη σελίδα, ας δούμε τα Sirus C μέσα στην πλαστική συσκευασία που φροντίζει να φτάσουν ανέπαφα στα χέρια σας. Τα Sirus C έτοιμα να πάρουν θέση κάτω από τον φακό [BREAK=Τεχνικά Χαρακτηριστικά - Συνδέσεις] Τα τεχνικά χαρακτηριστικά των CM Storm Sirus C παρουσιάζονται αναλυτικά στον πίνακα που ακολουθεί. Όπως είχαμε αναλύσει και στην παρουσίαση των Ceres 500 πριν μερικούς μήνες, τα Sirus C έχουν είσοδο τόσο USB όσο και 3.5mm. Με τη βοήθεια ενός διακόπτη που βρίσκεται στο χειριστήριο γίνεται η εναλλαγή της εισόδου μεταξύ USB και jack και έτσι μπορείτε να τα χρησιμοποιήσετε με ένα πλήθος διαφορετικών συσκευών. Στις παρακάτω εικόνες, μπορείτε να δείτε αναλυτικά την συνδεσμολογία των Sirus C τόσο με PC όσο και με τις πιο διαδεδομένες κονσόλες της αγοράς. Τα βύσματα εισόδου που εξασφαλίζουν την μέγιστη συμβατότητα Η συνδεσμολογία που προτείνεται από την Coolermaster ανάλογα με την πλατφόρμα χρήσης Από το παραπάνω σχήμα, συμπεραίνουμε πως αν μη τι άλλο, τα Sirus C είναι ένα future proof προϊόν. Όσοι ετοιμάζεστε να κλείσετε το review, γιατί έχετε καλή κάρτα ήχου και θεωρείτε ότι τα Sirus C δεν είναι κατάλληλα για εσάς, μην το κάνετε. Σε επόμενη σελίδα σας περιμένει μία έκπληξη. Σε αυτό το σημείο, να σας ενημερώσουμε ότι τα Coolermaster CM Storm Sirus C είναι διαθέσιμα στην ελληνική αγορά μόνο από ένα κατάστημα σε τιμή που ξεπερνάει για λίγο τα 85.00 Ευρώ. [BREAK=Κάτω από το φακό] Η πρώτη εντύπωση που δίνουν τα Sirus C είναι πολύ καλή. Αν και αρκετά ογκώδη και με βάρος που φτάνει τα 425 γραμμάρια, λόγω του total black look που υιοθετήθηκε από την Coolermaster είναι κομψά και σοβαρά. Το καλώδιο είναι sleeved και φαίνεται πως είναι φτιαγμένο για να αντέχει τις κακουχίες, ενώ το χειριστήριό τους έχει αλλάξει σχεδιασμό από αυτόν που είχαμε δει στα Ceres 500 μόνο όσον αφορά το αισθητικό κομμάτι. Στα πλαϊνά υπάρχει το λογότυπο της σειράς CM Storm το οποίο είναι φωτιζόμενο, ενώ στην στέκα υπάρχει ανάγλυφη η επιγραφή CM Storm. Μια γενική άποψη των Sirus C σε ανφάς και προφίλ Ο μηχανισμός ρύθμισης ύψους των Sirus C έχει συνολικά 11 σκάλες και με την βοήθειά του σίγουρα θα μπορέσετε να βρείτε μία θέση που να σας βολεύει, ενώ προσφέρει δυνατότητα περιστροφής μερικών μοιρών ώστε να καθήσουν ακόμα πιο άνετα στο κεφάλι σας. Τέλος, υπάρχει μία επιπλέον άρθρωση η οποία αλλάζει την γωνία των οδηγών ως προς την κατακόρυφο. Όλα αυτά, σε συνδιασμό με το παχύ μαξιλαράκι που βρίσκεται στην στέκα δημιουργούν τις κατάλληλες προϋποθέσεις για ένα υψηλό επίπεδο άνεσης και εφαρμογής. Ο μηχανισμός ρύθμισης ύψους Οι οδηγοί των Sirus στις δύο ακραίες θέσεις της άρθρωσης που ρυθμίζει την γωνία τους ως προς την κατακόρυφο Ας περάσουμε τώρα στα μαξιλαράκια των οδηγών. Είναι κατασκευασμένα από συνθετικό ύφασμα και με την βοήθεια ενός πλαστικού σκελετού ο οποίος συνδέεται κουμπωτά, η προσθαφαίρεσή τους από το κυρίως σώμα του headset είναι πανεύκολη. Αν και κατά τη διάρκεια της συγγραφής του review, η θερμοκρασία είχε πέσει αρκετά, δείχνουν ότι επιτρέπουν τον αερισμό του αυτιού και έτσι η χρήση τους δεν θα ενοχλεί κατά τους θερμούς καλοκαιρινούς μήνες. Βέβαια αυτό έρχεται με το κόστος της χαμηλής παθητικής απομόνωσης εξωτερικών θορύβων, ενώ σχεδόν βέβαιο είναι και το ότι ο ήχος τους θα είναι αντιληπτός στους διπλανούς μας. Αξίζει να σημειώσουμε εδώ ότι στο διαδικτυακό κατάστημα της Coolermaster μπορείτε να προμηθευτείτε ανταλλακτικά μαξιλαράκια τόσο για τους οδηγούς όσο και για την στέκα Τα μαξιλαράκια των οδηγών και οι υποδοχές κουμπώματος αυτών Να περάσουμε τώρα στο χειριστήριο. Σε αντίθεση με τα Ceres 500 είναι κατασκευασμένο από γυαλιστερό πλαστικό (όπως άλλωστε και το headset) και έχει ένα μεγάλο λογότυπο της σειράς CM Storm το οποίο είναι φωτιζόμενο. Όταν το μικρόφωνο είναι ενεργοποιημένο, το λογότυπο φωτίζεται με ψυχρό λευκό χρώμα, ενώ όταν το μικρόφωνο απενεργοποιηθεί το λογότυπο γίνεται κόκκινο. Στο πίσω μέρος του χειριστηρίου υπάρχει ένα ευμεγέθες μανταλάκι, με τη βοήθεια του οποίο μπορείτε εύκολα να το στηρίξετε επάνω σας. Με το χειριστήριο μπορείτε να πραγματοποιήσετε εναλλαγή εισόδου ανάμεσα σε USB και 3.5mm jack μέσω του διακόπτη PC/Console, ρύθμισης της έντασης του ήχου αλλά και του μικροφώνου αλλά και σίγαση / ενεργοποίηση του μικροφώνου. Επιπλέον, στο χειριστήριο υπάρχει και ένα θυληκό jack 2.5mm για σύνδεση με το χειριστήριο του XBOX 360 για χρήση του ενσωματομένου σε αυτό μικροφώνου. Το χειριστήριο των Sirus C Για το τέλος αφήσαμε το μικρόφωνο. Αυτό, σε αντίθεση με προηγούμενα headsets της σειράς CM Storm που σας έχουμε παρουσιάσει, είναι μόνιμα συνδεδεμένο επάνω στο κυρίως σώμα των ακουστικών. Φυσικά η θέση του είναι ρυθμιζόμενη, ενώ όταν δεν το χρησιμοποιείτε μπορείτε να το ανεβάζετε επάνω και αυτομάτως ενεργοποιείται η σίγαση αυτού. Επιπλέον, στο άκρο του διαθέτει ένα LED το οποίο είναι αναμένο όταν το μικρόφωνο είναι σε λειτουργία. Η ενεργοποίηση / απενεργοποίηση του LED γίνεται μόνο όταν η σίγαση του μικροφώνου γίνεται ανεβάζοντάς το και όχι όταν χρησιμοποιούμε τον διακόπτη του χειριστηρίου. Το μικρόφωνο των Sirus C Αυτά όσον αφορά το εξωτερικό των CM Storm Sirus C. Γίνεται όμως review στο TheLab.gr χωρίς κατσαβίδι; Ας πάρουμε ένα μικρό σταυροκατσάβιδο και ας περάσουμε στην επόμενη σελίδα για να δούμε ορισμένα σημεία από τα ενδότερα των Sirus C. [BREAK=Ματιές στο εσωτερικό] Αφού ξεκουμπώσαμε τα μαξιλαράκια και ξεβιδώσαμε τέσσερεις βίδες, μπορέσαμε να αφαιρέσουμε το τμήμα που στεγάζει τα δύο ηχεία. Όπως και στα άλλα headsets της CM Storm που έχουμε δοκιμάσει, έτσι και εδώ τα καλώδια είναι πολύ λεπτά και η όλη κατασκευή μοιάζει να είναι ευαίσθητη σε πτώσεις. Καλό θα ήταν λοιπόν να το έχετε στα υπόψην και να μην τα κακομεταχειρίζεστε. Πίσω από το φωτιζόμενο λογότυπο, υπάρχει μία μικρή πλακέτα κόκκινου χρώματος στερεωμένη με 4 βίδες, η οποία φιλοξενεί τα LED που φωτίζουν το προανεφερθέν λογότυπο. To τμήμα των ακουστικών που φιλοξενεί τα ηχεία και η πλακέτα με τα LED Χρειάστηκε να ξεβιδώσουμε άλλες 3 βίδες για να μπορέσουμε να δούμε τους δύο οδηγούς. Έτσι, στην φωτογραφία που ακολουθεί μπορείτε να δείτε το κυρίως ηχείο, τοποθετημένο με κατεύθυνση προς τα αυτιά σας, ενώ με αντίθετη φορά βρίσκεται το woofer. Tα δύο ηχεία που βρίσκονται σε κάθε πλευρά των ακουστικών Για το τέλος αφήσαμε το εσωτερικό του χειριστηρίου το οποίο είναι πανομοιότυπο αυτού που είχαμε δει και στα Ceres 500 αν και στο σημερινό δείγμα η ποιότητα της πλακέτας είναι σαφώς βελτιωμένη. Μετά από αρκετό ψάξιμο της ομάδας των reviewers του TheLab.gr καταφέραμε να εντοπίσουμε πληροφορίες για τον ελεγκτή των Sirus C που είναι ο SSS1623/A4. Τα κύρια χαρακτηριστικά του είναι 16bit ADC & DAC, ρυθμός δειγματοληψίας 48 Khz, ενίσχυση μικροφώνου κατά +20dB, ενώ ενσωματώνει και ενισχυτή ακουστικών 15mW. Tο εσωτερικό του χειριστηρίου των Sirus C [BREAK=Εντυπώσεις από τη χρήση] Ας περάσουμε όμως στο σημαντικότερο κομμάτι του σημερινού review, το οποίο δεν είναι άλλο από τις εντυπώσεις που μας άφησαν τα CM Storm Sirus C στις 3 βδομάδες που τα δοκιμάσαμε. Όπως συνηθίζουμε, θα τα εξετάσουμε από δύο σκοπιές, αυτή της άνεσης και αυτή της ηχητικής απόδοσης. Ας προχωρήσουμε λοιπόν στο δια ταύτα. Άνεση - Εφαρμογή Με βάρος 425 γραμμάρια, τα Sirus C είναι σίγουρα ένα βαρύ headset. Για να καταλάβετε το πόσο βαριά είναι, τα Steelseries που σας είχαμε παρουσιάσει πριν περίπου ένα χρόνο ζυγίζουν μόλις 217 γραμμάρια, δηλαδή περίπου το μισό. Φαίνεται όμως ότι οι σχεδιαστές της Coolermaster εκαναν πολύ καλή δουλειά στον τομέα της εργονομίας μιας και παρά το βάρος τους, τα μαλακά μαξιλαράκια, οι 11 θέσεις ρύθμισης ύψους και οι 2 αβαθμίδωτες ρυθμίσεις που σας περιγράψαμε σε προηγούμενη παράγραφο καταφέρνουν να τα στηρίξουν στο κεφάλι χωρίς να κουράζουν ακόμα και μετά από πολύωρη χρήση. Τα κατασκευασμένα από συνθετικό ύφασμα μαξιλαράκια θα λέγαμε πως αποδείχθηκαν αρκετά ζεστά και δεδομένου ότι κατά την συγγραφή του review η θερμοκρασία χώρου ήταν της τάξης των 24 βαθμών, διατηρούμε κάποιες επιφαλάξεις σχετικά με το κατά πόσον θα διατηρούν δροσερό το αυτί κατά τους καλοκαιρινούς μήνες. Πάντως λίγο πολύ, στα περισσότερα ακουστικά υπάρχει σε μικρότερο ή μεγαλύτερο βαθμό αυτό το ζήτημα, οπότε το προσπερνάμε. Οσον αφορά το μήκος του καλωδίου, τα 3 μέτρα είναι σίγουρα αρκετά για να καλύψουν την χρήση σε PC, ενώ εάν έχετε την κονσόλα και την τηλεόρασή σας στην συνηθισμένη απόστασταση των 2.5 μέτρων δεν θα αντιμετωπίσετε κάποιο πρόβλημα. Το μανταλάκι στο χειριστήριο αποδείχθηκε πολύ βολικό, μιας και λόγω μεγέθους δεν θα θέλαμε να το έχουμε στον αέρα. Πάντως, πρέπει να ομολογήσουμε ότι θα προτιμούσαμε τα καλώδιο να ήταν μικρότερο και να συνοδευόταν από επέκταση, μιας και για χρήση στην μπροστινή θύρα USB του PC είναι αρκετά μεγάλο και αρκετές φορές μπερδεύτηκε. Να σημειώσουμε στο σημείο αυτό ότι δεν είναι δυνατή η χρήση των Sirus C εάν δεν τροφοδοτούνται από μία θύρα USB, άρα δεν είναι δυνατόν να τα χρησιμοποιήσετε με το κινητό σας τηλέφωνο ή το mp3 player για ακρόαση μουσικής. Εάν όμως η τηλεόρασή σας έχει θύρα USB για σύνδεση με σκληρό δίσκο ή USB flash drive, τότε μπορείτε να τα χρησιμοποιήσετε με αυτή, αρκεί να συνδέσετε και τα 2 βύσματα επάνω της και να γυρίσετε το διακόπτη στη θέση console. Επίσης σε περίπτωση που έχετε επενδύσει σε μία καλή κάρτα ήχου, είναι δυνατόν να χρησιμοποιήσετε τα Sirus C συνδέοντάς τα τόσο στην έξοδο της κάρτας ήχου, όσο και σε θύρα USB, να ρυθμίσετε από το λειτουργικό ότι ο μεν ήχος θα αναπαράγεται από την κάρτα ήχου, το δε μικρόφωνο θα λειτουργεί μέσω της USB και να γυρίσετε τον διακόπτη του χειριστηρίου στην θέση Console. Ηχητική Απόδοση Όσον αφορά την ηχητική απόδοση των Sirus C, ακολουθήσαμε την ίδια μεθοδολογία που είχαμε εφαρμόσει και στα Ceres 500. Έτσι, τα συνδέσαμε σε μία θύρα USB του PC μας, και όπως το συνηθίζουμε είδαμε την σκηνή της απόβασης στην Νορμανδία από το Saving Private Ryan και την πρώτη σκηνή μάχης από το Star Wars Episode III : The revenge of the Sith. Η ηχητική απόδοση, όσον αφορά τα αυτιά του γράφοντος ήταν πάρα πολύ καλή. Μην έχοντας ξαναχρησιμοποιήσει headset με ξεχωριστό οδηγό για τις χαμηλές συχνότητες, μπορούμε να πούμε πως εντυπωσιαστήκαμε από το μπάσο τόσο από άποψη ποιότητας όσο και από άποψη ποσότητας. Το αποτέλεσμα ήταν τόσο διαφορετικό σε σχέση με αυτό που έχουμε συνηθίσει από gaming headsets που είδαμε και τα τελευταία 40 λεπτά του Saving Private Ryan (την υπεράσπιση της γέφυρας). Αντίστοιχες εντυπώσεις μας άφησε και η ακρόαση μουσικής. Με το παλιό καλό και αγαπημένο Winamp ακούσαμε μια σειρά από αρχεία ήχου FLAC και μπορούμε να πούμε πως τα Sirus απέδωσαν πάρα πολύ καλά. Σε ορισμένες περιπτώσεις ανάλογα με το είδος της μουσικής χρειάστηκε να χρησιμοποιήσουμε το equaliser για να φέρουμε τον ήχο ακόμα πιο κοντά στα δικά μας μέτρα, ενώ και όταν μπήκαμε στον πειρασμό να δώσουμε λίγο παραπάνω μπάσο, τα Sirus μας άφησαν ικανοποιημένους. Όσον αφορά τον τομέα του gaming, που μας ενδιαφέρει και περισσότερο από τις ταινίες και την μουσική μιας και δοκιμάζουμε gaming headset, η δοκιμή μας περιλάμβανε Playstation 3 και Battlefield. Μας άρεσε πάρα πολύ το positioning των ακουστικών και φυσικά το μπάσο τους που έδινε έναν ξεχωριστό χαρακτήρα στο παιχνίδι. Σε όλες τις περιπτώσεις η έντασή τους ήταν πολύ καλή και μπορούσε να φτάσει σε ενοχλητικά για την υγεία του αυτιού επίπεδα. Δυστυχώς όμως εκτός από εμάς, καλή επίγνωση του τι ακούγαμε είχαν και οι γύρω μας, μιας και τα μαξιλαράκια των Sirus C δεν προσφέρουν καλή απομόνωση. Το ίδιο ισχύει και για τους εξωτερικούς ήχους, οι οποίοι γίνονται αντιληπτοί σε περίπτωση που τα φοράμε χωρίς να ακούμε κάτι, ενώ φυσικά όταν ανεβάζουμε την ένταση αποκοπτόμαστε πλήρως από το περιβάλλον. Μελανό σημείο ένα μικρό φύσημα το οποίο ακούγεται όταν δεν υπάρχει κανένας απολύτως ήχος. Τέλος, όσον αφορά το μικρόφωνο πρέπει να σας πούμε πως μείναμε πολύ ικανοποιημένοι από την απόδοση του μικροφώνου. Πραγματοποιήσαμε ένα πλήθος κλήσεων από το Skype και σε όλες τις περιπτώσεις ο συνομιλητής μας δήλωσε πως μας άκουγε πάρα πολύ καλά, χωρίς να ενοχλείται από εξωτερικούς ήχους. Επιπλέον, η δυνατότητα σίγασης του μικροφώνου τόσο από τον διακόπτη του χειριστηρίου, όσο και μετακινώντας το μικρόφωνο σε όρθια θέση σε συνδιασμό με τις σχετικές ενδείξεις που δίνουν τα LED φάνηκε χρήσιμη τις στιγμές που επιθυμούσαμε να διακόψουμε προσωρινα την συνομιλία μας. To χειριστήριο των Sirus C όταν αυτά είναι σε λειτουργία : λευκό για το μικρόφωνο σε λειτουργία, κόκκινο για σίγαση [BREAK=Επίλογος] Τα CM Storm Sirus C είναι ένα ακόμα headset της Coolermaster που μας άφησε ικανοποιημένους. Η παρουσία ξεχωριστού οδηγού για τις χαμηλές συχνότητες του δίνει μεγάλο συγκριτικό πλεονέκτημα στους φίλους του πλούσιου μπάσου, ενώ οι δυνατότητες σύνδεσης με το σύνολο των πλατφόρμων gaming το καθιστά αγορά με παρόν και μέλλον. Επιπλέον, η USB συνδεσιμότητα εξασφαλίζει σταθερή ποιότητα ήχου ανεξαρτήτως πλατφόρμας και έτσι η ομολογουμένως τσουχτερή τιμή τους (περίπου 85 ευρώ) γίνεται λίγο καλύτερη αν αναλογιστείτε ότι ουσιαστικά γλιτώνετε την κάρτα ήχου. Σε κάθε περίπτωση, τα Sirus C είναι ένα headset που αξίζει να του δώσετε μια ευκαιρία, ιδιαιτέρως αν έχετε την δυνατότητα να τα δοκιμάσετε πριν τα αγοράσετε μιας και παρ' ότι άνετα είναι το βαρύτερο headset που έχει περάσει από τον πάγκο δοκιμών του γράφοντος. Συνοψίζοντας λοιπόν, τα θετικά και τα αρνητικά των CM Storm Sirus C είναι τα παρακάτω: Θετικά Ηχητική απόδοση (και ιδιατέρως μπάσο) Πλήρες χειριστήριο Ποικιλία συνδέσεων Όμορφος LED φωτισμός Αναδιπλούμενο μικρόφωνο με λειτουργία mute Αρνητικά Θα προτιμούσαμε μικρότερο καλώδιο με επιπλέον επέκταση Μέτρια απομόνωση εξωτερικών θορύβων Αδυναμία λειτουργίας χωρίς τροφοδοσία από την USB Λαμβάνοντας υπόψην όλα τα παραπάνω, η βαθμολογία των CM Storm Sirus C είναι: Ευχαριστούμε θερμά την Coolermaster για την διάθεση του δείγματος της δοκιμής Γεώργιος "GriGaS" Ρήγας
  17. Το ποια είναι Corsair είναι κάτι που λίγο πολύ γνωρίζουν όλοι οι αναγνώστες του TheLab.gr. Από τις σελίδες των παρουσιάσεων έχουν περάσει αμέτρητα κουτιά της και αρκετά περιφερειακά όπως πληκτρολόγια και ποντίκια. Αυτό που μας είχε ξεφύγει τόσο καιρό ήταν ένα headset. Σήμερα λοιπόν, σπάμε το ρόδι και σε αυτή την κατηγορία με την ναυαρχίδα των gaming ακουστικών της Corsair με την ονομασία Void RGB Wireless 7.1. Όπως καταλάβατε από την ονομασία τους, τα Void είναι ασύρματα, διαθέτουν φωτισμό RGB (όπως αλλωστε συμβαίνει με όλα τα high end gaming περιφερειακά της Corsair) ενώ προσφέρουν και σύστημα Virtual 7.1 ήχου από την Dolby για ακόμα καλύτερη απόδοση. Όσοι έχετε αρκετό διαθέσιμο χρόνο, δυναμώστε τα ηχεία του υπολογιστή σας ή τα ακουστικά σας και παρακολουθείστε το video που ακολουθεί, στο οποίο οι άνθρωποι της Corsair μιλούν για την σειρά Void. Συσκευασία Τα Corsair Void RGB 7.1 Wireless, τα οποία χάρη συντομίας θα αποκαλούμε από εδώ και πέρα ως σκέτα Void, έρχονται σε μία χαρτονένια συσκευασία η οποία ακολουθεί την αισθητική της σειράς Gaming που είδαμε και σε προηγούμενες παρουσιάσεις. Οι γραφίστες της Corsair έχουν κάνει πολύ καλή δουλειά μιας και παρά την υπερπληθώρα πληροφοριών και λογότυπων το αισθητικό αποτέλεσμα είναι πολύ καλό, χωρίς να υπάρχουν οι υπερβολές που συναντάμε ορισμένες φορές σε περιφερειακά με gaming προσανατολισμό. Ο μελλοντικός αγοραστής μπορεί να ενημερωθεί για όλα τα χαρακτηριστικά των Void και το μόνο που λείπει είναι ένα παράθυρο από σκληρή ζελατίνα (πράγμα που συνηθίζεται σε headsets) για να τα δει και από κοντά. Παρελκόμενα Τα παρελκόμενα των Void είναι λίγο πολύ τα αναμενόμενα. Ένας USB πομποδέκτης σε κιτρινόμαυρο χρωματισμό, ένα πολύ καλής ποιότητας (αλλά όχι sleeved) καλώδιο microUSB -> USB για την φόρτιση και σύνδεση με τον υπολογιστή και κάποια συνοπτικά εγχειρίδια με τις απαραίτητες πληροφορίες. Αισθητή κάνει την απουσία του κάποιο καλώδιο προέκτασης USB ώστε να φέρουμε τον πομποδέκτη σε κάποιο σημείο που θα εξασφαλίσει τη μέγιστη δυνατή εμβέλεια των Void. Δυστυχώς η Corsair προσφέρει τέτοιο καλώδιο - βάση για τον πομποδέκτη μόνο με την κιτρινόμαυρη Special Edition. Λαμβάνοντας υπόψη την τιμή αγοράς των Void θα θέλαμε ακόμα και στην "απλή" έκδοση ένα καλώδιο προέκτασης, δεδομένου ότι το κόστος αυτού δεν θα επιβάρυνε το συνολικό. Χαρακτηριστικά Στον πίνακα που ακολουθεί παρατίθενται αναλυτικά τα τεχνικά χαρακτηριστικά των Void. Τα Corsair Void RGB 7.1 Wireless είναι διαθέσιμα στην ελληνική αγορά σε τιμή που ξεκινά από τα 165 ευρώ και συνοδεύονται από διετή εγγύηση, ενώ για την Special Edition που διαφοροποιείται στο χρώμα και την προέκταση καλωδίου θα πρέπει να δαπανήσετε περίπου 185 ευρώ. Κλείνουμε την σελίδα με ένα ακόμα video της Corsair για τα Void και περνάμε στις φωτογραφίες. Φωτογράφιση Ανοίγοντας τη συσκευασία, το πρώτο πράγμα που αντικρίζουμε είναι τι άλλο, το headset και πιο σωστά το μισό headset. Η Corsair έχει φροντίσει να το προφυλάξει καλά σε μία χαρτονένια συσκευασία, η οποία έχοντας το κλασσικό κίτρινο χρώμα της gaming σειράς περιφερειακών κρατά σταθερό τόσο αυτό, όσο και τα παρελκόμενά του. Δεν περιμέναμε κάτι διαφορετικό από ένα προϊόν της Corsair, πόσο μάλλον όταν μιλάμε για μία ναυαρχίδα σε αυτή την κατηγορία τιμής. Με μια πρωτη ματιά τα Void φαίνονται πολύ καλοφτιαγμένα και αυτό που κάνει ιδιαίτερη εντύπωση είναι το πάχος που έχουν τα μαξιλαράκια τόσο των οδηγών όσο και της στέκας. Ας τα βγάλουμε τώρα από την συσκευασία να τα δούμε πιο αναλυτικά. Όπως βλέπετε στις φωτογραφίες που ακολουθούν η κατασκευή τους είναι ποιοτική και στιβαρή. Στον αριστερό οδηγό υπάρχει το μικρόφωνο το οποίο μπορείτε να διπλώσετε προς τα επάνω όταν δεν το χρειάζεστε ενώ στο πλάι βρίσκουμε τον διακόπτη ενεργοποίησης / απενεργοποίησης και τον διακόπτη σίγασης. Στο κάτω μέρος του αριστερού οδηγού υπάρχει επίσης η υποδοχή microUSB για σύνδεση των ακουστικών με τον υπολογιστή σας και την φόρτισή τους. Για το τέλος αφήσαμε τον πολυχρηστικό