Jump to content

Search the Community

Showing results for tags 'review'.



More search options

  • Search By Tags

    Type tags separated by commas.
  • Search By Author

Content Type


Categories

  • Cases Reviews
  • Heatsinks, Coolers & Watercooling Reviews
  • Input Devices & Peripherals Reviews
  • Barebones, NAS, Media Players Reviews
  • SSDs, HDDs and Controllers Reviews
  • Smartphones, Tablets and Gadgets Reviews
  • VGAs, Motherboards, CPUs & RAM Reviews
  • Power Supplies Reviews
  • Software & Games Reviews
  • Από το Εργαστήρι
  • Reviews in English

Forums

  • TheLab.gr
    • Ειδήσεις
    • Reviews
    • Από το Εργαστήρι
    • Thelab.gr Νέα και σχόλια
    • Δημοσκοπήσεις
    • Παρουσιάσεις Μελών
    • Τεχνολογικοί Προβληματισμοί
  • Hardware & Overclocking
    • Intel Platform
    • AMD Platform
    • Κάρτες Γραφικών
    • Μνήμες DDR/DDR2/DDR3/DDR4
    • Αποθήκευση (HDD, SSD, NAS)
    • Κουτιά
    • Ψύξη
    • Τροφοδοτικά
    • Γενικά για Η/Υ
    • Modding & DIY
    • Μετρήσεις & Αποτελέσματα Υπερχρονισμών
  • Εργαλεία και Ιδιοκατασκευές (DIY)
    • Το στέκι του μάστορα
  • Περιφερειακά
    • Οθόνες & Projectors
    • Πληκτρολόγια και ποντίκια
    • Ήχος και Multimedia
    • 3D Εκτύπωση & CNC machines
    • Εκτυπωτές
    • Λοιπά Περιφερειακά
    • VR Technology
  • Software & Δίκτυα
    • Windows
    • Linux
    • Mac OS
    • Δίκτυα & Internet
    • Antivirus & Security
  • Gaming
    • PC Gaming
    • Steam & άλλες κοινότητες
    • Console & Handheld Gaming
  • Κινητές πλατφόρμες
    • Φορητοί υπολογιστές
    • Smartphones
    • Tablets
    • Gadgets, GPS, κτλ
    • Γενική Συζήτηση
  • Φωτογραφία κι εξοπλισμός
    • Φωτογραφικές μηχανές και λοιπά αξεσουάρ
    • Φωτογραφίες, επεξεργασία και δοκιμές
  • IT Section
    • Servers & hardware
    • Server OS & Virtualisation
    • Networking
    • Databases
    • Programming & Scripting
    • Web Development & DTP
  • Προσφορές & καταστήματα
    • Προσφορές και ευκαιρίες αγορών
    • Τι-Που-Πόσο
  • Το Παζάρι
    • Πωλήσεις
    • Ζήτηση
  • Γενική Συζήτηση
    • Off topic
    • The Jungle
    • Forum Δοκιμών
    • Αρχείο

Calendars

  • Ημερολόγιο Κοινότητας
  • Ημερολόγιο Gaming

Blogs

  • in|security
  • freesoft.gr
  • Virtual[DJD]
  • Οι αυτοματισμοί του τεμπέλη...

Find results in...

Find results that contain...


Date Created

  • Start

    End


Last Updated

  • Start

    End


Filter by number of...

