Jump to content

Search the Community

Showing results for tags 'htpc'.



More search options

  • Search By Tags

    Type tags separated by commas.
  • Search By Author

Content Type


Categories

  • Cases Reviews
  • Heatsinks, Coolers & Watercooling Reviews
  • Input Devices & Peripherals Reviews
  • Barebones, NAS, Media Players Reviews
  • SSDs, HDDs and Controllers Reviews
  • Smartphones, Tablets and Gadgets Reviews
  • VGAs, Motherboards, CPUs & RAM Reviews
  • Power Supplies Reviews
  • Software & Games Reviews
  • Από το Εργαστήρι
  • Reviews in English

Forums

  • TheLab.gr
    • Ειδήσεις
    • Reviews
    • Από το Εργαστήρι
    • Thelab.gr Νέα και σχόλια
    • Δημοσκοπήσεις
    • Παρουσιάσεις Μελών
    • Τεχνολογικοί Προβληματισμοί
  • Talk to...
    • GearBest.com
    • Geekbuying.com
    • Coolicool.com
    • TomTop.com
  • Hardware & Overclocking
    • Intel Platform
    • AMD Platform
    • Κάρτες Γραφικών
    • Μνήμες DDR/DDR2/DDR3/DDR4
    • Αποθήκευση (HDD, SSD, NAS)
    • Κουτιά
    • Ψύξη
    • Τροφοδοτικά
    • Γενικά για Η/Υ
    • Modding & DIY
    • Μετρήσεις & Αποτελέσματα Υπερχρονισμών
  • Εργαλεία και Ιδιοκατασκευές (DIY)
    • Το στέκι του μάστορα
  • Περιφερειακά
    • Οθόνες & Projectors
    • Πληκτρολόγια και ποντίκια
    • Ήχος και Multimedia
    • 3D Εκτύπωση & CNC machines
    • Εκτυπωτές
    • Λοιπά Περιφερειακά
    • VR Technology
  • Software & Δίκτυα
    • Windows
    • Linux
    • Mac OS
    • Δίκτυα & Internet
    • Antivirus & Security
  • Gaming
    • PC Gaming
    • Steam & άλλες κοινότητες
    • Console & Handheld Gaming
  • Κινητές πλατφόρμες
    • Φορητοί υπολογιστές
    • Smartphones
    • Tablets
    • Gadgets, GPS, κτλ
    • Γενική Συζήτηση
  • Φωτογραφία κι εξοπλισμός
    • Φωτογραφικές μηχανές και λοιπά αξεσουάρ
    • Φωτογραφίες, επεξεργασία και δοκιμές
  • IT Section
    • Servers & hardware
    • Server OS & Virtualisation
    • Networking
    • Databases
    • Programming & Scripting
    • Web Development & DTP
  • Προσφορές & καταστήματα
    • Προσφορές και ευκαιρίες αγορών
    • Τι-Που-Πόσο
  • Το Παζάρι
    • Πωλήσεις
    • Ζήτηση
  • Γενική Συζήτηση
    • Off topic
    • The Jungle
    • Forum Δοκιμών
    • Αρχείο

Calendars

  • Ημερολόγιο Κοινότητας
  • Ημερολόγιο Gaming

Blogs

  • in|security
  • freesoft.gr
  • Virtual[DJD]
  • Οι αυτοματισμοί του τεμπέλη...

Find results in...

Find results that contain...


Date Created

  • Start

    End


Last Updated

  • Start

    End


Filter by number of...

