Jump to content

Search the Community

Showing results for tags 'review'.



More search options

  • Search By Tags

    Type tags separated by commas.
  • Search By Author

Content Type


Categories

  • Cases Reviews
  • Heatsinks, Coolers & Watercooling Reviews
  • Input Devices & Peripherals Reviews
  • Barebones, NAS, Media Players Reviews
  • SSDs, HDDs and Controllers Reviews
  • Smartphones, Tablets and Gadgets Reviews
  • VGAs, Motherboards, CPUs & RAM Reviews
  • Power Supplies Reviews
  • Software & Games Reviews
  • Από το Εργαστήρι
  • Reviews in English

Forums

  • TheLab.gr
    • Ειδήσεις
    • Reviews
    • Από το Εργαστήρι
    • Thelab.gr Νέα και σχόλια
    • Δημοσκοπήσεις
    • Παρουσιάσεις Μελών
    • Τεχνολογικοί Προβληματισμοί
  • Talk to...
    • GearBest.com
    • Geekbuying.com
    • Coolicool.com
    • TomTop.com
  • Hardware & Overclocking
    • Intel Platform
    • AMD Platform
    • Κάρτες Γραφικών
    • Μνήμες DDR/DDR2/DDR3/DDR4
    • Αποθήκευση (HDD, SSD, NAS)
    • Κουτιά
    • Ψύξη
    • Τροφοδοτικά
    • Γενικά για Η/Υ
    • Modding & DIY
    • Μετρήσεις & Αποτελέσματα Υπερχρονισμών
  • Εργαλεία και Ιδιοκατασκευές (DIY)
    • Το στέκι του μάστορα
  • Περιφερειακά
    • Οθόνες & Projectors
    • Πληκτρολόγια και ποντίκια
    • Ήχος και Multimedia
    • 3D Εκτύπωση & CNC machines
    • Εκτυπωτές
    • Λοιπά Περιφερειακά
    • VR Technology
  • Software & Δίκτυα
    • Windows
    • Linux
    • Mac OS
    • Δίκτυα & Internet
    • Antivirus & Security
  • Gaming
    • PC Gaming
    • Steam & άλλες κοινότητες
    • Console & Handheld Gaming
  • Κινητές πλατφόρμες
    • Φορητοί υπολογιστές
    • Smartphones
    • Tablets
    • Gadgets, GPS, κτλ
    • Γενική Συζήτηση
  • Φωτογραφία κι εξοπλισμός
    • Φωτογραφικές μηχανές και λοιπά αξεσουάρ
    • Φωτογραφίες, επεξεργασία και δοκιμές
  • IT Section
    • Servers & hardware
    • Server OS & Virtualisation
    • Networking
    • Databases
    • Programming & Scripting
    • Web Development & DTP
  • Προσφορές & καταστήματα
    • Προσφορές και ευκαιρίες αγορών
    • Τι-Που-Πόσο
  • Το Παζάρι
    • Πωλήσεις
    • Ζήτηση
  • Γενική Συζήτηση
    • Off topic
    • The Jungle
    • Forum Δοκιμών
    • Αρχείο

Calendars

  • Ημερολόγιο Κοινότητας
  • Ημερολόγιο Gaming

Blogs

  • in|security
  • freesoft.gr
  • Virtual[DJD]
  • Οι αυτοματισμοί του τεμπέλη...

Find results in...

Find results that contain...


Date Created

  • Start

    End


Last Updated

  • Start

    End


Filter by number of...