Joined

  • Start

    End


Group


Skype


Website URL


Περιοχή


Ενδιαφέροντα


Επάγγελμα


Steam


Biography

Found 667 results

  1. DARK CORE RGB PRO SE Wireless Gaming Mouse & MM1000 Qi® Wireless Charging Mouse Pad Πρόλογος Η σειρά win without wires της Corsair απέκτησε πρόσφατα νέο εκπρόσωπο. Πρόκειται για το DARK CORE RGB PRO SE Wireless Gaming Mouse για FPS/MOBA και μάλιστα στην έκδοση pro SE δηλαδή με όλα τα καλούδια που θα μπορούσαν να το συνοδεύουν. Αναμφίβολα θα έλεγε κανείς ότι οι gamers γενικώς δεν έλκονται ιδιαίτερα από ασύρματα περιφερειακά, τόσο διότι δεν είθισται να έχουν την απόκριση του καλωδίου όσο και για την πιθανότητα να μας αφήσουν από ρεύμα στην κρισιμότερη στιγμή, μιας και οι αυξημένες απαιτήσεις είναι αντίστοιχα και ενεργοβόρες, πόσο δε αν απαιτούμε το αντικείμενο να εξοπλίζεται και με τον αντίστοιχο led φωτισμό που σχεδόν επιβάλει πλέον η κατηγορία. Τα πράγματα όμως δεν είναι απαραίτητα έτσι, όχι τουλάχιστον για έναν κορυφαίο κατασκευαστή όπως η Corsair. Αν μάλιστα συνδυαστεί και με ένα mousepad όπως το MM1000, που πέραν της κορυφαίας επιφάνειας κύλισης προσφέρει και ασύρματη φόρτιση, τότε το πακέτο λαμβάνει άλλες διαστάσεις. Τον συνδυασμό αυτόν θα έχουμε την χαρά να εξετάσουμε στο άρθρο αυτό. Τεχνικά Χαρακτηριστικά Ο παρακάτω κλασικός πίνακας χαρακτηριστικών από την σελίδα της Corsair για το DARK CORE RGB PRO SE δίνει μια καλή ιδέα για το περί τίνος πρόκειται. Με την τιμή του να είναι στα 109,99€ στην επίσημη σελίδα του κατασκευαστή και στην Ελληνική αγορά από 107€ έως και 123,50€. Με την πρώτη ματιά το 8 πλήκτρων 18.000 DPI palm mouse, με τις 9 ζώνες RGB φωτισμού και τα κατ’ επιλογήν 1 ή 2 kHz report rate, δεν θα προϊδέαζε σε καμία περίπτωση ότι πρόκειται για ασύρματο ποντίκι. Έρχονται ωστόσο να μας ξεκαθαρίσουν τα πράγματα τόσο ο τρόπο σύνδεσης, ασύρματος ή ενσύρματος, όσο και οι επιδόσεις της ζωής της επαναφορτιζόμενης μπαταρίας, που δίνονται ξεχωριστά για τον slipstream δέκτη των 2,4GHz και για την εναλλακτική Bluetooth σύνδεση. Αν εξαιρέσει κανείς τις αρχαίες και από καιρό παντελώς κατηργημένες PS/2 και serial com, άλλος τρόπος σύνδεσης ακόμα δεν υπάρχει! Πολύ πιο λιτά τα πράγματα για το MM1000 των 89,99€ για την επίσημη σελίδα και από 85€ έως και 109,50 για την ελληνική αγορά. Τα χαρακτηριστικά του περιορίζονται στην εγγύηση, το υλικό, τις διαστάσεις αλλά και την ενημέρωση για το ότι ενσωματώνει και μια USB 2.0 ως passthrough. Εδώ θα ήθελα να παρατηρήσω ένα προφανώς τυπογραφικό λάθος μιας και η passthrough είναι USB 3.0 και όχι USB 2.0, τόσο κατά τον χρωματισμό της, σε μοβ ενδεικτική απόχρωση, όσο και κατά το βιβλιαράκι οδηγιών, αλλά και σύμφωνα με τις δοκιμές μας. Συσκευασία και περιεχόμενα Για μια ακόμη φορά η γνώριμη κιτρινόμαυρη συσκευασία, με αντίθετη χρωματική σύνθεση αυτή τη φορά σε σχέση με τις αντίστοιχες των control freak συσκευών που δοκιμάσαμε στο πρόσφατο παρελθόν. Δηλαδή με μαύρο φόντο στις δύο μεγάλες επιφάνειες και κίτρινο περιφερειακά. Κατά τα άλλα παρόμοιες σχεδιαστικά και οργανωτικά. Εμπρός, και πάλι δεσπόζει το μαύρο DARK CORE RGB PRO SE σε μεγάλη γυαλιστερή φωτογραφία στο κέντρο, αρκετά δυσδιάκριτη όμως στο επίσης μαύρο φόντο. Αντίθετα, το λογότυπο του κατασκευαστή επάνω αριστερά, το όνομα και ο χαρακτηρισμός του προϊόντος κάτω αριστερά και τα λογότυπα των υποστηριζόμενων τεχνολογιών κάτω δεξιά, είναι εντελώς ξεκάθαρα. Πίσω, επίσης το μαύρο φόντο δεν αφήνει την φωτογραφία να αναδείξει το προϊόν, αλλά τα λευκά γράμματα των χαρακτηριστικών και των απαιτήσεων από το σύστημα, σε 9 γλώσσες, είναι ευανάγνωστα. Στο αριστερό κίτρινο πλαϊνό αντίθετα, βρίσκουμε την μόνη ευδιάκριτη φωτογραφία και στο δεξί το ότι δεν χρειαζόμαστε καλώδια για την νίκη. Επάνω, λιτά το εταιρικό λογότυπο και τον τίτλο του προϊόντος και κάτω την κλασική ανάλυση χαρακτηριστικών, περιεχομένου, σειριακού και κωδικών. Μέσα τώρα, έχουμε την γνώριμη κίτρινη θήκη με το διάφανο πλαστικό να προβάλει το ποντίκι και να κρύβει κάτω από αυτό τέσσερα φυλλάδια αυτή τη φορά και το USB-A σε USB-C καλώδιο σύνδεσης. Από φυλλάδια, έχουμε ένα εξάπτυχο με τις βασικές οδηγίες σε δέκα γλώσσες, την προτροπή χρήσης του iCUE και τις οδηγίες ασύρματης σύνδεσης και για τους δύο τρόπους, slipstream ή Bluetooth, ένα επτάπτυχο με την εγγύηση σε δώδεκα γλώσσες, ένα τρίπτυχο με «υποδείξεις προστασίας περιβάλλοντος» σε δεκαοκτώ γλώσσες μεταξύ τον οποίον και τα Ελληνικά ως μοναδική εμφάνιση τους και ένα εξάπτυχο με οδηγίες ασφαλείας και όρων καλής χρήσης για το ποντίκι και την μπαταρία του. Αφαιρώντας το ποντίκι από την διάφανη θήκη του, εμφανίζεται κάτω από αυτό μία ακόμα στην οποία φωλιάζουν ο ασύρματος πομποδέκτης και ένα πλαστικό ανταλλακτικό, θα δούμε παρακάτω την χρησιμότητα του. Στο MM1000 τώρα, τα πράγματα δεν διαφέρουν και πολύ. Μεγάλη σκληρή ποιοτική συσκευασία, με το μαύρο να κυριαρχεί παντού, έχοντας κίτρινες λωρίδες να ενώνουν τις ακμές του λιτά και αρκετά για να μας κάνουν ξεκάθαρο τον κατασκευαστή. Το λευκό λογότυπο του κατασκευαστή, ακολουθούμενο από την φωτογραφία του ίδιου του mousepad, κυριαρχεί σε κάθε πλευρά. Το χαρακτηριστικό Qi μας ξεκαθαρίζει την Wireless Charging δυνατότητα που μας προσφέρει. Τα άσπρα και κίτρινα γράμματα και εδώ είναι ιδιαιτέρως ευδιάκριτα στο μαύρο φόντο, παρέχοντάς μας κάθε πληροφορία για περιεχόμενα και δυνατότητες. Οι φωτογραφίες των αντικειμένων τώρα, στο εμπρός και πίσω μέρος, αν και δεν προσφέρουν αντίθεση, ομοιόχρωμες γαρ με το φόντο, είναι ιδιαιτέρως ευμεγέθεις και αρκετά ευδιάκριτες, ξεκαθαρίζοντάς μας τόσο τα αντικείμενα που περιλαμβάνει η συσκευασία, όσο και τον τρόπο χρήσης τους. Στην μπροστινή δε συμπεριλαμβάνεται και το ποντίκι της δοκιμής μας, προτρέποντας μας ξεκάθαρα για τον συνδυασμό. Περιφερειακά, οι τρεις πλευρές, επάνω και δεξιά - αριστερά, είναι πανομοιότυπες περιλαμβάνοντας τα βασικά λογότυπα εταιρείας και αντικειμένου, καθώς και των χαρακτηριστικών. Η κάτω πλευρά περιλαμβάνει τα περιεχόμενα σε έξι (6) γλώσσες αλλά και το κλασικό αυτοκόλλητο με τα barcodes. Ανοίγοντας τώρα την σκληρή χάρτινη συσκευασία, αντικρίζουμε το πολυπόθητο MM1000 να φωλιάζει σε ένα κλασικό προστατευτικό πλαστικό, με τους αντάπτορες σε αντίστοιχες θέσεις επάνω δεξιά σε αυτό και από κάτω του το χοντρό σλιβαρισμένο καλώδιο με τα δύο USB-A βύσματα. Αφαιρώντας το MM1000 από τη θέση του, υπάρχει μια δεύτερη υποδοχή που φιλοξενεί τα τέσσερα έγραφα, τα δύο κλασικά λευκά πολύπτυχα για την εγγύηση και τις οδηγίες ασφαλείας αλλά και δύο μαύρα βιβλιαράκια, ένα εικοσασέλιδο (20) για την ασφάλεια και την συμμόρφωση χρήσης σε εννέα γλώσσες και ένα ογδόντα τεσσάρων (84) σελίδων με οδηγίες χρήσης σε δέκα (10) γλώσσες. Φυσικά, μόνη παρουσία των Ελληνικών στο σύνολο οι ταπεινές εννέα (9) γραμμές με τις «υποδείξεις σχετικά με την προστασίας περιβάλλοντος» στο αντίστοιχο τρίπτυχο. Πολύ χαρτί και δε βρίσκω και τον λόγο. \ Κάτω από τον φακό Με λιτές γραμμές, ομοιόμορφο σχεδιαστικά χωρίς ιδιαίτερα εξογκώματα αλλά με ξεκάθαρους διαχωρισμούς, αυτό το ασύρματο gaming mouse φαίνεται εργονομικό και θελκτικό. 33.mp4 Προφανώς, το πρώτο πράγμα που κάνει κανείς πιάνοντας το, αφού έχει τοποθετήσει τον USB δέκτη στον υπολογιστή του, είναι να αναζητήσει το κουμπί ενεργοποίησης. Και εδώ, η πρώτη ευχάριστη έκπληξη, για όσους δεν έχουν διαβάσει τα χαρακτηριστικά του. Ο διακόπτης είναι τριών θέσεων με κεντρική αυτή της απενεργοποίησης και εκατέρωθεν τις επιλογές για σύνδεση με τον δέκτη του ή Bluetooth. Ορμώμενος από εκεί αναζητώ να συνδέσω το USB-C καλώδιο που περιλαμβάνει η συσκευασία στο μπροστινό μέρος του ποντικιού για να επιβεβαιώσω τις υποψίες μου ότι μπορεί κανείς να το λειτουργεί κανονικά και έτσι. Αποτέλεσμα; Κάθε γνωστός δυνατός τρόπος επικοινωνίας υπάρχει… ασύρματα με τον δέκτη του, ασύρματα μέσω Bluetooth και ενσύρματα φορτίζοντάς το ταυτόχρονα. Και φυσικά, σε κάθε περίπτωση ενεργοποίησης, το αυτονόητο πλέον της κατηγορίας, RGB φωτισμός παντού, με το λογότυπο να κυριαρχεί στο σύνηθες σημείο. 44.mp4 Αναλυτικότερα: Κοιτώντας το από πάνω βλέπουμε ένα καλλίγραμμο μαύρο gaming mouse με τα γνωστά ποιοτικά πλαστικά της εταιρείας σε σκούρο ματ περλέ για το επάνω μισό, ανοικτό ματ ανάγλυφο για την μέση και κάτω και μια γυαλιστερή λωρίδα για τελείωμα. Το επάνω μισό καλύπτεται από τα δύο βασικά κουμπιά χωρισμένα στην μέση από την ρόδα κύλισης, ακολουθούμενη από ένα μικρό μακρόστενο led για την ένδειξη φόρτισης και το κουμπί επιλογής γενικού προφίλ. Η ρόδα κύλισης καλύπτεται από λάστιχο και αφήνει να φανεί εκατέρωθεν ο RBG φωτισμός της. Το αριστερό βασικό κουμπί διακόπτεται στο αριστερό του μέρος για να φωλιάσουν τα δύο ακόμα κουμπιά, αυτά για την επιλογή των DPI προφίλ, αριστερότερα των οποίων φαίνεται και το σημείο ανάπαυσης του αντίχειρα. Στο σημείο αυτό, παρακάμπτοντας ελαφρώς την σειρά, θα τοποθετήσω και το έξτρα πλαστικό που υπάρχει στη θήκη μαζί με τον USB δέκτη. Η θέση του ως αντικαταστάτη του υπάρχοντος στο δεξιό πλαϊνό, είναι για την δημιουργία σημείου ανάπαυσης και για το μικρό μας δάκτυλο. Ο λόγος που το κάνω αυτό είναι διότι μου συμπληρώνει τόσο όμορφα την εικόνα, ως συνέχεια του αντίστοιχου αριστερού, θα το άφηνα ακόμα και αν δεν εξυπηρετούσε το σκοπό του, που το κάνει κιόλας. Στο κέντρο του κάτω μέρους, υπάρχει το κλασικό RGB παράθυρο με το λογότυπο της Corsair, και αρκεί. Εμπρός, υπάρχει η USB Type C υποδοχή για το καλώδιο, ανάμεσα σε ανάγλυφες βέργες για ντεκόρ. Δεξιά, εκ πρώτης όψεως λιτό αλλά σε δύο επιλογές μια απλή λεία ή μία ανάγλυφη με finger rest και πάντα με ένα διακριτικό RGB led στην πίσω βάση της. Η μαγνητική στήριξη τους είναι τόσο σταθερή που δεν σε προϊδεάζει ότι αφαιρούνται, παρά ταύτα η αφαίρεσή τους εκτός από πολύ εύκολη αποκαλύπτει και μια βάση τοποθέτησης του USB δέκτη, έξυπνο και βολικό για μεταφορά. Περνώντας τέλος αριστερά, συναντούμε και πάλι ανάγλυφο πλαστικό που ξεκινά από το thumb rest και σβήνει προς τα επάνω, συναντώντας δύο οριζόντια τοποθετημένα κουμπιά που αγκαλιάζονται από έναν τριζωνικό αυτή τη φορά RGB led φωτισμό. Εμπρός,τρεις διακριτικές led κουκίδες που μας ενημερώνουν για την επιλογή του DPI προφίλ και πίσω ένα ακόμη RGB led, παρόμοιο του αντιδιαμετρικά τοποθετημένου της δεξιάς μεριάς. 55.mp4 Τέλος, γυρνώντας το ποντίκι ανάποδα, κυριαρχούν τα τεφλόν κύλισης ακόμα και στο δεξί thumb rest, αν τοποθετηθεί αυτό, με μικρή εξαίρεση το κεντρικό ενημερωτικό με τις άπειρες πληροφορίες, και τέλος τον διακόπτη επιλογής ασύρματης σύνδεσης στο κάτω μέρος. Περνώντας στο MM1000 τώρα, έχουμε μια μεγάλη, σκληρή, σαγρέ επιφάνεια να πατάει σταθερά επάνω σε ανάγλυφο, σκληρό, αντιολισθητικό λάστιχο. Επάνω αριστερά, ένα εξόγκωμα για την έξοδο του καλωδίου σύνδεσης και την είσοδο της USB 3.0, με ανάγλυφο το καραβάκι λογότυπο του κουρσάρου και το ενδεικτικό led λειτουργίας και δεξιά του διακριτικούς κύκλους ένδειξης του σημείου ασύρματης φόρτισης Τέλος, το πακέτο συμπληρώνουν το στρογγυλό εξάρτημα, πηνίο, με την USB Micro B έξοδο για τις συσκευές που δεν έχουν δυνατότητες ασύρματης φόρτισης και δύο μετατροπείς από USB Micro B σε Lightning και USB Type C αντίστοιχα ώστε να καλυφθεί κάθε ανάγκη. Λειτουργικότητα Οι δοκιμές του DARK CORE RGB PRO SE έγιναν, όπως και με τα προηγούμενα ποντίκια, με τα mouse pads Corsair MM300, Razer Sphex V2, @Work MS-614 (1,2€) και την κλασική επιφάνεια ενός γραφείου, αν και φυσικά το μεγαλύτερο κομμάτι της γενικότερης χρήσης έγινε με το MM1000,διακριτικά προτεινόμενη επιλογή από την Corsair για compo set, μιας και στην βασική φωτογραφία του κουτιού του MM1000 υπάρχει επάνω του ένα DARK CORE RGB PRO SE. Κλασικό μεγάλο palm mouse, αμιγώς για δεξιόχειρες, άνετο, καλοζυγισμένο, με τις μεγάλες Teflon επιφάνειες να διευκολύνουν την ομαλότητα της κίνησης, γλιστρώντας άνετα και στρωτά τα 142g του σε κάθε επιφάνεια, σχεδόν χωρίς διαφορά. Tα δύο βασικά κουμπιά καταλαμβάνουν σχεδόν το μισό μπροστινό μέρος. Tα δε 50 εκατομμύρια απροβλημάτιστα πατήματα που υπόσχεται η Corsair, είναι αρκετά. Η φωτιζόμενη ρόδα είναι βολική και στρωτή, όπως σε όλα τα αδερφάκια της οικογενείας, εξυπηρετεί περίπου κάθε λαβή πέραν της προκαθορισμένης palm grip, το δε κλικ της είναι ακριβές και όσο σκληρό χρειάζεται για να μην πατιέται κατά λάθος αλλά και να μην ενοχλεί όταν το χρησιμοποιεί κανείς. Κάτω από αυτή, εδρεύει το κουμπί επιλογής των απείρων εν δυνάμει προφίλ στο iCUE και τριών hardware, διακριτικό και σαφές, εύκολα το βρίσκει κανείς χωρίς όμως να το πατά κατά λάθος. Στο αριστερό μέρος του αριστερού βασικού κουμπιού βρίσκονται δύο επιπλέον, για την επιλογή της επιθυμητής εκ των τριών DPI θέσεων για κάθε προφίλ, εύκολα και απλά, Up or Down, και με τα αντίστοιχα ενδεικτικά led από κάτω τους. Η ανεύρεση τους δεν είναι πολύ δύσκολη αλλά όχι και τόσο εύκολη, χωρίς ιδιαίτερη σημασία όμως. Αντίθετα, τα δύο επιπλέον κουμπιά που βρίσκονται κάτω και πίσω από αυτά είναι ακριβώς στη θέση που πρέπει, ακριβώς επάνω από τον αντίχειρα. Στα δεξιά, πλην του μικρού πλαϊνού RGB led δεν υπάρχει κάτι, αν εξαιρέσει κανείς το αφαιρούμενο πλαστικό που κρύβει την θέση φύλαξης του slipstream δέκτη και που η εναλλακτική του επιλογή με το little finger rest εμένα πολύ με βόλεψε. Τα 18.000 DPI, σχεδόν στάνταρ της Corsair σε αυτές τις σειρές, με δυνατότητα ρύθμισης ανά ένα DPI σε τρεις επιλογές για κάθε προφίλ και η επιλογή 1GHz ή 2GHz report rate ορίζουν το ταβάνι για τον ανταγωνισμό και αφήνουν στον χρήστη κάθε περιθώριο ρύθμισης, χωρίς συμβιβασμούς. Το σκληρό καλώδιο με τα μεγάλα βύσματα δεν θα ενοχλήσει, αν επιλέξει κάποιος να το χρησιμοποιήσει έτσι. Η δε ποιότητα του, δείχνει ανθεκτικότητα σε χρόνο και χρήση. Φυσικά, η επιλογή του εν λόγω ποντικιού θα γίνει με βάση - κυρίως - την ασύρματη σύνδεσή του. Εδώ, έχουμε τόσο τη δυνατότητα σύνδεσης με τον slipstream δέκτη των 2.4GHz όσο και αυτή της Bluetooth. Μόνη ένσταση, ότι στη δεύτερη περίπτωση, δουλεύει μεν άψογα, αλλά σαν να μην υπάρχει iCUE, μιας και δεν αναγνωρίζει το DARK CORE RGB PRO SE, στερώντας του φυσικά τα αντίστοιχα πλεονεκτήματα ρυθμίσεων και αυτοματισμών, πλην των ενσωματωμένων τριών μνημών. Το ότι δεν μπορεί το iCUE να το αναγνωρίσει μέσω Bluetooth αναφέρεται σαφώς και στην σελίδα του κατασκευαστή, δεν ξέρω το λόγο αλλά θα ήταν καλό να μπορούσε αν το Bluetooth ως τεχνολογία το επιτρέπει τεχνικά. Ευτυχώς η μεταφορά του USB δέκτη είναι εύκολη και ασφαλής στην ειδική υποδοχή που έχουν προβλέψει. Οι ασύρματες δυνατότητές του όμως δεν σταματούν στην επικοινωνία, αλλά συνεχίζονται και στην φόρτιση, και μάλιστα με Qi compatible τρόπο, δίνοντας μας δηλαδή την δυνατότητα να το φορτίζουμε σε οποιοδήποτε συμβατό φορτιστή, αντικείμενο όλο και λιγότερο σπάνιο μιας και υποστηρίζεται από πολλά smartphones πλέον και επιλέγεται αντιστοίχως και από όλο και περισσότερους χρήστες. Εδώ, ολοκληρώνοντας λίγο πολύ με το ποντίκι παίρνει σκυτάλη το ποντικοδρόμιο MM1000, ως λογική πρόταση της Corsair για ολοκληρωμένο σετ. Η μεγάλη, σαγρέ επιφάνεια των 36cm x 26cm υπόσχεται να μην αφήσει τον χρήστη της από χώρο, χωρίς να καταλαμβάνει όμως και όλο το γραφείο. Tα δε μόλις 6mm πάχους, το κάνουν σχεδόν ανύπαρκτο υψομετρικά. Επιπροσθέτως, η λαστιχένια αντιολισθητική βάση δεν του επιτρέπει να μετακινείται για κανέναν λόγο ακούσια. Το μόνο που σπάει τη λιτή μονοτονία, είναι οι χαρακτηριστικοί κύκλοι στο επάνω δεξί άκρο, ένδειξη της θέσης ασύρματης φόρτισης, που δυστυχώς αποδείχθηκαν απαραίτητοι μιας και χρειάζεται, ομολογώ απογοητευτικά, μεγάλη ακρίβεια στην τοποθέτηση της όποιας προς φόρτιση συσκευής. Δοκιμάζοντας τόσο το DARK CORE RGB PRO SE όσο και ασύρματα smartphones, ως την συνηθέστερη επόμενη επιλογή, παρατήρησα ότι με λιγότερο από μισό εκατοστό μετακίνησης από τη βέλτιστη θέση, η φόρτιση πέφτει στο μισό και με άλλο τόσο σταματά εντελώς. WirelessCharge1.mp4 Όμοια είναι η κατάσταση και με τον μετατροπέα που περιλαμβάνει το πακέτο, για όσες συσκευές δεν έχουν την δυνατότητα ασύρματης φόρτισης, ο οποίος κακώς κατά την γνώμη μου δεν λειτουργεί και ανάποδα. Με τη χρήση του μετατροπέα, προσφέρονται μεν επιλογές σύνδεσης για το πλείστο των μη Qi συσκευών αλλά με τους τόσους περιορισμούς, όπως η ακρίβεια στη θέση και η καθυστέρηση εκκίνησης φόρτισης, θα έλεγα ότι καθίσταται δυσλειτουργικό έως και ανούσιο μιας και δεν το κάνει ευκολότερο από το να φορτίζει κανείς με καλώδιο απλά ποιο ενεργοβόρο. WirelessCharge2.mp4 Στο παρακάτω διάγραμμα παρατηρούμε τα σκαμπανεβάσματα της φόρτισης, όπως αυτά καταγράφηκαν μετακινώντας ελάχιστα το DARK CORE RGP PRO SE κατά τη φόρτισή του, στην προσπάθεια μου να βρω την βέλτιστη θέση. Στο επάνω αριστερό άκρο υπάρχει ένα μεγάλο εξόγκωμα για την έξοδο του καλωδίου και την bypass USB. OK με το καλώδιο, αλλά άβολη η θέση της μοναδικής USB εισόδου, εκτός και αν βάλετε κάτι μόνιμα εκεί, τον δέκτη του ποντικιού π.χ. μιας και δεν υπάρχει ενσωματωμένος, κάτι που αποτελεί σοβαρή έλλειψη κατά τη γνώμη μου. Έλλειψη αποτελεί και η μη ύπαρξη 1-2 ακόμα USB εισόδων, καθώς επιπλέον καλώδιο υπάρχει, αν θέλουμε να διατηρήσουμε το bypass απαραίτητα. Και εδώ ερχόμαστε στα δύο μεγάλα USB-A βύσματα στην άκρη του καλωδίου. Το ένα εξ αυτών χοντρότερο και με χαρακτηριστική μοβ απόχρωση παραπέμπει σε USB 3, το δεύτερο λεπτότερο και λευκό, πιθανόν σε USB 2, δεν διευκρινίζεται όμως πουθενά. Σε κάθε περίπτωση, από άποψης ισχύος για την φόρτιση, είτε ασύρματα είτε ενσύρματα στην USB στο MM1000, δεν αλλάζει κάτι, ανεξάρτητα από το αν συνέδεσα το ένα εκ των δύο ή και τα δύο στο PC. Ενδεχομένως να υπάρχουν για τις περιπτώσεις που το PC δεν δίνει αρκετό ρεύμα στις USB του, διαφορετικά δεν καταλαβαίνω γιατί. Όσον αφορά την USB bypass για μεταφορά δεδομένων αυτή λειτουργεί μόνο από το χοντρό εκ των δύο καλωδίων, πράγμα αναμενόμενο άλλωστε. Μοναδικό LED στην όλη κατασκευή είναι αυτό στο εξόγκωμα, για να μας δείχνει αν είναι συνδεδεμένο και αν φορτίζει κάτι, και από την συχνότητα του και πόσο γρήγορα. Υπάρχει και ένα μικρό επάνω στον μετατροπέα της ασύρματης φόρτισης για τον ίδιο λόγο και λειτουργεί αντίστοιχα και αυτό σε δύο συχνότητες ανάλογα με την ταχύτητα φόρτισης. Νομίζω ότι στην εποχή των RGB θα έπρεπε να υπάρχει και κάποιος φωτισμός, αναγνωρίσιμος και ρυθμιζόμενος από το iCUE, αλλά μπορεί να ζητάω και πολλά. Corsair iCUE Εδώ, ξεκινώντας ανάποδα την σειρά μιας και δεν υπάρχει τίποτα για το MM1000, όχι μόνο δεν αναγνωρίζεται από το iCUE αλλά και να αναγνωριζόταν δεν έχει και κάτι για να ρυθμίσεις. Περνώντας τώρα στο DARK CORE RGP PRO SE επανερχόμεθα στην γνώριμη πληθώρα. Actions, lighting effects, DPI, ότι τραβά η ψυχή σου. Επιγραμματικά θα αναφερθώ στα βασικά. Όποιος ενδιαφέρεται να δει το iCUE αναλυτικότερα, μπορεί να ανατρέξει στο review του @pol77 για το Corsair Wireless Combo που συμπεριλαμβάνει και το DARK CORE RGB PRO SE. Στην καρτέλα των προφίλ βρίσκονται και οι τρεις hardware θέσεις αποθήκευσης, βολικότατες σε όποιον σκοπεύει να μετακινεί το ποντίκι, ακόμα περισσότερο δεδομένης της μη αναγνώρισης του από το iCUE σε σύνδεση Bluetooth, σε περίπτωση που κάποιος το χρησιμοποιήσει έτσι, περιορισμός που αναφέρεται και στη σελίδα της Corsair. Στα actions έχουμε επιλογή για κάθε ένα από τα επτά κουμπιά - ναι οκτώ είναι στο σύνολο αλλά το αριστερό βασικό πάντα εξαιρείτεαι των επιλογών. Στην περίπτωση μας εξαιρείται και το κουμπί των προφίλ, στην παρακάτω καρτέλα των hardware actions. Άπειρες και οι επιλογές για τα Lighting Effects με RGB σε οκτώ ζώνες, μιας και η φωτιζόμενη γραμμή που αγκαλιάζει τα πλήκτρα forward και back αποτελείται από τέσσερις ξεχωριστές. Τρία είναι τα προεπιλεγμένα DPI σε κάθε προφίλ, συν το sniper, απολύτως παραμετροποιήσιμα όπως πάντα από 1 έως 18.000 DPI ανά 1 και εν δυνάμει επιλογή χωριστά σε κάθε άξονα και RGB επιλογή για την σήμανση του καθενός εξ αυτών, γνωστά πια. Πολύ σημαντική στην περίπτωση του DARK CORE RGP PRO SE είναι η καρτέλα των ρυθμίσεων - settings - μιας και από εδώ, πέρα των κλασικών, όπως π.χ. τα update και το pairing του δέκτη, μπορούμε να επιλέξουμε polling rate και μάλιστα ξεχωριστά για καλώδιο ή για USB δέκτη, να επιλέξουμε εξοικονόμηση μπαταρίας ή χρόνο για sleep αλλά και να ενεργοποιήσουμε την εμφάνιση ένδειξης μπαταρίας στην μπάρα ενημερώσεων των windows. Εδώ να σημειώσω ότι η ένδειξη της μπαταρίας είναι μόνο τριών σταδίων, high, middle, low, θα προτιμούσα να βλέπω περισσότερες πληροφορίες όπως π.χ. ποσοστό επί τοις εκατό, αντίστοιχα στην σύνδεση μέσω Bluetooth η πληροφορία αυτή είναι διαθέσιμη. Αποτελέσματα Μετρήσεων Όπως πάντα, για τις μετρήσεις το πρόγραμμα που χρησιμοποιούμε είναι το Enotus Mouse Test και ως mousepad το Corsair MM300, προκάτοχο του Corsair MM350 για το οποίο μπορείτε να διαβάσετε εκτενή ανασκόπηση εδώ. Φυσικά, όπως προανέφερα, στο συγκεκριμένο άρθρο χρησιμοποιήθηκε κυρίως το MM1000, που δεν έδωσε όμως διαφορές από το MM300 σε αρκετές δειγματοληπτικές μετρήσεις και για το λόγο αυτό προτίμησα να χρησιμοποιήσω το MM300 για λόγους απόλυτης ομοιομορφίας συνθηκών με τα υπόλοιπα. Παρακάτω θα δούμε τρεις ομάδες των γνωστών μας διαγραμμάτων, μια για σύνδεση μέσω USB καλωδίου, μία για ασύρματη μέσω του slipstream δέκτη και μία μέσω Bluetooth. Στην περίπτωση του USB καλωδίου και της ασύρματης μέσω slipstream υπάρχουν δύο εγγραφές στον κάθε πίνακα, μια με ρυθμισμένο το polling rate στα 1000 Hz (PR 1k) και μία στα 2000 Hz (PR 2k). Υπάρχει η δυνατότητα και για 125 Hz, 250 Hz και 500 Hz αλλά δεν βρήκα λόγο να επεκταθώ τόσο. Σύνδεση μέσω καλωδίου USB Ασύρματη σύνδεση μέσω του δέκτη slipstream Ασύρματη σύνδεση μέσω Bluetooth. Επιπλέον των μετρήσεων των επιδόσεων, σημαντική για το DARK CORE RGP PRO SE είναι και η μέτρηση του χρόνου φόρτισης τόσο για την ενσύρματη όσο και για την ασύρματη. Για πλήρη φόρτιση λοιπόν από εντελώς άδειο χρειάστηκαν δύο ώρες (1:59 και κάτι δευτερόλεπτα για την ακρίβεια) τόσο για την ασύρματη όσο και για την ενσύρματη με την ενσύρματη να το εμφανίζει φορτισμένο δώδεκα περίπου λεπτά (12’) νωρίτερα και την ασύρματη, αξιοπεριέργως, περίπου δεκαπέντε (15’). Φυσικά στην ασύρματη φόρτιση ή συνολική κατανάλωση κυμάνθηκε 40% περίπου περισσότερο, αναμενόμενο, μιας και υπάρχουν μεγάλες απώλειες κατά την διαδικασία. Επιπλέον, υπάρχει και μια κατανάλωση καθ’ όλη τη διάρκεια και μετά την πλήρη φόρτιση της τάξεως των 0,25 ampere περίπου. Υπενθυμίζω σε αυτό το σημείο ότι η διάρκεια ασύρματης χρήσης του DARK CORE RGP PRO SE κυμαίνεται σύμφωνα με τον κατασκευαστή σε 16 έως 36 ώρες για σύνδεση με slipstream και σε 18 έως 50 για Bluetooth, ανάλογα με την χρήση φωτισμού, κάτι που ανταποκρίνεται λίγο πολύ και στην πραγματικότητα σύμφωνα με τις παρατηρήσεις μου. Εμπειρία Χρήσης Δεν θα μπορούσε φυσικά κανείς παρά να περιμένει και από αυτόν τον εκπρόσωπο της Corsair μια άνετη και αποδοτική συμβίωση. Ξεκούραστο και άνετο, αν και αμιγώς για δεξιόχειρες, δεν απαγορεύει την χρήση με το αριστερό, φυσικά με κάποιους περιορισμούς. Η ομαλή κίνηση και τα μαλακά κουμπιά συμβάλουν στην άνετη πολύωρη χρήση. Η έλλειψη καλωδίου είναι βολική αλλά και η χρήση καλωδίου δεν επηρεάζει ουσιαστικά στην άνεση. Φυσικά, η ανάγκη προσθήκης μπαταρίας ανεβάζει το βάρος αλλά οι μεγάλες επιφάνειες τεφλόν και το σωστό ζύγισμα εξομαλύνουν ουσιαστικά την κατάσταση. Ο φωτισμός είναι αρκετός με ενδιαφέρον σημείο την τεσσάρων ζωνών λεντογραμμή επάνω από τον αντίχειρα, ενώ οι υπόλοιπες ζώνες είναι σε αναμενόμενα μεν σημεία αλλά αφανείς κατά την χρήση, με εξαίρεση τα τρία ενημερωτικά φωτάκια των DPI προφίλ. To iCUE, όπως πάντα, θα μας επιτρέψει να ρυθμίσουμε ό,τι σχεδόν φανταστούμε, με αυτόματες επιλογές για κάθε επιθυμητό πρόγραμμα και σε αρκετά προφίλ. Τα τρία hardware εξ αυτών, διευκολύνουν ακόμα περισσότερο την μετακίνηση, σε συνεργασία με την Bluetooth δυνατότητα αλλά και με την έξυπνη θήκη του slipstream δέκτη. Μικρή εξαίρεση στην κατά τα αλλά εξαιρετική εμπειρία αποτέλεσε το MM1000, που αν και ήταν αρκετά καλό ως επιφάνεια, τα επιπρόσθετα χαρακτηριστικά του προσωπικά δεν με ικανοποίησαν, ειδικά σε σχέση με το κόστος του. Δεν κατάλαβα ακριβώς την επιλογή δύο άκρων στο χοντρό USB καλώδιο, μιας και δεν διαχωρίζουν τις υπηρεσίες bypass USB και ασύρματης φόρτισης, εκτός και αν υπάρχουν ως επιλογή μόνο για τη χρήση σε συστήματα που δεν μπορούν να δώσουν αρκετό ρεύμα σε μία μόνο USB έξοδο. Στο δικό μου πάντως, ουδεμία διαφορά έδωσε η χρήση του ενός ή και των δύο παρά μόνο στο ότι μοιράζονται το ρεύμα αν χρησιμοποιηθούν και τα δύο. Η ασύρματη φόρτιση είναι μεν Qi-compatible, πράγμα πολύ βολικό, θέλει όμως μεγάλη ακρίβεια στην τοποθέτηση της συσκευής. Οι δε επιπλέον μετατροπείς είναι OK… αν και θα προτιμούσα να επεκταθεί η θέση φόρτισης σε πέραν του ενός σημείου, ιδανικά θα έλεγα σε όλο το mousepad, ώστε να φορτίζει και κατά τη χρήση, αν αυτό ήταν εφικτό. Μπορεί να ακούγομαι πολύ απαιτητικός αλλά για ένα διόλου φτηνό mousepad και μάλιστα της Corsair μιλάμε. Προσωπικά, λάθος θεωρώ και την επιλογή της Corsair να μην ενσωματώσει στο MM1000 έναν slipstream δέκτη σε κάθε περίπτωση, ενδεχομένως και 1 USB hub, μιας και χώρος δείχνει να υπάρχει. Επίλογος - Συμπεράσματα Αναμφισβήτητα κορυφαία ασύρματη επιλογή το DARK CORE RGP PRO SE, θα ικανοποιήσει όποιον το επιλέξει, με μοναδικά χαρακτηριστικά και κορυφαία ποιότητα. Προσωπικά ικανοποιήθηκα απολύτως στο μέχρι στιγμής διάστημα που πέρασα μαζί του και σκοπεύω να συνεχίσω. Η ακρίβεια των κινήσεων, η αμεσότητα και η ποιότητά του, είναι χαρακτηριστικά όχι πολύ συνηθισμένα για ασύρματα ποντίκια. Η δε δυνατότητα επιλογής κάθε είδους σύνδεσης είναι εξαιρετική, με μόνη μικρή ένσταση την μη αναγνώριση του προϊόντος από το iCUE όταν αυτό βρίσκεται σε σύνδεση μέσω BLuetooth, που οι άπειρες ρυθμίσεις του πάντα συμβάλουν στην εμπειρία. Δυστυχώς δεν ήταν αντίστοιχα καλή και η εμπειρία μου με το MM1000. Η σαγρέ επιφάνεια του δημιουργεί ένα θόρυβο και μια αίσθηση κατά την κύλιση που εμένα προσωπικά δεν μου αρέσει, είμαι βέβαια σίγουρος ότι σε άλλους θα είναι αδιάφορη ενδεχομένως και θελκτική. Οι έλλειψη φωτισμού είναι κατά την γνώμη μου σοβαρή, καθώς και η επιλογή απουσίας επιπλέον USB υποδοχών, ενδεχομένως και ενός ενσωματωμένου slipstream δέκτη, καθώς η τιμή του δεν νομίζω ότι δικαιολογούσε όλες αυτές τις ελλείψεις. Ο Qi-compatible φορτιστής είναι ενδιαφέρον αξεσουάρ αλλά η ακρίβεια τοποθέτησης που απαιτεί δεν με έκανε να αντικαταστήσω μια αντίστοιχη αυτόνομη συσκευή που έχω στο γραφείο μου, αλλά ίσως να εξυπηρετήσει όσους δεν έχουν καθόλου. DARK CORE RGP PRO SE Όλοι οι τρόποι επικοινωνίας: USB slipstream 2,4GHz, Bluetooth, USB type C. Επιπλέον πλαϊνό little finger rest και κρυφή θήκη του slipstream δέκτη. 8 κουμπιά, τα 7 προγραμματιζόμενα. 3 Profiles αποθηκευμένα στη συσκευή και αναρίθμητα από το iCue . Ρύθμιση DPI. Ποιότητα υλικών. Σχεδιασμός και εμφάνιση. Άνεση χρήσης. RGB ρυθμιζόμενος φωτισμός και αυτοματισμοί από το iCue. ΜΜ1000 Μεγάλη, λεπτή, ποιοτική επιφάνεια.. Qi® Wireless Charging. Bypass USB. DARK CORE RGP PRO SE Tο iCUE δεν το αναγνωρίζει μέσω Bluetooth. Ιδιαίτερα άκαμπτο καλώδιο. Οι φωτιζόμενες επιφάνειες δεν φαίνονται κατά την χρήση. ΜΜ1000 Η θέση ασύρματης φόρτισης είναι περιορισμένη και θέλει ακρίβεια στην τοποθέτηση της συσκευής. Tο iCUE δεν το αναγνωρίζει. Δεν έχει ενσωματωμένο slipstream. Δεν έχει RGB φωτισμό. Άβολη θέση της υποδοχής USB. Έχει μόνο μία USB, παρόλο που έχει και δεύτερο καλώδιο σύνδεσης. Σαγρέ επιφάνεια είναι ηχηρή κατά την κύλιση και με κακή αίσθηση. Θα ήθελα να σημειώσω ότι η παρακάτω βαθμολογία δόθηκε αποκλειστικά για το DARK CORE RGP PRO SE, μη θέλοντας να χαλάσω την πολύ καλή του εικόνα από το ποιοτικό μεν αλλά και ελλιπές κατ’ εμέ για την τιμή του ΜΜ1000. Με βάση τα παραπάνω, η βαθμολογία του DARK CORE RGB PRO SE Wireless Gaming Mouse για FPS/MOBA είναι  TheLAB.GR Ευχαριστούμε θερμά την Corsair για την παραχώρηση του δείγματος της δοκιμής.
  2. Εισαγωγή Το Project Wave της Elgato αποκαλύφθηκε και περιλαμβάνει 2 προϊόντα: Elgato Wave:3 και Elgato Wave:1. Τα μυστηριώδη αντικείμενα από τα teasers της εταιρίας είναι δύο μικρόφωνα. Τόση φασαρία - θα μου πείτε - για μικρόφωνα; Σύμφωνα με την εταιρία, δεν πρόκειται για απλά μικρόφωνα, αλλά για εργαλεία που θα χαρίσουν στις ηχογραφήσεις και το streming σας ήχο επαγγελματικής ποιότητας, ενώ παράλληλα, με τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά τους και το συνοδευτικό λογισμικό, θα κάνουν την παραγωγή τους ευκολότερη. Στον πάγκο των δοκιμών μας βρίσκεται το μεγαλύτερο μοντέλο, το Elgato Wave:3. Εκ πρώτης όψεως, δείχνει να συνδυάζει το κλασσικό με το μοντέρνο και αυτό μου αρέσει και αποπνέει ποιότητα. Δεν μένει παρά να με ακολουθήσετε παρακάτω για να δούμε μαζί αν η θετική πρώτη εντύπωση συμβαδίζει με την πραγματικότητα. Φωτογράφιση Το Elgato Wave:3 έρχεται σε μία πολυτελή συσκευασία, στις κλασσικές μπλε αποχρώσεις της εταιρίας. Στο εμπρός μέρος της, βλέπουμε ότι η Elgato το προωθεί ως υψηλής ποιότητας μικρόφωνο και ολοκληρωμένη λύση ψηφιακής μίξης. Στο πίσω μέρος της συσκευασίας απεικονίζεται ένα τυπικό σενάριο χρήσης του προϊόντος και επισημαίνονται κάποια από τα βασικά του προτερήματα. Στο ένα πλαϊνό αναφέρονται οι τεχνολογίες που περιλαμβάνει το Elgato Wave:3 και τα περιεχόμενα του κουτιού ενώ στο άλλο, κάτω από τη φωτογραφία του προϊόντος, αναγράφονται οι διαστάσεις και το βάρος του. Αφαιρώντας το εξωτερικό περίβλημα, αντικρίζουμε ένα πολυτελές κουτί και ανοίγοντάς το, μας καλωσορίζει ένα φυλλάδιο με τα βασικά χαρακτηριστικά του προϊόντος και τις οδηγίες εγκατάστασης και χρήσης. Κάτω από το φυλλάδιο, βρίσκουμε ένα μικρότερο κουτί, στο ίδιο μοτίβο, που περιέχει το φυλλάδιο με τις οδηγίες ασφαλείας, ένα καλώδιο USB-A σε USB-C και έναν μετατροπέα για σύνδεση της βάσης του μικροφώνου σε βραχίονα (boom arm adapter). Κάτω από όλα αυτά, μέσα σε ημιδιαφανές, μαλακό νάιλον, βρίσκουμε το Elgato Wave:3. Όπως είπα και στην εισαγωγή, εντυπωσιάζει η καλαισθησία του, καθώς ο κατά βάση κλασσικός σχεδιασμός του, που παραπέμπει σε πολύ ακριβά μικρόφωνα για ηχογραφήσεις σε στούντιο, συνδυάζεται αρμονικά με μοντέρνες πινελιές. Το επάνω μέρος καταλαμβάνεται από το κομμάτι του δέκτη του ήχου, ενώ το κάτω, από το χειριστήριο ελέγχου και τα ενδεικτικά LEDs. Η βάση είναι ειδική για την απόσβεση των κραδασμών, εξασφαλίζοντας την απομόνωση του μικροφώνου από αυτούς. Τα πλαϊνά δεν έχουν κάτι ιδιαίτερο να μας δείξουν, εκτός από τις βίδες που συνδέουν τη βάση με το μικρόφωνο. Το πίσω μέρος είναι παρόμοιο με το εμπρός, μόνο που στο κάτω μέρος του αντί για το χειριστήριο υπάρχουν οι θύρες σύνδεσης, 2 τον αριθμό. Στο επάνω μέρος υπάρχει ένα πλήκτρο αφής που, όπως καταλαβαίνετε από τη σήμανση "MUTE" ενεργοποιεί τη σίγαση του μικροφώνου. Η βάση είναι επίτηδες βαριά για να σταθεροποιεί το μικρόφωνο και καλύπτεται σχεδόν εξ ολοκλήρου στο κάτω μέρος της από αντιολισθητικό υλικό. Πάνω σε αυτό αναγράφονται στοιχεία του προϊόντος και της εταιρίας κατασκευής. Για όσους δεν το γνωρίζουν, η Elgato ανήκει στην Corsair. Οι παρατηρητικοί ίσως είδαν το χώρισμα στη βάση που μαρτυρά το σημείο αποσύνδεσης. Πράγματι, σε εκείνο το σημείο μπορεί να ξεβιδωθεί και να αφαιρεθεί η βάση, έτσι ώστε να τοποθετηθεί ο μετατροπέας για σύνδεση σε βραχίονα. Τεχνικά Χαρακτηριστικά Τα τεχνικά χαρακτηριστικά του Elgato Wave:3 φαίνονται στον παρακάτω πίνακα. Όσοι γνωρίζουν από ήχο και ειδικά μικρόφωνα, θα καταλάβουν ότι τα χαρακτηριστικά του δεν είναι καθόλου άσχημα, για το επίπεδο του κόστους του, ειδικά αν ληφθούν υπ' όψιν και οι ψηφιακές ευκολίες που προσφέρει. Στον παρακάτω πίνακα, βλέπουμε τα χαρακτηριστικά του Elgato Wave:3 σε αντιπαράθεση με το μικρότερο μοντέλο. Το επίσημο κόστος του προϊόντος στην Ευρωπαϊκή ένωση είναι 169,99 ευρώ, δηλαδή 30 ευρώ περισσότερο από αυτό του Elgato Wave:1. Όπως είδαμε στα χαρακτηριστικά, το Elgato Wave:3 είναι ένα ηλεκτροστατικό μικρόφωνο, τεχνολογία η οποία πλεονεκτεί έναντι των πιο οικονομικών, δυναμικών μικροφώνων. Αξεσουάρ Το Elgato Wave:3 έρχεται με τα παρελκόμενα που είδαμε στη φωτογράφιση και που καταγράφονται συνολικά στον παρακάτω πίνακα. Η εταιρία διαθέτει ως επιπλέον αξεσουάρ ένα pop-filter με κόστος 29,99 ευρώ και ένα shock-mount για βραχίονα με κόστος 39,99 ευρώ. Ποιότητα Κατασκευής Η ποιότητα κατασκευής είναι η υψηλή στην οποία μας έχουν συνηθίσει τόσο η Elgato όσο και η Corsair. Ακόμα και από πολύ κοντά, το προϊόν δείχνει τη φροντίδα και προσοχή με την οποία κατασκευάστηκε και δεν αποκαλύπτει κανένα ψεγάδι. Συνδεσιμότητα Η σύνδεση του Elgato Wave:3 με τον υπολογιστή μας γίνεται μέσω της θύρας USB-C που είδαμε στο πίσω μέρος του. Δοκιμάστηκε σύνδεση τόσο με το καλώδιο που περιλαμβάνεται στη συσκευασία (USB-C σε USB-A) όσο και με ένα USB-C σε USB-C καλώδιο (σύνδεση σε USB-C θύρα του υπολογιστή). Λειτούργησαν και τα δύο εξ' ίσου καλά. Η δεύτερη θύρα είναι μια τυπική υποδοχή ακουστικών 3,5 χιλιοστών η οποία παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον, καθώς επιτρέπει την ακρόαση του ήχου που προσλαμβάνει το μικρόφωνο απ' ευθείας, χωρίς την παρεμβολή του υπολογιστή και συνεπώς με ουσιαστικά μηδενική χρονική καθυστέρηση (latency). Χρήση Η χρήση του Elgato Wave:3 είναι εύκολη και απλή, ενώ παράλληλα περιλαμβάνει ό,τι μπορεί κάποιος να χρειαστεί. Το μοναδικό χειριστήριο της πρόσοψης πατιέται και περιστρέφεται ατέρμονα και προς τις δύο κατευθύνσεις. Το πάτημα αλλάζει τη λειτουργία που ελέγχει η περιστροφή, όπως καταδεικνύουν τα 3 LEDs της επάνω σειράς και η περιστροφή ελέγχει το επίπεδο της κάθε λειτουργίας, όπως καταδεικνύουν τα 7 LEDs της κάτω σειράς. Η πρώτη λειτουργία, η οποία συμβολίζεται με το μικρόφωνο, ελέγχει το επίπεδο έντασης της ηχογράφησης. Η δεύτερη, που συμβολίζεται με τα ακουστικά, ελέγχει την ένταση του ήχου στη θύρα ακουστικών του Elgato Wave:3. Η τρίτη, που συμβολίζεται με το σύμβολο της διασταύρωσης, ελέγχει τη μίξη των ήχων που προέρχονται από το μικρόφωνο - αριστερά - και τον υπολογιστή (μέσω της σύνδεσης USB) - δεξιά - και η οποία είναι αυτή που ακούγεται μέσω της θύρας ακουστικών του Elgato Wave:3. Όπως είχαμε δει, στο επάνω μέρος της συσκευής, υπάρχει ένα πλήκτρο αφής που ενεργοποιεί τη σίγαση. Το γεγονός ότι είναι αφής, επιτρέπει τη χρήση του χωρίς κραδασμούς και θόρυβο που θα περνούσε στην ηχογράφηση. Η σίγαση γίνεται εμφανής από την αλλαγή του λευκού κύκλου που περικλείει το χειριστήριο ελέγχου της πρόσοψης σε κόκκινο. Η σίγαση είναι βέβαια απαραίτητη λειτουργία και η εφαρμογή της στο Elgato Wave:3 είναι πολύ σωστή αλλά θα ήθελα να υπήρχε και κάποιος διακόπτης πλήρους απενεργοποίησης της συσκευής, ο οποίος δυστυχώς δεν υπάρχει, με αποτέλεσμα το Elgato Wave:3 να είναι συνεχώς ενεργοποιημένο, ακόμη και με τον υπολογιστή εκτός λειτουργίας, αν η USB θύρα στην οποία είναι συνδεδεμένο παρέχει ρεύμα. Στην παρακάτω εικόνα βλέπουμε συγκεντρωτικά τον τρόπο ελέγχου του Elgato Wave:3 (εκτός από το mute). Για τα καλύτερα δυνατά αποτελέσματα, η Elgato προτείνει τη χρήση του Elgato Wave:3 όπως περιγράφεται παρακάτω: 1. Το μικρόφωνο πρέπει να είναι τοποθετημένο κάθετα προς τα κύματα της φωνής μας και όχι υπό γωνία. 2. Η απόσταση του στόματος από το μικρόφωνο πρέπει να είναι περίπου όσο 2 γροθιές. 3. Η ένταση ηχογράφησης πρέπει να είναι η χαμηλότερη δυνατή. Συνίσταται να ξεκινάμε από το 40%, ή 2 αναμμένα LEDs, και να ανεβαίνουμε όσο χρειαστεί. Ήχος Όλα τα παραπάνω βέβαια, όσο καλά και αν είναι, μπορεί να επικυρωθούν ή να ακυρωθούν με τον πιο εμφατικό τρόπο, ανάλογα με την ποιότητα του ήχου, καθώς αυτή είναι και η λειτουργία του προϊόντος. Θα μπορούσα να εκθέσω την προσωπική μου γνώμη, αλλά τι καλύτερο από το να ακούσετε και να κρίνετε μόνοι σας; Στο παρακάτω YouTube Video ηχογράφησα την ίδια φράση, μέσω του μικροφώνου διαφόρων συσκευών. Η συσκευή που ακούγεται καθώς και η συχνότητα δειγματοληψίας (sample rate) και το ηχητικό βάθος (bit depth) καταδεικνύονται ανά πάσα στιγμή. Η προσωπική μου γνώμη είναι ότι το Elgato Wave:3 έδωσε επαγγελματική ποιότητα στην ηχογράφηση και σαφώς θα το προτιμούσα για την παραγωγή περιεχομένου για το διαδίκτυο καθώς και για streaming, έναντι άλλων, λιγότερο επαγγελματικών λύσεων. Λογισμικό Elgato Wave Link Έχοντας μείνει ικανοποιημένος από τον ήχο που συλλαμβάνει το Elgato Wave:3, θέλω να δω το δεύτερο μέρος της υπόσχεσης της συσκευασίας, αυτό της ψηφιακής μίξης. Ένα μέρος της το είδαμε κατά τη μελέτη του χειρισμού της συσκευής, όπου γίνεται απ' ευθείας μίξη του ήχου που προσλαμβάνεται από το μικρόφωνο με αυτόν που προέρχεται από τον υπολογιστή, με έξοδο τη θύρα για ακουστικά στο πίσω μέρος του Elgato Wave:3. Αλλά, ποιος ήχος προέρχεται από τον υπολογιστή; Ώρα να δούμε το Elgato Wave Link. Η εγκατάσταση του λογισμικού γίνεται χωρίς να είναι συνδεδεμένη η συσκευή, καθώς αυτό εγκαθιστά παράλληλα και τους σχετικούς οδηγούς (drivers). Στη συνέχεια, μας δίνεται η οδηγία να συνδέσουμε το Elgato Wave:3. Είναι προφανές ότι το λογισμικό δε θα δεχτεί να λειτουργήσει απουσία της συσκευής και συνεπώς δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί με άλλα μικρόφωνα. Τη σύνδεση της συσκευής, καλωσορίζει η αντικατάσταση της παραπάνω εικόνας από έναν απλό και λειτουργικό ψηφιακό μίκτη. Τα χρώματα και η αίσθηση φέρουν την υπογραφή της Elgato και μου θύμισε άμεσα το Stream Deck λογισμικό της εταιρίας που έχουμε δει σε παλαιότερα review. Υπάρχουν 5 προ-εγκατεστημένες πηγές ήχου και η δυνατότητα για προσθήκη μιας 6ης. Τα πάντα διαθέτουν έλεγχο έντασης για το monitoring και το streaming και στερεοφωνικό level indicator. Το MONITOR MIX είναι η έξοδος ήχου για τη δική σας παρακολούθηση (monitoring) και το STREM MIX είναι η έξοδος ήχου για το streaming. Τα εικονίδια με το αφτί μας επιτρέπουν την επιλογή ανάμεσα στο να ακούμε το monitor mix ή το stream mix. Η προσθήκη της 6ης πηγής ήχου, δημιουργεί 3 ακόμα θέσεις για πηγές ήχου! To εικονίδιο με τα sliders πάνω δεξιά ανοίγει τις ρυθμίσεις ήχου των Windows ενώ το εικονίδιο με το γρανάζι, μας δείχνει την έκδοση, μας δίνει τη δυνατότητα να ελέγξουμε για νεότερη καθώς και να ενεργοποιήσουμε τον αυτόματο σχετικό έλεγχο και την εκτέλεση του Elgato Wave Link κατά την είσοδο στα Windows. To "More" ανοίγει έναν φάκελο που περιέχει ένα απλό .txt αρχείο με πληροφορίες για το λογισμικό. Παρακάτω βλέπουμε τις λεπτομερείς οδηγίες χρήσης του Elgato Wave Link από την Elgato. Προφανώς η εικόνα δημιουργήθηκε με μια παλαιότερη έκδοση του λογισμικού, με αποτέλεσμα να υπάρχουν κάποιες μικροδιαφορές με την τελευταία έκδοση που σας δείξαμε, οι οποίες όμως δεν επηρεάζουν τη χρήση. Η επιλογή του MONITOR MIX (LOCAL MIX στην εικόνα) μας δίνει τη δυνατότητα να επιλέξουμε από όλες τις συσκευές αναπαραγωγής ήχου του υπολογιστή ή την έξοδο ακουστικών του Elgato Wave:3. Εδώ βλέπουμε τη χρήση των καναλιών μίξης. Και εδώ το πώς μέσω των ρυθμίσεων ήχου των Windows, μπορούμε να επιλέγουμε ποιο πρόγραμμα παίζει ήχο μέσω του κάθε καναλιού του Elgato Wave Link. Τέλος, βλέπουμε πώς μπορούμε να επιλέξουμε το Wave Link Stream ως ήχο στο OBS Studio. Εντολές στο Stream Deck Από τα βασικά προϊόντα της Elgato είναι η σειρά των Stream Deck. Από την έκδοση Elgato Stream Deck 4.8 και μετά, υποστηρίζεται η ενσωμάτωση εντολών που αφορούν το Elgato Wave Link και συνεπώς το Elgato Wave:3. Αφού λοιπόν βεβαιωθείτε ότι έχετε εγκαταστήσει τη συγκεκριμένη ή νεότερη έκδοση, πηγαίνετε στην επιλογή "More Actions" και βρίσκετε στη λίστα την επιλογή Wave Link. "Install" και... ...αμέσως εγκαθίσταται και μας ρωτάει αν θέλουμε να εγκαταστήσει τα σχετικά προφίλ. Η σωστή απάντηση είναι ναι. Αλλά και αν δεν το κάνει κάποιος κατά την εγκατάσταση, μπορεί πάντα να επιστρέψει στο "More Actions" και να εγκαταστήσει τα σχετικά προφίλ. Κάπως έτσι, εκτός από την υποστήριξη ελέγχου λειτουργιών του Elgato Wave Link μέσα από το Elgato Stream Deck, εγκαθίστανται και έτοιμα προφίλ με έτοιμες τις βασικές λειτουργίες που θα ήθελε κάποιος να ελέγξει. Εδώ βλέπουμε το σχετικό προφίλ στην περίπτωση που κάποιος διαθέτει το Elgato Stream Deck XL. Αν πάλι διαθέτετε το Elgato Stream Deck, με τα 15 πλήκτρα, αντί των 32 του XL, η εφαρμογή εγκαθιστά δύο προφίλ, με τα βασικά πλήκτρα ελέγχου του Elgato Wave Link μοιρασμένα μεταξύ τους. Στην περίπτωση του μικρότερου μοντέλου της εταιρίας, του Elgato Stream Deck Mini, με τα 6 μόλις πλήκτρα, δεν δημιουργείται αυτόματα σχετικό προφίλ αλλά, φυσικά, υπάρχει η δυνατότητα να προσθέσετε εντολές σχετικές με τον έλεγχο του Elgato Wave Link στα υπάρχοντα προφίλ σας ή σε νέα. Ο έλεγχος που μπορεί να έχει κάποιος στο Elgato Wave Link και συνεπώς στο Elgato Wave:3 μέσω του λογισμικού Elgato Stream Deck είναι ιδιαίτερα εκτενής, καθώς περιλαμβάνει 8 κατηγορίες εντολών, με αρκετές επιλογές στην κάθε μία. Με την ενσωμάτωση του εκτενούς και ομολογουμένως ιδιαίτερα βολικού αυτού ελέγχου του Elgato Wave Link και του Elgato Wave:3 στο λογισμικό Elgato Stream Deck, η Elgatoισχυροποιεί το οικοσύστημά της και κάνει πιο θελκτική την επιλογή του συνόλου των προϊόντων της. Επίλογος Το Elgato Wave:3 είναι ένα ηλεκτροστατικό μικρόφωνο υψηλής ποιότητας, ειδικά σχεδιασμένο για χρήση streaming. Η ποιότητα του ήχου που συλλαμβάνει είναι εξαιρετική για την κατηγορία του και μπορεί να φτάσει σε συχνότητα δειγματοληψίας τα 96KHz και σε βάθος ήχου τα 24bit. Η κλασσική του εμφάνιση, με μοντέρνες πινελιές, συνοδεύεται από απλό χειρισμό, λειτουργικότητα και την υψηλή ποιότητα κατασκευής που μας έχει συνηθίσει τόσο η Elgato, όσο και η μητρική της εταιρία, η Corsair. Οι εξειδικευμένες λειτουργίες του, ειδικά μελετημένες για streaming, όπως η έξοδος ήχου monitoring απ' ευθείας πάνω από το μικρόφωνο - για απουσία latency - και η μίξη ήχου από το μικρόφωνο και τον υπολογιστή, κάνουν την παραγωγή περιεχομένου μια πολύ πιο εύκολη υπόθεση. Το λογισμικό Elgato Wave Link συνδυάζεται αρμονικά με τα παραπάνω για να ολοκληρώσει την εμπειρία ψηφιακής μίξης και υψηλής ποιότητας που υπόσχεται στη συσκευασία της η συσκευή. Η δε ενσωμάτωση εκτενούς ελέγχου του Elgato Wave Link και συνεπώς του Elgato Wave:3 μέσω του λογισμικού Elgato Stream Deck ανεβάζει τη συνολική εμπειρία σε άλλο επίπεδο άνεσης και ευκολίας. Όλα αυτά (και άλλα για τα οποία όσοι πηδάτε από την εισαγωγή στον επίλογο θα πρέπει να ανατρέξετε στο review), έρχονται με κάποιο κόστος. Στη συγκεκριμένη περίπτωση, το προτεινόμενο από την εταιρία κόστος είναι τα 169,99 ευρώ, που είναι λογικό, δεδομένης της ποιότητας και των δυνατοτήτων της συσκευής. Ας συνοψίσουμε τα πλεονεκτήματα και τα μειονεκτήματα του Elgato Wave:3: Πλεονεκτήματα + Ποιότητα ήχου + Δειγματοληψία ήχου έως 96KHz και βάθος ήχου έως 24bit + Λογισμικό ψηφιακής μίξης Elgato Wave Link + Εκτενής έλεγχος του Elgato Wave Link (και συνεπώς του Elgato Wave:3) μέσω του Elgato Stream Deck + Απλός χειρισμός + Λειτουργικότητα + Monitoring ήχου μέσω εξόδου ακουστικών πάνω στο μικρόφωνο, χωρίς latency + Μίξη ήχου από το μικρόφωνο και τον υπολογιστή που ελέγχεται από το μικρόφωνο και ακούγεται στην έξοδο ακουστικών του μικροφώνου + Συνδεσιμότητα USB-C + Αντικραδασμική βάση + Συμπεριλαμβάνεται αντάπτορας σύνδεσης σε βραχίονα + Mute μέσω πλήκτρου αφής για αθόρυβο χειρισμό + Ποιότητα και αίσθηση υλικών + Ποιότητα κατασκευής + Κλασσική αισθητική με μοντέρνες πινελιές + Δυνατότητα αγοράς ως επιπλέον αξεσουάρ pop-filter και shock mount για βραχίονα Μειονεκτήματα - Απουσία δυνατότητας απενεργοποίησης  TheLAB.GR Ευχαριστούμε θερμά την Elgato για την παραχώρηση του δείγματος της δοκιμής. Πολύμερος Αχανιώτης 18/06/2020
  3. Εισαγωγή Τα Bluetooth hands free που είναι διαθέσιμα στην αγορά είναι πλέον τόσο πολλά και σε όλες τις κατηγορίες τιμής, που δύσκολα βρίσκει κανείς κάτι άξιο λόγου, πόσο μάλλον άξιο review. Τα περισσότερα ανήκουν στην οικονομική κατηγορία, όπου με πολύ λίγα χρήματα προσφέρουν αρκετές λειτουργίες. Είναι πολύ καλά για να είναι αληθινά δηλαδή και συνήθως έτσι και αποδεικνύονται, με την πλειοψηφία να μην καλύπτει ούτε τα απολύτως απαραίτητα και να καταλήγει στην αχρηστία. Υπάρχουν βέβαια και οι ακριβές λύσεις, άνω των 200 ευρώ, που διατίθενται από τα μεγάλα ονόματα του χώρου και προσφέρουν ποιότητα και λειτουργικότητα χωρίς πολλές παραχωρήσεις - στη θεωρία - αλλά η προσωπική μου εμπειρία λέει ότι στην πράξη και αυτά συνήθως αποδεικνύονται κατώτερα των προσδοκιών. Η 1MORE έγινε γνωστή ως η κατασκευάστρια των διάσημων και οικονομικών Xiaomi Piston και έκτοτε έχει παρουσιάσει τη δική της εκτενή γκάμα προϊόντων, τα οποία συνήθως αποδίδουν πάνω από το επίπεδο της τιμής τους. Σήμερα σας παρουσιάζουμε μια από τις ακριβότερες και καλύτερες λύσεις που προσφέρει η εταιρία στην κατηγορία των Bluetooth hands free, τα 1MORE Dual Driver ANC Pro. Για να είμαστε ξεκάθαροι από την αρχή, δεν πρόκειται για ένα οικονομικό μοντέλο, οπότε όσοι ψάχνετε για φοβερά και τρομερά Bluetooth hands free με 10 ευρώ, move along, nothing to see here. Για τους υπόλοιπους, τα 1MORE Dual Driver ANC Pro έχουν τιμή καταλόγου 165 ευρώ και σύμφωνα με την εταιρία αυτό τα καθιστά άκρως ανταγωνιστικά, καθώς τα συγκρίνει με υλοποιήσεις άλλων εταιριών, διπλάσιου κόστους. Αλλά ας πάρουμε τα πράγματα από την αρχή... Φωτογράφιση Τα 1MORE Dual Driver ANC Pro έρχονται σε μια πολυτελή συσκευασία με μαγνητικό άνοιγμα στο πλάι και τα βασικά χαρακτηριστικά του προϊόντος να αναφέρονται στο εμπρός και πίσω μέρος. Να σημειώσουμε εδώ ότι, καθώς το δείγμα μας δεν προέρχεται από τη γραμμή παραγωγής, αλλά είναι final engineering sample, η συσκευασία είναι ελαφρώς διαφορετική από αυτή που θα παραλάβει ο αγοραστής. Η αίσθηση πολυτέλειας συνεχίζει στο εσωτερικό της συσκευασίας, με το χαρτόνι να διακοσμείται από ενδιαφέροντα σχέδια του προϊόντος και τα ίδια τα 1MORE Dual Driver ANC Pro να μας παρουσιάζονται με καλαίσθητο τρόπο. Κάτω από το λευκό πλαστικό που φιλοξενεί τα 1MORE Dual Driver ANC Pro βρίσκουμε ένα αυτοκόλλητο, ένα φυλλάδιο με προϊόντα της εταιρίας και τα παρελκόμενα. Τα παρελκόμενα συνεχίζουν στο μοτίβο της καλαίσθητης πολυτέλειας, καθώς είναι τακτοποιημένα όμορφα σε ξεχωριστά κουτάκια. Το πρώτο κουτάκι περιέχει μια νάιλον θήκη μεταφοράς. Ακριβώς από κάτω υπάρχει ένα καλώδιο USB-C σε στερεοφωνικό καρφί ήχου. Καθώς το καρφί έχει μόνο 3 επαφές, είναι σαφές ότι μεταφέρει μόνο τον στερεοφωνικό ήχο στα ακουστικά και όχι το σήμα του μικροφώνου. Η χρήση των 1MORE Dual Driver ANC Pro ακόμα και με καλώδιο, προϋποθέτει φορτισμένη μπαταρία και δεν αποτελεί λύση χρήσης του προϊόντος όταν η μπαταρία αδειάσει αλλά λύση χρήσης του χωρίς την απώλεια ποιότητας ήχου που επιφέρει η χρήση των συμπιέσεων που χρησιμοποιούνται από το Bluetooth. Ακόμη πιο κάτω, βρίσκουμε ένα κοντό, πλακέ καλώδιο USB-A σε USB-C που μπορεί να χρησιμοποιηθεί για τη φόρτιση των 1MORE Dual Driver ANC Pro. Πρόκειται για ένα απλό και λειτουργικό καλώδιο που δεν είναι στο ίδιο επίπεδο πολυτέλειας με όσα είδαμε έως τώρα και συνεπώς θα προτιμούσαμε ένα πιο μακρύ καλώδιο, αντίστοιχης ποιότητας με το παραπάνω. Τα παρελκόμενα ολοκληρώνονται με 7 ζευγάρια ear tips, πλέον αυτού που βρίσκεται ήδη πάνω στα ακουστικά, έτσι ώστε να βρείτε αυτό που ταιριάζει στα δικά σας αφτιά. Αυτό είναι ιδιαίτερα σημαντικό διότι η χρήση των κατάλληλων ανά περίπτωση ear tips εξασφαλίζει τη μέγιστη ποιότητα ήχου αλλά και την ξεκούραστη χρήση. Πάμε τώρα στα ίδια τα 1MORE Dual Driver ANC Pro. Όπως βλέπεται, πρόκειται για hands free που διαθέτουν ένα κολιέ το οποίο κάθεται πάνω στον σβέρκο και εκεί βρίσκεται το μικρόφωνο, η μπαταρία και τα χειριστήρια, καθώς και από εκεί ξεκινούν τα καλώδια των ακουστικών. Ενώ αρχικά και μη έχοντας δοκιμάσει στο παρελθόν τον συγκεκριμένο τύπο hands free, είχα την εντύπωση ότι αυτό θα ήταν άβολο, στην πράξη αποδείχτηκε πολύ πιο άνετο από τα Bluetooth hands free όπου τα ακουστικά ενώνονται από ένα σκέτο καλώδιο. Το κολιέ κάθεται στο λαιμό πολύ πιο ξεκούραστα και τα υλικά του στη συγκεκριμένη υλοποίηση είναι εξαιρετικά, προσφέροντας άνεση και αίσθηση πολυτέλειας. Η απαραίτητη "δοκιμασία της γυναίκας" επέφερε έκφραση έκπληξης και ενθουσιασμού και το σχόλιο "'Έχει αίσθηση σαν να φοράς κάποιο καλό κόσμημα!". Η άνεση και λειτουργικότητα του κολιέ συμπληρώνονται από τους μαγνήτες στο πίσω μέρος των ακουστικών, που τα κάνουν να κολλάνε μεταξύ τους και να μην ταλαντώνονται ενοχλητικά όταν δεν είναι στα αφτιά. Τα ear tips είναι μαλακά, ποιοτικά και άνετα. Mε τις 8 προσφερόμενες επιλογές, ο καθένας μπορεί να βρει αυτά που ταιριάζουν στα δικά του αφτιά, για να εξασφαλίσει τόσο την άνεση, όσο και την καλή εφαρμογή που θα επιτρέψει τη σωστή αναπαραγωγή του ήχου, ιδιαίτερα των μπάσων. Η οπή στο πίσω μέρος με το κόκκινο προστατευτικό πλέγμα κρύβει ένα ακυρωτικό μικρόφωνο, που πιάνει τους ήχους του περιβάλλοντος για να χρησιμοποιηθούν τόσο στο ANC (Active Noise Cancellation - Ενεργή Ακύρωση Θορύβου), που αφορά την ακρόαση, όσο και στην ακύρωση των θορύβων του περιβάλλοντος που πιάνει το κυρίως μικρόφωνο κατά τις συνομιλίες. Ο κόκκινος χρωματισμός του πλέγματος σε συνδυασμό με τους κόκκινους διακοσμητικούς δακτυλίους στα ακουστικά και στο κολιέ, προσθέτει μια όμορφη αισθητική πινελιά. Κάτω από το κάθε ear tip, κρύβεται μια ελλειπτική οπή, επίσης προστατευμένη με πλέγμα, που κρύβει τους 2 drivers του κάθε ακουστικού καθώς και ακόμη ένα (σε κάθε ακουστικό) ακυρωτικό μικρόφωνο που πιάνει τους ήχους εντός του ακουστικού πόρου, για χρήση από το ANC. Αν και είναι σαφές από την κλίση που έχουν τα ear tips σε σχέση με το σώμα του κάθε ακουστικού, το κάθε ακουστικό είναι διακριτικά μαρκαρισμένο ως R (Right - Δεξί) και L (Left - Αριστερό). Τα καλώδια των ακουστικών είναι ιδιαίτερα μαλακά και εύκαμπτα και για την μακροζωία τους φροντίζουν ελαστικά stress relief και από την πλευρά του κολιέ και από την πλευρά του ακουστικού, τα οποία προστατεύουν τα καλώδια στα σημεία που καταπονούνται περισσότερο. Οι άκρες του κολιέ είναι όμοιες και φέρουν το λογότυπο της εταιρίας στο εξωτερικό τους, ενώ όλα τα χειριστήρια βρίσκονται συγκεντρωμένα στην αριστερή άκρη. Να σημειώσουμε εδώ ότι στο final engineering sample που μας έστειλε η εταιρία, το σύμβολο του WNR (Wind Noise Resistance - Αντίσταση Στο Θόρυβο Του Αέρα) είναι λάθος. Στο τελικό προϊόν, φυσικά, θα είναι το σωστό. Το εμπρός μέρος του αριστερού άκρου το κολιέ έχει μια μικρή υποδοχή για το νύχι. Μέσω αυτής ανοίγει το καπάκι που αποκαλύπτει την υποδοχή USB-C που χρησιμοποιείται τόσο για τη φόρτιση όσο και για την ενσύρματη χρήση (ως ακουστικών) των 1MORE Dual Driver ANC Pro. Η διαδικασία της φόρτισης σηματοδοτείται από ένα κόκκινο LED που μοιράζεται μια οπή με το κυρίως μικρόφωνο της συσκευής. Η ολοκλήρωση της φόρτισης γίνεται φανερή από το σβήσιμο του LED. Προσωπικά θα προτιμούσα να άλλαζε το χρώμα, για παράδειγμα σε μπλε, όπως ανάβει το ίδιο LED κατά τη σύνδεση της συσκευής. Το να σβήνει απλά το LED δεν ξεχωρίζει την ολοκλήρωση της φόρτισης από καταστάσεις όπως βλάβη ή αποσύνδεση του φορτιστή. Εδώ βλέπουμε το καλώδιο σύνδεσης των ακουστικών τοποθετημένο στη θύρα USB-C. Και εδώ τα 1MORE Dual Driver ANC Pro εντός της θήκης μεταφοράς. Πρέπει να σημειωθεί ότι ενώ τα 1MORE Dual Driver ANC Pro αποδείχτηκαν σαφώς πιο άνετα στη χρήση από υλοποιήσεις όπου τα 2 ακουστικά συνδέονται με ένα σκέτο καλώδιο αντί για κολιέ, η μεταφορά τους είναι σαφώς πιο απαιτητική σε χώρο. Τεχνικά Χαρακτηριστικά Ο παρακάτω πίνακας παρουσιάζει τα τεχνικά χαρακτηριστικά των 1MORE Dual Driver ANC Pro1MORE Dual Driver ANC Pro , όπως τα παραθέτει η ίδια η εταιρία. Βλέπουμε ότι χρησιμοποιείται το πλέον σύγχρονο Bluetooth 5 και ότι η διάρκεια της μπαταρίας είναι ιδιαίτερα καλή. Ακόμη περισσότερα χαρακτηριστικά και μάλιστα σε αντιπαραβολή με 2 γνωστά ανταγωνιστικά προϊόντα, παρατίθενται στον παρακάτω πίνακα. Ο πίνακας αυτός έχει συνταχθεί από την 1MORE, με στοιχεία που πήρε από τις αντίστοιχες ιστοσελίδες των κατασκευαστών. Αξίζει πραγματικά μια προσεκτική ανάγνωση του πίνακα, καθώς αυτός δείχνει ότι με λίγο πάνω από το μισό κόστος, τα 1MORE Dual Driver ANC Pro υπερτερούν σχεδόν σε όλα τα σημεία. Σημειώνουμε ότι η επίσημη τιμή των 1MORE Dual Driver ANC Pro είναι τα 165 ευρώ και όχι τα 149 ευρώ που αναφέρει ο πίνακας. Ποιότητα Κατασκευής Η ποιότητα κατασκευής των 1MORE Dual Driver ANC Pro είναι εφάμιλλη με κάθε ακριβή (ακριβότερη) υλοποίηση ακουστικών που έχω πιάσει στα χέρια μου, με τιμή έως τα 300 ευρώ και δεν έχει κάτι να ζηλέψει από αυτά. Αν κάπου θα μπορούσε να υπάρξει βελτίωση είναι η χάραξη των συμβόλων και λογότυπων που δεν είναι κακή αλλά θα μπορούσε να είναι πιο ευκρινής, αλλά επιφυλάσσομαι σχετικά, καθώς όπως είπαμε στα χέρια μου έχω final engineering sample και όχι το retail προϊόν. Άνεση στη Χρήση Η εργονομική σχεδίαση των ακουστικών, τα ποιοτικά - και πολλά - ear tips και το μαλακό καλώδιο, κάνουν τη χρήση των 1MORE Dual Driver ANC Pro μια από τις πιο άνετες εμπειρίες που είχα έως τώρα με όσα hands free έχω δοκιμάσει, και έχω δοκιμάσει αρκετά ακριβότερα. Για το κολιέ δεν έχω να πω τίποτα παραπάνω από όσα είπα ήδη στη φωτογράφιση του προϊόντος. Και μόνο που πέρασε τη δοκιμασία της γυναίκας, είναι αρκετό! Οι μαγνήτες στο πίσω μέρος των ακουστικών εξασφαλίζουν άνεση και κατά τη μη χρήση. Η πιστοποίηση IPX5 σημαίνει ότι μπορείτε να τα χρησιμοποιείτε σε οποιεσδήποτε καιρικές συνθήκες, χωρίς κάποιο πρόβλημα. Εντύπωση μου έκανε αρχικά η συγκέντρωση όλων των χειριστηρίων στην αριστερή πλευρά του κολιέ αντί να μοιραστούν και στις 2 πλευρές. Φαντάστηκα ότι ήταν μια επιλογή που απλά απλούστευε την κατασκευή και περιόριζε το κόστος. Και ενώ μπορεί να είναι έτσι τα πράγματα, τα χειριστήρια είναι τόσο έξυπνα τοποθετημένα και η λειτουργία τους τόσο φυσική και λογική που έμαθα τη χρήση τους αμέσως και δε χρειάστηκε ποτέ να ψάξω τι γίνεται και πώς. Τα πλήκτρα έχουν πολύ καλή αίσθηση και σαφές feedback έτσι ώστε ανά πάσα στιγμή ήξερα αν και τι έχω πατήσει. Η λειτουργίες και ο τρόπος χρήσης του 1MORE Dual Driver ANC Pro συνοψίζονται στην παρακάτω εικόνα. Συνδεσιμότητα Τα 1MORE Dual Driver ANC Pro υποστηρίζουν το ασύρματο πρωτόκολλο επικοινωνίας Bluetooth 5. Η επικοινωνία με το κινητό μου τηλέφωνο που επίσης υποστηρίζει το εν λόγω πρωτόκολλο είναι εξαιρετική με εμβέλεια που μετρήθηκε τουλάχιστον στα διαφημιζόμενα 10 μέτρα. Με εντυπωσίασε μάλιστα το γεγονός ότι η επικοινωνία παρέμεινε άψογη ακόμα και διαμέσου ενός τοίχου που στη μία του πλευρά είχε ντουλάπια με φακέλους. Η χρήση του Bluetooth 5, έναντι του παλαιότερου 4.2 προσφέρει πλεονεκτήματα τόσο στην ταχύτητα μεταφοράς δεδομένων όσο και στην εμβέλεια. Η σύνδεση γίνεται με το συνήθη τρόπο, κρατώντας πατημένο το πλήκτρο ενεργοποίησης για 4 δευτερόλεπτα, κατά την ενεργοποίηση των 1MORE Dual Driver ANC Pro ή για 2 δευτερόλεπτα αν αυτά είναι ήδη ενεργοποιημένα. Το pairing με το Samsung Galaxy Note 9 ήταν άμεσο και απροβλημάτιστο και μας έδωσε τη δυνατότητα να επιλέξουμε χρήση για κλήσεις, για ήχο ή και για τα δύο. Επιπλέον, παρέχεται η δυνατότητα ενεργοποίησης του LDAC codec που προσφέρει την καλύτερη δυνατή ποιότητα ήχου μέσω Bluetooth, με σημαντικό κόστος στη διάρκεια της μπαταρίας. Τα codecs που χρησιμοποιεί το Bluetooth για τη συμπίεση του ήχου είναι πολλά και ποικίλα και η μελέτη τους άκρως ενδιαφέρουσα, αλλά όχι αντικείμενο του παρόντος review. Τα 1MORE Dual Driver ANC Pro υποστηρίζουν το πρωτόκολλο LDAC που προσφέρει την καλύτερη ποιότητα ήχου, με αντίστοιχο κόστος σε κατανάλωση μπαταρίας και υποστηρίζονται από σύγχρονες συσκευές με λειτουργικό Android. Υποστηρίζουν ακόμα το πρωτόκολλο AAC, που προσφέρει ένα πολύ καλό συνδυασμό ποιότητας ήχου και χαμηλού bitrate, επιτυγχάνοντας την καλύτερη διάρκεια της μπαταρίας. Καθώς έχει μεγάλες απαιτήσεις σε επεξεργαστική ισχύ, υποστηρίζεται από μοντέρνα iPhone και ισχυρές συσκευές Android, ενώ η ποιότητά του αποτελέσματος διαφέρει ανάλογα με τις δυνατότητες της κάθε συσκευής. Τέλος, οι υπόλοιποι, αναγκαστικά αρκούνται στο SBC που είναι το βασικό codec ήχου που υποστηρίζουν υποχρεωτικά όλες οι συσκευές Bluetooth που αναπαράγουν ήχο. Παρά το γεγονός ότι στην παραπάνω εικόνα της 1MORE το AAC διαφημίζεται ως το codec των iPhone, το Samsung Galaxy Note 9 το χρησιμοποιούσε ως default όταν δεν ήταν ενεργοποιημένο το LDAC και το SBC μπορούσε να ενεργοποιηθεί μόνο χειροκίνητα, μέσω τον Developer Options του τηλεφώνου. Αυτό βέβαια έχει να κάνει με την κάθε συσκευή και σαφώς διαφέρει ανάλογα με τις επιλογές του κάθε κατασκευαστή. Το παρακάτω διάγραμμα δείχνει τα μέγιστα bit rates διαμεταγωγής που υποστηρίζει το κάθε Bluetooth codec. Πολλά σχετικά με αυτό το θέμα μπορείτε να διαβάσετε στο εξαιρετικό άρθρο των SoundGuys, από όπου προέρχεται και το εν λόγω διάγραμμα. Ήχος Ο χαρακτηρισμός της ποιότητας του ήχου είναι ένα από τα πιο υποκειμενικά και συνεπώς ασαφή και δύσκολα κομμάτια οποιουδήποτε review. Η κατασκευή των 1MORE Dual Driver ANC Pro που φαίνεται παρακάτω, κάνει σαφές ότι μπορούμε να περιμένουμε καλύτερη ποιότητα ήχου από αυτή που αντιστοιχεί στην τιμή τους. Πράγματι, ιδιαίτερα με τη χρήση του LDAC 990 (και ακόμη περισσότερο με τη χρήση του καλωδίου), ο ήχος των 1MORE Dual Driver ANC Pro, χωρίς να είναι επιπέδου Audiophile, είναι εξαιρετικός για το είδος και την κατηγορία και ακόμη περισσότερο για το κόστος του προϊόντος. Προσωπικά, προτιμώ τον ήχο τους από ακριβότερες υλοποιήσεις Bluetooth hands free που δοκίμασα, εκτός ίσως - με μικρή διαφορά - από μία της BeyerDynamic. Σε κάθε περίπτωση, χωρίς να δημιουργούν κάποιο ιδιαίτερο sound stage, ο ήχος τους είναι σαφής και καθαρός σε όλο το εύρος, με καθαρά μεσαία, σαφή μπάσα και πρίμα που δεν τσιρίζουν. Συνολικά, ισορροπημένος και ευχάριστος ήχος, πάνω από την κατηγορία της τιμής τους. Active Noise Cancelation Όπως είναι σαφές από την εικόνα που δείχνει τα υλικά κατασκευής αλλά και από το ίδιο το όνομα των 1MORE Dual Driver ANC Pro, αυτά παρέχουν Active Noise Cancelation. Δηλαδή ενεργή ακύρωση θορύβου. Αυτό κατ' αρχάς δεν αφορά τον ήχο που ακούει ο συνομιλητής μας μέσω του μικροφώνου αλλά τον ήχο που ακούμε εμείς, όταν για παράδειγμα ακούμε μουσική. Έτσι, όταν το ANC είναι απενεργοποιημένο, τα 1MORE Dual Driver ANC Pro αφήνουν τους ήχους του περιβάλλοντος να περάσουν μέσω των ακουστικών, για να διατηρεί κάποιος επαφή με αυτό, όταν για παράδειγμα οδηγεί. Με την ενεργοποίηση του ANC, αυτό όχι μόνο σταματάει, αλλά επιπλέον τα ακουστικά, ενεργά, παράγουν αντίθετα κύματα ήχου που ακυρώνουν το θόρυβο του περιβάλλοντος και επιτρέπουν την καλύτερη ακρόαση της μουσικής. Το ANC των 1MORE Dual Driver ANC Pro διαθέτει 2 επίπεδα και ένα bonus. Στο επίπεδο 1, μειώνει το θόρυβο του περιβάλλοντος κατά 35dB και προτείνεται για ιδιαίτερα θορυβώδη περιβάλλοντα ενώ στο επίπεδο 2 μειώνει το θόρυβο κατά 20dB και προτείνεται για λιγότερο θορυβώδεις καταστάσεις. Το bonus είναι η λειτουργία αντίστασης στον αέρα WNR (Wind Noise Reduction), που ενώ διαθέτει δικό της πλήκτρο, είναι ουσιαστικά λειτουργία του ANC. Μειώνει το θόρυβο κατά 15dB και είναι ειδικά σχεδιασμένη για την απομείωση του θορύβου που προκαλείται από τον αέρα. Επαναλαμβάνω και τονίζω ότι όλα τα παραπάνω, συμπεριλαμβανομένης της λειτουργίας WNR, αφορούν τα ακουστικά και την ακρόαση και όχι το μικρόφωνο! Μικρόφωνο Το μικρόφωνο λοιπόν. Αυτό είναι όπως είπαμε στο αριστερό άκρο του κολιέ, στην οπή ανάμεσα στα πλήκτρα της έντασης και του play/pause. Η ποιότητά του είναι ιδιαίτερα καλή για την κατηγορία και το κόστος των 1MORE Dual Driver ANC Pro και η πάντα ενεργή, όσον αφορά το μικρόφωνο, ακύρωση των θορύβων του περιβάλλοντος αποδείχτηκε πολύ καλή και εξαιρετικά δημοφιλής μεταξύ των συνομιλητών μου. Δοκιμάστηκε στο δρόμο, στο λεωφορείο και σε όποιες θορυβώδεις καταστάσεις κατάφερα να βρεθώ και το μόνο που διέκριναν οι συνομιλητές μου, αφού τους ρώτησα πώς ακούγομαι και τους ενημέρωσα ότι βρίσκομαι σε περιβάλλον με πολύ θόρυβο, είναι ότι απλά ελαττώνεται κάπως η ένταση της φωνής μου σε κάποιες περιπτώσεις, οι οποίες ήταν όταν υπήρχε ισχυρός περιβαλλοντικός θόρυβος. Η δε συμπεριφορά του σε δυνατό αέρα κρίνεται ως απίθανη, καθώς ο ισχυρός άνεμος ήταν μετά βίας αντιληπτός από τους συνομιλητές μου και μόνο κατόπιν ενημέρωσης εκ μέρους μου περί της ύπαρξής του! Παρακάτω σας παραθέτω ένα συγκριτικό του μικροφώνου με άλλες συσκευές. Οι ηχογραφήσεις έγιναν σε σχετικά ήσυχο δωμάτιο, σε χώρο με πολύ θόρυβο (το μέγιστο που θα συναντούσε κάποιος συνήθως) και σε χώρο με εξωφρενικό θόρυβο (πολύ περισσότερο από όσο συναντάει κανείς συνήθως και σαφώς περισσότερο από όσο θα του επέτρεπε καν να σκεφτεί να κάνει ή να δεχτεί τηλεφώνημα). Παρατίθεται σύγκριση με μικρόφωνο επιπέδου streaming / broadcast (Control - ηχογράφηση μόνο σε ήσυχο περιβάλλον), του ενσωματωμένου μικροφώνου του Samsung Galaxy Note 9, του μικροφώνου των Creative Aurvana Platinum και του μικροφώνου των 1More Piston Fit BT. Μπαταρία Η μπαταρία του 1MORE Dual Driver ANC Pro είναι, σύμφωνα με τις προδιαγραφές, 160mAh και του επιτρέπει πολύ καλούς χρόνους λειτουργίας. Η 1More ισχυρίζεται ότι μπορεί να φτάσει έως και τις 20 ώρες αναπαραγωγής μουσικής, στο 50% της έντασης και με codec ACC. Αυτό μπορεί να καλύψει την ακρόαση 400 μουσικών κομματιών μέσης διάρκειας 3 λεπτών ή την παρακολούθηση 13 ταινιών μέσης διάρκειας 90 λεπτών ή μια πτήση 10.000 μιλίων. Σε συνδυασμό με την ταχεία φόρτιση που διαρκεί μόλις 1 ώρα και το γεγονός ότι μόλις 10 λεπτά φόρτισης αρκούν για 3 ώρες χρήσης, η διάρκεια ζωής της μπαταρίας του 1MORE Dual Driver ANC Pro είναι μάλλον εντυπωσιακή. Είναι αυτονόητο ότι δεν αρκεστήκαμε στους ισχυρισμούς της εταιρίας αλλά πήραμε τις δικές μας μετρήσεις, τις οποίες και σας παρουσιάζουμε. Όπως βλέπετε στο παρακάτω διάγραμμα, η φόρτιση των 1MORE Dual Driver ANC Pro διήρκεσε 1 ώρα και 6 λεπτά. Αρκετά κοντά στην 1 ώρα που υπόσχεται η εταιρία. Η συνολική ενέργεια που δαπανήθηκε από το φορτιστή ήταν 173mAh, κάτι που συνάδει με τη φόρτιση μπαταρίας χωρητικότητας 160mAh. Μέχρι εδώ όλα καλά και αρκετά κοντά στις προδιαγραφές. Το μέγιστο ρεύμα φόρτισης ήταν τα 259,6mA, οπότε (σχεδόν) οποιοσδήποτε φορτιστής ή θύρα USB υπολογιστή μπορεί να παρέχει το ρεύμα για την φόρτιση των 1MORE Dual Driver ANC Pro στη μέγιστη ταχύτητα που υποστηρίζουν. Ο παρακάτω πίνακας περιλαμβάνει τις κατά προσέγγιση διάρκειες της μπαταρίας που δίνει η εταιρία, ανάλογα με το codec που χρησιμοποιείται και την ενεργοποίηση η όχι του ANC. Το ANC ήταν στο επίπεδο 1. Χρήση του στο επίπεδο 2 ή στο επίπεδο WNR θα έχει μικρότερη επίδραση την κατανάλωση. Εδώ βλέπουμε τις τιμές που μετρήσαμε εμείς, οι οποίες είναι πολύ κοντά σε αυτές που δίνει η εταιρία. Συνολικά, μείναμε πολύ ευχαριστημένοι από το χρόνο φόρτισης και τη διάρκεια της μπαταρίας των 1MORE Dual Driver ANC Pro. Λογισμικό 1MORE Music Προαιρετικά, μπορεί ο χρήστης να κατεβάσει το δωρεάν λογισμικό 1MORE Music και από αυτό να ελέγχει την κατάσταση της μπαταρίας, καθώς επίσης και να ενεργοποιεί και να απενεργοποιεί το ANC και το WNR. Το πιο σημαντικό όμως, μπορεί να κάνει αναβάθμιση του firmware της συσκευής, εφ' όσον η εταιρία κρίνει ότι υπάρχει λόγος έκδοσης νέου firmware. Ένα ακόμη ενδιαφέρον χαρακτηριστικό του λογισμικού είναι ότι περιέχει τον πλήρη, εικονογραφημένο οδηγό χρήσης του προϊόντος. Το 1MORE Music έχει τη δυνατότητα αρκετών ειδοποιήσεων, οι οποίες μπορούν να είναι ενεργές ή να απενεργοποιηθούν. Επίλογος Είναι σπάνιες οι περιπτώσεις που ένας reviewer ολοκληρώνει κάποιο review χωρίς να έχει κάτι κακό να πει. Τα 1MORE Dual Driver ANC Pro είναι από τα σπάνια εκείνα προϊόντα που κάνουν αυτό που υπόσχονται και λειτουργούν ικανοποιητικά σε όλα τα επίπεδα. Τα χαρακτηριστικά τους είναι πληρέστατα, αφού υποστηρίζουν Bluetooth 5 και 3 πολύ στρατηγικά επιλεγμένα codecs: SBC (που είναι και υποχρεωτικό) για συμβατότητα με όλες τις συσκευές, ACC για καλή σχέση ποιότητας ήχου και διάρκειας μπαταρίας και LDAC για την καλύτερη δυνατή ποιότητα ήχου. Η άνεση και η εργονομία τους είναι επίσης άριστη, με άνετη εφαρμογή και ποιοτικά υλικά αλλά και έξυπνη τοποθέτηση των χειριστηρίων. Η πιστοποίηση IPX5 σημαίνει ότι μπορείτε να τα χρησιμοποιείτε σε οποιεσδήποτε καιρικές συνθήκες, χωρίς κάποιο πρόβλημα. Ο ήχος τους είναι σαφώς πάνω από την κατηγορία της τιμής τους και το σε συνδυασμό με το ANC και το WNR προσφέρει μια πολύ ευχάριστη εμπειρία ακρόασης. Ευχάριστη είναι και η εμπειρία του συνομιλητή σας, χάρη στο εξαιρετικό μικρόφωνο και την ακύρωση θορύβου του περιβάλλοντος. Η γρήγορη φόρτιση και η μεγάλη διάρκεια της μπαταρίας είναι σαφώς πολύ μεγάλα πλεονεκτήματα που στην καθημερινή χρήση παίζουν μεγαλύτερο ρόλο από όσο αρχικά νομίζει κανείς. Το λογισμικό 1MORE Music συμπληρώνει ευχάριστα μια ούτως ή άλλως εξαιρετική συνολική εμπειρία. Και ενώ περιμένει κανείς για όλα αυτά να πληρώσει τα χρήματα που κοστίζουν αντίστοιχα - και πολλές φορές όχι τόσο καλά - ανταγωνιστικά προϊόντα, τα 1MORE Dual Driver ANC Pro έχουν τιμή καταλόγου 165 ευρώ, που είναι λίγο πάνω από το μισό κόστος των ανταγωνιστικών προϊόντων της ίδιας κατηγορίας. Ας συνοψίσουμε τα πλεονεκτήματα και τα μειονεκτήματα των 1MORE Dual Driver ANC Pro: Πλεονεκτήματα + Ποιότητα ήχου + Active Noise Cancelation 2 επιπέδων + Wind Noise Reduction + Εξαιρετικό μικρόφωνο με ακύρωση θορύβου περιβάλλοντος + Bluetooth 5 + SBC, AAC και LDAC codecs + Εμβέλεια + Διάρκεια μπαταρίας + Ταχύτητα φόρτισης + Φόρτιση με βύσμα USB-C + Αδιαβροχοποίηση IPX5 + Ποιότητα και αίσθηση υλικών + Εργονομία + Κόστος για αυτά που προσφέρουν + Άνεση στη χρήση + Μαγνήτες στο πίσω μέρος των ακουστικών + Λογισμικό με δυνατότητα αναβάθμισης του firmware Μειονεκτήματα - Η ολοκλήρωση της φόρτισης σηματοδοτείται με σβήσιμο του σχετικού LED ενώ θα προτιμούσαμε αλλαγή του χρώματος - Θα προτιμούσαμε πιο μακρύ και sleeved καλώδιο φόρτισης  TheLAB.GR Ευχαριστούμε θερμά την 1MORE για την παραχώρηση του δείγματος της δοκιμής. Πολύμερος Αχανιώτης 08/06/2020