διακόπτη με την διακριτική ονομασία CUE, ο οποίος πέραν από την αυξομοίωση της έντασης, μπορεί να αλλάξει και κάποιες ρυθμίσεις των ακουστικών, όπως το προφίλ του equalizer και το Dolby Surround. Όπως πιθανώς είδατε στα video που σας δείξαμε σε προηγούμενες σελίδες, τόσο το λογότυπο της Corsair όσο και οι γραμμές που είναι κάτω από αυτό είναι φωτιζόμενες με RGB Led και μπορούν μέσω λογισμικού είτε να ακολουθούν άλλα προϊόντα της Corsair με RGB φωτισμό, είτε να προγραμματιστούν κατά βούληση. Η άρθρωση που ενώνει τους οδηγούς με την στέκα έχει την δυνατότητα περιστροφής των οδηγών κατά 90 μοίρες και έτσι εάν επιθυμείτε να τα κρεμάσετε στον λαιμό σας όσο δεν τα χρησιμοποιείτε, αυτοί μπορούν να γυρίσουν ώστε τα μαξιλαράκια τους να ακουμπούν στις κλείδες για περισσότερη άνεση. Ας δούμε τώρα λίγο πιο καλά το μικρόφωνο. Εάν δείτε λίγο πιο προσεκτικά την δεξιά φωτογραφία, θα διακρίνετε δύο LED. H Corsair ονομάζει το μικρόφωνο αυτό InfoMic και τα δύο LED βρίσκονται εκεί για να δίνουν πληροφορίες στον χρήστη σχετικά με τα ακουστικά, έτσι ώστε να μην χρειάζεται να τις ελέγχει στην εφαρμογή διαχείρησης των ακουστικών. Σε επόμενη σελίδα θα δούμε αναλυτικά το πώς γίνεται αυτό. Λεπτομέρειες Ας περάσουμε τώρα σε κάποιες μικρές αλλά σημαντικές λεπτομέρειες, ξεκινώντας με την στέκα των void η οποία αναλαμβάνει το δύσκολο έργο της στήριξης των 369 γραμμαρίων στο κεφάλι σας. Ο μηχανισμός ρύθμισης του ύψους είναι κλιμακωτός και διαθέτει 9 θέσεις από κάθε πλευρά δίνοντας την δυνατότητα μεγάλου εύρους ρυθμίσεων. Η κατασκευή του ενσωματώνει μεταλλικά στοιχεία, πράγμα αναμενόμενο σε ένα headset αυτής της κατηγορίας τιμής, δίνοντας μία επιπλέον σιγουριά για την απροβλημάτιστη λειτουργία του. Όπως προείπαμε, το μαξιλαράκι της στέκας είναι αρκετά ογκώδες και είναι κατασκευασμένο από memory foam με επικάλυψη από ύφασμα μικροϊνών. Το ίδιο ισχύει και για τα μαξιλαράκια των οδηγών, ο σχεδιασμός των οποίων έχει γίνει με βάση το σχήμα του αυτιού. Έτσι αντί το συνηθισμένο κυκλικό ή οβάλ σχήμα, οι σχεδιαστες της Corsair επέλεξαν να τους δώσουν ένα τραπεζοειδές σχήμα με στόχο την μεγαλύτερη άνεση και την καλύτερη εφαρμογή. Κλείνοντας και την σελίδα αυτή, αξίζει να σημειώσουμε πως πολύ στιβαρή δείχνει και η άρθρωση που συνδέει τους οδηγούς με την στέκα. Πέραν της στιβαρότητας της όμως, επιτρέπει στους οδηγούς να κινούνται ώστε να εφαρμόζουν στο αυτί του χρήστη με τον καλύτερο δυνατό τρόπο. Λογισμικό Ας περάσουμε τώρα στο "μυαλό" των Void που δεν είναι άλλο από το γνώριμο από παλαιότερα review Cue Engine. Όπως είχε αναλυθεί στις παρουσιάσεις των K70 RGB & M65 RGB η Corsair έχει επιλέξει μία ενιαία πλατφόρμα διαχείρισης των gaming περιφερειακών της. Δυστυχώς ο γράφων δεν είχε στη διάθεσή του κάποιο πληκτρολόγιο ή ποντίκι της Corsair και έτσι η παρουσίαση της Cue Engine θα γίνει μόνο από την πλευρά της διαχείρισης των ακουστικών. Στο σημείο αυτό αξίζει να αναφέρουμε πως η Corsair φροντίζει ανά τακτικά διαστήματα να ενημερώνει την εφαρμογή (κατά τη διάρκεια διεξαγωγής του review αναβαθμίσαμε 2 φορές την εφαρμογή), ενώ το ίδιο ισχύει και για το firmware της συσκευής. Ας δούμε λοιπόν αναλυτικά τι μπορούμε να κάνουμε με την Cue Engine. Προφίλ Από την καρτέλα αυτή μπορούμε να παραμετροποιήσουμε τα Void τόσο ως προς τον ήχο τους, όσο και ως προς τον φωτισμό τους. Ξεκινώντας με την υποκαρτέλα Audio, στα αριστερά βλέπουμε δύο slider που ρυθμίζουν την ένταση του μικροφώνου και την ένταση της επιστροφής ήχου (sidetone). Επιπλέον πατώντας τα δύο εικονίδια που βρίσκονται στο κάτω μέρος των sliders, μπορούμε να απενεργοποιήσουμε το μικρόφωνο και την επιστροφή. Ακριβώς από κάτω βρίσκεται το εικονίδιο της Dolby το οποίο ενεργοποιεί την δυνατότητα για Virtual 7.1 Dolby Surround. Περνώντας στο δεξί τμήμα της υποκαρτέλας, βλέπουμε 5 ρυθμίσεις του equalizer, οι οποίες είναι διαθέσιμες και χωρίς να χρειάζετε να χρησιμοποιήσετε την εφαρμογή, για την επιλογή τους αρκεί ένα κοφτό πάτημα στον πολυχρηστικό διακόπτη. Εάν προσέξετε λίγο καλύτερα, στα αριστερά της περιγραφής τους βλέπετε κάποιες κόκκινες κουκίδες. Όταν επιλέγετε μία από αυτές τις ρυθμίσεις τότε το ένα από τα δύο LED που βρίσκονται στο μικρόφωνο αναβοσβήνει τόσες φορές όσες και οι κουκίδες για να επιβεβαιώσει ότι άλλαξε η ρύθμιση. Έτσι εάν την ώρα που παίζετε πατήσετε τον πολυχρηστικό διακόπτη και επιλέξετε την ρύθμιση Clear Chat, τότε το LED στο μικρόφωνο θα αναβοσβήσει 4 φορές. Οι προαναφερθείσες προεπιλεγμένες ρυθμίσεις του equalizer είναι δυνατόν να τροποποιηθούν ώστε να ταιριάξουν στις ανάγκες και επιθυμίες του χρήστη, όπως βλέπετε στη δεξιά φωτογραφία. Ας περάσουμε τώρα στην υποκαρτέλα του φωτισμού. Στα αριστερά έχουμε τις ρυθμίσεις των LED του μικροφώνου. Το πρώτο slider ρυθμίζει την φωτεινότητα του LED, το δεύτερο το διάστημα ανάμεσα σε δύο αναβοσβησίματα του κόκκινου LED σε περίπτωση που έχουμε απενεργοποιήσει το μικρόφωνο (επιλέγοντας 0 το LED αναβοσβήνει συνεχώς όταν έχετε κάνει mute το μικρόφωνο) ενώ το τρίτο ρυθμίζει το κάθε πότε θα αναβοσβήνει το λαμπάκι προειδοποίηση χαμηλής μπαταρίας (ξεκινά περίπου όταν η μπαταρία φτάσει στο 20%) Actions - Lighting Οι δύο επόμενες καρτέλες απευθύνονται σε κατόχους πληκτρολογίων και ποντικιών RGB της Corsair και ως εκ τούτου σας τις παραθέτουμε για πληροφοριακούς λόγους. Ρυθμίσεις Για το τέλος σας αφήσαμε την καρτέλα των ρυθμίσεων. Και αυτή διαιρείται σε τρεις υποκαρτέλες, οπότε ας τις δούμε με τη σειρά. Η πρώτη αφορά κάποιες γενικές ρυθμίσεις και πληροφορίες της συσκευής. Έτσι, μπορούμε να απενεργοποιήσουμε τον φωτισμό, να επιλέξουμε εάν επιθυμούμε την αυτόματη απενεργοποιήση των Void όταν δεν δέχονται ηχητικό σήμα για κάποιο χρονικό διάστημα και να ενεργοποιήσουμε ηχητικές ειδοποιήσεις. Στην περίπτωση αυτή, μία γυνακεία φωνή μας ενημερώνει για την πετυχημένη εκτέλεση της εντολής που δώσαμε είτε αυτό έγινε από τα πλήκτρα χειρισμού είτε από την Cue Engine. Τέλος, μπορούμε να δούμε την έκδοση του firmware που είναι εγκατεστημένη και το υπόλοιπο της μπαταρίας εκφρασμένο σαν ποσοστό. Οι δύο επόμενες υποκαρτέλες αφορούν τις γενικες ρυθμίσεις του προγράμματος, ενώ υπάρχουν και πλήκτρα με link προς σελίδες υποστήριξης της κατασκευάστριας εταιρείας. Άνεση - Εφαρμογή Αν και ζυγίζουν 369 γραμμάρια, τα Void είναι ένα πάρα πολύ άνετο headset. Η εύρεση της ιδανικής ρύθμισης της στέκας πάνω στο κεφάλι είναι ζήτημα λίγων δευτερολέπτων ενώ το μεγάλο εύρος ρύθμισεων αυτής εξασφαλίζει πως θα ταιριάξουν σωστά σε οποιοδήποτε ενήλικα. Τα μαξιλαράκια τόσο της στέκας όσο και των οδηγών που όπως προείπαμε διαθέτουν memory foam είναι εξαιρετικά άνετα, ενώ το ύφασμα μικροϊνών φροντίζει για την σωστή αναπνοή του δέρματος των αυτιών. Αν και κατά το χρόνο συγγραφής του review οι θερμοκρασίες ήταν πολύ χαμηλές, θεωρούμε ότι κατά τους καλοκαιρινούς μήνες δεν θα αντιμετωπίσετε πρόβλημα (πράγμα συνηθισμένο με τα ακουστικά με οδηγούς από δερματίνη). Σε αυτό το σημείο όμως αξίζει να επισημάνουμε πως η επιλογή του υφάσματος μικροϊνών οδηγεί σε μειωμένη απόδοση του παθητικού περιορισμού των ήχων του περιβάλλοντος. Ιδιαίτερη μνεία αξίζει να γίνει και στο ότι τα Void είναι το πιο άνετο headset που έχουμε δοκιμάσει όσον αφορά την χρήση του από διοπτροφόρους. Ακόμα και με τα αρκετά χοντρά κοκκάλινα γυαλιά του γράφοντος η πολύωρη χρήση δεν δημιουργεί το συνηθισμένο πρόβλημα της πίεσης στο σημείο που στηρίζονται τα γυαλιά πάνω στο αυτί. Λειτουργικότητα O χειρισμός των Void είναι αρκετά απλός και είναι ζήτημα λίγων ωρών η εξοικείωση μαζί τους. Όπως αναφέραμε και στις σελίδες της φωτογράφισης, τα Void έχουν 2 πλήκτρα και ένα πολυχρηστικό jog dial, το οποίο η Corsair ονομάζει Cue Control. Ας δούμε λίγο πιο αναλυτικά τι μπορούμε να κάνουμε αυτά Διακόπτης on/off : Πέρα από το αυτονόητο, το οποίο γίνεται με ένα απλό πάτημα του διακόπτη, εάν ο διακόπτης κρατηθεί πατημένος για παραπάνω από 8 δευτερόλεπτα τα ακουστικά μπαίνουν σε διαδικασία σύνδεσης (pairing) με τον πομποδέκτη τους. Διακόπτης mute : Και εδώ έχουμε δύο λειτουργίες, η επιλογή της κάθε μίας να εξαρτάται από τον χρόνο πατήματος του διακόπτη. Έτσι, ένα απλό πάτημα απομονώνει το μικρόφωνο, ενώ εάν κρατήθεί πατημένος για περισσότερο έχουμε την δυνατότητα να ενεργοποιήσουμε/απενεργοποιήσουμε την επιστροφή ήχου από το μικρόφωνο στα ακουστικά. Oι παραπάνω δύο εντολές έχουν σαν αποτέλεσμα να λαμβάνουμε πληροφορήση από το ακραίο Led που βρίσκεται στο μικρόφωνο. Έτσι εάν απενεργοποιήσουμε το μικρόφωνο, αυτό ανάβει κόκκινο ή αναβοσβήνει στο ρυθμό που εμείς ορίσαμε μέσα από την Cue Engine. Επιπλέον ακούγεται ένα διακριτικό μπιπ από τα ηχεία, ενώ εάν έχουμε ενεργοποιήσει τις ηχητικές ειδοποιήσεις, μία γυναικεία φωνή μας λέει "Mic on/off". Στην δεύτερη περίπτωση το Led κάνει ένα γρήγορο αναβόσβημα για ένα δευτερόλεπτο και ακούγονται δύο μπιπ. Σε περίπτωση που έχουμε ενεργοποιήσει τις ηχητικές ειδοποιήσεις αντί για τα μπιπ θα ακούσουμε την γυναικεία φωνή των Void να μας λέει "Mic feedback on/off". Cue Control : Με το Cue Control μπορούμε να εκτελέσουμε τις εξής εντολές. Μετακινώντας το μπρος - πίσω αυξομειώνουμε την ένταση του ήχου, ενώ εάν το πατήσουμε παρατεταμένα επιλέγουμε εάν θέλουμε ή όχι το Dolby Surround. Με κοφτό πάτημα εναλάσσουμε τα 5 modes του equalizer που σας δείξαμε στην προηγούμενη σελίδα. Και εδώ λαμβάνουμε ενημέρωση τόσο από το αριστερό Led του μικροφώνου, το οποίο κάνει ένα αργό αναβόσβημα για το Dolby ή γρήγορα αναβοσβησίματα για το equalizer (ένα για την πρώτη επιλογή, δύο για τη δεύτερη κ.ο.κ.), όσο και από το ηχείο είτε με την μορφή μπιπ που ακολουθούν τη λογική του αναβοσβησίματος που περιγράψαμε είτε με τη μορφή της γυναικείας φωνής που μας λέει "Dolby Surround on/off" για το Dolby και "One/two/three/four/five" για τη ρύθμιση του equalizer που επιλέχθηκε. Ηχητικές δοκιμές Όσον αφορά την ηχητική απόδοση των Void ακολουθήσαμε την ίδια μεθοδολογία που εφαρμόζουμε σε όλα τα reviews. Έτσι ξεκινήσαμε με θέαση αποσπασμάτων από ταινίες με έντονα ηχητικά εφέ. Μιας και όπως πιθανώς έχετε καταλάβει ο γράφων είναι μεγάλος fan του Marvel Cinematic Universe, τι καλύτερο από την σκηνή μάχης των όλων των Avengers εναντίον του Ultron με 6κάναλο DTS ήχο. Είδαμε πολλές φορές την σκηνή με το equalizer στην ρύθμιση για ταινίες, τόσο με το Dolby Surround ενεργοποιημένο, όσο και χωρίς αυτό. Το ίδιο εφαρμόσαμε και στην πρώτη σκηνή μάχης του Star Wars Episode III : The revenge of the sith, αλλά και σε μία πληθώρα από videos και trailers τα οποία υπάρχουν διαθέσιμα στο διαδίκτυο για επίδειξη και δοκιμή πολυκάναλου ήχου. Η ηχητική απόδοση των Void ήταν πάρα πολύ καλή με το μπάσο να είναι μεν δυνατό και αισθητό, χωρίς όμως να φτάνει σε υπερβολές. Όσον αφορά το θέμα της εξομοίωσης πολυκάναλου ήχου οι εντυπώσεις που μας άφησαν τα Void ήταν ανάμικτες. Ναι μεν υπήρχε αισθητή διαφορά με το Dolby Surround ενεργοποιημένο, σε καμία όμως περίπτωση το αποτέλεσμα δεν προσεγγίζει αυτό ενός κανονικού πολυκάναλου συστήματος. Όπως και να το κάνουμε 7 διακριτά ηχεία σωστά τοποθετημένα δεν μπορούν να εξομοιωθούν από 2 οδηγούς ακουστικών. Εξίσου καλά αποτελέσματα είχαμε και στην ακρόαση μουσικής. Με την βοήθεια του παλιού καλού Winamp ακούσαμε μία σειρά από αρχεία FLAC, κυρίως rock και μείναμε απολύτως ευχαριστημένοι. Η ρύθμιση Pure Direct του equalizer είναι κατά την άποψη του γράφοντος η ιδανικότερη από τις 5 διαθέσιμες ρυθμίσεις για ακρόαση μουσικής, σε κάθε περίπτωση όμως υπάρχει η δυνατότητα να φέρετε τον ήχο στα μέτρα σας παίζοντας με τα slider. Για το τέλος αφήσαμε το κομμάτι του gaming. Η δοκιμή μας περιλάμβανε μια σειρά απο FPS παιχνίδια στα οποία τα Void απέδωσαν όπως αναμενόταν πολύ καλά. To positioning ήταν ακριβές, το μπάσο έκανε αισθητή της παρουσία του και η ένταση ήταν κάτι παραπάνω από αρκετή. Σε αυτό το σημείο πρέπει να σας πούμε πως όπως είχαμε προβλέψει, λόγω του υλικού που έχει επιλεγεί για τα μαξιλαράκια των οδηγών, οι γύρω μας είχαν καλή επίγνωση του τι ακούμε. Η απομόνωση των εξωτερικών ήχων όταν τα ακουστικά δεν αναπαράγουν ήχο είναι μέτρια, ενώ όταν ανεβάσουμε την ένταση, όπως είναι φυσικό αποκοπτόμαστε πλήρως από το περιβάλλον. Επίσης αξίζει να αναφέρουμε πως όταν τα ακουστικά δεν αναπαράγουν ήχο, δεν ακούγεται το παραμικρό φύσημα ή οτιδήποτε άλλο ενοχλητικό από αυτά. Για το τέλος αφήσαμε το μικρόφωνο. Για τις ανάγκες των δοκιμών χρησιμοποιήσαμε το Skype και τα αποτελέσματα ήταν κάτι παραπάνω εξαιρετικά. Πέραν της αναμενόμενης καθαρότητας του ήχου που άκουγε ο συνομιλητής μας, διαπιστώσαμε ότι οι μηχανικοί της Corsair έχουν κάνει εξαιρετική δουλειά στον τομέα της απομόνωσης των εξωτερικών θορύβων, καθώς ακόμα και καθισμένοι στο ένα μέτρο από την τηλεόραση η οποία έπαιζε με αρκετά δυνατή ένταση, όταν μιλούσαμε ο συνομιλητής μας άκουγε μόνο εμάς. Εμβέλεια - Μπαταρία Όπως είδαμε στα τεχνικά χαρακτηριστικά, η Corsair δίνει ονομαστική εμβέλεια στα 12-13 μέτρα. Στην πράξη, για να πετύχουμε αυτό το νούμερο, πρέπει να έχουμε οπτική επαφή ανάμεσα στον πομποδέκτη και το headset. Δεδομένου λοιπόν, ότι δεν θα θέλετε να έχετε τον πομποδέκτη σε κάποια από τις μπροστινές θύρες του υπολογιστή σας (κυρίως για λόγους αποφυγής ατυχήματος) καλό θα ήταν να αγοράσετε ένα καλώδιο USB M/F ώστε να μπορείτε να τον τοποθετήσετε σε κάποιο σημείο με την μέγιστη δυνατή λήψη. Κατά τα άλλα, η ποιότητα της ασύρματης σύνδεσης ήταν καλύτερη από αυτή του πρωτοκόλου Bluetooth, και μπορέσαμε να ακούσουμε και σε απόσταση 3-4 μέρων με έναν τοίχο να μεσολαβεί ανάμεσα στον υπολογιστή και το headset. Ας περάσουμε τώρα στην μπαταρία. H Corsair δηλώνει στα τεχνικά χαρακτηριστικά πως η αυτονομία των Void μπορεί να φτάσει τις 16 ώρες, ενώ όπως είδατε και στα video των προηγούμενων σελίδων, γίνεται και αναφορά για αυτονομία που φτάνει τις 20 ώρες εάν διατηρήσετε τον φωτισμό απενεργοποιημένο. Στην πράξη, διαπιστώσαμε πως με φυσιολογική ένταση ήχου και τον φωτισμό σε μέτρια φωτεινότητα η μπαταρία των Void αντέχει όντως τις 16 ώρες που αναφέρει η κατασκευάστρια. Για να δούμε όμως τι γίνεται και στην περίπτωση που επιλέξουμε να έχουμε τον ήχο και τον φωτισμό στην μέγιστή τους τιμή. Στην περίπτωση αυτή η μπαταρία άντεξε κάπου 9 ώρες, πράγμα λογικό μιας και η ένταση ήταν τόσο υψηλή που αναγκαστήκαμε να τα κλείσουμε σε ένα ντουλάπι για να μην ενοχλούν. Σε κάθε περίπτωση αξίζει να αναφέρουμε πως είναι δυνατή η χρήση τους κατά τη διάρκεια της φόρτισης και το καλώδιο μήκους ενάμιση μέτρου, εξασφαλίζει πως θα μπορείτε άνετα να συνεχίσετε να το παιχνίδι σας ακόμα και αν χρειαστεί να τα φορτίσετε στη μέση ενός campaign. Συμπεράσματα Φτάσαμε λοιπόν στην ώρα της ετυμηγορίας. Τα Corsair Void RGB 7.1 Wireless είναι ένα headset που ναι μεν ζητά αρκετά χρήματα από τους αγοραστές του, αλλά τιμά τα χρήματα αυτά, καθώς τα πήγε πολύ καλά σε όλους τους τομείς. Η εμβέλειά τους είναι πολύ καλή, η μπαταρία αποδίδει σύμφωνα με τις προδιαγραφές που έχει δώσει ο κατασκευαστής, ενώ ο φωτισμός RGB δίνει έναν ξεχωριστό ύφος στην εμφάνισή τους. Το τελευταίο αν και δεν ενδιαφέρει όλους, είναι ένα μεγάλο συν κρίνοντας από τις αναφορές των χρηστών στο φόρουμ για τα πληκτρολόγια και τα ποντίκια με RGB φωτισμό που αγοράζουν. Όσον αφορά τον τομέα της ποιότητας ήχου, όπως αναλύσαμε στην προηγούμενη σελίδα, τα πήγαν επίσης πολύ καλά αν και πρέπει να αναφέρουμε και εδώ πως το Dolby Surround 7.1 απέδωσε αναμενόμενα κατώτερα των όσων υπόσχεται. Τέλος από άποψη λειτουργικότητας και εργονομίας τα Void έδωσαν κυριολεκτικά ρέστα. Χάρη στο memory foam και την σωστή κατασκευή των αρθρώσεων είναι εξαιρετικά άνετα, το software χειρισμού και παραμετροποίησης είναι πληρέστατο (και αναβαθμίζεται τακτικά), οι δυνατότητες χειρισμού από τα πλήκτρα που βρίσκονται πάνω στον αριστερό οδηγό είναι εξαιρετικά χρήσιμες ενώ σαν κερασάκι τα Led στο μικρόφωνο (που η Corsair ονομάζει Infomic) και η δυνατότητα φωνητικής επιβεβαίωσης των εντολών δίνουν το κάτι παραπάνω. Εάν στα παραπάνω προσθέσουμε το γεγονός ότι τα Void δεν χρειάζονται κάρτα ήχου (άρα ο χρήστης γλιτώνει το έξοδο μίας καλής κάρτας), τότε η τιμή τους αρχίζει να γίνεται πιο ελκυστική. Ας συνοψίσουμε λοιπόν τα θετικά και αρνητικά των Corsair Void RGB 7.1 Wireless και να περάσουμε στη βαθμολογία τους. ΘΕΤΙΚΑ Ασύρματη διασύνδεση Ποιότητα κατασκευής Ποιότητα ήχου Εξαιρετικά άνετα ακόμα και φορώντας γυαλιά Αναδιπλούμενος σχεδιασμός Διάρκεια μπαταρίας Εμβέλεια Πλήρες software με τακτικές αναβαθμίσεις RGB φωτισμός Infomic και φωνητική επιβεβαίωση εντολών ΑΡΝΗΤΙΚΑ Απουσία καλωδίου προέκτασης στην κανονική έκδοση Μέτρια παθητική απομόνωση εξωτερικών ήχων ΟΥΔΕΤΕΡΑ Τιμή 00 Loading. TheLab.gr Ευχαριστούμε θερμά την Corsairγια την παραχώρηση του δείγματος της δοκιμής για το TheLab.gr, Γεώργιος "GriGaS" Ρήγας 1/2/2016