Joined

  • Start

    End


Group


Skype


Website URL


Περιοχή


Ενδιαφέροντα


Επάγγελμα


Steam


Biography

Found 61 results

  1. Καταρχήν να πω πως αυτό το άρθρο το έφτιαξα για να κάνω ένα διάλειμμα και να ξεκολλήσω από κάτι άλλα που κάνω αυτό τον καιρό, επομένως οι λεπτομέρειες μπορεί να είναι άλλες φορές περισσότερες και άλλες λιγότερες, ανάλογα τις ορέξεις. Ελπίζω ωστόσο να βοηθήσει κάποιους που ασχολούνται με τον ήχο τους και θέλουν να πετύχουν το καλύτερο με τον υπάρχον εξοπλισμό τους, χωρίς να χρειαστούν δαπανηρές αναβαθμίσεις. Μουσική ακούω πλέον από ένα pc με windows 7 το οποίο στέλνει τον ήχο σε ένα AVR ενισχυτή, ο οποίος οδηγεί στερεοφωνικά 2 ηχεία, χωρίς sub. Αυτό λογικά είναι και το setup των περισσότερων που ακούνε μουσική από ένα htpc, αλλά κάποιοι ίσως έχουν 2.1 ή 5.1 ή και περισσότερα ηχεία. Στην περίπτωση των 5.1 ηχείων ο οδηγός αυτός δεν ισχύει, όμως στην περίπτωση που κάποιος έχει 2.1 ηχεία με κάποιες παραλλαγές που αφορούν το sub μπορεί να τον χρησιμοποιήσει. Αυτό που χρειάζεται κάποιος για να τα κάνει όλα αυτά, είναι έναν υπολογιστή φυσικά ο οποίος να είναι συνδεδεμένος σε έναν ενισχυτή με κάποιο s/pdif ή οπτική (προτιμότερο το πρώτο λόγο jitter στην οπτική, αν και προσωπικά έχω συνδέσει οπτική ίνα). Τέλος χρειάζεται ένα reference μικρόφωνο μετρήσεων, το οποίο καλό είναι να είναι καλιμπραρισμένο. Όσων αφορά το μικρόφωνο θα το αναλύσω παρακάτω, αλλά δεν υπάρχουν και πολλές επιλογές, οι οποίες όμως είναι σχετικά προσιτές και κυμαίνονται στην κλίμακα των <100€. Εδώ για κάποιους μπορεί να τελειώσει το διάβασμα λόγο κόστους, αλλά όσοι ενδιαφέρονται μπορούν να κάνουν μια ομαδική και να πάρουν ένα το οποίο να το χρησιμοποιήσουν με την σειρά. Το πρόβλημα Το πρόβλημα όταν ακούμε μουσική σε ένα δωμάτιο, είναι το ίδιο το δωμάτιο. Το μέγεθος, τα υλικά, οι τοίχοι, οι επιφάνειες και οτιδήποτε επιδρά πάνω στο ακουστικό κύμα επηρεάζει τον ήχο. Επομένως το πρόβλημα είναι η επίδραση του χώρου μας στον ήχο και το ζητούμενο είναι πως μπορούμε να μειώσουμε τις επιδράσεις αυτές στην θέση ακρόασής μας. Αυτό μπορεί να γίνει επηρεάζοντας με κάποια φίλτρα την απόκριση του συστήματος του στο ακουστικό εύρος των συχνοτήτων, δηλαδή να φτιάξουμε ένα EQ έτσι ώστε να συμπεριλάβουμε την συμπεριφορά του χώρου στον ήχο και να ισοσταθμίσουμε τις επιρροές αυτές. Το “ιδανικό” σε ένα ηχητικό σύστημα θα ήταν ο ήχος να είναι flat, δηλαδή η ένταση της κάθε συχνότητας σε όλο το φάσμα να είναι ίση ώστε ο ήχος να παραμένει “αχρωμάτιστος” και να αποδίδει, όσο είναι δυνατόν, την πιστότητα της ηχογράφησης. Επομένως, ανοίγω μια παρένθεση εδώ και αναφέρω πως αν κάποιος ακούει είδη μουσικής όπως ηλεκτρονική, heavy metal και γενικά μουσική που δεν έχει ακουστικά όργανα, τότε δεν έχει και πολύ νόημα να κάνει όλη αυτή την διαδικασία. Αυτό δεν σημαίνει πως δεν χρειάζεται να βελτιώσει την ακουστική απόκριση του συστήματός του, απλά δεν έχει και πολύ νόημα γιατί δεν θα καταλάβει μεγάλη διαφορά. Ωστόσο έχει μεγάλη σημασία και νόημα για κάποιον που ακούει μουσική με ακουστικά όργανα, όπως κλασσική, jazz, έντεχνα ή ότι άλλο ανήκει στην κατηγορία αυτή. Στην περίπτωση αυτή θα καταλάβει μεγάλη διαφορά και ειδικά αν γνωρίζει τον φυσικό ήχο των οργάνων. Επίσης το πιο σημαντικό απ' όλα είναι πως τα μουσικά αρχεία που θα αναπαράγουμε πρέπει να είναι υψηλής πιστότητας, οπότε αν ακούτε mp3 με κάτω από 320kbps encoding, τότε πάλι δεν έχει και πολύ νόημα όλο αυτό το εγχείρημα. Διαφορά μπορεί να ακούσετε, μπορεί και όχι, αλλά όπως και να έχει δεν γίνεται να βελτιωθεί πολύ ένας ήδη πετσοκομμένος ήχος. Το ιδανικό είναι lossless formated αρχεία όπως είναι τα flac πχ ή οποιοδήποτε συμπιεσμένο φορμάτ χωρίς μεγάλο βαθμό συμπίεσης. Όπως έλεγα ο σκοπός είναι να βελτιώσουμε την απόκριση στο φάσμα των συχνοτήτων. Οι λόγοι για τους οποίος αυτή δεν είναι flat είναι πολλοί και οφείλονται σε πολλές βαθμίδες που είναι ενδιάμεσα από την πραγματική πληροφορία και τα αυτιά μας. Ορισμένους από αυτούς θα προσπαθήσω να τους αναλύσω εν τάχει Ξεκινώντας από τον ίδιο τον υπολογιστή που αναπαράγει τα αρχεία θα πρέπει να μην εφαρμόζει κανένα απολύτως dsp πάνω στον ήχο, δηλαδή να έχουμε συνθήκες bit-perfect. Αυτό στα windows xp το επιτυγχάνουμε με την χρήση του ASIO4ALL και στα windows 7 με το WASAPI. Αφήνω τις λεπτομέρειες και τις περισσότερες πληροφορίες στα links, τα οποία είναι πιο αναλυτικά και τα γράφουν καλύτερα από εμένα. Επίσης εξίσου σημαντικό είναι το sample rate ανάμεσα στον υπολογιστή και στον τελικό DAC που θα κάνει την μετατροπή από ψηφιακό σήμα σε αναλογικό. Εδώ έχουμε δυο περιπτώσεις. Η πρώτη είναι να χρησιμοποιούμε έναν εξωτερικό DAC ο οποίος να κάνει την μετατροπή και να οδηγεί αναλογικά τον ενισχυτή ή να χρησιμοποιήσουμε τον εσωτερικό DAC του ενισχυτή. Εδώ μπορούν να συζητηθούν πάρα μα πάρα πολλά, αλλά όποιος έχει έναν μέτριο προς καλό ενισχυτή δεν χρειάζεται σε καμία περίπτωση να κοιτάξει για κάποιον ακριβό εξωτερικό DAC, γιατί σε γενικές γραμμές θα μείνει ικανοποιημένος με την ρύθμιση του EQ. Η απόδοση ενός DAC χαρακτηρίζεται από διάφορες παραμέτρους όπως ο σχεδιασμός του, τα χαρακτηριστικά του chip, την τροφοδοσία του και γενικά τα ηλεκτρονικά τα οποία τον στελεχώνουν. Αν υποθέσουμε πως αυτά δεν μπορούμε να τα ξέρουμε, τότε αυτό που κοιτάμε συνήθως σε έναν DAC είναι το sampling rate του και το THD του. Χωρίς να μπω σε πολλές λεπτομέρειες, αναφέρω πως καλό είναι ο DAC να υποστηρίζει τουλάχιστον 24/96 και να έχει όσο πιο μικρό THD γίνεται. Το 24/96 σημαίνει ότι μπορεί να επεξεργαστεί 24bit στα 96KHz, το 24 είναι οι στάθμες ανάμεσα από την ελάχιστη και τη μέγιστη τιμή της στάθμης του σήματος και τα 96ΚΗz σημαίνουν πως ο DAC μπορεί να μετατρέπει σε αναλογικές στάθμες 96000 τέτοια σήματα το δευτερόλεπτο. Επειδή οι λεπτομέρειες είναι περισσότερες από αυτό που αναφέρω, όποιος θέλει περισσότερη θεωρία μπορεί να διαβάσει εδώ. Για να μην μακρηγορώ άλλο, με απλά λόγια όταν ο ήχος που αναπαράγουμε είναι 16/44.1 (όπως πχ ένα CD), τότε στις υψηλές συχνότητες έχουμε διάφορα άσχημα φαινόμενα τα οποία όταν ο ήχος είναι 24/96 ή 24/192 τα αποφεύγουμε. Απλοϊκά μπορεί να πει κάποιος, πως όσο μεγαλύτερα τα νουμεράκια αυτά τόσο το καλύτερο (ή λιγότερο απλά όσο αυξάνει το εύρος και η ανάλυση, οι αρμονικές επεκτείνονται πιο ψηλά στο φάσμα με αποτέλεσμα να μην επηρεάζουν το ακουστικό φάσμα). Γενικά το 24/192 το οποίο είναι της μόδας, δεν είναι τόσο ουσιαστικό γιατί ήδη με τα 24/96 ο ήχος έχει ξεφύγει ήδη πολύ από το ακουστικό φάσμα και επίσης τα 24/192 φέρνουν στα όριά τους τους DAC με αποτέλεσμα τα χαρακτηριστικά τους να μην είναι και τόσο καλά. Πάντως με τα 24/96 μπορεί κάποιος να καταφέρει να έχει flat ήχο ακόμα και μέχρι τα 20ΚΗz και αρκετά παραπάνω. Επίσης τα ίδια τα ηχεία, όπως καταλαβαίνει κανείς, είναι πολύ σημαντικά και επηρεάζουν τον ήχο, επομένως αν το ηχείο είναι κακό, τότε ο ήχος μπορεί ναι μεν να βελτιωθεί, αλλά μέχρι ένα σημείο. Φυσικά αν το ηχείο είναι σκισμένο, έχουν σκληρύνει οι μεμβράνες που συνδέουν τους κώνους, έχει κάποιο μηχανικό πρόβλημα, κακή σχεδίαση, κακή συναρμολόγηση κτλ, τότε χρειάζεται μάλλον αντικατάσταση. Ένα άλλο πρόβλημα είναι το crossover των ηχείων, το οποίο δημιουργεί διάφορα άσχημα φαινόμενα στον ήχο τα οποία θα τα δούμε και παρακάτω, τα οποία μπορούμε να διορθώσουμε μέχρι ένα βαθμό με την μέθοδο που θα αναλύσουμε, αλλά το καλύτερο είναι το ηχείο να έχει ένα καλά σχεδιασμένο crossover. Το ιδανικό θα ήταν να έχουμε κάποια full range ηχεία χωρίς crossovers ή να έχουμε ψηφιακά crossovers. Το πρώτο είναι ακριβό σπορ! Το δεύτερο είναι εξίσου ακριβό μεν (αλλά λιγότερο) και μπορεί να γίνει με την χρήση 2 ενισχυτών οι οποίοι να οδηγούν ο ένας τα woofer και ο άλλος μόνο τα tweeter και οι 2 ενισχυτές να οδηγούνται από δυο DAC, οι οποίοι με την σειρά τους οδηγούνται από κάποιο software το οποίο κάνει το crossover ανάλογα με τα φίλτρα που του έχουμε φτιάξει. Η μέθοδος αυτή δεν θα αναλυθεί εδώ, αλλά θα πω κάποια πράγματα στην πορεία για όποιον ενδιαφέρεται. (Tip: το υποστηρίζει το foobar2000 με ένα plugin). Τέλος εξίσου σημαντικός είναι και ο χώρος που ακούμε μουσική. Θα δούμε και την επίδραση του χώρου στον ήχο στην μελέτη μας, αλλά σε γενικές γραμμές ο χώρος κάνει την παρουσία του στον ήχο πολύ αισθητή. Εν τάχει αναφέρω πως οι μη απορροφητικές επιφάνειες επηρεάζουν άσχημα τον ήχο, όπως επίσης οι παράλληλες ευθείες επιφάνειες απέναντι από τα ηχεία (όπως τοίχοι), τα αντικείμενα και τα υλικά επηρεάζουν εξίσου, όπως και η ένταση του ήχου σε σχέση με τις διαστάσεις του χώρου. Δεν θα μπω στην διαδικασία να εξηγήσω τι πρέπει να κάνει κανείς για να βελτιώσει την ακουστική του χώρου του, γιατί απλά θεωρώ δεδομένο πως δεν μπορεί κάποιος να κάνει την διαρρύθμιση του χώρου του ώστε να λύσει αυτά τα προβλήματα, ειδικά όταν αφορά το σαλόνι του. Ποιος θέλει αυγοθήκες, μπασο-ηχοπαγίδες στις γωνίες και διαγώνια τοποθέτηση των αντικειμένων σε έναν τετράγωνο χώρο, ειδικά όταν μιλάμε για ένα σαλόνι! Ωστόσο αν κάποιος θέλει να το πάρει τόσο σοβαρά υπάρχουν πολλά άρθρα στο internet που αναλύουν όλ' αυτά τα θέματα, αλλά δε νομίζω πως έχει χώρο αυτό εδώ. Οι πρωταγωνιστές Για τα παραπάνω θα χρειαστούν κάποια πράγματα τα οποία θα προσπαθήσω να αναφέρω με κάποια λεπτομέρεια. ASIO4ALL Πρώτων χρειαζόμαστε το ASIO4ALL (η version την ώρα που γράφεται το κείμενο είναι η 2.11 beta 1). Το εγκαθιστούμε. Αυτό έχει ένα control panel το οποίο θα το χρησιμοποιήσουμε αργότερα, αλλά επίσης εγκαθιστά και τους απαραίτητους drivers που θα χρειαστούν. Το ASIO είναι ένα πρωτόκολλο το οποίο παρακάμπτει τους drivers και παρέχει μικρότερο latency και θα το χρειαστούμε ώστε το playback και το recording που θα χρειαστούμε να είναι όσο το δυνατόν ανεπηρέαστα από το λειτουργικό. Foobar2000 Μετά χρειαζόμαστε έναν συγκεκριμένο media player τον οποίο θα πρέπει να παντρευτούμε και να τον χρησιμοποιούμε από εδώ και στο εξής. Αυτός είναι ο foobar2000. Ο foobar είναι ένας μάλλον παρεξηγημένος media player, ο οποίος έχει πολλές δυνατότητες και σίγουρα είναι μοναδικός γι' αυτά τα οποία θέλουμε να κάνουμε. Από αυτός θα χρειαστούμε επίσης και τρία plugins του, όπως ένα resampler (η τελευταία version τώρα που γράφεται το κείμενο είναι η 0.8.3), έναν convolver και το Plugin του wasapi. Αφού κάνετε εγκατάσταση το foobar θα βάλετε τα dll από τα plugins στον φάκελο components της εγκατάστασης του foobar και θα το τρέξετε. Ο resampler είναι βασισμένος στην βιβλιοθήκη SoX η οποία αναλαμβάνει την μετατροπή ανάμεσα σε formats ήχου. Ο convolver χρειάζεται για την συνέλιξη των φασματικών φίλτρων στα δεδομένα του ήχου έτσι ώστε να αλλάζει τις συχνότητες που έχουμε επιλέξει στα φίλτρα μας. Αφού τρέξουμε το foobar πηγαίνουμε στο μενού του και επιλέγουμε Library->Configure και μετά επιλέγουμε το μενού Playback->Output Στα δεξιά θα κάνουμε κλικ στο Device και θα ανοίξει μια λίστα. Στην λίστα αυτή θα δούμε όλα τα output devices. Στην περίπτωση των windows 7 θα δούμε και το wasapi το οποίο θα επιλέξουμε έτσι ώστε να έχουμε bit-perfect ήχο, δηλαδή να μην επεξεργάζεται καθόλου ο ήχος από το λειτουργικό και να βγαίνει στην έξοδο ακριβώς όπως είναι. Ανάλογα με την σύνδεση που έχετε κάνει ανάμεσα στον ενισχυτή και στην κάρτα ήχου του υπολογιστή θα επιλέξετε την κατάλληλη έξοδο. Στην περίπτωση μου είναι η οπτική ίνα, όπως φαίνεται και στην εικόνα. Όσοι έχουν windows xp θα επιλέξουν το ASIO, αλλά στον οδηγό αυτό θα περιοριστώ μόνο στα windows 7. Στο output format επιλέγουμε 24bit. Ύστερα στο από πάνω μενού, Playback-> DSP Manager και από εκεί θα επιλέξουμε τα DSPs που φαίνονται στην εικόνα Επιλέγουμε το Resampler (SoX) και πατάμε το κουμπί “Configure Selected” και στο μενού που εμφανίζεται διαλέγουμε “Target samplerate” τα 96000 και τα υπόλοιπα τα αφήνουμε όπως φαίνεται στην εικόνα. Επαναλαμβάνω πως, για να ακούσετε ήχο θα πρέπει ο DAC του ενισχυτή σας (ή ο εξωτερικός αν χρησιμοποιείτε) να υποστηρίζει τουλάχιστον 24/96, αλλιώς δεν θα ακούγεται ήχος. Το καλό με αυτό το setup είναι πως δεν χρειάζεστε κάποια καλή κάρτα ήχου αλλά ακόμα και ένα απλό usb->spdif interface είναι αρκετό, όπως αυτό το οποίο το βρίσκει κανείς για $33 στο ebay. Προσοχή στα φθηνότερα usb-to-SPDIF γιατί είναι μέχρι 16/48 ήχο, το οποίο δεν μας κάνει. Πάντως οι περισσότερες μοντέρνες ενσωματωμένες κάρτες ήχου εδώ και 2-3 χρόνια, πρέπει να υποστηρίζουν 24/96, αλλά αυτό για σιγουριά θα το δείτε από το motherboard σας, αν βγάζει coaxial ή optical spdif και με τι χαρακτηριστικά. Μιας και μιλάω για χαρακτηριστικά ας αναφέρω σπόντα και το δικό μου setup στο οποίο γίνονται όλ' αυτά. M/B: Intel DH67BL CPU: Intel i3-2125@3300 OS: Windows 7 Ultimate 64bit RAM: 4GB AVR: Marantz SR5004 Ηχεία: Chario Syntar 200 Και ο ενισχυτής και η Realtek ALC892 της DH67BL, υποστηρίζουν 24/192, αλλά όπως είπα και πριν καλύτερα να επιλέγετε τα 24/92 καθώς αποδίδουν τέλεια και μπορούν να παρουσιάσουν λιγότερα προβλήματα. Η σύνδεση γίνεται μέσω οπτικής και ο ενισχυτής είναι μόνιμα στο “Pure Direct” mode που έχει, δηλαδή δεν περνάει τον ήχο καθόλου από το EQ του και τον ενισχύει απ' ευθείας μετά τον DAC του. Όπως προανέφερα, ο DAC έχει σημασία να είναι άνω του μετρίου, δεν έχει σημασία τόσο αν είναι multibit, singlebit κλπ και αν κοστίζει 100€ ή 10000€. Και με λίγα μπορούμε να έχουμε πολύ καλά αποτελέσματα. Για όποιον τον ενδιαφέρει κάποιος εξωτερικός DAC, τότε υπάρχουν διάφοροι στην αγορά οι οποίοι κυμαίνονται σε χαμηλά επίπεδα και μπορείτε να τους βρείτε στο ebay. O πιο διαδεδομένος είναι ο DAC του weilang ο οποίος την ημερομηνία που γράφεται το άρθρο κοστίζει περί τα 85-90€ και μπορείτε να βρείτε αρκετούς στο ebay. Καλό είναι αν πάτε σε μια τέτοια λύση να βρείτε κάποιον με κουτί και τροφοδοτικό, γιατί χρειάζεται πολλές τροφοδοσίες. Επίσης απ' ότι μου είπε ένας φίλος που τον πήρε και πειραματίστηκε με αυτόν, χρησιμοποιεί πολύ καλά τσιπάκια, αλλά δεν έχει πολύ καλή σχεδίαση και θέλει κάποιες τροποποιήσεις στις τροφοδοσίες των opamp του για να αποδώσει τα μέγιστα. Τέλος πάντων για κάποιον που έχει ενισχυτή χωρίς ενσωματωμένο DAC είναι η καλύτερη λύση για να οδηγήσει έναν στερεοφωνικά ενισχυτή. Οι πρωταγωνιστές (συνέχεια) Room EQ Wizard (REW) Επομένως αφού τελειώσαμε με το playback και τον foobar, προχωράμε παρακάτω και κατεβάζουμε το REW. Μια σημείωση! Το REW βρίσκεται σε ένα μεταβατικό στάδιο την στιγμή που γράφεται το άρθρο. Αν κατεβάσει κανείς την έκδοση 5.0 δεν θα λειτουργήσουν όλα αυτά που θέλουμε (δεν έχει υποστήριξη ASIO), οπότε για την ώρα αυτή πρέπει να κατεβάσετε την beta έκδοση που είναι η 5.01 που θα την βρείτε εδώ. Οπότε εγκαθιστούμε την έκδοση 5.01 beta και όχι την 5.0. Αν έχει βγει η 5.01 ή κάποια νεώτερη την εποχή που το διαβάζετε, τότε ίσως δουλεύει, πάντως η 5.0 δεν μας κάνει. Μικρόφωνο Φυσικά χρειαζόμαστε ένα μικρόφωνο! Θα έλεγε κανείς πως οποιοδήποτε μικρόφωνο θα μας έκανε την δουλειά μας, αλλά δυστυχώς όχι. Χρειαζόμαστε ένα καλιμπραρισμένο μικρόφωνο και τέτοια υπάρχουν λίγα και είναι ακριβά. Βασικά ήταν, μέχρι που κυκλοφόρησαν κάποια μικρόφωνα όπως το UMIK-1 της miniDSP το οποίο μπορείτε να βρείτε εδώ και να το αποκτήσετε με κάτι λιγότερο από 100€. Όμως υπάρχουν και άλλες επιλογές όπως ένα calibrated ECM8000 της Behringer το οποίο μπορείτε να το αγοράσετε από εδώ με $90 και να σας δώσουν και το calibration file του. Επίσης από το ίδιο κατάστημα μπορείτε να αγοράσετε ένα calibrated EMM-6 ή ένα UMM-6. Η διαφορά του UMIK-1 και του UMM-6 από τα άλλα δυο είναι πως τα δυο πρώτα είναι USB μικρόφωνα. Τι σημαίνει αυτό. Αυτό σημαίνει πως το ίδιο το μικρόφωνο συνδέεται με ένα usb καλώδιο στον υπολογιστή και παρουσιάζει ένα δικό του usb audio interface στο λειτουργικό, δηλαδή είναι το ίδιο και η κάρτα ήχου στην οποία συνδέεται. Αυτό μπορούμε να το εκμεταλλευτούμε με το ASIO4ALL και το REW και να πάρουμε εύκολα μετρήσεις. Μια παρένθεση εδώ. Αν ένας έχει ένα calibrated μικρόφωνο, τότε μπορεί να καλιμπράρει άλλα μικρόφωνα με μια σχετικά απλή διαδικασία. Για παράδειγμα αν έχεις ένα calibrated ECM8000 και οι υπόλοιποι έχουν ακαλιμπράριστα, τότε με την χρήση του REW και μιας εύκολης κατασκευής μπορούμε να καλιμπράρουμε όλα τα μικρόφωνα. Επειδή αυτό όμως δεν είναι το θέμα μας, το προσπερνώ και αν χρειαστεί εδώ είμαστε, το συζητάμε. Τις μετρήσεις μου τις έκανα με ένα UMIK-1 rev B. Εδώ ανοίγω άλλη μια παρένθεση γι' αυτούς που θα θελήσουν να πάρουν αυτό το μικρόφωνο. Η rev B είναι προβληματική. Παρουσιάζει υψηλό θόρυβο στο 1KHz και στις αρμονικές του, ο οποίος έχει υψηλή στάθμη, αλλά υπάρχει κάποιο fix το οποίο τον βελτιώνει το οποίο μπορείτε να το δείτε εδώ. Η νέα rev C και η πρώτη rev A δεν έχουν αυτό το πρόβλημα, αλλά δεν την Α δεν την βρίσκεις και η C δεν έχει κυκλοφορήσει ακόμα. Προσωπικά για της μετρήσεις του χώρου χρησιμοποίησα το UMIK-1 και τις μετρήσεις των ηχείων τις έκανα με και το UMIK-1 και με το Behringer ECM-8000. Υπόψη το ECM8000 χρειάζεται phantom power 48V για να δουλέψει, οπότε θα πρέπει να το υποστηρίζει η κάρτα ήχου σας ή να του δώσετε εσείς εξωτερική τροφοδοσία. Επειδή όμως είναι δύσκολο να βρείτε κάρτα ήχου με phantom power το ιδανικότερο είναι να χρησιμοποιήσετε ένα USB μικρόφωνο όπως το UMIK-1. Βάση μικροφώνου Έπειτα χρειαζόμαστε μια βάση μικροφώνου. Αντί για βάση χρησιμοποίησα ένα τρίποδο φωτογραφικής με κεφαλή μπίλια, στην οποία έπιασα το μικρόφωνο με λαστιχάκια ώστε να μπορεί να μένει σταθερό σε διάφορες γωνίες. Υπολογιστής Τέλος χρειαζόμαστε τον υπολογιστή μας, στον οποίο έχουμε εγκαταστήσει τα προγράμματα που προαναφέραμε (ASIO4ALL, REW και foobar2000) και ένα μακρύ USB καλώδιο για να συνδέσουμε το μικρόφωνο με τον υπολογιστή. Επειδή ο καναπές μου από τον υπολογιστή απέχει περίπου 4 μέτρα χρησιμοποίησα ένα 2m USB καλώδιο και 2m USB προέκταση και δούλεψε μια χαρά. Ενισχυτής Όπως ανέφερα και πριν υπάρχουν 2 συνδυασμοί που μπορούμε να κάνουμε με τον ενισχυτή. Ο ένας είναι να έχει δικό του DAC και να τον οδηγούμε με ένα spdif από τον υπολογιστή. Ο άλλος είναι να έχουμε έναν εξωτερικό DAC και να οδηγεί αυτός τον ενισχυτή αναλογικά. Η επιλογή είναι θέμα του ήδη υπάρχοντος εξοπλισμού και χρημάτων. Αν ο ενισχυτής σας έχει δικό του DAC ο οποίος είναι 24/96 τότε οδηγήστε τον απ' ευθείας από την spdif του υπολογιστή. Αν όμως έχετε έναν καλό ενισχυτή ο οποίος δεν έχει DAC τότε αξίζει να δώσετε κάποια χρήματα και να πάρετε έναν εξωτερικό 24/96 (βασικά ως 24/192 θα του βρείτε) σαν αυτούς που αναφέραμε παραπάνω. Ηχεία Τα ηχεία σας κατά πάσα πιθανότητα θα είναι 2 δρόμων ή παραπάνω και θα έχουν δικό τους crossover. Αν δεν έχετε τέτοια ηχεία, τότε τα πράγματα αλλάζουν, αλλά λογικά για να τα έχετε ξέρετε και πως τα οδηγείτε. Λοιπόν όσων αφορά τώρα το πόσων δρόμων είναι τα ηχεία, θα δείτε τις επιπτώσεις των crossovers των ηχείων στις μετρήσεις που θα πάρετε και θα αναφέρω κάποια πράγματα. Γενικά οι 2 δρόμοι είναι ικανοποιητικοί αν και εκεί που συναντιούνται τα φίλτρα (βαθυπερατό, υψιπερατό) του woofer και του tweeter συνήθως συναντάμε και τα περισσότερα προβλήματα. Αν τα ηχεία είναι περισσότερο από 2 δρόμων, τότε χρειάζεται ειδικός συγκοινωνιολόγος να λύσει το ζήτημα και φανάρια ή σήμανση για τις προτεραιότητες. Μέτρηση ηχείου (Μέρος 1ο) Το πρώτο μας τεστ θα είναι να μετρήσουμε το ηχείο μας. Για να το κάνουμε αυτό θα πρέπει να μετρήσουμε το ηχείο σε μια κοντινή απόσταση έτσι ώστε να βγάλουμε εκτός τις συνιστώσες του χώρου από ανακλάσεις κτλ. Επομένως τοποθετούμε το μικρόφωνο κοντά στο ηχείο σε μια απόσταση 20 εκατοστών. Αν το ηχείο μας έχει 1 woofer και ένα tweeter, τότε το ύψος του μικροφώνου πρέπει να είναι τέτοιο ώστε η άκρη του (ή κάψα) να βρίσκεται ανάμεσα στο woofer και το tweeter και να βρίσκεται κάθετα στην πρόσοψη του ηχείο κοιτώντας το σε ευθεία. Στην επόμενη φωτογραφία φαίνεται πως πρέπει να είναι τοποθετημένο το μικρόφωνο. Αφού έχουμε συνδέσει το μικρόφωνο στον υπολογιστή και το έχει αναγνωρίσει τότε πηγαίνουμε στα recording settings του μικροφώνου στα windows και στην εικόνα που βλέπουμε πατάμε το κουμπί properties Στην συνέχεια στο tab Levels αυξάνουμε το volume στο 100% αν δεν είναι ήδη. Τρέχουμε το REW. Από το πάνω μενού επιλέγουμε το Preferences->Preferences και ανοίγει ένα νέο παράθυρο. Στο tab soundcard επιλέγουμε ανάλογα με το setup μας τις κατάλληλες ρυθμίσεις όπως φαίνεται στην παρακάτω εικόνα. Στους drivers διαλέγουμε ASIO. Στο ASIO Devices, επιλέγουμε ASIO4ALL και στο sampling rate 96 Khz, εφόσων το υποστηρίζει και η κάρτα ήχου μας (αν δεν το υποστηρίζει, τότε δεν μπορείτε να πάρετε τόσο καλές μετρήσεις). Στο input επιλέγουμε την έξοδο του υπολογιστή την οποία έχουμε στον υπολογιστή όπως και στο timing reference output. Μια σημείωση εδώ, θα δείτε πως η κάθε στερεοφωνική έξοδος εμφανίζεται δυο φορές στο drop-down list με τον αριθμό 1 και 2 στο τέλος. Αυτό σημαίνει πως είναι ένα στερεοφωνικό κανάλι και το 1 και 2 αντιπροσωπεύουν το δεξί και αριστερό κανάλι (L & R). Εμείς για την μέτρηση του ηχείου θα χρειαστούμε μόνο το ένα κανάλι ώστε να παίζει μόνο το ένα ηχείο και το άλλο όχι, ώστε να μην επηρεάζει την μέτρηση. Αρχικά επιλέξτε το 1 και μετά πατήστε το “Check Levels” και στην συνέχεια κάτω αριστερά το “Next”, οπότε το ηχείο θα αρχίσει να παίζει ένα “pink noise”, δηλαδή έναν θόρυβο σε όλο το φάσμα. Αν είναι το σωστό ηχείο, δηλαδή αυτό στο οποίο έχουμε τοποθετήσει το μικρόφωνο, τότε το αφήνουμε, αλλιώς επιλέγουμε το άλλο και κάνουμε το ίδιο τεστ. Μόλις ακούσουμε το ηχείο πατάμε “Finish” για να σταματήσει η αναπαραγωγή του θορύβου. Τέλος στο input επιλέγουμε το μικρόφωνο. Σημείωση: Είναι πολύ πιθανό την πρώτη φορά στο πεδίο του input και του output να μην βρίσκουμε να επιλέξουμε το μικρόφωνο και την ψηφιακή μας έξοδο. Αυτό σημαίνει πως το ASIO4ALL δεν έχει ενεργοποιήσεις τα σωστά input/output. Για να το διορθώσουμε αυτό πατάμε στο ίδιο παράθυρο το “ASIO Control Panel” και μας ανοίγει ένα νέο παράθυρο. Μέτρηση ηχείου (Μέρος 2ο) Σε αυτό ενεργοποιούμε όπως φαίνεται και παραπάνω τα σωστά input και output και το κλείνουμε. Επειδή έχει κάποιες παραξενιές το ASIO4ALL μπορεί να μην κάνει αμέσως register τις αλλαγές, οπότε θα πρέπει να κλείσουμε το REW και να το ξανατρέξουμε και να πάμε πάλι στα Preferences και να επιλέξουμε τα σωστά input και output. Αφού όλα έχουν γίνει σωστά κάνουμε ένα τεστ πατώντας το “Check Levels”, οπότε θα πρέπει να δούμε και το Out και το In να δείχνουν την στάθμη αναπαραγωγής και ηχογράφησης, όπως φαίνεται και στην εικόνα. Στην συνέχεια πηγαίνουμε στο tab “Mic/Meter” και εκεί επιλέγουμε στο “Input Type” το “Mic or Z Weighted SPL Meter” και στο “Calibration” παράμε “Browse” και επιλέγουμε το calculation file του μικροφώνου το οποίο μας έχει δώσει ο κατασκευαστής (στην περίπτωση του UMIK-1) ή η εταιρία που έχει κάνει το calibration. Όταν το κάνουμε αυτό, τότε σε κάθε μέτρηση το πρόγραμμα αυτόματα θα διορθώνει τις μετρήσεις βάση του calibration file. Κλείνουμε όλα τα παράθυρα και από το κεντρικό παράθυρο του REW πατάμε το RTA. Αυτό είναι ένα real time monitor που μας δείχνει τι ακούει το μικρόφωνο σε όλο το φάσμα. Κινώντας το Mouse πάνω στο παράθυρο θα δούμε ότι πάνω αριστερή γωνία θα εμφανιστεί ένα πεδίο που μπορεί να γράφει dB ή dB FS. Σε αυτό επιλέγουμε πάντα dB FS. Αυτό είναι το decibels relative to full scale, το οποίο μας δίνει μια καλύτερη εποπτική εικόνα των γραφημάτων. Στην συνέχεια πατάμε το κουμπί που δείχνει ένα γρανάζι στην πάνω δεξιά γωνία και από εκεί επιλέγουμε Mode: Spectrum. Τέλος πατάμε το τετράγωνο κουμπί με τον κόκκινο κύκλο στην μέση (που μοιάζει με REC) στην δεξιά πάνω γωνία, ώστε να αρχίσει η καταγραφή. Θα πρέπει να δούμε κάτι τέτοιο. Αυτό είναι τι ακούει το μικρόφωνο μας σε ηρεμία. Από τα 40-50 Hz και πάνω καλό είναι η στάθμη αυτή να μην είναι μικρότερη από 75-80dB, γιατί σημαίνει πως ο χώρος μας έχει αρκετό θόρυβο ο οποίος μπορεί να επηρεάσει τις μετρήσεις. Αν έχετε θόρυβο στα 50Hz σημαίνει πως μάλλον υπάρχει κάποιο πρόβλημα γείωσης και περνάει θόρυβος από την συχνότητα φάσης της τροφοδοσίας. Στην περίπτωση αυτή θα πρέπει να γειώσετε καλά τον ενισχυτή σας και τον υπολογιστή σας. Γενικά εκεί μπορείτε να πάρετε μια πρώτη εικόνα για το setup της μέτρησης σας και να βρείτε τυχών κάποια προβλήματα πριν προχωρήσετε στις μετρήσεις. Μόλις τελειώσετε κλείστε την ηχογράφηση και το παράθυρο. Ώρα να πάρουμε την πρώτη μέτρηση. Έχουμε ρυθμίσει τα preferences για να παίζει το ένα ηχείο, έχουμε δηλώσει τις εισόδους-εξόδους, το calibration file και είμαστε έτοιμοι. Στο κεντρικό παράθυρο του REW πατάμε το “Measure” και ανοίγει το παρακάτω παράθυρο. Η εικόνα είναι την ώρα που γίνεται ήδη η μέτρηση, αλλά πριν ξεκινήσουμε φροντίζουμε να έχουμε επιλέξει το “Start Freq” να είναι 0, το “End Freq” να είναι 48000, το “Length” να είναι 1Μ και το “Sweeps” 1. Για να ρυθμίσουμε το “Level”, πατάμε το “Check Levels” και αν δούμε πως η στάθμη του μικροφώνου είναι χαμηλή τότε αυξάνουμε το level προς το μηδέν και το αντίθετο αν είναι υψηλή. Μόλις ρυθμίσουμε την στάθμη πατάμε το “Start Measuring” και ξεκινά ή μέτρηση. Κατά την μέτρηση θα μας απεικονίζει το Headroom το οποίο δείχνει τι ακούει το μικρόφωνο και σε γενικές γραμμές πρέπει να έχει πράσινο χρώμα (όχι πάντα απαραίτητα). Αν σταματήσει το πρόγραμμα και παραπονεθεί πως το level είναι πολύ υψηλό ή χαμηλό, τότε πρέπει να προσαρμόσετε ανάλογα το level που αναφέρθηκε πριν. Όταν με το καλό όλα τελειώσουν θα δούμε το παρακάτω γράφημα. Αν δεν δείτε περίπου κάτι τέτοιο θα πρέπει να εξοικειωθείτε απαραίτητα με το zoom in και zoom out του REW το οποίο μπορεί στην αρχή να σας φανεί λίγο περίεργο αλλά είναι πολύ έξυπνο και αποδοτικό. Για να το κάνετε αυτό θα πατήσετε τον τροχό του mouse πάνω στο γράφημα και θα εμφανιστεί ένας σταυρός. Μετακινώντας το mouse με πατημένο τον τροχό και τις ενδείξεις πάνω στον σταυρό θα καταλάβετε πως δουλεύει. Παίξτε λίγο μέχρι να το μάθετε γιατί θα είναι το ψωμοτύρι του προγράμματος από εδώ και πέρα. Έχοντας λοιπόν την εποπτεία του γραφήματος της μέτρησης, βλέπουμε τι μέτρησε το μικρόφωνο από το ηχείο την ώρα που αυτό έπαιζε ένα ήχο από μια συχνότητα που μεταβαλλόταν από 0 σε 48000 Hz μέσα σε ένα μικρό χρονικό διάστημα. Αυτή είναι μια μέθοδος που χρησιμοποιείτε τα τελευταία χρόνια για να αντικαταστήσει τα πιστόλια κρότου που χρησιμοποιούσαν παλιότερα ώστε να πάρουν ανάλογες μετρήσεις, λόγο του ότι ο κρότος παράγει συχνότητες σε όλα το φάσμα των ακουστικών συχνοτήτων. Επομένως αυτό το γράφημα μας δείχνει ουσιαστικά την συνάρτηση μεταφοράς του συστήματος μας, δηλαδή δείχνει την επίδραση του κλειστού συστήματος μικρόφωνο, υπολογιστής, ενισχυτής, ηχεία στον ήχο σε οποιοδήποτε ακουστική συχνότητα. Τι θα έπρεπε να δούμε τώρα... Το ιδανικό θα ήταν να δούμε μια ευθεία οριζόντια γραμμή χωρίς διακυμάνσεις. Αυτό θα σήμαινε πως η απόκριση των ηχείων σε όλο το φάσμα είναι τέλεια και πως ότι μπαίνει σαν σήμα στην είσοδό τους, αυτό αναπαράγεται επακριβώς από αυτό. Αυτό όμως είναι αδύνατο να συμβεί για τα ηχεία που υπάρχουν. Επομένως το σημαντικό είναι το γράφημα στις συχνότητες από 0 έως 20KHz να είναι όσο πιο ομαλό και πιο κοντά στην ευθεία χωρίς πολλές διακυμάνσεις. Αν κάνουμε zoom στον άξονα των dB θα δούμε τη διακύμανση της έντασης ανά συχνότητα και θα φανούν καλύτερα τα προβλήματα του ηχείου. Εδώ βλέπουμε πως οι διακυμάνσεις στις χαμηλές συχνότητες μέχρι και ~2KHz φτάνουν ακόμα και τα 10dB, αλλά σε γενικές γραμμές κυμαίνονται στα 5-10dB. Αυτό δεν είναι πολύ καλό βέβαια. Από την άλλη από τα 4Κ και πάνω η διακύμανση αυτή είναι πολύ μικρότερη και της τάξης των ~5dB. Αυτό στα ηχεία αυτά εξηγείται ως εξής, το woofer φαίνεται πως δεν αποδίδει τόσο καλά, ενώ τα tweeters αποδίδουν αρκετά καλά. Από τα 20Κ και πάνω το σήμα πλέον εξασθενεί απότομα και αυτό οφείλεται στην αδυναμία του tweeter να παράγει τόσο υψίσυχνες συχνότητες. Ωστόσο υπάρχουν και τα λεγόμενα super tweeters τα οποία είναι ικανά να παράγουν πολύ ικανοποιητικά και υπερήχους της τάξης των 30KHz και πάνω, ώστε να αποδίδουν τις αρμονικές των βασικών συχνοτήτων. Προσωπικά δεν έχω ακούσει τέτοιο tweeter, αλλά και να άκουγα δε νομίζω πως θα καταλάβαινα διαφορά και λόγο ηλικίας αλλά και λόγο το ότι η ακοή μου δεν είναι και του superman. Μέτρηση ηχείου (μέρος 3ο) Αν ζουμάρουμε τώρα λίγο διαφορετικά το γράφημα μπορούμε να δούμε καλύτερα τι συμβαίνει. Εδώ βλέπουμε πως μέχρι τα 120Hz οι διακυμάνσεις είναι πολύ μεγάλες και γενικά παρουσιάζει πολύ άσχημη εικόνα εκεί το ηχείο. Ή μήπως δεν είναι μόνο το ηχείο; Στις χαμηλές συχνότητες δυστυχώς δεν είναι μόνο το ηχείο και η κατασκευή του που παίζουν ρόλο, αλλά και ο ίδιος ο χώρος. Η επίδραση του χώρου στις χαμηλές συχνότητες είναι πολύ μεγάλη και δεν πρέπει να την παραμελούμε, αλλά με ένα σωστό EQ μπορεί να εξισορροπηθεί. Επίσης η κατασκευή του ηχείου εσωτερικά και εξωτερικά είναι μείζονος σημασίας, όπως επίσης αν έχει bass reflex. Και φυσικά το ίδιο το μεγάφωνο παίζει τον πρωταγωνιστικό ρόλο και έχει την μεγαλύτερη ευθύνη, καθώς η ποιότητα κατασκευής του, τα υλικά του και ο σχεδιασμός του μπορούν να κάνουν ένα κακό, ένα μέτριο ή ένα καλό ηχείο. Επίσης άλλο ενδιαφέρον σημείο από το γράφημα είναι τα 800Hz και θα εξηγήσουμε αργότερα γιατί, πάντως με μια πρώτη ματιά φαίνεται πως εκεί είναι το σημείο στο οποίο παρεμβαίνει το crossover. Σε γενικές γραμμές με μια πρώτη ματιά φαίνεται πως το ηχείο είναι πάνω του μετρίου και θα ήταν αρκετά καλό αν είχε καλύτερα woofers, τουλάχιστον τόσο καλά όσο τα tweeters. Αργότερα θα δούμε και άλλες μετρήσεις από άλλα ηχεία για να δούμε και άλλες περιπτώσεις. Αν θέλουμε να βλέπετε τα γραφήματα με περισσότερη εξομάλυνση, τότε πηγαίνετε στο tab “All SPL” και από τα “Controls” δεξιά όπως φαίνεται στην εικόνα επιλέξτε 1/24 ή 1/48 smoothness καλύτερα το πρώτο). Προσοχή εδώ να μην σώσετε τις μετρήσεις με το smoothness ενεργοποιημένο αλλά πάντα με “No smoothing” γιατί αλλιώς απορρίπτει τις υπόλοιπες πληροφορίες που πετά έξω το smoothness. Οπότε κάντε την δουλειά σας και μετά πριν σώσετε επαναφέρετε το “No Smoothing”. Πάμε τώρα να δούμε περισσότερες λεπτομέρειες για το σύστημά μας από τις μετρήσεις μας και συγκεκριμένα από την κρουστική απόκριση των ηχείων. Η κρουστική απόκριση είναι μια μέτρηση που γίνεται στα ηχεία ώστε να μελετηθεί η διαφορά φάσης η οποία οφείλεται στα crossovers των ηχείων. Αν και δεν είναι του παρόντος θα προσπαθήσω να πω με μερικά απλά λόγια κάποια πράγματα. Επειδή τα crossovers είναι φίλτρα δεύτερης, τρίτης ή τέταρτης τάξης, επιδρούν σημαντικά στην φάση του σήματος. Αυτό σημαίνει πως καθυστερούν το σήμα που μπαίνει στην είσοδο μέχρι να το αποδώσουν στην έξοδο. Όσο πιο μεγάλη η τάξη τόσο μεγαλύτερη η καθυστέρηση και αυτό οφείλεται στις ιδιότητες των παθητικών ηλεκτρονικών στοιχείων που αποτελούν τα crossovers. Όπως αναφέραμε πιο πριν υπάρχουν τρόποι να φτιαχτούν ψηφιακά crossovers με την χρήση του foobar και δυο ενισχυτών που οδηγούν τα woofers και τα tweeters ξεχωριστά. Με τον τρόπο αυτό επιτυγχάνεται η μηδενική διαφορά φάσης εισόδου και εξόδου. Η διαφορά φάσης αυτή, δεν είναι η ίδια σε όλο το φάσμα, αλλά αλλάζει στο σημείο που αρχίζει να ενεργεί το φίλτρο. Αυτό ποιοτικά δεν μπορεί να το καταλάβει πάντα εύκολα το αυτί γιατί δεν είναι τόσο ευαίσθητο στην διαφορά φάσης, αλλά σε γενικές γραμμές το φαινόμενο που προκαλείται είναι πως ο ήχος στις συχνότητες αυτές είναι πιο συγκεχυμένος, δηλαδή αν η μουσική περιοριζόταν στις συχνότητες αυτές τότε θα δυσκολευόμασταν να καταλάβουμε το σημείο ακριβώς από το οποίο προέρχεται ο ήχος, σε σχέση με το αν είχαμε πραγματικά το όργανο μπροστά μας. Αν δηλαδή κλείσουμε τα μάτια μας και ακούμε ένα όργανο το οποίο έχουμε την αίσθηση ότι βρίσκεται μπροστά και αριστερά, τότε με την διαφορά φάσης η ακριβής του θέση αλλοιώνεται. Επομένως μετρώντας την κρουστική απόκριση του ηχείου θα δούμε την καθυστέρηση αυτή. Οπότε επιστρέφουμε στο REW και πατάμε το tab Impulse. Από τα checkboxes που είναι κάτω από το γράφημα αφήνουμε μόνο το Step Response, ζουμάρουμε στο σημείο 0 και στα controls πατάμε το “General Minimum Phase” και “Estimate IR Delay”, όπως φαίνεται και παρακάτω. Πατάμε το “Shift IR” όταν μας το ζητήσει. Αν έχουμε ζουμάρει σωστά θα δούμε κάτι σαν το παρακάτω. Στο κάθε σύστημα αυτό είναι διαφορετικό το τι θα δούμε, οπότε χωρίς να αναλύσω πολύ αναφέρω πως η πρώτη ταλάντωση που βλέπουμε μέχρι το κόκκινο βέλος είναι η απόκριση του tweeter το οποίο επειδή είναι πολύ πιο γρήγορο από το woofer και το crossover αφήνει τις υψηλές συχνότητες να περάσουν σε αυτό, ακολουθεί άμεσα την είσοδο. Οπότε σπρώχνει βίαια τον αέρα έξω και μετά αρχίζει να ταλαντώνεται μέχρι να ηρεμήσει στην τελική του θέση. Στο βέλος τώρα βλέπουμε την καθυστερημένη είσοδο του woofer στον ήχο το οποίο με την σειρά του σπρώχνει τον αέρα με μια διαφορά φάσης και αρχίζει και αυτό να ταλαντώνεται μέχρι να ηρεμήσει. Το σημείο αυτό δείχνει και πρόβλημα στο crossover το οποίο είναι σχετικά μικρό, αλλά επιδέχεται βελτίωση. Αν ήταν σωστό, τότε η καμπύλη στο βέλος θα ήταν πιο ομαλή και δεν θα έκανε αυτό το “καρούμπαλο” λόγο του ότι ναι μεν υπερισχύει το woofer από το σημείο αυτό και πέρα γιατί είναι πιο χαμηλή η συχνότητα, αλλά με καθυστέρηση. Πάμε όμως να δούμε ένα πραγματικά κακό ηχείο κολόνα 3 δρόμων, το οποίο ένα roister ενός φίλου που μέτρησα με ένα ECM8000 στα 40cm, ώστε να πιάνει όλα τα ηχεία που είχε (2 woofer + 1 tweeter). Το πρώτο που παρατηρεί κάποιος είναι το πόσο πιο αργό είναι το tweeter. Συγκεκριμένα παρουσιάζει το πρώτο μέγιστο στα ~190μs, ενώ το δικό μου tweeter στα ~45μs. Επίσης βλέπουμε πως το crossover είναι μπάχαλο και μπαίνει ο κάθε δρόμος σχεδόν σε τυχαία σημεία. Περιττό να πω πως το συγκεκριμένο ηχείο όντως ακουγόταν μπάχαλο. Πάμε όμως να δούμε και ένα καλύτερο ηχείο. Εδώ βλέπουμε ένα ηχείο Mission 780 δυο δρόμων. Αυτό παρουσιάζει μέγιστο στα ~35μs, δηλαδή έχει super tweeter. Επίσης έχει πολύ καλύτερο crossover γιατί όπως βλέπουμε η είσοδος του woofer είναι πολύ πιο ομαλή. Μέτρηση ηχείου (μέρος 4ο) Εδώ βλέπουμε την απόκριση συχνότητας και των τριών ηχείων. Μετά απ' όσα έχουμε πει, αφήνω τα συμπεράσματα σε σας. Υπόψη πως την περιοχή από 0-70 ή 80 Hz την αγνοούμε πάντα γιατί αυτό που βλέπουμε δεν είναι το ηχείο μας, αλλά ο χώρος μας και άλλα φαινόμενα που δεν έχουν σχέση με την απόκριση του ηχείου, μάλιστα σε πολλά crossovers οι χαμηλές συχνότητες ξεκινούν από τα 60-80Hz ανάλογα με την ελάχιστη συχνότητα που δίνει ο κατασκευαστής του μεγαφώνου. Στο tab GD μπορούμε να δούμε το Group Delay της μέτρησης, το οποίο είναι το ακόλουθο. Εδώ βλέπουμε την καθυστέρηση της εξόδου σε σχέση με την είσοδο. Τι σημαίνει αυτό τώρα. Ιδανικά αυτό πρέπει να είναι μια ευθεία γραμμή το οποίο σημαίνει πως το σήμα εξόδου (output κάρτας ήχου) παρουσιάστηκε στην είσοδο (μικρόφωνο) χωρίς καθυστέρηση. Αν σε κάποιο σημείο δεν είναι μια ευθεία αλλά παρουσιάζει κορυφές σημαίνει πως η συχνότητα αυτή καθυστέρησε ή συνεχίστηκε να ακούγεται παρότι σταμάτησε στην έξοδο. Αυτή η μέτρηση μπορεί να μας δείξει διάφορα πράγματα όπως καθυστέρηση σε κάποια βαθμίδα του συστήματος μας ή κάποιο θόρυβο ο οποίος υπάρχει στο περιβάλλον. Στην εικόνα βλέπουμε μια κορυφή στα 45Hz την οποία μπορούμε να αγνοήσουμε με ασφάλεια γιατί δεν προέρχεται από τα ηχεία ή το σύστημά μας γενικότερα, αλλά είναι κάποιος ήχος ή παρεμβολή από το δωμάτιο. Στο υπόλοιπο φάσμα δεν υπάρχει κάποιο delay οπότε δεν υπάρχει κάποιο πρόβλημα. Στα γραφήματα Decay και Waterfall είναι πολύ χρήσιμα επίσης αλλά δεν θα ασχοληθώ μαζί τους, γιατί είναι λίγο δύσκολα στην κατανόησή τους και στην εξαγωγή συμπερασμάτων από αυτά. Σε γενικές γραμμές αυτά χρησιμοποιούνται για την διόρθωση των crossovers και του χώρου στον οποίο παίζουν τα ηχεία. Με αυτό μπορούν να αναλυθούν τα φαινόμενα που επηρεάζουν την απόσβεση των συχνοτήτων στον χώρο και μπορεί να οφείλονται στις αντηχήσεις του ηχείου λόγο της γεωμετρίας του και τον σχεδιασμό του, το μέγεθος, την διάταξη και τα αντικείμενα τα οποία απαρτίζουν τον χώρο. Οι μετρήσεις αυτές έχουν περισσότερο νόημα να γίνονται στην θέση ακρόασης και όχι κοντά στο ηχείο όπως τώρα που προσπαθούμε να μετρήσουμε την συμπεριφορά του (και επίσης δεν είμαστε κατασκευαστές για να αλλάξουμε τον σχεδιασμό του ηχείου). Τώρα θα κάνουμε μια διαδικασία η οποία δεν έχει πολύ νόημα για την ώρα, αλλά θα την επαναλάβουμε και αργότερα όταν πάρουμε άλλες μετρήσεις, οπότε θα κάνουμε τα ίδια ακριβώς βήματα. Όμως μιας και κάναμε αυτή τη μέτρηση ας δούμε ποια είναι η εφαρμογή αυτών που κάναμε. Μέχρι στιγμής μετρήσαμε την απόκριση του ηχείου σε κοντινή απόσταση, βγάζοντας έτσι τις επιδράσεις του χώρου από τις μετρήσεις μας. Ο λόγος που το κάναμε αυτό είναι να ανιχνεύσουμε τα προβλήματα του ηχείου και την συμπεριφορά του στο ακουστικό φάσμα. Τα προβλήματα που αφορούν το crossover είναι κάτι το οποίο μπορούμε να λύσουμε τροποποιώντας τον σχεδιασμό του με αλλαγή στα φίλτρα, κάτι το οποίο οι περισσότεροι δεν θα το κάνουν. Το πρόβλημα όμως το οποίο μπορούμε να λύσουμε είναι το EQ ώστε να φέρουμε το ηχείο να είναι πιο flat, άρα και πιο κοντά στην ηχογράφηση της μουσικής που ακούμε. Οπότε στο REW πατάμε το κουμπί που γράφει EQ και μας ανοίγει το παρακάτω παράθυρο. Εδώ βλέπουμε την απόκριση του ηχείου στο ακουστικό φάσμα των συχνοτήτων, η οποία όπως βλέπουμε μόνο flat δεν είναι αλλά έχει πολλές μεταβολές. Στην δεξιά πλευρά βλέπουμε τα δυο πεδία “Target Settings” και “Filter Tasks”, τα οποία θα χρησιμοποιήσουμε για να φτιάξουμε το EQ. Εδώ αναφέρω πως ο περισσότερος χρόνος που θα πρέπει να ξοδέψει κανείς είναι σε αυτό το παράθυρο και πως το καλό είναι πως αρκεί να πάρει μια φορά τις μετρήσεις και μετά να πειραματίζεται με το EQ επ' αόριστον μέχρι να βρει την χρυσή τομή. Υπάρχουν πολλές ρυθμίσεις και παράμετροι αλλά θα αναφερθώ σε αυτές επιγραμματικά και απλά θα γράψω την μεθοδολογία, οπότε καλό είναι να πειραματιστείτε αρκετά σε αυτό το παράθυρο για να κατανοήσετε τις παραμέτρους και το πως επηρεάζουν το αποτέλεσμα. Αρχικά στα “Target Settings” επιλέγουμε στο Speaker type το Full Range. Αυτό σημαίνει πως θέλουμε να φτιάξουμε το EQ για ένα κανονικό ηχείο και όχι για κάποιο sub woofer (το οποίο REW χρησιμοποιείται κατά κόρων για subs). Στο “LF Slope” επιλέγουμε 24dB/Oct και αυτό είναι ο ρυθμός απόσβεση (ή η τάξη του φίλτρου) στην χαμηλή συχνότητα. Το “LF Cutoff” είναι η συχνότητα αποκοπής του χαμηλού φίλτρου και εξαρτάται κυρίως από τα χαρακτηριστικά του ηχείου και αυτό μπορούμε να το αφήσουμε στα 10Hz μιας και δεν επηρεάζει πολύ τις παραμέτρους του φίλτρου μας, αλλά μπορούμε να το ανεβάσουμε και στα 40 ή 50 Hz. Τέλος για να ορίσουμε το “Target Level” πατάμε το “Set Target Level”, το οποίο θα υπολογίσει αυτόματα την τελική στάθμη από τον μέσο όρο των σταθμών ανά συχνότητα. Φυσικά είναι στο χέρι μας να ορίσουμε μια δική μας στάθμη ενισχύοντας το συνολικό σήμα ή υποβαθμίζοντας το, αλλά αυτό δεν είναι και πολύ καλό, γιατί το φίλτρο θα ενεργεί πιο δραστικά στον ήχο και θα έχει πολύ μεγαλύτερες διακυμάνσεις. Στο “Filter Tasks” τώρα συμπληρώνουμε τα χαρακτηριστικά του φίλτρου που θέλουμε να φτιάξουμε. Στο “Match Range” συμπληρώνουμε το εύρος συχνοτήτων στο οποίο θέλουμε να επιδράσει το φίλτρο. Στην δική μου περίπτωση ξέροντας πως το tweeter μου είναι καλό, δεν θέλω να επιδράσει καθόλου στις υψηλές συχνότητες, αλλά μόνο στις χαμηλές στην περιοχή που παίζει το woofer και γενικά όπου η απόκριση έχει μεγάλες διακυμάνσεις. Επομένως επιλέγω να επιδράσει το φίλτρο από τα 80Hz έως τα 10KHz, το οποίο δεν είναι καθόλου ρεαλιστικό βέβαια αλλά το κάνω για να δω τι αποτέλεσμα θα έχει. Στα “Individual Max Boost” και “Overall Max Boost” συμπεριφερόμαστε με φειδώ γιατί οι μεγάλες διακυμάνσεις μπορεί να προσκαλέσουν παραμορφώσεις σε συγκεκριμένες συχνότητες και άρα πολύ άσχημο ήχο, οπότε τα αφήνουμε για την ώρα στα 8 και 12dB αντίστοιχα. Με αυτά μπορούμε και πρέπει να πειραματιστούμε όμως, ώστε να επιτύχουμε καλύτερα φίλτρα με πιο flat συμπεριφορά. Αυτό το κάνουμε κάμποσες φορές μέχρι να βρούμε το ιδανικό EQ για τα ηχεία και τον χώρο μας. Τέλος το “Flatness Target” προσδιορίζει την επιθυμητή διακύμανση ανάμεσα στις στάθμες ανά συχνότητα, άρα όσο πιο μικρό είναι τόσο πιο δραστικό το φίλτρο (με αμφίβολα όμως αποτελέσματα) και όσο πιο μεγάλο τόσο πιο “χαλαρό” φίλτρο άρα και λιγότερο αποδοτικό. Το αφήνουμε αρχικά στα 2dB και τέλος πατάμε το “Match Response to Target” και αρχίζει ο υπολογισμός των φίλτρων! Μόλις τελειώσει θα δούμε το παρακάτω. Στην εικόνα αυτή βλέπουμε πλέον δυο κυματομορφές, η μία είναι η πραγματική απόκριση που μετρήσαμε στα ηχεία και η δεύτερη είναι αυτή που προβλέπεται να είναι μετά την εφαρμογή του φίλτρου. Στην εικόνα βλέπουμε πόσο πολύ έχει επιδράσει το φίλτρο και πως έχει διορθώσει το φάσμα. Εδώ να κάνουμε και μια σημείωση. Σε περίπτωση που δεν θέλετε το φίλτρο να επιδράσει σε όλο το ακουστικό φάσμα αλλά να αφήσει κάποιο εύρος ως έχει, τότε πατάτε το κουμπί “EQ Filters” και ανοίγει το επόμενο παράθυρο. Στο παράθυρο αυτό στο πεδίο “Control” επιλέγετε ποιες συχνότητες να μείνουν εκτός υπολογισμού ή αν θέλετε μπορείτε να τις βάλετε manual. Τα μαθηματικά παρόλ' αυτά δεν σας εγγυώνται πως θα κάνουν αυτό που θέλετε καθώς στο manual η τιμή που μπορεί να ζητήσετε να μην είναι υλοποιήσιμη, καθώς εξαρτάται και από τις γειτονικές συχνότητες. Μέτρηση ηχείου Τέλος βλέπουμε τη διορθωμένη-προβλεπόμενη απόκριση. Αφού τελειώσουμε πρέπει να εξάγουμε τα φίλτρα και να τα δοκιμάσουμε να δούμε τι αποτέλεσμα έχουν, οπότε από το μενού του REW κάνουμε export τα φίλτρα όπως φαίνεται παρακάτω. Στο παράθυρο που ανοίγει μετά επιλέγουμε Stereo, 24 ή 32bit και sampling rate 96000. Παρόλο που η μέτρηση ήταν σε ένα ηχείο, υποθέτουμε πως και το άλλο ηχείο έχει παραπλήσια απόκριση οπότε στο stereo διαλέγουμε την ίδια μέτρηση. Διαφορετικά μπορούμε να μετρήσουμε και το άλλο ηχείο και να διαλέξουμε στο L και R το αντίστοιχο αριστερό και δεξί ηχείο. Τα 96KHz sampling rate τα διαλέξαμε γιατί αυτό είναι που έχουμε δηλώσει και στον resampler(SoX) του Foobar2000, οπότε αν για κάποιο λόγο έχουμε άλλο sampling rate θα πρέπει να δηλώσουμε το σωστό και εδώ. Αφού σώσουμε τα φίλτρα, τότε ανοίγουμε το foobar και στον DSP manager προσθέτουμε έναν convolver όπως φαίνεται παρακάτω. Πατάμε το “Configure Selected” και ανοίγει το configuration του convolver. Στο “Impulse File” πατάμε το “...” για να διαλέξουμε το φίλτρο που θέλουμε. Και επιλέγουμε το επιθυμητό O convolver από εδώ και πέρα θα εφαρμόζει το φίλτρο σε όλα τα αρχεία που κάνουμε playback από εδώ και στο εξής με το foobar2000. O convolver παίρνει το όνομά του από το convolution και σημαίνει συνέλιξη, το οποίο είναι ένας αλγόριθμος ο οποίος εφαρμόζεται στην ψηφιακή επεξεργασία σημάτων. Η συνέλιξη (Συνέλιξη - Βικιπαίδεια) είναι από αυτές τις δυσνόητες έννοιες γενικότερα, αλλά ουσιαστικά στην περίπτωσή μας χρησιμεύει ώστε να εφαρμόσουμε κάποια φίλτρα σε ένα σήμα στο πεδίο της συχνότητας και όχι του χρόνου. Η συνέλιξη έχει και άλλες εφαρμογές όπως η μοντελοποίηση της ακουστικής χώρων κ.ά. Αφού επιλέξουμε το φίλτρο στον convolver πατάμε το και ακούμε την μουσική. Όσο παίζει η μουσική μπορούμε να απενεργοποιούμε και να ενεργοποιούμε τον convolver για να ακούμε την διαφορά στον ήχο. Καλό είναι να έχουμε κάποιο μουσικό κομμάτι το οποίο να είναι αναφορά για τ' αυτιά μας, πχ κάποιο το οποίο έχει κάποιο ακουστικό όργανο στο οποίο ο ήχος του μας είναι γνώριμος. Στην περίπτωσή μου, έχω ένα συγκεκριμένο κομμάτι με κοντραμπάσο, του οποίου ο ήχος και η χροιά μου είναι γνώριμα λόγο ενασχόλησης με αυτό, αλλά ο καθένας μπορεί να επιλέξει ότι θέλει. Κάθε φορά που αλλάζετε το φίλτρο να αφήνετε λίγο χρόνο στα αυτιά σας να εξοικειωθούν καθώς είναι πολύ ευαίσθητα στις απότομες αλλαγές και μπορεί ο flat ήχος να σας ξενίσει. Γενικά η επιλογή του σωστού φίλτρου μπορεί να πάρει πολλές ώρες και πειραματισμό μέχρι να καταλήξετε στον “σωστό” ήχο. EQ δωματίου Αφού τελειώσαμε με την μέτρηση του ηχείου πάμε τώρα να φτιάξουμε το EQ του χώρου. Στην περίπτωση αυτή θα πάρουμε πολλές μετρήσεις σε διάφορα σημεία στην θέση στην οποία ακούμε μουσική, στην περίπτωσή μου πχ πήρα 15 μετρήσεις σε διάφορες θέσεις στον καναπέ στον οποίο ακούω μουσική. Οι θέσεις των μετρήσεων φαίνονται παρακάτω. Όπως βλέπουμε έχω χωρίσει τον καναπέ σε 3 κάθετες και 5 οριζόντιες θέσεις και έχω πάρει μετρήσεις όπως ακριβώς η προηγούμενη σε όλα τα σημεία. Η διαφορά εδώ είναι πως το μικρόφωνο πλέον δεν είναι σε οριζόντια θέση και κάθετα στην επιφάνεια του ηχείου αλλά σε κάθετη θέση και κοιτά το ταβάνι. Ο λόγος είναι πως με τον τρόπο αυτό το μικρόφωνο ακούει ταυτόχρονα σε πολλές διευθύνσεις συμπεριλαμβανομένων και των ανακλάσεων από το ταβάνι, επομένων είναι πιο κοντά σε σχέση με αυτό που ακούμε πραγματικά με τα αυτιά μας. Παρακάτω βλέπουμε πως είναι τοποθετημένο το μικρόφωνο σε μια θέση μέτρησης. Η ίδια μέτρηση θα επαναληφθεί 15 φορές και θα συλλεχθούν όλα τα στοιχεία ώστε να βγάλουμε ένα μέσο όρο από αυτό που ακούγεται πραγματικά στον καναπέ σε οποιαδήποτε θέση του. Μετά τις μετρήσεις στο REW θα καταλήξουμε σε κάτι παρόμοιο με την εικόνα που ακολουθεί. Στην εικόνα αυτή βλέπουμε ταυτόχρονα και τις 15 μετρήσεις. Δεν αξίζει πραγματικά να ασχοληθούμε με την κάθε μέτρηση ξεχωριστά για να βγάλουμε κάποιο συμπέρασμα, εκτός και αν θέλουμε να μελετήσουμε τον χώρο και τις ανακλάσεις. Στην περίπτωσή μας όμως δεν μας ενδιαφέρει ο χώρος γιατί θεωρούμε πως δεν μπορούμε να κάνουμε κάτι για να τον αλλάξουμε, όμως το EQ του ήχου μπορούμε να το αλλάξουμε ώστε ο ήχος να είναι flat στον καναπέ. Επομένως όπως έχουμε συγκεντρωμένες όλες τις μετρήσεις πατάμε στο tab “All SPL” όπως στην παραπάνω εικόνα και στην συνέχεια το “Average all Responses” που είναι κάτω αριστερά. Το αποτέλεσμα θα είναι η δημιουργία του μέσου όρου των μετρήσεων όπως φαίνεται στην παρακάτω εικόνα. Στην παραπάνω εικόνα το smoothing είναι 1/24. Όπως βλέπουμε και από τα γράφημα της απόκρισης στο ακουστικό φάσμα, οι μπάσες συχνότητες είναι πολύ πιο ενισχυμένες σε σχέση με το υπόλοιπο φάσμα, επομένως ο ήχος είναι πολύ πιο μπάσος απ' όσο πρέπει. Επίσης έχουμε κάποιες έντονες διακυμάνσεις των 4-5dB στα 280 και 900Hz περίπου οι οποίες πρέπει επίσης να διορθωθούν. Κατά τα άλλα κρίνεται αποδεκτό στην θέση της ακρόασης συμπεριλαμβανομένου και της επίδρασης του χώρου. Επομένως πάμε πάλι στο EQ του REW για να φτιάξουμε το φίλτρο μας, όπως φαίνεται και παρακάτω. Κάνουμε τα ίδια πράγματα με πριν χωρίς να ξεχάσουμε να πατήσουμε το “Set Target Level” ή να το ρυθμίσουμε μόνοι μας. Στην συνέχεια πειράζουμε τις παραμέτρους στο “Filter Tasks”. Στην περίπτωση την δική μου το κατάλληλο εύρος είναι τα 70 έως 1000 Hz, καθώς εκεί εμφανίζεται το πρόβλημα που πρέπει να επιδιορθωθεί. EQ δωματίου (συνέχεια) Αφού το REW υπολογίσει τα φίλτρα, η υπολογισμένη προβλεπόμενη απόκριση είναι η παρακάτω. Όπως βλέπουμε η απόκριση έχει διορθωθεί δραματικά, οπότε αναμένεται ο ήχος να είναι πιο flat χωρίς να επιδρούν πλέον τόσο πολύ τα μπάσα και τα χαμηλά μεσαία. Στην συνέχεια επιστρέφουμε στο foobar και βάζουμε το φίλτρο στον convolver για να ακούσουμε το αποτέλεσμα. Βάζουμε να παίζει το reference μουσικό κομμάτι μας και ακούμε την διαφορά. Καλό είναι το κομμάτι που παίζει να είναι ένα αρχείο flac ή γενικά κάποιο ασυμπίεστο format. Στην δική μου περίπτωση η διαφορά ήταν όντως δραματική και το EQ βοήθησε στο να γίνει ο ήχος πιο flat. Με περισσότερους πειραματισμούς στα φίλτρα μπορούμε να επιτύχουμε καλύτερο αποτέλεσμα και να εστιάσουμε σε σημεία που θεωρούμε ότι θέλουν περαιτέρω διόρθωση. Όπως έχουμε αναφέρει, δεν χρειαζόμαστε πλέον άλλες μετρήσεις, οπότε ο εξοπλισμός δεν μας είναι πλέον απαραίτητος. Ότι χρειαζόμαστε είναι το REW και το αρχείο με τις μετρήσεις μας για να κάνουμε οποιαδήποτε βελτίωση ή αλλαγή χρειαζόμαστε. Με πειραματισμό αργά ή γρήγορα μπορούμε να φτιάξουμε το ιδανικό EQ για τον χώρο μας. Ελπίζω να είναι ένας χρήσιμος οδηγός για κάποιον που θέλει να ασχοληθεί και τα λάθη ή οι παραλήψεις να μην είναι ουσιαστικά. Αν υπάρχει κάποια καλύτερη μεθοδολογία ή κάποιος καλύτερος τρόπος καλό είναι να αναφερθεί ώστε να υπάρχει καλύτερο αποτέλεσμα.
  2. Εισαγωγή Με την συζήτηση για τους 9ης γενιάς επεξεργαστές Core της Intel να έχει ξεκινήσει για τα καλά, η Shuttle πριν λίγες εβδομάδες παρουσίασε το πρώτο της slim pc που υποστηρίζει την 8η γενιά επεξεργαστών Core, γνωστούς και ως Coffe Lake. Φυσικά το TheLab.gr ήταν από τους πρώτους που έλαβε το σχετικό δείγμα και έτσι σήμερα θα σας παρουσιάσουμε το Shuttle DH310 το οποίο όπως μαρτυρά το όνομά του βασίζεται στο H310 chipset της Intel. Στη ουσία αποτελεί τον διάδοχο του DH270 που σας παρουσιάστηκε πριν μερικούς μήνες με μικροδιαφορές στις θύρες Ι/Ο και φυσικά υποστήριξη των νέων επεξεργαστών. Όπως θα δείτε ήδη από την promo φωτογραφία από την ιστοσελίδα του προϊόντος, οπτικά δεν διαφοροποιείται από όσα έχουμε συνηθίσει να βλέπουμε τα τελευταία χρόνια στην σειρά slim pc της shuttle (αν και εάν δείτε τον κατάλογο που περιλαμβάνει και αρκετά προϊόντα που ακόμα δεν έχουν κυκλοφορήσει, κάποια έκπληξη μας ετοιμάζει η Shuttle στα slim pc). Ας μην μακρηγορούμε όμως, και ας ξεκινήσουμε την παρουσίαση του Shuttle DH310. Συσκευασία - Παρελκόμενα Το DH310 έρχεται στην τυπική συσκευασία που συναντάμε σε όλα τα Shuttle αυτών των διαστάσεων. To χαρτονένιο κουτί είναι κοινό για όλα τα XPC Slim και στην πλάγια όψη του έχει ένα μεγάλο έγχρωμο αυτοκόλλητο με μία φωτογραφία και τα βασικά τεχνικά χαρακτηριστικά του. O εξοπλισμός του DH310 είναι ο ίδιος που έχουμε συνηθίσει να βλέπουμε στα Slim XPC και έτσι λάμπει διά της απουσίας της η βάση/ποδαράκια για την όρθια τοποθέτηση, ενώ (ευτυχώς) συμπεριλαμβάνεται το στήριγμα Vesa. Επιπλέον αυτού, τα παρελκόμενα που θα βρείτε είναι το τροφοδοτικό των 90W της ACBEL που δίνει ρεύμα 19V και έως 4.74Α, ένα πλαστικό καπάκι προστασίας για το socket της μητρικής, μία μικροσκοπική σύριγγα με θερμοαγώγιμη πάστα και τέσσερεις βίδες για την στήριξη ενός HDD/SSD των 2.5". Φυσικά υπάρχει οδηγός quick start σε αρκετές γλώσσες και ένα DVD με τους απαραίτητους οδηγούς. Ναι καλά διαβάσατε, ακόμα DVD με οδηγούς δίνει η Shuttle. Τεχνικά Χαρακτηριστικά Τα τεχνικά χαρακτηριστικά του Shuttle XPC Slim DH310 παρατίθενται αναλυτικά στον πίνακα που ακολουθεί, ενώ για ακόμα πιο αναλυτικές πληροφορίες δεν έχετε παρά να επισκευθείτε την επίσημη ιστοσελίδα του προϊόντος. H προτεινόμενη τιμή λιανικής του DH310 ανέρχεται στα 263 € συμπεριλαμβανομένου του ΦΠΑ, ενώ κατά το χρόνο συγγραφής του review το βρήκαμε διαθέσιμο στην ελληνική αγορά στα 251 €. Για να έχετε μια εικόνα του συνολικού κόστους ενός συστήματος με το DH110SE, 8GB Ram DDR4 SODIMM κοστίζουν περίπου 70 ευρώ, ενώ όσον αφορά τον επεξεργαστή, μπορείτε να ξεκινήσετε από ένα Celeron των 50 ευρώ και να φτάσετε στον i7 8700 που κοστίζει περίπου 400 ευρώ και είναι ο μεγαλύτερος υποστηριζόμενος επεξεργαστής σύμφωνα με τη σχετική λίστα της Shuttle. Το εξωτερικό Όσον αφορά το εξωτερικό του, το DH310 δεν έχει να επιδείξει κάτι διαφορετικό σε σχέση με τα άλλα μοντέλα της Shuttle που ακολουθούν το ίδιο form factor. Στην μπροστινή πλευρά είναι 100% ίδιο με το DH110SE που σας είχαμε παρουσιάσει πριν 2 περίπου χρόνια και έτσι, ξεκινώντας από τα αριστερά, βρίσκουμε τις τριπολικές υποδοχές των 3.5mm για σύνδεση μικροφώνου και ακουστικών και τα LED ένδειξης λειτουργίας και προσπέλασης του HDD/SSD που έχουν χρώμα μπλε και πορτοκαλί αντίστοιχα. Στο κέντρο βρίσκουμε τον διακόπτη ενεργοποίησης ενώ στα δεξιά του υπάρχει ένας αναγνώστης μνημών SD. Τέλος στη δεξιά πλευρά βρίσκουμε 2 θύρες USB 3.0 και 2 θύρες USB2.0. Περνώντας στην πίσω πλευρά, η οποία δυστυχώς δεν είναι βαμμένη, από τα αριστερά προς τα δεξιά βλέπουμε την υποδοχή τροφοδοσίας, τις θύρες HDMI και DisplayPort, τις δύο θύρες Ethernet, τις δύο σειραϊκές θύρες και τέσσερεις θύρες USB, με τις δύο από αυτές να είναι 2.0 και τις άλλες δύο να ακολουθούν το νεότερο πρωτόκολο 3.1. Αξίζει να αναφέρουμε πως η θύρα HDMI είναι πλέον 2.0, άρα υποστηρίζει 4Κ αναλύσεις στα 60hz. Η μικρή τετράγωνη οπή που υπάρχει τέρμα δεξιά φιλοξενεί 2 ζεύγη jumpers. Με το ένα ζεύγος μπορούμε να εκτελέσουμε Clear Cmos χωρίς να χρειάζεται να ανοίξουμε το καπάκι, ενώ στο άλλο μπορούμε να συνδέσουμε έναν εξωτερικό διακόπτη τροφοδοσίας, πράγμα πολύ χρήσιμο σε περιπτώσεις που θα χρησιμοποιήσουμε το DH110SE σε εφαρμογές digital signage που θα περιλαμβάνουν την τοποθέτησή του barebone σε κάποιο δύσκολα προσπελάσιμο σημείο. Τέλος υπάρχουν και δύο οπές στις οποίες μπορούν να τοποθετηθούν κεραίες ασύρματης δικτύωσης. Αξίζει να σημειώσουμε πως σε περίπτωση που επιθυμείτε να συνδέσετε το module που δίνει έξοδο VGA θα πρέπει να αποχωριστείτε μία από τις 2 σειραϊκές θύρες. Οι πάνω και κάτω πλευρές δεν έχουν κάτι ιδιαίτερο να δείξουν. Στην επάνω πλευρά υπάρχουν 2 είσοδοι αέρα για τους ανεμιστήρες που ψύχουν τον επεξεργαστή, ενώ στην κάτω βρίσκουμε μόνο τέσσερα λαστιχένια αντικραδασμικά ποδαράκια και τα αυτοκόλλητα με τις προδιαγραφές του συστήματος. Τελος, τα δύο πλαϊνά είναι διάτρητα και εξυπηρετούν στην εξαγωγή αέρα ενώ διαθέτουν και κάποιες οπές με σπείρωμα για την στήριξη τόσο της βάσης VESA όσο και της βάσης όρθιας τοποθέτησης (η οποία πωλείται χωριστά). Το εσωτερικό Ας περάσουμε τώρα στο εσωτερικό που έχει και περισσότερο ενδιαφέρον. Όσοι έχετε διαβάσει προηγούμενες παρουσιάσεις που αφορούσαν barebones της σειράς DH θα διαπιστώσετε πως το εσωτερικό έχει πάρα πολλά κοινά με τα προηγούμενα μοντέλα. Και γιατί να μην έχει, η Shuttle έχει βρει τον τρόπο να χωράει όσο το δυνατόν περισσότερα σε όγκο 1.3 λίτρα και ομάδα που κερδίζει συνήθως δεν αλλάζει. Για να αποκτήσουμε πλήρη πρόσβαση στη μητρική του DH310 ώστε να εγκαταστήσουμε μνήμες, επεξεργαστή και M2 SSD χρειάζεται να αφαιρέσουμε αρχικά τη βάση τοποθέτησης μονάδας αποθήκευσης των 2.5", η οποία συγκρατείται μία βίδα που βρίσκεται κεντρικά στην αριστερή πλευρά της φωτογραφίας και στη συνέχεια να λύσουμε τις 4 βίδες που συγκρατούν την ψύκτρα. Πριν ξεκινήσουμε την περιήγηση στη μητρική του DH310 ας ρίξουμε μία ματιά στο σύστημα ψύξης. Όπως μαρτυρά το αυτοκόλλητο είναι το ίδιο με αυτό του DH110 (και πολλών άλλων μοντέλων της σειράς DH) οπότε λίγο πολύ ξέρουμε τι να περιμένουμε από αυτό. Διαθέτει χάλκινη επιφάνεια επαφής με τον ανεμιστήρα, δύο heatpipes και δύο ανεμιστήρες των 60mm της Apistek τους οποίους επίσης έχουμε δει πολλές φορές σε συστήματα της Shuttle. Για τη μητρική του DH310 δε χρειάζεται να πούμε και πολλά, καθ'ότι είναι μία τυπική κατασκευή της Shuttle με την αξιοποίηση του διαθέσιμου χώρου να είναι η καλύτερη δυνατή. Το chipset βρίσκεται στα αριστερά των μνημών και ψύχεται παθητικά, ενώ οι δύο υποδοχές Μ2, μία για SSD διαστάσεων 2280 και μία για κάρτα ασύρματης δικτύωσης 2230 βρίσκονται στα αριστερά του επεξεργαστή. Δυστυχώς, προφανώς για λόγους χώρου, η πρόσβαση στις δύο υποδοχές Μ2 απαιτεί την αφαίρεση της ψύκτρας, πράγμα που σημαίνει πως εάν για κάποιο λόγο θέλετε να βαζοβγάζετε τακτικά τον M2 SSD σας θα έχετε θέμα. Φυσικά υπάρχει και η δυνατότητα σύνδεσης ενός κανονικού SSD των 2.5" στη βάση που είδαμε σε προηγούμενη φωτογραφία, χρησιμοποιώντας το καλώδιο που βλέπουμε να κρέμεται στα δεξιά. Η εγκατάσταση των υποσυστημάτων στο DH310 είναι εξαιρετικά απλή, παρ' όλα αυτά καλό θα ήταν να ρίξετε μια ματιά στο quick start guide πριν ξεκινήσετε. Για τις ανάγκες της σημερινής παρουσίασης, εξοπλίσαμε το barebone με έναν Core i3 8100, 2 DIMM των 8GB έκαστο χρονισμένα στα 2400 Mhz και έναν M2 SSD. Κλείνοντας την ενότητα αυτή, σας παραθέτουμε και μία εικόνα της μητρικής όπως θα τη βρείτε στο quickstart guide του συστήματος. Επίσης, δεδομένου του ότι το BIOS του DH310 δεν διαθέτει καμία απολύτως ρύθμιση σχετικά με επεξεργαστή και μνήμες, δεν σας δείχνουμε φωτογραφίες αυτού, αλλά σας παραπέμπουμε στο σχετικό manual. Μεθοδολογία Μετρήσεων Όπως έχει συζητηθεί εκτενώς στο σχετικό θέμα, τα ζητήματα που ανέκυψαν τους τελευταίους μήνες με το Spectre και το Meltdown vulnerability, οδήγησαν τόσο τους κατασκευαστές hardware όσο και software σε λύσεις μέσω αναβαθμίσεων οι οποίες είχαν από μικρή έως αρκετά σημαντική μείωση στις επιδόσεις. Ως εκ τούτου, η σύγκριση των αποτελεσμάτων του DH310 με αποτελέσματα από παλαιότερα reviews είναι άτοπη. Επιπλέον, αποφασίσαμε να κάνουμε κάποιες προσθαφαιρέσεις στα μετροπρογράμματα που χρησιμοποιούμε για τις μετρήσεις των barebones και έτσι στη σημερινή παρουσίαση θα δείτε "ξερά" νούμερα χωρίς κάποιο μέτρο σύγκρισης. Δεδομένου του γεγονότος όμως ότι ο Core i3 8100 αποτελεί μία πολύ value for money επιλογή σαν επεξεργαστή (το review ξεκίνησε να γράφεται πριν τις μεγάλες αυξήσεις της Intel :P), τα αποτελέσματα του DH310 είναι ένα καλό μέτρο σύγκρισης για τα μελλοντικά reviews. Όσον αφορά το hardware που εγκαταστάθηκε στο DH310, εκτός από τον Core i3 8100, εγκαταστήσαμε 16GB Ram DDR4-2400 της Crucial (τα οποία είχε την ευγενή καλωσύνη να μας παραχωρήσει η Shuttle μαζί με το δείγμα της δοκιμής) και έναν μετρίων επιδόσεων SSD της Sandisk (συγκεκριμένα τον Ζ400S Μ2 2280 128GB). Το σκεπτικό της επιλογής του εν λόγω SSD ήταν ότι η χρησιμοποίηση ενός πολύ γρήγορου NVMe (π.