  4. Πρόλογος Πριν από μερικούς μήνες είχαμε δει από κοντά μια ΑΙΟ της Corsair που πραγματικά έδειχνε ότι η κατασκευάστρια είχε πάρει πολύ στα σοβαρά το πνεύμα των καιρών και τις απαιτήσεις των χρηστών για πιο "ανθρώπινους" υπολογιστές! Μη παρεξηγηθώ, μιλάω για τα θέματα "συμβίωσής" μας με τα PC μας, ανάμεσα στα οποία εξέχον ζήτημα είναι αυτό του θορύβου. Σε αυτό ακριβώς το θέμα, η τότε φιλοξενούμενη του εργαστηρίου μας, πραγματικά διέπρεψε! Όμως στο πίσω μέρος του μυαλού υπήρχε η "απορία" περί του πως θα τα πήγαινε η ΑΙΟ αυτή αν είχε πιο "ισχυρούς" ανεμιστήρες, διότι καλός είναι ο χαμηλός θόρυβος αλλά γιατί να μην μπορώ να έχω και τις επιδόσεις ! Σε αυτή την επιδίωξη του -ας μου επιτραπεί να επικαλεστώ τη θυμοσοφία του λαού μας! - "Να έχεις και την πίτα ολόκληρη και το σκύλο χορτάτο!" η Corsair, μας έχει μια πολύ καλή "απάντηση" που ακούει στον κωδικό iCUE H115i RGB PRO XT Πρόκειται για την νέα σειρά ΑΙΟ της κατασκευάστριας που χαρακτηρίζεται από το διακριτικό " ΧΤ " στον κωδικό της η οποία, εκτός της ΑΙΟ που φιλοξενούμε σήμερα, έχει άλλα δύο μοντέλα, το iCUE H100i RGB PRO XT που είναι 2x120 και το iCUE H150i RGB PRO XT που είναι 3x120.. Βασικά πρόκειται για μια ΑΙΟ με ανάλογη κατασκευή με αυτήν που έχουμε ήδη δει με δυο διαφορές, μια αισθητική, καθώς το block της φιλοξενεί πλέον 16 ανεξαρτήτως ελεγχόμενα RGB LEDs, και μια ουσιαστική, καθώς οι ανεμιστήρες που την συνοδεύουν έχουν μέγιστο ρυθμό περιστροφής τις 2000prm, δίνοντας στην ΑΙΟ πολύ μεγαλύτερο φάσμα χρήσης, και στον επεξεργαστή μας, αναλόγως αυξημένες δυνατότητες αντιμετώπισης πολύ απαιτητικών εφαρμογών! Οι δύο ανεμιστήρες που την συνοδεύουν είναι της σειράς ML των 140mm και ψύχουν ένα radiator 280mm. Η κυκλοφορία του ψυκτικού υγρού έχει ανατεθεί σε μια νέα αντλία μικρών διαστάσεων και χαμηλού θορύβου, που φέρει διαφανή στοιχεία (logo, περιμετρικά φιλέτα) που φωτίζονται από RGB LEDs. Την όλη διαχείριση της ψύξης αλλά και του RGB φωτισμού, αναλαμβάνει το νέο -και ώριμο πλέον- πρόγραμμα διαχείρισης της κατασκευάστριας, το Corsair iCUE που κυριολεκτικά μας έκανε όλα τα χατίρια! Ώρα όμως είναι να βάλουμε μπροστά την σημερινή μας παρουσίαση . . . Τεχνικά χαρακτηριστικά Στους πίνακες που ακολουθούν μπορείτε να δείτε τα τεχνικά χαρακτηριστικά της Corsair iCUE H115i RGB PRO XT. Όπως θα διαπιστώσετε παρατίθενται πολλά χαρακτηριστικά, εκ των οποίων αρκετά, δεν δίνονται από την κατασκευάστρια αλλά αποτελούν δικές μας προσθήκες. Να σημειώσουμε ότι τα χαρακτηριστικά που προσθέσαμε εμείς έχουν κίτρινους ορισμούς και μπλε τιμές. Επίσης με μπλε χαρακτήρες, δίπλα σε κάποιες "εργοστασιακές" τιμές, είναι σημειωμένες οι τιμές που μετρήσαμε εμείς κατά την διάρκεια των δοκιμών και επιπλέον, με πράσινους χαρακτήρες μπορείτε να βρείτε χαρακτηριστικά για τα οποία, κάνουμε μια πιθανή υπόθεση καθώς δεν βρήκαμε κάτι σχετικό. Ο ΟΕΜ κατασκευαστής της ΑΙΟ σε αυτή την έκδοση είναι η γνωστή μας CoolIT Systems. Κρατάμε τις μικρότερες διαστάσεις του Block και σημειώνουμε την διαφορά που διαπιστώσαμε μεταξύ των διαστάσεων του radiator που αναγράφονται στη συσκευασία της ΑΙΟ και αυτών που μετρήσαμε εμείς! Προφανώς ο "δαίμων του τυπογραφείου" έκανε το "θαύμα" του και όχι μόνον στα έντυπα, αλλά και στα ηλεκτρονικά δεδομένα, τα οποία όμως διορθώθηκαν πλέον! Φυλλάδιο οδηγιών εγκατάστασης , Corsair iCUE software Οι ανεμιστήρες ανήκουν στη νέα σειρά της κατασκευάστριας, η οποία διαθέτει έδρανα μαγνητικής αιώρησης, τα οποία παρουσιάζουν μηδαμινές τριβές και χαμηλό θόρυβο λειτουργίας. Σημειώνουμε το πολύ μεγάλο μήκος των καλωδίων τους (~60cm) που θα επιτρέψει την πλήρη ελευθερία εγκατάστασης του radiator. Οι μικρότερες διαστάσεις του block επιτρέπουν την άνετη συμβατότητα με το INTEL Footprint, καθώς στην "χειρότερη" διάστασή του έχει και περιθώριο ~1,5 mm. Πριν προχωρήσουμε πιο πέρα να σημειώσουμε την έλλειψη θερμοαγώγιμης πάστας, πέραν αυτής που είναι ήδη τοποθετημένη στο cold plate, καθώς επίσης και τα πέντε χρόνια εγγύησης που δίνει η Corsair. Και κλείνουμε τα χαρακτηριστικά με τις θερμικές παραμέτρους της H115i PRO RGB Εδώ τα πράγματα είναι πολύ ενδιαφέροντα καθώς έχοντας πρόχειρες τις παραμέτρους της ομόσταβλης Corsair Hydro Series H115i Pro RGB βλέπουμε ότι η επιλογή αυλών κυκλοφορίας του ψυκτικού με μεγαλύτερες διαστάσεις (2mm αντί 1,5) οδήγησε σε εγκατάσταση λιγότερων αυλών (13 αντί 15), πράγμα που από πρώτη ματιά δεν φαίνεται να είναι καλό! Αυτές όμως οι "προβληματικές" επιλογές αντισταθμίστηκαν επαρκώς από το κατά 2mm μεγαλύτερο πλάτος των αυλών του ψυκτικού (22,1mm έναντι 20,06mm). Ανάλογες τροποποιήσεις έγιναν και στα πτερύγια του radiator όπου στην σημερινή φιλοξενούμενη έχουμε σημαντικά λιγότερα στοιχειώδη πτερύγια (3.024 έναντι 3.552), το οποίο αντισταθμίζεται από το μεγαλύτερο πάχος των πτερυγίων (0,2mm αντί 0,11mm). Έτσι παρά την κατά ~9% μικρότερη ελευθερία εισόδου βασιζόμενη στην σχετικά υψηλή στατική πίεση των ανεμιστήρων ψύχει ικανοποιητικότατα τον κατά 6% μεγαλύτερο θερμικά ενεργό όγκο της και τελικώς όπως θα δούμε και στις μετρήσεις οι επιδόσεις όχι μόνο δεν έχουν να ζηλέψουν τίποτε από τις προκατόχους της, αλλά υπό συνθήκες είναι και ελαφρά καλύτερες! Συμπαθάτε με που επεκτάθηκα λίγο παραπάνω εδώ, αλλά είναι πραγματικά ενδιαφέρον να βλέπεις πως ο κάθε κατασκευαστής* προσεγγίζει ένα συγκεκριμένο πρόβλημα και πως αυτές οι μικρές και "αντιμαχόμενες" επιλογές δημιουργούν μια νέα και εξίσου αποδοτική ισορροπία ! {*O ΟΕΜ κατασκευαστής της Corsair Hydro Series H115i Pro RGB, είναι η Asetek ενώ της σημερινής φιλοξενούμενης, είναι η CoolIT Systems.} H Corsair iCUE H115i RGB PRO XT έχει πενταετή εγγύηση και MSRP από την Corsair 154,90 €, και την στιγμή που γράφεται αυτή η παρουσίαση, την βρίσκουμε στα Ελληνικά καταστήματα προς 160,83 € συν ~6,7 € λοιπά έξοδα, του ΦΠΑ συμπεριλαμβανομένου. Συσκευασία και παρελκόμενα Η συσκευασία κρατάει τα "νέα" χρώματα της κατασκευάστριας, αλλά η πληροφορία είναι φειδωλή και η εικόνα λιτή! Σημειώνουμε τον πολυζωνικό RGB φωτισμό του καπακιού της αντλίας και την συμβατότητα με το πρόγραμμα διαχείρισης Corsair iCUE. Με μια γρήγορη ματιά στις λιγότερο ενδιαφέρουσες πλευρές, πάμε να δούμε τις άλλες δυο που έχουν αυτά που χρειαζόμαστε εμείς! Αριστερά βρίσκουμε την συμβατότητα της ΑΙΟ με τα CPU sockets καθώς και με ποίους επεξεργαστές είναι συμβατή και δεξιότερα τα περιεχόμενα της συσκευασίας. Στη δεξιά φωτογραφία έχουμε μια πιο καλή εικόνα των χρησίμων λεπτομερειών όπως είναι τα χαρακτηριστικά λειτουργίας και οι βασικές ιδιότητες από τις οποίες σημειώνουμε τον χαμηλό θόρυβο και την δυνατότητα Zero RPM των ανεμιστήρων σε συνεργασία με το iCUE πρόγραμμα ελέγχου. Στην ίδια φωτογραφία υπάρχουν και οι διαστάσεις του radiator αλλά αυτές καλύτερα είναι να τις δείτε από τον πίνακα χαρακτηριστικών που βάλαμε εμείς ( 315 x 147 x 27,4 mm), καθώς εδώ, οι γραφίστες της εταιρίας έκαναν κάποιο άστοχο "copy-paste" από τις διαστάσεις της H115i PRO RGB! Με μια τελευταία ματιά στην κούτα της ΑΙΟ μας, πάμε επιτέλους να την ανοίξουμε να δούμε τα περιεχόμενά της ! Όπως το συνηθίζει η κατασκευάστρια όλα είναι τακτοποιημένα με ασφάλεια μέσα στην χαρτονένια θήκη τους και θα ταξιδέψουν ανέπαφα σε εμάς και το κάθε τι στο δικό του σακουλάκι! Βάζουμε αρχή λοιπόν από τα παρελκόμενα που είναι κοινά σε όλα τα sockets: Ο λόγος για τα μέσα στήριξης των ανεμιστήρων, όπου βλέπουμε νέο τύπο μακριές βίδες οι οποίες όντας δεκαέξι τον αριθμό, μπορούν να καλύψουν τις ανάγκες μια Push-Pull διάταξης. Υπάρχει φυσικά και το αντίστοιχο πλήθος ροδελών οι οποίες κατά τη γνώμη μας μάλλον θα είναι αχρείαστες για την στήριξη των ανεμιστήρων, εκτός και αν αυτοί μπουν μεταξύ σασί και radiator. Οι κοντές βίδες είναι για την στήριξη του radiator κατευθείαν πάνω στο σασί του κουτιού μας όπου είναι πολύ πιθανόν να χρειαστούμε τις ροδέλες που είδαμε, ιδιαίτερα αν το κουτί αντί για απλές οπές διαθέτει σχισμές που επιτρέπουν την "συρταρωτή" μεταβολή της θέσης των ανεμιστήρων. Το "κοινόχρηστα" παρελκόμενα κλείνει το καλώδιο USB με το γωνιακό βύσμα που θα εξασφαλίσει τη σύνδεση της ΑΙΟ με ένα από τα διαθέσιμα USB headers της μητρικής μας. Για τα Socket της INTEL έχουμε διαφορετικούς αποστάτες. Αριστερά είναι αυτοί που προορίζονται για "το" LGA 2011 / 2011-3 / 2066 socket και δεξιά είναι οι μεγαλύτερου μήκους αποστάτες για τα LGA 115x / 1366 sockets. Οι χειρόβιδες φυσικά είναι κοινές για όλα τα socket . Μια ιδιαίτερη αναφορά στο CPU Back-plate το οποίο διαθέτει μια αυτοκόλλητη επίστρωση, έτσι ώστε να κολλήσει στην πίσω πλευρά της μητρικής στο stock CPU backplate, και να μας βοηθήσει στην ευκολότερη εγκατάσταση της ΑΙΟ. Για να εμφανιστεί η κολλητική επιφάνεια αφαιρούμε το λευκό προστατευτικό της. Μιας και είμαστε όμως εδώ ας δούμε από λίγο πιο κοντά μερικές λεπτομέρειες . . . Το παξιμάδι πάνω στο οποίο βιδώνουν οι αποστάτες είναι μπρούτζινο και έχει τέτοια διαμόρφωση και διαστάσεις ώστε να αποτρέπεται η περιστροφή του. Επίσης η υποδοχή του στο back-plate είναι "οβάλ", επιτρέποντάς του μια μικρή μετακίνηση για να μπορεί να προσαρμοστεί η θέση του στις μικροδιαφορές των socket της INTEL. H χοντρή θερμοπλαστική ροδέλα συγκρατεί αρκετά σφιχτά το παξιμάδι στη θέση του και το όλο CPU Back-plate στην σωστή απόσταση από τη μητρική! Στο κλασικό AMD3 - 4 socket έχουμε τις γνωστές βιδοθηλιές και την στήριξη με τις χειρόβιδες πάνω στην προϋπάρχουσα βάση της μητρικής σας. Αυτά τα retention brackets (X06-A) μπαίνουν "συρταρωτά" στη θέση των INTEL αντίστοιχων στηριγμάτων και ασφαλίζουν στη θέση τους -εφαρμόζοντας λίγο πίεση- με ένα ευδιάκριτο και χαρακτηριστικό "κλικ". Για το AMD TR-4 socket, πάμε σε πιο στιβαρή στήριξη με τέσσερις βίδες και φυσικά διαφορετικά retention brackets (X01-R) με αποστάτες που στηρίζονται στις αντίστοιχες θέσεις του CPU socket. Να σημειώσω ότι -όπως είναι λογικό- όλες οι χειρόβιδες έχουν -καλού κακού- και υποδοχή για κατσαβίδι Philips (PH2), αλλά δεν είναι απαραίτητο να το χρησιμοποιήσουμε και αν το κάνουμε θα πρέπει να είμαστε προσεκτικοί! Η ψύκτρα από κοντά Περί καταγωγής: Το είπαμε και πιο πάνω, ότι νέα ΑΙΟ έχει διαφορετικό OEM κατασκευαστή, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι η Corsair επιχειρεί ένα Scratch build, καθώς δεν έχει καμία ανάγκη να το κάνει γιατί έχει ήδη στη γκάμα της ένα προϊόν που έχει δείξει πολύ καλή διαγωγή τόσο σε επιδόσεις όσο και σε διαχείριση του θορύβου που παράγει. Πρόκειται για την Corsair Hydro Series H115i PRO RGB Platinum η οποία διαθέτοντας νέο block και ανεμιστήρες από τη σειρά ML 140 PRO RGB με τις στροφές τους όμως ανεβασμένες στις 2000rpm, ήρθε και έκανε πραγματικά αίσθηση τόσο με τις θερμοακουστικές δυνατότητές της, όσο και με το άκρως εντυπωσιακό αισθητικό αποτέλεσμα που επιτυγχάνει το νέας σχεδίασης RGB υποσύστημα του block με τα 16 ανεξαρτήτως διαχειριζόμενα (addressable) LEDs και οι ανεμιστήρες της που διαθέτουν από 4 επίσης addressable RGB LEDs. Βεβαίως αυτή η ΑΙΟ είχε υψηλότερους στόχους στο target group των χρηστών και φυσικά ανάλογη τιμή! Όμως αποτελούσε μια άριστη βάση για ένα προσεγμένο "downgrade", το οποίο αφαιρώντας τους ακριβούς τους RGB ανεμιστήρες με την αντικραδασμική στήριξή τους μπορεί να πετύχει την μείωση του κόστους και την μεταμόρφωση μιας ακριβής ΑΙΟ σε μια πολύ πιο προσιτή ΑΙΟ, η οποία δεν στερείται τίποτε από αυτά που έχουν λειτουργική σημασία,καθώς το RGB block είναι το ίδιο (πλην του αχρείαστου πλέον καλωδίου για τα RGB LEDs των ανεμιστήρων) και οι νέοι ανεμιστήρες ναι μεν δεν έχουν RGB δυνατότητες, αλλά είναι και αυτοί της σειράς ML 140 και μάλιστα στις 2000rpm. Η όλη κίνηση πέρα από την λογική που την διακρίνει, δηλώνει σαφώς ότι η Corsair έχει πάντα κατά νου όλους τους χρήστες και εν προκειμένω προσπαθεί να καλύψει το "main stream" τμήμα τους, προσφέροντάς τους ένα λειτουργικό και κατά το δυνατόν ποιοτικότερο προϊόν! Με αυτά κατά νου, ας πάμε να δούμε τι αποκαλύπτουν οι κατασκευαστικές λεπτομέρειες που όπως πλέον ξέρετε είναι η "αρρώστια" του γράφοντος! Το radiator: Από πρώτη ματιά φαίνεται ότι υπάρχουν κάποιες αλλαγές από την -σε αυτό το price range- "προκάτοχό του . Ο αριθμός των σωλήνων είναι πλέον 13 και όχι 15 και τα πτερύγια είναι μεγαλύτερα και παχύτερα, το sleeving των ελαστικών σωλήνων παραμένει στη γνωστή υψηλή ποιότητα και τα καλώδια παραμένουν πλακέ και μαύρα πράγμα που θα επιτρέψει την "εξαφάνισή" τους μέσα στο κουτί μας! Η αντλία είναι είναι ελαφρά πιο μικρή και μια περιστροφή 180 μοιρών . . . . . . θα μας δείξει ότι ο ΟΕΜ κατασκευαστής της ΑΙΟ μας είναι η CoolIT Systems. To cold-plate είναι "τετράγωνο" και φέρει και αυτό την επίστρωση της θερμοαγώγιμης πάστας που θα χρειαστούμε κατά την εγκατάστασή της, αλλά δυστυχώς η Corsair δεν φρόντισε να υπάρχει και ένα σωληνάριο πάστα στην περίπτωση που χρειαστούμε δεύτερη εγκατάσταση! Επιφυλασσόμενοι να επανέλθουμε στο radiator ας συνεχίσουμε με το εξάρτημα που αποτελεί και την βασική λειτουργική διαφορά αυτής της ΑΙΟ από την προκάτοχό της. Οι ανεμιστήρες: Είπαμε μόλις πιο πάνω ότι η βασική διαφορά βρίσκεται στους ανεμιστήρες οι οποίοι είναι της σειράς ML που διαθέτει έδρανο μαγνητικής αιώρησης το οποίο παρουσιάζει απειροελάχιστες τριβές και γι' αυτό, οι ανεμιστήρες αυτοί έχουν εγγύηση πέντε χρόνια. Έχουν επτά πτερύγια που καλύπτουν περίπου το 66% της διατομής εισόδου του ανεμιστήρα και είναι σχεδιασμένα για συνδυασμένη επίτευξη υψηλού σχετικά air flow αλλά και "στατικής" πίεσης. Οι τέσσερις βραχίονες στήριξης παραμένουν κάθετοι στην περιφέρεια του πλαισίου του ανεμιστήρα και βασίζονται στην διαμόρφωσή τους για την υποβάθμιση του θορύβου που σημαίνει αυτή η επιλογή! Και η διαφορά στην οποία αναφέρθηκα -όπως ήδη θα καταλάβατε- δεν είναι ορατή καθώς έγκειται στην υψηλότερη ταχύτητα περιστροφής αυτών των ανεμιστήρων (2000rpm έναντι 1200rpm της Corsair Hydro H115i PRO RGB). Οπότε ας συνεχίσουμε την έρευνά μας για χάρη των φίλων που δεν έχουν διαβάσει τη σχετική παρουσίαση μας. Το πλακέ μαύρο καλώδιο τροφοδοσίας τους έχει τέσσερις αγωγούς (έλεγχος ανεμιστήρα μέσω σήματος PWM) και το πραγματικά μεγάλο μήκος του (~60cm) θα σας επιτρέψει την καλύτερη δυνατή διευθέτηση του στο κουτί σας! Όσο για τα ενδεχόμενα "περισσεύματα" του καλωδίου, η πλακέ του διαμόρφωση σας επιτρέπει -με προσεκτικό δίπλωμά- την "εξαφάνισή" τους. Το πλαίσιο του ανεμιστήρα είναι πολύ στιβαρό, αλλά στερείται αντικραδασμικών μέσων στήριξης. Ευτυχώς που ο ανεμιστήρας αυτός έχει μηδαμινούς κραδασμούς και έτσι δεν παρατηρήσαμε οποιοδήποτε συντονισμό ή θόρυβο κατά τη λειτουργία τους. Στις δύο προηγούμενες φωτογραφίες φαίνεται καθαρά το κανάλι εισόδου του αέρα στον ανεμιστήρα (αριστερή) το οποίο σχηματίζει γωνία περίπου 30 μοιρών με τον άξονα του ανεμιστήρα συμβάλλοντας -σε συνεργασία με το σχετικά υψηλό ποσοστό κάλυψης της διατομής εισόδου (~66%)- στην επίτευξη υψηλότερης στατικής πίεσης. Στην ίδια κατεύθυνση, "δουλεύει" και η μικρή γωνία των άκρων των πτερυγίων σε σχέση με το επίπεδο του πλαισίου του ανεμιστήρα. Όσον αφορά στο θόρυβο λόγω του φαινομένου της σειρήνας, καθώς το χείλος της άκρης των πτερυγίων κινείται μόλις ~1,5mm μέσα από το επίπεδο στήριξης του ανεμιστήρα, θα χρειαστεί κάποια προσοχή στο PULL setup! Αυτό φάνηκε και από τις μετρήσεις μας. Στην θέση Pull ο ανεμιστήρας απέχει λόγω κατασκευής του radiator, μόνο 2,4mm από το επίπεδο των πτερυγίων του*, έτσι τα ταχέως κινούμενα ακροπτερύγια βρίσκονται σε απόσταση κάτι λιγότερο από 4mm. Αυτό έχει σαν αποτέλεσμα το PULL setup να παρουσιάζει μικρότερο θόρυβο σε σχέση με το PUSH, μόνο στο υψηλό air flow, σε όλα τα άλλα εμφανίζεται ελαφρά πιο θορυβώδες. { * Για λόγους σύγκρισης: Στην Hydro H115i Pro RGB, τα πτερύγια του radiator βρίσκονται 4,5mm πιο μέσα από το επίπεδο στήριξης των ανεμιστήρων} Στην θέση PUSH βέβαια δεν υπάρχει κανένα πρόβλημα καθώς τα πτερύγια (χείλος εκβολής) στρέφονται σε απόσταση ~9,6mm από την "πίσω" επιφάνεια στήριξης του ανεμιστήρα. Αυτό σε συνεργασία με τη διαμόρφωση των βραχιόνων στήριξης του κινητήρα, συμβάλουν στην μείωση του θορύβου που παράγει ο ανεμιστήρας. Το Block: Όπως και στα προηγούμενα μοντέλα και εδώ το block φροντίζει πέραν της αντλίας και για την τροφοδότηση των ανεμιστήρων, αλλά και για την επικοινωνία με το PC μας. Στην αριστερή φωτογραφία που ακολουθεί, έχουμε τα δύο βύσματα των ανεμιστήρων με σημαδεμένο -πλέον- αυτό που αντιστοιχεί με το Fan1 έτσι όπως παρουσιάζονται οι ανεμιστήρες στο πρόγραμμα διαχείρισης iCUE. Στο κέντρο έχουμε το βύσμα τροφοδοσίας (Power SATA) και δεξιά υπάρχει το βύσμα που βυσματώνεται στο CPU fan Header της μητρικής μας και ενημερώνει το σύστημα για τις στροφές της αντλίας. Σημειώνουμε το πολύ καλό sleeving των σωλήνων και τα μεταλλικά δαχτυλίδια σύσφιξής τους πάνω στα περιστρεφόμενα ρακόρ της αντλίας. Στην δεξιά φωτογραφία έχουμε την θύρα USΒ micro μέσω της οποίας συνδέεται η βαθμίδα διαχείρισης του block με την μητρική μας και το καλώδιο σύνδεσης του block με αυτήν. Το καλώδιο διαθέτει γωνιακό βύσμα συμβάλλοντας στον περιορισμό των διαστάσεων και στην άριστη συμβατότητα με το INTEL CPU Footprint. Και η αντλία με το καλώδιο επάνω και μια σημαντική παρατήρηση: Την πλαστική μεμβράνη προστασίας του καπακιού της αντλίας αφαιρέστε την μόνον όταν τελειώσετε την εγκατάσταση και κλείνετε το κουτί σας! Αν δεν σας πρόλαβα και η επιφάνεια του καπακιού που έχει το logo της κατασκευάστριας λερωθεί , σκονιστεί κλπ, καθαρίστε την με ένα πολύ μαλακό πανί ή ένα μαλακό πινέλο, διαφορετικά η γυαλάδα της θα μειωθεί και είναι πολύ πιθανόν -έστω και "αδιόρατα"- να χαραχτεί! Εμπρός από το βύσμα διακρίνεται μια στρόγγυλη τάπα που εξυπηρετεί την πλήρωση και τον εξαερισμό της ΑΙΟ. Το Cold-plate: Το cold-plate έρχεται με την απαραίτητη θερμοαγώγιμη πάστα ήδη επάνω του και καλό είναι να προσέχουμε να το έχουμε προσεκτικά καλυμμένο με το διαφανές προστατευτικό του, διαφορετικά είναι πολύ πιθανό να χρειαστείτε επιπλέον θερμοαγώγιμη πάστα! Στην επάνω και κάτω πλευρά διακρίνουμε τις δυο και μία αντίστοιχα, ραβδόμορφες ατσάλινες σωληνωτές ασφάλειες που κρατάνε στη θέση τους τα δύο ρακόρ (επάνω) και την τάπα της αντλίας (κάτω). Η επιφάνεια του Cold-plate μολονότι λεία στην αφή απέχει πολύ από τη mirror like λείανση. Αντίθετα ακολουθεί την γνωστή λύση των μικροσκοπικών χαραγών οι οποίες απορροφούν την όποια μικρή περίσσεια θερμοαγώγιμης πάστας, επιτρέποντας την αμεσότερη επαφή του Cold-plate με το CPU Heat Spreader. Έτσι εξασφαλίζεται πολύ καλή θερμική σύζευξη των δύο με ευεργετικά αποτελέσματα στην θερμοκρασία της CPU μας! H AIO μας:' Ώρα να συναρμολογήσουμε τους ανεμιστήρες επάνω και να δούμε την ΑΙΟ μας "ολόκληρη". . . Η πρώτη εικόνα της ¨μακαρονάδας" διορθώνεται αμέσως μόλις την βάλουμε στο κουτί καθώς το μήκος των καλωδίων είναι καλά μελετημένο και αφενός φτάνουν εκεί που πρέπει να πάνε και αφετέρου λόγω του χρώματος και της πλακέ κατασκευής τους, είναι εύκολο να τακτοποιηθούν και να γίνουν "αόρατα"! Σε πρώτο πλάνο σε αρκετές από αυτές τις φωτογραφίες είναι το το πολύ καλό sleeving των ελαστικών σωλήνων που συνδέουν την αντλία με το radiator. Τα δύο "καζανάκια" του radiator έχουν στις μικρές πλευρές μια εσοχή που προσωπικά μου αρέσει και αισθητικά, πέρα από το ότι κάνει τον ίδιο τον θάλαμο πιο στιβαρό! Στην αριστερή φωτογραφία μπορούμε να δούμε ότι στο θάλαμο που συνδέονται οι σωλήνες του radiator υπάρχει το διαχωριστικό διάφραγμα που τον χωρίζει σε δύο τμήματα, ορίζοντας την είσοδο (δεξιά) και την έξοδο του ψυκτικού υγρού (αριστερά). Αν θυμηθούμε να βάλουμε τα καλώδια των ανεμιστήρων στο κέντρο τους όπως είναι εδώ στις πιο πάνω φωτογραφίες, θα μας διευκολύνει αρκετά καθώς αυτά θα έχουν το ίδιο περίπου "ενεργό" μήκος. Το iCUE και ο RGB χρωματισμός. Το πρόγραμμα διαχείρισης της Corsair το έχουμε δει στο πρόσφατο παρελθόν διεξοδικά και τώρα ευρισκόμενο στην 3.27.68 έκδοσή του αποτελεί ένα πολύ ισχυρό και βολικό εργαλείο που επιτρέπει την λεπτομερή διαχείριση της ΑΙΟ μας τόσο όσον αφορά στην ψύξη του συστήματός μας, όσο και του φωτισμού του, καθώς το νέο block διαθέτει 12 + 4 addressable RGB LEDs, των οποίων η λειτουργία μπορεί να οριστεί ανεξάρτητα και να ακολουθεί διαφορετικές παραμέτρους λειτουργίας. Μια καλή ιδέα πάνω σε αυτό είναι να αναθέσουμε στα τέσσερα κεντρικά LEDs άλλη λειτουργία από αυτήν των περιφερειακών. Για παράδειγμα αν αναθέσουμε στα κεντρικά LEDs να "δείχνουν" την θερμοκρασία του συστήματος . . . . . . καθώς οι θερμοκρασίες κινούνται ανοδικά, θα έχουμε την διαδοχή των τριών καταστάσεων που φαίνονται στις προηγούμενες φωτογραφίες! Τεχνικά όμως, πολύ σημαντικό είναι να δούμε εδώ το πόσο βαθμιαία και ομαλή είναι η μετάβαση από το ένα χρώμα στο άλλο καθώς το πρόγραμμα ελέγχου πράγματι εξασκεί εξαιρετικό έλεγχο στην οδήγηση των LEDs (εδώ η περίμετρος λειτουργεί σε Spiral Rainbow). Μια παραλλαγή στο ίδιο θέμα για να φανεί και η δεύτερη περιμετρική ζώνη φωτισμού! Το έχω πει και παλιότερα και θα το πω και πάλι, η αίσθηση που προκαλεί η αλληλουχία των χρωμάτων είναι "μαγευτική" και το iCUE σου δίνει απεριόριστες δυνατότητες να "παίξεις" και να στήσεις ένα τελείως προσωπικό εφέ! Γενικά για την σειρά XT της Corsair η κατασκευάστρια έχει αναρτήσει ένα video: Εγκατάσταση και συμβατότητα: Στο ζήτημα της συμβατότητας με το πέριξ του socket hardware, δεν θα έχετε κανένα πρόβλημα καθώς το block μαζί με τα ρακόρ και το βύσμα του USB, έχει μικρότερο "πάτημα" από το 95x95mm CPU footprint που ορίζει η INTEL. Η εγκατάσταση του block πάνω στον επεξεργαστή μας είναι απλή και μπορείτε να την δείτε στο video που ακολουθεί: Η πιο "μεγάλη" δυσκολία που θα έχετε όσοι έχετε επεξεργαστές INTEL είναι να φέρετε τα κινητά "παξιμάδια" του CPU back-plate στη σωστή θέση. Είναι καλή ιδέα να το κάνετε αυτό πριν αφαιρέσετε το προστατευτικό της αυτοκόλλητης περιοχής του back-plate! Οι λεπτομέρειες που κάνουν τη διαφορά ! Στο κεφάλαιο αυτό πάντα κάτι έχουμε να πούμε, αλλά αυτή φορά είναι πολύ ενδιαφέρον! Το radiator: Αυτό που κοιτάμε συνήθως είναι η διαμόρφωση των πτερυγίων και η διάκριση της εισόδου από την έξοδο του radiator, εν προκειμένω όμως υπάρχουν αρκετά περισσότερα! Η είσοδος του θερμού ψυκτικού είναι η επάνω σωλήνα στην επόμενη φωτογραφία (πορτοκαλί) και αντιστοιχεί με το επάνω ρακόρ της αντλίας αν την βλέπουμε έτσι ώστε να διαβάζεται το logo της εταιρίας. Στην δεξιά (άνω) φωτογραφία έχουμε μια καλή όψη στον θάλαμο εισόδου του radiator όπου η είσοδος του θερμού ψυκτικού είναι δεξιά και η επιστροφή του δροσερότερου ψυκτικού προς το block γίνεται από την αριστερή έξοδο. Στην πρόσοψη του θαλάμου διακρίνουμε την ετικέτα του προϊόντος και δεξιά της, το διαχωριστικό διάφραγμα μεταξύ των υποθαλάμων εισόδου και εξόδου του radiator. Ο προσεκτικός παρατηρητης όμως θα δει ότι το διαχωριστικό αυτό ορίζει δυο άνισους υποθαλάμους! Ο λόγος βέβαια είναι ότι οι μεταλλικοί αυλοί μέσα στους οποίους κυκλοφορεί το ψυκτικό υγρό από τον ένα θάλαμο στον άλλο έχουν περιττό πλήθος (13) και έτσι έχουν μπει επτά αυλοί στην μεταφορά το ζεστού υγρού στον ενδιάμεσο θάλαμο (στην αντίθετη πλευρά του radiator) και έξι αυλοί επιστρέφουν το υγρό από εκεί, στον υποθάλαμο της εξόδου. Σαν επιλογή είναι πολύ καλή καθώς δίνει περισσότερο όγκο και επιφάνεια ακτινοβολίας στο θερμότερο υγρό και έτσι κερδίζει έστω και λίγο. Ένα κοντινό στο ρακόρ των σωλήνων του radiator δείχνει το εξάγωνο μεταλλικό "κολιέ" που εξασφαλίζει τόσο την στεγανότητα της σύνδεσης, όσο και την δική μας πνευματική ηρεμία! Δεξιά άνω έχουμε από κοντά την λεπτομέρεια κατασκευής των πτερυγίων του radiator τα οποία θυμίζω είναι 2mm πιο μεγάλα σε διαστάσεις (η κάθετη στο επίπεδο της φωτογραφίας διάσταση). Διακρίνουμε το μεγάλο πλήθος των micro-fins (Louvers) που διαθέτει το κάθε πτερύγιο, που εξασφαλίζει σε συνεργασία με το μεγαλύτερο πάχος των πτερυγίων (0,2mm) την υψηλότερη θερμοαπαγωγική τους ικανότητα! Η εγκατάσταση των ανεμιστήρων: Και εκεί που όλα πήγαιναν "ρολόι" ήρθε η ώρα να βάλω τους ανεμιστήρες επάνω στο radiator! Οι βίδες που συνοδεύουν την ΑΙΟ είναι νέου τύπου,όσον αφορά στο κεφάλι τους τουλάχιστον. Το οποίο είναι τελείως επίπεδο. Το αν αυτό σημαίνει άλλον προμηθευτή δεν το ξέρω, αυτό που ξέρω είναι ότι όταν προσπάθησα να βιδώσω τις βίδες (με το σωστό κατσαβίδι) αυτές δεν προχώραγαν (γύριζαν "τρελά") πέρα από το σημείο που φαίνεται στην δεξιά φωτογραφία καθώς, πρακτικά δεν "έπιαναν" στο "πάσο" που υπήρχε στην οπή στήριξης του radiator. Μια επισταμένη έρευνα έδειξε ότι η οπή είχε μια απειροελάχιστη διαφορά από την διάμετρο της βίδας και έτσι με οδηγό τον ανεμιστήρα για να μένει η βίδα κάθετη και αρκετή πίεση στο κατσαβίδι, η βίδα -έστω και σφιχτά- βίδωσε, ανοίγοντας εκείνη το πάσο της! Αμέσως μετά την έβγαλα και το "ζόρι" που πέρασε κατά το βίδωμα φαίνεται από το ότι στο τμήμα που μπήκε μέσα στο σπείρωμα, η πολύ καλή βαφή της έφυγε! Στη συνέχεια βέβαια υποψιασμένος έβαλα ένα κόμπο βαζελίνης σε κάθε βίδα και τα πράγματα πήγαν και πάλι με κάποιο ζόρι, αλλά χωρίς να σε κάνουν να ανησυχείς, κάτι σαν forming κολαούζο ένα πράμα! Φυσικά αφού χρησιμοποιήθηκαν όλες οι θέσεις των ανεμιστήρων, σε όλα τα υπόλοιπα βάλε-βγάλε δεν υπήρξε πρόβλημα στο βίδωμα ! Προσοχή: Οι βίδες λόγω του πλακέ κεφαλιού τους έχουν πολύ πιο ρηχή υποδοχή για το κατσαβίδι! Στις επόμενες φωτογραφίες τις δείχνω σε σύγκριση με μια από τις "κλασικές" βίδες των ΑΙΟ της Corsair: Είναι φανερή η διαφορά στο "ψωμί" που έχει το κεφάλι της βίδας για να σχηματιστεί μέσα του η υποδοχή για το κατσαβίδι. Πράγματι από άλλη γωνία (άνω δεξιά) φαίνεται ότι στην νέα βίδα με το πλακέ κεφάλι η υποδοχή είναι αρκετά πιο ρηχή. Μαρκάροντας με τον μαρκαδόρο φαίνεται ότι στην πλακέ μύτη το κατσαβίδι έχει μικρότερο "πιάσιμο" και μετρώντας με το παχύμετρο η διαφορά προκύπτει στο 0,6mm που αντιστοιχεί στο 32% του τυπικά διαθέσιμου βάθους σύζευξης βίδας κατσαβιδιού, τουλάχιστον για τις βίδες με κεφάλι "ψωμάκι" ! Συνεπώς και οπωσδήποτε -ιδιαίτερα αν πρέπει να βάλετε δύναμη- θέλουν το σωστό κατσαβίδι (Philips No2 / PH2) και μάλιστα πρέπει να δοκιμάσετε να κάνει σωστά και χωρίς κανένα "παίζω" στην βίδα, η οποία προφανώς παρεκκλίνει από το ακριβές πρότυπο του PH2. Εμένα την καλύτερη εφαρμογή την είχαν οι μύτες από το Lidl που έχουν έντονες ακμές ! Φυσικά μπορεί να ήταν το δικό μου κομμάτι μόνο*, αλλά έστω και έτσι φαίνεται ότι κάτι δεν πήγε και τόσο καλά στις διαδικασίες ελέγχου της κατασκευάστριας. Όπως και να έχει η λύση ήταν απλή και . . . πάμε παρακάτω! {* όπου βρίσκεις ένα, οι πιθανότητες λένε ότι μπορεί να υπάρχουν και άλλα, και μια έρευνα στο διαδίκτυο μπορεί να είναι χρήσιμη!} Ροδέλες ή όχι; Ιδού η απορία! Λόγω της πολύ μικρής απόστασης που έχει το έλασμα στήριξης του ανεμιστήρα από το επίπεδο των πτερυγίων του radiator, η βίδα στήριξης του ανεμιστήρα θα μπει μέσα στα πτερύγια, και δεν υπάρχει κανένα πρόβλημα σε αυτό καθώς δεν υπάρχουν αυλοί ροής του ψυκτικού εκεί. Οπότε πάμε να δούμε την βίδα με ροδέλα και χωρίς αυτήν. Την "αμαρτία" μου θα την πω -για όσους μπαίνουν στο πειρασμό . . .- χωρίς ροδέλα, έτσι όπως κάθεται μέσα στην εσοχή που υπάρχει για το λόγο αυτό, μου αρέσει καλύτερα και είναι και πιο εύκολο το βίδωμα της, άλλωστε οι ροδέλες είπαμε είναι για την στερέωση πάνω στο κουτί! Οι διαστάσεις του radiator, οι διαρροές αέρα και ο θόρυβος: Οι διαστάσεις που αναγράφονται στο κουτί της ΑΙΟ είναι : 315 x 143 x 29 mm Οι πραγματικές διαστάσεις όμως που μετρήσαμε εμείς είναι: 322 x 137,4 x 27,4 mm Η απόσταση μεταξύ των οπών στήριξης των δύο ανεμιστήρων (κεντρικές οπές) είναι 20mm. Με δεδομένα όλα αυτά και σε συνδυασμό με το πολύ λεπτό πλαίσιο των ανεμιστήρων στην πλευρά της εξόδου του έχουμε την παρακάτω κατάσταση: Α. Στα άκρα του radiator οι ανεμιστήρες δεν πατάνε μέχρι την άκρη για να κλείσουν το κενό των ~ 2mm που υπάρχει εκεί. Β. Το ίδιο ισχύει και στο κέντρο του radiator (κάτω αριστερά), όπου το κενό μεταξύ των δυο ανεμιστήρων είναι αισθητά μεγαλύτερο φτάνοντας τα 4,8mm! Από αυτά τα κενά μπορεί και διαφεύγει ο αέρας που προωθούν οι ανεμιστήρες προς το radiator και έτσι λιγότερος αέρας περνά τελικά μέσα από αυτό με ευνόητα αποτελέσματα! Γ. Και αν αυτά φαίνονται συνηθισμένα, αυτό που δείχνει η δεξιά (άνω) φωτογραφία δεν είναι καθόλου συνηθισμένο, ιδιαίτερα σε ανεμιστήρα με "τετράγωνο" πλαίσιο. Το radiator είναι 2,6mm στενότερο από τα 140mm του ανεμιστήρα και αυτό συνδυαζόμενο με την καμπυλότητα της ακμής του radiator, αλλά και με το ότι το πλαίσιο του ανεμιστήρα στην πλευρά της εξόδου του έχει σφηνοειδή μορφή καταλήγοντας σε ένα πάχος μόλις 1,2mm, δημιουργούν ένα κενό μεταξύ πλαισίου του ανεμιστήρα και της ακμής του radiator τουλάχιστον 1mm σε ύψος και πλάτος περίπου 45mm. Από αυτό το κενό, όσο μικρό και αν φαίνεται διαφεύγει αρκετός αέρας καθώς, το κενό αυτό όχι μόνο βρίσκεται ακριβώς στην έξοδο του ανεμιστήρα αλλά είναι και στην "περίμετρο" της φτερωτής του όπου αναπτύσσεται η υψηλότερη "στατική" πίεση! Επιπλέον και πέρα από το θερμικό πρόβλημα, αυτή η διαφυγή προκαλεί και μια μικρή αύξηση του θορύβου που παράγει ο ανεμιστήρας στις υψηλές στροφές. Δ. Ένα δεύτερο ζήτημα που σχετίζεται και με τις διαστάσεις του radiator είναι ότι το επίπεδο στήριξης του ανεμιστήρα απέχει από το επίπεδο των πτερυγίων του radiator μόνο 2,4mm και όχι 4,5 - 5mm που είναι συνήθως. Αυτό βεβαίως μειώνει κάπως το πρόβλημα της διαρροής του αέρα - περιπτώσεις Α και Β- αλλά δημιουργείται ένα νέο πρόβλημα στην περίπτωση που στήσουμε τους ανεμιστήρες σε θέση PULL, γιατί φέρνει την φτερωτή τους 2 - 2,5mm πλησιέστερα στα πτερύγια του radiator. Συνυπολογίζοντας ότι οι ανεμιστήρες που συνοδεύουν την ΑΙΟ έχουν τα ακροπτερύγιά τους να στρέφονται μόλις 1,4mm "μέσα από το πρόσωπο" του ανεμιστήρα, είναι επόμενο αυτή η μικρή συνολική απόσταση (~4mm) να σημαίνει λίγο περισσότερο θόρυβο λόγω του φαινομένου της σειρήνας! Μπορεί να φαίνεται ότι "γκρινιάζω" για πολύ μικρές λεπτομέρειες, αλλά δεν μπορώ να κάνω διαφορετικά, γιατί αφενός, αυτές οι μικρές λεπτομέρειες -μέσα στην όλη προσπάθεια βελτιστοποίησης- είναι σημαντικές και αφετέρου, γιατί δεν υπάρχει κανένας λόγος που να επιβάλει μια τέτοια κατασκευή! Μια κατασκευή που όχι μόνο στερεί -έστω και λίγο- χρήσιμο αέρα από την ψύξη του radiator, αλλά και παράγει -έστω και λίγο- περισσότερο θόρυβο! To Block: Το ανέφερα και πιο πριν ότι ο ΟΕΜ κατασκευαστής που συνεργάζεται η Corsair για την ΑΙΟ αυτήν και όχι μόνον είναι η CoolIT Systems. Από την σελίδα της Corsair που αναφέρεται στην Corsair Hydro Series H115i RGB Platinum δανείζομαι ένα διόραμα της εσωτερικής κατασκευής της, καθώς το block και των δύο είναι το ίδιο, με μόνη -από όσο μπόρεσα να διαπιστώσω- διαφορά στο χρώμα του πλαισίου του καλύμματος, που στην περίπτωσή μας δεν είναι ασημί αλλά μαύρο. Από το ίδιο διόραμα είναι και η επόμενη λεπτομέρεια της πλακέτας που φιλοξενεί τόσο τον driver των 16 LEDs του block, αλλά και των LEDs των ανεμιστήρων (η Platinum εξοπλίζεται με μια παραλλαγή των ML140, την ML140 PRO RGB LED 140MM PWM Premium που στρέφονται με 2000rpm) όσο και τον Driver του τετραπολικού κινητήρα της αντλίας. Τα RGB LEDs διατάσσονται τέσσερα στο κέντρο σε μορφή ρόμβου και από τρία σε κάθε μια από τις τέσσερις πλευρές της πλακέτας. Τα τέσσερα κεντρικά LEDs είναι οπτικά "απομονωμένα" από τα περιμετρικά LEDs με ένα αφρώδες διάφραγμα που περιορίζει την διάχυση του φωτός από το κέντρο στη περιφέρεια και το αντίστροφο, επιτρέποντας ακόμα μεγαλύτερη ανεξαρτησία στα φωτιστικά εφέ που μπορούμε να φτιάξουμε! Μέσω του iCUE προγράμματος μπορούν να ελεγχθούν το κάθε ένα τελείως ανεξάρτητα από το άλλο, σχετικά μπορείτε να δείτε και σε προηγούμενη παρουσίαση μας. Ο φωτισμός που αποδίδουν και τα "υπνωτικά" effect που παράγουν είναι κάτι πέραν περιγραφής. . . πρέπει να το δεις για να το καταλάβεις! To Cold-plate: Νέα αντλία και φυσικά νέο cold-plate . . . . . . Split-Flow η τεχνική ροής του ψυκτικού υγρού το οποίο εισέρχεται με πίεση στην "εσοχή" που διατρέχει εγκάρσια τα skived micro fins και από εκεί μοιράζεται ισομερώς δεξιά και αριστερά. Με τον τρόπο αυτό, αφενός παρέχει ψυκτικό χαμηλότερης θερμοκρασίας σε ολόκληρο το Cold plate και αφετέρου, μειώνει την αντίσταση ροής διευκολύνοντας την αντλία στο έργο της. Στη συνέχεια το θερμό πλέον ψυκτικό ρέει περιμετρικά και συλλέγεται για να οδηγηθεί στο radiator. H φωτογραφία εδώ είναι από ένα block της CoolIT (RP2) που προορίζεται για INTEL XEON επεξεργαστές. Δυστυχώς φωτογραφία καλύτερη για το cold plate της σημερινής φιλοξενούμενης που διαθέτει την ίδια τεχνολογία κατασκευής δεν βρήκα "ηθικώς χρησιμοποιήσιμη" (!) Η επιπεδότητα της επιφάνειας του cold-plate: Η ρίγα ελέγχου HOREX DIN 874/00 ισορρόπησε με τα αντίβαρά της πάνω στο cold plate . . . . . . και προς τις δύο κατευθύνσεις το cold plate παρουσιάζει μια μικρή κυρτότητα, και τα φίλερ θα δώσουν την απάντηση πόση είναι αυτή: Παράλληλα με τις χαράξεις (και με τα micro fins που υπάρχουν στο εσωτερικό) έχουμε +80μm και κάθετα προς αυτές το φίλερ δείχνει 50μm. Η διαφορά αυτή οφείλεται στο ότι η ελαστικότητα του cold plate λόγω των micro fins δεν είναι η ίδια και προς τις δύο κατευθύνσεις, αλλά αυτό είναι "παροδικό" καθώς, μόλις το block σφιχτεί πάνω στον επεξεργαστή, η επιφάνειά του προσαρμόζεται προς αυτόν. Αψευδής μάρτυρας οι φωτογραφίες τις επόμενης παραγράφου! Η διασπορά της θερμοαγώγιμης πάστας και η υφή της επιφάνειας του cold-plate: Η διασπορά της θερμοαγώγιμης πάστας που είναι προεγκαταστημένη στο cold-plate. Πέραν της μικρής λεπτομέρειας του ότι η θερμοαγώγιμη πάστα δεν "άπλωσε" μέχρι το άκρο της άνω δεξιάς γωνίας -πράγμα που δεν έχει σημασία- η υπόλοιπη επιφάνεια μαρτυρά πολύ καλή διασπορά του Τ.Ι.Μ. και αν πάμε και στην διασπορά της Arctic MX-4 που είναι η reference θερμοαγώγιμη που χρησιμοποιούμε οι εντυπώσεις δεν αλλάζουν. Η διασπορά της θερμοαγώγιμης πάστας αναφοράς (Arctic ΜΧ-4). Παρά το γλίστρημα που μας έκανε το block, είναι φανερό ότι σε όλη τη κεντρική περιοχή έχουμε πολύ καλή επαφή και μόνο πάνω και κάτω υπάρχουν ίχνη ότι εκεί το πάτημα δεν ήταν τόσο καλό όσο στο κέντρο. Θυμίζω ότι σε αυτή τη κατεύθυνση το cold plate εμφανίζει ελαφρά μικρότερη ελαστικότητα, και ελαφρά μεγαλύτερη κυρτότητα και ο λόγος είναι η ύπαρξη -και κατασκευή- των εσωτερικών μικρο-πτερυγίων (επόμενη εικόνα αριστερά) που αναλαμβάνουν την μεταφορά της θερμότητας, από το cold plate στο ψυκτικό υγρό. Και με ένα κοντινό στην εσκεμμένα "άγρια" επιφάνεια του cold plate, οι χαράξεις της οποίας φροντίζουν για την απορρόφηση της περίσσειας της θερμοαγώγιμης πάστας και το καλύτερο "πάτημα" των δύο επιφανειών, πάμε να δούμε και άλλες λεπτομέρειες! Το CPU back plate Το ελεύθερο τμήμα του μπρούτζινου σωληνωτού παξιμαδιού που περνάει μέσα στις αντίστοιχες οπές της μητρικής, για να είναι συμβατό και με τις μητρικές που έχουν πλακέτα μεγάλου πάχους, έχει μήκος ~2,46 -2,50mm πράγμα που σημαίνει ότι σε σχετικά λεπτές μητρικές το σωληνωτό παξιμάδι θα περισσεύει ελάχιστα πάνω από την επάνω επιφάνεια της μητρικής και ο αποστάτης που θα βιδωθεί σε αυτό δεν θα πατήσει σφιχτά πάνω στην μητρική και θα υπάρχει ένα μικρό "παίζω" / τζόγος. Αυτό όμως δεν έχει σημασία, καθώς μόλις στερεώσουμε την ψύκτρα πάνω στους αποστάτες, όλα θα σταθεροποιηθούν! Βεβαίως, αν η επίτευξη του καλύτερου δυνατού είναι στους στόχους σας και το fine tuning στις δυνατότητές σας, η ενδεχόμενη ύπαρξη αυτού του μικρού τζόγου μπορεί να εξαλειφθεί και να έχετε και κατά τι καλύτερο πάτημα της ψύκτρας πάνω στον επεξεργαστή σας: Πριν τοποθετήσετε το CPU back plate πάνω στη μητρική, βάλετε πάνω στην χοντρή μαύρη ροδέλα και μια λεπτή πλαστική ροδέλα με πάχος όσο περίπου ο τζόγος. Με αυτό το τρόπο το σωληνωτό παξιμάδι θα έρθει "πρόσωπο" με την επάνω επιφάνεια της μητρικής και ο τζόγος θα εξαφανιστεί. Τα retention brackets του mounting hardware -"ακολουθώντας" του αποστάτες- θα "κάτσουν" λίγο πλησιέστερα στην μητρική εξασφαλίζοντας λίγο μεγαλύτερη πίεση του cold plate της ψύκτρας πάνω στο heat spreader του επεξεργαστή και φυσικά λίγο καλύτερη θερμική σύζευξη μεταξύ τους! Οι ανεμιστήρες: Τα αντικραδασμικά τακουνάκια λάμπουν δια της απουσίας τους καθώς η Corsair χρησιμοποιεί τους SKU CO-9050044-WW ανεμιστήρες και όχι τους SKU CO-9050045-WW που διαθέτουν αντικραδασμικές βάσεις και μάλιστα πολύ καλές! Ευτυχώς που οι ανεμιστήρες δεν παράγουν ιδιαίτερους κραδασμούς, αλλά σε αυτό το εύρος τιμής (~160€) θα θέλαμε να δούμε έναν ανεμιστήρα που εξαντλεί τα περιθώρια βελτίωσης! Το μπράτσα στήριξης του κινητήρα είναι κάθετα στην περιφέρεια του motor hub και τελείως ίσια, πράγμα που δεν συνάδει με τον περιορισμό του θορύβου. Παρόλα αυτά η Corsair δίνει μια άλλη λύση που από ότι φαίνεται δουλεύει! Τα μπράτσα λειτουργούν σαν μια στοιχειώδης πτέρυγα η οποία "πετάει" μέσα στο ρεύμα του αέρα που δημιουργεί η φτερωτή. Αυτή η "πτέρυγα" έχει ένα ιδιαίτερα ευμεγέθες και καμπυλωμένο "χείλος προσβολής" το οποίο σε συνεργασία με την εσοχή η οποία την διατρέχει σε όλο της το μήκος στην πλευρά υψηλής πίεσης, μειώνει αισθητά τον παραγόμενο θόρυβο καθώς "απορροφά" τους δημιουργούμενους μικροστρόβιλους δίνοντάς τους χώρο να εκτονωθούν χωρίς να αλλοιώσουν την γενικότερη ροή του αέρα γύρω από το στήριγμα. Στην υπόθεση που έκανα πιο πάνω συνηγορεί και η κεκλιμένη διαμόρφωση που έχει το στήριγμα στην επάνω του πλευρά, η οποία διευκολύνει την κατά το δυνατόν αδιατάρακτη ροή του αέρα. Αυτή η φροντίδα όμως για την ομαλότερη ροή του αέρα, σταματά στον βραχίονα που φέρει τα καλώδια του ανεμιστήρα, καθώς αυτός για τα συμπεριλάβει είναι φαρδύτερος (πράγμα καλό) αλλά -σαν "θυσία" στην περίεργη γεωμετρία που θέλει τα μπράτσα κάθετα στο πλαίσιο και μάλιστα στις γωνίες αυτού- αναγκαστικά τα καλώδια μπαίνουν μέσα στο ρεύμα του αέρα και μάλιστα σε περιοχή που επικρατεί υψηλή πίεση και ταχύτητα με ότι επιβαρυντικό αυτό σημαίνει τόσο για το air flow, όσο και για τον θόρυβο του ανεμιστήρα! Η "αλληλοκάλυψη" των πτερυγίων είναι πολύ χαλαρή καθώς αυτά απέχουν ~3mm, πράγμα που συμβάλει στο υψηλότερο air flow. Από την άλλη πλευρά, η μικρή κλίση που έχουν τα πτερύγια στη βάση τους (και το πόσο "πίσω" είναι από το μέτωπο του motor hub) μαρτυρούν σχεδίαση που έχει στόχο την επίτευξη υψηλής πίεσης. Σε συνδυασμό αυτά τα δύο -όπως είδαμε και για την υπόλοιπη φτερωτή- μας δίνουν έναν ανεμιστήρα με ένα καλό air flow και μια επαρκή στατική πίεση για εφαρμογές ψύξης που περιλαμβάνουν radiator. Στο ζήτημα του θορύβου έχουν γίνει μεγάλα βήματα βελτίωσης, αλλά τα περιθώρια για παραπέρα εξέλιξη, υπάρχουν και εναπόκειται στην κατασκευάστρια να τα ακολουθήσει στο βαθμό που θέλει να κάνει πραγματικά μεγάλη την διαφορά ! Η ηλεκτρική συμπεριφορά των ανεμιστήρων Στο γράφημα που ακολουθεί έχουμε τις παραμέτρους λειτουργίας και των δύο ανεμιστήρων καθώς δουλεύουν πάνω στο radiator της AIO. Η υπό φορτίο μέγιστη ταχύτητα περιστροφής των ανεμιστήρων είναι ~1880 rpm και η μέγιστη απορροφούμενη ισχύς ~4,3 Watt, συνεπώς το "αποτύπωμα ισχύος" των ανεμιστήρων δεν θα δημιουργήσει πρόβλημα σε καμία μητρική ! Αυτό που είναι επίσης φανερό, και δεν είναι για καλό, είναι το ότι ο παραγόμενος θόρυβος αυξάνει πολύ καθώς αυξάνουν οι στροφές! Από το ρυθμό ανόδου της απαιτούμενης ισχύος και του Θορύβου συναρτήσει των στροφών δυο είναι τα βασικά συμπεράσματα : Το καλό, είναι ότι η φτερωτή του ανεμιστήρα κάνει δουλειά, μετακινεί περισσότερο αέρα παρά την αντίσταση που προβάλει το radiator. Το κακό είναι ότι όσο και αν οι ανεμιστήρες αυτοί έχουν καλά έδρανα και όσο και αν οι ομόσταυλοί τους διαθέτουν εξαιρετικό RGB φωτισμό, ήρθε η ώρα πλέον και για την Corsair, να ασχοληθεί πιο έντονα με την αεροδυναμική των ανεμιστήρων της και το θόρυβο που παράγουν. Γιατί ναι, όταν στρέφονται αργά -όπως και πολλοί άλλοι ανεμιστήρες- δεν ακούγονται, όταν όμως αποφασίσουμε ότι τους χρειαζόμαστε για κάτι παραπάνω τότε κάνουν έντονα αισθητή τη παρουσία τους και αυτό -όπως έχει δείξει η εξέλιξη της τεχνολογίας των ανεμιστήρων- δεν είναι αναπόφευκτο να συμβαίνει! Η επίδραση του αεροδυναμικού φορτίου πάνω σε ένα ανεμιστήρα ML140 PWM 2000rpm, φαίνεται στο επόμενο γράφημα: Είπα και πιο πάνω ότι η φτερωτή των ανεμιστήρων αυτών κάνει καλή δουλειά και εδώ αντιμέτωπη με ένα πολύ σφιχτό μεταλλικό φίλτρο που προσομοιάζει ένα radiator μπορούμε να το δούμε καλύτερα. Η μεταβολή των τιμών είναι πολύ ομαλή και μαρτυρά μια εξίσου καλή ηλεκτρική και αεροδυναμική συμπεριφορά, με μόνο υπό αίρεση θέμα το γεγονός ότι αντιμέτωποι με υψηλή αεροδυναμική αντίσταση χάνουν πάνω από 200rpm, στερώντας από το radiator ένα μέρος του air flow. Αλλά αυτό είναι αναγκαστικό, τουλάχιστον όταν θέλουμε να εξαντλήσουμε όλα τα περιθώρια απόδοσης! Διαφορετικά, αν θέλουμε απολύτως σταθερές επιδόσεις θα πρέπει να βάλουμε και λίγο "νερό στο κρασί μας" και να χαμηλώσουμε λίγο τις απαιτήσεις μας . . . αλλά κάτι μου λέει ότι τέτοια "μετριοπάθεια" είναι κάτι σπάνιο! Ο controller της ΑΙΟ: Όπως είπαμε και πιο πάνω, το block περιέχει όλες τις απαραίτητες βαθμίδες για να ελέγξει και τους ανεμιστήρες της ΑΙΟ και μάλιστα ακολουθεί τις προδιαγραφές σχεδόν κατά γράμμα καθώς το PWM σήμα που παράγει για τον έλεγχο της ταχύτητας περιστροφής των ανεμιστήρων έχει συχνότητα 22,7 kHz. Όσον αφορά στα περιθώρια ελέγχου των στροφών σταχυολογούμε μερικές μετρήσεις : Ελάχιστη τιμή της παραμέτρου Fixed % = 20% Ταχύτητα περιστροφής στο Fixed 20% = 182rpm Ταχύτητα περιστροφής στο Fixed 75% = 1283rpm To Zero RPM το επιτυγχάνει μειώνοντας το Duty Cycle στο 0% , όπου οι παλμοί PWM εξαφανίζονται και η τάση του σήματος μηδενίζεται. Στο 100% του σήματος PWM οι παλμοί του σήματος εξαλείφονται και η τάση του σήματος γίνεται μέγιστη, επιτρέποντας την υψηλότερη δυνατή ταχύτητα περιστροφής στους ανεμιστήρες. Οι στροφές της αντλίας: Επειδή στις δοκιμές που κάνουμε συνδέουμε ό,τι μπορεί και πρέπει να συνδεθεί, συνδέσαμε και το καλώδιο που μεταφέρει το σήμα Tach (είναι οι στροφές της αντλίας) προς την μητρική. Φυσικά μιας και το σύστημα δοκιμών μας δεν είναι μια μητρική αλλά ένα τεχνητό θερμικό φορτίο, το σήμα αυτό συνδέθηκε με μια είσοδο ενός από τους fan controller του εργαστηρίου (Zalman ZM-MFC3) o οποίος έδειξε ότι η αντλία στρέφεται με ~5300rpm. Το πράγμα έμεινε εκεί, μέχρι να συνδεθεί και το block με το πρόγραμμα iCUE, το οποίο έδειξε ότι η αντλία στρέφεται με ~2650rpm ! Φυσικά το πράγμα έχρηζε διερεύνησης: Υπολογίζοντας ότι το σήμα Tach συνήθως αποτελείται από 2 παλμούς ανά περιστροφή, από το άνω αριστερό στιγμιότυπο του παλμογράφου προκύπτει ότι δύο περίοδοι του σήματος tach διαρκούν 11,24msec, συνεπώς οι στροφές της αντλίας είναι 5.338rpm. Αυτό το συμπέρασμα βέβαια σημαίνει ότι υπάρχει κάποια ασυμβατότητα μεταξύ της πλακέτας του block της ΑΙΟ και του iCUE. Επόμενο βήμα ο έλεγχος της έκδοσης του iCUE αλλά και του firmware της αντλίας, ο οποίος δεν απέδωσε τίποτε καθώς, είχα κάνει μόλις πριν λίγη ώρα το "κλασικό" Update της έναρξης των δοκιμών. Οπότε κατ' ανάγκην ελέγχθηκε η καλή λειτουργία του iCUE με την βοήθεια μιας Hydro Series H115i Pro RGB και οι μετρήσεις φαίνονται στο άνω δεξιά στιγμιότυπο, από το οποίο (δύο περίοδοι = 21.0msec) προκύπτει ότι, οι στροφές της Hydro Series αντλίας είναι 2857, και αυτή τη φορά συμφωνεί και ο Zalman που δίνει 2860rpm! Συνεπώς με το πρόγραμμα ελέγχου να λειτουργεί σωστά, το λογικό συμπέρασμα είναι ότι η αντλία της H115i RGB PRO XT παράγει 4 παλμούς ανά περιστροφή της και όχι δύο που είναι το σύνηθες! 'Όποιος λοιπόν παραξενευτεί που η μητρική του δείχνει άλλες στροφές από ότι το πρόγραμμα iCUE -για την ακρίβεια, τις διπλάσιες- πλέον . . . ξέρει γιατί! Με την ευκαιρία να σημειώσουμε ότι οι στροφές της αντλίας στα τρία mode λειτουργίας της είναι αντίστοιχα: Quiet = ~1970rpm / Balanced = ~2300rpm / Extreme = ~2700rpm Συνεργασία του Controller του block με το πρόγραμμα ελέγχου iCUE: Στη διάρκεια των -αρκετών- ημερών που κράτησαν οι δοκιμές, παρατηρήθηκαν κάποιες -λίγες- "αποσυνδέσεις" της επικοινωνίας του block με τον υπολογιστή που τρέχει το iCUE. Η αποκατάσταση της επικοινωνίας έγινε σε λίγη ώρα αυτόματα και συνέχισε το monitoring των παραμέτρων λειτουργίας της ΑΙΟ. Τις λίγες αυτές φορές (δύο) το πρόβλημα το απέδωσα κατόπιν ελέγχου που έκανα στην κακή επαφή της θύρας USB με το ενεργό "USB splitter" που χρησιμοποιείται στις συνδέσεις των δοκιμών. Μικρό το κακό βεβαίως καθώς η σωστή λειτουργία της ΑΙΟ δεν εξαρτάται από τη σύνδεσή της με το πρόγραμμα iCUE, αυτή είναι αναγκαία μόνο για λόγους παρακολούθησης και αλλαγής ρυθμίσεων των παραμέτρων λειτουργίας της ΑΙΟ. Να σημειώσουμε εδώ ότι η αλλαγή μιας ρύθμισης δεν περνά ακαριαία στην αντλία ή στους ανεμιστήρες, χρειάζονται κάποια δευτερόλεπτα (από ~5 έως ~20). Μετρήσεις Εδώ μπορούμε να δούμε την συνοπτική εικόνα της Corsair iCUE H115i RGB PRO XT, έτσι όπως καταγράφηκε στις τυπικές δοκιμές (60 - 360 Watt) που έγιναν και μιλάμε τόσο για την PUSH διάταξη των ανεμιστήρων, όσο και την PUSH-PULL για όσους δεν έχουν πρόβλημα χώρου στο κουτί τους. Αλλά πριν προχωρήσετε καλό είναι για όσους θέλουν να θυμηθούν τις συντομογραφίες που χρησιμοποιούμε, να διαβάσουν τις επεξηγήσεις που ακολουθούν στο spoiler! Σύνοψη βασικής θερμικής συμπεριφοράς Στον πίνακα που ακολουθεί έχουν συμπεριληφθεί οι δοκιμές που έγιναν σε διάφορα airflow και θερμικές καταπονήσεις στους ακόλουθους προσανατολισμούς ροής αέρα, μέγιστου θερμικού φορτίου και setup : Α. Μετρήσεις οριζόντιου προσανατολισμού έως τα 360Watt, με τον ανεμιστήρα σε διάταξη PUSH και την Reference TIM (Arctic MX-4) Β. Μετρήσεις πλάγιου προσανατολισμού έως τα 360Watt, με τους ανεμιστήρες σε διάταξη PUSH και την Stock TIM Γ. Μετρήσεις πλάγιου προσανατολισμού έως τα 360Watt, με τους ανεμιστήρες σε διάταξη PUSH και την Reference TIM (Arctic MX-4) Δ. Μετρήσεις πλάγιου προσανατολισμού έως τα 360Watt, με τους ανεμιστήρες σε διάταξη PULL και την Reference TIM (Arctic MX-4) E. Μετρήσεις πλάγιου προσανατολισμού έως τα 360Watt, με τους ανεμιστήρες σε διάταξη PUSH-PULL και την Reference TIM (Arctic MX-4) ΣΤ. Μετρήσεις πλάγιου προσανατολισμού έως τα 480Watt, με τους ανεμιστήρες σε διάταξη PUSH-PULL και την Reference TIM (Arctic MX-4) Να σημειώσω εδώ ότι οι δοκιμές έγιναν με το Corsair iCUE ενεργό να δίνει εντολές στην βαθμίδα ελέγχου του block και όλες οι αλλαγές στροφών έγιναν μέσω αυτού. Στην περίπτωση του Push-Pull setup, ο έλεγχος των ανεμιστήρων ανατέθηκε σε έναν Corsair Commander Pro Fan + RGB Controller. Δε μπορείτε να έχετε παράπονο . . . "τέσσερα στρέμματα" πίνακα σας έφτιαξα, όχι ότι δεν έχω φτιάξει και μεγαλύτερους αλλά λέμε τώρα ! Για να βάλουμε λοιπόν τα πράγματα σε μια σειρά: Το Push setup είναι πολύ καλύτερο από το Pull setup, αν και το τελευταίο πήρε το αίμα του πίσω στο υψηλό air flow ξεπερνώντας κατά μία "τρίχα" το κυρίαρχο Push setup και έτσι στους συγκριτικούς πίνακες θα μπει η τιμή 32,47 οC. Η οριζόντια τοποθέτηση καθώς δεν έχει τη βοήθεια της βαρύτητα στη κυκλοφορία του ψυκτικού υγρού, υστερεί ανεπαίσθητα (~0,5oC) στα υψηλότερα air flow για να το κερδίσει στα πολύ χαμηλά air flow, από το φυσικό ανοδικό ρεύμα του θερμού αέρα που βοηθάει τους ανεμιστήρες. Ο Θόρυβος που κάνουν οι ανεμιστήρες δεν είναι η απαλή αύρα που είχαμε ακούσει στην προηγούμενη παρουσίαση της ομόσταυλης Hydro series H115i Pro RGB , μάλλον -καιρός που έρχεται!- με "μελτεμάκι" μοιάζει! Πραγματικά τα σχεδόν 48 dB(A) που παράγουν στις ~1850 rpm, είναι ευδιάκριτα ακόμα και σε ένα δωμάτιο σε μεγάλη πόλη, όμως αυτό είναι το αναγκαστικό τίμημα που πρέπει να πληρώσουμε αν θέλουμε να έχουμε πολύ χαμηλή θερμοκρασία! Λογικό ακούγεται και είναι, καθώς οι ~ 32,5οC είναι μια πολύ καλή επίδοση και δεν έρχεται εύκολα. Βεβαίως αν θέλουμε την ησυχία μας, έχει και από αυτό. Πάμε σε μέσο air flow και έχουμε 8+ dB(A) λιγότερα και αυτό, χωρίς να πληρώσουμε υπέρογκα σε αύξηση της θερμοκρασίας, γιατί τι "ψυχή" έχουν 2,7 βαθμοί επιβάρυνση (από 32,47 σε 35,15) μπροστά στα αυτιά μας που τώρα θα ακούνε λιγότερο από το μισό θόρυβο ! Αν δε, "θυσιάσουμε" 2,7 βαθμούς ακόμα μπορούμε να κατέβουμε στα 33,8 dB(A), που όσοι ζουν σε πόλη με κάποια κυκλοφορία, απλά δεν θα τα ακούνε καθώς ο θόρυβος υποβάθρου βρίσκεται κάπου εκεί. Ακριβώς στη δυνατότητα αυτών των συμβιβασμών, βρίσκεται το μεγάλο ατού της Corsair iCUE H115i RGB PRO XT, στο ότι εναπόκειται δηλαδή στη δική σου επιλογή σαν χρήστης να αποφασίσεις τι θέλεις και πότε το θέλεις! Σε αυτή τη λογική εντάσσονται και οι μετρήσεις που κάναμε σε ακόμα χαμηλότερα air flow, όπου με θόρυβο 30,7 dB(A), έχουμε Δθ μόλις 27,8oC στα λογικά και υπεραρκετά 240Watt, αλλά ακόμα και αν θέλουμε να πάμε πιο ψηλά, ακόμα και τα 360W τα έχουμε με Δθ μόνο 42 βαθμούς! Μοιάζει λίγο με "αγοραπωλησία" το όλο σκηνικό, αλλά στην ουσία αυτό είναι, αποκτώ την ησυχία μου, περιορίζοντας λίγο τις απαιτήσεις μου είτε αυτές αφορούν στην διαθέσιμη ισχύ , είτε στην θερμοκρασία. Βεβαίως αυτό το "παιχνίδι" έχει και όρια τα οποία επιχειρήσαμε να βρούμε κάνοντας δοκιμές σε εξαιρετικά χαμηλό air flow (ULo), όπου όμως οι θερμοκρασίες ανέβηκαν σχεδόν 10 βαθμούς στα 360 W με ακουστικό κέρδος μόλις 0,4 dB(A)! Βεβαίως μπορείτε κάλλιστα να αντιπαραθέσετε την πολύ λογική ερώτηση: "Μα τι θέλουμε και ζητάμε 360 W στις 600 rpm;" και παρά το ότι δίκιο θα έχετε, η σημερινή φιλοξενούμενη του εργαστηρίου μας, δεν έχει πρόβλημα να σας κάνει και αυτό το χατήρι! Εσείς είστε που πρέπει να δείξετε λογική αυτοσυγκράτηση, ή . . . να δείτε στην τελευταία στήλη το Push-Pull Setup, που "τα κάνει όλα και συμφέρει! " Και αφήνοντας το "κερασάκι" του Δθ των μόλις 41 βαθμών στα δυσθεώρητα 480Watt που δείχνουν πόσες δυνατότητες δίνει στην ΑΙΟ μας το Push-Pull setup, ας περάσουμε στην "τούρτα" που κρύβεται κάτω από αυτό και κοιτάζοντας λοξά . . . να πάμε ίσια στο μεγάλο του πλεονέκτημα ! Που δε είναι άλλο από το πολύ μεγάλο κέρδος που έχουμε σε θόρυβο, αν απλά δεχτούμε να μειώσουμε το κέρδος μας σε θερμοκρασίες! Συγκεκριμένα: Αν συγκρίνουμε το μέσο air flow του Push-Pull setup (PusPul_Me) με το υψηλό air flow του Push setup (Pus_Hi), διαπιστώνουμε ότι το πρώτο έχει σχεδόν 5 dB(A) λιγότερο θόρυβο και πετυχαίνει και μισό βαθμό χαμηλότερη θερμοκρασία! Ανάλογη εικόνα έχουμε και στα επόμενα δύο air flow, όπου βεβαίως οι μειώσεις/"κέρδη" μας είναι μικρότερα! (π.χ. μεταξύ Push-Pull_Lo και Push_Me, ο αριθμοί λένε ότι το Push-Pull έχει ~2,5 dB(A) χαμηλότερο θόρυβο και ελαφρά χαμηλότερη θερμοκρασία (0,6οC). Όσο κατεβαίνουμε σε air flow βέβαια, μειώνονται οι διαφορές αυτής της "λοξής" σύγκρισης, αλλά τα πλεονεκτήματα γίνονται και πάλι φανερά αν δούμε τι συμβαίνει μέσα στο ίδιο air flow. Για παράδειγμα στο πολύ χαμηλό (VLo) Air flow συγκρίνοντας τα PusPul_VLo και Pus_VLo έχουμε κέρδος σχεδόν πέντε βαθμούς από το πρώτο και ο θόρυβός του μπορεί να είναι ~ 2dB(A) παραπάνω, αλλά δεν ξεπερνά τα πολύ ήσυχα 33 dB(A)! Και αν πάμε ακόμα χαμηλότερα για να είμαστε ακόμα πιο ήσυχα, τότε η διαφορές πάνε πολύ ψηλότερα καθώς -πάντα για χαμηλότερη τη μέγιστη θερμική καταπόνηση των 360W- έχουμε ~6 βαθμούς χαμηλότερη θερμοκρασία ( 45,18oC vs 51,32oC) και το ακόμα καλύτερο είναι ότι είμαστε και κατά τι πιο αθόρυβοι ! Και αν θέλουμε ακόμα πιο χαμηλό Δθ, ανεβάζουμε 100rpm τους ανεμιστήρες και έχουμε 10 βαθμούς θερμοκρασία "κέρδος" από το Push setup, με -"ασήμαντη"- ποινή 1 dB(A) και αυτό "σκάρτο" ! Νομίζω ότι είπα ήδη πολλά, αλλά κάποιες φορές -όταν τα πράγματα ταιριάζουν τόσο με όλα όσα εδώ και χρόνια λέμε- είναι κρίμα να μην πούμε και δυο πράματα παραπάνω ! Αν θέλουμε να δούμε όλα αυτά με μια ματιά, πάμε στο επόμενο γράφημα όπου φαίνεται ξεκάθαρα ποια είναι η θερμική συμπεριφορά της ΑΙΟ μας. Μπορείτε να δείτε το γράφημα σε πιο μεγάλη ανάλυση. Εδώ μια ματιά αρκεί για να φανεί ό,τι δεν φαίνεται στον πίνακα. Η θερμική συμπεριφορά της ΑΙΟ είναι πραγματικά υποδειγματική και τελείως γραμμική. Οι δύο βασικοί προσανατολισμοί έχουν ασήμαντες διαφορές μεταξύ τους. Η stock θερμοαγώγιμη πάστα υστερεί ελαφρά έναντι της Arctic MX-4 που χρησιμοποιούμε σαν T.I.M. αναφοράς. Το Pull setup δεν έχει και πολύ τύχη καθώς από το μέσο air flow αρχίζει να υστερεί λίγο με την διαφορά να κλιμακώνεται σε αρκετούς (~ 7oC) βαθμούς στο πολύ χαμηλό (VLo) air flow. Και επιβεβαιώνοντας όσα είπαμε για την απόσταση των ανεμιστήρων από τα πτερύγια του radiator στο Pull setup, ο θόρυβος που "παράγει" είναι κατά τι μεγαλύτερος από αυτόν του Push setup, εκτός από το υψηλό air flow, όπου η "άμεση" επαφή με τον Push ανεμιστήρα, κάνει τη "ζημιά" της! Μετρήσεις εις βάθος και γραφήματα Στον τομέα αυτό, όπως ξέρετε παρουσιάζουμε μόνο τα θέματα που έχουν ιδιαίτερο ενδιαφέρον, καθώς η πλήρης έκθεση όλων των μετρήσεων που γίνονται, σε πλήρη λεπτομέρεια, θυμίζει μικρή "διατριβή" και αυτό λειτουργεί εις βάρος των σημείων που κάθε φορά έχουν ιδιαίτερο χρηστικό ενδιαφέρον, κουράζοντας ενδεχομένως τον αναγνώστη στη προσπάθεια να επικεντρωθεί στα σημαντικά! Φυσικά όλη η πληροφορία εξακολουθεί και παράγεται "αυτόματα" και είναι ανά πάσα στιγμή διαθέσιμη* αν χρειαστεί, τόσο στο σχολιασμό της παρουσίασης, όσο και σε όποιον φίλο θέλει να εμβαθύνει στο θέμα! (*)Οι μετρήσεις που έγιναν συνολικά μπορούν να βρεθούν εδώ: Α. Μετρήσεις οριζόντιου προσανατολισμού με τους ανεμιστήρες σε διάταξη PUSH με την MX-4 TIM. ( Table, Delta-T Graph, Rca Graph, CoolCap Graph ) Β. Μετρήσεις πλάγιου προσανατολισμού, με τους ανεμιστήρες σε διάταξη PUSH με την stock TIM. ( Table, Delta-T Graph, Rca Graph, CoolCap Graph ) Γ.