Joined

  • Start

    End


Group


Skype


Website URL


Περιοχή


Ενδιαφέροντα


Επάγγελμα


Steam


Biography

Found 654 results

  1. Εισαγωγή Τα πρωτόκολλα επικοινωνίας των συσκευών αποθήκευσης εδώ και πολλά χρόνια σηματοδοτούν και καθορίζουν τις μεγάλες εξελίξεις στις ταχύτητες διαμεταγωγής δεδομένων. Και ενώ οι συσκευές αποθήκευσης συνηθιζόταν να κυνηγάνε να φτάσουν την ταχύτητα του εκάστοτε πρωτοκόλλου της εποχής, οι SSD έχουν εξελιχθεί τόσο γρήγορα ώστε πολλές φορές να αποτελεί ο δίαυλος επικοινωνίας τους με το σύστημα, τον πιο αργό κρίκο της αλυσίδας μεταφοράς των δεδομένων. Έτσι λοιπόν, κάποιοι NVMe PCIe 3.0 4X SSDs έχουν φτάσει στα όρια της ταχύτητας που μπορούν να προσφέρουν τα 4 lanes του PCIe 3.0 και το επόμενο λογικό βήμα είναι ή περισσότερα lanes (που εκμεταλλεύονται κάποιες ακριβές enterprise υλοποιήσεις), ή, για την consumer αγορά, η εκμετάλλευση των ταχύτερων lanes που προσφέρει το PCIe 4.0. To PCIe 4.0 είναι πλέον γεγονός, αν και προς το παρόν είναι διαθέσιμο μόνο στις καινούριες μητρικές για AMD Ryzen 3ης γενιάς. Και ενώ η Intel πετάει χαρούμενη χαρταετό, ισχυριζόμενη ότι δεν υπάρχει ακόμα λόγος για την ενσωμάτωση του PCIe 4.0 στα συστήματά της, εφ' όσον οι υπάρχουσες κάρτες γραφικών δε θα μπορούσαν να εκμεταλλευτούν τις αυξημένες του ταχύτητες, οι κατασκευαστές SSD έσπευσαν να της αποδείξουν ότι σαφώς και υπάρχει λόγος. Συγκεκριμένα, οι νέοι NVMe PCIe 4.0 SSDs που, εκμεταλλευόμενοι τη διπλάσια ταχύτητα επικοινωνίας έναντι του PCIe 3.0, ξεπερνούν το bottleneck που έως τώρα έθετε τα όρια στις επιδόσεις των SSD. Η πρώτη υλοποίηση της Corsair που υποστηρίζει PCIe 4.0 είναι ο Corsair Force Series Gen.4 PCIe MP600, που διατίθεται από την εταιρεία σε χωρητικότητες του 1 και των 2 TB. Σήμερα στον πάγκο μας βρίσκεται το μοντέλο των 2TB και το περιμένουν φουρτούνες αντάξιες ενός κουρσάρου! Από τη Συσκευασία Μέχρι το Πυρίτιο - Τι ακριβώς αγοράζουμε Αλλά ας πάρουμε τα πράγματα από την αρχή. Ο Corsair Force Series Gen.4 PCIe MP600 2TB έρχεται σε ένα απλό λευκό κουτί. Ένα μαύρο αυτοκόλλητο καλύπτει σχεδόν ολόκληρη την εμπρός όψη και περιέχει τη φωτογραφία και το μοντέλο του drive, καθώς και πληροφορίες για τις επιδόσεις τους, που ενώ δεν πιέζουν τα όρια του PCIe 4.0, είναι σαφώς έξω από τις δυνατότητες του PCIe 3.0. To πίσω μέρος είναι σαφώς πιο αδιάφορο και έχει μόνο ένα μικρό αυτοκόλλητο με barcodes και αριθμούς. Η χρήσιμη πληροφορία εδώ είναι ότι η χώρα κατασκευής είναι η Taiwan. Μέσα στο απλό χαρτόνι, υπάρχει ένα κομμάτι μαύρο αφρολέξ. Οι εγκοπές για τα δάχτυλα μας βοηθάνε αρκετά στο να το βγάλουμε από το κουτί και να αντικρίσουμε φωλιασμένο μέσα του τον Corsair Force Series Gen.4 PCIe MP600 2TB. Φυλλάδια και παρελκόμενα κάθε είδους λάμπουν δια της απουσίας τους, αλλά δε θεωρούμε ότι η ύπαρξή τους θα είχε κάποια ουσία. Αυτό που κάνει αισθητή την παρουσία του και μάλιστα έντονα, είναι η εγκατεστημένη ψύκτρα. Η ψύκτρα είναι απλή, μαύρου χρώματος και από αλουμίνιο. Είναι προφανές ότι είναι η ίδια και για τις δύο διαφορετικές χωρητικότητες που διατίθενται, καθώς στο επάνω μέρος του αναφέρεται μεν η εταιρεία και το μοντέλο, όχι όμως η χωρητικότητα. Στο κάτω μέρος, ένα αυτοκόλλητο παρέχει πληροφορίες για τις πιστοποιήσεις και τις λοιπές λεπτομέρειες, ενώ κάτω δεξιά αναφέρει και τη χωρητικότητα του drive, ως 2000MB, κάτι που δεν είναι ακριβώς το ίδιο με το 2TB που γράφει η συσκευασία καθώς το 1TB ισούται κανονικά με 1024MB. Το μαύρο PCB δένει αρμονικά με την ψύκτρα και το σύνολο, με το αυτοκόλλητο κρυμμένο κάτω από το drive, θα αποτελέσει μια καλαίσθητη πινελιά σε οποιοδήποτε μοντέρνο σύστημα. Αυτά λοιπόν για το drive, καθώς η ψύκτρα δε μας αφήνει να δούμε τα επί μέρους εξαρτήματά του και δε θα θέλαμε να χάσουμε την εγγύηση παραβιάζοντάς την... Δεν πιστεύω να το πιστέψατε, έτσι; Εννοείτε ότι θα πάμε παραμέσα. Εξ' άλλου η ψύκτρα συγκρατείται στο drive με 4 clips, 2 από κάθε πλευρά και η ίδια η Corsair δε φαίνεται να ενοχλείται από την προοπτική της αφαίρεσής της, καθώς δεν έχει χρησιμοποιήσει κάποιο αυτοκόλλητο ασφαλείας που θα ακύρωνε την εγγύηση. Μπορεί εξ άλλου κάποιος να θέλει να χρησιμοποιήσει το drive με την ενσωματωμένη ψύκτρα που διαθέτουν πολλές μητρικές, όπως και μία από τις 2 μητρικές όπου θα δοκιμαστεί ο Corsair Force Series Gen.4 PCIe MP600 2TB. Βέβαια, εμείς επιλέξαμε να δοκιμάσουμε το drive με τη δική του ψύκτρα, αλλά αυτά θα τα δούμε παρακάτω. Προς το παρόν, ανοίγουμε προσεκτικά τα 4 clips και η ψύκτρα χωρίζεται στα 2. Το πάνω μέρος, που αποτελείται από αλουμίνιο και αναλαμβάνει την ψύξη του ελεγκτή καλύπτεται από μια θερμοαγώγιμη ταινία η οποία εξασφαλίζει τη μεταφορά θερμότητας από το drive στην ψύκτρα. Και ιδού τα αποκαλυπτήρια του drive. Τα βασικά του στοιχεία, τα οποία μας ενδιαφέρουν, είναι ήδη ξεκάθαρα φανερά. Η επάνω, ψυχόμενη πλευρά, περιλαμβάνει τον ελεγκτή, 2 NAND chips και 1 chip μνήμης cache. Η κάτω, μη ψυχόμενη πλευρά, περιλαμβάνει άλλα 2 NAND chips και άλλο 1 chip μνήμης cache. Ο ελεγκτής είναι ο Phison PS5016-E16 του οποίου το interface είναι, σύμφωνα με τη Phison, το PCIe Gen4x4 NVMe, οι υποστηριζόμενες χωρητικότητες από 512 GB έως 2TB και οι ταχύτητες φτάνουν τα Sequential Read/Write (up to): 5,000/4,400 MB/s και Random Read/Write (up to): 750,000/700,000 IOPS. Το Datasheet μας λέει ότι η μέγιστη θερμοκρασία λειτουργίας είναι οι 70°C και ότι υποστηρίζονται End-to-End Data Protection, Pyrite/OPAL και Thermal Monitoring. Η πιο σημαντική πληροφορία όμως είναι ότι ο ελεγκτής υποστηρίζει TLC και QLC NAND. Το τι ακριβώς είναι αυτοί οι τύποι NAND θα το δούμε εν συντομία παρακάτω, στην ανάλυση σε βάθος. Προς το παρόν αρκεί να αναφέρουμε ότι δεν είναι η ταχύτερη διαθέσιμη κατηγορία NAND (που είναι η MLC) και έχω ενδοιασμούς για το αν οι TLC και QLC NAND θα διαθέτουν την απαραίτητη ταχύτητα. Για να δούμε λοιπόν τη NAND που χρησιμοποιεί ο Corsair Force Series Gen.4 PCIe MP600 2TB. Πρόκειται για τα chip της Toshiba, με κωδικό TABHG65AWV, τα οποία είναι BiCS4 3D TLC NAND με 96 επίπεδα. TLC λοιπόν, η καλύτερη από τις 2 επιλογές που υποστηρίζει ο ελεγκτής. Η χωρητικότητα του κάθε ενός από τα συγκεκριμένα NAND chips είναι 4096 Gb, ή αλλιώς 512GB. Εφ' όσον o Corsair Force Series Gen.4 PCIe MP600 2TB διαθέτει 4 τέτοια chips, η συνολική του χωρητικότητα φτάνει τα 2TB. H cache του drive παρέχεται από τα 2 DRAM chips της SKhynix, ένα σε κάθε πλευρά του PCB του drive. Τα DRAM chips που χρησιμοποιήθηκαν είναι τα SKhynix H5AN8G8NNAFR-UH τα οποία είναι χωρητικότητας 8Gb, δηλαδή 1GB έκαστο, προσφέροντας συνολικά 2GB cache στον ελεγκτή. Το ότι η cache αποτελεί το 1/1000 της χωρητικότητας του drive δεν είναι καθόλου τυχαίο, καθώς αποτελεί χαρακτηριστικό του συγκεκριμένου ελεγκτή. Tα συγκεκριμένα DRAM chips είναι DDR4 με συχνότητα λειτουργίας τα 2400MHz και Cas Latency 17. Τεχνικά Χαρακτηριστικά Τα τεχνικά χαρακτηριστικά του Corsair Force Series Gen.4 PCIe MP600 2TB, ακριβώς όπως αναφέρονται στην ιστοσελίδα της Corsair, φαίνονται στον παρακάτω πίνακα. Οι ταχύτητες που υπόσχεται η Corsair είναι εντός των προδιαγραφών του ελεγκτή και η διάρκεια ζωής του Corsair Force Series Gen.4 PCIe MP600 2TB ορίζεται στα 3600TB εγγραφών. Δηλαδή πρέπει κανείς να γράφει στο drive περίπου ολόκληρη τη χωρητικότητά του για 5 χρόνια για να φτάσει αυτόν τον όγκο εγγραφών. Αυτό που δεν αναφέρεται στον πίνακα είναι η διάρκεια της εγγύησης, η οποία είναι 5 χρόνια και η προτεινόμενη τιμή λιανικής η οποία είναι στα 489,99 ευρώ. Συνοδευτικό Λογισμικό Το λογισμικό που συνοδεύει τους SSDs της Corsair, ονομάζεται Corsair SSD Toolbox. Σε αντίθεση με την εξαιρετική δουλειά πού έχει κάνει η Corsair με το iCue, το Corsair SSD Toolbox έχει μείνει χωρίς ουσιαστική εξέλιξη εδώ και αρκετά χρόνια, κάτι που είναι άμεσα εμφανές από το ξεπερασμένο αισθητικά interface του. Εν τούτοις, είναι εύκολο στη χρήση, απλό στη λειτουργία και παρέχει ουσιαστικά όλες τις απαραίτητες λειτουργίες. Η πλοήγηση γίνεται από το κάθετο μενού στα αριστερά και περιλαμβάνει 6 καρτέλες. Στην πρώτη, που ονομάζεται Drive Information (πληροφορίες για το drive), βλέπουμε τα βασικά στοιχεία του κάθε συνδεδεμένου drive και, εφ' όσον αυτό υποστηρίζεται από το πρόγραμμα, μπορούμε να κάνουμε και Firmware Update. Ο έλεγχος του firmware είναι άμεσος και online, απλοποιώντας τη διαδικασία και ελαχιστοποιώντας πιθανά λάθη του χρήστη. Το drive που παραλάβαμε χρειάστηκε άμεσα ενημέρωση του firmware στην έκδοση EGFM11.1, η οποία έγινε πριν τρέξουμε τα benchmarks. Η δεύτερη καρτέλα που ονομάζεται Overprovision αφορά το manual Over Provisioning, κάτι που δεν υποστηρίζεται από τον Corsair Force Series Gen.4 PCIe MP600 2TB. Η τρίτη καρτέλα, S.M.A.R.T. Status (κατάσταση του S.M.A.R.T.) μας δίνει πληροφορίες για την κατάσταση του drive, όπως την υγεία του και το σύνολο των αναγνώσεων και εγγραφών που έχει συνολικά πραγματοποιήσει. Σε αυτήν την καρτέλα θα προτιμούσαμε σαφώς μια πιο εύληπτη παρουσίαση για τον μη ειδικό χρήστη και όχι μια ξερή παρουσίαση των περιεχομένων του S.M.A.R.T. table. Η τέταρτη καρτέλα λέγεται Disk Clone (κλωνοποίηση δίσκου) και περιέχει ένα απλό αλλά βολικό Disk Cloning εργαλείο. Η πέμπτη καρτέλα που ονομάζεται Optimize (βελτιστοποίηση), περιέχει την εντολή ενεργοποίησης του TRIM, κάτι που στον Corsair Force Series Gen.4 PCIe MP600 2TB ελέγχεται από τα Windows και δεν μπορεί να ενεργοποιηθεί κατά βούληση από το χρήστη. Η έκτη και τελευταία καρτέλα με το όνομα Secure Wipe (ασφαλής καθαρισμός) περιέχει ένα εργαλείο ασφαλούς διαγραφής των περιεχομένων του drive, με τρόπο ώστε η επαναφορά τους να είναι αδύνατη. Τα 3 εικονίδια πάνω αριστερά, κάτω από το σήμα της Corsair, αφορούν τη λειτουργία βοήθειας, που εξηγεί κάποιες λειτουργίες του προγράμματος, τις πληροφορίες της έκδοσης του προγράμματος και την ανανέωση της λίστας των drives. Η πρώτη και τελευταία λειτουργία είναι αυτονόητες και δεν έχουμε να σχολιάσουμε κάτι σχετικά, αλλά η δεύτερη αποκάλυψε κάτι ενδιαφέρον. Συγκεκριμένα, ενώ πιο πρόσφατη έκδοση του Corsair SSD Toolbox στην ιστοσελίδα της εταιρίας είναι η 1.2.5.5, η λειτουργία check for updates που είναι κρυμμένη σε αυτή την καρτέλα, κατέβασε και εγκατέστησε την έκδοση 1.2.5.7. Η αναβάθμιση αυτή δεν έδωσε κάποιο ορατό αποτέλεσμα εκτός ότι τα εικονίδια απέκτησαν ένα κακαίσθητο λευκό φόντο που δεν υπήρχε στην προηγούμενη έκδοση. Συνολικά, το Corsair SSD Toolbox κάνει τα βασικά που χρειάζεται, αλλά θα θέλαμε να δούμε μια ανανεωμένη έκδοση, με μοντέρνο interface και μεγαλύτερη φιλικότητα προς το χρήστη. Σύστημα Δοκιμών και Μεθοδολογία Για το συγκεκριμένο review χρησιμοποιήθηκαν 2 συστήματα δοκιμών. Το ένα είναι το γνωστό μας benchtable που είναι στημένο πάνω στην Asrock Z97X Killer. Ο επεξεργαστής είναι ο Intel G3258 Anniversary Edition που παρέμεινε δροσερός χάρη στην Corsair Hydro Series H100i GTX. Η μνήμη είναι στα 8GB που υπερκαλύπτουν τις απαιτήσεις μας στα συγκεκριμένα τεστ, το τροφοδοτικό είναι το Cooler Master V650 και το σύστημα είναι στημένο στο Cooler Master Test Bench V1.0. Καθώς η M.2 υποδοχή της Asrock Z97X Killer υποστηρίζει μόνο PCIe 3.0 2X και όχι 4X, χρησιμοποιήθηκε ένας μετατροπέας PCIe 4X σε M.2. Ευχαριστούμε θερμά την Asrock, την Cooler Master και την Corsair για τα εξαρτήματα που μας παρείχαν για την κατασκευή του συστήματος δοκιμών! Παρακάτω βλέπετε τις πλήρεις προδιαγραφές του συστήματος δοκιμών. Καθώς όμως ο Corsair Force Series Gen.4 PCIe MP600 2TB υποστηρίζει, όπως μαρτυράει το όνομά του, PCIe 4.0 και μάλιστα το χρειάζεται για να αποδώσει τα μέγιστα των επιδόσεών του, οι οποίες ξεπερνούν τις δυνατότητες του πρωτοκόλλου PCIe 3.0, οι δοκιμές έγιναν και σε ένα ολοκαίνουργιο σύστημα με επεξεργαστή AMD Ryzen 3900X και μητρική την Gigabyte X570 AORUS PRO. Το σύστημα αυτό υποστηρίζει το πρωτόκολλο επικοινωνίας PCIe 4.0 και επιτρέπει στον Corsair Force Series Gen.4 PCIe MP600 2TB να δείξει τις πλήρεις δυνατότητές του. Ευχαριστώ θερμά τον φίλο και συνεργάτη David Popeck που μας διέθεσε το σύστημά του για τις δοκιμές. Παρακάτω βλέπετε τις πλήρεις προδιαγραφές του συστήματος δοκιμών με πρωτόκολλο επικοινωνίας PCIe 4.0. Το λειτουργικό σύστημα πάνω στο οποίο γίνονται οι δοκιμές είναι τα Windows 10 Pro 64bit. Οι δοκιμές στις οποίες θα υποβάλουμε τον Corsair Force Series Gen.4 PCIe MP600 2TB χωρίζονται σε 3 κατηγορίες: Συνθετικά Benchmarks Χρήση των Program Traces του PCMark 8 για να δούμε τη συμπεριφορά του drive σε καθημερινή χρήση. Ανάλυση σε βάθος Οι μετρήσεις θα γίνουν και στα 2 παραπάνω συστήματα για να δούμε τις επιδόσεις του drive τόσο σε PCIe 4.0 όσο και σε PCIe 3.0 και θα συγκριθούν με τον Corsair Force Series MP510 960GB και τον Samsung 970 EVO 250GB. Δυστυχώς δεν είχαμε διαθέσιμο κάποιον Samsung 970 EVO αντίστοιχης χωρητικότητας και καθώς οι επιδόσεις των εγγραφών επηρεάζονται ιδιαιτέρως από το πλήθος των πακέτων NAND και ο Samsung 970 EVO 250GB διαθέτει 2 πακέτα NAND έναντι των 4 των άλλων 2 SSD, αυτό θα ληφθεί υπ' όψιν στη διεξαγωγή των συμπερασμάτων. Μείνετε συντονισμένοι. Μετά τις δοκιμές ακολουθεί σχολιασμός, βαθμολογία και συμπεράσματα. Benchmarks Ξεκινάμε με το ATTO. To ATTO είναι το μακράν πιο γενναιόδωρο benchmark όσον αφορά τα θετικά αποτελέσματα ταχύτητας και γι αυτό οι περισσότερες εταιρείες το χρησιμοποιούν για να δηλώσουν τις μέγιστες επιδόσεις σειριακής ανάγνωσης και εγγραφής των drives τους. Ο Corsair Force Series Gen.4 PCIe MP600 2TB έχει πολύ καλές επιδόσεις που στις εγγραφές σχεδόν αγγίζουν τις υποσχόμενες από την εταιρία, ενώ στις αναγνώσεις είναι ελαφρώς χαμηλότερες από τις διαφημιζόμενες. Όλα αυτά βέβαια με τη χρήση του PCIe 4.0, ενώ στη μέτρηση με PCIe 3.0 το drive περιορίζεται από τις δυνατότητες του PCIe 3.0 αλλά και πάλι ξεπερνάει τις επιδόσεις του Corsair Force Series MP510 960GB και του Samsung 970 EVO 250GB. Λαμβάνουμε υπ' όψιν ότι ο EVO διαθέτει 2 πακέτα NAND (όπως εξηγήσαμε στη μεθοδολογία) και έτσι είναι εύλογο και αναμενόμενο ο EVO να έχει περίπου τις μισές επιδόσεις στις σειριακές εγγραφές. Αντίστοιχα είναι και τα αποτελέσματα του CrystalDiskMark 6.0.2 όπου και πάλι ο Corsair Force Series Gen.4 PCIe MP600 2TB δε φτάνει ακριβώς την ταχύτητα εγγραφής των 4950MB/s που υπόσχεται η Corsair αλλά από την άλλη ξεπερνάει τη διαφημιζόμενη ταχύτητα εγγραφών των 4250MB/s, έστω και κατά λίγο. Περισσότερο όμως αξιοσημείωτη είναι η σημαντική αύξηση στις δοκιμές των 4Κ με τη χρήση του drive σε PCIe 4.0. Η αύξηση είναι σημαντική όταν δεν έχουμε queue (ουρά εντολών) (Q1) ή παράλληλα threads (παράλληλη επεξεργασία εντολών) (T1) αλλά απογειώνεται όταν αυξάνει το queue και πραγματικά εκτοξεύεται όταν αυξάνουμε και τα threads! Τα αποτελέσματα του AS SSD Benchmark λένε την ίδια ιστορία. Το Anvil's Storage Utilities benchmark επιβεβαιώνει τα παραπάνω αποτελέσματα, δίνοντας την απόλυτη κυριαρχία και με διαφορά στον Corsair Force Series Gen.4 PCIe MP600 2TB με PCIe 4.0, με δεύτερο το ίδιο drive με PCIe 3.0, όπου κινείται στα όρια ταχύτητας που του επιτρέπει το PCIe 3.0. Τα υπόλοιπα drives, απλά ακολουθούν. Αν δούμε λίγο πιο αναλυτικά τα αποτελέσματα, θα παρατηρήσουμε ότι η υπεροχή του Corsair Force Series Gen.4 PCIe MP600 2TB σε PCIe 4.0 είναι, αναμενόμενα πλέον, σαρωτική όπου υπάρχει χρήση QD, κάτι που εξηγεί και το αποτέλεσμα. Τα AIDA64 Average Read και Write Access δείχνουν ότι ο Corsair Force Series Gen.4 PCIe MP600 2TB είναι ένα drive που ανταποκρίνεται πολύ γρήγορα στις εντολές που λαμβάνει, ειδικά σε PCIe 4.0 και στις εγγραφές. Τα παραπάνω συμπεράσματα φαίνεται να επιβεβαιώνονται και από τα αποτελέσματα του HD Tune Pro Random Read και Write Access. Τα συνολικά αποτελέσματα των benchmarks δείχνουν ότι ο Corsair Force Series Gen.4 PCIe MP600 2TB έχει επιδόσεις που ξεφεύγουν πολύ από αυτές των drives που χρησιμοποιούν PCIe 3.0. Για να δούμε όμως, τι σημαίνει αυτό στην πραγματική χρήση. Program Traces - PCMark 8 Το drive benchmark του PCMark 8 χρησιμοποιεί traces χρήσης πραγματικών προγραμμάτων για να προσομοιώσει τη συμπεριφορά και τις επιδόσεις ενός drive κατά την πραγματική χρήση. Και εκεί που σύμφωνα με τα αποτελέσματα των συνθετικών benchmarks περιμένουμε να δούμε μια σαρωτική επικράτηση του Corsair Force Series Gen.4 PCIe MP600 2TB, το παρακάτω γράφημα γκρεμίζει όλες τις προσδοκίες. Δεν μπορεί, κάτι έγινε εδώ. Ξανατρέχουμε την πολύωρη δοκιμή, καμία διαφορά. Τι συμβαίνει; Πώς μπορεί ένα drive να είναι τόσο πιο γρήγορο σε όλα τα benchmarks και στην πραγματικότητα να μην είναι; Για να το απαντήσουμε αυτό, θα χρειαστεί μια ανάλυση σε μεγαλύτερο βάθος. Ανάλυση σε βάθος Σε αυτό το τμήμα του review, θα χρησιμοποιήσουμε κάποιες πιο εξειδικευμένες δοκιμασίες για να δούμε τη συμπεριφορά του drive με περισσότερη λεπτομέρεια. Συγκεκριμένα θα χρησιμοποιήσουμε το Disk Benchmark του AIDA64. Βλέπουμε ότι η μέση, η μέγιστη και η ελάχιστη ταχύτατα ανάγνωσης του Corsair Force Series Gen.4 PCIe MP600 2TB σε PCIe 4.0 (1ο γράφημα) είναι μεν μεγαλύτερες από τις επιδόσεις του drive σε PCIe 3.0 (2ο γράφημα) και από τα άλλα drives, αλλά παραμένουν χαμηλά σε σχέση με τις δυνατότητες που είδαμε στα συνθετικά benchmarks και μάλιστα σαφώς εντός των δυνατοτήτων του PCIe 3.0. Τι συμβαίνει λοιπόν εδώ; Ουσιαστικά εδώ βλέπουμε την ταχύτητα με την οποία μπορεί να διαβάσει ο ελεγκτής από τη NAND, χωρίς την επιπλέον ταχύτητα που προσδίδει η χρήση της DRAM cache. Αυτή είναι η ταχύτητα με την οποία μπορεί συνεχώς και με συνέπεια να διαβάζει το drive όταν μιλάμε για δεδομένα που δεν είναι στην DRAM cache του των 2GB. Η ταχύτητα αυτή δεν περιορίζεται από τη μέγιστη ταχύτητα του PCIe 3.0, καθώς είναι σαφώς μέσα στις δυνατότητές του και οι διαφορές που βλέπουμε υπέρ του drive σε PCIe 4.0 πιθανότατα σχετίζονται με άλλα optimizations που έχουν γίνει σε αυτό καθώς και τη γενικότερα πολύ νεότερη πλατφόρμα. Η ουσία είναι ότι εδώ φαίνεται πως τα θεαματικά αποτελέσματα των συνθετικών benchmarks ήταν στην ουσία προϊόν της ανάγνωσης δεδομένων τα οποία ήταν ήδη στην DRAM cache του drive. Η DRAM cache, ούσα μακράν ταχύτερη της NAND, είχε τη δυνατότητα να τροφοδοτεί τον ελεγκτή με δεδομένα χωρίς να δημιουργεί bottleneck αλλά η σχετικά αργή TLC NAND που χρησιμοποιεί ο Corsair Force Series Gen.4 PCIe MP600 2TB δε φαίνεται να την έχει και αυτό είναι λογικό. Συνεπώς τώρα φαίνονται λογικά τα αποτελέσματα του PCMark 8. Στην πραγματικότητα, τη μεγάλη του ταχύτητα μπορεί να την δώσει το drive μόνο για αναγνώσεις δεδομένων που βρίσκονται στην DRAM cache και που σε αυτή την περίπτωση περιορίζονται σε μέγεθος από το μέγεθος αυτής, τα 2 GB, το 1/1000 της συνολικής χωρητικότητας του drive. Οι εγγραφές αποκαλύπτουν μια ακόμη πιο ατυχή ιστορία, τη γνωστή πονεμένη ιστορία όλων των SSD που χρησιμοποιούν TLC. Βλέπετε, οι TLC NAND δεν έχουν καλές ταχύτητες εγγραφής. Γι αυτό οι εταιρείες δε διαφημίζουν ποτέ αυτή την ταχύτητα. Αντιθέτως, χρησιμοποιούν ένα μέρος της TLC NAND σε λειτουργία SLC. Όπα φίλε, μισό λεπτό! Τι είναι αυτό το TLC και τι είναι το SLC που μας λες; OK, μικρή ανάλυση λοιπόν, για να είμαστε στην ίδια σελίδα. Να με συγχωρήσουν οι γνώστες και τελειομανείς που θα είναι πολύ εκλαϊκευμένη η εξήγηση και οι μη σχετικοί που θα είναι πολύ "επιστημονική", αλλά πρέπει να συναντηθούμε κάπου στη μέση. Το κάθε κελί μνήμης τύπου NAND, μπορεί να αποθηκεύσει μία ηλεκτρική τάση και να την κρατήσει εκεί. Στην περίπτωση του πρώτου τύπου NAND που χρησιμοποιήθηκε σε SSD, τον τύπο SLC (Single Level Cell) αν υπάρχει ηλεκτρική τάση, αυτό σημαίνει αξία 1 και αν δεν υπάρχει, αξία 0. Αυτό για τον υπολογιστή είναι ένα bit και 8 bits μας κάνουν ένα byte. Στην SLC NAND λοιπόν, κάθε κελί αποθηκεύει 1 bit και ο Controller έχει την πολύ εύκολη δουλειά να ξεχωρίσει ανάμεσα σε τάση και όχι τάση, πράγμα που γίνεται με πολύ μεγάλη ταχύτητα και ακόμη και αν το κελί έχει παλιώσει και φθαρεί. Συνεπώς η SLC NAND είναι πολύ γρήγορη και πολύ ανθεκτική στις εγγραφές που φθείρουν τα κελιά της. Αποθηκεύει όμως 1 μόνο bit ανά κελί. SLC NAND βρίσκαμε μόνο σε Enterprise level SSDs γιατί παρά τα πλεονεκτήματά της, είναι πολύ ακριβή. Και τώρα πλέον, ούτε καν εκεί. H MLC NAND αποθηκεύει 2 bit σε κάθε κελί. Ναι, αλλά εμείς είπαμε ότι το μόνο που αποθηκεύει ένα κελί NAND είναι μια ηλεκτρική τάση. Πώς λοιπόν μια ηλεκτρική τάση μπορεί να αντιστοιχιστεί σε 2 bit, δηλαδή σε ένα οποιονδήποτε διψήφιο συνδυασμό από 0 και 1; Απλό! Οι συνδυασμοί αυτοί κατά το νόμο των πιθανοτήτων είναι 22 δηλαδή 4 και συγκεκριμένα οι 00, 01, 10, και 11. Αν θεωρήσουμε ότι η απουσία ηλεκτρικής τάσης αντιστοιχεί στο 00, θα χρειαστούμε 3 διαφορετικές ηλεκτρικές τάσεις για να αντιστοιχίσουμε στις υπόλοιπες τιμές. Κάπως έτσι λειτουργεί η MLC. Είναι πλέον προφανές ότι η MLC θα λειτουργεί πιο αργά από την SLC, καθώς ο ελεγκτής θα πρέπει να ξεχωρίσει 4 διαφορετικές καταστάσεις του κάθε κελιού, συμπεριλαμβανομένων 3 διαφορετικών ηλεκτρικών τάσεων. Συνεπώς το σύστημα θα λειτουργεί πιο αργά και επιπλέον θα είναι πιο επιρρεπές στη φθορά των κελιών κατά τις εγγραφές και θα έχει μικρότερη διάρκεια ζωής. Η TLC NAND, που χρησιμοποιεί ο Corsair Force Series Gen.4 PCIe MP600 2TB, αλλά και τα άλλα 2 drives με τα οποία τον συγκρίνουμε, αποθηκεύει 3 bit σε κάθε κελί! Αυτό σημαίνει 23 δηλαδή 8 διαφορετικούς συνδυασμούς (000, 001, 010, 100, 011, 110, 101, 111). Κατά αναλογία με πριν, έχουμε εκτός από την απουσία τάσης, 7 διαφορετικές τιμές που κάνει πολύ πιο δύσκολη τη δουλειά του Controller. Εδώ πλέον οι εγγραφές γίνονται πολύ αργές. Η δε φθορά των κελιών που προκαλείται από τους κύκλους εγγραφών είναι ακόμα πιο σημαντική και η ζωή των κελιών πολύ πιο μικρή. Για να το αντιμετωπίσουν αυτό οι εταιρείες και να κάνουν τη χρήση TLC NAND μια βιώσιμη λύση για τους SSD, χρησιμοποιούν κάποια τεχνάσματα που βασίζονται σε πολύπλοκους και ισχυρούς ελεγκτές και εξειδικευμένο firmware. Το πιο βασικό τέχνασμα είναι να χρησιμοποιούν ένα μέρος της ελεύθερης TLC NAND σε λειτουργία SLC, εν είδει cache. Δηλαδή οι εγγραφές πραγματοποιούνται στην SLC cache σε πραγματικό χρόνο και αργότερα, το drive με την ησυχία του περνάει τα δεδομένα στην πολύ πιο αργή TLC NAND. Φυσικά οι εταιρείες δεν το διαφημίζουν αυτό και ο μέσος χρήστης νομίζει ότι αγοράζει drive με ταχύτητες εγγραφής που μπορεί να πετύχει η NAND του drive όταν λειτουργεί ως SLC cache ενώ η αλήθεια είναι πολύ πιο πικρή. Γι αυτό βλέπουμε TLC drives που είναι πολύ πιο οικονομικά από τα MLC να διαφημίζουν υψηλότερες ταχύτητες, αυτές της πολύ γρήγορης SLC cache, η οποία όμως όταν τελειώνει κατά τη διάρκεια μεγαλύτερων εγγραφών, ξαφνικά στέλνει τις επιδόσεις βόλτα και μάλιστα με τα πόδια! Πόση σημασία έχει αυτό στην πράξη; Μεγάλη κουβέντα και οι απόψεις διίστανται. Σε μια απλή χρήση που βασίζεται κυρίως σε αναγνώσεις και λίγες εγγραφές, τα TLC drives τα πάνε μια χαρά. Όταν τα πράγματα ζορίζουν και χρειάζονται μεγαλύτερες και συχνότερες εγγραφές που δε δίνουν χρόνο στην SLC cache των TLC drives να αδειάσει τα δεδομένα της και να είναι έτοιμη για την επόμενη χρήση, ίσως θα ήταν καλύτερη η χρήση ενός SSD με MLC NAND. Τώρα που ξέρουμε λοιπόν, ας πάμε να δούμε πώς συμπεριφέρεται ο Corsair Force Series Gen.4 PCIe MP600 2TB στις εγγραφές. Όπως βλέπουμε στο πρώτο γράφημα που αφορά τον Corsair Force Series Gen.4 PCIe MP600 2TB σε PCIe 4.0, το drive ξεκινάει με ένα μεγάλο burst ταχύτητας που προσεγγίζει τη διαφημιζόμενη ταχύτητα αλλά κρατάει πολύ λίγο, ίσα δηλαδή μέχρι να γεμίσουν τα 2GB της DRAM cache. Μετά, οι επιδόσεις πάνε περίπατο καθώς αρχίζουν οι εγγραφές στην TLC NAND, αν και παραμένουν αξιοπρεπείς, κοντά στα 2400MB/s. Αυτή όπως θα καταλάβατε είναι η ταχύτητα εγγραφής της TLC NAND, όταν αυτή είναι σε λειτουργία SLC cache. Καθώς το drive είναι εντελώς άδειο, έχει τη δυνατότητα να χρησιμοποιήσει ένα πολύ μεγάλο μέρος της TLC NAND του ως SLC cache, που σε σύνδεση PCIe 4.0 φαίνεται ότι είναι κοντά στο 45%. Σε σύνδεση PCIe 3.0 φαίνεται να είναι κάτι παραπάνω από το 35%. Όλα αυτά βέβαια είναι θέμα επιλογών της εταιρίας στο firmware αλλά σε κάθε περίπτωση θα έχουν όλο και λιγότερη σημασία, όσο περισσότερο γεμίζουμε το drive. Όσο πιο γεμάτο είναι τo drive, τόσο λιγότερη περίσσεια NAND θα έχει για να τη χρησιμοποιεί σε μορφή SLC cache και όλο και περισσότερο θα βασίζεται στην πραγματική ταχύτητα της TLC NAND που όπως φαίνεται στα τελευταία μέρη των πρώτων 2 γραφημάτων είναι μόλις στα περίπου 600MB/s σε PCIe 4.0 και 535MB/s σε PCIe 3.0. Είναι μάλιστα αξιοσημείωτο ότι η πραγματική ταχύτητα της TLC NAND που χρησιμοποιήθηκε στον Corsair Force Series MP510 960GB είναι αρκετά μεγαλύτερη, φτάνοντας περίπου τα 1000MB/s. Αυτό βέβαια μπορεί να οφείλεται στο ότι εκεί χρησιμοποιήθηκαν NAND chips των 256GB ενώ στον Corsair Force Series Gen.4 PCIe MP600 2TB έχουμε, όπως είδαμε, NAND chips των 512GB, αλλά σε κάθε περίπτωση η διαφορά είναι εκεί. Είναι πλέον φανερός ο λόγος που ενώ οι επιδόσεις του Corsair Force Series Gen.4 PCIe MP600 2TB στα συνθετικά benchmarks είναι εξαιρετικές, προσεγγίζοντας αυτές που υπόσχεται η συσκευασία, τα αποτελέσματα των traces χρήσης πραγματικών προγραμμάτων του PCMark 8 λένε ότι στην πράξη το drive δεν έχει πλεονέκτημα ταχύτητας έναντι των drives που βασίζονται στο PCIe 3.0. Στην πραγματική χρήση, μόνο όταν κάνουμε εγγραφές θα δούμε διαφορά και αυτό μόνο για ένα μέγιστο 2GB, όση δηλαδή είναι η DRAM cache του drive. Στις αναγνώσεις, διαφορά θα δούμε μόνο αν προκύψει να διαβαστεί κάτι που βρίσκεται στην DRAM cache, δηλαδή σπάνια. Θερμική συμπεριφορά Πριν πάμε στον επίλογο και τα συμπεράσματα, αξίζει μια μικρή κουβέντα για τη θερμική συμπεριφορά του Corsair Force Series Gen.4 PCIe MP600 2TB. Σύμφωνα με τις προδιαγραφές του drive αλλά και του ίδιου του ελεγκτή της Phison, η μέγιστη θερμοκρασία λειτουργίας του Corsair Force Series Gen.4 PCIe MP600 2TB είναι οι 70°C. Εν τούτοις, κατά τη διάρκεια των δοκιμών και εντός ενός κλειστού case με υδρόψυξη και χαμηλή κυκλοφορία αέρα, το drive έφτασε τους 75°C και μάλιστα με θερμοκρασία δωματίου κοντά στους 18°C. Αυτό με οδήγησε να θέλω να δω αν υπήρχε κάποιο thermal throttling ή κάποιο άλλο πρόβλημα, καθώς ήμαστε ήδη εκτός προδιαγραφών. Άνοιξα λοιπόν το πλαϊνό του κουτιού και έβαλα έναν ανεμιστήρα να φυσάει την ψύκτρα του Corsair Force Series Gen.4 PCIe MP600 2TB. Το αποτέλεσμα ήταν η μέγιστη θερμοκρασία να μην περνάει τους 40°C κατά τη διάρκεια των δοκιμών. Πέρα από αυτό, ουσιώδεις, στατιστικά σημαντικές διαφορές, δεν υπήρξαν ούτε και φάνηκε να υπάρχει κάποιο θέμα σταθερότητας. Τα 2 πρώτα από τα παρακάτω γραφήματα πάρθηκαν με το drive σε κλειστό κουτί και χωρίς ροή αέρα πάνω του, οπότε και έφτανε έως και τη θερμοκρασία των 75°C. Τα 2 επόμενα είναι με ανοιχτό πλαϊνό, ροή αέρα και μέγιστη θερμοκρασία 40°C. Παρά το γεγονός ότι δεν παρατηρήθηκαν διαφορές στις 2 καταστάσεις, η άνοδος της θερμοκρασίας άνω των προδιαγραφών του drive και μάλιστα με θερμοκρασία δωματίου τους 18°C, είναι ανησυχητική. Καλό θα είναι όποιοι αποφασίσουν να αποκτήσουν το drive, να φροντίσουν να υπάρχει κάποια ροή αέρα πάνω του, έτσι ώστε αυτό να μένει εντός των προδιαγραφών του και να εξασφαλιστεί η διάρκεια ζωής του. Συμπεράσματα και βαθμολογία - Το δια ταύτα Κάπως έτσι φτάσαμε στην ώρα του απολογισμού και των συμπερασμάτων. Σε αυτούς που πηδάνε από την εισαγωγή στον επίλογο, να πω ότι δεν έχετε καμία ελπίδα. Είναι τόσο πολλά αυτά που έχουμε εξηγήσει για την τεχνολογία και τις ιδιαιτερότητες του Corsair Force Series Gen.4 PCIe MP600 2TB που ο επίλογος σε καμία περίπτωση δε φτάνει για να τα συνοψίσουμε και να τα καταλάβετε. Γυρίστε πίσω λοιπόν και τα ξαναλέμε εδώ σε λίγο. Για όσους διάβασαν κανονικά το review, έχετε ήδη καταλάβει ότι ο Corsair Force Series Gen.4 PCIe MP600 2TB είναι ένα drive με πολύ καλή ποιότητα κατασκευής, ωραία εμφάνιση, μια ωραιότατη ψύκτρα, 5ετή εγγύηση και προδιαγραφές για να γράψει 3600ΤΒ στη διάρκεια της ζωής του, δηλαδή περίπου την πλήρη του χωρητικότητα καθημερινά για 5 χρόνια. Διαθέτει επίσης end-to-end data protection για την εξασφάλιση των δεδομένων σας, pyrite/OPAL AES 256-bit encryption για την κρυπτογράφησή τους και θερμικό έλεγχο για τη μακροζωία του drive. Διαθέτει επίσης τον - απ' ό,τι φαίνεται - μοναδικό σε κυκλοφορία αυτή τη στιγμή ελεγκτή για consumer grade NVMe SSD drive με χρήση PCIe 4.0, καθώς και οι 3 υλοποιήσεις που εντοπίσαμε χρησιμοποιούν τον ίδιο ελεγκτή. Οι υλοποιήσεις είναι φυσικά ο Corsair Force Series Gen.4 PCIe MP600 2TB καθώς και drives της Gigabyte και της Sabrent και ο ελεγκτής είναι ο Phison PS5016-E16 και εκεί έγκειται το πρόβλημα. Ας βάλουμε στην άκρη ότι για να έχει κανείς PCIe 4.0 χρειάζεται, όπως είπαμε και στην εισαγωγή, να διαθέτει πλατφόρμα AMD Ryzen 3ης γενιάς. Το βασικό θέμα είναι ότι ο εν λόγω ελεγκτής υποστηρίζει NAND TLC και QLC μόνο, όχι MLC. Εκεί οφείλεται ουσιαστικά και το πρόβλημα που είδαμε με τις επιδόσεις στην πραγματική χρήση. Κατά τη διάρκεια των συνθετικών benchmarks, οι δοκιμές γίνονται ουσιαστικά ανάμεσα στον ελεγκτή και την DRAM cache, η οποία, και πάλι κατά τις προσταγές του ελεγκτή, είναι 2GB (το 1/1000 της χωρητικότητας του drive) και συνεπώς υπερ-αρκετή για να γίνονται όλες οι συνθετικές δοκιμές χωρίς να δοκιμάζεται ουσιαστικά η ταχύτητα της NAND. Όταν όμως πάμε σε αναγνώσεις πραγματικών δεδομένων, που φυσικά δε θα βρίσκονται στη DRAM cache, και σε εγγραφές δεδομένων άνω των 2GB, τότε βλέπουμε ότι η ταχύτητα πέφτει σε επίπεδα αντίστοιχα με του Corsair Force Series MP510 960GB, ενός πολύ καλού drive που όμως ανήκει σε άλλη κατηγορία καθώς βασίζεται σε PCIe 3.0 και κοστίζει πολύ λιγότερο. Εκεί λοιπόν είναι και η Αχίλλειος πτέρνα του Corsair Force Series Gen.4 PCIe MP600 2TB. Είναι αλήθεια ότι η βαθμολογία του συγκεκριμένου drive με προβλημάτισε καθώς θέλει μελέτη και θα ήταν εύκολο να ξεφύγει προς τη μία ή την άλλη κατεύθυνση. Όσον αφορά Features και Quality, το drive είναι εξαιρετικό και βαθμολογήθηκε ανάλογα. Κανένα πρόβλημα. Τι να πει όμως κανείς για τις επιδόσεις; Στα benchmarks η αρκετή DRAM cache που διαθέτει παράλληλα με τον γρήγορο ελεγκτή και το PCIe 4.0 το κάνουν να ξεχωρίζει αλλά στην πραγματική χρήση η αναντίστοιχα αργή TLC NAND προσγειώνει τις επιδόσεις στα επίπεδα του Corsair Force Series MP510 960GB. Καλές επιδόσεις δηλαδή για ένα PCIe 3.0 drive αλλά όχι αυτές που περιμένουμε από ένα drive που εκμεταλλεύεται το PCIe 4.0. Βέβαια δεν μπορούμε να κατηγορήσουμε την Corsair γι αυτό καθώς πρόκειται για περιορισμό του ελεγκτή, ο οποίος έτσι κι αλλιώς είναι ο μοναδικός διαθέσιμος στην consumer αγορά που υποστηρίζει PCIe 4.0 και σε αυτόν βασίζονται όλες οι αντίστοιχες υλοποιήσεις, δηλαδή οι 3 που αναφέραμε παραπάνω. Η Corsair και η οποιαδήποτε εταιρία δεν μπορεί παρά μόνο να επιλέξει αν θα βγάλει ή δε θα βγάλει PCIe 4.0 NVME SSD αυτή τη στιγμή. Αυτές είναι οι δυνατότητες. Λαμβάνοντας υπ' όψιν όλα τα παραπάνω, η βαθμολογία των επιδόσεων ήταν 7.5. Το κομμάτι της βαθμολογίας όμως που σκοτώνει τα συγκεκριμένα drives, και φυσικά μαζί τους και τον Corsair Force Series Gen.4 PCIe MP600 2TB είναι το value for money. Με ελάχιστα πραγματικά πλεονεκτήματα από αντίστοιχα drives PCIe 3.0 και αρκετά υψηλότερη τιμή, το VFM έπεσε στο 2 και παρέσυρε τη συνολική βαθμολογία. Συγκεκριμένα, για τον Corsair Force Series Gen.4 PCIe MP600 2TB, η προτεινόμενη τιμή λιανικής από την Corsair είναι τα 489,99 ευρώ ενώ στα Ελληνικά καταστήματα εντοπίστηκε με τιμές που ξεκινάνε από τα 458 ευρώ, χωρίς το κόστος των μεταφορικών. Ενδεικτικά, ο Corsair Force Series MP510 1.9TB ξεκινάει από τα περίπου 280 ευρώ, συνεπώς είναι κατανοητή η χαμηλή βαθμολογία του VFM. Ας συνοψίσουμε τα πλεονεκτήματα και τα μειονεκτήματα του Corsair Force Series Gen.4 PCIe MP600 2TB: Πλεονεκτήματα + 5ετής εγγύηση + 3600TBW + PCIe 4.0 + Ποιότητα κατασκευής + End-to-end data protection + Pyrite/OPAL AES 256-bit encryption + Μαύρο PCB και ωραία ψύκτρα Μειονεκτήματα - Η αναγκαστική χρήση TLC NAND περιορίζει την πραγματική ταχύτητα του drive σε επίπεδα PCIe 3.0 - Τιμή - Το συνοδευτικό λογισμικό χρειάζεται ανανέωση Με βάση τα παραπάνω, η συνολική βαθμολογία του Corsair Force Series Gen.4 PCIe MP600 2TB είναι:  theLAB.gr Ευχαριστούμε θερμά την Corsair για την παραχώρηση του δείγματος της δοκιμής. Πολύμερος Αχανιώτης 23/08/2019
  2. Πρόλογος Πριν μερικές ημέρες είχαμε δει από κοντά την Vertagear SL2000 και όπως σας είχαμε αναφέρει και στο βίντεο αλλά και στο κείμενο της παρουσίασης, θα δούμε ένα ακόμα προϊόν της κατασκευάστριας. Αυτή τη φορά δεν θα είναι τύπου racing η καρέκλα που θα δούμε από κοντά, αλλά ένα προϊόν που παρόλο που φέρει τον χαρακτηρισμό gaming, είναι πιο κοντά σχεδιαστικά σε αυτό που λέμε καρέκλα γραφείου. Σίγουρα το design είναι έξω από τα συνηθισμένα και ακόμα πιο σίγουρο, είναι το γεγονός ότι στο επίπεδο τιμής που κυμαίνεται, περιμένουμε να δούμε πολλά περισσότερα από όσα είδαμε στην προηγούμενη παρουσίαση. Ο λόγος λοιπόν, για την Vertagear Triigger 275, που μας έστειλε η εταιρία για να την δούμε από κοντά και να την παρουσιάσουμε σε εσάς. Χαρακτηριστικά Στον πίνακα που ακολουθεί, μπορείτε να δείτε τα χαρακτηριστικά της όπως αυτά παρουσιάζονται στην ιστοσελίδα της κατασκευάστριας εταιρίας. Η καρέκλα είναι βαριά κάτι που γίνεται άμεσα αντιληπτό μόλις δούμε τα 21kg στον πίνακα χαρακτηριστικών. Αυτό λίγη σημασία έχει όμως, μιας και δεν θα την κουβαλάμε (με εξαίρεση την ώρα που θα την πάμε σπίτι) αλλά θα τσουλάει πάνω σε πέντε ροδάκια. Είναι πιο μαζεμένη από την SL2000 και επιτέλους όταν κάθομαι επάνω της φαίνομαι από το πίσω μέρος. Παρακάτω σας παραθέτουμε τις διαστάσεις αναλυτικά, για να δείτε αν ταιριάζει στον χώρο σας. Σε αντίθεση με την SL2000 που είχε 10 διαφορετικούς συνδυασμούς η Triigger 275 διατίθεται σε τέσσερις με χρώμα βάσης το μαύρο. Η τιμή είναι αρκετά υψηλή μιας και μιλάμε για ένα δεκάλεπτο κάτω από τα 600€ και στην Ελληνική αγορά δεν υπάρχει διαθέσιμη μέχρι την στιγμή που γράφονται αυτές εδώ οι γραμμές. Όσον αφορά την εγγύηση η εταιρία ξεχωρίζει τα προϊόντα όπως και την εγγύησή τους σε δύο κατηγορίες. Στην racing σειρά και στην gaming σειρά στην οποία ανήκει και η καρέκλα της σημερινής παρουσίασης . Για την σειρά Gaming η εγγύηση ανά κομμάτι ακολουθεί: VERTAGEAR Gaming Series Chair Parts Limited Warranty Aluminum Alloy Frame – 10 Years Metal Base Support – 10 Years Arm Rest – 5 Years Casters – 5 Years Five Star Base – 2 Years Gas Lift – 2 Years Συσκευασία και περιεχόμενα Πάμε τώρα σε αυτό που λέμε "έχεις πακέτο". Η συσκευασία έφτασε αρκετά ταλαιπωρημένη στα χέρια μας, αλλά καταλαβαίνουμε και τον καημένο τον courier που είχε ένα τέτοιο τέρας να παραδώσει. Παρόλη την ταλαιπωρία της συσκευασίας, το προϊόν έφτασε σε άριστη κατάσταση στα χέρια μας και σε αυτό έπαιξε σημαντικό ρόλο, ο τρόπος που είχε προστατευτεί το κάθε κομμάτι του προϊόντος. Μεγάλα κομμάτια από χαρτί, αρκετά χοντρά όπως και φελιζόλ, αλλά και φυσαλίδα συσκευασίας, έπαιξαν το κάθε ένα το ρόλο που έπρεπε. Εντός της συσκευασίας βρήκαμε έναν τόμο... ένα manual ήθελα να πω, που ούτε λίγο ούτε πολύ είναι 167 σελίδες!!! Είναι γραμμένο σε έξι γλώσσες, μη συμπεριλαμβανομένης όμως της Ελληνικής. Στο δια ταύτα τώρα. Ξεχάστε κατσαβίδια, ξεχάστε κλειδιά τύπου αλεν. Η καρέκλα έρχεται ως έχει χωρίς τίποτα extra όπως είχαμε δει στην Vertagear SL2000. Και πριν γκρινιάξει κάποιος μιας και μιλάμε για πιο ακριβό προϊόν, να αναφέρω ότι πολύ απλά δεν χρειάζεται τίποτα για να συναρμολογηθεί. Η διαδικασία συναρμολόγησης είναι tooless που λένε και στο χωριό μου! Τα ροδάκια όπως και η μπουκάλα κουμπώνουν στην αλουμινένια βάση με τις πέντε ακτίνες... ... και πολύ απλά παίρνετε την υπόλοιπη καρέκλα και την κουμπώνεται πάνω στην μπουκαλά. Και είμεθα έτοιμοι σε λιγότερο από ένα λεπτό από την ώρα που θα βγάλουμε τα διάφορα εξαρτήματα από την συσκευασία. Enjoy το νέο προϊόν! Παρακάτω βλέπουμε δύο βίντεο από το κανάλι της κατασκευάστριας. Στο πρώτο σε πολύ σύντομο χρονικό διάστημα ,μπορούμε να δούμε όλες τις ρυθμίσεις της καρέκλας και στο δεύτερο, μπορούμε να ενημερωθούμε για ένα επιπλέον προσάρτημα, που δεν είναι άλλο από αυτό που αναλαμβάνει την στήριξη του αυχένα. Προσωπικά μιας και η τιμή της καρέκλας ξεφεύγει αρκετά, θα ήθελα να το δω ευθείς εξαρχής εντός της συσκευασίας. Βιντεοπαρουσίαση προϊόντος Σήμερα δεν έχουμε για εσάς μόνο φωτοπαρουσίαση, αλλά και βίντεοπαρουσίαση, προσπαθώντας με αυτόν τον τρόπο να σας φέρουμε όσο πιο κοντά γίνεται στο προϊόν. Παρακάτω υπάρχουν κάποιες από τις φωτογραφίες που εμφανίζονται στο βίντεο της παρουσίασης για να τις δείτε με μεγαλύτερη άνεση και ευκολία. Ο Απολογισμός Και κάπως έτσι φτάσαμε για μία ακόμα φορά στο τέλος μίας παρουσίασης. Η εμπειρία μου με την Vertagear Triigger 275 ήταν από τις καλύτερες όσο καιρό κάνω παρουσιάσεις προϊόντων και μου προσέφερε μία από τις πιο ξεκούραστες και απολαυστικές παρουσιάσεις. Ας ξεκινήσουμε όμως με την γκρίνια. Είναι ακριβή η άτιμη, είναι... 600€ είναι αυτά... Ειδικά για τα Ελληνικά δεδομένα είναι ένα απλησίαστο προϊόν για τους περισσότερους και όταν σε αυτό το εύρος τιμής πρέπει να ξαναβάλεις το χέρι στην τσέπη για να προμηθευτείς το μαξιλάρι αυχένα, τότε η γκρίνια υψώνεται στο τετράγωνο. Πραγματικά λοιπόν, θα ήθελα να δω και το μαξιλάρι μέσα σε αυτό το εύρος τιμής. Βέβαια από την άλλη τα υλικά που έχουν επιλεγεί και την απαρτίζουν είναι αυτό που λέμε ένα και ένα. Από που να ξεκινήσει κανείς και από που να τελειώσει; Από το Dupont mesh που προσφέρει στο κάθισμα και στην πλάτη, την απαραίτητη στήριξη και μακροζωία και την σωστή αναλογία αντίστασης και ελαστικότητας δίνοντας ταυτόχρονα τις απαραίτητες ανάσες στο σώμα σας; Από τα εξαιρετικά για μία ακόμα φορά ροδάκια που είδαμε και σε αυτό το προϊόν και που δεν τα προβληματίζει καμία επιφάνεια; Από το calfskin δέρμα που σε προϊόν δεν το είχα δει ποτέ από κοντά, παρά μονάχα σε ακριβές δερματόδετες και σπάνιες εκδόσεις βιβλίων; Ή να μιλήσουμε για τον εξαιρετικά στιβαρό και ανθεκτικό σκελετό με τα τόσα μηχανικά και ποιοτικά εξαρτήματα; Ή να μιλήσουμε για τις τόσες πολλές ρυθμίσεις που κάνουν την καρέκλα να προσαρμοστεί σε οποιοδήποτε σώμα; Αν με την Vertagear SL2000 δεν μπορούσα να σας πω αν θα σας βολέψει ή όχι, με την Triigger 275 θεωρώ ότι με τόσες ρυθμίσεις και προσαρμογές και μετά από τις δοκιμές που έγιναν από άτομα με διαφορετικούς σωματότυπους, το ποσοστό επιτυχίας είναι μεγάλο. Είναι μία καρέκλα που θα βολέψει το μεγαλύτερο, αν όχι το συντριπτικό ποσοστό των ατόμων που θα την δοκιμάσουν. Επομένως σίγουρα ζητάει πολλά, αλλά ακόμα πιο σίγουρα προσφέρει πάρα πολλά. Το τι θα επιλέξει ο κάθε ένας από εμάς θα γίνει με κριτήριο την τσέπη του και φυσικά πόσα είναι διατεθειμένος να δώσει για μία καρέκλα γραφείου. Άλλοι τα δίνουν σε αμάξια και άλλοι σε καρέκλες... Με βάση τα όσα είδαμε έχει κερδίσει από τα αποδυτήρια το Editor's Choice του TheLab.gr, καθώς επίσης και το Design Award. Αν θα την βαθμολογούσα θα είχε χαλαρά ένα 90%. Ευχαριστούμε θερμά την Vertagear για την παραχώρηση του δείγματος της δοκιμής. Για το TheLab.gr karmen1983 08/06/2017