χ. ενός Samsung 970 evo) σε ορισμένα μετροπρογράμματα που επηρεάζονται και από την ταχύτητα ανάγνωσης/εγγραφής και τα IOPS θα έδινε αποτελέσματα σαφώς επηρεασμένα από αυτόν. Εγκαταστήσαμε λοιπόν την πιο πρόσφατη έκδοση των Windows 10 Pro x64 και τα παρακάτω μετροπρογράμματα: AIDA64 Engineer Edition v.5.97.4600 το οποίο είναι μια ευγενική προσφορά της Finalwire PCMark 10 Professional Edition v.1.1.1739 το οποίο είναι μία ευγενική προσφορά της UL Benchmarks 3DMark Professional Edition v.2.5.5029 το οποίο είναι μία ευγενική προσφορά της UL Benchmarks Cinebench R15, SuperPI Mod 1.5, WPrime 2.10 & Fritz Chess Benchmark Ας δούμε λοιπόν πώς τα πήγε το DH310 με τον Intel Core i3-8100 και τα 16GB Ram DDR4-2400 στις ενότητες που ακολουθούν. Αποτελέσματα Μετρήσεων Για όσους παρέλειψαν να διαβάσουν την προηγούμενη παράγραφο, επαναλαμβάνουμε πως τόσο λόγω των νέων εκδόσεων μετροπρογραμμάτων που χρησιμοποιήσαμε στην παρουσίαση αυτή, όσο και των γνωστών ζητημάτων πτώσης επιδόσεων λόγω των Spectre και Meltdown τα αποτελέσματα του DH310 παρουσιάζονται χωρίς σύγκριση με κάποιο παλαιότερο review (και θα αποτελέσουν την baseline για τα μελλοντικά reviews του γράφοντος) ΑIDA64 Ξεκινάμε με το AIDA64 το οποίο μετράει CPU, FPU και μνήμη. Τα αποτελέσματα που βλέπουμε δεν αποκλίνουν από τα αναμενόμενα για επεξεργαστή και χρονισμούς μνήμης. Οι ικανότητες του Intel H310 chipset είναι άλλωστε λίγο πολύ γνωστές σε όλους. PCMark10 Στη συνέχεια σας παραθέτουμε τα αποτελέσματα του PCMark 10. Όσοι ενδιαφέρεστε μπορείτε να διαβάσετε τον σχετικό τεχνικό οδηγό που το συνοδεύει, ο οποίος εξηγεί αναλυτικά τις μετρήσεις που το αποτελούν αλλά και τον τρόπο με τον οποίο προκύπτει η βαθμολογία. Εν ολίγοις, σε κάθε κατηγορία μετρήσεων συγκρίνονται τα αποτελέσματα με ένα reference system το οποίο έχει βαθμολογία 5000 και στη συνέχει προκύπτει από τις επιμέρους βαθμολογίες μία συνολική, στην οποία επίσης η βάση σύγκρισης είναι το 5000. Όπως βλέπετε στο παραπάνω γράφημα, τα αποτελέσματα του DH310 στα Essentials & Productivity τεστ είναι πολύ καλά (πράγμα αναμενόμενο δεδομένου του τετραπύρηνου i3 8100 και των 16GB RAM) ενώ στα Digital Content Creation και Gaming τεστ είναι από μέτρια έως κακά, πράγμα επίσης αναμενόμενο μιας και συγκρίνονται με σύστημα με i7 7600K και Geforce GTX1050. 3DMark Αν και το κοινό στο οποίο απευθύνεται το DH310 δεν πρόκειται να ασχολείται με παιχνίδια, σας παραθέτουμε και τα αποτελέσματα από όλα τα τεστ του 3DMark. Υπενθυμίζουμε πως οι μετρήσεις έγιναν με την ενσωματωμένη στον επεξεργαστή Intel® UHD Graphics 630. Λοιπές μετρήσεις CPU Τέλος σας παραθέτουμε και τα αποτελέσματα των μετρήσεων με τα παλιά καλά και δοκιμασμένα σχεδόν από όλους Cinebech, Fritz, SuperPI και wPrime. Θερμοκρασίες - Κανατανάλωση - Θόρυβος Ας δούμε τώρα πώς τα πάει το DH310 όσον αφορά κατανάλωση, θερμοκρασίες και θόρυβο, κάτι που σίγουρα θα ενδιαφέρει τους μελλοντικούς του αγοραστές. Για τις μετρήσεις μας, όπως πάντα χρησιμοποιήσαμε το stress test του AIDA64. Τα αποτελέσματα του DH110SE ήταν παραπάνω από καλά, έχοντας κατανάλωση σε idle μόλις 10.5 W, σβηστό 0.5 W ενώ σε πλήρες φορτίο η κατανάλωση εκτοξεύθηκε στα 82 W πράγμα αναμενόμενο λόγω επεξεργαστή. Για την μέτρηση θερμοκρασίας, τρέξαμε το stress test του AIDA για 25 λεπτά με την θερμοκρασία περιβάλλοντος να βρίσκεται στους 20 βαθμούς κελσίου. Η μέγιστη θερμοκρασία που είδαμε στον επεξεργαστή ήταν 89 βαθμοί κελσίου, οποία χαρακτηρίζεται ως αναμενόμενη δεδομένου του μεγέθους του κουτιού. Δεδομένου ότι το throttling αρχίζει από τους 100 βαθμούς, κατά τους καλοκαιρινούς μήνες, ίσως να αντιμετωπίσετε κάποιο πρόβλημα, αν και η shuttle δίνει θερμοκρασιακό εύρος λειτουργίας από 0 έως 50 βαθμούς κελσίου. Αξίζει πάντως να τονίσουμε ότι οι παραπάνω θερμοκρασίες μετρήθηκαν σε πλήρες φορτίο CPU και GPU, κατά το οποίο όπως γράψαμε και παραπάνω το σύστημα τραβάει από το δίκτυο 82 W. Επίλογος Φτάσαμε λοιπόν και σήμερα στην ώρα του απολογισμού. Το DH310 είναι σύστημα που μπορεί να επιτελέσει πολλούς διαφορετικούς ρόλους, από βασικό σύστημα για έναν επαγγελματία που δεν έχει απαιτήσεις σε τρισδιάστατα γραφικά μέχρι οικιακό σύστημα σε σπίτι που δεν υπάρχει gamer ή ακόμα και σαν υπολογιστής ειδικών εφαρμογών όπως digital signage απαιτήσεων. Η τιμή του είναι λογικότατη για αυτά που προσφέρει, ενώ όσον αφορά τις επιδόσεις του, τα νούμερα μιλάνε από μόνα τους. Αν βάλουμε μάλιστα και τον παράγοντα κατανάλωση στην εξίσωση, τότε το DH310 γίνεται μία ακόμα πιο συμφέρουσα επιλογή. Μιας και πριν μερικές μέρες παρουσιάστηκε το ανάλογων δυνατοτήτων και μεγέθους Mac Mini, θα κάνουμε και μερικές συγκρίσεις με αυτό μιας και μιλάμε για συστήματα παρόμοιων προδιαγραφών και μεγέθους. Αρχικά το Mac Mini υπερτερεί στις θύρες Ι/Ο μιας και διαθέτει 4 θύρες Thunderbolt και τη δυνατότητα για 10GbE ενσύρματη δικτύωση ενώ μπορεί και να υποστηρίξει μέχρι 64GB μνήμης RAM, ενώ το μεγάλο προσόν του DH310 είναι η δυνατότητα εύκολης αναβάθμισης από τον χρήστη. Aς δούμε τώρα πόσο κοστίζει ένα Mac Mini με 32GB RAM, 1 ΤΒ SSD και τον i7 8700. Σύμφωνα με την Αpple Γερμανίας, το παραπάνω σύστημα κοστίζει 2929 €. Ένα DH310 με ανάλογα υποσυστήματα θα σας κοστίσει ως εξής: DH310 : 260 € 32 GB DDR4 2666MHz : 270 € Intel i7 8700 : 400 € Samsung 970 Pro 1TB : 400 € Windows 10 Pro : 250 € Το σύνολο λοιπόν για ένα αντίστοιχα εξοπλισμένο DH310 ανέρχεται στα 1580 €, κάτι παραπάνω από τα μισά σε σχέση με το Mac Mini. Και προς αποφυγή συζητήσεων περί ποιότητας κατασκευής, μιλάμε για ένα σύστημα πιστοποιημένο για χρήση 24/7. Ας συνοψίσουμε λοιπόν τα θετικά και αρνητικά του DH310 σε μορφή bullet points ώστε να περάσουμε και στη βαθμολογία: Μικρό μέγεθος Χαμηλή κατανάλωση Χαμηλή στάθμη θορύβου Υποστήριξη DDR4 Δύο θύρες USB3.0 και Card Reader μπροστά Θύρες HDMI & Displayport με υποστήριξη 4Κ Δυνατότητα σύνδεσης μονάδας αποθήκευσης 2.5" και M2 Πολύ εύκολη εγκατάσταση υποσυστημάτων Χαμηλή τιμή (για αυτά που προσφέρει) Δυνατότητα σύνδεσης εσωτερικού προσαρμογέα ασύρματου δικτύου Μ2.2230 Υψηλή θερμοκρασία επεξεργαστή σε πλήρες φορτίο Η πρόσβαση στη θύρα Μ2 του SSD απαιτεί αφαίρεση της ψύκτρας του επεξεργαστή. Λαμβάνοντας υπόψη όλα τα παραπάνω η βαθμολογία που παίρνει το Shuttle DH310 είναι:  theLAB.gr Ευχαριστούμε θερμά την Shuttle για την παραχώρηση του δείγματος της δοκιμής Γεώργιος GriGaS Ρήγας 5/11/2018
  3. Καλησπέρα παίδες, θέλω να βάλω στο παρακάτω σύστημα υδρόψυξη και έχω μπερδευτεί κάπως. CPU: I5 8600K CPU Cooler: Noctua HN-U9S M/B: Asrock Z370 Extreme4 VGA: Gigabyte 970 RAM: 2 x 8 G. Skill Trident 3200Mhz PSU: Corsair RMX 650X PC CASE: Nanoxia Project S Σκληρούς δεν χρειάζεται να αναφέρω... Σκεφτόμουν να βάλω την Kraken x62 και ήθελα βοήθεια στο που να μπει και τι να κάνω με τους υπόλοιπους ανεμιστήρες που ήδη έχω κι επίσης το πιο σημαντικό μιας και δεν έχω ασχοληθεί ποτέ με υδρόψυξη, πως να βάλω τους ανεμιστήρες του Kraken, δηλαδή να είναι pull, push ή push/pull; Το κουτί είναι τύπου HTPC οριζόντιο. Παραθέτω και φωτογραφίες να καταλαβαίνουμε γιατί μιλάμε. Ευχαριστώ πολύ εκ των προτέρων. Υ.Γ: Το κουτ'ι έχει ένα κομμάτι αλουμίνιο σε όλη την πρόσοψη, φαντάζομαι αυτό περιορίζει το intake, σωστά;
  4. Η Intel ανακοίνωσε τον προηγούμενο μήνα τους τελευταίας γενιάς επεξεργαστές χαμηλής κατανάλωσης, κατηγορίας Atom, "Gemini Lake". Οι κατασκευαστές φορητών, mini PC, αλλά και μητρικών καρτών, έχουν ήδη αρχίσει και παρουσιάζουν προϊόντα που αξιοποιούν τους νέους αυτούς επεξεργαστές. Τελευταία παραδείγματα οι νέες μητρικές τύπου mini ITX από τις Gigabyte και ASRock. Η ASRock ανακοίνωσε δύο μητρικές mini ITX με "Gemini Lake" επεξεργαστές. Πρόκειται για τα μοντέλα ASRock J4105-ITX και J4105B-ITX τα οποία χρησιμοποιούν τον επεξεργαστή Celeron J4105, ο οποίος διαθέτει τέσσερις πυρήνες "Goldmont Plus", με γραφικά Intel UHD 620. Η κάρτα γραφικών υποστηρίζει 10bpc HEVC video encoding και decoding, καθώς και νέα DRM πρότυπα τα οποία απαιτούνται για το playback streaming υπηρεσιών σε αναλύσεις έως και 4K, όπως για παράδειγμα στην περίπτωση του Netflix. Οι μητρικές διαφέρουν στον αριθμό και το είδος των υποδοχών, με την J4105B-ITX να υποστηρίζει και RS232 και LPT για όσους χρειάζονται αυτές τις παλιού τύπου υποδοχές. Η ψύξη του επεξεργαστή γίνεται παθητικά, καθιστώντας τις μητρικές ιδανικές για δημιουργία αθόρυβων συστημάτων, ενώ η ύπαρξη δύο υποδοχών DDR4 SO-DIMM επιτρέπει έως και 8GB μνήμης σε dual channel. Το TechPowerUp αναφέρει ότι οι μητρικές αναμένεται να κοστολογηθούν κοντά στα $170, με βάση ότι ο επεξεργαστής κοστολογείται στα $107, αλλά το πιθανότερο είναι η τιμή να είναι σημαντικά χαμηλότερη, ακόμα και χαμηλότερη από την αναγραφόμενη στην ιστοσελίδα της Intel τιμή του επεξεργαστή. Η Gigabyte από την μεριά της ανακοίνωσε την νέα της mini ITX μητρική J4005N D2P. Στο δελτίο τύπου της εταιρίας γίνεται αναφορά για μια νέα σειρά μητρικών J/N με τους νέους επεξεργαστές "Gemini Lake". Η νέα σειρά θα διατίθεται τόσο με Pentium Silver, όσο και με Intel Celeron επεξεργαστές, οπότε μάλλον μιλάμε για μία μητρική, η οποία θα κυκλοφορεί σε δύο τουλάχιστον εκδόσεις, με την μόνη ίσως διαφορά το μοντέλο του επεξεργαστή που θα ενσωματώνεται. Ο επεξεργαστής θα ψύχεται με παθητικό σύστημα ψύξης, δηλαδή χωρίς ανεμιστήρα, ενώ στα τεχνικά χαρακτηριστικά της μητρικής περιλαμβάνονται HDMI 2.0, PCIe Gen2 x2 M.2 για NVMe SSD, υποστήριξη για UDIMM DDR4 μνήμη με ταχύτητα έως και 2400MHz. Ακόμα δεν υπάρχουν περισσότερες πληροφορίες.
  5. Εισαγωγή Έχει περάσει αρκετός καιρός από την τελευταία φορά που μέσα από τις σελίδες του TheLab.gr παρουσιάστηκε κάποια συσκευή android για χρήση στην τηλεόραση. Στο διάστημα που πέρασε από τότε το Kodi έχει γίνει ακόμα πιο δημοφιλές σε όσους καταναλώνουν αρχεία πολυμέσων, το netflix ήρθε στην Ελλάδα και το android έφτασε αισίως στην 8η έκδοσή του. Παράλληλα, οι κάτοχοι τηλεοράσεων smart προηγουμένων γενιών βλέπουν τις εφαρμογές των τηλεοράσεών τους να γίνονται μη λειτουργικές, εταιρείες όπως η QNAP και η Asustor έπαψαν να υποστηρίζουν το Kodi στις συσκευές τους και έτσι πολλοί χρήστες στρέφονται στην αγορά μίας συσκευής η οποία θα είναι μόνιμα συνδεδεμένη στην τηλεόρασή τους για να καλύπτει τις ανάγκες αυτές. Σήμερα λοιπόν θα σας παρουσιάσουμε το Wetek Hub, μία συσκευή βασισμένη σε android, η οποία έρχεται να καλύψει όλες τις ανάγκες σας σε κατανάλωση αρχείων multimedia και όχι μόνο. Αξίζει να αναφέρουμε πως παρά το γεγονός ότι η συσκευή κατασκευάζεται στην Κίνα, η Wetek έχει έδρα στην Ευρώπη και συγκεκριμένα στην Πορτογαλία, από όπου μας ήρθε και η συσκευή που σας παρουσιάζουμε σήμερα και έχει μία ιδιαίτερα ενεργή κοινότητα που ασχολείται με την ανάπτυξη των εφαρμογών και του λειτουργικού συστήματος. Μάλιστα εκτός από το WeOS που βασίζεται σε android, υποστηρίζονται και τα OpenElec και LibreElec για όσους επιθυμούν αποκλειστική χρήση της συσκευής για Kodi. Ας μη μακρηγορούμε όμως, και ας περάσουμε στην παρουσίαση του Wetek Hub. Τεχνικά Χαρακτηριστικά Τα τεχνικά χαρακτηριστικά του Wetek Hub παρατίθενται αναλυτικά στον πίνακα που ακολουθεί: Το Hub είναι διαθέσιμο στην ελληνική αγορά σε ένα μόνο κατάστημα έναντι 129.90 € συν μεταφορικά, μπορείτε όμως να το προμηθευτείτε και από το eshop της Wetek έναντι 89.90 € συν 15.00 € μεταφορικά για παράδοση εντός 3 ημερών με courier (επαναλαμβάνουμε ότι έρχεται από ευρώπη, άρα δε τίθεται θέμα τελωνείου). Τέλος αξίζει να ρίξετε μια ματιά και στις επιλογές αγοράς από τα διάφορα ευρωπαϊκά amazon, μιας και είδαμε πως προσφέρονται δωρεάν μεταφορικά με την τελική τιμή να διαμορφώνεται στα 94.90 € εάν επιλέξετε το Ιταλικό υποκατάστημα. Συσκευασία και παρελκόμενα Το Hub έρχεται σε μία εξαιρετικά καλαίσθητη συσκευασία, το μέγεθος της οποίας προϊδεάζει για τις διαστάσεις της συσκευής. Η μπροστινή πλευρά περιορίζεται σε φωτογραφία της συσκευής και του συνοδευτικού τηλεχειριστηρίου καθώς και λογότυπα πρωτοκόλλων με τα οποία συμμορφώνεται η συσκευή, ενώ στην πίσω πλευρά βρίσκουμε αρκετές πληροφορίες για τα τεχνικά χαρακτηριστικά της συσκευής. Η Wetek αποκαλεί τη συσκευασία gift box και για να πούμε την αλήθεια δεν έχει και άδικο, καθότι όλα είναι πολύ όμορφα τακτοποιημένα. Το Hub έρχεται πλήρως εξοπλισμένο όσον αφορά τα παρελκόμενά του, τα οποία είναι: Τηλεχειριστήριο υπερύθρων Καλώδιο HDMI Δέκτης υπερύθρων με καλώδιο μήκους 140 cm και αυτοκόλλητο διπλής όψης για την τοποθέτησή του Καλώδιο RS232 για debugging Κεραία WiFi Tροφοδοτικό US και αντάπτορες για Ευρώπη, Αγγλία & Αυστραλία 2 αυτοκόλλητα διπλής όψης για τοποθέτηση του Hub στην πλάτη της τηλεόρασης Οδηγός quickstart Ακίδα για τον διακόπτη ενεργοποίησης του recovery mode Όπως βλέπετε στις φωτογραφίες η Wetek έχει δώσει ιδιαίτερη έμφαση στις μικρές λεπτομέρειες. Έτσι η ακίδα έχει ανάγλυφο το λογότυπο της Wetek και βρίσκεται κολλημένη στο quick start guide με την ένδειξη να αποκολληθεί σε περίπτωση εκτάκτου συμβάντος. Το τροφοδοτικό όπως βλέπουμε δίνει 5V και μέγιστη ένταση τα 2Α, είναι δηλαδή ισχύος 10W και όπως προείπαμε συνοδεύεται από τους απαραίτητους αντάπτορες. Τέλος το χειριστήριο είναι αρκετά λιτό, αλλά τουλάχιστον λειτουργεί με 2 μπαταρίες ΑΑΑ και όχι κάποια CR2032, άρα το πιθανότερο είναι πως θα περάσουν χρόνια μέχρι να χρειαστεί να αλλάξετε τις μπαταρίες του. Κάτω από το φακό Όπως βλέπετε στις φωτογραφίες που ακολουθούν, το Wetek Hub είναι μία πραγματικά μικρή συσκευή που μπορεί να κρυφτεί οπουδήποτε. Γι' αυτό άλλωστε και όπως είδαμε στην προηγούμενη ενότητα υπάρχουν τόσο αυτοκόλλητα για τοποθέτησή της πίσω από την τηλεόραση, αλλά και επιπλέον δέκτης υπέρυθρων για το τηλεχειριστήριο. Το κουτί μέσα στο οποίο βρίσκεται η μικροσκοπική πλακέτα είναι φτιαγμένο από πλαστικό καλής ποιότητας και στο επάνω μέρος υπάρχει ανάγλυφο το λογότυπο της wetek. Μιας και η ψύξη του συστήματος είναι παθητική, στην κάτω πλευρά υπάρχουν οπές για την είσοδο αέρα ενώ στις 4 γωνίες βρίσκουμε 4 αντιολισθητικά ποδαράκια, κάτω από τα οποία κρύβονται οι βίδες που χρειάζεται να λύσουμε για να αποκτήσουμε πρόσβαση στο εσωτερικό. Κεντρικά, εκεί που βλέπουμε το QR code, υπάρχει μία πατούρα στην οποία μπορούμε να κολλήσουμε το αυτοκόλλητο διπλής όψης εάν επιθυμούμε να κολλήσουμε κάπου τη συσκευή. Οι διάφορες θύρες Ι/Ο έχουν τοποθετηθεί στην αριστερή και πίσω πλευρά της συσκευής. Όπως βλέπουμε στις φωτογραφίες που ακολουθούν στην αριστερή πλευρά υπάρχει η υποδοχή για τη σύνδεση της κεραίας ασύρματης δικτύωσης, η θύρα UART σύνδεσης του σειραϊκού καλωδίου (θα σας χρειαστεί μόνο για debugging), η θύρα για σύνδεση του εξωτερικού δέκτη υπερύθρων και η μία και μοναδική θύρα USB. Κάτω από την υποδοχή για την κεραία βρίσκουμε και έναν αναγνώστη καρτών μνήμης τύπου MicroSD. Περνώντας στην πίσω πλευρά, βρίσκουμε την υποδοχή παροχής ρεύματος 5V DC, την θύρα ενσύρματης δικτύωσης Gigabit Ethernet και την θύρα HDMI 2.0 για σύνδεση με την τηλεόρασή σας. Η δεξιά πλευρά του Hub διαθέτει μόνο οπές για την ψύξη του συστήματος, ενώ η φαινομενικά κενή πρόσοψη, κρύβει στο εσωτερικό της το ενδεικτικό LED λειτουργίας (μπλε όταν η συσκευή λειτουργεί, κόκκινο όταν είναι απενεργοποιημένη) και τον ενσωματωμένο δέκτη υπερύθρων για το τηλεχειριστήριο. Φυσικά δεν υπήρχε περίπτωση να μην ανοίξουμε το Hub για να δούμε πώς είναι μέσα. Η πλακέτα είναι αρκετά λιτή και παρά το μικρό της μέγεθος είναι εξαιρετικά τακτοποιημένη με άριστη ποιότητα κατασκευής. Ο επεξεργαστής ψύχεται με την ψύκτρα που βλέπουμε στην δεξιά φωτογραφία, ενώ η θερμότητα αυτής μεταφέρεται στο περιβάλλον μέσω μίας μεταλλικής επιφάνειας που βρίσκεται στο επάνω μέρος του καπακιού η οποία συνδέεται με την ψύκτρα με ένα thermal pad. Όπως φαίνεται στις φωτογραφίες, το καπάκι περιμετρικά δεν είναι 100% αδιαφανές, αλλά πολύ σκούρο φιμέ, επιτρέποντας έτσι την ορθή λειτουργία του δέκτη υπερύθρων που βλέπουμε στην παρακάτω φωτογραφία, αλλά και τη διέλευση του φωτός από το LED ενδειξης λειτουργίας. Το WeOS To λειτουργικό σύστημα με το οποίο έρχεται το Hub ονομάζεται WeOS και είναι μία έκδοση του Android TV 6.0.1 προσαρμοσμένη από την Wetek. Οι δυνατότητες παραμετροποίησης της αρχικής οθόνης είναι περιορισμένες μεν, αρκετές δε για να δώσουν τη λειτουργικότητα που χρειάζεται ο κάθε χρήστης. Επάνω αριστερά υπάρχει το λογότυπο της Wetek και επιλέγοντάς το μεταφερόμαστε στην επιλογή των διαφόρων ρυθμίσεων. Η κατηγοριοποίηση των εικονιδίων γίνεται σε 3 σειρές. Πάνω βρίσκονται οι τελευταίες εφαρμογές που χρησιμοποιήσαμε κατά χρονολογική σειρά, στη μέση οι εφαρμογές που έχουμε δηλώσει ως αγαπημένες και κάτω οι υπόλοιπες εφαρμογές. Αξίζει να αναφέρουμε πως μέσα από τις ρυθμίσεις μπορούμε να δηλώσουμε ποιες εφαρμογές θέλουμε να εμφανίζονται στην 3η σειρά και ποιες όχι, κρύβοντας έτσι κάποιες που χρειαζόμαστε σπάνια. Όπως βλέπετε στις πληροφορίες συστήματος, η διαθέσιμη RAM είναι μόλις 250 MB ενώ ο εσωτερικός χώρος αποθήκευσης έχει ελεύθερα περίπου 3GB. Ομολογούμε πως εν έτη 2017 τα παραπάνω νούμερα είναι αρκετά απογοητευτικά και προδιαθέτουν αρνητικά για τις δυνατότητες του συστήματος. Ο χειρισμός χρησιμοποιώντας το τηλεχειριστήριο του Hub είναι αρκετά απλός αν και σε αρκετές περιπτώσεις η χρήση ενός airmouse ή πληκτρολογίου & mouse ή touchpad κάνει τα πράγματα αρκετά ευκολότερα. Πάντως το Hub υποστηρίζει και το πρωτόκολλο CEC και έτσι εφόσον η τηλεόρασή σας είναι συμβατή με CEC μπορείτε να χρησιμοποιείτε το δικό της τηλεχειριστήριο για την πλοήγηση στο WeOS. Επιπλέον υπάρχει και εφαρμογή για συσκευές android, το WeControl, η οποία μετατρέπει την οθόνη της φορητής συσκευής σε τηλεχειριστήριο, touchpad και πληκτρολόγιο. Εκτός από το Google Play Store, το Wetek Hub έρχεται με ένα ακόμα Store εφαρμογών το Aptoide TV. Μάλιστα το Play Store της Google βρίσκεται κρυμμένο από την αρχική οθόνη και θα πρέπει να ρυθμίσετε εσείς ότι επιθυμείτε να το βλέπετε εκεί. Σε γενικές γραμμές, η λειτουργία του WeOS μας άφησε ανάμεικτα συναισθήματα, γεγονός που κατά κύριο λόγο οφείλεται στην περιορισμένη μνήμη του συστήματος. Εγκαθιστώντας μερικές εφαρμογές, το σύστημα βαραίνει πολύ εύκολα και χάνει την αμεσότητα που είχε στην αρχή με αποτέλεσμα να γίνεται εύκολα εκνευριστικό. Δεν έλειψαν μάλιστα και κάποια reboot σε στιγμές μεγάλου ζορίσματος. Benchmarks Το Wetek Hub όπως έχετε καταλάβει δεν λανσάρεται από την Wetek ως ένα android box γενικής χρήσης, αλλά ως μία συσκευή για κατανάλωση media, η οποία βασίζεται στο λειτουργικό σύστημα android TV. Από τα τεχνικά χαρακτηριστικά του άλλωστε δεν περιμένουμε και πολλά όσον αφορά τις επιδόσεις που μετράνε τα benchmarks. Παρ' όλα αυτά, τρέξαμε τα δημοφιλή Geekbench και AnTuTu τα αποτελέσματα των οποίων βλέπουμε στις παρακάτω εικόνες. Τα αποτελέσματα είναι απογοητευτικά μεν, αναμενόμενα δε και θυμίζουν συσκευές κινητών αρκετά χρόνια πίσω. Ας αφήσουμε όμως τα benchmarks για να δούμε τι πουλιά πιάνει το Wetek Hub σε αυτό για το οποίο είναι φτιαγμένο, την αναπαρωγή αρχείων video. Αναπαραγωγή Video Το Hub έρχεται με το Kodi προεγκατεστημένο (έκδοση 17.4 στη συσκευή που λάβαμε, οπότε αναβαθμίσαμε στην 17.6 που είναι η πιο πρόσφατη κατά το χρόνο συγγραφής της παρουσίασης) αλλά και με ένα επιπλέον media player. Αξίζει να αναφέρουμε πως η Wetek έχει εφοδιάσει το Hub με μία εφαρμογή που κάνει αυτόματα mount δικτυακούς φακέλους (που έχετε π.χ. σε NAS) και έτσι γίνεται αρκετά εύκολα η αναπαραγωγή αρχείων video επιλέγοντάς τα από τον File Manager της συσκευής. Μάλιστα εφόσον η τηλεόραση υποστηρίζει το frame rate του αρχείου video, τότε κατά την εκκίνηση αναπαραγωγής αυτού, αλλάζει αυτόματα το framerate της τηλεόρασης για την ορθή απεικόνιση του αρχείου. Περνώντας τώρα στο Kodi, ο μέσος χρήστης που το χρησιμοποιεί για αρχεία video φυσιολογικής ανάλυσης και bitrate δε θα συναντήσει κάποιο πρόβλημα, πέραν από κάποιες μικρές καθυστερήσεις που και που (οι οποίες εικάζουμε ότι είναι θέμα μνήμης RAM). To μέγιστο bitrate που καταφέραμε να αναπαράγουμε χρησιμοποιώντας ενσύρματη σύνδεση δικτύου ήταν 100 mbps σε κωδικοποίηση HEVC, το οποίο θεωρούμε ότι καλύπτει την πλειοψηφία των χρηστών. Από εκεί και πάνω η αναπαραγωγή γινόταν με σπασίματα τα οποία οφείλονταν στην αδυναμία του συστήματος να δημιουργήσει cache στην RAM για την ορθή αναπαραγωγή του αρχείου. Όσον αφορά το Youtube, η εφαρμογή για Android TV είναι εξαιρετική. Η πλοήγηση στα video και τις συνδρομές είναι άνετη και τα πάντα γίνονται πολύ εύκολα με το τηλεχειριστήριο. Δυστυχώς δεν ισχύει το ίδιο για το Netflix. Πέραν του ότι η έκδοση για Android TV φαίνεται να μη συμβαδίζει σε ενημερώσεις με την αντίστοιχη για κινητά και ταμπλέτες, όπως βλέπετε στο παρακάτω screenshot για τη λειτουργία του απαιτείται η χρήση ποντικιού. Άρα οι επιλογές είναι είτε να χρησιμοποιήσουμε τα βελάκια του τηλεχειριστηρίου είτε μία άλλη συσκευή, γεγονός που περιορίζει σημαντικά τη λειτουργικότητα της εφαρμογής. Τουλάχιστον, στην τηλεόραση που χρησιμοποιούσαμε για τις δοκιμές, τα κουμπιά για play και pause στο τηλεχειριστήριο της αναγνωρίζονταν από το netflix μέσω του cec και έτσι δε χρειαζόταν να κάνουμε επιπλέον κινήσεις για κάτι τόσο απλό. Παρατηρήσαμε επίσης διάφορα κολλήματα στην εφαρμογή, τα οποία συνήθως έστρωναν με μία επανεκκίνηση. LibreElec Όσοι ασχολείστε με το Raspberry Pi είναι σχεδόν σίγουρο ότι έχετε ακούσει για το LibreElec. To LibreElec είναι μία διανομή Linux που περιέχει μόνο το Kodi, με μία μεγάλη κοινότητα από πίσω της που το υποστηρίζει και το αναβαθμίζει. To Wetek Hub υποστηρίζει εγγενώς το LibreElec, δίνοντας τη δυνατότητα στο χρήστη είτε να το εγκαταστήσει στη NAND μνήμη αντικαθιστώντας το WeOS/Android είτε να το εγκαταστήσει σε μία κάρτα MicroSD και να λειτουργεί τη συσκευή σε dual boot. Η διαδικασία για την επιλογή του λειτουργικού που θα φορτωθεί κατά την εκκίνηση της συσκευής είναι εξαιρετικά απλή, μιας και η συσκευή θυμάται με ποιο λειτουργικό είχε γίνει το προηγούμενο shutdown και το διατηρεί ως προεπιλογή, ενώ για την επιλογή του άλλου το μόνο που χρειάζεται είναι το πάτημα του power button από το τηλεχειριστήριο εντός ενός διαστήματος λίγων δευτερολέπτων. Η συμπεριφορά του Kodi μέσα από το LibreElec είναι εντελώς διαφορετική από αυτή στο android, μιας και η πλοήγηση διαθέτει περισσότερη σπιρτάδα (το LibreElec αφήνει το σύστημα με περίπου 600 ΜΒ RAM διαθέσιμα) ενώ και κατά την αναπαραγωγή αρχείων το Hub κατάφερε να αναπαράγει χρησιμοποιώντας σύνδεση Ethernet αρχείο 4K HEVC 10bit με 200 mbps bitrate. To CEC αναγνωρίζεται αυτόματα από το LibreElec και έτσι και εδώ μπορείτε να χρησιμοποιείτε το τηλεχειριστήριο της τηλεόρασής σας για την πλοήγηση στο KODI, εφόσον φυσικά και η τηλεόρασή σας υποστηρίζει την εν λόγω λειτουργία. Επίλογος - Συμπεράσματα Κάπου εδώ φτάσαμε στο τέλος της σημερινής παρουσίασης, οπότε ας συνοψίσουμε τα συμπεράσματά μας μετά από 3 εβδομάδες συμβίωσης με το Wetek Hub. Όπως γράψαμε αρκετές φορές, το Hub δεν είναι το android box που θα εντυπωσιάσει με τα τεχνικά του χαρακτηριστικά και τις επιδόσεις του. Η ίδια η Wetek άλλωστε δεν το λανσάρει σαν κάτι τέτοιο, αλλά σαν ένα media player. Έτσι, όσον αφορά τις ικανότητές του σε αναπαραγωγή αρχείων video μείναμε απόλυτα ευχαριστημένοι μιας και ουσιαστικά έπαιξε τα πάντα χωρίς κανένα πρόβλημα και εάν σκοπεύετε να το χρησιμοποιήσετε μόνο για τη χρήση αυτή, θα σας προτείναμε να το κάνετε χρησιμοποιώντας LibreElec μιας και θα έχετε ένα πολύ πιο απροβλημάτιστο σύστημα. Και εδώ οι πιο ψαγμένοι θα αναρωτηθείτε γιατί να μην επιλέξετε ένα raspberry pi για χρήση με LibreElec και να δώσετε τα περίπου 100 ευρώ που ζητάει το Hub. Το συνολικό κόστος του pi μαζί με θήκη, τροφοδοτικό, κάρτα microSD, καλώδιο HDMI και τηλεχειριστήριο θα σας βγεί κάπου 65 ευρώ. Δεν θα έχετε όμως ούτε δυνατότητα αποκωδικοποίησης HEVC ούτε HDMI 2.0 με δυνατότητα 4Κ. Σταθμίζετε τις ανάγκες σας και πράτετε ανάλογα. Το ίδιο ακριβώς ισχύει και με τα android box από τα βάθη της ανατολής. Εάν έχετε όρεξη για πειραματισμούς, τελωνεία και προβλήματα με πιθανή ανάγκη εγγύησης, διαλέγετε ένα box με τα μισά χρήματα. Εάν όχι επιλέγετε το Hub ή κάποιο από τα μεγαλύτερα αδέρφια του. Συνοψίζοντας λοιπόν τα πλεονεκτήματα και τα μειονεκτήματα του Wetek Hub είναι: Μέγεθος Ποιότητα κατασκευής Θύρα HDMI 2.0 με 4K @60hz Δυνατότητες αναπαραγωγής αρχείων HEVC υψηλού bitrate Χαμηλή κατανάλωση Επέκταση του δέκτη IR Υποστήριξη CEC Υποστήριξη LibreElec Μεγάλη κοινότητα υποστήριξης 2 έτη εγγύηση Μόνο μία θύρα USB 2.0 Θα θέλαμε το τηλεχειριστήριο να είναι και airmouse Με βάση όλα τα παραπάνω η βαθμολογία που παίρνει το Wetek Hub είναι :  theLAB.gr Ευχαριστούμε θερμά την Wetek για την παραχώρηση του δείγματος της δοκιμής Γεώργιος GriGaS Ρήγας 27/11/2017
  6. Για όσους θα ήθελαν ένα μικρού μεγέθους σύστημα, το οποίο να είναι και απόλυτα αθόρυβο, χωρίς να θέλουν να μπλέξουν με την εύρεση των κατάλληλων υλικών και την συναρμολόγησή του, η MSI ανακοίνωσε δύο νέα mini PCs, τα οποία είναι και τα πρώτα της fanless. Τα νέα αυτά μοντέλα είναι τα MSI Cubi 3 Silent και Cubi 3 Silent S. Τα δύο νέα αυτά mini PCs έρχονται με επεξεργαστή Kaby Lake U, το οποίο σημαίνει υψηλές επιδόσεις και παράλληλα χαμηλή κατανάλωση ενέργειας, επιτρέποντάς την fanless λειτουργία τους ή αλλιώς την ψύξη των εξαρτημάτων τους, χωρίς την χρήση ανεμιστήρα. Χαρακτηριστικό επίσης των νέων MSI Cubi 3, είναι η ευκολία αναβάθμισής τους, μιας και αρκεί η αφαίρεση τεσσάρων βιδών προκειμένου να αποκτήσει ο κάτοχός τους πρόσβαση στο εσωτερικό τους, για αναβάθμιση των αποθηκευτικών μέσων M.2 και 2.5'' που μπορούν να φιλοξενήσουν αλλά και των SO-DIMM μνημών. Τα νέα MSI Cube 3 υποστηρίζουν και VESA, για τοποθέτησή τους για παράδειγμα στο πίσω μέρος μιας TV, για χρήση ως HTPC. Στην παρακάτω εικόνα μπορείτε να δείτε τα κύρια χαρακτηριστικά τους, καθώς και το πλήθος και είδος των συνδέσεων που διαθέτουν. Το υλικό κατασκευής τους είναι το αλουμίνιο, ενώ από αλουμίνιο είναι και το σύστημα ψύξης του επεξεργαστή(πρακτικά όλο το πάνω πάνελ παίζει τον ρόλο της ψύκτρας). Τα νέα MSI Cubi 3 Silent θα είναι διαθέσιμα παγκοσμίως ήδη από αυτό το μήνα σε ασημί και μαύρες εκδόσεις.