Μετρήσεις πλάγιου προσανατολισμού, με τους ανεμιστήρες σε διάταξη PUSH με την MX-4 TIM. ( Table, Delta-T Graph, Rca Graph, CoolCap Graph ) Δ. Μετρήσεις πλάγιου προσανατολισμού με τους ανεμιστήρες σε διάταξη PULL με την MX-4 TIM. ( Table, Delta-T Graph, Rca Graph, CoolCap Graph ) Ε. Μετρήσεις πλάγιου προσανατολισμού σε Extra Thermal Power, με εναλλακτικούς ανεμιστήρες σε PUSH με την MX-4. ( Table, Delta-T Graph, Rca Graph, CoolCap Graph ) ΣΤ. Μετρήσεις πλάγιου προσανατολισμού με τους ανεμιστήρες σε διάταξη PUSH-PULL με την MX-4 TIM. ( Table, Delta-T Graph, Rca Graph, CoolCap Graph ) Ζ. Μετρήσεις πλάγιου προσανατολισμού σε Extra Thermal Power με τους ανεμιστήρες σε PUSH-PULL με την MX-4 TIM. ( Table, Delta-T Graph, Rca Graph, CoolCap Graph ) Η. Μετρήσεις πλάγιου προσανατολισμού, σε διάταξη PUSH με την stock TIM και iCUE > Performance mode. ( Delta-T Graph, Rca Graph, CoolCap Graph ) Θ. Μετρήσεις πλάγιου προσανατολισμού, σε διάταξη PUSH με την stock TIM και iCUE > Balance mode. ( Delta-T Graph, Rca Graph, CoolCap Graph ) Ι. Μετρήσεις πλάγιου προσανατολισμού, σε διάταξη PUSH με την stock TIM και iCUE > Quiet mode. ( Delta-T Graph, Rca Graph, CoolCap Graph ) 1. To Push Setup Πίνακας τιμών Η παράθεση του βασικού setup γίνεται για να υπάρχει μια πιο ευκρινής εικόνα για την συμπεριφορά της ψύκτρας. Δεν θα ασχοληθώ με την προφανή γραμμικότητα της θερμικής συμπεριφοράς της ΑΙΟ μας, αλλά με ένα ζήτημα που με απασχόλησε πιο πολύ από περιέργεια παρά από άποψη ουσίας: Οι στροφές των ανεμιστήρων όταν είναι στη μέγιστη ρύθμισή τους, όπου εδώ η επιλογή είναι μέσω του iCUE Fixed 100% rpm. Αυτή η επιλογή φέρνει την έξοδο του σήματος PWΜ στο 100% της και το σήμα μένει διαρκώς σε υψηλό δυναμικό. Συνεπώς ο ανεμιστήρας στρέφεται με το μέγιστο των στροφών του, πράγμα που είναι και το επιθυμητό. Όμως -πάντα υπάρχει ένα αλλά ! - σε αυτή τη ρύθμιση που επιτρέπει το μέγιστο των στροφών δεν υπάρχει παράμετρος/μέγεθος που εξασφαλίζει την ανάδραση. Έτσι όταν η τάση τροφοδοσίας ή η θερμοκρασία του ανεμιστήρα τείνουν να αλλάξουν λίγο τις στροφές, δεν είναι δυνατόν ούτε να γίνει αντιληπτό αυτό, αλλά ούτε και να διορθωθεί! Γι' αυτό βλέπετε στο Hi fan rpm, τις στροφές των ανεμιστήρων να "παίζουν", ενώ στα χαμηλότερα air flow η επιλογή είναι Fixed RPΜ και τότε ο controller χρησιμοποιεί σαν πληροφορία ανάδρασης τις στροφές των ανεμιστήρων και διατηρεί την ταχύτητά τους σταθερή με σχεδόν μηδενική απόκλιση από την επιθυμητή τιμή ! Στο διάγραμμα της Rca, αλλά και της Ψυκτικής Ικανότητας (CoolCap) της ψύκτρας δεν υπάρχει καμία έκπληξη, το μόνο που φαίνεται έντονα είναι ότι, η κλιμάκωση των τιμών που έγινε για το ULo air flow (600rpm), ήταν λίγο χαμηλή εξ ου και το "κενό" ανάμεσα στην καμπύλη του ULo της ομάδας των υπόλοιπων air flow. 2. H διάταξη Push-Pull κάτω από υψηλό θερμικό φορτίο (480Watt) Πίνακας τιμών Εδώ οι προθέσεις "αγριεύουν" και η περιέργεια ανεβαίνει . . . Η Corsair iCUE H115i RGB PRO XT, αντιμετωπίζει το διπλάσιο από το "ονομαστικό" φορτίο της . . . "ατάραχη"! Όλα είναι κανονικά και οι καμπύλες εξακολουθούν να παραμένουν ευθείες! Κρατάμε το Δθ=30,81oC στο υψηλό air flow και την αισθητά υψηλότερη και σταθερότερη ταχύτητα των ανεμιστήρων σε αυτό. Εδώ να πω ότι, μη έχοντας ίδιους ανεμιστήρες να βάλω στη θέση pull και καθώς οι Corsair που είχα στα 140 mm ήταν από την Hydro H115i Pro RGB και πήγαιναν μόνο μέχρι τις 1150rpm σε θέση Pull, προτίμησα να χρησιμοποιήσω δύο Noctua NF-A14 PWM 1500rpm, οι οποίοι έχουν ανάλογη μορφολογία (πλήθος πτερυγίων και κλίσεις και ποσοστό κάλυψης) και πάνω στο radiator πήγαιναν μέχρι τις 1400rpm. Αυτό είναι και ο λόγος που οι Push Stock ανεμιστήρες τώρα είναι πιο "ζωηροί" και παίζουν γύρω στις 1920rpm! Προφανώς αν είχα ίδιους με τους stock ανεμιστήρες οι επιδόσεις θα ήταν ακόμα καλύτερες, αλλά και ο θόρυβος χειρότερος. Βέβαια δεν το άφησα έτσι, καθώς είχα μια τετράδα ανεμιστήρες στα 140 mm από μια παλαιότερη ΑΙΟ της Corsair την H110i GT, οι οποίοι πάνω στο radiator πιάσανε τις 2230rpm και έφεραν την φιλοξενούμενή μας -στα 360 Watt- να καμαρώνει με Δθ = 29,3οC στην κορυφή του πίνακα κατάταξης! Αλλά αυτό το αφήνουμε "ανείπωτο", να κάνει παρέα με τον ανάλογο θόρυβο! ! ! Από τις άλλες παραμέτρους, όπως και πιο πριν το εντοπίσαμε στο push setup, έτσι και εδώ φαίνεται ότι, στο εξαιρετικά χαμηλό air flow (ULo), υπάρχει κάποια απόσταση από την ομάδα των υπόλοιπων καμπυλών, αλλά μιας και σε αυτό το setup (Push-Pull) οι θερμοκρασίες του πρώτου γραφήματος (Chart-1) κλιμακώνονται ομαλά μεταξύ των διάφορων air flow, θα το αφήσουμε έτσι ! Τα mode λειτουργίας της ΑΙΟ υπό τον έλεγχο του iCUE. Ο τρόπος που ελέγχει το πρόγραμμα διαχείρισης Corsair iCUE την iCUE H115i RGB PRO XT είναι το επόμενο θέμα της εις βάθος παρουσίασής μας. Ο έλεγχος των τριών τρόπων προκαθορισμένων σεναρίων λειτουργίας της ΑΙΟ μας έδωσε τα εξής αποτελέσματα: Extreme mode Εδώ θα πρέπει να διευκρινίσω ότι το στοιχείο που χρησιμοποιεί το πρόγραμμα για να ελέγξει τη λειτουργία της αντλίας και των ανεμιστήρων στις μετρήσεις που κάναμε, είναι η θερμοκρασία της αντλίας. Θερμοκρασία η οποία ακολουθεί χαλαρά τη θερμοκρασία του Cold plate της ψύκτρας καθώς στην ουσία επηρεάζεται από την θερμοκρασία του νερού που μπαίνει στην αντλία. Σαν πληροφορία ανάδρασης σαφώς και δεν είναι η καλύτερη, γιατί αναπόφευκτα καθυστερεί να ανταποκριθεί στις αλλαγές του θερμικού φορτίου. Ή μήπως, όχι; Εξετάζοντας το γράφημα διαπιστώνουμε ότι η διαχείριση που έκανε το iCUE στην ταχύτητα των ανεμιστήρων ήταν εξαιρετική! Η θερμοκρασία της "CPU" μας (βλέπε Loader hot plate), μεταβάλλεται τελείως γραμμικά, μαρτυρώντας το πόσο εύστοχα ορίστηκε από το πρόγραμμα η ταχύτητα περιστροφής των ανεμιστήρων. Εδώ βέβαια η Corsair έχει μια μεγάλη "βοήθεια" και -πολύ σωστά- υπολογίζει σε αυτήν! Αυτή η βοήθεια δεν είναι άλλη από την μεγάλη θερμοχωρητικότητα του υγρού ψύξης, το οποίο "απορροφά" την οποιαδήποτε ταχεία μεταβολή του θερμικού φορτίου και έτσι, μειώνει σε σημαντικό βαθμό το ρυθμό μεταβολής της θερμοκρασίας του Loader Hot Plate ("CPU"). Αυτό η "επιβράδυνση" επιτρέπει στην κάπως αργή αντίδραση του αισθητήρα μέτρησης της θερμοκρασίας του υγρού (ο οποίος δεν είναι εμβαπτιζόμενος σε αυτό) να "συγχρονιστεί" με τον πραγματικό ρυθμό ανόδου της θερμοκρασίας και έτσι η πληροφορία που δίνει εκφράζει σωστά τη θερμοκρασία του συστήματος! Απλό και τελείως μέσα στη φυσική του πράγματος! Από εκεί και πέρα, αναλαμβάνει και ο προγραμματισμός του iCUE και από ότι βλέπουμε τα καταφέρνει με τον καλύτερο τρόπο ! Σε ανάλογα αποτελέσματα καταλήγουμε και από την ομαλή "εξέλιξη" των καμπυλών της Rca, αλλά και της CoolCap. Εδώ και σαν απόδειξη της αξίας αυτών των γραφημάτων βλέπουμε ότι αυτός ο "δισταγμός" των ανεμιστήρων να ακολουθήσουν στα 300W που φαίνεται ελάχιστα στο πρώτο γράφημα, εδώ κάνει εμφανή τη παρουσία του. Μικρό το κακό βεβαίως, αλλά δείχνει εμμέσως πλην σαφώς ότι ο κινητήρας των ανεμιστήρων, όταν δεν ελέγχεται αυστηρά από τις στροφές του (λειτουργεί δηλαδή στο 100% του σήματος PWM), έχει την τάση να αυξομειώνει ελαφρά τις στροφές του. Balanced mode Στον "ισορροπημένο" τρόπο λειτουργίας έχουμε ένα μέγιστο θόρυβο πραγματικά καλά ισορροπημένο καθώς, για να χρησιμοποιήσω την χαρακτηριστική έκφραση της @karmen1983 από τις παρουσιάσεις των κουτιών: "Ο,τι δεν ξεπερνά τα 40dB(A), δεν είναι ενοχλητικό! " Και αυτό, χωρίς να υπολογίζουμε και τον συντελεστή απόσβεσης του θορύβου (Noise Damping Factor) που έχει το κουτί μας! Η θερμοκρασία "κινείται" σε πολύ καλά επίπεδα και από ότι φαίνεται από τα επόμενα διαγράμματα . . . . . . εδώ που οι ανεμιστήρες στρέφονται με χαμηλότερες στροφές και συνεπώς, υπάρχει ένα περιθώριο στο Duty Cycle να ρυθμιστεί και προς τα πάνω και προς τα κάτω, η σταθερότητα των στροφών τους είναι απλά υποδειγματική. Οπότε και οι καμπύλες της RCA και φυσικά -η από αυτήν εξαρτώμενη- της CoolCap, είναι πολύ ομαλές. Quiet mode Στην "ήσυχη" λειτουργία τα πράγματα είναι ακόμα καλύτερα, καθώς ο θόρυβος μένοντας κοντά στα 33 dB(A), είναι πραγματικά δυσδιάκριτος από το θόρυβο υποβάθρου σε ένα σχετικά ήσυχο δωμάτιο, ακόμα και με το κουτί ανοιχτό! Η θερμοκρασία βέβαια "τσιμπάει" άλλους τέσσερις βαθμούς και το Δθ πλησιάζει τους 41oC, αλλά αυτό συμβαίνει μόνο αν θέλετε, και να "λιώνετε" τον επεξεργαστή σας, και να έχετε την ησυχία σας! Οι υπόλοιπες παράμετροι λειτουργίας δείχνουν ακόμα πιο ομαλή λειτουργία και πριμοδοτούν, ένα καθόλα δικαιολογημένο μπράβο προς την κατασκευάστρια! Ο θόρυβος της αντλίας Σε αυτό το ζήτημα εσκεμμένα δεν αναφέρθηκα , καθώς τα μέσα που διαθέτουμε για τη μέτρηση του θορύβου έχουν σαν κάτω όριο αξιόπιστων μετρήσεων τα 30 dB(A) και η αντλία κάνει λιγότερο θόρυβο. Όμως -πάντα με την προαναφερθείσα επιφύλαξη- μπορούμε να παραθέσουμε τρεις μετρήσεις που αφορούν μόνο στην αντλία: Extreme >> ~2580 rpm >> 29,6 dB(A), Balanced >> ~2270 rpm >> 29,3 dB(A), Quiet >> ~1900 rpm >> 29,1 dB(A). Θόρυβος υποβάθρου = 28,9 dB(A). Η εξ επαφής εξέταση (με την αντλία στο αυτί! ) δεν έδειξε τίποτε παραπάνω από το συνηθισμένο μουρμουρητό της φτερωτής. Έλεγχοι οριακών συνθηκών Έλεγχος της δυνατότητας για Fan zero rpm. Τόσο το iCUE και η βαθμίδα οδήγησης του block και των ανεμιστήρων, όσο και οι ίδιοι οι ανεμιστήρες υποστηρίζουν τη λειτουργία Zero RPM. Η δοκιμή που κάναμε, έγινε με το radiator σε οριζόντια θέση (στο "ταβάνι" του κουτιού μας) και τους ανεμιστήρες, τελείως ακίνητους καθώς παίρνουν σήμα PWM = 0%. Εδώ το radiator ψύχεται αποκλειστικά από το φυσικό ανοδικό ρεύμα του αέρα που εισχωρεί ανάμεσα στα πτερύγιά του και θερμαινόμενος από αυτά, μειώνεται η πυκνότητά του και σαν ελαφρύτερος πλέον, ανεβαίνει και αντικαθίσταται από άλλον πιο δροσερό αέρα. Σε ένα κανονικό κουτί βέβαια, η ψύξη του radiator με τους ανεμιστήρες του ακίνητους είναι πολύ πιθανόν να εξαρτάται πολύ περισσότερο από την δυναμική πίεση που επικρατεί στο κουτί από τους άλλους ανεμιστήρες που έχει αυτό, παρά από το τοπικό αυτογενές ανοδικό ρεύμα που δημιουργεί το ίδιο το radiator. Η δοκιμή γίνεται στα 60 Watt και αρχικά οι ανεμιστήρες είναι σε υψηλές στροφές, και η θερμική ισορροπία του συστήματος επιτυγχάνεται μέσα σε περίπου 11 λεπτά της ώρας, με το Δθ να είναι 6,1οC. Στη συνέχεια οι ανεμιστήρες ακινητοποιούνται και αρχίζει η προοδευτική άνοδος της θερμοκρασίας της "CPU" μας (a.c.a. Loader hot plate), η οποία τώρα διαρκεί περίπου μιάμιση ώρα (!), πριν αρχίσει να μπαίνει το σύστημα Loader / AIO σε θερμική ισορροπία. Σε όλη αυτή τη διάρκεια η θερμοκρασία του αέρα εισόδου στο radiator είναι σταθερή και η θερμοκρασία του αέρα εξόδου από αυτό, υπακούοντας στο "ακατάστατο" των πολύ ασθενών φυσικών ρευμάτων, και μπορώντας να ακολουθήσει -λόγω του πολύ ευαίσθητου αισθητήρα που έχει- και την παραμικρή αλλαγή της θερμοκρασίας του αέρα, δείχνει . . . ότι θέλει ! Αυτά μπορούμε να τα δούμε καλύτερα στο γράφημα που ακολουθεί, όπου παρουσιάζονται τα βασικά μεγέθη που χαρακτηρίζουν την Zero RPM λειτουργία της ΑΙΟ μας. Η θερμοκρασία του αέρα εισόδου (γαλάζια καμπύλη) είναι πρακτικά σταθερή στην διάρκεια των δυο ωρών που διαρκεί η δοκιμή. Αυτό σημαίνει ότι η άνοδος της θερμοκρασίας του Loader (κόκκινη) και το Δθ αυτής (πορτοκαλί), έχουν μια ομοιόμορφη "παράλληλη" ανάπτυξη. Και η πιο σημαντική καμπύλη είναι αυτή που δείχνοντας το ρυθμό μεταβολής του Δθ (μοβ), μας βοηθά να δούμε αν, και πότε, το όλο σύστημα ("CPU"/AIO) φτάνει σε θερμική ισορροπία. Θέτοντας σαν κριτήριο θερμικής ισορροπίας ένα ρυθμό μεταβολής του Δθ μικρότερο από 0,01oC/min, βλέπουμε ότι αυτή αρχίζει στα 73min από την αρχή της δοκιμής και εδραιώνεται πλήρως στα 90min από αυτήν. Και σε αυτή τη θερμική ισορροπία έχουμε ένα Δθ=36,7οC, το οποίο δεδομένων των συνθηκών της δοκιμής, μόνο σαν πολύ καλό μπορεί να χαρακτηριστεί και επιπλέον αυτού, σε ένα κουτί όπου θα υπάρχει κάποια στατική πίεση είναι πολύ πιθανόν η AIO σε Zero RPM, να μπορεί να ανταπεξέλθει και στο επόμενο θερμικό βήμα από αυτό που επιχειρήσαμε εμείς, αυτό με 120Watt θερμικό φορτίο και να έχει μια ανάλογα καλή επίδοση! Προσδιορισμός την ελάχιστης Rca. Χρησιμοποιώντας δυο Noctua NA-SFMA1, 140 to 120mm Fan Mounting Adapters for Water-cooling Radiators, βάλαμε επάνω στο radiator τους δύο EBM-Papst 4412 /2HHP που χρησιμοποιούμε για τη δοκιμή αυτή, ρυθμίσαμε το θερμικό φορτίο στα 360watt και . . . κλείσαμε τα αυτιά μας ! Μολονότι έχουμε δει και χαμηλότερη θερμοκρασία από radiator 2x120, οι 28,4oC είναι μια εξαιρετική επίδοση καθώς αφορούν σε 2x140 radiator! Φυσικά η θερμοκρασία αυτή πάει παρέα με θόρυβο που δεν τον ακούς μόνο εσύ αλλά και οι γείτονες! Η τιμή της θερμικής αντίστασης της ΑΙΟ ξεκινά από χαμηλή τιμή και καταλήγει σε αρκετά χαμηλότερη , και το ανάλογο ισχύει και στην ψυκτική ικανότητα όπου ξεκινά από τα ~10,2W /1oC για να καταλήξει ότι, η ψύκτρα μπορεί να αποβάλει στο περιβάλλον μέχρι και 12,5 Watt για κάθε βαθμό Κελσίου που ανεβαίνει η θερμοκρασία της! Συγκριτική κατάταξη Ώρα όμως να δούμε πως διαμορφώνεται με την προσθήκη της Corsair iCUE H115i RGB PRO XT το διάγραμμα συγκριτικής παρουσίασης των επιδόσεων των ψυκτρών, που έχουν περάσει από τον πάγκο του TheLab ! Για να διευκολυνθεί η ανάγνωση των γραφημάτων έχουμε χωρίσει χρωματικά τις ψύκτρες σε τρεις κατηγορίες ισχύος (180, 240 και 360 Watt) οι οποίες αντιστοιχούν στην μέγιστη θερμική καταπόνηση που δοκιμάστηκαν. Επίσης για να δώσουμε και μια αίσθηση της αποτελεσματικότητας μιας ψύκτρας (ψυκτικής ικανότητας) σε σχέση με τον συνολικό της όγκο και το πόσο αποκλίνουν οι επιδόσεις της από έναν κοινό για όλες μέσο όρο Δθ, προσθέσαμε στο πρώτο ραβδόγραμμα (του Δθ) την παράμετρο Delta-T Deviation Weighted Total Volume Cooling Capacity. Η ανάλογη προσθήκη έγινε και στο δεύτερο (του Θορύβου) όπου η νέα παράμετρος Noise Deviation Weighted Cooling Capacity @ Performance to Noise Efficiency μας δίνει μια ένδειξη του πόσο καλά μας "αποζημιώνει" θερμικά μια ψύκτρα, για κάθε dB(A) θορύβου που παράγει! Και οι δυο παράμετροι έχουν την λιγότερο σημαντική θέση στην ιεράρχηση (sorting) των τιμών του ραβδογράμματος, απεικονίζονται δε, με φωτεινό πράσινο χρώμα. Με αυτά κατά νου, ας δούμε τα αποτελέσματα που έφερε η ψύκτρα της σημερινής μας παρουσίασης δοκιμαζόμενη στα 360 Watt. Α. Σύνθετη κατάταξη με βάση το Δθ και τον θόρυβο, με πρωτεύον κριτήριο το Δθ. (Pthermal = Max, Air flow = Max, Noise measurement distance = 0,5m) Η πέμπτη θέση ανάμεσα στις ΑΙΟ που συμμετέχουν στον πίνακα με Push-Pull setup και ιδιαίτερα αν σκεφτούμε ότι το Push-Pull ήταν "κουτσό" από άποψη απόδοσης καθώς οι pull ανεμιστήρες είχαν χαμηλότερες στροφές, είναι μια πολύ καλή κατάταξη! Η επίσης πέμπτη θέση ανάμεσα στις AIO με Push setup, μπορεί αρχικά να μην φαντάζει σπουδαία, αλλά αν δούμε πόσες ΑΙΟ με Push-pull setup, έχει αφήσει πίσω, θα αλλάξουμε γνώμη. Βεβαίως με τους ανεμιστήρες να στρέφονται στις ~1850rpm δεν μπορεί να έχει το "άλλοθι" των χαμηλών επιδόσεων στο όνομα του χαμηλού θορύβου και ευτυχώς για εκείνη και για τους χρήστες της, δεν το χρειάζεται! Παρά την καλή της κατάταξη όμως αυτό που έχει σημασία -ιδιαίτερα για το που πρέπει να πάνε τα πράγματα- και το οποίο δεν πρέπει να διαφύγει της προσοχής μας είναι ότι, στο Push setup έρχεται πίσω από την Cooler Master Nepton 240M, καθώς υστερεί κατά 2dB(A) και περίπου 0,8oC, μολονότι η Nepton έχει ανεμιστήρες των 120mm, πράγμα που δείχνει εμμέσως, πλην σαφώς, ότι ήρθε η ώρα για την κατασκευάστρια να δώσει μεγαλύτερο βάρος στην αεροδυναμική και την αποτελεσματικότητα των ανεμιστήρων της. Β. Σύνθετη κατάταξη με βάση το θόρυβο και το Δθ, με πρωτεύον κριτήριο το θόρυβο. (Pthermal = Max, Air flow = Max, Noise measurement distance = 0,5m) Η δέκατη έβδομη θέση στην γενική κατάταξη του θορύβου, είναι μεν κάτι που δεν έπεσε σαν κεραυνός εν αιθρία, αλλά ευτυχώς όπως είδαμε είναι τουλάχιστον θέμα δικής μας επιλογής καθώς πλέον, είναι δικό μας θέμα να συνδυάσουμε τις απαιτήσεις μας σχετικά με το θόρυβο με το πόσο ψηλά θα δουλέψουμε τους ανεμιστήρες. Φυσικά το Push-Pull setup -παρά τους πιο αθόρυβους πίσω ανεμιστήρες- πήγε ακόμα χειρότερα όπως είναι λογικό να συμβεί! Το καλό στην όλη υπόθεση είναι ότι η ΑΙΟ μας έχει τα θερμικά περιθώρια να την δουλέψουμε πιο ήσυχα! Αλλά είναι ώρα να πάμε στους επόμενους πίνακες κατάταξης όπου η διαδικασία κατάταξης είναι πιο σύνθετη και πλησιέστερα στις πραγματικές συνθήκες και απαιτήσεις. Συνδυαστική κατάταξη με σταθμισμένο σύστημα βαρών Ο τίτλος δεν είναι και ο πιο δόκιμος, αλλά δίνει έμφαση σε αυτό που επιχειρεί να δώσει απάντηση σε σύνθετα και πραγματικά ζητήματα, όπως: "Ποια ψύκτρα έχει καλές επιδόσεις, αλλά παράλληλα έχει και χαμηλό θόρυβο; " " Θέλω μια ψύκτρα που να έχει επιδόσεις αλλά να μη μου "παίρνει" τα αυτιά ! " " Χρειάζομαι μια ψύκτρα που να είναι ήσυχη, χωρίς να είναι και "ψοφίμι ! " Στη συνέχεια ακολουθούν τρία σύνθετα ραβδογράμματα, στα οποία υπάρχουν όλες οι βασικές παράμετροι ανάλυσης της συμπεριφοράς μιας ψύκτρας -για την ώρα- στην μέγιστη καταπόνηση! Γ. Σταθμισμένη κατάταξη με βάση το συνδυασμό του Δθ και του θορύβου, στο μέγιστο θερμικό φορτίο και air flow. Γράφημα σταθμισμένης και ισόποσης συμμετοχής του Δθ και του Θορύβου, με βάση σύστημα βαρών. (Pthermal = Max, Air flow = Max, Noise measurement distance = 0,5m) Στο ραβδόγραμμα που ακολουθεί υπάρχουν τα ακατέργαστα δεδομένα (Δθ και Noise) σαν βάση αναφοράς και η παράμετρος Δθ/Noise Weighted Average που αποτελεί και το πρώτο κριτήριο κατάταξης μέσα σε κάθε ομάδα ψυκτρών έτσι όπως αυτές διαχωρίστηκαν με βάση την θερμική ισχύ της δοκιμής τους. Σε αυτό το ραβδόγραμμα αναδεικνύονται οι ψύκτρες που έχουν πιο ισορροπημένη σχέση μεταξύ των θερμικών επιδόσεων τους και του θορύβου που συνεπάγεται η επίτευξή τους. Η θέση εδώ είναι η δωδέκατη και δεν είναι κακή, μάλλον προς το καλή μοιάζει να είναι καθώς, όπως εύκολα γίνεται αντιληπτό, οι επιδόσεις της ψύκτρας επιτρέπουν την λειτουργία των ανεμιστήρων λίγο πιο αθόρυβα, πράγμα που θα την ανεβάσει αισθητά στην κατάταξη. Όμως το ζήτημα παραμένει ότι η ΑΙΟ πληρώνει το τίμημα -έστω και αν είναι σχετικά μικρό- της επιλογής της Corsair να αναβαθμίσει τις θερμικές επιδόσεις της iCUE H115i RGB PRO XT, με τον εύκολο τρόπο, απλά ανεβάζοντας τις στροφές των ανεμιστήρων της! Δ.Σταθμισμένη κατάταξη με βάση το συνδυασμό του Δθ και του θορύβου, στο μέγιστο θερμικό φορτίο και air flow. Γράφημα σταθμισμένο για Χαμηλότερο Δθ. (Pthermal = Max, Air flow = Max, Noise measurement distance = 0,5m) Εδώ στη συνταγή αξιολόγησης έχουμε δώσει μεγαλύτερο βάρος στις επιδόσεις και μικρότερο στο Θόρυβο. Το κριτήριο κατάταξης είναι η πρώτη ράβδος κάθε τριάδας (Δθ / Noise Weighted Average). Η κατάταξη της ΑΙΟ αναβαθμίστηκε μόνο δυο θέσεις ( 12η >>> 10η) και ο λόγος γι' αυτό είναι ότι, ακόμα και όταν βάζουμε σε πρώτο πλάνο τις επιδόσεις, ο θόρυβός της, εξακολουθεί και την "κρατά πίσω" ! Αξίζει να σημειώσουμε ότι το Push-Pull setup της βρίσκεται στη 11η θέση και δεν είναι περίεργο καθώς -είπαμε και πριν ήταν κάπως "κουτσό"- και δεν έφερε στο υψηλό air flow πολύ χαμηλότερες θερμοκρασίες για να αντισταθμίσουν τον αναγκαστικά υψηλότερο θόρυβο. Ε. Σταθμισμένη κατάταξη με βάση το συνδυασμό του Δθ και του θορύβου, στο μέγιστο θερμικό φορτίο και air flow. Γράφημα σταθμισμένο για Χαμηλότερο Θόρυβο. (Pthermal = Max, Air flow = Max, Noise measurement distance = 0,5m) Και ήρθε η ώρα για να απαντηθεί το ερώτημα όλων αυτών που θέλουν να κάνουν τη δουλειά τους, αλλά δεν "θυσιάζουν" τα αυτιά τους! Η 16η θέση μοιάζει -και δυστυχώς είναι- δίκαιη, καθώς τα σχεδόν 48 dB(A), αποτελούν ισχυρή τροχοπέδη! Βεβαίως και για να φανούν οι δυνατότητες της ψύκτρας, αν την δουλέψουμε σε μέσο air flow, θα έχει ένα πολύ ανεκτό Δθ ( 37,9oC) και θόρυβο 33,8 dB(A) και με αυτές τις τιμές πάει κατευθείαν στην πρώτη θέση αυτού του πίνακα! Η προηγούμενη παρατήρηση δείχνει και την σκέψη της Corsair που καθοδήγησε την κατασκευή της σημερινής φιλοξενούμενης του TheLab. Όμως αυτό έχει σαν βάση την -θεωρούμενη σαν αναγκαστική- αντιδιαστολή ανάμεσα στις υψηλές επιδόσεις και τον χαμηλό θόρυβο, πράγμα το οποίο η σύγχρονη εξέλιξη των ανεμιστήρων έχει θέσει σε σοβαρή αμφισβήτηση! Επίλογος Πάνε σχεδόν δυο χρόνια από τότε που γράφαμε τα παρακάτω: Ένας από τους κύριους "παίκτες" στην after market αγορά των προσωπικών υπολογιστών, αποφασίζει να αναπτύξει προϊόντα ΑΙΟ υδρόψυξης προς μια κατεύθυνση που "θεωρείται" ότι ανήκει στις αερόψυκτρες! Η αγορά των λύσεων ψύξης χαμηλού θορύβου ποτέ πια δεν θα είναι η ίδια, γιατί πλέον -και χωρίς κανένα "ναι μεν, αλλά"- υπάρχουν και οι ΑΙΟ σε αυτήν και μάλιστα, όχι σαν βοηθητικοί παίκτες αλλά σαν ηγέτες! Και ο καιρός επέρασε και ήρθε η ώρα για το επόμενο βήμα, που δεν είναι άλλο από το να κερδηθεί ότι χάθηκε από τις επιδόσεις στο όνομα του χαμηλότερου θορύβου. Γιατί με εδραιωμένη πλέον την άποψη ότι η Corsair "παίζει" στα ίσια και με απαιτήσεις σε ένα χώρο που μέχρι πριν λίγο καιρό θεωρούσαμε ότι ανήκει στις αερόψυκτρες, ωριμάζουν οι συνθήκες για να προχωρήσει ανεβάζοντας τον πήχη πιο πάνω! Επιλέγει λοιπόν τον "λογικότερο" δρόμο για να το πετύχει αυτό, και όσοι υποθέσατε ότι αυτός συμβαίνει να είναι και ο ευκολότερος δεν πέσατε έξω! Αποφασίζει να βγάλει μια ΑΙΟ η οποία τοποθετείται μεταξύ της Corsair Hydro Series H115i PRO RGB και της Corsair Hydro Series H115i RGB Platinum και την εφοδιάζει με τον ίδιο τύπο ήσυχων και αποτελεσματικών ανεμιστήρων της πρώτης (αλλά πλέον με 2000rpm) και χρησιμοποιώντας το Block+Radiator της δεύτερης αναβαθμίζεται ουσιαστικά σε RGB δυνατότητες χωρίς να χάνει στο ελάχιστο από θερμικές! Το αποτέλεσμα είναι, να μπορεί να αποδώσει όπως η προηγούμενη ΑΙΟ: Και αυτό το πέτυχε, όχι μένοντας "ήσυχη για ΑΙΟ", αλλά αποτελώντας παράδειγμα χαμηλού θορύβου ακόμα και για τις πιο εξελιγμένες αερόψυκτρες! Μπορώντας -άκοπα- να κρατήσει ακόμα και κάτω από βαρύ υπερχρονισμό (360 Watt) τον επεξεργαστή μας ασφαλή με τον θόρυβο να κινείται από το μόλις διακρινόμενος μέχρι το μη ανιχνεύσιμος, ουσιαστικά αποτελεί μια άριστη επιλογή για οποιονδήποτε θεωρεί ότι ένας προσωπικός υπολογιστής, πέραν του να είναι ισχυρός, οφείλει να είναι και διακριτικός! Μέχρι τώρα, αυτό μπορούσαμε να το πετύχουμε με διάφορους τρόπους, κανένας εκ των οποίων δεν συμπεριελάμβανε μια ΑΙΟ, όχι τουλάχιστον στην τυπική της χρήση και σύνθεση! Από σήμερα όμως, μπορούμε να έχουμε και μια ΑΙΟ στις επιλογές μας! Αλλά πλέον, με κάποια μικρή η λίγο μεγαλύτερη παραχώρηση στο θέμα του θορύβου, μπορεί να κάνει πολύ πιο δροσερή τη "ζωή" του επεξεργαστή μας διευρύνοντας καθοριστικά τις επιλογές λειτουργίας του! Αυτή ακριβώς η ελευθερία επιλογής που παρέχει στον χρήστη, είναι και το βασικό αλλά και σημαντικό πλεονέκτημά της! Σαν κατάταξη στις λίστες την είδαμε εκεί που την περιμέναμε, κάπου στη μέση των επιδόσεων, καθώς δεν διεκδικεί τις απόλυτες από αυτές, γιατί η στόχευσή της είναι οι επιδόσεις εκείνες που έρχονται σε αρμονία με τις μέσες απαιτήσεις των χρηστών. Υπάρχουν όμως και κάποιες σημαντικές αισθητικές αλλαγές στο νέα block που χρησιμοποιεί, το οποίο πέραν του ότι προέρχεται από άλλο ΟΕΜ κατασκευαστή (CoolIT Systems), είναι εφοδιασμένο με νέα πλακέτα RGB φωτισμού που πραγματικά μεταβάλει τις τρεις φωτιστικές ζώνες του καπακιού του block, σε χρωματικό υπερθέαμα και φυσικά, με τον έλεγχο που εξασφαλίζει το iCUE πρόγραμμα διαχείρισης με το οποίο συνεργάζεται, έχετε την ελευθερία να κάνει κυριολεκτικά ό,τι θέλετε , τόσο στον αισθητικό τομέα, όσο και κυρίως στον σημαντικότερο λειτουργικό τομέα. Μπορείτε να εκμεταλλευτείτε τα υπάρχοντα modes λειτουργίας, ή να στήσετε τελείως δικά σας ακριβώς όπως τα θέλετε. Έτσι αν σκεφτόσαστε ότι θέλετε να αλλάξετε την αερόψυκτρά σας και να πάτε σε ΑΙΟ για τις καλύτερες θερμοκρασίες και την πιο διακριτική κατανομή του όγκου της, δεν χρειάζεται να διστάζετε πλέον για τον θόρυβο, η Corsair iCUE H115i RGB PRO XT, μπορεί να είναι όσο ήσυχη θέλετε, αλλά και όσο αποτελεσματική ενδέχεται να την χρειαστείτε, καθώς η μεγάλη της λειτουργική ευελιξία αφαιρεί από την "εξίσωση" της αγοράς της, το ενδεχόμενο να σας κάνει να "μετανιώσετε"! Πολύ θα μας άρεσε να μέναμε εδώ, αλλά δυστυχώς όπως με ακρίβεια αναφέρουμε τα θετικά, έτσι και με μεγαλύτερη προσοχή επιβάλλεται να ασχοληθούμε και με τα αρνητικά, τα οποία ευτυχώς δεν ήταν πολλά. Ο έλεγχος στη γραμμή παραγωγής της ΑΙΟ, κάπου παρουσίασε κενά, και έτσι στα χέρια μας έφτασε ένα δείγμα με πρόβλημα στην ακρίβεια διάνοιξης των σπειρωμάτων του radiator, το οποίο όσο εύκολα και αν λύθηκε δεν παύει να υπήρξε! Οι βίδες της πολύ ωραίες, αλλά μέχρι εκεί, καθώς αποκλίνουν από το standard των βιδών με κεφάλι Philips και πραγματικά χρειάζονται προσοχή και το σωστό εργαλείο για το βίδωμά τους. Οι ανεμιστήρες της ΑΙΟ, παρά τα πραγματικά καλά τους έδρανα, δεν έχουν RGB φωτισμό και δεν διαθέτουν αντικραδασμικά παρεμβύσματα. Όσον αφορά στην τιμή της, γενικά θα θέλαμε να έχει χαμηλότερη τιμή για να είναι ευρύτερα προσβάσιμη. Όμως ειδικά σε αυτή τη περίπτωση αντιμετωπίζουμε μια περίεργη κατάσταση, καθώς -όπως προαναφέρθηκε- η iCUE H115i RGB PRO XT Liquid CPU Cooler έχει σχεδόν τα ίδια χαρακτηριστικά με την Hydro Series™ H115i RGB PLATINUM 280mm Liquid CPU Cooler καθώς αποτελεί μια πιο οικονομική έκδοσή της. Όμως αυτή τη χαμηλότερη τιμή δεν την βλέπουμε, καθώς οι δύο ΑΙΟ, έχουν ακριβώς την ίδια MSRP τιμή από την Corsair (154,99€ ) και στα Ελληνικά καταστήματα, βρίσκουμε την Platinum, σε μικρότερη τιμή! Αυτό που συμβαίνει εδώ είναι ότι τα πράγματα είναι σε μια μεταβατική φάση, καθώς η "παλαιά" ΑΙΟ ( η Platinum κυκλοφορεί περίπου δύο χρόνια) έχει μια λογικά χαμηλή -έως "ευκαιρία"- τιμή και η νέα ΑΙΟ (XT), έχει μια "λογικά" υψηλή τιμή, προσθέστε τώρα και το τι γίνεται με την αγορά τους τελευταίους μήνες και έχετε ό,τι ακριβώς χρειάζεται για να γίνει η απόφαση πιο δύσκολη . . . ή εύκολη . . . αρκεί να μην έχετε "θέμα" με την "ηλικία" και το "ασήμι στα μαλλιά" ! Στο σημείο αυτό να σας υπενθυμίσουμε ότι H Corsair iCUE H115i RGB PRO XT έχει πενταετή εγγύηση και MSRP από την Corsair 154,90 €, και την στιγμή που γράφεται αυτή η παρουσίαση, την βρίσκουμε στα Ελληνικά καταστήματα προς 160,83€ συν ~6,7 € λοιπά έξοδα, του ΦΠΑ συμπεριλαμβανομένου. Συνοψίζοντας λοιπόν, ας δούμε επιγραμματικά τα πλεονεκτήματα και μειονεκτήματά της Η συσκευασία της ψύκτρας εξασφαλίζει την προστασία των περιεχομένων της και την τάξη σε όλα τα παρελκόμενά της. Συμβατότητα με όλες τις σύγχρονες πλατφόρμες. Σύστημα στερέωσης με πολύ εύκολη και στιβαρή εγκατάσταση. Δεν εμποδίζει την πρόσβαση σε βύσματα και κάρτες που είναι κοντά στο socket. Ανεμιστήρες με μαγνητικά έδρανα αιώρησης χαμηλού θορύβου και σχετικά υψηλής στατικής πίεσης. Ανεμιστήρες με πολύ μεγάλο φάσμα ελέγχου των στροφών τους με δυνατότητα zero rpm Η τροφοδοσία και ο PWM έλεγχος των ανεμιστήρων, εξασφαλίζεται από καλώδιο που είναι ενσωματωμένο στο "block". Ο θόρυβος που παράγει, από τις μέσες στροφές είναι διακριτικός και μειώνεται ακόμα περισσότερο σε χαμηλότερα air flow, μέχρι του σημείου να μην ανιχνεύεται. Δυνατότητα ακινητοποίησης των ανεμιστήρων (Zero RPM )σε χαμηλά θερμικά φορτία για την επίτευξη ακόμα χαμηλότερου θορύβου. Cold plate με καλό "πάτημα", και ειδική επεξεργασία για καλύτερη θερμική σύζευξη με τεχνολογία Split flow για χαμηλότερη αντίσταση ροής του ψυκτικού υγρού. Σωλήνες που δεν διπλώνουν. Sleeving στις σωλήνες που εξυπηρετεί και λόγους anti-kink. Οι τερματισμοί των σωλήνων είναι ασφαλισμένοι με μεταλλικά κολάρα, τα οποία συγκρατούν και το sleeve. Η θερμοαγώγιμη πάστα είναι ήδη τοποθετημένη στο block και έχει καλή θερμική αγωγιμότητα. Φωτιζόμενο μεγάλο logo στο block, και δυο περιμετρικές ζώνες των οποίων ο RGB χρωματισμός στηρίζεται σε 16 ανεξάρτητα ελεγχόμενα LEDs, και πέρα από τα χρωματικά effect μπορεί να "συνδεθεί" και με την θερμοκρασία του συστήματος που επιλέγει ο χρήστης. Αποδοτικό radiator, το οποίο έχει υψηλή απόδοση σε σχετικά χαμηλό air flow, ευνοώντας την αθόρυβη λειτουργία της ΑΙΟ. Η απόδοσή της επιτρέπει την ουσιαστικά αθόρυβη λειτουργία της ΑΙΟ σε πολύ χαμηλό airflow, χωρίς σημαντική θερμική επιβάρυνση Συνοδεύεται από ένα πολύ ευέλικτο software ελέγχου iCUE, το οποίο επιτηρεί συνεχώς την λειτουργία της ψύξης και την ασφάλεια του συστήματος και παράλληλα ελέγχει τον RGB φωτισμό του block παράγοντας εξαιρετικά χρωματικά θέματα και εναλλαγές αυτών. Τα 16 addressable LEDs του block ελέγχονται με τρόπο που εξασφαλίζει εντυπωσιακά ομαλή κίνηση και εναλλαγή των χρωμάτων. Παρέχει βίδες για την στήριξη 4 ανεμιστήρων. Εξαιρετικά αναλυτικές οδηγίες εγκατάστασης. Πενταετής εγγύηση. Οι ανεμιστήρες της δεν διαθέτουν κανένα αντικραδασμικό μέτρο. Ο Θόρυβός τους στις υψηλές στροφές, αν και δεν είναι ενοχλητικός, είναι ευδιάκριτος ακόμα και σε σχετικά θορυβώδες δωμάτιο. Δεν διαθέτει CPU back plate για την πλατφόρμα της AMD. Δεν συνοδεύεται με επιπλέον θερμοαγώγιμη πάστα, πέρα από αυτή που είναι προεγκαταστημένη στο cold plate. Η τιμή της, τηρουμένων των αναλογιών με τον ανταγωνισμό, είναι υψηλή και από πλευράς συναγωνισμού αντιμετωπίζει ισχυρή πίεση από άλλα μοντέλα με καλύτερο εξοπλισμό! Στο δικό μας δείγμα είχαμε δυσκολία στην εγκατάσταση των ανεμιστήρων, λόγω ελλιπούς διάνοιξης των σπειρωμάτων στο radiator. Με βάση όλα τα παραπάνω η γενική βαθμολογία που αποσπά η Corsair iCUE H115i RGB PRO XT, δε μπορεί να είναι μικρότερη από:  theLAB.gr Ευχαριστούμε θερμά την Corsair για την παραχώρηση του δείγματος της δοκιμής. Για το TheLab.gr, Seafalco 21/5/2020
  5. Εισαγωγή Τον τελευταίο καιρό σας έχουμε παρουσιάσει αρκετά από τα slim barebones της Shuttle, τα οποία, όπως φάνηκε από τα reviews, προσφέρουν αξιοπιστία και επιδόσεις σε μικρό πακέτο. Τι γίνεται όμως με τους χρήστες που θέλουν το κάτι παραπάνω, τόσο σε επιδόσεις όσο και σε αποθηκευτικό χώρο; Για αυτούς, η Shuttle διαθέτει τη σειρά cube, το κορυφαίο μοντέλο της οποίας βρίσκεται σήμερα στον πάγκο των δοκιμών μας. Πρόκειται για το Shuttle XPC Cube SH370R8, ένα barebone μικρού μεγέθους αλλά μεγάλης χωρητικότητας. Barebone ονομάζουμε έναν υπολογιστή που περιέχει τα βασικά στοιχεία και εξαρτήματα ενώ αφήνει το χρήστη να συμπληρώσει τα υπόλοιπα. Στη συγκεκριμένη περίπτωση, η σειρά XPC Cube της Shuttle περιλαμβάνει το κουτί, τροφοδοτικό, μητρική και ψήκτρα του επεξεργαστή. Ο χρήστης πρέπει να συμπληρώσει τον επεξεργαστή, τη μνήμη και τη μονάδα αποθήκευσης, για να έχει ένα ολοκληρωμένο και λειτουργικό σύστημα. Καθώς το Shuttle XPC Cube SH370R8 βασίζεται στο chipset Η370 της Intel, υποστηρίζει το socket 1151 και επεξεργαστές της Intel 8ης και 9ης γενιάς. Πάμε λοιπόν να δούμε αναλυτικά τι είναι και τι μας παρέχει το Shuttle XPC Cube SH370R8. Συσκευασία και Παρελκόμενα Το Shuttle XPC Cube SH370R8 έρχεται προστατευμένο σε ένα λευκό κουτί που διαθέτει ένα βολικό χερούλι στην κορυφή του και αρκετή προστασία στο εσωτερικό του για να εξασφαλίσει ότι το προϊόν θα φτάσει στα χέρια σας σώο. Το κουτί είναι ίδιο για όλα τα XPC Cube μοντέλα της Shuttle, και το μοντέλο καθώς και τα βασικά χαρακτηριστικά του αναγράφονται σε αυτοκόλλητο στη μία από τις μικρές πλευρές του κουτιού. Το προϊόν συνοδεύεται από όλα τα απαραίτητα παρελκόμενα. Έτσι διαθέτει βίδες για τη στήριξη των συσκευών, καλώδια για τη σύνδεση των drives με τη μητρική, θερμοαγώγιμη πάστα για τον επεξεργαστή, καλώδιο παροχής ρεύματος, το Quick Guide που εξηγεί πώς γίνεται η εγκατάσταση των εξαρτημάτων στο Shuttle XPC Cube SH370R8 και το CD με τους drivers της μητρικής. Κουτί και Τροφοδοτικό Οι διαστάσεις του Shuttle XPC Cube SH370R8 είναι 21,6cm (π) x 19,8cm (υ) x 33,2cm (β) και το κουτί του αποτελείται εξ' ολοκλήρου από αλουμίνιο, εκτός από την πρόσοψη που είναι πλαστικό με επικάλυψη αλουμινίου στο εμπρός μέρος της. Η ποιότητα των υλικών είναι εξαιρετική. Επάνω δεξιά βρίσκουμε το πλήκτρο εκκίνησης του συστήματος καθώς και ενδεικτικά LEDs λειτουργίας του συστήματος και των drives. Μια πίεση στις 3 τελείες που βλέπετε κάτω δεξιά αποκαλύπτει ένα κρυφό διαμέρισμα της πρόσοψης όπου βρίσκουμε συνδέσεις για μικρόφωνο και ακουστικά καθώς και 2 θύρες USB 3.0. Τα πλαϊνά είναι διάτρητα για να εξασφαλίζουν την είσοδο φρέσκου αέρα ενώ το αριστερό πλαϊνό (όπως κοιτάμε το κουτί από εμπρός) είναι διάτρητο σε μεγαλύτερο ύψος καθώς από αυτό θα τροφοδοτηθεί μια κάρτα γραφικών με φρέσκο αέρα. Και τα 2 διάτρητα πλαϊνά διαθέτουν εσωτερικό, μη αφαιρούμενο φίλτρο σκόνης. Ξεκινάμε το πίσω μέρος από πάνω αριστερά όπου ουσιαστικά βλέπουμε το πίσω μέρος του τροφοδοτικού του Shuttle XPC Cube SH370R8. Ο ανεμιστήρας του είναι αρκετά ήσυχος σε χαμηλά φορτία, αν και είναι μόλις 40mm. Όταν φυσικά ανεβαίνουν οι απαιτήσεις τροφοδοσίας, ανεβαίνουν και οι στροφές. Δεξιά από τον ανεμιστήρα του τροφοδοτικού διακρίνουμε μία καλυμμένη στρογγυλή οπή και δεξιότερα αυτής στο ίδιο ύψος άλλες δύο, με την τελευταία να βρίσκεται στην άλλη άκρη του κουτιού. Αυτές είναι οπές που μπορεί να ανοιχτούν με απλή πίεση στο κάλυμμα που έχουν για να τοποθετηθούν κεραίες για το προαιρετικό WLAN module που υποστηρίζει το Shuttle XPC Cube SH370R8. Κάτω από το τροφοδοτικό ακριβώς, διακρίνουμε μία ακόμη καλυμμένη οπή, αυτή τη φορά για σειριακό βύσμα. Η μητρική του Shuttle XPC Cube SH370R8 διαθέτει το σχετικό header, έτσι αν χρειαστείτε σειριακή θύρα, ένα απλό καλώδιο αρκεί για να την έχετε στο πίσω μέρος του κουτιού. Στο κέντρο της πίσω πλευράς διακρίνουμε ένα διάτρητο τμήμα και από μέσα την ψήκτρα του επεξεργαστή. Ο σχεδιασμός της Shuttle έχει έξυπνα τοποθετήσει την ψήκτρα του επεξεργαστή στο σημείο εξαγωγής αέρα από το κουτί, εξασφαλίζοντας ότι ο θερμός αέρας από την ψύξη του επεξεργαστή θα φεύγει απ' ευθείας έξω. Δεξιά από το διάτρητο τμήμα βλέπουμε δύο καλύμματα για κάρτες PCI Express, που σημαίνει ότι το Shuttle XPC Cube SH370R8 μπορεί να δεχτεί οποιαδήποτε κάρτα γραφικών, αφού έχει και το κατάλληλο μήκος. Και για να είμαστε πιο ακριβείς, μπορεί να δεχτεί κάρτες γραφικών με διαστάσεις μέχρι και 28cm x 12cm x 4cm. 3 χειρόβιδες περιμετρικά του κουτιού, χωρίς προστατευτικές λαστιχένιες ροδέλες που θα προστάτευαν το φινίρισμα, συγκρατούν το κάλυμμα του κουτιού και με την αφαίρεσή τους αποκτούμε πρόσβαση στο εσωτερικό. 4 ακόμη χειρόβιδες περιμετρικά του διάτρητου τμήματος συγκρατούν το shroud και τον ανεμιστήρα του συστήματος ψύξης του επεξεργαστή. Τέλος, κάτω αριστερά, έχουμε το I/O Panel της μητρικής που περιλαμβάνει 2 Display Ports 1.2, 1 HDMI 2.0a, 2 θύρες USB 2.0 (μαύρες), 2 θύρες USB 3.1 Gen 1 (μπλε), 4 θύρες USB 3.1 Gen 2 (κόκκινες), 2 Gigabit Ethernet Ports και τις εισόδους / εξόδους της κάρτας ήχου. Τέλος, κάτι που δε συναντάμε συχνά, ένα πλήκτρο για να κάνουμε Reset στο BIOS, χωρίς να χρειαστεί να ανοίξουμε το κουτί. Στην παρακάτω εικόνα, βλέπουμε όλα τα παραπάνω στοιχεία, συγκεντρωμένα. Αφαιρέσαμε λοιπόν τις 3 περιμετρικές χειρόβιδες και αφαιρέσαμε και το καπάκι. Το δεξί μέρος του κουτιού καταλαμβάνεται σε μεγάλο μέρος από το τροφοδοτικό που σε σχήμα θυμίζει αυτά που συναντάμε σε servers. Πρόκειται για ένα τροφοδοτικό με πιστοποίηση 80 Plus Silver, ισχύος 500W, Active PFC και 3 12V rails, 2 των 16A και 1 των 17A. Στην αριστερή πλευρά του κουτιού βλέπουμε το σύστημα ψύξης του επεξεργαστή που με 4 heatpipes μεταφέρει τη θερμότητα από τον επεξεργαστή στο πίσω μέρος ώστε αυτή να βγει άμεσα έξω από το κουτί. Βλέπουμε επίσης το cage των σκληρών δίσκων. Το Cage των σκληρών δίσκων είναι αφαιρούμενο και ψύχεται από έναν ανεμιστήρα στην πρόσοψη του κουτιού, ο οποίος όμως καλύπτει καλά μόνο τις 3 κατώτερες από τις 4 συνολικά θέσεις σκληρών δίσκων. Η αφαίρεσή του απαιτεί κατσαβίδι καθώς στηρίζεται στο κουτί με 4 βίδες και κάνει πολύ ευκολότερη την τοποθέτηση των drives. Όπως είναι εμφανές, το cage υποστηρίζει μόνο drives 3,5" και για την τοποθέτηση drives 2,5" απαιτείται αντάπτορας. Μπορείτε να χρησιμοποιήσετε οποιονδήποτε αντάπτορα, αλλά η Shuttle προτείνει τον δικό της, ο οποίος κοστίζει 10 ευρώ και με τον οποίον μπορείτε να τοποθετήσετε 2 drives των 2,5" σε μία από τις 4 υποδοχές του cage. Ο ανεμιστήρας στην πρόσοψη που ψύχει τους δίσκους είναι 80mm PWM και λεπτού πάχους. Ο ανεμιστήρας αυτός τροφοδοτείται με αέρα από μια έξυπνα τοποθετημένη γρίλια στην πρόσοψη. Ψύξη Επεξεργαστή Το σύστημα ψύξης του επεξεργαστή αποτελείται από 2 τμήματα. Το Shroud που φέρει και τον ανεμιστήρα και στηρίζεται στο ίδιο το κουτί με 4 χειρόβιδες που συναντήσαμε στο πίσω μέρος του και την ψύκτρα που κουμπώνει στη μητρική με τον κλασικό μηχανισμό των original ψυκτρών της Intel. 4 heat pipes ενώνουν τη βάση της ψύκτρας με τα fins και μεταφέρουν τη θερμότητα από τον επεξεργαστή στην έξοδο αέρα του κουτιού. Έτσι ο ανεμιστήρας της ψύκτρας παίζει και το ρόλο του ανεμιστήρα εξόδου αέρα από το κουτί και ο θερμός αέρας από την ψύξη του επεξεργαστή εκλύεται απ' ευθείας στο περιβάλλον. Η απόδοση του συστήματος ψύξης υποστηρίζει επεξεργαστές με κατανάλωση ενέργειας έως και 95W. Ο 92mm ανεμιστήρας είναι κατασκευής της AVC (μοντέλο DS09225R12HP207), ελέγχεται μέσω PWM και διαθέτει υδροδυναμικό έδρανο, ενώ το πάχος του είναι το συνηθισμένο, δηλαδή 25mm. Η απόδοσή του είναι ικανοποιητική και είναι αρκετά αθόρυβος σε φυσιολογικές συνθήκες λειτουργίας, αλλά μπορεί να γίνει πολύ ενοχλητικός αν χρειαστεί να δουλέψει σε πλήρεις στροφές, οι οποίες μπορεί να φτάσουν έως και τις 3792 στροφές ανά λεπτό (με επιλογή Full Mode στο BIOS). Εν τούτοις, όπως θα δούμε παρακάτω, οι στροφές του υπό φορτίο δεν ξεπέρασαν καν τις 2000 στροφές ανά λεπτό. Το Shroud διαθέτει λαστιχάκια απομόνωσης των κραδασμών του ανεμιστήρα. H ψύκτρα διακρίνεται για ένα καλό συνδυασμό της αποτελεσματικότητας με το μειωμένο κόστος, χωρίς ιδιαίτερες ποιοτικές θυσίες. Τα 4 heat pipes των 6mm είναι συγκολλημένα στο block / cold plate και ελαφρά συμπιεσμένα. Έτσι έχουν μεγαλύτερη επιφάνεια επαφής με αυτό και λόγω της υψηλής θερμικής αγωγιμότητας της συγκόλλησης, εξασφαλίζουν μια ικανοποιητική θερμική σύζευξη με το cold plate. Στο άλλο τους άκρο, έρχονται σε επαφή με τα αλουμινένια πτερύγια μέσω μηχανικής σύσφιξης, μέθοδος που εξασφαλίζει επίσης καλή θερμική επαφή. Η ψύκτρα έρχεται σε επαφή με το CPU heat spreader μέσω ενός επίπεδου χάλκινου cold plate, η επιφάνεια του οποίου έχει αφεθεί εσκεμμένα σχετικά «άγρια», τεχνική που διακρίνεται για την καλή θερμική σύζευξη και την αποτελεσματική διασπορά της θερμοαγώγιμης πάστας που εξασφαλίζει. Προδιαγραφές και Μητρική Τα βασικά χαρακτηριστικά του Shuttle XPC Cube SH370R8 φαίνονται στον παρακάτω πίνακα. Όπως θα δείτε το Shuttle XPC Cube SH370R8 δεν έχει τίποτα να ζηλέψει από μεγαλύτερες σε διαστάσεις υλοποιήσεις και μπορεί να μετατραπεί πολύ εύκολα σε ένα εξαιρετικό Gaming PC. Για όποιον θέλει να δει αναλυτικά τα χαρακτηριστικά του Shuttle XPC Cube SH370R8, παρατίθεται ο παρακάτω αναλυτικός πίνακας χαρακτηριστικών: Τα περισσότερα από τα παραπάνω χαρακτηριστικά αφορούν ουσιαστικά τη μητρική του Shuttle XPC Cube SH370R8 την οποία βλέπετε παρακάτω: Η μητρική του Shuttle XPC Cube SH370R8 βασίζεται στο Chipset H370 της Intel και διαθέτει LGA 1151 CPU Socket. Χρησιμοποιεί πυκνωτές στερεής κατάστασης (Solid State) για μεγαλύτερη αντοχή στο χρόνο. Διαθέτει 4 DIMM Sockets που υποστηρίζουν μνήμη DDR4 στα 1,2V, υποστηρίζοντας συνολικά μέχρι και 128GB μνήμης RAM. Έχει μία θύρα PCI Express 16x για την κάρτα γραφικών και μία ακόμη, 4x (τα συνολικά PCI-e Lanes του H370 είναι 16). Για τα μέσα αποθήκευσης υπάρχουν 4 θύρες SATA 3.0 (6Gb/s) και 1 Μ.2 2280 slot PCIe 3.0 4x που υποστηρίζει το πρωτόκολλο NVME. Υπάρχει επίσης μια θύρα M.2 2230 που μπορεί να φιλοξενήσει ένα WLAN controller, ο οποίος μπορεί να συνδεθεί με τις κεραίες που μπορούν να τοποθετηθούν στις υποδοχές του πίσω μέρους του κουτιού που συζητήσαμε νωρίτερα. Συνολικά, μια σύγχρονη, ολοκληρωμένη και ισχυρή μητρική που δύσκολα θα αφήσει κάποιον παραπονεμένο από πλευράς δυνατοτήτων, ειδικά όταν μιλάμε για ένα τόσο μικρό σύνολο. Αν τώρα κάποιος θελήσει στο μέλλον να αλλάξει μητρική, το κουτί του Shuttle XPC Cube SH370R8 μπορεί να φιλοξενήσει οποιαδήποτε Mini-ITX μητρική, αλλά τότε χάνεται το πλεονέκτημα της ειδικής ψήκτρας του επεξεργαστή που βγάζει τον ζεστό αέρα απ' ευθείας έξω από το κουτί καθώς επίσης και θεωρώ απίθανο οποιαδήποτε Mini-ITX μητρική να διαθέτει τόσες δυνατότητες όσο αυτή του Shuttle XPC Cube SH370R8. Είναι όμως μια δυνατότητα που δεν κοστίζει κάτι και καλό είναι που υπάρχει. Μεθοδολογία Μετρήσεων Φτάσαμε λοιπόν στην ώρα των μετρήσεων. Για τις ανάγκες της παρουσίασης εξοπλίσαμε το Shuttle XPC Cube SH370R8 με έναν Intel Core i7 9700, 16 GB μνήμης DDR4-3200 της Corsair και έναν SSD Corsair Force LE200 240GB, οποίος είναι μια ευγενική προσφορά της Corsair και εγκαταστήσαμε την πιο πρόσφατη έκδοση των Windows 10. Τα μετροπρογράμματα που χρησιμοποιήσαμε στη σημερινή παρουσίαση είναι τα ακόλουθα: AIDA64 Engineer Edition v.6.20.5300 το οποίο είναι μια ευγενική προσφορά της Finalwire PCMark 10 Professional Edition v.2.1.2177 το οποίο είναι μία ευγενική προσφορά της UL Benchmarks 3DMark Professional Edition v.2.11.6866 το οποίο είναι μία ευγενική προσφορά της UL Benchmarks Cinebench R20 & R15, SuperPI Mod 1.5, WPrime 2.10 & Fritz Chess Benchmark Χρονισμοί CPU και RAM Ο Intel Core i7 9700 που χρησιμοποιούμε στο συγκεκριμένο review είναι ένας επεξεργαστής 9ης γενιάς Coffe Lake με 8 πυρήνες, χωρίς hyperthreading. Έχει Base Frequency 3.00GHz και Turbo Frequency 4.70GHz. Το Max TDP του είναι 65W. Καθώς δεν είναι σειράς K, δεν υποστηρίζει υπερχρονισμό, αλλά καθώς και το Chipset H370 δεν υποστηρίζει κάτι τέτοιο, δεν αλλάζει κάτι στο αποτέλεσμα. Ένα σημείο όπου αντιμετωπίσαμε θέμα είναι ο χρονισμός των RAM. Συγκεκριμένα, χρησιμοποιήσαμε 2 αρθρώματα RAM της Corsair, 8GB έκαστο, με δυνατότητα χρονισμού στα 3200MHz, μέσω XMP profile. Δυστυχώς, το BIOS της μητρικής του Shuttle XPC Cube SH370R8 δεν προσφέρει καμία δυνατότητα επιλογής του χρονισμού των μνημών, ο οποίος γίνεται με βάση των JEDEC profiles που περιέχονται στο SPD των μνημών. Όπερ και καταλήξαμε να τρέχουμε RAM δυνατοτήτων 3200MHz στα 2133MHz, χωρίς καμία δυνατότητα για κάτι καλύτερο. Δοκιμάσαμε και άλλα, παρόμοια σετ RAM με τα ίδια αποτελέσματα. Επικοινωνήσαμε με τη Shuttle και μας ενημέρωσαν ότι δεν προτείνουν τη χρήση μνημών με XMP profiles αλλά τη χρήση μνημών με JEDEC profiles στα 2400MHz ή 2666MHz. Καθώς δε διαθέταμε κάποιο τέτοιο κιτ, προχωρήσαμε στις μετρήσεις με τις RAM χρονισμένες στα 2133MHz. Η έκδοση του BIOS της μητρικής με το οποίο πραγματοποιήθηκαν οι μετρήσεις φαίνεται στο παρακάτω screenshot. Κατανάλωση, Θερμοκρασίες, Χρονισμοί, Θόρυβος Στο παρακάτω διάγραμμα βλέπουμε την κατανάλωση του Shuttle XPC Cube SH370R8. Και ενώ η κατανάλωση σε ηρεμία είναι απόλυτα φυσιολογική, σε σχέση με το Shuttle DH310 με Core i3-8100, καθώς το Shuttle XPC Cube SH370R8 με Core i7-9700 έχει ίδιο Max TDP επεξεργαστή αλλά μεγαλύτερη μητρική με περισσότερα υποσυστήματα, παρατηρούμε μια σημαντική διαφορά στην κατανάλωση κατά την εκτέλεση του AIDA 64 Stress Test. Αυτό δεν είναι αναμενόμενο, καθώς οι 2 επεξεργαστές που χρησιμοποιήθηκαν, έχουν το ίδιο Max TDP. Παρακάτω βλέπουμε αναλυτικά τα αποτελέσματα του stress test του AIDA64 όπως αυτό χρησιμοποιήθηκε για την παραπάνω μέτρηση. Η δοκιμασία πραγματοποιήθηκε για 20 λεπτά, με θερμοκρασία περιβάλλοντος 21°C. Παρατηρούμε τα εξής ενδιαφέροντα: Η θερμοκρασία των πυρήνων δεν ανέβηκε πάνω από τους 73°C, ενώ ο ανεμιστήρας της ψύκτρας του επεξεργαστή (Chasis κατά το AIDA64) δεν ξεπέρασε τις 1945 στροφές, παραμένοντας σε ανεκτά επίπεδα θορύβου. Ο ανεμιστήρας στην πρόσοψη του κουτιού δεν ξεπέρασε τις 1278 στροφές και παρέμεινε σχεδόν αθόρυβος. Είναι σαφές από τις σχετικές ταχύτητες περιστροφής των ανεμιστήρων εισαγωγής - εξαγωγής αέρα, το γεγονός ότι ο ανεμιστήρας εξαγωγής είναι μεγαλύτερος και ότι ο ανεμιστήρας του τροφοδοτικού συνεισφέρει στην εξαγωγή αέρα, ότι η στατική πίεση του κουτού είναι αρνητική. Η συχνότητα λειτουργίας του 1 πυρήνα έφτασε τα 4191MHz και των υπολοίπων 7 πυρήνων έφτασε τα 4291MHz. Η μέγιστη κατανάλωση του επεξεργαστή έφτασε τα 87,34W, κάτι που δε συνάδει με το Max ΤDP των 65W του Intel Core i7-9700, αλλά εξηγεί τη μέγιστη κατανάλωση του Shuttle XPC Cube SH370R8 που είδαμε παραπάνω καθώς και τους πολύ καλούς χρονισμούς στους οποίους έφτασαν οι πυρήνες. Παρακάτω βλέπουμε τα αναλυτικά γραφήματα που παράγει το PCMark 10 κατά τις δοκιμασίες Extended και Application που εκτελέσαμε. Ο λόγος που τα παραθέτουμε είναι ότι δείχνουν την κατανάλωση του επεξεργαστή να ξεπερνάει τα 90W, επιβεβαιώνοντας τη μέτρηση του AIDA64 PCMark10 Extended PCMark10 Application Φαίνεται λοιπόν ότι η Shuttle επέλεξε τη δυνατότητα TDP up που παρέχει η Intel στους κατασκευαστές, ώστε να αυξήσουν το Max TDP του επεξεργαστή, εφ' όσον θεωρούν ότι η ψύξη επαρκεί, κάτι που μάλιστα έγινε με επιτυχία, καθώς τόσο ο θόρυβος όσο και οι θερμοκρασίες παρέμειναν χαμηλά. Ας δούμε λοιπόν πώς τα πήγε το Shuttle XPC Cube SH370R8 με τον Intel Core i5 9700 και τα 16GB RAM DDR4-3200 (χρονισμένες όμως στα 2133MHz) στις ενότητες που ακολουθούν. AIDA64 Ξεκινάμε τις μετρήσεις μας με το AIDA64, όπου η διαφορά των επιδόσεων του 9700 σε σχέση με τους άλλους επεξεργαστές είναι τεράστια. Η απόδοση της μνήμης από την άλλη, δε διαφέρει ιδιαιτέρως. Οι επιδόσεις είναι ελαφρώς χαμηλότερες καθώς όπως είπαμε η απουσία JEDEC profile στα 2400Mhz ή 2666MHz περιόρισε το χρονισμό των RAM στα 2133MHz. PCMark10 Το PCMark10 μας δίνει μια πιο συνολική εικόνα των επιδόσεων που μπορούμε να περιμένουμε από το Shuttle XPC Cube SH370R8 και όχι μόνο των επιδόσεων του επεξεργαστή. Έγιναν οι μετρήσεις του Extended Test καθώς και του Applications Test το οποίο μετράει τις επιδόσεις στο MS Office 2019. Οι διαφορές εδώ παραμένουν εμφανείς και εξαρτώνται από το πού βασίζεται το κάθε τεστ, καθώς κάποια βασίζονται σε επιδόσεις ενός μόνο πυρήνα και εξαρτώνται αποκλειστικά από τη συχνότητα και άλλες εκμεταλλεύονται όλους τους πυρήνες και μετρούν συνολική επεξεργαστική ισχύ. 3DMark Χωρίς μεγάλες προσδοκίες ή απαιτήσεις από τα ενσωματωμένα στον επεξεργαστή γραφικά των εν λόγω υλοποιήσεων, τρέξαμε 5 από τις δοκιμές του 3DMark. Είναι σαφές ότι η ενσωματωμένη λύση γραφικών του Intel Core i7-9700 είναι ταχύτερη από τις υπόλοιπες που δοκιμάστηκαν, αλλά αυτό που έχει ακόμη περισσότερη σημασία είναι η δυνατότητα του Shuttle XPC Cube SH370R8 να φιλοξενήσει σχεδόν οποιαδήποτε σύγχρονη κάρτα γραφικών, εκτοξεύοντας τις αντίστοιχες επιδόσεις. Λοιπές Μετρήσεις CPU Κλείνουμε τις μετρήσεις με μερικά ακόμη δημοφιλή benchmarks. Απολογισμός Οι επιδόσεις ενός Barebone εξαρτώνται από τις επιμέρους επιδόσεις των τμημάτων που το αποτελούν. Δηλαδή του κουτιού, της μητρικής, της ψύκτρας και του τροφοδοτικού. Για να δούμε πώς τα πάει σε αυτούς τους τομείς το Shuttle XPC Cube SH370R8 . Όσον αφορά το κουτί λοιπόν, είναι έξυπνα σχεδιασμένο, με πολύ καλή ποιότητα κατασκευής και σωστή εκμετάλλευση του χώρου. Η ροή του αέρα που δημιουργούν οι 2 ανεμιστήρες είναι ικανοποιητική και η δυνατότητα τοποθέτησης τεσσάρων σκληρών δίσκων 3,5" συν ενός M.2 SSD, εντυπωσιακή για αυτό το μέγεθος. Έχει επίσης την δυνατότητα εγκατάστασης οποιασδήποτε κάρτας γραφικών μπορεί να υποστηρίξει το τροφοδοτικό του, και αυτές είναι η μεγάλη πλειοψηφία καθώς το τροφοδοτικό είναι ποιοτικό και ισχύος 500W. Το τροφοδοτικό του Shuttle XPC Cube SH370R8 είναι ένα ισχυρό για το μέγεθός του, ποιοτικό τροφοδοτικό με ό,τι μπορεί να χρειαστεί ένας υπολογιστής που χωράει σε κουτί τέτοιου μεγέθους. Έχει πιστοποίηση 80+ Silver και είναι ιδιαίτερα αποδοτικό σε χαμηλά φορτία, καθώς και εντελώς αθόρυβο σε αυτά. Ο θόρυβος ανεβαίνει όταν ανεβαίνουν και τα φορτία, αλλά αυτό είναι φυσιολογικό καθώς εξοπλίζεται με ανεμιστήρα 40mm. Η ψύκτρα του επεξεργαστή είναι πολύ έξυπνα σχεδιασμένη καθώς με τα 4 heat pipes μεταφέρει τη θερμότητα του επεξεργαστή στο πίσω μέρος του κουτιού από όπου αποβάλλεται στο περιβάλλον, χωρίς να επιβαρύνει τη θερμοκρασία του αέρα που βρίσκεται μέσα στο κουτί. Πέρα από αυτό, οι επιδόσεις της είναι μέτριες και ο αρκετά αθόρυβος στις χαμηλές στροφές ανεμιστήρας της, γίνεται θορυβώδης σε υψηλές. Και τέλος η μητρική, από την οποία δεν είχα κανένα παράπονο. Πλήρως εξοπλισμένη, λειτουργική και γενναιόδωρη, εκμεταλλευόμενη την επαρκή ψύξη, έκανε χρήση της επιλογής του TDP up στον επεξεργαστή, ανεβάζοντας τις επιδόσεις του Intel Core i7-9700. Η χαμηλότερη τιμή του Shuttle XPC Cube SH370R8 σε ελληνικό κατάστημα, τη στιγμή που γράφεται αυτό το review είναι 394,20 ευρώ συμπεριλαμβανομένου του Φ.Π.Α. Η τιμή είναι θα λέγαμε λογική για ένα προϊόν πιστοποιημένο για χρήση 24/7 που δε θα αφήσει κανέναν παραπονεμένο σε κανένα σχεδόν πεδίο. Ας συνοψίσουμε τα πλεονεκτήματα και τα μειονεκτήματα του Shuttle XPC Cube SH370R8 : Πλεονεκτήματα + Αλουμινένιο κουτί με εξαιρετική ποιότητα κατασκευής + Μικρό μέγεθος και βάρος + Μητρική πλήρης χαρακτηριστικών με chipset H370 και δυνατοτήτων Full-size μητρικών + TDP up στον επεξεργαστή που δοκιμάσαμε (Intel Core i7-9700) + 4 θύρες USB 3.1 Gen2 στο πίσω μέρος + Ειδική custom ψύκτρα καλής κατασκευής που βγάζει το θερμό αέρα εκτός κουτιού + Ποιοτικό και αθόρυβο τροφοδοτικό 500W 80+ Silver + Υποστήριξη της μεγάλης πλειοψηφίας των ισχυρών καρτών γραφικών + Υποστήριξη M.2 NVME SSD PCIe 3.0 4x + Θέσεις για 4 σκληρούς δίσκους 3,5" με ροή αέρα Μειονεκτήματα - Αδυναμία μητρικής να ορίσει χρονισμούς RAM εκτός JEDEC profiles - Θα προτιμούσαμε θύρες USB 3.1 Gen2 στο εμπρός μέρος αντί USB 3,1 Gen1 Με βάση τα παραπάνω, η συνολική βαθμολογία του Shuttle XPC Cube SH370R8 είναι:  TheLAB.GR Ευχαριστούμε θερμά τη Shuttle για την παραχώρηση του δείγματος της δοκιμής. Πολύμερος Αχανιώτης 14/5/2020
  6. Πρόλογος Η Corsair, συνεχίζοντας τη σειρά των RGP προϊόντων της, μας προτείνει ένα νέο ενσύρματο Gaming Mouse, προσανατολισμένο προς τους λάτρεις των MOBA/MMO και όχι μόνο. Το SCIMITAR RGB ELITE Optical MOBA/MMO Gaming Mouse, όπως είναι ο πλήρης τίτλος του, ξεκάθαρα κάνει γνωστό τον προσανατολισμό του με την πρώτη ματιά, χωρίς να χρειαστεί να παραπεμφθεί κανείς στο όνομα ή στα χαρακτηριστικά του, μιας και στη θέση του αντίχειρα δεσπόζει ένα πληκτρολόγιο ούτε δυο ούτε τριών αλλά δώδεκα παρακαλώ πλήκτρων. Σίγουρα εντυπωσιακό και ξεχωριστό χαρακτηριστικό αλλά όπως θα δούμε και στη συνέχεια η Corsair, πάντα πρωτοπόρος στην εργονομία, δεν σταμάτησε εκεί. Τεχνικά Χαρακτηριστικά Στην παρακάτω εικόνα θα δείτε τα χαρακτηριστικά του SCIMITAR RGB ELITE στην κλασική παρουσίαση της Corsair στην σελίδα της, στην οποία το προτεινόμενο κόστος λιανικής είναι στα 89,99€. Κόστος που μέχρι τη στιγμή που γραφόταν το άρθρο αυτό ανταποκρινόταν στην ελάχιστη τιμή της αγορά μιας και δεν το βρήκαμε κάτω από τα 89,90€. Αντιθέτως στη λιανική το μέσο κόστος του είναι περίπου στα 100€, φτάνοντας σε κάποια καταστήματα ακόμα και τα 120€. Συσκευασία και περιεχόμενα Η κιτρινόμαυρη συσκευασία, πλέον κάθε άλλο παρά άγνωστη, χαρακτηριστική της σειράς, με τη μεγάλη φωτογραφία του προϊόντος στο εμπρός μέρος, το λογότυπο της εταιρίας, τον τίτλο του προϊόντος και το χαρακτηριστικό εικονίδιο του iCue να μας ενημερώνει για το πρόγραμμα που θα χρειαστούμε. Πίσω, η γνωστή επτάγλωσση ανάλυση με τα βασικά χαρακτηριστικά και τις απαιτήσεις από το σύστημα του χρήστη. Στα δυο πλαϊνά, η φωτογραφία του μέρους με το πληκτρολόγιο και το γνωστό mojo «Control Freak» Επάνω, λιτά τα logo και τέλος κάτω τα γνωστά χαρακτηριστικά περιεχομένων, πιστοποιητικών, σειριακών και RMA αριθμών. Ανοίγοντας το πακέτο έχουμε την επίσης γνώριμη κίτρινη θήκη με το διάφανο πλαστικό να προβάλει το ποντίκι και να κρύβει κάτω από αυτό τα κλασικά τρία φυλλάδια. Ένα εξάπτυχο με τις βασικές οδηγίες σε εννέα γλώσσες και με την προτροπή χρήσης του iCue, ένα επτάπτυχο με την εγγύηση σε δώδεκα γλώσσες και ένα τρίπτυχο με «υποδείξεις προστασίας περιβάλλοντος» σε δεκαοκτώ γλώσσες μεταξύ τον οποίον και τα Ελληνικά, φυσικά όπως πάντα ως μοναδική εμφάνιση στο όλο πακέτο. Φτάνοντας η ώρα να ξεδιπλώσει κανείς το καλώδιο για να χρησιμοποιήσει το SCIMITAR RGB ELITE για πρώτη φορά παρατηρεί συσκευασμένο μαζί του ένα μικρό διάφανο σακουλάκι που περιλαμβάνει ένα μικρό μαύρο μεταλλικό αντικείμενο που ομολογουμένως παραξενεύει όποιον δεν έχει διαβάσει νωρίτερα τα χαρακτηριστικά του ποντικιού. Παρακάτω θα δούμε περί τίνος πρόκειται. Κάτω από το φακό Με την πρώτη επαφή γίνεται ξεκάθαρο ότι πρόκειται για ένα ποιοτικό gaming mouse και για όποιον έχει ξανασυναντήσει κάτι παρόμοιο από τον κουρσάρο, σε καμία περίπτωση δε χρειάζεται το φωτιζόμενο καραβάκι - λογότυπο στο μέρος που σκεπάζει η παλάμη, ούτε ο τίτλος της εταιρείας στο απάνω αριστερό άκρο του αριστερού κουμπιού για να καταλάβει περί τίνος πρόκειται. Αυτό όμως που πραγματικά κεντρίζει το ενδιαφέρον σε αυτό το ξεκάθαρα για δεξιόχειρες εργαλείο είναι τα 12 - ναι δώδεκα - πλαϊνά κουμπιά. Έχοντας ξανασυναντήσει παρόμοιας σειράς προϊόντα της Corsair, και όχι μόνο, περιμένω φυσικά με το που θα το τοποθετήσω στην USB να φωτίσουν κάποιες ζώνες όπως το λογότυπο και το εσωτερικό της ρόδας. Εξετάζοντας το λίγο προσεκτικότερα ξεχωρίζω επίσης ένα ημιδιάφανο παράθυρο, που προτρέπει σε φωτισμό, εμπρός από τα πλαϊνά κουμπιά και ένα ακόμα, χωρισμένο σε τρία παράλληλα, εμπρός και κάτω από το αριστερό κουμπί. Φυσικά με την τοποθέτηση του βύσματος στην αντίστοιχη υποδοχή όλες οι ζώνες που προανέφερα ξεκίνησαν να εκπέμπουν χρώματα στο επίσης γνώριμο προεπιλεγμένο μοτίβο της Corsair γνωστό ως RAINBOW. Η όχι και τόσο έκπληξη είναι ότι το μοτίβο αυτό ακολουθούν και τα φωτιζόμενα τελικά δώδεκα πλήκτρα, πράγμα που δεν φαινόταν εξ αρχής, αλλά όχι το φωτιζόμενο παράθυρο εμπρός από αυτά, το τελευταίο θα αναλάβει να ενημερώσει για το επιλεγμένο DPI προφίλ. SCIMITAR RGB ELITE Optica Main.mp4 Αναλυτικότερα: Το επάνω μέρος αποτελείται κυρίως από σκληρό μαύρο ματ πλαστικό, που έχει όμως σχεδόν την υφή ελαστικού, διακοπτόμενο στο κέντρο του για να φιλοξενήσει την μεγάλη ρόδα επενδεδυμένη με ένα τρακτερωτό λάστιχο και τα δύο γυαλιστερά κουμπιά κάτω από αυτή. Συμπαθητική πινελιά αποτελεί το εργονομικό κόψιμο σε συνέχεια του δεξιού κουμπιού, όπου με την ανάγλυφη κάλυψη από μικρά τριγονάκια θα ξεκουράσει το μικρό δάκτυλο του χρήστη, συμβάλλοντας παράλληλα στο σταθερό πιάσιμο του ποντικιού. Φυσικά στο κάτω μέρος υπάρχει το φωτιζόμενο λογότυπο της Corsair, που θα δεσπόζει της όλης εικόνας μόνο κατά τα διαλείμματα της εργασίας, μιας και κατά τη χρήση καλύπτεται από την παλάμη του χειριστή. Στο εμπρός μέρος ξεχωρίζουν η ρόδα, το τριπλό παράθυρο φωτισμού αριστερά της και η μεγάλη πλαστική βάση του καλωδίου δεξιά. Δεξιά φαίνεται πιο ξεκάθαρα το σημείο ανάπαυσης του μικρού δάκτυλου. Και αριστερά ο σημαντικότερος λόγος επιλογής του εν λόγω εργαλείου. Τα δώδεκα φωτιζόμενα και προγραμματιζόμενα πλήκτρα, τοποθετημένα σε ένα μαύρο γυαλιστερό πάνελ που φαντάζει να αιωρείται χωμένο σε μια σπηλιά με μια μεταλλική επιφάνεια στο βάθος της, χωρισμένα σε τέσσερις κάθετες τριάδες, δυο λείες γυαλιστερές και δυο ματ σαγρέ. Εργονομία που σίγουρα θα συμβάλει στην ανεύρεση του επιθυμητού κουμπιού απευθείας από τον αντίχειρα χωρίς να απαιτεί προσπάθεια και απόσπαση της προσοχής του χρήστη. Στο δε κάτω μέρος… πανδαισία… Το κόψιμο που φιλοξενεί τη ρόδα υπάρχει και εδώ αυτούσιο, σε συνέχεια του μία μεταλλική λωρίδα με μία μόνο τρύπα στο κέντρο της, σε σχήμα καμάρας, για να ελευθερώσει τον 18.000 DPI δέκτη στο εσωτερικό της. Δίπλα της τρεις λωρίδες συνέχεια αυτών του μπροστινού φωτισμού και από την άλλη ένα κομμάτι γυαλιστερό μαύρο πλαστικό βάση της σπηλιάς των δώδεκα πλαϊνών πλήκτρων. Εξωτερικά από αυτές τις λωρίδες υπάρχει μια μικρή τρυπούλα στην οποία βάζοντας ένα λεπτό έλασμα συνάντησα ένα μπουτόν σαν αυτά που συνηθίζονται για reset των συσκευών αλλά η ύπαρξη, πόσο δε η χρήση του, δεν αναφέρεται πουθενά. Ψάχνοντας το όμως λίγο καλύτερα στη σελίδα του κατασκευαστή ανακάλυψα ότι βρίσκετε εκεί για αυτόν ακριβώς το λόγο, ως έσχατη λύση. Τέλος περιφερειακά τα τέσσερα συμπαθητικού μεγέθους τεφλόν ολίσθησης χαρίζουν στο SCIMITAR RGB ELITE πραγματικά αέρινη κίνηση σε σχεδόν κάθε επιφάνεια. Στο κάτω μέρος όμως δεν υπάρχουν μόνο αυτά. Ανάμεσα στη μεταλλική λωρίδα και την γυαλιστερή βάση υπάρχει μια τρύπα με μια alen βίδα. Εδώ προσαρμόζεται το μαύρο μεταλλικό αντικείμενο η παρουσία του οποίου μας παραξένεψε αρχικά. Πρόκειται για το alen χειρισμού της βίδας που ελευθερώνει το πλαίσιο των δώδεκα πλαϊνών πλήκτρων, δίνοντας έτσι την δυνατότητα στον χρήστη να τα προσαρμόσει κατά τον οριζόντιο άξονα αυξάνοντας πρακτικά την εργονομία στο μέγιστό. Μπορεί το ένα συνολικά εκατοστό (1cm) να μη φαντάζει πολύ αλλά δίνει πραγματικά τη διαφορά. Συνυπολογίστε και το ότι η μετακίνηση είναι αδιαβάθμιτη, πράγμα που σας επιτρέπει να το τοποθετήσετε απολύτως κατά βούληση. Λειτουργικότητα Και τώρα στην πράξη… Οι δοκιμές έγιναν με τα mouse pad Corsair MM300, Razer Sphex V2, @Work MS-614 (1,2€) και την κλασική επιφάνεια ενός γραφείου, καλύπτοντας έτσι ικανοποιητικά την γκάμα επιφανειών κύλισης αν και υποθέτω ότι το SCIMITAR RGB ELITE δεν προορίζεται για κάτι λιγότερο των δυο πρώτων. Βολική λαβή, παρά το σχετικά μεγάλο μέγεθος του, προτρέπει το χέρι να το πιάσει σωστά. Πολύ στιβαρό και σβέλτο, κινεί άνετα τα 122 γραμμάρια του σε κάθε επιφάνεια, στις λείες δε σχεδόν σαν να πατά σε ένα λεπτό στρώμα αέρος. Τα 18.000 DPI γνώριμα και από άλλα μοντέλα της σειράς, ρυθμιζόμενα ανά ένα DPI σε έξι προφίλ αυτή τη φορά, το ένα εκ τον οποίων για sniper, αλλά και με δυνατότητα ρύθμισης ξεχωριστά κάθετου και οριζόντιου άξονα, προφανώς δεν υπάρχει περίπτωση να μη σας καλύψουν. Το γνωστό σκληρό καλώδιο που χρησιμοποιεί η Corsair και στα υπόλοιπα αντίστοιχα προϊόντα της, ποιοτικό, με μεγάλο βύσμα στην άκρη, δεν εμποδίζει καθόλου την χρήση. Τα δύο μεγάλα βασικά κουμπιά πατιούνται άνετα, μαλακά και σίγουρα, με σχεδόν την ίδια αντίσταση σε οποιοδήποτε σημείο τους από την άκρη μέχρι και την αρχή της εγκοπής για τη ρόδα, η Corsair δε, υπόσχεται για αυτά 50 εκατομμύρια απροβλημάτιστα πατήματα. Η ρόδα κινείται ομαλά και εύκολα αν και είναι λίγο σκληρή κατά την κύλιση συγκριτικά τουλάχιστον με τα πουπουλένια βασικά κουμπιά. Δυστυχώς δεν μου έδωσε την ίδια καλή εντύπωση και το κουμπί της, σχετικά σκληρό και ασαφές, στο μαλακό πάτημα δε, τις περισσότερες φορές κολλάει, δεν μπορώ παρά να υποθέσω κάποιο πρόβλημα στο συγκεκριμένο ποντίκι και όχι σε όλη τη σειρά, μιας και η Corsair δεν μας έχει συνηθίσει σε κάτι τέτοιο. Τα δυο κουμπιά κάτω από τη ρόδα βρίσκονται εύκολα από το μεσαίο δάκτυλο, και πατιούνται αρκετά επίσης εύκολα, αν και το δεύτερο, έχων εξ ορισμού την επιλογή των DPI προφίλ, για να πατηθεί θα πρέπει κανείς σχεδόν να αφήσει το ποντίκι, χωρίς αυτό να αποτελεί απαραίτητα πρόβλημα. Ας περάσουμε τώρα στο μεγάλο ατού, τo pad των 12 παραμετροποιήσιμων πλήκτρων που φωλιάζει κάτω από τον αντίχειρα. Αρχικά προσπάθησα να τα προσαρμόσω τοπολογικά έτσι ώστε να μπορώ να τα φτάνω όλα εξίσου εύκολα. Τελικά κατέληξα ότι ενώ κατά την κάθετο αυτό είναι δεδομένο, δυστυχώς κατά την οριζόντιο κατάφερα να έχω είτε πολύ εύκολα τις δύο μεσαίες σειρές και σχετικά εύκολα, με μια μικρή κίνηση του χεριού επάνω στο ποντίκι, τις δύο ακριανές είτε αρκετά εύκολα τις τρεις από αυτές αλλά σχετικά δύσκολα την τέταρτη, μην φανταστείτε ότι την έχανα, απλά δεν ήταν τόσο άνετα. Τελικά επέλεξα να προσαρμόσω το pad ώστε να μου είναι εύκολα τα κουμπιά 4-12 αλλά αυτό είναι καθαρά θέμα προσωπικής επιλογής. Εδώ θα ήθελα να παρατηρήσω ότι τα κουμπιά αυτά δεν δείχνουν καλοστερεωμένα στις βάσεις τους, πράγμα που παρατήρησα κυρίως κατά την διάρκεια της ρύθμισης. Κατά τα άλλα τα κουμπιά αυτά είναι ευκολοπάτητα και ξεκάθαρα στην αφή, τη θέση αλλά και την αίσθηση, με τις στήλες των 1,2,3 και 7,8,9 να είναι λείες και τις άλλες δύο ανάγλυφες. Αντίστοιχα έχουν και διαφορετική απόχρωση αλλά αυτό είναι καθαρά αισθητικό μιας και δε νομίζω να το παρατηρεί κανείς κατά την χρήση. Επιπροσθέτως έχουν συνολικά μια ανεπαίσθητη κυματοειδή μορφή που προσθέτει και αυτή στη συνολική εργονομία. Corsair iCue Τι να πρωτοπεί κανείς για το πρόγραμμα που συνοδεύει κάθε σύγχρονο παραμετροποιήσιμο προϊόν του κουρσάρου; Ειδικά για προϊόντα σαν το Scimitar RGB Elite με τις τόσες δυνατότητες, αποτελεί το καλύτερο ταίρι. Θα αναφερθώ στοχευμένα σε λίγα από τα χαρακτηριστικά του, προσανατολισμένα προς το Scimitar RGB Elite, μιας και το άρθρο ολόκληρο δεν θα αρκούσε για μια πλήρη ανάλυση. Για περισσότερες πληροφορίες μπορείτε να διαβάσετε το άρθρο του @pol77 στο review του για το Corsair Wireless Combo που συμπεριλαμβάνει και το Dark Core RGB. Επιλέγοντας την καρτέλα των προφίλ παρατηρώ και εδώ την ύπαρξη τριών hardware θέσεων αποθήκευσης, πράγμα πολύ βολικό σε όποιον σκοπεύει να το μετακινεί χωρίς να αναγκάζεται να παραμετροποιεί ξανά το iQUE σε κάθε νέο και πιθανόν προσωρινό σημείο. Φυσικά το επόμενο σημείο που θα επέλεγα να δω ακόμα και αν δεν ήταν αυτό στη σειρά θα ήταν το Action. Και εδώ ξεκάθαρες όλες οι επιλογές για κάθε κουμπί, εκτός από το βασικό αριστερό που φυσικά δεν πραγματοποιείται. Επιλέγω μια από τις υπάρχουσες θέσεις Macro ή δημιουργώ μια νέα, επιλέγω το κουμπί από την εικόνα του ή από τη φωτογραφία του ποντικιού και τέλος από το μενού Macro και ‘the sky's the limit’ κατά τη γνωστή έκφραση, κάθε δυνατή επιλογή είναι εδώ! Αντίστοιχα άπειρες και οι επιλογές για τα Lighting Effects με RGB επιλογές για κάθε μία από τις τέσσερις ζώνες ξεχωριστά και με ότι ζητήσει κανείς. Και τέλος η ανάλυση του oπτικού δέκτη. Πέντε προφίλ συν το sniper, έξι, απολύτως παραμετροποιήσιμα από 1 έως 18.000 DPI ανά 1 και εν δυνάμει επιλογή χωριστά σε κάθε άξονα και RGB επιλογή για την σήμανση του καθενός εξ αυτών. Φυσικά όπως πάντα η κάθε επιλογή γίνεται άμεσα εμφανίσιμη στην αντίστοιχη εικόνα αλλά και άμεσα υλοποιήσιμη στο ποντίκι. Ακόμα και οι εναλλαγές χρωματισμών συγχρονίζονται μεταξύ των δυο. Αποτελέσματα Μετρήσεων Οι μετρήσεις όπως πάντα έγιναν με το Enotus Mouse Test και ως ποντικοδρόμιο χρησιμοποίησα το Corsair MM300 προκάτοχο του Corsair MM350 για το οποίο μπορείτε να διαβάσετε εκτενή παρουσίαση εδώ από τον φiλτατο @GriGaS. Όπως φαίνεται και στα παρακάτω διαγράμματα το Scimitar RGB Elite δεν υστερεί πουθενά. Με το Polling Rate κολλημένο σχεδόν στο ταβάνι των 1000 και το Accuracy άνω από το 99% μέχρι και τις 4000 DPI και μέσω όρο σχεδόν το 97% σε όλη τη γκάμα. Τέλος και εδώ το Smoothness δεν έδωσε τα αναμενόμενα αποτελέσματα, κρίνοντας όμως από την απαράμιλλη αίσθηση κατά την χρήση αλλά και από παρόμοια άρθρα όπως τα Ironclaw RGB Wireless, Glaive RGB Pro και NightsWord RGB το αποδίδω μάλλον στο λογισμικό. Εμπειρία Χρήσης Ξεκάθαρα άνετο και βολικό θα ικανοποιήσει σε κάθε συνθήκη, ανεξάρτητα από τη χρήση και το τερέν. Δεν θα πρέπει άλλωστε να περιμένει κανείς κάτι λιγότερο από αυτές τις κατηγορίες και δει από την συγκεκριμένη εταιρεία. Ακριβέστατο και με εύκολη μεταβολή των DPI προφίλ θα βολέψει στις εναλλαγές εργασιών, η δε φωτιζόμενη ένδειξή τους ξεχωρίζει απλά με μια λοξή ματιά. Το iCue μαγικό εργαλείο, αν του δώσει κανείς λίγο χρόνο παραμετροποίησης και προσαρμογής εξυπηρετεί απίστευτα και απροβλημάτιστα σε πολύ βολικό σημείο. Επικουρικά οι τρεις hardware μνήμες μας επιτρέπουν να μην χρειάζεται εγκατάσταση όπου μετακινηθούμε, εξαιρετικά βολικό σε κάποιους. Πολύ βολικές επίσης οι επιλογές RGB φωτισμού, με εξαίρεση αυτή της μπροστινής που ποτέ δεν κατάλαβα την χρησιμότητα της μιας και δεν υπάρχει τρόπος να τη δει κανείς, εκτός αν έχει καθρέφτη μπροστά από το χέρι του. Κατά τα άλλα ρυθμίζεις τα προφίλ για την κάθε χρήση που επιθυμείς και είσαι πάντα και εύκολα ενήμερος για το που βρίσκεσαι. Το 12 πλήκτρων φωτιζόμενο keypad, πρωτοποριακό και βολικότατο, θα περάσει το gaming σε άλλο επίπεδο, θα εξυπηρετήσει όμως και άλλες εργασίες που χρειάζονται shortcuts ή macros. Mε την αυτόματη εναλλαγή δε τον προφίλ που υποστηρίζει το iCUE δεν θα χρειαστεί να ασχολείται κανείς παρά μόνο κατά την αρχική παραμετροποίηση. Επίλογος - Συμπεράσματα Συνεπής όπως συνηθίζει η Corsair και αυτή τη φορά μας προμήθευσε με ένα ποιοτικό προϊόν με πρωτοποριακά χαρακτηριστικά. Η συνολική του εικόνα σαφώς θελκτική αλλά αυτό που τραβά τα βλέμματα είναι το πλαϊνό πληκτρολόγιο των 12 πλήκτρων. Όταν το συνδέσουμε δε, ο RGB φωτισμός αναβαθμίζει την εικόνα ακόμα περισσότερο. Το εντυπωσιακό είναι ότι έχουν καλοσχεδιάσει και το μέρος που προορίζεται να ακουμπά στο mousepad, πράγμα ακόμα πιο ασυνήθιστο. Άκοπα έκανε κάθε χατίρι μου ανταποκρινόμενο πάντα με σβελτάδα και ακρίβεια. Οι δύο, επάνω και πλάι, εκ των τεσσάρων ζωνών RGB διευκολύνουν πολύ αρκεί να δώσει κανείς λίγο χρόνο και λίγη προσοχή στη ρύθμισή τους, η τρίτη μπροστά από το keypad πολύ βολική επίσης για την ενημέρωση του DPI προφίλ, η τέταρτη όμως προσωπικά δε με διευκόλυνε μιας και δεν είχα τρόπο να τη δω. Η απαράμιλλη ποιότητα και τα προχωρημένα χαρακτηριστικά του το κατατάσσουν αν όχι στην πρώτη σίγουρα σε μια από τις υψηλότερες θέσεις των επιλογών της κατηγορίας των MOBA/MMO και όχι μόνο. Δυστυχώς αποκλειστικά για δεξιόχειρες, πολύ θα ήθελα να έβλεπα τέτοιου είδους προϊόντα και για αριστερόχειρες, κατανοώ το περιορισμένο της αγοράς για αυτή την κατηγορία αλλά θα ήταν καλό να μπορούσαν να καλύψουν και αυτοί τις ανάγκες τους. 17 κουμπιά, τα 16 προγραμματιζόμενα. 3 Profiles αποθηκευμένα στη συσκευή και αναρίθμητα από το iCue . Ρύθμιση DPI. Ποιότητα υλικών. Σχεδιασμός και εμφάνιση. Άνεση χρήσης. RGB ρυθμιζόμενος φωτισμός και αυτοματισμοί από το iCue. Δεν υπάρχει έκδοση για αριστερόχειρες. To κουμπί της ρόδας σχετικά σκληρό και ασαφές, στο μαλακό πάτημα δε, τις περισσότερες φορές κολλάει. Ιδιαίτερα άκαμπτο καλώδιο. Οι φωτιζόμενες επιφάνειες δεν φαίνονται κατά την χρήση. Αποτελέσματα μετρήσεων smoothness αν και υποψιάζομαι ασυμβατότητα με το Enotus. Με βάση τα παραπάνω, η βαθμολογία του SCIMITAR RGB ELITE Optical MOBA/MMO Gaming Mouse είναι  TheLAB.GR Ευχαριστούμε θερμά την Corsair για την παραχώρηση του δείγματος της δοκιμής.