  18. O καταιγισμός προϊόντων από την Coolermaster συνεχίζεται. Μετά τα review των Pitch, Ceres 400 και Sonuz ένα ακόμα headset της σειράς CM Storm της Coolermaster έφτασε για review στο εργαστήρι μας. Τα Ceres 500 που θα σας παρουσιάσουμε σήμερα είναι ένα headset φτιαγμένο αποκλειστικά για gaming. Αν και συνδέεται μέσω USB, έχει φτιαχτεί με μέλημα την ικανοποίηση των gamers ανεξαρτήτως πλατφόρμας και έτσι εκτός από PC, μπορείτε να τα χρησιμοποιήσετε τόσο με τις κονσόλες της Sony, όσο και με αυτές της Microsoft. Ας γυρίσουμε λοιπόν σελίδα, για να δούμε πώς μπορεί ένα USB headset να απευθύνεται σε μία τόσο μεγάλη γκάμα gamers και το κυριότερο, πόσο καλά τα καταφέρνει. [BREAK=Περιεχόμενα συσκευασίας] Τα Ceres 500 έρχονται σε ένα τυπικό κουτί για ένα προϊόν της κατηγορίας. Το μαύρο χρώμα κυριαρχεί σε όλες τις όψεις, ενώ τα λογότυπα, οι φωτογραφίες και οι πληροφορίες κάνουν αισθητή την παρουσία τους σε κάθε πλευρά της συσκευασίας. Ως είθισται, ένα τμήμα του κουτιού είναι διάφανο ώστε να έχουμε και μια καλύτερη αίσθηση του τι θα βρούμε ανοίγοντάς το. Στην μπροστινή πλευρά, δεσπόζει η φωτογραφία των Ceres 500. Τα λογότυπα τόσο της Coolermaster, όσο και της σειράς CM Storm δεν θα μπορούσαν να λείπουν από την όψη της συσκευασίας, ενώ στο κάτω μέρος ενημερωνόμαστε για την συμβατότητα τόσο με PC, όσο και με XBOX360 και PS3. Γυρίζοντας στην πίσω πλευρά, ενημερωνόμαστε τόσο για κάποια βασικά σημεία της κατασκευής των Ceres (αναδιπλούμενος σχεδιασμός, αποσπώμενο μικρόφωνο, χειριστήριο ελέγχου), ενώ εντύπωση μας προκαλούν τα δύο βύσματα τύπου RCA χρώματος λευκού και κόκκινου τα οποία δεν έχουμε συνηθίσει να βλέπουμε σε headsets. Oι δύο κύριες όψεις της συσκευασίας των Ceres 500 Στα πλαϊνά της συσκευασίας υπάρχουν από την μία πλευρά αναλυτικά τα τεχνικά χαρακτηριστικά (τα οποία θα σας παρουσιάσουμε στην επόμενη σελίδα) και από την άλλη κάποια εικονίδια που υποστηρίζουν τον universal χαρακτήρα των Ceres 500. Εδώ επιπλέον όσων σας είπαμε πριν, αναφέρεται και η συμβατότητα με MAC. Το εικονίδιο του υπολογιστή, απεικονίζει ένα laptop, χωρίς αυτό να είναι τυχαίο, μιας οι χρήστες φορητών με μέτριες ή κακές κάρτες ήχου και αδύναμα κυκλώματα οδήγησης της εξόδου ακουστικών θα επωφεληθούν ιδιαίτερα από την επιλογή ενός USB headset. Oι πλάγιες όψεις της συσκευασίας των Ceres 500 Ανοίγοντας την συσκευασία, εκτός από τα ακουστικά, βρίσκουμε ένα μικρό manual, και δύο καλώδια, ένα με δύο αρσενικά jack των 2.5mm και ένα που από τη μία πλευρά έχει αρσενικό Jack των 3.5mm και από την άλλη έχει δύο RCA pass-through βύσματα. Το πώς χρησιμοποιούνται όλα αυτά θα σας το παρουσιάσουμε στην επόμενη σελίδα. Tα παρελκόμενα των Ceres 500 [BREAK=Τεχνικά Χαρακτηριστικά - Συνδέσεις] Τα τεχνικά χαρακτηριστικά των CM Storm Ceres 500 παρουσιάζονται αναλυτικά στον πίνακα που ακολουθεί. Ας δούμε τώρα τους τρόπους σύνδεσης των Ceres ανάλογα με την πλατφόρμα στην οποία επιθυμούμε να τα χρησιμοποιήσουμε. Όπως διαβάσατε στον παραπάνω πίνακα, τα βύσματα σύνδεσης είναι τόσο USB για χρήση με PC/MAC όσο και jack 3.5mm για χρήση με κονσόλα. Πάνω στο χειριστήριο υπάρχει ένας διακόπτης PC/Console από τον οποίο επιλέγουμε ποιο βύσμα επιθυμούμε να χρησιμοποιήσουμε. Το προαναφερθέν jack είναι τριπολικό, άρα από αυτό περνάει μόνο ο ήχος των ακουστικών και όχι του μικροφώνου. Στο χειριστήριο βρίσκουμε όμως μία θηλυκή υποδοχή των 2.5mm η οποία χρησιμεύει στην σύνδεση του μικροφώνου. Σας μπέρδεψα; Ας πάμε να το δούμε λίγο πιο αναλυτικά με τη βοήθεια σχημάτων. (τα παρακάτω σχήματα και οι περιγραφόμενοι τρόποι σύνδεσης προέρχονται από το quickstart guide των Ceres 500) Σενάριο 1ο : Σύνδεση με PC / Mac Τα πράγματα στην περίπτωση αυτή είναι εξαιρετικά απλά. Αρκεί να συνδέσουμε τα ακουστικά σε μία θύρα USB και να γυρίσουμε τον διακόπτη του χειριστηρίου στην θέση PC. Ακόμα και αν χρησιμοποιείτε Windows XP δεν χρειάζεται κανένας driver και όλη η διαδικασία γίνεται αυτόματα. Σενάριο 2ο : Σύνδεση με XBOX360 (HDMI) Στην περίπτωση αυτή τα πράγματα γίνονται λίγο πιο πολύπλοκα. Αρχικά πρέπει να γυρίσουμε τον διακόπτη στην θέση Console. Για να εξασφαλίσουμε την απαιτούμενη τροφοδοσία ρεύματος, συνδέουμε τα ακουστικά σε μία από τις USB του XBOX. Στη συνέχεια συνδέουμε το jack των 3.5mm στην προέκταση που είδαμε στην προηγούμενη σελίδα (με τα RCA) και εφόσον η τηλεόρασή μας έχει έξοδο ήχου σε RCA το συνδέουμε εκεί. Εάν δεν έχει, τότε θα πρέπει να το συνδέσουμε στο jack των ακουστικών που σίγουρα έχει, οπότε θα χρειαστούμε μία προέκταση (η οποία δεν παρέχεται μαζί με τα ακουστικά. Τώρα μένει να συνδέσουμε το μικρόφωνο. Χρησιμοποιώντας το καλώδιο με τα jack των 2.5mm συνδέουμε το χειριστήριο των Ceres με το χειριστήριο του XBOX. Σενάριο 3ο : Σύνδεση με XBOX360 (Composite) Στην περίπτωση αυτή, παρεμβάλουμε τα pass-through RCA βύσματα που προαναφέραμε μεταξύ XBOX και τηλεόρασης και όσον αφορά τα υπόλοιπα κάνουμε την διαδικασία που περιγράψαμε προηγουμένως. Σημειωτέον ότι θα πρέπει να βάλετε την τηλεόραση στο mute μιας και αυτή δεν θα καταλαβαίνει ότι υπάρχουν συνδεδεμένα ακουστικά ώστε να κόψει τον ήχο από τα ηχεία. Σενάριο 4ο : Σύνδεση με Playstation 3(HDMI) Στην περίπτωση αυτή, συνδέουμε το PS3 με την τηλεόραση μέσω HDMI και παράλληλα χρησιμοποιώντας το AV καλώδιο του PS3 παρεμβάλουμε το headset μεταξύ κονσόλας και τηλεόρασης. Προφανώς το κίτρινο βύσμα δεν χρειάζεται να συνδεθεί μιας και η εικόνα θα περνάει από το HDMI. Συνδέουμε το USB σε μία θύρα του PS3, βεβαιωνόμαστε ότι ο διακόπτης στο χειριστήριο είναι στη θέση console και είμαστε έτοιμοι (καθ'ότι το μικρόφωνο θα δίνει σήμα μέσω της USB). Σενάριο 5ο : Σύνδεση με Playstation 3(Composite) Η διαδικασία και εδώ είναι η ίδια με το προηγούμενο σενάριο, με μοναδική διαφορά ότι πλέον δεν υπάρχει καλώδιο HDMI και το PS3 δίνει σήμα στην τηλεόραση με το κίτρινο RCA. Βλέπουμε λοιπόν ότι αν μη τι άλλο τα Ceres 500 δείχνουν πως είναι ένα future proof προϊόν (ήδη στην σελίδα της Coolermaster έχει προστεθεί και η συμβατότητα με PS4). Εάν τα πράγματα δεν αλλάξουν δραματικά όσον αφορά τις συνδέσεις, πάντα θα μπορείτε να τα χρησιμοποιείτε. Κλείνοντας την σελίδα αυτή, να σας ενημερώσουμε ότι τα Ceres 500 είναι διαθέσιμα στην ελληνική αγορά σε τιμή περίπου 63 ευρώ συμπεριλαμβανομένου του ΦΠΑ. [BREAK=Κάτω από το φακό] H πρώτη εντύπωση που αφήνουν τα Ceres 500 βγάζοντάς τα από τη συσκευασία είναι πολύ καλή. Τα πλαστικά είναι καλής ποιότητας, το καλώδιο αν και δεν είναι sleeved έχει αρκετά χοντρό και φαίνεται ανθεκτικό, ενώ εντύπωση προκαλεί το αρκετά μεγάλο χειριστήριό τους. Το μικρόφωνο είναι αποσπώμενο ακολουθώντας την ίδια λογική που είχαμε δει και στα Sonuz, ενώ ο χρωματικός συνδιασμός λευκού - μαύρου όντας αρκετά ουδέτερος ταιριάζει με σχεδόν τα πάντα. Αν και ογκώδη, τόσο οι γραμμές τους όσο και η επιλογή των χρωμάτων τα καθιστούν αρκετά κομψά. Μια γενική άποψη των Ceres 500 O σχεδιασμός των Ceres 500 είναι αναδιπλούμενος. Έτσι η μεταφορά τους είναι ευκολότερη, καθ'ότι διπλωμένα πιάνουν σαφώς λιγότερο χώρο μέσα στην τσάντα σας και κινδυνεύουν λιγότερο από κάποιο ατύχημα. Δυστυχώς δεν υπάρχει κάποια θήκη μεταφοράς, η οποία θα τα προστάτευε ακόμα περισσότερο. Επιπλέον, για τις στιγμές που τα θέλετε ετοιμοπόλεμα μεν, εκτός των αυτιών σας δε, υπάρχει η δυνατότητα περιστροφής των οδηγών κατά 90 μοίρες ώστε να τα έχετε κρεμασμένα στο λαιμό σας με την μικρότερη δυνατή ενόχληση. Τα Ceres 500 σε στάση κρεμάσματος και μεταφοράς Ας περάσουμε τώρα να δούμε το χειριστήριο. Όπως σας είπαμε στην προηγούμενη σελίδα, περιλαμβάνει τον διακόπτη επιλογής μεταξύ κονσόλας και PC. Στην μία περίπτωση, η σύνδεση των Ceres γίνεται από το jack των 3.5mm, ενώ στην άλλη με την USB. Επιπλέον υπάρχει ένα ποτενσιόμετρο ρύθμισης της έντασης του ήχου, ενώ όταν η σύνδεση γίνεται με κονσόλα μπορούμε να χρησιμοποιήσουμε και ένα δεύτερο ποτενσιόμετρο για την ένταση του μικροφώνου. Τέλος, στο χειριστήριο υπάρχει ένας διακόπτης για τη σίγαση του μικροφώνου και ένα LED το οποίο όταν το μικρόφωνο είναι ενεργοποιημένο είναι ψυχρό λευκό, ενώ όταν έχουμε επιλέξει την σίγαση αυτού γίνεται κόκκινο. Στο πίσω μέρος του χειριστηρίου υπάρχει ένα ευμεγέθες μανταλάκι, ώστε να κρεμάμε το χειριστήριο στην μπλούζα μας. Το χειριστήριο με τα 2 ποντενσιόμετρα, το LED ένδειξης για το μικρόφωνο και τον διακόπτη σίγασης Για όσους θέλουν να συνδέσουν τα Ceres με ΧBOX360 και να έχουν την δυνατότητα χρησιμοποίησης του μικροφώνου, υπάρχει μία υποδοχή jack των 2.5mm με την οποία συνδέονται με το χειριστήριο του XBOX. Το απαραίτητο καλώδιο όπως προείπαμε περιέχεται στην συσκευασία. Ας ρίξουμε και μια ματιά στην τελική σύνδεση των Ceres με την συσκευή μας. Με μία διακλάδωση τύπου Y το καλώδιο χωρίζει στα 2 και καταλήγει τόσο σε USB (η οποία συνοδεύεται και από φερρίτη) όσο και στην κλασική σύνδεση των 3.5mm. Η υποδοχή σύνδεσης με το χειριστήριο του XBOX360 και τα δύο βύσματα σύνδεσης των Ceres 500 Η στέκα των Ceres 500 είναι αρκετά ευμεγέθης και καλύπτεται στο σύνολό της από υλικό με δερμάτινη υφή. Είναι ιδιαίτερα μαλακή και δείχνει άνετη στην χρήση. Ομολογούμε πως μας προκάλεσε αρκετή εντύπωση η απουσία κάποιου λογότυπου στο το επάνω μέρος της. Περνώντας στους μηχανισμούς ρύθμισης του ύψους, αν και πλαστικοί, φαίνονται αρκετά γεροί, ενώ το κούμπωμά τους είναι καλό. Σίγουρα θα τους προτιμούσαμε μεταλλικούς, αλλά η κατασκευή που επιλέχθηκε από την Coolermaster δείχνει να είναι the next best thing. Η στέκα και ο μηχανισμός ρύθμισης του ύψους Ας περάσουμε τώρα στο μικρόφωνο. Εδώ έχει ακολουθηθεί η σίγουρη συνταγή που είχαμε ξαναδεί και στα Sonuz. Το μικρόφωνο έχει στην άκρη του jack των 3.5mm και συνδέεται στην αντίστοιχη υποδοχή που υπάρχει στο αριστερό ακουστικό. Η κατασκευή του είναι πολύ καλή, κουμπώνει με μεγάλη σταθερότητα και είναι εύκαμπτο ώστε να μπορείτε να το ρυθμίζετε στην θέση που σας βολεύει. Το μικρόφωνο των Ceres 500 και η υποδοχή σύνδεσης αυτού Ας περάσουμε τώρα στα μαξιλαράκια, στο εσωτερικό των οποίων διακρίνουμε το λογότυπο CM Storm. Το υλικό κατασκευής τους είναι συνθετικό ύφασμα, ιδιαίτερα άνετο στη χρήση, ενώ μας προδιαθέτει ότι δεν θα ενοχλεί κατά τις θερμές μέρες του καλοκαιριού. Από την άλλη όμως, δίνει την εντύπωση ότι το επίπεδο παθητικής απομόνωσης των εξωτερικών θορύβων θα είναι χαμηλό και ότι ο ήχος των Ceres 500 θα γίνεται αρκετά αντιληπτός στους δίπλα. Αυτά όμως είναι πράγματα που θα εξετάσουμε στην επόμενη σελίδα της παρουσίασης, οπότε ας προχωρήσουμε στην αφαίρεση αυτών για να δούμε τι υπάρχει παραμέσα. Η αφαίρεσή τους είναι υπόθεση 2 δευτερολέπτων, ενώ η επανατοποθέτηση είναι εξίσου εύκολη υπόθεση. Tα μαξιλαράκια των Ceres 500 Για το εσωτερικό δεν έχουμε κάποιο ιδιαίτερο σχόλιο, πέραν του ότι τα καλώδια και οι συνδέσεις αυτών φαίνονται αρκετά ευαίσθητα, οπότε καλό θα ήταν να είστε λίγο προσεκτικοί, διότι η αντοχή τους σε πτώσεις φαίνεται περιορισμένη. Το εσωτερικό των Ceres 500 Μιας και αρχίσαμε τα ξεβιδώματα, δεν θα μπορούσαμε να παραλείψουμε να ανοίξουμε το χειριστήριο. H γενική εικόνα από το εσωτερικό είναι μέτρια, λόγω της λίγης προσοχής που έχει δωθεί όσον αφορά την ποιότητα των κολλήσεων. Δυστυχώς δεν μπορέσαμε να βρούμε κάποια επιπλέον πληροφορία όσον αφορά τα ολοκληρωμένα που έχουν χρησιμοποιηθεί. To εσωτερικό του χειριστηρίου των Ceres 500 Μετά από αυτά, ας περάσουμε στο ζουμί της σημερινής παρουσίασης που δεν είναι άλλο από τις εντυπώσεις μας από την χρήση των Ceres 500. [BREAK=Εντυπώσεις από τη χρήση] Σε αυτό το σημείο θα περάσουμε στο σημαντικότερο κομμάτι ενός review headset, που δεν είναι άλλο από τις εντυπώσεις από την χρήση αυτών. Όσο όμορφο και πρακτικό εάν είναι ένα ζευγάρι ακουστικά, εάν δεν συνοδεύονται από ηχητική απόδοση και άνεση κατά την χρήση είναι πρακτικά άχρηστο. Ας δούμε λοιπόν, πώς τα πήγαν τα Ceres 500 στους δύο αυτούς τομείς. Εφαρμογή - άνεση Η πρώτη εντύπωση που δίνουν τα Ceres 500 λόγω του βάρους τους που ανέρχεται στα 305 γραμμάρια αλλά και του όγκου τους είναι ότι θα είναι άβολα. Ευτυχώς για εμάς, παρά το γεγονός ότι έχουν περάσει αρκετά ζευγάρια από τα χέρια μας, η εκτίμηση αυτή αποδείχθηκε λανθασμένη. Τόσο η στέκα, όσο και η άρθρωση των οδηγών σε συνδιασμό με τις αρκετές σκάλες που έχει η ρύθμιση του ύψους, μας έδωσαν τη δυνατότητα να τα βολέψουμε με μεγάλη ευκολία στο κεφάλι μας. Μάλιστα τα ιδιαίτερα μαλακά μαξιλαράκια βοήθησαν ιδιαίτερα στο να μην ενοχλούν τα κοκκάλινα γυαλιά του γράφοντος (πράγμα που συνήθως συμβαίνει με αυτού του είδους τα headsets). Ακόμα και μετά από αρκετή ώρα χρήσης, αποδείχθηκαν εξαιρετικά άνετα και δεν μας κούρασαν καθόλου. Δυστυχώς, λόγω καιρού δεν μπορούμε να σας πούμε για το τι θα συμβαίνει με θέμα της εφίδρωσης κατά τους καλοκαιρινούς μήνες, αν και το υλικό που έχει επιλεχθεί, δείχνει να επιτρέπει τον αερισμό του αυτιού, οπότε τα πράγματα θα είναι σίγουρα καλύτερα σε σχέση με τα αντίστοιχα προϊόντα που έχουν απομίμηση δέρματος στο εν λόγω σημείο. Οσον αφορά το μήκος του καλωδίου, τα 3 μέτρα είναι σίγουρα αρκετά για να καλύψουν την χρήση σε PC, ενώ εάν έχετε την κονσόλα και την τηλεόρασή σας στην συνηθισμένη απόστασταση των 2.5 μέτρων δεν θα αντιμετωπίσετε κάποιο πρόβλημα. Το μανταλάκι στο χειριστήριο αποδείχθηκε πολύ βολικό, μιας και λόγω μεγέθους δεν θα θέλαμε να το έχουμε στον αέρα. Πάντως, πρέπει να ομολογήσουμε ότι θα προτιμούσαμε τα καλώδιο να ήταν μικρότερο και να συνοδευόταν από επέκταση, μιας και για χρήση στην μπροστινή θύρα USB του PC είναι αρκετά μεγάλο και αρκετές φορές μπερδεύτηκε. Να σημειώσουμε στο σημείο αυτό ότι δεν είναι δυνατή η χρήση των Ceres 500 εάν δεν τροφοδοτούνται από μία θύρα USB, άρα δεν είναι δυνατόν να τα χρησιμοποιήσετε με το κινητό σας τηλέφωνο ή το mp3 player για ακρόαση μουσικής. Εάν όμως η τηλεόρασή σας έχει θύρα USB για σύνδεση με σκληρό δίσκο ή USB flash drive, τότε μπορείτε να τα χρησιμοποιήσετε με αυτή, αρκεί να συνδέσετε και τα 2 βύσματα επάνω της και να γυρίσετε το διακόπτη στη θέση console. Ηχητική απόδοση Όσον αφορά την ηχητική απόδοση των Ceres 500, η μεθοδολογία την οποία ακολουθούμε διαφοροποιήθηκε ελαφρώς, λόγω του τρόπου σύνδεσης αυτών. Έτσι, η θέαση ταινιών έγινε με τη χρήση PC, αντί για τηλεόραση, ενώ το ίδιο PC χρησιμοποιήσαμε και για την ακρόαση μουσικής. Όπως το συνηθίζουμε, είδαμε την σκηνή της απόβασης στην Νορμανδία από το Saving Private Ryan και την πρώτη σκηνή μάχης από το Star Wars Episode III : The revenge of the Sith. H ηχητική απόδοση των Ceres και στις δύο περιπτώσεις ήταν πολύ καλή. Ο ήχος ήταν λεπτομερέστατος, με το μπάσο να είναι καλό, χωρίς να φτάνει σε υπερβολές. Προσωπικά μας άρεσε καθ' ότι θεωρούμε ότι το μπάσο πρέπει να είναι μεν παρών, αλλά ταυτόχρονα να μην ενοχλεί και να μην επισκιάζει τους υπόλοιπους ήχους. Αντίστοιχα σχόλια έχουμε να κάνουμε και για την ακρόαση μουσικής (τουλάχιστον στο ερασιτεχνικό επίπεδο που ακούει μουσική ένας άνθρωπος και όχι ένας extreme audiophile). Ακούσαμε μία σειρά από αρχεία ήχου (από FLAC πολύ υψηλου bitrate μέχρι MP3 χαμηλού προς μέτριου) και τα Ceres απέδωσαν εξαιρετικά για την κατηγορία και το είδος τους. Στο σημείο αυτό αξίζει να σημειώσουμε πως εάν δεν έχετε ξεχωριστή κάρτα ήχου στον H/Y σας, ή δεν είστε ικανοποιημένος από την έξοδο ακουστικών του laptop σας, τo ώφελος από την αγορά ενός USB headset όπως τα Ceres 500 είναι διπλό, μιας και ουσιαστικά παρακάμπτετε την κάρτα ήχου. Έτσι, δοκιμάζοντας τα Ceres 500 σε διάφορους H/Y διαπιστώσαμε πως ο ήχος ήταν παντού ο ίδιος. Άρα εάν συνηθίζετε να χρησιμοποιείτε διάφορους H/Y ή δεν έχετε την δυνατότητα αναβάθμισης της κάρτας ήχου, τότε με τα Ceres 500 μπορείτε να είστε σίγουροι πως θα έχετε σταθερό ηχητικό αποτέλεσμα ανεξαρτήτως πηγής. Ας περάσουμε τώρα στο κομμάτι του gaming, που είναι και το πιο σημαντικό για ένα headset που διαφημίζεται/προορίζεται σαν gaming αξεσουάρ. Για τις δοκιμές, τα συνδέσαμε σε ένα Playstation 3 και το ρίξαμε στο Battlefield. Όπως αναφέραμε και στα προηγούμενα σχόλια, ο ήχος από τα Ceres ήταν λεπτομερής, ενώ το μπάσο ήταν καλό χωρίς να ξεσηκώνει. Η έντασή τους ήταν επίσης καλή και έφτασε αρκετά ψηλά. Όσον αφορά το θέμα της παθητικής μείωσης εξωτερικών ήχων, τα Ceres 500 δεν τα πήγαν καθόλου καλά, πράγμα που είχαμε προβλέψει από την πρώτη στιγμή που τα είδαμε. Εάν τα φοράτε και είτε δεν παίζει κάτι, είτε έχετε την ένταση χαμηλά, ένα μεγάλο ποσοστό εξωτερικών ήχων γίνονται αντιληπτοί. Εάν ανεβάσετε την ένταση, εννοείται πως οι εξωτερικοί ήχοι σταματούν, αλλά μαζί αυτό αρχίζει η ενόχληση των δίπλα. Κοινώς εάν τα θέλετε για να παίζετε το αγαπημένο σας παιχνίδι στον καναπέ με το έτερον ήμισι να κοιμάται δίπλα σας, ετοιμαστείτε για μουρμούρα. Κλείνοντας, πρέπει να σας πούμε πως μείναμε πολύ ικανοποιημένοι από την απόδοση του μικροφώνου. Πραγματοποιήσαμε ένα πλήθος κλήσεων από το Skype και σε όλες τις περιπτώσεις ο συνομιλητής μας έμεινε ικανοποιημένος από την ποιότητα του ήχου. Οι ήχοι του περιβάλλοντος ακούγονταν πολύ χαμηλά όταν δεν μιλούσαμε, ενώ όταν μιλούσαμε ήταν σαν μην υπήρχαν. Επιπλέον, το ενδεικτικό LED λειτουργίας/σίγασης του μικροφώνου που βρίσκεται πάνω στο χειριστήριο έκανε την ζωή μας ακόμα πιο εύκολη. To χειριστήριο των Ceres 500 όταν αυτά είναι σε λειτουργία : λευκό για το μικρόφωνο σε λειτουργία, κόκκινο για σίγαση [BREAK=Επίλογος] Τα CM Storm Ceres 500 είναι ένα headset που μας άφησε ικανοποιημένους τόσο από την ηχητική τους απόδοση, όσο και από την άνεση κατά την πολύωρη χρήση. Φτιαγμένα για όσους ασχολούνται με παιχνίδια σε διάφορες πλατφορμες, μπορούν να συνδεθούν τόσο με PC/MAC όσο και με κονσόλες έχοντας πλήρη λειτουργικότητα και παρέχοντας σταθερή ποιότητα ήχου ανεξαρτήτως πηγής. Αυτό βέβαια έρχεται με το τίμημα των πολλών και μακριών καλωδίων, τα οποία έχουν την τάση να μπερδεύονται και να μπλέκοντα, αλλά δυστυχώς όπως σε όλες τις περιπτώσεις δεν μπορείς να έχεις τα πάντα. Συνοψίζοντας λοιπόν, τα θετικά και αρνητικά των CM Storm Ceres 500 είναι τα ακόλουθα Θετικά Ηχητική απόδοση Άνεση χρήσης Αποσπώμενο μικρόφωνο Πλήρες χειριστήριο Ποικιλία συνδέσεων Αναδιπλούμενος σχεδιασμός Αρνητικά Θα προτιμούσαμε μικρότερο καλώδιο με επιπλέον επέκταση Μέτρια απομόνωση εξωτερικών θορύβων Απουσία προέκτασης με jack 3.5mm Αδυναμία λειτουργίας χωρίς τροφοδοσία από την USB Λαμβάνοντας υπόψην όλα τα παραπάνω, η βαθμολογία των CM Storm Ceres 500 είναι: Ευχαριστούμε θερμά την Coolermaster για την διάθεση του δείγματος της δοκιμής Γεώργιος "GriGaS" Ρήγας