  7. Εισαγωγή Πριν μερικές εβδομάδες, η γνωστή σε όλους σας Shuttle παρουσίασε αρκετά αθόρυβα ένα νέο slim PC με την ονομασία XPC Slim DH110SE. Βασισμένο στο DH110 έρχεται με περιορισμένο αριθμό θυρών Ι/Ο (το πρώτο Shuttle εδώ και καιρό χωρίς σειραϊκή θύρα) και αρκετά σπαρτιάτικο εξοπλισμό, προσφέροντας όμως σαν αντιστάθμιση την υποστήριξη μνήμης DDR4 σε μορφή SODIMM και χαμηλότερο κόστος. Αν λάβουμε υπόψη ότι η πλειοψηφία των οικιακών χρηστών δεν ενδιαφέρονται για πολλά από τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά που προσφέρουν τα barebones της Shuttle, η κίνηση αυτή της Shuttle κρίνεται αρκετά σωστή μιας και για πολλούς η τσιμπημένη τιμή τους αποτελεί αποτρεπτικό παράγοντα για την αγορά τους. Στη σημερινή παρουσίαση λοιπόν, θα δούμε το DH110SE, το οποίο έρχεται υποστηρίζοντας επεξεργαστές Skylake Socket 1151 με TDP έως 65 Watt, χωρίς καμία δυνατότητα υπερχρονισμού (ξεχνάμε την σειρά Κ) και βασίζεται στο low-budget chipset H110 Express της Intel. Συσκευασία - Παρελκόμενα Το DH110SE έρχεται στην τυπική συσκευασία που συναντάμε σε όλα τα Shuttle αυτών των διαστάσεων. To χαρτονένιο κουτί είναι κοινό για όλα τα XPC Slim και στην πλάγια όψη του έχει ένα μεγάλο έγχρωμο αυτοκόλλητο με μία φωτογραφία και τα βασικά τεχνικά χαρακτηριστικά του. Όπως είπαμε και στην εισαγωγή, ο εξοπλισμός του DH110SE είναι αρκετά σπαρτιάτικος και έτσι λάμπουν διά της απουσίας τους τόσο το στήριγμα Vesa όσο και η βάση/ποδαράκια για την όρθια τοποθέτηση. Τα μοναδικά παρελκόμενα που θα βρείτε είναι το τροφοδοτικό των 90W της ACBEL που δίνει ρεύμα 19V και έως 4.74Α, ένα πλαστικό καπάκι προστασίας για το socket της μητρικής, μία μικροσκοπική σύριγγα με θερμοαγώγιμη πάστα και τέσσερεις βίδες για την στήριξη ενός HDD/SSD των 2.5". Φυσικά υπάρχει οδηγός quick start σε αρκετές γλώσσες και ένα DVD με τους απαραίτητους οδηγούς. Όσοι διαβάζετε τα reviews του γράφοντος θα έχετε βαρεθεί να τον διαβάζετε να γκρινιάζει για τα DVD που δίνει εν έτη 2016 (κοντεύουμε 2017) η Shuttle μαζί με τα barebones της, οπότε πάμε παρακάτω. Τεχνικά Χαρακτηριστικά Τα τεχνικά χαρακτηριστικά του Shuttle XPC Slim DH110SE παρατίθενται αναλυτικά στον πίνακα που ακολουθεί, ενώ για ακόμα πιο αναλυτικές πληροφορίες δεν έχετε παρά να επισκευθείτε την επίσημη ιστοσελίδα του προϊόντος. H προτεινόμενη τιμή λιανικής του DH110SE ανέρχεται στα 218 € συμπεριλαμβανομένου του ΦΠΑ, ενώ κατά το χρόνο συγγραφής του review το βρήκαμε διαθέσιμο σε ένα μόνο κατάστημα της ελληνικής αγοράς στα 220 €. Για να έχετε μια εικόνα του συνολικού κόστους ενός συστήματος με το DH110SE, 8GB Ram DDR4 SODIMM κοστίζουν περίπου 50 ευρώ, ενώ όσον αφορά τον επεξεργαστή, μπορείτε να ξεκινήσετε από ένα Celeron των 40 ευρώ και να φτάσετε στον i7 6700 που κοστίζει περίπου 330 ευρώ και είναι ο μεγαλύτερος υποστηριζόμενος επεξεργαστής σύμφωνα με τη σχετική λίστα της Shuttle. [EDIT 28/2/2017 : Πλέον υποστηρίζονται και επεξεργαστές Kaby Lake. Περισσότερες πληροφορίες στα σχόλια] Το εξωτερικό Όσον αφορά το εξωτερικό του, το DH110SΕ δεν έχει να επιδείξει κάτι διαφορετικό σε σχέση με τα άλλα μοντέλα της Shuttle που ακολουθούν το ίδιο form factor. Στην μπροστινή πλευρά, ξεκινώντας από τα αριστερά, βρίσκουμε τις τριπολικές υποδοχές των 3.5mm για σύνδεση μικροφώνου και ακουστικών και τα LED ένδειξης λειτουργίας και προσπέλασης του HDD/SSD που έχουν χρώμα μπλε και πορτοκαλί αντίστοιχα. Στο κέντρο βρίσκουμε τον διακόπτη ενεργοποίησης ενώ στα δεξιά του υπάρχει ένας αναγνώστης μνημών SD. Τέλος στη δεξιά πλευρά βρίσκουμε 2 θύρες USB 3.0 και 2 θύρες USB2.0. Περνώντας στην πίσω πλευρά, η οποία δυστυχώς δεν είναι βαμμένη, από τα αριστερά προς τα δεξιά βλέπουμε την υποδοχή τροφοδοσίας, τις θύρες HDMI και DisplayPort, την θύρα Ethernet και τέσσερεις θύρες USB 2.0. Η μικρή τετράγωνη οπή που υπάρχει τέρμα δεξιά φιλοξενεί 2 ζεύγη jumpers. Με το ένα ζεύγος μπορούμε να εκτελέσουμε Clear Cmos χωρίς να χρειάζεται να ανοίξουμε το καπάκι, ενώ στο άλλο μπορούμε να συνδέσουμε έναν εξωτερικό διακόπτη τροφοδοσίας, πράγμα πολύ χρήσιμο σε περιπτώσεις που θα χρησιμοποιήσουμε το DH110SE σε εφαρμογές digital signage που θα περιλαμβάνουν την τοποθέτησή του barebone σε κάποιο δύσκολα προσπελάσιμο σημείο. Τέλος αξίζει να αναφέρουμε πως όπως βλέπετε η Shuttle έχει χρησιμοποιήσει το ίδιο back panel με κάποιο άλλο μοντέλο (προφανώς για λόγους οικονομίας), αλλά από τις διαθέσιμες οπές οι μόνες που μπορούν να χρησιμοποιηθούν είναι οι δύο κυκλικές κάτω από τις βίδες στις οποίες μπορούν να τοποθετηθούν κεραίες ασύρματης δικτύωσης. Οι πάνω και κάτω πλευρές δεν έχουν κάτι ιδιαίτερο να δείξουν. Στην επάνω πλευρά υπάρχουν 2 είσοδοι αέρα για τους ανεμιστήρες που ψύχουν τον επεξεργαστή, ενώ στην κάτω βρίσκουμε μόνο τέσσερα λαστιχένια αντικραδασμικά ποδαράκια και τα αυτοκόλλητα με τις προδιαγραφές του συστήματος. Τελος, τα δύο πλαϊνά είναι διάτρητα και εξυπηρετούν στην εξαγωγή αέρα. Το εσωτερικό Ας περάσουμε τώρα στο εσωτερικό, που έχει και περισσότερο ενδιαφέρον. Λύνοντας τις δύο βίδες που βρίσκονται στο πίσω μέρος, αφαιρούμε το καπάκι και αποκτούμε πλήρη πρόσβαση στη μητρική. Όπως βλέπετε το κάτω μέρος του καπακιού είναι και αυτό άβαφτο (η karmen1983 θα είχε ήδη αρχίσει τη γκρίνια) ενώ η μοναδική προστασία που υπάρχειστις οπές εισόδου αέρα είναι μία μεταλλική γρίλια. Για να προχωρήσουμε στην εγκατάσταση του επεξεργαστή και των μνημών αρχικά πρέπει να αφαιρέσουμε την βάση της μονάδας αποθήκευσης των 2.5" αφαιρώντας τη βίδα που βρίσκεται κεντρικά στην αριστερή πλευρά όπως βλέπουμε τη φωτογραφία. Στη συνέχεια λύνουμε τις 4 βίδες που συγκρατούν τη ψύκτρα και είμαστε έτοιμοι να εγκαταστήσουμε τον επεξεργαστή μας. Πριν προχωρήσουμε όμως στην εγκατάσταση του επεξεργαστή, ας ρίξουμε μια ματιά στο σύστημα ψύξης. Αυτό αποτελείται από μία ψύκτρα με χάλκινη βάση και δύο heatpipes και έχει επάνω της δύο ανεμιστήρες των 60mm της Apistek τους οποίους έχουμε δει αρκετές φορές σε παρόμοια συστήματα της Shuttle. Για τη μητρική του DH110SE δε χρειάζεται να πούμε και πολλά, καθ'ότι είναι μία τυπική κατασκευή της Shuttle με την αξιοποίηση του διαθέσιμου χώρου να είναι η καλύτερη δυνατή. Το chipset βρίσκεται στα αριστερά του επεξεργαστή και ψύχεται παθητικά και ακριβώς από κάτω βρίσκουμε δύο υποδοχές Μ2, μία για SSD διαστάσεων 2242 ή 2260 και μία για κάρτα ασύρματης δικτύωσης 2230. Δυστυχώς, προφανώς για λόγους χώρου, δεν υποστηρίζονται SSD διάστασης 2280 και έτσι οι επιλογές μας είναι εξαιρετικά περιορισμένες. Φυσικά υπάρχει πάντα η δυνατότητα σύνδεσης ενός κανονικού SSD των 2.5" στη βάση που είδαμε σε προηγούμενη φωτογραφία, χρησιμοποιώντας το καλώδιο που βλέπουμε να κρέμεται στα δεξιά. Η εγκατάσταση των υποσυστημάτων στο DH110SΕ είναι εξαιρετικά απλή, παρ' όλα αυτά καλό θα ήταν να ρίξετε μια ματιά στο quick start guide πριν ξεκινήσετε. Για τις ανάγκες της σημερινής παρουσίασης, εξοπλίσαμε το barebone με έναν Core i3 6100, 2 DIMM των 4GB έκαστο χρονισμένα στα 2133 Mhz και έναν M2 SSD. Κλείνοντας την ενότητα αυτή, σας παραθέτουμε και μία εικόνα της μητρικής όπως θα τη βρείτε στο quickstart guide του συστήματος. Επίσης, δεδομένου του ότι το BIOS του DH110SΕ δεν διαθέτει καμία απολύτως ρύθμιση σχετικά με επεξεργαστή και μνήμες, δεν σας δείχνουμε φωτογραφίες αυτού, αλλά σας παραπέμπουμε στο σχετικό manual. Μεθοδολογία Μετρήσεων Φτάσαμε λοιπόν στην ώρα των μετρήσεων. Για τις ανάγκες της παρουσίασης εξοπλίσαμε το DH110SE με τον ίδιο SSD που χρησιμοποιούμε στα review των barebones της Shuttle,έναν Trancend TS128GMTS400, ενώ οι μνήμες που εγκαταστήσαμε ήταν ένα ζευγάρι DDR4 SODIMMs της Hynix χρονισμένο στα 2133 Mhz με timings 15-15-15-36. Φυσικά εγκαταστήσαμε το πιο πρόσφατο build των Windows 10 x64 και περάσαμε τις τελευταίες εκδόσεις των drivers από την ιστοσελίδα της Shuttle. Οι μετρήσεις έγιναν με το συνηθισμένο τρόπο, χρησιμοποιώντας δηλαδή μετροπρογράμματα όπως τα PCMark8, 3DMark, wPrime, SuperPi και το AIDA64 Engineer Edition το οποίο είναι μια ευγενική προσφορά της finalwire την οποία και ευχαριστούμε. AIDA64 Ξεκινώντας με το AIDA64 βλέπουμε τον Core i3 6100 να έχει τεράστιες διαφορές από τους λαπτοπίσιους Celeron και i3 με τους οποίους το συγκρίνουμε. Το γιατί κάνουμε την σύγκριση αυτή, θα το εξηγήσουμε στον επίλογο. Στις μετρήσεις μνήμης τα αποτελέσματα δεν είναι και τόσο καλά, πράγμα που αποδίδεται στην χρήση του low-end Intel H110 αντί του πιο δυνατού Η170 που είχαμε δει στην παρουσίαση του SH170R6 πριν μερικούς μήνες και στη χρήση μνημών SODIMM. PCMark 8 Περνώντας στο PCMark8 και τονίζοντας ότι για μια ακόμα φορά χρησιμοποιούμε και στα 3 συστήματα τον ίδιο SSD, βλέπουμε διαφορές της τάξης του 40% πάνω σε σχέση με τον i5 5005u του NC01U3. Προφανώς και αντιλαμβανόμαστε ότι το DH110SE ακόμα και με τον μικρότερο i3 αποτελεί ένα αξιολογότατο σύστημα για καθημερινή χρήση. 3DMark Για τα μάτια του κόσμου και μόνο, τρέξαμε και το 3DMark. Προφανώς και δεν πρόκειται για gaming σύστημα, ούτε πιστεύουμε πως υπάρχει περίπτωση να υπάρξει χρήστης που θα το αγοράσει ελπίζοντας να παίζει νέα παιχνίδια, αλλά χάρην σύγκρισης και συνέχειας των μετρήσεων, σας παρουσιάζουμε τα αποτελέσματα. Λοιπές Μετρήσεις CPU Τέλως για τους λάτρεις των vintage benchmarks, μετρήσαμε και με τα παλιά καλά SuperPiMod, wPrime και Fritz Chess Benchmark. Ο Core i3 δείχνει και εδώ τα δόντια του. Θερμοκρασίες - Κατανάλωση - Θόρυβος Ας δούμε τώρα πώς τα πάει το DH110SE όσον αφορά κατανάλωση, θερμοκρασίες και θόρυβο, κάτι που σίγουρα θα ενδιαφέρει τους μελλοντικούς του αγοραστές. Για τις μετρήσεις μας, όπως πάντα χρησιμοποιήσαμε το stress test του AIDA64. Τα αποτελέσματα του DH110SE ήταν παραπάνω από καλά, έχοντας κατανάλωση σε idle μόλις 12 W, σβηστό 0.2 W ενώ σε πλήρες φορτίο η κατανάλωση εκτοξεύθηκε στα 66 W πράγμα αναμενόμενο λόγω επεξεργαστή. Για την μέτρηση θερμοκρασίας, τρέξαμε το stress test του AIDA για 25 λεπτά με την θερμοκρασία περιβάλλοντος να βρίσκεται στους 20 βαθμούς κελσίου. Η μέγιστη θερμοκρασία που είδαμε στον επεξεργαστή ήταν 87 βαθμοί κελσίου, οποία χαρακτηρίζεται ως αναμενόμενη δεδομένου του μεγέθους του κουτιού. Αν και οι μετρήσεις που πραγματοποιήσαμε έγιναν με την θερμοαγώγιμη που παρέχεται από την Shuttle, δοκιμάσαμε και με Arctic Silver Ceramique χωρίς κάποια ιδιαίτερη διαφοροποίηση στα αποτελέσματα. Δεδομένου ότι το throttling αρχίζει από τους 100 βαθμούς, κατά τους καλοκαιρινούς μήνες, ίσως να αντιμετωπίσετε κάποιο πρόβλημα, δεδομένου ότι η shuttle δίνει θερμοκρασιακό εύρος λειτουργίας από 0 έως 50 βαθμούς κελσίου. Αξίζει πάντως να τονίσουμε ότι οι παραπάνω θερμοκρασίες μετρήθηκαν σε πλήρες φορτίο CPU και GPU, κατά το οποίο το σύστημα τραβάει από το δίκτυο 66 W, ενώ στην περίπτωση που δεν στρεσσάρουμε την GPU, η απαιτούμενη ηλεκτρική ισχύς πέφτει στα 50 W με αντίστοιχα χαμηλότερες θερμοκρασίες. Οι ανεμιστήρες κατά το τρέξιμο του stability test ήταν στην αυτόματη λειτουργία και η ταχύτητά περιστροφής τους άγγιξε τις 2900 στροφές ανά λεπτό. Σαφώς και η παρουσία τους ήταν αντιληπτή και σε ένα βαθμό ενοχλητική, αλλά όταν μιλάμε για εργασιακό περιβάλλον δύσκολα θα ενοχλήσει. Σε συνήθη χρήση πάντως, το DH110SE είναι σχεδόν σα να μην υπάρχει και το μόνο πιο ήσυχο από αυτό είναι ένα fanless σύστημα. Επίλογος Φτάσαμε λοιπόν στην ώρα του απολογισμού. Το DH110SΕ είναι ένα σύστημα που μπορεί να επιτελέσει πολλούς διαφορετικούς ρόλους, από βασικό σύστημα για έναν επαγγελματία που δεν έχει απαιτήσεις σε τρισδιάστατα γραφικά μέχρι οικιακό σύστημα σε σπίτι που δεν υπάρχει gamer ή ακόμα και σαν υπολογιστής ειδικών εφαρμογών όπως digital signage απαιτήσεων. Χάρη σε κάποιες παραχωρήσεις που έχουν γίνει στον εξοπλισμό του έρχεται με μία τιμή που ανταγωνίζεται στα ίσα την λύση του να αγοράσει κανείς ένα σετ mini itx με τα αντίστοιχα υποσυστήματα, προσφέροντας παράλληλα την αξιοπιστία που δίνουν τα συστήματα της Shuttle. Εάν στα 220 ευρώ που ζητάει προσθέσουμε και τα 130 που κοστίζει ένας i3 6100, φτάνουμε στα 350 ευρώ και ίσως αρχίζετε να καταλαβαίνεται για πιο λόγο το συγκρίναμε με το NC01U3. Αν ανατρέξουμε στον τιμοκατάλογο λιανικής της Shuttle, θα δούμε ότι το NC01U3 κοστίζει 370 ευρώ (και μπορείτε να το βρείτε στην Ελλάδα και με 335) και το νεώτερο NC02U3 κοστίζει 378 ευρώ έχοντας τον σαφώς υποδεέστερο i3 6100u. Τι σημαίνει αυτό; Ότι με μία μικρή παραχώρηση στο θέμα του μεγέθους, το DH110SE αποτελεί αυτή τη στιγμή το φτηνότερο barebone της Shuttle με επεξεργαστή Core Skylake έχοντας το αβαντάζ του να είναι γρηγορότερο και να έχει τη δυνατότητα αναβάθμισης επεξεργαστή. Με το σκεπτικό αυτό, το DH110SE αποτελεί μία άριστη επιλογή για οποιονδήποτε επιθυμεί ένα σύστημα επιδόσεων, αρκεί να μη χρειάζεται κάρτα γραφικών. Eάν λάβουμε υπόψη και τη χαμηλή του κατανάλωση την οποία πολύ δύσκολα θα αγγίξει σύστημα αντίστοιχων επιδόσεων και μεγέθους, η επιλογή του DH110SE γίνεται ακόμα πιο δελεαστική. Σκεφτείτε ότι με το κόστος της kWh στα επαγγελματικά τιμολόγια να έχει ξεπεράσει τα 0.20 € μία ημερήσια εξοικονόμηση της τάξης των 0.50 kWh αντιστοιχεί σε 1 € ρεύμα ημερησίως. Καθόλου άσχημα για επαγγελματίες που έχουν ανοιχτό υπολογιστή 10 ώρες την ημέρα. Ας συνοψίσουμε τα θετικά και τα αρνητικά του DH110SE σε μορφή bullet points ώστε να περάσουμε και στη βαθμολογία: Μικρό μέγεθος Χαμηλή κατανάλωση Χαμηλή στάθμη θορύβου Υποστήριξη DDR4 Δύο θύρες USB3.0 και Card Reader μπροστά Θύρες HDMI & Displayport με υποστήριξη 4Κ Δυνατότητα σύνδεσης μονάδας αποθήκευσης 2.5" και M2 Πολύ εύκολη εγκατάσταση υποσυστημάτων Χαμηλή τιμή (για αυτά που προσφέρει) Δυνατότητα σύνδεσης εσωτερικού προσαρμογέα ασύρματου δικτύου Μ2.2230 Μόνο 4 θύρες USB2.0 στο πίσω μέρος (καμία USB3.0) Υποστήριξη SSD M2.2242 & 2260 (δεν υποστηρίζονται οι πιο διαδεδομένοι 2280) Υψηλή θερμοκρασία επεξεργαστή σε πλήρες φορτίο Λαμβάνοντας υπόψη όλα τα παραπάνω η βαθμολογία που παίρνει το Shuttle DH110SE είναι:  theLAB.gr Ευχαριστούμε θερμά την Shuttle για την παραχώρηση του δείγματος της δοκιμής Γεώργιος GriGaS Ρήγας 21/12/2016
  8. Χαιρετώ! Θέλω να περάσω από το htpc 5.1 ήχο (είτε dts είτε Dolby) στο 5.1 home cinema. Η τηλεόραση είναι μία Samsung ue55hu6900 και το home cinema το Samsung ΗΤ-J5150. Είναι συνδεδεμένα με καλώδιο στη Θύρα hdmi (ARC) και μεταξύ τους παίζουν άψογα (γίνεται μεταφορά από την τηλεόραση bit-stream audio στο HC). To θέμα είναι ότι συνδέω από κει και πέρα δε ξέρω αν μπορεί να περάσει μέσω ARC bit-stream ήχο. Πιο συγκεκριμένα. Το HTPC μου έχει μία gtx960 (στην οποία δεν μου εμφανίζει DTS και Dolby audio formats ούτε 5.1) και δυστυχώς δεν έχει οπτική... Είχα ρωτήσει Samsung αγγλίας και μου είχαν πει οτι το συγκεκριμένο μοντέλο TV έχει αυτή τη δυνατότητα. Παρόλα αυτά είται μέσω arc είτε μέσω optical της τηλεόρασης δε παίρνω 5.1 μόνο stereo. Πρώτον πρέπει να σιγουρέψω ότι το HTPC στέλνει όντως 5.1 ήχο μέσω του HDMI (STB). Δεν ξέρω καν αν χρειάζεται να είναι ενεργοποιημένα και επιλεγμένα τα audio format στη συσκευή ήχου της nvidia (δεν εμφανίζει τίποτα έτσι κι αλλιώς). Και δεύτερον αν περνάει bit-stream από την τηλεόραση στο HC από τρίτη πηγή. Καμιά ιδέα;
  9. Σχεδόν δύο μήνες πριν η Silverstone ανακοίνωσε τη διαθεσιμότητα ενός νέου HTPC case με την ονομασία Milo ML07. Το νέο προϊόν μπορεί να είναι μικρό σε διαστάσεις και να φιλοξενεί μόνο έως mini ITX μητρικές και SFX τροφοδοτικά στο εσωτερικό του, αλλά με τους έξυπνα μελετημένους χώρους του, δίνει στον κάτοχό του τη δυνατότητα να στεγάσει ένα gaming σύστημα, μιας και το συνολικό μήκος κάρτας γραφικών που μπορεί να φιλοξενήσει, είναι 330mm. Επίσης, διαθέτει χώρο για ΑΙΟ coolers διπλού ψυγείου (2x120mm), δύο θύρες USB3.0 στο front panel του, ενώ ανάλογα το χώρο σας, μπορεί να εγκατασταθεί είτε οριζοντίως, είτε καθέτως.Όλα αυτά βέβαια θα τα δούμε μαζί αναλυτικά στη σημερινή παρουσίαση και όπως κάνουμε συνήθως, θα ξεκινήσουμε από τον πίνακα με τα αναλυτικά χαρακτηριστικά του προϊόντος. Χαρακτηριστικά Αρχικά, μπορείτε να δείτε τα χαρακτηριστικά του κουτιού, τα οποία παρατίθενται στην παρακάτω φωτογραφία. To Silverstone ML07, διατίθεται σε μία χρωματική εκδοχή και η προτεινόμενη τιμή από την εταιρία είναι 57 ευρώ. Τέλος, το σημερινό κουτί συνοδεύεται από διετή εγγύηση.Συσκευασία και περιεχόμεναΗ συσκευασία του Silverstone ML07 είναι αρκετά απλή, χωρίς πολλές εικόνες και εφέ, μιας και έχει μονάχα μία πάνω της και αυτή από τη πρόσοψη του κουτιού. Τίποτα μέχρι στιγμής δε προϊδεάζει τον υποψήφιο αγοραστή για το εσωτερικό μέρος του κουτιού και σε μία από τις τέσσερις πλευρές βλέπουμε τον πίνακα με τα χαρακτηριστικά του προϊόντος. Ανοίγοντας τη συσκευασία, στο εσωτερικό βρήκαμε κάποια πράγματα παραπάνω από ότι συνήθως. Ας αρχίσουμε όμως από τα συνηθισμένα. Αρχικά είδαμε ένα αρκετά "τροφαντό" εγχειρίδιο χρήσης, το οποίο είναι γραμμένο σε δέκα γλώσσες (μέσα σε αυτές δεν είναι η Ελληνική) και αποτελείται από πολλές εικόνες αλλά και οδηγίες. Αν κάποιος από εσάς θέλει να ρίξει μια πιο κοντινή ματιά στο manual αρκεί να κάνει ένα κλικ εδώ. Στη συνέχεια ένα ακόμα όμορφο βιβλιαράκι -με έγχρωμες σελίδες- βρέθηκε στο εσωτερικό της συσκευασίας, το οποίο είναι ουσιαστικά ένα ενημερωτικό "περιοδικό" με όλα τα προϊόντα της κατασκευάστριας (μπήκε στη βιβλιοθήκη μας). Επίσης, μία έκπληξη μας περίμενε που δεν είναι άλλη από ένα Ultra slim data Sata καλώδιο, το οποίο θα το δούμε -αναλυτικά εννοείται- κατά την εγκατάσταση του συστήματος. Τα αφήσαμε όλα σε μία άκρη και πλέον τα φώτα της δημοσιότητας πέφτουν επάνω στο πρωταγωνιστή της σημερινής παρουσίασης και εν αρχή, στο ουσιαστικό στρώμα προστασίας του κουτιού, το οποίο το αποτελούν μία νάιλον σακούλα και δύο χοντρά κομμάτια από λευκό φελιζόλ. Κλείνοντας με τη συσκευασία και τα των περιεχομένων της, αφήσαμε για το τέλος τα αξεσουάρ που συνοδεύουν το κουτί, τα οποία θα μας βοηθήσουν κατά την εγκατάσταση hardware στο εσωτερικό του. Εξωτερικό μέροςΌπως ήδη έχουμε προαναφέρει το κουτί μπορεί να εγκατασταθεί είτε οριζοντίως, είτε καθέτως. Αν είστε από αυτούς που το προτιμάνε ξαπλωτό, τότε θα πρέπει να χρησιμοποιήσετε τα τέσσερα ελαστικά ημισφαίρια που υπάρχουν στα παρελκόμενα του κουτιού. Διαθέτουν ταινία διπλής όψεως και θα πρέπει να τα κολλήσετε στις τέσσερις γωνίες του κουτιού στο κάτω μέρος. Αν πάλι επιθυμείτε το κουτί όρθιο, υπάρχουν και πάλι άλλα τέσσερα λαστιχένια πόδια, τα οποία με την ειδική διαμόρφωση που έχουν, μπαίνουν σφηνωτά στους αεραγωγούς του κουτιού. Η διάταξη τοποθέτησης που τελικά θα προτιμήσετε, είναι αυτή που θα καθορίσει και την τοποθέτηση του σήματος της κατασκευάστριας, το οποίο είδαμε σταπαρελκόμενα του κουτιού. Παρακάτω παραθέτουμε εικόνα από το εγχειρίδιο χρήσης του κουτιού. Ας προχωρήσουμε όμως στη περιγραφή του κουτιού και αρχή βάζουμε από τη πρόσοψή του, η οποία αποτελείται από πλαστικό, το οποίο έχει το εφέ του βουρτσισμένου αλουμινίου.. Στα αριστερά υπάρχει μία θέση για slot loading slim drive και στα δεξιά -στο πάνω μέρος- βλέπουμε δύο θύρες USB3.0, jacks για τον ήχο και πιο κάτω, έχουμε το κουμπί εκκίνησης, τα activity LEDs και το κουμπί επανεκκίνησης. Το αριστερό πλαϊνό δεν έχει να μας επιδείξει και πολλά πέρα από τους αεραγωγούς που μπορούμε να δούμε στο επάνω και στο κάτω μέρος του πλαστικού. Αξίζει βέβαια να αναφέρουμε (αν και φαίνεται στις φωτογραφίες που ακολουθούν) ότι και εδώ το πλαστικό -όπως και στη πρόσοψη- του κουτιού διατηρεί το εφέ του βουρτσισμένου αλουμινίου. Καιρός για μία βόλτα στο πίσω μέρος του κουτιού. Στα αριστερά έχουμε τη θέση για το I/Ο αλλά και ένα μεγάλο διάτρητο τμήμα για να μπορέσει το κουτί είτε να αποβάλει, είτε να τραβήξει αέρα. Επίσης στην πρώτη φωτογραφία γίνεται αντιληπτή και η ποιότητα βαφής του κουτιού. Το στρώμα είναι αρκετά παχύ και έχει γυαλιστερή όψη. Πιο δεξιά έχουμε τα δύο PCI slots τα οποία έχουν διαφορετικό προσανατολισμό από ότι συνήθως και τέλος, ένα IEC αρσενικό βύσμα, για τη παροχή ρεύματος. Και το δεξιό πλαϊνό ακολουθεί την ίδια φιλοσοφία με το αριστερό και δεν υπάρχει κάτι περαιτέρω που να είναι άξιο σχολιασμού. Στο επάνω μέρος (αν υποθέσουμε ότι έχουμε το κουτί ξαπλωτό) διακρίνουμε μία θέση για 120mm ανεμιστήρα η οποία πέρα από το έξυπνα σχεδιασμένο grill για τη μείωση του θορύβου, δεν διαθέτει κάποιο φίλτρο. Τελευταία στάση πριν μπούμε στο εσωτερικό του σημερινού κουτιού, είναι το κάτω μέρος του. Αρχικά εντοπίζουμε δύο θέσεις για 120mm ανεμιστήρες, οι οποίες μάλιστα είναι συμβατές με διπλό ψυγείο, με απόσταση ενδιάμεσων οπών 15mm. Φυσικά λάμπει διά της απουσίας του ένα φίλτρο αέρα. Επίσης διακρίνουμε άλλο ένα άνοιγμα από το οποίο θα πάρει τις απαραίτητες ανάσες ο ανεμιστήρας του τροφοδοτικού. Και εδώ δεν υπάρχει κανένα φίλτρο. Κλείνοντας με τη βόλτα μας στο εξωτερικό του Silverstone ML07, αξίζει ένα μικρό σχόλιο στο τομέα της κατασκευής. Η εταιρία επέλεξε φυτευτά σπειρώματα, τα οποία φημίζονται για την αντοχή τους, αλλά παρά το γεγονός ότι το κουτί μπορεί να τοποθετηθεί και όρθιο, δεν πρόσεξε την κάλυψή τους, για να δώσει ένα καλύτερο αισθητικό αποτέλεσμα. Εσωτερικό μέρος Έφτασε η ώρα να δούμε τα εσώψυχα του σημερινού κουτιού. Για να γίνει αυτό πρέπει να ξεβιδώσουμε δύο βίδες (και όχι χειρόβιδες) από το πίσω μέρος της οροφής (αναφερόμαστε και πάλι σαν να είναι το κουτί ξαπλωμένο) και να τραβήξουμε το πλαϊνό προς το μέρος μας. Αρχικά να πούμε για τη μεγάλη καταστροφή της βαφής που έχει δημιουργηθεί. Οι βίδες ήταν πολύ σφικτά βιδωμένες και το αποτέλεσμα -όταν απουσιάζουν λαστιχένιες ροδέλες ή λαστιχένιες χειρόβιδες- ήταν αναμενόμενο. Το πλαϊνό είναι αρκετά άκαμπτο και στο εσωτερικό του μπορούμε να δούμε τη θέση για 120mm ανεμιστήρα, την οποία η κατασκευάστρια την έχει εξοπλίσει με τα χαρακτηριστικά εξογκώματα για να απομακρύνει τον ανεμιστήρα από το fan grill. Με τη πρώτη ματιά στο εσωτερικό μπορούμε να διακρίνουμε την κατάμαυρη βαφή, αλλά και ένα μεγάλο πλαστικό τμήμα το οποίο στηρίζεται σε συνολικά έξι βίδες. Μόλις τις ξεβιδώσαμε ρίξαμε μια πιο προσεκτική ματιά στα σημεία στήριξης, όπου η κατασκευάστρια έχει προσθέσει μεταλλικά σπειρώματα. Αυτό είναι καλό μιας και πολλές φορές έχουμε δει σπειρώματα -τα οποία είναι σε πλαστικό- να "κλωτσάνε" με τη πρώτη δυσκολία. Στο πάνω μέρος του πλαστικού -πέρα από το σήμα της εταιρίας- διακρίνουμε δύο θέσεις για δίσκους 2,5", η στήριξη των οποίων γίνεται μέσω βιδών. Στο κάτω μέρος και στα δεξιά, βλέπουμε τη θέση για slot loading slim drive και στα αριστερά, τη σφραγίδα του εργοστασίου με την ημερομηνία παραγωγής. Στο πίσω μέρος διακρίνουμε τα δύο PCI slots, τα οποία είναι εξοπλισμένα με διάτρητα brackets και για τη στήριξη της κάρτας η εταιρία παρέχει δύο βίδες. Και εδώ δεν έχουμε χρήση χειρόβιδων. Για πάμε όμως σε κάτι που δε το βλέπουμε συχνά στις παρουσιάσεις κουτιών. Όπως ήδη έχουμε αναφέρει, τα PCI slots του κουτιού δεν διατηρούν τον συνηθισμένο προσανατολισμό, αλλά είναι παράλληλα προς την επιφάνεια της μητρικής. Αυτό σημαίνει ότι η κατασκευάστρια έπρεπε να βρει κάποιον τρόπο, για να προχωρήσει ο χρήστης στην εγκατάσταση της κάρτας γραφικών. O τρόπος αυτός δεν είναι άλλος από ένα PCI extender, το οποίο θα κουμπώσει με την αρσενική υποδοχή του στη μητρική και η κάρτα θα εγκατασταθεί στην θηλυκή με τη βοήθεια ενός ακόμα PCI adapter που συναντήσαμε στα παρελκόμενα. Η κατασκευή είναι πολύ απλή μιας και ουσιαστικά μιλάμε για μία προέκταση -να το πούμε απλά- και πάνω στο μαύρο PCB, εντοπίζουμε τέσσερις smd πυκνωτές. Στο μόνο σημείο που θα διαφωνήσουμε με την κατασκευάστρια, είναι στα πλαστικά σπειρώματα που στηρίζεται το PCI extender και φαίνονται στην ακριβώς από πάνω φωτογραφία. Επειδή το βάλε-βγάλε της κάρτας, απαιτεί και μία πίεση, καλό θα ήταν για τη μακροβιότητα των σπειρωμάτων να βλέπαμε είτε εξολοκλήρου μεταλλικά (δεν υπάρχει φόβος βραχυκυκλώματος) είτε φυτευτά μεταλλικά, όπως είδαμε στο πλαστικό εγκατάστασης των συσκευών. Για να δούμε τι άλλο κρύβεται στο εσωτερικό του σημερινού κουτιού. Αρχικά πίσω ακριβώς από το front panel, υπάρχει η θέση για το SFX τροφοδοτικό που μπορεί να φιλοξενήσει το κουτί και επίσης ακριβώς πάνω από αυτήν, μπορεί να εγκατασταθεί ένας δίσκος 3,5" με τη χρήση βιδών. Αξίζει να σημειωθεί βέβαια ότι δεν υπάρχει καμία λαστιχένια επένδυση, συνεπώς ελπίζουμε να μην έχετε "κουνιστό" δίσκο. Η αφαίρεση του PSU bracket είναι υποχρεωτική, τόσο για να μπορέσετε να εγκαταστήσετε το τροφοδοτικό, όσο και για να καταφέρετε να βιδώσετε και τις τέσσερις βίδες του δίσκου 3,5". Φυσικά όσον αφορά το δεύτερο, η εταιρία θα μπορούσε να μεριμνήσει και να έχει στα παρελκόμενα του κουτιού έστω δύο χειρόβιδες, γεγονός που θα βοηθούσε στην απεγκατάσταση και εγκατάσταση του δίσκου, χωρίς να απαιτείται και η αφαίρεση όλου του PSU bracket. Το bracket με τη σειρά του στηρίζεται σε τέσσερις βίδες, με δύο από αυτές να είναι ανάμεσα σε bracket και πρόσοψη (δεύτερη φωτογραφία παρακάτω). Η πρόσβαση σε αυτές δεν είναι ούτε εύκολη, αλλά ούτε και αδύνατη, ίσως όμως αν από τη μεριά της πρόσοψης υπήρχαν δύο αυτάκια στη λαμαρίνα του bracket που θα συρταρώνανε σε αντίστοιχες υποδοχές στην εσωτερική πλευρά της πρόσοψης, να ήταν πιο φιλικός ο τρόπος προς τον χρήστη, καθώς θα απαιτούσε το ξεβίδωμα μόνο των δύο "ορατών" βιδών. Αφού αφαιρέσαμε το bracket, μπορούμε πλέον να δούμε το άνοιγμα στο κάτω μέρος, για να πάρει το τροφοδοτικό τις απαραίτητες ανάσες, την απουσία και εδώ λαστιχένιων επενδύσεων για την αποφυγή τυχόν κραδασμών και επίσης ένα καλώδιο με θηλυκό ρευματοδότη ICE, το οποίο θα κουμπώσει στο πίσω μέρος του τροφοδοτικού. Στο εσωτερικό του πλαϊνού και εκεί όπου θα βρίσκεται το πίσω μέρος του τροφοδοτικού, υπάρχει ένα διάτρητο τμήμα έτσι ώστε σε συνδυασμό με τουςαεραγωγούς που είδαμε στο εξωτερικό μέρος του κουτιού, να μπορέσει το τροφοδοτικό να αποβάλει τη θερμότητα από το εσωτερικό του. Κάπου εδώ τριγύρω είχαμε αφήσει το PSU bracket και φυσικά δε γίνεται να μην κάνουμε μερικά σχόλια. Αρχικά στο πίσω μέρος του, φαίνονται οι οπές όπου θα βιδωθεί το τροφοδοτικό. Στο εσωτερικό του μπορούμε να δούμε δύο διαμορφώσεις της λαμαρίνας (δεύτερη φωτογραφία που ακολουθεί) οι οποίες θα το κρατούν όσο γίνεται πιο σφιχτά μέσα στο bracket και επίσης, μερικές ακόμα διαμορφώσεις που συντελούν στο να είναι άκαμπτο. Αφήνουμε τη θέση για το τροφοδοτικό και ακριβώς δίπλα της, βλέπουμε τη θέση όπου θα εγκατασταθεί η μητρική. Οι αποστάτες έρχονται προεγκατεστημένοι και τα σπειρώματα -όπως είδαμε και κατά τη πλοήγησή μας στο εξωτερικό μέρος- είναι φυτευτά. Παραδίπλα είναι το σημείο όπου βρίσκονται οι PCI θέσεις του κουτιού και βλέπουμε και από την εσωτερική μεριά πλέον τη θέση 2x120mm. Αφού κάναμε τη γύρα μας στο εσωτερικό, ακριβώς μπροστά από το τροφοδοτικό υπάρχει ένα κομμάτι λαμαρίνας το οποίο μπορεί να φιλοξενήσει έναν δίσκο 2,5". Στην περίπτωση που δεν θέλετε να το χρησιμοποιήσετε, μπορείτε να το αφαιρέσετε ξεβιδώνοντας δύο βίδες και τραβώντας, μιας και από τη μεριά που ενώνεται με τη πρόσοψη του κουτιού είναι κουμπωτό. Κλείνοντας και με αυτή τη σελίδα της σημερινής παρουσίασης, αφήσαμε για το τέλος τα καλώδια του front panel. Δεν υπάρχει κάτι διαφορετικό εδώ και αξίζει να αναφέρουμε ότι το κουτί έρχεται με εσωτερικό 20pin USB3.0 καλώδιο. Εγκατάσταση συστήματος Το σύστημα της δοκιμής αναφέρεται παρακάτω: Σύστημα Δοκιμής Επεξεργαστής Intel Pentium G2020 Μητρική Κάρτα Gigabyte H61N-USB3 Μνήμες Kingston HyperX Grey Edition KHX1600C9D3X2K2/4G Ψύκτρα Cooler Master Vortex Plus SSD OCZ Agility Σκληρος Δίσκος Samsung f3 Spinpoint 1TB Κάρτα Γραφικών Asus 6850 Direct CU Τροφοδοτικό Silverstone SFX Series ST45SF-G Gold Αυτό το στάδιο σε ένα case review, είναι ίσως το πιο σημαντικό. Εδώ κρίνεται η χρηστικότητα ενός κουτιού και κατά κανόνα, εδώ βγάζει τα σημαντικότερα ελαττώματά του.