  7. Εισαγωγή Τα barebones της Shuttle τα έχουμε γνωρίσει και εκτιμήσει μέσα από τα reviews μας, αλλά το σημερινό δείγμα είναι αρκετά ιδιαίτερο. Βλέπετε, πρόκειται για ένα barebone της σειράς Nano, δηλαδή της μικρότερης σε διαστάσεις σειράς, που φέρει επεξεργαστές της Intel, υπερ-χαμηλής κατανάλωσης, ενσωματωμένους στη μητρική, με TDP μόλις 15W! Από όλες τις επιλογές που μας δίνει η νέα σειρά NC10, εμείς θα σας παρουσιάσουμε την ισχυρότερη και ακριβότερη, αυτήν που φέρει τον επεξεργαστή Intel Core i7-8565U (ULV), το Shuttle XPC Nano NC10U7. Καθώς το Shuttle XPC Nano NC10U7 φέρει όπως είπαμε κεντρικό επεξεργαστή ενσωματωμένο στη μητρική, τα μόνα εξαρτήματα που χρειάζεται να προσθέσουμε για να ολοκληρωθεί η σύνθεση είναι RAM (τύπου SODIMM DDR4) και κάποιο αποθηκευτικό μέσο, είτε SATA, είτε M.2 NVME PCIe 3.0 x4 ή M.2 SATA. Πάμε όμως να δούμε με λεπτομέρεια τα τεχνικά χαρακτηριστικά της ναυαρχίδας των Βενιαμίν της Shuttle. Τεχνικά Χαρακτηριστικά Τα βασικά τεχνικά χαρακτηριστικά του Shuttle XPC Nano NC10U7 φαίνονται στην παρακάτω λίστα. Πρώτο και καλύτερο φιγουράρει το HDMI 2.0, που σημαίνει υποστήριξη ανάλυσης 4K στα 60Hz όχι μόνο μέσω του Displayport, αλλά και μέσω του HDMI. Συνεπώς το Shuttle XPC Nano NC10U7 μπορεί να εκμεταλλευτεί πλήρως την 4K τηλεόρασή σας σαν μόνιτορ! Κατά τα άλλα, υποστηρίζει όπως είπαμε ένα αποθηκευτικό μέσο με διασύνδεση M.2, που μπορεί να είναι είτε NVME PCIe 3.0 x4 είτε SATA 3.0, καθώς και ένα αποθηκευτικό μέσο 2,5" με ύψος έως και 15mm και διασύνδεση SATA 3.0. Ενδιαφέρον είναι επίσης ότι το Shuttle XPC Nano NC10U7 υποστηρίζει WiFi όπως έρχεται, με εσωτερική κεραία, αν και αυτό περιορίζεται σε IEEE 802.11b/g/n (WiFi 4), max. 150 Mbps up-/downstream, χωρίς υποστήριξη Bluetooth. Ένα σημείο που θα ήθελε βελτίωση είναι η υποστήριξη USB, καθώς αυτή περιορίζεται στην υποστήριξη USB 3.2 (5Gbps) και όχι του - νεότερου και ταχύτερου - USB 3.2 Gen2 (10Gbps) ή του ακόμα νεότερου και ακόμα ταχύτερου USB 3.2 Gen2x2 (20Gbps). Και φυσικά η αντικατάσταση των δύο USB 2.0 θυρών του πίσω μέρους που θα δούμε παρακάτω! Στον παρακάτω αναλυτικό πίνακα βλέπετε όλα τα χαρακτηριστικά του Shuttle XPC Nano NC10U7, όπως αυτά αναγράφονται στην ιστοσελίδα της κατασκευάστριας εταιρίας. Shuttle XPC Nano NC10U7 Specifications Chassis Barebone PC with a black plastic chassis Dimensions: 142 x 142 x 42 mm (LWH) = 847 ml Weight: 0.4 kg net, 1.2 kg gross Hole for Kensington Lock Includes vertical stand and 75 / 100 mm VESA mount Low Power Consumption Power consumption in idle mode with 2.5" SSD under Windows 10: ca. 6 W only Operation Position 1) Horizontal 2) Vertical with stand 3) VESA-mounted behind an appropriate monitor Operation System This barbone system comes without operating system. It is compatible with: - Windows 10, 64-bit - Linux, 64-bit Processor Model: Intel Core i7-8565U (ULV) System-on-a-chip architecture (SoC) with integrated memory and graphics controller: no chipset required FCBGA1528 package - directly soldered onto the mainboard Code name: Whiskey Lake U (8th Generation Intel Core) Cores / Threads: 4 / 8 Clock rate: 1.8 GHz Max. Turbo Frequency: 4.6 GHz L1/L2/L3 Cache: 128 kB / 512 kB / 8 MB TDP wattage: 15 W maximum Manufacturing process: 3rd-generation enhanced 14nm++ Maximum Tjunction Temperature: 100 °C Supports 64-bit, VT-x (EPT), VT-d, Enhanced SpeedStep, NX bit, AES-NI, SSE 4.1/4.2 Cooling Fan Built-in CPU cooling fan with 4-pin connector Supports temperature-controlled RPM fan speed Integrated Graphics Intel UHD Graphics 620 GPU clock frequency: 300~1050 MHz Execution Units (EUs): 24 Supports DirectX 12 Supports full H264, H265 8/10 bit, VP8/9, VC-1, AVC hardware decoding Supports Quick Sync Video and Clear Video HD technology Supports up to two independent screens: 1) DisplayPort 1.2 supports Ultra HD @ 60 Hz 2) HDMI 2.0a supports Ultra HD @ 60 Hz Mainboard / BIOS AMI BIOS in 8 MByte EEPROM with SPI interface Supports resume after power failure Supports Wake on LAN (WOL) Supports Power on by RTC Alarm Supports booting from USB devices and SD card reader Supports hardware monitoring and watch dog function Supports Unified Extensible Firmware Interface (UEFI) Supports Firmware TPM v2.0 (fTPM) Power Adapter External 65 W power adapter (fanless) Input: 100~240 V AC, 50/60 Hz, max. 1.6 A Output: 19 V DC, max. 3.42 A, max. 65 W DC cable ca. 175 cm with coaxial connector: 5.5 / 2.5 mm (outer/inner diameter) The DC-input of the computer supports 19V±5%. AC cable, ca. 170 cm, with flat, two-pole Europlug Memory support 2x SO-DIMM slot with 260 pins Supports DDR4-2133/2400 (PC4-17000/19200) SDRAM at 1.2 V Supports DDR4-2666 at 2400 MHz Supports Dual Channel mode Supports a maximum of 16 GB per DIMM, maximum total size: 32 GB Supports two unbuffered DIMM modules (no ECC or registered) 2.5" Drive Bay Supports one Serial ATA hard disk or one SATA SSD drive in 6.35 cm / 2.5" format Device height: 15 mm (max.) Supports Serial-ATA III, 6 Gb/s (600 MB/s) bandwidth Card Reader Integrated SD card reader Supports SD, SDHC and SDXC memory flash cards Supports booting from SD card M.2 Slot for SSDs The M.2 2280 BM slot provides the following interfaces: - PCI-Express Gen. 3.0 X4 with up to 4 GB/s data transfer rate - SATA v3.0 (max. 6 Gbps) It supports M.2 cards with a width of 22 mm and a length of 42, 60 or 80 mm (type 2242, 2260, 2280). Supports M.2 SATA SSDs (with B+M key) and M.2 PCIe SSDs with NVMe (with M key) Audio Audio Realtek® ALC 662 High-Definition Audio Codec 3.5 mm / 4-pole combo audio connector for headphones and microphone [2] Digital multi-channel audio output: via HDMI and DisplayPort Gigabit LAN Ethernet Controller Intel i211 Supports 10 / 100 / 1.000 MBit/s operation (Gigabit) Supports WAKE ON LAN (WOL) Supports network boot by Preboot eXecution Environment (PXE) IEEE 802.3az Energy Efficient Ethernet (EEE) Interface: PCIe v2.1 Wireless LAN Built-in M.2-2230-A/E WLAN card and internal antenna Single-Chip 1T1R WLAN Controller Realtek RTL8188EE Supports IEEE 802.11b/g/n, max. 150 Mbps up-/downstream Security: WPA/WPA2(-PSK), WEP 64/128 bit, IEEE 802.11x/i Front Panel connectors USB 3.2 Gen 1 Type A (max. 5 Gbps, blue) USB 3.2 Gen 1 Type C (max. 5 Gbps) SD card reader (supports SD, SDHC, SDXC) Power button Power LED (blue, flashing when in suspend mode) HDD LED (orange) Back Panel connectors DisplayPort 1.2 [1] HDMI 2.0a 2x USB 2.0 Type A Gigabit LAN (RJ45) Audio Combo Port for headphones and microphone (3.5 mm jack, 4-pole) [2] DC-input connector for external power adapter 2x perforation for optional external WLAN antennas Left Side connectors Serial RS232 COM port (D-Sub, 9-pin) Note: The serial connector (COM port) cannot be used if the NC10U7 is operated in vertical position. Always-On Jumper By removing Jumper JP1 (please refer to the Quick Installation Guide) the system will start unconditionally once power is applied. [4] Clear CMOS Jumper Short Jumper JP2 for about 10 seconds to restore factory settings of BIOS. Supplied Accessories Multi-language Quick Installation Guide Driver DVD for Windows 10 VESA mount set (two parts), made of steel, Six screws (4x M4x10, 2x M2.5x3) Bracket for a 2.5" drive with eight screws (M3x5) Two aluminium stands (110 mm width) with four screws M3x7 for vertical operation Four black, rounded rubber feet, ca. 10 mm diameter x 2.5 mm Two screws for mounting of M.2 cards Power adapter 65 W with AC power cord Optional Accessories WLN-M: Wireless LAN module with two external antennas, supports WiFi IEEE 802.11n/ac (2.4 / 5 GHz) and Bluetooth 4.0 Environmental Spec Operating temperature range: 0~40 °C [3] Relative humidity range: 10~90% (non-condensing) Conformity / Certifications EMI: CE, FCC, BSMI, RCM, RED, VCCI Safety: CB, BSMI, ETL Other: RoHS, Energy Star, ErP This device is classed as a technical information equipment (ITE) in class B and is intended for use in living room and office. The CE-mark approves the conformity by the EU directives: (1) 2014/30/EU relating to electromagnetic compatibility (EMC), (2) 2014/35/EU relating to Electrical Equipment designed for use within certain voltage limits (LVD), (3) 2009/125/EC relating to ecodesign requirements for energy-related products (ErP), (4) 2014/53/EU Radio Equipment Directive (RED) [1] How to convert DisplayPort into HDMI/DVI The DisplayPort outputs can be converted to HDMI or DVI by an additional, passive adapter cable. For example: DELOCK 82590: 1 m, DisplayPort (male, 20p) to HDMI-A (male, 19p) DELOCK 82435: 5 m, DisplayPort (male, 20p) to DVI-D (male, 24p) The integrated graphics automatically detects the connected display and puts out the appropriate electric signal - either DisplayPort (without an adapter) or HDMI/DVI (with an adapter). However, a monitor with a DisplayPort connector cannot be connected to the HDMI port with a simple, passive adapter. In this case an active adapter like Delock 62496 is required. [2] Audio connector The 3.5 mm audio jack at the back panel of this device supports both a 4-pole connector for headphones and microphone and headphones with only a 3-pole connector. Headsets with separate connectors for headphones and microphone, though, require an appropriate adapter, if also the microphone should be used. [3] Caution: For high ambient temperatures over 35 °C we strongly recommend to use SSDs (supporting at least 70 °C) instead of hard disks. [4] Power-on after Power Fail: The BIOS setup provides a "Power-on after Power Fail" function that can be found under "Power Management Configuration". This function determines the PC's behaviour after power failure. As a matter of the nature of this function, it may fail after short power failures. This is why this PC also comes with a hardware-based solution. By removing Jumper JP1 (please refer to the Quick Installation Guide), the system will start unconditionally once power is applied. Ο παρακάτω συγκριτικός πίνακας, τονίζει με κόκκινο τις διαφορές ανάμεσα στην προηγούμενη σειρά Nano και την τελευταία. Πρόκειται για 3 διαφορές: Επεξεργαστή 8ης γενιάς αντί 7ης Υποστήριξη DDR 2400Mhz αντί 2133Mhz. Υποστήριξη HDMI 2.0a αντί 1.4b Συσκευασία - Παρελκόμενα Το Shuttle XPC Nano NC10U7 έρχεται σε ένα απλό χαρτονένιο κουτί, ίδιο για όλη τη σειρά Nano, με ένα κόκκινο αυτοκόλλητο να αναφέρει τα τεχνικά χαρακτηριστικά του συγκεκριμένου μοντέλου. Το κουτί διαθέτει στο επάνω μέρος ένα εξαιρετικά βολικό χερούλι μεταφοράς. Εντός, βρίσκουμε ένα μικρότερο απλό χαρτονένιο κουτί, που περιέχει την πλούσια προίκα του. Κατά την προσφιλή συνήθεια της Shuttle, οι drivers παρέχονται σε οπτικό δίσκο! Καταλαβαίνω το επιπλέον κόστος ενός μικρού USB flash drive, αλλά προτρέπω την εταιρία να σταματήσει τον εν λόγω αναχρονισμό. Το πρώτο και βασικότερο από τα παρελκόμενα είναι το τροφοδοτικό του Shuttle XPC Nano NC10U7 που είναι ισχύος 65W στα 19V. Το τροφοδοτικό συνδέεται με καλώδιο ρεύματος χωρίς γείωση, το οποίο παρέχεται επίσης. Η βάση που βλέπετε στις παρακάτω φωτογραφίες χρησιμεύει στη στήριξη του drive των 2,5", το οποίο μάλιστα στο Shuttle XPC Nano NC10U7 μπορεί να έχει ύψος έως και 15mm, σε αντίθεση με αυτά που υποστηρίζονται από τη σειρά Slim, τα οποία μπορεί να είναι ύψους έως 12,5mm. Έχουν σημασία αυτά τα 2,5mm στο ύψος του drive; Αν σας ενδιαφέρει ο μεγάλος αποθηκευτικός χώρος, σαφώς και έχουν, μεγάλη μάλιστα. Κι αυτό γιατί τη στιγμή της συγγραφής του παρόντος review, η μεγαλύτερη διαθέσιμη χωρητικότητα σε drive 2,5" και ύψους έως και 12,5mm είναι 2TB, ενώ με το ύψος στα 15mm αυτή μπορεί να φτάσει έως και τα 5TB! Εδώ βλέπουμε το εξάρτημα μέσω του οποίου το Shuttle XPC Nano NC10U7 μπορεί να τοποθετηθεί πίσω από κάποιο μόνιτορ με υποδοχές VESA.Το μικρό κομμάτι βιδώνει πάνω στο workstation και το μεγάλο στο μόνιτορ και στη συνέχεια κουμπώνουν όπως βλέπετε στη 2η φωτογραφία. Φυσικά, δεν είναι απαραίτητο να τοποθετήσουμε το Shuttle XPC Nano NC10U7 πίσω από κάποιο μόνιτορ. Μπορεί να καθίσει όπως είναι πάνω σε κάποιο γραφείο, ή και όρθιο, με τα παρακάτω ποδαράκια. Τα ποδαράκια είναι ποιοτικά, από αλουμίνιο και με λάστιχα στο κάτω μέρος για απόσβεση των κραδασμών. Όρθια τοποθέτηση χωρίς το εν λόγω εξάρτημα θα εμπόδιζε την εισαγωγή αέρα, όπως θα δούμε παρακάτω, και θα οδηγούσε σε υπερθέρμανση. Οι βίδες για όλα τα παραπάνω καθώς και για 2 M.2 συσκευές, παρέχονται επίσης. Μαζί και 4 αυτοκόλλητα, λαστιχένια ποδαράκια. Τέλος, εντός της συσκευασίας βρίσκουμε το ίδιο το Shuttle XPC Nano NC10U7, πολύ καλά προστατευμένο! WLN-M Παρά την ενσωματωμένη υποστήριξη WiFi, το Shuttle XPC Nano NC10U7 προσφέρει τη δυνατότητα αναβάθμισης μέσω του κιτ WLN-M που πωλείται ξεχωριστά. Η αναβάθμιση είναι σημαντική καθώς από το IEEE 802.11b/g/n (WiFi 4), max. 150 Mbps up-/downstream του ενσωματωμένου WiFi, περνάμε σε IEEE 802.11b/g/n/ac (WiFi 5) in the 2.4 / 5 GHz band, με μέγιστη υποστηριζόμενη ταχύτητα τα 433.3 Mbps στα 80 MHz. Παράλληλα προστίθεται και η υποστήριξη Bluetooth 4.0, κάτι αρκετά βολικό για τη χρήση αντίστοιχης τεχνολογίας πληκτρολογίου και ποντικιού. Παρά τη σαφή βελτίωση σε ταχύτητα και εμβέλεια που προσφέρει το WLN-M έναντι της ενσωματωμένης λύσης και της σαφώς σημαντικής προσθήκης του Bluetooth 4.0, υπάρχουν αντίστοιχες κάρτες που μπορούν να προσφέρουν σημαντικά μεγαλύτερες ταχύτητες καθώς και Bluetooth 5.0 και θα θέλαμε να δούμε μία από αυτές στο εν λόγω κιτ. Το εξωτερικό Το ίδιο το Shuttle XPC Nano NC10U7 είναι αρκετά κομψό, ξεφεύγοντας από το industrial look της σειράς Slim. Το σασί του αποτελείται από πλαστικό, ελαττώνοντας σημαντικά το βάρος, αλλά και την αντοχή, ενώ μόνο το επάνω καπάκι έχει επίστρωση αλουμινίου, με βουρτσισμένη υφή. Στο εμπρός μέρος βλέπουμε Από αριστερά προς τα δεξιά: 1 θύρα USB 3.2 Gen1 Type A. 1 θύρα USB 3.2 Gen1 Type C. Card Reader. Power button, στα αριστερά του οποίου το μικρό πορτοκαλί LED δραστηριότητας αποθηκευτικού μέσου και στα δεξιά του οποίου το μικρό μπλε LED λειτουργίας. Η αριστερή πλευρά διαθέτει στις 4 άκρες της μπρούτζινα ένθετα σπειρώματα για να βιδώσουν τα 2 πόδια που είδαμε στα παρελκόμενα. Διαθέτει επίσης μία σειριακή θύρα, η οποία φυσικά δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί όταν τοποθετηθούν τα πόδια και το Shuttle XPC Nano NC10U7 τοποθετηθεί όρθιο. Τέλος, διαθέτει γρίλιες εισαγωγής αέρα. Η δεξιά πλευρά διαθέτει τις αντίστοιχες οπές εξαγωγής αέρα. Όταν το Shuttle XPC Nano NC10U7 είναι τοποθετημένο όρθιο, η ροή του ζεστού αέρα είναι από κάτω προς τα επάνω, υποβοηθούμενη συνεπώς από τη φυσική ροή. Στις 2 πλευρές των οπών εξαερισμού διακρίνονται κυκλικές διαμορφώσεις που μπορούν να πιεστούν με ένα κατσαβίδι και να αφαιρεθούν (μόνιμα) ώστε να βιδώσουν οι κεραίες του WLN-M. Τέλος, στο δεξί μέρος αυτής της πλευράς διακρίνεται η οπή για το Kensington Lock. Στο πίσω μέρος του Shuttle XPC Nano NC10U7 συναντάμε την πλειονότητα των θυρών, όπως συνηθίζεται. Έτσι, από αριστερά προς τα δεξιά έχουμε: Θύρα τροφοδοσίας. Θύρα HDMI 2.0a. Θύρα DisplayPort 1.2. Θύρα RJ45 δικτύου 1000Mbps. 2 θύρες USB 2.0. Τετραπολική θύρα ακουστικών / μικροφώνου (hands free), με υποστήριξη και μόνο ακουστικών. Το επάνω μέρος έχει μια όμορφη, βουρτσισμένη υφή, με το λογότυπο της εταιρίας σε λευκό, στο κέντρο. Το κάτω μέρος έχει τις υποδοχές για τα αυτοκόλλητα λαστιχένια ποδαράκια που είδαμε στα παρελκόμενα. Οι 2 από αυτές είναι μαρκαρισμένες με το γράμμα S και κρύβουν τις 2 βίδες που χρειάζεται να αφαιρεθούν για να αποκτήσουμε πρόσβαση στο εσωτερικό. Είναι εμφανές ότι αν κολλήσουμε τα λαστιχένια ποδαράκια, η πρόσβαση αυτή χάνεται. Θα προτιμούσα οι βίδες να μην είναι κάτω από τα ποδαράκια, ώστε να διατηρείται η δυνατότητα παρέμβασης στο εσωτερικό ακόμα και με τα ποδαράκια τοποθετημένα. Στο κέντρο του κάτω μέρους υπάρχουν 2 μπρούτζινα ένθετα σπειρώματα για να βιδώσει η βάση VESA. Ας δούμε τώρα πώς φαίνεται το Shuttle XPC Nano NC10U7 με τις κεραίες του WLN-M τοποθετημένες. Πώς φαίνεται με τη βάση VESA. Και τέλος πώς τοποθετούνται οι βάσεις όρθιας στήριξης και πώς φαίνεται το Shuttle XPC Nano NC10U7 τοποθετημένο όρθιο με αυτές και τις κεραίες του WLN-M. Στην παρακάτω εικόνα από την ιστοσελίδα της εταιρίας βλέπουμε όλα τα εξωτερικά χαρακτηριστικά του Shuttle XPC Nano NC10U7 συγκεντρωμένα, καθώς και τις επιλογές στήριξής του. Το εσωτερικό Η πρόσβαση στο εσωτερικό του Shuttle XPC Nano NC10U7 απαιτεί την αφαίρεση 2 βιδών τύπου PH0 από τις 2 οπές που είδαμε στο κάτω μέρος, σημειωμένες με το γράμμα S. Στη συνέχεια, χρησιμοποιούμε τις 2 υποδοχές για το νύχι που βρίσκονται στην αριστερή πλευρά, κοντά σε 2 από τα μπρούτζινα ένθετα στα οποία βιδώνουν οι βάσεις όρθιας στήριξης, για να αφαιρέσουμε το πάνω και το κάτω καπάκι. Είναι προφανές από τη θέση τους, ότι οι υποδοχές για το νύχι δε θα είναι προσβάσιμες όταν τοποθετηθεί η βάση όρθιας στήριξης. Ας αφαιρέσουμε λοιπόν το κάτω καπάκι. Στην πλευρά αυτή, έχουμε πρόσβαση στην κάρτα ασύρματου δικτύου, που έρχεται προεγκατεστημένη, μία από τις δύο υποδοχές μνήμης SODIMM DDR4 και το καλώδιο σύνδεσης του SATA drive 2,5". Η προεγκατεστημένη κάρτα ασύρματου δικτύου χρησιμοποιεί μόνο μία, ενσωματωμένη στο σασί, κεραία. Ας δούμε τώρα τοποθετημένες τις υποδοχές για τις κεραίες και την κάρτα του WLN-M. Η κάρτα αυτή χρησιμοποιεί 2 κεραίες. Η ενσωματωμένη κεραία παραμένει μη συνδεδεμένη και το καλώδιό της στον αέρα. Η τοποθέτηση των υποδοχών των κεραιών απαιτεί την αφαίρεση της μητρικής, η οποία γίνεται με την αφαίρεση τριών βιδών αλλά θέλει προσοχή λόγω διαφόρων πλαστικών clips και στενότητας χώρου. Ας τοποθετήσουμε και το άρθρωμα της μνήμης. Τέλος, το drive των 2,5" τοποθετείται με τη βάση που είδαμε στα παρελκόμενα. Η βάση στηρίζεται στο κάτω καπάκι με 4 βίδες και το drive στη βάση με άλλες 4 βίδες, 2 από κάθε πλευρά. Το καλώδιο σύνδεσης του drive είναι αρκετά μακρύ και δε δημιουργεί κάποιο πρόβλημα στο άνοιγμα και κλείσιμο. Ας πάμε τώρα στην πάνω πλευρά, όπου έχουμε λιγότερα να κάνουμε. Εδώ το καπάκι είναι απλό και δεν έχει κάποια υποδοχή για κάτι. Στην πλευρά αυτή τοποθετούμε το δεύτερο άρθρωμα μνήμης SODIMM DDR4 και το M.2 drive. Οι πλαστικές καλύπτρες κάνουν την τοποθέτηση των βάσεων των κεραιών του WLN-M αδύνατη από αυτή την πλευρά, εξ ου και η απαραίτητη αφαίρεση της μητρικής που προαναφέραμε. Μεθοδολογία Μετρήσεων Φτάσαμε λοιπόν στην ώρα των μετρήσεων. Για τις ανάγκες της παρουσίασης εξοπλίσαμε το Shuttle XPC Nano NC10U7 με 16 GB μνήμης DDR4-2400 της Crucial και έναν Corsair Force LE200 240GB, οποίος είναι μια ευγενική προσφορά της Corsair και εγκαταστήσαμε την πιο πρόσφατη έκδοση των Windows 10. Τα μετροπρογράμματα που χρησιμοποιήσαμε στη σημερινή παρουσίαση είναι τα ακόλουθα: AIDA64 Engineer Edition v.6.20.5300 το οποίο είναι μια ευγενική προσφορά της Finalwire PCMark 10 Professional Edition v.2.1.2177 το οποίο είναι μία ευγενική προσφορά της UL Benchmarks 3DMark Professional Edition v.2.11.6866 το οποίο είναι μία ευγενική προσφορά της UL Benchmarks Cinebench R20 & R15, SuperPI Mod 1.5, WPrime 2.10 & Fritz Chess Benchmark Ας δούμε λοιπόν πώς τα πήγε το Shuttle XPC Nano NC10U7 με τον Intel Core i7-8565U (ULV) και τα 16GB RAM DDR4-2400 στις ενότητες που ακολουθούν. AIDA64 Ξεκινάμε τις μετρήσεις μας με το AIDA64, όπου ο χαμηλής κατανάλωσης Core i7 του Shuttle XPC Nano NC10U7 νικάει κατά κράτος και ως ήταν αναμενόμενο τον χαμηλής κατανάλωσης Core i3 του Shuttle XPC Slim DS10U3. Εννοείται βέβαια ότι στη μεγάλη πλειοψηφία των μετρήσεων δεν μπορεί να φτάσει τον Desktop Core i3 του Shuttle XPC SLim DH310, καθώς η διαφορά του TDP, 15W με 65W είναι κάτι που δεν μπορεί να αγνοηθεί. Σε απόδοση προς κατανάλωση όμως, ο Intel Core i7-8565U (ULV) του Shuttle XPC Nano NC10U7 είναι σαφώς η καλύτερη από τις 3 επιλογές. Οι διαφορές στην απόδοση της μνήμης είναι σαφώς μικρότερες και όχι σημαντικές. PCMark10 Το PCMark10 μας δίνει μια πιο συνολική εικόνα των επιδόσεων που μπορούμε να περιμένουμε από το Shuttle XPC Nano NC10U7 και όχι μόνο των επιδόσεων του επεξεργαστή. Έγιναν οι μετρήσεις του Extended Test καθώς και του Applications Test το οποίο μετράει τις επιδόσεις στο MS Office 2019. Οι διαφορές εδώ δεν είναι πολύ μεγάλες και εξαρτώνται από το πού βασίζεται το κάθε τεστ, καθώς κάποια βασίζονται σε επιδόσεις ενός μόνο πυρήνα και εξαρτώνται αποκλειστικά από τη συχνότητα και άλλες εκμεταλλεύονται όλους τους πυρήνες και μετρούν συνολική επεξεργαστική ισχύ. 3DMark Χωρίς μεγάλες προσδοκίες ή απαιτήσεις από τα ενσωματωμένα στον επεξεργαστή γραφικά των εν λόγω υλοποιήσεων, τρέξαμε 5 από τις δοκιμές του 3DMark. Λοιπές μετρήσεις CPU Κλείνουμε τις μετρήσεις με μερικά ακόμη δημοφιλή benchmarks. Κατανάλωση - Θερμοκρασίες - Χρονισμοί - Θόρυβος Σε ένα σύστημα χαμηλής κατανάλωσης όπως το Shuttle XPC Nano NC10U7, η κατανάλωση, οι θερμοκρασίες και ο θόρυβος παίζουν συνήθως σημαντικότερο ρόλο από τις επιδόσεις. Στο παρακάτω διάγραμμα βλέπουμε ότι η κατανάλωση του Shuttle XPC Nano NC10U7, ειδικά υπό πλήρες φορτίο CPU και GPU, του χαρίζει άνετα τον τίτλο της καλύτερης υλοποίησης όσον αφορά το λόγο απόδοσης προς κατανάλωση. Παρακάτω βλέπουμε τα αποτελέσματα του stress test του AIDA64 όπως αυτό χρησιμοποιήθηκε για την παραπάνω μέτρηση. Η δοκιμασία πραγματοποιήθηκε για 20 λεπτά, με θερμοκρασία περιβάλλοντος 20°C. Παρατηρούμε τα εξής ενδιαφέροντα: Το σύστημα ψύξης, το οποίο όπως είδαμε στις φωτογραφίες είναι τύπου φορητού υπολογιστή (Laptop), διατήρησε τον επεξεργαστή σε αποδεκτές θερμοκρασίες, με το θερμότερο πυρήνα να φτάνει έως και τους 82°C, ενώ παράλληλα οι στροφές του ανεμιστήρα έφτασαν έως και τις 4821rpm. Ο εν λόγω ανεμιστήρας δοκιμάστηκε σε πλήρη ισχύ, μέσω επιλογής στο BIOS, και μπορεί να φτάσει έως και τις 5921rpm, γεγονός που σημαίνει ότι το σύστημα είχε περιθώρια περαιτέρω ψύξης, αλλά το προφίλ επιλέγει να διατηρεί αυτή την ασφαλή θερμοκρασία στον επεξεργαστή, διατηρώντας παράλληλα το θόρυβο σε αποδεκτά επίπεδα. Όσοι έχουν Laptop και κάποιο λογισμικό με το οποίο βλέπουν της στροφές του ανεμιστήρα, γνωρίζουν ότι στις 4821rpm, το σύστημα ψύξης κάνει αισθητή την παρουσία του. Δεν είναι ανυπόφορο αλλά σε καμία περίπτωση δεν είναι αθόρυβο. Οφείλουμε πάντως να πούμε ότι σε φυσιολογική χρήση οι στροφές ήταν πολύ χαμηλότερες και ο θόρυβος δυσδιάκριτος. Η συνολική κατανάλωση του επεξεργαστή παραμένει εντός του TDP των 15W το οποίο μοιράζεται μεταξύ των IA cores (x86) και των GT cores (γραφικά) σχεδόν εξ ίσου, με το μέσο όρο να δίνει περισσότερη ισχύ στους πυρήνες των γραφικών. Η μέση συχνότητα των IA Cores είναι κάτω από τη Base Frequency του Intel Core i7-8565U (ULV), που είναι 1800MHz, στα 1495,9Mhz, κάτι που γεννά ερωτήματα. Για να λυθούν τα ερωτήματα που προκαλεί το τελευταίο σημείο της ανάλυσης του παραπάνω πίνακα, τρέξαμε το Stress Test του AIDA64 χωρίς να στρεσάρουμε τους πυρήνες των γραφικών. Θερμοκρασίες και θόρυβος παρέμειναν στα ίδια επίπεδα αλλά η κατανάλωση του επεξεργαστή, αν και χαμηλότερη, στα 12W, τα έδωσε όλα στους IA cores, επιτρέποντάς τους να φτάσουν σε μια μέση συχνότητα 2244.3Mhz, πάνω δηλαδή από τη Base Frequency του Intel Core i7-8565U (ULV). Πρόκειται λοιπόν για περιορισμό του ίδιου του επεξεργαστή που όταν δουλεύουν και οι πυρήνες των γραφικών στο φουλ, η ισχύς που παρέχεται στους πυρήνες x86 δεν επαρκεί για την πλήρη εκμετάλλευσή τους. Αξίζει να σημειωθεί ότι και στις δύο δοκιμασίες, το σύστημα ψύξης έκανε καλά τη δουλειά του και δεν υπήρξε καθόλου throttling. Παρακάτω βλέπουμε τα αναλυτικά γραφήματα που παράγει το PCMark 10 κατά τις δοκιμασίες Extended και Application που εκτελέσαμε. Ο λόγος που τα παραθέτουμε είναι ότι δείχνουν την κατανάλωση του επεξεργαστή να ξεπερνάει τα 15W που μέτρησε το AIDA64 (τα οποία συμφωνούν με το 15W TDP του Intel Core i7-8565U) και να αγγίζουν στιγμιαία έως και τα 30W. Πρόκειται για λάθος μέτρηση του PCMark10 ή έχει χρησιμοποιήσει η Shuttle την επιλογή που δίνει η Intel για TDP up ώστε να ανεβάσει το TDP στα 25W; Επικοινωνήσαμε με τον αντιπρόσωπο της Shuttle για να λύσουμε την παραπάνω απορία, ο οποίος μας διαβεβαίωσε πέρα από κάθε αμφιβολία ότι το TDP του Intel Core i7-8565U (ULV) στην υλοποίηση του Shuttle XPC Nano NC10U7 είναι 15W και συνεπώς το AIDA64 είχε τη σωστή μέτρηση ενώ το PCMark10 τη λανθασμένη. Επίλογος Στο δια ταύτα λοιπόν. Το Shuttle XPC Nano NC10U7 είναι ένα δυνατό για τις διαστάσεις του, αλλά κυρίως για την κατανάλωσή του, barebone, που φιλοξενεί τον χαμηλής κατανάλωσης Intel 8ης γενιάς Core i7-8565U (ULV) με TDP 15W. Χρησιμοποιεί μνήμες τύπου SO-DIMM DDR4 με συνολική μέγιστη χωρητικότητα τα 32GB και διαθέτει μία θύρα M.2 για SSD τύπου NVMe PCIe 3.0 x4 ή SATA 3.0, μία θύρα SATA για ένα drive 2,5" ύψους 15mm και μία ακόμα θύρα Μ.2 που μπορεί να φιλοξενήσει ένα WiFi / Bluetooth module, η οποία έρχεται κατειλημμένη από ένα WiFi module μέγιστης ταχύτητας 150Mbps, χωρίς bluetooth. Έχει μια πληθώρα εξωτερικών συνδέσεων, που περιλαμβάνουν 1 Display Port 1.2 και 1 HDMI 2.0a, συνεπώς μπορεί να συνδεθεί με 2 μόνιτορ ταυτόχρονα, που μπορεί να υποστηρίζουν μέχρι και ανάλυση 4K στα 60Hz. Διαθέτει επίσης 2 θύρες USB 3.2 Gen.1 στην πρόσοψη, εκ των οποίων η μία Type C, 2 θύρες USB 2.0 στο πίσω μέρος και κάρτα δικτύου 1Gbps. Τέλος, διαθέτει 1 σειριακή θύρα (θα εκπλαγείτε πόσο χρησιμοποιούνται ακόμα σε επαγγελματικές εφαρμογές) ενώ το κερασάκι στην τούρτα είναι το SD Card reader της πρόσοψης. Το πιο εντυπωσιακό χαρακτηριστικό όμως του Shuttle XPC Nano NC10U7 είναι ότι είναι κατασκευασμένο για να λειτουργεί συνεχώς, 24 ώρες την ημέρα, 7 ημέρες την εβδομάδα, ακόμα και σε θερμοκρασίες περιβάλλοντος που φτάνουν τους 40 βαθμούς Κελσίου. Συνεπώς μιλάμε για εξαιρετική ποιότητα κατασκευής και μεγάλη διάρκεια ζωής. Αξιοσημείωτο είναι επίσης ότι το Shuttle XPC Nano NC10U7 υποστηρίζει drives 2,5" ύψους έως και 15mm, συνεπώς αυτή τη στιγμή χωρητικότητας έως και 5TB, ενώ οι περισσότερες συσκευές μικρού μεγέθους υποστηρίζουν drives 2,5" ύψους έως 12,5mm, κάτι που περιορίζει τη χωρητικότητα σε έως και 2TB. Κατά το χρόνο συγγραφής του παρόντος review, δεν μπορέσαμε να εντοπίσουμε το Shuttle XPC Nano NC10U7 σε κάποιο Ελληνικό κατάστημα. Η τιμή του στα καταστήματα της Γερμανίας ξεκινάει από τα 562,72 ευρώ συμπεριλαμβανομένου του ΦΠΑ, συνεπώς περιμένουμε κάτι αντίστοιχο και στην Ελληνική αγορά. Το κόστος σαφώς δεν είναι χαμηλό και αυτό οφείλεται εν μέρει και στην εξαιρετική ποιότητα κατασκευής που απαιτείται για να δοθεί εγγύηση χρήσης 24/7, αλλά κυρίως στο κόστος του Intel Core i7-8565U (ULV). Για να λειτουργήσει το Shuttle XPC Nano NC10U7 θα χρειαστεί τουλάχιστον 100 ευρώ ακόμα, για μνήμη και SSD, ενώ η προτεινόμενη αναβάθμιση του WiFi με το κιτ WLN-M έχει κόστος που ξεκινάει από ακόμη 28,99 ευρώ. Προσθέστε και ένα μηχανικό δίσκο για μεγάλο, έως και 5TB αποθηκευτικό χώρο και καταλαβαίνετε ότι το κόστος γίνεται ακόμα πιο μεγάλο. Ως ανταμοιβή, θα έχετε ένα ιδιαίτερα μικρό, εξαιρετικά αξιόπιστο σύστημα που μπορεί να ανταποκριθεί σε οποιαδήποτε οικιακή (εκτός από gaming) και αρκετές επαγγελματικές απαιτήσεις, με ελάχιστη κατανάλωση. Συνοψίζοντας λοιπόν, τα θετικά και τα αρνητικά του Shuttle XPC Nano NC10U7 είναι τα εξής Ο Kαλός Υψηλή ποιότητα υλικών και κατασκευής Μικρό μέγεθος Πολύ χαμηλή κατανάλωση 2 θύρες USB 3.2 Gen.1 και Card Reader μπροστά Θύρες Displayport 1.2 και 1 HDMI 2.0a με δυνατότητα σύνδεσης 2 οθονών ταυτόχρονα στα 4K 60Hz Δυνατότητα σύνδεσης μονάδας αποθήκευσης M.2 (NVMe PCIe 3.0 x4 ή SATA) και 2,5" SATA 3.0 Υποστηριζόμενο ύψος 15mm για τη μονάδα αποθήκευσης 2,5" με αποτέλεσμα η υποστηριζόμενη χωρητικότητα να φτάνει τα 5TB Ενσωματωμένο WiFi με εσωτερική κεραία και δυνατότητα αναβάθμισης με το κιτ WLN-M Πολύ εύκολη εγκατάσταση υποσυστημάτων Ο Κακός Κόστος Η τοποθέτηση των εξωτερικών κεραιών του προαιρετικού κιτ αναβάθμισης WLN-M απαιτεί αφαίρεση της μητρικής Μόνο 1 USB 3.2 Gen1 Type Α και 1 USB 3.2 Gen1 Type C στην πρόσοψη και 2 θύρες USB 2.0 στο πίσω μέρος Ο Αδιάφορος Δε βρήκαμε κάτι αδιάφορο Με βάση λοιπόν όλα τα παραπάνω, η βαθμολογία του Shuttle XPC Nano NC10U7 είναι :  TheLAB.GR Ευχαριστούμε θερμά την Shuttle για την παραχώρηση του δείγματος της δοκιμής Πολύμερος Αχανιώτης 3/3/2020
  8. Πρόλογος Εδώ και αρκετά χρόνια τα smartphone έχουν αναλάβει πέραν της επικοινωνίας και ένα μεγάλο κομμάτι εργασιών και ψυχαγωγίας σε αντικατάσταση των προσωπικών υπολογιστών και παιχνιδομηχανών. Αναμφίβολα η ευκολία στη φορητότητα, η ευχρηστία και η πολυλειτουργικότητα είναι το μεγάλο τους ατού. Αντίποδας σε αυτό η “μικρή” οθόνη θυσία στην ευκολία μεταφοράς. Το κενό αυτό έρχονται να καλύψουν τα γνωστά μας tablets όπου πέραν των ευκολιών χρήσης εξυπηρετούν και όσους δεν καλύπτονται από το μέγεθος των smartphones χωρίς μεγάλες όμως θυσίες στην ευκολία μεταφοράς. Φυσικά εκτός των γνωστών, στο δυτικό κόσμο τουλάχιστον, “μεγάλων” οίκων δεν θα μπορούσαν να είναι εκτός παιχνιδιού και πολλές “ανατολικές” κατά το κοινώς λεγόμενο αλλά όχι απαραίτητα υποδεέστερες σε μέγεθος, ποιότητα ή αξιοπιστία. Άλλωστε κάποιες εξ αυτών τα τελευταία χρόνια έχουν διεισδύσει και στις δικές μας αγορές με μεγάλη επιτυχία. Στο συγκεκριμένο άρθρο θα δούμε ένα tablet μιας Κινεζικής εταιρίας με πολύ ενδιαφέροντα ποιοτικά προϊόντα σε ιδιαίτερα ανταγωνιστικές τιμές, πολύ περισσότερο δε αν αποκτηθούν από κάποιο από τα γνωστά sites όπως το Banggood, ευγενικό χορηγό του συγκεκριμένου προϊόντος. Ποιο συγκεκριμένα πρόκειται για το Teclast M30. Ένα Android Tablet με 10.1" 2.5K οθόνη δέκα σημείων αφής, επεξεργαστή 10 πυρήνων, 4Gb βασική μνήμη, 128Gb εσωτερικό αποθηκευτικό χώρο, GPS και υποδοχές για κάρτες μνήμης και κινητής τηλεφωνίας. Εμφανώς λοιπόν δείχνει να μην του λείπει τίποτα. Στο σημείο αυτό θα ήθελα να σημειώσω ότι η πρώτη μου επαφή με τον συγκεκριμένο οίκο έγινε πολλά χρόνια πίσω όπου τυχαία έπεσαν στα χέρια μου κάποιες μνήμες RAM της εποχής ως πολύ οικονομική λύση. Θυμάμαι ότι μου είχαν αφήσει πολύ καλή εντύπωση για την λειτουργικότητα και την αξιοπιστία τους σε σχέση με το κόστος τους. Στη συνέχεια και συγκεκριμένα πριν από 4-5 χρόνια παρουσιάστηκε η ανάγκη ενός οικονομικού μικρού tablet αλλά με Windows desktop λειτουργικό για χρήση από προσφιλές μου πρόσωπο. Στην αναζήτηση μου έπεσα και επάνω σε ένα μοντέλο της Teclast όπου εκτός των σπανίων συγκεντρωτικά χαρακτηριστικών είχε και ενδιαφέρον μεταλλικό σχεδιασμό, χαρακτηριστικό σημαντικό για τον χρήστη που προοριζόταν. Ενθυμούμενος δε και την πρότερη θετική εμπειρία από τις μνήμες αποφάσισα να το δοκιμάσω. Ομολογώ ότι 4 χρόνια μετά από αρκετά σκληρή καθημερινή χρήση, καθ’ ομολογία του χρήστη, η επιλογή με δικαίωσε πέραν του δέοντος. Όπως καταλαβαίνετε όταν μου δόθηκε η ευκαιρία να δοκιμάσω M30 δεν την άφησα να περάσει προσδοκώντας από αυτό τα μέγιστα, συνυπολογίζοντας πάντα και το κόστος κτήσης του. Χαρακτηριστικά Η σελίδα του κατασκευαστή μέσα από το παρακάτω γραφικό μας ενημερώνει συνοπτικά για το πόσο απλόχερα έδωσε κάθε επιθυμητό χαρακτηριστικό στο συγκεκριμένο αντικείμενο αλλά και για την ύπαρξη ενός όμοιου, υποθέτω οικονομικότερου, με μόνες διαφορές την υποβάθμιση σε RAM και ROM. Η Banggood δε κατά την προσφιλή της συνήθεια μας παραθέτει και τον παρακάτω αναλυτικότερο πίνακα για την κάλυψη κάθε απορίας σε κάθε επίπεδο πριν την αγορά. Να σημειώσω εδώ ότι το κόστος του Μ30 των 4Gb RAM και 128Gb ROM στην εν λόγω σελίδα την στιγμή που γραφόταν το άρθρο είναι 152,52€ με την τιμή μεταφορικών για Ελλάδα να κυμαίνεται από 0,70€ έως και 9,87€. Συσκευασία και περιεχόμενα Ανοίγοντας το κλασικό πακέτο αποστολής με το χοντρό διάφανο προστατευτικό αεροπλάστ έρχεται στα χέρια μου ένα λιτό λευκό επάνω και πορτοκαλί στο υπόλοιπο κουτί με το λογότυπο της εταιρείας να δεσπόζει μόνο του σε όλες τις πλευρές εξαιρουμένων κάποιων πληροφοριών ασφαλείας στην πίσω και δυο αυτοκόλλητων με πληροφορίες για το περιεχόμενο στο ένα πλάι. Αφαιρώντας το καπάκι τώρα δεσπόζει το Tablet μέσα σε μια ημιδιάφανη προστατευτική σακούλα και δεξιά του ένα λευκό κουτί με το τροφοδοτικό ένα καλώδιο USB A to USB C και το κλασικό εργαλείο αφαίρεσης της υποδοχής καρτών καρφιτσωμένο κατά τον συνήθη τρόπο στο ένα άνοιγμα. Βγάζοντας το από τη θήκη του παρατηρούμε ότι επιπροσθέτως προστατεύεται εμπρός και πίσω από δυο σκληρές διάφανες μεμβράνες που διασφαλίζουν ότι ο πρώτος χρήστης θα το παραλάβει ανέγγιχτο. Κάτω από το tablet και αφού αφαιρέσουμε το χαρτόνι στήριξης θα βρούμε και ένα λιτό εξάπτυχο με πολύ βασικές πληροφορίες, κλασικά αδιάφορα για τους περισσότερους πια, και ένα χαρτάκι αποστολής των στοιχείων μας για την εγγύηση, αν και μας καλύπτει το Banggood σε αυτό με τα στοιχεία της αγοράς. Πρώτες εντυπώσεις Αφαιρώντας τις ζελατίνες το πρώτο πράγμα που μου τράβηξε ευχάριστα το μάτι είναι η μονοκόμματη γυάλινη επιφάνεια που καλύπτει από άκρη σε άκρη όλο το εμπρός μέρος συμπεριλαμβανομένων των κρεμ-λευκών περιθωρίων δίνοντας μια νότα πολυτέλειας. Συνηθισμένος από τα bezel-less smartphone αρχικά τα περιθώρια φαντάζουν μεγάλα αλλά στα Tablets, ειδικά αυτών τον επιδόσεων και κόστους, δεν έχει προχωρήσει ακόμα αυτή η τεχνολογία. Σε μια δεύτερη πιο προσεκτική ματιά παρατηρεί κανείς ότι υπάρχει τοποθετημένο προστατευτικό φιλμ για την οθόνη επίσης από άκρη σε άκρη του εμπρός μέρους, με μόνη εγκοπή την στρογγυλή οπή για την κάμερα. Γενικότερα δείχνει στιβαρή μεταλλική κατασκευή με πολύ καλό φινίρισμα, λιτή και καλόγουστη. Εξωτερικό μέρος Πέραν του εμπρός μέρους που περιέγραψα το υπόλοιπο είναι μέταλικο σε γκρι περλέ απόχρωση εκτός από ένα μικρό πλαστικο φιλετάκι 11,5 εκατοστών παρόμοιου χρωματισμού στο πίσω και επάνω μέρος με την οπίσθια κάμερα να δεσπόζει στο κέντρο του. Περιφερειακά τώρα συναντάμε αριστερά τις υποδοχές για ακουστικά, USB type C και κάρτες, επάνω τα κουμπιά αυξομείωσης του ήχου το Power και δυο μικρές οπές μια για το reset και μια για το μικρόφωνο και τέλος κάτω τις εγκοπές των δυο ηχείων, αριστερά τίποτα. Τα 590 γραμμάρια του όπως το μέτρησε η ζυγαριά μου, 591g αναφέρει η εταιρεία, φαίνονται στο χέρι αλλά δεν ενοχλούν καθόλου, βάρος λογικό αν αναλογιστούμε το μεταλλικό πλαίσιο και το μέγεθος των 24cm πλάτους kai 17 cm ύψους, το δε μόλις 1cm πάχος φαίνεται πολύ μικρότερο με το έξυπνο τέχνασμα του λευκού περιθωρίου τις οθόνης. Στην άνετη αίσθηση συμβάλουν τόσο η αφή όσο και τα ελαφρός κυρτά πλαϊνά που σε συνδυασμό με το γυαλιστερό τελείωμα της πλάτης από την μία μεριά και το λευκό της οθόνης από την άλλη δίνουν μια αίσθηση καθετότητας οξύτερης της πραγματικής. Στην πλάτη θα βρούμε να αναγράφονται στον κεντρικό κάθετο άξονα πληροφορίες μάρκας επάνω, μοντέλου και πιστοποιητικών κάτω αλλά και διακριτικά ενδεικτικά σύμβολα περιφερειακά για τις υποδοχές και τα πλήκτρα στις αντίστοιχες θέσεις τους. Οθόνη και εσωτερικό Η multi-touch IPS LCD 10.1” ενός επιπέδου της Sharp με τα 2560 x 1600 pixels φαίνεται πολλά υποσχόμενη και ο 10 core Helio X27 της MediaTek με πυρήνες 4x1,6Ghz 4x2.0Gzh και 2x2.6Gzh συνοδευόμενος από 4Gb Low-Power DDR3 Ram φαντάζουν ικανά να ικανοποιήσουν κάθε απαίτηση σε αρκετά χαμηλή κατανάλωση. Ο δε 128Gb eMMC Rom αποθηκευτικός χώρος και η επιπλέον δυνατότητα των 128Gb σε TF SD Card πιστεύω υπεραρκούν για τα δεδομένα των χρηστών του, μην ξεχνάμε και την δυνατότητα σύνδεσης και των USB stick στην USB type C υποδοχή μιας και υπάρχει OTG υποστήριξη. Εδώ να σημειώσω ότι μετατροπέας σε USB A δεν συμπεριλαμβάνετε στο πακέτο, όχι ότι είναι και απαραίτητο για τους περισσότερους. Από πλευράς συνδεσιμότητας τα έχουμε dual band WiFi 2.4 Ghz και 5 Ghz με b/g/n ταχύτητα, δυστυχώς όχι ac, Bluetooth 4.0, αν και συνηθίζεται πλέον το 5, και 2g/3g/4g τηλεφωνία και δεδομένα σε όλα ουσιαστικά τα πρωτόκολλα. Φυσικά δεν θα μπορούσε να λείπει το GPS. Αυτά τα οποίο ενδεχομένως λείπουν είναι το proximity (NFC), αν και σε tablet προσωπικά δεν βλέπω ιδιαίτερη χρησιμότητα, και η αναγνώριση δακτυλικού αποτυπώματος, κάτι που θα ήταν αρκετά χρήσιμο σε πολλούς. Απουσιάζουν και ο αισθητήρας φωτός, το γυροσκόπιο και η πυξίδα αλλά αυτά είναι μάλλον αδιάφορα. Το πακέτο ολοκληρώνουν τα δυο ηχεία και η μπαταρία των 7500 mAh υποσχόμενη έως 8 ώρες συνεχούς λειτουργείας. Παρωχημένο θα μπορούσε να χαρακτηρίσει κανείς το Android 8.0 που επέλεξαν ως λειτουργικό ειδικά από τη στιγμή που δεν συνηθίζεται σε αυτές τις εταιρείες να το αναβαθμίζουν στην πορεία. Αυτό βέβαια δεν σημαίνει ότι δεν αρκεί. Κάμερα Εδώ ελπίζω να μην περιμένετε συγκρίσεις με κάποιο σύγχρονο smartphone ή κάποιο πανάκριβο tablet διότι θα απογοητευτείτε. Οι μόλις 2 MP Camera εμπρός και 5 MP πίσω κάνουν ικανοποιητικότατα την δουλεία τους ανταποκρινόμενες άμεσα και με συμπαθητική ευκρίνεια, μιας και ξεκάθαρα δεν απευθύνονται σε επίδοξους φωτογράφους αλλά απλά βρισκόμενες εκεί για βασικές ανάγκες όπως ένα video conference ή μια γρήγορη πρόχειρη φωτογραφεία π.χ. για δευτερεύουσα μελέτη αντικειμένου στην μεγάλη οθόνη του αρκούν. Και το video δεν είναι πολύ κακό αρκεί να έχει κανείς σταθερό χέρι και όχι μεγάλες απαιτήσεις στα σκοτεινά σημεία. Προσωπικά θα προτιμήσω το smartphone μου για φωτογραφίες αλλά το να τις έστελνα εδώ για να τις δω θα ήταν μια καλή επιλογή. Ενεργειακή συμπεριφορά Σε γενική χρήση εύκολα έβγαλε όλη την ημέρα χωρίς την ανάγκη φόρτισης, αποτέλεσμα μάλλον ικανοποιητικό αν συνυπολογίσει κανείς και τις αρκετές ώρες σε gamming ή video πράγματα ως γνωστό ενεργοβόρα. Αναλυτικότερα έχοντας πάντα ανοικτό WiFi, χωρίς όμως την χρήση κινητής, και χρησιμοποιώντας το για surfing, e-mail, word, excel, ανάγνωση αλλά και 3-4 ώρες τουλάχιστον σε video ή gamming, δεν χρειάστηκε να το φορτίσω παρά την επόμενη ημέρα μετά από μια μικρή πρωινή χρήση για τα βασικά, χωρίς να έχει φτάσει καν σε οριακά επίπεδα. Τα κακά μαντάτα εδώ είναι ότι έχοντας την συσκευή κλειστή χρειάζεται περίπου 1 ώρα για το 30% της φόρτισης από το άδειο και πέραν των 3,5 για το 100%. Επίσης κάτι που δεν συνηθίζεται ακόμα στα Tablets είναι η ασύρματη φόρτιση και αν υπήρχε στο Μ30 θα ήταν ένα πολύ καλό feature. Παρελκόμενα Τα απολύτως απαραίτητα. Ένας καλός φορτιστής πρίζας με 5V/7V/9V στα 2A και 12V στα 1,5A, το αντίστοιχο USB A to USB C καλώδιο, ένα εξολκέα για την υποδοχή των καρτών και τέλος. Α … συνυπολογίστε ίσως και το ενσωματωμένο προστατευτικό φιλμ τις οθόνης που αν και δεν αναφέρετε πουθενά υπάρχει, και προσωπικά το θεωρό καλό. Πιστεύω ότι ένας μετατροπέας της μοναδικής USB type C σε USB A θα ήταν καλό να υπήρχε, αν και στην πλειοψηφία των χρηστών δεν θα λείψει. Επιδόσεις Παραθέτοντας γραφήματα και αποτελέσματα των κλασικότερων εργαλείων μέτρησης επιδόσεων είναι κανείς σε θέση να διαπιστώσει ότι σε κάθε περίπτωση αυτό που υπόσχεται το κάνει. Αναλυτικότερα… Εμπειρία χρήση Περνώντας τώρα στο δια ταύτα. Στην πρώτη ενεργοποίηση της συσκευής και αφού πέρασα τις αρχικές ρυθμίσεις για θέση, γλώσσα, WiFi, λογαριασμό κ.τ.λ. , δεν βρίσκω λόγω να σας κουράσω με αυτά μιας και όλοι το έχουμε κάνει σε κάποιο tablet ή smartphone, βρίσκομαι αντιμέτωπος με μια ευκρινέστατη IPS 10.1¨ οθόνη που ομολογώ με ξάφνιασε ευχάριστα με την χρωματική της απόδοση και την γωνία θέασης. Αυτό με παρακίνησε να ξεκινήσω μαζί της πριν από ότι άλλο. Ομολογώ ότι η ζωντάνια των χρωμάτων και η πιστότητα εικόνας είναι κάτι που δεν περίμενα από τέτοιου κόστους συσκευή. Ο Deca Core Helio δείχνει να ανταποκρίνεται άμεσα σε κάθε κάλεσμα και η Capacitive touch screen επίσης σε κάθε άγγιγμα. Οκ δεν περίμενα και πολύ λιγότερα από αυτά. Η ασύρματη σύνδεση είναι ταχύτατη ακόμα και σε σημεία με κακό σήμα ή εμπόδια και η ικανοποιητική 4Gb μνήμη, σε συνδυασμό πάντα με τον 10 core, μου επέτρεψε να ξεκινήσω εγκαταστάσεις παράλληλα με χρήση προγραμμάτων αλλά και μεταφοράς αρχείων εύκολα και αβίαστα χωρίς τον παραμικρό δισταγμό. Τα 128 Gb εσωτερικού αποθηκευτικού χώρου είναι υπεραρκετά για κάθε χρίση ειδικά αν συνυπολογίσει κανείς και την δυνατότητα τοποθέτησης SD κάρτας θεωρητικά έως 128 Gb ακόμα. Προσωπικά μια 64 Gb που δοκίμασα λειτουργεί άψογα. Η USB type C υποδοχή δίνει πλεονέκτημα τόσο σε φόρτιση όσο και σε μεταφορά αρχείων, η δε τελευταία γίνετε πανεύκολα μιας και το M30 αναγνωρίζεται απευθείας από το PC. Μεγάλη ευκολία προσδίδει ακόμα η δυνατότητα σύνδεσης περιφερειακών συσκευών, δοκίμασα για παράδειγμα ένα compo set wireless keyboard mouse με USB dongle και ταυτόχρονα USB stick απάνω σε USB Hub και όλα λειτούργησαν απροβλημάτιστα και ταχύτατα.Μόνο μελανό σημείο το ότι ο μετατροπέας USB C to HDMI που έχω δεν έδωσε κανένα σήμα στην οθόνη μου. Αυτό φυσικά δεν μπορώ να το χρεώσω αμιγώς στο Μ30 διότι με κάποιον άλλο ενδεχομένως να μην έχει πρόβλημα συνεργασίας, υποθέτοντας ότι υποστηρίζει αυτή την λειτουργεία πράγμα που δεν αναφέρετε πουθενά. Εξίσου καλά συνεργάστηκε τόσο με ένα Bluetooth touchpad όσο και με 2 διαφορετικά hands-free που δοκίμασα αλλά και με το smartphone μου μέσω Bluetooth. Αντίστοιχα εύκολα το συνέδεσα ασύρματα και στην τηλεόραση μου όπου η ανταπόκριση ήταν ακαριαία, ικανοποιητική ακόμα και για παιχνίδια, χαρακτηριστικά δοκίμασα FHD video χωρίς να παρατηρήσω καθυστέρηση μεταξύ tablet και TV. FHD είναι και το μέγιστο σε ανάλυση video μιας και περισσότερο δεν κατάφεραν δω με κανένα λογισμικό. Το GPS ανταποκρίνεται άμεσα ακόμα και σε κλειστούς χώρους και η sim τηλεφωνίας προσφέρει κλήσεις και μηνύματα, εκτός από data μόνο, κάτι πολύ βολικό. Τα δύο ηχεία παίζουν πραγματικά δυνατά και καθαρά και θα ικανοποιήσουν σε κάθε χρήση. Για τους πιο απαιτητικούς η audio Jack υποδοχή για hands-free ή η Bluetooth σύνδεση μπορεί να οδηγήσει ένα εξωτερικό set. Το μόνο θέμα που είχα καθ’ όλη τη διάρκεια των δοκιμών ήταν σε ένα παιχνίδι εξομοίωση φάρμας όπου υπήρχε ενοχλητική καθυστέρηση απόκριση στις κινήσεις ειδικά στην μετακίνηση της θέσης και το άνοιγμα παραθύρων, ενδεχομένως διότι η φάρμα είναι αρκετά ανεπτυγμένη και οι απαιτήσεις πολλές. Κατά τα άλλα όποιο παιχνίδι δοκίμασα είτε RPG είτε Shoot ‘em UP είτε Strategy δεν συνάντησα κανένα θέμα τόσο στην ταχύτητα όσο και στην απόδοση. Τα δε γραφικά και ο ήχος εξαιρετικά κατ’ εμέ. Άνετα λειτούργησε και το split της οθόνης σε δύο χωρίς καθυστερήσεις στην μετάβαση ή στην μεταβολή των μεγεθών, πολύ βολικό χαρακτηριστικό. Δυνατότητα όμως που θα πρέπει να αναζητήσετέ βαθιά στα μενού των ρυθμίσεων μιας και απουσιάζει από το βασικό drop down της οθόνης. Παραθέτω μερικά print screen και μερικές φωτογραφίες όχι φυσικά για να δείτε την ποιότητα εικόνας μιας και αυτό δεν μπορώ να σας το μεταφέρω αλλά ως δείγμα των δοκιμών. Επίλογος - Συμπέρασμα Για μια ακόμα φορά αποδεικνύεται ότι τα στερεότυπα δεν είναι πάντα σωστά. Συνηθισμένοι να αποκαλούμε προϊόντα με ονόματα κρατών του ανατέλλοντος ηλίου, θέλοντας να τα χαρακτηρίσουμε υποδεέστερα ή έστω φτηνή λύση ανάγκης, διαφεύγουν τις προσοχής μας και άξια λόγου ανεξάρτητα από το ενδεχομένως χαμηλό κόστος τους. Όσοι ασχολούνται λίγο περισσότερο γνωρίζουν πια ότι στην ανατολή, και όχι μόνο, υπάρχει τεράστια ποικιλία ποιότητας, από εντελώς σκουπίδια έως και προϊόντα κατά πολύ ανώτερης ποιότητας από αυτή που έχουμε συνηθίσει από τους μεγάλους οίκους, και φυσικά με όλες τις ενδιάμεσες καταστάσεις. Επιπλέον όλοι μας γνωρίζουμε ότι και οι τιμές για το ακριβώς ίδιο προϊόν πολύ συχνά ποικίλουν ανάλογα με τον προμηθευτή τόσο εγχώρια πόσο δε μάλλον αν συγκριθούν και με του εξωτερικού. Στη μάχη αυτή έχουν πέσει πέραν των κατασκευαστών και πολλά portals πωλήσεων, όχι πάντα τίμια προς τους καταναλωτές. Αυτό δημιουργεί, όχι αδίκως, επιφυλάξεις προς το κοινό παρά τις δελεαστικότατες τιμές που προσφέρουν. Το Teclast M30 είναι ένα προϊών που θα μπορούσε να χαρακτηρίσει κανείς εύκολα υπέρ του δέοντος τίμιο μιας και προσφέρει πολλές δυνατότητες σε ένα ιδιαιτέρως στιβαρό και θελκτικό κέλυφος. Προερχόμενο δε και από έναν προμηθευτή που έχει αποδείξει την αξιοπιστία του τόσο στη συνέπεια των αναγραφομένων του για τα προϊόντα που προσφέρει όσο και στη μετά την πώληση εξυπηρέτηση που παρέχει στους πελάτες του. Αναμφίβολά η τιμή των μόλις 152,52€ για τόσο πλούσια χαρακτηριστικά αρχικά ξενίζει συγκρινόμενη ακόμα και με πολύ υποδεέστερα σε δυνατότητες οίκων δεύτερης κατηγορίας από την εγχώρια αγορά. Αυτό όμως δεν θα πρέπει να μας ξενίζει αν συνυπολογίσουμε το πόσοι ενδιάμεσοι μεταπωλητές θα πρέπει να βγάλουν την προμήθεια τους για να φτάσει κάτι τέτοιο στα χέρια μας. Σε κάθε περίπτωση το Teclast M30 αξίζει κάθε ευρώ από αυτά που μας ζητά προσφέροντας μας χαρακτηριστικά και ποιότητα ανώτερης κατηγορίας σε σχέση με το κόστος του. Σαφώς έχει ελλείψεις που ενδεχομένως να αποτρέψουν κάποιος που θα ενδιαφερόταν να το αποκτήσουν, μέχρι στιγμής όμως δεν έχω συναντήσει κάτι χωρίς απολύτως καμία έλλειψη ή έστω να υστερεί σε κάποια χαρακτηριστικά, πολύ περισσότερο από τη στιγμή που μιλάμε για μόλις λίγο πάνω των 150€ για ένα 4G Tablet 10 πύρινο 10.1” με 4/128Gb. Η τελική απόφαση δική σας. Το Banggood με μια ευγενική κίνηση χορηγεί προς του αναγνώστες μας εκπτωτικό κουπόνι κατεβάζοντας την τελική τιμή του προϊόντος στα 140,99$ (περίπου 127 €). Για να εκμεταλλευτείτε την έκπτωση απλά βάλτε τον κωδικό BGTAM30 στο αντίστοιχο πεδίο στην παραγγελία σας. Η προσφορά ισχύει έως τέλος Φεβρουαρίου του 2020 Απολογισμός Ποιότητα κατασκευής και φινίρισμα. Μεταλλική κατασκευή και ξεχωριστό design. Υψηλή πιστότητα εικόνας και ήχου. 4Gb RAM και 128 Gb ROM. Δυνατότητα 4G, τηλεφωνικών κλήσεων και SMS. Wifi 2,4GHz και 5GHz. GPS. Κόστος κτήσης. Android 8 WiFi έως και n, όχι ac. Χαμηλής ανάλυσης κάμερες. Έλλειψη αναγνώρισης δακτυλικού αποτυπώματος Έλλειψη NFC και ασύρματης φόρτισης. Με βάση τα παραπάνω, η βαθμολογία του Teclast M30 είναι:  TheLAB.GR Ευχαριστούμε θερμά την Βanggood για την παραχώρηση του δείγματος της δοκιμής.
  9. Εισαγωγή Το 2018 σας είχαμε παρουσιάσει τη ναυαρχίδα των πληκτρολογίων της Corsair, το Corsair K95 RGB Platinum. Οι εντυπώσεις που μας είχε αφήσει ήταν άριστες και οι προτάσεις μας για πιθανές βελτιώσεις του προϊόντος, λιγοστές. Είναι αυτονόητο ότι όταν η Corsair ανακοίνωσε τον αντικαταστάτη του, το Corsair K95 RGB Platinum XT, κανονίσαμε με συνοπτικές διαδικασίες να βρεθεί άμεσα στον πάγκο των δοκιμών μας. Η διαφορά των μόλις 2 χαρακτήρων στο όνομα του προϊόντος μας προϊδεάζει για αντίστοιχα μικρές αλλαγές στο ίδιο το προϊόν. Κάτι που άλλωστε δεν είναι κακό, καθώς το συγκεκριμένο πληκτρολόγιο ήταν ήδη εξαιρετικό. Ας δούμε λοιπόν τι αλλαγές και βελτιώσεις έκανε η Corsair στη ναυαρχίδα των πληκτρολογίων της και αν οι προτάσεις μας εισακούστηκαν. Χαρακτηριστικά Τα χαρακτηριστικά του Corsair K95 RGB Platinum XT συνοψίζονται στον παρακάτω πίνακα: Όπως βλέπετε, η έκδοση του Corsair K95 RGB Platinum XT που παραλάβαμε χρησιμοποιεί διακόπτες Cherry MX Speed. Όλες οι εκδόσεις διαθέτουν φωτισμό RGB, έχουν 1000Hz report rate και Full Key Matrix (NKRO) με 100% anti-ghosting. Δηλαδή, σε απλά Ελληνικά, μπορείτε να πατήσετε ταυτόχρονα όλους του, τους ποικιλοτρόπως φωτισμένους, Cherry MX Speed διακόπτες και όλες οι ενεργοποιήσεις των διακοπτών θα καταγραφούν ταυτόχρονα, χωρίς απώλειες, με ρυθμό δειγματοληψίας 1000 φορές το δευτερόλεπτο! Η Πρώτη Επαφή Το Corsair K95 RGB Platinum XT έρχεται σε ένα πολυτελές, ιλουστρασιόν κουτί που τονίζει τον RGB φωτισμό του. Καθώς είμαι κάτοικος Ηνωμένου Βασιλείου, η αποθήκη της Corsair μου έστειλε πληκτρολόγιο με UK layout πλήκτρων, που είναι ελαφρώς διαφορετικό από το NA (North America) που χρησιμοποιείται στην Ελλάδα, αλλά τα χαρακτηριστικά του πληκτρολογίου είναι τα ίδια και δε θα αλλάξει κάτι στο review. Στο πίσω μέρος αναγράφονται τα βασικά χαρακτηριστικά του πληκτρολογίου σε 8 γλώσσες, μη συμπεριλαμβανομένης της Ελληνικής. Αναφέρεται επίσης ότι περιέχει και 6 S keycaps, με τα οποία μπορούμε να αντικαταστήσουμε τα 6 G keycaps των προγραμματιζόμενων πλήκτρων. Ο λόγος είναι ότι το Corsair K95 RGB Platinum XT υποστηρίζεται πλέον από το λογισμικό Elgato Stream Deck, μέσω του οποίου μπορούμε να αντιστοιχίσουμε λειτουργίες του εν λόγω λογισμικού στα προγραμματιζόμενα πλήκτρα του πληκτρολογίου της Corsair. Πολύ ενδιαφέρουσα κίνηση και θα ήταν ακόμα πιο ενδιαφέρον αν το λογισμικό Elgato Stream Deck ενσωματωθεί στο iCUE. Αφαιρώντας το καπάκι, βλέπουμε το πληκτρολόγιο προστατευμένο σε διαφανές νάιλον. Κάτω από το πληκτρολόγιο κρύβεται το wrist rest (ή επί το επιστημονικότερον, ακουμπιστήρι καρπών) και ένα κουτί με τα υπόλοιπα παρελκόμενα. Τα παρελκόμενα αποτελούνται από τα γνωστά φυλλάδια της εγγύησης και του Manual, ένα πλήρες Corsair Gaming Performance FPS/MOBA Key Kit — Grey σε bulk συσκευασία και τα 6 S keycaps μαζί με ένα keycap με το λογότυπο της Corsair. Το Corsair K95 RGB Platinum XT είναι ένα πλήρους μεγέθους πληκτρολόγιο, με μια επιπλέον στήλη προγραμματιζόμενων μηχανικών πλήκτρων στο αριστερό του άκρο και ακόμα κάποια πλήκτρα στο πάνω μέρος του, που κάνουν τη ζωή μας πιο εύκολη: Στα αριστερά βλέπουμε 3 πλήκτρα: Το πρώτο είναι αυτό της επιλογής των hardware προφίλ, τα οποία είναι 5 και μπορούν να προγραμματιστούν μέσω του λογισμικού iCUE αλλά να χρησιμοποιηθούν και χωρίς αυτό, κάνοντας το πληκτρολόγιο εύκολα μεταφέρσιμο και ικανό να χρησιμοποιηθεί, με τα προφίλ αυτά, σε οποιονδήποτε υπολογιστή, χωρίς τη χρήση του λογισμικού. Το δεύτερο είναι για την επιλογή της έντασης του φωτισμού, πάλι χωρίς το λογισμικό, ενώ το τρίτο είναι το πλήκτρο που απενεργοποιεί τα Windows Keys, για να μην πατηθούν κατά λάθος κατά τη διάρκεια κάποιου παιχνιδιού και επιτελεί ακόμα κάποιες λειτουργίες που θα δούμε στην ανάλυση του iCUE. Στα δεξιά, πάνω από το αριθμητικό πληκτρολόγιο, βρίσκουμε μια πλήρη σειρά από multimedia keys, συμπεριλαμβανομένου ενός volume roller, με ωραία, tactile αίσθηση. Το υλικό κατασκευής του πάνω μέρους του Corsair K95 RGB Platinum XT είναι το αλουμίνιο και σε συνδυασμό με τη βουρτσισμένη υφή του δίνει ένα εξαιρετικό, ποιοτικό και αισθητικό αποτέλεσμα. Το καλώδιο είναι μακρύ, στα 1,8 μέτρα, και χωρίζεται στο τέλος σε 2 βύσματα USB, το ένα για το πληκτρολόγιο και το άλλο για το USB pass through. Στο πίσω μέρος βλέπουμε μόνο την έξοδο του καλωδίου και τη θύρα του USB pass through. To USB pass through είναι μια πολύ βολική προσθήκη. Πρόκειται ουσιαστικά για μια προέκταση USB που ενσωματώνεται στο καλώδιο του πληκτρολογίου και παρέχει μια πολύ βολική θύρα USB ακριβώς πάνω στο πληκτρολόγιο. Δυστυχώς, πρόκειται για θύρα προδιαγραφών USB 2.0 και συνεπώς είναι μια χαρά για κάποιο ποντίκι, ακουστικά και λοιπά παρελκόμενα, αλλά όχι η καλύτερη λύση για κάποιο σύγχρονο εξωτερικό δίσκο, καθώς θα περιορίσει σημαντικά την ταχύτητά του. Το καλώδιο είναι αρκετά παχύ και με καλής ποιότητας sleeving. Στις 4 γωνίες του κάτω μέρους διακρίνουμε μεγάλα ελαστικά ποδαράκια που σταθεροποιούν το πληκτρολόγιο πολύ καλά, ενώ τα 2 πίσω εμπεριέχουν αναδιπλούμενα τμήματα που μπορούν να ανυψώσουν το πίσω μέρος του. Στο κέντρο του πληκτρολογίου υπάρχουν κανάλια με σκοπό τη δρομολόγηση του καλωδίου που θα συνδεθεί στην υποδοχή του USB pass through. Στο εμπρός μέρος υπάρχουν 2 υποδοχές για τη σύνδεση του wrist rest. Το wrist rest είναι σημαντικά αναβαθμισμένο σε σχέση με τον προκάτοχο του Corsair K95 RGB Platinum XT, καθώς επενδύεται από δερματίνη και περιέχει αφρολέξ που κάνει τη χρήση του πληκτρολογίου σημαντικά πιο άνετη και ξεκούραστη. Το υλικό κάτω από το μαξιλαράκι της δερματίνης παραμένει πλαστικό, το οποίο αν και καλής ποιότητας, δεν είναι το ίδιο με το αλουμινένιο σώμα του ίδιου του πληκτρολογίου. Θα ήθελα, τουλάχιστον το πλαίσιο που φαίνεται γύρω από τη δερματίνη να είναι από αλουμίνιο, όπως και το ίδιο το πληκτρολόγιο. Η προσθήκη και αφαίρεση του wrist rest γίνεται πολύ εύκολα, όπως φαίνεται στις παρακάτω φωτογραφίες. Το Corsair K95 RGB Platinum XT δείχνει πολύ όμορφο με το wrist rest και η άνεση της χρήσης του βελτιώνεται σημαντικά. Μεγάλη αναβάθμιση σε σχέση με τον προκάτοχο του αποτελούν και τα keycaps του Corsair K95 RGB Platinum XT. Φαίνεται ότι η τοποθέτησή μας στο review του Corsair K95 RGB Platinum πως η ναυαρχίδα των πληκτρολογίων της εταιρίας θα έπρεπε να διαθέτει και τα καλύτερα keycaps που προσφέρει η εταιρία εισακούστηκε. Έτσι, το Corsair K95 RGB Platinum XT έρχεται με PBT Double Shot Keycaps! Οι διακόπτες που κρύβονται κάτω από αυτά, στο δείγμα μας, είναι οι Cherry MX Speed αλλά το πληκτρολόγιο διατίθεται και με Cherry MX Brown και Cherry MX Blue. Τα PBT Double Shot Keycaps είναι μεγάλη αναβάθμιση σε σχέση με τα τυπικά ABS keycaps, τόσο στην ποιότητα και την αίσθηση, όσο και στην αντοχή στη χρήση και το χρόνο. Δυστυχώς, τα G keys δε διαθέτουν PBT Double Shot Keycaps. Φινίρισμα Το φινίρισμα του Corsair K95 RGB Platinum XT είναι αντάξιο του κορυφαίου προϊόντος μιας κορυφαίας εταιρίας. Από το αλουμινένιο σώμα μέχρι την εξαιρετική ανοδίωση και τα PBT Double Shot Keycaps, το πληκτρολόγιο είναι άριστο από όλες τις απόψεις. Ακόμη και το wrist rest έχει βελτιωθεί σημαντικά και είναι το καλύτερο που έχουμε δοκιμάσει έως σήμερα σε οποιοδήποτε πληκτρολόγιο. Συνδεσιμότητα Η σύνδεση του Corsair K95 RGB Platinum XT με τον υπολογιστή γίνεται μέσω καλωδίου USB, μήκους 1,8 μέτρων. Το καλώδιο είναι αρκετά παχύ, επενδεδυμένο με καλής ποιότητας sleeving και καταλήγει σε 2 βύσματα, το ένα για τη σύνδεση του πληκτρολογίου στον υπολογιστή και το άλλο για το USB pass through. Τα βύσματα είναι από ποιοτικό πλαστικό και έχουν τη λειτουργία (πληκτρολόγιο και pass through) χαραγμένη στη μία πλευρά και το λογότυπο της Corsair στην άλλη. Τα βύσματα είναι σχετικά μακρυά, οπότε ίσως χρειαστεί λίγη προσοχή αν το πίσω μέρος του υπολογιστή είναι πολύ κοντά σε κάποιο τοίχο. Επιπλέον Keycaps Όπως είδαμε, η συσκευασία του Corsair K95 RGB Platinum XT περιλαμβάνει κάποια επιπλέον keycaps, σε 2 πακέτα. Το ένα πακέτο περιλαμβάνει τα 6 S keycaps που μπορούν να αντικαταστήσουν τα G keycaps των 6 προγραμματιζόμενων πλήκτρων της αριστερής στήλης. Φυσικά, τα kecaps δεν αλλάζουν τη λειτουργικότητα των πλήκτρων, αλλά τονίζουν τη δυνατότητα συνεργασίας του πληκτρολογίου με το λογισμικό Elgato Stream Deck. Έτσι, S σημαίνει Streaming, καθώς οι περισσότερες δυνατότητες που προσφέρει το εν λόγω λογισμικό αφορούν ακριβώς αυτό. Έχουμε λοιπόν 6 ελαφρώς φαρδύτερα πλήκτρα, όπως και τα αρχικά G keys, με μπλε χρωματισμό. Μαζί, και ένα keycap με το λογότυπο της Corsair. Τα S keycaps είναι κατασκευασμένα από ABS πλαστικό, όπως και τα G keycaps και αποτελούνται από 2 τμήματα. Το πλήκτρο με το λογότυπο της εταιρίας είναι ένα τυπικό ABS keycap. Θα προτιμούσαμε βέβαια PBT Double Shot Keycaps και εδώ, αλλά καθώς πρόκειται για πλήκτρα περιορισμένης χρήσης και παραγωγής, το κόστος θα ήταν μάλλον πολύ μεγάλο. Το δεύτερο σετ είναι το Corsair Gaming Performance FPS/MOBA Key Kit — Grey και μπορείτε να δείτε σχετικές λεπτομέρειες στο παραπάνω link. Περιέχει και έναν απλό και λειτουργικό εξωλκέα για να αλλάζετε εύκολα τα keycaps. Καθώς το σετ αφορά 2 configurations, FPS και MOBA, έχει το γράμμα W και το γράμμα D από 2 φορές. Το D μάλιστα με διαφορετικές κλίσεις, καθώς στο FPS configuration (WASD) το χρειαζόμαστε ανυψωμένο από δεξιά και στο MOBA configuration (QWERDF) ανυψωμένο από αριστερά. Έτσι το σετ περιλαμβάνει και τα 2 πλήρη keysets, και μπορούν να χρησιμοποιηθούν ταυτόχρονα, σε ξεχωριστά πληκτρολόγια. Τα πλήκτρα του σετ είναι όμοιας κατασκευής με τα G και τα S keys. Εδώ βλέπουμε τις διαφορές ανάμεσα στα PBT Double Shot Keycaps (ESC), τα ABS keycaps (Λογότυπο) και τα ειδικής κατασκευής ABS keycaps 2 τμημάτων (W). Και τις αντίστοιχες διαφορές στη μάζα τους. Τα G και S keys έχουν μεγαλύτερη μάζα από τα υπόλοιπα ABS πλήκτρα 2 τμημάτων, λόγω μεγαλύτερου μεγέθους, αλλά και πάλι σημαντικά μικρότερη από τα PBT Double Shot Keycaps. Παίρνουμε λοιπόν το βολικό key puller και... Δοκιμάζουμε διάφορα configurations με τα επιπλέον πλήκτρα. Πλήκτρα Cherry MX Speed Όπως έχουμε πει, το Corsair K95 RGB Platinum XT χρησιμοποιεί διακόπτες Cherry MX Speed. Τα βασικά χαρακτηριστικά αυτών των διακοπτών φαίνονται στον παρακάτω πίνακα. Πρόκειται για διακόπτες που σε αντίθεση με τα άλλα μοντέλα της εταιρίας τα οποία ενεργοποιούνται αφού διανύσουν 2 χιλιοστά κατά το πάτημα, ενεργοποιούνται μόλις στα 1,2 χιλιοστά, δίνοντας ταχύτερη ανταπόκριση και ένα απειροελάχιστο πλεονέκτημα στους hardcore gamers. Τα υπόλοιπα χαρακτηριστικά τους θυμίζουν τους διακόπτες Cherry MX Red, καθώς έχουν την ίδια operating force και δε διαθέτουν απτικό ή ηχητικό feedback. Το παρακάτω διάγραμμα δείχνει το σημείο ενεργοποίησης και επαναφοράς του διακόπτη. Φωτισμός RGB Ο φωτισμός του Corsair K95 RGB Platinum XT είναι απόλυτα ελεγχόμενος σε χρώμα και ένταση, μέσω του λογισμικού iCUE. Εκτός από το κάθε πλήκτρο ξεχωριστά, υπάρχει και μια φωτεινή γραμμή στο πάνω μέρος του πληκτρολογίου, η οποία χωρίζεται σε 19 ζώνες. Οι 3 κεντρικές περιλαμβάνουν και το λογότυπο της εταιρίας, το οποίο επίσης φωτίζεται. Ο φωτισμός είναι ζωηρός και φωτεινός ακόμα και την ημέρα. Λογισμικό iCUE Ένα από τα πιο δυνατά σημεία του Corsair K95 RGB Platinum XT , όπως και όλων των πληκτρολογίων της Corsair, είναι το λογισμικό ελέγχου, που ονομάζεται iCUE. Η πρώτη καρτέλα του λογισμικού ονομάζεται Home και εκεί βλέπουμε όλες τις υποστηριζόμενες συσκευές στο σύστημά μας. Επιλέγοντας κάποια, βλέπουμε τα προφίλ που έχουμε ρυθμίσει για αυτή, είτε software, είτε αποθηκευμένα στη μνήμη της συσκευής, αν έχει. Βλέπουμε λοιπόν αριστερά ένα software προφίλ που έφτιαξα και τα 5 που αποθηκεύονται στη μνήμη του πληκτρολογίου και τα οποία μας ακολουθούν όπου και αν συνδέσουμε το πληκτρολόγιο και δεν απαιτούν την ύπαρξη του iCUE για να λειτουργήσουν. Το κάθε προφίλ μπορούμε να το συνδέσουμε με κάποιο πρόγραμμα, ώστε να φορτώνεται αυτόματα όταν το πρόγραμμα αυτό τρέχει και είναι στο προσκήνιο. Μπορούμε επίσης να του ορίσουμε κάποιο custom εικονίδιο και φόντο. Αυτό ισχύει τόσο στα software όσο και στα hardware προφίλ. Σε κάθε προφίλ μπορούμε επίσης να ορίσουμε μια μεγάλη ποικιλία από Actions (ενέργειες), τις οποίες φυσικά δε θα αναλύσουμε διεξοδικά εδώ γιατί δεν είναι αυτός ο σκοπός του review. Μπορείτε όμως και μόνο από τους τίτλους που φαίνονται στη φωτογραφία να καταλάβετε ότι οι δυνατότητες είναι πάρα πολλές. Μπορούμε ακόμη να σώσουμε κάποια Actions στη σχετική βιβλιοθήκη για να τα χρησιμοποιούμε σε όποια προφίλ θέλουμε. Παρόμοια ποικιλία βρίσκουμε και στα Lighting Effects (Εφέ Φωτισμού). Μπορούμε να έχουμε πολλαπλά επίπεδα (layers) φωτισμού και υπάρχει φυσικά και εδώ η σχετική βιβλιοθήκη. Στο μενού Performance (Επιδόσεων) μπορούμε να ορίσουμε τι ακριβώς κλειδώνει το πλήκτρο Win Lock, καθώς μπορεί να απενεργοποιήσει όχι μόνο τα Windows Keys αλλά και άλλους συνδυασμούς πλήκτρων που βλέπετε στην εικόνα. Εκεί ορίζουμε επίσης και τις χρωματικές ενδείξεις του Win Lock, του πλήκτρου ελέγχου της έντασης της φωτεινότητας και της επιλογής προφίλ. Τέλος, στο μενού Onboard Profiles (Ενσωματωμένα Προφίλ, μπορούμε να σβήσουμε ή να αντικαταστήσουμε με το τρέχον προφίλ οποιοδήποτε από τα 5 hardware προφίλ της συσκευής. Περνάμε στη δεύτερη καρτέλα, το Dashboard, όπου μπορούμε να δούμε πληροφορίες για το σύστημά μας και τις υποστηριζόμενες συσκευές. Η τρίτη καρτέλα, αυτή του Instant Lighting (Στιγμιαίου Φωτισμού) αλλάζει άμεσα το φωτισμό σε ένα από τα διαθέσιμα στατικά χρώματα, σε όλες τις υποστηριζόμενες συσκευές. Η τελευταία καρτέλα είναι αυτή των Settings (Ρυθμίσεις). Το πάνω κομμάτι αφορά τις ρυθμίσεις της επιλεγμένης συσκευής ενώ το κάτω του λογισμικού iCue. Το κάτω κομμάτι έχει 4 καρτέλες. Εδώ βλέπουμε την General (Γενικά). Υπάρχει ακόμα η OSD που αφορά το On Screen Display... ...η Dashboard που αφορά το φόντο στην ομώνυμη καρτέλα που είδαμε... ...και η Sensor Logging που αφορά την καταγραφή των αισθητήρων που υποστηρίζει το iCUE. Από το μενού του iCUE στο system tray, μπορούμε να ενεργοποιήσουμε το iCUE Space... ...το οποίο μας δείχνει τις ίδιες πληροφορίες με το Dashboard, αλλά κάθεται στο δεξί μέρος του desktop μας, ακόμα και με το iCUE στο παρασκήνιο. Η Corsair έχει καταφέρει να συνδυάσει την πληρότητα στις λειτουργίες με την απλότητα χρήσης στο iCUE και αυτό είναι πάντα η συνταγή της επιτυχίας. Γι αυτό και το iCUE αποτελεί ένα από τα ισχυρά χαρτιά της εταιρίας όσον αφορά τις υποστηριζόμενες συσκευές της. Λογισμικό Stream Deck Ένα σημαντικό πλεονέκτημα του Corsair K95 RGB Platinum XT είναι η υποστήριξη των λειτουργιών του λογισμικού Stream Deck, το οποίο είχαμε δει αναλυτικά στο review του Elgato Stream Deck XL. Για να λειτουργήσει το παραπάνω, χρειάζεται να έχουμε τις τελευταίες εκδόσεις του Strem Deck και του iCUE και να ενεργοποιήσουμε την επιλογή Enable SDK στα settings του iCUE. Έχοντας καλύψει αυτές τις προϋποθέσεις, το Strem Deck μας δίνει τη δυνατότητα να αντιστοιχίσουμε λειτουργίες του στα 6 προγραμματιζόμενα G keys, ή εν προκειμένω S keys, εκ του Streaming, με τα μπλε keycaps. Τις λειτουργίες που μπορεί να μας προσφέρει το Stream Deck μπορείτε να τις δείτε αναλυτικά στο review του Elgato Stream Deck XL. Η υποστήριξη του Stream Deck είναι διαθέσιμη για όλη τη σειρά των K95 πληκτρολογίων της Corsair. Δοκιμές Στις δοκιμές που κάναμε, το Corsair K95 RGB Platinum XT τα πήγε εξαιρετικά. Το NKRO επιβεβαιώθηκε, αφού όπως μπορείτε να δείτε, μπορέσαμε να καταγράψουμε όλα τα πλήκτρα του πληκτρολογίου ταυτόχρονα. Ο έλεγχος για ghosting δεν έδειξε το παραμικρό πρόβλημα, κάτι που ήταν αναμενόμενο και από τα επιτυχή αποτελέσματα της λειτουργίας NKRO. Δοκιμάστηκαν όλοι οι δυνατοί συνδυασμοί πλήκτρων που τυπικά μπορεί να προκαλούν ghosting και μπορέσαμε να γράψουμε τη φράση "THE QUICK BROWN FOX JUMPS OVER THE LAZY DOG" κρατώντας πατημένα και τα 2 πλήκτρα Shift ταυτόχρονα. Η πληκτρολόγηση ήταν ιδιαίτερα ευχάριστη και η ποιότητα κατασκευής κορυφαία. Τόσο στη χρήση σε παιχνίδια όσο και στη συγγραφή του παρόντος review, το Corsair K95 RGB Platinum XT δεν άφησε κανένα παράπονο. Εν κατακλείδι Θυμάμαι στο review του Corsair K95 RGB Platinum ότι ο επίλογος ήταν διθυραμβικός, για ένα πραγματικά εξαιρετικό προϊόν και οι προτάσεις για βελτίωση λίγες. Τι θα μπορούσα λοιπόν να πω στον επίλογο του Corsair K95 RGB Platinum XT που έχει διατηρήσει όλα τα εξαιρετικά χαρακτηριστικά του προκατόχου του και έχει βελτιώσει τα 2 σημαντικότερα από τα 3 σημεία που είχαμε τότε προτείνει, ενώ παράλληλα προσέθεσε και την υποστήριξη του λογισμικού Elgato Stream Deck για τον προγραμματισμό των G keys; Το Corsair K95 RGB Platinum XT είναι ένα πληκτρολόγιο που θα ικανοποιήσει ακόμα και τον πιο απαιτητικό χρήστη. Διαθέτει εξαιρετικά υλικά και κορυφαία ποιότητα κατασκευής, όσες επιπλέον λειτουργίες μπορεί να βάλει ο νους και το πλήρες και λειτουργικό λογισμικό iCUE μαζί με το Elgato Stream Deck! Τα πλήκτρα του είναι τα Cherry MX Speed RGB που εκτός από τις απεριόριστες δυνατότητες φωτισμού και την εξαιρετική ποιότητα και αντοχή της Cherry, προσφέρουν στους gamers και το πλεονέκτημα της ταχύτερης ενεργοποίησης, καθώς ενεργοποιούνται στα 1,2 χιλιοστά αντί των 2 χιλιοστών όπου ενεργοποιούνται οι άλλοι διακόπτες της εταιρίας. Προσφέρεται όμως και με Cherry MX Brown RGB και Cherry MX Blue RGB για όποιους τους προτιμούν Η Corsair επέλεξε αυτή τη φορά να εξοπλίσει τη ναυαρχίδα της με PBT Double Shot Keycaps, κάτι που βελτιώνει την αίσθηση και αυξάνει σημαντικά την αντοχή και την μακροζωία του προϊόντος. Αντικατέστησε επίσης το λαστιχένιο wrist rest με ένα wrist rest από δερματίνη, με μαλακό αφρολέξ, για ξεκούραστη χρήση και αίσθηση πολυτέλειας. Κατά τη διάρκεια των δοκιμών η λειτουργικότητά του Corsair K95 RGB Platinum XT αποδείχτηκε άψογη και απέδωσε τα υποσχόμενα χωρίς καμία παρέκκλιση. Καθώς οι 1 1/2 από τις 3 προτάσεις μας για βελτίωση επί του Corsair K95 RGB Platinum καλύφθηκαν από το Corsair K95 RGB Platinum XT ενώ παράλληλα προστέθηκε και η υποστήριξη του Elgato Stream Deck, δε θα μπορούσαμε να έχουμε ιδιαίτερα παράπονα. Τα ABS keycaps του Corsair K95 RGB Platinum αντικαταστάθηκαν από PBT Double Shot Keycaps ενώ το wrist rest, αν και δεν είναι από αλουμίνιο όπως θα θέλαμε, απέκτησε μαλακό μαξιλαράκι από αφρολέξ και επένδυση από δερματίνη. Θα θέλαμε η θύρα USB Pass Through που διαθέτει να ήταν USB 3.0 αντί για USB 2.0 που είναι. Μικρό το κακό βέβαια διότι υποτίθεται πως θα συνδεθεί εκεί κάποιο ποντίκι ή κάτι όπως το Elgato Stream Deck XL, οπότε και δε θα υπάρχει διαφορά, αλλά γιατί να μην μπορούμε να συνδέσουμε ένα USB Flash Drive ή έναν εξωτερικό σκληρό δίσκο, χωρίς απώλεια ταχύτητας; Τη στιγμή της συγγραφής του παρόντος review, δεν μπορέσαμε να εντοπίσουμε το Corsair K95 RGB Platinum XT σε κάποιο Ελληνικό ή Ευρωπαϊκό κατάστημα. Η επίσημη τιμή του από την Corsair είναι στα 229,99 ευρώ που σε καμία περίπτωση δεν είναι χαμηλή, αλλά λαμβάνοντας υπ' όψιν τα χαρακτηριστικά του προϊόντος και το κόστος των PBT Double Shot Keycaps, θεωρούμε ότι το προϊόν αξίζει τα λεφτά του. Είναι εξ' άλλου πολύ πιθανόν η πραγματική τιμή του στα διαδικτυακά καταστήματα να είναι χαμηλότερη από την προτεινόμενη, όπως συνηθίζεται. Ας συνοψίσουμε λοιπόν τα πλεονεκτήματα και τα μειονεκτήματα του Corsair K95 RGB Platinum XT: Ο Kαλός - Εξαιρετική ποιότητα κατασκευής, υλικών και φινίρισμα. - Φωτισμός RGB. - Μηχανικοί διακόπτες Cherry MX Speed με ενεργοποίηση στα 1,2 χιλιοστά. - PBT Double Shot Key Caps. - Πολύ καλό λογισμικό ελέγχου iCUE. - Υποστήριξη λογισμικού Elgato Stream Deck. - NKRO και απουσία ghosting. - Multimedia Keys. - 6 προγραμματιζόμενα Macro Keys (G Keys / S keys). - Ρόδα ελέγχου έντασης ήχου και πλήκτρο σίγασης. - Αποθήκευση 5 προφίλ στο πληκτρολόγιο και επιλογής τους μέσω ειδικού πλήκτρου. - Wrist rest με αφρολέξ και δερματίνη. Ο Κακός - Η θύρα USB Pass Through θα μπορούσε να είναι τύπου USB 3.0 αντί για USB 2.0. - Το πάνω μέρος του σώματος του wrist rest θα μπορούσε να είναι από αλουμίνιο όπως το πληκτρολόγιο και όχι από πλαστικό. Ο Αδιάφορος - Η τιμή είναι υψηλή για ένα πληκτρολόγιο αλλά λογική αν υπολογίσουμε όλα τα χαρακτηριστικά και τις δυνατότητές του. Με βάση τα παραπάνω, η συνολική βαθμολογία του Corsair K95 RGB Platinum XT είναι:  theLAB.gr Ευχαριστούμε θερμά την Corsair για την παραχώρηση του δείγματος της δοκιμής. Πολύμερος Αχανιώτης 17/02/2020