  3. Εισαγωγή Το κινητά τηλέφωνα είναι πλέον η προέκταση όχι μόνο του χεριού μας αλλά ολόκληρου του εαυτού μας, της κοινωνικής μας ύπαρξης. Ως εκ τούτου, τα αξεσουάρ τους έχουν αποκτήσει αντίστοιχα μεγάλη σημασία καθώς επηρεάζουν έντονα την εμπειρία χρήσης. Τα ακουστικά, ειδικά αυτά που διαθέτουν και μικρόφωνο (hands free), είναι σαφώς το πιο σημαντικό εξ αυτών και οι ασύρματες εκδόσεις τους ακόμα περισσότερο, καθώς πολλές κατασκευάστριες εταιρίες κινητών τηλεφώνων τείνουν να εξαλείψουν την υποδοχή ακουστικών από τις συσκευές τους. Έτσι η 1MORE, η εταιρία που κατασκεύασε τα διάσημα Xiaomi Piston, προχώρησε στη φυσική εξέλιξή τους που δεν είναι άλλη από την ασύρματη μέσω bluetooth έκδοσή τους, τα 1MORE Piston Fit BT. Καθώς τα Xiaomi Piston είναι ιδιαίτερα επιτυχημένα στην οικονομική κατηγορία των ακουστικών με μικρόφωνο, περιμένουμε θετικά πράγματα και από την ασύρματη έκδοση, τα 1MORE Piston Fit BT. Φωτογράφιση Τα 1MORE Piston Fit BT έρχονται σε ένα αρκετά μεγάλο χαρτονένιο κουτί με υψηλής ποιότητας εκτύπωση, προϊδεάζοντας για ένα ποιοτικό προϊόν. Το πρόσθιο μέρος περιέχει μια καλλιτεχνική απεικόνιση (μέρους) του προϊόντος και κάποια από τα βασικά του χαρακτηριστικά, ενώ το πίσω μέρος αναφέρει περισσότερες πληροφορίες σε 10 γλώσσες, που δεν περιλαμβάνουν την Ελληνική, κάποια τεχνικά χαρακτηριστικά, πιστοποιήσεις και barcodes. H χώρα κατασκευής είναι η Κίνα. Η συσκευασία έφτασε στα χέρια μας ταλαιπωρημένη στη μία γωνία, αλλά αυτό δεν είχε επιπτώσεις στο προϊόν. Εντός της συσκευασίας, βρίσκουμε ένα cool αυτοκόλλητο με το αρκουδάκι με ακουστικά της 1MORE, ένα μικρό φυλλάδιο με προϊόντα της εταιρίας και ένα αναλυτικό εγχειρίδιο χρήσης, στις ίδιες 10 γλώσσες. Τα 1MORE Piston Fit BT έρχονται σε μια λευκή βάση παρουσίασης, όπου συγκρατούνται με διαφάνειες στο επάνω και κάτω μέρος. Στο πίσω μέρος της λευκής βάσης βρίσκουμε κολλημένο ένα λευκό κουτί. Το κουτί περιέχει ένα καλώδιο USB-A σε Micro-USB για τη φόρτιση των 1MORE Piston Fit BT και eartips από σιλικόνη σε 3 μεγέθη, εκτός από αυτά που ήδη έχουν πάνω τα ακουστικά. Αφαιρούμε τις διαφάνειες που συγκρατούν τα ακουστικά στη λευκή βάση και τα απελευθερώνουμε. Το λευκό ταμπελάκι που είναι περασμένο πάνω στο καλώδιο αναφέρει ότι υπάρχει εκεί για λόγους εγγύησης. Δε φαντάζομαι σε καμία περίπτωση ότι μπορεί κάποιος να χρησιμοποιεί τα ακουστικά του με το λευκό αυτό ταμπελάκι στη θέση του, αλλά αφού το βγάλετε, κρατήστε το κάπου για καλό και για κακό - αχρείαστο να 'ναι. Βγάζουμε λοιπόν και το λευκό ταμπελάκι της εγγύησης και έχουμε την πρώτη πραγματική εικόνα των ακουστικών. Λεπτή και όμορφη κατασκευή που κατά τη γνώμη μου χαλάει από τα σχετικά μεγάλα βαρελάκια. Τα ίδια τα ακουστικά είναι από μέταλλο και πλαστικό, και φαίνονται ποιοτικά και προσεγμένα. Τα eartips από σιλικόνη μοιάζουν - και είναι - μαλακά και άνετα και υπάρχει stress relief στο καλώδιο για την προστασία των κλώνων του κατά τη χρήση. Τα ear tips βρίσκονται σε κλίση 45 μοιρών σε σχέση με το κυρίως σώμα των ακουστικών, κάτι που όπως θα δούμε παρακάτω, δεν είναι τυχαίο. Τα ear tips αφαιρούνται εύκολα, με ένα τράβηγμα, και αποκαλύπτουν τη μεταλλική σήτα που προστατεύει το εσωτερικό του ακουστικού. Κάπου εκεί από κάτω είναι μισοκρυμμένο και το R / L που υποδεικνύει σε ποιο αφτί να βάλουμε το κάθε ακουστικό, αν και η ίδια τους η κλίση που προαναφέραμε το κάνει σαφές. Τα ear tips που είναι ήδη πάνω στα ακουστικά είναι τα δεύτερα από αριστερά, τα τρίτα μεγαλύτερα σε μέγεθος. Με βόλεψαν εξ αρχής και δεν δοκίμασα καν τα άλλα μεγέθη. Η ηχομόνωση που παρέχουν δεν είναι ιδιαίτερη αλλά η άνεση ήταν σε πολύ υψηλά επίπεδα και έκανε τη χρήση των 1MORE Piston Fit BT πιο ξεκούραστη από πολύ ακριβότερες υλοποιήσεις που έχω δοκιμάσει. Ένα ωραίο χαρακτηριστικό που έχει υλοποιηθεί πολύ σωστά στα 1MORE Piston Fit BT είναι οι μαγνήτες που έχουν τα ακουστικά στο πίσω μέρος τους. Με αυτούς, μπορείς να φοράς τα ακουστικά στο λαιμό σου χωρίς κίνδυνο να πέσουν, ενώ παράλληλα δείχνουν όμορφα και τακτοποιημένα. Είναι ένα χαρακτηριστικό που είχαν και άλλα ακουστικά που έχω χρησιμοποιήσει αλλά εκεί οι μαγνήτες παραήταν δυνατοί, με αποτέλεσμα όταν περπατούσα στο βροχερό Λονδίνο με την ομπρέλα μου ανοιχτή, το αντίστοιχο ακουστικό να κολλάει συχνά στο μεταλλικό στέλεχος της ομπρέλας και να βγαίνει από το αφτί μου. Ακούγεται αστείο, και είναι, αλλά παράλληλα ήταν ιδιαίτερα ενοχλητικό! Οι μαγνήτες των 1MORE Piston Fit BT είναι ακριβώς όσο ισχυροί πρέπει για να τα κρατάνε με αρκετή ασφάλεια ενωμένα αλλά να αποφεύγονται τα παραπάνω ευτράπελα. Πάμε τώρα στο κομμάτι του οποίου τη σχεδίαση δεν εκτίμησα. Τα 2 βαρελάκια που έχουν πιο μεγάλη διάμετρο από ένα συνηθισμένο στυλό και θεωρώ ότι υποβιβάζουν την αισθητική του συνόλου. Το βαρελάκι που βρίσκεται στο δεξί καλώδιο έχει όλα τα πλήκτρα ελέγχου, τα οποία βρίσκονται κάτω από το πλαστικό και το πάτημά τους βασίζεται στην παραμορφωσιμότητα του πλαστικού. Αυτή η κατασκευή δεν είναι η πιο όμορφη, αλλά είναι ένας οικονομικός τρόπος για να εξασφαλιστεί η στεγανότητα. Η τρισδιάστατη κατασκευή των πλήκτρων βοηθάει στον εντοπισμό τους δια της αφής. Το ίδιο βαρελάκι, έχει στο πλάι υποδοχή Micro-USB, καλυμμένη με στεγανό καπάκι, για τη φόρτιση των 1MORE Piston Fit BT. Για τη φόρτιση μπορείτε φυσικά να χρησιμοποιήσετε το καλώδιο που περιέχεται στη συσκευασία αλλά και το καλώδιο φόρτισης του κινητού σας, για να μη χρειάζεται να μεταφέρετε επιπλέον καλώδια. Ακόμα και αν το κινητό χρησιμοποιεί USB-C καλώδιο, υπάρχουν στην αγορά οικονομικοί και μικροί αντάπτορες. Αυτό ακριβώς έκανα κι εγώ, όπως βλέπετε στην παρακάτω εικόνα. Ένα μικρό κόκκινο LED στην απέναντι πλευρά από την υποδοχή, δείχνει ότι γίνεται η φόρτιση. Δυστυχώς, η ολοκλήρωση της φόρτισης δε σηματοδοτείται από κάποιο άλλο χρώμα στο LED, αλλά απλά με το σβήσιμο αυτού, αφήνοντας στο χρήστη απορίες σχετικά με το αν ολοκληρώθηκε η φόρτιση, αποσυνδέθηκε κάποιο βύσμα, κόπηκε το ρεύμα, χάλασε κάτι κλπ... Το άλλο βαρελάκι δεν έχει κάποια εξωτερικά χαρακτηριστικά εκτός από το σήμα της κατασκευάστριας εταιρίας και περιέχει την μπαταρία. Τεχνικά Χαρακτηριστικά Τα τεχνικά χαρακτηριστικά των 1MORE Piston Fit BT συνοψίζονται στον παρακάτω πίνακα. Βλέπουμε χρήση τιτανίου στην κατασκευή του driver και πολύ καλή απόκριση συχνοτήτων που καλύπτει το σύνολο της ανθρώπινης ακοής. Η ευαισθησία είναι αρκετά υψηλή για να μπορεί ο ενσωματωμένος ενισχυτής να δώσει κάποια ένταση. Το μικρόφωνο ανταποκρίνεται στις συνήθεις συχνότητες της ομιλίας. Το HFP εξασφαλίζει συνεργασία με τα bluetooth συστήματα κινητών και αυτοκινήτων. Το A2DP καθορίζει το streaming toy ήχου και το AVRCP τη μεταφορά των εντολών από τα 1MORE Piston Fit BT στο κινητό σας (play, pause κλπ). Με λίγα λόγια, τα πρωτόκολλα που χρειάζονται σε οποιοδήποτε hands free. Η μπαταρία των 130mAh φαίνεται αρκετή για να δώσει την υποσχόμενη διάρκεια ομιλίας / αναπαραγωγής πολυμέσων των 8 ωρών (με ένταση ήχου στο 50%), ειδικά με το πρωτόκολλο Bluetooth 5 που υποστηρίζουν τα 1MORE Piston Fit BT. Στη φόρτιση εντοπίζουμε και την πρώτη ασυνέπεια καθώς είσοδος φόρτισης 5V 1A για να φορτίσει μια μπαταρία Λιθίου 3,7V χωρητικότητας 130mAh σε 1 ώρα δε συνάδει. Είναι βέβαιο ότι η φόρτιση γίνεται με αρκετά χαμηλότερο ρεύμα. Η αδιαβροχοποίηση επιπέδου IPX4 εξασφαλίζει την προστασία από βροχή και ιδρώτα ενώ το βάρος των 18 γραμμαρίων κάνει τη χρήση των 1MORE Piston Fit BT αρκετά άνετη. Η εταιρία προσφέρει απ' ευθείας εγγύηση ενός έτους, αν και κάποιοι μεταπωλητές προσφέρουν διετή εγγύηση. Μοντέλο E1028BT Τύπος Bluetooth In-Ear Headphones Acoustic Driver Dynamic Driver with Titanium+PET Composite Diaphragm Αντίσταση 32Ω Απόκριση Συχνοτήτων Ακουστικών 20Hz - 20KHz Ευαισθησία Ακουστικών 98dB @1KHz Απόκριση Συχνοτήτων Μικροφώνου 100Hz - 6KHz Ευαισθησία Μικροφώνου -42dB@1KHz Σταθεροποίηση Silicone Ear Tips Bluetooth Bluetooth 5 Bluetooth Protocol HFP/A2DP/AVRCP Ασύρματη Εμβέλεια 10m Μπαταρία 130mAh Είσοδος Φόρτισης 5V 1A Χρόνος Φόρτισης 60 Λεπτά Χρόνος Ομιλίας 8 Ώρες Χρόνος Αναπαραγωγής Πολυμέσων 8 Ώρες Χρόνος Αναμονής 200 Ώρες (BLuetooth ανοιχτό, χωρίς κάποια χρήση) Αδιαβροχοποίηση IPX4 Για Όλη Τη Συσκευή Βάρος 18γρ Εγγύηση 1 χρόνος Ποιότητα κατασκευής Η ποιότητα κατασκευής των 1MORE Piston Fit BT αφήνει ανάμικτα συναισθήματα. Τα υλικά δεν είναι ακριβά και αυτό είναι εμφανές στο (όχι απαραίτητα και πολύ) έμπειρο μάτι. Η χρήση πλαστικού είναι εκτεταμένη, χωρίς να πρόκειται ούτε για το καλύτερης ούτε για το χειρότερης ποιότητας πλαστικό Από την άλλη πλευρά, η κατασκευή και η συναρμογή δεν αφήνουν παράπονα, οπότε, λαμβάνοντας υπ' όψιν την κατηγορία τιμής στην οποία κινούνται, θα έλεγα ότι η ποιότητα κατασκευής είναι αρκετά καλή. Άνεση στη χρήση Εκεί που τα 1MORE Piston Fit BT χτυπάνε πολύ πιο δυνατά από την κατηγορία τους είναι στην άνεση στη χρήση. Τα ear tips από σιλικόνη είναι από τα πιο άνετα που έχω δοκιμάσει, σε in ear ακουστικά κάτω των 250 ευρώ. Όχι ότι είναι κάτι το ιδιαίτερο, απλά είναι τόσο μαλακά και τόσο σκληρά όσο πρέπει και με τα 4 διαφορετικά μεγέθη, σίγουρα θα υπάρχει κάτι που θα ταιριάζει στον καθένα. Ένας από τους βασικούς λόγους της άνεσης στη χρήση είναι η κλίση των 45 μοιρών που έχει δώσει η 1MORE στα ear tips των 1MORE Piston Fit BT, σε σχέση με το κυρίως σώμα των ακουστικών. Η κλίση αυτή βοηθάει στην ομοιόμορφη πίεση του ear tip εντός του ακουστικού πόρου, χωρίς να προκαλεί ενόχληση και χωρίς το σώμα του ακουστικού να τραβάει προς τη μία πλευρά. Βλέπουμε δηλαδή εδώ το αποτέλεσμα ενός έξυπνου σχεδιασμού, που χωρίς επιπλέον κόστος, αναβαθμίζει σημαντικά την εμπειρία χρήσης. Άνετη είναι όμως και η χρήση όσον αφορά το χειρισμό των 1MORE Piston Fit BT. Τα 4 πλήκτρα είναι όλα σε ένα σημείο, στη σειρά και το γεγονός ότι είναι ανάγλυφα κάνει τον εντοπισμό τους εύκολο. Το πάτημά τους δίνει επαρκές feedback και η λογική των εντολών είναι απλή έτσι ώστε να είναι εύκολη και η απομνημόνευσή τους από τις πρώτες ημέρες χρήσης. Ήχος Η κατασκευή των drivers των 1MORE Piston Fit BT που φαίνεται στην παρακάτω εικόνα είναι αξιοπρεπής για την κατηγορία και τα αποτελέσματα στον ήχο είναι αυτό που θα έλεγα αναμενόμενα για την τιμή, αρκεί να υπολογίσει κάποιος ότι σε αυτή περιλαμβάνεται και η ασύρματη συνδεσιμότητα. Τι σημαίνει αυτό; Τα 1MORE Piston Fit BT δε διεκδικούν δάφνες στην ποιότητα του ήχου. Τα μπάσα είναι αναιμικά, αλλά αυτό είναι πρόβλημα και της ισχύος που μπορεί να δώσει ο μικρός ενισχυτής τους, τροφοδοτούμενος από τη μικρή μπαταρία και είναι αναμενόμενο. Οι μεσαίες συχνότητες είναι ασαφείς και έχουν μια εμφανώς τραχιά χροιά. Τα πρίμα καταφέρνουν να μην τσιρίζουν (πολύ) στην αναπαραγωγή πολυμέσων, ακόμα και σε μεγάλη ένταση, αλλά σε συνομιλίες, αν τύχει ο συνομιλητής να μιλήσει περισσότερο μεγαλόφωνα, τσιρίζουν βασανιστικά. Το σύνολο δε δημιουργεί καν την υποψία κάποιου sound stage. Και εδώ θα σταματήσω, πριν ο φίλτατος @GriGaS και επίσημος reviewer ακουστικών του TheLab.gr με κατηγορήσει (δικαίως) ως audiophile και μου υπενθυμίσει την κατηγορία στην οποία ανήκουν τα 1MORE Piston Fit BT. Για την κατηγορία τους λοιπόν, δεν είχα κανένα πρόβλημα να ακούσω λίγη μουσική στο δρόμο προς το χώρο εργασίας το πρωί. Δε θα ήταν η πρώτη μου επιλογή, αλλά για την κατηγορία και τα χρήματα που κοστίζουν, είναι αποδεκτά. Πόσο μάλλον για όσους ενδιαφέρονται να τα χρησιμοποιήσουν για να ακούσουν ραδιόφωνο, κάποιο podcast, audiobooks, Youtube videos κλπ. Μικρόφωνο Εκεί που χώρισαν οι δρόμοι μας με τα 1MORE Piston Fit BT και αποφάσισα ότι μετά το πέρας του παρόντος review η χρήση τους θα είναι από άκρως περιορισμένη έως ανύπαρκτη, ήταν το μικρόφωνο. Το μικρόφωνο είναι τοποθετημένο μέσα στο βαρελάκι ελέγχου και έρχεται σε επαφή με τον έξω κόσμο μέσω μιας μικρής τρύπας, στην πλευρά που βρίσκεται απέναντι από τα πλήκτρα. Δεν υπάρχουν ακυρωτικά μικρόφωνα ή κυκλώματα ελέγχου και περιορισμού των θορύβων. Η ευαισθησία του και η ποιότητα του ήχου, όταν το πρωτοδοκίμασα στην ησυχία του σπιτιού μου, ήταν τόσο εξαιρετική, που ακόμα και οι πιο απαιτητικοί και δύστροποι συνομιλητές μου, σχολίασαν ότι τόσο καλό ήχο δεν είχαν ξανακούσει από οποιοδήποτε hands free, πόσο μάλλον ασύρματο! Τα πράγματα άλλαξαν την επόμενη ημέρα το πρωί που αποπειράθηκα να έχω μια συνομιλία στο δρόμο προς την εργασία μου. Μένω σε ένα ωραίο προάστιο του Λονδίνου, μέσα στη φύση και ο δρόμος προς το χώρο εργασίας μου έχει μεγάλα πεζοδρόμια και πολλά δέντρα. Φυσικά, και κάποια κίνηση, αλλά όχι κάτι το υπερβολικό. Κάνω αυτή τη διαδρομή πάνω από δυόμιση χρόνια και πολλές φορές έχω συνομιλίες με κάποιο hands free κατά τη διάρκειά της. Έχω χρησιμοποιήσει και ενσύρματα και ασύρματα, και ακριβά και οικονομικά hands free, χωρίς κάποιο πρόβλημα. Με τα 1MORE Piston Fit BT, ο κάθε ήχος του περιβάλλοντος περνούσε έντονα στους συνομιλητές μου, σε βαθμό που χαρακτήριζαν την εμπειρία "ανυπόφορη" και "βασανιστήριο". Η επιλογή που μου έδιναν ήταν πολύ απλή: Να μην τους ξανακαλέσω ποτέ με το συγκεκριμένο hands free ή να μην τους ξανακαλέσω ποτέ! Έχοντας επιβεβαιώσει τα παραπάνω με αρκετούς συνομιλητές, το αποτέλεσμα είναι σαφές: Μπορώ να χρησιμοποιώ τα 1MORE Piston Fit BT για να ακούω μουσική οπουδήποτε, σε εξωτερικούς ή εσωτερικούς χώρους, εφ' όσον αποδέχομαι τους ποιοτικούς περιορισμούς που επιβάλει η κατηγορία τιμής στην οποία ανήκουν και μπορώ να τα χρησιμοποιώ για κλήσεις εντός της οικίας μου ή γενικά οποιουδήποτε ήσυχου περιβάλλοντος. Δεν είναι κατάλληλα για συνομιλίες σε θορυβώδη περιβάλλοντα. Συνδεσιμότητα Τα 1MORE Piston Fit BT υποστηρίζουν το ασύρματο πρωτόκολλο επικοινωνίας Bluetooth 5. Η επικοινωνία με το κινητό μου τηλέφωνο που επίσης υποστηρίζει το εν λόγω πρωτόκολλο είναι εξαιρετική με εμβέλεια που μετρήθηκε τουλάχιστον στα διαφημιζόμενα 10 μέτρα. Με εντυπωσίασε μάλιστα το γεγονός ότι η επικοινωνία παρέμεινε άψογη ακόμα και διαμέσου ενός τοίχου που στη μία του πλευρά είχε ντουλάπια με φακέλους. Κανένα παράπονο λοιπόν από τη συνδεσιμότητα των 1MORE Piston Fit BT. Μπαταρία Το πρωτόκολλο BLuetooth 5 όμως κάνει και καλή διαχείριση της μπαταρίας. Τα 1MORE Piston Fit BT κατάφεραν να παίξουν μουσική ασταμάτητα, στο 50% της έντασης, για 9 ώρες και 20 λεπτά, δηλαδή αρκετά παραπάνω από τις 8 ώρες που υπόσχονται. Η επαναφόρτισή τους ολοκληρώθηκε σε 55 λεπτά, δηλαδή κάτω από τον χρόνο των 60 λεπτών που αναφέρουν οι προδιαγραφές. Κατά την αρχή της φόρτισης το ρεύμα ήταν 200mA, δηλαδή το 1/5 από το 1A που αναφέρεται στις προδιαγραφές ως ρεύμα εισόδου. Αυτό σημαίνει ότι τα 1MORE Piston Fit BT θα φορτίσουν μια χαρά με οποιονδήποτε φορτιστή μπορεί να δώσει 200mA στα 5V, δηλαδή πρακτικά με οποιονδήποτε φορτιστή των 5V. Στη συνέχεια της φόρτισης το ρεύμα έπεσε σταδιακά και στο τέλος ο φορτιστής είχε διαθέσει συνολικά 119mAh από τα 130mAh της συνολικής χωρητικότητας της μπαταρίας. Αυτό είναι λογικό διότι είναι απαραίτητο το κύκλωμα προστασίας να κλείνει τη συσκευή πριν αδειάσει εντελώς η μπαταρία Λιθίου, καθώς αυτού του τύπου οι μπαταρίες δεν ανακάμπτουν αν αποφορτιστούν εντελώς ενώ η προσπάθεια φόρτισής τους σε τέτοια περίπτωση είναι επικίνδυνη. Επίλογος Τα 1MORE Piston Fit BT αποτελούν την ασύρματη εξέλιξη των γνωστών και δημοφιλών Xiaomi Piston και ως εκ τούτου έχουν να διατηρήσουν μια σημαντική θετική φήμη στο χώρο των οικονομικών hands free. Όπως είδαμε αναλυτικά παραπάνω, σε κάποια σημεία το καταφέρνουν αρκετά καλά και σε άλλα σημεία όχι και τόσο. Τα δυνατά τους σημεία είναι η άνεση στη χρήση, η πολύ καλή συνδεσιμότητα μέσω Bluetooth 5, η εμβέλεια και η άνω των προδιαγραφών διάρκεια της μπαταρίας. Ο αδύναμος κρίκος είναι το μικρόφωνο, που έκανε πρακτικά αδύνατη τη χρήση τους για συνομιλίες σε θορυβώδη περιβάλλοντα. Ο ήχος, τα χαρακτηριστικά που ενσωματώνουν και η ποιότητα κατασκευής είναι στα επίπεδα που περιμένει κανείς από την κατηγορία στην οποία ανήκουν και από το κόστος τους. Τα 1MORE Piston Fit BT δεν είναι ακόμη διαθέσιμα στα καταστήματα, καθώς η επίσημη κυκλοφορία τους είναι σήμερα. Η προτεινόμενη τιμή λιανικής από την κατασκευάστρια εταιρία είναι τα 29,99 ευρώ. Παρά τα πολλά καλά χαρακτηριστικά τους, στην τιμή αυτή έχουν αρκετά μεγάλο ανταγωνισμό και το θέμα που αντιμετωπίζουν όσον αφορά το μικρόφωνο σε θορυβώδη περιβάλλοντα ενδέχεται να τα φέρει σε μειονεκτική θέση έναντι κάποιων ανταγωνιστικών προϊόντων. Ας συνοψίσουμε τα πλεονεκτήματα και τα μειονεκτήματα των 1MORE Piston Fit BT: Πλεονεκτήματα + Άνεση στη χρήση + Διάρκεια μπαταρίας και ταχύτητα φόρτισης + Εμβέλεια + Bluetooth 5 + Μαγνήτες στο πίσω μέρος των ακουστικών + Αποδεκτή ποιότητα ήχου για την κατηγορία τους Μειονεκτήματα - Μικρόφωνο - Ογκώδη βαρελάκια ελέγχου και μπαταρίας - Τιμή Με βάση τα παραπάνω, η συνολική βαθμολογία των 1MORE Piston Fit BT:  theLAB.gr Ευχαριστούμε θερμά την 1MORE για την παραχώρηση του δείγματος της δοκιμής. Πολύμερος Αχανιώτης 27/08/2019
  4. Εισαγωγή Στις αρχές της δεκαετίας του 1990, την εποχή που οι δημοφιλείς σκληροί δίσκοι ήταν μερικές δεκάδες MB, πειραματιζόμουν με τις τεχνικές συμπίεσης δίσκων εκείνης της περιόδου. Το λογισμικό τότε σπάνια συνοδευόταν από την προειδοποίηση ότι η κακή χρήση μπορεί να οδηγήσει στην απώλεια δεδομένων και από νεανική αφέλεια θεωρούσα όλα τα λάθη αναστρέψιμα. Κακώς, γιατί σύντομα αισθάνθηκα για πρώτη φορά την απόγνωση που ακολουθεί τη συνειδητοποίηση ότι έχω χάσει δεδομένα. Δυστυχώς, οι υπηρεσίες ανάκτησης δεδομένων τότε ήταν πανάκριβες και δεν υπήρχαν εύκολα προσβάσιμα εργαλεία που απευθύνονταν σε έναν πιτσιρικά που ήθελε να επαναφέρει αρχεία που διέγραψε ή κατέστρεψε από λάθος. Αναγκαστικά, συμβιβάστηκα με την ιδέα ότι τα περιεχόμενα του δίσκου μου είχαν χαθεί οριστικά και αμετάκλητα. Αν αυτή η θλιβερή ιστορία είχε εκτυλιχθεί σήμερα, θα είχα στη διάθεσή μου πολλές εφαρμογές που υπόσχονται ότι μπορούν να πετύχουν την ανάκτηση αρχείων μετά από τη διαγραφή τους από το σύστημα ή ακόμη και μετά από μείζονες καταστροφές, όπως η διαγραφή ενός partition ή και το format ενός σκληρού δίσκου. EaseUS Μια από τις γνωστότερες εταιρείες που δραστηριοποιούνται στον χώρο είναι και η EaseUS, η οποία προσφέρει την εφαρμογή «EaseUS Data Recovery Wizard» για ανάκτηση δεδομένων, αλλά και άλλες εφαρμογές για Backup & Restore, Data Transfer και Partition Management. Η εταιρεία έχει την έδρα της στο Chengdu της Κίνας και στα 14 χρόνια που είναι ενεργή στον κλάδο περιγράφει ότι έχει συγκεντρώσει 200 εκατομμύρια χρήστες σε 160 χώρες, ενώ δηλώνει ότι οι πελάτες της περιλαμβάνουν και εταιρείες όπως η Microsoft, η IBM και η Samsung. Οι περισσότερες εφαρμογές της EaseUS βασίζονται στο μοντέλο “freemium”, προσφέροντας κάποια βασική λειτουργικότητα δωρεάν, ενώ απαιτούν την αγορά ενός κλειδιού για να ξεκλειδώσουν όλες τις δυνατότητες που προσφέρουν στον χρήστη. Οπότε, όταν πρόσφατα μας προσέγγισε η κινεζική εταιρεία για το ενδεχόμενο να συντάξουμε ένα review για το λογισμικό της, η επόμενη σκέψη μας ήταν αυτονόητη. Ξέροντας ότι πολλοί από εσάς μπορεί να έχετε βιώσει μια ιστορία σαν την παραπάνω, ζητήσαμε και λάβαμε 5 κλειδιά για το πρόγραμμα EaseUS Data Recovery Wizard Pro, αξίας $89.95 έκαστο, τα οποία θα κληρώσουμε στους αναγνώστες του TheLab.gr σε λίγες μέρες. Διαγωνισμός Όσοι θα θέλατε να συμμετάσχετε στον διαγωνισμό για μία από τις 5 άδειες χρήσης του προγράμματος EaseUS Data Recovery Wizard Pro, με ένα απλό μήνυμα κάτω από το review εξασφαλίζετε τη συμμετοχή σας στην κλήρωση. • Στον διαγωνισμό μπορούν να λάβουν μέρος μόνο τα εγγεγραμμένα μέλη του TheLab.gr. • Δεν έχετε το δικαίωμα να συμμετάσχετε με διαφορετικά Username (ψευδώνυμα) στον διαγωνισμό. Σε αυτή την περίπτωση η συμμετοχή σας θα θεωρείται άκυρη. • Οι διοργανωτές του διαγωνισμού έχουν το δικαίωμα να καθυστερήσουν ακόμα και να ακυρώσουν τον διαγωνισμό σε περίπτωση ανωτέρας βίας. • Συμμετοχές μετά το πέρας της προθεσμίας είναι άκυρες. Ο διαγωνισμός λήγει την Τετάρτη, 7 Αυγούστου 2019 ώρα Ελλάδας 23:59:59. • Από τον διαγωνισμό αποκλείονται οι administrators και συνεργάτες του TheLab.gr καθώς και οι συγγενείς εξ αίματος ή εξ αγχιστείας μέχρι δεκάτου-εβδόμου βαθμού. EaseUS Data Recovery Wizard Free / Pro for Windows Ξεκινώντας από τη σελίδα της εταιρείας, βλέπουμε ήδη ότι προβάλλεται σε κυρίαρχη θέση μια έκδοση του λογισμικoύ που καλούμαστε να δοκιμάσουμε. Ακόμη και στο ηλεκτρονικό κατάστημά της, ο EaseUS Data Recovery Wizard Professional φαίνεται να βρίσκεται στην πρώτη θέση των Bestsellers. Ίσως εξαιτίας της φαινομενικής δημοφιλίας του προγράμματος, η EaseUS έχει επιλέξει μια τιμολογιακή πολιτική που εύκολα προκαλεί σύγχυση. Αν ο επισκέπτης επιλέξει να αγοράσει το προϊόν από το μενού Store > Data Recovery, όπου διαφημίζεται αυτή τη στιγμή στα $69.95, οδηγείται στην αγορά ενός κλειδιού με κόστος 82,70€ (66,69€ + ΦΠΑ). Η αντίστοιχη έκδοση για Mac είναι περίπου 20€ ακριβότερη. Αντίθετα, αν αναζητήσει το λογισμικό από το μενού Data Recovery Software > Data Recovery Wizard Free, πλην της επιλογής Free Download (με όριο 2 GB στον όγκο δεδομένων που μπορούν να ανακτηθούν), υπάρχει και η επιλογή Upgrade. Αυτή διαφημίζεται στα $64.95 ως συνδρομή ενός μήνα και κοστίζει 79,34€ μαζί με τον ΦΠΑ. Εναλλακτικά, υπάρχει και η επιλογή για Lifetime Upgrades, έναντι $119.95 (138,82€ με τον ΦΠΑ). Τέλος, το μενού Data Recovery Software > Data Recovery Wizard Pro οδηγεί στην ίδια τιμή με εκείνη που προσφέρει το ηλεκτρονικό κατάστημα (82,70€). Όμως, ακόμη και σ' αυτήν την έκδοση υπάρχει η επιλογή Free Trial (μόνο για την προβολή αρχείων, χωρίς δυνατότητα ανάκτησης). Αν δεν μπερδευτήκατε αρκετά, να παραθέσω και την έκδοση EaseUS Data Recovery Wizard Technician, που απευθύνεται σε τεχνικούς και επαγγελματίες, με κόστος $299 ανά έτος, για πολλαπλές εγκαταστάσεις, που καταλήγει να κοστίζει 345,96€ μαζί με τον ΦΠΑ. Και επίσης προσφέρει δοκιμαστική έκδοση δωρεάν… Όλες οι αγορές μπορούν να γίνουν με πιστωτική κάρτα, Paypal ή τραπεζική κατάθεση, ενώ η εταιρεία δηλώνει ότι προσφέρει εγγύηση επιστροφής χρημάτων 30 ημερών. Σε μια αναπάντεχη εξέλιξη, όταν επισκέφτηκα ξανά τις ίδιες σελίδες από άλλον υπολογιστή, το κόστος αγοράς της μηνιαίας συνδρομής εμφανιζόταν στην έκδοση Pro, ενώ το κόστος της εφάπαξ απόκτησης της έκδοσης Pro εμφανιζόταν στην έκδοση Free! Μετά από επικοινωνία με την εκπρόσωπο της εταιρείας, επιβεβαίωσα ότι δοκιμάζουν διαφορετικές τιμολογήσεις για το ίδιο προϊόν (συμπεριλαμβανομένης και της μηνιαίας και ετήσιας συνδρομής), οπότε η τιμή που θα συναντήσετε ενδέχεται να κυμαίνεται. Εγκατάσταση Βλέποντας το πλήθος των επιλογών, επέλεξα να ακολουθήσω ένα συνηθισμένο σενάριο με βάση την εμπειρία μου από άλλο λογισμικό freemium. Κατέβασα τον Data Recovery Wizard Free και εισήγαγα το κλειδί που μου είχε σταλεί. Αυτό ενεργοποίησε τον Data Recovery Wizard Pro, χωρίς να υπάρχει κάποια εμφανής αναφορά σε ημερομηνία λήξης ή συνδρομή! Εύκολα συνάγεται ότι το λογισμικό είναι το ίδιο σε όλες τις περιπτώσεις, απλώς η εταιρεία προσφέρει πολλές διαφορετικές επιλογές τιμολόγησης, όπως μας επιβεβαίωσε και στη μετέπειτα επικοινωνία μας. Εντούτοις, στη σελίδα εμφανίζονται λίγο διαφορετικές εκδόσεις και προδιαγραφές στις δύο πολύ όμοιες σελίδες, με τις επιλογές της συνδρομής και της εφάπαξ αγοράς να εναλλάσσονται. Η διαδικασία εγκατάστασης συνολικά ήταν απλή. Ξεκινά κατεβάζοντας και εκτελώντας ένα αρχείο (Installer) με μέγεθος 1.5MB, το οποίο με τη σειρά του κατεβάζει ένα δεύτερο εκτελέσιμο αρχείο μεγέθους 42 ΜΒ και το εγκαθιστά. Οι μόνες επιλογές που δίνονται στον χρήστη (και μόνο στο Custom Install) είναι για τη γλώσσα εγκατάστασης και τον φάκελο στον οποίο πρόκειται να εγκατασταθεί το λογισμικό. Πριν προχωρήσουμε, οφείλουμε να συναινέσουμε με την άδεια χρήσης του προγράμματος. Με την επιλογή Custom Install μπορούμε να αποφασίσουμε να μη συμμετάσχουμε στο Customer Experience Improvement Program. Στην απλή διαδικασία εγκατάστασης η συμμετοχή στο πρόγραμμα γίνεται αυτόματα. Έχοντας μόλις εγκαταστήσει τη δωρεάν έκδοση και πριν την εισαγωγή του κλειδιού, εμφανίστηκε μια ειδοποίηση για το καλοκαιρινό πρόγραμμα εκπτώσεων της εταιρείας. Είναι παρόμοια με κάθε άλλη