Jump to content

Search the Community

Showing results for tags 'review'.



More search options

  • Search By Tags

    Type tags separated by commas.
  • Search By Author

Content Type


Categories

  • Cases Reviews
  • Heatsinks, Coolers & Watercooling Reviews
  • Input Devices & Peripherals Reviews
  • Barebones, NAS, Media Players Reviews
  • SSDs, HDDs and Controllers Reviews
  • Smartphones, Tablets and Gadgets Reviews
  • VGAs, Motherboards, CPUs & RAM Reviews
  • Power Supplies Reviews
  • Software & Games Reviews
  • Από το Εργαστήρι
  • Reviews in English

Forums

  • TheLab.gr
    • Ειδήσεις
    • Reviews
    • Από το Εργαστήρι
    • Thelab.gr Νέα και σχόλια
    • Δημοσκοπήσεις
    • Παρουσιάσεις Μελών
    • Τεχνολογικοί Προβληματισμοί
  • Talk to...
    • GearBest.com
    • Geekbuying.com
    • Coolicool.com
    • TomTop.com
  • Hardware & Overclocking
    • Intel Platform
    • AMD Platform
    • Κάρτες Γραφικών
    • Μνήμες DDR/DDR2/DDR3/DDR4
    • Αποθήκευση (HDD, SSD, NAS)
    • Κουτιά
    • Ψύξη
    • Τροφοδοτικά
    • Γενικά για Η/Υ
    • Modding & DIY
    • Μετρήσεις & Αποτελέσματα Υπερχρονισμών
  • Εργαλεία και Ιδιοκατασκευές (DIY)
    • Το στέκι του μάστορα
  • Περιφερειακά
    • Οθόνες & Projectors
    • Πληκτρολόγια και ποντίκια
    • Ήχος και Multimedia
    • 3D Εκτύπωση & CNC machines
    • Εκτυπωτές
    • Λοιπά Περιφερειακά
    • VR Technology
  • Software & Δίκτυα
    • Windows
    • Linux
    • Mac OS
    • Δίκτυα & Internet
    • Antivirus & Security
  • Gaming
    • PC Gaming
    • Steam & άλλες κοινότητες
    • Console & Handheld Gaming
  • Κινητές πλατφόρμες
    • Φορητοί υπολογιστές
    • Smartphones
    • Tablets
    • Gadgets, GPS, κτλ
    • Γενική Συζήτηση
  • Φωτογραφία κι εξοπλισμός
    • Φωτογραφικές μηχανές και λοιπά αξεσουάρ
    • Φωτογραφίες, επεξεργασία και δοκιμές
  • IT Section
    • Servers & hardware
    • Server OS & Virtualisation
    • Networking
    • Databases
    • Programming & Scripting
    • Web Development & DTP
  • Προσφορές & καταστήματα
    • Προσφορές και ευκαιρίες αγορών
    • Τι-Που-Πόσο
  • Το Παζάρι
    • Πωλήσεις
    • Ζήτηση
  • Γενική Συζήτηση
    • Off topic
    • The Jungle
    • Forum Δοκιμών
    • Αρχείο

Calendars

  • Ημερολόγιο Κοινότητας
  • Ημερολόγιο Gaming

Blogs

  • in|security
  • freesoft.gr
  • Virtual[DJD]
  • Οι αυτοματισμοί του τεμπέλη...

Find results in...

Find results that contain...


Date Created

  • Start

    End


Last Updated

  • Start

    End


Filter by number of...