  19. Καταιγισμός προϊόντων της σειράς CM Storm στις σελίδες του theLab.gr, κάτι που μας χαροποιεί ιδιαιτέρως. Και ως reviewers και ως καταναλωτές. Οι επιλογές μας αυξάνουν εκθετικά! Στο σημερινό review έχουμε την ευκαιρία να δούμε το entry level gaming headset της σειράς, ονόματι Ceres-400. Κατά τα λεγόμενα της CoolerMaster, τα Ceres-400 προσφέρουν υψηλής ποιότητας ήχο, σε ένα στιβαρό αλλά άνετο και ελαφρύ σκελετό. Χτισμένα για gamers "on the go", τα Ceres-400 παρέχουν εξαιρετικό ήχο σε προσιτή τιμή. Τα υψηλής ποιότητας 40 mm drivers αναδεικνύουν κάθε λεπτομέρεια ώστε η αντίδρασή σας να είναι άμεση εκεί που εντοπίζεται η δράση. Τα ειδικά σχεδιασμένα ηχομονωτικά μαξιλάρια κάθονται άνετα στα αυτιά σας και βοηθούν στη μείωση των αντιπερισπασμών ή της φλυαρίας των υπολοίπων παικτών. Τα Ceres-400 σας επιτρέπουν να απολαύσετε την άνεση, την ποιότητα και το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα ακουστικών επαγγελματικής ποιότητας σε παιχνίδια όπου κι αν πάτε. Με 13 ολόκληρα χιλιοστά λιγότερα από τα drivers των Sonuz και 7 χιλιοστά μικρότερο Inner Ear Cup, για να δούμε τι καταφέρνουν τα entry Ceres-400. [BREAK=Συσκευασία & Περιεχόμενα] Τα Ceres-400 έρχονται μέσα σε μία καλαίσθητη συσκευασία, στα χρώματα και το μοτίβο των προϊόντων της σειράς. Το περιεχόμενο βρίσκεται καλά συσκευασμένο και προστατευμένο από σκληρή διάφανη(eye candy purposes) ζελατίνα ενώ πληθώρα πληροφοριών και τεχνικών χαρακτηριστικών βρίσκονται σε κάθε πλευρά της συσκευασίας. Ανοίγοντας το κουτί, ερχόμαστε σε πρώτη επαφή με τα ακουστικά. Ογκώδη και παρόλα αυτά ελαφριά, είναι οι πρώτες λέξεις που έρχονται στο μυαλό. Εκτός από τα ακουστικά, στην συσκευασία θα βρείτε και ένα λιτό φυλλάδιο (και αυτό με έντονο τον συνδυασμό μαύρου κόκκινου χρώματος που περιέχει πληροφορίες σχετικά με την σειρά CM Storm). [BREAK=Τα Ceres-400 από κοντά] Όπως αναφέραμε και στην προηγούμενη σελίδα, τα Ceres-400 χαρακτηρίζονται από τον όγκο τους. Το μαύρο χρώμα και η απουσία ακραίων σχεδιαστικών χαρακτηριστικών τα καθιστά σχετικά διακριτικά και μόνο ο κόκκινος δακτύλιος στο εξωτερικό προσδίδει "τσαχπινιά" πάντα στα πλαίσια της σειράς CM Storm. Όσοι έχετε έρθει σε επαφή με άλλα προϊόντα της σειράς Storm, θα διαπιστώσετε την ενιαία αισθητική χροιά του σχεδιασμού. Προσωπικά τα βρίσκω ιδιαιτέρως θελκτικά σαν εμφάνιση αν και θα επιθυμούσα αρκετά πιο μαζεμένες διαστάσεις. Δεδομένου ότι κάθε κεφάλι είναι διαφορετικό, δεν θα λέγαμε πως έχει δοθεί ιδιαίτερη προσοχή στον σχεδιασμό του μηχανισμού ρύθμισης μεγέθους της "στέκας" των ακουστικών. Όπως όλο το σώμα των Ceres-400, έτσι και ο μηχανισμός είναι πλαστικός και όχι ιδιαίτερα στιβαρός ενώ έχουμε παντελή απουσία άρθρωσης που θα βοηθούσε στην προσαρμογή του ακουστικού σε μεγαλύτερο βαθμό στο αυτί μας. Αποτέλεσμα είναι σε "εντόνως" ωοειδή και σχετικά μικρά κεφάλια να "σηκώνεται" το πάνω μέρος των ακουστικών και να μην εφαρμόζει καλά στο κεφάλι όπως φαίνεται και στην εικόνα (κόκκινοι κύκλοι). Τα μεγάλα μαξιλαράκια που αγκαλιάζουν το αυτί έχουν υφασμάτινη και σχετικά σκληρή υφή. Αυτό σημαίνει ότι ενδεχομένως τους καλοκαιρινούς μήνες να μην είναι ιδιαιτέρως άνετα για πολύωρη χρήση. Το καλό είναι πως είναι αφαιρούμενα και το μικρό βάρος των ακουστικών βοηθά την κατάσταση. Αφαιρώντας το μαξιλαράκι βλέπουμε καλύτερα τους οδηγούς των ακουστικών. Άραγε θα μετρήσει το μέγεθος και θα αποδώσουν ανάλογα με τα τεχνικά τους χαρακτηριστικά; Οι πιο παρατηρητικοί αναγνώστες, ήδη από την δεύτερη σελίδα θα ξεχώρισαν το χειριστήριο των ακουστικών. Αυτό δίνει την δυνατότητα τόσο για την ρύθμιση της έντασης του ήχου, όσο και για την απενεργοποίηση του μικροφώνου. Δυστυχώς απουσιάζει κάποιο είδος sleeve οπότε προσοχή όταν πιάνεται το καλώδιο. Τέλος βλέπουμε το μικρόφωνο. Αυτό είναι μόνιμα απαγκιστρωμένο στο κυρίως σώμα των Ceres-400. Ο βραχίωνάς του είναι ελαστικός, ικανός να δεχθεί αρκετή κακομεταχείρηση. Δεν περιέχει κάποιο μεταλλικό έλασμα που να μας επιτρέπει να το προσαρμόσουμε όπου εμείς θέλουμε απλά μπορούμε να το πάμε πάνω κάτω αφού μπορεί να περιστραφεί στη βάση του. [BREAK=Τεχνικά χαρακτηριστικά] Τα τεχνικά χαρακτηριστικά των CM Storm Ceres-400 παρατίθενται αναλυτικά στον παρακάτω πίνακα. CM Storm Ceres-400 Specifications Headphones Frequency Response: 20Hz to 20kHz Impedance 32 Ohms Sensitivities(@1kHz): 108 dB*± 4 dB Drivers 40mm Interface 3.5mm audio and microphone jack Input 100mW Inner Ear Cup Diameter φ40mm x 7.5 mm(H) Microphone Pick Up pattern Omni-Directional Signal-to-Noise Ratio 50dB Frequency Range 100–10,000 Hz Sensitivities(@1kHz) -30*± 3 dB Miscellaneous Cable Length 2.5 meters Compatibility Audio Usage: Devices with 3.5mm audio jack Audio + Microphone Usage: Devices with 3.5mm audio + microphone jack(smartphones) Η τιμή τους στην Ελλάδα κυμαίνεται περί τα 40€ ενώ στην Ευρώπη θα τα βρείτε έως και 10€ λιγότερα. [BREAK=Εντυπώσεις από την χρήση] Αρκετά όμως με τα περί εμφάνισης, design και εργονομίας. Ένα headset κρίνεται πάνω από όλα από 2 πράγματα. Την άνεση κατά την χρήση και τον ήχο που παράγει. Γι' αυτό το λόγο, επιστρατεύσαμε δύο σχετικά δημοφιλή ακουστικά για σύγκριση. Πρώτος αντίπαλος τα Sennheiser HD 515, το entry μοντέλο της audiophile σειράς της Sennheiser που αντικαταστάθηκε από τα HD518. Δεύτερος, ΤΟ vfm των ακουστικών και ιδιαίτερα δημοφιλές στην παρέα του thelab.gr, τα πασίγνωστα Superlux HD668B με aftermarket pads. Κανένα δεν έρχεται με ενσωματωμένο μικρόφωνο και ο προσανατολισμός τους είναι τυπικά διαφορετικός αλλά δεν παύουν να είναι ακουστικά, και μάλιστα τα Superlux HD668B είναι και φθηνότερα των Ceres-400! Ας προχωρήσουμε στις εντυπώσεις όμως. Εφαρμογή - Λειτουργικότητα Η πρώτη αίσθηση που μου άφησαν τα Ceres-400, ήταν αυτή του άβολου. Δυστυχώς στο δικό μου κεφάλι δεν εφάρμοζαν καλά με το πάνω μέρος του ακουστικού να αφήνει "κενό" από το κεφάλι, και τα μαξιλαράκια να προσπαθούν να βοηθήσουν όσο γίνεται την κατάσταση. Δυστυχώς ήταν αρκετά σκληρά, αν και δεν το θεωρώ κατακριτέο μιας και θα μαλακώσουν σιγά σιγά από τη χρήση. Θα συνοψίσω το κεφάλαιο εφαρμογή λέγοντας απλά ότι τα ακουστικά μου έδιναν την αίσθηση ότι κρέμονταν από τη στέκα στο κεφάλι μου. Δεν το αγκάλιαζαν. Τώρα που το ξανασκέφτομαι ίσως αυτό το "χαρακτηριστικό" να βόλευε όσους φορούν γυαλιά μιας και στο πάνω μέρος δεν θα πίεζαν τόσο πολύ το αυτί στο σκελετό αφήνοντας σημάδια από τη χρήση. Βέβαια δεν είναι δικαιολογία αυτή για την απουσία άρθρωσης. Ένα ακόμα γεγονός που δυσκόλεψε τη χρήση τους ήταν τα βύσματα. Είχα συνηθίσει να βρίσκω χαραγμένο στο πλαστικό των 3.5" Jack κάποιο σύμβολο, κάποιο χαρακτηριστικό που να υποδηλώνει ότι το βύσμα είναι των ακουστικών ή του μικρόφωνου. Αντιθέτως, η CoolerMaster είχε από όλες τις πλευρές χαραγμένο το logo της σειράς και ο μόνος τρόπος αναγνώρισης των βυσμάτων ήταν το χρώμα των πλαστικών δακτυλίων ανάμεσα στις επαφές των βυσμάτων το οποίο με τα βίας γινόταν αντιληπτό αφού η επιχρύσωση(+1) έκανε την αναγνώριση των ήδη δυσδιάκριτων χρωμάτων ακόμα δυσκολότερη. Good Luck σε όσους έχουν δυσχρωματοψία... Τέλος, θεωρώ πως το το βάρος δεν αποτελεί πρόβλημα για τα Ceres-400 όπως επίσης ούτε η έλλειψη προσαρμογής του μικροφώνου εκτός κάθετου άξονα. Ηχητική απόδοση i.Ταινίες Για τις ανάγκες του τεστ, όλα τα ακουστικά συνδέθηκαν σε μια Audiotrak Prodigy HD2 με αλλαγμένους Opamp σε LM4562 ώστε να ξέρουμε ότι από πηγή είμαστε καλυμμένοι. Το εύρος ταινιών και σειρών που χρησιμοποιήσαμε για τη δοκιμή ήταν αρκετά μεγάλο και περιελάμβανε Full Metal Jacket, Transformers, Gladiator, Star Wars, Dark Night, Saving Private Ryan, Breaking Bad, Walking Dead, Family Guy κ.α. Παρατήρηση πρώτη, απουσία έκτασης και σώματος. Οι οδηγοί των Ceres-400 έδειχναν μικρότεροι απ' όσο μας αναφέρει η CoolerMaster με αποτέλεσμα ο ήχος σε όλες τις περιπτώσεις να μην έχει ιδιαίτερη χροιά και να μοιάζει επίπεδος. Συγκριτικά το καλύτερο σώμα μας το έδωσαν τα HD515 με τα HD668B να παρουσιάζουν τα καλύτερα δυναμικά. Σαν φάσμα αναπαραγωγής δεν τα πήγαν καθόλου άσχημα αν και η έκταση στα δύο άκρα ήταν περιορισμένη. Από θέμα έντασης τα Ceres-400 έδειξαν να μην είναι ιδιαιτέρως ευαίσθητα και σε καμία περίπτωση να μην επαληθεύουν τα 108dB που αναγράφουν τα χαρακτηριστικά τους, ενώ οι υψηλές εντάσεις σε συνδυασμό με τις χαμηλές συχνότητες έφταναν εύκολα στα όρια τους οδηγούς. Παρόλα αυτά η ένταση κυμαινόταν σε καλά επίπεδα. ii.Μουσική Εδώ είναι που ξεχώρισε η Ήρα από το στάρι. Lossless FLAC στα deck και το αποτέλεσμα ήταν τόσο χαρακτηριστικό που σε τυφλό τεστ Α,Β,Γ όποιος έπαιρνε κάτω από 100% θα πρέπει να συνεννοείται με νοηματική. Ο άρχων της σκηνής, της διαύγειας και του Monitor ήχου (if you know what i mean) ήταν τα HD668B τα οποία αν και πρακτικά 56Ω αποδείχθηκαν τα λιγότερο ευαίσθητα ακουστικά της δοκιμής. Η χρήση ενισχυτή προτείνεται. Ο ήχος τους στεγνός, χειρουργικός με άριστη έκταση ψηλά (ίσως λίγο προς την bright side) αλλά με σκηνή που μάγευε. Μειονέκτημα τους η όχι και τόσο καλή έκταση χαμηλά που μείωνε το συνολικό σώμα των ακουστικών. Τα HD515 αποδείχθηκαν τα ιδιαίτερα ακουστικά της παρέας. Ο ήχος τους ιδιαίτερος με τάση να τον χρωματίζουν πράγμα που είτε θα λατρέψετε είτε θα σας ξενίσει αφάνταστα. Η έκταση στις χαμηλές συχνότητες ήταν αισθητά καλύτερη από αυτή των HD668B αλλά ψηλά παρουσίαζαν την εξής ιδιαιτερότητα· ενώ φασματικά(στις ψηλές) δεν υπολείπονταν ιδιαίτερα από τα HD668B, εμφάνιζαν μια θολούρα που μείωνε τη συνολική διαύγεια του ήχου και την τοποθέτηση της σκηνής. Επίσης αποδείχθηκαν τα πιο ευαίσθητα ακουστικά της δοκιμής αν και 120Ω! Βέβαια χωρίς τη χρήση ενισχυτή ή κάρτας με επαρκή έξοδο, ο ήχος χάνει απίστευτα σε δυναμικά οπότε δεν αποτελεί καλό συνδυασμό για φορητές συσκευές. Τέλος, ο πρωταγωνιστής της δοκιμής, τα Ceres-400. Η αλήθεια είναι πως δεν παρουσίασαν κάτι ιδιαίτερο σαν συμπεριφορά. Ο ήχος επίπεδος, χωρίς ξεσπάσματα και τα άκρα κρατημένα. Όπως είδαμε και από τις ταινίες οι κάψες δεν έχουν την απαραίτητη διαδρομή για να δώσουν σώμα ούτε είναι τόσο ευκίνητες για ανταποκριθούν ταχύτατα σε απαιτητικά κομμάτια λερώνοντας τελικά τον ήχο. Θεωρώ πως αρκούν για ακούσματα όλων των ειδών με συμπίεση αφού η χρήση lossless media δεν θα δώσει κάτι. Από θέμα ευαισθησίας/έντασης κυμάνθηκαν κάπου ανάμεσα στα δύο προαναφερθέντα ακουστικά χωρίς να επαληθεύουν τα χαρακτηριστικά τους. Ένα καλό τους που πρέπει να τονίσουμε όμως είναι πως όντας κλειστού τύπου, αν εφαρμόσουν καλά στο κεφάλι του υποψήφιου αγοραστή, μονώνουν πολύ καλά απο το περιβάλλον οπότε μπορούμε να ακούσουμε χωρίς να μας ενοχλούν η να ενοχλούμε! iii.Gaming Τέλος, gaming. Αν είναι κάτι που πραγματικά παραδεχθήκαμε στην CM είναι το πόσο επικεντρωμένα προϊόντα βγάζει στον τομέα που τα προορίζει. Τα Ceres-400 με την καλή μόνωση(ΑΝ κάτσουν καλά στο κεφάλι σας, όπως είπαμε) από τον περιφερειακό θόρυβο αποδείχθηκαν αρκετά καλά στον τομέα του gaming. Επίσης, είναι από τις λίγες φορές που ο flat ήχος αποδείχθηκε ατού(?!) αφού η ένταση των combo blasts στο Unreal ή των κανονιοβολισμών στο bf3 δεν μου έκοβαν την ψυχή. Βέβαια έφερναν τις κάψες στα όριά τους με αποτέλεσμα να χτυπάνε αλλά ας μην είμαστε και πλεονέκτες που έλεγε και ο Τρύφων Καρατζάς στο λαβ σορρυ. Ο ήχος από το μικρόφωνο (απουσία multiplayer παιχνιδιού) δοκιμάστηκε τόσο σε συνομιλία μέσω Skype όσο και με ηχογράφηση από το πρόγραμμα των Windows και ήταν απροβλημάτιστος. [BREAK=Τελικές σκέψεις] Τα CM Storm Ceres-400 είναι ένα απλό ζευγάρι ακουστικά που δεν μας συγκίνησε ιδιαίτερα. Στα περίπου 40 ευρώ που κοστίζουν, δεν περιμέναμε άλλωστε και κάτι ιδιαίτερο. Ποιοτικά είναι μέτρια, με ιδιαίτερη έμφαση στην εικόνα που δίνουν σε τρίτους. Ο σχεδιασμός τους έχει ως προτεραιότητα τον εντυπωσιασμό και όχι τη λειτουργικότητα που ίσως να είναι και το κύριο κριτήριο επιλογής για τις μικρότερες ηλικίες αλλά θα ξενίσει όσους περιμένουν το κάτι παραπάνω. Η μικρή δυνατότητα ρύθμισης και η μέτρια άνεση από τα μαξιλαράκια, δεν θα σας βολέψουν για πολύωρη χρήση με την κατάσταση να σώζει το μικρό βάρος. Τέλος, η μέτρια ποιότητα ήχου δεν αρκεί για να ξεχωρίσει από πολύ καλύτερες και πληρέστερες προτάσεις όπως για παράδειγμα τα Sennheiser PC 320. Θετικά Ποτενσιόμετρο έντασης ήχου και διακόπτης μικροφώνου στο καλώδιο Δυνατότητα αλλαγής θέσης του μικροφώνου Σχετικά καλή απομόνωση από το περιβάλλον Αρνητικά Flat ήχος Απουσία άρθρωσης μεταξύ στέκας και ακουστικού Λαμβάνοντας υπόψιν όλα τα παραπάνω, η βαθμολογία που παίρνουν τα Ceres-400 είναι : Ευχαριστούμε θερμά την Cooler Master για την διάθεση του δείγματος της δοκιμής Καρόπουλος (NoDsl) Διονύσιος
  20. Είναι σχεδόν σίγουρο πως τα μέλη του TheLAB μπορούν να χωριστούν σε 2 κατηγορίες. Αυτούς που μένουν μόνοι και μπορούν κάθε ώρα και στιγμή της ημέρας να απολαμβάνουν τον ήχο στην ένταση που επιθυμούν και σε αυτούς που λόγω της συνύπαρξης με γονείς/σύζυγο/συγκάτοικο ή ακόμα και γειτόνους είναι "αναγκασμένοι" να χρησιμοποιούν σχεδόν καθημερινά ένα ζευγάρι ακουστικά τόσο για την θέαση και ακρόαση multimedia περιεχομένου, όσο και για τις ώρες παιχνιδιού. Έτσι δεδομένου ότι η πλάστιγκα γέρνει συντριπτικά υπέρ της δεύτερης κατηγορίας, η ανάγκη για ένα ποιοτικό ζευγάρι ακουστικά είναι για τους περισσότερους καθημερινή. Έχει περάσει αρκετός καιρός από τo τελευταίο review προϊόντος της Steelseries στις σελίδες του TheLAB. Μάλιστα, το πρώτο review του γράφοντος πριν περίπου 3μιση χρόνια ήταν ένα άλλο headset της Steelseries, τα Siberia v2. Πριν ακόμα περισσότερο καιρό, είχαν περάσει από τον πάγκο του εργαστηρίου τα 5HV2. Σήμερα, θα σας παρουσιάσουμε τα 5ΗV3, μία νέα έκδοση αυτών που είχε δοκιμάσει ο Αλέξης το 2009, τα οποία υπόσχονται ποιοτικό ήχο, άνεση και ευκολία χρήσης με πληθώρα διαφορετικών συσκευών. Μέσα από τις επόμενες σελίδες, θα μπορέσετε και εσείς να διαπιστώσετε κατα πόσον μπορούν να κρατήσουν τις υποσχέσεις τους. [BREAK=Περιεχόμενα συσκευασίας] Τα Steelseries 5HV3 έρχονται σε ένα καλαίσθητο κουτί που παρέχει μία πληθώρα πληροφοριών στον υποψήφιο κάτοχό τους. Στην εμπρόσθια όψη δεσπόζουν τα ακουστικά και το λογότυπό τους, ενώ στην πίσω απεικονίζονται τα τεχνικά τους χαρακτηριστικά, οι τρόποι σύνδεσης με τις διάφορες συσκευές και μία επιπλέον φωτογραφία που μας προϊδεάζει για την λυόμενη κατασκευή τους. Οι δύο κύριες όψεις της συσκευασίας Ρίχνοντας μία πιο προσεκτική ματιά στην πίσω όψη της συσκευασίας, διαπιστώνουμε ότι η Steelseries επέλεξε έναν αρκετά πρωτότυπο τρόπο για να εξασφαλίσει την δυνατότητα σύνδεσης των 5HV3 με όσο το δυνατόν περισσότερες συσκευές. Το καλώδιο που φεύγει από το headset καταλήγει σε ένα αρσενικό βύσμα που θυμίζει micro usb πάνω στο οποίο συνδέεται ένας από τους 2 διαθέσιμους κονέκτορες (είτε με 4πολικό jack των 3.5mm για σύνδεση με smartphone ή tablet, είτε με τα κλασσικά δύο jack των 3.5mm για μικρόφωνο και ακουστικό). Σαν σκέψη είναι ιδιαιτέρως έξυπνη μιας και μας απαλάσσει από την ανάγκη χρήσης κάποιου αντάπτορα. Επιπλέον όπως φαίνεται τα 5HV3 αποσυναρμολογούνται σε 3 κομμάτια ώστε να είναι πιο εύκολη η μεταφορά τους. Περισσότερα για αυτά, στις επόμενες σελίδες. Λεπτομέρειες σχετικά με τους τρόπους σύνδεσης των 5HV3 Κλείνοντας τα όσα αφορούν την συσκευασία, στο πάνω μέρος (το οποίο σε αντίθεση με το υπόλοιπο κουτί είναι έντονο πορτοκαλί) υπάρχουν τα λογότυπα τεσσάρων gaming οργανισμών με τις οποίες συνεργάστηκε η Steelseries για την δημιουργία των 5HV3. Τα λογότυπα των "συνεργατών" της Steelseries Ας περάσουμε όμως και στο εσωτερικό του κουτιού. Όπως είναι αναμενόμενο, το πρώτο πράγμα με το οποίο ερχόμαστε σε επαφή είναι το headset. Βρίσκεται καλά προστατευμένο σε μία "θήκη" που το αγκαλιάζει και το κρατά καλά προστατευμένο από τυχόν χτυπήματα και κραδασμούς. Αντί για την συνηθισμένη ζελατίνα, η θήκη αυτή έχει μια βελούδινη υφή, πράγμα που υποδηλώνει την προσοχή στην λεπτομέρεια από την πλευρά της Steelseries. Τα 5HV3 μόλις βγήκαν από την συσκευασία τους Πέρα από τα ακουστικά, μαζί με τα 5ΗV3 έρχονται μία προέκταση καλωδίου μήκους 2.00μ - για την περίπτωση που θέλουμε να τα συνδέσουμε στις πίσω υποδοχές της κάρτας ήχου του υπολογιστή μας, ένας αντάπτορας για χρήση σε smartphone ή tablet, ένα φυλλάδιο με οδηγίες χρήσης και ένα διακριτικό αυτοκόλλητο με το λογότυπο της Steelseries. Τα παρελκόμενα των 5HV3 [BREAK=Κάτω από τον φακό - μέρος πρώτο] Η πρώτη εντύπωση που μας έδωσαν τα 5HV3 αφού τα βγάλαμε από την συσκευασία τους ήταν αρκετά μέτρια. Τα πλαστικά τους φαίνονται χαμηλής ποιότητας και σίγουρα δεν ανταποκρίνονται στην τιμή που κοστίζουν. Παρ' όλα αυτά είναι πολύ ελαφριά και οι αρθρώσεις που υπάρχουν μεταξύ της στέκας και των οδηγών δείχνουν ότι θα είναι άνετα και ευκολοφόρετα. Το καλώδιό τους είναι sleeved και φαίνεται ιδιαίτερα ανθεκτικό, ενώ το κλασσικό χειριστήριο ρύθμισης της έντασης καθώς και ενεργοποίησης/απενεργοποίησης του μικροφώνου που είχαμε δει και στα Siberia v2 πριν αρκετό καιρό δίνει και αυτό το παρόν. Ιδιαίτερη πινελιά αποτελούν οι πορτοκαλί ραφές στα μαξιλαράκια, καθώς και το πορτοκαλί ύφασμα που καλύπτει τους οδηγούς. Ας τα δούμε λοιπόν πιο αναλυτικά. Τα 5HV3 ποζάρουν σε ανφάς και προφίλ Το χειριστήριο ρύθμισης έντασης του ήχου και ενεργοποίησης/απενεργοποίησης του μικροφώνου Όπως αναφέραμε και στην προηγούμενη σελίδα, η Steelseries έχει υιοθετήσει μία έξυπνη λύση που εξασφαλίζει την δυνατότητα σύνδεσης των 5HV3 σε όσο το δυνατόν μεγαλύτερο αριθμό συσκευών. Το καλώδιο που βρίσκεται πάνω στο headset καταλήγει σε ένα αρσενικό βύσμα. Ανάλογα με το που θέλουμε να τα συνδέσουμε υπάρχουν 2 καλώδια τα οποία από την μία πλευρά έχουν θυληκή υποδοχή και από την άλλη το μεν πρώτο 2 x 3.5 mm τριπολικό jack (για σύνδεση με PC) το δε δεύτερο 3.5 mm τετραπολικό jack (για σύνδεση με κινητό τηλέφωνο ή tablet). Το αρσενικό βύσμα από τα ακουστικά και η θυληκή υποδοχή ενός από τους αντάπτορες Tα βύσματα συνδεδεμένα Τα καλώδια σύνδεσης με PC και smarthphone/tablet Το μικρόφωνο βρίσκεται κρυμμένο στον αριστερό οδηγο και είναι ανά πάσα στιγμή έτοιμο να μας εξυπηρετήσει. Είναι ακριβώς το ίδιο με αυτό που είχαμε δοκιμάσει και στα Siberia v2. Το μικρόφωνο έτοιμο για χρήση [BREAK=Κάτω από τον φακό - μέρος δεύτερο] Όπως είδαμε στην φωτογραφία στο πίσω μέρος της συσκευασίας των 5HV3, η Steelseries επέλεξε μία λυόμενη κατασκευή (αντί της πιο συνηθισμένης αναδιπλούμενης) με στόχο να διευκολύνει την μεταφορά τους. Έτσι μπορούμε να τα χωρίσουμε σε τρία κομμάτια - αριστερό και δεξί ηχείο και την στέκα. Δυστυχώς, τα 5HV3 δεν συνοδεύονται και από μία θήκη μεταφοράς η οποία θα ολοκλήρωνε το πακέτο. Τα 5ΗV3 αποσυναρμολογημένα Ο μηχανισμός ρύθμισης του ύψους είναι και αυτός (δυστυχώς) πλαστικός. Δίνει την δυνατότητα ρύθμισης σε 9 διαφορετικές