  10. Edifier s730 2.1 λοιπόν,ηχεία καναδεζοκινεζικής εταιρίας... http://i182.photobucket.com/albums/x38/johnsonbgr/reviews/s730.gif ============================================================================= Ας ξεκινήσω με specs και διαστάσεις: Ηχεία: 20cm (ύψος) x 14cm (πλάγιο πλάτος - 15cm με το grill φορεμένο) x 12cm (πλάτος πρόσοψης) Subwoofer: 40cm (ύψος) x 44cm (πλάγιο πλάτος - με το grill - δεν περιλαμβάνεται η ψύχτρα του ενισχυτή) x 35cm (πλάτος πρόσοψης) Το Subwoofer έχει ένα 10" μεγάφωνο,και δεν είναι ported,έχει άλλα δύο 10" μεγάφωνα χωρίς πηνίο (Passive Radiators). Τα δίδρομα ηχεία βιβλιοθήκης,έχουν πάνω ένα 4" (3.5" Actually) midbass μεγάφωνο,και ένα tweeter. Ισχύς ενισχυτή κατασκευαστή,απόκριση συχνότητας και λοιπές πληροφορίες,τρόποι σύνδεσης: Power output: RMS 2 x 75W (4Ohm) + 150W (8Ohm) (THD=10%) Signal to noise ratio (amplifier SNR): >=85dBA Input sensitivity: PC: Ηχεία: 650mV +/- 50mV Subwoofer: 250mV +/- 50mV Frequency response: Ηχεία: 160Hz ~ 20kHz Subwoofer: 20Hz ~ 130Hz Το set μπορεί να συνδεθεί με αναλογική σύνδεση,και ψηφιακή σύνδεση. Στην ψηφιακή συνδέεται με οπτική (toslink) και ομοαξονική (coaxial). Επίσης στην αναλογική μπορεί να συνδεθεί με δύο πηγές. Το pc στην πρώτη stereo RCA είσοδο,και μια άλλη πηγή (πχ cd changer,dvd player,tuner κτλ) στην δεύτερη stereo RCA είσοδο. Τι κατάλαβα εγώ από ισχύ: Από ισχύ,τα ηχεία δέχονται 75w max (το καθένα) στα 4ohm,και ο μετασχηματιστής του ενισχυτή καταναλώνει 1A στα 240v. 1(a) x 240(v) = 240(w) (70% A/B Class Amplifier Efficiency) Υπολογίζω η υσχή να είναι περίπου 150w το subwoofer,και 45w το κάθε ηχείο. Ή 2x50w και 140w το subwoofer,κάτι τέτοιο πάντως. Από εκεί και πέρα τα ohm και η ευαισθησία παίζουν ρόλο,την οποία ευαισθησία των ηχείων δεν την ξέρω. Παρόλα αυτά είναι αν όχι το δυνατότερο,ένα απ'τα δυνατότερα 2.1 multimedia sets. Οι φωτογραφίες τώρα: Το κουτί 30 κιλών που το έφεραν δύο άτομα: http://i182.photobucket.com/albums/x38/johnsonbgr/reviews/DSC03530.jpg http://i182.photobucket.com/albums/x38/johnsonbgr/reviews/DSC03533.jpg Ότι καλώδιο κτλ περιλάμβανε η συσκευασία: http://i182.photobucket.com/albums/x38/johnsonbgr/reviews/DSC03357.jpg (Stereo RCA,Stereo RCA to Stereo 3.5mm Jack,Coaxial Cable) Το όμορφο εργονομικό Control Pod: http://i182.photobucket.com/albums/x38/johnsonbgr/reviews/DSC03386.jpg http://i182.photobucket.com/albums/x38/johnsonbgr/reviews/DSC03403.jpg Το τηλεχειριστήριο: http://i182.photobucket.com/albums/x38/johnsonbgr/reviews/DSC03482.jpg Τα ηχεία βιβλιοθήκης: Ηχείο μόνο του http://i182.photobucket.com/albums/x38/johnsonbgr/reviews/DSC03362.jpg Ζεύγος - Το ένα με την σήτα,το άλλο χωρίς http://i182.photobucket.com/albums/x38/johnsonbgr/reviews/DSC03370.jpg Τα δύο με σήτα,σε ρομαντική ατμόσφαιρα () http://i182.photobucket.com/albums/x38/johnsonbgr/reviews/DSC03373.jpg Και η πίσω μεριά: http://i182.photobucket.com/albums/x38/johnsonbgr/reviews/DSC03463.jpg Τώρα η στιγμή που όλοι περιμέναμε.Το subwoofer τέρας! Μπροστά: http://i182.photobucket.com/albums/x38/johnsonbgr/reviews/DSC03419.jpg Άλλο μπροστινό πλάνο: http://i182.photobucket.com/albums/x38/johnsonbgr/reviews/DSC03374.jpg Χωρίς την σήτα: http://i182.photobucket.com/albums/x38/johnsonbgr/reviews/DSC03523.jpg (Ξέρω ακριβώς με τι μοιάζει μην μου το θυμίζετε,αλλά καμιά σχέση,δεν είναι Tangband. Edifier μεγάφωνο - Το Tangband των Logitech) Passive Radiators: http://i182.photobucket.com/albums/x38/johnsonbgr/reviews/DSC03515.jpg Διακριτικό: http://i182.photobucket.com/albums/x38/johnsonbgr/reviews/DSC03518.jpg Και η πίσω μεριά: http://i182.photobucket.com/albums/x38/johnsonbgr/reviews/DSC03457.jpg (Υπερφωτισμένη φωτογραφία - Ρημάδι light sensor) Και εδώ το μέγεθος σε σύγκριση το sub των z-5500 (photo από edifier.com.ua): http://i182.photobucket.com/albums/x38/johnsonbgr/reviews/08.jpg (Muahahaha :devil: ) Και τώρα θα δείξω τα επιπλέον "κόλπα": Αν φτάσετε μέχρι εδώ εν ώρα μουσικόματος,είστε αξιέπαινοι (ή έχετε προβλήματα ακοής ) http://i182.photobucket.com/albums/x38/johnsonbgr/reviews/DSC03474.jpg Συνεχίστε,καλά το πάτε,σας περιμένει μια έκπληξη: http://i182.photobucket.com/albums/x38/johnsonbgr/reviews/DSC03475.jpg (Δεν συνιστάται να μείνουν πολύ ώρα έτσι.Ενδέχεται να ζεστένεται ο ενισχυτής και να σβήνει,ή να αλλάζετε τις ασφάλεις με το κιλό.Υπάρχει περίπτωση να υπεροδηγήσει ο ενισχυτής τα ηχεία,και να τρέχετε για μεγάφωνα,αλλά και ακόμα να μην πάθαιναν τίποτα,όποιος αντέξει το THD να μου το πει.) "Εμένα ξέρεις,δεν μου αρέσει το Control Pod,θέλω να γίνεται ένα με το γραφείο. :getlost:" Είπες κάτι; () http://i182.photobucket.com/albums/x38/johnsonbgr/reviews/DSC03471.jpg http://i182.photobucket.com/albums/x38/johnsonbgr/reviews/DSC03470.jpg PhotoRound 2:Εσωτερικό! Μεγάφωνο Subwoofer: http://i182.photobucket.com/albums/x38/johnsonbgr/reviews/DSC03601.jpg (μου φέρνει thriller στο μυαλό η σκοτεινή photo.) Πίσω μέρος μεγάφωνου Subwoofer: http://i182.photobucket.com/albums/x38/johnsonbgr/reviews/DSC03609.jpg Το στρογγυλό πράμα είναι Magnetic Shielding,πάλι καλά που δεν το ξέχασαν να το βάλουν όπως στα Logitech. Πλάγιο μέρος μεγάφωνου Subwoofer (αράχνη και πηνίο): http://i182.photobucket.com/albums/x38/johnsonbgr/reviews/DSC03623.jpg Passive Radiator: http://i182.photobucket.com/albums/x38/johnsonbgr/reviews/DSC03605.jpg Ενισχυτής: http://i182.photobucket.com/albums/x38/johnsonbgr/reviews/DSC03604.jpg (Δεν μπόρεσα να βγάλω καλύτερη photo.) Ηχείο: http://i182.photobucket.com/albums/x38/johnsonbgr/reviews/DSC04073.jpg Crossover: http://i182.photobucket.com/albums/x38/johnsonbgr/reviews/DSC04074.jpg (κάπου είχε κολλήσει το πράμα και δεν έβγαινε για να βγάλω photo το crossover.) Midbass μεγάφωνο: http://i182.photobucket.com/albums/x38/johnsonbgr/reviews/DSC04081.jpg Πλαίσιο: http://i182.photobucket.com/albums/x38/johnsonbgr/reviews/DSC04082.jpg Και έλεγα και εγώ,γιατί είναι τόσο βαρύ; Πόσο κιλά είναι επιτέλους ένας 250w μετασχηματιστής,και ένα μεγάφωνο 10 ιντσών; Έλα μου όμως που ο μετασχηματιστής δεν είναι 250w,είναι μεγαλύτερος από τον μετασχηματιστή των z-5500, και πιάνει το μισό κουτί μέσα: http://i182.photobucket.com/albums/x38/johnsonbgr/reviews/DSC03576.jpg Πληροφορίες μετασχηματιστή: http://i182.photobucket.com/albums/x38/johnsonbgr/reviews/DSC03580.jpg Ο μετασχηματιστής είναι μάρκας Eaglerise,500VA(=350w?) το λιγότερο,και ένας από τους παρακάτω: http://www.eaglerise.com/Special+Audio+Power+Toroidal+Transformer-china/Special+Audio+Power+Toroidal+Transformer-Special+Audio+Power+Toroidal+Transformer-381/ ============================================================================= Πρώτες εντυπώσεις/σχόλια/παρατηρήσεις: Να πω δυό λόγια τώρα για τον ήχο,για το τι μου άρεσε,και για τι δεν μου άρεσε. Καταρχήν να πω ότι πρόκειτε ίσως για το καλύτερο σετ 2.1 που υπάρχει σε αυτό το κόστος (250ε). Τα ηχεία είναι πολύ στιβαρή κατασκεύη,με πολύ καλή ποιότητα ήχου,ποιότητα κατασκεύης,αλλά και έντασης ήχου. Τέτοια πράγματα δεν βλέπεις συχνά σε multimedia ηχοσύστημα. Στην αρχή για να δοκιμάσω ότι όλα είναι εντάξει,έβαλα τα ηχεία πάνω στο sub,και τα σύνδεσα στην onboard κάρτα ήχου του laptop που έχω (Μια SoundMax με ΚΑΚΙΣΤΟ ήχο). Η απογοήτευση της χρονιάς. Αργότερα στήνω τα ηχεία στο γραφείο σε διάταξη 2.1,και τα σύνδεσα στην onboard άλλου pc με Coaxial,και η απογοήτευση που έφαγα απ'την onboard,έγινε τρέλα και μόνο που δεν έβαλα τις φωνές. Σημπέρασμα:Αν δεν έχετε καλή κάρτα ήχου για analog σύνδεση,ή onboard με ψηφιακή έξοδο,τζάμπα θα τα πάρετε. Τα δουλεύω τώρα και λίγες ώρες κάθε μέρα (3 μέρες τα έχω),για να στρώσουν οι κώνοι. Καμιά βδομάδα υπολογίζω να έχω το στρώσιμο υπόψιν,μετά θα τα αφήσω να φτιάξουν με τον καιρό. Πέρα από αυτά... Τι μου άρεσε με λίγα λόγια: * Τα ηχεία έχουν πάρα πολύ καλό ήχο.Τα tweeter βγάζουν καθαρό ήχο υψηλών συχνοτήτων,λεπτομέριας που μπορεί να ακουστούν πράγματα που ούτε καν ξέρατε ότι παίζονται στο τάδε τραγούδι,όταν το ακούγατε με ηχεία τύπου x-540. * Το subwoofer χτυπάει πολύ δυνατά,και στο Control Pod υπάρχουν δύο επιλογές*,που μπορείτε όταν ακούτε όργανα,να το χαμηλώσετε περισσότερο από 98%,και έτσι να μην ενοχλεί μπουμάροντας,όπως γίνεται πολλές φορές με Logitech ηχεία. *Subwoofer -10 - +10 Bass -6 - +6 * Το φως της οθόνης στο Control Pod,πάει +1 μέχρι +7,έτσι αν φαίνεται πολύ φωτεινό,ρυθμίζει. Τι ΔΕΝ μου άρεσε: * Το tweeter παίζει σε όλες τις εντάσεις,εμφανές πιο δυνατά απ'το midbass μεγάφωνο,πράγμα που σε μουσική όπως instrumental και jazz,να είναι κάπως ενοχλητικό,επειδή σε τέτοια μουσική,χρειάζονται και οι μεσαίες. Παρόλα αυτά,στο Control Pod,υπάρχει μια επιλογή "Treble",και στο -2 τον βρήκα εντάξει τον ήχο. (Παίζει σωστά σε πολλά ήδη μουσικής,αλλά και σε όσα δεν παίζει σωστά και έχει πολύ τσιρίδι,πάλι καλά έχει το control pod όσες επιλογές θες.) * Από ξύλινα ηχεία,με 4" midrange woofer μεγάφωνο,περίμενα να είχε περισσότερες "χαμηλές",αλλά δυστυχώς το έχουν κόψει στα 160hz. Πρόβλημα δεν υπάρχει,καθώς το subwoofer κάνει την δουλειά,αλλά έχω ένα κόλλημα με το μπάσο,δεν θέλω να με χτυπάει μόνο απ'το sub. * Μέχρι Coaxial Cable βάλανε μέσα οι άνθρωποι να μην ψάχνεσαι,αλλά το Power Plug το βρήκανε προαιρετικό,γι'αυτό δεν υπήρχε ίχνος καλωδίου ρεύματος μέσα,αλλά είχα δικό μου. * Ωραίο θα ήταν να υπήρχε και Dolby Digital Decoding,αλλά σε 2 κανάλια δεν χάνεται και ο κόσμος,ούτε με ενδιαφέρει,επειδή για μουσική προορίζονται. * Ξεκινάει με +20 Volume,και μπορεί να σας κοψοχολιάσει καμιά κραύγη από metal μουσική ας πούμε. (Αυτό γίνεται μόνο όταν κλειστεί ο ενισχυτής από τον κεντρικό διακόπτη,και μετά ξανα-ανάψει.) Εντυπώσεις/σχόλια/παρατηρήσεις εμπειρίας: Μετά από περίπου 12 μέρες κατοχής του συγκεκριμένου σετ,συνεχίζω να μην βρίσκω κατά. Παρόλα αυτά θέλω να αναφέρω κάποια πράγματα που πρόσεξα. Το Subwoofer μετά από στρώσιμο που του έκανα,εξακολουθεί να έχει πολύ σφιχτή ανάρτηση,και να συμπεριφέρεται σαν όχι και τόσο οδηγός μεγάλης διαδρομής (excursion driver),χωρίς βέβαια να εννοώ ότι δεν κουνιέται καν. Άκυρο... Πάνω από μια ίντσα διαδρομή κάνει. Αυτό μόνο κατά δεν έχει.Αντιθέτως είναι ένα πολύ καλό γεγονός θα έλεγα,επειδή με λίγα λόγια και χωρίς πολλά πολλά,το πηνίο δεν "πάει βόλτα" σε σχέση με τους οδηγούς μεγάλης διαδρομής,με αποτέλεσμα να μένει στην αρχική θέση του και να αναπαράγει πιστότερα την συχνότητα που στέλνει ο ενισχυτής. Άκυρο... Πάνω από μια ίντσα διαδρομή κάνει. Κάτι άλλο που πρόσεξα,είναι ότι μέσα,όλες οι συνδέσεις προς ηχεία και μεγάφωνο subwoofer,όλες έχουν καλώδιο ήχου,και όχι κλασικό ρεύματος όπως παρόμοια σετ. Επίσης παρατήρησα ότι η επιλογή "Bass" στο control pod,δεν ανεβάζει μόνο μπάσο,αλλά κατά κάποιον μαγικό τρόπο,τα ηχεία αποκτούν τουλάχιστον άλλα 30% εμφανές μεσαίες συχνότητες,όταν η επιλογή "Bass" είναι στο full. ============================================================================= Τιμή του σετ: Πάνω/Κάτω 270ε,αλλά είναι μια αγορά που αξίζει να γίνει,και είναι μικρό το κόστος σε σύγκριση τι παίρνεις. Μου φαίνεται ότι αυτό ήταν.Σχόλια κτλ,ευπρόσδεκτα.:triniti: Update: Photos απ'το εσωτερικό. Αν εξαφανιστεί καμιά φωτογραφία,πείτε το,τις έχω ανεβάσει και σε άλλο και εκτός photobucket.
  11. Εισαγωγή Κάποτε, κάποιος φίλος μου, σε μια κουβέντα που είχαμε σχετικά με τα περιφερειακά, μου είχε αναφέρει ότι δεν υπάρχει τέλειο ποντίκι σε όλους τους τομείς. Χρόνια μετά και αφότου έχουν περάσει δεκάδες από τα χέρια μου, δεν έχω παρά να συμφωνήσω. Αλλά εν τέλη τι εστί τέλειο και τι σημασία έχει εφόσον ένα ποντίκι ικανοποιεί τον κάτοχο του; Προσωπικά, θα πω καμία. Ας περάσουμε λοιπόν να δούμε πόσο ικανοποιημένος έμεινα από το Glaive RGB Pro Gaming Mouse της Corsair και πόσο πλησιάζει το τέλειο. Πριν περάσουμε στην παρουσίαση όμως, καλό θα ήταν να αφιερώσετε ένα λεπτό, στην κυριολεξία, ώστε πάρετε μια πρώτη ιδέα για το συγκεκριμένο ποντίκι παρακολουθώντας το επίσημο promotional video της κατασκευάστριας εταιρίας, Corsair. Ας περάσουμε λοιπόν τώρα στην παρουσίαση. Συσκευασία - Παρελκόμενα Η συσκευασία "φωνάζει" από μακριά ότι πρόκειται για προϊόν της Corsair. Όπως και στο "Corsair Ironclaw RGB Wireless Mouse" που παρουσιάσαμε πρόσφατα, έτσι και εδώ, συναντάμε την τυπική κιτρινόμαυρη συσκευασία που συναντάμε εδώ και αρκετό καιρό στα gaming περιφερειακά προϊόντα της Corsair. Μια όμορφη, λιτή και δίχως πολλά παρελκόμενα συσκευασία. Στην εμπρόσθια όψη της συσκευασίας απεικονίζεται μια μεγάλη φωτογραφία από το ποντίκι, ενώ στην πίσω όψη της συναντάμε τα τεχνικά χαρακτηριστικά του Glaive RGB Pro σε αρκετές γλώσσες, πλην των Ελληνικών δυστυχώς, όπως μερικές ακόμα φωτογραφίες από το ποντίκι και των εναλλακτικών μαγνητικών thumb grips. Όσο αφορά τις δύο πλαϊνές όψεις της συσκευασίας, αυτές εξυπηρετούν κατά κύριο λόγο αισθητικούς σκοπούς, όντας μαύρες για λόγους αντίθεσης και χωρίς κάποια ιδιαίτερης αξίας πληροφορία. Ανοίγοντας την συσκευασία, συναντάμε το ποντίκι, τα εναλλάξιμα μαγνητικά thumb grips, ένα υποτυπώδες εγχειρίδιο χρήσης, έναν οδηγό εγγύησης καθώς και ένα χαρτί σχετικά με την ανακύκλωση. And... that's all. Τεχνικά Χαρακτηριστικά Τα τεχνικά χαρακτηριστικά του Corsair Glaive RGB PRO Gaming Mouse παρατίθενται στον παρακάτω πίνακα: Εγγύηση 2 χρόνια Προγραμματιζόμενα κουμπιά 7 DPI 18,000 DPI Σένσορας PMW3391 Τύπος σένσορα Οπτικός Backlighting 3 ζωνών RGB On Board μνήμη Ναι Profiles on board μνήμης 1 Τύπος πλήκτρων Omron Συνδεσιμότητα Ενσύρματο Ανθεκτικότητα πλήκτρων 50M L/R Click Τύπος λαβής Palm Βάρος 115γρ (χωρίς καλώδιο και αξεσουάρ) Λογισμικό CUE Υποστηρίζεται στο iCUE Καλώδιο 1,8 μέτρα, υφασμάτινο Τύπος παιχνιδιού FPS, MOBA Report Rate 1000Hz / 500Hz / 250Hz / 125Hz Σύμφωνα με την Ευρωπαϊκή ιστοσελίδα της Corsair, η προτεινόμενη τιμή λιανικής του "Glaive Pro RGB Gaming Mouse" ανέρχεται στα 79,99€, με την τιμή του στην Ελλάδα να ξεκινάει από τα 83,10€ κατά το χρόνο συγγραφής της παρουσίασης. Επίσης η εγγύηση του ανέρχεται στα 2 έτη. Κάτω από το φακό To Glaive RGB Pro είναι σχεδιασμένο αποκλειστικά για δεξιόχειρες χρήστες και πιο συγκεκριμένα εκείνους που προτιμούν το palm-grip. Φέρει επίσης 7 πλήρως προγραμματιζόμενα κουμπιά που βρίσκονται στο κέντρο και προς τα αριστερά του, ώστε το πάτημα τους να γίνεται με τον αντίχειρα ή τον δείκτη. Όσο αφορά το αισθητικό κομμάτι, αρχικά να αναφέρω πως το ποντίκι είναι σχετικά μικρό σε μέγεθος, με gaming, αλλά όχι υπερβολική αισθητική. Το συνολικό του μήκος αγγίζει τα 12.5 εκατοστά και το πλάτος του κυμαίνεται από 6.5, 7 και 8.5 εκατοστά ανάλογα το μαγνητικό thumb grip που του έχει τοποθετηθεί, ενώ το βάρος του ανέρχεται στα 115 γραμμάρια. Στις πλαϊνές πλευρές του Glaive RGB Pro και εκεί όπου ακουμπάει ο χρήστης, η Corsair έχει τοποθετήσει μια λαστιχένια επίστρωση με επιφανειακή διαμόρφωση Knurlink (κανελάζ) , πράγμα που -πέρα από το καλύτερο και πιο σταθερό κράτημα που προσφέρει- βοηθάει αρκετά το καλοκαίρι όσο αφορά τον ιδρώτα. Στην επάνω αριστερά πλευρά του Glaive βρίσκουμε 5 ενδεικτικά LED τα οποία εξυπηρετούν στην ένδειξη του DPI προφίλ που έχει επιλέξει ο χρήστης. Στην εμπρόσθια του βλέπουμε την έξοδο του καλωδίου καθώς και κάποιες γρίλιες που στο κάτω μέρος τους και πίσω από αυτές υπάρχει ένα ημιδιάφανο πλαστικό κομμάτι έτσι ώστε να διαπερνάται από τον RGB φωτισμό και να δημιουργεί ένα ωραίο εφέ όπως θα δείτε σε παρακάτω φωτογραφίες. Τέλος, στην κάτω πλευρά του Glaive RGB Pro, βρίσκουμε τέσσερα pads, δύο μικρά στο πάνω μέρος και δύο μεγαλύτερα στο κάτω μέρος καθώς και τον οπτικό αισθητήρα "PMW3391" των 18,000 DPI. Corsair iCue Η Corsair φυσικά, όπως και οι περισσότεροι κατασκευαστές, δεν θα μπορούσε να μην προσφέρει το δικό της λογισμικό διαχείρισης περιφερικών. Το Glaive RGB Pro είναι πλήρως συμβατό με την σουίτα διαχείρισης της Corsair, Corsair iCue, για την παραμετροποίηση του. Η πρώτη καρτέλα του iCue αφορά την δημιουργία, διαχείριση αλλά και εναλλαγή προφίλ. Μπορούμε να δημιουργήσουμε προφίλ ανάλογα το παιχνίδι ή την εφαρμογή που θέλουμε, με τις ρυθμίσεις που θέλουμε και η εναλλαγή τους να γίνεται αυτόματα στις μη gaming εφαρμογές με το που έρθει το παράθυρο της εφαρμογής στο παρασκήνιο. Με αυτό τον τρόπο μπορείτε να έχετε ένα προφίλ αποκλειστικά για το Photoshop και ένα άλλο ξεχωριστό για το Premiere για παράδειγμα. Επόμενη στη σειρά είναι η καρτέλα "Actions". Στη συγκεκριμένη καρτέλα μπορούμε να φτιάξουμε μακροεντολές, είτε να κάνουμε remapping κάποια πλήκτρα. Όπως μπορείτε να δείτε στην παρακάτω φωτογραφία παρέχονται δεκάδες επιλογές παραμετροποίησης. Και τώρα σειρά έχει η καρτέλα των εφέ φωτισμού. Το Glaive RGB Pro προσφέρει 3 ανεξάρτητες ζώνες φωτισμού, μια στο μπροστινό μέρος, μια στα πλαϊνά όπου αφορούν τις κάθετες πλευρές και μια στο λογότυπο της Corsair που βρίσκεται πάνω στο ποντίκι. Μια ακόμα ζώνη φωτισμού θα μπορούσαν να θεωρηθούν και οι ενδείξεις LED καθώς είναι πλήρως παραμετροποιήσιμες όσον αφορά στον χρωματισμό τους, όχι μεμονωμένα όμως η κάθε μια, κάτι που θα ήταν αρκετά ενδιαφέρον αν ήταν εφικτό να γίνει. Για παράδειγμα, διαφορετικό χρώμα ανάλογα την επιλογή DPI. Στο παρακάτω βίντεο μπορείτε να δείτε τα εφέ που προσφέρει το Glaive RGB Pro και πως φωτίζει το κάθε ένα από αυτά το ποντίκι. Στη συνέχεια βλέπουμε την καρτέλα ρύθμισης των DPI. Στη συγκεκριμένη καρτέλα μπορούμε να φτιάξουμε όσα προφίλ με 6 επιλογές DPI θέλουμε, όπου η μια από αυτές αφορά αποκλειστικά το "Sniper" mode. Η εναλλαγή μεταξύ τους γίνεται από τα πλήκτρα που βρίσκονται κάτω από την ροδέλα με εξαίρεση την επιλογή Sniper όπου θα πρέπει να προγραμματίσετε κάποιο κουμπί στην καρτέλα "Actions" που θα κάνει αυτή τη λειτουργία. Αυτό μπορείτε να το κάνετε με τον παρακάτω τρόπο: Μεταβείτε στο iCue στην καρτέλα "Actions" Επιλέξτε πάνω αριστερά το κουμπί που θέλετε να επαναπροσδιορίσετε Κάντε κλικ στην καρτέλα "REMAP -> MOUSE BUTTON" Επιλέξτε από κάτω την επιλογή Sniper Και τέλος αλλάξτε το "Action trigger" από "While Pressed" σε "Toogle On/Off" Πολύ θετικό στοιχείο είναι επίσης η ύπαρξη των 5 ενδείξεων LED που μας δείχνουν από το 1 έως το 5 την επιλογή DPI που έχουμε επιλέξει, τα οποία μάλιστα είναι και εκείνα full RGB και πλήρως προγραμματιζόμενα όσο αφορά το χρώμα τους συνολικά μέσω της σουίτας iCue. Συνεχίζουμε στην καρτέλα Performance. Εδώ υπάρχουν οι επιλογές για ενεργοποίηση ή απενεργοποίηση του Angle Snapping, Enchange Pointer Precision όπως και μια μπάρα ρύθμισης της ταχύτητας του δείκτη του ποντικιού. Τέλος, η καρτέλα Surface Calibration. Στη συγκεκριμένη καρτέλα μπορούμε να κάνουμε calibration τον αισθητήρα (PMW3391) πάνω στην επιφάνεια που χρησιμοποιούμε ώστε να βελτιστοποιήσουμε την απόδοση του. Αποτελέσματα Μετρήσεων Στη συγκεκριμένη ενότητα θα σας παρουσιάσουμε τις επιδόσεις του Corsair Glaive RGB Pro και πως αποδίδει σε σχέση με τα υπόλοιπα gaming ποντίκια που σας έχουμε παρουσιάσει το τελευταίο διάστημα. Για την μέτρηση των επιδόσεων χρησιμοποιήσαμε το Enotus Mouse Test και πραγματοποιήσαμε 3 διαφορετικές μετρήσεις, σε 5 επίπεδα DPI. Όλες οι μετρήσεις του Glaive RGB Pro πραγματοποιήθηκαν σε ένα Genesis M12 Maxi Flash mousepad. Ξεκινώντας από το Polling Rate, όντας το σημαντικότερο κριτήριο για πολλούς Gamers, οι τιμές ήταν σχεδόν πανομοιότυπες καθώς κυμάνθηκαν από 972Hz έως και 975Hz, ελάχιστα μικρότερες δηλαδή από αυτές του Dark Core & Ironclaw RGB Wireless. Συνεχίζοντας στην δεύτερη μέτρηση που αφορά το Accuracy, οι μετρήσεις έδειξαν εξίσου καλά αποτελέσματα με την μικρότερη μέτρηση να ανέρχεται σε 93,8% και την μεγαλύτερη σε 98,5%. Η διαφορά είναι αρκετά μικρή και κατά πάσα πιθανότητα οφείλεται στην έλλειψη της τόσο μεγάλης ακρίβειας του χεριού στην πραγματοποίηση κάθε μέτρησης στις διαφορετικές τιμές DPI. Τέλος, όπως και στην παρουσίαση του Ironclaw RGB Wireless, αφήσαμε τις μετρήσεις που μας απασχόλησαν περισσότερο, αυτές του Smoothness. Οι μετρήσεις του Glaive RGB Pro, παρά την μικρότερη ποσοστιαία διακύμανση ανάλογα την τιμή DPI, είναι εξίσου κακές όπως και αυτές που Ironclaw το οποίο φέρει και εκείνο τον ίδιο αισθητήρα. Δεδομένου όμως ότι τόσο στην παρουσίαση του Ironclaw, όσο και του Glaive δεν παρατηρήθηκε ίχνος κακών επιδόσεων, θεωρούμε πως ενδεχομένως υπάρχει κάποια ασυμβατότητα ανάμεσα στον τρόπο λειτουργίας του αισθητήρα τους και στον τρόπο πραγματοποίησης των μετρήσεων "Smoothness" του Enotus. Εμπειρία Χρήσης Η εμπειρία χρήσης μου με το Glaive RGB Pro ήταν αρκετά ενδιαφέρουσα. Και αυτό διότι σαν claw προς palm-grip τύπος, το βρήκα αρκετά βολικό με το δεύτερο από τα τρία συνολικά thumb grips (βλέπετε φωτογραφίες παραπάνω) στο σχετικά μικρό μου χέρι. Κάθετε πολύ καλά στο χέρι μου και πατάω όλα τα κουμπιά με άνεση. Μάλιστα σαν μικρό ποντίκι που είναι σκέφτομαι ότι δεν θα είναι ιδανικό για τύπους με μεγαλούτσικο χέρι, καθώς το δάκτυλο μου σε palm-grip κυριολεκτικά αγγίζει το τέλος του αριστερού κλικ. Μπορώ να πως επίσης ότι το βρήκα πιο βολικό από διάφορα άλλα ποντίκια που έχω στην κατοχή μου, παρόλο που απευθύνεται σε palm-grip τύπους. Επίσης, παρόλο που δεν υπάρχει η δυνατότητα παραμετροποίησης του βάρους του, είναι όσο πρέπει για τα δικά μου γούστα. Δεν είναι ούτε πολύ ελαφρύ ώστε σε απότομες κινήσεις να "εκτοξεύεται", ούτε πολύ βαρύ ώστε να κουράζει μετά από πολύωρη χρήση. Όσο αφορά τα παιχνίδια, το βρήκα αρκετά ακριβές, με μηδαμινό latency, χάρις φυσικά στα 1000Hz polling rate, όπως τα περισσότερα ποντίκια άλλωστε τώρα πλέον, και μου άρεσε αρκετά η δυνατότητα αλλαγής ανάμεσα στα 5 προφίλ DPI on the fly με μόλις δύο κουμπιά (ένα πάνω, ένα κάτω) και η ένδειξη αυτών μέσω των 5 LED που φέρει το ποντίκι. Κάπου εδώ θα ήθελα να αναφέρω όμως ένα αρνητικό στοιχείο που παρατήρησα μετά από πολύωρη gaming και μη χρήση. Ο RGB φωτισμός επιφέρει θερμότητα στο ποντίκι σε σημείο που να είναι αισθητή στον χρήστη, ελάχιστα αισθητή βέβαια αλλά αισθητή. Παρόλα αυτή δεν βρήκα τα χέρια μου να ιδρώνουν παραπάνω από το φυσιολογικό τώρα το καλοκαίρι και πιθανόν το χειμώνα να αποτελέσει ένα ωραίο χαρακτηριστικό. Τέλος, όσο αφορά την ροδέλα του, κάτι που με ξένισε αρκετά είναι ότι δεν υπάρχει η δυνατότητα επιλογής της ταχύτητας του scroll, adaptive scroll speed ανάλογα το πόσο γρήγορα γυρίζει η ροδέλα ή η δυνατότητα free scroll. Παρόλα αυτά έχει πολύ ωραία κύλιση με steps, δεν ακούγεται σχεδόν καθόλου και είναι λαστιχένια, πράγμα που βελτιώνει την επαφή μαζί της. Επιπλέον το μεσαίο κλικ από άποψη δύναμης πατήματος είναι λίγο πιο σκληρό από τα αριστερό - δεξιό κλικ και κάνει ένα ωραίο clicky ήχο όταν πατιέται. Επίλογος Και κάπου εδώ φτάνει το τέλος της σημερινής παρουσίασης. Εν κατακλείδι, το Glaive RGB Pro είναι πλήρως παραμετροποιήσιμο, τόσο στο αισθητικό κομμάτι μέσω της iCue πλατφόρμας, όσο και στο πρακτικό κομμάτι μέσω των εναλλάξιμων thumb grips. Προσφέρει επίσης την κλασσική ποιότητα ενός Corsair προϊόντος, καθώς και άριστες επιδόσεις. Όλα τα παραπάνω λοιπόν το καθιστούν μια ολοκληρωμένη πρόταση, σε όλους τους τομείς, με μια κάπως αυξημένη σχετικά τιμή που όμως δικαιολογείται αν αναλογιστούμε τις επιδόσεις του, το RGB στοιχείο και τις παραμετροποιήσεις που προσφέρει. Συνοψίζοντας λοιπόν, τα υπέρ και τα κατά του Corsair Glaive RGB Pro Gaming Mouse, είναι: Ο καλός Αίσθηση διακοπτών Ποιότητα κατασκευής RGB φωτισμός 3 ζωνών Οπτικός αισθητήρας 18000 DPI Πλήρως παραμετροποιήσιμο μέσω του iCue Ο κακός Σχετικά υψηλή τιμή * Αποτελέσματα μετρήσεων smoothness Τα RGBs θερμαίνουν την επιφάνεια του ποντικιού Μη παραμετροποιήσιμη ροδέλα μέσω του software * Με βάση τα παραπάνω, η βαθμολογία του Corsair Glaive RGB Pro Gaming Mouse είναι:  TheLAB.GR Ευχαριστούμε θερμά την Corsair για την παραχώρηση του δείγματος της δοκιμής. UltraB - 20/08/2019
  12. Εισαγωγή Η φόρτιση των συσκευών που μας συνδέουν με τον κόσμο είναι μια καθημερινή δραστηριότητα που όσο περισσότερο την απλοποιούμε τόσο καλύτερη γίνεται η εμπειρία χρήσης. Η ασύρματη φόρτιση είναι μια τέτοια διαδικασία απλοποίησης που μας επιτρέπει να αποφύγουμε το καλώδιο και τη σύνδεση / αποσύνδεσή του, με το κόστος της πιο αργής και λιγότερο αποδοτικής φόρτισης. Με τους φορτιστές και τις συσκευές να υποστηρίζουν όλο και περισσότερα watt για ταχύτερη φόρτιση, οι ασύρματοι φορτιστές δεν είχαν άλλη επιλογή από το να ακολουθήσουν. Έτσι, η Choetech έφερε στην αγορά το ChoetechT535-S PowerDual 5 Coils Fast Wireless Charger Pad, μια επιφάνεια ασύρματης φόρτισης που υποστηρίζει τη φόρτιση με ισχύ μέχρι και 10W ανά συσκευή, ενώ παράλληλα μπορεί να φορτίσει 2 συσκευές ταυτόχρονα, με μέγιστη συνολική ισχύ φόρτισης τα 18W. Χαρακτηριστικά Τo ChoetechT535-S PowerDual 5 Coils Fast Wireless Charger Pad διαθέτει 5 πηνία φόρτισης, με αποτέλεσμα να μπορεί να φορτίσει συσκευές ανεξαρτήτως του τρόπου που θα τοποθετηθούν πάνω του, καθώς επίσης και να φορτίσει 2 συσκευές ταυτόχρονα με συνολική ισχύ 18W! Μπορεί να φορτίσει συσκευές όπως τα iPhone Xs, Xs Max, XR, X, 8 και 8Plus με 7.5W και συσκευές όπως τα Samsung Galaxy Note 9, S9, Note 8 και S8 με 10W! Μπορεί επίσης να φορτίσει με 5W όλες τις υπόλοιπες Qi-Enabled συσκευές. Καθώς το ChoetechT535-S PowerDual 5 Coils Fast Wireless Charger Pad δεν έρχεται με το δικό του φορτιστή / τροφοδοτικό, για όλα τα παραπάνω χρειάζεται να τροφοδοτείται από κάποιο φορτιστή τύπου QC 3.0. Η σύνδεση του ChoetechT535-S PowerDual 5 Coils Fast Wireless Charger Pad γίνεται μέσω υποδοχής USB-C. Είναι πολύ θετικό που περισσότερες συσκευές υιοθετούν την εν λόγω υποδοχή και ελπίζω κάποια στιγμή να έχουμε μόνο ένα τύπο καλωδίου για όλα. Φωτογράφιση To ChoetechT535-S PowerDual 5 Coils Fast Wireless Charger Pad έρχεται σε ένα λευκό κουτί του οποίου η εμπρός όψη έχει στο κέντρο της μια οβάλ διαφάνεια, που επιτρέπει να βλέπουμε το προϊόν και η οπίσθια ενημερώνει το χρήστη για τα βασικά χαρακτηριστικά του προϊόντος. Καθώς το ChoetechT535-S PowerDual 5 Coils Fast Wireless Charger Pad δεν περιέχει το τροφοδοτικό / φορτιστή που απαιτεί για να λειτουργήσει, η Choetech είχε την καλοσύνη να μας στείλει έναν κατάλληλο φορτιστή μαζί με το δείγμα μας. Ανοίγοντας το κουτί, βρίσκουμε το ChoetechT535-S PowerDual 5 Coils Fast Wireless Charger Pad και κάτω από αυτό ένα καλώδιο USB-C. Ακόμη πιο κάτω υπάρχει το manual. To manual είναι ένα τετράπτυχο που περιέχει όλες τις απαραίτητες οδηγίες και πληροφορίες για τη χρήση, τόσο στα Αγγλικά όσο και σε κάποια γλώσσα της ανατολής. Το καλώδιο είναι καλής ποιότητας, αρκετά χοντρό και δε μας προβλημάτισε καθόλου ούτε φάνηκε να έχει ουσιώδεις απώλειες. Η ίδια η συσκευή έχει μια λαστιχένια επιφάνεια στο πάνω μέρος της που εξασφαλίζει ότι το τηλέφωνο που φορτίζει δε θα γλιστρήσει από εκεί, ενώ τα λαστιχένια ποδαράκια στο κάτω μέρος της εξασφαλίζουν ότι ούτε και η ίδια η συσκευή υπάρχει περίπτωση να γλιστρήσει από την επιφάνεια πάνω στη οποία βρίσκεται. Τα ποδαράκια δίνουν χώρο αναπνοής και στις γρίλιες εξαερισμού που βρίσκονται στο κάτω μέρος και είναι απαραίτητες για να αποφευχθεί η υπερθέρμανση της συσκευής. Συνεπώς, το ChoetechT535-S PowerDual 5 Coils Fast Wireless Charger Pad πρέπει να χρησιμοποιείται μόνο πάνω σε σκληρές επιφάνειες, όπως ένα τραπέζι ή γραφείο και όχι πάνω στο κρεβάτι, καθώς εκεί θα μπορούσαν να μπλοκαριστούν οι οπές εξαερισμού. Στο κέντρο του πίσω μέρους της συσκευής υπάρχει η υποδοχή USB-C για την τροφοδοσία της. Στην αντίστοιχη θέση στο εμπρός μέρος υπάρχει ένα ενδεικτικό LED που ανάβει πράσινο όταν φορτίζεται κάποια συσκευή. Χρήση Η χρήση του ChoetechT535-S PowerDual 5 Coils Fast Wireless Charger Pad είναι ιδιαίτερα απλή. Το συνδέουμε με έναν κατάλληλο φορτιστή που υποστηρίζει QC 3.0 μέσω του συμπεριλαμβανόμενου USB-C καλωδίου, τοποθετούμε επάνω του μια συσκευή που υποστηρίζει ασύρματη φόρτιση και το ενδεικτικό LED ανάβει πράσινο καθώς η φόρτιση ξεκινάει. Τι συμβαίνει όμως στο παρασκήνιο; Για να το μελετήσουμε αυτό, πραγματοποιήσαμε αρκετές πλήρεις φορτίσεις ενός Samsung Galaxy Note 9, ενός τηλεφώνου δηλαδή που βρίσκεται στη λίστα των συμβατών συσκευών του προϊόντος και μάλιστα μπορεί να υποστηρίξει την ισχυρότερη προσφερόμενη φόρτιση στα 10W. Η κάθε φόρτιση έγινε με το κινητό απενεργοποιημένο και αφού αυτό είχε απενεργοποιηθεί μόνο του λόγω μπαταρίας. Στο παρακάτω διάγραμμα βλέπουμε την τάση, το ρεύμα και την συνολική ενέργεια στην είσοδο του ChoetechT535-S PowerDual 5 Coils Fast Wireless Charger Pad σε σχέση με το χρόνο. Η τάση ήταν περίπου στα 9,2V (κίτρινη γραμμή), κατά τα πρότυπα του QC 3.0 και η ένταση του ρεύματος έπαιζε κοντά στο 1,1A (γαλάζια γραμμή) για περίπου 1 ώρα και 50 λεπτά ενώ μετά ελαττωνόταν σταδιακά καθώς η μπαταρία του κινητού γέμιζε και μπορούσε να δεχτεί όλο και λιγότερο ρεύμα. Στις 2 ώρες και 50 λεπτά το LED φόρτισης του κινητού έγινε πράσινο, κάτι που σηματοδοτείται από μια αντίστοιχη απότομη πτώση του ρεύματος στη γραφική παράσταση, αλλά η φόρτιση συνέχισε για περίπου μισή ώρα ακόμα, δίνοντας ακόμη λίγη ενέργεια στην μπαταρία. Στις 2 ώρες και 55 λεπτά η φόρτιση ολοκληρώθηκε, έχοντας καταναλώσει 20,7584Wh. Η συνολική ενέργεια που έχει καταναλωθεί κάθε στιγμή δίνεται στο πρώτο διάγραμμα από την κόκκινη γραμμή. Τόσο στην ένταση του ρεύματος (μπλε γραμμή στο πρώτο διάγραμμα) όσο και στην ισχύ (πορτοκαλί γραμμή στο δεύτερο διάγραμμα) βλέπουμε ότι 4 φορές κατά τη διάρκεια της φόρτισης το ρεύμα και συνεπώς η ισχύς έπεσαν στο μισό, δηλαδή η ισχύς έπεσε από τα 10W στα 5W. Αυτό συνέβη διότι η ασύρματη φόρτιση δεν είναι μια αποδοτική διαδικασία. Σημαντικό μέρος της ισχύος χάνεται και μετατρέπεται σε θερμότητα. Στο περιβάλλον όπου έγινε η φόρτιση, η θερμοκρασία ήταν στους 24 βαθμούς και οι 4 αυτές μειώσεις στην ισχύ φόρτισης υποδηλώνουν ότι ο θερμικός έλεγχος του Samsung Galaxy Note 9 ενεργοποιήθηκε για να προστατέψει τη μπαταρία και έριξε την ισχύ στο μισό μέχρι να πέσει η θερμοκρασία της μπαταρίας σε αποδεκτά επίπεδα. Ως μέτρο σύγκρισης, ακολουθούν τα αντίστοιχα διαγράμματα μίας φόρτισης που έγινε απ' ευθείας με τον φορτιστή που χρησιμοποιήθηκε για την τροφοδοσία του ChoetechT535-S PowerDual 5 Coils Fast Wireless Charger Pad, τον Choetech Q3002 USB Wall Charger, και με το ίδιο καλώδιο. Βλέπουμε ότι η μέγιστη ισχύς φόρτισης έφτασε τα 14W, ο συνολικός χρόνος φόρτισης ήταν λιγότερο από 2 ώρες, με τη πράσινο LED στο Note 9 να ανάβει περίπου στη 1μιση ώρα, η συνολική ισχύς που καταναλώθηκε ήταν μόλις 13,5245Wh και δεν υπήρξε καθόλου thermal throttling. Στο παρακάτω διάγραμμα βλέπουμε όλα τα στοιχεία των 2 παραπάνω φορτίσεων. Αν απομονώσουμε την καταναλωθείσα ενέργεια, είναι φανερό πόσο αποδοτικότερη και ταχύτερη είναι η ενσύρματη από την ασύρματη φόρτιση. Η σύγκριση της ισχύος φόρτισης είναι και πάλι ενδεικτική. Βέβαια όλα τα παραπάνω είναι απολύτως αναμενόμενα και σε καμία περίπτωση αποτρεπτικά. Η ασύρματη φόρτιση παραμένει μια εξαιρετικά βολική και απόλυτα ενδιαφέρουσα λύση, ενώ το ChoetechT535-S PowerDual 5 Coils Fast Wireless Charger Pad την πραγματοποιεί με εξαιρετικό τρόπο, χωρίς κανένα απολύτως πρόβλημα και χωρίς να αφήνει περιθώριο για το οποιοδήποτε παράπονο. Επίλογος Το ChoetechT535-S PowerDual 5 Coils Fast Wireless Charger Pad είναι μια βάση φόρτισης που μπορεί να φορτίσει 2 συσκευές ταυτόχρονα, προσφέροντας μέγιστη ισχύ φόρτισης 10W ανά συσκευή και 18W συνολικά. Τα 5 πηνία φόρτισης που περιέχει εξασφαλίζουν άνεση στη χρήση καθώς οι συσκευές προς φόρτιση μπορούν να τοποθετηθούν πάνω στη βάση χωρίς να χρειάζεται κάποια ιδιαίτερη ευθυγράμμιση. Η συσκευή υποστηρίζει πρωτόκολλα ασύρματης φόρτισης με ισχύ 10W για τα τελευταία μοντέλα της Samsung, 7,5W για τα τελευταία μοντέλα της Apple και 5W για οποιαδήποτε συσκευή είναι Qi-Enabled. Κατά τη διάρκεια των εκτενών δοκιμών που έγιναν, επέδειξε υποδειγματική λειτουργία και δεν προβλημάτισε ποτέ και πουθενά. Για να λειτουργήσει το ChoetechT535-S PowerDual 5 Coils Fast Wireless Charger Pad απαιτεί να τροφοδοτηθεί από ένα φορτιστή που υποστηρίζει QC 3.0, όπως τον Choetech Q3002 USB Wall Charger, που χρησιμοποιήσαμε για τις δοκιμές μας. Το κόστος του ChoetechT535-S PowerDual 5 Coils Fast Wireless Charger Pad στα Ελληνικά καταστήματα ξεκινάει από τα 39 ευρώ, συμπεριλαμβανομένου του ΦΠΑ. Εναλλακτικά, μπορεί κάποιος να το προμηθευτεί από το online κατάστημα της εταιρίας στην τιμή των 31,2 δολαρίων ΗΠΑ και δωρεάν μεταφορικά, με τον κωδικό T535WCP. Για οποιοδήποτε άλλο προϊόν από το online κατάστημα της εταιρίας, ο κωδικός SAVE20WH προσφέρει 20% έκπτωση. Ας συνοψίσουμε λοιπόν τα πλεονεκτήματα και τα μειονεκτήματα του Choetech T535-S PowerDual 5 Coils Fast Wireless Charger Pad: Ο καλός - Υποστήριξη ασύρματης φόρτισης στα 10W, 7,5W και 5W, ανάλογα με τη συσκευή - Υποστήριξη φόρτισης 2 συσκευών ταυτόχρονα, με συνολική ισχύ φόρτισης 18W - Ευχέρεια τοποθέτησης συσκευών χωρίς ευθυγράμμιση, χάρη στα 5 πηνία - Απλή και αξιόπιστη λειτουργία - Λαστιχένια επιφάνεια εξασφαλίζει ότι η συσκευή που φορτίζεται δε θα γλιστρήσει - Λαστιχένια ποδαράκια εξασφαλίζουν ότι η βάση φόρτισης δε θα γλιστρήσει - Ενδεικτικό LED φόρτισης - Υποδοχή USB-C Ο Κακός - Ο κακός πήρε άδεια σήμερα καθώς δε βρήκαμε κάτι σχετικό Ο Αδιάφορος - Δεν περιλαμβάνεται ο απαραίτητος φορτιστής QC 3.0 Με βάση τα παραπάνω, η συνολική βαθμολογία του Choetech T535-S PowerDual 5 Coils Fast Wireless Charger Pad είναι:  theLAB.gr Ευχαριστούμε θερμά την Choetech για την παραχώρηση του δείγματος της δοκιμής. Πολύμερος Αχανιώτης 13/9/2019
  13. Εισαγωγή Το K57 RGB Wireless Gaming Keyboard είναι η τελευταία προσθήκη της Corsair στα gaming περιφερειακά της και φέρει όλες τις τελευταίες τεχνολογίες αιχμής, όπως την SLIPSTREAM WIRELESS τεχνολογία και CAPELLIX LEDs. Συνδυάζει ισχυρή απόδοση με εξαιρετικά φωτεινό φωτισμό RGB καθώς και συμβατότητα με πολλές πλατφόρμες σε προσιτή τιμή. Πριν περάσουμε όμως στην σημερινή παρουσίαση καλό θα ήταν να πάρετε μια πρώτη ιδέα για το K57 RGB Wireless παρακολουθώντας το επίσημο βίντεο της εταιρίας. Συσκευασία & Παρελκόμενα Η συσκευασία "φωνάζει" από μακριά ότι πρόκειται για προϊόν της Corsair. Και αυτό διότι πρόκειται για την τυπική κιτρινόμαυρη συσκευασία που συναντάμε εδώ και αρκετό καιρό στα gaming περιφερειακά προϊόντα της Corsair. Μια όμορφη, λιτή και δίχως πολλά παρελκόμενα συσκευασία. Στην εμπρόσθια όψη της συσκευασίας απεικονίζεται μια μεγάλη φωτογραφία του K57 RGB Wireless, το λογότυπο της Corsair, μια ένδειξη που μας ενημερώνει για το layout των πλήκτρων, τα λογότυπα μερικών τεχνολογιών που κάνει χρήση το πληκτρολόγιο και φυσικά το όνομα του. Στην πίσω όψη της συσκευασίας συναντάμε μια ακόμα φωτογραφία του K57 και τα πιο σημαντικά χαρακτηριστικά κατά την εταιρία που προσφέρει το πληκτρολόγιο σε τέσσερις γλώσσες (Αγγλικά, Γαλλικά, Ισπανικά και Πορτογαλικά). Στις πλαϊνές πλευρές της συσκευασίας δεν συναντάμε κάτι σπουδαίο καθώς έχουν χρησιμοποιηθεί καθαρά για αισθητικούς λόγους. Ανοίγοντας την συσκευασία, μας υποδέχεται το πληκτρολόγιο μέσα σε μια διαφανή νάιλον θήκη για επιπλέον προστασία. Συνεχίζοντας και αφαιρώντας το πληκτρολόγιο συναντάμε μια ακόμη φορά την επιγραφή "PLAY THROUGH WHATEVER" καθώς και μια υποδοχή που είναι τοποθετημένα το εγχειρίδιο οδηγιών, ο οδηγός εγγύησης και το εγχειρίδιο για πληροφορίες ασφάλειας και συμμόρφωσης. Δυστυχώς στο κάθε ένα από αυτά η Ελληνική γλώσσα είναι απούσα. Στο κάτω σημείο της συσκευασίας βρίσκουμε το καλώδιο τροφοδοσίας / φόρτισης (USB Type A σε Micro-USB), 1.8 μέτρων, το οποίο η αλήθεια είναι πως θα θέλαμε να ήταν sleeved, καθώς και την βάση στήριξης της παλάμης, για την οποία θα πούμε περισσότερα στην συνέχεια της παρουσίασης. Ορίστε και μια φωτογραφία με όλα τα περιεχόμενα της συσκευασίας μαζεμένα: Τεχνικά χαρακτηριστικά Τα τεχνικά χαρακτηριστικά του Corsair K57 RGB Wireless Gaming Keyboard παρατίθενται στον παρακάτω πίνακα: .k57-specs th {width: 28%;} Ασύρματη συνδεσιμότητα Hyper-fast, sub-1ms 2.4GHz SLIPSTREAM CORSAIR WIRELESS TECHNOLOGY, Bluetooth® 4.2 + LE Ενσύρματη συνδεσιμότητα USB 3.0 ή USB 3.1 Type-A Οπίσθιος φωτισμός Μεμονωμένα φωτιζόμενα και προγραμματιζόμενα πλήκτρα με ενσωματωμένες λειτουργίες φωτισμού Χρώμα φωτισμού RGB Ασύρματη κρυπτογράφηση 128-bit AES Τύπος μπαταρίας Μονή, επαναφορτιζόμενη, κυλινδρική ιόντων λιθίου, ενσωματωμένη, 68.6mm x 18.5mm, 1-cell, ονομαστική χωρητικότητα 3200mAh, ονομαστική τάση 3.67V, 11,7Wh (watt – ώρες), μέγιστο βάρος 49γρ., HAZMAT UN3481 Φόρτιση μπαταρίας Μέσω USB Διάρκεια ζωής μπαταρίας 2.4GHz SLIPSTREAM: Μέχρι 35 ώρες με τυπικό φωτισμό και 175 ώρες χωρίς οπίσθιο φωτισμό. Bluetooth: Μέχρι και 40 ώρες με τυπικό φωτισμό και 200 ώρες χωρίς οπίσθιο φωτισμό Πλήκτρα πολυμέσων Dedicated (MUTE, VOL DOWN/UP, STOP, PREV, PLAY/PAUSE, NEXT) USB Report Rate 1000Hz Key Matrix Μεμβράνης, Tactile; Anti-ghosting with selective 8-key roll-over (8KRO) + modifier keys Λογισμικό iCue Υποστηρίζεται Κουμπί κλειδώματος Windows Ναι Στήριγμα παλάμης Ολόσωμο με μαλακό φινίρισμα, αποσπώμενο Καλώδιο 1.8 μέτρα, αποσπώμενο, non sleeved Σύμφωνα με την Ευρωπαϊκή ιστοσελίδα της Corsair, η προτεινόμενη τιμή λιανικής του K57 RGB Wireless Gaming Keyboard ανέρχεται στα $99.99. Κατά τον χρόνο συγγραφής της παρουσίασης δεν υπάρχει διαθέσιμο σε κάποιο εγχώριο κατάστημα όπως επίσης και επίσημη τιμή για την Ευρωπαϊκή αγορά. Η εγγύηση του ανέρχεται σε 2 έτη. Τεχνολογίες Κάτω από τον φακό Το K57 RGB Wireless είναι ένα full sized, ασύρματο, Gaming πληκτρολόγιο με RGB φωτισμό. Είναι η τελευταία προσθήκη της Corsair στα gaming περιφερειακά της, όπως προαναφέραμε, και το μόνο προϊόν της, προς το παρόν, που φέρει τις παραπάνω τεχνολογίες. Ας περάσουμε όμως να το δούμε αναλυτικότερα... Το πληκτρολόγιο οριζόντια είναι χωρισμένο σε δύο μέρη. Στο επάνω μέρος όπου αποτελείται από μαύρο glossy πλαστικό και στο κάτω μέρος όπου αποτελείται από μαύρο, ευτυχώς matt υφής πλαστικό. Και λέω ευτυχώς διότι θεωρώ λάθος επιλογή την επάνω glossy επιφάνεια σε τέτοιου είδους συσκευή. Μπορεί να την καθιστά όμορφη στην αρχή αλλά μακροπρόθεσμα θεωρώ πως λειτουργεί αρνητικά καθώς είναι μαγνήτης σκόνης και γρατσουνιών και μάλιστα σε υπερβολικό βαθμό στην συγκεκριμένη περίπτωση. Σε τέτοιο βαθμό που αποφάσισα να μην αφαιρέσω την προστατευτική ζελατίνα. Στο πρώτο από τα δύο οριζόντια μέρη, το επάνω δηλαδή, συναντάμε το λογότυπο της Corsair, λίγο παραδίπλα και προς τα δεξιά 3 κουμπιά εκ το οποίων το πρώτο από αριστερά αφορά την καταγραφή των "Macro" λειτουργιών, το μεσαίο την αυξομείωση της φωτεινότητας των RGB Capellix LED σε 3 στάδια και το τελευταίο την ενεργοποίηση ή απενεργοποίηση του Windows πλήκτρου. Παραδίπλα υπάρχουν 3 ενδεικτικές λυχνίες (Battery / Wireless Status, NumLock & CapsLock) και τέλος, στην δεξιά πλευρά του επάνω μέρους συναντάμε τα κουμπιά Mute / Unmute, Μείωση Έντασης και Αύξηση Έντασης. Ακριβώς κάτω από αυτά υπάρχουν επίσης άλλα 4 media keys, εκ τον οποίων Stop, Back, Play / Pause και Next. Όσο αφορά το κάτω μέρος, η διάταξη των πλήκτρων είναι η συνηθισμένη που συναντάμε σε κάθε πληκτρολόγιο με την διαφορά ότι στην αριστερά του πλευρά υπάρχουν 6 προγραμματιζόμενα macro πλήκτρα και την δεξιά πλευρά και πάνω από το num-pad τα 4 media keys που προαναφέραμε παραπάνω. Στην εμπρόσθια πλευρά του πληκτρολογίου συναντάμε τον διακόπτη on / off με χρωματική ένδειξη (I liked that), την Micro USB θύρα φόρτισης καθώς επίσης και μια εσοχή λίγο παραδίπλα όπου τοποθετείται ο ασύρματος 2.4Ghz USB δέκτης. Στην κάτω πλευρά του K57 RGB Wireless υπάρχουν δύο μακρόστενα αντιολισθητικά λάστιχα σε κάθε πλευρά του κάτου μέρους της, δύο στρογγυλά στο επάνω μέρος, δίπλα από αυτά και προς το εσωτερικό τα ποδαράκια για την αύξηση της κλίσης του πληκτρολογίου καθώς επίσης και ένα αυτοκόλλητο στο κέντρο της κάτω πλευράς με διάφορες πληροφορίες και λογότυπα. Στην κάτω πλευρά υπάρχουν επίσης και οι υποδοχές του palm rest όπου είναι από πλαστικό υλικό με μια μαλακή textured επίστρωση από καουτσούκ. Η υφή του είναι αρκετά καλή και συγκρατείται άψογα στο πληκτρολόγιο με αποτέλεσμα να μην ξεκουμπώνει όταν δεν το επιθυμείτε. Η <<σύνδεση>> του με το πληκτρολόγιο γίνεται μέσω δύο κλιπ που κουμπώνουν στις υποδοχές του πληκτρολογίου, με την εγκατάσταση του να είναι πανεύκολη αλλά με την απεγκατάσταση του είναι λιγάκι πιο <<ζόρικη>>. Εδώ η Corsair θα μπορούσε να είχε τοποθετήσει μαγνήτες για την συγκράτηση του palm rest με το πληκτρολόγιο αλλά μικρό το κακό, άλλωστε οι φορές που θα αφαιρεθεί είναι ελάχιστες. Τέλος, η ποιότητα του είναι μέτρια προς καλή. Και αυτό διότι παρόλη την χρήση αρκετά ποιοτικών υλικών, η συναρμογή του πάνω μέρους με το κάτω πλαίσιο δεν είναι τόσο καλή με αποτέλεσμα το πάνω μέρος να μπορεί να ανασηκωθεί αρκετά εύκολα. Επίσης για τους λόγους που προαναφέρθηκαν θεωρώ λάθος την επιλογή glossy επιφάνειας σε τόσο αρκετά χρησιμοποιούμενες συσκευές και ειδικά τέτοιας χρήσης. Εμπειρία χρήσης Η εμπειρία μου με το K57 RGB Wireless ήταν αρκετά ενδιαφέρουσα και αυτό διότι τα συνδυάζει όλα, ή τουλάχιστον όλα. Πρώτα από όλα είναι ασύρματο όπου είναι και το μεγάλο ατού του στη συγκεκριμένη κατηγορία, RGB ώστε να ψαρώνουν οι μικροί σας φίλοι, είναι εξοπλισμένο με όσα media keys θα χρειαστείτε καθώς και 6 προγραμματιζόμενα micro keys. Όπως θα είδατε όμως παραπάνω ανέφερα ότι "τα συνδυάζει όλα, ή τουλάχιστον όλα" και αυτό διότι δυστυχώς δεν έρχεται με μηχανικούς διακόπτες. Παρόλο που η Corsair έχει κάνει άψογη δουλειά και είναι σίγουρα από τις καλύτερες υλοποιήσεις πληκτρολογίων μεμβράνης που έχουν περάσει από τα χέρια μου, το K57 δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να προσφέρει την αίσθηση ενός μηχανικού πληκτρολογίου. Μεγάλο ατού του επίσης, όπως και των περισσότερων σύγχρονων Corsair προϊόντων είναι το λογισμικό διαχείρισης iCue (θα το δούμε αναλυτικά στην συνέχεια), που πραγματικά καθιστά την παραμετροποίηση και διαχείριση του K57 RGB Wireless παιχνιδάκι. Τέλος, έπειτα από ώρες gaming, μπορώ να πω η Slipstream τεχνολογία μηδενίζει πραγματικά την διαφορά ανάμεσα στην ασύρματη και την ενσύρματη σύνδεση. Προσωπικά δεν μπόρεσα να αντιληφθώ κάποια διαφορά, με εξαίρεση στη σύνδεση μέσω Bluetooth όπου αν συγκριθούν δίπλα δίπλα υπάρχει διαφορά, με το Bluetooth να είναι ανεπαίσθητα πιο αργό, σε σημείο όμως που πολλές φορές δεν ήταν καν αντιληπτό στα δικά μου μάτια. Συνδεσιμότητα To Corsair K57 RGB Wireless Gaming Keyboard προσφέρει τη δυνατότητα τόσο ενσύρματης, μέσω του συμπεριλαμβανομένου καλωδίου USB Type A σε Micro-USB, όσο και ασύρματης σύνδεσης. Η ασύρματη σύνδεση επιτυγχάνεται μέσω δύο τρόπων. Ο πρώτος τρόπος αφορά την σύνδεση μέσω του δέκτη που παρέχεται με το πληκτρολόγιο στη συχνότητα των 2.4GHz και με καθυστέρηση μόλις 1ms, όσο δηλαδή και στην ενσύρματη σύνδεση. Ο δεύτερος τρόπος αφορά την σύνδεση μέσω του πρωτοκόλλου Bluetooth 4.2LE, με λίγο υψηλότερη καθυστέρηση ωστόσο που ανέρχεται στα 7.5ms. Εδώ το πληκτρολόγιο μπορεί να απομνημονεύσει δύο Bluetooth (4.0 or higher) συσκευές με την εναλλαγή μεταξύ των δύο συσκευών να γίνεται μέσω των πλήκτρων (FN + F6 / F7) και με το πληκτρολόγιο να μπαίνει στην λειτουργία pairing αν τα κρατήσετε πατημένα για πάνω από δύο δευτερόλεπτα (το Status LED θα αναβοσβήνει σε μπλε χρώμα). Το Status LED μας επιτρέπει επίσης να δούμε με μια ματιά ποια ασύρματη σύνδεση χρησιμοποιείται ανά πάσα στιγμή και σε τι κατάσταση βρίσκεται. Μπαταρία Η μπαταρία είναι το Α και το Ω για πολλά άτομα στις φορητές συσκευές και το K57 RGB Wireless δεν θα σας απογοητεύσει σε αυτόν το τομέα. Η κατασκευάστρια εταιρία Corsair υπόσχεται 175 ώρες λειτουργίας με σβηστά τα LEDs, 35 ώρες με ανοιχτά τα LEDs στο πρώτο επίπεδο φωτεινότητας, 20 ώρες στο δεύτερο και 8 στο τρίτο όπου είναι και το μέγιστο επίπεδο φωτεινότητας. Φυσικά όλα αυτά ποικίλουν ανάλογα το χρωματισμό των LEDs, την χρήση, τον τρόπο σύνδεσης κλπ. Η προσωπική μου εμπειρία με την χρήση των LEDs στο μέγιστο, με το προκαθορισμένο εφέ RGB στα LEDs όπου έρχεται το πληκτρολόγιο και με σύνδεση στον υπολογιστή μέσω της Slipstream τεχνολογίας έδειξε περί τις 10 ώρες περίπου με ελαφριά χρήση. Καθόλου άσχημα θα έλεγα. Στην βελτιστοποίηση της αυτονομίας και την επίτευξη των παραπάνω ωρών, βοηθάει επίσης και το παραμετροποιήσιμο Sleep Mode που φέρει, όπου το πληκτρολόγιο απενεργοποιείται έπειτα από τα λεπτά που θα επιλέξετε, είτε παραμένει πάντα ενεργό αν το επιθυμείτε. Όσο αφορά την φόρτιση του πληκτρολογίου αυτή γίνεται πολύ απλά συνδέοντας το μέσω του καλωδίου USB Type A σε Micro USB όπου γίνεται και η ενσύρματη σύνδεση, με το ενδεικτικό LED να αναβοσβήνει πράσινο κατά την διάρκεια της φόρτισης και να αλλάζει σε σταθερό πράσινο όταν είναι πλήρως φορτισμένο. Όσο αφορά τώρα την κατάσταση της μπαταρίας, αυτή μπορεί να ελεγχθεί ανά πάσα στιγμή πατώντας το συνδυασμό πλήκτρων Fn + Enter με το LED λειτουργίας να μας ενημερώνει για την κατάσταση φόρτισης της μπαταρίας, σύμφωνα με τον παρακάτω πίνακα, είτε μέσω του προγράμματος iCue στην καρτέλα "Settings". Δυστυχώς η ένδειξη αποθέματος της μπαταρίας δεν γίνεται με κάποιο ποσοστό οπότε θα πρέπει να αρκεστείτε στις 4 ενδείξεις που παρέχονται (Low, Medium, High, Charged). Κάτι που θα θέλαμε στο K57 RGB Wireless, όπως και στο Corsair K83 Wireless Entertainment Keyboard είναι η χρήση του πιο σύγχρονου βύσματος USB Type C όπου παρέχει ταχύτερα πρωτόκολλα φόρτισης, είναι πιο ανθεκτικό ενώ παράλληλα από όποια πλευρά και να τοποθετήσεις θα μπει σωστά στο βύσμα. Φωτισμός Και φτάσαμε στο κρίσιμο σημείο για πολλούς την σήμερον ημέρα. "Ναι αλλά είναι RGB"; Όπως προδίδει και ο τίτλος του, το K57 είναι RGB, είναι της μόδας άλλωστε στην εποχή μας, με το κάθε πλήκτρο του μάλιστα να έχει το δικό του LED, και πιο συγκεκριμένα ένα Capellix LED. Το K57 RGB Wireless έρχεται με 9 προεγκατεστημένα προφίλ φωτισμού και την επιλογή ο φωτισμός να είναι ανενεργός για εξοικονόμηση ενέργειας, με τις αλλαγές μεταξύ των προφίλ φωτισμού να πραγματοποιούνται είτε μέσω του προγράμματος iCUE, είτε απευθείας από το πληκτρολόγιο βάση του παρακάτω πίνακα: Οι δυναμικές λειτουργίες φωτισμού μπορούν να προσαρμοστούν επίσης με διαφορετικές ταχύτητες, διάρκειες ή κατευθύνσεις. Επιπροσθέτως, πέρα από τις παραπάνω προκαθορισμένες λειτουργίες φωτισμού υπάρχουν και σχεδόν απεριόριστες επιλογές προσαρμογής του φωτισμού καθώς μέσω του iCUE μπορείτε να δημιουργήστε τα δικά σας προφίλ φωτισμού για τα αγαπημένα σας παιχνίδια για παράδειγμα, να ρυθμίστε διαφορετικές αποχρώσεις χρώματος με προκαθορισμένα εφέ φωτισμού και πολλές ακόμα επιλογές όπου θα δούμε αναλυτικότερα παρακάτω. Όσο αφορά την ένταση του φωτισμού, υπάρχουν 4 προκαθορισμένα επίπεδα (Off, Low, Medium, High) όπου μπορούν να αλλαχθούν μέσω του λογισμικού iCue είτε μέσω του πληκτρολογίου πατώντας το μεσαίο από τα τρία πλήκτρα που βρίσκονται στην επάνω αριστερή πλευρά του πληκτρολογίου Μπορώ να πω επίσης ότι τα Capellix LED προσφέρουν μακράν το πιο όμορφο και δυνατό φωτισμό που έχω συναντήσει σε πληκτρολόγιο. Συνοψίζοντας όσο αφορά την συγκεκριμένη υποενότητα, θα θέλαμε να δώσουμε τα εύσημα μας στους μηχανικούς της Corsair καθώς αποτελεί πρόκληση σε ένα ασύρματο πληκτρολόγιο ο φωτισμός, πόσο δε να είναι και RGB, καθώς είναι ιδιαίτερα ενεργοβόρος. Οι μηχανικοί της Corsair όμως έχουν επιτύχει ένα άριστο και ισορροπημένο αποτέλεσμα, χάριν της χρήσης των Capellix LED όπου είναι αρκετά μικρότερα από τα συμβατικά, 60% λιγότερο ενεργοβόρα, με 60% δυνατότερο φωτισμό ενώ παράλληλα έχουν και κατά 35% μεγαλύτερη διάρκεια ζωής. Λογισμικό iCUE Ένα από τα πιο δυνατά σημεία του Corsair K57 RGB Wireless Gaming Keyboard, όπως και όλων των πληκτρολογίων της Corsair, είναι το λογισμικό ελέγχου iCue όπως προαναφέραμε. Στο παρακάτω βίντεο μπορείτε να δείτε όλες τις επιλογές που σας δίνονται όσο αφορά τα χρώματα, τα micro keys, τις πληροφορίες σύνδεσης, ποσοστό μπαταρίας κλπ: Δοκιμές Όπως είδαμε στον πίνακα των χαρακτηριστικών του, το Corsair K57 RGB Wireless Gaming Keyboard διαθέτει 8-Key Roll Over (8KRO), συνεπώς, θεωρητικά τουλάχιστον, μπορεί να αναγνωρίσει το πάτημα οποιωνδήποτε 8 πλήκτρων ταυτόχρονα. Στην πράξη όμως δεν υποστηρίζει το ταυτόχρονο πάτημα οποιωνδήποτε πλήκτρων, ούτε σε ενσύρματη σύνδεση, ούτε σε ασύρματη σύνδεση. Ανάλογα την γραμμή αναγνωρίζει από 4 πλήκτρα έως 11 πλήκτρα όπως μας έδειξε το Aqua Test. Παρακάτω παρατίθενται τα αποτελέσματα που πήραμε πατώντας όλα τα πλήκτρα κάθε μίας από τις 6 σειρές πλήκτρων, ξεκινώντας πρώτα από αριστερά και μετά από δεξιά. Ο έλεγχος για ghosting έδειξε αντίστοιχα θέματα και είχαμε αρκετές περιπτώσεις πλήκτρων που δεν ενεργοποιήθηκαν. Ενώ στην προσπάθεια μας να γράψουμε την φράση "THE QUICK BROWN FOX JUMPS OVER THE LAZY DOG" κρατώντας πατημένα ταυτόχρονα και τα δύο πλήκτρα Shift, απέφερε το εξής αποτέλεσμα: HE QUIK BROWN FO JUPS OER HE LA DOG Επίλογος Και κάπως έτσι φτάσαμε στο τέλος της σημερινής μας παρουσίασης. Το K57 RGB Wireless Gaming Keyboard αποτελεί μια αρκετά ενδιαφέρουσα πρόταση στην κατηγορία του καθώς συνδυάζει την φορητότητα, προσφέρει εξαιρετικές επιδόσεις, RGB φωτισμό και σχετικά καλή ποιότητα κατασκευής αν εξαιρέσουμε τα ένα - δύο σημεία που προαναφέρθηκαν. Ναι αλλά να το πάρω, να μην το πάρω...; Αν ψάχνετε αποκλειστικά για ασύρματο πληκτρολόγιο θεωρώ πως είναι από τις καλύτερες προτάσεις στην κατηγορία του, ενώ αν ψάχνετε για ασύρματο RGB πληκτρολόγιο οι προτάσεις είναι αρκετά περιορισμένες με αποτέλεσμα να είναι λίγο - πολύ μονόδρομος η αγορά του αν το budget σας είναι περιορισμένο και θέλετε να επιλέξετε κάτι επώνυμο με την σφραγίδα μίας εταιρίας όπως της Corsair. Φυσικά όλα αυτά αν δεν σας απασχολούν οι διακόπτες, καθώς αν ψάχνετε για κάποιο μηχανικό πληκτρολόγιο, είτε ασύρματο, είτε ενσύρματο τότε αλλάζουν τα πράματα. Σε ασύρματα οι προτάσεις είναι ακόμα πιο περιορισμένες και μετρημένες στα δάκτυλα και σίγουρα το K57 RGB Wireless δεν είναι μια από αυτές, ενώ σε περίπτωση που δεν σας απασχολούν οι μηχανικοί διακόπτες, ούτε η φορητότητα τότε σας προτείνουμε ρίξετε μια ματιά στο Corsair K55 RGB Gaming Keyboard μιας και είναι ακριβώς το ίδιο πληκτρολόγιο σε ενσύρματο. Ο καλός + Όμορφο σχεδιασμός + Ισορροπία μεταξύ μεγέθους και χρηστικότητας + RGB φωτισμός πλήκτρων + Αυτονομία + Πολλές επιλογές συνδεσιμότητας + Πολύ καλό λογισμικό ελέγχου (iCUE) + Multimedia Keys + Micro Keys Ο Κακός - Μέτρια ποιότητα κατασκευής - Glossy επιφάνεια στο πάνω μέρος του - Το 8-Key Roll Over των προδιαγραφών δεν ισχύει - Κάπως τσιμπημένη τιμή αν αναλογιστούμε το κόστος του "K55 RGB Gaming Keyboard" όπου είναι το ίδιο πληκτρολόγιο σε ενσύρματο  TheLAB.GR Ευχαριστούμε θερμά την Corsair για την παραχώρηση του δείγματος της δοκιμής. UltraB - 07/10/2019