nagscreen αντίστοιχου λογισμικού και δίνει στον χρήστη την επιλογή να την κρύψει για πάντα –ή ίσως μέχρι την επόμενη προσφορά. Το επόμενο βήμα ήταν η εισαγωγή του κλειδιού. Στη σχετική οθόνη η εταιρεία θυμίζει τα 14 χρόνια εμπειρίας της και την εγγύηση επιστροφής χρημάτων 30 ημερών, ενώ αναφέρεται σε 10+ εκατομμύρια ικανοποιημένους χρήστες (αν και στη σελίδα του Data Recovery Wizard μιλά για 72 εκατομμύρια). Μετά την πληκτρολόγηση και τον επιτυχημένο έλεγχο του κλειδιού (απαιτεί σύνδεση με το δίκτυο), η εφαρμογή ξεκινά κατευθείαν στο περιβάλλον ανάκτησης. Οι συνθήκες της δοκιμής Πριν δούμε αναλυτικά τις δυνατότητες του προγράμματος, δυο λόγια για τις συνθήκες των δοκιμών. Η εγκατάσταση και όλες οι απόπειρες ανάκτησης δεδομένων έγιναν στο εξής σύστημα: Hardware • Intel Core i7 4790 • Gigabyte Z97X-UD5H • 16 GB DDR3-12800 (Crucial 9-9-9-24) • Onboard Graphics (Intel HD Graphics 4600) Software • Microsoft Windows 10 Professional 64-bit Version 1803 (Build 17134) • Εγκατεστημένες από το Windows Update οι διαθέσιμες αυτόματες ενημερώσεις, semi-annual, targeted • DirectX Version 12.0 Το λογισμικό σε λειτουργία Μετά την εισαγωγή του κλειδιού, συναντάμε ένα λιτό περιβάλλον χρήσης, με τους δίσκους του συστήματος και επιπλέον επιλογές για αναζήτηση στο Desktop, στο Recycle Bin ή σε συγκεκριμένο φάκελο. Οι λίγες επιλογές που υπάρχουν στα μενού της εφαρμογής φαίνονται παρακάτω. • Language: επιλογή ανάμεσα σε 20 διαφορετικές γλώσσες • Help: βοήθεια με Video Tutorial, Online Help ή παραπομπή στο τεχνικό τμήμα της εταιρείας • Check for Updates: έλεγχος για ενημερώσεις • Data Backup: σύνδεσμος προς το λογισμικό δημιουργίας αντιγράφων ασφαλείας EaseUS ToDo Backup • About: πληροφορίες για την εγκατεστημένη έκδοση Κλείνοντας την εφαρμογή, κάποιες φορές εμφανίζεται ένα παράθυρο για την αξιολόγησή της. Φαίνεται ότι συνήθως εμφανίζεται αν νωρίτερα έχει ολοκληρωθεί κάποια διαδικασία ανάκτησης, αλλά το δείγμα μας ήταν μικρό και η εμφάνισή του μπορεί να ήταν τυχαία. Πάντως, δίνει και την επιλογή Never Ask Again, που είναι πάντοτε καλοδεχούμενη. Ο καλύτερος τρόπος να εξοικειωθεί κανείς με τις λειτουργίες της εφαρμογής είναι να ανατρέξει στη βοήθεια που παρέχει η εταιρεία στην ιστοσελίδα της. Εκεί υπάρχει μια εκτενής βάση με ερωταπαντήσεις, βίντεο, αλλά και παραπομπή σε live chat. Πρώτη επιλογή πρέπει να είναι το 5λεπτο βίντεο που κατατοπίζει έναν νέο χρήστη στα βασικά θέματα της ανάκτησης δεδομένων και στον τρόπο που λειτουργεί ο Data Recovery Wizard: Βέβαια, ιδανικά αυτόν τον ρόλο θα μπορούσε να τον παίζει ένας σύντομος διαδραστικός οδηγός μέσα στην ίδια την εφαρμογή, που να περιγράφει συνοπτικά τις βασικές λειτουργίες της, χωρίς να χρειάζεται εξωτερική παραπομπή στο youtube. Σενάρια ανάκτησης Θέλοντας να ελέγξουμε την απόδοση του προγράμματος σε μερικές συνηθισμένες καταστάσεις απώλειας δεδομένων, καταρτίσαμε τα παρακάτω σενάρια δοκιμής: Σενάριο 1: SD Card σε FAT32, με παλαιά αρχεία εικόνας και βίντεο που έχουν απλώς διαγραφεί μέσω του λειτουργικού συστήματος. Στη συνέχεια δεν έχει γραφεί τίποτα στην κάρτα πριν την απόπειρα ανάκτησης. Σενάριο 2: SSD σε NTFS, με εγκατεστημένο λειτουργικό σύστημα Windows 10 και αρχεία διάφορων τύπων που έχουν διαγραφεί οριστικά από τους φακέλους Desktop και Recycle Bin. Ο υπολογιστής έχει συνεχίσει τη λειτουργία του και έχει ακολουθήσει η απόπειρα ανάκτησης. Σενάριο 3: HDD χωρίς αρχεία, χωρίς λειτουργικό σύστημα, συνδεδεμένος με docking station. Πριν τη διαγραφή του, είχε αρχεία διάφορων τύπων σε NTFS (ομοιάζοντας σε backup). Έχει ακολουθήσει διαμόρφωση σε HFS+ και εγγραφή άλλων αρχείων, διαγραφή του partition και στη συνέχεια (υποχρεωτικά) quick format σε NTFS και απόπειρα ανάκτησης. Σενάριο 1 – SD Card, FAT32 Πρόκειται για τη συνηθέστερη και απλούστερη περίπτωση απώλειας δεδομένων. Ένα φορητό εξωτερικό μέσο, χωρίς λειτουργικό σύστημα, στο οποίο δεν έχει εγγραφεί τίποτα από τη στιγμή που συνειδητοποιήσαμε ότι τα αρχεία μας έχουν διαγραφεί. Ομολογώ ότι συνήθως αυτή τη δοκιμή την πραγματοποιώ με ένα USB Flash Disk από το 2014, formatted σε FAT32, στο οποίο έχω απλώς διαγράψει τα αρχεία και το έχω στο συρτάρι μου με ένα αυτοκόλλητο «data recovery». Δυστυχώς, αυτή τη φορά τα αρχεία δεν μπορούσαν να ανακτηθούν. Τα ονόματά τους και τα μεγέθη τους ανιχνεύονταν κανονικά, αλλά τα περιεχόμενά τους δεν ήταν αναγνώσιμα. Επιπλέον, ο χρόνος που απομένει μέχρι την ολοκλήρωση της ανίχνευσης έφτανε πάντα στο 0 και αμέσως ξαναξεκινούσε από το 1:00. Εφόσον η εφαρμογή δεν έχει ενσωματωμένη εκτίμηση για την ακεραιότητα των αρχείων που εντοπίζει, θεώρησα βάσιμα ότι το Flash Disk που δεν έχω χρησιμοποιήσει εδώ και πολλούς μήνες δεν είναι πια αξιόπιστο, οπότε το αντικατέστησα για το απλό σενάριο με μια SD Card με παρόμοια χαρακτηριστικά. Τα αποτελέσματα από την ανάκτηση του Flash Disk δεν λαμβάνονται υπόψη στην αξιολόγησή μας. Ξεκινώντας την ανίχνευση, σε ελάχιστα δευτερόλεπτα πραγματοποιείται αυτό που συνήθως αποκαλείται Quick Scan, μια πρώτη διερεύνηση για διαγεγραμμένα αρχεία. Αντίθετα από ό,τι σε άλλες εφαρμογές, εδώ η βαθύτερη ανίχνευση συνεχίζεται χωρίς επέμβαση από τον χρήστη. Η μόνη ένδειξη ότι δεν έχει ολοκληρωθεί ακόμη είναι η επισήμανση Remaining Time στην κάτω αριστερή γωνία. Συχνά ο εκτιμώμενος χρόνος αυξάνεται ή μειώνεται και ήταν της τάξης των μερικών λεπτών για την SD Card των 16 GB. Η εταιρεία προτείνει για καλύτερα αποτελέσματα να περιμένουμε να ολοκληρωθεί η πιο ενδελεχής αναζήτηση, αλλά και αυτή τη φορά επαναλήφθηκε το ίδιο πρόβλημα της ατέρμονης επανεκκίνησης στο 1:00. Αν επιλέξουμε να αγνοήσουμε προς στιγμή το χρονόμετρο και προχωρήσουμε στην ανάκτηση ενός αρχείου, καλούμαστε να ορίσουμε τον φάκελο στον οποίο θα αποθηκευτεί. Προφανώς, πάντοτε πρέπει να χρησιμοποιούμε διαφορετικό δίσκο από εκείνον στον οποίο εκτελείται η ανίχνευση. Εντός του φακέλου που θα επιλέξουμε δημιουργείται ένας νέος, με όνομα «Recovered Data <DATE> <TIME>». Στη συνέχεια, εμφανίζεται ένα νέο παράθυρο που απεικονίζει την πρόοδο της διαδικασίας μόνο με μια μπάρα και στο τέλος αντικαθίσταται από την πληροφορία ότι η διαδικασία ολοκληρώθηκε επιτυχώς, μαζί με εικονίδια που μας επιτρέπουν να μοιραστούμε το χαρμόσυνο νέο στο twitter ή το facebook. Το τελευταία φαίνεται να είναι αναγκαίο στη δωρεάν έκδοση του προγράμματος, για να διευρύνει τον όγκο των ανακτήσιμων δεδομένων από 500 MB στα 2 GB. Πριν το στάδιο της ανάκτησης μπορούμε να επιλέξουμε την προεπισκόπηση των αρχείων που έχουν εντοπιστεί, η οποία όμως έχει σημαντικούς περιορισμούς. Ενώ είναι πολύ χρήσιμη λχ σε αρχεία εικόνας, αποτυγχάνει αν τα αρχεία είναι άγνωστης μορφής ή πολύ μεγάλα (>100 MB), ενώ προφανώς έχει απρόβλεπτα αποτελέσματα και αν το αρχείο μας έχει αλλοιωθεί σημαντικά. Πάντως, ακόμη κι αν αγνοήσουμε τη σύσταση της εταιρείας και πραγματοποιήσουμε την ανάκτηση πριν ολοκληρωθεί η διαδικασία ανίχνευσης, τα αρχεία που έχουν ήδη εντοπιστεί συχνά ανακτώνται χωρίς πρόβλημα. Αν, αντίθετα, αποφασίσουμε να επιστρέψουμε στην κεντρική οθόνη, εμφανίζεται ένα μήνυμα που μας παρακινεί να περιμένουμε την ολοκλήρωση της ανίχνευσης αρχείων. Στο τέλος του απλού σεναρίου, όλα τα αρχεία που ανακτήσαμε ήταν αναγνώσιμα και ειδικά τα αρχεία βίντεο ήταν αναπαράξιμα. Αν και εξαιτίας της αντικατάστασης του Flash Disk από την SD Card δεν είχαμε διαθέσιμα checksums για να επιβεβαιώσουμε την απόλυτη ταύτιση των ανακτημένων αρχείων με τα διαγραφέντα, το πρόγραμμα φαίνεται ότι έκανε αποτελεσματικά τη δουλειά του. Σενάριο 2 – SSD, NTFS, λειτουργικό Σχεδόν εξίσου σύνηθες είναι στην καθημερινή ρουτίνα και το επόμενο σενάριο που ελέγχουμε. Στον υπολογιστή που δουλεύουμε, διαγράφουμε έναν φάκελο ή μεμονωμένα αρχεία από την επιφάνεια εργασίας. Αν εξακολουθούν να βρίσκονται στον κάδο ανακύκλωσης, κανένα πρόβλημα. Απλώς τα επαναφέρουμε. Όμως, αν τα διαγράψουμε οριστικά με SHIFT+DELETE ή αδειάσουμε τον κάδο ανακύκλωσης, χρειαζόμαστε λογισμικό ανάκτησης δεδομένων. Το πρόβλημα σε αυτήν την περίπτωση είναι ότι ο δίσκος του συστήματος εξακολουθεί να λειτουργεί. Οι διαδοχικές εγγραφές δεδομένων πάνω από τα διαγραφέντα αρχεία μας συχνά αλλοιώνουν τα περιεχόμενά τους και κάνουν τη διαδικασία ανάκτησης αδύνατη. Αυτό περίπου συνέβη και κατά τη δοκιμή μας. Ενώ οι τίτλοι των αρχείων ήταν εμφανείς, τα περιεχόμενα των αρχείων είχαν αλλοιωθεί ανεπανόρθωτα. Στα αρχεία εικόνας, μόνο ένα μέρος ήταν εμφανές κατά την προεπισκόπηση, η οποία τουλάχιστον ήταν χρήσιμη για να κρατήσουμε χαμηλές προσδοκίες. Αντίστοιχα, μη ανακτήσιμα ήταν και τα .pdf μας, είτε τα αναζητήσαμε στο Desktop είτε στο Recycle Bin. Βέβαια, γι αυτό ευθύνεται κυρίως το σενάριο που ελέγχαμε κι όχι η αδυναμία του προγράμματος, καθώς είναι πρακτικά αδύνατο να εξασφαλίσουμε την ακεραιότητα των διαγεγραμμένων δεδομένων σε έναν δίσκο με λειτουργικό σύστημα, στον οποίο πραγματοποιούνται συνεχώς νέες εγγραφές. Στα πλαίσια αυτής της δοκιμής είχε νόημα να δοκιμάσουμε και μια ακόμη δυνατότητα του Data Recovery Wizard: Save session. Πατώντας την αντίστοιχη επιλογή, αποθηκεύσαμε την αποτελέσματα της ανίχνευσης για ανακτήσιμα αρχεία και μετά από μερικές ώρες ξαναδοκιμάσαμε να την επαναλάβουμε. Αναμενόμενα, μόλις φορτώσαμε την αποθηκευμένη ανίχνευση, η λίστα των αρχείων ενημερώθηκε αυτόματα. Όμως, πλέον ήταν διαθέσιμα πολύ λιγότερα, κάτι που σημαίνει ότι η εφαρμογή σώζει μόνο ελάχιστα μεταδεδομένα για να επιταχύνει την μελλοντική ανάκτηση κι όχι την πλήρη κατάσταση του δίσκου που περιέχει τα αρχεία (snapshot). Ένας δίσκος που συνεχίζει να λειτουργεί μειώνει συνεχώς την πιθανότητα να σώσουμε τα δεδομένα μας. Πριν περάσουμε στο τελευταίο, πιο σύνθετο σενάριο της δοκιμής μας, ας ρίξουμε μια ματιά στα φίλτρα που μπορούμε να εφαρμόσουμε κατά την ανάκτηση, για να εντοπίσουμε τα αρχεία που αναζητάμε. Αν και η επιλογή ονομάζεται Advanced Filter, κύριο μέλημα φαίνεται ότι είναι η ευχρηστία. Σίγουρα κάποιοι θα ενθουσιαστούν με τη δυνατότητα να επιλέξουν κάθε παράμετρο με το ποντίκι. Όμως, για κάτι που χαρακτηρίζεται Advanced, ίσως ήταν προτιμότερο οι επιλογές να γίνονται πληκτρολογώντας τους αναζητούμενους τύπους αρχείων, τις ημερομηνίες τροποποίησης, το μέγεθος ή ακόμη και τα πρώτα γράμματα του ονόματος, χωρίς να χρειάζεται να καταφύγουμε στην άχαρη επιλογή Others. Σενάριο 3 – HDD, NTFS > HFS+ Ένα σπάνιο, αλλά σημαντικό σενάριο ανάκτησης είναι αυτό που προκύπτει όταν αναζητάμε παλαιά δεδομένα σε έναν σκληρό δίσκο που μπορεί κάποτε να είχε παροπλιστεί, αλλά στο μεταξύ έχει βρει νέα χρήση. Με αυτό το σχέδιο κατά νου, επιλέξαμε έναν δίσκο που κάποτε χρησιμοποιούταν σε Windows με διαμόρφωση NTFS, στη συνέχεια χρησιμοποιήθηκε σε Mac OS με διαμόρφωση HFS+ και αποπειραθήκαμε να ανακτήσουμε αρχεία από την πρότερη κατάσταση, συνδέοντας τον δίσκο μέσω ενός USB 3.0 docking station (ICYDOCK MB981U3-1SA). Όσο ο δίσκος εξακολουθούσε να είναι διαμορφωμένος σε HFS+, δεν εμφανίστηκε κατευθείαν στο περιβάλλον του Data Recovery Wizard. Μετά την επαναδιαμόρφωση σε NTFS (quick format), χρειάστηκαν περίπου 40 λεπτά για να ολοκληρωθεί η ανίχνευση των χαμένων αρχείων στον δίσκο χωρητικότητας 250 GB. Επιχειρώντας να ανακτήσουμε κάποια από τα αρχεία που είχαν εμφανιστεί όσο η διαδικασία ανίχνευσης ήταν σε εξέλιξη, εμφανίστηκε μια προτροπή να επιτρέψουμε στη διαδικασία να ολοκληρωθεί. Περιέργως, κάποια εμφανίστηκαν στην κανονική δομή του συστήματος αρχείων και άλλα εμφανίστηκαν κάτω από τον τίτλο Lost Partition. Eπίσης μέρος του δίσκου ανακριβώς φαινόταν να έχει διαμορφωθεί ως exFAT. Η τεχνική εγγραφής δεδομένων στους συμβατικούς δίσκους κάνει πιθανότερη την ανάκτηση ακέραιων αρχείων σε περιπτώσεις σαν την τελευταία. Η σύντομη χρήση σε Mac OS οδήγησε σε πολύ μικρό όγκο εγγραφών, οπότε μεγάλο μέρος της επιφάνειας του σκληρού δίσκου είχε μείνει ανέπαφο. Αναμενόμενα, η εφαρμογή μας βρήκε μεγάλο αριθμό αρχείων που μπορούσαν να ανακτηθούν. Και πάλι η προεπισκόπηση ήταν ανεκτίμητη, παρά τους γνωστούς περιορισμούς και εν τέλει αρκετά αρχεία ήταν πλήρως αναγνώσιμα. Ανακεφαλαίωση Είναι φανερό από τα αποτελέσματα των δοκιμών μας ότι ο Data Recovery Wizard Professional είναι μια ενδιαφέρουσα επιλογή από τη μεγάλη γκάμα των εφαρμογών ανάκτησης δεδομένων. Προσφέρει σε ένα πολύ απλό περιβάλλον όλη τη βασική λειτουργικότητα που περιμένει ένας χρήστης που δεν έχει εξειδικευμένες γνώσεις και, σε απλές περιπτώσεις, παράγει καλά αποτελέσματα. Για τις πιο σύνθετες περιπτώσεις, ιδανικά η δυνατότητα προεπισκόπησης θα λειτουργούσε σε αρχεία με οποιαδήποτε κατάληξη ή μέγεθος και θα συνοδευόταν έστω από έναν απλό text/hex viewer. Εξίσου χρήσιμη θα ήταν και μια προκαταβολική εκτίμηση της ακεραιότητας κάθε αρχείου. Δεν είναι ασυνήθιστο το πρόγραμμα να ολοκληρώνει –φαινομενικά επιτυχώς- την ανάκτηση ενός αρχείου, το οποίο τελικά δεν είναι αναγνώσιμο. Πάντως, η EaseUS κάνει εξαιρετική δουλειά με την υποστήριξη των προγραμμάτων της στην ιστοσελίδα της. Η βοήθεια που παρέχει είναι απλή και κατανοητή, παρά την κινεζική χροιά στην αγγλική αφήγηση αρκετών βίντεο. Αν η τιμολογιακή πολιτική της ήταν απλούστερη και -ακόμη περισσότερο- αν ο Data Recovery Wizard Pro ήταν λίγο φτηνότερος, θα ήταν πολύ εύκολο να προτείνουμε την εφαρμογή. Όσοι ενδιαφέρεστε να τη δοκιμάσετε, οπωσδήποτε πειραματιστείτε αρχικά με την έκδοση Free, που δίνει τη δυνατότητα ανάκτησης έως 500 MB (+1500 MB με την κοινοποίηση σε μέσα κοινωνικής δικτύωσης). Εναλλακτικά, σχολιάστε παρακάτω για να συμμετάσχετε στην κλήρωση για 5 κωδικούς της πλήρους έκδοσης «EaseUS Data Recovery Wizard Professional» και καλή τύχη! + Ικανοποιητικά αποτελέσματα σε συνηθισμένα σενάρια ανάκτησης + Απλό περιβάλλον, χωρίς σύνθετες ρυθμίσεις + Εκτενής βοήθεια στην ιστοσελίδα της εταιρείας, με κείμενο, βίντεο και live chat + Εγγύηση επιστροφής χρημάτων 30 ημερών + Προεπισκόπηση αρχείων + Εκδόσεις για Windows ή Mac OS - Περιορισμένη παραμετροποίηση - Περιορισμοί στην προεπισκόπηση αρχείων - Πολύπλοκη τιμολογιακή πολιτική / κόστος Με βάση τα παραπάνω, η συνολική βαθμολογία του EaseUS Data Recovery Wizard Pro είναι:  theLAB.gr Απαιτήσεις εγκατάστασης Operating System: Windows 10/8.1/8/7/Vista/XP | Windows Server 2019/2016/2012/2008/2003 File System: FAT(FAT12,FAT16,FAT32) | exFAT | NTFS | NTFS5 | ext2/ext3 | HFS+ | ReFS Disk Space: 32MB minimum space for EaseUS Data Recovery Wizard installing CPU: 1GHz (32bit or 64bit) RAM: 1GB Ευχαριστίες Ευχαριστούμε θερμά την EaseUS για το κλειδί της δοκιμής και τις 5 άδειες χρήσης για τους αναγνώστες του TheLab.gr! Edit 26/07/2019: Συμπληρωματικά, η εταιρεία μάς χορήγησε εκπτωτικό κουπόνι -50% (επί της τιμής καταλόγου) για όσους αναγνώστες δεν είναι τυχεροί στον διαγωνισμό ή θα ήθελαν να αγοράσουν το πρόγραμμα άμεσα. Όσοι ενδιαφέρεστε να το αξιοποιήσετε, απλά ακολουθήστε τον σύνδεσμο! Για το TheLab.gr, acct, 25/07/2019.
  5. Εισαγωγή Κάποτε, κάποιος φίλος μου, σε μια κουβέντα που είχαμε σχετικά με τα περιφερειακά, μου είχε αναφέρει ότι δεν υπάρχει τέλειο ποντίκι σε όλους τους τομείς. Χρόνια μετά και αφότου έχουν περάσει δεκάδες από τα χέρια μου, δεν έχω παρά να συμφωνήσω. Αλλά εν τέλη τι εστί τέλειο και τι σημασία έχει εφόσον ένα ποντίκι ικανοποιεί τον κάτοχο του; Προσωπικά, θα πω καμία. Ας περάσουμε λοιπόν να δούμε πόσο ικανοποιημένος έμεινα από το Glaive RGB Pro Gaming Mouse της Corsair και πόσο πλησιάζει το τέλειο. Πριν περάσουμε στην παρουσίαση όμως, καλό θα ήταν να αφιερώσετε ένα λεπτό, στην κυριολεξία, ώστε πάρετε μια πρώτη ιδέα για το συγκεκριμένο ποντίκι παρακολουθώντας το επίσημο promotional video της κατασκευάστριας εταιρίας, Corsair. Ας περάσουμε λοιπόν τώρα στην παρουσίαση. Συσκευασία - Παρελκόμενα Η συσκευασία "φωνάζει" από μακριά ότι πρόκειται για προϊόν της Corsair. Όπως και στο "Corsair Ironclaw RGB Wireless Mouse" που παρουσιάσαμε πρόσφατα, έτσι και εδώ, συναντάμε την τυπική κιτρινόμαυρη συσκευασία που συναντάμε εδώ και αρκετό καιρό στα gaming περιφερειακά προϊόντα της Corsair. Μια όμορφη, λιτή και δίχως πολλά παρελκόμενα συσκευασία. Στην εμπρόσθια όψη της συσκευασίας απεικονίζεται μια μεγάλη φωτογραφία από το ποντίκι, ενώ στην πίσω όψη της συναντάμε τα τεχνικά χαρακτηριστικά του Glaive RGB Pro σε αρκετές γλώσσες, πλην των Ελληνικών δυστυχώς, όπως μερικές ακόμα φωτογραφίες από το ποντίκι και των εναλλακτικών μαγνητικών thumb grips. Όσο αφορά τις δύο πλαϊνές όψεις της συσκευασίας, αυτές εξυπηρετούν κατά κύριο λόγο αισθητικούς σκοπούς, όντας μαύρες για λόγους αντίθεσης και χωρίς κάποια ιδιαίτερης αξίας πληροφορία. Ανοίγοντας την συσκευασία, συναντάμε το ποντίκι, τα εναλλάξιμα μαγνητικά thumb grips, ένα υποτυπώδες εγχειρίδιο χρήσης, έναν οδηγό εγγύησης καθώς και ένα χαρτί σχετικά με την ανακύκλωση. And... that's all. Τεχνικά Χαρακτηριστικά Τα τεχνικά χαρακτηριστικά του Corsair Glaive RGB PRO Gaming Mouse παρατίθενται στον παρακάτω πίνακα: Εγγύηση 2 χρόνια Προγραμματιζόμενα κουμπιά 7 DPI 18,000 DPI Σένσορας PMW3391 Τύπος σένσορα Οπτικός Backlighting 3 ζωνών RGB On Board μνήμη Ναι Profiles on board μνήμης 1 Τύπος πλήκτρων Omron Συνδεσιμότητα Ενσύρματο Ανθεκτικότητα πλήκτρων 50M L/R Click Τύπος λαβής Palm Βάρος 115γρ (χωρίς καλώδιο και αξεσουάρ) Λογισμικό CUE Υποστηρίζεται στο iCUE Καλώδιο 1,8 μέτρα, υφασμάτινο Τύπος παιχνιδιού FPS, MOBA Report Rate 1000Hz / 500Hz / 250Hz / 125Hz Σύμφωνα με την Ευρωπαϊκή ιστοσελίδα της Corsair, η προτεινόμενη τιμή λιανικής του "Glaive Pro RGB Gaming Mouse" ανέρχεται στα 79,99€, με την τιμή του στην Ελλάδα να ξεκινάει από τα 83,10€ κατά το χρόνο συγγραφής της παρουσίασης. Επίσης η εγγύηση του ανέρχεται στα 2 έτη. Κάτω από το φακό To Glaive RGB Pro είναι σχεδιασμένο αποκλειστικά για δεξιόχειρες χρήστες και πιο συγκεκριμένα εκείνους που προτιμούν το palm-grip. Φέρει επίσης 7 πλήρως προγραμματιζόμενα κουμπιά που βρίσκονται στο κέντρο και προς τα αριστερά του, ώστε το πάτημα τους να γίνεται με τον αντίχειρα ή τον δείκτη. Όσο αφορά το αισθητικό κομμάτι, αρχικά να αναφέρω πως το ποντίκι είναι σχετικά μικρό σε μέγεθος, με gaming, αλλά όχι υπερβολική αισθητική. Το συνολικό του μήκος αγγίζει τα 12.5 εκατοστά και το πλάτος του κυμαίνεται από 6.5, 7 και 8.5 εκατοστά ανάλογα το μαγνητικό thumb grip που του έχει τοποθετηθεί, ενώ το βάρος του ανέρχεται στα 115 γραμμάρια. Στις πλαϊνές πλευρές του Glaive RGB Pro και εκεί όπου ακουμπάει ο χρήστης, η Corsair έχει τοποθετήσει μια λαστιχένια επίστρωση με επιφανειακή διαμόρφωση Knurlink (κανελάζ) , πράγμα που -πέρα από το καλύτερο και πιο σταθερό κράτημα που προσφέρει- βοηθάει αρκετά το καλοκαίρι όσο αφορά τον ιδρώτα. Στην επάνω αριστερά πλευρά του Glaive βρίσκουμε 5 ενδεικτικά LED τα οποία εξυπηρετούν στην ένδειξη του DPI προφίλ που έχει επιλέξει ο χρήστης. Στην εμπρόσθια του βλέπουμε την έξοδο του καλωδίου καθώς και κάποιες γρίλιες που στο κάτω μέρος τους και πίσω από αυτές υπάρχει ένα ημιδιάφανο πλαστικό κομμάτι έτσι ώστε να διαπερνάται από τον RGB φωτισμό και να δημιουργεί ένα ωραίο εφέ όπως θα δείτε σε παρακάτω φωτογραφίες. Τέλος, στην κάτω πλευρά του Glaive RGB Pro, βρίσκουμε τέσσερα pads, δύο μικρά στο πάνω μέρος και δύο μεγαλύτερα στο κάτω μέρος καθώς και τον οπτικό αισθητήρα "PMW3391" των 18,000 DPI. Corsair iCue Η Corsair φυσικά, όπως και οι περισσότεροι κατασκευαστές, δεν θα μπορούσε να μην προσφέρει το δικό της λογισμικό διαχείρισης περιφερικών. Το Glaive RGB Pro είναι πλήρως συμβατό με την σουίτα διαχείρισης της Corsair, Corsair iCue, για την παραμετροποίηση του. Η πρώτη καρτέλα του iCue αφορά την δημιουργία, διαχείριση αλλά και εναλλαγή προφίλ. Μπορούμε να δημιουργήσουμε προφίλ ανάλογα το παιχνίδι ή την εφαρμογή που θέλουμε, με τις ρυθμίσεις που θέλουμε και η εναλλαγή τους να γίνεται αυτόματα στις μη gaming εφαρμογές με το που έρθει το παράθυρο της εφαρμογής στο παρασκήνιο. Με αυτό τον τρόπο μπορείτε να έχετε ένα προφίλ αποκλειστικά για το Photoshop και ένα άλλο ξεχωριστό για το Premiere για παράδειγμα. Επόμενη στη σειρά είναι η καρτέλα "Actions". Στη συγκεκριμένη καρτέλα μπορούμε να φτιάξουμε μακροεντολές, είτε να κάνουμε remapping κάποια πλήκτρα. Όπως μπορείτε να δείτε στην παρακάτω φωτογραφία παρέχονται δεκάδες επιλογές παραμετροποίησης. Και τώρα σειρά έχει η καρτέλα των εφέ φωτισμού. Το Glaive RGB Pro προσφέρει 3 ανεξάρτητες ζώνες φωτισμού, μια στο μπροστινό μέρος, μια στα πλαϊνά όπου αφορούν τις κάθετες πλευρές και μια στο λογότυπο της Corsair που βρίσκεται πάνω στο ποντίκι. Μια ακόμα ζώνη φωτισμού θα μπορούσαν να θεωρηθούν και οι ενδείξεις LED καθώς είναι πλήρως παραμετροποιήσιμες όσον αφορά στον χρωματισμό τους, όχι μεμονωμένα όμως η κάθε μια, κάτι που θα ήταν αρκετά ενδιαφέρον αν ήταν εφικτό να γίνει. Για παράδειγμα, διαφορετικό χρώμα ανάλογα την επιλογή DPI. Στο παρακάτω βίντεο μπορείτε να δείτε τα εφέ που προσφέρει το Glaive RGB Pro και πως φωτίζει το κάθε ένα από αυτά το ποντίκι. Στη συνέχεια βλέπουμε την καρτέλα ρύθμισης των DPI. Στη συγκεκριμένη καρτέλα μπορούμε να φτιάξουμε όσα προφίλ με 6 επιλογές DPI θέλουμε, όπου η μια από αυτές αφορά αποκλειστικά το "Sniper" mode. Η εναλλαγή μεταξύ τους