θέσεις, αλλά το "κούμπωμά" του είναι σε ένα μικρό βαθμό ασταθές. O μηχανισμός ρύθμισης του ύψος - στη δεύτερη φωτογραφία φαίνονται και οι επαφές που συνδέουν τον οδηγό με την στέκα Η στέκα των 5HV3 στο επάνω της μέρος φιλοξενεί ένα ευμεγέθες λογότυπο της Steelseries, ενώ η πλευρά της που έρχεται σε επαφή με το κεφάλι μας, έχει ένα ιδιαίτερα μαλακό μαξιλαράκι που μας προδιαθέτει ιδιαίτερα θετικά όσον αφορά την άνεση κατά την χρήση τους. H στέκα των 5HV3 Για το τέλος αφήσαμε τα πιο σημαντικά μέρη των 5HV3, τους οδηγούς και το μικρόφωνο. Οι μεν οδηγοί είναι διαμέτρου 40mm και καλύπτονται από μαξιλαράκια δερματίνης τα οποία είναι ιδιαίτερα μαλακά και μπορούν εύκολα να αφαιρεθούν. Η Steelseries ισχυρίζεται ότι προσφέρουν παθητική ελάττωση των εξωτερικών θορύβων, πράγμα που θα ελέγξουμε στις δοκιμές μας. Όπως προαναφέραμε, η πινελιά του πορτοκαλί υφάσματος και των ίδιου χρώματος ραφών, μας άρεσε ιδιαίτερα. Oι διαμέτρου 40mm οδηγοί των 5HV3 Τα μαξιλαράκια, αφού τα αφαιρέσαμε από το κυρίως σώμα [BREAK=Τεχνικά χαρακτηριστικά] Τα τεχνικά χαρακτηριστικά των Steelseries 5HV3 παρατίθενται αναλυτικά στον παρακάτω πίνακα. Steelseries 5HV3 Specifications Headphones Frequency Response: 16Hz to 28000Hz Impedance 40 Ohms SPL@ 1kHz, 1 Vrms: 110 dB Drivers 40 mm Interface 2 x 3.5mm or 4-pole 3.5mm Channels 2 Inner Ear Cup Diameter 40 mm Microphone Pick Up pattern Uni-Directional Impedance 2K Ohm Frequency Range 75–16.000 Hz Sensitivities(@1kHz) -38 dB Miscellaneous Cable Length 1.2 meters + 2.0 meters extension Compatibility PC, Mac®, Mobile, Tablet Τα Steelseries 5HV3 τη στιγμή που γράφτηκε το review δεν ήταν διαθέσιμα στην ελληνική αγορά. Η προτεινόμενη τιμή από την Steelseries ανέρχεται στα 79.99€. [BREAK=Εντυπώσεις από την χρήση] Μετά την εξονυχιστική παρουσίαση των 5HV3 θα περάσουμε στο δια ταύτα, που δεν είναι άλλο από την ηχητική απόδοση και την άνεση κατά την πολύωρη χρήση. Αυτή τη φορά αποφασίσαμε να πρωτοτυπήσουμε και εκτός από τα αυτιά του γράφοντος, να τα δοκιμάσει και ένα άλλο ζευγάρι αυτιά. Δεν είναι άλλα από τα αυτιά του έμπειρου gamer Alexopus6, o οποίος έπαιξε αρκετές ώρες φορώντας τα, μία σειρά από FPS games. Εφαρμογή - άνεση Προς μεγάλη μας χαρά, διαπιστώσαμε από την πρώτη στιγμή ότι τα 5HV3 είναι ένα εξαιρετικά άνετο headset. Η εύρευση της ιδανικής ρύθμισης ήταν ζήτημα μόλις μερικών δευτερολέπτων. Μεγάλο ρόλο σε αυτό έπαιξε σίγουρα το βάρος των 5HV3 το οποίο ανέρχεται σε μόλις 217 γραμμάρια. Τα μαξιλαράκια των ακουστικών χώρεσαν οριακα τα αυτιά του γράφοντος (ο Alexopus6 παραπονέθηκε ότι τα δικά του δεν χώρεσαν) και το μαξιλάρι της στέκας βοήθησε στην σωστή κατανομή του βάρους χωρίς να κουράζει. Δυστυχώς, οι καιρικές συνθήκες που επικρατούν αυτή την εποχή δεν μας επιτρέπουν να εκτιμήσουμε στην επίδραση των ακουστικών στην εφίδρωση του αυτιού και της γύρω περιοχής. Σε αυτό το σημείο αξίζει να τονίσουμε ότι τα 5ΗV3 δεν δημιούργησαν κανένα πρόβλημα με τους χοντρούς βραχίονες των γυαλιών του γράφοντος. Το μήκος του καλωδίου τους, όπως είδαμε στην σελίδα με τα τεχνικά χαρακτηριστικά ανέρχεται στα 1.20 μέτρα, μέγεθος ιδανικό για χρήση με κάποια φορητή μονάδα ήχου, λαπτοπ ή ακόμα και κινητό τηλέφωνο (μιας και χάρης στον προσαρμογέα με το 4πολικό jack μπορούν να χρησιμοποιηθούν και ως hands free). Το χειριστήριο ελέγχου της έντασης του ήχου βρίσκεται σε απόσταση 60 εκατοστών από το ακουστικό, πράγμα που βρήκαμε λίγο άβολο, ενώ το sleeve του καλωδίου φαίνεται να είναι καλής ποιότητας και βοηθά στο να μην μπερδεύεται το καλώδιο. Τέλος η επέκταση των 2 μέτρων μας βόλεψε όταν συνδέσαμε τα ακουστικά τόσο στις υποδοχές της κάρτας ήχου του desktop μας, όσο και στην τηλεόραση. Ηχητική απόδοση Αρχικά, συνδέσαμε τα ακουστικά με μία Samsung LE40C650, η οποία έχει ενσωματωμένο media player και αναπαράγει απροβλημάτιστα αρχεία HD σε mkv format με ήχο DTS. Για τις ανάγκες της παρουσίασης επιλέξαμε δύο απαιτητικές σκηνές, την απόβαση στην Νορμανδία από την ταινία Saving Private Ryan και την πρώτη σκηνή μάχης στο Star Wars Episode III : The Revenge of the Sith. Η ποιότητα του ήχου ήταν πολύ καλή και στις δύο περιπτώσεις. Το μπάσο έκανε την παρουσία του αισθητή μεν, διακριτική δε. Εάν διαλέγαμε μία λέξη για να χαρακτηρίσουμε την ηχητική απόδοση των 5HV3 αυτή θα ήταν: λεπτομερής. Η παθητική μείωση θορύβων, βοήθησε στο να παρακολουθήσουμε τις ταινίες χωρίς ενοχλήσεις από τους εξωτερικούς ήχους χωρίς να έχουμε την ένταση σε υψηλά επίπεδα, ενώ αρκετά χαμηλή ήταν και η ένταση που γινόταν αισθητή από τους δίπλα. Όσον αφορά την αναπαραγωγή μουσικής χρησιμοποιήσαμε σαν πηγές ήχου, τόσο τον υπολογιστή, όσο και ένα Samsung Android Smartphone με τα οποία ακούσαμε μία σειρά από αρχεία FLAC διαφόρων ειδών (αλλά κυρίως Classic Rock & Heavy Metal). Το αποτέλεσμα ήταν πολύ καλό, με πλούσιο και λεπτομερή ήχο και δυνατότητα υψηλής έντασης ακόμα και όταν τα συνδέσαμε σε ένα παλιό Toshiba Satellite το οποίο έχει χαμηλή στάθμη εξόδου ακουστικών. Σε αυτό το σημείο, παραδίδουμε το πληκτρολόγιο στον Alexopus6 να σας μεταφέρει τις δικές του εντυπώσεις από την απόδοση των 5HV3 σε gaming καταστάσεις. Μιας και τα Steelseries 5Hv3 είναι κατεξοχήν gaming ακουστικά δεν θα μπορούσαν να λείπουν οι δοκιμές σε παιχνίδια. Οι δοκιμές έγιναν με μια κάρτα ήχου Asus Xonar DX, τόσο σε multi-player όσο και σε single-player παιχνίδια. (Call of duty Ghosts, Call of duty Black Ops 2, Tomb Raider, Grid 2).Η ένταση τους ικανοποιητική, που ούτε θα σου πάρει τα αυτιά ούτε θα προσπαθείς με δυσκολία να ακούσεις τι γίνεται στο "πεδίο της μάχης". Αν κάποιοι περιμένετε μεγάλες εκρήξεις τότε ίσως απογοητευτείτε καθώς το μπάσο των 5Hv3 δεν είναι το δυνατό τους σημείο. Από την άλλη πλευρά αυτό ίσως και να είναι καλό μιας σε ένα παιχνίδι πρώτου προσώπου θέλουμε πιο λεπτομερή ήχο που δεν καλύπτεται από τα μπάσα, ώστε να μπορέσουμε να έχουμε καλύτερο positioning. Σε αυτό τον τομέα τα 5Hv3 δεν μας άφησαν απογοητευμένους, σε αντίθεση με τους εχθρούς μας. Κλείνοντας, πρέπει να κάνουμε ιδιαίτερη μνεία στην απόδοση του μικροφώνου, η οποία μπορεί να χαρακτηριστεί εξαιρετική. Το μικρόφωνο απέδωσε πάρα πολύ καλά είτε το χρησιμοποίησαμε μέσα από το Skype είτε και από το κινητό τηλέφωνο ως handsfree. Σε όλες τις περιπτώσεις οι συνομιλητές μας εμειναν απόλυτα ικανοποιημένοι από αυτό που άκουγαν. Το ίδιο συνέβη και με την χρήση του TeamSpeak κατά την διάρκεια του on-line gaming. O ήχος ήταν καθαρότατος και χωρίς ίχνος παραμόρφωσης της φωνής μας. [BREAK=Τελικές σκέψεις] Τα Steelseries 5HV3 είναι ένα ζευγάρι ακουστικά που σε γενικές γραμμές μας άφησε πολύ ικανοποιημένους, τόσο από την ηχητική τους απόδοση όσο και από το πώς "έκατσαν" στο κεφάλι μας. Είναι φτιαγμένα για να μας συνοδεύουν για αρκετές ώρες κάνοντας την παρουσία τους αισθητή μόνο από τον ήχο που βγάζουν και όχι από την ενόχληση που προκαλεί το βάρος τους. Μοναδικό "ψεγάδι" αποτέλεσε η αίσθηση των πλαστικών που δεν είναι ανάλογη της τιμής πώλησής τους, καθώς και η τιμή τους σαν απόλυτο μέγεθος, η οποία εάν ήταν λίγο πιο χαμηλή από τα 79.99 ευρώ συν τα μεταφορικά θα τα καθιστούσε πρώτη επιλογή για τους μελλοντικούς αγοραστές ενός headset. Συνοψίζοντας λοιπόν όσα διαβάσαμε στις προηγούμενες σελίδες, τα θετικά και αρνητικά των 5HV3 έχουν ως εξής: Θετικά Ποιότητα ήχου Άνεση χρήσης & χαμηλό βάρος Δυνατοτητα χρήσης σε smartphone Εύκολα στην μεταφορά, χάρη στην λυόμενη κατασκευή Απόδοση παθητικού περιορισμού εξωτερικών ήχων Αρνητικά Απουσία θήκης μεταφοράς Ποιότητα πλαστικών Σχετικά υψηλή τιμή Λαμβάνοντας υπόψην όλα τα παραπάνω, η βαθμολογία που παίρνουν τα 5HV3 είναι : Ευχαριστούμε θερμά την Steelseries για την παραχώρηση του δείγματος. Γιώργος (GriGaS) Ρήγας
  21. Η X2products, η οποία αποτελείται από μια παρέα ανθρώπων που αγαπάνε την πληροφορική, είναι μια πρωτοεμφανιζόμενη εταιρία που δραστηριοποιείται στον χώρο εξαρτημάτων και περιφερειακών υπολογιστή. Η εταιρία βρίσκεται στην Ολλανδία -το κέντρο βιομηχανικού σχεδιασμού της Ευρώπης- και σκοπός της είναι να δώσει στον τελικό χρήστη αυτό που πραγματικά χρειάζεται. Είναι τιμή μας που σας παρουσιάζουμε αυτή την νεοεμφανιζόμενη εταιρία και ελπίζουμε να αποτελέσει σημείο αναφοράς στην αγορά πληροφορικής. Σήμερα κάτω από το φακό του TheLab.gr θα εμφανιστεί το σετ ακουστικών της X2 με όνομα Solarblast. Τα Solarblast, είναι η gaming πρόταση της X2Products και ένα από τα βασικά χαρακτηριστικά της είναι ότι υποστηρίζουν εικονικό σύστημα ήχου 7.1, διαθέτουν αναδιπλούμενο μικρόφωνο υψηλής ευαισθησίας όπως επίσης διαθέτουν μαλακό στήριγμα κεφαλής για την μείωση της πίεσης. Ας ξεκινήσουμε λοιπόν την παρουσίαση και ας περάσουμε στα χαρακτηριστικά του Solarblast. [BREAK=Χαρακτηριστικά] Παρακάτω βλέπουμε αναλυτικά τα χαρακτηριστικά των Solarblast. Είναι συμβατά με Windows XP / 7 / 8, η προτεινόμενη τιμή από την εταιρία είναι MSRP (ex VAT): USD 59.95 / EURO 44.95 και τη στιγμή που γράφεται το παρόν review, το προϊόν δεν είναι διαθέσιμο στην Ελλάδα. Τα Solarblast συνοδεύονται από διετή εγγύηση. [BREAK=Συσκευασία και Περιεχόμενα] Στην ενότητα αυτή θα θέλαμε να επισημάνουμε ότι η τελική μορφή της συσκευασίας πιθανόν να είναι διαφορετική μιας και το δείγμα που σας παρουσιάζουμε σήμερα είναι early preview και δεν έχει πάρει την τελική της μορφή. Το ίδιο ισχύει και για τα παρελκόμενα του δείγματος, που πέρα από το εγχειρίδιο χρήσης όπου περιείχε το δείγμα μας θα είναι πιο "πλούσιο". Στο πίσω μέρος της συσκευασίας όπως θα είδατε, υπάρχει Quick Response Code όπου μπορείτε με το κινητό σας να το σαρώσετε χρησιμοποιώντας την κατάλληλη εφαρμογή και να σας οδηγήσει στην σελίδα του προϊόντος. [BREAK=Υπό το βλέμα του φακού] Ήρθε η ώρα να περάσουμε να δούμε από κοντά τα Solarblast. Η κατασκευή τους είναι από ABS γυαλιστερό πλαστικό σε χρωματισμούς μαύρο-κόκκινο. Το πλαστικό φαίνεται αρκετά καλής ποιότητας, αλλά επειδή είναι γυαλιστερό, αφήνει πολλές δαχτυλιές. Τα Solarblast είναι over-ear, κλειστού τύπου ακουστικά -closed back-. Στο αριστερό ακουστικό βλέπουμε οτι υπάρχει διακόπτης για την ρύθμιση της έντασης, ένα κουμπί για Bass boost -με την ενεργοποίηση του στις χαμηλές συχνότητες προσφέρει δόνηση- , όπως επίσης διαθέτει και ένδειξη LED, για την λειτουργία των ακουστικών. Τα Solarblast έχουν σύνδεση USB -δυστυχώς δεν διαθέτουν sleeved καλώδιο- και το μήκος του καλωδίου είναι 2 μέτρα. Βλέπουμε επίσης ότι κοντά στο βύσμα της USB, υπάρχει φερρίτης και είναι για τη μείωση θορύβου και παρασίτων. Από τα Solarblast, σαν Gaming Headset που είναι δεν θα μπορούσε να λείπει το μικρόφωνο, το οποίο είναι υψηλής ευαισθησίας και βρίσκεται στον αριστερό οδηγό των ακουστικών. Διαθέτει ειδική σχισμή για την αποθήκευσή του όταν δεν χρησιμοποιείται και είναι αναδιπλούμενο. Διαθέτουν μηχανισμό ρύθμισης ύψους ο οποίος είναι μεταλλικός και μας δίνει την δυνατότητα ρύθμισης σε 9 διαφορετικές θέσεις. Η στέκα των Solarblast από την πλευρά που έρχεται σε επαφή με το κεφάλι μας φέρει ένα μαλακό, αφρώδες μαξιλαράκι το οποίο προσφέρει άνεση στον χρήστη. Τα ear pads των Solarblast είναι κατασκευασμένα από δερματίνη και έχουν , εσωτερική διάμετρο 50mm και εξωτερική 80mm. Είναι αρκετά άνετα και δεν πιέζουν τα αυτιά μας. Για να αφαιρέσουμε τα ear pads χρειάστηκε να ξεβιδώσουμε 6 βίδες, εσωτερικά και περιμετρικά. Τέλος βλέπουμε τους οδηγούς των Solarblast, διαμέτρου 40mm. [BREAK=Λογισμικό] Όπως είχαμε αναφέρει -λόγω early preview δείγματος- στα συνοδευτικά των Solarblast δεν υπήρχε κάποιο CD/DVD με λογισμικό. Υπάρχει όμως διαθέσιμο μέσω της επίσημης σελίδας του προϊόντος X2 Solarblast . Σε αυτό το σημείο να επισημάνουμε ότι και χωρίς τους drivers της X2products τα Solarblast αναγνωρίστηκαν χωρίς κανένα πρόβλημα από το λειτουργικό -Windows 7- χωρίς όμως να μπορούμε να επέμβουμε σε περαιτέρω ρυθμίσεις. Ας περάσουμε να δούμε λοιπόν το λογισμικό των Solarblast και τις επιμέρους λειτουργίες του. Στην πρώτη καρτέλα του λογισμικού (Main Setting), μπορούμε να επιλέξουμε σε πόσα κανάλια θα λειτουργήσουμε τα ακουστικά (2 , 4, 6, 8 κανάλια), την ψηφιακή επεξεργασία σήματος (DSP Mode), όπως επίσης και την αναλογική έξοδο (Headphone , 2 Speakers). Στην επόμενη καρτέλα (Mixer), μπορούμε να ρυθμίσουμε την ένταση των ακουστικών, την ένταση αναπαραγωγής του μικροφώνου στα ακουστικά και την ευαισθησία εγγραφής του μικροφώνου. Στην τρίτη καρτέλα (Effect), έχουμε τον ισοσταθμιστή (equilizer) και από κάτω πέρα από τον προκαθορισμένο τύπο, έχουμε 11 έτοιμες επιλογές, όπως επίσης μπορούμε να φτιάξουμε και δικό μας προφίλ μέσω της επιλογής User defined. Στην ίδια καρτέλα έχουμε επιλογές του χώρου αναπαραγωγής (22 προφίλ επιλέγοντας το More options) και τέλος το μέγεθος του χώρου αναπαραγωγής (Big, medium, small). Φτάνοντας προς το τέλος βλέπουμε την τέταρτη κατά σειρά καρτέλα (Karaoke / Magic Voice) όπου έχουμε επιλογές για την ενεργοποίηση αναπαραγωγής του μικροφώνου στα ακουστικά μας που μπορούμε να αυξομειώσουμε την ηχώ μέσω της μπάρας ακριβώς από κάτω. Επίσης στην ίδια ενότητα έχουμε την επιλογή για Magic Voice, που μας επιτρέπει να αλλάξουμε τον ήχο της φωνής μας με 4 έτοιμα προφίλ. Πιο κάτω έχουμε επιλογές για την ταχύτητα αναπαραγωγής όπως επίσης και επιλογή ακύρωσης της φωνής -από κάποιο τραγούδι π.χ έτσι ώστε να το χρησιμοποιήσουμε σαν καραόκε-. Τέλος η πέμπτη και τελευταία καρτέλα (Information) είναι καθαρά και μόνο για πληροφορίες χωρίς να προβούμε σε περαιτέρω ρυθμίσεις. [BREAK=Εντυπώσεις από την χρήση] Ήρθε η ώρα να περάσουμε να δούμε το ποιο σημαντικό κομμάτι των Solarblast, αυτό των επιδόσεων. Ας περάσουμε λοιπόν να δούμε αναλυτικά πόσο άνετα τελικά αποδείχθηκαν και πως τα πήγαν στις ηχητικές επιδόσεις. Εφαρμογή - άνεση Τα Solarblast στο κεφάλι του γράφοντος πραγματικά εφάρμοσαν άνετα. Τα ear pads ήταν ευρύχωρα, χωρίς να πιέζουν τα αυτιά. Τα Solarblast όπως αναφέραμε είναι κλειστού τύπου ακουστικά, και σε συνδυασμό με την πολύ καλή εφαρμογή τους - παρόλο απουσίας άρθρωσης- , αποκόπηκε τελείως ο εξωτερικός θόρυβος. Το βάρος τους είναι περίπου 350 γραμμάρια, αλλά η στέκα με το αφρώδες μαξιλαράκι έκανε πραγματικά πολύ καλή δουλειά. Βεβαίως και δεν είναι αμελητέο το βάρος τους, αλλά ακόμα και μετά από πολύωρη χρήση δεν νιώσαμε δυσφορία. Άτομα με κοκάλινα γυαλιά είναι σίγουρο πως θα δυσκολευτούν. Ο διακόπτης ρύθμισης της έντασης όπως και το κουμπί για Bass boost δεν βρίσκονται στο πιο βολικό σημείο. Θα προτιμούσαμε να βρίσκονται στο καλώδιο σύνδεσης USB όπου θα έκανε πιο εύκολη την πρόσβαση. Ηχητική απόδοση Πρώτα συνδέσαμε τα Solarblast στον υπολογιστή, επιλέξαμε από το λογισμικό τους 8 κανάλια, 7.1 Virtual και επιστρατεύσαμε την ταινία Transformers Dark Of The Moon, mkv format και ήχο Dolby TrueHD 7.1 με bitrate 6048 Kbps. Η ποιότητα του ήχου ήταν αρκετά καλή, το ίδιο και η ένταση. Επίσης δεν είχαμε παράπονα για την ένταση από άλλα άτομα στον ίδιο χώρο. Στην συνέχεια προβήκαμε σε ακρόαση αρκετών FLAC αρχείων μουσικής. Ο ήχος ήταν αρκετά καλός χωρίς να παρατηρηθούν παραμορφώσεις και η ένταση τους ικανοποιητική. Για το τέλος αφήσαμε το κυριότερο κομμάτι των Solarblast, αυτό των παιχνιδιών. Σαν ένα κατεξοχήν Gaming headset, οι επιδόσεις ήταν ανάμεικτες. Δοκιμάζοντας παιχνίδια πρώτου προσώπου (Call of Duty Black Ops 2 , Call of Duty Ghosts) και με ρύθμιση είτε 8 κανάλια, είτε 6 κανάλια (7.1 , 5.1) η απόδοση τους δεν ήταν η αναμενόμενη. Η κατευθυντικότητα δεν ήταν σωστή με αποτέλεσμα να μπερδεύει αρκετά. Στην αντίπερα όχθη σε διαφορετικά παιχνίδια (Grid 2, Tomb Raider, Trine 2, Magicka) και με την χρήση του Bass boost, ήταν άκρως διασκεδαστικά. Τέλος χρησιμοποιήσαμε το μικρόφωνο των Solarblast τόσο σε κλήσεις μέσω Skype όσο και σε επικοινωνία μέσω TeamSpeak. Ο ήχος και στις δυο περιπτώσεις ήταν καθαρότατος χωρίς κανένα ίχνος παραμόρφωσης. [BREAK=Επίλογος] Τα συναισθήματα για τα Solarblast της X2products είναι ανάμικτα. Όντας Gaming ακουστικά θα περιμέναμε κάτι καλύτερο σε παιχνίδια πρώτου προσώπου στον τομέα της κατευθυντικότητας. Ελπίζουμε πως με κάποιο επερχόμενο οδηγό διορθωθεί. Σε διαφορετικά παιχνίδια ήταν πραγματικά πολύ διασκεδαστικά, ιδιαίτερα και με την χρήση του Bass boost. Μπορεί να είναι κατασκευασμένα από πλαστικό, αλλά σίγουρα δεν δίνουν την εντύπωση της "φθηνής" κατασκευής. Θα θέλαμε να δούμε και κάποιο ρυθμιστή άμεσης σίγασης του μικροφώνου, αντί να χρειάζεται να κάνουμε αυτή την ενέργεια μέσω του λογισμικού. Για το λόγο οτι πλέον οι περισσότεροι χρήστες διαθέτουν έξτρα κάρτα ήχου θα ήταν καλύτερο να υπάρχει σύνδεση 3.5mm audio jack έναντι USB. Σίγουρα η X2products κάνει βήματα σιγά σιγά στον χώρο, αλλά θα πρέπει να προσέξει διότι υπάρχει αρκετός ανταγωνισμός. Φτάνοντας στο τέλος της σημερινής μας παρουσίασης, να σας αναφέρουμε πως -τη στιγμή που γράφεται το παρόν review- τα Solarblast δεν διατίθενται στην ελληνική αγορά και το κόστος τους σύμφωνα με την εταιρεία ειναι MSRP (ex VAT): USD 59.95 / EURO 44.95. Πλεονεκτήματα Καλή κατασκευή Άνετα και αφαιρούμενα ear pads Αφρώδες μαξιλαράκι στην στέκα Bass boost Αναδιπλούμενο μικρόφωνο Επαρκές μήκος καλωδίου Πολύ καλή απόδοση του μικροφώνου Μειονεκτήματα Βάρος Σύνδεση USB Ίσως δεν βολέψουν όσους φορούν γυαλιά Κατευθυντικότητα Απουσία ρυθμιστή σίγασης μικροφώνου Με βάση όλα τα παραπάνω, η γενική βαθμολογία που απέσπασαν τα Solarblast δεν μπορεί να είναι μικρότερη από: Alexopus6 21/12/2013 Ευχαριστούμε θερμά την Χ2products, για την παραχώρηση του δείγματος της δοκιμής