Αρχικά τη θέση της πήρε η μητρική και μετρήθηκε το μέγιστο ύψος ψύκτρας επεξεργαστή το οποίο μπορεί να δεχθεί το σημερινό κουτί. Το μέτρο μας έδειξε88mm, συνεπώς η γερασμένη πλέον αλλά πετυχημένη Vortex Plus, δεν είχε κανένα θέμα να πάρει και αυτή με τη σειρά της τη θέση της στο εσωτερικό του Silverstone ML07. Αμέσως μετά το SFX τροφοδοτικό το οποίο είχαμε στη κατοχή μας πήρε και αυτό τη θέση του, με τον σκληρό δίσκο να αναπαύεται στο ρετιρέ. Εδώ θέλει λίγο προσοχή για να μην χτυπάτε το κεφάλι σας αργότερα. Αν το SFX τροφοδοτικό που διαθέτετε, έχει στο πίσω μέρος διακόπτη ON/OFF, προσέξτε να τον έχετε στη θέση ON, καθώς μόλις θα βιδωθεί το cage στο εσωτερικό του κουτιού, δεν θα έχετε καμία πρόσβαση σε αυτόν. Για να σας δώσουμε ένα παράδειγμα χρησιμοποιήσαμε το δεύτερο SFX τροφοδοτικό που έχουμε στη κατοχή μας (Silverstone ST30SF 300W), μιας και το ST45SF-G Gold δεν διαθέτει διακόπτη στο πίσω μέρος. Μιας και αναφέραμε το ST45SF-G Gold να ευχαριστήσουμε θερμά την Silverstone για τη παραχώρησή του και σας παραθέτουμε μερικές φωτογραφίες για να πάρετε μία γεύση. Πριν προχωρήσουμε παρακάτω να πούμε ότι χρειάζεται προσοχή στην επιλογή τύπου SFX τροφοδοτικού για το ML07. Θα πρέπει να επιλέξετε κάποιο με επίπεδη λαμαρίνα στη θέση όπου υπάρχει ο ανεμιστήρας και όχι κάποιο με περιμετρικό εξόγκωμα. Αμέσως μετά με το PCI extender, μπήκε και η κάρτα γραφικών στη θέση της και με τις δύο βίδες, βιδώθηκε πάνω στις PCI θέσεις. Απο τα παρελκόμενα πήραμε τα δύο brackets που στηρίζουν την κάρτα γραφικών για να μη λυγίζει μέσα στο κουτί και βάση του manual προχωρήσαμε στην πλήρη στήριξή της. Όλα καλά πήγανε μέχρι εδώ με την κάρτα γραφικών, αλλά το πρόβλημα εμφανίστηκε μόλις πήγαμε να εγκαταστήσουμε το όλο σύστημα μέσα στο κουτί. Το τροφοδοτικό διαθέτει δύο PCI-e καλώδια, αλλά όχι ξεχωριστά, καθώς το ένα 6pin βγαίνει το άλλο. Το αποτέλεσμα σε τέτοιες συνδεσμολογίες είναι το μικρό κομμάτι -από το ένα βύσμα στο άλλο- να είναι σχεδόν σαν κούτσουρο και να μην λυγίζει, ή αν προσπαθήσει κάποιος να το λυγίσει, το πιο πιθανό είναι να τα καταφέρει, αφού όμως πρώτα κάνει ζημιά στη κάρτα γραφικών του. Το πρόβλημα ξεπεράστηκε με τη χρήση extension, αλλά το τραγελαφικό του πράγματος είναι ότι το τροφοδοτικό που χρησιμοποιήσαμε είναι της κατασκευάστριας. Οπότε το πρόβλημα που συναντήσαμε το παίρνουμε ακόμα πιο σοβαρά υπόψιν στην τελική βαθμολογία. Λίγο πριν το τελικό συμμάζεμα, εγκαταστήσαμε και τον SSD στο εσωτερικό του κουτιού με τέσσερις βίδες. Αν θυμάστε κατά το άνοιγμα της συσκευασίας στο εσωτερικό είχαμε βρει και ένα Data Sata καλώδιο το Silverstone CP11. Το καλώδιο βγαίνει σε δύο μεγέθη, ένα αυτό της παρουσίασης με μήκος 30cm και ένα χρώματος μαύρου, με μήκος 50cm. Είναι ένα εντυπωσιακό προϊόν και σώζει όταν ο χώρος είναι πολύ μικρός. Πολλές φορές οι χρήστες δε μπορούν να χρησιμοποιήσουν κάποιες θύρες sata της μητρικής τους, επειδή η κάρτα γραφικών περνάει πάνω από αυτές. Με το CP11, αυτό δε θα είναι πρόβλημα μιας και , του δίνει μεγάλη ευελιξία. Επίσης, επειδή αποτελείται από δύο καλώδια με πολύ μικρή διάμετρο, έχει μεγάλη ελαστικότητα και αυτό θα εκτιμηθεί από τον κάτοχο σε σημεία όπου οι -με τα συνηθισμένα καλώδια- επέτρεπαν μόνο τη χρήση straight βυσμάτων, μιας και αυτά με την 90άρα γωνία κρύβανε κάποιες από αυτές. Με το συγκεκριμένο προϊόν όμως και αυτό το πρόβλημα. Το τελικό αποτέλεσμα κρίνεται ικανοποιητικό αν και στα παρελκόμενα θα περιμέναμε κάποια δεματικά καλωδίων μιας και χρειαστήκαμε κάποια για να μαζέψουμε όσο ήταν δυνατόν τα καλώδια στο εσωτερικό. Επίσης, θα θέλαμε να δούμε και κάποιες δέστρες στο εσωτερικό του κουτιού για ακόμα περισσότερη ευκολία κατά το cable management. Κλείνοντας και πριν προχωρήσουμε στις μετρήσεις μας να πούμε ότι το κουτί λόγω του μικρού του μεγέθους, δεν είναι και το πιο user friendly στο να αφαιρεθεί κάτι από το εσωτερικό του, χωρίς να απαιτήσει την αφαίρεση κάποιου άλλου εξαρτήματος. Αν για παράδειγμα ο χρήστης θέλει να βγάλει τον δίσκο 3,5", θα πρέπει να ξεβιδώσει το psu bracket, να προχωρήσει εκ νέου σε εγκατάσταση και βίδωμα. Και όλα αυτά, να γίνονται σε απόσταση μερικών χιλιοστών από τη μητρική. Ένα πρόβλημα που -όπως ήδη αναφέραμε- θα μπορούσε να λυθεί πολύ απλά και ανέξοδα με μερικές χειρόβιδες UNC 6-32. Μετρήσεις θερμοκρασιώνAς δούμε τι γίνεται με τις θερμοκρασίες του hardware που τοποθετήσαμε στο εσωτερικό του Silverstone ML07. Εδώ να σημειώσουμε τα εξής: Το στρεσάρισμα του επεξεργαστή έγινε με το OCCT ver. 4.4.0 και πιο συγκεκριμένα το CPU:LINPACK για τον συνολικό χρονικό διάστημα των 15 λεπτών, με Idle Periods 1 λεπτό και 5 λεπτά κατά την αρχή και το τέλος του test αντίστοιχα. To στρεσάρισμα της κάρτας γραφικών έγινε με το Furmark ver. 1.13.0.0 για 5 λεπτά σε ανάλυση 1280x720 και με επιλογές στα Options, Dynamic Backround και Burn in, ενώ το anti-aliasing έμεινε στο off. Και ο επεξεργαστής και η κάρτα γραφικών βρίσκονταν σε stock συχνότητες. H ελάχιστη θερμοκρασία των σκληρών δίσκων λήφθηκε μετά από τη λειτουργία του συστήματος σε κατάσταση ηρεμίας για μισή ώρα. Τέλος, η θερμοκρασία δωματίου κατά την διάρκεια των τεστ ήταν στους 25°C Στις θερμοκρασίες τα πήγε αρκετά καλά, αν και το περιμέναμε. Απέναντι από το CPU cooler υπάρχει άνοιγμα, όπως και απέναντι από τη κάρτα γραφικών. Η δε απουσία φίλτρων επέτρεψε στον αέρα να εισέλθει στο εσωτερικό και μόνη παραφωνία ήταν η θερμοκρασία στο σκληρό δίσκο. Μετρήσεις θορύβου και πίεσης δεν πήραμε, μιας και το κουτί έρχεται χωρίς κανένα ανεμιστήρα στο εσωτερικό του. Διαθέσιμοι χώροι για το στήσιμο υδρόψυξης Tο στήσιμο υδρόψυξης σε τέτοιου στυλ κουτιά να πω ότι δε το πολυσυμπαθώ, αλλά μιας και η κατασκευάστρια δίνει τη δυνατότητα να γίνει κάτι τέτοιο σε τόσο περιορισμένο χώρο, δε μπορώ να το αφήσω να περάσει ασχολίαστο. Αρχικά να αναφέρω ότι το κουτί έχει θέσεις για 1x120mm και 2x120mm ψυγεία. Η πρώτη είναι ακριβώς απέναντι από τον επεξεργαστή και η δεύτερη, ακριβώς απέναντι από τη κάρτα γραφικών. Συνεπώς και οι δύο θέσεις υπόκεινται σε κάποιους περιορισμούς. Αρχικά ας μιλήσουμε για τη θέση απέναντι από τον επεξεργαστή, η οποία είναι και θέση για μονό ψυγείο. Πέρα από το ύψος του block που θα χρησιμοποιηθεί, σημαντικό ρόλο θα παίξουν και οι παθητικές ψύκτρες της μητρικής τριγύρω από τον επεξεργαστή και επίσης το ύψος των μνημών, ανάλογα φυσικά τη μητρική σας και που έχει τα ram slots. Αυτό που μπορώ να σας πω, για να το έχετε υπόψιν σας, είναι ότι η απόσταση από την επιφάνεια του επεξεργαστή μέχρι και το πλαϊνό, είναι σχεδόν 90mm όπως είχαμε μετρήσει κατά την εγκατάσταση της ψύκτρας. Από εκεί και πέρα, τι πάχους ψυγείο με τι ανεμιστήρα θα χωρέσει μέσα, εξαρτάται όπως είπα από πολλούς παράγοντες που έχουν να κάνουν ανάλογα το hardware του καθενός σας. Για τη θέση 2x120mm η οποία είναι απέναντι από τη κάρτα γραφικών, έχουμε να αναφέρουμε αρκετά. Αρχικά όσον αφορά την κάρτα γραφικών της παρουσίασης, η οποία έχει ένα τυπικό σύστημα ψύξης και πιάνει και τα δύο διαθέσιμα PCI slots του κουτιού, να πούμε ότι άφησε μόλις 33mm χώρο μέχρι το πλαϊνό. Οπότε, με μία κάρτα γραφικών αναλόγων διαστάσεων, δεν μπορείτε να εγκαταστήσετε κάποιο σύστημα έτοιμης υδρόψυξης μιας και ο ανεμιστήρας από μόνος του είναι 25mm σε πάχος. Επειδή δεν είχα στη κατοχή μου κάποια κάρτα μονού slot προχώρησα σε μέτρηση της απόστασης από το πλαϊνό, μέχρι το PCB της κάρτας γραφικών και το παχύμετρο έδειξε 70mm. Οπότε, αν δεν χρησιμοποιήσετε κάποια κάρτα γραφικών αλλά αρκεστείτε στην ενσωματωμένη του επεξεργαστή, ένα AIO θα χωρέσει με σχετική άνεση. Κλείνοντας και επιστρέφοντας στο bracket για εγκατάσταση δίσκου 2,5" η κατασκευάστρια έχει οπές για να εγκατασταθεί μία αντλία Laing DDC για όσους θέλουν να στήσουν ένα custom σύστημα υδρόψυξης στο εσωτερικό του κουτιού. Σε αυτήν την περίπτωση, αν θελήσετε να βάλετε και την κάρτα γραφικών στο κύκλωμα, θα πρέπει να προσέξετε να μην έχει τροφοδοσία με τα δύο εξάπινα ή οκτάπινα το ένα πάνω στο άλλο. Όπως καταλαβαίνετε, οι περιορισμοί είναι πολλοί, κάτι που είναι φυσιολογικό λόγω της γεωμετρίας του κουτιού. Το αν θα το τολμήσετε και αν αξίζει η όχι μέσα σε τόσο μικρό χώρο, να τα "κάνετε μούσκεμα", το αφήνω στη κρίση σας. Απολογισμός Ένα ακόμα review φτάνει στο τέλος του, το οποίο πραγματικά τα είχε όλα. Και κουτί από την κατασκευάστρια και τροφοδοτικό, αλλά και ένα Data Sata καλώδιο. Το προϊόν όταν έγραφα την είδηση οφείλω να παραδεχτώ ότι με είχε εντυπωσιάσει, μιας και σε μικρό χώρο κατάφερε η κατασκευάστρια να χωρέσει αρκετά πράγματα, όπως τρεις δίσκους 2,5", αλλά και έναν 3,5". Επίσης, μπορεί να φιλοξενήσει κάρτες γραφικών διπλού Slot και μήκους 33cm και όλα αυτά στην τιμή των 57ευρώ. Παρόλο που περιμετρικά αποτελείται από πλαστικά κομμάτια, το φινίρισμα με το εφέ του βουρτσισμένου αλουμινίου το κατατάσσει εύκολα σε κουτιά που μπορούν να μπουν σε ένα σαλόνι, κάτω από την τηλεόραση. Και μιας και είπα κάτω, μέσα σε όλα αυτά έρχεται η δυνατότητα που δίνεται στο χρήστη, να το εγκαταστήσει είτε πλαγιαστό, είτε όρθιο. Όλα αυτά τα χαρακτηριστικά είναι ωραία και καλοδεχούμενα, αλλά δυστυχώς η εικόνα του κουτιού συνολικά, δεν είναι και η καλύτερη μετά τη σημερινή παρουσίαση. Σε μερικά πράγματα στη βαθμολογία μου είμαι πιο σκληρή από ότι σε άλλα. Κάποιοι θα συμφωνήσετε μαζί μου και κάποιοι όχι, οπότε θα αναλύσω λίγο τη σκέψη μου και τον τρόπο βαθμολόγησης. Στον τομέα των χαρακτηριστικών έχασε το πεντάρι αρχικά για την παντελή έλλειψη φίλτρων σκόνης. Εν έτει 2014 το θεωρώ ασυγχώρητο από μία κατασκευάστρια του μεγέθους της Silverstone. Επίσης, έχασε μιας και δεν έρχεται με κανέναν ανεμιστήρα προεγκατεστημένο στο εσωτερικό του, συν το γεγονός ότι παρόλο που χρησιμοποίησα τροφοδοτικό της κατασκευάστριας, χρειάστηκα ένα extension για να καταφέρω να βάλω την κάρτα γραφικών στη θέση της. Στον τομέα της τιμής έχασε το πεντάρι μιας και στο εύρος που κινείται το προϊόν -συν όσα έχουμε δει στις πρόσφατες παρουσιάσεις- θεωρώ ότι ήταν δυνατόν να το εξοπλίσουν έστω με φίλτρα ενάντια στη σκόνη. Στον τομέα της χρηστικότητας έχασε το πεντάρι για δύο λόγους. Ο ένας έχει να κάνει με τη διαδικασία απεγκατάστασης και εγκατάστασης δίσκου 3,5", η οποία για να πραγματοποιηθεί, ο χρήστης θα πρέπει να αφαιρέσει και το τροφοδοτικό μαζί, που όπως είδαμε δεν είναι και η πιο ευχάριστη διαδικασία. Αν η κατασκευάστρια είχε μεριμνήσει να έχει δύο χειρόβιδες στα παρελκόμενα, θα έδινε την δυνατότητα στο χρήστη να αφαιρέσει το δίσκο χωρίς καν να πειράξει τη θέση για το τροφοδοτικό. Τόσο απλό, αλλά τόσο μακριά από την υλοποίηση το παραπάνω. Ο άλλος λόγος έχει να κάνει με το τροφοδοτικό, το οποίο αν έχει διακόπτη στο πίσω μέρος, τότε ο χρήστης θα πρέπει να φροντίσει πριν το εγκαταστήσει να τον έχει στη θέση ΟΝ μόνιμα, εκτός αν έχει κέφια να βγάζει και να ξαναβάζει hardware στο εσωτερικό. Κλείνοντας στον τομέα των επιδόσεων το κουτί τα πήγε αρκετά καλά, μιας και απέναντι από τα "θερμά" εξαρτήματα είχε fan grills και η μόνη παραφωνία, ήταν η θερμοκρασία στο σκληρό δίσκο ο οποίος σαραντάρισε. Πλεονεκτήματα Καλή ποιότητα βαφής και κατασκευής. Μικρές διαστάσεις. Δυνατότητα να εγκατασταθεί όρθιο ή ξαπλωτό, ανάλογα το χώρο που προορίζεται. Μπορεί να φιλοξενήσει ένα αξιοπρεπές CPU cooler και μακριές κάρτες γραφικών. Αρκετά καλές θερμοκρασίες. Δύο θύρες USB3.0 στο front panel. Υπό προϋποθέσεις μπορεί να φιλοξενήσει υδρόψυξη. Σύστημα στήριξης της κάρτας γραφικών. Αρκετές θέσεις δίσκων. Αναλυτικό εγχειρίδιο χρήσης. Μειονεκτήματα Απουσία φίλτρων. Κανένας προεγκατεστημένος ανεμιστήρας. Η εγκατάσταση κάρτας -χωρίς τη χρήση extension- εξαρτάται από τη διάταξη των καλωδίων του τροφοδοτικού. Δεν υπάρχει πρόσβαση στο πίσω μέρος του τροφοδοτικού στο διακόπτη ON/OFF. Η απεγκατάσταση δίσκου 3,5", γίνεται μόνο αν απεγκατασταθεί το bracket του τροφοδοτικό. Δεν διατίθεται USB3.0 σε USB2.0 μετατροπέας. Με βάση όλα τα παραπάνω, η γενική βαθμολογία που απέσπασε το Silverstone Milo ML07 δεν μπορεί να είναι μικρότερη από: Και λίγο πριν πέσει η αυλαία, μερικά λόγια για το Data Sata καλώδιο CP11, το οποίο μας έστειλε η κατασκευάστρια. Είναι ένα προϊόν που κυριολεκτικά σώζει στις δύσκολες στιγμές. Πολλές φορές βρέθηκα αντιμέτωπη με τα προβλήματα τα οποία λύνει και αναρωτιόμουν γιατί δε κάνουν κάτι; Να λοιπόν που αυτό το κάτι έγινε και ευτυχώς μου δόθηκε η ευκαιρία να το δω και από κοντά. Αν είστε από αυτούς που η κάρτα γραφικών σας είναι ακριβώς πάνω από τις θέσεις Sata της μητρικής σας ή από αυτούς που δεν συμπαθείτε τα Straight sata καλώδια που εξέχουν από τη μητρική, τότε με τα συγκεκριμένα καλώδια λύνετε μια για πάντα το πρόβλημά σας. Το προϊόν διατίθεται σε δύο μήκη, ένα των 30cm και ένα των 50cm και η τιμή του CP11 είναι στα 7,50 ευρώ σε γνωστό ευρωπαϊκό κατάστημα, ενώ στην Ελληνική αγορά βρίσκεται στα 8.64 ευρώ. Τσιμπημένη η τιμή, αλλά αν είστε ανάμεσα στο δίλημμα αγοράζω το καλώδιο ή δεν μπορώ να εγκαταστήσω το δίσκο μου στη θύρα sata της μητρικής, τότε η αγορά του είναι μονόδρομος. Με βάση όλα τα παραπάνω το Silverstone CP11 αποσπά το Editor's Choice Award του Thelab.gr. Ευχαριστούμε θερμά την Silverstone για τη παραχώρηση των δειγμάτων της δοκιμής. karmen1983 16/07/2014
  10. Δυόμιση χρόνια πέρασαν σχεδόν, από την τελευταία παρουσίαση ενός κουτιού της σειράς Grandia της Silverstone. Μπορεί που λέτε να πέρασε καιρός αλλά αυτό δε σημαίνει ότι ξεχαστήκαμε. Εδώ είμαστε για να δούμε εκτός από τα κλασικά cases και κάτι διαφορετικό που περνάει κατά καιρούς από τον πάγκο του TheLab.gr.Το επόμενο "θύμα" είναι το Silverstone Grandia GD10. Μπορεί η πρώτη επαφή μας με ανάλογο κουτί να έγινε όταν ήμασταν φρέσκοι στο κουρμπέτι, αλλά πλέον μετά από αρκετά reviews, έχουμε και την εμπειρία και την όρεξη να "ξεκοκκαλίσουμε" το Grandia GD10, αν και η αποστολή που έχουμε να επιτελέσουμε είναι πιο δύσκολη από αυτή του GD08. Ο προκάτοχος βέβαια εδώ που τα λέμε είχε μία MSRP (προτεινόμενη τιμή κατασκευαστή) σχεδόν διπλάσια, αλλά αυτό επηρεάζει μόνο έναν τομέα της βαθμολογίας μας.Το αν ο νέος είναι ωραίος, θα φανεί μέσα στις επόμενες σελίδες. Αν είστε από αυτούς που ψάχνετε ένα κουτί για το σαλόνι σας να εκτελέσει τα χρέη του media center σας, αλλά ταυτόχρονα και της παιχνιδομηχανής σας, αυτό το review είναι κομμένο και ραμμένο στα μέτρα σας. Το μόνο που έχετε να κάνετε, είναι να μας ακολουθήσετε στις επόμενες σελίδε ς.Χαρακτηριστικά προϊόντος Aρχικά, μπορείτε να δείτε τα χαρακτηριστικά του κουτιού, τα οποία παρατίθενται στην παρακάτω φωτογραφία. Η εγγύηση δε του κουτιού είναι διετής και η προτεινόμενη τιμή από τη κατασκευάστρια είναι 77,90€ συμπεριλαμβανομένων των φόρων.Συσκευασία και περιεχόμενα Tο κουτί έρχεται σε μία καλαίσθητη συσκευασία. Πρώτη μούρη ή αν θέλετε πρώτο τραπέζι πίστα, είναι το USB3.0 ready, τα βασικά χαρακτηριστικά του προϊόντος, όπως και κάποια QR codes που οδηγούν στη σελίδα της κατασκευάστριας. Αν και η συσκευασία είναι σχετικά εύκολη στη μεταφορά -λόγω του μικρού ύψους- αυτό δεν εμπόδισε την Silverstone να έχει δύο χειρολαβές στα πλάγια για να βοηθήσει τον χρήστη κατά την μεταφορά. H προστασία δε μένει μόνο στο φαίνεσθαι, αλλά έχει συνέχεια και στο είναι. Και το είναι τι μπορεί να είναι άραγε πέρα από δύο χοντρά κομμάτια φελιζόλ μαζί με μία νάιλον σακούλα; Και από ότι καταλάβατε στα χέρια μας έφτασε σώο και αβλαβές. Επομένως καλό είναι να δούμε και τι άλλο έχει μέσα η συσκευασία ξεκινώντας από τα παρελκόμενα τα οποία θα μας φανούν χρήσιμα κατά την εγκατάσταση του συστήματος. Το manual του κουτιού, ή για όσους αγαπούν την ελληνική γλώσσα (ποιος δεν την αγαπά άλλωστε, όταν λέξεις της υπάρχουν σε όλες τις γλώσσες του κόσμου; ) το εγχειρίδιο χρήσης, είναι γραμμένο στην Αγγλική και μπορείτε να το βρείτε σε ηλεκτρονική μορφής εδώ. Ναι για μία ακόμα φορά μας έπιασε ο πατριωτισμός μας, αλλά όπως και να έχει, θέλουμε να δούμε το έξω αλλά και το μέσα του κουτιού. Για πάμε... Εξωτερικό Μέρος Silverstone Grandia GD10 Tο κουτί σαν διαστάσεις συμβαδίζει με αυτές ενός κοινού ενισχυτή ήχου. Ανάλογα το μοντέλο παίζει μερικά εκατοστά πάνω ή κάτω, αλλά σε γενικές γραμμές είναι στα ίδια πλαίσια. Στο μπροστινό μέρος είναι αλουμινένιο με επένδυση πλαστικού και στα πλαϊνά, έχει τις εισόδους αέρα, όλες εξοπλισμένες με φίλτρα μελετημένα από την κατασκευάστρια για να έχει όσο το δυνατό μικρότερα επίπεδα θορύβου. Η πρόσοψη στο μεγαλύτερο ποσοστό της επιφάνειάς της, είναι μία πόρτα και στα αριστερά μόνο βλέπουμε ένα μη ανοιγόμενο τμήμα, το οποίο και φέρει το σήμα της κατασκευάστριας στο επάνω μέρος, ενώ κάτω βλέπουμε τα activity και power LED. Στο μέσο υπάρχει μία κλειδαριά με τις ενδείξεις κλειδωμένου ή μη και στα δεξιά μία υποδοχή/πατούρα για το δάχτυλό μας, προφανώς για να ανοίξουμε την πόρτα που καλύπτει την ντροπαλή πρόσοψη του κουτιού. Λέτε να μη του βάζαμε χέρι; Αν είναι δυνατόν δηλαδή... Φυσικά και βάλαμε, όχι χέρι αλλά για να περιγράφουμε σωστά, απλά δάχτυλο και η πόρτα ξεδιπλώθηκε... Στο εσωτερικό της πόρτας βλέπουμε δύο θύρες USB3.0, jack θηλυκά για ακουστικά και μικρόφωνο όπως επίσης και τα κουμπιά εκκίνησης και επανεκκίνησης. Προς το κέντρο υπάρχει ο μηχανισμός κλειδώματος με ένα ζεύγος από μαγνήτες και τέρμα δεξιά,τη μία και μοναδική θέση για 5,25" και ο μηχανισμός ανοίγματος και κλεισίματος της πόρτας. Το αριστερό μέρος του κουτιού είναι εξοπλισμένο με δύο φίλτρα πάνω στα οποία υπάρχουν οι ενδείξεις PULL. Ε δεν είχαμε από το να τα τραβήξουμε και να δούμε δύο ποιοτικά φίλτρα με πλαστικά νεύρα πάνω τους, τα οποία κύριο σκοπό -πέρα από το να κρατήσουν τη σκόνη μακριά από το εσωτερικό- έχουν τα μειωμένα επίπεδα θορύβου. Η θέση αριστερά δεν έχει κάποιες οπές για να βιδώσουμε ανεμιστήρα, αλλά αυτό είναι λογικό μιας και εκεί είναι η θέση για το τροφοδοτικό. Στα δεξιά βλέπουμε τον έναν εκ των τριών ανεμιστήρων 120mm, που έρχονται μαζί με το κουτί. Επίσης, υπάρχει υποδοχή για να εγκατασταθεί κάποιος ανεμιστήρας 80mm αλλά κάτι τέτοιο δε νομίζουμε να το επιλέξει κάποιος. Καλός είναι και ο 120άρης. Στα μετόπισθεν το κουτί έχει αρκετά να επιδείξει... Αρχικά στην αριστερή πλευρά βλέπουμε δύο θέσεις για ανεμιστήρες 80mm με μεγάλο εξόγκωμα στη διάτρητη λαμαρίνα για μείωση του θορύβου και ακριβώς από κάτω τους, τη θέση για το I/O shield της μητρικής. Στη δεξιά πλευρά βλέπουμε τα επτά συν ένα PCI covers τα οποία είναι μεταλλικά, αφαιρούμενα και διάτρητα σε ασημί χρωματισμό και ακόμα πιο δεξιά τη θέση για το τροφοδοτικό. Το δεξιό πλαϊνό κινείται στην ίδια φιλοσοφία με το αριστερό, μόνο που εδώ έχουμε ένα ενιαίο φίλτρο και για τις δύο θέσεις ανεμιστήρων. Επίσης, πλέον υπάρχει η ένδειξη PUSH αντί για PULL επάνω του και αφαιρώντας το, αντικρίζουμε δύο ανεμιστήρες 120mm εισαγωγής αέρα με τα σχέδια του μετάλλου να αποσκοπούν στα μειωμένα επίπεδα θορύβου. Η οροφή του κουτιού είναι στο μεγαλύτερο ποσοστό της από μασίφ κομμάτι λαμαρίνας και μόνο ένα μικρό τμήμα της -ακριβώς πάνω από τις θέσεις PCI- είναι διάτρητο. Από εκεί -όπως και από οποιοδήποτε άλλο άνοιγμα- θα αποδράσει ο περίσσιος αέρας που θα υπάρχει στο εσωτερικό του κουτιού εν ώρα λειτουργίας. Μη ξεχνάτε ότι μετρήσαμε τρεις ανεμιστήρες 120mm και οι τρεις ήταν εισαγωγής αέρα. Φροντίστε λοιπόν τα σεμεδάκια να τα αφήσετε στο συρτάρι και όχι πάνω στο Grandia GD10. Όσοι με διαβάζετε καιρό θα σας φάνηκε περίεργο που δεν έχω σχολιάσει ακόμα τη βαφή του κουτιού. Απλά ήθελα να δω πόσοι από εσάς μέχρι και τη στιγμή που φτάσατε να διαβάζετε αυτή τη πρόταση, διαπιστώσατε κάποιο πρόβλημα ή όχι. Η φωτογραφία που ακολουθεί είναι πραγματικά αποκαλυπτική. Το κουτί είναι μάλλον στα εφηβικά του χρόνια και παρουσιάζει ακμή! Ναι καλά διαβάσατε αλλά και είδατε. Τα μπιμπίκια κάνουν την εμφάνισή τους σε όλο το εξωτερικό μέρος του κουτιού και φυσικά επικοινωνήσαμε με την κατασκευάστρια για να μας πει τι και πως. Η απάντηση που πήραμε είναι ότι δεν έχουμε κάποιο "κακό" δείγμα, αλλά ότι αυτή είναι η κανονική βαφή του Grandia GD10, το οποίο έρχεται σε αντίθεση με μία από τις πολλές φωτογραφίες που έχει η Silverstone στο δικτυακό της τόπο. Το αν το παρακάτω είναι φυσιολογικό αποτέλεσμα κατά την εφαρμογή ηλεκτροστατικής βαφής δε νομίζουμε να χωράει αμφιβολία. Κάποιο λάθος έχει γίνει και παρόλο που το ψάξαμε αρκετά σε διάφορους επαγγελματίες που ασχολούνται με βαφές, κανένας δεν μας είπε ότι κάτι τέτοιο είναι φυσιολογικό. Άλλοι είπαν ότι η ποιότητα της πούδρας δεν ήταν καλή, άλλοι είπαν ότι δε καθαρίστηκε καλά η επιφάνεια πριν γίνει η εφαρμογή της βαφής και άλλοι μίλησαν για πρόβλημα στο μπεκ ψεκασμού. Αυτό δηλαδή που σκεφτήκαμε και εμείς ευθύς αμέσως μόλις αντικρίσαμε το κουτί. Και επειδή είμαστε στο TheLab.gr και δεν αφήνουμε κάτι ποτέ στα λόγια, όπως επίσης δεν υπάρχει κάποιος λόγος να πιστέψουμε τους βαφείς και όχι την εταιρία, το πήγαμε λίγο παραπέρα. Πήραμε ένα ξυραφάκι και κάναμε το αυτονόητο. Το σύραμε πάνω στην επιφάνεια του κουτιού, μέχρι να συναντήσει αυτά τα μπιμπίκια και να τα αφαιρέσει. Αν είναι όντως κάποιο εφέ όπως λέει η εταιρία, από κάτω πρέπει να βρούμε βαφή και όχι μέταλλο. Αν βρούμε μέταλλο, τότε κάτι άσχημο συνέβη στη γραμμή παραγωγής, φούσκωσε η βαφή και είναι κάτι που χρίζει σκέψης από την κατασκευάστρια. Η φωτογραφία που ακολουθεί μιλάει από μόνη της και τα σχόλια δικά σας. Και για να κλείσουμε με το εξωτερικό μέρος έμειναν δύο κοντινά στα πόδια του κουτιού. Τα μπροστά -αυτά που θα φαίνονται κιόλας- έχουν μία μεταλλική στεφάνη και στο κάτω μέρος τους λαστιχένια επένδυση, ενώ τα πίσω είναι ημισφαίρια φτιαγμένα από μαλακό ελαστικό. Εσωτερικό Μέρος Silverstone Grandia GD10 Mετά από αυτά που είδαμε στο εξωτερικό, συνεχίζουμε τη ξενάγηση και σειρά παίρνει το εσωτερικό μέρος του κουτιού. Αρχικά να πούμε ότι για να βγει το πλαϊνό, θα πρέπει να ξεβιδώσουμε δύο βίδες και όχι χειρόβιδες, που καλό θα ήταν να υπήρχαν σε αυτό το εύρος τιμής και να τραβήξουμε το πλαϊνό προς τα πίσω. Το καπάκι στο εσωτερικό του έχει πολύ λιγότερα μπιμπίκια από ότι εξωτερικά. Εδώ το "εφέ" της βαφής μάλλον άλλαξε και στο κέντρο του υπάρχει ένα μικρό ορθογώνιο σφουγγαράκι το οποίο θα απορροφήσει τυχόν κραδασμούς από το σημείο επαφής με την μεταλλική μπάρα που φαίνεται στο μέσο της οροφής του εσωτερικού. Μπορεί το πάχος της λαμαρίνας να μην είναι ούτε καν ένα χιλιοστό, αλλά ο τρόπος που έγιναν τα τσακίσματα/νεύρα περιμετρικά του καπακιού, το καθιστούν στην κυριολεξία εντελώς άκαμπτο. Μία πρώτη διερευνητική ματιά στο εσωτερικό μας αποκαλύπτει αρκετά καλώδια του front panel, όπως και των ανεμιστήρων τα οποία δεν είναι μαύρα ώστε να "κρυφτούν" στο μαύρο εσωτερικό. Επίσης, η βαφή και εδώ συμβαδίζει με αυτή στο εσωτερικό του καπακιού. Κάνοντας κλικ στην παρακάτω φωτογραφία μπορείτε να δείτε καθαρά ότι τα μπιμπίκια πλέον είναι πολύ πιο σπάνια. Για να τα δούμε όμως πιο αναλυτικά τα πράγματα και να βάλουμε αρχή από μία θέση η οποία έχει τριπλή προσωπικότητα. Και τι εννοούμε άραγε με αυτό; Μα φυσικά ότι μπορεί να φιλοξενήσει τρεις διαφορετικές συσκευές, όχι όμως ταυτόχρονα. Οι συνδυασμοί είναι είτε μία 5,25" συσκευή με έναν δίσκο 3,5", είτε μία 5,25" συσκευή με έναν δίσκο 2,5" ή ακόμα και δύο 2,5", είτε αν δεν βάλετε καμία συσκευή στη θέση 5,25" μπορείτε να έχετε έως και δύο δίσκους 2,5" και έναν δίσκο 3,5". Καλό; Ο τελευταίος συνδυασμός δεν αναφέρεται από την κατασκευάστρια, αλλά θα μπορέσετε να τον επιτύχετε εφόσον το θελήσετε. Στις οπές που αποτελούνται από δύο ενωμένους κύκλους, μπορείτε να χρησιμοποιήσετε τα τέσσερα μικρά grommets που είδαμε στα παρελκόμενα και να εγκαταστήσετε έναν δίσκο 3,5". Για να την αφαιρέσετε από το κουτί το μόνο μου έχετε να κάνετε είναι να ξεβιδώσετε τέσσερις βίδες UNC6-32 οι οποίες τη συγκρατούν στη θέση της. Μιας και την βγάλαμε από τη θέση της και για να έχουμε καλύτερη οπτική επαφή με τα διάφορα μέρη του εσωτερικού του κουτιού, αφαιρέσαμε και τη μεσαία μπάρα, ξεβιδώνοντας δύο βίδες. Αξίζει φυσικά να αναφέρουμε ότι με το που αφαιρεθεί αυτή η μπάρα, το κουτί χάνει τη στιβαρότητα του και πιάνοντας το με τα δύο χέρια, δίνει την εντύπωση στο χρήστη ότι με λίγη δύναμη μπορεί να το κάνει "κουτάλι". Ακριβώς από κάτω υπάρχει άλλη μία θέση για δίσκο 3,5" για την εγκατάσταση του οποίου θα χρειαστούμε το μικρό μεταλλικό κομμάτι διατομής Γ που είδαμε στα παρελκόμενα. Με δύο βίδες θα πιάσει πάνω στο δίσκο και με άλλες δύο στο κάτω μέρος του κουτιού. Φυσικά υπάρχουν και λωρίδες από σπογγώδες υλικό για την απορρόφηση κραδασμών. Για πάμε στο δεξιό πλαϊνό από τη μέσα μεριά όμως. Ή αν προτιμάτε με τη κλασική διάταξη που έχουν τα κουτιά πύργου, στην οροφή του κουτιού. Εκεί συναντάμε δύο ανεμιστήρες 120mm εισαγωγής αέρα με στοιχεία λειτουργίας 12V, 0.33A και μέγιστο αριθμό στροφών τις 900. Οι υποδοχές τους είναι 3pin και τα καλώδια είναι τρικολόρε όπως ορίζει το χρωματικό πρότυπο για να ξέρουμε τις τάσεις, τις γειώσεις κλπ. Βέβαια καλό θα ήταν να είχαν τουλάχιστον ένα μαύρο sleeve ή να ήταν εντελώς μαύρα για να χάνονται στο κατάμαυρο εσωτερικό. Σε όσους μπήκαν ιδέες για διπλό ψυγείο στο πλαϊνό καλό είναι να τους βγουν. Σήμερα δε θα έχει νερά και συντριβάνια η παρουσίαση, μιας και τα μόλις 16mm που μένουν από τους ανεμιστήρες μέχρι τον πρώτο αποστάτη κάνουν την εγκατάσταση ψυγείου αδύνατη. Εκτός αν θέλετε βέβαια να καταργήσετε τα φίλτρα να βγάλετε τους ανεμιστήρες έξω και να βάλετε το ψυγείο μέσα. Ξέρω 'γω; Γούστα είναι αυτά... Για να προχωρήσουμε λίγο... Στο πίσω μέρος του κουτιού βλέπουμε τις δύο θέσεις για 80mm ανεμιστήρες, τη θέση για το I/O και πιο αριστερά έχουμε τις επτά συν μία θέσεις PCI με τα διάτρητα Brackets και τη θέση για το τροφοδοτικό. Οι παρατηρητικοί της παρέας θα είδαν ότι τα PCI brackets στηρίζονται με βίδες και όχι με χειρόβιδες. Σε αυτό το κουτί λοιπόν η έννοια του tool free μηχανισμού έχει πάει περίπατο. Στο αριστερό πλαϊνό ή αν θέλετε στο κάτω μέρος, στη δεξιά μεριά έχουμε τη θέση για το τροφοδοτικό, η οποία δεν είναι εξοπλισμένη με λαστιχένια "τακουνάκια" για την απορρόφηση κραδασμών και πιο αριστερά, βλέπουμε έναν ακόμα ανεμιστήρα εισαγωγής αέρα 120mm, ίδιο ακριβώς με τους δύο που συναντήσαμε μερικές σειρές πιο πάνω. Και για να ολοκληρώσουμε τη βόλτα μας σιγά σιγά, μας μένει το front panel του κουτιού όπου δεν έχουμε να πούμε και πολλά μιας και η ποιότητα φαίνεται αρκετά καλή. Το μόνο που θα θέλαμε εδώ είναι να μην είχε το κουτί καλώδια σε χρώματα ουράνιου τόξου, αλλά μαύρα. Μπροστά από τον ανεμιστήρα που βρίσκεται πλάι στη θέση για το τροφοδοτικό εντοπίζουμε αρκετές δέστρες για να πιάσουμε τα καλώδια με κάποια δεματικά. Όπως θα δούμε και στη συνέχεια στο συγκεκριμένο σημείο θα υπάρξει ένα κομφούζιο καλωδίων. Δε βλέπουμε όμως μόνο τις δέστρες, αλλά και τέσσερα στον αριθμό βουναλάκια με οπές, που δεν είναι τίποτε άλλο από τη θέση για την εγκατάσταση ενός δίσκου 2,5". Ένα βλέφαρο στα καλώδια του front panel με το εσωτερικό USB3.0 να κλέβει φυσικά τη παράσταση... Τέλος, ιδού το εσωτερικό χωρίς τίποτα σχεδόν και κάνοντας κλικ μπορείτε να έχετε μία ακόμα εικόνα σε HD του κουτιού αλλά και της βαφής, που τόσο πια έχουμε αναλύσει. Εγκατάσταση συστήματος Tο σύστημα της δοκιμής αναφέρεται παρακάτω: Σύστημα Δοκιμής Επεξεργαστής Intel i7 920 Μητρική Κάρτα Foxconn X58 Flaming Blade Μνήμες Mushkin Redline 3x2GB Ψύκτρα Cooler Master Vortex Plus SSD OCZ Agility Σκληρος Δίσκος Samsung f3 Spinpoint 1TB Κάρτα Γραφικών Asus 6850 Direct CU Τροφοδοτικό Corsair AX850 Αυτό το στάδιο σε ένα case review, είναι ίσως το πιο σημαντικό. Εδώ κρίνεται η χρηστικότητα ενός κουτιού και κατά κανόνα, εδώ βγάζει τα σημαντικότερα ελαττώματά του.Μπορεί το κουτί να είναι μεγάλο όπως είπαμε, λογικό μιας και μπορεί να χωρέσει ακόμα και μητρικές SSI-CEB- αυτό όμως λόγω σχεδίασης δε σημαίνει ότι είναι και το πιο εύκολο κουτί στο στήσιμο.Ξεκινήσαμε αφαιρώντας τη κεντρική μπάρα ή αν θέλετε το κολωνάκι που ενώνει τη μπρος με τη πίσω μεριά, αφού πρώτα αφαιρέσαμε και το cage των 5,25"/3,5"/2,5" συσκευών.Η μητρική πήρε τη θέση της στο εσωτερικό αφού πρώτα εγκαταστήσαμε το backplate της ψύκτρας μιας και το κουτί δε διαθέτει cpu cut out. Όσοι από εσάς βέβαια γνωρίζετε την ψύκτρα, θα ξέρετε πολύ καλά ότι δεν έχει backplate αλλά Push pins. Επειδή δε τα συμπαθούμε όμως, τα έχουμε αφήσει σε μία άκρη.