Joined

  • Start

    End


Group


Skype


Website URL


Περιοχή


Ενδιαφέροντα


Επάγγελμα


Steam


Biography

Found 658 results

  1. Εισαγωγή Η φόρτιση των συσκευών που μας συνδέουν με τον κόσμο είναι μια καθημερινή δραστηριότητα που όσο περισσότερο την απλοποιούμε τόσο καλύτερη γίνεται η εμπειρία χρήσης. Η ασύρματη φόρτιση είναι μια τέτοια διαδικασία απλοποίησης που μας επιτρέπει να αποφύγουμε το καλώδιο και τη σύνδεση / αποσύνδεσή του, με το κόστος της πιο αργής και λιγότερο αποδοτικής φόρτισης. Με τους φορτιστές και τις συσκευές να υποστηρίζουν όλο και περισσότερα watt για ταχύτερη φόρτιση, οι ασύρματοι φορτιστές δεν είχαν άλλη επιλογή από το να ακολουθήσουν. Έτσι, η Choetech έφερε στην αγορά το ChoetechT535-S PowerDual 5 Coils Fast Wireless Charger Pad, μια επιφάνεια ασύρματης φόρτισης που υποστηρίζει τη φόρτιση με ισχύ μέχρι και 10W ανά συσκευή, ενώ παράλληλα μπορεί να φορτίσει 2 συσκευές ταυτόχρονα, με μέγιστη συνολική ισχύ φόρτισης τα 18W. Χαρακτηριστικά Τo ChoetechT535-S PowerDual 5 Coils Fast Wireless Charger Pad διαθέτει 5 πηνία φόρτισης, με αποτέλεσμα να μπορεί να φορτίσει συσκευές ανεξαρτήτως του τρόπου που θα τοποθετηθούν πάνω του, καθώς επίσης και να φορτίσει 2 συσκευές ταυτόχρονα με συνολική ισχύ 18W! Μπορεί να φορτίσει συσκευές όπως τα iPhone Xs, Xs Max, XR, X, 8 και 8Plus με 7.5W και συσκευές όπως τα Samsung Galaxy Note 9, S9, Note 8 και S8 με 10W! Μπορεί επίσης να φορτίσει με 5W όλες τις υπόλοιπες Qi-Enabled συσκευές. Καθώς το ChoetechT535-S PowerDual 5 Coils Fast Wireless Charger Pad δεν έρχεται με το δικό του φορτιστή / τροφοδοτικό, για όλα τα παραπάνω χρειάζεται να τροφοδοτείται από κάποιο φορτιστή τύπου QC 3.0. Η σύνδεση του ChoetechT535-S PowerDual 5 Coils Fast Wireless Charger Pad γίνεται μέσω υποδοχής USB-C. Είναι πολύ θετικό που περισσότερες συσκευές υιοθετούν την εν λόγω υποδοχή και ελπίζω κάποια στιγμή να έχουμε μόνο ένα τύπο καλωδίου για όλα. Φωτογράφιση To ChoetechT535-S PowerDual 5 Coils Fast Wireless Charger Pad έρχεται σε ένα λευκό κουτί του οποίου η εμπρός όψη έχει στο κέντρο της μια οβάλ διαφάνεια, που επιτρέπει να βλέπουμε το προϊόν και η οπίσθια ενημερώνει το χρήστη για τα βασικά χαρακτηριστικά του προϊόντος. Καθώς το ChoetechT535-S PowerDual 5 Coils Fast Wireless Charger Pad δεν περιέχει το τροφοδοτικό / φορτιστή που απαιτεί για να λειτουργήσει, η Choetech είχε την καλοσύνη να μας στείλει έναν κατάλληλο φορτιστή μαζί με το δείγμα μας. Ανοίγοντας το κουτί, βρίσκουμε το ChoetechT535-S PowerDual 5 Coils Fast Wireless Charger Pad και κάτω από αυτό ένα καλώδιο USB-C. Ακόμη πιο κάτω υπάρχει το manual. To manual είναι ένα τετράπτυχο που περιέχει όλες τις απαραίτητες οδηγίες και πληροφορίες για τη χρήση, τόσο στα Αγγλικά όσο και σε κάποια γλώσσα της ανατολής. Το καλώδιο είναι καλής ποιότητας, αρκετά χοντρό και δε μας προβλημάτισε καθόλου ούτε φάνηκε να έχει ουσιώδεις απώλειες. Η ίδια η συσκευή έχει μια λαστιχένια επιφάνεια στο πάνω μέρος της που