  22. Μετά τα πετυχημένα HS1, η δεύτερη γενιά ακουστικών (headsets) της Corsair κάνει την εμφάνιση της για να προσελκύσει περισσότερους χρήστες και να διεκδικήσει έτσι ακόμη μεγαλύτερο μερίδιο από την πίτα των πωλήσεων. Από ότι φαίνεται αυτή η εταιρία θέλει να εμπλακεί σε οτιδήποτε έχει σχέση με τους gamers και καλά κάνει αν κρατάει την ποιότητα ψηλά, όπως μας έχει συνηθίσει. Η φρέσκια γενιά Vengeance headsets αποτελείται από τρία μοντέλα, τα Vengeance 1100 και τα ακριβότερα 1300 και 1500. Η κύρια διαφορά των δύο τελευταίων είναι ότι τα 1300 συνδέονται στο σύστημα μέσω 3.5mm υποδοχών οπότε και απαιτούν την ύπαρξη κάρτας ήχου ενώ τα 1500 ενσωματώνουν μια κάρτα ήχου και συνδέονται με το σύστημα μέσω μιας USB θύρας. Στη σημερινή δοκιμή θα σας παρουσιάσουμε το κορυφαίο/ακριβότερο μοντέλο των Vengeance headsets, το οποίο φυσικά είναι το 1500. Ας δούμε συνοπτικά τα κύρια χαρακτηριστικά των Vengeance 1500. Όπως αναφέρει η Corsair το συγκεκριμένο headset στηρίζεται στο πετυχημένο HS1 φέροντας βελτιώσεις στην ποιότητα του ήχου, χάρις στον αναβαθμισμένο επεξεργαστή ήχου (της ενσωματωμένης κάρτας ήχου) και κάποιες αλλαγές έχουν γίνει επίσης και στην ακουστική σχεδίαση τους. Τα Vengeance 1500 είναι κλειστού τύπου ακουστικά (με 50 χιλιοστά διάμετρο ηχείων), οπότε μπορούν να χρησιμοποιηθούν ακόμη και σε θορυβώδη περιβάλλοντα ή από χρήστες που απλά θέλουν να απομονώσουν τα ακούσματα τους από τους γύρω τους. Τα υφασμάτινα και αφρώδη προστατευτικά/μαξιλαράκια των αυτιών (earpads) συμβάλουν τα μέγιστα στην πολύωρη, ξεκούραστη, χρήση και το ενσωματωμένο μικρόφωνο που διαθέτει τεχνολογία μείωσης του περιβάλλοντος θορύβου θα φανεί χρήσιμο τόσο σε multiplayer παιχνίδια, όσο και σε εφαρμογές επικοινωνίας (π.χ. Skype). Πριν τελειώσουμε τη σύντομη αυτή περιγραφή δε θα πρέπει να παραλείψουμε να αναφέρουμε ότι τα Vengeance 1500 εξοπλίζονται και με ένα φωτιζόμενο και καλαίσθητο χειριστήριο για τη ρύθμιση της έντασης του ήχου. [BREAK=Χαρακτηριστικά] Τα χαρακτηριστικά των Vengeance 1500 παραθέτονται στων παρακάτω πίνακα. Corsair Vengeance 1500 Specifications Headphones Frequency Response: 20Hz to 20kHz Impedance 32 Ohms @ 1kHz Dynamic Range 95dB (A-weighted) Drivers 50mm Interface USB Type A Cable Length 3 m USB power consumption 250mW Microphone Type Unidirectional noise-cancelling Impedance 2.2k Ohms Frequency Response 100Hz to 10kHz Sensitivity *-44dB (+/-3dB) Common Warranty 2 years Price 92€ Η διάμετρος των οδηγών φτάνει τα 50mm έτσι ώστε αυτοί να καλύπτουν ένα ευρύ φάσμα ακουστικών συχνοτήτων χωρίς παραμορφώσεις ακόμη και σε υψηλή ένταση. Επίσης, οι μεγάλοι οδηγοί συμβάλουν και στην αναπαραγωγή καλύτερου και βαθύτερου μπάσου. Το μήκος του καλωδίου σύνδεσης είναι αρκετά μεγάλο, φθάνοντας τα τρία μέτρα, οπότε θα βολέψει όλους τους χρήστες. Οι ενεργειακές απαιτήσεις τώρα των ακουστικών είναι ιδιαίτερα χαμηλές μιας και τα ίδια απαιτούν μόλις 0,05A από την USB θύρα. Το μικρόφωνο εξοπλίζεται με τεχνολογία μείωσης του περιβάλλοντος θορύβου (noise cancelling), έτσι ώστε ο συνομιλητής να σας ακούει καθαρά ακόμη και αν εσείς βρισκόσαστε σε θορυβώδες περιβάλλον. Το μικρόφωνο βρίσκεται πάνω σε μια περιστρεφόμενη βάση ώστε να μπορεί να απομακρυνθεί όταν δεν το χρησιμοποιείτε. Στην κανονική του θέση η απόσταση από το στόμα του χρήστη είναι ιδανική για να "πιάνει" την ομιλία αλλά όχι και το θόρυβο της αναπνοή. [BREAK=Συσκευασία και Περιεχόμενα] Τα Vengeance 1500 έρχονται μέσα σε μια μαζεμένη συσκευασία η οποία παρέχει μια βασική, κατά τη γνώμη μας όχι επαρκής, προστασία απέναντι στις κακοτοπιές που θα αντιμετωπίσουν κατά τη διάρκεια της μεταφοράς. Στο μπροστινό μέρος της συσκευασίας υπάρχει μια φωτογραφία των ακουστικών με το μικρόφωνο ανεπτυγμένο. Στα δεξιά του κουτιού υπάρχει ένα διαφανές άνοιγμα από το οποίο μπορούμε να διακρίνουμε τη μία πλευρά των 1500 με το μικρόφωνο. Στο πίσω μέρος της συσκευασίας δε θα βρείτε πολλές λεπτομέρειες περί των χαρακτηριστικών των ακουστικών, παρά μια απλή επιγραμματική αναφορά στα προτερήματα τους με το σημαντικότερο στοιχείο να αποτελεί το Dolby 7.1 surround mode που υποστηρίζουν. Τέλος, σε μία από τις πλευρές του κουτιού υπάρχει ένας πίνακας που περιέχει τα πιο ενδιαφέροντα τεχνικά χαρακτηριστικά του headset. Ας ανοίξουμε όμως τη συσκευασία για να ρίξουμε μια καλύτερη ματιά στον πρωταγωνιστή της σημερινής δοκιμής. Τα Vengeance 1500 βρίσκονται τοποθετημένα σε μια χάρτινη θήκη, με τα πλαϊνά τους όμως εκτεθειμένα και το μικρόφωνο ουσιαστικά απροστάτευτο. Δεδομένης της τιμής τους θα θέλαμε να ήταν πιο καλά προστατευμένα και επιπλέον να υπήρχε μια υφασμάτινη θήκη για τη μεταφορά/αποθήκευση τους. Μέσα στη συσκευασία βρήκαμε και το γνωστό χαρτάκι που ειδοποιεί τον μελλοντικό αγοραστή ότι σε περίπτωση προβλήματος θα πρέπει να στείλει το προϊόν πίσω στην Corsair και όχι στο μαγαζί από όπου τα αγόρασε. Δεν αναφέρει όμως ποιος θα πληρώσει τα έξοδα της μεταφοράς, τουλάχιστον κατά την αποστολή προς την εταιρία. Κανονικά θα έπρεπε να υπήρχε μια διευκρίνηση περί αυτού. [BREAK=Κάτω Από το Φακό] Όπως θα διαπιστώσετε από τις φωτογραφίες που ακολουθούν, η ποιότητα κατασκευής των Vengeance 1500 είναι ιδιαίτερα υψηλή με την Corsair να έχει δώσει ιδιαίτερη σημασία ακόμη και σε μικρές λεπτομέρειες (π.χ. το ασημένιο κάλυμμα του μικροφώνου έτσι ώστε να ταιριάζει αυτό με του ίδιου χρώματος σκελετό των ακουστικών). Τα υφασμάτινα earpads είναι παραγεμισμένα με αφρώδες υλικό, έτσι δε θα ζορίσουν/ενοχλήσουν τα αυτιά σας ακόμη και μετά από πολύωρη χρήση, σημείο στο οποίο μειονεκτούν πολλά headsets που κυκλοφορούν στο εμπόριο. Επίσης τα earpads είναι αφαιρούμενα έτσι ώστε να μπορείτε να τα αντικαταστήσετε/καθαρίσετε. Υπάρχει φυσικά η δυνατότητα ρύθμισης των ακουστικών ανάλογα με το μέγεθος του κεφαλιού του χρήστη και στο πάνω μέρος τους υπάρχει μαξιλαράκι για να μην γίνονται ενοχλητικά στην κορυφή του κεφαλιού. Τα ακουστικά όπως αναφέραμε και στον πρόλογο είναι κλειστού τύπου, δηλαδή αγκαλιάζουν τα αυτιά του χρήστη απομονώνοντας τον από τους τυχόν εξωτερικούς θορύβους, περιορίζοντας ταυτόχρονα τον εκλυόμενο θόρυβο έτσι ώστε να μην ακούνε και οι γύρω ότι ακούτε. Σύμφωνα με την Corsair το διάφραγμα (baffle) των 50mm ηχείων είναι κατάλληλα σχεδιασμένο έτσι ώστε να αποδίδεται με υψηλότερη πιστότητα ο dolby ήχος, τόσο στην αναπαραγωγή ταινιών όσο και σε παιχνίδια. Τα Vengeance 1500 εκτός από απλό Dolby Headphone ήχο υποστηρίζουν και ήχο 7.1 καναλιών, χάρις στο C-Media 6302 chipset που χρησιμοποιούν. Το συγκεκριμένο υποστηρίζει 16 bit ανάλυση σήματος C-Media 6302 και μέχρι 48 KHz sample rate. Πρόκειται δηλαδή για μια αξιοπρεπή κάρτα ήχου που αν και δεν μπορεί να ανταγωνιστεί τις high-end λύσεις, για gaming και σε νορμάλ χρήση θα κάνει τη δουλειά της μια χαρά. Για τους υπόλοιπους που θέλετε να ακούτε το 5ο βιολί στο βάθος κατά την αναπαραγωγή κλασσικής μουσικής, καλύτερα να προτιμήσετε ένα συνδυασμό Xonar-AKG/Sennheiser ακουστικών που κοστίζει όμως πολλαπλάσια. Το μικρόφωνο χρησιμοποιεί την τεχνολογία noise-cancelling για να μειώνει στο ελάχιστο δυνατό τους εξωτερικούς ήχους, έτσι ώστε η ομιλία να αποδίδεται καθαρά ακόμη και σε θορυβώδη περιβάλλοντα. Μια περιστρεφόμενη βάση το φιλοξενεί και η απόσταση από το στόμα του χρήστη είναι η ιδανική έτσι ώστε να αναπαράγεται καθαρά η ομιλία και ταυτόχρονα να μη γίνεται ενοχλητικό. Στο καλώδιο των ακουστικών ενσωματώνεται και ένα αρκετά μεγάλο χειριστήριο το οποίο παρέχει τη δυνατότητα ρύθμισης της έντασης των ακουστικών καθώς και το mute του μικροφώνου. Το χειριστήριο φωτίζεται από ένα απαλό μπλε χρώμα το οποίο όταν πατηθεί το πλήκτρο mute αλλάζει σε κόκκινο. Τέλος, το ίδιο το καλώδιο σύνδεσης είναι λεπτό, sleeved και αρκετά εύκαμπτο έτσι ώστε να μην τσακίζει. [BREAK=Λογισμικό] Μαζί με τα ακουστικά δε θα βρείτε κάποιο CD/DVD με λογισμικό, οπότε θα πρέπει να επισκεφτείτε τη σχετική σελίδα της Corsair για να κατεβάσετε τους drivers του headset. Εδώ να τονίσουμε ότι ακόμη και χωρίς τους ειδικούς drivers της Corsair, τα Windows 7 αναγνωρίζουν τα Vengeance 1500 και αυτά λειτουργούν κανονικά. Χωρίς το ειδικό λογισμικό όμως δεν έχετε πρόσβαση σε λειτουργίες όπως το equalizer, τη δυνατότητα αλλαγής mode κτλ. Παρακάτω θα βρείτε μερικά screenshots από το πώς αναγνωρίζουν τα Windows 7 τα ακουστικά, χωρίς τον driver της Corsair. Αφού κατεβάσετε και εγκαταστήσετε το πρόγραμμα οδήγησης της Corsair έχετε πλήρη πρόσβαση σε όλα τα χαρακτηριστικά των Vengeance 1500. Εκτός από τις βασικές ρυθμίσεις έντασης των ακουστικών και μικροφώνου έχετε πρόσβαση επίσης σε ένα equalizer το οποίο από default έχει όλες τις επιμέρους ρυθμίσεις στα 0 Db. Στη διάθεση του χρήστη υπάρχουν τα παρακάτω έτοιμα προφίλ: Music + bass Music reference Movies Mod-X F.P.S. gaming M.M.O. gaming Μπορείτε φυσικά να δημιουργήσετε και να αποθηκεύσετε και δικά σας προφίλ. Στο πάνω δεξιά μέρος του προγράμματος υπάρχουν τα τρία mode λειτουργίας των ακουστικών. Το πρώτο (Bypass) στέλνει στέρεο σήμα στα ακουστικά χωρίς κάποια ειδική επεξεργασία του ήχου. Το δεύτερο (dolby) παρέχει 5.1 κανάλια ήχου μέσω ειδικής επεξεργασίας του σήματος και αυξάνει το βάθος πεδίου του ήχου. Σε ακρόαση μουσικής αυτό το mode μας άρεσε περισσότερο. Προσοχή, θα πρέπει να τονίσουμε εδώ ότι για να ενεργοποιηθεί το Dolby Pro Logic IIx και να φωτιστεί το αντίστοιχο εικονίδιο θα πρέπει να ρυθμίσετε τα ηχεία ως 5.1 μέσω του control panel των Windows. Επίσης αν αλλάξετε mode και ξαναγυρίσετε μετά πάλι σε dolby το Dolby Pro Logic IIx χάνεται και θα πρέπει να επαναλάβετε τη ρύθμιση των ηχείων σε 5.1 για να ενεργοποιηθεί και πάλι. Το τελευταίο mode προσφέρει 7.1 εικονικά κανάλια ήχου χρησιμοποιώντας τις δυνατότητες του C-Media 6302 chipset. Σε αυτό το mode έχετε τη δυνατότητα να μετατοπίσετε τη θέση των εικονικών ηχείων στο χώρο, έτσι ώστε να φέρετε τον ήχο στα μέτρα σας. Δυστυχώς δεν έχετε τη δυνατότητα να μεγαλώσετε/μικρύνεται το βάθος πεδίου, κάτι που μπορείτε να κάνετε στο dolby mode (αλλά εκεί δεν μπορείτε να ρυθμίσετε τη θέση των ηχείων στο χώρο). Θα θέλαμε να υπήρχαν οι παραπάνω δύο ρυθμίσεις ταυτόχρονα διαθέσιμες και στα δύο mode λειτουργίας (dolby και 7.1). Όπως βλέπετε το πρόγραμμα ελέγχου των Vengeance 1500 είναι αρκετά απλό αλλά ταυτόχρονα εύχρηστο, χωρίς να μπερδεύει το χρήστη με πληθώρα σύνθετων επιλογών και εκμεταλλεύεται επαρκώς τις δυνατότητες των ακουστικών. Βέβαια στο μέλλον πιστεύουμε ότι η Corsair θα το εμπλουτίσει/βελτιώσει αρκετά μιας και η συγκεκριμένη εταιρία φημίζεται για την καλή υποστήριξη που προσφέρει στα προϊόντα της. [BREAK=Ακούσματα - Απόδοση Μικροφώνου] Και ήρθε η στιγμή να δούμε αν πράγματι τα Vengeance 1500 αποδίδουν τόσο καλά, όσο η Corsair υπόσχεται. Όσον αφορά τις ακροάσεις θα τα δοκιμάσουμε στα εξής: Αναπαραγωγή μουσικής Παιχνίδια Ταινίες Εδώ να επισημάνουμε σε αυτούς που πιθανόν δεν το έχουν ακόμη συνειδητοποιήσει, ή απλά ήρθαν κατευθείαν εδώ χωρίς να διαβάσουν τις προηγούμενες σελίδες. Τα Vengeance 1500 διαθέτουν ενσωματωμένη κάρτα ήχου οπότε και δεν εκμεταλλεύονται αυτή που πιθανόν να έχει το σύστημα που θα τα συνδέσετε. Αυτό φυσικά ισχύει για όλα τα headset που συνδέονται μέσω USB θύρας. Οπότε αν διαθέτετε ήδη μια καλή κάρτα ήχου τότε καλύτερα να αγοράσετε άλλου τύπου ακουστικά. Ας ξεκινήσουμε λοιπόν από το πιο απλό πράγμα που θα κάνει κάποιος με τα ακουστικά του, το άκουσμα μουσικής. Με τα Vengeance ακούσαμε διάφορα είδη μουσικής από rock και heavy metal μέχρι trance και house. Το καλύτερο mode λειτουργίας για μουσική είναι σίγουρα το dolby (μεσαίο στο πρόγραμμα ρύθμισης) με ενεργοποιημένο το Dolby Pro Logic IIx, όπου ο background ήχος έχει μεγαλύτερη πιστότητα και βάθος χωρίς αυτό να γίνεται εις βάρος των φωνητικών τα οποία διατηρούν την καθαρότητα τους. Σε bypass mode τώρα ο ήχος είναι πεντακάθαρος απλά σε σύγκριση με τα Superlux HD668B και μια Audigy X-Fi Fatal1ty το μπάσο των Vengeance 1500 δεν είναι τόσο ζωντανό ακόμη και με τη χρησιμοποίηση του προφίλ Music + Bass. Όσο και αν προσπαθήσαμε να φτάσουμε το επίπεδο μπάσου του συνδυασμού HD668B-Audigy με τη ρύθμιση του equalizer, το αποτέλεσμα δεν ήταν το ίδιο (πάντα σε bypass mode). Δεν πρέπει να ξεχνάμε όμως ότι αντιπαραθέσαμε απέναντι στα Vengeance 1500 ένα πολύ δυνατό σετ ακουστικών-κάρτας ήχου. Ευκαιρία να παίξουμε και λίγο σε αυτό το review, έτσι φορτώσαμε το αγαπημένο Battlefield 3 για να "καθαρίσουμε" μερικούς κακούς. Σε gaming περιβάλλον τα Vengeance 1500 πραγματικά βρίσκονται στο στοιχείο τους. Το Dolby Pro Logic IIx mode προσφέρει απαράμιλλη ηχητική αίσθηση και πραγματικά ζωντανεύει το πεδίο του παιχνιδιού. Μπορείτε να ακούσετε από ποιο σημείο προέρχονται οι πυροβολισμοί και σε γενικές γραμμές οποιαδήποτε ηχητική λεπτομέρεια μεταφέρεται με ακρίβεια στα αυτιά του παίχτη. Πιο συγκεκριμένα, στο BF3 σε κάποιο σημείο καθώς ο χαρακτήρας κατέβαινε τις σκάλες ενός κτιρίου ακούσαμε κάτι μύγες να πετάνε και ψάχναμε να βρούμε τη μυγοσκοτώστρα. Για τέτοια πιστότητα μιλάμε και το καλύτερο αυτή η πιστότητα είναι εύκολα μεταφερόμενη (portable). Δηλαδή μπορείτε να πάρετε τα ακουστικά σας και να πάτε να παίξετε σε κάποιο άλλο σύστημα χωρίς να σας απασχολεί τι κάρτα ήχου φοράει αυτό και πώς θα τη ρυθμίσετε βέλτιστα. Αυτό είναι το μεγάλο προτέρημα ενός USB headset. Εκτός από το BF3 φορτώσαμε και άλλα παιχνίδια, όπως το Left 4 Dead 2, όπου τα ακουστικά πάλι απέδωσαν ιδιαίτερα καλά. Δεν είναι τυχαίο άλλωστε το ότι η Corsair χαρακτηρίζει τα Vengeance 1500 ως gaming headset. Τελευταία αφήσαμε τη δοκιμή των ακουστικών σε αναπαραγωγή ταινιών. Όταν οι ταινίες δε διαθέτουν εξαρχής dolby ήχο αλλά απλό στερεοφωνικό (DVDrip ως επί το πλείστο) τότε το Dolby Pro Logic IIx mode (ακόμη και το απλό dolby) ακούγεται πολύ καλύτερα, βαθαίνοντας και ζωηρεύοντας τον ήχο, ενώ το 7.1 δεν προσφέρει τίποτα απεναντίας τον κάνει πιο ρηχό/ξερό. Εκτός από DVDrip όμως δοκιμάσαμε και ταινίες σε Blue Ray format όπου το 7.1 mode βρίσκεται στο στοιχείο του, αναπαράγοντας άψογατα ηχητικά κανάλια και δίνοντας τη σωστή αίσθηση αλλά και το βάθους του πεδίου. Βέβαια και εδώ το Dolby Pro Logic IIx mode μεταφέρει πολύ καλά το ηχητικό πεδίο, οπότε η τελική επιλογή ανάμεσα στα δύο modes εξαρτάται από τις προτιμήσεις του χρήστη. Αρκετά όμως με την απόδοση των ακουστικών, ας δούμε πώς τα πάει και το μικρόφωνο στην εγγραφή/αναπαραγωγή ομιλίας. Βασικό πρόγραμμα για τις δοκιμές του μικροφώνου υπήρξε το Skype. Αρχικά οι δοκιμές έγιναν σε ήσυχο περιβάλλον όπου και το μικρόφωνο κατέγραψε με απόλυτη πιστότητα την ομιλία μας χωρίς να καταγράφει το θόρυβο της αναπνοής μας, κάτι που μερικά χαμηλότερης ποιότητας μικρόφωνα κάνουν με αποτέλεσμα να μειώνεται κατά πολύ η ποιότητα επικοινωνίας. Σειρά είχαν οι δοκιμές σε περιβάλλον με αυξημένο θόρυβο για να δούμε την ευαισθησία του μικροφώνου σε εξωτερικούς θορύβους και πόσο καλά η noise cancelling λειτουργία τους αποβάλλει. Τα αποτελέσματα δεν ήταν αυτά που θα θέλαμε να δούμε/ακούσουμε. Οι θόρυβοι του περιβάλλοντος καταγράφηκαν με αρκετά υψηλή ένταση, χωρίς ωστόσο να κάνουν την επικοινωνία αδύνατη ή έστω δύσκολη. Η ποιότητα της φωνής παραμένει σε υψηλά επίπεδα αλλά οι εξωτερικοί θόρυβοι περνάνε στο αρκετά ευαίσθητο μικρόφωνο και δυστυχώς η τεχνολογία απόρριψης θορύβου δεν προσφέρει και πολλά. [BREAK=Τελικό Συμπέρασμα] Μετά το τέλος όλων των δοκιμών που πραγματοποιήσαμε μπορούμε να πούμε με σιγουριά ότι τα Vengeance 1500 μας εντυπωσίασαν με την απόδοση τους, ιδιαίτερα σε gaming περιβάλλοντα αλλά και στην αναπαραγωγή ταινιών. Από ότι φαίνεται το C-Media 6302 chipset με τις δυνατότητες που έχει συμβάλει τα μέγιστα στην πολύ καλή απόδοση των ακουστικών. Επίσης το πρόγραμμα ελέγχου της Corsair είναι ιδιαίτερα εύχρηστο και παρέχει στο χρήστη όλα όσα χρειάζεται για να "φέρει" τα ακουστικά στα μέτρα του. Καλό θα είναι πάντως με το που γίνει η εγκατάσταση του οδηγού της συσκευής να ρυθμιστεί το equalizer μιας και αρχικά βρίσκεται σε default κατάσταση με το μπάσο να απουσιάζει εμφανώς. Αν θέλετε ένα σετ ακουστικών για τον φορητό υπολογιστή σας, για ένα desktop υπολογιστή που δε διαθέτει καλή κάρτα ήχου (ή δεν έχει καθόλου) ή αν απλά επιθυμείτε να μεταφέρετε παντού τον ήχο/ρυθμίσεις που προτιμάτε τότε τα Vengeance 1500 είναι μια πολύ καλή επιλογή. Αν τώρα το σύστημα σας διαθέτει ήδη μια καλή κάρτα ήχου και δε σας ενδιαφέρει η ευελιξία που παρέχουν τα Vengeance 1500 τότε καλύτερα να κοιτάξετε τα Vengeance 1300, τα οποία στην ουσία είναι ίδια με τα 1500 μόνο που δε διαθέτουν ενσωματωμένη κάρτα ήχου. To Vengeance 1500 gaming headset κοστίζει 92€ και τα πλεονεκτήματα καθώς και τα μειονεκτήματα που εντοπίσαμε κατά τη διάρκεια της συμβίωσης μας με αυτό αναφέρονται παρακάτω: Πλεονεκτήματα (Advantages) Ποιότητα κατασκευής Υφασμάτινα και αφαιρούμενα earpads Άνετα ακόμη και μετά από πολύωρη χρήση Πραγματικά portable λόγω της ενσωματωμένης κάρτας ήχου και της σύνδεσης USB Καλό surround mode (Dolby Pro Logic IIx, 7.1) ιδιαίτερα σε gaming καταστάσεις Εύχρηστο χειριστήριο ρύθμισης της έντασης του ήχου Επαρκές μήκος καλωδίου Λειτουργικό μικρόφωνο Μειονεκτήματα (Disadvantages) Πιο ευαίσθητο, από όσο πρέπει, μικρόφωνο Δεν παρέχεται θήκη μεταφοράς Συσκευασία που δεν παρέχει ιδιαίτερη προστασία Με βάση όλα τα παραπάνω, η γενική βαθμολογία που απέσπασε το Vengeance 1500 gaming headset της Corsair δεν μπορεί να είναι μικρότερη από: Εδώ άλλη μια παρουσίαση του TheLab έφτασε στο τέλος της. Θα θέλαμε να ευχαριστήσουμε την Corsair για την ευγενική παραχώρηση του προϊόντος της σημερινής παρουσίασης. crmaris