Λίγο πριν εγκαταστήσουμε την ψύκτρα, προχωρήσαμε στη μέτρηση του μέγιστου ύψους ψύκτρας που μπορεί να υποδεχτεί το Grandia GD10 και το μέτρο μας έδειξε 141mm. Για να δούμε όμως ισχύει κάτι τέτοιο; Πιάσαμε και επανατοποθετήσαμε το κολονάκι όπως και το bracket συσκευών και βγάλαμε δύο φωτογραφίες. Αυτό το οποίο μπορείτε να δείτε και εσείς, είναι ότι ανάλογα με τη μητρική σας και το που έχει τη θέση για τον επεξεργαστή, αλλά και ανάλογα με το αν εγκαταστήσετε ή όχι DVD, το μέγιστο ύψος μπορεί να διαφέρει κατά αρκετά εκατοστά. Συμβουλή από εμάς μην πάτε σε ψύκτρα πύργου αν έχετε στο μυαλό σας να προσθέσετε κάποιο DVD. Επίσης, καλό είναι αν πάτε σε ψύκτρα όπως την Vortex plus να μην εξαντλήσετε το ύψος, κάτι που θα έκανε μία ψύκτρα όπως η Cooler Master GeminII M4 μιας και πάνω από αυτήν δεν υπάρχει κάποιο διάτρητο τμήμα στο πάνω καπάκι του κουτιού, οπότε δε θα "αναπνεύσει" όπως πρέπει. Για την εγκατάσταση του δίσκου 3,5" διαλέξαμε τη θέση που βρίσκεται στο μέρος της πρόσοψης και όχι αυτή που βρίσκεται κάτω από τη θέση 5,25". Το γιατί έγινε αυτό θα φανεί λίγο αργότερα. Αμέσως μετά σειρά πήρε το τροφοδοτικό μας και η κατασκευάστρια αναφέρει γι' αυτή τη θέση ότι "Standard PS2(ATX) 220mm maximum, 180mm recommended". ΑΤΧ τροφοδοτικό βάλαμε αλλά τα 18 εκατοστά σαν προτεινόμενα και τα 22 εκατοστά σαν μέγιστο μήκος που αναφέρει σηκώνουν κουβέντα. Ο πρώτος λόγος φαίνεται στη φωτογραφία που ακολουθεί. Η απόσταση από το πίσω μέρος μέχρι τον ανεμιστήρα είναι ακριβώς 18 εκατοστά. Αυτό ανάλογα το τροφοδοτικό σας, τη πλεξούδα του ή τις modular υποδοχές του ίσως δημιουργήσει πρόβλημα στο να έχετε και 18άρι τροφοδοτικό σε μήκος αλλά και τον ανεμιστήρα στη θέση του. Ένας ακόμα λόγος είναι η θέση για ssd μπροστά από το τροφοδοτικό. Το ΑΧ850 της παρουσίασης είναι 16 εκατοστά σε μήκος και όπως βλέπετε, μένουν μόλις 3cm για να συνδεθούν καλώδια δεδομένων και τροφοδοσία. Σε αυτό το σημείο καλό είναι να αρχίσετε να δρομολογείτε τα καλώδια και να προχωρήσετε στις συνδέσεις τους, μιας και αμέσως μετά θα πρέπει να εγκατασταθεί το bracket 5.25"/3.5"/2.5" μαζί με το κεντρικό κολονάκι που θα κάνουν την παραπάνω διαδικασία σχεδόν αδύνατη. Αμέσως μετά σειρά παίρνει η κάρτα γραφικών για την εγκατάσταση της οποίας θα πρέπει από το πίσω μέρος του κουτιού να ξεβιδωθούν δύο βίδες, να αφαιρεθεί η πάνω PCI θύρα, με ένα κατσαβίδι να ξεβιδωθούν τα αντίστοιχα PCI brackets (στη περίπτωσή μας δύο) και από τις οπές που βλέπουμε στη δεύτερη φωτογραφία που ακολουθεί, να βιδωθεί η κάρτα και να ξαναβιδωθεί η πάνω PCI στη θέση της. Σίγουρα δεν είναι ο πιο εύκολος τρόπος και σίγουρα θα προτιμούσαμε κάποιες χειρόβιδες. Στη τρίτη φωτογραφία που ακολουθεί έχουμε το μέγιστο μήκος κάρτας γραφικών και μία ακόμα παρατήρηση. Η μητρική της παρουσίασης έχει την πρώτη PCI αρκετά χαμηλά σε σχέση με πολλές μητρικές της αγοράς. Όπως βλέπετε και εσείς, η εγκατάσταση της κάρτας γίνεται στο 3ο και το 4ο PCI bracket. Αν η μητρική σας έχει τη πρώτη PCI στο πρώτο PCI bracket δε θα έχετε κάποιο πρόβλημα στο θέμα μήκους, αλλά θα έχετε πρόβλημα κατά πάσα πιθανότητα να κουμπώσετε τα καλώδια στις υποδοχές 8pin/6pin της κάρτας και αυτό καθώς ακριβώς από πάνω της, θα βρίσκεται το 5,25" bracket με το κεντρικό κολονάκι. Εμείς αυτό που μπορούμε να σας δώσουμε είναι το ύψος από τον αποστάτη της μητρικής μέχρι και το κάτω μέρος από το κολονάκι το οποίο μετρήθηκε και είναι 13,7cm. Σειρά πήρε ο SSD στο κάτω μέρος του bracket -μπορεί να μπει και επάνω και μάλιστα όχι ένας αλλά δύο ssd- και προχωρήσαμε στην επανατοποθέτηση του στο εσωτερικό του κουτιού. Και εδώ φαίνεται ένα ακόμα πρόβλημα. Στη θέση του ssd θα μπορούσε να είναι ένας δίσκος 3,5". Έλα όμως που αν ήταν, δε θα μπορούσαμε να βιδώσουμε το bracket επειδή ακριβώς από κάτω είναι το 24pin καλώδιο; Όπως βλέπετε ήδη έχουμε πιέσει το καλώδιο για να βιδώσουμε το bracket. Αν είχαμε βάλει έναν δίσκο 3,5" (αυτός είναι και ο λόγος που επιλέξαμε την θέση στην πρόσοψη για την εγκατάστασή του) θα έπρεπε να καταφύγουμε σε κάποια προέκταση για 24pin καλώδιο χωρίς θερμοσυστελλόμενο με θερμόκολλα για να είναι εύκαμπτη και να μπορεί να κουμπώσει στη θέση της ή να αλλάζαμε τροφοδοτικό με κάποιο που δεν έχει sleeve καλωδιώσεις με θερμόκολλα στα τελειώματα, κάτι που τα κάνει πιο δύσκαμπτα. Αν όμως δεν θέλει ο χρήστης να εγκαταστήσει κάποιο Blue ray ή DVD στη θέση 5.25", τότε μπορεί να την μετατρέψει σε θέση για δίσκο 3.5" μιας και στην από κάτω θέση όπως είδαμε, τα πράγματα θα πάνε ανάλογα τα κέφια του 24pin καλωδίου του τροφοδοτικού. Στη πρώτη φωτογραφία φαίνεται ότι τα καλώδια της κάρτας γραφικών εξέχουν της νοητής γραμμής της οροφής του κουτιού. Δε μας προκάλεσε κάποιο πρόβλημα κατά το κλείσιμο, αλλά είναι ο λόγος που θα δημιουργήσει πρόβλημα σε μητρικές με την PCI Express θέση να βρίσκεται στο πρώτο PCI bracket του κουτιού. Στη δεύτερη φωτογραφία το σύστημα είναι τελειωμένο και ετοιμαζόμαστε για τις μετρήσεις θερμοκρασιών, θορύβου αλλά και πίεσης. Μέτρηση θερμοκρασιών, θορύβου και στατικής πίεσης Aρχικά ας δούμε τι γίνεται με τις θερμοκρασίες του hardware που τοποθετήσαμε στο εσωτερικό τουSilverstone Grandia GD10. Εδώ να σημειώσουμε τα εξής: Το στρεσάρισμα του επεξεργαστή έγινε με το OCCT ver. 4.4.0 και πιο συγκεκριμένα το CPU:LINPACK για τον συνολικό χρονικό διάστημα των 15 λεπτών, με Idle Periods 1 λεπτό και 5 λεπτά κατά την αρχή και το τέλος του test αντίστοιχα. To στρεσάρισμα της κάρτας γραφικών έγινε με το Furmark ver. 1.13.0.0 για 5 λεπτά σε ανάλυση 1280x720 και με επιλογές στα Options, Dynamic Backround και Burn in, ενώ το anti-aliasing έμεινε στο off. Και ο επεξεργαστής και η κάρτα γραφικών βρίσκονταν σε stock συχνότητες. H ελάχιστη θερμοκρασία των σκληρών δίσκων λήφθηκε μετά από τη λειτουργία του συστήματος σε κατάσταση ηρεμίας για μισή ώρα. Τέλος η θερμοκρασία δωματίου κατά την διάρκεια των τεστ ήταν στους 25°C To hardware σας είναι αρκετά γνώριμο φαντάζομαι μετά από τόσο καιρό και τόσες παρουσιάσεις. Η μόνη διαφορά σήμερα είναι η ψύκτρα που έχει αναλάβει την ψύξη του i7 920 και μάλιστα μία ψύκτρα που δε τον "αντέχει" στα 4Ghz που τον δοκιμάζουμε συνήθως. Ο λόγος είναι προφανέστατος, μιας και η Xigmatek Gaia δεν χωρούσε μέσα στο Silverstone Grandia GD10. Οπότε έπρεπε με κάποιο τρόπο να γίνει μια σύγκριση και βγάλαμε από τη κούτα του ένα Bench table της εταιρίας Cooler Master, για να στήσουμε και να δοκιμάσουμε το σύστημα και εκεί. Στις θερμοκρασίες το Silverstone Grandia GD10, δεν τα πήγε άσχημα, κάτι το οποίο μπορείτε να δείτε και στις φωτογραφίες που ακολουθούν. Μην ξεχνάμε ότι η σύγκριση γίνεται με ένα benchtable το οποίο είναι ευάερο και ευήλιο. Φυσικά δε θα δείτε σε αυτή τη παρουσίαση αποτελέσματα υπερχρονισμού μιας και η ψύκτρα δεν αντέχει το φορτίο του επεξεργαστή στα 4GHz. Παρέδωσε πνεύμα η μικρή μόλις στο πρώτο λεπτό της δοκιμής και φυσικά δε μπορεί να μπει στα αρνητικά του κουτιού κάτι τέτοιο. Τελευταίο εμπόδιο για το κουτί είναι οι μετρήσεις θορύβου. Το db meter μας, στάθηκε απέναντι από το κουτί πάνω σε τρίποδο και σε απόσταση ενός μέτρου από αυτό. Οι μετρήσεις έγιναν ξημερώματα με κλειστές πόρτες και παράθυρα, για να περιοριστούν όσο ήταν δυνατόν οι επιδράσεις από το περιβάλλον. Από τα έως τώρα reviews και τις μετρήσεις μας με το παραπάνω db meter, έχει γίνει κατανοητό ότι, οτιδήποτε πάνω από τα 40db, αρχίζει να γίνεται αισθητό. Και οτιδήποτε που περνάει τα 42-43db, ενοχλητικό. Το κουτί έκανε αισθητή τη παρουσία του κατά το Load του συστήματος και αξίζει να σημειωθεί ότι, στην απόλυτη ησυχία του δωματίου μας και πριν καν πατήσουμε το Power on του κουτιού, το db meter έδειξε 33.6dbΑ. Αυτό για να έχετε ένα μέτρο σύγκρισης. Κλείνοντας και αυτό το κομμάτι από το σημερινό μας review, κάναμε έναν έλεγχο της "στατικής" πίεσης του κουτιού. Αυτό το βήμα έγινε πριν εγκαταστήσουμε hardware στο εσωτερικό του. Ακολουθώντας ευλαβικά το άρθρο Simple, PC-case Static Pressure Indicator (Home made) το αποτέλεσμα έδειξε θετική πίεση, πράγμα απολύτως λογικό με τρεις ανεμιστήρες εισαγωγής αέρα.Ο Απολογισμός Μετά από επτά ελπίζουμε περιεκτικές και κατατοπιστικές γύρω από το προϊόν σελίδες, έφτασε η ώρα του απολογισμού. Το Silverstone Grandia GD10 είναι ένα αρκετά μεγάλο HTPC κουτί και στο εσωτερικό του μπορεί να φιλοξενήσει ακόμα και SSI-CEB μητρικές, όπως άλλωστε και ένα ακόμα μοντέλο της σειράς που είχε περάσει από τα χέρια μας πριν καιρό το GD08. Το ότι είναι μεγάλο όμως, δε σημαίνει ότι μας έκανε και τη ζωή εύκολη κατά την εγκατάσταση συστήματος. Παρά το μεγάλο του μέγεθος το κουτί έχει αρκετούς περιορισμούς και πρέπει ο χρήστης να ακολουθήσει μια συγκεκριμένη σειρά κατά την εγκατάσταση των διαφόρων εξαρτημάτων, αλλιώς θα πρέπει να βγάζει και να ξαναβάζει πράγματα. Επίσης, ανάλογα το τροφοδοτικό που θα χρησιμοποιηθεί αχρηστεύεται μία θέση για δίσκο 3,5" όπως είδαμε στη παρουσίαση και μπορεί να χρησιμοποιηθεί μόνο εάν ο χρήστης δεν θέλει να εγκαταστήσει κάποια οπτική συσκευή στη θέση 5,25", κάτι που δεν θα είναι καθόλου ευχάριστο αν συμβεί στον υποψήφιο αγοραστή. Είδαμε θέματα με το ύψος της ψύκτρας ανάλογα το αν θα εγκατασταθεί ή όχι DVD και είδαμε και θέματα με μητρικές που έχουν την PCI Express θύρα στο πρώτο PCI slot του κουτιού, που κατά πάσα πιθανότητα θα οδηγήσουν τον χρήστη στο να αφαιρέσει το cage 5.25" όπως και το κεντρικό κολονάκι για να μπορέσει να συνδέσει τα καλώδια στη κάρτα του, με το τελευταίο σε συνδυασμό με το γεγονός ότι το κουτί χάνει τη στιβαρότητα του όταν αυτό αφαιρεθεί, ήταν πράγματα που δεν περιμέναμε να συναντήσουμε. Τέλος, με τα αρνητικά του κουτιού έρχεται το θέμα βαφής το οποίο η εταιρία μας το παρουσίασε σαν εφέ που χρησιμοποιεί στη σειρά Grandia. Μετά από όσα είδατε στη παρουσίαση αλλά και τις φωτογραφίες που έχει η κατασκευάστρια στον ιστότοπό της, νομίζουμε καλά θα κάνει να δει και πάλι αυτό το θέμα ή τουλάχιστον να το δείξει στον υποψήφιο αγοραστή. Είτε με κάποια λόγια στα χαρακτηριστικά, είτε με φωτογραφίες που δείχνουν αυτό το "εφέ". Κατά τα άλλα όμως είναι ένα κουτί που για όποιον δεν θέλει απλά ένα media player στο σαλόνι του, αλλά και μία παιχνιδομηχανή, θα τον καλύψει απόλυτα. Έχει τη δυνατότητα να φιλοξενήσει full size ATX μητρικές, σύγχρονες και ισχυρές κάρτες γραφικών και δίνει τη δυνατότητα για αρκετούς συνδυασμούς στο θέμα δίσκων, είτε 2,5", είτε 3,5" πετυχαίνοντας ταυτόχρονα καλές επιδόσεις στον τομέα των θερμοκρασιών. Είναι πιο ακριβό από το Grandia GD09, αλλά έχει την αλουμινένια πρόσοψη με το μηχανισμό κλειδώματος, κάτι που ανεβάζει το κόστος, όπως και επιπλέον προεγκατεστημένους ανεμιστήρες. Σαν σασί παραμένουν τα ίδια και διαλέγετε ανάλογα τι σας αρέσει. Τη στιγμή που γράφεται το παρόν review, το προϊόν δεν διατίθεται στον ελληνικό χώρο και η προτεινόμενη τιμή απο την κατασκευάστρια είναι 77,90€.Πλεονεκτήματα Μπορεί να φιλοξενήσει άνετα full size ATΧ μητρικές. Δυνατότητα εγκατάστασης high end καρτών γραφικών. Τρεις προεγκατεστημένοι ανεμιστήρες. Εύκολα προσβάσιμα και πλενόμενα φίλτρα. Μηχανισμός κλειδώματος στη πρόσοψη. Καλές επιδόσεις στον τομέα των θερμοκρασιών. Δύο θύρες USB3.0 στο front panel με εσωτερικό 20pin καλώδιο. Καλογραμμένο και αναλυτικό manual. Υποστηρίζει ΑΤΧ τροφοδοτικά Μειονεκτήματα Το "εφέ" της βαφής που μοιάζει με πιτσίλισμα και μάλιστα εντελώς τυχαίο. Η εγκατάσταση διαφόρων εξαρτημάτων υπόκεινται σε πολλούς περιορισμούς ανάλογα το Hardware. Απουσία ελαστικών επενδύσεων στη θέση για το τροφοδοτικό. Πλήρης απουσία tool free μηχανισμών. Για τη πρόσβαση στις θύρες USB3.0 θα πρέπει η πόρτα να είναι ανοικτή όσο έχουμε συνδεδεμένη κάποια συσκευή. Το κουτί παρουσιάζει μεγάλη αστάθεια στη περίπτωση που αφαιρεθεί το κεντρικό κολονάκι, κάτι που ίσως χρειαστεί σε κάποιες μητρικές που έχουν την PCI express θύρα στο πρώτο PCI slot του κουτιού. Ουδέτερα Πολύχρωμα καλώδια στο front panel. Με βάση όλα τα παραπάνω, η γενική βαθμολογία που απέσπασε το Silverstone Grandia GD10 δεν μπορεί να είναι μικρότερη από: Ευχαριστούμε θερμά την Silverstone για τη παραχώρηση του δείγματος της δοκιμής. karmen1983 20/10/2014
  11. Εισαγωγή Μέσα από τις σελίδες των reviews του TheLab.gr έχουν περάσει ουκ ολίγα μοντέλα της γνωστής σε όλους σας Shuttle. Από πανίσχυρα barebones σαν αυτό που παρουσίασε πριν λίγες μέρες ο pol77, έως λιλιπούτεια fanless συστήματα. Σήμερα, θα σας παρουσιάσουμε το μικρότερο ως τώρα σύστημα της Shuttle, το NC01U3 που ανήκει στην οικογένεια των XPC nano και ανακοινώθηκε από την Shuttle πριν λίγους μήνες. Με όγκο λίγο λιγότερο από 600 κυβικά εκατοστά και με μία γκάμα επεξεργαστών της οικογένειας Broadwell, που ξεκινά από τον ταπεινό Celeron 3205U και φτάνει έως τον ισχυρότατο i7-5500U, τα XPC nano σε πολλούς θα θυμίσουν τα Intel NUC. Όπως όμως θα δείτε στις σελίδες που ακολουθούν, οι διαφοροποιήσεις από αυτά είναι αρκετές. Στην σημερινή παρουσίαση, θα δούμε ένα από τα ενδιάμεσα μοντέλα της σειράς XPC nano, το NC01U3 που έρχεται εξοπλισμένο με τον γνωστό από πολλά notebooks Intel Core i3 5005U, ο οποίος μπορεί να μην συγκλονίζει με τις επιδόσεις του, αλλά δεν παύει να αποτελεί έναν επεξεργαστή ικανότατο να αναλάβει χρέη σε έναν υπολογιστή γραφείου, htpc ή και υπολογιστή για ελαφρύ gaming. Πριν προλάβετε να αναρωτηθείτε πού κολλάει το ελαφρύ gaming σε έναν υπολογιστή τέτοιων διαστάσεων, που προφανώς έχει μόνο την ενσωματωμένη κάρτα γραφικών, γυρίστε γρήγορα στην επόμενη σελίδα να δείτε αναλυτικά τα τεχνικά χαρακτηριστικά του Shuttle XPC nano NC01U3. Τεχνικά Χαρακτηριστικά Ας περάσουμε λοιπόν να δούμε συνοπτικά τα τεχνικά χαρακτηριστικά του NC01U3, ενώ όσοι θέλετε μπορείτε να ρίξετε μια ματιά και στο αναλυτικό φυλλάδιο του προϊόντος. Από τα παραπάνω τα σημεία στα οποία αξίζει ιδιαίτερα να σταθούμε είναι η υποστήριξη 2 μονάδων αποθήκευσης στο εσωτερικό του κουτιού με την μία είναι ένας M2 SSD διάστασης 2242 και την άλλη να είναι ένας HDD/SSD των δυόμιση ιντσών αλλά με ύψος 7mm καθώς και οι δύο ψηφιακές έξοδοι εικόνας, μία Displayport και μία HDMI. Όσοι προσπεράσατε τον πίνακα στα γρήγορα, είναι σχεδόν σίγουρο ότι παραλείψατε την μεγάλη έκπληξη που δεν είναι άλλη από τα expansion kits. Θυμάστε που στην προηγούμενη σελίδα αναφέραμε το ελαφρύ gaming; H σειρά XPC nano έχει την δυνατότητα να επεκτείνεται με τη βοήθεια 3 expansion kits τα οποία δεν είναι ακόμα διαθέσιμα. Ας δούμε όμως ποια θα είναι αυτά και τι θα περιλαμβάνουν. Από τα 3 expansion kits, σίγουρα το XVB01 είναι αυτό που παρουσιάζει το μεγαλύτερο ενδιαφέρον, μιας και με τη βοήθειά του θα είναι εφικτό σε ένα βαθμό το παίξιμο παιχνιδιών στο NC01U3 και τα αδέρφια του, ενώ τα άλλα δύο απευθύνονται σε πιο εξειδικευμένο κοινό. Αναμένουμε λοιπόν να δούμε πότε θα είναι διαθέσιμα και κυρίως ποια θα είναι η τιμολογιακή πολιτική της Shuttle. Η προτεινόμενη τιμή λιανικής του NC01U3 ανέρχεται στα 314 € συν ΦΠΑ, ενώ κατά το χρόνο συγγραφής του review, το βρήκαμε διαθέσιμο στην ελληνική αγορά με τιμή που ξεκινάει από τα 323 € συμπεριλαμβανομένου του ΦΠΑ. Φυσικά πρέπει να τονίσουμε εδώ πως στο παραπάνω κόστος πρέπει να προστεθεί το κόστος μνημών και ενός SSD, οπότε συνολικά απαιτούνται τουλάχιστον 420 € για ένα πλήρες σύστημα βασισμένο στο NC01U3, χωρίς φυσικά να συμπεριλάβουμε το κόστος του λειτουργικού συστήματος. Συσκευασία Όπως μας έχει συνηθίσει και από άλλα barebones που έχουμε δοκιμάσει, έτσι και στην περίπτωση της σειράς XPC nano η Shuttle έχει επιλέξει ένα απλό χαρτονένιο κουτί χωρίς ιδιαίτερες γραφιστικές πινελιές και φανφάρες. Το κουτί είναι κοινό και για τα 4 μοντέλα της σειράς nano και η διαφοροποίηση τους γίνεται με ένα αυτοκόλλητο στο πλάι το οποίο περιέχει αναλυτικές πληροφορίες για το περιεχόμενο και τα τεχνικά χαρακτηριστικά αυτού. Ανοίγοντας το κουτί, εκτός από το barebone βρίσκουμε ένα δεύτερο κουτί το οποίο περιέχει τα διάφορα παρελκόμενα, ένα σύντομο φυλλάδιο με τις οδηγίες εγκατάστασης και ένα DVD με τους απαραίτητους οδηγούς. Ναι, καλά το διαβάσατε, εν έτει 2016 η Shuttle εξακολουθεί να δίνει DVD με οδηγούς σε συστήματα τα οποία μπορούν να το αξιοποιήσουν μόνο με την αγορά ενός εξωτερικού USB οδηγού. Αν και θα προτιμούσαμε να είχε επιλεγεί η λύση ενός USB stick (δεδομένου ότι δεν θα ήταν ιδιαίτερο κόστος και συζητάμε για ένα ακριβούτσικο προϊόν), το προσπερνάμε μιας και τα σύγχρονα λειτουργικά βλέπουν χωρίς ανάγκη οδηγών τις κάρτες δικτύου, άρα ακόμα και εάν δεν έχουμε άλλο υπολογιστή στη διάθεσή μας, θα μπορέσουμε να κατεβάσουμε τους οδηγούς από την ιστοσελίδα της Shuttle. Όσον αφορά το φυλλάδιο οδηγιών εγκατάστασης, προτείνουμε στους μελλοντικούς αγοραστές να το διαβάσουν προσεκτικά, μιας και σε συστήματα τέτοιων διαστάσεων οι οδηγίες είναι πολύ σημαντικές καθ' ότι συχνά χρειάζεται να γίνουν τα πράγματα με συγκεκριμένη σειρά. Ας περάσουμε τώρα στο τροφοδοτικό του NC01U3, το οποίο είναι τύπου brick και προφανώς χωρίς ανεμιστήρα. Είναι κατασκευής FSP και λειτουργεί σε ένα εύρος τάσεων εισόδου από 100 έως 240 V και σε συχνότητα 50 ή 60 hz. Το ρεύμα εξόδου είναι τάσης 19V και μέγιστης έντασης 3,42Α, μπορεί δηλαδή να δώσει μέγιστη ισχύ 65 W. Για το τέλος αφήσαμε τα υπόλοιπα παρελκόμενα του NC01U3 που είναι η βάση κατακόρυφης τοποθέτησης, η βάση για στήριξη πίσω από οθόνη τύπου VESA και τα εξαρτήματα για την σύνδεση σκληρού δίσκου 2.5" μαζί με τις απαραίτητες βίδες. Το εξωτερικό Όπως είδατε από τις προηγούμενες φωτογραφίες, η σειρά XPC nano χαρακτηρίζεται από κομψές και λιτές γραμμές που δύσκολα θα περάσουν απαρατήρητες. Σε αντίθεση με τα NUC της Intel, τα XPC nano έχουν μαύρο χρώμα με λεπτομέρειες σε απόχρωση χαλκού. Το επάνω μέρος είναι από γυαλιστερό πλαστικό το οποίο αν και εντυπωσιάζει, αποτελεί μαγνήτη για σκόνη και δαχτυλιές και φιλοξενεί το λογότυπο της σειράς XPC nano σε χάλκινο χρωματισμό. Στην βάση υπάρχει μία χάλκινη λωρίδα η οποία δίνει μία νότα πολυτέλειας, ενώ στο ίδιο χρώμα θα βρούμε στο μπροστινό μέρος και τον διακόπτη ενεργοποίησης. Με διαστάσεις 14,1 x 14,1 χ 2,9 cm είναι κατά περίπου 3 εκατοστά μεγαλύτερο στις πλευρές της βάσης του από τα NUC ενώ το ύψος του είναι κατά 2 εκατοστά μικρότερο. Στην αριστερή πλευρά της μπροστινής όψης, βρίσκουμε τις 2 θύρες USB 3.0 και ακριβώς από επάνω τους την υποδοχή για κάρτες μνήμης τύπου SD. Στα δεξιά υπάρχει ο διακόπτης ενεργοποίησης, πάνω στον οποίο υπάρχουν και 2 LED, ένα για την ένδειξη λειτουργίας της συσκευής και ένα για την ένδειξη προσπέλασης της μονάδας αποθήκευσης. Οι πλάγιες όψεις φιλοξενούν γρίλιες αερισμού, με την αριστερή να προσφέρει είσοδο αέρα από το περιβάλλον και την δεξιά να αποτελεί έξοδο του ανεμιστήρα της CPU. Στα αριστερά θα βρούμε και την σειραϊκή θύρα RS-232 9pin η οποία συναντάται στα περισσότερα συστήματα της Shuttle. Στο σημείο αυτό αξίζει να επισημάνουμε πως εάν επιλέξετε την όρθια τοποθέτηση, τότε το NC01U3 θα πρέπει υποχρεωτικά να τοποθετηθεί με την πλευρά που έχει την θύρα COΜ προς τα κάτω. Η πίσω πλευρά είναι αυτή που έχει και τις περισσότερες θύρες Ι/Ο. Ξεκινώντας από τα αριστερά προς τα δεξιά, βρίσκουμε την θύρα τροφοδοσίας, μία θύρα mini Displayport 1.2, μία θύρα HDMI 1.4a, μία θύρα ethernet RJ45 10/100/1000, δύο θύρες USB 2.0 και μία υποδοχή για ένα 4πολικό jack των 3.5mm για σύνδεση μικροφώνου και ηχείων/ακουστικών. Αυτό σημαίνει ότι ενδεχομένως να χρειαστείτε αντάπτορα εάν θέλετε να συνδέσετε κάποιο headset με τα 2 κλασσικά 3πολικά jack ή ένα σετ ηχείων και ανεξάρτητο μικρόφωνο. Από την άλλη βέβαια θα μπορέσετε να συνδέσετε απευθείας το handsfree του κινητού σας. Δεδομένου ότι η παραπάνω θύρα συναντιέται όλο και πιο συχνά σε φορητούς υπολογιστές, η δεδομένη επιλογή της Shuttle δεν μας ξένισε. Ας περάσουμε τώρα στο κάτω μέρος, όπου σε πρώτη ματιά βλέπουμε 4 λαστιχένια ποδαράκια και τα αυτοκόλλητα με τους σειριακούς αριθμούς και τις προδιαγραφές της συσκευής. Σε δεύτερη ματιά βλέπουμε 4 υποδοχές για βίδες, 2 στο κέντρο και 2 σε αντιδιαμετρικά σημεία. Αυτές χρησιμοποιούνται στην περίπτωση που θελήσουμε να στηρίξουμε το NC01U3 πίσω από μία οθόνη ή τηλεόραση με την βοήθεια της βάσης VESA 75/100 την οποία είδαμε στα παρελκόμενα. Στα δεξιά όπως βλέπουμε τις φωτογραφίες, κάτω από ένα πλαστικό καπάκι βρίσκεται και η θύρα επέκτασης του NC01U3, μέσω της οποίας γίνεται η σύνδεση με τα expansion kits που αναφέραμε στην ενότητα των τεχνικών χαρακτηριστικών. Η κατασκευή της μας θύμισε αντίστοιχες θύρες σε φορητούς υπολογιστές επαγγελματικών σειρών για σύνδεση με μονάδες docking station για μπορούμε να πούμε πως ανυπομονούμε να δούμε και από κοντά τα expansion kits. Το εσωτερικό Ας περάσουμε τώρα να δούμε τι κρύβεται στα ενδότερα. Αφού αφαιρέσουμε τις δύο βίδες που βρίσκονται κάτω από 2 από τα 4 λαστιχένια ποδαράκια, ξεκουμπώνουμε την βάση του barebone και ερχόμαστε σε επαφή με την μητρική. Αυτή ακολουθεί proprietary σχεδίαση και είναι κομμένη και ραμμένη στις ανάγκες της Shuttle για το εν λόγω σύστημα. Όπως βλέπετε, η κάτω πλευρά της μητρικής είναι σχετικά αραιοκατοικημένη μιας και φιλοξενεί την μία από τις δύο υποδοχές για SODIMM DDR3L, την κάρτα ασύρματης δικτύωσης WiFi & Bluetooth, την θύρα σύνδεσης με τα expansion kits, ενώ στο μεγάλο κενό που βλέπετε θα τοποθετηθεί ο σκληρός δίσκος ή SSD σε περίπτωση που δεν επιλέξετε κάποιον M2 SSD. Aς αφαιρέσουμε όμως λίγες ακόμα βίδες να βγάλουμε την μητρική. Η επάνω πλευρά της μητρικής είναι σαφώς πιο ενδιαφέρουσα. Το σύστημα ψύξης που θυμίζει έντονα αυτά των φορητών υπολογιστών καταλαμβάνει περίπου το 1/4 της επιφάνειας, ενώ στην δεξιά πλευρά όπως βλέπετε στην φωτογραφία τα πράγματα είναι ακόμα πιο ενδιαφέροντα μιας και η shuttle για να αξιοποιήσει τον διαθέσιμο χώρο έχει επεκτείνει τα πράγματα καθ' ύψος δημιουργώντας μία πολυεπίπεδη μητρική. Επάνω λοιπόν από τις δύο μπροστινές θύρες USB3.0 βρίσκουμε μία "θυγατρική" κάρτα η οποία συνδέεται με την μητρική με μία μικρή καλωδιοταινία. Αυτή φιλοξενεί τόσο τον αναγνώστη μνημών τύπου SD, όσο και την υποδοχή για τον M2 SSD 2242. Όπως βλέπετε στην φωτογραφία η Shuttle είχε την ευγενή καλοσύνη να μας προμηθεύσει το NC01U3 τόσο με μνήμες όσο και με έναν M2 SSD της Trancend. Στα δεξιά βλέπουμε τον διακόπτη ενεργοποίησης, ενώ στα δεξιά και αριστερά του υπάρχουν και δύο LED, ένα για την λειτουργία του συστήματος και ένα για την δραστηριότητα της μονάδας αποθήκευσης. Επανερχόμενοι στην κάτω πλευρά της μητρικής, και κοιτάζοντας από τα δεξιά προς τα αριστερά βλέπουμε την θύρα επέκτασης (η οποία ελπίζουμε να μας απασχολήσει σε μελλοντικό review) και την κάρτα ασύρματης δικτύωσης. Ανάμεσά τους υπάρχει μία υποδοχή για μία καλωδιοταινία. Εκεί συνδέουμε το εξάρτημα που είδαμε στα παρελκόμενα, το οποίο μας δίνει μία θύρα SATA 3 και την αντίστοιχη τροφοδοσία για την σύνδεση μίας μονάδας αποθήκευσης των 2.5" και ύψους 7mm. Επάνω στο κουτί, το οποίο όπως βλέπετε είναι "θωρακισμένο" για παρεμβολές με μεταλλική επένδυση βρίσκουμε και της δύο κεραίες για την ασύρματη επικοινωνία του NC01U3 τόσο με τον router σας, όσο και με τις συσκευές Bluetooth. Θα κλείσουμε την ενότητα αυτή με ένα video από το κανάλι της Shuttle στο youtube στο οποίο μπορείτε να δείτε αναλυτικά την διαδικασία εγκατάστασης μνημών και δίσκου στο εσωτερικό του NC01U3. Το BIOS Στην συνέχεια θα δούμε τις επιλογές που μας δίνει το BIOS του NC01U3. Όπως φαντάζεστε, οποιαδήποτε ρύθμιση σχετικά με τον υπερχρονισμό του συστήματος λάμπει δια της απουσίας της και έτσι θα πρέπει να περιοριστούμε στις κλασικές ρυθμίσεις που έχουν να κάνουν με την ενεργοποίηση/απενεργοποίηση διαφόρων υποσυστημάτων, την αλληλουχία των συσκευών boot, τις ρυθμίσεις για password του συστήματος και τον έλεγχο των ανεμιστήρων. Μάλιστα όπως θα δείτε στην σελίδα ανεμιστήρων θερμοκρασιών υπάρχει πεδίο ακόμα και το XVB01 expansion kit (αυτό με την κάρτα γραφικών) Οι διαθέσιμες επιλογές για τον τρόπο λειτουργίας του ανεμιστήρα είναι οι εξής 5: Smart mode που σε χαμηλές θερμοκρασίες σβήνει τον ανεμιστήρα Ultra low mode - 3970 rpm Low mode - 4510 rpm Mid mode - 5850 rpm Full mode - 6140 rpm Ας περάσουμε όμως τώρα και σε αυτό που ενδιαφέρει τον περισσότερο κόσμο και δεν είναι άλλο από τις μετρήσεις. Μπορεί άρα ένα τόσο μικροσκοπικό μηχανάκι να ανταπεξέλθει στις απαιτήσεις μας; Μεθοδολογία μετρήσεων Φτάσαμε λοιπόν στην ώρα των μετρήσεων. Όπως προείπαμε, το NC01U3 ήρθε από την Shuttle με έναν Trancend TS128GMTS400 Μ2 SSD ο οποίος αν και τα πάει πολύ καλά στις αναγνώσεις, είναι αρκετά αργός στις εγγραφές, και με ένα ζευγάρι μνημών DDR3L 2x4GB της Crucial χρονισμένο στα 1600 Mhz με timings 11-11-11-28. Για τις μετρήσεις εγκαταστήσαμε τα Windows 10 x64 build 10586 με όλες τις ενημερώσεις που ήταν διαθέσιμες τη δεδομένη στιγμή και τις πιο πρόσφατες εκδόσεις των οδηγών από την ιστοσελίδα της Shuttle. Οι μετρήσεις έγιναν με το συνηθισμένο τρόπο, χρησιμοποιώντας δηλαδή μετροπρογράμματα όπως τα PCMark8, 3DMark, wPrime, SuperPi, Cinebench R15 και το AIDA64 Engineer Edition το οποίο είναι μια ευγενική προσφορά της finalwire την οποία και ευχαριστούμε. Μιας και η Shuttle έχει εξοπλίσει το NC01U3 με μία σειριακή θύρα και δίνει την δυνατότητα επέκτασης των θυρών COM σε 4 συνολικά, θεωρήσαμε σωστό να κάνουμε κάποιες μετρήσεις και με τα αειθαλή Windows 7 x64, τα οποία είναι πολύ πιθανό να χρησιμοποιήσει είτε κάποιος που επιθυμεί να συνδέσει κάποιες ιδιαίτερες συσκευές στις θύρες αυτές είτε κάποιος που επιθυμεί να το χρησιμοποιήσει για επαγγελματική χρήση. Άλλωστε δεν είναι τυχαίο ότι η Shuttle προσφέρει οδηγούς και για τα Windows 7. AIDA 64 Ξεκινάμε τις μετρήσεις με το AIDA64, το οποίο τρέξαμε δύο φορές, μία στα Windows 10 και μία στα 7. Τα αποτελέσματα ήταν σχεδόν πανομοιότυπα, με ένα μικρό προβάδισμα των 7 (στα όρια της στατιστικής) σε όλες σχεδόν τις κατηγορίες. PCMark 8 Περνάμε στην δημοφιλή σουίτα PCMark8 την οποία τρέξαμε στην έκδοση 2.6.512 που ήταν η πιο πρόσφατη κατά τον χρόνο εκτέλεσης των μετρήσεων. Δεδομένου ότι σε όλα τα προηγούμενα reviews έχουμε τρέξει παλαιότερες εκδόσεις της σουίτας, δεν μπορούμε να προβούμε σε συγκρίσεις, αλλά κρατάμε τα αποτελέσματα για μελλοντικά reviews. Οι διαφορές ανάμεσα στα 10 και τα 7 ήταν μικρές και ανάμεικτες με τα 7 να υπερτερούν στις δοκιμασίες home και work και τα 10 να παίρνουν το αίμα τους πίσω στην δοκιμασία creative. 3DMark Αν και η ενσωματωμένη GPU Intel HD 5500 δεν αναμένουμε να δρέψει δάφνες στις μετρήσεις 3D, ας δούμε τι μπορεί να πετύχει. Μιας και βρισκόμαστε στο έτος 2016 και τα Windows 10 έχουν μπει για τα καλά στη ζωή μας, οι εκδόσεις 11 και Vantage του 3DMark μπαίνουν στην απομαχία και θα χρησιμοποιήσουμε μόνο την πιο πρόσφατη 3DMark 1.5.915. Ελπίζουμε σύντομα να έχουμε στη διάθεσή μας και το expansion kit XVB01 με την κάρτα γραφικών της ATI ώστε να μπορέσουμε να δούμε τι έχει να προσφέρει. Λοιπές Μετρήσεις CPU Για το τέλος αφήσαμε τα SuperPi mod, wPrime και Fritz Chess. Όπως θα δείτε και εδώ οι διαφορές ανάμεσα σε Windows 10 και 7 ήταν μηδαμινές. Θερμοκρασίες - κατανάλωση - θόρυβος Ας δούμε τώρα πώς συμπεριφέρεται το NC01U3 όσον αφορά την κατανάλωση, τις θερμοκρασίες και τον θόρυβο, κάτι που σίγουρα θα ενδιαφέρει τους μελλοντικούς αγοραστές του περισσότερο και από τις επιδόσεις του. Θα ξεκινήσουμε με την κατανάλωση, όπου ο Intel Core i3 5005U έδειξε τα προτερήματα των μόλις 15W TDP. Σε idle η κατανάλωση που μετρήσαμε ήταν μόλις 6.5W (πράγμα στο οποίο σίγουρα βοήθησε η απουσία μηχανικού δίσκου) ενώ σε πλήρες φορτίο μέσα από το stress test του AIDA64 η κατανάλωση έφτασε τα 28W. Ορισμένοι θα αναρωτηθείτε για ποιο λόγο η Shuttle επέλεξε να τροφοδοτήσει το NC01U3 με τροφοδοτικό των 65W. Μην ξεχνάτε λοιπόν ότι υπάρχει μία επιπλέον υποδοχή για έναν HDD, καθώς και ότι τα expansion kit δεν απαιτούν ξεχωριστή τροφοδοσία. Για την μέτρηση θερμοκρασίας, χρησιμοποιήσαμε επίσης το stress test του AIDA 64, με την επιλογή να στρεσσάρει CPU, FPU, GPU,cache και μνήμη. O ανεμιστήρας ήταν ρυθμισμένος από το BIOS στην αυτόματη λειτουργία και η θερμοκρασία περιβάλλοντος ήταν 20 βαθμοί κελσίου. Μετά από 20 λεπτά περίπου η θερμοκρασία της CPU σταθεροποιήθηκε στους 68-69 βαθμούς Κελσίου. Αντίστοιχα, σε κατάσταση idle η θερμοκρασία της CPU ανέρχεται σε 36 βαθμούς Κελσίου και ο ανεμιστήρας είναι σε κατάσταση on/off, το σύστημα λειτουργεί εν μέρει σαν fanless. Ας δούμε τώρα πώς τα πάει το NC01U3 στον τομέα του θορύβου, κάτι που σίγουρα θα ενδιαφέρει πολλούς από τους μελλοντικούς του αγοραστές. Όπως είδαμε στην ενότητα του BIOS, οι διαθέσιμες επιλογές είναι πέντε. Η πρώτη από αυτές μας δίνει την δυνατότητα μεταβολής της ταχύτητας του ανεμιστήρα, δίνοντας παράλληλα την δυνατότητα για fanless λειτουργία εφόσον η θερμοκρασία του επεξεργαστή το επιτρέπει. Η κρίσιμη θερμοκρασία για να συμβεί αυτό είναι οι 36 βαθμοί. Όπως καταλαβαίνετε, σε συνθήκες χειμώνα όπου η μέση θερμοκρασία σε ένα θερμαινόμενο δωμάτιο είναι γύρω στους 20-21 βαθμούς, o ανεμιστήρας θα είναι αρκετά συχνά εκτός λειτουργίας. Όσο όμως η θερμοκρασία περιβάλλοντος ανεβαίνει, τόσο πιο σπάνια θα σβήνει. Η λειτουργία του ανεμιστήρα από τη στιγμή που θα ανάψει μόνο ως προοδευτική δεν μπορεί να χαρακτηριστεί, καθώς η ελάχιστη ταχύτητα λειτουργίας του (που αντιστοιχεί στην επιλογή Ultra Low του BIOS) ανέρχεται στις 3970 στροφές ανά λεπτό ενώ η μέγιστη φτάνει στις ενοχλητικότατες 6140 στροφές ανά λεπτό. Πώς μεταφράζονται αυτά σε άποψη θορύβου; Σε συνθήκες λειτουργίας σε χώρο εργασίας, έχοντας τους ανεμιστήρες στο αυτόματο, το σύστημα χαρακτηρίζεται ως ήσυχο. Ακούγεται μεν, αλλά δεν ενοχλεί. Δεν ισχύει όμως το ίδιο στην περίπτωση που θέλετε να το χρησιμοποιήσετε ως HTPC, μιας και σε συνθήκες απόλυτης ησυχίας (και θεωρώντας ότι δεν θα βλέπετε μόνο ταινίες του Michael Bay), ο ανεμιστήρας είναι αρκετά ενοχλητικός. Τι μπορούμε να κάνουμε για αυτό; Προς το παρόν τίποτα. O έλεγχος θερμοκρασιών και ανεμιστήρων γίνεται από το ITE8528E το οποίο προς το παρόν δεν υποστηρίζεται από το Speedfan (αν και ελπίζουμε σε μελλοντική έκδοση να υποστηριχθεί), ενώ προς μεγάλη μας έκπληξη οι στροφές λειτουργίας του ανεμιστήρα της CPU δεν απεικονίζονται σε κανένα διαγνωστικό πρόγραμμα παρά μόνο στην σχετική καρτέλα του BIOS. Επίλογος Κάπως έτσι φτάσαμε για μια ακόμα φορά στην ώρα του απολογισμού. Το NC01U3 είναι σύστημα ικανό να ανταπεξέλθει σε ένα πλήθος εργασιών μιας και αντί για κάποιο αναιμικό Celeron έχει στην καρδιά του τον Intel Core i3 5005U, τον οποίο έχουμε δει σε αμέτρητα μοντέλα φορητών υπολογιστών όλων των κατασκευαστών. Μπορεί να δεχθεί έως και 16GB μνήμης, ενώ με τον συνδυασμό των δύο θέσεων για μονάδες αποθήκευσης (μία M2 και μία SATA των 2.5" αλλά 7mm) μπορεί να αποτελέσει άνετα μοναδικό σύστημα ενός μέσου χρήστη. Και θα μου πείτε : Γιατί να πληρώσω τα ίδια χρήματα με το νεότερο Skylake NUC; Για την ομορφιά ή για την σειριακή θύρα; Η αλήθεια είναι πως ο κυριότερος λόγος για τον οποίο κάποιος θα επιλέξει ένα barebone της σειράς XPC nano, έναντι του αντίστοιχου NUC είναι η θύρα επέκτασης. Χωρίς αυτή, και τα τέσσερα μοντέλα NC01Ux θα ήταν ένα ξαναζεσταμένο φαγητό σερβιρισμένο στο καλό σερβίτσιο. Και όπως έχετε πιθανώς δει υπάρχουν πλέον αρκετά cases φτιαγμένα για όσους θέλουν ένα NUC αλλά δεν τους αρέσει η εμφάνισή του. Ελπίζουμε λοιπόν, πολύ σύντομα να βγουν στην αγορά τα 3 expansion kits (και γιατί όχι να δοκιμάσουμε στο εργαστήρι μας το XVB01 με την κάρτα γραφικών) ώστε να δείξει η σειρά XPC nano τα πραγματικά της δόντια. Μέχρι τότε, το NC01U3 είναι ένα αξιολογότατο σύστημα που προσφέρει ό,τι και τα NUC με καλύτερη εμφάνιση αλλά σε υψηλότερη τιμή. Ας συνοψίσουμε λοιπόν τα θετικά και αρνητικά του NC01U3 : Μέγεθος Κατανάλωση Επιδόσεις Εμφάνισης Ποιότητα κατασκευής Υποστήριξη δύο μονάδων αποθήκευσης Υποστήριξη έως 16GB Ram με 2 slot Ύπαρξη σειριακής θύρας Υποστήριξη Windows 7 Expansion kits Τσιμπημένη τιμή Αδυναμία ελέγχου του ανεμιστήρα και θορυβώδης λειτουργία αυτού Με βάση λοιπόν όλα τα παραπάνω, η βαθμολογία που παίρνει το NC01U3 είναι :  theLAB.gr Ευχαριστούμε θερμά την Shuttle για την παραχώρηση του δείγματος της δοκιμής Γεώργιος GriGaS Ρήγας 29/3/2016