γίνεται από τα πλήκτρα που βρίσκονται κάτω από την ροδέλα με εξαίρεση την επιλογή Sniper όπου θα πρέπει να προγραμματίσετε κάποιο κουμπί στην καρτέλα "Actions" που θα κάνει αυτή τη λειτουργία. Αυτό μπορείτε να το κάνετε με τον παρακάτω τρόπο: Μεταβείτε στο iCue στην καρτέλα "Actions" Επιλέξτε πάνω αριστερά το κουμπί που θέλετε να επαναπροσδιορίσετε Κάντε κλικ στην καρτέλα "REMAP -> MOUSE BUTTON" Επιλέξτε από κάτω την επιλογή Sniper Και τέλος αλλάξτε το "Action trigger" από "While Pressed" σε "Toogle On/Off" Πολύ θετικό στοιχείο είναι επίσης η ύπαρξη των 5 ενδείξεων LED που μας δείχνουν από το 1 έως το 5 την επιλογή DPI που έχουμε επιλέξει, τα οποία μάλιστα είναι και εκείνα full RGB και πλήρως προγραμματιζόμενα όσο αφορά το χρώμα τους συνολικά μέσω της σουίτας iCue. Συνεχίζουμε στην καρτέλα Performance. Εδώ υπάρχουν οι επιλογές για ενεργοποίηση ή απενεργοποίηση του Angle Snapping, Enchange Pointer Precision όπως και μια μπάρα ρύθμισης της ταχύτητας του δείκτη του ποντικιού. Τέλος, η καρτέλα Surface Calibration. Στη συγκεκριμένη καρτέλα μπορούμε να κάνουμε calibration τον αισθητήρα (PMW3391) πάνω στην επιφάνεια που χρησιμοποιούμε ώστε να βελτιστοποιήσουμε την απόδοση του. Αποτελέσματα Μετρήσεων Στη συγκεκριμένη ενότητα θα σας παρουσιάσουμε τις επιδόσεις του Corsair Glaive RGB Pro και πως αποδίδει σε σχέση με τα υπόλοιπα gaming ποντίκια που σας έχουμε παρουσιάσει το τελευταίο διάστημα. Για την μέτρηση των επιδόσεων χρησιμοποιήσαμε το Enotus Mouse Test και πραγματοποιήσαμε 3 διαφορετικές μετρήσεις, σε 5 επίπεδα DPI. Όλες οι μετρήσεις του Glaive RGB Pro πραγματοποιήθηκαν σε ένα Genesis M12 Maxi Flash mousepad. Ξεκινώντας από το Polling Rate, όντας το σημαντικότερο κριτήριο για πολλούς Gamers, οι τιμές ήταν σχεδόν πανομοιότυπες καθώς κυμάνθηκαν από 972Hz έως και 975Hz, ελάχιστα μικρότερες δηλαδή από αυτές του Dark Core & Ironclaw RGB Wireless. Συνεχίζοντας στην δεύτερη μέτρηση που αφορά το Accuracy, οι μετρήσεις έδειξαν εξίσου καλά αποτελέσματα με την μικρότερη μέτρηση να ανέρχεται σε 93,8% και την μεγαλύτερη σε 98,5%. Η διαφορά είναι αρκετά μικρή και κατά πάσα πιθανότητα οφείλεται στην έλλειψη της τόσο μεγάλης ακρίβειας του χεριού στην πραγματοποίηση κάθε μέτρησης στις διαφορετικές τιμές DPI. Τέλος, όπως και στην παρουσίαση του Ironclaw RGB Wireless, αφήσαμε τις μετρήσεις που μας απασχόλησαν περισσότερο, αυτές του Smoothness. Οι μετρήσεις του Glaive RGB Pro, παρά την μικρότερη ποσοστιαία διακύμανση ανάλογα την τιμή DPI, είναι εξίσου κακές όπως και αυτές που Ironclaw το οποίο φέρει και εκείνο τον ίδιο αισθητήρα. Δεδομένου όμως ότι τόσο στην παρουσίαση του Ironclaw, όσο και του Glaive δεν παρατηρήθηκε ίχνος κακών επιδόσεων, θεωρούμε πως ενδεχομένως υπάρχει κάποια ασυμβατότητα ανάμεσα στον τρόπο λειτουργίας του αισθητήρα τους και στον τρόπο πραγματοποίησης των μετρήσεων "Smoothness" του Enotus. Εμπειρία Χρήσης Η εμπειρία χρήσης μου με το Glaive RGB Pro ήταν αρκετά ενδιαφέρουσα. Και αυτό διότι σαν claw προς palm-grip τύπος, το βρήκα αρκετά βολικό με το δεύτερο από τα τρία συνολικά thumb grips (βλέπετε φωτογραφίες παραπάνω) στο σχετικά μικρό μου χέρι. Κάθετε πολύ καλά στο χέρι μου και πατάω όλα τα κουμπιά με άνεση. Μάλιστα σαν μικρό ποντίκι που είναι σκέφτομαι ότι δεν θα είναι ιδανικό για τύπους με μεγαλούτσικο χέρι, καθώς το δάκτυλο μου σε palm-grip κυριολεκτικά αγγίζει το τέλος του αριστερού κλικ. Μπορώ να πως επίσης ότι το βρήκα πιο βολικό από διάφορα άλλα ποντίκια που έχω στην κατοχή μου, παρόλο που απευθύνεται σε palm-grip τύπους. Επίσης, παρόλο που δεν υπάρχει η δυνατότητα παραμετροποίησης του βάρους του, είναι όσο πρέπει για τα δικά μου γούστα. Δεν είναι ούτε πολύ ελαφρύ ώστε σε απότομες κινήσεις να "εκτοξεύεται", ούτε πολύ βαρύ ώστε να κουράζει μετά από πολύωρη χρήση. Όσο αφορά τα παιχνίδια, το βρήκα αρκετά ακριβές, με μηδαμινό latency, χάρις φυσικά στα 1000Hz polling rate, όπως τα περισσότερα ποντίκια άλλωστε τώρα πλέον, και μου άρεσε αρκετά η δυνατότητα αλλαγής ανάμεσα στα 5 προφίλ DPI on the fly με μόλις δύο κουμπιά (ένα πάνω, ένα κάτω) και η ένδειξη αυτών μέσω των 5 LED που φέρει το ποντίκι. Κάπου εδώ θα ήθελα να αναφέρω όμως ένα αρνητικό στοιχείο που παρατήρησα μετά από πολύωρη gaming και μη χρήση. Ο RGB φωτισμός επιφέρει θερμότητα στο ποντίκι σε σημείο που να είναι αισθητή στον χρήστη, ελάχιστα αισθητή βέβαια αλλά αισθητή. Παρόλα αυτή δεν βρήκα τα χέρια μου να ιδρώνουν παραπάνω από το φυσιολογικό τώρα το καλοκαίρι και πιθανόν το χειμώνα να αποτελέσει ένα ωραίο χαρακτηριστικό. Τέλος, όσο αφορά την ροδέλα του, κάτι που με ξένισε αρκετά είναι ότι δεν υπάρχει η δυνατότητα επιλογής της ταχύτητας του scroll, adaptive scroll speed ανάλογα το πόσο γρήγορα γυρίζει η ροδέλα ή η δυνατότητα free scroll. Παρόλα αυτά έχει πολύ ωραία κύλιση με steps, δεν ακούγεται σχεδόν καθόλου και είναι λαστιχένια, πράγμα που βελτιώνει την επαφή μαζί της. Επιπλέον το μεσαίο κλικ από άποψη δύναμης πατήματος είναι λίγο πιο σκληρό από τα αριστερό - δεξιό κλικ και κάνει ένα ωραίο clicky ήχο όταν πατιέται. Επίλογος Και κάπου εδώ φτάνει το τέλος της σημερινής παρουσίασης. Εν κατακλείδι, το Glaive RGB Pro είναι πλήρως παραμετροποιήσιμο, τόσο στο αισθητικό κομμάτι μέσω της iCue πλατφόρμας, όσο και στο πρακτικό κομμάτι μέσω των εναλλάξιμων thumb grips. Προσφέρει επίσης την κλασσική ποιότητα ενός Corsair προϊόντος, καθώς και άριστες επιδόσεις. Όλα τα παραπάνω λοιπόν το καθιστούν μια ολοκληρωμένη πρόταση, σε όλους τους τομείς, με μια κάπως αυξημένη σχετικά τιμή που όμως δικαιολογείται αν αναλογιστούμε τις επιδόσεις του, το RGB στοιχείο και τις παραμετροποιήσεις που προσφέρει. Συνοψίζοντας λοιπόν, τα υπέρ και τα κατά του Corsair Glaive RGB Pro Gaming Mouse, είναι: Ο καλός Αίσθηση διακοπτών Ποιότητα κατασκευής RGB φωτισμός 3 ζωνών Οπτικός αισθητήρας 18000 DPI Πλήρως παραμετροποιήσιμο μέσω του iCue Ο κακός Σχετικά υψηλή τιμή * Αποτελέσματα μετρήσεων smoothness Τα RGBs θερμαίνουν την επιφάνεια του ποντικιού Μη παραμετροποιήσιμη ροδέλα μέσω του software * Με βάση τα παραπάνω, η βαθμολογία του Corsair Glaive RGB Pro Gaming Mouse είναι:  TheLAB.GR Ευχαριστούμε θερμά την Corsair για την παραχώρηση του δείγματος της δοκιμής. UltraB - 20/08/2019
  6. Το TheLab.gr κάνει μία προσπάθεια έτσι ώστε να ανέβουν κάποια θέματα, για όλους εμάς που ασχολούμαστε με DIY καταστάσεις. Προοδευτικά όλα αυτά τα θέματα, θα συγκεντρωθούν σε μία δικιά τους κατηγόρια μέσα στο φόρουμ. Μέσα απο όλα αυτά τα θέματα, αυτό που θέλουμε να κάνουμε είναι να σας παρουσιάσουμε τεχνικές, εργαλεία, αλλά και γιατί όχι και καταστήματα τα οποία σχετίζονται με το θέμα pc modding. Η αρχή στο τομέα των καταστημάτων γίνεται σήμερα με ένα eshop, που προσωπικά έμαθα πρόσφατα για την ύπαρξη του. Το κατάστημα είναι το sleeve-modding.com και έχει έδρα στο Βουκουρέστι. Δε θα μακρηγορήσω, καθώς ήδη έχω πει κάποια πράγματα για το κατάστημα αυτό, στον οδηγό για Sleeve. Απλά θα σας παρουσιάσω μέσα από ένα βίντεο κάποια προϊόντα, που δεν είχαμε δει στον παραπάνω οδηγό. Θεώρησα προτιμότερο να ανοίξω ένα νέο θέμα και να μην βαρύνω και άλλο, το ήδη μεγάλο άρθρο του οδηγού. Πάρτε καφεδάκι και την υπομονή σας μαζί και πατήστε το κουμπί play Τελικά συμπεράσματα: Για τα sleeves του το ξέραμε, ότι το συγκεκριμένο κατάστημα είναι κορυφή και στο τομέα τιμής, αλλά και στο τομέα ποιότητας. Αυτό που θα ήθελα να δω στο τομέα του sleeve -απο το συγκεκριμένο κατάστημα- είναι μια μεγαλύτερη ποικιλία χρωμάτων. Για παράδειγμα, τώρα που με το νέο socket της intel πολλές καλές μητρικές παίζουν σε χρυσό χρώμα, θα ήθελα να μπορώ να πάρω vanilla sleeve, έτσι ώστε να μη το πληρώσω χρυσό στο MDPC site. Και γιατί όχι, να δούμε και άλλα χρώματα, όπως ένα στο χρώμα του χαλκού. Θα ήθελα μια μεγαλύτερη ποικιλία στη χρωματική παλέτα του μαγαζιού στα θερμοσυστελόμενα. Θα ήθελα να δω κόκκινα, πράσινα κλπ μακαρόνια, αφού υπάρχει το αντίστοιχο χρώμα σε Sleeve. Θα ήθελα να δω μια καλύτερη ποιότητα θερμοσυστελόμενου φυσικά, για όσους θέλουν θερμοσυστελόμενο στο τελείωμα του καλωδίου. Σε επικοινωνία μου με τον Emil, έμαθα ότι, μάλλον πέτυχε πολύ καλό μακαρόνι και δε μένει από το να το δοκιμάσει πριν το ανεβάσει στο Site του. Κλείνοντας να σας ευχαριστήσω για μία ακόμα φορά που ήσασταν μαζί μου. Εύχομαι να μην σας κούρασα με το μπλα μπλα μου και να σας έδωσα να καταλάβετε τι διαφορές υπάρχουν, ειδικά στο θέμα των εργαλείων. Last but not least να ευχαριστήσω θερμά το Sleeve-modding για την παραχώρηση των δειγμάτων, αλλά και για την άμεση και άψογη επικοινωνία που είχαμε. Προσωπικά στον Emil, θέλω να ευχηθώ κάθε ευτυχία και να μείνει απλός και προσιτός, όπως είναι τώρα. Παρακάτω ακολουθούν φωτογραφίες για να μπορέσετε να δείτε αναλυτικά τα εργαλεία και τα αποτελέσματά τους, καθώς επίσης και κάποια προϊόντα του καταστήματος. ... ... ... ... ... ... ... ... ... ...
  7. Εισαγωγή Μετά την επιτυχία του Elgato Stream Deck και του μικρού του αδελφού, του Elgato Stream Deck Mini, η Elgato παρουσίασε τον Γολιάθ της παρέας, το Elgato Stream Deck XL! Όπως και τα μικρά του αδέλφια, το Elgato Stream Deck XL είναι ουσιαστικά ένα προγραμματιζόμενο πληκτρολόγιο, όπου - μέσω του παρεχόμενου λογισμικού - σε κάθε πλήκτρο, μπορεί να αντιστοιχιστεί μια σειρά από λειτουργίες, ειδικά μελετημένες για να βοηθήσουν τους δημιουργούς περιεχομένου πολυμέσων και ακόμη περισσότερο τους streamers. Αυτό όμως που απογειώνει τη λειτουργικότητα είναι ότι το κάθε πλήκτρο είναι και μια μικρή οθόνη, που μπορούμε να προγραμματίσουμε να δείχνει ό,τι θέλουμε και να αλλάζει λειτουργία και εικονίδιο ανάλογα με το προφίλ που είναι ενεργοποιημένο ή το φάκελο λειτουργιών στον οποίον βρισκόμαστε. Είναι εμφανές ότι τόσο το Elgato Stream Deck XL όσο και οι μικρότεροι συγγενείς του, μέσω των προφίλ και των φακέλων, μπορούν να υποστηρίξουν απεριόριστο αριθμό λειτουργιών, αλλά τα 32 πλήκτρα - οθόνες του Elgato Stream Deck XL, έναντι των 15 του Elgato Stream Deck και των 6 του Elgato Stream Deck Mini, του δίνουν το πλεονέκτημα της χρήσης πολύ περισσότερων λειτουργιών με το πάτημα ενός μόνο πλήκτρου. Ακολουθήστε με λοιπόν για να δούμε αναλυτικά τα πώς και τα τι του Elgato Stream Deck XL. Φωτογράφιση Το Elgato Stream Deck XL έρχεται σε ένα χαρτονένιο, ιλουστρασιόν κουτί όπου κυριαρχούν οι κλασσικές μπλε αποχρώσεις της Elgato και, φυσικά, προβάλλονται τα βασικά χαρακτηριστικά του προϊόντος. Το αυτοκόλλητο σε μία από τις μικρότερες έδρες της συσκευασίας δηλώνει κατασκευή στην Taiwan. Ανοίγοντας το κουτί, το πρώτο που βλέπουμε είναι ο οδηγός χρήσης, ενώ από κάτω βρίσκεται η συσκευή, προστατευμένη από αραχνοΰφαντο κάλυμμα. Οι 2 εσοχές στο χαρτόνι κάνουν εύκολη την αφαίρεση της συσκευής ενώ κάτω από αυτή κρύβεται το διαμέρισμα που περιέχει το καλώδιο. Μαζί με το καλώδιο, βρίσκουμε καταχωνιασμένο βαθύτερα και το φυλλάδιο της εγγύησης, το οποίο ανεβάζει το συνολικό αριθμό των συνοδευτικών εντύπων σε δύο. Το καλώδιο είναι 1,5m, αρκετά μακρύ για τις περισσότερες περιπτώσεις, και είναι τύπου USB A από την πλευρά που συνδέεται στον υπολογιστή και USB C από την πλευρά της συσκευής. Είναι ποιοτικό και sleeved και καθώς είναι αφαιρούμενο, μπορεί να αντικατασταθεί σε περίπτωση φθοράς ή ακόμα και με κάποιο μακρύτερο, αν χρειάζεται. Φαίνεται ότι η Elgato άκουσε τα παράπονά μας στα προηγούμενα reviews, ότι τέτοιες premium συσκευές οφείλουν να έχουν αφαιρούμενο και sleeved καλώδιο και αυτό είναι πολύ θετικό. Η συσκευή είναι στα ίδια υψηλά πρότυπα ποιότητας όσο τα υπόλοιπα μέλη της οικογένειας που είχαμε δει. Στο εμπρός μέρος έχουμε μόνο το λογότυπο της εταιρίας και τα πλήκτρα - οθόνες. Πολλά πλήκτρα - οθόνες! Συγκεκριμένα έχουμε 32, σε 4 σειρές των 8. Στο πλάι βλέπουμε ένα τριγωνικό κενό που δημιουργείται ανάμεσα στο εμπρός μέρος (τη συσκευή) και το πίσω μέρος (τη βάση). Στο πίσω μέρος διακρίνουμε ανάγλυφο το λογότυπο της εταιρίας. Η βάση ενώνεται με τη συσκευή μαγνητικά και στέκεται με ασφάλεια αλλά ταυτόχρονα μπορεί να αφαιρείται εύκολα. Η συσκευή μπορεί να χρησιμοποιηθεί με τη βάση ή και μόνη της, αφού διαθέτει τα δικά της λαστιχένια ποδαράκια καθώς και δίοδο για το καλώδιο. Το καλώδιο... Που μπαίνει αυτό; Εκεί μπαίνει, σε υποδοχή που κρύβεται κοντά σε ένα από τα ποδαράκια της συσκευής. Στη συνέχεια το καλώδιο περνάει από οπή της βάσης... ...και έτοιμο! Το τμήμα της βάσης που ακουμπάει στο γραφείο καλύπτεται από μια μεμβράνη την οποία αφαιρούμε για να αποκαλύψουμε μια μεγάλη ελαστική επιφάνεια. Η επιφάνεια αυτή θα εξασφαλίσει την απόλυτη σταθερότητα της συσκευής κατά τη χρήση. Η τριγωνική οπή στο πλάι είναι καλαίσθητη και μας επιτρέπει να δούμε την πορεία του καλωδίου, το οποίο βγαίνει από την οπή που είδαμε στο πίσω μέρος της βάσης. Το σύνολο είναι λειτουργικό και όμορφο. Software - Stream Deck Το μεγάλο ατού του Elgato Stream Deck XL είναι το λογισμικό του, που ονομάζεται Stream Deck. Σε αυτό βλέπουμε εικονικά αντίγραφα από τις οθόνες του Elgato Stream Deck XL, οι οποίες συγχρονίζουν με αυτές της συσκευής σε πραγματικό χρόνο. Όπως φαίνεται στην παρακάτω λίστα, υπάρχουν έτοιμα Actions χωρισμένα σε 14 κατηγορίες, στα δεξιά του λογισμικού. Οι 11 κατηγορίες αντιστοιχούν σε δημοφιλή προγράμματα που σχετίζονται με το Streaming ενώ υπάρχει ακόμα η κατηγορία που περιέχει εντολές που αφορούν το ίδιο το Stream Deck, η κατηγορία που αφορά το σύστημα (System), δηλαδή τα Windows ή το Mac OS και η κατηγορία Custom. Τα Windows 10 x64 και το Mac OS 10.13 ή νεότερο είναι τα λειτουργικά συστήματα που υποστηρίζονται από το Stream Deck. Υπάρχει όμως διαθέσιμο και επίσημο SDK για όποιον ενδιαφέρεται για κάτι περισσότερο. Ας ανοίξουμε όλες τις κατηγορίες για να πάρουμε μια γεύση από τις εντολές που υποστηρίζονται. Η κατηγορία Custom είναι κάτι ιδιαίτερο. Πρόκειται για την κατηγορία όπου εγκαθίστανται Plug-ins κατασκευασμένα από τρίτους, με βάση το SDK που αναφέραμε. Εδώ βλέπετε στη λίστα 4 που έχω εγκαταστήσει. Το πλήκτρο "More Actions" κάτω δεξιά ανοίγει τη λίστα με όλα τα Plug-ins, τα οποία μπορούμε να εγκαταστήσουμε ή αν τα έχουμε ήδη εγκαταστήσει και δεν τα θέλουμε, να απεγκαταστήσουμε. Ο τρόπος που προγραμματίζονται οι εντολές στο Elgato Stream Deck XL είναι πολύ απλός και ο καθένας μπορεί να το κάνει σε λίγα λεπτά. Η βάση του συστήματος είναι το drag & drop από τις λίστες στα δεξιά, πάνω στο κάθε πλήκτρο - οθόνη και αυτόματα η σχετική δράση συσχετίζεται με αυτό. Καθώς μία από τις επιλογές της κατηγορίας Stream Deck είναι αυτή της δημιουργίας φακέλου, μέσα στον οποίο μπορούν να τοποθετηθούν άλλες εντολές, και υπάρχει και η δυνατότητα πολλαπλών υποφακέλων, οι εντολές που μπορούμε να προγραμματίσουμε συνολικά στο Elgato Stream Deck XL δεν έχουν περιορισμό. Συνεπώς, το ουσιαστικό πλεονέκτημα που έχει το Elgato Stream Deck XL απέναντι στην κανονική ή τη mini εκδοχή του είναι το πόσες εντολές βλέπουμε ταυτόχρονα σε κάθε περίπτωση, 32 αντί 15 ή 6, χωρίς να χρειαστεί να μπούμε σε υποφακέλους. Υπάρχει φυσικά και η διαφορά στις διαστάσεις και την τιμή, με την κανονική και τη mini εκδοχή να υπερτερούν σε αυτά, καθώς είναι και τα δύο μικρότερα και οικονομικότερα. Ας δούμε λοιπόν τις βασικές λειτουργίες του Elgato Stream Deck XL με ένα προφίλ βασισμένο στις εντολές συστήματος, για να το καταλάβουν όλοι, streamers και μη. Και ας ξεκινήσουμε με ένα φάκελο που δημιούργησα και ο οποίος βρίσκεται στο τελευταίο πλήκτρο της 2ης σειράς. Επιλέγοντας το πλήκτρο βλέπουμε ότι δεν έχει τίτλο, αλλά περιέχει 19 αντικείμενα. Εκτός από το εικονίδιο, σε κάθε πλήκτρο - οθόνη, μπορούμε να βάλουμε και ένα τίτλο ή και να μη βάλουμε, αν η λειτουργία είναι αυτονόητη. Εδώ βάλαμε τον τίτλο Web, ο οποίος αυτομάτως εμφανίστηκε πάνω από το εικονίδιο. Η επιλογή του εικονιδίου μπορεί να γίνει από κάποιο αρχείο εικόνας στο δίσκο μας, όπως έχω κάνει εδώ, ή να δημιουργήσουμε ένα δικό μας νέο εικονίδιο χρησιμοποιώντας μια online εφαρμογή της Elgato ειδικά για το Stream Deck, που ονομάζεται Key Creator, ή να αφήσουμε το Default εικονίδιο. Το Key Creator είναι πολύ εύκολο στη χρήση και προσφέρει αρκετές δυνατότητες δημιουργίας ή / και συνδυασμού των έτοιμων εικονιδίων που περιέχει. Εδώ βλέπουμε τη βασική του οθόνη. Και εδώ, όλα τα εικονίδια που περιλαμβάνει. Ας δούμε τώρα μερικά παραδείγματα εντολών στο Elgato Stream Deck XL. Η πρώτη σειρά περιέχει και τις 7 εντολές Multimedia που περιλαμβάνονται με το γενικό τίτλο Multimedia κάτω από την κατηγορία System. Το τελευταίο πλήκτρο της 1ης σειράς είναι ένα από τα Plug-ins και συγκεκριμένα το πιο δημοφιλές, το CPU. Αυτό μας δείχνει σε πραγματικό χρόνο το φορτίο του επεξεργαστή σε ποσοστό επί τοις εκατό. Όλη η 2η σειρά, εκτός από το φάκελο που είδαμε στο τέλος της, περιέχει εντολές για να ανοίξουμε φακέλους στα αποθηκευτικά μέσα του υπολογιστή. Η εντολή για να ανοίξουμε έναν φάκελο είναι απλή. Επιλέγουμε την εντολή Open στην κατηγορία System και τρέχουμε τον Windows Explorer (c:\windows\explorer.exe) με παράμετρο το φάκελο που θέλουμε να ανοίξουμε (εδώ s:\images). Μια λίγο πιο δύσκολη διαδικασία είναι το άνοιγμα ειδικών φακέλων του συστήματος, όπως του δικτύου, αλλά με λίγο γκουγκλάρισμα βρίσκονται εύκολα οι εντολές. Απλά αναζητήστε command line για ό,τι επιθυμείτε. Ο κάθε φάκελος μπορεί να περιέχει ένα συνδυασμό μέχρι 31 εντολών και υποφακέλων, καθώς το πρώτο πλήκτρο - οθόνη είναι πάντα η εντολή για να επιστρέψουμε στο ανώτερο επίπεδο φακέλων. Εδώ έχουμε ένα φάκελο που όλα του τα περιεχόμενα είναι σύνδεσμοι που οδηγούν σε ιστοσελίδες. Οι τίτλοι μπορούν να χρησιμοποιηθούν για παράδειγμα για να διαχωρίσουν ιστοσελίδες που είναι παρόμοιες αλλά με κάποια διαφορά, όπως για παράδειγμα το Amazon ή το Ebay σε διαφορετικές χώρες. Η εισαγωγή του URL είναι πολύ απλή και η σελίδα ανοίγει με τον προεπιλεγμένο φυλλομετρητή του συστήματος. Όλη η τρίτη και τέταρτη σειρά αφορούν την εκτέλεση εφαρμογών. Για να τρέξουμε κάποια εφαρμογή, τα πράγματα είναι ακόμα πιο απλά. Χρειάζεται μόνο να επιλέξουμε το εκτελέσιμο αρχείο της. Πάνω από τα πλήκτρα - οθόνες, στο λογισμικό Stream Deck, βλέπουμε 2 drop down, το ένα ονομάζεται Stream Deck ΧL και το άλλο Default Profile. Τι σημαίνει αυτό; Για αρχή, το λογισμικό υποστηρίζει τη χρήση πολλαπλών συσκευών. Μπορείτε λοιπόν να έχετε το Stream Deck XL, to Stream Deck XL2, το Stream Deck και το Stream Deck Mini συνδεδεμένα ταυτόχρονα, και επιλέγοντας από το μενού να προγραμματίζετε το κάθε ένα χωριστά. Για την κάθε συσκευή υποστηρίζονται όμως και διάφορα προφίλ που μπορούμε να φτιάξουμε. Ένα είναι πάντα το Default, που τρέχει γενικά, και τα υπόλοιπα μπορούν να αφορούν συγκεκριμένα προγράμματα. Ας δούμε λοιπόν ένα ενδεικτικό προφίλ για το Photoshop. Εδώ έχουμε χρησιμοποιήσει παντού το ίδιο εικονίδιο, για να προγραμματίσουμε μερικές δημοφιλείς εντολές του Photoshop, και σε κάθε πλήκτρο - οθόνη, ο τίτλος επεξηγεί τη λειτουργία. Για όλες τις λειτουργίες χρησιμοποιήσαμε την εντολή Hotkey και εκμεταλλευτήκαμε τις συντομεύσεις πληκτρολογίου του Photoshop. Σε αντίθεση με πριν, τοποθετήσαμε τον τίτλο στη μέση του πλήκτρου - οθόνης. Όπως βλέπετε στην επόμενη εικόνα, υπάρχουν αρκετές δυνατότητες τοποθέτησης και μορφοποίησης των τίτλων. Η εντολή Hotkey έχει πολλές δυνατότητες, που τις βλέπουμε στο παρακάτω μενού. Θα παρατηρήσατε ίσως το πλήκτρο - οθόνη πάνω δεξιά που αναγράφει 3 λειτουργίες μαζί. Αυτό είναι δυνατό μέσω της επιλογής Multi Action που βρίσκεται στην κατηγορία εντολών Stream Deck. Με αυτή την επιλογή μπορούμε να προσθέσουμε όσες εντολές θέλουμε, που εκτελούνται με τη σειρά. Εδώ βάλαμε απλά 3 εντολές Hotkey, αλλά δεν υπάρχει κάποιος περιορισμός στους συνδυασμούς. Και αφού πήραμε μια καλή ιδέα του εξαιρετικά εύκολου και ευέλικτου προγραμματισμού του Elgato Stream Deck XL, ας πάμε και στο γρανάζι της αρχικής οθόνης για να δούμε και τις βασικές ρυθμίσεις του προγράμματος. Το γρανάζι λοιπόν ανοίγει το παράθυρο των προτιμήσεων του προγράμματος, το οποίο έχει 3 ταμπέλες. Η πρώτη, η γενική (General) μας δίνει τη δυνατότητα ελέγχου για αναβάθμιση του λογισμικού και τη δυνατότητα να ορίσουμε το όνομα, το χρόνο μετά από τον οποίο μπαίνει σε sleep mode και τη φωτεινότητα της κάθε συνδεδεμένης συσκευής. Μας δείχνει επίσης της έκδοση του Firmware και το σειριακό αριθμό της κάθε συσκευής. Η δεύτερη ταμπέλα, αυτή των λογαριασμών (Accounts), μας δίνει τη δυνατότητα να ορίσουμε τα usernames και passwords για 5 από τις 11 υποστηριζόμενες εφαρμογές streaming, έτσι ώστε να μπορούμε να εκμεταλλευτούμε πλήρως τις σχετικές λειτουργίες. Και η τρίτη ταμπέλα, αυτή των προφίλ (Profiles), μας δίνει τη δυνατότητα να δημιουργήσουμε ή να σβήσουμε προφίλ, να ορίσουμε ποιο θα είναι το default... ... καθώς και ποιας εφαρμογής η ύπαρξη στο προσκήνιο θα ενεργοποιεί το κάθε προφίλ. Η Χρήση Η χρήση του Elgato Stream Deck XL, αφού παραμετροποιηθεί μέσω του λογισμικού του, είναι εξαιρετικά απλή και ευχάριστη. Πατάς το πλήκτρο, κάνει αυτό που του έχεις πει να κάνει. Με τη σύνδεση του Elgato Stream Deck XL στον υπολογιστή και αν δε βρει ανοιχτό το λογισμικό του, βλέπουμε στα πλήκτρα - οθόνες το λογότυπο της Elgato, σαν σε Video Wall. Με την εγκατάσταση του προγράμματος, αν έχει υπάρξει προηγούμενη συσκευή, όπως στην περίπτωσή μας με το Elgato Stream Deck, μας δίνεται η δυνατότητα να αντιγράψουμε τα προφίλ που είχαμε ήδη δημιουργήσει, στη νέα μας συσκευή, το Elgato Stream Deck XL. Όπερ και εγένετο. Αν δεν υπήρχαν τα προφίλ που είχαν μείνει από το Elgato Stream Deck, θα είχαμε δει το βασικό προφίλ, με μία μόνο εντολή που οδηγούσε στην ιστοσελίδα της Elgato. Φυσικά τα προφίλ συμπληρώθηκαν και τροποποιήθηκαν, όπως είδατε στην παρουσίαση του λογισμικού. Η ανάλυση των οθονών δεν είναι υπερ-υψηλή και τα εικονίδια σαφώς πιξελιάζουν από κοντά, αλλά σε μια φυσιολογική απόσταση χρήσης είναι μια χαρά. Τα χρώματα και η αντίθεση είναι πολύ καλά και οι γωνίες θέασης εξαιρετικές. Τα προφίλ αλλάζουν αυτόματα, όπως τα έχουμε ορίσει. Εδώ βλέπετε πώς φορτώνει αυτόματα το προφίλ του Photoshop που είδαμε παραπάνω, όταν κάνω κλικ στο παράθυρο του Photoshop και το φέρνω στο προσκήνιο και πώς φορτώνεται αμέσως το βασικό (Default) προφίλ όταν κλικάρω εκτός του παραθύρου. Τα πλήκτρα του Elgato Stream Deck XL, όπως και του κλασσικού αλλά και του mini, κάνουν ένα ικανοποιητικό χαμηλό ήχο όταν τα πιέζεις, σαν επιβεβαίωση ότι τα πίεσες, που μου άρεσε. Είναι όμως δυνατόν, αν πιέσει κάποιος ένα πλήκτρο απαλά και όχι έως το τέρμα, να μην αναγνωριστεί η κίνηση. Γι αυτό λοιπόν, τα πλήκτρα του Elgato Stream Deck XL πρέπει να πιέζονται αποφασιστικά. Απολογισμός To Elgato Stream Deck XL είναι απλά ένα μεγαλύτερο Elgato Stream Deck, με 32 πλήκτρα οθόνες αντί για τα 15 της κλασσικής ή τα 6 της mini έκδοσης. Κατά τα άλλα, η κατασκευή και η λειτουργία είναι ακριβώς οι ίδιες. Η συσκευή, όπως ακριβώς και τα Elgato Stream Deck και Elgato Stream Deck Mini, με εντυπωσίασε από το γεγονός ότι κάνει ακριβώς αυτό που υπόσχεται, χωρίς προβλήματα, χωρίς "αλλά", απλά και φυσικά. Το λογισμικό είναι εύκολο και λειτουργικό, δεν εντόπισα ούτε bugs ούτε κάτι που θα άλλαζα. Παρά το γεγονός ότι η συσκευή προορίζεται για χρήση από online content creators και live streamers, οι δυνατότητές της είναι σχεδόν απεριόριστες και μπορεί να προσαρμοστεί άνετα και για γενική χρήση, όπως είδαμε στα παραδείγματα παραπάνω. Η ποιότητα κατασκευής είναι εξαιρετική με καλά υλικά και σωστή συναρμογή. Τα πλήκτρα πατιούνται κάνοντας έναν ευδιάκριτο, ικανοποιητικό ήχο που δεν ενοχλεί και αποτελεί εξαιρετικό feedback. Το γεγονός ότι το πάτημα καταγράφεται στον τερματισμό του πλήκτρου και όχι αν αυτό πατηθεί πολύ απαλά (όχι για όλη τη διαδρομή του) δεν αποτελεί πρόβλημα, καθώς αυτή είναι περίπου ενάμισι χιλιοστό. Το μόνο που θα μπορούσε κανείς να βελτιώσει είναι η ανάλυση των οθονών του, οι οποίες όπως είδατε στις κοντινές φωτογραφίες, δεν είναι υπερ-υψηλή, αλλά για να είμαστε δίκαιοι, το Elgato Stream Deck XL δεν προορίζεται για να πατάτε τα πλήκτρα με τη μύτη. Στη φυσιολογική απόσταση χρήσης, τα pixels είναι αόρατα, τα χρώματα ζωηρά και το contrast άριστο. Με τι κόστος έρχονται όμως όλα αυτά; Το Elgato Stream Deck XL ξεκινάει από τα 254 ευρώ, τιμή που βρίσκω λογική για τη λειτουργικότητα που προσθέτει στις συσκευές εισαγωγής ενός υπολογιστή και το πλήθος των 32 πλήκτρων - οθονών. Για σύγκριση, το Elgato Stream Deck με τα 15 πλήκτρα, κοστίζει 144,91 ευρώ και το Elgato Stream Deck Mini με τα 6 πλήκτρα κοστίζει 89 ευρώ, οπότε το κόστος του Elgato Stream Deck XL ανά πλήκτρο είναι σημαντικά χαμηλότερο. Αν κάποιος χρειάζεται πολλές εντολές μαζί σε μία σελίδα, αυτό αποτελεί ένα ατού. Κατά τα άλλα, και οι 3 συσκευές, χάρη στα προφίλ και τους φακέλους, δεν έχουν περιορισμό στον αριθμό των εντολών που μπορείτε να προγραμματίσετε σε αυτές Ας συνοψίσουμε τα πλεονεκτήματα και τα μειονεκτήματα του Elgato Stream Deck XL: Πλεονεκτήματα + Εξαιρετική ποιότητα κατασκευής + Εξαιρετική λειτουργικότητα + Εξαιρετικό και πολύ απλό στη χρήση λογισμικό + Προγραμματισμός απεριόριστων λειτουργιών με προφίλ και φακέλους + Καθαρές οθόνες με ζωηρά χρώματα και πολύ καλό contrast + Λαστιχένια ποδαράκια που σταθεροποιούν άψογα τη συσκευή + Μαγνητική αφαιρούμενη βάση + Αφαιρούμενο, sleeved καλώδιο Μειονεκτήματα - Nothing to see here, move along Με βάση τα παραπάνω, η συνολική βαθμολογία του Elgato Stream Deck XL είναι:  theLAB.gr Ευχαριστούμε θερμά την Corsair για την παραχώρηση του δείγματος της δοκιμής. Πολύμερος Αχανιώτης 24/06/2019
  8. Εισαγωγή Πριν από περίπου ένα μήνα, σας είχαμε παρουσιάσει τα 1MORE Quad Driver. Σαν αρθρογράφος της συγκεκριμένης παρουσίασης, τα είχα βρει εξαιρετικά σαν σύνολο, τόσο από πλευράς ποιότητας κατασκευής, ήχου αλλά και φορητότητας. Έτσι λοιπόν, όταν μας προσέγγισε ξανά η 1MORE για μια νέα παρουσίαση, και πιο συγκεκριμένα των H1707 TRIPLE DRIVER OVER-EAR ακουστικών ανυπομονούσα να τα κρατήσω στα χέρια μου και να δω αν τα παραπάνω ισχύουν και για τα συγκεκριμένα ακουστικά και πόσο καλύτερα θα ήταν, θεωρητικά τουλάχιστον, ηχητικά όντας over-ear σε σχέση τα Quad Driver in-ear ακουστικά. Ας περάσουμε λοιπόν στην παρουσίαση και στην ενδιαφέρουσα εμπειρία μου με τα 1MORE H1707 TRIPLE DRIVER OVER-EAR. Συσκευασία Όπως και στα Quad Driver, έτσι και εδώ, η 1MORE ακολουθεί την ίδια φιλοσοφία όσον αφορά την συσκευασία. Εξαιρετική σε όλους τους τομείς και απόλυτα premium. Στο μπροστινό μέρος της συσκευασίας και στο κέντρο αυτής, συναντάμε μια μεγάλη εικόνα των Triple Driver Over-Ear, το λογότυπο της 1MORE στο πάνω αριστερά μέρος της, το λογότυπο High-Res Audio στο κάτω αριστερά μέρος της και μερικά ακόμα ενδιαφέροντα στοιχεία του προϊόντος μαζί με το όνομα του στην κάτω δεξιά πλευρά της συσκευασίας. Στην πίσω πλευρά συναντάμε μερικά ακόμα στοιχεία σχετικά με τα Triple Driver H1707, τα τεχνικά τους χαρακτηριστικά και διάφορα άλλα στοιχεία μικρότερης σημασίας όπως μπορείτε να δείτε στις παρακάτω φωτογραφίες: Πλαϊνές πλευρές δεν υπάρχουν καθώς υπάρχει ένα ακόμα εσωτερικό κουτί που εντός του φιλοξενεί το προϊόν και όλα τα παρελκόμενα. Ακόμα και σε αυτό το εσωτερικό κουτί, η 1MORE, έχει δώσει έμφαση στην κάθε λεπτομέρεια. Και τι εννοώ; Στο πλάι του εσωτερικού αυτού κουτιού, η 1MORE έχει τοποθετήσει έναν bronze μαγνήτη με τυπωμένο το λογότυπο της που συγκρατεί το κουτί κλειστό. Επιπλέον στην επάνω πλευρά της εσωτερικής συσκευασίας συναντάμε και μια ωραία επιγραφή με το λογότυπο της 1MORE. Κάτι που επίσης λάτρεψα και εδώ, όπως και στα Quad Driver, είναι τα παρακάτω σχεδιαγράμματα - σκίτσα που υπάρχουν στο εσωτερικό του ανοιγόμενου φύλλου της εσωτερικής συσκευασίας. Παρελκόμενα Για άλλη μια φορά, και όπως μας έχει συνηθίσει άλλωστε, η 1MORE δεν κάνει περικοπές στα παρελκόμενα. Εντός της εσωτερικής συσκευασίας που αναφέρουμε παραπάνω βρίσκουμε να συνοδεύουν τα ακουστικά τα παρακάτω παρελκόμενα: Αποσπώμενο καλώδιο χαλκού χωρίς οξυγόνο Gold Plated 3.5 mm σε 6.3 mm (1/4") αντάπτορα Θήκη μεταφοράς Πουγκί μεταφοράς Εγχειρίδιο χρήστη 1 cool αυτοκόλλητο της 1MORE Η θήκη μεταφοράς των ακουστικών είναι από σκληρό καουτσούκ με φερμουάρ όπου στο κάτω μέρος της τοποθετούνται τα ακουστικά ανάμεσα σε σκληρό αφρολέξ και στο επάνω μέρος της συναντάμε μια αφαιρούμενη θήκη που συγκρατείται με velcro για την αποθήκευση του καλωδίου και του 1/4 αντάπτορα. Υπάρχει επίσης και μια μαλακή θήκη μεταφοράς - πουγκί για όσους προτιμούν μια πιο compact λύση. Το καλώδιο των ακουστικών είναι 1.35 μέτρα, αποσπώμενο, άνευ οξυγόνου κατά 99% και επενδυμένο με kevlar braided sleeve για μέγιστη ανθεκτικότητα και εύκολο ξεμπέρδεμα. Οι ακροδέκτες του είναι ένα 3.5mm TRRS jack σε δύο 2.5mm TRS jacks, επιχρυσωμένοι και μάλιστα τα 2.5mm jacks που καταλήγουν στο ακουστικό είναι χρωματισμένα σε κόκκινο και λευκό που σε συνδυασμό με τις χρωματισμένες υποδοχές στα ακουστικά στα ίδια χρώματα, καθιστούν πανεύκολη την σωστή τους τοποθέτηση. Η προσοχή στη λεπτομέρεια που αναφέρθηκε. Στην συσκευασία περιέχεται επίσης και ένας επιχρυσωμένος αντάπτορας από 3.5 mm σε 6.3 mm (1/4") για την σύνδεση των ακουστικών σε ενισχυτές, DAC και λοιπές συσκευές με έξοδο 6.3mm. Κάπου εδώ θα ήθελα να επισημάνω ότι το καλώδιο που υπήρχε στα ακουστικά του δείγματος που μας έστειλε η 1MORE, φέρει μικρόφωνο και πλήκτρα διαχείρισης κλήσης / αυξομείωσης του ήχου. Το λέω αυτό διότι σε μια μικρή αναζήτηση που πραγματοποίησα παρατήρησα ότι πολλά καταστήματα αναφέρουν ότι δεν υπάρχει τέτοια δυνατότητα. Ψάχνοντας περισσότερο ανακάλυψα ότι το καλώδιο που υπήρχε στο δείγμα μας διαφέρει από τα υπόλοιπα που συνάντησα σε αρκετές φωτογραφίες στο ίντερνετ πράγμα που σημαίνει ότι η 1MORE πρόσθεσε αυτή την δυνατότητα μετέπειτα. Παλιό καλώδιο Νέο καλώδιο Τεχνικά Χαρακτηριστικά Παρακάτω παρατίθενται αναλυτικά τα τεχνικά χαρακτηριστικά των 1MORE TRIPLE DRIVER OVER-EAR H1707 ακουστικών. Γενικά Τύπος: Over-Ear Headphone Όνομα: 1MORE Triple Driver Over-Ear Headphones Χρώμα: Titanium Βάρος: 293 γραμμάρια Καλώδιο: Oxygen-free Copper Μήκος καλωδίου: 1.35 μέτρα Τύπος βύσματος: 3.5 mm Gold Plated Αντίσταση ηχείου: 32 Ω Ευαισθησία: 104 dB Εύρος απόκρισης συχνότητας: 20 - 40,000 Hz Μέγιστη ισχύς: 50 mW Εφαρμογή προτύπων: Q / WMSX 003-2016 Τα 1MORE TRIPLE DRIVER OVER-EAR H1707 είναι διαθέσιμα στην ελληνική αγορά σε τιμή που ξενικά από τα 229€ για την χρυσή έκδοση και τα 250€ για την titanium έκδοση. Η εγγύηση τους ανέρχεται σε 2 χρόνια στην ελληνική αγορά και σε όλη την Ευρώπη. Κάτω από τον φακό Στην συγκεκριμένη υπό-ενότητα αρχικά θα ήθελα να αναφερθώ στην ποιότητα τους, που σε όλους τους τομείς, την βρήκα εξαιρετική. Τα ακουστικά είναι κατασκευασμένα εξολοκλήρου από μέταλλο με πάνω από 20 διαδικασίες επεξεργασίας*. Τόσο ο σκελετός τους όσο και όλα τα υπομέρη που μπορούσαν να κατασκευαστούν από μέταλλο. *(Die casting, Feed plastic mouth cutting, Vibration magnetic throw for flashing, Plastic leveling, CNC carved milling, Appearance polishing, Fine sand blasting, Pretreatment before paint, Outer layer wear-resistant, Scratch-resistant treatment, Precision laser engraving lettering) Τα ακουστικά πέρα από εξαιρετικής ποιότητας, είναι και αρκετά κομψά. Έρχονται σε μαύρο και ασημί συνδυασμό χρωμάτων και όλα τα υλικά που έχουν χρησιμοποιηθεί είναι άριστης ποιότητας. Ο σκελετός των ακουστικών είναι από ανοξείδωτο χάλυβα μαύρου χρώματος και το μαξιλαράκι που ακουμπά στο κεφάλι του χρήστη τους είναι φτιαγμένο από τα ίδια υλικά που αναγράφονται λεπτομερώς λίγο παρακάτω στην υποκατηγορία των earpads. Το μαξιλαράκι της κεφαλής χωρίζεται επίσης σε δύο μεγαλύτερα μέρη και 5 μικρότερα που θυμίζουν αρκετά κυβάκια σοκολάτας και βοηθούν στην καλύτερη κατανομή του βάρους των ακουστικών, στον περιορισμό του ιδρώτα και στην ευκαμψία της στέκας. Οι ολισθητήρες ρύθμισης του μεγέθους είναι κατασκευασμένοι από αλουμίνιο, χρειάζονται μέτρια δύναμη για το άνοιγμα ή κλείσιμο τους, παρέχουν πανεύκολη η ρύθμιση και παραμένουν σταθεροί στην θέση που θα ρυθμιστούν. Επιπλέον το ίδιο υλικό κατασκευής έχει χρησιμοποιηθεί και στους μηχανισμούς περιστροφής των κέλυφων των ακουστικών που δυστυχώς περιστρέφονται μόνο 45° με αποτέλεσμα τα ακουστικά να μην κάθονται flat στις επιφάνειες που θα τοποθετηθούν. Το κάθε κέλυφος των ακουστικών είναι από ανοδιωμένο αλουμίνιο, ασημί / brushed χρώματος, με λεπτές αυλακώσεις που εκτείνονται γύρω από τις κάψουλες για μια επιπλέον πινελιά στο αισθητικό κομμάτι. Στις κάψουλες υπάρχουν επίσης και δύο υποδοχές των 2.5mm κόκκινου και λευκού χρώματος για την τοποθέτηση των αντίστοιχης διαμέτρου και χρώματος, βυσμάτων του καλωδίου. Επιπλέον στο εξωτερικό τους μέρος υπάρχει ένα καπάκι σε σχήμα ζάντας (περισσότερα παρακάτω) που προστατεύει το εσωτερικό των κελυφων. Μαξιλαράκια (aka earpads) Τα earpads των ακουστικών είναι κατασκευασμένα από μαύρο συνθετικό δέρμα και πιο συγκεκριμένα protein leather που εντός τους υπάρχει ένα πολύ μαλακό memory foam, κάτι που τα καθιστά αρκετά ξεκούραστα για πολύωρη χρήση. Επιπλέον τώρα το καλοκαίρι τα βρήκα να με ζεσταίνουν ελάχιστα και έπειτα από πολύωρη χρήση δεν υπήρχε ο ίχνος ιδρώτα. Congrats 1MORE! Αυτό που πιθανόν να βρουν κάποιοι αρνητικό όσο αφορά τα earpads, είναι το μέγεθος τους καθώς η εξωτερική τους διάμετρος ανέρχεται σε μόλις 80mm και το εσωτερικό τους άνοιγμα σε 45mm. Επομένως αυτό τα κατατάσσει μεταξύ on-ear και over-ear ακουστικών σαν ελαφρώς μικρότερα από αυτά που μέσου όρου. Παρά το μικρό τους μέγεθος όμως, βρήκα την απομόνωση τους αρκετά καλή αλλά αναρωτιέμαι πόσο εξίσου καλή θα είναι σε άτομα με πιο μεγάλουτσικα αυτιά. Πέρα από τα θετικά όμως, δυστυχώς τα earpads τους δεν είναι εναλλάξιμα καθώς είναι κολλημένα πάνω το κέλυφος των ακουστικών. Θεωρητικά τουλάχιστον, καθώς με μια μικρή αναζήτηση θα παρατηρήσετε ότι υπάρχει αρκετός κόσμος εκεί έξω που τα έχει αλλάξει και έχει τοποθετήσει από διαφορετικά ακουστικά ή custom μαξιλαράκια. Και επειδή όπως πιθανόν να έχετε καταλάβει μου αρέσει η προσοχή στην λεπτομέρεια, παρατηρήστε στην παρακάτω φωτογραφία τις σχισμές εντός των earpads για την καλύτερη διέλευση του ήχου και την ένδειξη left - right για την στιγμιαία εύρεση της σωστής πλευράς τοποθέτησης. Τέλος, ένα μικρό fun fact για τους φίλους της αυτοκίνησης, like me. Τα ακουστικά είναι σχεδιασμένα σε συνεργασία με την Maserati και μάλιστα το προστατευτικό μεταλλικό κάλυμμα που προστατεύει τα σωθικά που βρίσκονται στο κέλυφος των Triple Driver H1707 φέρει το σχέδιο της "Astro" ζάντας που συναντάμε στην Maserati GranTurismo. Επιπλέον στο προστατευτικό αυτό κάλυμμα αναγράφεται μεταξύ άλλων το "Trident Bass Reflector". Σας θυμίζει κάτι το Trident (τρίαινα); Αν όχι, για παρατηρήστε λίγο καλύτερα το λογότυπο της Maserati στην ζάντα της παρακάτω φωτογραφίας Ήχος Σε αντίθεση με τα περισσότερα ακουστικά που χρησιμοποιούν ένα μόνο δυναμικό οδηγό για όλο το εύρος μεταξύ 20Hz - 20kHz, τα Triple Driver H1707 όπως προδίδει και το όνομα τους χρησιμοποιούν τρεις οδηγούς, περίπου δηλαδή. Και γράφω περίπου διότι ο κύριος οδηγός τους είναι δυναμικός, από γραφένιο με ονομαστική αντίσταση 37 Ohm, ο δεύτερος ένα tweeter τοποθετημένο στην εμπρόσθια πλευρά των ακουστικών προς το αυτί ενώ ο τρίτος οδηγός είναι παθητικός και τοποθετημένος εντός της κάψας των ακουστικών πίσω από την κύριο οδηγό. Οπότε όπως καταλαβαίνεται μιλάμε για δύο δυναμικούς / ενεργούς οδηγούς και έναν παθητικό οδηγό ο οποίος λειτουργεί σαν Bass Reflector. Έτσι τα Triple Driver H1707 έχουν καταφέρει ένα εκτεταμένο εύρος συχνότητας, πέρα από το ανώτατο όριο της ανθρώπινης ακοής που φτάνει από 20Hz έως 40kHz κάτι που τους βοήθησε και στην λήψη της πιστοποίησης High-Res Audio. Επιπροσθέτως, τα H1707, όπως και τα περισσότερα προϊόντα της 1MORE έχουν ρυθμιστεί από τον τέσσερις φορές νικητή Grammy, μηχανικό ήχου Lucy Bignardi. Η αντίσταση των H1707 είναι 32Ω και η ευαισθησία τους ανέρχεται σε 104dB. Αυτό σημαίνει ότι είναι εύκολο να "οδηγηθούν" από τις περισσότερες πηγές όπως Smartphones, DAP συσκευές, φορητούς ενισχυτές κλπ. Οι συσκευές που χρησιμοποιήθηκαν και δοκιμάστηκαν τα H1707 είναι οι εξής: MacBook Pro, σταθερός Η/Υ με κάρτα ήχου SuperFX, Nokia 8 καθώς και σε ένα Sony Xperia Z3 Tablet. Δυστυχώς κατά την συγγραφή της παρουσίασης δεν υπήρχε η δυνατότητα δοκιμής τους σε κάποιο DAC. Χρησιμοποιήθηκαν επίσης οι παρακάτω υπηρεσίες streaming μουσικής: TIDAL, Spotify, YouTube. Έπειτα από δεκάδες ώρες ακρόασης κάθε είδους μουσικής και αφότου τα ακουστικά έγιναν burn-in για δεκάδες ώρες, έχω να πω ότι προσφέρουν άψογο ήχο. Αναλυτικότερα... Μπάσα: Τα μπάσα τους είναι ένα από τα δυνατά τους σημεία καθώς το "Trident Bass Reflector" πραγματικά λειτουργεί. Τα βρήκα όμως περισσότερο τονισμένα απ' όσο θα ήθελα και κάπως να κλέβουν την παράσταση από τις άλλες συχνότητες. Παρόλα αυτά είναι εξαιρετικά καθαρά, δίνουν την αίσθηση μεγαλύτερο χώρου και ότι ήχος παράγεται από αρκετά μεγαλύτερο ηχείο. Είναι επίσης αρκετά λεπτομερή και σε κάνουν να αναρωτιέσαι πώς κατάφεραν σε ένα τόσο μικρό χώρο να αποδώσουν τόσο αποδοτικά τις χαμηλές συχνότητες. Μεσαία: Οι μεσαίες συχνότητες είναι αρκετά διαχωρισμένες από τις χαμηλές και τις υψηλές και αρκετά πιο ουδέτερες. Είναι επίσης αρκετά λεπτομερείς, ακριβείς και προσφέρουν ένα ελαφρώς τρισδιάστατο feeling. Κάτι που παρατήρησα εδώ είναι ότι λόγω των έντονων μπάσων τα όργανα τείνουν να τραβούν λίγο περισσότερο την προσοχή σε σχέση με τις φωνές. Πρίμα: Τα πρίμα τους βοηθούν να δημιουργηθεί ένα πολύ ωραίο soundstage με ωραία απεικόνιση, σχεδόν 3D θα έλεγα και είναι αρκετά καθαρά και ακριβής. Επιπλέον στις υψηλές εντάσεις δεν "ξυρίζουν" και κατά την γνώμη μου είναι το δυνατότερο σημείο τους όσο αφορά στον ήχο. Σε όσα τραγούδια πάντως δεν γίνεται τόσο χρήση των χαμηλών συχνοτήτων τα ακουστικά αποδίδουν εξαιρετικά και δεν υφίσταται κάποιο αρνητικό στοιχείο λόγω των έντονων χαμηλών συχνοτήτων. Όσο αφορά το ηχητικό κομμάτι δοκιμάστηκαν επιπλέον με τις ρυθμίσεις του AutoEq που μπορείτε να βρείτε εδώ. Οι αλλαγές που παρατήρησα είναι ότι το σύνολο των συχνοτήτων ζωντανεύει αρκετά περισσότερο, τα μπάσα ηρεμούν και συνολικά τα ακουστικά γίνονται αρκετά πιο flat / ουδέτερα. Επιπλέον τα όργανα γίνονται πιο ξεκάθαρα και εύηχα. Σε όσα τραγούδια πάντως δεν υπήρχε τόσο έντονο το κομμάτι των χαμηλών συχνοτήτων, για παράδειγμα σε μόνο φωνητικά ή σε μουσική με μόνο πιάνο πχ, η διαφορά ήταν ελάχιστα αισθητή έως ανύπαρκτη. Και επειδή μου αρέσουν οι αριθμοί, με άριστα το 10 τα αριστερά νούμερα είναι χωρίς το AutoEq και τα δεξιά με AutoEq: Without AutoEq With AutoEq Μπάσα 8 9 Μεσαία 8 9 Πρίμα 9 9 Επίλογος Συνοψίζοντας, τα 1MORE Triple Driver H1707 αποτελούν μια ολοκληρωμένη premium πρόταση. Προσφέρουν άριστο ήχο, εξαιρετική ποιότητα κατασκευής και όλα τα απαραίτητα παρελκόμενα. Όσο αφορά το ηχητικό μέρος οι ουδέτερες μεσαίες συχνότητες και τα έντονα / αυξημένα πρίμα και μπάσα υποδηλώνουν ένα V-shape profile, κάτι που δεν θα αγαπήσουν οι λάτρεις των flat ακουστικών. Παρόλα αυτά πιστεύω πως ακόμα και εκείνοι μπορούν να τα φέρουν στα μέτρα τους και αξίζει να τα δοκιμάσουν αν έχουν την δυνατότητα καθώς οι τρεις οδηγοί που φέρουν προσφέρουν πολλές δυνατότητες, άψογο ήχο, εξαιρετικό soundstage και πραγματικά δίνουν μια ψευδαίσθηση ότι ο ήχος προέρχεται από μεγαλύτερα ηχεία και μάλιστα καλά! Θετικά: + Συσκευασία + Παρελκόμενα + Υψηλής ποιότητας υλικά + Ποιότητα κατασκευής + Ποιότητα ήχου Αρνητικά: - Μικρά και ρηχά ear pads - Τιμή στην Ελληνική αγορά - Έντονες χαμηλές συχνότητες out of the box 8.5  theLAB.gr Ευχαριστούμε θερμά την 1MORE για την παραχώρηση του δείγματος. Για το TheLab.gr, UltraB - 01/07/2019