εξασφαλίζει ότι το τηλέφωνο που φορτίζει δε θα γλιστρήσει από εκεί, ενώ τα λαστιχένια ποδαράκια στο κάτω μέρος της εξασφαλίζουν ότι ούτε και η ίδια η συσκευή υπάρχει περίπτωση να γλιστρήσει από την επιφάνεια πάνω στη οποία βρίσκεται. Τα ποδαράκια δίνουν χώρο αναπνοής και στις γρίλιες εξαερισμού που βρίσκονται στο κάτω μέρος και είναι απαραίτητες για να αποφευχθεί η υπερθέρμανση της συσκευής. Συνεπώς, το ChoetechT535-S PowerDual 5 Coils Fast Wireless Charger Pad πρέπει να χρησιμοποιείται μόνο πάνω σε σκληρές επιφάνειες, όπως ένα τραπέζι ή γραφείο και όχι πάνω στο κρεβάτι, καθώς εκεί θα μπορούσαν να μπλοκαριστούν οι οπές εξαερισμού. Στο κέντρο του πίσω μέρους της συσκευής υπάρχει η υποδοχή USB-C για την τροφοδοσία της. Στην αντίστοιχη θέση στο εμπρός μέρος υπάρχει ένα ενδεικτικό LED που ανάβει πράσινο όταν φορτίζεται κάποια συσκευή. Χρήση Η χρήση του ChoetechT535-S PowerDual 5 Coils Fast Wireless Charger Pad είναι ιδιαίτερα απλή. Το συνδέουμε με έναν κατάλληλο φορτιστή που υποστηρίζει QC 3.0 μέσω του συμπεριλαμβανόμενου USB-C καλωδίου, τοποθετούμε επάνω του μια συσκευή που υποστηρίζει ασύρματη φόρτιση και το ενδεικτικό LED ανάβει πράσινο καθώς η φόρτιση ξεκινάει. Τι συμβαίνει όμως στο παρασκήνιο; Για να το μελετήσουμε αυτό, πραγματοποιήσαμε αρκετές πλήρεις φορτίσεις ενός Samsung Galaxy Note 9, ενός τηλεφώνου δηλαδή που βρίσκεται στη λίστα των συμβατών συσκευών του προϊόντος και μάλιστα μπορεί να υποστηρίξει την ισχυρότερη προσφερόμενη φόρτιση στα 10W. Η κάθε φόρτιση έγινε με το κινητό απενεργοποιημένο και αφού αυτό είχε απενεργοποιηθεί μόνο του λόγω μπαταρίας. Στο παρακάτω διάγραμμα βλέπουμε την τάση, το ρεύμα και την συνολική ενέργεια στην είσοδο του ChoetechT535-S PowerDual 5 Coils Fast Wireless Charger Pad σε σχέση με το χρόνο. Η τάση ήταν περίπου στα 9,2V (κίτρινη γραμμή), κατά τα πρότυπα του QC 3.0 και η ένταση του ρεύματος έπαιζε κοντά στο 1,1A (γαλάζια γραμμή) για περίπου 1 ώρα και 50 λεπτά ενώ μετά ελαττωνόταν σταδιακά καθώς η μπαταρία του κινητού γέμιζε και μπορούσε να δεχτεί όλο και λιγότερο ρεύμα. Στις 2 ώρες και 50 λεπτά το LED φόρτισης του κινητού έγινε πράσινο, κάτι που σηματοδοτείται από μια αντίστοιχη απότομη πτώση του ρεύματος στη γραφική παράσταση, αλλά η φόρτιση συνέχισε για περίπου μισή ώρα ακόμα, δίνοντας ακόμη λίγη ενέργεια στην μπαταρία. Στις 2 ώρες και 55 λεπτά η φόρτιση ολοκληρώθηκε, έχοντας καταναλώσει 20,7584Wh. Η συνολική ενέργεια που έχει καταναλωθεί κάθε στιγμή δίνεται στο πρώτο διάγραμμα από την κόκκινη γραμμή. Τόσο στην ένταση του ρεύματος (μπλε γραμμή στο πρώτο διάγραμμα) όσο και στην ισχύ (πορτοκαλί γραμμή στο δεύτερο διάγραμμα) βλέπουμε ότι 4 φορές κατά τη διάρκεια της φόρτισης το ρεύμα και συνεπώς η ισχύς έπεσαν στο μισό, δηλαδή η ισχύς έπεσε από τα 10W στα 5W. Αυτό συνέβη διότι η ασύρματη φόρτιση δεν είναι μια αποδοτική διαδικασία. Σημαντικό μέρος της ισχύος χάνεται και μετατρέπεται σε θερμότητα. Στο περιβάλλον όπου έγινε η φόρτιση, η θερμοκρασία ήταν στους 