  23. Στο παρελθόν είχαμε δοκιμάσει τα μέχρι πρότινος κορυφαία gaming ακουστικά της Corsair, Vengeance 1500 και είχαμε μείνει πλήρως ικανοποιημένοι από την απόδοση, την εργονομία αλλά και την ποιότητα τους. Στη σημερινή δοκιμή θα δούμε από κοντά το καινούριο κορυφαίο μέλος το οποίο ονομάζεται Vengeance 2000, χρησιμοποιεί ασύρματη τεχνολογία και υποστηρίζει 7.1 κανάλια ήχου (όπως και τα 1500) μέσω εξομοίωσης φυσικά, μιας και εξοπλίζεται με ακριβώς τα ίδια ηχεία με τα 1500. Από ότι φαίνεται η Corsair θέλει να επεκταθεί και σε άλλους τομείς και να ενισχύσει την παρουσία της στην αγορά με όποιο μέσο μπορεί. Έτσι δεν έμεινε μόνο στα ενσύρματα ακουστικά που είχε παρουσιάσει τον προηγούμενο χρόνο αλλά αποφάσισε να προχωρήσει και στο λανσάρισμα ενός ασύρματου μοντέλου μιας και αυτό ο τύπος ακουστικών προτιμάται κατά κόρον από τους gamers που θέλουν το πεδίο καθαρό από καλώδια. Κάπως έτσι φτάσαμε στα Vengeance 2000 τα οποία υπόσχονται μεγάλη αυτονομία, κοντά στις 10 ώρες, μεγάλη εμβέλεια η οποία φτάνει μέχρι και τα 12 μέτρα σε καθαρό πεδίο και φυσικά υψηλή ποιότητα ήχου. [BREAK=Χαρακτηριστικά] Τα χαρακτηριστικά των Vengeance 2000 παραθέτονται στων παρακάτω πίνακα. Corsair Vengeance Wireless 2000 Specifications Headphones Frequency Response: 20Hz to 20kHz Impedance 32 Ohms @ 1kHz Dynamic Range 95dB (A-weighted) Drivers 50mm Interface Wireless (10m - 12m range in clear terain) Channels 7.1 (Simulated) USB power consumption 100mA (USB Adapter), 500mA (while charging) Microphone Type Unidirectional noise-cancelling Impedance 2.2k Ohms Frequency Response 100Hz to 10kHz Sensitivity *-37dB (+/-3dB) Common Warranty 2 years Price 139.16€ (with 23% VAT) Οι πιο παρατηρητικοί θα προσέξετε ότι τα χαρακτηριστικά των ηχείων των Vengenance 2000 είναι παρόμοια με αυτά των 1500 και πως να μην είναι άλλωστε αφού είναι ίδια. Από ότι φαίνεται η Corsair είναι της άποψης ότι άμα κάτι αποδίδει καλά και λειτουργεί σωστά τότε δεν το αλλάζεις και εδώ που τα λέμε πολύ καλά κάνει. Έτσι η διάμετρος των οδηγών φτάνει τα 50mm κάτι που σημαίνει ότι το μπάσο και σε γενικές γραμμές οι χαμηλές συχνότητες θα αποδίδονται σωστότερα. Βέβαια όλο και κάτι θα χάνετε στις υψηλότερες συχνότητες αλλά κάπου έπρεπε να γίνει ένα συμβιβασμός και η Corsair προτίμησε τη δοκιμασμένη και σίγουρη λύση των μεγάλων οδηγών οι οποίοι επιπλέον προσφέρουν και υψηλότερη ένταση ήχου χωρίς παραμορφώσεις. Όσον αφορά την εμβέλεια των Vengeance 2000 όπως είπαμε και στον πρόλογο αγγίζει τα 12 μέτρα σε περιβάλλον χωρίς εμπόδια, κάτι που σημαίνει ότι θα μπορείτε να πεταχτείτε μέχρι την κουζίνα και να φτιάξετε καφέ χωρίς να αποχωριστείτε τα ακουστικά (αν βέβαια μένετε σε δυαράκι και όχι σε μεζονέτα). Όσον αφορά την κατανάλωση είναι μόλις 100mA για τον USB πομποδέκτη και τα ίδια τα ακουστικά χρειάζονται 0.5A για τη φόρτιση τους. Τέλος το μικρόφωνο δείχνει ίδιο με αυτό του μικρότερου μοντέλου (1500) αλλά έχει μεγαλύτερη ευαισθησία και επίσης χρησιμοποιεί και αυτό φυσικά noise-cancellation τεχνολογία για την απαλοιφή των θορύβων του περιβάλλοντος. Επίσης όταν βρίσκεται στην κατακόρυφη θέση γίνεται αυτόματα mute ενώ στην οριζόντια (θέση) ενεργοποιείται πάλι αυτόματα. Εδώ να σημειώσουμε ότι η Corsair αναφέρει στα χαρακτηριστικά του μικροφώνου την ευαισθησία ως dΒ αλλά κανονικά μετράται σε dBV και όταν για παράδειγμα έχουμε δύο μικρόφωνα με -44dBV και -37dBV τιμές τότε πιο ευαίσθητο είναι το δεύτερο. Τώρα το μεγάλο μειονέκτημα των συγκεκριμένων ακουστικών αντικατοπτρίζεται στην ιδιαίτερα τσουχτερή τιμή τους η οποία στην Ελλάδα αγγίζει τα 140 ευρώ! Σίγουρα για έναν λάτρη της μουσικής αυτό το ποσό δε θεωρείται υψηλό αλλά για έναν gamer που μαζεύει ευρώ-ευρώ τα χρήματα για να αγοράσει μια top VGA είναι και με το παραπάνω. [BREAK=Συσκευασία και Περιεχόμενα] Τα Vengenance 2000 έρχονται μέσα σε μια όμορφη και αρκετά μεγάλη συσκευασία, όπου το κόκκινο χρώμα και το μαύρο κυριαρχούν. Στο μπροστινό μέρος διακρίνεται ο ευμεγέθης USB πομποδέκτης των ακουστικών και στο δεξί μέρος της συσκευασίας μια διάφανη επιφάνεια αφήνει σε κοινή θέα ένα μέρος των Vengeance. Στο πίσω μέρος του κουτιού βρίσκουμε μια συνοπτική περιγραφή των πλεονεκτημάτων των συγκεκριμένων ακουστικών και τέλος τα τεχνικά χαρακτηριστικά τους παραθέτονται σε μία από τις δύο πλευρές. Σε γενικές γραμμές η συσκευασία προεφέρει ικανοποιητική προστασία αλλά σε δύσκολες καταστάσεις/συνθήκες δε νομίζουμε ότι θα μπορέσει από μόνη της να προστατεύσει επαρκώς τα περιεχόμενα της (βλέπε μεταφορά μέσω ΕΛΤΑ, από κεφάτο courier κτλ.) Ας ρίξουμε τώρα μια ματιά και στα περιεχόμενα της συσκευασίας. Όπως θα δείτε εκτός από τα ακουστικά θα βρείτε ανάμεσα στα παρελκόμενα μία βάση USB για την τοποθέτηση του πομποδέκτη των ακουστικών καθώς και ένα καλώδιο φόρτισης των ακουστικών. Δυστυχώς το τελευταίο διαθέτει μόλις 1.5 μέτρο μήκος οπότε αν θελήσετε να το συνδέσετε σε μια υποδοχή της μητρικής (και όχι σε μια υποδοχή USB στο μπροστινό μέρος του κουτιού) τότε το πιο πιθανό είναι να μην μπορείτε να χρησιμοποιήσετε τα ακουστικά κατά την φόρτιση. Μπορείτε πάντως να χρησιμοποιήσετε μια επέκταση USB είτε απλά ένα άλλο μακρύτερο καλώδιο. Αν δεν έχετε πρόχειρο τώρα τίποτα από τα δύο απλά τοποθετήστε το USB dongle σε μία USB θύρα του υπολογιστή σας και χρησιμοποιήστε την USB βάση ως επέκταση. 'Οπως συνηθίζει να κάνει τελευταία η Corsair μέσα στη συσκευασία θα βρείτε και ένα χαρτί που αναφέρει ότι το RMA πρέπει να γίνεται κατευθείαν στην Corsair και να μην επιστρέφεται το προϊόν στο μαγαζί από όπου το αγοράσατε. Μιας και το RMA της Corsair είναι άψογο και ιδιαίτερα γρήγορα αυτό είναι φυσικά καλό για τον τελικό αγοραστή. Το μόνο πρόβλημα έγκειται όμως στο κόστος των μεταφορικών το οποίο πρέπει να καλύψει ο αγοραστής για να πάει το πακέτο στην Corsair. [BREAK=Κάτω Από το Φακό] Ας δούμε τώρα και τα εμφανίσιμα Vengeance 2000 μέσα από το φακό μιας Canon DSLR. Καταρχήν σαν μέγεθος είναι κατά τι πιο μικρά από τα 1500. Επίσης η ποιότητα κατασκευής τους δείχνει αρκετά καλή αν και δεν μπορούμε να πούμε ότι μας ενθουσίασε η εκτεταμένη χρήση πλαστικού. Βέβαια σε αυτή την περίπτωση αποφεύχθηκε η χρήση κάποιου μετάλλου ή ακόμη και του αλουμινίου μιας και έγινε προσπάθεια να γίνουν τα ακουστικά όσο το δυνατόν πιο ελαφριά, έτσι ώστε να μην ενοχλούν ακόμη και μετά από πολύωρες ακροάσεις. Το πάνω μέρος εξοπλίζεται με ειδικό αφρώδες υλικό έτσι ώστε να μην ενοχλεί τον χρήστη. Όντως ακόμη και μετά από αρκετές ώρες χρήσης δεν αισθανθήκαμε κάποια ενόχληση, σε αντίθεση με άλλα ακουστικά που στο συγκεκριμένο σημείο ασκούν μια ενοχλητική πίεση στο κεφάλι του χρήστη. Τα earpads είναι ιδιαίτερα μαλακά και η εξωτερική τους επιφάνεια είναι ντυμένη από βελούδο, προσφέροντας έτσι πολύ μεγάλη άνεση με αποτέλεσμα να μη γίνονται ενοχλητικά στα αυτιά ακόμη και μετά από αρκετές ώρες. Σε αυτό βέβαια βοηθάει και η όλη σχεδίαση των ακουστικών που τα κάνει να κάθονται στο κεφάλι του χρήστη καλά χωρίς να ασκούν μεγάλη πίεση (δεν είναι σφιχτά δηλαδή). Σε αυτή την μεριά βρίσκουμε το μεγάλο κουμπί On/Off καθώς και το μεταλλικό περιστροφικό κομβίο για τον έλεγχο της έντασης. Επίσης λίγο πιο πέρα υπάρχει η υποδοχή micro USB για τη φόρτιση των ακουστικών. Η συγκεκριμένη υποδοχή φέρει ένα διακριτικό φωτισμό ο οποίος δείχνει στο χρήστη την κατάσταση της μπαταρίας. Η γρήγορη εναλλαγή κόκκινου φωτισμού σημαίνει ότι το επίπεδο της μπαταρίας βρίσκεται κοντά στο 10%, η αργή εναλλαγή πορτοκαλί φωτισμού υποδεικνύει φόρτιση και τέλος ο σταθερός πράσινος φωτισμός δείχνει ότι η φόρτιση ολοκληρώθηκε. Επίσης κάτω από το κουμπί On/Off υπάρχει ένα μπλε LED το οποίο αναβοσβήνει όταν τα ακουστικά τεθούν σε λειτουργία και συγχρονίσουν με την βάση. Το noise-cancelling μικρόφωνο εμφανισιακά είναι ίδιο με αυτό που χρησιμοποιούν τα Vengeance 1500 αλλά από πλευράς απόδοσης είναι πιο ευαίσθητο. Όταν βρίσκεται σε κάθετη θέση γίνεται αυτόματα mute και σε οριζόντια ξανά-ενεργοποιείται από μόνο του. Πολύ χρήσιμο και αναγκαίο χαρακτηριστικό μιας και δεν υπάρχει κουμπί στα ακουστικά για τη χειροκίνητη απενεργοποίηση του. [BREAK=Λογισμικό] Μαζί με τα ακουστικά δε θα βρείτε κάποιο CD/DVD με λογισμικό, οπότε θα πρέπει να επισκεφτείτε τη σχετική σελίδα της Corsair για να κατεβάσετε τους drivers του headset. Εδώ να τονίσουμε ότι ακόμη και χωρίς τους ειδικούς drivers της Corsair, τα Windows 7 αναγνωρίζουν τα Vengeance 2000 και αυτά λειτουργούν κανονικά. Χωρίς το ειδικό λογισμικό όμως δεν έχετε πρόσβαση σε λειτουργίες όπως το equalizer, τη δυνατότητα αλλαγής mode κτλ. Παρακάτω θα βρείτε μερικά screenshots από το πώς αναγνωρίζουν τα Windows 7 τα ακουστικά, χωρίς τον driver της Corsair. Αφού κατεβάσετε και εγκαταστήσετε το πρόγραμμα οδήγησης της Corsair από την επίσημη σελίδα του προϊόντος, έχετε πλήρη πρόσβαση σε όλα τα χαρακτηριστικά των Vengeance 2000 μέσω ενός ιδιαίτερα απλού interface το οποίο σίγουρα θα μπορούσε να εμπλουτιστεί με περαιτέρω λειτουργίες. Εκτός από τις βασικές ρυθμίσεις έντασης των ακουστικών και μικροφώνου έχετε στη διάθεση σας και ένα equalizer το οποίο από default έχει όλες τις επιμέρους ρυθμίσεις στα 0 Db. Στη διάθεση του χρήστη υπάρχουν τα παρακάτω έτοιμα προφίλ (μπορείτε φυσικά να δημιουργήσετε και να αποθηκεύσετε και δικά σας προφίλ): Audiophile 1 Audiophile 1+ Audiophile 2 Audiophile 2+ FPS gaming M.M.O. gaming Movies Mod-X [TM] Reference EQ Όλα τα παραπάνω προφίλ αποδίδουν ιδιαίτερα καλά, κάτι που υποδεικνύει ότι έχουν δημιουργηθεί από γνώστες και όχι στην τύχη. Το πιο καλό για ακρόαση μουσικής σύμφωνα με τα γούστα μας ήταν το Audiophile 1+ το οποίο προσθέτει το απαραίτητο μπάσο στον ήχο, κάτι που λείπει με την default διαμόρφωση. Στο κάτω μέρος του interface υπάρχουν τα τρία εφέ που υποστηρίζουν τα ακουστικά σε κατάσταση surround. Επίσης στο πάνω αριστερό μέρος υπάρχει ένα μεγάλο κουμπί, το Bypass, το οποίο στέλνει στέλνει στέρεο σήμα στα ακουστικά χωρίς κάποια ειδική επεξεργασία του ήχου. Όπως βλέπετε το πρόγραμμα ελέγχου των Vengeance 2000 είναι πολύ απλό κάτι που το καθιστά ιδιαίτερα εύχρηστο μιας και δεν μπερδεύει το χρήστη με πληθώρα σύνθετων επιλογών, ενώ ταυτόχρονα εκμεταλλεύεται επαρκώς τις δυνατότητες των ακουστικών. Βέβαια στο μέλλον πιστεύουμε ότι η Corsair θα το εμπλουτίσει/βελτιώσει αρκετά μιας και η συγκεκριμένη εταιρία φημίζεται για την καλή υποστήριξη που παρέχει στα προϊόντα της. Για αρχή θα πρέπει να βάλει μια ένδειξη για τη στάθμη της μπαταρίας και τον εκτιμώμενο χρόνο που απομένει μέχρι να εξαντληθούν τα ενεργειακά αποθέματά της. Σίγουρα πολλοί χρήστες θα εκτιμήσουν δεόντως αυτές τις πληροφορίες έτσι ώστε να ξέρουν πότε θα πρέπει να φορτίσουν τα ακουστικά τους, έτσι ώστε να μη μείνουν στη μέση του παιχνιδιού από ήχο. [ BREAK=Ακούσματα - Απόδοση Μικροφώνου] Και ήρθε η στιγμή να δούμε αν πράγματι τα Vengeance 2000 αποδίδουν τόσο καλά, όσο η Corsair υπόσχεται. Η έκδοση των οδηγών (drivers) που χρησιμοποιήσαμε για τις δοκιμές μας είναι η 1.7. Όσον αφορά τις ακροάσεις θα τα δοκιμάσουμε στα εξής: Αναπαραγωγή μουσικής Παιχνίδια Ταινίες Ακούσαμε πολλά είδη μουσικής με τα Vengeance 2000, από 80s και rock ως trance και techno (όχι Ελληνικό ρεπερτόριο δεν ακούσαμε και προφανώς όχι σκυλάδικα!) Τα ηχεία των ακουστικών προσφέρουν ένα δυνατό και γεμάτο ήχο σε όλο το ακουστικό φάσμα, η ποιότητα του οποίου είναι συγκρίσιμη με αυτή των Vengeance 1500 αν και κανονικά θα έπρεπε να υπολείπεται μιας και τα δεύτερα είναι ενσύρματα οπότε και δεν παρουσιάζουν τις απώλειες που έχει το ασύρματο μέσο. Πάντως σε καμιά περίπτωση δεν παρατηρήσαμε θόρυβο ή παρεμβολές στο σήμα των ακουστικών παρόλα τα ασύρματα δίκτυα και τις λοιπές ηλεκτρομαγνητικές ακτινοβολίες που υπήρχαν σε αφθονία στην περιοχή των δοκιμών. Μάλιστα πολλές φορές νομίζαμε ότι χρησιμοποιούσαμε ενσύρματα ακουστικά λόγο της υψηλής πιστότητας και τις παντελής έλλειψης παρεμβολών. Τώρα με λίγη ενίσχυση του μπάσου μέσω του EQ του προγράμματος ελέγχου της Corsair, ο ήχος εύκολα ήρθε στα μέτρα μας και παράλληλα τα πρίμα ήταν στα σωστά επίπεδα και με καλή ποιότητα. Επίσης αυτοί που αρέσκονται στην ακρόαση μουσικής σε υψηλές εντάσεις θα μείνουν ιδιαίτερα ικανοποιημένοι μιας και τα Vengeance διαθέτουν πολύ δυνατό ενισχυτή. Σε πολύ υψηλές συχνότητες τώρα παρόλο που τα ακουστικά δε διαθέτουν ξεχωριστά tweeter αποδίδουν καλά και σίγουρα καλύτερα από τον μέσο όρο της κατηγορίας τους. Αποφασίσαμε να δοκιμάσουμε τα Vengeance 2000 με τα ίδια παιχνίδια που είχαμε δοκιμάσει και τα 1500, για να εντοπίσουμε διαφορές στην απόδοση. Έτσι φορτώσαμε τα Battlefield 3, Metro 2033 και Left 4 Dead 2. Σε όλα τα παιχνίδια ο ήχος ήταν πολύ καθαρός, οι διάλογοι αναπαράγονταν με μεγάλη πιστότητα και ήταν ιδιαίτερα ευκρινείς και το μπάσο ήταν πανταχού παρόν ιδιαίτερα στις εκρήξεις. Το μόνο μέτριο χαρακτηριστικό των Vengeance 2000 σε gaming περιβάλλοντα είναι η 7.1 surround λειτουργία η οποία χάνει σε απόδοση μιας και στην ουσία προσφέρεται μέσω εξομοίωσης. Βλέπετε όσο καλό και αν είναι το λογισμικό προσομοίωσης του πολυκάναλου ήχου δεν μπορεί να αντικαταστήσει τα ηχεία που λείπουν και που φυσικά χρειάζονται για να αποδοθούν σωστά τα επιπλέον κανάλια ήχου. Έτσι ενώ δίνεται μια αίσθηση (αρκετά καλή) surround ήχου σε gaming περιβάλλοντα αυτή δεν είναι σίγουρα τέλεια. Βέβαια αυτό δε σημαίνει ότι τα Vengeance 2000 δε θα ικανοποιήσουν, απλά ίσως ο απαιτητικός gamer να προσδοκεί κάτι παραπάνω. Ευκαιρία να παρακολουθήσουμε και καμιά ταινία για τη δοκιμή των ακουστικών, έτσι λοιπόν φορτώσαμε το αγαπημένο μας Transformers σε Blue Ray ποιότητα. Σε γενικές γραμμές μείναμε ιδιαίτερα ικανοποιημένοι από την ηχητική λεπτομέρεια, τη ζωντάνια του ήχου καθώς και το δυναμικό μπάσο (μετά από τις σχετικές ρυθμίσεις βέβαια στο EQ). Τώρα τα surround mode που μας φάνηκαν καταλληλότερα για ακρόαση ταινίας είναι τα Studio και Cinema, με προτίμηση προς το πρώτο μιας και ζωντανεύει λίγο παραπάνω τους διαλόγους. Το μικρόφωνο παρόλο που είναι πιο ευαίσθητο από το αντίστοιχο των Vengeance 1500 αποδίδει σαφώς καλύτερα χωρίς να μαζεύει άσχετους περιφερειακούς ήχους. Βέβαια εδώ σίγουρα έχει βάλει και το χέρι του το διαφορετικό και πιο εξελιγμένο λογισμικό. Σε όλες τις δοκιμές που πραγματοποιήσαμε με το Skype η ποιότητα των εγγραφών ήταν άριστη και οι εξωτερικοί ήχοι του περιβάλλοντος μειώνονταν δραματικά καθιστώντας την ομιλία πολύ καθαρή και ευκρινής. Επίσης σε καμιά περίπτωση το μικρόφωνο δεν πιάνει τον ήχο της αναπνοής του χρήστη εκτός και αν αυτός αναπνέει σαν τραίνο φυσικά! Τέλος η γωνία του μικροφώνου καθώς και η απόσταση του από το στόμα είναι η σωστή οπότε και δεν είναι ενοχλητική και δεν εμποδίζει το χρήστη ακόμη και όταν θέλει να πιει καφέ από κούπα (ναι το δοκιμάσαμε μέχρι και αυτό και ας είναι καλοκαίρι οπότε ο καφές πίνεται με καλαμάκι!) Πραγματικά η Corsair ξεπέρασε τον εαυτό της με την εργονομία του μικροφώνου, ένα σημείο στο οποίο πάσχουν πολλά αξιόλογα gaming ακουστικά. [BREAK=Τελικό Συμπέρασμα] Από ότι φαίνεται η Corsair έχει αποκτήσει το άγγιγμα του Μίδα και έτσι σε ότι τομέα και αν καταπιαστεί καταφέρνει και τα πάει ιδιαίτερα καλά μιας και προσφέρει ποιοτικά προϊόντα υψηλής απόδοσης, τα οποία όμως κοστίζουν κάτι παραπάνω από τον μέσο όρο. Βέβαια σε αυτή τη ζωή ισχύει το ότι πληρώσεις παίρνεις και σίγουρα τα Vengeance 2000 δεν αποτελούν εξαίρεση. Σε γενικές γραμμές η ποιότητα του ήχου που προσφέρουν είναι ιδιαίτερα υψηλή και ξεπέρασε τις προσδοκίες μου, μιας και από την μέχρι τώρα εμπειρία μου έχω συνηθίσει να μην περιμένω πολλά από ασύρματα ακουστικά λόγω των απωλειών που αναπόφευκτα επιφέρει το ασύρματο μέσο. Όμως στη συγκεκριμένη περίπτωση η απόδοση κυμαίνεται στα ίδια επίπεδα με ένα ποιοτικό ενσύρματο headset, καθιστώντας τα κορυφαία Vengeance πολύ καλή επιλογή γι'αυτούς που απεχθάνονται τα καλώδια αλλά παράλληλα απαιτούν ποιοτικό ήχο. Το λογισμικό που συνοδεύει τα Vengeance 2000 είναι ιδιαίτερα απλό, προφανώς σκοπίμως, έτσι ώστε να μην μπερδεύει το χρήστη αλλά παρά ταύτα προσφέρει τα απαραίτητα ρυθμιστικά για την ακριβή ρύθμιση του ήχου. Βέβαια θα ήθελα να υπήρχαν μερικές επιπλέον δυνατότητες όπως ένδειξη για την μπαταρία καθώς και ο εκτιμώμενος χρόνος μέχρι να εξαντληθεί η ενέργειά της όπως επίσης και πιο πολλά surround εφέ. Βέβαια στο παρελθόν η Corsair έχει δείξει ότι δεν ξεχνάει τα προϊόντα της και συνεχώς φροντίζει για την ανανέωση του λογισμικού τους, οπότε πιστεύω ότι θα εμπλουτίσει και άλλο το πρόγραμμα ελέγχου των ασύρματων Vengeance στο μέλλον. Τέλος το μικρόφωνο λειτούργησε υποδειγματικά σε όλες τις δοκιμές που πραγματοποίησα και σίγουρα βελτιώθηκε δραματικά στα σημεία που είχα εντοπίσει κάποιες αδυναμίες στα Vengeance 1500, με κυριότερο τη λειτουργία του noise-cancelling το οποίο μπορεί ακόμη να μην είναι τέλειο αλλά καταφέρνει και απομονώνει ένα σημαντικό μέρος των εξωτερικών θορύβων. To Vengeance 2000 gaming headset κοστίζει 139.16€ και τα πλεονεκτήματα καθώς και τα μειονεκτήματα που εντοπίσαμε κατά τη διάρκεια της συμβίωσης μας με αυτό αναφέρονται παρακάτω: Πλεονεκτήματα (Advantages) Καλή ποιότητα ήχου Μεγάλη εμβέλεια (10-12 μέτρα) Υψηλή αυτονομία (περίπου 10 ώρες) Λειτουργικό μικρόφωνο Πολύ εύκολο setup Μπορούν να χρησιμοποιηθούν ενώ φορτίζουν Δυνατότητα αντικατάστασης της μπαταρίας Ποιότητα κατασκευής Υφασμάτινα και αφαιρούμενα earpads Άνετα ακόμη και μετά από πολύωρη χρήση Μειονεκτήματα (Disadvantages) Υψηλή τιμή Το παρεχόμενο λογισμικό θα μπορούσε να εμπλουτιστεί Δεν παρέχεται θήκη μεταφοράς Με βάση όλα τα παραπάνω, η γενική βαθμολογία που απέσπασε το Vengeance 2000 Wireless 7.1 gaming headset της Corsair δεν μπορεί να είναι μικρότερη από: Εδώ άλλη μια παρουσίαση του TheLab έφτασε στο τέλος της. Θα θέλαμε να ευχαριστήσουμε την Corsair για την ευγενική παραχώρηση του προϊόντος της σημερινής παρουσίασης. crmaris