  12. Είπα να ανοίξω αυτό το thread για να δούμε πόσοι στο forum ασχολούνται με HTPC και home cinema και να μοιραστούμε τις εμπειρίες μας Υπάρχει βέβαια και το avforum.gr αλλά δεν κάνει κακό να τα λέμε και εδώ
  13. Τηρώντας την παράδοση που θέλει την Nanoxia να κάνει κάθε χρόνο στην Computex παρουσίαση νέων προϊόντων, φέτος η γερμανική εταιρεία, μας παρουσιάζει τη νέα της σειρά PC cases επονομαζόμενες CoolForce Σκοπός της σειράς CoolForce είναι η πολύ καλή σχέση ποιότητας-τιμής. Θα διατεθούν 5 διαφορετικά μοντέλα, διαφορετικού μεγέθους και δυνατοτήτων. Όπως και με την σειρά Deep Silence, θα είναι εμφανές από τον σχεδιασμό τους ότι θα ανήκουν στην ίδια σειρά. Το χαρακτηριστικό εμπρός μέρος με το πράσινα φωτισμένο logo της Nanoxia και τις ασημένιες ακμές θα υπάρχει σε όλα τα μοντέλα. Κάθε case της σειράς θα έχει 2 ανεμιστήρες, 1 εμπρός και 1 πίσω προεγκατεστημένους. Θα έχει επίσης ελεγκτή για τους ανεμιστήρες 2 x USB 3.0, 1 x USB 2.0 και θύρες HD Audio. Οι επάνω θέσεις για τους ανεμιστήρες κρύβονται κάτω από επιπλέον αφαιρούμενες καλύπτρες. Και φυσικά κάθε θήκη της σειράς θα είναι “water-cooling ready” συμβατή με τα δημοφιλέστερα κιτ και ξεχωριστά προϊόντα της αγοράς. Πιο συγκεκριμένα ανά μοντέλο: CF-1 Το CF-1 είναι κύβος μεγέθους ATX. Χωρίζεται σε 2 θερμικές «ζώνες». Δέχεται 2 x 3.5” HDD/SSD και 4 x 2.5” SSD/HDD. Μπορεί επίσης να εγκατασταθεί ένας οπτικός δίσκος στην εξωτερική θέση 5.25”. Συνολικά μπορεί να δεχτεί ως 5 ανεμιστήρες: 2 x 120/140 mm (εμπρός/1 x συμπεριλαμβανόμενος), 2 x 120/ 140 mm (επάνω), 1 x 120 mm (πίσω/συμπεριλαμβανόμενος). Μπορούν να εγκατασταθούν κάρτες γραφικών με μήκος μέχρι 360 mm και ψύκτρες CPU με ύψος ως 160 mm. Τύπος: ATX Cube Διαστάσεις (Υ x Π x Μ): 380 x 285 x380 mm Εξωτερικές θέσεις: 1 x 5.25”, 1 x 3.5” (προαιρετική) Εσωτερικές θέσεις: 2 x 3.5”, 2 x 2.5” Συμπεριλαμβανόμενοι ανεμιστήρες: 1 x 120 mm, 1 x 140 mm Επιπλέον θέσεις για ανεμιστήρες: 3 x 120/140 mm Ψύκτρες CPU Μέγιστο Ύψος: 160 mm Κάρτες Γραφικών Μέγιστο Μήκος: 360 mm CF-2 Το CF-2 είναι το μικρότερο από τα 3 μεσαίου μεγέθους ATX κουτιά της σειράς. Έχει 2 θέσεις 5,25” εξωτερικά και 6 θέσεις για ανεμιστήρες 120 mm: 2 x 120mm (εμπρός/1 x συμπεριλαμβανόμενος), 2 x 120mm (επάνω), 1 x 120 mm (βάση), 1 x 120 mm (πίσω/συμπεριλαμβανόμενος). Μπορούν να εγκατασταθούν κάρτες γραφικών με μήκος μέχρι 415 mm ύστερα από αφαίρεση του HDD cage και ως 280mm με το HDD cage στη θέση του. Οι ψύκτρες CPU πρέπει να έχουν μέγιστο ύψος 160 mm. Τύπος: ATX Mid Tower Διαστάσεις (Υ x Π x Μ): 430 x 200 x 475 mm Εξωτερικές θέσεις: 2 x 5.25”, 1 x 3.5” (προαιρετική) Εσωτερικές θέσεις: 2 x 2.5", 8 x 3.5" Συμπεριλαμβανόμενοι ανεμιστήρες: 2 x 120 mm Επιπλέον θέσεις για ανεμιστήρες: 4 x 120 mm Ψύκτρες CPU Μέγιστο Ύψος: 160 mm Κάρτες Γραφικών Μέγιστο Μήκος: 280 (415) mm CF-3 To CF-3 είναι το 2ο μεσαίου μεγέθους κουτί. Έχει 3 θέσεις 5.25" και 2 ανεμιστήρες 140 mm προεγκατεστημένους, με χώρο για άλλους 4 διαμέτρου 120/140 mm (1 x εμπρός, 1x βάση, 2 x επάνω). Το μέγιστο μήκος καρτών γραφικών είναι 445 (315) mm, και το μέγιστο ύψος για ψύκτρα CPU 180 mm. Επίσης θα έχει χώρο για 8 θέσεις επέκτασης PCI. Τύπος: ATX Mid Tower Διαστάσεις (Υ x Π x Μ): 480 x 220 x 532 mm Εξωτερικές θέσεις: 2x 5.25", 1 x 3.5" (προαιρετικά) Εσωτερικές θέσεις: 8 x 3.5" Συμπεριλαμβανόμενοι ανεμιστήρες: 2 x 140mm Επιπλέον θέσεις για ανεμιστήρες: 4 x 120/140 mm Ψύκτρες CPU Μέγιστο Ύψος: 180 mm Κάρτες Γραφικών Μέγιστο Μήκος: 315 (445) mm CF-4 Το CF-4 είναι το πλατύτερο απ’ τα 3 midi tower νέα μοντέλα. Με πλάτος 232 mm, επιτρέπει την εγκατάσταση τριών ανεμιστήρων 120/140 mm ή ψυγείου στην επάνω πλευρά. Επίσης λόγω αυτής της σχεδίασης μπορεί να δεχτεί εύκολα ψύκτρες CPU ως 185mm και κάρτες γραφικών με μέγιστο μήκος 445 (315) mm. Όπως και το CF-3, διαθέτει τρεις εξωτερικές θέσεις 5,25” και 8 θέσεις επέκτασης PCI. Τύπος: ATX Mid Tower Διαστάσεις (Υ x Π x Μ): 480 x 232 x 532 mm Εξωτερικές θέσεις: 2 x 5.25", 1 x 3.5" (προαιρετικά) Εσωτερικές θέσεις: 8 x 3.5" Συμπεριλαμβανόμενοι ανεμιστήρες: 2 x 140 mm Επιπλέον θέσεις για ανεμιστήρες: 5 x 120/140 mm Ψύκτρες CPU Μέγιστο Ύψος: 185 mm Κάρτες Γραφικών Μέγιστο Μήκος: 315 (445) mm CF-5 Το CF-5 ανήκει στην κατηγορία των full tower και μπορεί να δεχτεί E-ATX μητρικές. Διαθέτει 3 εξωτερικές θέσεις 5.25" και 7 συνολικά ανεμιστήρες 120 ή 140 mm. Πράγμα που κάνει τις εγκαταστάσεις με 2 ψυγεία εύκολη υπόθεση. Συνολικά διαθέτει 10 θύρες επέκτασης PCI στην πίσω πλευρά. Τύπος: E-ATX Full Tower Διαστάσεις (Υ x Π x Μ): 530 x 232 x 550 mm Εξωτερικές θέσεις: 3 x 5.25", 1 x 3.5" (προαιρετικά) Εσωτερικές θέσεις: 8 x 3.5" Συμπεριλαμβανόμενοι ανεμιστήρες: 2 x 140mm Επιπλέον θέσεις για ανεμιστήρες: 5 x 120/140 mm Ψύκτρες CPU Μέγιστο Ύψος: 185 mm Κάρτες Γραφικών Μέγιστο Μήκος: 360 (485)mm Οι mid-tower και full tower θήκες είναι εξοπλισμένες με προσθαφαιρούμενους κλωβούς για την τοποθέτηση μέχρι 8 HDD 3.5” ή 2.5”, πράγμα που κάνει εύκολη την εγκατάσταση μεγάλων καρτών γραφικών ή υδρόψυξης με τοποθέτηση στο εμπρός μέρος. Φυσικά όλες οι θέσεις των 5.25” είναι tool-less και οι σκληροί όπως και το PSU έχουν ελαστικούς συνδέσμους απορρόφησης κραδασμών. Click here to view the άρθρο
  14. Σκοπός της σειράς CoolForce είναι η πολύ καλή σχέση ποιότητας-τιμής. Θα διατεθούν 5 διαφορετικά μοντέλα, διαφορετικού μεγέθους και δυνατοτήτων. Όπως και με την σειρά Deep Silence, θα είναι εμφανές από τον σχεδιασμό τους ότι θα ανήκουν στην ίδια σειρά. Το χαρακτηριστικό εμπρός μέρος με το πράσινα φωτισμένο logo της Nanoxia και τις ασημένιες ακμές θα υπάρχει σε όλα τα μοντέλα. Κάθε case της σειράς θα έχει 2 ανεμιστήρες, 1 εμπρός και 1 πίσω προεγκατεστημένους. Θα έχει επίσης ελεγκτή για τους ανεμιστήρες 2 x USB 3.0, 1 x USB 2.0 και θύρες HD Audio. Οι επάνω θέσεις για τους ανεμιστήρες κρύβονται κάτω από επιπλέον αφαιρούμενες καλύπτρες. Και φυσικά κάθε θήκη της σειράς θα είναι “water-cooling ready” συμβατή με τα δημοφιλέστερα κιτ και ξεχωριστά προϊόντα της αγοράς. Πιο συγκεκριμένα ανά μοντέλο: CF-1 Το CF-1 είναι κύβος μεγέθους ATX. Χωρίζεται σε 2 θερμικές «ζώνες». Δέχεται 2 x 3.5” HDD/SSD και 4 x 2.5” SSD/HDD. Μπορεί επίσης να εγκατασταθεί ένας οπτικός δίσκος στην εξωτερική θέση 5.25”. Συνολικά μπορεί να δεχτεί ως 5 ανεμιστήρες: 2 x 120/140 mm (εμπρός/1 x συμπεριλαμβανόμενος), 2 x 120/ 140 mm (επάνω), 1 x 120 mm (πίσω/συμπεριλαμβανόμενος). Μπορούν να εγκατασταθούν κάρτες γραφικών με μήκος μέχρι 360 mm και ψύκτρες CPU με ύψος ως 160 mm. Τύπος: ATX Cube Διαστάσεις (Υ x Π x Μ): 380 x 285 x380 mm Εξωτερικές θέσεις: 1 x 5.25”, 1 x 3.5” (προαιρετική) Εσωτερικές θέσεις: 2 x 3.5”, 2 x 2.5” Συμπεριλαμβανόμενοι ανεμιστήρες: 1 x 120 mm, 1 x 140 mm Επιπλέον θέσεις για ανεμιστήρες: 3 x 120/140 mm Ψύκτρες CPU Μέγιστο Ύψος: 160 mm Κάρτες Γραφικών Μέγιστο Μήκος: 360 mm CF-2 Το CF-2 είναι το μικρότερο από τα 3 μεσαίου μεγέθους ATX κουτιά της σειράς. Έχει 2 θέσεις 5,25” εξωτερικά και 6 θέσεις για ανεμιστήρες 120 mm: 2 x 120mm (εμπρός/1 x συμπεριλαμβανόμενος), 2 x 120mm (επάνω), 1 x 120 mm (βάση), 1 x 120 mm (πίσω/συμπεριλαμβανόμενος). Μπορούν να εγκατασταθούν κάρτες γραφικών με μήκος μέχρι 415 mm ύστερα από αφαίρεση του HDD cage και ως 280mm με το HDD cage στη θέση του. Οι ψύκτρες CPU πρέπει να έχουν μέγιστο ύψος 160 mm. Τύπος: ATX Mid Tower Διαστάσεις (Υ x Π x Μ): 430 x 200 x 475 mm Εξωτερικές θέσεις: 2 x 5.25”, 1 x 3.5” (προαιρετική) Εσωτερικές θέσεις: 2 x 2.5", 8 x 3.5" Συμπεριλαμβανόμενοι ανεμιστήρες: 2 x 120 mm Επιπλέον θέσεις για ανεμιστήρες: 4 x 120 mm Ψύκτρες CPU Μέγιστο Ύψος: 160 mm Κάρτες Γραφικών Μέγιστο Μήκος: 280 (415) mm CF-3 To CF-3 είναι το 2ο μεσαίου μεγέθους κουτί. Έχει 3 θέσεις 5.25" και 2 ανεμιστήρες 140 mm προεγκατεστημένους, με χώρο για άλλους 4 διαμέτρου 120/140 mm (1 x εμπρός, 1x βάση, 2 x επάνω). Το μέγιστο μήκος καρτών γραφικών είναι 445 (315) mm, και το μέγιστο ύψος για ψύκτρα CPU 180 mm. Επίσης θα έχει χώρο για 8 θέσεις επέκτασης PCI. Τύπος: ATX Mid Tower Διαστάσεις (Υ x Π x Μ): 480 x 220 x 532 mm Εξωτερικές θέσεις: 2x 5.25", 1 x 3.5" (προαιρετικά) Εσωτερικές θέσεις: 8 x 3.5" Συμπεριλαμβανόμενοι ανεμιστήρες: 2 x 140mm Επιπλέον θέσεις για ανεμιστήρες: 4 x 120/140 mm Ψύκτρες CPU Μέγιστο Ύψος: 180 mm Κάρτες Γραφικών Μέγιστο Μήκος: 315 (445) mm CF-4 Το CF-4 είναι το πλατύτερο απ’ τα 3 midi tower νέα μοντέλα. Με πλάτος 232 mm, επιτρέπει την εγκατάσταση τριών ανεμιστήρων 120/140 mm ή ψυγείου στην επάνω πλευρά. Επίσης λόγω αυτής της σχεδίασης μπορεί να δεχτεί εύκολα ψύκτρες CPU ως 185mm και κάρτες γραφικών με μέγιστο μήκος 445 (315) mm. Όπως και το CF-3, διαθέτει τρεις εξωτερικές θέσεις 5,25” και 8 θέσεις επέκτασης PCI. Τύπος: ATX Mid Tower Διαστάσεις (Υ x Π x Μ): 480 x 232 x 532 mm Εξωτερικές θέσεις: 2 x 5.25", 1 x 3.5" (προαιρετικά) Εσωτερικές θέσεις: 8 x 3.5" Συμπεριλαμβανόμενοι ανεμιστήρες: 2 x 140 mm Επιπλέον θέσεις για ανεμιστήρες: 5 x 120/140 mm Ψύκτρες CPU Μέγιστο Ύψος: 185 mm Κάρτες Γραφικών Μέγιστο Μήκος: 315 (445) mm CF-5 Το CF-5 ανήκει στην κατηγορία των full tower και μπορεί να δεχτεί E-ATX μητρικές. Διαθέτει 3 εξωτερικές θέσεις 5.25" και 7 συνολικά ανεμιστήρες 120 ή 140 mm. Πράγμα που κάνει τις εγκαταστάσεις με 2 ψυγεία εύκολη υπόθεση. Συνολικά διαθέτει 10 θύρες επέκτασης PCI στην πίσω πλευρά. Τύπος: E-ATX Full Tower Διαστάσεις (Υ x Π x Μ): 530 x 232 x 550 mm Εξωτερικές θέσεις: 3 x 5.25", 1 x 3.5" (προαιρετικά) Εσωτερικές θέσεις: 8 x 3.5" Συμπεριλαμβανόμενοι ανεμιστήρες: 2 x 140mm Επιπλέον θέσεις για ανεμιστήρες: 5 x 120/140 mm Ψύκτρες CPU Μέγιστο Ύψος: 185 mm Κάρτες Γραφικών Μέγιστο Μήκος: 360 (485)mm Οι mid-tower και full tower θήκες είναι εξοπλισμένες με προσθαφαιρούμενους κλωβούς για την τοποθέτηση μέχρι 8 HDD 3.5” ή 2.5”, πράγμα που κάνει εύκολη την εγκατάσταση μεγάλων καρτών γραφικών ή υδρόψυξης με τοποθέτηση στο εμπρός μέρος. Φυσικά όλες οι θέσεις των 5.25” είναι tool-less και οι σκληροί όπως και το PSU έχουν ελαστικούς συνδέσμους απορρόφησης κραδασμών.
  15. Η Shuttle διεύρυνε την γκάμα της παρουσιάζοντας ένα πολύ ενδιαφέρον υβρίδιο NUC παθητικής ψύξης με industrial PC. Με σύγχρονους Broadwell i3,i5,i7 επεξεργαστές με ενσωματωμένα υποσυστήματα γραφικών Έτσι η Shuttle πρόσθεσε 3 νέα μοντέλα στη σειρά DS. Στο υπάρχον DS57U ήρθαν τώρα να προστεθούν στα Ευρωπαϊκά καταστήματα τα DS57U3, DS57U5 and DS57U7 όλα με ενσωματωμένους Intel Core i3, Core i5 και Core i7 αντίστοιχα. Τα 4 μοντέλα, όλα σε μαύρο βασίζονται στο Broadwell chip της Intel των 14nm έχοντας εξαιρετικά χαμηλή κατανάλωση ενέργειας και πολύ υψηλότερη απόδοση υποσυστήματος γραφικών από την προηγούμενη γενιά. Με διαστάσεις 20 x 3.95 x 16.5 cm (ΜxΠxΥ), τα νέα μοντέλα της Shuttle έχουν χώρο για ως 16 GB 1.35 V DDR3L μνήμης σε 2 θέσεις (slots) SO-DIMM. Υπάρχει μία θέση για δίσκο SATA 2.5", 6 Gbit/s, και θέση mini-PCI Express που μπορεί να δεχθεί mSATA SSD. Μια δεύτερη θέση mini-PCI Express είναι ήδη κατειλημμένη από το ασύρματο interface. Από εξωτερικές θύρες έχουμε: 2x Intel ελεγκτές Ethernet 10/100/1000 2x USB 3.0 4x USB 2.0 jack ήχου (μικρόφωνο, ακουστικό) και ένα card reader. Επιπλέον 2 σειριακές θύρες και μια υποδοχή για απομακρυσμένη εκκίνηση (remote power-on) δηλώνουν ότι μπορεί να χρησιμοποιηθεί και σε επαγγελματικά περιβάλλοντα που δεν υπάρχει φυσική πρόσβαση στο μηχάνημα. Υπάρχουν επίσης μία θύρα DisplayPort και μία HDMI για σύνδεση με monitor και τηλεοράσεις. Λόγω της ισχυρής ενσωματωμένης Intel HD Graphics 5500, 4Κ (2160p) βίντεο μπορεί να αναπαραχθεί στα 60Hz χωρίς πρόβλημα. "Ύστερα από την επιτυχημένη παρουσίαση του DS57U το Φεβρουάριο, προσθέτουμε άλλα 3 μοντέλα στη γκάμα μας, για τα οποία δεν υπάρχει αντίπαλος στην αγορά αν λάβουμε υπόψιν όλα τα χαρακτηριστικά ησυχίας απόδοσης και αντοχής" δήλωσε ο Tom Seiffert, επικεφαλής Marketing & PR της Shuttle Computer Handels GmbH. "PC παθητικής ψύξης με επεξεργαστές Intel Core σε αυτό το μέγεθος δεν προσφέρονται από άλλους κατασκευαστές" Όλα τα νέα μοντέλα της Shuttle μπορούν να τοποθετηθούν σε οποιαδήποτε θέση θέλει ο πελάτης πχ. κρυμμένα κάτω από ένα γραφείο ή σε ένα VESA mount πίσω από την οθόνη. Όλα τα μοντέλα είναι πιστοποιημένα για χρήση σε περιβαλλοντικές θερμοκρασίες από 0 ως 40 °C. Οι προτεινόμενες τιμές λιανικής της Shuttle είναι 402.00 EUR για το DS57U3, 519.00 EUR για το DS57U5 και 673.00 EUR για το DS57U7 (χωρίς ΦΠΑ). Τα μηχανήματα είναι ήδη διαθέσιμα σε επιλεγμένους μεταπωλητές σε όλη την Ευρώπη. Κάντε κλικ εδώ για να δείτε το άρθρο
  16. Έτσι η Shuttle πρόσθεσε 3 νέα μοντέλα στη σειρά DS. Στο υπάρχον DS57U ήρθαν τώρα να προστεθούν στα Ευρωπαϊκά καταστήματα τα DS57U3, DS57U5 and DS57U7 όλα με ενσωματωμένους Intel Core i3, Core i5 και Core i7 αντίστοιχα. Τα 4 μοντέλα, όλα σε μαύρο βασίζονται στο Broadwell chip της Intel των 14nm έχοντας εξαιρετικά χαμηλή κατανάλωση ενέργειας και πολύ υψηλότερη απόδοση υποσυστήματος γραφικών από την προηγούμενη γενιά. Με διαστάσεις 20 x 3.95 x 16.5 cm (ΜxΠxΥ), τα νέα μοντέλα της Shuttle έχουν χώρο για ως 16 GB 1.35 V DDR3L μνήμης σε 2 θέσεις (slots) SO-DIMM. Υπάρχει μία θέση για δίσκο SATA 2.5", 6 Gbit/s, και θέση mini-PCI Express που μπορεί να δεχθεί mSATA SSD. Μια δεύτερη θέση mini-PCI Express είναι ήδη κατειλημμένη από το ασύρματο interface. Από εξωτερικές θύρες έχουμε: 2x Intel ελεγκτές Ethernet 10/100/1000 2x USB 3.0 4x USB 2.0 jack ήχου (μικρόφωνο, ακουστικό) και ένα card reader. Επιπλέον 2 σειριακές θύρες και μια υποδοχή για απομακρυσμένη εκκίνηση (remote power-on) δηλώνουν ότι μπορεί να χρησιμοποιηθεί και σε επαγγελματικά περιβάλλοντα που δεν υπάρχει φυσική πρόσβαση στο μηχάνημα. Υπάρχουν επίσης μία θύρα DisplayPort και μία HDMI για σύνδεση με monitor και τηλεοράσεις. Λόγω της ισχυρής ενσωματωμένης Intel HD Graphics 5500, 4Κ (2160p) βίντεο μπορεί να αναπαραχθεί στα 60Hz χωρίς πρόβλημα. "Ύστερα από την επιτυχημένη παρουσίαση του DS57U το Φεβρουάριο, προσθέτουμε άλλα 3 μοντέλα στη γκάμα μας, για τα οποία δεν υπάρχει αντίπαλος στην αγορά αν λάβουμε υπόψιν όλα τα χαρακτηριστικά ησυχίας απόδοσης και αντοχής" δήλωσε ο Tom Seiffert, επικεφαλής Marketing & PR της Shuttle Computer Handels GmbH. "PC παθητικής ψύξης με επεξεργαστές Intel Core σε αυτό το μέγεθος δεν προσφέρονται από άλλους κατασκευαστές" Όλα τα νέα μοντέλα της Shuttle μπορούν να τοποθετηθούν σε οποιαδήποτε θέση θέλει ο πελάτης πχ. κρυμμένα κάτω από ένα γραφείο ή σε ένα VESA mount πίσω από την οθόνη. Όλα τα μοντέλα είναι πιστοποιημένα για χρήση σε περιβαλλοντικές θερμοκρασίες από 0 ως 40 °C. Οι προτεινόμενες τιμές λιανικής της Shuttle είναι 402.00 EUR για το DS57U3, 519.00 EUR για το DS57U5 και 673.00 EUR για το DS57U7 (χωρίς ΦΠΑ). Τα μηχανήματα είναι ήδη διαθέσιμα σε επιλεγμένους μεταπωλητές σε όλη την Ευρώπη.
  17. <div align="justify"> <img src="http://www.thelab.gr/gallery3/var/albums/News/News-Icons/icon_lianli.png?m=1265999212" align="left" hspace="8" vspace="8" alt="Lian Li Logo"/>Η Lian Li ανακοίνωσε σήμερα την διαθεσιμότητα ενός νέου κουτιού για mini ITX μητρικές, σχεδιασμένου για HTPC ή για χρήση σε γραφείο. Πρόκειται για το PC-Q19 το οποίο αποτελεί μια ανανεωμένη έκδοση του PC-Q12, προσθέτοντας υποστήριξη για VGA μέσω της περιλαμβανόμενης riser card, καθώς και υποστήριξη για επιπλέον μονάδες αποθήκευσης. Το PC-Q19 είναι ιδιαίτερα λεπτής σχεδίασης με πάχος μόλις 160mm και κατασκευασμένο από αλουμίνιο. Μπορεί να φιλοξενήσει ένα δίσκο 3,5'' και τρεις 2,5''. Η κάρτα γραφικών, που μπορεί να έχει μήκος μέχρι 220mm, μπορεί να τοποθετηθεί στο κέντρο του κουτιού με την βοήθεια μιας παρεχόμενης riser card. Όσον αφορά το τροφοδοτικό, δέχεται τύπου SFX. Μπορεί να τοποθετηθεί τόσο οριζόντια όσο και κάθετα. Εφόσον ο κάτοχός του αποφασίσει να το τοποθετήσει οριζόντια, παρέχονται τέσσερα ποδαράκια επενδυμένα με λάστιχο για να απορροφούνται οι κραδασμοί. Αν αποφασίσει να το τοποθετήσει κάθετα παρέχεται μία βάση επίσης επενδυμένη με λάστιχο για απορρόφηση των κραδασμών. Στα υπόλοιπα χαρακτηριστικά του κουτιού έχουμε pop-off side panels, για εύκολη πρόσβαση στο εσωτερικό του κουτιού, μαγνητικά φίλτρα για να μην επιτρέπεται η είσοδος της σκόνης στο εσωτερικό του κουτιού, και έναν ανεμιστήρα 120mm ο οποίος μπορεί εύκολα να αφαιρεθεί, αφαιρώντας δύο βίδες. Δύο θύρες USB 3.0 μπροστά και διπλού φωτισμού power button. Το κουτί θα είναι διαθέσιμο μέχρι το τέλος Αυγούστου σε μαύρο και ασημί, ενώ η προτεινόμενη τιμή λιανικής στο Newegg ανέρχεται στα $149. [ame=http://www.youtube.com/watch?v=Cy7-ruH56HM]LIAN LI PC-Q19 - YouTube[/ame] Πηγή: techPowerUpLian-Li
  18. <div align="justify"> <img src="http://www.thelab.gr/gallery3/var/albums/News/News-Icons/silverstone-news.png?m=1257802287" align="left" hspace="8" vspace="8" alt="Silverstone Logo"/> Το καινούργιο κουτί της σειράς Grandia βρίσκεται προ των πυλών για διάθεση στο αγοραστικό κοινό. Το GD10 έχει διαστάσεις 442mm x 171mm x 362mm (WxHxD), ζυγίζει 4.8kg, το σασί του είναι από ατσάλι, το μπροστινό πορτάκι είναι από αλουμίνιο και πίσω του 'κρύβονται', εκτός από τα κουμπιά power και reset, δύο θύρες USB 3.0, δύο 3.5mm audio jacks και μία θέση 5.25". Στο εσωτερικό του υπάρχουν μια 2.5" και δύο 3.5" θέσεις συσκευών καθώς και τρεις 120mm ανεμιστήρες (δύο στη δεξιά μεριά του κουτιού και ένας στην αριστερή) που λειτουργούν στις 900 σ.α.λ. Υποστηρίζει ATX και microATX μητρικές, μπορεί να δεχθεί κάρτες γραφικών μήκους έως 12.2 ίντσες και standard ATX τροφοδοτικά. Το κουτί διατίθεται προς προ-πώληση στα 89.90 ευρώ. Πηγή: TechPowerUP
  19. Η εταιρία Silverstone παρουσίασε σήμερα το Milo ML07 slim κουτί υπολογιστών το οποίο είναι βασισμένο στο RAVEN RVZ01. Παρά το μικρό μέγεθος μιας και οι διαστάσεις του είναι 382 mm x 350 mm x 105 mm (ΠxΒxΥ), στο εσωτερικό του μπορεί να φιλοξενήσει κάρτες γραφικών διπλού Slot και συνολικού μήκους 330mm. Αυτό είναι δυνατό λόγω της παράλληλης τοποθέτησης της κάρτας γραφικών σε σχέση με τη μητρική, μέσω ενός PCI-Express x16 riser και όσον αφορά το θέμα της ψύξης του επεξεργαστή, μπορεί να εγκατασταθεί ψύκτρα με μέγιστο ύψος 83 mm. Οι θέσεις για ανεμιστήρες είναι τρεις συνολικά, οι οποίες είναι διαμορφωμένες για ανεμιστήρες 120mm, υπάρχει συμβατότητα με ψυγεία 2x120mm στις δύο από αυτές (εξαρτάται και από το πάχος της κάρτας γραφικών) και το front panel διαθέτει δύο θέσεις USB3.0, μαζί με δύο υποδοχές jack για μικρόφωνο και ακουστικά. http://www.thelab.gr/images/news/ml07.swf Επίσης, στο εσωτερικό του μπορούν να εγκατασταθούν μητρικές DTX, Mini-ITX, ένα τροφοδοτικό SFX, μία Slim οπτική συσκευή, ένας δίσκος 3,5" και τρεις δίσκοι 2,5". Συνεπώς, μπορεί να μοιάζει με HTPC κουτί λόγω διαστάσεων, αλλά μπορεί στο εσωτερικό του να φιλοξενήσει ένα gaming μηχάνημα μιας και μία GeForce GTX TITAN Black μπορεί να φιλοξενηθεί χωρίς κανένα πρόβλημα στο εσωτερικό του. Κλείνοντας, το κουτί μπορεί να τοποθετηθεί είτε οριζόντια, είτε κατακόρυφα, ζυγίζει μόλις 3,7 κιλά και θα είναι διαθέσιμο μέσα στο μήνα Μάιο. Δελτίο Τύπου Silverstone
  20. <div align="justify"> <img src="http://www.thelab.gr/gallery3/var/albums/News/News-Icons/icon_aerocool.png?m=1271343126" align="left" hspace="8" vspace="8" alt="Aerocool Logo"/> Η γνωστή κατασκευάστρια Aerocool προχώρησε πριν λίγες μέρες στην ανακοίνωση δύο νέων κουτιών υπολογιστών. Τα δύο νέα προϊόντα της, με τις ονομασίες QS-101 και QS-102 είναι δύο slim κουτιά, τα οποία μπορούν να χρησιμοποιηθούν σε μοντέρνους χώρους αλλά και σαν HTPC σύμφωνα με την κατασκευάστρια. Και τα δύο προϊόντα διατίθενται σε τρεις χρωματικές εκδοχές, προσπαθώντας με αυτό το τρόπο η εταιρία να ικανοποιήσει κάθε γούστο. Οι τρεις χρωματισμοί είναι το μαύρο, το κόκκινο και το λευκό και παρόλο που σε τέτοιου είδους κουτιά, οι περιορισμοί είναι μεγάλοι, η εταιρία δίνει μεγάλη ευελιξία επιλογών στον υποψήφιο αγοραστή. Τα δύο νέα κουτιά υποστηρίζουν μητρικές mini-ITX αλλά και micro-ATX και στο εσωτερικό τους επίσης, μπορούν να φιλοξενήσουν ψύκτρες επεξεργαστών έως και 8 εκατοστών σε ύψος αλλά και κάρτες γραφικών χαμηλού προφίλ έως 24 εκατοστά σε μήκος. Επίσης στο front panel τους είναι εξοπλισμένα με κουμπί εκκίνησης, jack για μικρόφωνο και ακουστικά αλλά και μία θύρα USB3.0 για το QS-101 και δύο θύρες USB3.0 για το QS-102. <img width="1000" border=0 src="http://www.thelab.gr/gallery3/var/albums/News/news-images/aerocool%20colors.jpg?m=1398342747" alt="" /> Αρκετές φαίνεται να είναι οι επιλογές και στις θέσεις για δίσκους και οπτικές συσκευές. Τα δύο κουτιά έχουν τη δυνατότητα φιλοξενίας μίας οπτικής συσκευής, είτε αν δεν επιθυμεί ο χρήστης κάποια οπτική συσκευή, μπορεί να προσθέσει στη θέση της έναν δίσκο 3,5" ή 2,5". Επίσης μπορούν να φιλοξενήσουν ένα ακόμα δίσκο 3,5" ή 2,5" και όλα αυτά σε διαστάσεις μόλις 100 x 300 x 415 χιλιοστών. Κλείνοντας άξιο αναφοράς είναι το σύστημα για διαχείρισης καλωδίων με τις οπές στα κατάλληλα σημεία, η υποστήριξη SFX τροφοδοτικού στο μπροστινό μέρος και η παρουσία ειδικής υποδοχής στο πίσω μέρος για τη τροφοδοσία του. Τα δύο κουτιά έρχονται εξοπλισμένα με έναν ανεμιστήρα 80 mm, με τις στροφές να φτάνουν τις 1.600 ανά λεπτό, τη ροή αέρα στα 28.40CFM και τα επίπεδα θορύβου να είναι 21.6dBA. Η προτεινόμενη τιμή από την κατασκευάστρια είναι τα 25 ευρώ μη συμπεριλαμβανομένων των φόρων και τα δύο κουτιά είναι ήδη διαθέσιμα για αγορά. Δελτίο Τύπου Aerocool
  21. <div style="float:left"><img src="https://www.thelab.gr/gallery3/var/albums/News/News-Icons/icon_aerocool.png?m=1271343126" width="130" height="129" alt=""/></div>Η Aerocool Advanced Technologies, ανακοίνωσε το πρώτο μέλος μιας νέας σειράς προϊόντων με την ονομασία “Dead Silent” (DS). Το DS-Cube, λοιπόν, είναι ένα κουτί μικρών διαστάσεων το οποίο στοχεύει στην αγορά των HTPC και των μικρών gaming PC. Είναι κατασκευασμένο από γαλβανισμένο ατσάλι πάχους 0,8mm, ενώ οι εξωτερικές του διαστάσεις είναι 265mm (Π) x 411.38mm (Υ) x 381mm (Β). Θα κυκλοφορήσει σε 6 χρώματα (άσπρο, μαύρο, χρυσό, πορτοκαλί, κόκκινο, και συνδυασμό άσπρου-μαύρου), και σε 2 εκδόσεις, είτε με παράθυρο, είτε χωρίς, ενώ σε όλα τα μοντέλα παρέχονται 2 επιλογές για την οροφή του κουτιού: είτε μία συμπαγή, για καλύτερη ηχομόνωση, είτε μία με πλέγμα για καλύτερο airflow. Επίσης, στην οροφή βρίσκονται τα κουμπιά power-on & reset, οι ενδεικτικές λυχνίες LED, και 2 θύρες USB2.0 & 2 θύρες USB3.0. Τελειώνοντας, όσον αφορά στην εξωτερική εμφάνιση, να αναφέρουμε ότι σε όλες τις εκδόσεις, εκτός της χρυσής, η οροφή και η πρόσοψη έχουν υφή δέρματος. Το εσωτερικό του κουτιού είναι χωρισμένο σε 3 τμήματα, για μεγαλύτερη αξιοποίηση του χώρου, καλύτερο airflow και μεγαλύτερη ησυχία. Το κυρίως τμήμα φιλοξενεί τα βασικά υποσυστήματα, και σε αυτό μπορούν να τοποθετηθούν μητρικές Mini-ITX ή Micro-ATX, κάρτες γραφικών μήκους έως 320mm, και ψύκτρες ύψους έως 190mm. Στην οροφή μπορεί, επίσης, να τοποθετηθεί ψυγείο 240mm. Το δεύτερο τμήμα είναι αφιερωμένο στους δίσκους του συστήματος, και μπορεί να φιλοξενήσει έως 2 δίσκους. Ένας τρίτος δίσκος μπορεί να τοποθετηθεί στο κυρίως τμήμα, κάτω ακριβώς από τη θέση της οπτικής συσκευής. Το τρίτο τμήμα φιλοξενεί το τροφοδοτικό, το οποίο μπορεί να έχει μήκος έως 160mm. Κάτω από το τροφοδοτικό έχει αφαιρούμενο φίλτρο για τη σκόνη, ενώ υπάρχουν και ελαστικές βάσεις για τη μείωση των κραδασμών του τροφοδοτικού. Για την ψύξη του κουτιού, υπάρχουν προεγκατεστημένοι δύο ανεμιστήρες: ένας 200mm και 600 στροφών μπροστά, κι ένας 120mm 800 στροφών πίσω. Υπάρχει, επίσης, πρόβλεψη για άλλους δύο 120 ή 140mm στην οροφή. Η σειρά αναμένεται να κυκλοφορήσει στα τέλη Οκτωβρίου, με ενδεικτική τιμή προ φόρων τα 70,99€ για την έκδοση χωρίς παράθυρο, και λίγο πιο ψηλά, στα 75,17€ με παράθυρο. <img src="https://www.thelab.gr/gallery3/var/albums/News/news-images/Aerocool-DS-Cube-Variations.jpg?m=1380724732" alt=""> <img src="https://www.thelab.gr/gallery3/var/resizes/News/news-images/Aerocool-DS-Cube-front.jpg?m=1380724660" alt=""> <img src="https://www.thelab.gr/gallery3/var/resizes/News/news-images/Aerocool-DS-Cube-top.jpg?m=1380724708" alt=""> <img src="https://www.thelab.gr/gallery3/var/resizes/News/news-images/Aerocool-DS-Cube-top1.jpg?m=1380724730" alt=""> <img src="https://www.thelab.gr/gallery3/var/resizes/News/news-images/Aerocool-DS-Cube-open.jpg?m=1380724682" alt=""> Πηγή: Aerocool's Press Realease Σελίδα προϊόντος: Dead Silence Menu
  22. <div style="float:left"><img src="http://www.thelab.gr/gallery3/var/albums/News/News-Icons/icon_thermalright.png?m=1260026758" width="130" height="129" alt=""/></div>Λίγο καιρό μετά την πρώτη της ανακοίνωση, την οποία είχαμε δεί σε παλαιότερη είδηση, η Thermalright έριξε στην αγορά σήμερα τη νέα της ψύκτρα χαμηλού προφίλ ΑΧΡ-200. Η νέα αυτή ψύκτρα, την οποία μπορείτε να δείτε και στη φωτογραφία που ακολουθεί παρακάτω, έχει διαστάσεις 150 (L) x 140 (W) x 60 (H), ζυγίζει 475 γραμμάρια, και είναι εφοδιασμένη με 6 heatpipes 6 mm καθώς και επινικελωμένη βάση χαλκού. Παράλληλα συνοδεύεται από έναν ανεμιστήρα 150 χιλιοστών, ο οποίος λειτουργει στις 700-1.300 στροφές και υποστηρίζει επεξεργαστές Intel LGA775/1156/1366/1155/2011/1150 και AMD AM2/AM2+/AM3/AM3+/FM1/FM2. Η τιμή της έχει οριστεί από την εταιρεία στα 49.99 ευρώ. Πηγή
  23. <div style="float:left"><img src="http://www.thelab.gr/gallery3/var/albums/News/News-Icons/icon-buffalo.png?m=1262003492" width="130" height="129" alt=""/></div>H γνωστή ιαπωνική εταιρεία Buffalo, ανακοίνωσε σήμερα την προσθήκη μια νέας σειράς εξωτερικών σκληρών δίσκων με την ονομασία HD-PUSU3. Με διαστάσεις 79 x 115 x 8.8 mm (WxDxH) και βάρος 140 γραμμάρια, οι νέοι αυτοί σκληροί δίσκοι, ένα δείγμα των οποίων μπορείτε να δείτε και στη φωτογραφία που ακολουθεί παρακάτω, έρχονται σε τρια χρώματα και σε χωρητικότητα 500 GB. Ακόμη, προσφέρουν συνδεσιμότητα USB 3.0, και συνοδεύονται από το λογισμικό Turbo PC EX2. Η κυκλοφορία τους αναμένεται να ξεκινήσει τον ερχόμενο Φεβρουάριο στην τιμή των 132 δολλαρίων. Πηγή
  24. Γεια σας παιδια σκεφτομε να κανω μια μικρη αναβαθμισοθλα την μητρικη τον επεξεργαστη και την ram μου δεν εχω καταληξει στα 2 πρωτα στην αρχη σκεφτικα αφτα τα 2 αλλα μετα τσεκαρα οτι και AMD εχει μοντελο επεξεργαστη στην ιδια τιμη με περισσοτερα πραματα αλλα εγω δν εχω δουλεψει ποτε amd οποτε εχω μαυρα μεσανυχτα θα ηθελα να μου προτινετε με κανα 250αρι τα 2 αυτα κομματια,να μου πειτε την γνωμη σας για τα μοντελα που πεζουν στην αγορα πια εχουν καλες κριτικεσ πια οχι για να αποφασισω τι θα παρω. ευχαριστω πολυ Intel Core i5 3570 (s 1155 , 3.4 GHz , 6MB) - Επεξεργαστές - plaisio.gr Gigabyte B75M-D3H (s 1155 , B75 , DDR3) - Μητρικές - plaisio.gr
  25. <div style="float:left"><img src="http://www.thelab.gr/gallery3/var/albums/News/News-Icons/icon_msi.png?m=1340359221" width="130" height="129" alt=""/></div>Μια νέα μητρική κατασκευασμένη με βάση το mini-ITX form-factor παρουσίασε η MSI. Πρόκειται για την B75IA-E33, η οποία υποστηρίζει το socket LGA1155 και είναι βασισμένη στο B75 Express chipset (όπως άλλωστε προδίδει και το όνομά της). Η νέα αυτή μητρική, την οποία μπορείτε να δείτε και στις φωτογραφίες που ακολουθούν παρακάτω, τροφοδοτείται από δύο βύσματα 24-pin και 4-pin, και είναι εξοπλισμένη με δύο DIMM slots τα οποία υποστηρίζουν έως και 16 GB dual-channel DDR3-1600 MHz μνήμης συνολικά. Το Intel B75 PCH παρέχει ακόμη στη μητρική (και προφανώς στους κατόχους της) ένα SATA 6 Gb/s και τρία SATA 3 Gb/s ports, ενώ στο πίσω μέρος της βρίσκουμε ακόμη εξόδους εικόνας DVI, D-Sub, και HDMI, 7.1 κανάλια ήχου 2 θύρες USB 3.0 καθώς και gigabit Ethernet. Η εταιρεία προς το παρόν δεν έχει αποκαλύψει κάποια λεπτομέρεια σχετικά με την τιμή της ή την ημερομηνία κυκλοφορίας της. Πηγή
×
×
  • Create New...

Important Information

By using this site, you agree to our Terms of Use.