  9. Εισαγωγή Θυμάμαι όταν έστηνα τον πρώτο μου υπολογιστή με DDR4. Ήθελα το καλύτερο και ομορφότερο που μπορούσα να βρω και φυσικά αυτό σημαίνει ότι οδηγήθηκα με μαθηματική ακρίβεια στις Dominator Platinum της Corsair. Αρκετά χρόνια μετά, στην εποχή του all things RGB, και αφού η Corsair έχει κάνει RGB σχεδόν όλα τα υπόλοιπα προϊόντα της, ήρθε η σειρά και των εικονικών Dominator να πάρουν το χρίσμα του πολύχρωμου φωτός. Σας παρουσιάζουμε λοιπόν τις Corsair Dominator® Platinum RGB 32GB (4x8GB) DDR4 3600MHz C18! Τι περιμένουμε από τις Corsair Dominator® Platinum RGB 32GB (4x8GB) DDR4 3600MHz C18; Σαφώς περιμένουμε εξαιρετικές επιδόσεις, καθώς η Corsair παραδοσιακά επιλέγει πολύ αυστηρά τα chips που χρησιμοποιεί στις ναυαρχίδες των μνημών της. Αλλά σίγουρα περιμένουμε και το κάτι παραπάνω στον τομέα του RGB, καθώς η Corsair δεν καθυστέρησε άδικα την υιοθέτηση του πολύχρωμου φωτισμού για τη σειρά Dominator. Ακολουθήστε μας σε αυτό το review για να δούμε αν επαληθεύτηκαν οι προσδοκίες μας! Φωτογράφιση Η συσκευασία των Corsair Dominator® Platinum RGB 32GB (4x8GB) DDR4 3600MHz C18 είναι τόσο ιδιαίτερη όσο και οι ίδιες οι μνήμες. Ένα τετράγωνο χαρτονένιο πλαίσιο με κομμένες τις 4 γωνίες έτσι ώστε να σχηματίζει ένα μη κανονικό οκτάγωνο φιλοξενεί 2 αντίστοιχου σχήματος πυκνά αφρολέξ, τα οποία στηρίζουν τις 4 διάφανες, πλαστικές θήκες των μνημών. Το χαρτόνι είναι κυρίως μαύρο, με λευκά γράμματα που περιγράφουν τις απαραίτητες πληροφορίες για το προϊόν, ενώ ο RGB χαρακτήρας τονίζεται από την πολύχρωμα φωτισμένη μνήμη και το λογότυπο του iCUE στο εμπρός μέρος. Οι μνήμες είναι χρώματος μαύρου σατινέ, με το λογότυπο της εταιρίας λίγο πιο γυαλιστερό και μόνο ένα αυτοκόλλητο στη μια πλευρά με τις βασικές πληροφορίες του μοντέλου. Οι ψύκτρες έχουν επανασχεδιαστεί με εξαιρετικό γούστο και διατηρούν το iconic της σειράς, φέρνοντάς το όμως στο μοντέρνο του σήμερα. Εδώ τις βλέπουμε τοποθετημένες στον υπολογιστή όπου και θα δοκιμαστούν στην πορεία του Review. Στα ενδότερα Όπως οι προκάτοχοί τους, οι Corsair Dominator® Platinum RGB 32GB (4x8GB) DDR4 3600MHz C18 φέρουν ψύκτρες που συναρμολογούνται με βίδες. Και όπως όλοι ξέρουμε, ουδείς reviewer του TheLab.gr μπόρεσε ποτέ να αντισταθεί στη σαγήνη του ξεβιδώματος. 4 βίδες και 4 καλοσχηματισμένα παξιμάδια αργότερα... ...και μπορούμε να αφαιρέσουμε τα 2 αλουμινένια τμήματα σχήματος Π που κρατάνε τις ψύκτρες στη θέση τους. Θεωρητικά οι ψύκτρες θα έπρεπε να αφαιρεθούν τώρα με ένα μικρό τράβηγμα, ίσα για να "ξεκολλήσει" το thermal pad που σίγουρα υπάρχει ανάμεσα στα chip της μνήμης και την ψύκτρα. Σωστά; Αμ δε! Όπως και στις προκατόχους των, οι Corsair Dominator® Platinum RGB 32GB (4x8GB) DDR4 3600MHz C18 χρησιμοποιούν ισχυρό αυτοκόλλητο thermal pad που απαιτεί κάποια προσπάθεια για να αφαιρεθεί, ειδικά αν δε θέλουμε να καταστραφεί εντελώς. Εντάξει, κατανοητό ότι οι μνήμες δεν έχουν τμήματα που μπορεί να χρειαστούν παρέμβαση από το χρήστη, αλλά ο λόγος της χρήσης κόλλας εκεί που υπάρχουν και σταθεροποιούν την κατασκευή 4 περαστές βίδες, μου διαφεύγει. Τέλος πάντων, αφού ξεκολλήσαμε την καλομελετημένη ψύκτρα, βλέπουμε ότι σε αυτή την πλευρά το module φέρει 8 chip μνήμης. Μια πιο κοντινή ματιά αποκαλύπτει τον χαρακτηριστικό κωδικό K4A8G085WB-BCPB. Μια γρήγορη αναζήτηση δείχνει ότι πρόκειται για chip της Samsung με χωρητικότητα 8Gb (Gigabits), δηλαδή 8Gb : 8Gb/GB = 1GB (Gigabyte). Θεωρητικά πρόκειται για DDR4 chips συχνότητας 2133MHz και τάσης λειτουργίας 1,2V, αλλά η Corsair έχει επιλέξει τα chips που μπορούν να φτάσουν με ασφάλεια τα 3600MHz, χρησιμοποιώντας 1.35V. Δεδομένου ότι το κιτ μας διαθέτει 4 αρθρώματα και έχει συνολική χωρητικότητα 32GB, το κάθε άρθρωμα έχει χωρητικότητα 32GB : 4 = 8GB. Και αφού στη μία πλευρά το άρθρωμα που ανοίξαμε φέρει 8 chip του 1GB, δηλαδή συνολική χωρητικότητα 8GB, στην άλλη πλευρά περιμένουμε να δούμε... ...κανένα chip μνήμης. Είναι πιθανόν ότι στα αρθρώματα των 16GB, θα συναντούσαμε άλλα 8 chip στη δεύτερη πλευρά. Αυτό που είναι σημαντικό να παρατηρήσουμε σε αυτή την πλευρά, είναι η μικρή λευκή υποδοχή στο άνω αριστερό τμήμα, στην οποία εισέρχεται μια καλωδιοταινία που συνδέει με το άθρωμα ένα εύκαμπτο PCB το οποίο καλύπτει όλο το κάτω μέρος του διαχυτή (υπόλευκου πλαστικού) μέσα από το οποίο περνάει το φως των RGB LEDs. Τα LEDs είναι μικροσκοπικά και πάνω σε αυτό το εύκαμπτο PCB. Πρόκειται για 12 (!) Cappelix LEDs που μπορούν να ελεγχθούν ξεχωριστά το καθένα, προσφέροντας μεγάλη ευελιξία στο φωτισμό! Χαρακτηριστικά Τα χαρακτηριστικά των Corsair Dominator® Platinum RGB 32GB (4x8GB) DDR4 3600MHz C18 φαίνονται στον παρακάτω πίνακα. Corsair iCUE και RGB φωτισμός Κατ' αρχάς, για να λειτουργήσει ο έλεγχος του RGB φωτισμού των αρθρωμάτων, και εφόσον αυτό γίνεται κατ' ευθείαν μέσω των DIMM Slot της μητρικής, χωρίς επιπλέον καλώδια, πρέπει να μπορεί η μητρική να γράψει στο SPD των αρθρωμάτων. Αυτό προϋποθέτει ενεργοποίηση της δυνατότητας μέσω του BIOS της μητρικής. Στην ASUS Rampage V Extreme αυτό γίνεται με την ενεργοποίηση του DRAM SPD Write. Ο έλεγχος του φωτισμού των Corsair Dominator® Platinum RGB 32GB (4x8GB) DDR4 3600MHz C18 μπορεί να γίνει μέσα από αρκετά προγράμματα ελέγχου RGB που παρέχονται μαζί με τις διάφορες RGB μητρικές, και έτσι να έχουμε και συγχρονισμό φωτισμού με αυτές. Η Corsair όμως ενσωματώνει τον έλεγχο και στο δικό της εξαιρετικό πρόγραμμα ελέγχου και ρύθμισης των συσκευών της, το Corsair iCUE. Ανοίγοντας το iCUE, βρισκόμαστε στην επιλογή HOME του βασικού μενού, όπου βλέπουμε τις υποστηριζόμενες συσκευές που είναι συνδεδεμένες στο σύστημά μας. Επιλέγουμε Dominator Platinum RGB Από τις συσκευές (DEVICES) και έχουμε ένα μενού με 5 επιλογές στα αριστερά (κάτω από το προφίλ) και την εικόνα ενός αρθρώματος των Corsair Dominator® Platinum RGB 32GB (4x8GB) DDR4 3600MHz C18 με 4 ενδείξεις θερμοκρασίας στα δεξιά του. Οι θερμοκρασίες είναι, προφανώς, μια για κάθε εγκατεστημένο άρθρωμα. Δεξιά από κάθε θερμοκρασία υπάρχει ένα μικρό μενού που χαρακτηρίζεται από 3 παύλες. Ενεργοποιώντας τις δύο επιλογές που περιέχει αυτό το μενού κάνουμε εμφανή τη συγκεκριμένη πληροφορία στο Dashboard και στο iCUE Space, τα οποία θα δούμε παρακάτω. Η πρώτη επιλογή στο μενού που είδαμε αριστερά, αφορά την εγκατάσταση των αρθρωμάτων στο σύστημά μας και ονομάζεται DIMM SETUP. Σε αυτό, μπορούμε να επιλέξουμε την τοπολογία των υποδοχών μνήμης της μητρικής μας, σε σχέση με την υποδοχή του επεξεργαστή, καθώς και το σε ποιες υποδοχές μνήμης έχουμε εγκαταστήσει αρθρώματα και τη φορά τους (προς τα πάνω ή προς τα κάτω, σε σχέση με την εγκοπή που έχουν στο κάτω μέρος τους). Υπάρχουν επιλογές τοπολογίας για κάθε είδος μητρικής που έχει κυκλοφορήσει έως τώρα. Αφού ρυθμίσουμε την τοπολογία, ανάλογα με τη μητρική μας και την τοποθέτηση των αρθρωμάτων, προχωράμε στο δεύτερο στοιχείο του μενού στα αριστερά, που αφορά τα εφέ του φωτισμού (LIGHTING EFFECTS). Όπως βλέπουμε στην παρακάτω εικόνα, έχουμε να επιλέξουμε από μια πληθώρα προκαθορισμένων (PREDEFINED) εφέ, καθώς και από κάποιων προσαρμόσιμων (CUSTOM) εφέ. Υπάρχουν βέβαια και τα εφέ της τρίτης λίστας, της λίστας του ενοποιημένου φωτισμού (LIGHTING LINK) που εφαρμόζει κάποια (τα περισσότερα) από τα προκαθορισμένα εφέ σε όλες τις συνδεδεμένες συσκευές της Corsair που υποστηρίζουν φωτισμό RGB. Πάνω από το μενού των εφέ φωτισμού, βλέπουμε την τοπολογία των αρθρωμάτων, όπως την ορίσαμε προηγουμένως. Μπορούμε να επιλέξουμε οποιαδήποτε και όσα θέλουμε από τα 4 αρθρώματα και να εφαρμόσουμε το κάθε εφέ και μπορούμε να εφαρμόσουμε όσα εφέ θέλουμε, σε επίπεδα (layers). Όμως αυτές οι φαινομενικά πολλές επιλογές όσον αφορά το φωτισμό, μπορεί να γίνουν πολύ περισσότερες. Ας κάνουμε μια μικρή παράκαμψη στην επιλογή των ρυθμίσεων (SETTINGS) του βασικού μενού και συγκεκριμένα στο πάνω μέρος της σελίδας του, όπου βρίσκονται οι ρυθμίσεις της συσκευής, εν προκειμένω των Corsair Dominator® Platinum RGB 32GB (4x8GB) DDR4 3600MHz C18. Οι μόνες επιλογές είναι η βασική ρύθμιση της μέγιστης φωτεινότητας, η ενεργοποίηση του πλήρους ελέγχου μέσω λογισμικού και η αναβάθμιση του firmware των αρθρωμάτων, εφ' όσον υπάρχει νεότερο, μέσω του διαδικτύου. Αυτό που μας ενδιαφέρει εδώ είναι η ενεργοποίηση του πλήρους ελέγχου μέσω λογισμικού. Αυτό που κάνει, όπως περιγράφει η προειδοποίηση ακριβώς κάτω από την επιλογή, είναι να ενεργοποιεί τη δυνατότητα της πλήρους παραμετροποίησης του φωτισμού, με την προειδοποίηση ότι αυτή , προφανώς λόγω πολυπλοκότητας, δε θα μπορεί να σωθεί πλέον πάνω στα αρθρώματα, αλλά θα λειτουργεί μόνο με τη χρήση του iCUE. Ας το ενεργοποιήσουμε λοιπόν. Επιστρέφοντας στα εφέ φωτισμού, βλέπουμε ότι τα 4 πλήκτρα μέσω των οποίων επιλέγαμε σε ποια αρθρώματα θα εφαρμοστεί το κάθε εφέ έχουν εξαφανιστεί. Αντί αυτού, μπορούμε να επιλέξουμε 12 περιοχές πάνω σε κάθε άρθρωμα, που αντιστοιχούν ακριβώς στα 12 LEDs που διαθέτει το καθένα, και να εφαρμόσουμε το εφέ που ρυθμίζουμε χωριστά σε όποια και όσα θέλουμε! Εντυπωσιακή λεπτομέρεια στην παραμετροποίηση δηλαδή, που - ας το παραδεχτούμε - πολύ λίγοι θα χρησιμοποιήσουν. Συνεχίζουμε λοιπόν με την παρουσίαση των εφέ φωτισμού, αφήνοντας ενεργοποιημένη την επιλογή της πλήρους παραμετροποίησης, καθώς αυτή "ξεκλειδώνει" όλα τα εφέ και θα μπορέσουμε να τα δούμε. Το πρώτο είναι το εφέ RAINBOW WAVE. Επιλέγουμε ταχύτητα (αργή, μεσαία, γρήγορη) και κατεύθυνση. Ας το δούμε σε μεσαία ταχύτητα και κατεύθυνση προς τα δεξιά. Το δεύτερο από τα προκαθορισμένα εφέ φωτισμού είναι το SPIRAL RAINBOW. Μπορούμε να επιλέξουμε ταχύτητα και φορά, δεξιόστροφη ή αριστερόστροφη. Ας το δούμε σε μεσαία ταχύτητα και δεξιόστροφη φορά. Το τρίτο προκαθορισμένο εφέ είναι το RAINBOW. Μπορούμε μόνο να επιλέξουμε την ταχύτητα. Ας το δούμε, σε μεσαία ταχύτητα. Το τέταρτο προκαθορισμένο εφέ είναι το COLOR SHIFT. Μπορούμε να το έχουμε με τυχαία ή με 2 προκαθορισμένα χρώματα και να επιλέξουμε την ταχύτητα. Ας το δούμε με τυχαία χρώματα και μεσαία ταχύτητα. Το πέμπτο προκαθορισμένο εφέ φωτισμού είναι το COLOR PULSE. Όπως και το προηγούμενο, μπορούμε να το έχουμε με τυχαία χρώματα ή με εναλλαγή 2 χρωμάτων που μπορούμε να επιλέξουμε. Μπορούμε επίσης να ρυθμίσουμε την ταχύτητα. Ας το δούμε με τυχαία χρώματα και μεσαία ταχύτητα. Το έκτο προκαθορισμένο εφέ φωτισμού είναι το COLOR WAVE. Μπορούμε επίσης να το έχουμε με τυχαία ή 2 χρώματα που μπορούμε να επιλέξουμε, να ρυθμίσουμε την ταχύτητα αλλά και την κατεύθυνση, σε Αριστερά, Δεξιά, Πάνω ή Κάτω. Ας το δούμε με τυχαία χρώματα, μεσαία ταχύτητα και προς τα δεξιά. Το έβδομο εφέ είναι το RAIN. Επιλέγουμε τυχαία χρώματα ή 2 της επιλογής μας, ταχύτητα και κατεύθυνση προς τα Πάνω ή Κάτω. Ας το δούμε με τυχαία χρώματα, μεσαία ταχύτητα και προς τα κάτω. Θα ήταν βέβαια μεγάλη παράλειψη ένα τέτοιο εφέ να μην το δούμε και με 2 προεπιλεγμένα χρώματα, σκούρο και ανοιχτό πράσινο, με μεσαία ταχύτητα και προς τα κάτω... Είπε κανείς MATRIX; Το όγδοο εφέ φωτισμού είναι το VISOR. Μπορούμε να το έχουμε σε τυχαία ή 2 χρώματα της επιλογής μας, σε χαμηλή, μεσαία ή υψηλή ταχύτητα και με διεύθυνση Οριζόντια ή Κάθετη. Ας το δούμε με τυχαία χρώματα, μεσαία ταχύτητα και οριζόντια διεύθυνση. Το ένατο προκαθορισμένο εφέ φωτισμού ονομάζεται SEQUENTIAL. Μπορούμε να το έχουμε είτε με τυχαία χρώματα, είτε με 1 χρώμα της επιλογής μας. Παράλληλα, μπορούμε να επιλέξουμε την ταχύτητα και την κατεύθυνση σε προς τα Πάνω και προς τα Κάτω. Ας το δούμε με τυχαία χρώματα, μεσαία ταχύτητα και φορά προς τα πάνω. Το δέκατο προκαθορισμένο εφέ φωτισμού ονομάζεται MARQUEE. Μπορούμε να επιλέξουμε 1 χρώμα και την ταχύτητα. Ας το δούμε σε κόκκινο χρώμα και μεσαία ταχύτητα. Το ενδέκατο προκαθορισμένο εφέ φωτισμού ονομάζεται TEMPERATURE και δεν είναι ακριβώς εφέ, αλλά η δυνατότητα ένδειξης οποιουδήποτε αισθητήρα θερμοκρασίας, σε 3 χρώματα που επιλέγουμε και ορίζουμε στο κάθε ένα και μια θερμοκρασία ενεργοποίησης. Με δεδομένο ότι έχουμε 4 αρθρώματα και 12 LEDs σε κάθε άρθρωμα, μπορούμε να μετατρέψουμε το κιτ των μνημών μας σε ένα πίνακα ενδείξεων με έως και 48 διαφορετικές ενδείξεις, η κάθε μία εκ των οποίων θα μπορεί να αναδείξει 3 διαφορετικά επίπεδα θερμοκρασίας. Το δωδέκατο προκαθορισμένο εφέ φωτισμού ονομάζεται STACK και μπορούμε να το έχουμε σε τυχαία χρώματα ή σε 1 που θα επιλέξουμε, σε αργή, μεσαία ή γρήγορη ταχύτητα και με κατεύθυνση προς τα Πάνω ή προς τα Κάτω. Ας το δούμε με τυχαία χρώματα, μεσαία ταχύτητα και προς τα κάτω. Το δέκατο τρίτο προκαθορισμένο εφέ φωτισμού ονομάζεται INSIDE OUT και μας δίνει τη δυνατότητα επιλογής μεταξύ τυχαίων χρωμάτων ή 2 χρωμάτων της επιλογής μας, αργής, μεσαίας ή γρήγορης ταχύτητας και κατεύθυνσης προς τα μέσα ή προς τα έξω. Ας το δούμε με τυχαία χρώματα, μεσαία ταχύτητα και προς τα έξω. Το δέκατο τέταρτο προκαθορισμένο εφέ φωτισμού ονομάζεται WATER και προσπαθεί να προσομοιώσει το εφέ του νερού. Χρησιμοποιεί 2 χρώματα, αυτό της βάσης, για το οποίο η προεπιλογή είναι το μαύρο, και αυτό του κυματισμού, για το οποίο επιλογή είναι το μπλε. Μπορούμε φυσικά να αλλάξουμε τα χρώματα αυτά, αν θέλουμε, καθώς και να επιλέξουμε την ταχύτητα. Ας το δούμε με τα προκαθορισμένα του χρώματα, σε μεσαία ταχύτητα. Το δέκατο πέμπτο εφέ είναι κάτι πολύ ενδιαφέρον, αλλά κρύβει μια απογοήτευση. Πρόκειται για το AUDIO VISUALIZER, δηλαδή εφέ με βάση τον ήχο, είτε αυτόν που παίζει η κάρτα ήχου του υπολογιστή, είτε αυτόν που "ακούει" το μικρόφωνο. Η απογοήτευση έγκειται στο γεγονός ότι η λειτουργία αυτή απαιτεί την ύπαρξη κάποιας συσκευής ήχου της Corsair στο σύστημα, αλλιώς αρνείται να λειτουργήσει. Φυσικά, δεν υπάρχει τεχνικός λόγος για μια τέτοια προϋπόθεση. Είναι απλά μια προσπάθεια της εταιρίας να μας "αναγκάσει" να αγοράσουμε ένα ακόμα προϊόν της. Και ενώ τα εν λόγω προϊόντα είναι αναμφίβολα πολύ καλά, η προσπάθεια αυτή, δεν είναι. Αν είχαμε συσκευή ήχου της Corsair, οι επιλογές του εφέ θα ήταν η κατεύθυνση, προς τα Πάνω, προς τα Κάτω ή προς τα Έξω. Το δέκατο έκτο προκαθορισμένο εφέ φωτισμού είναι το STROBING. Μπορούμε να το έχουμε με τυχαία χρώματα ή με 2 της επιλογής μας και να επιλέξουμε την ταχύτητα. Ας το δούμε με τυχαία χρώματα και μεσαία ταχύτητα. Το δέκατο έβδομο, και τελευταίο, προκαθορισμένο εφέ φωτισμού είναι το COLOR WARP. Μπορούμε να επιλέξουμε την ταχύτητα και την κατεύθυνση, που μπορεί να είναι Αριστερά, Δεξιά, Πάνω ή Κάτω. Ας το δούμε σε μεσαία ταχύτητα και προς τα δεξιά. Και κάπως έτσι τελειώσαμε με τα προκαθορισμένα εφέ και περνάμε στα πλήρως προσαρμόσιμα. Το πρώτο από αυτά είναι και το πιο απλό, το STATIC COLOR, που μας επιτρέψει να διαλέξουμε ένα χρώμα και την έντασή του. Τα υπόλοιπα πλήρως προσαρμόσιμα εφέ φωτισμού παρέχουν εξαιρετική παραμετροποίηση, μέσω μιας γραφικής παράστασης όπου στον κάθετο άξονα έχουμε την ένταση του φωτός, στον οριζόντιο το χρόνο και μέσα στην οποία μπορούμε να θέσουμε όσα σημεία θέλουμε, με ό,τι χρώμα θέλουμε το καθένα. Το κάθε εφέ ακολουθεί, με τον ιδιαίτερο τρόπο που ορίζεται από τον αλγόριθμό του, τις οδηγίες που του δίνει η γραφική παράσταση και στη συνέχεια τις επαναλαμβάνει σε μια αέναη λούπα. Φτιάξαμε ένα παράδειγμα με το δεύτερο από τα πλήρως προσαρμόσιμα εφέ φωτισμού, που ονομάζεται GRADIENT. Ας δούμε πώς φαίνεται το παραπάνω παράδειγμα. Με αντίστοιχο τρόπο λειτουργούν και τα υπόλοιπα 3 εφέ της κατηγορίας, που ονομάζονται RIPPLE, SOLID και WAVE. Έχοντας (επιτέλους) ολοκληρώσει την περιγραφή των, ομολογουμένως, πάρα πολλών εφέ φωτισμού, περνάμε τώρα στο τρίτο από τα πέντε αντικείμενα του μενού στα αριστερά. Και αυτό είναι οι χρονισμοί. Εδώ βλέπουμε απλά τους βασικούς χρονισμούς των μνημών και έχουμε την επιλογή να συμπεριλάβουμε τη σχετική πληροφορία στο DASHBOARD ή / και στο iCUE Space. Η τέταρτη επιλογή στο μενού στα αριστερά είναι το GRAPHING. Εδώ μπορούμε να δούμε τη γραφική παράσταση της θερμοκρασίας με το χρόνο του κάθε αρθρώματος χωριστά. Οι επιλογές για το συνολικό χρόνο του γραφήματος μπορεί να είναι 1 λεπτό, 5 λεπτά, 10 λεπτά, 30 λεπτά, 1 ώρα ή 1 ημέρα. Η πέμπτη και τελευταία επιλογή του μενού στα αριστερά είναι η NOTIFICATIONS. Εδώ μπορούμε να ορίσουμε 4 λειτουργίες όταν κάποιο άρθρωμα φτάσει κάποια θερμοκρασία. Αυτές οι λειτουργίες είναι να τεθούν όλοι οι ανεμιστήρες στο 100%, να γίνουν όλα τα RGB LEDs ένα συγκεκριμένο χρώμα, να τρέξει κάποιο αρχείο ή να σβήσει ο υπολογιστής μετά από κάποια προκαθορισμένα δευτερόλεπτα. Χρήσιμη λειτουργία προστασίας. Κάπως έτσι τελειώσαμε με το tab HOME και περνάμε στο DASHBOARD. Εκεί μπορούμε να δούμε συγκεντρωμένες όλες τις υποστηριζόμενες πληροφορίες για τις συσκευές που υποστηρίζει το iCUE καθώς και αρκετούς αισθητήρες του συστήματος που μπορεί να διαβάσει. Το tab INSTANT LIGHTING ενεργοποιεί ένα εκ των 10 προσφερόμενων χρωμάτων φωτισμού, σε όλες τις υποστηριζόμενες συσκευές. Επιστρέφουμε τώρα στο SETTINGS για να το δούμε λίγο αναλυτικότερα. Το πάνω μέρος το έχουμε ήδη δει, οπότε πάμε στο κάτω, που περιλαμβάνει τις ρυθμίσεις του iCUE. Αυτό έχει 4 tabs. Στο πρώτο, το GENERAL έχουμε τις γενικές επιλογές του iCUE καθώς και τον έλεγχο για ενημερωμένη έκδοση. Το δεύτερο, το OSD, περιλαμβάνει τις επιλογές για τη λειτουργία On Screen Display. Το τρίτο tab, το DASHBOARD περιλαμβάνει επιλογές για την καρτέλα του DASHBOARD. Τέλος, το SENSOR LOGGING έχει επιλογές για το logging των διαφόρων υποστηριζόμενων αισθητήρων. Έχουμε τελειώσει με τη βασική περιγραφή της λειτουργίας του iCUE όσον αφορά τον έλεγχο των Corsair Dominator® Platinum RGB 32GB (4x8GB) DDR4 3600MHz C18 αλλά αξίζει μια μικρή αναφορά και στο εικονίδιό του στο system tray. Ένα δεξί κλικ αποκαλύπτει το μενού που βλέπετε, το οποίο είναι αυτοεξηγούμενο. Το μόνο που χρήζει ιδιαίτερης μνείας είναι το Show iCUE Space. Επιλέγοντάς το, εμφανίζεται το iCUE SPACE στα δεξιά της οθόνης μας, εκτοπίζοντας όλα τα υπόλοιπα παράθυρα στην υπόλοιπη επιφάνειά της. Περιλαμβάνει πληροφορίες που έχουμε καρφιτσώσει εκεί, όπως ακριβώς και το DASHBOARD. Συνολικά, το iCUE μου άφησε άριστες εντυπώσεις. Κάτι που θα ήθελα να δω σε μελλοντικές εκδόσεις είναι η δυνατότητα επιλογής όχι μόνο 2 εναλλασσόμενων χρωμάτων στα προκαθορισμένα εφέ φωτισμού, αλλά όσων θέλουμε εμείς, με μια λειτουργία που θα ξεκινάει από 2 χρώματα και θα μπορούμε με ένα πλήκτρο να προσθέτουμε περισσότερα, μέχρι κάποιο όριο. Τη συγκεκριμένη λειτουργία τη θυμάμαι παλιά στο CUE, πριν ενσωματώσει το LINK και γίνει iCUE, αλλά για κάποιο αδιανόητο λόγο, χάθηκε στο δρόμο. Μεθοδολογία, χρονισμοί, ρυθμίσεις Τα βασικά χαρακτηριστικά του συστήματος πάνω στο οποίο έγιναν οι δοκιμές των Corsair Dominator® Platinum RGB 32GB (4x8GB) DDR4 3600MHz C18, φαίνονται στον παρακάτω πίνακα. Καθώς το σύστημα δοκιμών μας βασίζεται στο Chipset X99, η μεγαλύτερη συχνότητα μνήμης που μπορούσαμε να πετύχουμε με σταθερότητα με όλα τα κιτ μνήμης που είχαμε δοκιμάσει στο παρελθόν, ήταν τα 2800MHz. Όχι όμως με το κιτ των Corsair Dominator® Platinum RGB 32GB (4x8GB) DDR4 3600MHz C18! Εδώ μπορέσαμε με ευκολία να φτάσουμε τα 3200MHz. Καθώς όμως το κιτ είχε και άλλα περιθώρια, όντας πιστοποιημένο για 3600MHz, κατορθώσαμε να κατεβάσουμε το CAS Latency από το 18, που υποστηρίζει το κιτ, στο 14, με απόλυτη σταθερότητα. Μπορεί λοιπόν να χάσαμε κάτι σε συχνότητα αλλά κερδίσαμε σε Latency, η οποία θεωρητικά έπεσε από το 10 (που προβλέπει το κιτ) στο 8.5. Αν το αποτέλεσμα είναι συνολικά θετικό ή αρνητικό, αυτό εξαρτάται από την κάθε εφαρμογή και τις απαιτήσεις της. Σε κάθε περίπτωση, το Corsair Dominator® Platinum RGB 32GB (4x8GB) DDR4 3600MHz C18 είναι με διαφορά το καλύτερο κιτ μνήμης που έχουμε δοκιμάσει στην πλατφόρμα X99! Εδώ βλέπουμε λοιπόν τις ρυθμίσεις με τις οποίες δοκιμάσαμε τις Corsair Dominator® Platinum RGB 32GB (4x8GB) DDR4 3600MHz C18. Η σταθερότητα των κιτ δοκιμάστηκε με 250 επαναλήψεις στο IntelBurn Test, στη ρύθμιση Stress Level: Very High. Σε όλες τις δοκιμές, ο επεξεργαστής παρέμεινε στις εργοστασιακές του συχνότητες, τόσο για το Core (Turbo για όλους τους πυρήνες - 3500MHz) όσο και για το Uncore (3000MHz). Στους παρακάτω πίνακες βλέπετε συχνότητες, χρονισμούς και τάση λειτουργίας. Benchmarks Οι μετρήσεις μας αρχίζουν με τις δοκιμασίες μνήμης του AIDA64, καθώς και του CPU Photoworxx που εξαρτάται αρκετά από τις επιδόσεις της μνήμης. Ευχαριστούμε την AIDA για την παραχώρηση του προγράμματος. Συνεχίζουμε με Super PI MOD 1.5 που μετράει single thread performance. Το wPrime 2.10 μετράει multi-thread performance Το ίδιο και το Fritz. To benchmark του WinRAR μας δείχνει πώς τα πάει το σύστημα κατά τη συμπίεση αρχείων. Το benchmark του Truecrypt μας δείχνει τις επιδόσεις στην κρυπτογράφηση. Το Cinebench R15 δείχνει τις επιδόσεις στο rendering. Τέλος, το UL PCMark 10 δείχνει τις επιδόσεις του συστήματος σε διάφορα σενάρια χρήσης. Ευχαριστούμε τη UL για την παραχώρηση του προγράμματος. Όπως είδατε, οι Corsair Dominator® Platinum RGB 32GB (4x8GB) DDR4 3600MHz C18 έχουν εξαιρετικές επιδόσεις που ξεπερνούν φανερά το προηγούμενο καλύτερο κιτ που είχαμε δοκιμάσει και με το οποίο γίνεται η σύγκριση στα διαγράμματα. 3DMark Ας δούμε και τις 3D επιδόσεις και το κατά πόσο αυτές επηρεάζονται από τις ταχύτερες μνήμες. Είναι εμφανές από το παρακάτω διάγραμμα, ότι οι επιδόσεις των γραφικών εξαρτώνται κυρίως από την κάρτα γραφικών και όταν υπάρχει τόσο μεγάλο bandwidth που προσφέρουν τα 4 κανάλια μνήμης του X99, η παραπάνω ταχύτητα δεν προσφέρει κάτι. Επίλογος Όταν ξεκινούσα το review των Corsair Dominator® Platinum RGB 32GB (4x8GB) DDR4 3600MHz C18 περίμενα σπουδαία πράγματα. Ακόμα και έτσι όμως, το κιτ κατάφερε να με εκπλήξει και να με εντυπωσιάσει. Η ποιότητα κατασκευής παραμένει στα απαράμιλλα επίπεδα των παλιών Dominator! Τα RGB LEDs έχουν περάσει σε άλλο επίπεδο, αφού η χρήση 12 ξεχωριστά ελεγχόμενων, μικροσκοπικών Capellix LEDs σε κάθε άρθρωμα δίνει φαντασμαγορικά αποτελέσματα! Οι επιδόσεις, στο σύστημα των δοκιμών που χρησιμοποιεί το X99 chipset, ήταν σαφώς πάνω από ο,τιδήποτε άλλο έχουμε δοκιμάσει! Η σταθερότητα, ακόμα και όταν ζορίσαμε το σύστημα και τις μνήμες στα όρια, ήταν χωρίς υποχωρήσεις! Το ώριμο πλέον iCUE παρέχει, με ευκολία και φιλικότητα προς το χρήστη, μια πληθώρα επιλογών φωτισμού, τόσο για τον αρχάριο, όσο και για τον μυημένο στα μυστικά του RGB! Πόσο κοστίζει όμως το απόλυτο τετρακάναλο RGB κιτ των 32GB; Τη στιγμή συγγραφής αυτού του review, ξεκινάει από τα 377,02 ευρώ, συμπεριλαμβανομένου του ΦΠΑ αλλά μη συμπεριλαμβανομένων των μεταφορικών. Η τιμή είναι σαφώς υψηλή αν κάποιος επιχειρήσει τη σύγκριση με ένα απλό κιτ DDR4 32GB, αλλά τέτοια σύγκριση δεν υπάρχει ούτε στην τιμή, ούτε όμως και στις επιδόσεις ή την εμφάνιση! Κατά τη γνώμη μου, οι Corsair Dominator® Platinum RGB 32GB (4x8GB) DDR4 3600MHz C18 αξίζουν κάθε cent του κόστους τους και θα τα έδινα ευχαρίστως, όπως τα έχω δώσει στο παρελθόν για τις πρώτες Dominator. Ας συνοψίσουμε τα πλεονεκτήματα και τα μειονεκτήματα των Corsair Dominator® Platinum RGB 32GB (4x8GB) DDR4 3600MHz C18 . Πλεονεκτήματα + Εξαιρετικά υψηλές επιδόσεις + Εξαιρετική σταθερότητα + Εξαιρετική ποιότητα RGB φωτισμού + 12 ανεξάρτητα ελεγχόμενα Cappelix RGB LEDs ανά άρθρωμα μνήμης + Εύκολος έλεγχος του φωτισμού με το πρόγραμμα iCUE + Επισκόπηση της θερμοκρασίας, της συχνότητας και των βασικών χρονισμών των modules με το πρόγραμμα iCUE Μειονεκτήματα - Δεν καταφέραμε να βρούμε λόγο να γκρινιάξουμε 9.6 Superb  theLAB.gr Ευχαριστούμε θερμά την Corsair για την παραχώρηση του δείγματος της δοκιμής Πολύμερος Αχανιώτης 8/4/2019
×
×
  • Create New...

Important Information

By using this site, you agree to our Terms of Use.