  14. Πρόλογος Πρόσφατα έφτασε στα χέρια μας το νέο όπλο της Corsair για τους απανταχού gamers και όχι μόνο. Αναφερόμαστε στο NIGHTSWORD RGB Tunable FPS/MOBA Gaming Mouse όπως είναι το πλήρες όνομα του και μαρτυρά κατάφορα ότι πρόκειται για ένα RGB φωτιζόμενο Gaming Mouse προσανατολισμένο για “First Person Shooter” και “Multiplayer Online Battle Arena” gaming. Αυτό που δεν φαίνεται με την πρώτη ματιά είναι η δυνατότητα μεταβολής του βάρους και μέσω αυτού και της ισορροπίας, πράγμα που δίνει την δυνατότητα στο χρήστη να φέρει το εργαλείο ακριβώς στα μέτρα του. Το παρακάτω σύντομο αλλά εντυπωσιακό video της Corsair μας δίνει μια πληρέστατη εικόνα για το τι ακολουθεί. Τεχνικά Χαρακτηριστικά Εδώ βλέπουμε τα τεχνικά χαρακτηριστικά όπως μας τα εμφανίζει ο κατασκευαστής στη σελίδα του σύμφωνα με την οποία το κόστος του ανέρχεται στα 79,99€ συνοδευόμενο με διετή εγγύηση, στην Ελληνική αγορά όμως θα το βρούμε με σε τιμές που ξεκινούν από τα 75€ και φτάνουν έως και τα 95€. Στο σημείο αυτό θα ήθελα να σημειώσω ότι αν και σύμφωνα με τα τεχνικά χαρακτηριστικά του NIGHTSWORD όπως αυτά παρουσιάζονται στην επίσημη σελίδα του προϊόντος, τα προγραμματιζόμενα πλήκτρα είναι 8 εκ του συνόλου των 10, στην πραγματικότητα μπορούμε να προγραμματίσουμε τα 9, φυσικά το βασικό αριστερό εξαιρείτε! Συσκευασία και περιεχόμενα Για μια ακόμα φορά συναντήσουμε την κλασική αναγνωρίσιμη πλέον κιτρινόμαυρη συσκευασία των gaming προϊόντων του κουρσάρου όπου και πάλι απουσιάζει το διάφανο παράθυρο παρουσίασης του προϊόντος, αναγκάζοντας έτσι τον καταναλωτή να αρκεστεί στις φωτογραφίες πριν την αγορά. Ομολογώ ότι δεν βρίσκω το λόγο ειδικά από τη στιγμή που στο περιεχόμενο το προϊόν στεγάζεται στην αντίστοιχη 3D ζελατίνα ακινητοποίησης, προστασίας και παρουσίασης. Εμπρός βρίσκουμε, πέραν του λογότυπου της εταιρείας, μια μεγάλη φωτογραφεία του προϊόντος, τον πλήρες τίτλο του και το λογότυπο του προγράμματος παραμετροποίησης iCue. Πίσω επαναλαμβάνονται τα προαναφερθέντα συμπεριλαμβανομένων δυο αναλύσεων, μια με τα βασικά χαρακτηριστικά που το κάνουν να διαφέρει του ανταγωνισμού και μια για τις απαιτήσεις του συστήματος, σε 7 γλώσσες παρακαλώ, δυστυχώς μη συμπεριλαμβανομένης της Ελληνικής, μικρή αγορά γαρ … Επάνω λιτά το εταιρικό λογότυπο και ο τίτλος του προϊόντος Κάτω τα περιεχόμενα με σκίτσα, μια μικρή παρουσίαση για την εταιρία τα σκίτσα πληροφοριών ανακύκλωσης, η διάρκεια εγγύησης και το αυτοκόλλητο με τους κωδικούς του προϊόντος. Τέλος στα δυο πλαϊνά επαναλαμβάνονται οι πληροφορίες για εταιρεία και προϊόν, με τη μεν αριστερή πλευρά να περιλαμβάνει μια πλαϊνή φωτογραφία του προϊόντος, τη δε δεξιά να καλύπτεται στο μεγαλύτερό της μέρος από τη σαφέστατη ανακοίνωση ότι απευθύνεται στους απαιτούντες τον απόλυτο έλεγχο μέσω του γνωστού ρητού “Control Freak”, που όπως θα δούμε παρακάτω μάλλον ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα. Εντός τώρα θα βρούμε … το ποντίκι, κάτω από αυτό μια εξαγωνική θήκη που στεγάζει τα έξι συνολικά μεταλλικά βαρίδια σε δύο ομάδες, τρία των 2,8 γραμμαρίων και τρία των 4,5. Ένα εξάπτυχο φυλλάδιο με τις βασικές οδηγίες σε εννέα γλώσσες με την προτροπή χρήσης του iCue επάνω δεξιά στο "εξώφυλλο", ένα επτάπτυχο με την εγγύηση σε δώδεκα γλώσσες και ένα τρίπτυχο με "υποδείξεις προστασίας περιβάλλοντος" σε δεκαοκτώ γλώσσες μεταξύ τον οποίον και τα Ελληνικά ως μοναδική εμφάνιση στο όλο πακέτο. Κάτω από το φακό Ως πρώτη εικόνα αναγνωρίζουμε ένα gaming mouse δέκα πλήκτρων, λιτό, ποιοτικό αλλά αρκετά ογκώδες με μεγάλο thumb rest και σαφείς ενδείξεις ότι απευθύνεται σε δεξιόχειρες λάτρης τις palm-grip λαβής. Από την πρώτη στιγμή που θα συνδεθεί σε μία θύρα USB, γίνεται ξεκάθαρο ότι πρόκειται για RGB προϊόν, διότι σε όλες του τις άκρες υπάρχουν φωτισμοί που αλλάζουν χρώματα περιοδικά, αρρύθμιστο γαρ όπως βγήκε από το κουτί. Την συνολική εντύπωση της ποιότητας ενισχύουν οι μεγάλες λαστιχένιες σκαλιστές επιφάνειες στα πλαϊνά και στο πίσω πάνω μισό του ποντικιού, τα πέντε μεγάλα teflon κύλισης καλυμμένα όλα με διάφανη ζελατίνα αλλά και το σκληρό sleevεδ καλώδιο με το μεγάλο USB Type A άκρο δεμένο με ένα βολικό Velcro μόνιμα στηριγμένο επάνω του . Περιγραφικά συναντάμε τα δυο τεράστια βασικά κουμπιά σε ματ υφή που καταλαμβάνουν σχεδόν το μισό εμπρός μέρος, αφήνοντας το υπόλοιπο να καλυφθεί από σκληρό, σχεδόν σαν πλαστικό, λάστιχο σκαλισμένο με ένα όμορφο μοτίβο με το φωτιζόμενο λογότυπο στο πίσω κέντρο του. Ανάμεσα σε αυτά ένα λαστιχένιο ροδάκι με πολύ μαλακότερο υλικό αυτή τη φορά και σε σειρά προς τα πίσω δυο γυαλιστερά πλαστικά κουμπιά. Το αριστερό βασικό κουμπί διακόπτεται στο εμπρός αριστερό άκρο του από δυο σε κάθετη σειρά ανάγλυφα κουμπιά ιδίας υφής. Περιφερειακά τώρα. Στο εμπρός μέρος τρία παράθυρα, δυο αριστερά και ένα δεξιά του καλωδίου, με αίσθηση πυκνού εξαγωνικού πλέγματος για την ελευθέρωση του εμπρόσθιου φωτισμού. Δεξιά μια λαστιχένια επιφάνεια μαλακότερη της επάνω με το ίδιο σκαλιστό μοτίβο. Πίσω τρία παράθυρα φωτισμού ιδίας υφής των μπροστινών. Και τέλος αριστερά μια τεράστια επιφάνια ανάπαυσης του αντίχειρα υπενδεδυμένη από το ίδιο αντιολισθητικό λάστιχο που συναντήσαμε δεξιά, τρία γυαλιστερά κουμπιά σε έξυπνη διάταξη δυο συν ένα από όπου κι αν τα κοιτάξεις και τρία ενδεικτικά led μπροστά από αυτά. Για το τέλος αφήσαμε το κουτάκι που βρίσκονται τα βαρίδια. Εξωτερικά έχει τη μορφή ενός λιτού μαύρου εξάγωνου από ματ πλαστικό και διαθέτει ένα απλό κούμπωμα καθώς και το λογότυπο με το καραβάκι να γυαλίζει διακριτικά στο κέντρο του. Ανοίγοντάς το αντικρίζουμε τα 6 γυαλιστερά μεταλλικά βαρίδια, τοποθετημένα σε σκληρό αφρώδες υλικό. Όπως σας γράψαμε και νωρίτερα υπάρχουν 2 ειδών βαρίδια, τρία τεμάχια βάρους 4.5 γραμμαρίων και άλλα τρία βάρους 2.8 γραμμαρίων. Ok, είναι όμως έτσι; Όπως θα δείτε στις φωτογραφίες που ακολουθούν, η ζύγιση σε πιστοποιημένη ζυγαριά ακρίβειας δυο δεκαδικών του γραμμαρίου έδειξε ότι το πραγματικό βάρος είναι εντυπωσιακά κοντά στο αναγραφόμενο. Λειτουργικότητα Ας περάσουμε τώρα στην ουσία, διότι όλα αυτά καλά αλλά το τι λέει το δεξί επάνω άκρο του χρήστη είναι η ουσία, μιας και το προϊόν απευθύνεται σε αυτό αποκλειστικά. Καταρχήν να αναφέρω ότι οι δοκιμές μας έγιναν με τα mouse pad Corsair MM300, Razer Sphex V2, @Work MS-614 (1,19€) και την κρεμ επιφάνεια ενός γραφείου, ώστε να καλύψουμε ικανοποιητικά την γκάμα της πλειοψηφίας των χριστών αν και φαντάζομε ότι κανείς από αυτούς που θα το επιλέξουν δεν θα διαλέξει κάτι λιγότερο των δυο πρώτων. Η πρώτη αίσθηση θετική. Εξισορροπημένο, σωστά ζυγισμένο, άνετο παρά το μέγεθος, σταθερότατο αν και ιδιαίτερως ελαφρύ μιας και άδειο από τα βάρη αρχικά , με τα teflon ολίσθησης να δίνουν την αίσθηση ότι δεν κολλάει πουθενά ανεξαρτήτως επιφάνειας και την εργονομική αρχιτεκτονική σε συνδυασμό με τις λαστιχένιες επιφάνειες να το κουμπώνουν στο χέρι. Ευχάριστη έκπληξη το καλώδιο που, αν και σκληρό και δύσκαμπτο εμφανισιακά, στη χρήση είναι σαν να μην υπάρχει, συμβάλλοντας όμως αναμφισβήτητα στην άμεση απόκριση κάθε εντολής. Οκ, πολύ καλή πρώτη εντύπωση, να δούμε λίγες λεπτομέρειες όμως. Μαλακά και ευκολοπάτητα όλα τα κουμπιά με απαλή υφή και ακρίβεια στο πάτημα αλλά και στη θέση που τα αναζητά το χέρι μου, χωρίς να χρειαστεί να τα ψάξω από την πρώτη σχεδόν επαφή με το NIGHTSWORD. Η καθυστέρηση σε κάθε εντολή, είτε κουμπιού είτε μετακίνησης είτε κύλιση της ρόδας, καμία εντελώς. Η δε ρόδα μαλακιά στην υφή και στην κίνηση αλλά συνάμα ξεκάθαρη, με εξαίρεση το πάτημα για χρήση ως κουμπί που είναι λίγο σκληρό, όχι ενοχλητικά, απλά ξενίζει ελαφρώς σε σχέση με τα υπόλοιπα, πιθανόν επιλογή της Corsair για να μην πατιέται κατά λάθος κατά το scrolling. Τα δυο βασικά κουμπιά, αριστερό και δεξί, ξεχωρίζουν δίνοντας την δυνατότητα να τα πατήσει κανείς σε οπουδήποτε σημείο της επιφάνειας τους, σχεδόν μέχρι την κάτω άκρη τους, με την ίδια ένταση και ακρίβεια, δίνοντας σου τη δυνατότητα να χρησιμοποιείς το ποντική πιάνοντας το απλά με τα ακροδάχτυλα σου χωρίς να σε κουράζει, λαβή που προσωπικά χρησιμοποιώ πολλές φορές σε απλές καθημερινές εργασίες. Στη θέση αυτή, όπως είναι λογικό, δεν βρίσκει εύκολα κανείς τα επιπρόσθετα αριστερά πλήκτρα, μιας και είναι σχεδιασμένα για συγκεκριμένη χρήση, με εξαίρεση το ροδάκι που αν και δεν είναι προφανώς εκεί που θα “βόλευε”, παρόλα αυτά το μεσαίο δάκτυλο θα το βρει ευκολά και θα το χρησιμοποιήσει χωρίς κόπο, δεδομένου δε ότι δουλεύει απροβλημάτιστα ακουμπώντας το απλά στην άκρη του, όποια και αν είναι αυτή. Ας επιστρέφουμε όμως στην αρμόζουσα θέση. Εδώ όλα είναι στη θέση τους χωρίς αναζήτηση. Τα μεγέθη είναι τέτοια που δεν θα προβληματίσουν κανένα, σίγουρα όχι ένα κανονικό προς μεγάλο χέρι όπως το δικό μου, πιστεύω πάντως πως όλα τα δεξιά άνω άκρα θα βρουν σχετικά εύκολα τη θέση τους. Η πολύωρη χρήση μου ήταν ξεκούραστη και άνετη, η ακρίβεια είναι pixel by pixel σε όλες τις ταχύτητες κύλισης. Τα 18.000 DPI φαντάζουν ανούσια, σίγουρα σε κλασικές FHD αναλύσεις οτιδήποτε πάνω από 6.000 – 7.000 θα είναι τουλάχιστον άβολο αλλά μην ξεχνάμε ότι βρισκόμαστε πλέον στην αποχή 4Κ και γιατί όχι για κάποιους ίσως και των 8Κ οπότε τα 18.000 DPI αρχίζουν να έχουν νόημα. Σε κάθε περίπτωση όμως το iCue με τις άπειρες πραγματικά ρυθμίσεις, τα ατέλειωτα προφίλ, αλλά και την εξαιρετική δυνατότητα να διαχωρίσει κανείς ακόμα και το πόσα DPI θέλει σε κάθε άξονα, σε τρις ρυθμίσεις ανά προφίλ, χώρια του Sniper, δεν αφήνει κανένα περιθώρια για παράπονο σε κανένα επίπεδο. Corsair iCue Ολοφάνερα πολλές οι δυνατότητες ρύθμισης του NIGHTSWORD RGB, φυσικά όλες μέσω τις κλασικής πλέον εφαρμογής iCue της Corsair με τις άπειρες παραμετροποιήσεις τόσο σε αισθητικό όσο και σε λειτουργικό επίπεδο. Παρακάτω θα δούμε τις βασικές μιας και το συγκεκριμένο λογισμικό έχει τόσες δυνατότητες που θα απαιτούσε ένα ξεχωριστό άρθρο Για όσους ενδιαφέρονται για κάτι εκτενέστερο ο εμπειρότατος @pol77 στο review του Corsair Wireless Combo Review που συμπεριλαμβάνει και το Dark Core έχει κάνει μια αρκετά εκτενείς ανάλυση ή εναλλακτικά από τα video της Corsair στο YouTube στα οποία εύκολα μπορεί να μεταβεί κανείς πατώντας απλά στη μεγάλη εικόνα στο κάτω δεξί μέρος της home καρτέλας της εφαρμογής. Ανοίγοντας την εφαρμογή η πρώτη καρτέλα που εμφανίζει είναι φυσικά το HOME, χωρισμένο κάθετα σε δύο κομμάτια με το αριστερό να φιλοξενεί τα όσα profiles επιθυμεί ο χρήστης και το δεξί να απεικονίζει στο επάνω μέρος του όσες από τις συνδεδεμένες συσκευές της Corsair που υποστηρίζονται από το iCue μέχρι στιγμής, στην πορεία δε όλες σύμφωνα με την εταιρεία. Σημαντική λεπτομέρειες η οργάνωση των profiles σε φακέλους, η αντιγραφή αλλά και το export/import αυτών. Στην περίπτωση του NIGHTSWORD RGB παρατηρούμε ότι πλην του Default profile υπάρχουν εξ αρχής τρία ακόμα συμβολισμένα με το χαρακτηριστικό εικονίδιο μιας κάρτας μνήμης και το χαρακτηριστικό HW εκ του hardware στον τίτλο τους. Επιπροσθέτως επιλέγοντας τα παρατηρούμε ότι απενεργοποιείται η επιλογή “Link profile to program”. Εύκολα λοιπόν βγάζει κανείς το συμπέρασμα ότι πρόκειται για τις τρία profile που μπορεί να αποθηκεύσει στο ποντίκι για να τα χρησιμοποιήσει όπου το συνδέσει χωρίς να απαιτείτε εγκατάσταση του iCue ή περεταίρω παραμετροποίηση. Στο Dashboard έχουμε επιλογές ενδείξεων τόσο για τις συσκευές όσο και για το σύστημα και στο Settings μια σειρά επιλογών παραμετροποίησης της εφαρμογής, update των firmware των συσκευών και του iCue, επιλογές logging για τους sensors κ.τ.λ. Επιστρέφοντας στο Home και επιλέγοντας το εικονίδιο του NIGHTSWORD RGB από τις συσκευές εμφανίζεται κάτω από την λίστα των profiles μια σειρά από επιλογές, πιο συγκεκριμένα οι Actions, Lighting Effects, DPI, Performance, Surface Calibration ειδικά δε για το NIGHTSWORD RGB και η πολυπόθητη για πολλούς Weight Tuning. Αν τώρα το επιλεγμένο profile είναι ένα εκ των εσωτερικών τις συσκευής τότε εμφανίζεται και η ένδειξη Onboard Profiles επιβεβαιώνοντας το παραπάνω συμπέρασμα μας για τα hardware saved profiles. Ξεκινώντας από την τελευταία επιλογή ως ξεχωριστό χαρακτηριστικό του συγκεκριμένου ποντικιού και προς τα επάνω έχουμε... Weight Tuning … λοιπόν: Με την πρώτη ματιά παρατηρεί κανείς ότι οι πληροφορίες είναι πλούσιες αναλυτικές και ξεκάθαρες. Επικουρικά οι περιγραφές στο κάτω μέρος δεν αφήνουν κανένα περιθώριο σύγχυσης. Πρώτη κίνηση κουμπώνουμε ένα βαρίδι σε μια θέση και ως δια μαγείας αυτοστιγμής εμφανίζετε στην αντίστοιχη θέση στην εικόνα του iCue αλλά και το σωστό βάρος κάτω και η μεταβολή στο κέντρο βάρους δεξιά, απλά και όμορφα. Ομοίως επαναλαμβάνοντας την διαδικασία και για τα υπόλοιπα πέντε λαμβάνουν μέρος αυτόματα όλες οι μεταβολές. Την προσοχή μου τραβάει παράλληλα το αποεπιλεγμένο check box με τον τίτλο Input Weight Mass Manually. Ok λογικό λοιπόν το αυτόματο του πράγματος αλλά γιατί και manually; Επιλέγοντας το ξαφνικά εξαφανίζονται όλες οι ενδείξεις βάρους τόσο από τους αριθμούς όσο και από την εικόνα, παράλληλα ενεργοποιούνται τα κελιά των αριθμητικών ενδείξεων ως ένδειξη της δυνατότητας εισαγωγής σε αυτά από τον χρήστη πλέον, ενδιαφέρον αλλά γιατί; Δοκιμάζοντας εισαγωγή με το χέρι, δηλαδή πληκτρολόγιο, παρατηρώ ότι υπάρχει η δυνατότητα να βάλω από 0,1 έως 99,9 μεταβάλλοντας αυτόματα τα στοιχεία Total Mass και X,Y,Z του Center of mass position εμφανίζοντας δε παράλληλα την θέση καταλυμένη από βαρίδιο, επιπροσθέτως η επιλογή θέσης προς εισαγωγή γίνεται και από την εικόνα. Το μόνο που μπορώ να υποθέσω είναι feature για πιθανή μελλοντική σειρά εναλλακτικών βαριδιών ή γιατί όχι και after market, αστεΐζοντας φαντάζομαι ένα eccentric κάτοχο να απευθύνεται σε μηχανικό για custom, την επιλογή στο software την έχει... Σε κάθε περίπτωση μπορούμε να αλλάζουμε μεταξύ auto και manual χωρίς να χάνονται οι ρυθμίσεις. Surface Calibration … Ok. Απλή λειτουργεία και εύκολη, λίγο σταθερό χέρι θέλει μόνο. Δεν πρόσεξα κάποια ιδιαίτερη διαφορά πάντως τουλάχιστον όχι σε σοβαρές επιφάνειες, σε κάτω του μετρίου δεν ξέρω. Performance … Ok. Απλές κλασικές επιλογές … DPI … xαμός. Όπως προανέφερα, τα πάντα σε κάθε επίπεδο, αν θέλουμε και για κάθε άξονα χωριστά, από 1 έως 18.000 dpi ανά 1 dpi και με ότι χρώμα από όλη την γκάμα του RGB και για το κάθε profile χωριστά και με άμεση ενεργοποίηση την στιγμή τις ρύθμισης. Δεν μπορώ να σκεφτώ τι θα μπορούσε να προσθέσει κανείς, μάλλον τίποτα. Lighting Effects ... άπειρα. Ούτε εδώ φαίνεται να υπάρχει καμία έλλειψη. Όλα τα χρώματα σε κάθε ζώνη με επιλογή αδιαφάνειας και με ικανοποιητικό αριθμό προεπιλογών. Ώρα να έχεις να επιλέγεις. Actions … αναρίθμητα. Και πως θα μπορούσαν να μην είναι άλλωστε. Δημιουργία όσων actions θέλουμε με επιλογές στο καθένα και για τα εννέα κουμπιά, είπαμε το αριστερό βασικό όχι και φαίνεται και στην εικόνα ως ανενεργό. Αλλά και οι επιλογές παραμετροποίησης περιλαμβάνουν ότι ζητήσει κανείς, A to Z keys, Numeric Keypad, Function, Text, Media Macro κ.τ.λ. … και με Advance Settings διαφορετικό για το καθένα από αυτά. Και όλα απλά και όλα ενεργά αμέσως για να δεις και αν σου κάνει η ρύθμιση χωρίς κόπο. Αποτελέσματα Μετρήσεων Να σημειώσω ότι για τις μετρήσεις το πρόγραμμα που χρησιμοποιούμε είναι το Enotus Mouse Test και ως mousepad το Corsair MM300 προκάτοχο του Corsair MM350 για το οποίο μπορείτε να διαβάσετε εκτενή παρουσίαση εδώ από τον φυλτατο @GriGaS. Όπως παρατηρούμαι στα διαγράμματα οι επιδόσεις του NIGHTSWORD RGB είναι κορυφαίες, με το Poling Rate σταθερά πάνω από το 996 και μέσο όρο το 997,6 αλλά και το Accuracy με μέσω όρο το 98,8%, που θα ήταν πάνω του 99,5% αν δεν του τα χάλαγε ένα 96,3 στα 18000 dpi, πιθανώς με δικιά μου υπαιτιότητα μιας και το να κρατήσει κανείς σταθερό χέρι εκεί είναι εξαιρετικά δύσκολο. Εξαίρεση σε αυτό αποτελεί το Smoothness που αν και όχι πολύ κακό ως τιμή δεν νομίζω ότι ανταποκρίνεται στην άψογη αίσθηση που αφήνει στον χρήστη του σε κάθε περίπτωση, συνυπολογίζοντας δε τα αντίστοιχα αποτελέσματα των Ironclaw RGB Wireless και Glaive RGB Pro σε σχέση με την αντίστοιχη άποψη των συναδέλφων τείνω να κατηγορήσω πιθανή ασυμβατότητα με το λογισμικό πάρα ότι άλλο. Εμπειρία Χρήσης H πλέον του ενός μηνός εμπειρία με το NightsWord RGB κάτω από συνεχή, μεγάλη σε ποικιλία χρήση σε σχεδόν κάθε είδους εφαρμογή, με εξαίρεση ίσως το εντατικό gaming, μου άφησε ξεκάθαρα ευχάριστη άποψη για την λειτουργικότητα και την εργονομία του προϊόντος. Σημειωτέων δε ότι είμαι συνηθισμένος σε ιδιαίτερα εργονομικά προϊόντα και πολύ απαιτητικός λόγω της καθημερινά πολύωρης χρήσης. Άνετο, βολικό, δεν με κούρασε ποτέ σε ιδιαίτερα παρατεταμένη και απαιτητική χρήση παρά το αρκετά ευαίσθητο χέρι μου. Με εξαιρετική ακρίβεια και άμεση απόκριση δεν έχασε ποτέ την εστίαση του ούτε αρνήθηκε να ανταποκριθεί στις εντολές μου, ανεξάρτητα από την πολυπλοκότητα και την ταχύτητα που απαιτούσα από αυτό. Η κύλιση του ήταν πάντα ομαλή και αβίαστη ανεξάρτητα από την μεταβολή στο βάρος ή το σημείο επαφής, τα κουμπιά μαλακά αλλά με ακρίβεια στην αίσθηση και με ξεκάθαρη εικόνα απόκρισης προς τον χρήστη. Το σκληρό καλώδιο αρχικά ξενίζει αλλά δεν εμπόδισε ποτέ την ομαλότητα στην κίνηση , αρκεί βέβαια να μην εμπλακεί με εμπόδια. Δεν δυσκολεύτηκα καθόλου να οργανώσω τις λειτουργίες που με βόλευαν στα κουμπιά του, βασική προϋπόθεση βέβαια το να εξοικειωθεί κανείς με την λογική λειτουργείας του iCue, από εκεί και πέρα απροβλημάτιστα περνούσαν οι μεταβολές με το που ερχόταν η επιθυμητή εφαρμογή στο προσκήνιο, πολύ βολικό επίσης το ότι μπορείς να έχεις τρία profile μαζί σου όπου το μεταφέρεις. Σίγουρα αυτό θα χρειαστεί κάποιο χρόνο αρχικά για το στήσιμο αλλά θα σας αποζημιώσει στην πορεία. Εδώ θα ήθελα να επιστήσω την προσοχή σε όσους το δοκιμάσουν, αποφύγετε τις εξαρχής άπειρες διαφορετικές συνθέσεις με καθολικές μεταβολές στις λειτουργείες των κουμπιών, αν αυτό δεν είναι απαραίτητο, η αλλαγή είναι ακαριαία και αν δεν είστε αρκετά εξοικειωμένοι μπορεί να σας μπερδέψει παρά να σας βοηθήσει, κατά τα άλλα βολεύει πολύ. Όσων αφορά το φωτισμό τώρα, απείρως ρυθμιζόμενος και ευκρινής αν και κατά την χρήση τα μόνα εμφανή σημεία είναι το μικρό παραθυράκι αριστερά κάτω από το αριστερό κουμπί και τα τρία ενδεικτικά led που ενημερώνουν για το επιλεγμένο DPI προφίλ, ίσως και λίγο η αντανάκλαση του εμπρός αριστερού επάνω στην επιφάνεια αν αυτή το επιτρέπει. Ο απέναντι σας, αν υπάρχει, θα μπορέσει να δει και το εμπρός δεξί καθώς και αυτό τις ρόδας, ο χρήστης πάλι όχι μιας και το χέρι του καλύπτει καθολικά σε κάθε περίπτωση τόσο αυτό του λογότυπου όσο και το πίσω. Κατά την διάρκεια όμως που δεν το χρησιμοποιούμε η εμφάνιση του και ιδικά οι εναλλαγές, π.χ. σε rainbow, mode τραβάνε πολύ το βλέμμα. Επίλογος - Συμπεράσματα Ο κουρσάρος για μια ακόμη φορά, ευχάριστα, δεν μας εξέπληξε. Έδωσε στην αγορά ένα προϊόν σε πολύ λογική τιμή, με την γνωστή ποιότητα του οίκου, αλλά και χαρακτηριστικά που δεν βρίσκει κανείς εύκολα μαζεμένα σε ένα πακέτο, παρόλο που αναφέρεται σε μια κατηγορία με σκληρό ανταγωνισμό. Η αδιάλειπτη και αβίαστη λειτουργεία του, USB γαρ, αλλά και ο μοντέρνος σχεδιασμός του με τον RGB φωτισμό δεν θα το αφήσουν απαρατήρητό, η δε ξεκούραστη χρήση με τις μεταβαλλόμενες λειτουργικότητες και τις προσωποποιημένες ρυθμίσεις θα ικανοποιήσουν όποιον το επιλέξει. Αμιγώς για αριστερόχειρες μεν δεν θα μπορούσε όμως να είναι για αμφίχειρες με το thumb rest και τα έξτρα κουμπιά, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί, βασικά κατ’ ανάγκη, και από κάποιον αριστερόχειρα, αρκεί αυτός να συμβιβαστεί με την απώλεια των χαρακτηριστικών αυτόν, χρήση στην οποίο συμβάλει και η ομοιομορφία του υπόλοιπου της σχεδίασης του. Το βασικό χαρακτηριστικό της μεταβολής του βάρους ομολογουμένως υπερέβει τις προσδοκίες μου. Έξυπνα σχεδιασμένο και με άμεση απόκριση στην γεωμετρία της συσκευής φέρνει το περιφερειακό με ακρίβεια στα μέτρα του χρήστη. Ομολογώ ότι δεν περίμενα να συναντήσω τέτοια απόδοση και ευκολία, ελπίζω να αποκτήσει ανταγωνισμό σε αυτό μιας και προς το παρόν δεν φαίνεται να έχει ουσιαστικά. Σε κάθε περίπτωση το NIGHTSWORD RGB δεν θα πρέπει να αγνοηθεί ως επιλογή από κάποιον που ψάχνει για κάτι τέτοιο. Ρύθμιση συνολικού βάρους και κέντρου βάρους. 3 Profiles αποθηκευμένα στην συσκευή και αναρίθμητα από το iCue . 10 κουμπιά τα 9 προγραμματιζόμενα. Ρύθμιση DPI. Ποιότητα υλικών. Σχεδιασμός και εμφάνιση. Άνεση χρήσης. RGB Ρυθμιζόμενος φωτισμός και αυτοματισμοί από το iCue. Για δεξιόχειρες αποκλειστικά θα μπορούσε να είναι πιο εργονομική κατασκευή. Ιδιαίτερα άκαμπτο καλώδιο. Οι φωτιζόμενες επιφάνειες δεν φαίνονται κατά την χρήση. Αποτελέσματα μετρήσεων smoothness αν και υποψιάζομαι ασυμβατότητα με το Enotus. Μη παραμετροποιήσιμη ροδέλα από το iCue. Με βάση τα παραπάνω, η βαθμολογία του NIGHTSWORD RGB Tunable FPS/MOBA είναι:  TheLAB.GR Ευχαριστούμε θερμά την Corsair για την παραχώρηση του δείγματος της δοκιμής.
  15. Εισαγωγή Ο καναπές απέναντι από την τηλεόραση είναι εδώ και χρόνια η καρδιά του σπιτιού, καθώς πολλοί περνάνε εκεί αρκετό από τον ελεύθερο χρόνο τους. Και είναι συχνό πλέον η τηλεόραση να είναι συνδεδεμένη με κάποιον υπολογιστή, ο οποίος αποτελεί το κέντρο του συστήματος διασκέδασης όλης της οικογένειας για ταινίες, σειρές, μουσική και ελαφρύ gaming. Καθώς η συγκεκριμένη χρήση είναι κάτι για το οποίο τα περιφερειακά των υπολογιστών δεν είχαν αρχικά σχεδιαστεί, πολλοί από εμάς καταλήγουμε με ένα άβολο ασύρματο πληκτρολόγιο στα πόδια μας και ένα αντίστοιχο ποντίκι στο μπράτσο του καναπέ. Η Corsair είχε ήδη δώσει μια εξαιρετική λύση στους gamers του καναπέ με το Corsair Wireless Combo και τώρα έρχεται να δώσει τη λύση και στους υπόλοιπους με το Corsair K83 Wireless Entertainment Keyboard. Χαρακτηριστικά Τα χαρακτηριστικά του Corsair K83 Wireless Entertainment Keyboard συνοψίζονται στον παρακάτω πίνακα: Βλέπουμε ότι πρόκειται για ένα πληκτρολόγιο 77 πλήκτρων, με μηχανισμούς πλήκτρων τύπου scissor (ψαλίδι - έτσι μοιάζει η ανάρτησή τους) χαμηλού προφίλ, όπως αυτά που συναντάμε συχνά στα πληκτρολόγια των laptop, και λευκό φωτισμό. Λειτουργεί ενσύρματα μέσω σύνδεσης USB, ασύρματα στα 2,4GHz μέσω του δέκτη που περιλαμβάνεται στη συσκευασία ή με Bluetooth και έχει υψηλό report rate στα 1000Hz. Διαθέτει 20-Key Roll Over, συνεπώς(θεωρητικά) μπορεί να αναγνωρίσει το πάτημα οποιωνδήποτε 20 πλήκτρων ταυτόχρονα. Διαθέτει έλεγχο έντασης ήχου με ροδέλα και Fn shortcuts. Το Corsair K83 Wireless Entertainment Keyboard καλύπτεται από διετή εγγύηση και η προτεινόμενη από την εταιρία τιμή λιανικής είναι στα €129,99. Φωτογράφιση Το Corsair K83 Wireless Entertainment Keyboard έρχεται σε ένα χαρτονένιο κουτί στο κλασσικό πλέον κιτρινόμαυρο μοτίβο της Corsair. Η φωτογραφία του πληκτρολογίου καλύπτει τη μεγαλύτερη επιφάνεια και των 2 μεγάλων πλευρών του κουτιού, μαζί με κάποιες πληροφορίες σχετικά με αυτό στο πίσω μέρος. Μέσα στο κουτί όλα δείχνουν τακτοποιημένα. Το μαύρο εσωτερικό δίνει μια πινελιά ποιότητας, χωρίς να προσθέτει ιδιαίτερα στο κόστος, και το πληκτρολόγιο καταλαμβάνει όλο το μήκος και πλάτος του κουτιού, προστατευμένο σε διαφανές νάιλον. Το καπάκι έχει κομμάτια αφρολέξ που κρατάνε το πληκτρολόγιο στη θέση του και ανάμεσά τους μια τσέπη με τα συνοδευτικά έγγραφα. Αυτά αποτελούνται από το εγχειρίδιο χρήσης, το φυλλάδιο της εγγύησης και ένα φυλλάδιο με με πληροφορίες σχετικά με την ασφάλεια χρήσης και τη συμμόρφωση της συσκευής με τους διεθνείς κανονισμούς. Κάτω από το πληκτρολόγιο κρύβεται ο δέκτης για την ασύρματη σύνδεση στα 2,4GHz και κάτω από μία ακόμα στρώση μαύρου χαρτονιού βρίσκουμε ένα πλακέ καλώδιο USΒ Type A σε Micro-USB για τη σύνδεση του πληκτρολογίου με τον υπολογιστή, καθώς και τη φόρτισή του. Το Corsair K83 Wireless Entertainment Keyboard είναι ένα tenkeyless πληκτρολόγιο, με ενσωματωμένο trackpad και joystick. Τα πλαστικά του είναι ποιοτικά και η πάνω επιφάνειά του είναι από αλουμίνιο, προσδίδοντας ακαμψία και αίσθηση ποιότητας. Ο σχεδιασμός είναι καλαίσθητος, με πλήκτρα χαμηλού προφίλ και το δεξί του τμήμα έχει μια μοντέρνα ρετρό χροιά όπου το στρογγυλό trackpad με το ασημί στεφάνι το μιμείται άρτια, σαν μικρογραφία του, το joystick. Ξεκινώντας από το πληκτρολόγιο, παρατηρούμε ότι τα πλήκτρα WASD έχουν διαφορετικό χρώμα, για να τονιστεί η gaming πλευρά του πληκτρολογίου. Εν τούτοις, τα άνω και κάτω βελάκια είναι μικρά και καταλαμβάνουν το χώρο ενός πλήκτρου, κάτι που δεν είναι πολύ βολικό στο gaming αλλά ούτε και στη γενικότερη χρήση. Τα ενδεικτικά LEDs είναι 3 και βρίσκονται στο επάνω μέρος, στα 3 κενά ανάμεσα στις ομάδες των πλήκτρων της πρώτης σειράς. Το αριστερό αφορά τη λειτουργία του πληκτρολογίου και προσφέρει ενδείξεις για τον τρόπο σύνδεσης και την μπαταρία, όπως θα δούμε παρακάτω. Το μεσαίο είναι η ένδειξη του CAPS LOCK και το δεξί του SCROLL LOCK. Ένδειξη για το NUM LOCK δεν υπάρχει καθώς το Corsair K83 Wireless Entertainment Keyboard δε διαθέτει αριθμητικό πληκτρολόγιο. Πολλές βασικές λειτουργίες όπως PgUp, PgDn, Home, End κλπ έχουν ενσωματωθεί σε άλλα πλήκτρα και ενεργοποιούνται με τη χρήση του πλήκτρου Fn, κάτι αναγκαίο για να διατηρηθεί το μικρό μέγεθος του πληκτρολογίου. Αυτό κάποιους θα τους ενοχλήσει και κάποιους όχι τόσο, ανάλογα με τη συχνότητα χρήσης τους. Όλη η σειρά των F keys έχει ενσωματωμένα shortcuts με τη χρήση του Fn - ανάλογα με το mode στο οποίο βρίσκεται το πληκτρολόγιο η default λειτουργία μπορεί να είναι τα F keys ή τα shortcuts. Στο δεξί μέρος του πληκτρολογίου δεσπόζει το στρογγυλό trackpad, μια πολύ καλή ιδέα, τόσο αισθητικά όσο και λειτουργικά, καθώς το δάχτυλο, ξεκινώντας από τη μέση, έχει ίδια απόσταση να διανύσει προς κάθε κατεύθυνση. Τα πλήκτρα του trackpad είναι λογικά τοποθετημένα, κάτω από αυτό. Πάνω από το trackpad, αριστερά έχουμε ένα πολύ ποιοτικό roller από όπου ρυθμίζουμε την ένταση του ήχου, όπως έχουμε δει σε πολλά από τα high end πληκτρολόγια της Corsair. Εδώ όμως, για οικονομία χώρου, το roller είναι και πλήκτρο για τη σίγαση. Μια ωραία λεπτομέρεια που θα ήθελα να δω και σε άλλα πληκτρολόγια της εταιρίας. Ανάμεσα στο roller και το trackpad βρίσκουμε το πλήκτρο έντασης του φωτισμού και το F-Lock του οποίου οι λειτουργίες μπορούν να ρυθμιστούν από το λογισμικό ελέγχου του πληκτρολογίου, iCUE. Τέλος, επάνω δεξιά, έχουμε το joystick, το οποίο είναι μια ευχάριστη προσθήκη και επιτρέπει να παίξουμε κάποιο χαλαρό παιχνίδι αρκετά καλά. Η λειτουργία του αλλάζει ανάλογα με το mode στο οποίο λειτουργεί το πληκτρολόγιο και μπορεί να κινεί το δείκτη του ποντικιού ή να εξυπηρετεί την πλοήγηση στα μενού ή, φυσικά, να κινεί τον χαρακτήρα κάποιου παιχνιδιού. Στη βάση του πληκτρολογίου είναι αμέσως εμφανείς οι ειδικές διαμορφώσεις στο δεξί και το αριστερό άκρο του ώστε να μπορεί κάποιος να το κρατήσει σαν gamepad. Η λαβή αυτή φέρνει το joystick στον δεξί αντίχειρα και τα 2 πλήκτρα που συνοδεύουν το joystick στο δείκτη και το μέσο του ίδιου χεριού. Στο πάνω και κάτω μέρος της βάσης του πληκτρολογίου υπάρχουν λωρίδες ελαστικού υλικού που εξασφαλίζουν την ακινητοποίηση του πληκτρολογίου, ενώ απουσιάζουν τα συνηθισμένα αναδιπλούμενα ποδαράκια. Τα πλήκτρα του joypad είναι μαρκαρισμένα ως L και R (Left - αριστερό και Right - δεξί). Είναι ουσιαστικά ένα δεύτερο σετ πλήκτρων ποντικιού, καθώς και το ίδιο το trackpad λειτουργεί σαν ποντίκι σε κάποια modes του Corsair K83 Wireless Entertainment Keyboard αλλά λειτουργούν και ως πλήκτρα για gaming. Είναι στρατηγικά τοποθετημένα, το L στην πλάγια επιφάνεια του πληκτρολογίου και το R στη βάση του, έτσι ώστε να έρχονται φυσικά κάτω από τα δάχτυλα όταν κάποιος κρατάει το joystick με τον αντίχειρα. Πληροφορίες και πιστοποιήσεις είναι διακριτικά χαραγμένες στη βάση του πληκτρολογίου. Δίπλα από το L του joystick, βρίσκουμε και το πλήκτρο on/off του Corsair K83 Wireless Entertainment Keyboard, το οποίο έχει ενδεικτικό λευκό LED όταν το πληκτρολόγιο είναι σε λειτουργία. Δίπλα από αυτό είναι και η υποδοχή Micro-USB για την ενσύρματη σύνδεση και τη φόρτιση της μπαταρίας του πληκτρολογίου. Ποιότητα Κατασκευής Η ποιότητα κατασκευής του Corsair K83 Wireless Entertainment Keyboard είναι αυτή που θα περίμενε κανείς από ένα high end πληκτρολόγιο της εταιρίας. Αν εξαιρέσουμε το γεγονός ότι οι διακόπτες δεν είναι μηχανικοί, κάτι που είναι λογικό για να παραμείνει το πληκτρολόγιο τόσο λεπτό και ελαφρύ, η Corsair δε φαίνεται να έκανε εκπτώσεις στα υλικά και την ποιότητα κατασκευής. Το αλουμίνιο της επάνω επιφάνειας εξ' άλλου, με την ελαφρώς βουρτσισμένη υφή, προσδίδει εκ προοιμίου τον χαρακτήρα της πολυτέλειας. Τα πλαστικά είναι ποιοτικά και η εφαρμογή των τμημάτων στα συνηθισμένα για την εταιρία υψηλά επίπεδα. Το φινίρισμα είναι αψεγάδιαστο. Μοναδικό ψεγάδι που παρατήρησα είναι ότι κατά την πληκτρολόγηση, ειδικά όταν αυτή γίνεται γρήγορα, ακούγονται κάποια τριξίματα από το μηχανισμό ανάρτησης του space bar Χρήση Η Corsair διαφημίζει το Corsair K83 Wireless Entertainment Keyboard ως ένα πληκτρολόγιο, τηλεχειριστήριο και gamepad, όλα σε ένα. Η αλήθεια είναι ότι το πληκτρολόγιο διαθέτει λίγο από όλα αυτά, αλλά δεν μπορεί να αντικαταστήσει τα τηλεχειριστήρια των συσκευών ούτε ένα κανονικό gamepad. Ως πληκτρολόγιο ισορροπεί ικανοποιητικά ανάμεσα στο μικρό μέγεθος και την άνεση πληκτρολόγησης, με πλήκτρα μεγάλα και με βαθύτερες καμπύλες από το συνηθισμένο, κάτι που βοηθάει στο ψαχούλεμα που αναπόφευκτα συνοδεύει την πληκτρολόγηση του καναπέ. Το Corsair K83 Wireless Entertainment Keyboard υποστηρίζει τη χρήση τόσο με Windows, όσο και με άλλες συσκευές και για το σκοπό αυτό έχει προ-ρυθμισμένα modes. Τα modes αυτά ενεργοποιούνται με τους συνδυασμούς πλήκτρων που βλέπετε στον παρακάτω πίνακα και είναι σχεδιασμένα για να προσφέρουν την καλύτερη εμπειρία με τις αντίστοιχες συσκευές. Απουσιάζει η υποστήριξη για PlayStation 4 και X-Box One, αλλά κατά τα άλλα είναι εντυπωσιακή η γκάμα των συσκευών που υποστηρίζεται! Καθώς το μέγεθος του πληκτρολογίου είναι μικρό, πολλά πλήκτρα έχουν διπλή λειτουργία, με τη 2η να ενεργοποιείται όπως συνηθίζεται με το συνδυαστικό πάτημα με το πλήκτρο Fn. Τα πλήκτρα που διαθέτουν 2η λειτουργία έχουν τη σχετική ένδειξη, εκτός από το Esc και το Enter που κρατούν τη 2η λειτουργία τους κρυφή. Το Trackpad είναι αντίστοιχης ποιότητας με αυτά που βρίσκουμε σε ακριβά laptop. Είναι ευαίσθητο και ακριβές και η χρήση του είναι ευχάριστη. Υποστηρίζει όλα τα γνωστά gestures, ακόμα και αυτά που γίνονται με 4 δάκτυλα. Δεν αντικατέστησε το ποντίκι μου και δε θεωρώ ότι έχει εφευρεθεί ακόμα κάτι που θα το κάνει, αλλά, παραδόξως, με έπιασα να το χρησιμοποιώ για μικροδουλειές, κάτι που του περιποιεί μεγάλη τιμή, καθώς δεν ήμουν ποτέ οπαδός των συγκεκριμένων συσκευών. Το joystick είναι μια καλοδεχούμενη προσθήκη και βοηθάει στο ελαφρύ gaming, ειδικά σε παιχνίδια όπου οι κινήσεις δεν είναι time critical. Προσωπικά με κάλυψε αλλά δεν είμαι gamer και αν ήμουν, θα προτιμούσα σίγουρα ένα κανονικό gamepad. Η λαβή του πληκτρολογίου εν είδει gamepad ουσιαστικά δεν επιτρέπει την πλήρη χρήση των πλήκτρων και έτσι η ιδανική χρήση του Corsair K83 Wireless Entertainment Keyboard ως gamepad θα ήταν με την αριστερή πλευρά του να στηρίζεται κάπου και το αριστερό χέρι στα πλήκτρα, ενώ το δεξί χέρι να κρατάει τη λαβή στο δεξί άκρο του πληκτρολογίου με τον αντίχειρα στο joystick. Το roller έλεγχου της έντασης του ήχου είναι εξαιρετικά υλοποιημένο, με την ιδανική αντίσταση και αίσθηση. Το γεγονός ότι ενσωματώνει το πλήκτρο mute, με πάτημα του roller είναι κάτι που η Corsair πρέπει να κάνει και στα υπόλοιπα high end πληκτρολόγιά της. Συνολικά η χρήση του Corsair K83 Wireless Entertainment Keyboard με άφησε πολύ ικανοποιημένο και δείχνει ότι θα καταφέρει να εκτοπίσει το Logitech K800 που χρησιμοποιώ ως πληκτρολόγιο καναπέ εδώ και πολλά χρόνια, χωρίς ποτέ να έχω βρει κάτι που να μπορεί να το ανταγωνιστεί. Συνδεσιμότητα To Corsair K83 Wireless Entertainment Keyboard προσφέρει τη δυνατότητα τόσο ενσύρματης, μέσω του συμπεριλαμβανομένου καλωδίου USB Type A σε Micro-USB, όσο και ασύρματης σύνδεσης. Η ασύρματη σύνδεση μπορεί να γίνει μέσω του δέκτη που παρέχεται με το πληκτρολόγιο αλλά και με μέσω πρωτοκόλλου Bluetooth 4.2. Η σύνδεση μέσω του δέκτη γίνεται στη συχνότητα των 2.4GHz και έχει ιδιαίτερα χαμηλό latency, 1ms, όσο έχει και η ενσύρματη σύνδεση. Η σύνδεση μέσω Bluetooth έχει υψηλότερο latency, το οποίο όμως είναι στα μόλις 7.5ms, σύμφωνα με την κατασκευάστρια εταιρεία. Το πληκτρολόγιο μπορεί να απομνημονεύσει 2 συνδέσεις μέσω bluetooth, και έτσι μπορείτε να το έχετε συνδεδεμένο μέσω του δέκτη στον υπολογιστή σας και μέσω bluetooth στο smartphone και τη smart τηλεόραση. Όλα αυτά εναλλάσσονται με ένα απλό πάτημα του αντίστοιχου πλήκτρου, όπως βλέπετε στον παρακάτω πίνακα. Το πληκτρολόγιο μπαίνει σε λειτουργία pairing αν το αντίστοιχο πλήκτρο πατηθεί για πάνω από 2 δευτερόλεπτα. Το LED λειτουργίας μας επιτρέπει να δούμε με μια ματιά ποια ασύρματη σύνδεση χρησιμοποιείται ανά πάσα στιγμή και σε τι κατάσταση βρίσκεται. Μπαταρία Η μπαταρία καθορίζει ένα μεγάλο βαθμό της χρηστικότητας κάθε ασύρματου περιφερειακού. Στην περίπτωση του Corsair K83 Wireless Entertainment Keyboard οι μηχανικοί της Corsair έχουν βρει μια καλή ισορροπία ανάμεσα στη διάρκεια της μπαταρίας, το μέγεθος και το βάρος της συσκευής και την ύπαρξη φωτισμού. Η διάρκεια της μπαταρίας, με συντηρητική χρήση και το φωτισμό στο χαμηλό φτάνει άνετα 4-5 ημέρες, έως και 1 εβδομάδα. Φυσικά αυτό μπορεί να έχει πολύ μεγάλη διακύμανση, ανάλογα με τη χρήση και την ένταση του φωτισμού. Η κατάσταση της μπαταρίας μπορεί να ελεγχθεί ανά πάσα στιγμή πατώντας το συνδυασμό πλήκτρων Fn + Enter, οπότε το LED λειτουργίας μας ενημερώνει για την κατάσταση φόρτισης της μπαταρίας, σύμφωνα με τον παρακάτω πίνακα. Η φόρτιση της μπαταρίας γίνεται με το καλώδιο με το οποίο γίνεται και η ενσύρματη σύνδεση. Το LED λειτουργίας αναβοσβήνει πράσινο κατά τη φόρτιση και μένει σταθερά πράσινο όταν αυτή ολοκληρωθεί. Στο παρακάτω διάγραμμα βλέπετε τη διαδικασία φόρτισης του Corsair K83 Wireless Entertainment Keyboard μέσω μίας USB 3.1 θύρας του υπολογιστή. Η κίτρινη γραμμή είναι η τάση των 5V της θύρας, η οποία μένει σχεδόν σταθερή καθ' όλη τη διάρκεια της φόρτισης, με μικρές διακυμάνσεις, ανάλογα με το ρεύμα που τραβάει το κύκλωμα φόρτισης του πληκτρολογίου. Η μπλε γραμμή δείχνει το ρεύμα της φόρτισης, το οποίο παραμένει κοντά στη μέγιστη δυνατότητα της θύρας, που είναι 0,9A, για περίπου 1 ώρα και 3 τέταρτα, ενώ κατόπιν και μετά από μια φθίνουσα διακύμανση, πέφτει σταδιακά έως την ολοκλήρωση της φόρτισης. Η κόκκινη γραμμή δείχνει το σύνολο της ενέργειας που έχει δοθεί από τη θύρα USB 3.1 για τη φόρτιση της μπαταρίας ανά πάσα στιγμή, η οποία συνολικά έφτασε τα 2063 mAh, πολύ κοντά στα 2070mAh που είναι η θεωρητική χωρητικότητα της μπαταρίας του Corsair K83 Wireless Entertainment Keyboard. Βλέπουμε ότι η συνολική διάρκεια της φόρτισης ήταν 2 ώρες και 54 λεπτά, σημαντικά μεγαλύτερη από τις 2 ώρες που υπόσχεται η Corsair. Αν δούμε τα πρώτα 30 δευτερόλεπτα της φόρτισης, φαίνεται ότι το ρεύμα φόρτισης ήταν αρχικά στα 0,5A, δηλαδή στις δυνατότητες μιας USB 2.0 θύρας. Αυτό συνέβη γιατί το πληκτρολόγιο ήταν απενεργοποιημένο. Μόλις το ενεργοποίησα και συνδέθηκε με τον υπολογιστή, ο οποίος έτρεχε το λογισμικό ελέγχου iCUE, το ρεύμα ανέβηκε στα 0,9Α. Τι σημαίνουν όλα αυτά; Για να γίνει η γρήγορη φόρτιση που όπως είδαμε ολοκληρώθηκε σε κάτι λιγότερο από 3 ώρες, πρέπει να έχουμε τις παρακάτω συνθήκες: Το πληκτρολόγιο θα είναι συνδεδεμένο σε θύρα υπολογιστή Η θύρα να είναι τουλάχιστον γενιάς USB 3.0 Το πληκτρολόγιο να είναι ενεργοποιημένο Ο υπολογιστής να τρέχει το λογισμικό ελέγχου iCUE Σε κάθε άλλη περίπτωση, η φόρτιση θα γίνει με χαμηλότερο ρεύμα, 0,5A αντί για 0,9A, και θα διαρκέσει σχεδόν το διπλάσιο χρόνο. Θεωρώ ότι το παραπάνω είναι το σημείο που επιδέχεται τη μεγαλύτερη βελτίωση στο Corsair K83 Wireless Entertainment Keyboard. Όταν κάθομαι στον καναπέ, η σύνδεση του πληκτρολογίου με τον υπολογιστή δεν είναι πάντα εύκολη και σίγουρα δεν είναι βολική. Αυτό που θα ήθελα, θα ήταν μια σύνδεση με βύσμα USB Type C, που είναι πολύ πιο ανθεκτικό, reversible και υποστηρίζει πρωτόκολλα φόρτισης που είναι πολύ πιο γρήγορα. Καθώς οι περισσότεροι έχουμε φροντίσει να έχουμε κάποιο φορτιστή κινητού κοντά στον καναπέ και οι περισσότεροι φορτιστές πλέον υποστηρίζουν κάποιο πρωτόκολλο ταχείας φόρτισης, όπως QC2.0, QC3.0 κλπ, θα ήθελα να το Corsair K83 Wireless Entertainment Keyboard να μπορούσε να τα εκμεταλλευτεί, αντί να φορτίζει με ρυθμούς USB 2.0 όταν συνδέεται σε φορτιστή κινητού. Φωτισμός Η ύπαρξη φωτισμού σε ένα πληκτρολόγιο αποτελεί μεγάλο πλεονέκτημα, ειδικά όταν πρόκειται να χρησιμοποιείται από τον καναπέ, σε συχνά σκοτεινές συνθήκες. Ο συνδυασμός της όμως με την ασύρματη σύνδεση αποτελεί τεχνική πρόκληση, καθώς ο φωτισμός είναι ιδιαίτερα ενεργοβόρος, σε σχέση πάντα με την κατανάλωση των υπόλοιπων υποσυστημάτων του πληκτρολογίου. Το Corsair K83 Wireless Entertainment Keyboard ισορροπεί ανάμεσα σε όλα αυτά, προσφέροντας λευκό φωτισμό που είναι ρυθμιζόμενος σε 3 επίπεδα. Δεν υπάρχει RGB και δεν υπάρχει ξεχωριστός έλεγχος φωτισμού σε κάθε πλήκτρο. Λειτουργικά, αυτή η επιλογή είναι η σωστή, καθώς μας επιτρέπει να βλέπουμε τι πληκτρολογούμε, το λευκό πάει με όλα και η κατανάλωση της μπαταρίας από το φωτισμό παραμένει σε ανεκτά επίπεδα. Φυσικά, ο φωτισμός μπορεί να απενεργοποιηθεί κατά τη διάρκεια της ημέρας, για εξοικονόμηση της μπαταρίας. Μπορείτε να δείτε τα 3 επίπεδα φωτισμού του Corsair K83 Wireless Entertainment Keyboard στο παρακάτω gif. Προσωπικά βρίσκω το χαμηλότερο επίπεδο φωτισμού υπερ-αρκετό και αρκετά ξεκούραστο για τα μάτια. Λογισμικό iCUE Ένα από τα πιο δυνατά σημεία του Corsair K83 Wireless Entertainment Keyboard, όπως και όλων των πληκτρολογίων της Corsair, είναι το λογισμικό ελέγχου, που ονομάζεται iCUE. Η πρώτη καρτέλα του λογισμικού ονομάζεται Home και εκεί βλέπουμε όλες τις υποστηριζόμενες συσκευές στο σύστημά μας. Επιλέγοντας κάποια, βλέπουμε τα προφίλ που έχουμε ρυθμίσει για αυτή, είτε software, είτε αποθηκευμένα στη μνήμη της συσκευής, αν έχει. Το κάθε προφίλ μπορούμε να το συνδέσουμε με κάποιο πρόγραμμα, ώστε να φορτώνεται αυτόματα όταν το πρόγραμμα αυτό τρέχει και είναι στο προσκήνιο. Μπορούμε επίσης να του ορίσουμε κάποιο custom εικονίδιο και φόντο. Αν επιλέξουμε το Corsair K83 Wireless Entertainment Keyboard από τις διαθέσιμες συσκευές, εμφανίζεται ένα μενού στα αριστερά, με πρώτη επιλογή τα ACTIONS. Από εδώ μπορούμε να ορίσουμε μια ποικιλία από ACTIONS και να τις αντιστοιχήσουμε σε κάποιο πλήκτρο, όπως επίσης και να κάνουμε κάποιο πλήκτρο remap. Η δεύτερη επιλογή του μενού είναι τα γνωστά GESTURES. Ως προεπιλογή, ο έλεγχός τους γίνεται από τα Windows. Αν όμως κάνουμε μια μικρή παράκαμψη στα SETTINGS, μπορούμε να ενεργοποιήσουμε την παραμετροποίηση των Gestures (Enable Gestures Customization). Αυτό μας δίνει τη δυνατότητα να παραμετροποιήσουμε μια μεγάλη γκάμα από Gestures, που χρησιμοποιούν από 1 έως και 4 δάχτυλα, μέσω του λογισμικού iCUE. Η παραμετροποίηση μπορεί να αντιστοιχίσει το κάθε Gesture σε κάποιο ACTION ή απλά να το κάνει REMAP, δηλαδή να το αντιστοιχίσει σε ένα πλήκτρο ή κουμπί ποντικιού. Ο παρακάτω πίνακας δείχνει τα διαθέσιμα Gestures ανάλογα με το λειτουργικό σύστημα. Καθώς το Corsair K83 Wireless Entertainment Keyboard διαθέτει μόνο λευκό φωτισμό για ολόκληρη τη συσκευή και όχι ξεχωριστά σε ζώνες ή ανά πλήκτρο, οι δυνατότητες του φωτισμού και οι σχετικές ρυθμίσεις είναι περιορισμένες. Έτσι, το μενού LIGHTING EFFECTS διαθέτει μόνο 3 επιλογές: Μπορούμε να επιλέξουμε ανάμεσα σε NO EFFECT, STATIC COLOR και PULSE. Το NO EFFECT απλά απενεργοποιεί το φωτισμό. Το STATIC COLOR ενεργοποιεί το φωτισμό και δίνει τη δυνατότητα της επιλογής της έντασής του. Το PULSE αναβοσβήνει σταδιακά το φωτισμό εν είδει παλμού και οι επιλογές αφορούν το Opacity, που ουσιαστικά είναι η φωτεινότητα, και την ταχύτητα. Στο παρακάτω βίντεο βλέπετε το εφέ PULSE με Opacity στο μέγιστο και ενδιάμεση ταχύτητα. Είναι εμφανές ότι είναι μια επιλογή μόνο για επίδειξη, καθώς δεν ενδείκνυται για πληκτρολόγηση. Το μενού CALIBRATION αφορά το joystick. Η μοναδική του επιλογή είναι η έναρξη του calibration. Αν το πατήσουμε, απλά αφήνουμε το joystick στην ησυχία του και το calibration προχωράει αρκετά γρήγορα και εντελώς μόνο του. Όταν ολοκληρωθεί, το μόνο που μας μένει είναι να πατήσουμε το κουμπί της επιβεβαίωσης για να επιστρέψουμε στην αρχική σελίδα της καρτέλας. Η επιλογή NAVIGATION CONTROL μας δίνει τη δυνατότητα αρκετών ρυθμίσεων που αφορούν το touchpad και το joystick. Η λειτουργία του calibration θα μπορούσε να βρίσκεται άνετα σε αυτή την καρτέλα και όχι να καταλαμβάνει μια ολόκληρη καρτέλα από μόνη της. Στα δεξιά της καρτέλας βλέπουμε ότι όταν το F-Lock είναι off (άρα τα F keys εκτελούν τις δευτερεύουσες λειτουργίες τους), είμαστε στο Media Mode. Όταν είναι on (άρα τα F keys λειτουργούν κανονικά ως F keys) είμαστε στο Gaming Mode. Τέλος, η καρτέλα Performance, μας δίνει την επιλογή για το τι άλλο θέλουμε να συμβαίνει όταν το F-Lock είναι on και συνεπώς είμαστε σε Gaming Mode. Εδώ μπορούμε να απενεργοποιήσουμε πλήκτρα ή συνδυασμούς πλήκτρων που αν πατηθούν εκ παραδρομής, θα διακόψουν το παιχνίδι μας. Μπορεί ακόμη να απενεργοποιηθεί το touchpad. Κάτι ενδιαφέρον είναι η δυνατότητα απενεργοποίησης του Wireless Encryption. Το Corsair K83 Wireless Entertainment Keyboard χρησιμοποιεί έναν ισχυρό αλγόριθμο κρυπτογράφησης 128-bit AES, έτσι ώστε να μην μπορεί κάποιος να υποκλέψει τα keystrokes. Αυτό προσθέτει ένα ελάχιστο latency της τάξης του 0,1ms που για κάποιους hardcore gamers μπορεί να είναι σημαντικό, οπότε η απενεργοποίησή του είναι δυνατή. Αφού τελειώσαμε με το HOME, περνάμε στην καρτέλα DASHBOARD. Εδώ μπορούμε να δούμε πληροφορίες για διάφορες συσκευές του συστήματός μας. Το INSTANT LIGHTING επιτρέπει τη συγχρονισμένη ενεργοποίηση μονοχρωματικού φωτισμού στα χρώματα που βλέπετε, για όλες τις συνδεδεμένες συσκευές που το υποστηρίζουν. Και πάμε πάλι στα SETTINGS για μια πιο προσεκτική ματιά. Εδώ, στο επάνω μέρος έχουμε ρυθμίσεις για τη συσκευή μας, οι οποίες φαίνονται στην παρακάτω εικόνα και κάνουν ακριβώς αυτό που λέει η περιγραφή τους. Στο κάτω μέρος έχουμε της ρυθμίσεις που αφορούν το iCUE, σε 4 καρτέλες, με πρώτη τη GENERAL. Η δεύτερη καρτέλα αφορά το On Screen Display. Αν το ενεργοποιήσουμε... ...έχουμε πάρα πολλές επιλογές για το τι και πώς ακριβώς θα δείχνει... ...το overlay παράθυρο που εμφανίζεται και το οποίο θα παραμένει στην οθόνη μας ακόμα και αν παίζουμε κάποιο παιχνίδι. Η τρίτη καρτέλα του iCUE SETTINGS αφορά το Dashboard. Ανάμεσα στις ρυθμίσεις είναι και η ενεργοποίηση του widget που αφορά τα drives του συστήματος... Ας το ενεργοποιήσουμε για να δούμε τι θα κάνει. Μετά την ενεργοποίηση απαιτείται restart του iCUE service, που γίνεται εύκολα από την καρτέλα GENERAL. Και κάπως έτσι, αποκτήσαμε widgets στο DASHBOARD που μας δείχνουν τις θερμοκρασίες των drives. Τελευταία καρτέλα του iCUE SETTINGS είναι το SENSOR LOGGING από όπου μπορούμε να κάνουμε καταγραφή οποιωνδήποτε εκ των αισθητήρων που υποστηρίζει το iCUE. Η τελευταία καρτέλα του κεντρικού μενού του iCUE περιέχει διαδικτυακούς συνδέσμους που αφορούν την εταιρία. Το εικονίδιο του iCUE στο system tray, περιέχει κάποιες ενδιαφέρουσες επιλογές. Κατ' αρχάς υποστηρίζει τη δημιουργία ξεχωριστών εικονιδίων δίπλα του, που μας πληροφορούν για την κατάσταση της μπαταρίας των συσκευών μας. Περνώντας το ποντίκι πάνω από κάθε μπαταρία, το σύστημα μας δείχνει ποια συσκευή αφορά. Θα ήθελα όμως να υπάρχει δυνατότητα να ξεχωρίζουμε ποιο εικονίδιο αφορά ποια συσκευή, χωρίς να χρειάζεται να κάνουμε hover με το ποντίκι πάνω από το κάθε εικονίδιο, για παράδειγμα με διαφορετικά χρώματα. Μια άλλη λειτουργία είναι το να δούμε το iCUE Space. Το iCUE space είναι ένα παράθυρο που καταλαμβάνει το δεξί μέρος της οθόνης μας, μετακινώντας ο,τιδήποτε άλλο προς τα αριστερά, και μας δείχνει το ίδιο περιεχόμενο με το DASHBOARD, αλλά χωρίς να χρειαστεί να έχουμε ανοιχτό το κυρίως παράθυρο του iCUE. Συνολικά το iCUE είναι ένα υπερπλήρες λογισμικό ελέγχου που προσθέτει μεγάλη αξία στα περιφερειακά της Corsair. Δοκιμές Όπως είδαμε στον πίνακα των χαρακτηριστικών του, το Corsair K83 Wireless Entertainment Keyboard διαθέτει 20-Key Roll Over, συνεπώς(θεωρητικά) μπορεί να αναγνωρίσει το πάτημα οποιωνδήποτε 20 πλήκτρων ταυτόχρονα. Μόνο θεωρητικά όμως, γιατί στην πράξη τα πράγματα ήταν δυστυχώς διαφορετικά. Δοκιμάσαμε το πληκτρολόγιο με κάθε μορφή ασύρματης και ενσύρματης σύνδεσης που υποστηρίζει, αλλά δεν μπορέσαμε να πετύχουμε την ενεργοποίηση 20 πλήκτρων ταυτόχρονα, πολλώ δε μάλλον οποιωνδήποτε. Παρακάτω παραθέτουμε τα αποτελέσματα που πήραμε πατώντας όλα τα πλήκτρα κάθε μίας από τις 6 σειρές πλήκτρων, ξεκινώντας πρώτα από αριστερά και μετά από δεξιά. Υπενθυμίζουμε ότι το Corsair K83 Wireless Entertainment Keyboard είναι ένα πληκτρολόγιο 77 πλήκτρων και δε διαθέτει κανένα από τα πλήκτρα που απεικονίζονται στο δεξί τμήμα του προγράμματος δοκιμών, εκτός από τα βελάκια. Επίσης δε διαθέτει το δεξί πλήκτρο Win και το Menu από την 6η σειρά. Το πάνω βελάκι δοκιμάστηκε με την 6η σειρά καθώς τα πάνω και κάτω βελάκια είναι πλήκτρα μισού ύψους και καταλαμβάνουν τη θέση ενός πλήκτρου σε εκείνη τη σειρά. Όπως βλέπετε, το Corsair K83 Wireless Entertainment Keyboard δε διαθέτει σε καμία περίπτωση 20-Key Roll Over. Ο έλεγχος για ghosting έδειξε αντίστοιχα θέματα και είχαμε αρκετές περιπτώσεις πλήκτρων που δεν ενεργοποιήθηκαν. Η προσπάθειά μας να γράψουμε τη φράση "THE QUICK BROWN FOX JUMPS OVER THE LAZY DOG" κρατώντας πατημένα και τα 2 πλήκτρα Shift ταυτόχρονα, απέφερε το εξής αποτέλεσμα: H QUCK BROWN FOX JUPS OVR H LAZY DOG Τι σημαίνουν όλα αυτά; Στην απλή πληκτρολόγηση, όχι κάτι ιδιαίτερο. Επιβεβαιώνουν όμως αυτό που προείπαμε, ότι το Corsair K83 Wireless Entertainment Keyboard είναι κατάλληλο μόνο για ελαφρύ gaming και αφήνει την απορία γιατί η Corsair διαφημίζει ότι το πληκτρολόγιο διαθέτει 20-Key Roll Over ενώ αυτό δεν ισχύει. Επίλογος Φτάσαμε λοιπόν σε έναν ακόμη επίλογο που καλείται σε λίγες γραμμές να συνοψίσει τα κύρια χαρακτηριστικά του Corsair K83 Wireless Entertainment Keyboard αλλά και να αξιολογήσει τα θετικά και αρνητικά του σημεία. Τα θετικά του είναι πολλά και ξεκάθαρα καθώς πρόκειται για ένα πολύ βολικό και καλοσχεδιασμένο πληκτρολόγιο για χρήση από τον καναπέ. Η μελέτη που έγινε κατά το σχεδιασμό του είναι εμφανής και οι μηχανικοί της Corsair αξίζουν συγχαρητήρια για το λειτουργικό αλλά και καλαίσθητο τρόπο με τον οποίον ενσωμάτωσαν τόσο πολλά χαρακτηριστικά σε ένα τόσο μικρό πακέτο. Η ποιότητα κατασκευής είναι ανάλογη με τα high end πληκτρολόγια της εταιρίας, με βουρτσισμένο αλουμίνιο και ποιοτικά πλαστικά ως υλικά κατασκευής καθώς και άριστη συναρμογή. Το μέγεθος είναι ιδανικό για να επιτρέπει τη σχετικά άνετη πληκτρολόγηση χωρίς να καταλαμβάνει πολύ χώρο, τα πλήκτρα είναι άνετα στη χρήση, το trackpad άριστα υλοποιημένο και το joystick επαρκές για ελαφρύ gaming. Ο έλεγχος του φωτισμού γίνεται άμεσα από ένα πλήκτρο και η ένταση της φωνής ελέγχεται από ένα άριστα υλοποιημένο roller με ενσωματωμένο πλήκτρο σίγασης. Οι δυνατότητες σύνδεσης καλύπτουν κάθε ανάγκη, καθώς περιλαμβάνουν σύνδεση με καλώδιο, με δέκτη στα 2,4GHz και δύο συνδέσεις μέσω Bluetooth. Η λίστα των υποστηριζόμενων συσκευών είναι εκτενής, αλλά δυστυχώς δεν περιλαμβάνει το Playstation 4 και το X-Box One. Η μπαταρία είναι επαρκής για ολιγοήμερη φυσιολογική χρήση, αλλά όπως είναι φυσικό εξαρτάται πολύ από την επιλεγμένη ένταση του φωτισμού. Τα αρνητικά σημεία που εντοπίσαμε στο Corsair K83 Wireless Entertainment Keyboard οφείλονται ως επί το πλείστον στο τμήμα marketing της εταιρίας, που απλά υπόσχεται πράγματα πέρα από τις δυνατότητες του πληκτρολογίου. Το γιατί συμβαίνει αυτό όταν τα χαρακτηριστικά του πληκτρολογίου είναι ήδη πολύ καλά, δημιουργεί εύλογες απορίες. Έτσι ο χρόνος ταχείας φόρτισης, όταν ικανοποιούνται όλες οι συνθήκες για αυτήν (δείτε το σχετικό τμήμα του review), διαφημίζεται στις 2 ώρες, ενώ στην πραγματικότητα διαρκεί σχεδόν 3. Το δε 20-Key Roll Over, που υπόσχονται οι προδιαγραφές, απλά δεν ισχύει. Το κόστος του Corsair K83 Wireless Entertainment Keyboard στα Ελληνικά καταστήματα ξεκινάει από τα €123,30, συμπεριλαμβανομένου του ΦΠΑ. Η τιμή είναι λογική, δεδομένης της ποιότητας του πληκτρολογίου και της πληθώρας των χαρακτηριστικών που ενσωματώνει. Ας συνοψίσουμε λοιπόν τα πλεονεκτήματα και τα μειονεκτήματα του Corsair K83 Wireless Entertainment Keyboard : Ο καλός - Εξαιρετική ποιότητα κατασκευής, υλικών και φινίρισμα - Έξυπνος και καλαίσθητος σχεδιασμός - Ισορροπία μεταξύ μεγέθους και χρηστικότητας - Πολύ καλό trackpad - Ενσωματωμένο joystick - Φωτισμός πλήκτρων - Πολλές επιλογές συνδεσιμότητας - Επαρκής μπαταρία - Πολύ καλό λογισμικό ελέγχου iCUE - Multimedia Keys - Ρόδα ελέγχου έντασης ήχου με ενσωματωμένο πλήκτρο σίγασης Ο Κακός - Ο χρόνος ταχείας φόρτισης φτάνει σχεδόν τις 3 ώρες αντί των 2 που υπόσχονται οι προδιαγραφές - Το 20-Key Roll Over των προδιαγραφών δεν ισχύει - Το πάνω και το κάτω βελάκι είναι πλήκτρα μισού ύψους Ο Αδιάφορος - Η τιμή είναι υψηλή για ένα πληκτρολόγιο αλλά λογική αν υπολογίσουμε όλα τα χαρακτηριστικά και τις δυνατότητές του - Θα προτιμούσαμε θύρα USB Type C αντί για Micro-USB - Θα ήταν θετικό αν υποστηρίζονταν πρωτόκολλα ταχείας φόρτισης όπως QC2.0, QC3.0 κλπ Με βάση τα παραπάνω, η συνολική βαθμολογία του Corsair K83 Wireless Entertainment Keyboard είναι:  theLAB.gr Ευχαριστούμε θερμά την Corsair για την παραχώρηση του δείγματος της δοκιμής. Πολύμερος Αχανιώτης 16/9/2019
  16. Εισαγωγή Στις αρχές της δεκαετίας του 1990, την εποχή που οι δημοφιλείς σκληροί δίσκοι ήταν μερικές δεκάδες MB, πειραματιζόμουν με τις τεχνικές συμπίεσης δίσκων εκείνης της περιόδου. Το λογισμικό τότε σπάνια συνοδευόταν από την προειδοποίηση ότι η κακή χρήση μπορεί να οδηγήσει στην απώλεια δεδομένων και από νεανική αφέλεια θεωρούσα όλα τα λάθη αναστρέψιμα. Κακώς, γιατί σύντομα αισθάνθηκα για πρώτη φορά την απόγνωση που ακολουθεί τη συνειδητοποίηση ότι έχω χάσει δεδομένα. Δυστυχώς, οι υπηρεσίες ανάκτησης δεδομένων τότε ήταν πανάκριβες και δεν υπήρχαν εύκολα προσβάσιμα εργαλεία που απευθύνονταν σε έναν πιτσιρικά που ήθελε να επαναφέρει αρχεία που διέγραψε ή κατέστρεψε από λάθος. Αναγκαστικά, συμβιβάστηκα με την ιδέα ότι τα περιεχόμενα του δίσκου μου είχαν χαθεί οριστικά και αμετάκλητα. Αν αυτή η θλιβερή ιστορία είχε εκτυλιχθεί σήμερα, θα είχα στη διάθεσή μου πολλές εφαρμογές που υπόσχονται ότι μπορούν να πετύχουν την ανάκτηση αρχείων μετά από τη διαγραφή τους από το σύστημα ή ακόμη και μετά από μείζονες καταστροφές, όπως η διαγραφή ενός partition ή και το format ενός σκληρού δίσκου. EaseUS Μια από τις γνωστότερες εταιρείες που δραστηριοποιούνται στον χώρο είναι και η EaseUS, η οποία προσφέρει την εφαρμογή «EaseUS Data Recovery Wizard» για ανάκτηση δεδομένων, αλλά και άλλες εφαρμογές για Backup & Restore, Data Transfer και Partition Management. Η εταιρεία έχει την έδρα της στο Chengdu της Κίνας και στα 14 χρόνια που είναι ενεργή στον κλάδο περιγράφει ότι έχει συγκεντρώσει 200 εκατομμύρια χρήστες σε 160 χώρες, ενώ δηλώνει ότι οι πελάτες της περιλαμβάνουν και εταιρείες όπως η Microsoft, η IBM και η Samsung. Οι περισσότερες εφαρμογές της EaseUS βασίζονται στο μοντέλο “freemium”, προσφέροντας κάποια βασική λειτουργικότητα δωρεάν, ενώ απαιτούν την αγορά ενός κλειδιού για να ξεκλειδώσουν όλες τις δυνατότητες που προσφέρουν στον χρήστη. Οπότε, όταν πρόσφατα μας προσέγγισε η κινεζική εταιρεία για το ενδεχόμενο να συντάξουμε ένα review για το λογισμικό της, η επόμενη σκέψη μας ήταν αυτονόητη. Ξέροντας ότι πολλοί από εσάς μπορεί να έχετε βιώσει μια ιστορία σαν την παραπάνω, ζητήσαμε και λάβαμε 5 κλειδιά για το πρόγραμμα EaseUS Data Recovery Wizard Pro, αξίας $89.95 έκαστο, τα οποία θα κληρώσουμε στους αναγνώστες του TheLab.gr σε λίγες μέρες. Διαγωνισμός Όσοι θα θέλατε να συμμετάσχετε στον διαγωνισμό για μία από τις 5 άδειες χρήσης του προγράμματος EaseUS Data Recovery Wizard Pro, με ένα απλό μήνυμα κάτω από το review εξασφαλίζετε τη συμμετοχή σας στην κλήρωση. • Στον διαγωνισμό μπορούν να λάβουν μέρος μόνο τα εγγεγραμμένα μέλη του TheLab.gr. • Δεν έχετε το δικαίωμα να συμμετάσχετε με διαφορετικά Username (ψευδώνυμα) στον διαγωνισμό. Σε αυτή την περίπτωση η συμμετοχή σας θα θεωρείται άκυρη. • Οι διοργανωτές του διαγωνισμού έχουν το δικαίωμα να καθυστερήσουν ακόμα και να ακυρώσουν τον διαγωνισμό σε περίπτωση ανωτέρας βίας. • Συμμετοχές μετά το πέρας της προθεσμίας είναι άκυρες. Ο διαγωνισμός λήγει την Τετάρτη, 7 Αυγούστου 2019 ώρα Ελλάδας 23:59:59. • Από τον διαγωνισμό αποκλείονται οι administrators και συνεργάτες του TheLab.gr καθώς και οι συγγενείς εξ αίματος ή εξ αγχιστείας μέχρι δεκάτου-εβδόμου βαθμού. EaseUS Data Recovery Wizard Free / Pro for Windows Ξεκινώντας από τη σελίδα της εταιρείας, βλέπουμε ήδη ότι προβάλλεται σε κυρίαρχη θέση μια έκδοση του λογισμικoύ που καλούμαστε να δοκιμάσουμε. Ακόμη και στο ηλεκτρονικό κατάστημά της, ο EaseUS Data Recovery Wizard Professional φαίνεται να βρίσκεται στην πρώτη θέση των Bestsellers. Ίσως εξαιτίας της φαινομενικής δημοφιλίας του προγράμματος, η EaseUS έχει επιλέξει μια τιμολογιακή πολιτική που εύκολα προκαλεί σύγχυση. Αν ο επισκέπτης επιλέξει να αγοράσει το προϊόν από το μενού Store > Data Recovery, όπου διαφημίζεται αυτή τη στιγμή στα $69.95, οδηγείται στην αγορά ενός κλειδιού με κόστος 82,70€ (66,69€ + ΦΠΑ). Η αντίστοιχη έκδοση για Mac είναι περίπου 20€ ακριβότερη. Αντίθετα, αν αναζητήσει το λογισμικό από το μενού Data Recovery Software > Data Recovery Wizard Free, πλην της επιλογής Free Download (με όριο 2 GB στον όγκο δεδομένων που μπορούν να ανακτηθούν), υπάρχει και η επιλογή Upgrade. Αυτή διαφημίζεται στα $64.95 ως συνδρομή ενός μήνα και κοστίζει 79,34€ μαζί με τον ΦΠΑ. Εναλλακτικά, υπάρχει και η επιλογή για Lifetime Upgrades, έναντι $119.95 (138,82€ με τον ΦΠΑ). Τέλος, το μενού Data Recovery Software > Data Recovery Wizard Pro οδηγεί στην ίδια τιμή με εκείνη που προσφέρει το ηλεκτρονικό κατάστημα (82,70€). Όμως, ακόμη και σ' αυτήν την έκδοση υπάρχει η επιλογή Free Trial (μόνο για την προβολή αρχείων, χωρίς δυνατότητα ανάκτησης). Αν δεν μπερδευτήκατε αρκετά, να παραθέσω και την έκδοση EaseUS Data Recovery Wizard Technician, που απευθύνεται σε τεχνικούς και επαγγελματίες, με κόστος $299 ανά έτος, για πολλαπλές εγκαταστάσεις, που καταλήγει να κοστίζει 345,96€ μαζί με τον ΦΠΑ. Και επίσης προσφέρει δοκιμαστική έκδοση δωρεάν… Όλες οι αγορές μπορούν να γίνουν με πιστωτική κάρτα, Paypal ή τραπεζική κατάθεση, ενώ η εταιρεία δηλώνει ότι προσφέρει εγγύηση επιστροφής χρημάτων 30 ημερών. Σε μια αναπάντεχη εξέλιξη, όταν επισκέφτηκα ξανά τις ίδιες σελίδες από άλλον υπολογιστή, το κόστος αγοράς της μηνιαίας συνδρομής εμφανιζόταν στην έκδοση Pro, ενώ το κόστος της εφάπαξ απόκτησης της έκδοσης Pro εμφανιζόταν στην έκδοση Free! Μετά από επικοινωνία με την εκπρόσωπο της εταιρείας, επιβεβαίωσα ότι δοκιμάζουν διαφορετικές τιμολογήσεις για το ίδιο προϊόν (συμπεριλαμβανομένης και της μηνιαίας και ετήσιας συνδρομής), οπότε η τιμή που θα συναντήσετε ενδέχεται να κυμαίνεται. Εγκατάσταση Βλέποντας το πλήθος των επιλογών, επέλεξα να ακολουθήσω ένα συνηθισμένο σενάριο με βάση την εμπειρία μου από άλλο λογισμικό freemium. Κατέβασα τον Data Recovery Wizard Free και εισήγαγα το κλειδί που μου είχε σταλεί. Αυτό ενεργοποίησε τον Data Recovery Wizard Pro, χωρίς να υπάρχει κάποια εμφανής αναφορά σε ημερομηνία λήξης ή συνδρομή! Εύκολα συνάγεται ότι το λογισμικό είναι το ίδιο σε όλες τις περιπτώσεις, απλώς η εταιρεία προσφέρει πολλές διαφορετικές επιλογές τιμολόγησης, όπως μας επιβεβαίωσε και στη μετέπειτα επικοινωνία μας. Εντούτοις, στη σελίδα εμφανίζονται λίγο διαφορετικές εκδόσεις και προδιαγραφές στις δύο πολύ όμοιες σελίδες, με τις επιλογές της συνδρομής και της εφάπαξ αγοράς να εναλλάσσονται. Η διαδικασία εγκατάστασης συνολικά ήταν απλή. Ξεκινά κατεβάζοντας και εκτελώντας ένα αρχείο (Installer) με μέγεθος 1.5MB, το οποίο με τη σειρά του κατεβάζει ένα δεύτερο εκτελέσιμο αρχείο μεγέθους 42 ΜΒ και το εγκαθιστά. Οι μόνες επιλογές που δίνονται στον χρήστη (και μόνο στο Custom Install) είναι για τη γλώσσα εγκατάστασης και τον φάκελο στον οποίο πρόκειται να εγκατασταθεί το λογισμικό. Πριν προχωρήσουμε, οφείλουμε να συναινέσουμε με την άδεια χρήσης του προγράμματος. Με την επιλογή Custom Install μπορούμε να αποφασίσουμε να μη συμμετάσχουμε στο Customer Experience Improvement Program. Στην απλή διαδικασία εγκατάστασης η συμμετοχή στο πρόγραμμα γίνεται αυτόματα. Έχοντας μόλις εγκαταστήσει τη δωρεάν έκδοση και πριν την εισαγωγή του κλειδιού, εμφανίστηκε μια ειδοποίηση για το καλοκαιρινό πρόγραμμα εκπτώσεων της εταιρείας. Είναι παρόμοια με κάθε άλλη nagscreen αντίστοιχου λογισμικού και δίνει στον χρήστη την επιλογή να την κρύψει για πάντα –ή ίσως μέχρι την επόμενη προσφορά. Το επόμενο βήμα ήταν η εισαγωγή του κλειδιού. Στη σχετική οθόνη η εταιρεία θυμίζει τα 14 χρόνια εμπειρίας της και την εγγύηση επιστροφής χρημάτων 30 ημερών, ενώ αναφέρεται σε 10+ εκατομμύρια ικανοποιημένους χρήστες (αν και στη σελίδα του Data Recovery Wizard μιλά για 72 εκατομμύρια). Μετά την πληκτρολόγηση και τον επιτυχημένο έλεγχο του κλειδιού (απαιτεί σύνδεση με το δίκτυο), η εφαρμογή ξεκινά κατευθείαν στο περιβάλλον ανάκτησης. Οι συνθήκες της δοκιμής Πριν δούμε αναλυτικά τις δυνατότητες του προγράμματος, δυο λόγια για τις συνθήκες των δοκιμών. Η εγκατάσταση και όλες οι απόπειρες ανάκτησης δεδομένων έγιναν στο εξής σύστημα: Hardware • Intel Core i7 4790 • Gigabyte Z97X-UD5H • 16 GB DDR3-12800 (Crucial 9-9-9-24) • Onboard Graphics (Intel HD Graphics 4600) Software • Microsoft Windows 10 Professional 64-bit Version 1803 (Build 17134) • Εγκατεστημένες από το Windows Update οι διαθέσιμες αυτόματες ενημερώσεις, semi-annual, targeted • DirectX Version 12.0 Το λογισμικό σε λειτουργία Μετά την εισαγωγή του κλειδιού, συναντάμε ένα λιτό περιβάλλον χρήσης, με τους δίσκους του συστήματος και επιπλέον επιλογές για αναζήτηση στο Desktop, στο Recycle Bin ή σε συγκεκριμένο φάκελο. Οι λίγες επιλογές που υπάρχουν στα μενού της εφαρμογής φαίνονται παρακάτω. • Language: επιλογή ανάμεσα σε 20 διαφορετικές γλώσσες • Help: βοήθεια με Video Tutorial, Online Help ή παραπομπή στο τεχνικό τμήμα της εταιρείας • Check for Updates: έλεγχος για ενημερώσεις • Data Backup: σύνδεσμος προς το λογισμικό δημιουργίας αντιγράφων ασφαλείας EaseUS ToDo Backup • About: πληροφορίες για την εγκατεστημένη έκδοση Κλείνοντας την εφαρμογή, κάποιες φορές εμφανίζεται ένα παράθυρο για την αξιολόγησή της. Φαίνεται ότι συνήθως εμφανίζεται αν νωρίτερα έχει ολοκληρωθεί κάποια διαδικασία ανάκτησης, αλλά το δείγμα μας ήταν μικρό και η εμφάνισή του μπορεί να ήταν τυχαία. Πάντως, δίνει και την επιλογή Never Ask Again, που είναι πάντοτε καλοδεχούμενη. Ο καλύτερος τρόπος να εξοικειωθεί κανείς με τις λειτουργίες της εφαρμογής είναι να ανατρέξει στη βοήθεια που παρέχει η εταιρεία στην ιστοσελίδα της. Εκεί υπάρχει μια εκτενής βάση με ερωταπαντήσεις, βίντεο, αλλά και παραπομπή σε live chat. Πρώτη επιλογή πρέπει να είναι το 5λεπτο βίντεο που κατατοπίζει έναν νέο χρήστη στα βασικά θέματα της ανάκτησης δεδομένων και στον τρόπο που λειτουργεί ο Data Recovery Wizard: Βέβαια, ιδανικά αυτόν τον ρόλο θα μπορούσε να τον παίζει ένας σύντομος διαδραστικός οδηγός μέσα στην ίδια την εφαρμογή, που να περιγράφει συνοπτικά τις βασικές λειτουργίες της, χωρίς να χρειάζεται εξωτερική παραπομπή στο youtube. Σενάρια ανάκτησης Θέλοντας να ελέγξουμε την απόδοση του προγράμματος σε μερικές συνηθισμένες καταστάσεις απώλειας δεδομένων, καταρτίσαμε τα παρακάτω σενάρια δοκιμής: Σενάριο 1: SD Card σε FAT32, με παλαιά αρχεία εικόνας και βίντεο που έχουν απλώς διαγραφεί μέσω του λειτουργικού συστήματος. Στη συνέχεια δεν έχει γραφεί τίποτα στην κάρτα πριν την απόπειρα ανάκτησης. Σενάριο 2: SSD σε NTFS, με εγκατεστημένο λειτουργικό σύστημα Windows 10 και αρχεία διάφορων τύπων που έχουν διαγραφεί οριστικά από τους φακέλους Desktop και Recycle Bin. Ο υπολογιστής έχει συνεχίσει τη λειτουργία του και έχει ακολουθήσει η απόπειρα ανάκτησης. Σενάριο 3: HDD χωρίς αρχεία, χωρίς λειτουργικό σύστημα, συνδεδεμένος με docking station. Πριν τη διαγραφή του, είχε αρχεία διάφορων τύπων σε NTFS (ομοιάζοντας σε backup). Έχει ακολουθήσει διαμόρφωση σε HFS+ και εγγραφή άλλων αρχείων, διαγραφή του partition και στη συνέχεια (υποχρεωτικά) quick format σε NTFS και απόπειρα ανάκτησης. Σενάριο 1 – SD Card, FAT32 Πρόκειται για τη συνηθέστερη και απλούστερη περίπτωση απώλειας δεδομένων. Ένα φορητό εξωτερικό μέσο, χωρίς λειτουργικό σύστημα, στο οποίο δεν έχει εγγραφεί τίποτα από τη στιγμή που συνειδητοποιήσαμε ότι τα αρχεία μας έχουν διαγραφεί. Ομολογώ ότι συνήθως αυτή τη δοκιμή την πραγματοποιώ με ένα USB Flash Disk από το 2014, formatted σε FAT32, στο οποίο έχω απλώς διαγράψει τα αρχεία και το έχω στο συρτάρι μου με ένα αυτοκόλλητο «data recovery». Δυστυχώς, αυτή τη φορά τα αρχεία δεν μπορούσαν να ανακτηθούν. Τα ονόματά τους και τα μεγέθη τους ανιχνεύονταν κανονικά, αλλά τα περιεχόμενά τους δεν ήταν αναγνώσιμα. Επιπλέον, ο χρόνος που απομένει μέχρι την ολοκλήρωση της ανίχνευσης έφτανε πάντα στο 0 και αμέσως ξαναξεκινούσε από το 1:00. Εφόσον η εφαρμογή δεν έχει ενσωματωμένη εκτίμηση για την ακεραιότητα των αρχείων που εντοπίζει, θεώρησα βάσιμα ότι το Flash Disk που δεν έχω χρησιμοποιήσει εδώ και πολλούς μήνες δεν είναι πια αξιόπιστο, οπότε το αντικατέστησα για το απλό σενάριο με μια SD Card με παρόμοια χαρακτηριστικά. Τα αποτελέσματα από την ανάκτηση του Flash Disk δεν λαμβάνονται υπόψη στην αξιολόγησή μας. Ξεκινώντας την ανίχνευση, σε ελάχιστα δευτερόλεπτα πραγματοποιείται αυτό που συνήθως αποκαλείται Quick Scan, μια πρώτη διερεύνηση για διαγεγραμμένα αρχεία. Αντίθετα από ό,τι σε άλλες εφαρμογές, εδώ η βαθύτερη ανίχνευση συνεχίζεται χωρίς επέμβαση από τον χρήστη. Η μόνη ένδειξη ότι δεν έχει ολοκληρωθεί ακόμη είναι η επισήμανση Remaining Time στην κάτω αριστερή γωνία. Συχνά ο εκτιμώμενος χρόνος αυξάνεται ή μειώνεται και ήταν της τάξης των μερικών λεπτών για την SD Card των 16 GB. Η εταιρεία προτείνει για καλύτερα αποτελέσματα να περιμένουμε να ολοκληρωθεί η πιο ενδελεχής αναζήτηση, αλλά και αυτή τη φορά επαναλήφθηκε το ίδιο πρόβλημα της ατέρμονης επανεκκίνησης στο 1:00. Αν επιλέξουμε να αγνοήσουμε προς στιγμή το χρονόμετρο και προχωρήσουμε στην ανάκτηση ενός αρχείου, καλούμαστε να ορίσουμε τον φάκελο στον οποίο θα αποθηκευτεί. Προφανώς, πάντοτε πρέπει να χρησιμοποιούμε διαφορετικό δίσκο από εκείνον στον οποίο εκτελείται η ανίχνευση. Εντός του φακέλου που θα επιλέξουμε δημιουργείται ένας νέος, με όνομα «Recovered Data <DATE> <TIME>». Στη συνέχεια, εμφανίζεται ένα νέο παράθυρο που απεικονίζει την πρόοδο της διαδικασίας μόνο με μια μπάρα και στο τέλος αντικαθίσταται από την πληροφορία ότι η διαδικασία ολοκληρώθηκε επιτυχώς, μαζί με εικονίδια που μας επιτρέπουν να μοιραστούμε το χαρμόσυνο νέο στο twitter ή το facebook. Το τελευταία φαίνεται να είναι αναγκαίο στη δωρεάν έκδοση του προγράμματος, για να διευρύνει τον όγκο των ανακτήσιμων δεδομένων από 500 MB στα 2 GB. Πριν το στάδιο της ανάκτησης μπορούμε να επιλέξουμε την προεπισκόπηση των αρχείων που έχουν εντοπιστεί, η οποία όμως έχει σημαντικούς περιορισμούς. Ενώ είναι πολύ χρήσιμη λχ σε αρχεία εικόνας, αποτυγχάνει αν τα αρχεία είναι άγνωστης μορφής ή πολύ μεγάλα (>100 MB), ενώ προφανώς έχει απρόβλεπτα αποτελέσματα και αν το αρχείο μας έχει αλλοιωθεί σημαντικά. Πάντως, ακόμη κι αν αγνοήσουμε τη σύσταση της εταιρείας και πραγματοποιήσουμε την ανάκτηση πριν ολοκληρωθεί η διαδικασία ανίχνευσης, τα αρχεία που έχουν ήδη εντοπιστεί συχνά ανακτώνται χωρίς πρόβλημα. Αν, αντίθετα, αποφασίσουμε να επιστρέψουμε στην κεντρική οθόνη, εμφανίζεται ένα μήνυμα που μας παρακινεί να περιμένουμε την ολοκλήρωση της ανίχνευσης αρχείων. Στο τέλος του απλού σεναρίου, όλα τα αρχεία που ανακτήσαμε ήταν αναγνώσιμα και ειδικά τα αρχεία βίντεο ήταν αναπαράξιμα. Αν και εξαιτίας της αντικατάστασης του Flash Disk από την SD Card δεν είχαμε διαθέσιμα checksums για να επιβεβαιώσουμε την απόλυτη ταύτιση των ανακτημένων αρχείων με τα διαγραφέντα, το πρόγραμμα φαίνεται ότι έκανε αποτελεσματικά τη δουλειά του. Σενάριο 2 – SSD, NTFS, λειτουργικό Σχεδόν εξίσου σύνηθες είναι στην καθημερινή ρουτίνα και το επόμενο σενάριο που ελέγχουμε. Στον υπολογιστή που δουλεύουμε, διαγράφουμε έναν φάκελο ή μεμονωμένα αρχεία από την επιφάνεια εργασίας. Αν εξακολουθούν να βρίσκονται στον κάδο ανακύκλωσης, κανένα πρόβλημα. Απλώς τα επαναφέρουμε. Όμως, αν τα διαγράψουμε οριστικά με SHIFT+DELETE ή αδειάσουμε τον κάδο ανακύκλωσης, χρειαζόμαστε λογισμικό ανάκτησης δεδομένων. Το πρόβλημα σε αυτήν την περίπτωση είναι ότι ο δίσκος του συστήματος εξακολουθεί να λειτουργεί. Οι διαδοχικές εγγραφές δεδομένων πάνω από τα διαγραφέντα αρχεία μας συχνά αλλοιώνουν τα περιεχόμενά τους και κάνουν τη διαδικασία ανάκτησης αδύνατη. Αυτό περίπου συνέβη και κατά τη δοκιμή μας. Ενώ οι τίτλοι των αρχείων ήταν εμφανείς, τα περιεχόμενα των αρχείων είχαν αλλοιωθεί ανεπανόρθωτα. Στα αρχεία εικόνας, μόνο ένα μέρος ήταν εμφανές κατά την προεπισκόπηση, η οποία τουλάχιστον ήταν χρήσιμη για να κρατήσουμε χαμηλές προσδοκίες. Αντίστοιχα, μη ανακτήσιμα ήταν και τα .pdf μας, είτε τα αναζητήσαμε στο Desktop είτε στο Recycle Bin. Βέβαια, γι αυτό ευθύνεται κυρίως το σενάριο που ελέγχαμε κι όχι η αδυναμία του προγράμματος, καθώς είναι πρακτικά αδύνατο να εξασφαλίσουμε την ακεραιότητα των διαγεγραμμένων δεδομένων σε έναν δίσκο με λειτουργικό σύστημα, στον οποίο πραγματοποιούνται συνεχώς νέες εγγραφές. Στα πλαίσια αυτής της δοκιμής είχε νόημα να δοκιμάσουμε και μια ακόμη δυνατότητα του Data Recovery Wizard: Save session. Πατώντας την αντίστοιχη επιλογή, αποθηκεύσαμε την αποτελέσματα της ανίχνευσης για ανακτήσιμα αρχεία και μετά από μερικές ώρες ξαναδοκιμάσαμε να την επαναλάβουμε. Αναμενόμενα, μόλις φορτώσαμε την αποθηκευμένη ανίχνευση, η λίστα των αρχείων ενημερώθηκε αυτόματα. Όμως, πλέον ήταν διαθέσιμα πολύ λιγότερα, κάτι που σημαίνει ότι η εφαρμογή σώζει μόνο ελάχιστα μεταδεδομένα για να επιταχύνει την μελλοντική ανάκτηση κι όχι την πλήρη κατάσταση του δίσκου που περιέχει τα αρχεία (snapshot). Ένας δίσκος που συνεχίζει να λειτουργεί μειώνει συνεχώς την πιθανότητα να σώσουμε τα δεδομένα μας. Πριν περάσουμε στο τελευταίο, πιο σύνθετο σενάριο της δοκιμής μας, ας ρίξουμε μια ματιά στα φίλτρα που μπορούμε να εφαρμόσουμε κατά την ανάκτηση, για να εντοπίσουμε τα αρχεία που αναζητάμε. Αν και η επιλογή ονομάζεται Advanced Filter, κύριο μέλημα φαίνεται ότι είναι η ευχρηστία. Σίγουρα κάποιοι θα ενθουσιαστούν με τη δυνατότητα να επιλέξουν κάθε παράμετρο με το ποντίκι. Όμως, για κάτι που χαρακτηρίζεται Advanced, ίσως ήταν προτιμότερο οι επιλογές να γίνονται πληκτρολογώντας τους αναζητούμενους τύπους αρχείων, τις ημερομηνίες τροποποίησης, το μέγεθος ή ακόμη και τα πρώτα γράμματα του ονόματος, χωρίς να χρειάζεται να καταφύγουμε στην άχαρη επιλογή Others. Σενάριο 3 – HDD, NTFS > HFS+ Ένα σπάνιο, αλλά σημαντικό σενάριο ανάκτησης είναι αυτό που προκύπτει όταν αναζητάμε παλαιά δεδομένα σε έναν σκληρό δίσκο που μπορεί κάποτε να είχε παροπλιστεί, αλλά στο μεταξύ έχει βρει νέα χρήση. Με αυτό το σχέδιο κατά νου, επιλέξαμε έναν δίσκο που κάποτε χρησιμοποιούταν σε Windows με διαμόρφωση NTFS, στη συνέχεια χρησιμοποιήθηκε σε Mac OS με διαμόρφωση HFS+ και αποπειραθήκαμε να ανακτήσουμε αρχεία από την πρότερη κατάσταση, συνδέοντας τον δίσκο μέσω ενός USB 3.0 docking station (ICYDOCK MB981U3-1SA). Όσο ο δίσκος εξακολουθούσε να είναι διαμορφωμένος σε HFS+, δεν εμφανίστηκε κατευθείαν στο περιβάλλον του Data Recovery Wizard. Μετά την επαναδιαμόρφωση σε NTFS (quick format), χρειάστηκαν περίπου 40 λεπτά για να ολοκληρωθεί η ανίχνευση των χαμένων αρχείων στον δίσκο χωρητικότητας 250 GB. Επιχειρώντας να ανακτήσουμε κάποια από τα αρχεία που είχαν εμφανιστεί όσο η διαδικασία ανίχνευσης ήταν σε εξέλιξη, εμφανίστηκε μια προτροπή να επιτρέψουμε στη διαδικασία να ολοκληρωθεί. Περιέργως, κάποια εμφανίστηκαν στην κανονική δομή του συστήματος αρχείων και άλλα εμφανίστηκαν κάτω από τον τίτλο Lost Partition. Eπίσης μέρος του δίσκου ανακριβώς φαινόταν να έχει διαμορφωθεί ως exFAT. Η τεχνική εγγραφής δεδομένων στους συμβατικούς δίσκους κάνει πιθανότερη την ανάκτηση ακέραιων αρχείων σε περιπτώσεις σαν την τελευταία. Η σύντομη χρήση σε Mac OS οδήγησε σε πολύ μικρό όγκο εγγραφών, οπότε μεγάλο μέρος της επιφάνειας του σκληρού δίσκου είχε μείνει ανέπαφο. Αναμενόμενα, η εφαρμογή μας βρήκε μεγάλο αριθμό αρχείων που μπορούσαν να ανακτηθούν. Και πάλι η προεπισκόπηση ήταν ανεκτίμητη, παρά τους γνωστούς περιορισμούς και εν τέλει αρκετά αρχεία ήταν πλήρως αναγνώσιμα. Ανακεφαλαίωση Είναι φανερό από τα αποτελέσματα των δοκιμών μας ότι ο Data Recovery Wizard Professional είναι μια ενδιαφέρουσα επιλογή από τη μεγάλη γκάμα των εφαρμογών ανάκτησης δεδομένων. Προσφέρει σε ένα πολύ απλό περιβάλλον όλη τη βασική λειτουργικότητα που περιμένει ένας χρήστης που δεν έχει εξειδικευμένες γνώσεις και, σε απλές περιπτώσεις, παράγει καλά αποτελέσματα. Για τις πιο σύνθετες περιπτώσεις, ιδανικά η δυνατότητα προεπισκόπησης θα λειτουργούσε σε αρχεία με οποιαδήποτε κατάληξη ή μέγεθος και θα συνοδευόταν έστω από έναν απλό text/hex viewer. Εξίσου χρήσιμη θα ήταν και μια προκαταβολική εκτίμηση της ακεραιότητας κάθε αρχείου. Δεν είναι ασυνήθιστο το πρόγραμμα να ολοκληρώνει –φαινομενικά επιτυχώς- την ανάκτηση ενός αρχείου, το οποίο τελικά δεν είναι αναγνώσιμο. Πάντως, η EaseUS κάνει εξαιρετική δουλειά με την υποστήριξη των προγραμμάτων της στην ιστοσελίδα της. Η βοήθεια που παρέχει είναι απλή και κατανοητή, παρά την κινεζική χροιά στην αγγλική αφήγηση αρκετών βίντεο. Αν η τιμολογιακή πολιτική της ήταν απλούστερη και -ακόμη περισσότερο- αν ο Data Recovery Wizard Pro ήταν λίγο φτηνότερος, θα ήταν πολύ εύκολο να προτείνουμε την εφαρμογή. Όσοι ενδιαφέρεστε να τη δοκιμάσετε, οπωσδήποτε πειραματιστείτε αρχικά με την έκδοση Free, που δίνει τη δυνατότητα ανάκτησης έως 500 MB (+1500 MB με την κοινοποίηση σε μέσα κοινωνικής δικτύωσης). Εναλλακτικά, σχολιάστε παρακάτω για να συμμετάσχετε στην κλήρωση για 5 κωδικούς της πλήρους έκδοσης «EaseUS Data Recovery Wizard Professional» και καλή τύχη! + Ικανοποιητικά αποτελέσματα σε συνηθισμένα σενάρια ανάκτησης + Απλό περιβάλλον, χωρίς σύνθετες ρυθμίσεις + Εκτενής βοήθεια στην ιστοσελίδα της εταιρείας, με κείμενο, βίντεο και live chat + Εγγύηση επιστροφής χρημάτων 30 ημερών + Προεπισκόπηση αρχείων + Εκδόσεις για Windows ή Mac OS - Περιορισμένη παραμετροποίηση - Περιορισμοί στην προεπισκόπηση αρχείων - Πολύπλοκη τιμολογιακή πολιτική / κόστος Με βάση τα παραπάνω, η συνολική βαθμολογία του EaseUS Data Recovery Wizard Pro είναι:  theLAB.gr Απαιτήσεις εγκατάστασης Operating System: Windows 10/8.1/8/7/Vista/XP | Windows Server 2019/2016/2012/2008/2003 File System: FAT(FAT12,FAT16,FAT32) | exFAT | NTFS | NTFS5 | ext2/ext3 | HFS+ | ReFS Disk Space: 32MB minimum space for EaseUS Data Recovery Wizard installing CPU: 1GHz (32bit or 64bit) RAM: 1GB Ευχαριστίες Ευχαριστούμε θερμά την EaseUS για το κλειδί της δοκιμής και τις 5 άδειες χρήσης για τους αναγνώστες του TheLab.gr! Edit 26/07/2019: Συμπληρωματικά, η εταιρεία μάς χορήγησε εκπτωτικό κουπόνι -50% (επί της τιμής καταλόγου) για όσους αναγνώστες δεν είναι τυχεροί στον διαγωνισμό ή θα ήθελαν να αγοράσουν το πρόγραμμα άμεσα. Όσοι ενδιαφέρεστε να το αξιοποιήσετε, απλά ακολουθήστε τον σύνδεσμο! Για το TheLab.gr, acct, 25/07/2019.