  24. H οικογένεια CM Storm της Cooler Master είναι λίγο πολύ γνωστή στα μέλη του forum. Στο παρελθόν είχαμε δει στις σελίδες των review τις παρουσιάσεις δύο κουτιών της σειράς Storm, του Enforcer και του Trooper, ενώ πριν λίγες μέρες κάναμε πρώτη επαφή και με την σειρά από περιφερειακά για gamers (και όχι μόνο) όπως πληκτρολόγια, ποντίκια, mouse pads και ακουστικά με το gaming ποντίκι Recon. Κοινό χαρακτηριστικό όλων των παραπάνω προϊόντων είναι τόσο ο ιδιαίτερος σχεδιασμός, όσο και τα υψηλών επιδόσεων τεχνικά χαρακτηριστικά. Σήμερα, θα βρεθεί κάτω από το μικροσκόπιο του πάγκου μας ένα νέο μέλος της σειράς Storm, τα ακουστικά Sonuz. Μπορούν άραγε να εκπληρώσουν τις επιθυμίες ενός enthusiast χρήστη; Η απάντηση στις σελίδες που ακολουθούν. [BREAK=Περιεχόμενα συσκευασίας] Τα Sonuz έρχονται μέσα σε μία μαύρη καλαίσθητη συσκευασία, η οποία όπως είθισται στην περίπτωση των headsets είναι κατά το ήμισυ από σκληρή ζελατίνα, αποκαλύπτοντας το περιεχόμενο. Πληθώρα πληροφοριών και τεχνικών χαρακτηριστικών βρίσκονται σε κάθε πλευρά της συσκευασίας, ενώ ο συνδυασμός μαύρου και κόκκινου χρώματος, παραπέμπει σε hardcore gamers (οι παλαιότεροι θα θυμάστε την μόδα που πρωτοξεκίνησε με τα προϊόντα fatal1ty). Εικόνα 1 : Η συσκευασία των CM Storm Sonuz Ανοίγοντας το κουτί, ερχόμαστε σε πρώτη επαφή με τα ακουστικά. Ογκώδη και επιβλητικά, είναι οι πρώτες λέξεις που έρχονται στο μυαλό, ενώ ο συνειρμός με τον Locutus of Borg σίγουρα θα γίνει από τους λάτρεις του Star Trek. Τα Sonuz είναι σίγουρα ένα ζευγάρι ακουστικά που ξεχωρίζει. Ίσως σε μερικούς θα φανούν υπερβολικά, σε κάποιους θα φανούν κιτς, πάντως το σχεδιαστικό τμήμα της Coolermaster κατέβαλε προσπάθειες να δημιουργήσει ένα headset που ξεχωρίζει. Εικόνα 2 : Τα Sonuz στην εσωτερική θήκη της συσκευασίας Εκτός από τα ακουστικά, στην συσκευασία θα βρείτε και ένα λιτό φυλλάδιο (και αυτό με έντονο τον συνδιασμό μαύρου κόκκινου χρώματος που περιέχει πληροφορίες σχετικά με την σειρά CM Storm). Εικόνα 3 : To ενημερωτικό φυλλάδιο της Cooler Master [BREAK=Κάτω από τον φακό] Όπως αναφέραμε και στην προηγούμενη σελίδα, τα Sonuz χαρακτηρίζονται από τον όγκο και τον σχεδιασμό τους. Σε μία ενδεχόμενη εμφάνισή σας σε ένα LAN Party, σίγουρα δεν θα περάσουν απαρατήρητα. Όσοι έχετε έρθει σε επαφή με άλλα προϊόντα της σειράς Storm, θα διαπιστώσετε την ενιαία αισθητική χροιά του σχεδιασμού. Εικόνα 4 : Τα (αρκετά ογκώδη) ακουστικά Δεδομένου ότι κάθε κεφάλι είναι διαφορετικό, έχει δοθεί ιδιαίτερη προσοχή στον σχεδιασμό του μηχανισμού ρύθμισης του μεγέθους των ακουστικών. Σε αντίθεση με τις υπόλοιπες πλαστικές επιφάνειες, αυτός είναι μεταλλικός και με τις εγκοπές που διαθέτει κλειδώνει στην επιθυμητή θέση, δείχνοντας στιβαρός και ικανός να ανταποκριθεί σε μερικές χιλιάδες ρυθμίσεις. Εικόνα 5 : Λεπτομέρεια του μηχανισμού ρύθμισης μεγέθους Τα μεγάλα μαξιλαράκια που αγκαλιάζουν το αυτί έχουν βελούδινη υφή. Αυτό σημαίνει ότι ενδεχομένως τους καλοκαιρινούς μήνες να μην είναι ιδιαίτερα άνετα στην πολύωρη χρήση. Πάντως, είναι αφαιρούμενα και πλένονται τόσο στο χέρι όσο και στο πλυντήριο. Εικόνα 6 : Το μαξιλαράκι του ακουστικού Αφαιρώντας το μαξιλαράκι βλέπουμε καλύτερα τους ευμεγέθεις οδηγούς των ακουστικών. Άραγε θα μετρήσει το μέγεθος και θα αποδώσουν ανάλογα με τα τεχνικά τους χαρακτηριστικά; Εικόνα 7 : Αφαιρώντας το μαξιλαράκι Οι πιο παρατηρητικοί αναγνώστες, ήδη από την δεύτερη σελίδα θα ξεχώρισαν το χειριστήριο των ακουστικών. Αυτό δίνει την δυνατότητα τόσο για την ρύθμιση της έντασης του ήχου, όσο και για την απενεργοποίηση του μικροφώνου. Επίσης όπως φαίνεται στην φωτογραφία, το καλώδιο των ακουστικών είναι sleeved, γεγονός το οποίο δίνει επιπλέον πόντους στο τομέα της ποιότητας κατασκευής αλλά και αντοχής. Εικόνα 8 : Το χειριστήριο των ακουστικών Ιδιαίτερη αναφορά αξίζει να γίνει και στο σημείο που διακλαδώνεται το καλώδιο προς τα βύσματα σύνδεσης των 3.5mm. Η λαστιχιένια διακλάδωση τύπου Υ φαίνεται ιδιαίτερα στιβαρή, γεγονός που σημαίνει ότι δεν θα μας προβληματίσει στο μέλλον. Εικόνα 9 : Το σημείο διακλάδωσης του καλωδίου Τέλος βλέπουμε το μικρόφωνο. Αυτό κουμπώνει στο κυρίως σώμα των Sonuz μέσω ενός βύσματος των 3.5mm. Αντίστοιχες θηλυκές υποδοχές υπάρχουν και στις δύο πλευρές των Sonuz, δίνοντας μας έτσι την δυνατότητα της επιλογής (ιδιαίτερα βολικό για όσους έχουν την κακιά συνήθεια να έχουν ένα τσιγάρο κρεμασμένο στο άκρο των χειλιών τους). Η υποδοχή που δεν χρησιμοποιείται, καλύπτεται από μία λαστιχένια τάπα, ενώ στην συσκευασία υπάρχει και μία επιπλέον τάπα, για την περίπτωση που την χάσετε ή θέλετε να χρησιμοποιήσετε τα Sonuz χωρίς μικρόφωνο. Εικόνα 10 : Το μικρόφωνο [BREAK=Τεχνικά χαρακτηριστικά] Τα τεχνικά χαρακτηριστικά των CM Storm Sonuz παρατίθενται αναλυτικά στον παρακάτω πίνακα. CM Storm Sonuz Specifications Headphones Frequency Response: 10Hz to 20kHz Impedance 45 Ohms Sensitivities(@1kHz): 98 dB ± 3 dB Drivers 53mm Interface 3.5mm audio and microphone jack Channels 2 Inner Ear Cup Diameter 97.0 mm Microphone Pick Up pattern Omni-Directional Signal-to-Noise Ratio 58dB Frequency Range 100–10,000 Hz Sensitivities(@1kHz) -47 dB ± 3 dB Miscellaneous Cable Length 2.0 meters Compatibility Audio + Microphone Usage: Devices with 3.5mm audio + microphone combined jack(Compatible with Apple iPhone®, HTC®, BlackBerry®) Η τιμή τους τόσο στην Ελλάδα, όσο και στο βρετανικό amazon ανέρχεται στα περίπου 70€. Μένει λοιπόν να δούμε την απόδοσή τους. [BREAK=Εντυπώσεις από την χρήση] Αρκετά όμως με τα περί εμφάνισης, design και εργονομίας. Ένα headset κρίνεται πάνω από όλα από 2 πράγματα. Την άνεση κατά την χρήση και τον ήχο που παράγει. Εφαρμογή - άνεση Η πρώτη αίσθηση που μας άφησαν τα Sonuz, ήταν αυτή του βάρους. Πράγματι, επιστρατεύοντας την ζυγαριά ζαχαροπλαστικής της συζύγου, διαπιστώσαμε ότι το βάρος τους ανέρχεται στα 380 γραμμάρια χωρίς το καλώδιο. Για λόγους σύγκρισης, ζυγίσαμε και τα Steelseries Siberia που είχαμε παρουσιάσει σε παλαιότερο review και τα οποία ο γράφων χρησιμοποιεί σε σχεδόν καθημερινή βάση. Το βάρος τους ήταν 230 γραμμάρια. Η διαφορά των 150 γραμμαρίων ήταν κάτι παραπάνω από αισθητή στο κεφάλι. Η συνύπαρξη των ακουστικών με τα κοκκάλινα γυαλιά του γράφοντος ήταν αναμενόμενα δύσκολη. Δεν κακολογούμε τα Sonuz για αυτή τους την αδυναμία, μιας και κακά τα ψέματα, τα μοναδικά ακουστικά που συνυπάρχουν άριστα με γυαλιά είναι οι ψείρες. Αφού ρυθμίσαμε το ύψος των ακουστικών, διαπιστώσαμε ότι το μαξιλαράκι που ακουμπά στο πάνω μέρος του κεφαλιού και στηρίζει ένα μεγάλο μέρος του βάρους τους δεν είναι αρκετό για να εξασφαλίσει άνετη πολύωρη χρήση. Δοκιμάσαμε να αυξήσουμε το ύψος, έτσι ώστε μεγαλύτερο μέρος του βάρους να κρατηθεί από τα μαξιλαράκια των ακουστικών, αλλά έτσι τα ακουστικά έγιναν ασταθή πάνω στο κεφάλι του γράφοντος. Τελικά, μετά από αρκετό πειραματισμό βρέθηκε μία ικανοποιητική ρύθμιση και προχωρήσαμε στις δοκιμές του ήχου. Ηχητική απόδοση i.Ταινίες Αρχικά, συνδέσαμε τα ακουστικά με μία Samsung LE40C650, η οποία έχει ενσωματωμένο media player και αναπαράγει απροβλημάτιστα αρχεία HD σε mkv format με ήχο DTS. Για τις ανάγκες της παρουσίασης επιλέξαμε δύο απαιτητικές σκηνές, την απόβαση στην Νορμανδία από την ταινία Saving Private Ryan και την πρώτη σκηνή μάχης στο Star Wars Episode III : The Revenge of the Sith. Τα αποτελέσματα ήταν καλύτερα από τις προσδοκίες μας. Τα ακουστικά έπαιζαν χωρίς παραμόρφωση ακόμα και με ένταση ήχου πάνω από 90/100 (το οποίο είναι εξαιρετικά δυνατό και δεν νομίζω να αντέχει κάποιος να δει ολόκληρη ταινία σε αυτή την ένταση) με πολύ καλή απόδοση του μπάσου και με πολύ καλό διαχωρισμό αριστερού - δεξιού καναλιού. ii.Μουσική Στην συνέχεια, συνδέσαμε τα ακουστικά στον υπολογιστή και προχωρήσαμε στις δοκιμές αναπαραγωγής μουσικής. Ακούσαμε διάφορα αρχεία ήχου, από mp3 των 128 kbps έως αρχεία FLAC των αρκετών δεκάδων MB. Τα αποτελέσματα ήταν λίγο πολύ τα αναμενόμενα. Όσο ανέβαινε το bitrate και η ποιότητα της συμπίεσης των αρχείων, τόσο βελτιωνόταν και το ηχητικό αποτέλεσμα. Όσον αφορά την ένταση, στη μεν σύνδεση κατευθείαν στο μπροστινό panel του υπολογιστή αυτή ήταν απλά ικανοποιητική, ενώ όταν τα συνδέσαμε στα ηχεία του υπολογιστή και αυξομειώναμε το volume από το ποτενσιόμετρό τους η ένταση έφτασε μέχρι ενοχλητικά επίπεδα με την ποιότητα του ήχου να εξαρτάται από το είδος του αρχείου. iii.Gaming Τέλος, αρχίσαμε το gaming. Τα ακουστικά, όπως περιμέναμε και από τις προηγούμενες δοκιμές απέδωσαν πολύ καλά με δυνατό μπάσο και ωραία αίσθηση δεξιού - αριστερού καναλιού. Ο ήχος από το μικρόφωνο (απουσία multiplayer παιχνιδιού) δοκιμάστηκε τόσο σε συνομιλία μέσω Skype όσο και με ηχογράφηση από το πρόγραμμα των Windows και ήταν απροβλημάτιστος. Μοναδικό "ψεγάδι" που προέκυψε από τις δοκιμές ήχου, ήταν το γεγονός ότι ο ήχος που παράγουν τα Sonuz ακούγεται αρκετά και από τους γύρω. Έτσι μην ελπίζετε ότι θα δείτε την αγαπημένη σας ταινία με την ένταση στο φουλ, έχοντας την σύντροφο δίπλα σας να διαβάζει το αγαπημένο της βιβλίο. [BREAK=Τελικές σκέψεις] Τα CM Storm Sonuz είναι ένα ζευγάρι ακουστικά που σε γενικές γραμμές μας άφησε ικανοποιημένους. Στα περίπου 70 ευρώ που κοστίζουν, δεν περιμέναμε άλλωστε και κάτι διαφορετικό. Σαν κατασκευή είναι ποιοτικά, με ιδιαίτερη έμφαση στην ποιότητα - αντοχή του καλωδίου. Ο σχεδιασμός τους είναι αν μη τι άλλο εντυπωσιακός, μπορεί όμως να ξενίσει ορισμένους (ιδιαίτερα τους άνω των 30 όπως ο γράφων), ενώ παρότι έχουν μεγάλη δυνατότητα ρύθμισης του μεγέθους, είναι λίγο δύσκολο - αλλά όχι ακατόρθωτο - να βρείτε το σημείο που θα σας βολέψουν για πολύωρη χρήση. Σαν ποιότητα ήχου πάντως, μας άφησαν πάρα πολύ καλές εντυπώσεις και ανυπομονούμε να ξαναδούμε ολόκληρο το Revenge of the Sith φορώντας τα. Θετικά Ποτενσιόμετρο έντασης ήχου και διακόπτης μικροφώνου στο καλώδιο Δυνατότητα αλλαγής θέσης ή και αφαίρεσης του μικροφώνου Sleeved καλώδια με στιβαρό διακλαδωτής σχήματος Υ Ποτενσιόμετρο έντασης ήχου και διακόπτης μικροφώνου στο καλώδιο Άνετα, πλενόμενα μαξιλαράκια Αρνητικά Δεν απομονώνουν τον ήχο και γίνονται αισθητά από τους δίπλα Ίσως δεν βολέψουν όσους φορούν γυαλιά Βάρος Λαμβάνοντας υπόψην όλα τα παραπάνω, η βαθμολογία που παίρνουν τα Sonuz είναι : Ευχαριστούμε θερμά την Cooler Master για την διάθεση του δείγματος της δοκιμής Γεώργιος (GriGaS) Ρήγας
  25. Η ώρα κοντεύει μεσάνυχτα… Μετά από μία δύσκολη ημέρα αποφασίζετε πως ήρθε η ώρα να ασχοληθείτε με το αγαπημένο σας FPS (ή να δείτε το τελευταίο επεισόδιο του Jack Bauer). Όλοι στο σπίτι κοιμούνται, άρα οι επιλογές είναι δύο : ένταση ήχου σχεδόν στο mute ή ένα καλό ζευγάρι ακουστικά. Και επειδή είναι αδύνατον να ευχαριστηθείς ένα παιχνίδι (ή τον Jack Bauer) χωρίς μεγάλη ένταση ήχου, θα σας παρουσιάσουμε σήμερα ένα ζευγάρι ακουστικά που υπόσχεται ηχητική απόλαυση χωρίς παράλληλα να ενοχλεί τους περίοικους. Η Steelseries είναι μια εταιρία που ασχολείται με gaming εξοπλισμό, έχοντας μια αρκετά μεγάλη γκάμα από ποντίκια, mousepads και ακουστικά. Πριν από λίγο καιρό παρουσίασε μία νέα έκδοση των ακουστικών Siberia, σε μία προσπάθεια να κρατήσει την πετυχημένη συνταγή, διορθώνοντας τις όποιες ατέλειες της προηγούμενης γενιάς. Γι’ αυτό ακριβώς το λόγο το όνομα του νέου μοντέλου είναι Siberia v2. Τίποτα λιγότερο, τίποτα περισσότερο. [BREAK=Περιεχόμενα συσκευασίας] Τα Siberia έρχονται σε ένα ποιοτικό κουτί με αρκετές πληροφορίες για τα τεχνικά τους χαρακτηριστικά. Ξεχωρίζει ένα χρυσό αυτοκόλλητο το οποίο μας ενημερώνει ότι είχαν επιλεχθεί για δώρο (σε ορισμένους τυχερούς) κατά τα 52α βραβεία Grammy. Ακουστικά και για μουσικόφιλους λοιπόν… Εικόνα 1 : Η συσκευασία των Steelseries Siberia v2 Ανοίγοντας την συσκευασία τα περιεχόμενα είναι λίγο πολύ αναμενόμενα : Ακουστικά Προέκταση καλωδίου μήκους 2 μέτρων. Ενημερωτικό φυλλάδιο της Steelseries Αυτοκόλλητο της Steelseries Ενημερωτικό για τις βλάβες στην ακοή που προκαλεί η παρατεταμένη χρήση ακουστικών. Εικόνα 2 : Τα Steelseries Siberia v2 Εικόνα 3 : Η μήκους 2m προέκταση καλωδίου [BREAK=Περιγραφή] Το πρώτο πράγμα που κάνει εντύπωση στα Siberia είναι το χρώμα τους. Ολόλευκα και γυαλιστερά (θυμίζουν mac), δίνουν μια πάρα πολύ καλή πρώτη εντύπωση. Τα (αρκετά μεγάλα) μαξιλαράκια των ηχείων είναι από υλικό καλή ποιότητας που προδιαθέτει για άνετη χρήση. Ο μηχανισμός σταθεροποίησης των Siberia είναι από υλικό με βελούδινη υφή στην πλευρά που έρχεται σε επαφή με το κεφάλι και δερμάτινη στην επάνω με το λογότυπο και την φίρμα της Steelseries να δεσπόζει. Εδώ μικρόφωνο, εκεί μικρόφωνο, που είναι το μικρόφωνο; Η απάντηση είναι απλή… Κρυμμένο μέχρι την στιγμή που θα το χρειαστούμε. Με ένα αρκετά έξυπνο και βολικό μηχανισμό, το μικρόφωνο έχει την δυνατότητα να κρύβεται στο εσωτερικό του αριστερού ακουστικού, μέχρι να το χρειαστούμε. Με ένα απλό τράβηγμα βγαίνει προς τα έξω, ενώ με την αντίθετη κίνηση μπαίνει πάλι στην «θήκη» του. Εικόνα 4 : Το μικρόφωνο σε στάση αναμονής Εικόνα 5 : Το μικρόφωνο σε πλήρη ανάπτυξη Κάπου στα μισά του ενός μέτρου καλωδίου, βρίσκεται ένας καλαίσθητος διακόπτης για την απενεργοποίηση του μικροφώνου, καθώς και ένα ποτενσιόμετρο για την ρύθμιση της έντασης. Ιδιαίτερα βολικό εάν θέλουμε στιγμιαία να απομονώσουμε το μικρόφωνο ή να χαμηλώσουμε την ένταση του ήχου. Εικόνα 6 : Ο διακόπτης του μικροφώνου στη θέση off - στα δεξιά φαίνεται και το ποτενσιόμετρο Εικόνα 7 : Ο διακόπτης του μικροφώνου στη θέση on Τα Siberia συνδέονται με την κάρτα ήχου (ή και γιατί όχι με το στερεοφωνικό σας) με 2 βύσματα τύπου Jack 3.5mm τα οποία έχουν επίχρυσες επαφές. Ίδιου τύπου είναι και το καλώδιο της επέκτασης το οποίο προθέτει άλλα 2 μέτρα στο διαθέσιμο μήκος καλωδίου, φτάνοντας τα υπεραρκετά 3 μέτρα. Μοναδική περίπτωση να μην σας φανεί αρκετό το συνολικά διαθέσιμο μήκος καλωδίου είναι η χρήση των ακουστικών σε HTPC. [BREAK=Τεχνικά χαρακτηριστικά] Ας δούμε όμως και τα τεχνικά χαρακτηριστικά των Siberia. Καταρχήν, είναι ακουστικά κλειστού τύπου, πράγμα που σημαίνει ότι αγκαλιάζουν ολόκληρο το αυτί, απομονώνοντας έτσι τους εξωτερικούς θορύβους, ενώ παράλληλα μειώνουν στο ελάχιστο την ποσότητα ήχου που διαφεύγει προς τα έξω. Η διάμετρος των οδηγών έχει αυξηθεί σε σχέση με την προηγούμενη γενιά στα 50 mm, ενώ όπως προαναφέρθηκε τα μαξιλαράκια είναι από μαλακό υλικό με υφή δέρματος που δεν ενοχλεί ακόμα και μετά από παρατεταμένη χρήση. Το εύρος συχνοτήτων για τα μεν ακουστικά είναι 10 – 28.000 Hz, για το δε μικρόφωνο 50 – 16.000 Hz. Αναλυτικά, τα τεχνικά χαρακτηριστικά τους παρουσιάζονται στον παρακάτω πίνακα. Τεχνικά Χαρακτηριστικά Ακουστικά Εύρος συχνοτήτων 10 – 28.000 Ηz Αντίσταση 32 Ohm SPL @ 1kHz, 1 V rms 112 dB Μήκος καλωδίου 1,0 + 2,0 = 3,0 m Σύνδεση 3,5 mm jack Μικρόφωνο Εύρος συχνοτήτων 50 – 16.000 Hz Pick up pattern Uni-directional Ευαισθησία -38 dB Τέλος, στην παρακάτω εικόνα παρουσιάζεται ένα σχεδιάγραμμα των ακουστικών μετα κύρια σημεία τους: 1.Ηχείο διαμέτρου 50mm 2.Μικρόφωνο 3.Διακόπτης απενεργοποίησης μικροφώνου – ποτενσιόμετρο έντασης 4.Καλώδιο σύνδεσης, μήκους 1 μέτρου 5.Προέκταση καλωδίου σύνδεσης, μήκους 2 μέτρων. [BREAK=Εντυπώσεις από την χρήση] Τα Siberia, αν και αρκετά μεγάλα σε μέγεθος, δεν μας κούρασαν καθόλου. Ο μηχανισμός στήριξης τα συγκρατεί σταθερά, χωρίς παράλληλα να πιέζει ή να ενοχλεί. Το μοναδικό μειονέκτημα είναι ότι δεν βολεύουν εάν φοράτε κοκκάλινα γυαλιά μιας και το μαξιλαράκι στην προσπάθειά του να αγκαλιάσει το αυτί, συναντά εμπόδιο στον βραχίονα του σκελετού. Εάν από την άλλη, φοράτε λεπτό συρμάτινο σκελετό γυαλιών (ή καθόλου γυαλιά) δεν θα συναντήσετε κανένα απολύτως πρόβλημα. Οι δοκιμές ήχου – οι οποίες είναι δύσκολο να ποσοτικοποιηθούν, άρα θα βασιστούν στην υποκειμενική γνώμη του γράφοντα – χωρίστηκαν στις παρακάτω 3 κατηγορίες Παιχνίδια Τα Siberia χρησιμοποιήθηκαν σε διάφορα παιχνίδια (κυρίως FPS) με ιδιαίτερα καλά αποτελέσματα. Ο ήχος ήταν πλούσιος και με καλή αίσθηση του μπάσου, δίνοντας την αίσθηση ότι βρίσκεσαι κυριολεκτικά μέσα στο παιχνίδι. Αν και δεν χρησιμοποιήθηκε το μικρόφωνο (λόγω της απουσίας δυνατότητας multiplaying στον υπολογιστή της δοκιμής), δοκιμές που έγιναν με το Skype καθώς και με το πρόγραμμα ηχογράφησης των Windows έδειξαν ότι είναι απολύτως ικανοποιητικό για την μετάδοση φωνής. Ταινίες Όσον αφορά τις ταινίες επιλέξαμε το νέο Star Trek και το 2012 σε Bluray format με DTS ήχο. Τα αποτελέσματα ήταν το λιγότερο εντυπωσιακά. Η ικανότητα των ηχείων να σε αποκόπτουν από το περιβάλλον, μας έβαλε κυριολεκτικά μέσα στην ταινία αναπαράγοντας τα ηχητικά εφέ με μεγάλη αληθοφάνεια. Μουσική Τέλος, στην αναπαραγωγή μουσικής, παρατηρήσαμε το εξής: τα ακουστικά σε αρχεία χαμηλού bitrate (128 – 160 kbps) δεν απέδωσαν ιδιαιτερα καλά, δίνοντας ήχο ελαφρώς παραμορφωμένο. Επιλέγοντας όμως αρχεία ήχου καλύτερης ποιότητας, τα Siberia έδειξαν συμπεριφορά ανάλογη με αυτή που σας αναφέραμε στις δοκιμές παιχνιδιών και ταινιών. Το αποκορύφωμα ήταν όταν επιλέξαμε να ακούσουμε την Remastered έκδοση τoυ "Crime of the Century" των Supertramp σε μη απωλεστικό (FLAC) format. Το αποτέλεσμα ήταν ανατριχιαστικό. Αν και όπως προανέφερα η ποιότητα του ήχου είναι σε ένα βαθμό υποκειμενική, στη συγκεκριμένη δοκιμή το αποτέλεσμα δεν χωρά αμφισβήτηση. Όπως καταλαβαίνετε, όσον αφορά στην ποιότητα του ήχου, τα αποτελέσματα της δοκιμής των Siberia ήταν πάρα πολύ καλά. Ποσοτικά όμως; Η ένταση του ήχου ακολουθώντας τις επιταγές της νομοθεσίας δεν ήταν όσο δυνατή θα θέλαμε σε ορισμένες περιπτώσεις. Το πρόβλημα σίγουρα λύνεται μέσω software στην περίπτωση της μουσικής και των ταινιών (π.χ. μέσω των ρυθμίσεων του AC3 filter ή του ffdshow), αλλά στην περίπτωση των παιχνιδιών, μπορεί απλά να μην έχετε τον απολύτως δυνατό ήχο. Σε καμία περίπτωση δεν λέμε ότι τα ακουστικά είναι ανεπαρκή όσον αφορά την έντασή τους, απλά η μέγιστη έντασή τους μπορεί να μην ικανοποιήσει τους λάτρεις των πολλών decibel. [BREAK=Τελικές σκέψεις] Τα Siberia είναι ένα ζευγάρι ακουστικά που τιμά τα χρήματα που σας ζητά. Αν και δεν είναι ακόμα διαθέσιμα σε κάποιο ελληνικό κατάταστημα, τα βρήκαμε σε ευρωπαϊκό e-shop σε τιμή λίγο κάτω από τα 80€ χωρίς τα μεταφορικά. Αν και δεν είμαστε σε θέση να κρίνουμε πόσο καλύτερα είναι από ένα αντίστοιχο ζευγάρι ακουστικών των 50€, μπορούμε να πούμε με σιγουριά ότι θα σας αφήσουν ικανοποιημένους. Και μια έκπληξη της τελευταίας σελίδας. Εκτός από το λευκό που σας παρουσιάσαμε, υπάρχουν διαθέσιμα τόσο σε κόκκινο όσο και σε μαύρο (με ενσωματωμένη USB κάρτα ήχου) χρώμα. Ας συνοψίσουμε λοιπόν τα όσα είπαμε στις προηγούμενες σελίδες: Θετικά Ποιότητα κατασκευής - φινίρισμα Πολύ καλή ηχητική απόδοση Άνετα στην πολύωρη χρήση Προσφερόμενη επέκταση καλωδίου Ποτενσιόμετρο έντασης ήχου και διακόπτης μικροφώνου στο καλώδιο Δυνατότητα αποθήκευσης του μικροφώνου εντός του ακουστικού Αρνητικά Περιορισμένη μέγιστη ένταση ήχου Ίσως δεν βολέψουν όσους φορούν γυαλιά με χοντρούς βραχίονες Ευχαριστούμε θερμά την Steelseries για την παραχώρηση του δείγματος. Γιώργος (GriGaS) Ρήγας
×
×
  • Create New...

Important Information

By using this site, you agree to our Terms of Use.