  17. Εισαγωγή Τα πρωτόκολλα επικοινωνίας των συσκευών αποθήκευσης εδώ και πολλά χρόνια σηματοδοτούν και καθορίζουν τις μεγάλες εξελίξεις στις ταχύτητες διαμεταγωγής δεδομένων. Και ενώ οι συσκευές αποθήκευσης συνηθιζόταν να κυνηγάνε να φτάσουν την ταχύτητα του εκάστοτε πρωτοκόλλου της εποχής, οι SSD έχουν εξελιχθεί τόσο γρήγορα ώστε πολλές φορές να αποτελεί ο δίαυλος επικοινωνίας τους με το σύστημα, τον πιο αργό κρίκο της αλυσίδας μεταφοράς των δεδομένων. Έτσι λοιπόν, κάποιοι NVMe PCIe 3.0 4X SSDs έχουν φτάσει στα όρια της ταχύτητας που μπορούν να προσφέρουν τα 4 lanes του PCIe 3.0 και το επόμενο λογικό βήμα είναι ή περισσότερα lanes (που εκμεταλλεύονται κάποιες ακριβές enterprise υλοποιήσεις), ή, για την consumer αγορά, η εκμετάλλευση των ταχύτερων lanes που προσφέρει το PCIe 4.0. To PCIe 4.0 είναι πλέον γεγονός, αν και προς το παρόν είναι διαθέσιμο μόνο στις καινούριες μητρικές για AMD Ryzen 3ης γενιάς. Και ενώ η Intel πετάει χαρούμενη χαρταετό, ισχυριζόμενη ότι δεν υπάρχει ακόμα λόγος για την ενσωμάτωση του PCIe 4.0 στα συστήματά της, εφ' όσον οι υπάρχουσες κάρτες γραφικών δε θα μπορούσαν να εκμεταλλευτούν τις αυξημένες του ταχύτητες, οι κατασκευαστές SSD έσπευσαν να της αποδείξουν ότι σαφώς και υπάρχει λόγος. Συγκεκριμένα, οι νέοι NVMe PCIe 4.0 SSDs που, εκμεταλλευόμενοι τη διπλάσια ταχύτητα επικοινωνίας έναντι του PCIe 3.0, ξεπερνούν το bottleneck που έως τώρα έθετε τα όρια στις επιδόσεις των SSD. Η πρώτη υλοποίηση της Corsair που υποστηρίζει PCIe 4.0 είναι ο Corsair Force Series Gen.4 PCIe MP600, που διατίθεται από την εταιρεία σε χωρητικότητες του 1 και των 2 TB. Σήμερα στον πάγκο μας βρίσκεται το μοντέλο των 2TB και το περιμένουν φουρτούνες αντάξιες ενός κουρσάρου! Από τη Συσκευασία Μέχρι το Πυρίτιο - Τι ακριβώς αγοράζουμε Αλλά ας πάρουμε τα πράγματα από την αρχή. Ο Corsair Force Series Gen.4 PCIe MP600 2TB έρχεται σε ένα απλό λευκό κουτί. Ένα μαύρο αυτοκόλλητο καλύπτει σχεδόν ολόκληρη την εμπρός όψη και περιέχει τη φωτογραφία και το μοντέλο του drive, καθώς και πληροφορίες για τις επιδόσεις τους, που ενώ δεν πιέζουν τα όρια του PCIe 4.0, είναι σαφώς έξω από τις δυνατότητες του PCIe 3.0. To πίσω μέρος είναι σαφώς πιο αδιάφορο και έχει μόνο ένα μικρό αυτοκόλλητο με barcodes και αριθμούς. Η χρήσιμη πληροφορία εδώ είναι ότι η χώρα κατασκευής είναι η Taiwan. Μέσα στο απλό χαρτόνι, υπάρχει ένα κομμάτι μαύρο αφρολέξ. Οι εγκοπές για τα δάχτυλα μας βοηθάνε αρκετά στο να το βγάλουμε από το κουτί και να αντικρίσουμε φωλιασμένο μέσα του τον Corsair Force Series Gen.4 PCIe MP600 2TB. Φυλλάδια και παρελκόμενα κάθε είδους λάμπουν δια της απουσίας τους, αλλά δε θεωρούμε ότι η ύπαρξή τους θα είχε κάποια ουσία. Αυτό που κάνει αισθητή την παρουσία του και μάλιστα έντονα, είναι η εγκατεστημένη ψύκτρα. Η ψύκτρα είναι απλή, μαύρου χρώματος και από αλουμίνιο. Είναι προφανές ότι είναι η ίδια και για τις δύο διαφορετικές χωρητικότητες που διατίθενται, καθώς στο επάνω μέρος του αναφέρεται μεν η εταιρεία και το μοντέλο, όχι όμως η χωρητικότητα. Στο κάτω μέρος, ένα αυτοκόλλητο παρέχει πληροφορίες για τις πιστοποιήσεις και τις λοιπές λεπτομέρειες, ενώ κάτω δεξιά αναφέρει και τη χωρητικότητα του drive, ως 2000MB, κάτι που δεν είναι ακριβώς το ίδιο με το 2TB που γράφει η συσκευασία καθώς το 1TB ισούται κανονικά με 1024MB. Το μαύρο PCB δένει αρμονικά με την ψύκτρα και το σύνολο, με το αυτοκόλλητο κρυμμένο κάτω από το drive, θα αποτελέσει μια καλαίσθητη πινελιά σε οποιοδήποτε μοντέρνο σύστημα. Αυτά λοιπόν για το drive, καθώς η ψύκτρα δε μας αφήνει να δούμε τα επί μέρους εξαρτήματά του και δε θα θέλαμε να χάσουμε την εγγύηση παραβιάζοντάς την... Δεν πιστεύω να το πιστέψατε, έτσι; Εννοείτε ότι θα πάμε παραμέσα. Εξ' άλλου η ψύκτρα συγκρατείται στο drive με 4 clips, 2 από κάθε πλευρά και η ίδια η Corsair δε φαίνεται να ενοχλείται από την προοπτική της αφαίρεσής της, καθώς δεν έχει χρησιμοποιήσει κάποιο αυτοκόλλητο ασφαλείας που θα ακύρωνε την εγγύηση. Μπορεί εξ άλλου κάποιος να θέλει να χρησιμοποιήσει το drive με την ενσωματωμένη ψύκτρα που διαθέτουν πολλές μητρικές, όπως και μία από τις 2 μητρικές όπου θα δοκιμαστεί ο Corsair Force Series Gen.4 PCIe MP600 2TB. Βέβαια, εμείς επιλέξαμε να δοκιμάσουμε το drive με τη δική του ψύκτρα, αλλά αυτά θα τα δούμε παρακάτω. Προς το παρόν, ανοίγουμε προσεκτικά τα 4 clips και η ψύκτρα χωρίζεται στα 2. Το πάνω μέρος, που αποτελείται από αλουμίνιο και αναλαμβάνει την ψύξη του ελεγκτή καλύπτεται από μια θερμοαγώγιμη ταινία η οποία εξασφαλίζει τη μεταφορά θερμότητας από το drive στην ψύκτρα. Και ιδού τα αποκαλυπτήρια του drive. Τα βασικά του στοιχεία, τα οποία μας ενδιαφέρουν, είναι ήδη ξεκάθαρα φανερά. Η επάνω, ψυχόμενη πλευρά, περιλαμβάνει τον ελεγκτή, 2 NAND chips και 1 chip μνήμης cache. Η κάτω, μη ψυχόμενη πλευρά, περιλαμβάνει άλλα 2 NAND chips και άλλο 1 chip μνήμης cache. Ο ελεγκτής είναι ο Phison PS5016-E16 του οποίου το interface είναι, σύμφωνα με τη Phison, το PCIe Gen4x4 NVMe, οι υποστηριζόμενες χωρητικότητες από 512 GB έως 2TB και οι ταχύτητες φτάνουν τα Sequential Read/Write (up to): 5,000/4,400 MB/s και Random Read/Write (up to): 750,000/700,000 IOPS. Το Datasheet μας λέει ότι η μέγιστη θερμοκρασία λειτουργίας είναι οι 70°C και ότι υποστηρίζονται End-to-End Data Protection, Pyrite/OPAL και Thermal Monitoring. Η πιο σημαντική πληροφορία όμως είναι ότι ο ελεγκτής υποστηρίζει TLC και QLC NAND. Το τι ακριβώς είναι αυτοί οι τύποι NAND θα το δούμε εν συντομία παρακάτω, στην ανάλυση σε βάθος. Προς το παρόν αρκεί να αναφέρουμε ότι δεν είναι η ταχύτερη διαθέσιμη κατηγορία NAND (που είναι η MLC) και έχω ενδοιασμούς για το αν οι TLC και QLC NAND θα διαθέτουν την απαραίτητη ταχύτητα. Για να δούμε λοιπόν τη NAND που χρησιμοποιεί ο Corsair Force Series Gen.4 PCIe MP600 2TB. Πρόκειται για τα chip της Toshiba, με κωδικό TABHG65AWV, τα οποία είναι BiCS4 3D TLC NAND με 96 επίπεδα. TLC λοιπόν, η καλύτερη από τις 2 επιλογές που υποστηρίζει ο ελεγκτής. Η χωρητικότητα του κάθε ενός από τα συγκεκριμένα NAND chips είναι 4096 Gb, ή αλλιώς 512GB. Εφ' όσον o Corsair Force Series Gen.4 PCIe MP600 2TB διαθέτει 4 τέτοια chips, η συνολική του χωρητικότητα φτάνει τα 2TB. H cache του drive παρέχεται από τα 2 DRAM chips της SKhynix, ένα σε κάθε πλευρά του PCB του drive. Τα DRAM chips που χρησιμοποιήθηκαν είναι τα SKhynix H5AN8G8NNAFR-UH τα οποία είναι χωρητικότητας 8Gb, δηλαδή 1GB έκαστο, προσφέροντας συνολικά 2GB cache στον ελεγκτή. Το ότι η cache αποτελεί το 1/1000 της χωρητικότητας του drive δεν είναι καθόλου τυχαίο, καθώς αποτελεί χαρακτηριστικό του συγκεκριμένου ελεγκτή. Tα συγκεκριμένα DRAM chips είναι DDR4 με συχνότητα λειτουργίας τα 2400MHz και Cas Latency 17. Τεχνικά Χαρακτηριστικά Τα τεχνικά χαρακτηριστικά του Corsair Force Series Gen.4 PCIe MP600 2TB, ακριβώς όπως αναφέρονται στην ιστοσελίδα της Corsair, φαίνονται στον παρακάτω πίνακα. Οι ταχύτητες που υπόσχεται η Corsair είναι εντός των προδιαγραφών του ελεγκτή και η διάρκεια ζωής του Corsair Force Series Gen.4 PCIe MP600 2TB ορίζεται στα 3600TB εγγραφών. Δηλαδή πρέπει κανείς να γράφει στο drive περίπου ολόκληρη τη χωρητικότητά του για 5 χρόνια για να φτάσει αυτόν τον όγκο εγγραφών. Αυτό που δεν αναφέρεται στον πίνακα είναι η διάρκεια της εγγύησης, η οποία είναι 5 χρόνια και η προτεινόμενη τιμή λιανικής η οποία είναι στα 489,99 ευρώ. Συνοδευτικό Λογισμικό Το λογισμικό που συνοδεύει τους SSDs της Corsair, ονομάζεται Corsair SSD Toolbox. Σε αντίθεση με την εξαιρετική δουλειά πού έχει κάνει η Corsair με το iCue, το Corsair SSD Toolbox έχει μείνει χωρίς ουσιαστική εξέλιξη εδώ και αρκετά χρόνια, κάτι που είναι άμεσα εμφανές από το ξεπερασμένο αισθητικά interface του. Εν τούτοις, είναι εύκολο στη χρήση, απλό στη λειτουργία και παρέχει ουσιαστικά όλες τις απαραίτητες λειτουργίες. Η πλοήγηση γίνεται από το κάθετο μενού στα αριστερά και περιλαμβάνει 6 καρτέλες. Στην πρώτη, που ονομάζεται Drive Information (πληροφορίες για το drive), βλέπουμε τα βασικά στοιχεία του κάθε συνδεδεμένου drive και, εφ' όσον αυτό υποστηρίζεται από το πρόγραμμα, μπορούμε να κάνουμε και Firmware Update. Ο έλεγχος του firmware είναι άμεσος και online, απλοποιώντας τη διαδικασία και ελαχιστοποιώντας πιθανά λάθη του χρήστη. Το drive που παραλάβαμε χρειάστηκε άμεσα ενημέρωση του firmware στην έκδοση EGFM11.1, η οποία έγινε πριν τρέξουμε τα benchmarks. Η δεύτερη καρτέλα που ονομάζεται Overprovision αφορά το manual Over Provisioning, κάτι που δεν υποστηρίζεται από τον Corsair Force Series Gen.4 PCIe MP600 2TB. Η τρίτη καρτέλα, S.M.A.R.T. Status (κατάσταση του S.M.A.R.T.) μας δίνει πληροφορίες για την κατάσταση του drive, όπως την υγεία του και το σύνολο των αναγνώσεων και εγγραφών που έχει συνολικά πραγματοποιήσει. Σε αυτήν την καρτέλα θα προτιμούσαμε σαφώς μια πιο εύληπτη παρουσίαση για τον μη ειδικό χρήστη και όχι μια ξερή παρουσίαση των περιεχομένων του S.M.A.R.T. table. Η τέταρτη καρτέλα λέγεται Disk Clone (κλωνοποίηση δίσκου) και περιέχει ένα απλό αλλά βολικό Disk Cloning εργαλείο. Η πέμπτη καρτέλα που ονομάζεται Optimize (βελτιστοποίηση), περιέχει την εντολή ενεργοποίησης του TRIM, κάτι που στον Corsair Force Series Gen.4 PCIe MP600 2TB ελέγχεται από τα Windows και δεν μπορεί να ενεργοποιηθεί κατά βούληση από το χρήστη. Η έκτη και τελευταία καρτέλα με το όνομα Secure Wipe (ασφαλής καθαρισμός) περιέχει ένα εργαλείο ασφαλούς διαγραφής των περιεχομένων του drive, με τρόπο ώστε η επαναφορά τους να είναι αδύνατη. Τα 3 εικονίδια πάνω αριστερά, κάτω από το σήμα της Corsair, αφορούν τη λειτουργία βοήθειας, που εξηγεί κάποιες λειτουργίες του προγράμματος, τις πληροφορίες της έκδοσης του προγράμματος και την ανανέωση της λίστας των drives. Η πρώτη και τελευταία λειτουργία είναι αυτονόητες και δεν έχουμε να σχολιάσουμε κάτι σχετικά, αλλά η δεύτερη αποκάλυψε κάτι ενδιαφέρον. Συγκεκριμένα, ενώ πιο πρόσφατη έκδοση του Corsair SSD Toolbox στην ιστοσελίδα της εταιρίας είναι η 1.2.5.5, η λειτουργία check for updates που είναι κρυμμένη σε αυτή την καρτέλα, κατέβασε και εγκατέστησε την έκδοση 1.2.5.7. Η αναβάθμιση αυτή δεν έδωσε κάποιο ορατό αποτέλεσμα εκτός ότι τα εικονίδια απέκτησαν ένα κακαίσθητο λευκό φόντο που δεν υπήρχε στην προηγούμενη έκδοση. Συνολικά, το Corsair SSD Toolbox κάνει τα βασικά που χρειάζεται, αλλά θα θέλαμε να δούμε μια ανανεωμένη έκδοση, με μοντέρνο interface και μεγαλύτερη φιλικότητα προς το χρήστη. Σύστημα Δοκιμών και Μεθοδολογία Για το συγκεκριμένο review χρησιμοποιήθηκαν 2 συστήματα δοκιμών. Το ένα είναι το γνωστό μας benchtable που είναι στημένο πάνω στην Asrock Z97X Killer. Ο επεξεργαστής είναι ο Intel G3258 Anniversary Edition που παρέμεινε δροσερός χάρη στην Corsair Hydro Series H100i GTX. Η μνήμη είναι στα 8GB που υπερκαλύπτουν τις απαιτήσεις μας στα συγκεκριμένα τεστ, το τροφοδοτικό είναι το Cooler Master V650 και το σύστημα είναι στημένο στο Cooler Master Test Bench V1.0. Καθώς η M.2 υποδοχή της Asrock Z97X Killer υποστηρίζει μόνο PCIe 3.0 2X και όχι 4X, χρησιμοποιήθηκε ένας μετατροπέας PCIe 4X σε M.2. Ευχαριστούμε θερμά την Asrock, την Cooler Master και την Corsair για τα εξαρτήματα που μας παρείχαν για την κατασκευή του συστήματος δοκιμών! Παρακάτω βλέπετε τις πλήρεις προδιαγραφές του συστήματος δοκιμών. Καθώς όμως ο Corsair Force Series Gen.4 PCIe MP600 2TB υποστηρίζει, όπως μαρτυράει το όνομά του, PCIe 4.0 και μάλιστα το χρειάζεται για να αποδώσει τα μέγιστα των επιδόσεών του, οι οποίες ξεπερνούν τις δυνατότητες του πρωτοκόλλου PCIe 3.0, οι δοκιμές έγιναν και σε ένα ολοκαίνουργιο σύστημα με επεξεργαστή AMD Ryzen 3900X και μητρική την Gigabyte X570 AORUS PRO. Το σύστημα αυτό υποστηρίζει το πρωτόκολλο επικοινωνίας PCIe 4.0 και επιτρέπει στον Corsair Force Series Gen.4 PCIe MP600 2TB να δείξει τις πλήρεις δυνατότητές του. Ευχαριστώ θερμά τον φίλο και συνεργάτη David Popeck που μας διέθεσε το σύστημά του για τις δοκιμές. Παρακάτω βλέπετε τις πλήρεις προδιαγραφές του συστήματος δοκιμών με πρωτόκολλο επικοινωνίας PCIe 4.0. Το λειτουργικό σύστημα πάνω στο οποίο γίνονται οι δοκιμές είναι τα Windows 10 Pro 64bit. Οι δοκιμές στις οποίες θα υποβάλουμε τον Corsair Force Series Gen.4 PCIe MP600 2TB χωρίζονται σε 3 κατηγορίες: Συνθετικά Benchmarks Χρήση των Program Traces του PCMark 8 για να δούμε τη συμπεριφορά του drive σε καθημερινή χρήση. Ανάλυση σε βάθος Οι μετρήσεις θα γίνουν και στα 2 παραπάνω συστήματα για να δούμε τις επιδόσεις του drive τόσο σε PCIe 4.0 όσο και σε PCIe 3.0 και θα συγκριθούν με τον Corsair Force Series MP510 960GB και τον Samsung 970 EVO 250GB. Δυστυχώς δεν είχαμε διαθέσιμο κάποιον Samsung 970 EVO αντίστοιχης χωρητικότητας και καθώς οι επιδόσεις των εγγραφών επηρεάζονται ιδιαιτέρως από το πλήθος των πακέτων NAND και ο Samsung 970 EVO 250GB διαθέτει 2 πακέτα NAND έναντι των 4 των άλλων 2 SSD, αυτό θα ληφθεί υπ' όψιν στη διεξαγωγή των συμπερασμάτων. Μείνετε συντονισμένοι. Μετά τις δοκιμές ακολουθεί σχολιασμός, βαθμολογία και συμπεράσματα. Benchmarks Ξεκινάμε με το ATTO. To ATTO είναι το μακράν πιο γενναιόδωρο benchmark όσον αφορά τα θετικά αποτελέσματα ταχύτητας και γι αυτό οι περισσότερες εταιρείες το χρησιμοποιούν για να δηλώσουν τις μέγιστες επιδόσεις σειριακής ανάγνωσης και εγγραφής των drives τους. Ο Corsair Force Series Gen.4 PCIe MP600 2TB έχει πολύ καλές επιδόσεις που στις εγγραφές σχεδόν αγγίζουν τις υποσχόμενες από την εταιρία, ενώ στις αναγνώσεις είναι ελαφρώς χαμηλότερες από τις διαφημιζόμενες. Όλα αυτά βέβαια με τη χρήση του PCIe 4.0, ενώ στη μέτρηση με PCIe 3.0 το drive περιορίζεται από τις δυνατότητες του PCIe 3.0 αλλά και πάλι ξεπερνάει τις επιδόσεις του Corsair Force Series MP510 960GB και του Samsung 970 EVO 250GB. Λαμβάνουμε υπ' όψιν ότι ο EVO διαθέτει 2 πακέτα NAND (όπως εξηγήσαμε στη μεθοδολογία) και έτσι είναι εύλογο και αναμενόμενο ο EVO να έχει περίπου τις μισές επιδόσεις στις σειριακές εγγραφές. Αντίστοιχα είναι και τα αποτελέσματα του CrystalDiskMark 6.0.2 όπου και πάλι ο Corsair Force Series Gen.4 PCIe MP600 2TB δε φτάνει ακριβώς την ταχύτητα εγγραφής των 4950MB/s που υπόσχεται η Corsair αλλά από την άλλη ξεπερνάει τη διαφημιζόμενη ταχύτητα εγγραφών των 4250MB/s, έστω και κατά λίγο. Περισσότερο όμως αξιοσημείωτη είναι η σημαντική αύξηση στις δοκιμές των 4Κ με τη χρήση του drive σε PCIe 4.0. Η αύξηση είναι σημαντική όταν δεν έχουμε queue (ουρά εντολών) (Q1) ή παράλληλα threads (παράλληλη επεξεργασία εντολών) (T1) αλλά απογειώνεται όταν αυξάνει το queue και πραγματικά εκτοξεύεται όταν αυξάνουμε και τα threads! Τα αποτελέσματα του AS SSD Benchmark λένε την ίδια ιστορία. Το Anvil's Storage Utilities benchmark επιβεβαιώνει τα παραπάνω αποτελέσματα, δίνοντας την απόλυτη κυριαρχία και με διαφορά στον Corsair Force Series Gen.4 PCIe MP600 2TB με PCIe 4.0, με δεύτερο το ίδιο drive με PCIe 3.0, όπου κινείται στα όρια ταχύτητας που του επιτρέπει το PCIe 3.0. Τα υπόλοιπα drives, απλά ακολουθούν. Αν δούμε λίγο πιο αναλυτικά τα αποτελέσματα, θα παρατηρήσουμε ότι η υπεροχή του Corsair Force Series Gen.4 PCIe MP600 2TB σε PCIe 4.0 είναι, αναμενόμενα πλέον, σαρωτική όπου υπάρχει χρήση QD, κάτι που εξηγεί και το αποτέλεσμα. Τα AIDA64 Average Read και Write Access δείχνουν ότι ο Corsair Force Series Gen.4 PCIe MP600 2TB είναι ένα drive που ανταποκρίνεται πολύ γρήγορα στις εντολές που λαμβάνει, ειδικά σε PCIe 4.0 και στις εγγραφές. Τα παραπάνω συμπεράσματα φαίνεται να επιβεβαιώνονται και από τα αποτελέσματα του HD Tune Pro Random Read και Write Access. Τα συνολικά αποτελέσματα των benchmarks δείχνουν ότι ο Corsair Force Series Gen.4 PCIe MP600 2TB έχει επιδόσεις που ξεφεύγουν πολύ από αυτές των drives που χρησιμοποιούν PCIe 3.0. Για να δούμε όμως, τι σημαίνει αυτό στην πραγματική χρήση. Program Traces - PCMark 8 Το drive benchmark του PCMark 8 χρησιμοποιεί traces χρήσης πραγματικών προγραμμάτων για να προσομοιώσει τη συμπεριφορά και τις επιδόσεις ενός drive κατά την πραγματική χρήση. Και εκεί που σύμφωνα με τα αποτελέσματα των συνθετικών benchmarks περιμένουμε να δούμε μια σαρωτική επικράτηση του Corsair Force Series Gen.4 PCIe MP600 2TB, το παρακάτω γράφημα γκρεμίζει όλες τις προσδοκίες. Δεν μπορεί, κάτι έγινε εδώ. Ξανατρέχουμε την πολύωρη δοκιμή, καμία διαφορά. Τι συμβαίνει; Πώς μπορεί ένα drive να είναι τόσο πιο γρήγορο σε όλα τα benchmarks και στην πραγματικότητα να μην είναι; Για να το απαντήσουμε αυτό, θα χρειαστεί μια ανάλυση σε μεγαλύτερο βάθος. Ανάλυση σε βάθος Σε αυτό το τμήμα του review, θα χρησιμοποιήσουμε κάποιες πιο εξειδικευμένες δοκιμασίες για να δούμε τη συμπεριφορά του drive με περισσότερη λεπτομέρεια. Συγκεκριμένα θα χρησιμοποιήσουμε το Disk Benchmark του AIDA64. Βλέπουμε ότι η μέση, η μέγιστη και η ελάχιστη ταχύτατα ανάγνωσης του Corsair Force Series Gen.4 PCIe MP600 2TB σε PCIe 4.0 (1ο γράφημα) είναι μεν μεγαλύτερες από τις επιδόσεις του drive σε PCIe 3.0 (2ο γράφημα) και από τα άλλα drives, αλλά παραμένουν χαμηλά σε σχέση με τις δυνατότητες που είδαμε στα συνθετικά benchmarks και μάλιστα σαφώς εντός των δυνατοτήτων του PCIe 3.0. Τι συμβαίνει λοιπόν εδώ; Ουσιαστικά εδώ βλέπουμε την ταχύτητα με την οποία μπορεί να διαβάσει ο ελεγκτής από τη NAND, χωρίς την επιπλέον ταχύτητα που προσδίδει η χρήση της DRAM cache. Αυτή είναι η ταχύτητα με την οποία μπορεί συνεχώς και με συνέπεια να διαβάζει το drive όταν μιλάμε για δεδομένα που δεν είναι στην DRAM cache του των 2GB. Η ταχύτητα αυτή δεν περιορίζεται από τη μέγιστη ταχύτητα του PCIe 3.0, καθώς είναι σαφώς μέσα στις δυνατότητές του και οι διαφορές που βλέπουμε υπέρ του drive σε PCIe 4.0 πιθανότατα σχετίζονται με άλλα optimizations που έχουν γίνει σε αυτό καθώς και τη γενικότερα πολύ νεότερη πλατφόρμα. Η ουσία είναι ότι εδώ φαίνεται πως τα θεαματικά αποτελέσματα των συνθετικών benchmarks ήταν στην ουσία προϊόν της ανάγνωσης δεδομένων τα οποία ήταν ήδη στην DRAM cache του drive. Η DRAM cache, ούσα μακράν ταχύτερη της NAND, είχε τη δυνατότητα να τροφοδοτεί τον ελεγκτή με δεδομένα χωρίς να δημιουργεί bottleneck αλλά η σχετικά αργή TLC NAND που χρησιμοποιεί ο Corsair Force Series Gen.4 PCIe MP600 2TB δε φαίνεται να την έχει και αυτό είναι λογικό. Συνεπώς τώρα φαίνονται λογικά τα αποτελέσματα του PCMark 8. Στην πραγματικότητα, τη μεγάλη του ταχύτητα μπορεί να την δώσει το drive μόνο για αναγνώσεις δεδομένων που βρίσκονται στην DRAM cache και που σε αυτή την περίπτωση περιορίζονται σε μέγεθος από το μέγεθος αυτής, τα 2 GB, το 1/1000 της συνολικής χωρητικότητας του drive. Οι εγγραφές αποκαλύπτουν μια ακόμη πιο ατυχή ιστορία, τη γνωστή πονεμένη ιστορία όλων των SSD που χρησιμοποιούν TLC. Βλέπετε, οι TLC NAND δεν έχουν καλές ταχύτητες εγγραφής. Γι αυτό οι εταιρείες δε διαφημίζουν ποτέ αυτή την ταχύτητα. Αντιθέτως, χρησιμοποιούν ένα μέρος της TLC NAND σε λειτουργία SLC. Όπα φίλε, μισό λεπτό! Τι είναι αυτό το TLC και τι είναι το SLC που μας λες; OK, μικρή ανάλυση λοιπόν, για να είμαστε στην ίδια σελίδα. Να με συγχωρήσουν οι γνώστες και τελειομανείς που θα είναι πολύ εκλαϊκευμένη η εξήγηση και οι μη σχετικοί που θα είναι πολύ "επιστημονική", αλλά πρέπει να συναντηθούμε κάπου στη μέση. Το κάθε κελί μνήμης τύπου NAND, μπορεί να αποθηκεύσει μία ηλεκτρική τάση και να την κρατήσει εκεί. Στην περίπτωση του πρώτου τύπου NAND που χρησιμοποιήθηκε σε SSD, τον τύπο SLC (Single Level Cell) αν υπάρχει ηλεκτρική τάση, αυτό σημαίνει αξία 1 και αν δεν υπάρχει, αξία 0. Αυτό για τον υπολογιστή είναι ένα bit και 8 bits μας κάνουν ένα byte. Στην SLC NAND λοιπόν, κάθε κελί αποθηκεύει 1 bit και ο Controller έχει την πολύ εύκολη δουλειά να ξεχωρίσει ανάμεσα σε τάση και όχι τάση, πράγμα που γίνεται με πολύ μεγάλη ταχύτητα και ακόμη και αν το κελί έχει παλιώσει και φθαρεί. Συνεπώς η SLC NAND είναι πολύ γρήγορη και πολύ ανθεκτική στις εγγραφές που φθείρουν τα κελιά της. Αποθηκεύει όμως 1 μόνο bit ανά κελί. SLC NAND βρίσκαμε μόνο σε Enterprise level SSDs γιατί παρά τα πλεονεκτήματά της, είναι πολύ ακριβή. Και τώρα πλέον, ούτε καν εκεί. H MLC NAND αποθηκεύει 2 bit σε κάθε κελί. Ναι, αλλά εμείς είπαμε ότι το μόνο που αποθηκεύει ένα κελί NAND είναι μια ηλεκτρική τάση. Πώς λοιπόν μια ηλεκτρική τάση μπορεί να αντιστοιχιστεί σε 2 bit, δηλαδή σε ένα οποιονδήποτε διψήφιο συνδυασμό από 0 και 1; Απλό! Οι συνδυασμοί αυτοί κατά το νόμο των πιθανοτήτων είναι 22 δηλαδή 4 και συγκεκριμένα οι 00, 01, 10, και 11. Αν θεωρήσουμε ότι η απουσία ηλεκτρικής τάσης αντιστοιχεί στο 00, θα χρειαστούμε 3 διαφορετικές ηλεκτρικές τάσεις για να αντιστοιχίσουμε στις υπόλοιπες τιμές. Κάπως έτσι λειτουργεί η MLC. Είναι πλέον προφανές ότι η MLC θα λειτουργεί πιο αργά από την SLC, καθώς ο ελεγκτής θα πρέπει να ξεχωρίσει 4 διαφορετικές καταστάσεις του κάθε κελιού, συμπεριλαμβανομένων 3 διαφορετικών ηλεκτρικών τάσεων. Συνεπώς το σύστημα θα λειτουργεί πιο αργά και επιπλέον θα είναι πιο επιρρεπές στη φθορά των κελιών κατά τις εγγραφές και θα έχει μικρότερη διάρκεια ζωής. Η TLC NAND, που χρησιμοποιεί ο Corsair Force Series Gen.4 PCIe MP600 2TB, αλλά και τα άλλα 2 drives με τα οποία τον συγκρίνουμε, αποθηκεύει 3 bit σε κάθε κελί! Αυτό σημαίνει 23 δηλαδή 8 διαφορετικούς συνδυασμούς (000, 001, 010, 100, 011, 110, 101, 111). Κατά αναλογία με πριν, έχουμε εκτός από την απουσία τάσης, 7 διαφορετικές τιμές που κάνει πολύ πιο δύσκολη τη δουλειά του Controller. Εδώ πλέον οι εγγραφές γίνονται πολύ αργές. Η δε φθορά των κελιών που προκαλείται από τους κύκλους εγγραφών είναι ακόμα πιο σημαντική και η ζωή των κελιών πολύ πιο μικρή. Για να το αντιμετωπίσουν αυτό οι εταιρείες και να κάνουν τη χρήση TLC NAND μια βιώσιμη λύση για τους SSD, χρησιμοποιούν κάποια τεχνάσματα που βασίζονται σε πολύπλοκους και ισχυρούς ελεγκτές και εξειδικευμένο firmware. Το πιο βασικό τέχνασμα είναι να χρησιμοποιούν ένα μέρος της ελεύθερης TLC NAND σε λειτουργία SLC, εν είδει cache. Δηλαδή οι εγγραφές πραγματοποιούνται στην SLC cache σε πραγματικό χρόνο και αργότερα, το drive με την ησυχία του περνάει τα δεδομένα στην πολύ πιο αργή TLC NAND. Φυσικά οι εταιρείες δεν το διαφημίζουν αυτό και ο μέσος χρήστης νομίζει ότι αγοράζει drive με ταχύτητες εγγραφής που μπορεί να πετύχει η NAND του drive όταν λειτουργεί ως SLC cache ενώ η αλήθεια είναι πολύ πιο πικρή. Γι αυτό βλέπουμε TLC drives που είναι πολύ πιο οικονομικά από τα MLC να διαφημίζουν υψηλότερες ταχύτητες, αυτές της πολύ γρήγορης SLC cache, η οποία όμως όταν τελειώνει κατά τη διάρκεια μεγαλύτερων εγγραφών, ξαφνικά στέλνει τις επιδόσεις βόλτα και μάλιστα με τα πόδια! Πόση σημασία έχει αυτό στην πράξη; Μεγάλη κουβέντα και οι απόψεις διίστανται. Σε μια απλή χρήση που βασίζεται κυρίως σε αναγνώσεις και λίγες εγγραφές, τα TLC drives τα πάνε μια χαρά. Όταν τα πράγματα ζορίζουν και χρειάζονται μεγαλύτερες και συχνότερες εγγραφές που δε δίνουν χρόνο στην SLC cache των TLC drives να αδειάσει τα δεδομένα της και να είναι έτοιμη για την επόμενη χρήση, ίσως θα ήταν καλύτερη η χρήση ενός SSD με MLC NAND. Τώρα που ξέρουμε λοιπόν, ας πάμε να δούμε πώς συμπεριφέρεται ο Corsair Force Series Gen.4 PCIe MP600 2TB στις εγγραφές. Όπως βλέπουμε στο πρώτο γράφημα που αφορά τον Corsair Force Series Gen.4 PCIe MP600 2TB σε PCIe 4.0, το drive ξεκινάει με ένα μεγάλο burst ταχύτητας που προσεγγίζει τη διαφημιζόμενη ταχύτητα αλλά κρατάει πολύ λίγο, ίσα δηλαδή μέχρι να γεμίσουν τα 2GB της DRAM cache. Μετά, οι επιδόσεις πάνε περίπατο καθώς αρχίζουν οι εγγραφές στην TLC NAND, αν και παραμένουν αξιοπρεπείς, κοντά στα 2400MB/s. Αυτή όπως θα καταλάβατε είναι η ταχύτητα εγγραφής της TLC NAND, όταν αυτή είναι σε λειτουργία SLC cache. Καθώς το drive είναι εντελώς άδειο, έχει τη δυνατότητα να χρησιμοποιήσει ένα πολύ μεγάλο μέρος της TLC NAND του ως SLC cache, που σε σύνδεση PCIe 4.0 φαίνεται ότι είναι κοντά στο 45%. Σε σύνδεση PCIe 3.0 φαίνεται να είναι κάτι παραπάνω από το 35%. Όλα αυτά βέβαια είναι θέμα επιλογών της εταιρίας στο firmware αλλά σε κάθε περίπτωση θα έχουν όλο και λιγότερη σημασία, όσο περισσότερο γεμίζουμε το drive. Όσο πιο γεμάτο είναι τo drive, τόσο λιγότερη περίσσεια NAND θα έχει για να τη χρησιμοποιεί σε μορφή SLC cache και όλο και περισσότερο θα βασίζεται στην πραγματική ταχύτητα της TLC NAND που όπως φαίνεται στα τελευταία μέρη των πρώτων 2 γραφημάτων είναι μόλις στα περίπου 600MB/s σε PCIe 4.0 και 535MB/s σε PCIe 3.0. Είναι μάλιστα αξιοσημείωτο ότι η πραγματική ταχύτητα της TLC NAND που χρησιμοποιήθηκε στον Corsair Force Series MP510 960GB είναι αρκετά μεγαλύτερη, φτάνοντας περίπου τα 1000MB/s. Αυτό βέβαια μπορεί να οφείλεται στο ότι εκεί χρησιμοποιήθηκαν NAND chips των 256GB ενώ στον Corsair Force Series Gen.4 PCIe MP600 2TB έχουμε, όπως είδαμε, NAND chips των 512GB, αλλά σε κάθε περίπτωση η διαφορά είναι εκεί. Είναι πλέον φανερός ο λόγος που ενώ οι επιδόσεις του Corsair Force Series Gen.4 PCIe MP600 2TB στα συνθετικά benchmarks είναι εξαιρετικές, προσεγγίζοντας αυτές που υπόσχεται η συσκευασία, τα αποτελέσματα των traces χρήσης πραγματικών προγραμμάτων του PCMark 8 λένε ότι στην πράξη το drive δεν έχει πλεονέκτημα ταχύτητας έναντι των drives που βασίζονται στο PCIe 3.0. Στην πραγματική χρήση, μόνο όταν κάνουμε εγγραφές θα δούμε διαφορά και αυτό μόνο για ένα μέγιστο 2GB, όση δηλαδή είναι η DRAM cache του drive. Στις αναγνώσεις, διαφορά θα δούμε μόνο αν προκύψει να διαβαστεί κάτι που βρίσκεται στην DRAM cache, δηλαδή σπάνια. Θερμική συμπεριφορά Πριν πάμε στον επίλογο και τα συμπεράσματα, αξίζει μια μικρή κουβέντα για τη θερμική συμπεριφορά του Corsair Force Series Gen.4 PCIe MP600 2TB. Σύμφωνα με τις προδιαγραφές του drive αλλά και του ίδιου του ελεγκτή της Phison, η μέγιστη θερμοκρασία λειτουργίας του Corsair Force Series Gen.4 PCIe MP600 2TB είναι οι 70°C. Εν τούτοις, κατά τη διάρκεια των δοκιμών και εντός ενός κλειστού case με υδρόψυξη και χαμηλή κυκλοφορία αέρα, το drive έφτασε τους 75°C και μάλιστα με θερμοκρασία δωματίου κοντά στους 18°C. Αυτό με οδήγησε να θέλω να δω αν υπήρχε κάποιο thermal throttling ή κάποιο άλλο πρόβλημα, καθώς ήμαστε ήδη εκτός προδιαγραφών. Άνοιξα λοιπόν το πλαϊνό του κουτιού και έβαλα έναν ανεμιστήρα να φυσάει την ψύκτρα του Corsair Force Series Gen.4 PCIe MP600 2TB. Το αποτέλεσμα ήταν η μέγιστη θερμοκρασία να μην περνάει τους 40°C κατά τη διάρκεια των δοκιμών. Πέρα από αυτό, ουσιώδεις, στατιστικά σημαντικές διαφορές, δεν υπήρξαν ούτε και φάνηκε να υπάρχει κάποιο θέμα σταθερότητας. Τα 2 πρώτα από τα παρακάτω γραφήματα πάρθηκαν με το drive σε κλειστό κουτί και χωρίς ροή αέρα πάνω του, οπότε και έφτανε έως και τη θερμοκρασία των 75°C. Τα 2 επόμενα είναι με ανοιχτό πλαϊνό, ροή αέρα και μέγιστη θερμοκρασία 40°C. Παρά το γεγονός ότι δεν παρατηρήθηκαν διαφορές στις 2 καταστάσεις, η άνοδος της θερμοκρασίας άνω των προδιαγραφών του drive και μάλιστα με θερμοκρασία δωματίου τους 18°C, είναι ανησυχητική. Καλό θα είναι όποιοι αποφασίσουν να αποκτήσουν το drive, να φροντίσουν να υπάρχει κάποια ροή αέρα πάνω του, έτσι ώστε αυτό να μένει εντός των προδιαγραφών του και να εξασφαλιστεί η διάρκεια ζωής του. Συμπεράσματα και βαθμολογία - Το δια ταύτα Κάπως έτσι φτάσαμε στην ώρα του απολογισμού και των συμπερασμάτων. Σε αυτούς που πηδάνε από την εισαγωγή στον επίλογο, να πω ότι δεν έχετε καμία ελπίδα. Είναι τόσο πολλά αυτά που έχουμε εξηγήσει για την τεχνολογία και τις ιδιαιτερότητες του Corsair Force Series Gen.4 PCIe MP600 2TB που ο επίλογος σε καμία περίπτωση δε φτάνει για να τα συνοψίσουμε και να τα καταλάβετε. Γυρίστε πίσω λοιπόν και τα ξαναλέμε εδώ σε λίγο. Για όσους διάβασαν κανονικά το review, έχετε ήδη καταλάβει ότι ο Corsair Force Series Gen.4 PCIe MP600 2TB είναι ένα drive με πολύ καλή ποιότητα κατασκευής, ωραία εμφάνιση, μια ωραιότατη ψύκτρα, 5ετή εγγύηση και προδιαγραφές για να γράψει 3600ΤΒ στη διάρκεια της ζωής του, δηλαδή περίπου την πλήρη του χωρητικότητα καθημερινά για 5 χρόνια. Διαθέτει επίσης end-to-end data protection για την εξασφάλιση των δεδομένων σας, pyrite/OPAL AES 256-bit encryption για την κρυπτογράφησή τους και θερμικό έλεγχο για τη μακροζωία του drive. Διαθέτει επίσης τον - απ' ό,τι φαίνεται - μοναδικό σε κυκλοφορία αυτή τη στιγμή ελεγκτή για consumer grade NVMe SSD drive με χρήση PCIe 4.0, καθώς και οι 3 υλοποιήσεις που εντοπίσαμε χρησιμοποιούν τον ίδιο ελεγκτή. Οι υλοποιήσεις είναι φυσικά ο Corsair Force Series Gen.4 PCIe MP600 2TB καθώς και drives της Gigabyte και της Sabrent και ο ελεγκτής είναι ο Phison PS5016-E16 και εκεί έγκειται το πρόβλημα. Ας βάλουμε στην άκρη ότι για να έχει κανείς PCIe 4.0 χρειάζεται, όπως είπαμε και στην εισαγωγή, να διαθέτει πλατφόρμα AMD Ryzen 3ης γενιάς. Το βασικό θέμα είναι ότι ο εν λόγω ελεγκτής υποστηρίζει NAND TLC και QLC μόνο, όχι MLC. Εκεί οφείλεται ουσιαστικά και το πρόβλημα που είδαμε με τις επιδόσεις στην πραγματική χρήση. Κατά τη διάρκεια των συνθετικών benchmarks, οι δοκιμές γίνονται ουσιαστικά ανάμεσα στον ελεγκτή και την DRAM cache, η οποία, και πάλι κατά τις προσταγές του ελεγκτή, είναι 2GB (το 1/1000 της χωρητικότητας του drive) και συνεπώς υπερ-αρκετή για να γίνονται όλες οι συνθετικές δοκιμές χωρίς να δοκιμάζεται ουσιαστικά η ταχύτητα της NAND. Όταν όμως πάμε σε αναγνώσεις πραγματικών δεδομένων, που φυσικά δε θα βρίσκονται στη DRAM cache, και σε εγγραφές δεδομένων άνω των 2GB, τότε βλέπουμε ότι η ταχύτητα πέφτει σε επίπεδα αντίστοιχα με του Corsair Force Series MP510 960GB, ενός πολύ καλού drive που όμως ανήκει σε άλλη κατηγορία καθώς βασίζεται σε PCIe 3.0 και κοστίζει πολύ λιγότερο. Εκεί λοιπόν είναι και η Αχίλλειος πτέρνα του Corsair Force Series Gen.4 PCIe MP600 2TB. Είναι αλήθεια ότι η βαθμολογία του συγκεκριμένου drive με προβλημάτισε καθώς θέλει μελέτη και θα ήταν εύκολο να ξεφύγει προς τη μία ή την άλλη κατεύθυνση. Όσον αφορά Features και Quality, το drive είναι εξαιρετικό και βαθμολογήθηκε ανάλογα. Κανένα πρόβλημα. Τι να πει όμως κανείς για τις επιδόσεις; Στα benchmarks η αρκετή DRAM cache που διαθέτει παράλληλα με τον γρήγορο ελεγκτή και το PCIe 4.0 το κάνουν να ξεχωρίζει αλλά στην πραγματική χρήση η αναντίστοιχα αργή TLC NAND προσγειώνει τις επιδόσεις στα επίπεδα του Corsair Force Series MP510 960GB. Καλές επιδόσεις δηλαδή για ένα PCIe 3.0 drive αλλά όχι αυτές που περιμένουμε από ένα drive που εκμεταλλεύεται το PCIe 4.0. Βέβαια δεν μπορούμε να κατηγορήσουμε την Corsair γι αυτό καθώς πρόκειται για περιορισμό του ελεγκτή, ο οποίος έτσι κι αλλιώς είναι ο μοναδικός διαθέσιμος στην consumer αγορά που υποστηρίζει PCIe 4.0 και σε αυτόν βασίζονται όλες οι αντίστοιχες υλοποιήσεις, δηλαδή οι 3 που αναφέραμε παραπάνω. Η Corsair και η οποιαδήποτε εταιρία δεν μπορεί παρά μόνο να επιλέξει αν θα βγάλει ή δε θα βγάλει PCIe 4.0 NVME SSD αυτή τη στιγμή. Αυτές είναι οι δυνατότητες. Λαμβάνοντας υπ' όψιν όλα τα παραπάνω, η βαθμολογία των επιδόσεων ήταν 7.5. Το κομμάτι της βαθμολογίας όμως που σκοτώνει τα συγκεκριμένα drives, και φυσικά μαζί τους και τον Corsair Force Series Gen.4 PCIe MP600 2TB είναι το value for money. Με ελάχιστα πραγματικά πλεονεκτήματα από αντίστοιχα drives PCIe 3.0 και αρκετά υψηλότερη τιμή, το VFM έπεσε στο 2 και παρέσυρε τη συνολική βαθμολογία. Συγκεκριμένα, για τον Corsair Force Series Gen.4 PCIe MP600 2TB, η προτεινόμενη τιμή λιανικής από την Corsair είναι τα 489,99 ευρώ ενώ στα Ελληνικά καταστήματα εντοπίστηκε με τιμές που ξεκινάνε από τα 458 ευρώ, χωρίς το κόστος των μεταφορικών. Ενδεικτικά, ο Corsair Force Series MP510 1.9TB ξεκινάει από τα περίπου 280 ευρώ, συνεπώς είναι κατανοητή η χαμηλή βαθμολογία του VFM. Ας συνοψίσουμε τα πλεονεκτήματα και τα μειονεκτήματα του Corsair Force Series Gen.4 PCIe MP600 2TB: Πλεονεκτήματα + 5ετής εγγύηση + 3600TBW + PCIe 4.0 + Ποιότητα κατασκευής + End-to-end data protection + Pyrite/OPAL AES 256-bit encryption + Μαύρο PCB και ωραία ψύκτρα Μειονεκτήματα - Η αναγκαστική χρήση TLC NAND περιορίζει την πραγματική ταχύτητα του drive σε επίπεδα PCIe 3.0 - Τιμή - Το συνοδευτικό λογισμικό χρειάζεται ανανέωση Με βάση τα παραπάνω, η συνολική βαθμολογία του Corsair Force Series Gen.4 PCIe MP600 2TB είναι:  theLAB.gr Ευχαριστούμε θερμά την Corsair για την παραχώρηση του δείγματος της δοκιμής. Πολύμερος Αχανιώτης 23/08/2019
  18. Πρόλογος Πριν μερικές ημέρες είχαμε δει από κοντά την Vertagear SL2000 και όπως σας είχαμε αναφέρει και στο βίντεο αλλά και στο κείμενο της παρουσίασης, θα δούμε ένα ακόμα προϊόν της κατασκευάστριας. Αυτή τη φορά δεν θα είναι τύπου racing η καρέκλα που θα δούμε από κοντά, αλλά ένα προϊόν που παρόλο που φέρει τον χαρακτηρισμό gaming, είναι πιο κοντά σχεδιαστικά σε αυτό που λέμε καρέκλα γραφείου. Σίγουρα το design είναι έξω από τα συνηθισμένα και ακόμα πιο σίγουρο, είναι το γεγονός ότι στο επίπεδο τιμής που κυμαίνεται, περιμένουμε να δούμε πολλά περισσότερα από όσα είδαμε στην προηγούμενη παρουσίαση. Ο λόγος λοιπόν, για την Vertagear Triigger 275, που μας έστειλε η εταιρία για να την δούμε από κοντά και να την παρουσιάσουμε σε εσάς. Χαρακτηριστικά Στον πίνακα που ακολουθεί, μπορείτε να δείτε τα χαρακτηριστικά της όπως αυτά παρουσιάζονται στην ιστοσελίδα της κατασκευάστριας εταιρίας. Η καρέκλα είναι βαριά κάτι που γίνεται άμεσα αντιληπτό μόλις δούμε τα 21kg στον πίνακα χαρακτηριστικών. Αυτό λίγη σημασία έχει όμως, μιας και δεν θα την κουβαλάμε (με εξαίρεση την ώρα που θα την πάμε σπίτι) αλλά θα τσουλάει πάνω σε πέντε ροδάκια. Είναι πιο μαζεμένη από την SL2000 και επιτέλους όταν κάθομαι επάνω της φαίνομαι από το πίσω μέρος. Παρακάτω σας παραθέτουμε τις διαστάσεις αναλυτικά, για να δείτε αν ταιριάζει στον χώρο σας. Σε αντίθεση με την SL2000 που είχε 10 διαφορετικούς συνδυασμούς η Triigger 275 διατίθεται σε τέσσερις με χρώμα βάσης το μαύρο. Η τιμή είναι αρκετά υψηλή μιας και μιλάμε για ένα δεκάλεπτο κάτω από τα 600€ και στην Ελληνική αγορά δεν υπάρχει διαθέσιμη μέχρι την στιγμή που γράφονται αυτές εδώ οι γραμμές. Όσον αφορά την εγγύηση η εταιρία ξεχωρίζει τα προϊόντα όπως και την εγγύησή τους σε δύο κατηγορίες. Στην racing σειρά και στην gaming σειρά στην οποία ανήκει και η καρέκλα της σημερινής παρουσίασης . Για την σειρά Gaming η εγγύηση ανά κομμάτι ακολουθεί: VERTAGEAR Gaming Series Chair Parts Limited Warranty Aluminum Alloy Frame – 10 Years Metal Base Support – 10 Years Arm Rest – 5 Years Casters – 5 Years Five Star Base – 2 Years Gas Lift – 2 Years Συσκευασία και περιεχόμενα Πάμε τώρα σε αυτό που λέμε "έχεις πακέτο". Η συσκευασία έφτασε αρκετά ταλαιπωρημένη στα χέρια μας, αλλά καταλαβαίνουμε και τον καημένο τον courier που είχε ένα τέτοιο τέρας να παραδώσει. Παρόλη την ταλαιπωρία της συσκευασίας, το προϊόν έφτασε σε άριστη κατάσταση στα χέρια μας και σε αυτό έπαιξε σημαντικό ρόλο, ο τρόπος που είχε προστατευτεί το κάθε κομμάτι του προϊόντος. Μεγάλα κομμάτια από χαρτί, αρκετά χοντρά όπως και φελιζόλ, αλλά και φυσαλίδα συσκευασίας, έπαιξαν το κάθε ένα το ρόλο που έπρεπε. Εντός της συσκευασίας βρήκαμε έναν τόμο... ένα manual ήθελα να πω, που ούτε λίγο ούτε πολύ είναι 167 σελίδες!!! Είναι γραμμένο σε έξι γλώσσες, μη συμπεριλαμβανομένης όμως της Ελληνικής. Στο δια ταύτα τώρα. Ξεχάστε κατσαβίδια, ξεχάστε κλειδιά τύπου αλεν. Η καρέκλα έρχεται ως έχει χωρίς τίποτα extra όπως είχαμε δει στην Vertagear SL2000. Και πριν γκρινιάξει κάποιος μιας και μιλάμε για πιο ακριβό προϊόν, να αναφέρω ότι πολύ απλά δεν χρειάζεται τίποτα για να συναρμολογηθεί. Η διαδικασία συναρμολόγησης είναι tooless που λένε και στο χωριό μου! Τα ροδάκια όπως και η μπουκάλα κουμπώνουν στην αλουμινένια βάση με τις πέντε ακτίνες... ... και πολύ απλά παίρνετε την υπόλοιπη καρέκλα και την κουμπώνεται πάνω στην μπουκαλά. Και είμεθα έτοιμοι σε λιγότερο από ένα λεπτό από την ώρα που θα βγάλουμε τα διάφορα εξαρτήματα από την συσκευασία. Enjoy το νέο προϊόν! Παρακάτω βλέπουμε δύο βίντεο από το κανάλι της κατασκευάστριας. Στο πρώτο σε πολύ σύντομο χρονικό διάστημα ,μπορούμε να δούμε όλες τις ρυθμίσεις της καρέκλας και στο δεύτερο, μπορούμε να ενημερωθούμε για ένα επιπλέον προσάρτημα, που δεν είναι άλλο από αυτό που αναλαμβάνει την στήριξη του αυχένα. Προσωπικά μιας και η τιμή της καρέκλας ξεφεύγει αρκετά, θα ήθελα να το δω ευθείς εξαρχής εντός της συσκευασίας. Βιντεοπαρουσίαση προϊόντος Σήμερα δεν έχουμε για εσάς μόνο φωτοπαρουσίαση, αλλά και βίντεοπαρουσίαση, προσπαθώντας με αυτόν τον τρόπο να σας φέρουμε όσο πιο κοντά γίνεται στο προϊόν. Παρακάτω υπάρχουν κάποιες από τις φωτογραφίες που εμφανίζονται στο βίντεο της παρουσίασης για να τις δείτε με μεγαλύτερη άνεση και ευκολία. Ο Απολογισμός Και κάπως έτσι φτάσαμε για μία ακόμα φορά στο τέλος μίας παρουσίασης. Η εμπειρία μου με την Vertagear Triigger 275 ήταν από τις καλύτερες όσο καιρό κάνω παρουσιάσεις προϊόντων και μου προσέφερε μία από τις πιο ξεκούραστες και απολαυστικές παρουσιάσεις. Ας ξεκινήσουμε όμως με την γκρίνια. Είναι ακριβή η άτιμη, είναι... 600€ είναι αυτά... Ειδικά για τα Ελληνικά δεδομένα είναι ένα απλησίαστο προϊόν για τους περισσότερους και όταν σε αυτό το εύρος τιμής πρέπει να ξαναβάλεις το χέρι στην τσέπη για να προμηθευτείς το μαξιλάρι αυχένα, τότε η γκρίνια υψώνεται στο τετράγωνο. Πραγματικά λοιπόν, θα ήθελα να δω και το μαξιλάρι μέσα σε αυτό το εύρος τιμής. Βέβαια από την άλλη τα υλικά που έχουν επιλεγεί και την απαρτίζουν είναι αυτό που λέμε ένα και ένα. Από που να ξεκινήσει κανείς και από που να τελειώσει; Από το Dupont mesh που προσφέρει στο κάθισμα και στην πλάτη, την απαραίτητη στήριξη και μακροζωία και την σωστή αναλογία αντίστασης και ελαστικότητας δίνοντας ταυτόχρονα τις απαραίτητες ανάσες στο σώμα σας; Από τα εξαιρετικά για μία ακόμα φορά ροδάκια που είδαμε και σε αυτό το προϊόν και που δεν τα προβληματίζει καμία επιφάνεια; Από το calfskin δέρμα που σε προϊόν δεν το είχα δει ποτέ από κοντά, παρά μονάχα σε ακριβές δερματόδετες και σπάνιες εκδόσεις βιβλίων; Ή να μιλήσουμε για τον εξαιρετικά στιβαρό και ανθεκτικό σκελετό με τα τόσα μηχανικά και ποιοτικά εξαρτήματα; Ή να μιλήσουμε για τις τόσες πολλές ρυθμίσεις που κάνουν την καρέκλα να προσαρμοστεί σε οποιοδήποτε σώμα; Αν με την Vertagear SL2000 δεν μπορούσα να σας πω αν θα σας βολέψει ή όχι, με την Triigger 275 θεωρώ ότι με τόσες ρυθμίσεις και προσαρμογές και μετά από τις δοκιμές που έγιναν από άτομα με διαφορετικούς σωματότυπους, το ποσοστό επιτυχίας είναι μεγάλο. Είναι μία καρέκλα που θα βολέψει το μεγαλύτερο, αν όχι το συντριπτικό ποσοστό των ατόμων που θα την δοκιμάσουν. Επομένως σίγουρα ζητάει πολλά, αλλά ακόμα πιο σίγουρα προσφέρει πάρα πολλά. Το τι θα επιλέξει ο κάθε ένας από εμάς θα γίνει με κριτήριο την τσέπη του και φυσικά πόσα είναι διατεθειμένος να δώσει για μία καρέκλα γραφείου. Άλλοι τα δίνουν σε αμάξια και άλλοι σε καρέκλες... Με βάση τα όσα είδαμε έχει κερδίσει από τα αποδυτήρια το Editor's Choice του TheLab.gr, καθώς επίσης και το Design Award. Αν θα την βαθμολογούσα θα είχε χαλαρά ένα 90%. Ευχαριστούμε θερμά την Vertagear για την παραχώρηση του δείγματος της δοκιμής. Για το TheLab.gr karmen1983 08/06/2017
  19. Εισαγωγή Το κινητά τηλέφωνα είναι πλέον η προέκταση όχι μόνο του χεριού μας αλλά ολόκληρου του εαυτού μας, της κοινωνικής μας ύπαρξης. Ως εκ τούτου, τα αξεσουάρ τους έχουν αποκτήσει αντίστοιχα μεγάλη σημασία καθώς επηρεάζουν έντονα την εμπειρία χρήσης. Τα ακουστικά, ειδικά αυτά που διαθέτουν και μικρόφωνο (hands free), είναι σαφώς το πιο σημαντικό εξ αυτών και οι ασύρματες εκδόσεις τους ακόμα περισσότερο, καθώς πολλές κατασκευάστριες εταιρίες κινητών τηλεφώνων τείνουν να εξαλείψουν την υποδοχή ακουστικών από τις συσκευές τους. Έτσι η 1MORE, η εταιρία που κατασκεύασε τα διάσημα Xiaomi Piston, προχώρησε στη φυσική εξέλιξή τους που δεν είναι άλλη από την ασύρματη μέσω bluetooth έκδοσή τους, τα 1MORE Piston Fit BT. Καθώς τα Xiaomi Piston είναι ιδιαίτερα επιτυχημένα στην οικονομική κατηγορία των ακουστικών με μικρόφωνο, περιμένουμε θετικά πράγματα και από την ασύρματη έκδοση, τα 1MORE Piston Fit BT. Φωτογράφιση Τα 1MORE Piston Fit BT έρχονται σε ένα αρκετά μεγάλο χαρτονένιο κουτί με υψηλής ποιότητας εκτύπωση, προϊδεάζοντας για ένα ποιοτικό προϊόν. Το πρόσθιο μέρος περιέχει μια καλλιτεχνική απεικόνιση (μέρους) του προϊόντος και κάποια από τα βασικά του χαρακτηριστικά, ενώ το πίσω μέρος αναφέρει περισσότερες πληροφορίες σε 10 γλώσσες, που δεν περιλαμβάνουν την Ελληνική, κάποια τεχνικά χαρακτηριστικά, πιστοποιήσεις και barcodes. H χώρα κατασκευής είναι η Κίνα. Η συσκευασία έφτασε στα χέρια μας ταλαιπωρημένη στη μία γωνία, αλλά αυτό δεν είχε επιπτώσεις στο προϊόν. Εντός της συσκευασίας, βρίσκουμε ένα cool αυτοκόλλητο με το αρκουδάκι με ακουστικά της 1MORE, ένα μικρό φυλλάδιο με προϊόντα της εταιρίας και ένα αναλυτικό εγχειρίδιο χρήσης, στις ίδιες 10 γλώσσες. Τα 1MORE Piston Fit BT έρχονται σε μια λευκή βάση παρουσίασης, όπου συγκρατούνται με διαφάνειες στο επάνω και κάτω μέρος. Στο πίσω μέρος της λευκής βάσης βρίσκουμε κολλημένο ένα λευκό κουτί. Το κουτί περιέχει ένα καλώδιο USB-A σε Micro-USB για τη φόρτιση των 1MORE Piston Fit BT και eartips από σιλικόνη σε 3 μεγέθη, εκτός από αυτά που ήδη έχουν πάνω τα ακουστικά. Αφαιρούμε τις διαφάνειες που συγκρατούν τα ακουστικά στη λευκή βάση και τα απελευθερώνουμε. Το λευκό ταμπελάκι που είναι περασμένο πάνω στο καλώδιο αναφέρει ότι υπάρχει εκεί για λόγους εγγύησης. Δε φαντάζομαι σε καμία περίπτωση ότι μπορεί κάποιος να χρησιμοποιεί τα ακουστικά του με το λευκό αυτό ταμπελάκι στη θέση του, αλλά αφού το βγάλετε, κρατήστε το κάπου για καλό και για κακό - αχρείαστο να 'ναι. Βγάζουμε λοιπόν και το λευκό ταμπελάκι της εγγύησης και έχουμε την πρώτη πραγματική εικόνα των ακουστικών. Λεπτή και όμορφη κατασκευή που κατά τη γνώμη μου χαλάει από τα σχετικά μεγάλα βαρελάκια. Τα ίδια τα ακουστικά είναι από μέταλλο και πλαστικό, και φαίνονται ποιοτικά και προσεγμένα. Τα eartips από σιλικόνη μοιάζουν - και είναι - μαλακά και άνετα και υπάρχει stress relief στο καλώδιο για την προστασία των κλώνων του κατά τη χρήση. Τα ear tips βρίσκονται σε κλίση 45 μοιρών σε σχέση με το κυρίως σώμα των ακουστικών, κάτι που όπως θα δούμε παρακάτω, δεν είναι τυχαίο. Τα ear tips αφαιρούνται εύκολα, με ένα τράβηγμα, και αποκαλύπτουν τη μεταλλική σήτα που προστατεύει το εσωτερικό του ακουστικού. Κάπου εκεί από κάτω είναι μισοκρυμμένο και το R / L που υποδεικνύει σε ποιο αφτί να βάλουμε το κάθε ακουστικό, αν και η ίδια τους η κλίση που προαναφέραμε το κάνει σαφές. Τα ear tips που είναι ήδη πάνω στα ακουστικά είναι τα δεύτερα από αριστερά, τα τρίτα μεγαλύτερα σε μέγεθος. Με βόλεψαν εξ αρχής και δεν δοκίμασα καν τα άλλα μεγέθη. Η ηχομόνωση που παρέχουν δεν είναι ιδιαίτερη αλλά η άνεση ήταν σε πολύ υψηλά επίπεδα και έκανε τη χρήση των 1MORE Piston Fit BT πιο ξεκούραστη από πολύ ακριβότερες υλοποιήσεις που έχω δοκιμάσει. Ένα ωραίο χαρακτηριστικό που έχει υλοποιηθεί πολύ σωστά στα 1MORE Piston Fit BT είναι οι μαγνήτες που έχουν τα ακουστικά στο πίσω μέρος τους. Με αυτούς, μπορείς να φοράς τα ακουστικά στο λαιμό σου χωρίς κίνδυνο να πέσουν, ενώ παράλληλα δείχνουν όμορφα και τακτοποιημένα. Είναι ένα χαρακτηριστικό που είχαν και άλλα ακουστικά που έχω χρησιμοποιήσει αλλά εκεί οι μαγνήτες παραήταν δυνατοί, με αποτέλεσμα όταν περπατούσα στο βροχερό Λονδίνο με την ομπρέλα μου ανοιχτή, το αντίστοιχο ακουστικό να κολλάει συχνά στο μεταλλικό στέλεχος της ομπρέλας και να βγαίνει από το αφτί μου. Ακούγεται αστείο, και είναι, αλλά παράλληλα ήταν ιδιαίτερα ενοχλητικό! Οι μαγνήτες των 1MORE Piston Fit BT είναι ακριβώς όσο ισχυροί πρέπει για να τα κρατάνε με αρκετή ασφάλεια ενωμένα αλλά να αποφεύγονται τα παραπάνω ευτράπελα. Πάμε τώρα στο κομμάτι του οποίου τη σχεδίαση δεν εκτίμησα. Τα 2 βαρελάκια που έχουν πιο μεγάλη διάμετρο από ένα συνηθισμένο στυλό και θεωρώ ότι υποβιβάζουν την αισθητική του συνόλου. Το βαρελάκι που βρίσκεται στο δεξί καλώδιο έχει όλα τα πλήκτρα ελέγχου, τα οποία βρίσκονται κάτω από το πλαστικό και το πάτημά τους βασίζεται στην παραμορφωσιμότητα του πλαστικού. Αυτή η κατασκευή δεν είναι η πιο όμορφη, αλλά είναι ένας οικονομικός τρόπος για να εξασφαλιστεί η στεγανότητα. Η τρισδιάστατη κατασκευή των πλήκτρων βοηθάει στον εντοπισμό τους δια της αφής. Το ίδιο βαρελάκι, έχει στο πλάι υποδοχή Micro-USB, καλυμμένη με στεγανό καπάκι, για τη φόρτιση των 1MORE Piston Fit BT. Για τη φόρτιση μπορείτε φυσικά να χρησιμοποιήσετε το καλώδιο που περιέχεται στη συσκευασία αλλά και το καλώδιο φόρτισης του κινητού σας, για να μη χρειάζεται να μεταφέρετε επιπλέον καλώδια. Ακόμα και αν το κινητό χρησιμοποιεί USB-C καλώδιο, υπάρχουν στην αγορά οικονομικοί και μικροί αντάπτορες. Αυτό ακριβώς έκανα κι εγώ, όπως βλέπετε στην παρακάτω εικόνα. Ένα μικρό κόκκινο LED στην απέναντι πλευρά από την υποδοχή, δείχνει ότι γίνεται η φόρτιση. Δυστυχώς, η ολοκλήρωση της φόρτισης δε σηματοδοτείται από κάποιο άλλο χρώμα στο LED, αλλά απλά με το σβήσιμο αυτού, αφήνοντας στο χρήστη απορίες σχετικά με το αν ολοκληρώθηκε η φόρτιση, αποσυνδέθηκε κάποιο βύσμα, κόπηκε το ρεύμα, χάλασε κάτι κλπ... Το άλλο βαρελάκι δεν έχει κάποια εξωτερικά χαρακτηριστικά εκτός από το σήμα της κατασκευάστριας εταιρίας και περιέχει την μπαταρία. Τεχνικά Χαρακτηριστικά Τα τεχνικά χαρακτηριστικά των 1MORE Piston Fit BT συνοψίζονται στον παρακάτω πίνακα. Βλέπουμε χρήση τιτανίου στην κατασκευή του driver και πολύ καλή απόκριση συχνοτήτων που καλύπτει το σύνολο της ανθρώπινης ακοής. Η ευαισθησία είναι αρκετά υψηλή για να μπορεί ο ενσωματωμένος ενισχυτής να δώσει κάποια ένταση. Το μικρόφωνο ανταποκρίνεται στις συνήθεις συχνότητες της ομιλίας. Το HFP εξασφαλίζει συνεργασία με τα bluetooth συστήματα κινητών και αυτοκινήτων. Το A2DP καθορίζει το streaming toy ήχου και το AVRCP τη μεταφορά των εντολών από τα 1MORE Piston Fit BT στο κινητό σας (play, pause κλπ). Με λίγα λόγια, τα πρωτόκολλα που χρειάζονται σε οποιοδήποτε hands free. Η μπαταρία των 130mAh φαίνεται αρκετή για να δώσει την υποσχόμενη διάρκεια ομιλίας / αναπαραγωγής πολυμέσων των 8 ωρών (με ένταση ήχου στο 50%), ειδικά με το πρωτόκολλο Bluetooth 5 που υποστηρίζουν τα 1MORE Piston Fit BT. Στη φόρτιση εντοπίζουμε και την πρώτη ασυνέπεια καθώς είσοδος φόρτισης 5V 1A για να φορτίσει μια μπαταρία Λιθίου 3,7V χωρητικότητας 130mAh σε 1 ώρα δε συνάδει. Είναι βέβαιο ότι η φόρτιση γίνεται με αρκετά χαμηλότερο ρεύμα. Η αδιαβροχοποίηση επιπέδου IPX4 εξασφαλίζει την προστασία από βροχή και ιδρώτα ενώ το βάρος των 18 γραμμαρίων κάνει τη χρήση των 1MORE Piston Fit BT αρκετά άνετη. Η εταιρία προσφέρει απ' ευθείας εγγύηση ενός έτους, αν και κάποιοι μεταπωλητές προσφέρουν διετή εγγύηση. Μοντέλο E1028BT Τύπος Bluetooth In-Ear Headphones Acoustic Driver Dynamic Driver with Titanium+PET Composite Diaphragm Αντίσταση 32Ω Απόκριση Συχνοτήτων Ακουστικών 20Hz - 20KHz Ευαισθησία Ακουστικών 98dB @1KHz Απόκριση Συχνοτήτων Μικροφώνου 100Hz - 6KHz Ευαισθησία Μικροφώνου [email protected] Σταθεροποίηση Silicone Ear Tips Bluetooth Bluetooth 5 Bluetooth Protocol HFP/A2DP/AVRCP Ασύρματη Εμβέλεια 10m Μπαταρία 130mAh Είσοδος Φόρτισης 5V 1A Χρόνος Φόρτισης 60 Λεπτά Χρόνος Ομιλίας 8 Ώρες Χρόνος Αναπαραγωγής Πολυμέσων 8 Ώρες Χρόνος Αναμονής 200 Ώρες (BLuetooth ανοιχτό, χωρίς κάποια χρήση) Αδιαβροχοποίηση IPX4 Για Όλη Τη Συσκευή Βάρος 18γρ Εγγύηση 1 χρόνος Ποιότητα κατασκευής Η ποιότητα κατασκευής των 1MORE Piston Fit BT αφήνει ανάμικτα συναισθήματα. Τα υλικά δεν είναι ακριβά και αυτό είναι εμφανές στο (όχι απαραίτητα και πολύ) έμπειρο μάτι. Η χρήση πλαστικού είναι εκτεταμένη, χωρίς να πρόκειται ούτε για το καλύτερης ούτε για το χειρότερης ποιότητας πλαστικό Από την άλλη πλευρά, η κατασκευή και η συναρμογή δεν αφήνουν παράπονα, οπότε, λαμβάνοντας υπ' όψιν την κατηγορία τιμής στην οποία κινούνται, θα έλεγα ότι η ποιότητα κατασκευής είναι αρκετά καλή. Άνεση στη χρήση Εκεί που τα 1MORE Piston Fit BT χτυπάνε πολύ πιο δυνατά από την κατηγορία τους είναι στην άνεση στη χρήση. Τα ear tips από σιλικόνη είναι από τα πιο άνετα που έχω δοκιμάσει, σε in ear ακουστικά κάτω των 250 ευρώ. Όχι ότι είναι κάτι το ιδιαίτερο, απλά είναι τόσο μαλακά και τόσο σκληρά όσο πρέπει και με τα 4 διαφορετικά μεγέθη, σίγουρα θα υπάρχει κάτι που θα ταιριάζει στον καθένα. Ένας από τους βασικούς λόγους της άνεσης στη χρήση είναι η κλίση των 45 μοιρών που έχει δώσει η 1MORE στα ear tips των 1MORE Piston Fit BT, σε σχέση με το κυρίως σώμα των ακουστικών. Η κλίση αυτή βοηθάει στην ομοιόμορφη πίεση του ear tip εντός του ακουστικού πόρου, χωρίς να προκαλεί ενόχληση και χωρίς το σώμα του ακουστικού να τραβάει προς τη μία πλευρά. Βλέπουμε δηλαδή εδώ το αποτέλεσμα ενός έξυπνου σχεδιασμού, που χωρίς επιπλέον κόστος, αναβαθμίζει σημαντικά την εμπειρία χρήσης. Άνετη είναι όμως και η χρήση όσον αφορά το χειρισμό των 1MORE Piston Fit BT. Τα 4 πλήκτρα είναι όλα σε ένα σημείο, στη σειρά και το γεγονός ότι είναι ανάγλυφα κάνει τον εντοπισμό τους εύκολο. Το πάτημά τους δίνει επαρκές feedback και η λογική των εντολών είναι απλή έτσι ώστε να είναι εύκολη και η απομνημόνευσή τους από τις πρώτες ημέρες χρήσης. Ήχος Η κατασκευή των drivers των 1MORE Piston Fit BT που φαίνεται στην παρακάτω εικόνα είναι αξιοπρεπής για την κατηγορία και τα αποτελέσματα στον ήχο είναι αυτό που θα έλεγα αναμενόμενα για την τιμή, αρκεί να υπολογίσει κάποιος ότι σε αυτή περιλαμβάνεται και η ασύρματη συνδεσιμότητα. Τι σημαίνει αυτό; Τα 1MORE Piston Fit BT δε διεκδικούν δάφνες στην ποιότητα του ήχου. Τα μπάσα είναι αναιμικά, αλλά αυτό είναι πρόβλημα και της ισχύος που μπορεί να δώσει ο μικρός ενισχυτής τους, τροφοδοτούμενος από τη μικρή μπαταρία και είναι αναμενόμενο. Οι μεσαίες συχνότητες είναι ασαφείς και έχουν μια εμφανώς τραχιά χροιά. Τα πρίμα καταφέρνουν να μην τσιρίζουν (πολύ) στην αναπαραγωγή πολυμέσων, ακόμα και σε μεγάλη ένταση, αλλά σε συνομιλίες, αν τύχει ο συνομιλητής να μιλήσει περισσότερο μεγαλόφωνα, τσιρίζουν βασανιστικά. Το σύνολο δε δημιουργεί καν την υποψία κάποιου sound stage. Και εδώ θα σταματήσω, πριν ο φίλτατος @GriGaS και επίσημος reviewer ακουστικών του TheLab.gr με κατηγορήσει (δικαίως) ως audiophile και μου υπενθυμίσει την κατηγορία στην οποία ανήκουν τα 1MORE Piston Fit BT. Για την κατηγορία τους λοιπόν, δεν είχα κανένα πρόβλημα να ακούσω λίγη μουσική στο δρόμο προς το χώρο εργασίας το πρωί. Δε θα ήταν η πρώτη μου επιλογή, αλλά για την κατηγορία και τα χρήματα που κοστίζουν, είναι αποδεκτά. Πόσο μάλλον για όσους ενδιαφέρονται να τα χρησιμοποιήσουν για να ακούσουν ραδιόφωνο, κάποιο podcast, audiobooks, Youtube videos κλπ. Μικρόφωνο Εκεί που χώρισαν οι δρόμοι μας με τα 1MORE Piston Fit BT και αποφάσισα ότι μετά το πέρας του παρόντος review η χρήση τους θα είναι από άκρως περιορισμένη έως ανύπαρκτη, ήταν το μικρόφωνο. Το μικρόφωνο είναι τοποθετημένο μέσα στο βαρελάκι ελέγχου και έρχεται σε επαφή με τον έξω κόσμο μέσω μιας μικρής τρύπας, στην πλευρά που βρίσκεται απέναντι από τα πλήκτρα. Δεν υπάρχουν ακυρωτικά μικρόφωνα ή κυκλώματα ελέγχου και περιορισμού των θορύβων. Η ευαισθησία του και η ποιότητα του ήχου, όταν το πρωτοδοκίμασα στην ησυχία του σπιτιού μου, ήταν τόσο εξαιρετική, που ακόμα και οι πιο απαιτητικοί και δύστροποι συνομιλητές μου, σχολίασαν ότι τόσο καλό ήχο δεν είχαν ξανακούσει από οποιοδήποτε hands free, πόσο μάλλον ασύρματο! Τα πράγματα άλλαξαν την επόμενη ημέρα το πρωί που αποπειράθηκα να έχω μια συνομιλία στο δρόμο προς την εργασία μου. Μένω σε ένα ωραίο προάστιο του Λονδίνου, μέσα στη φύση και ο δρόμος προς το χώρο εργασίας μου έχει μεγάλα πεζοδρόμια και πολλά δέντρα. Φυσικά, και κάποια κίνηση, αλλά όχι κάτι το υπερβολικό. Κάνω αυτή τη διαδρομή πάνω από δυόμιση χρόνια και πολλές φορές έχω συνομιλίες με κάποιο hands free κατά τη διάρκειά της. Έχω χρησιμοποιήσει και ενσύρματα και ασύρματα, και ακριβά και οικονομικά hands free, χωρίς κάποιο πρόβλημα. Με τα 1MORE Piston Fit BT, ο κάθε ήχος του περιβάλλοντος περνούσε έντονα στους συνομιλητές μου, σε βαθμό που χαρακτήριζαν την εμπειρία "ανυπόφορη" και "βασανιστήριο". Η επιλογή που μου έδιναν ήταν πολύ απλή: Να μην τους ξανακαλέσω ποτέ με το συγκεκριμένο hands free ή να μην τους ξανακαλέσω ποτέ! Έχοντας επιβεβαιώσει τα παραπάνω με αρκετούς συνομιλητές, το αποτέλεσμα είναι σαφές: Μπορώ να χρησιμοποιώ τα 1MORE Piston Fit BT για να ακούω μουσική οπουδήποτε, σε εξωτερικούς ή εσωτερικούς χώρους, εφ' όσον αποδέχομαι τους ποιοτικούς περιορισμούς που επιβάλει η κατηγορία τιμής στην οποία ανήκουν και μπορώ να τα χρησιμοποιώ για κλήσεις εντός της οικίας μου ή γενικά οποιουδήποτε ήσυχου περιβάλλοντος. Δεν είναι κατάλληλα για συνομιλίες σε θορυβώδη περιβάλλοντα. Συνδεσιμότητα Τα 1MORE Piston Fit BT υποστηρίζουν το ασύρματο πρωτόκολλο επικοινωνίας Bluetooth 5. Η επικοινωνία με το κινητό μου τηλέφωνο που επίσης υποστηρίζει το εν λόγω πρωτόκολλο είναι εξαιρετική με εμβέλεια που μετρήθηκε τουλάχιστον στα διαφημιζόμενα 10 μέτρα. Με εντυπωσίασε μάλιστα το γεγονός ότι η επικοινωνία παρέμεινε άψογη ακόμα και διαμέσου ενός τοίχου που στη μία του πλευρά είχε ντουλάπια με φακέλους. Κανένα παράπονο λοιπόν από τη συνδεσιμότητα των 1MORE Piston Fit BT. Μπαταρία Το πρωτόκολλο BLuetooth 5 όμως κάνει και καλή διαχείριση της μπαταρίας. Τα 1MORE Piston Fit BT κατάφεραν να παίξουν μουσική ασταμάτητα, στο 50% της έντασης, για 9 ώρες και 20 λεπτά, δηλαδή αρκετά παραπάνω από τις 8 ώρες που υπόσχονται. Η επαναφόρτισή τους ολοκληρώθηκε σε 55 λεπτά, δηλαδή κάτω από τον χρόνο των 60 λεπτών που αναφέρουν οι προδιαγραφές. Κατά την αρχή της φόρτισης το ρεύμα ήταν 200mA, δηλαδή το 1/5 από το 1A που αναφέρεται στις προδιαγραφές ως ρεύμα εισόδου. Αυτό σημαίνει ότι τα 1MORE Piston Fit BT θα φορτίσουν μια χαρά με οποιονδήποτε φορτιστή μπορεί να δώσει 200mA στα 5V, δηλαδή πρακτικά με οποιονδήποτε φορτιστή των 5V. Στη συνέχεια της φόρτισης το ρεύμα έπεσε σταδιακά και στο τέλος ο φορτιστής είχε διαθέσει συνολικά 119mAh από τα 130mAh της συνολικής χωρητικότητας της μπαταρίας. Αυτό είναι λογικό διότι είναι απαραίτητο το κύκλωμα προστασίας να κλείνει τη συσκευή πριν αδειάσει εντελώς η μπαταρία Λιθίου, καθώς αυτού του τύπου οι μπαταρίες δεν ανακάμπτουν αν αποφορτιστούν εντελώς ενώ η προσπάθεια φόρτισής τους σε τέτοια περίπτωση είναι επικίνδυνη. Επίλογος Τα 1MORE Piston Fit BT αποτελούν την ασύρματη εξέλιξη των γνωστών και δημοφιλών Xiaomi Piston και ως εκ τούτου έχουν να διατηρήσουν μια σημαντική θετική φήμη στο χώρο των οικονομικών hands free. Όπως είδαμε αναλυτικά παραπάνω, σε κάποια σημεία το καταφέρνουν αρκετά καλά και σε άλλα σημεία όχι και τόσο. Τα δυνατά τους σημεία είναι η άνεση στη χρήση, η πολύ καλή συνδεσιμότητα μέσω Bluetooth 5, η εμβέλεια και η άνω των προδιαγραφών διάρκεια της μπαταρίας. Ο αδύναμος κρίκος είναι το μικρόφωνο, που έκανε πρακτικά αδύνατη τη χρήση τους για συνομιλίες σε θορυβώδη περιβάλλοντα. Ο ήχος, τα χαρακτηριστικά που ενσωματώνουν και η ποιότητα κατασκευής είναι στα επίπεδα που περιμένει κανείς από την κατηγορία στην οποία ανήκουν και από το κόστος τους. Τα 1MORE Piston Fit BT δεν είναι ακόμη διαθέσιμα στα καταστήματα, καθώς η επίσημη κυκλοφορία τους είναι σήμερα. Η προτεινόμενη τιμή λιανικής από την κατασκευάστρια εταιρία είναι τα 29,99 ευρώ. Παρά τα πολλά καλά χαρακτηριστικά τους, στην τιμή αυτή έχουν αρκετά μεγάλο ανταγωνισμό και το θέμα που αντιμετωπίζουν όσον αφορά το μικρόφωνο σε θορυβώδη περιβάλλοντα ενδέχεται να τα φέρει σε μειονεκτική θέση έναντι κάποιων ανταγωνιστικών προϊόντων. Ας συνοψίσουμε τα πλεονεκτήματα και τα μειονεκτήματα των 1MORE Piston Fit BT: Πλεονεκτήματα + Άνεση στη χρήση + Διάρκεια μπαταρίας και ταχύτητα φόρτισης + Εμβέλεια + Bluetooth 5 + Μαγνήτες στο πίσω μέρος των ακουστικών + Αποδεκτή ποιότητα ήχου για την κατηγορία τους Μειονεκτήματα - Μικρόφωνο - Ογκώδη βαρελάκια ελέγχου και μπαταρίας - Τιμή Με βάση τα παραπάνω, η συνολική βαθμολογία των 1MORE Piston Fit BT:  theLAB.gr Ευχαριστούμε θερμά την 1MORE για την παραχώρηση του δείγματος της δοκιμής. Πολύμερος Αχανιώτης 27/08/2019