24 βαθμούς και οι 4 αυτές μειώσεις στην ισχύ φόρτισης υποδηλώνουν ότι ο θερμικός έλεγχος του Samsung Galaxy Note 9 ενεργοποιήθηκε για να προστατέψει τη μπαταρία και έριξε την ισχύ στο μισό μέχρι να πέσει η θερμοκρασία της μπαταρίας σε αποδεκτά επίπεδα. Ως μέτρο σύγκρισης, ακολουθούν τα αντίστοιχα διαγράμματα μίας φόρτισης που έγινε απ' ευθείας με τον φορτιστή που χρησιμοποιήθηκε για την τροφοδοσία του ChoetechT535-S PowerDual 5 Coils Fast Wireless Charger Pad, τον Choetech Q3002 USB Wall Charger, και με το ίδιο καλώδιο. Βλέπουμε ότι η μέγιστη ισχύς φόρτισης έφτασε τα 14W, ο συνολικός χρόνος φόρτισης ήταν λιγότερο από 2 ώρες, με τη πράσινο LED στο Note 9 να ανάβει περίπου στη 1μιση ώρα, η συνολική ισχύς που καταναλώθηκε ήταν μόλις 13,5245Wh και δεν υπήρξε καθόλου thermal throttling. Στο παρακάτω διάγραμμα βλέπουμε όλα τα στοιχεία των 2 παραπάνω φορτίσεων. Αν απομονώσουμε την καταναλωθείσα ενέργεια, είναι φανερό πόσο αποδοτικότερη και ταχύτερη είναι η ενσύρματη από την ασύρματη φόρτιση. Η σύγκριση της ισχύος φόρτισης είναι και πάλι ενδεικτική. Βέβαια όλα τα παραπάνω είναι απολύτως αναμενόμενα και σε καμία περίπτωση αποτρεπτικά. Η ασύρματη φόρτιση παραμένει μια εξαιρετικά βολική και απόλυτα ενδιαφέρουσα λύση, ενώ το ChoetechT535-S PowerDual 5 Coils Fast Wireless Charger Pad την πραγματοποιεί με εξαιρετικό τρόπο, χωρίς κανένα απολύτως πρόβλημα και χωρίς να αφήνει περιθώριο για το οποιοδήποτε παράπονο. Επίλογος Το ChoetechT535-S PowerDual 5 Coils Fast Wireless Charger Pad είναι μια βάση φόρτισης που μπορεί να φορτίσει 2 συσκευές ταυτόχρονα, προσφέροντας μέγιστη ισχύ φόρτισης 10W ανά συσκευή και 18W συνολικά. Τα 5 πηνία φόρτισης που περιέχει εξασφαλίζουν άνεση στη χρήση καθώς οι συσκευές προς φόρτιση μπορούν να τοποθετηθούν πάνω στη βάση χωρίς να χρειάζεται κάποια ιδιαίτερη ευθυγράμμιση. Η συσκευή υποστηρίζει πρωτόκολλα ασύρματης φόρτισης με ισχύ 10W για τα τελευταία μοντέλα της Samsung, 7,5W για τα τελευταία μοντέλα της Apple και 5W για οποιαδήποτε συσκευή είναι Qi-Enabled. Κατά τη διάρκεια των εκτενών δοκιμών που έγιναν, επέδειξε υποδειγματική λειτουργία και δεν προβλημάτισε ποτέ και πουθενά. Για να λειτουργήσει το ChoetechT535-S PowerDual 5 Coils Fast Wireless Charger Pad απαιτεί να τροφοδοτηθεί από ένα φορτιστή που υποστηρίζει QC 3.0, όπως τον Choetech Q3002 USB Wall Charger, που χρησιμοποιήσαμε για τις δοκιμές μας. Το κόστος του ChoetechT535-S PowerDual 5 Coils Fast Wireless Charger Pad στα Ελληνικά καταστήματα ξεκινάει από τα 39 ευρώ, συμπεριλαμβανομένου του ΦΠΑ. Εναλλακτικά, μπορεί κάποιος να το προμηθευτεί από το online κατάστημα της εταιρίας στην τιμή των 31,2 δολαρίων ΗΠΑ και δωρεάν μεταφορικά, με τον κωδικό T535WCP. Για οποιοδήποτε άλλο προϊόν από το online κατάστημα της εταιρίας, ο κωδικός SAVE20WH προσφέρει 20% έκπτωση. Ας συνοψίσουμε λοιπόν τα πλεονεκτήματα και τα μειονεκτήματα του Choetech T535-S PowerDual 5 Coils Fast Wireless Charger Pad: Ο καλός - Υποστήριξη ασύρματης φόρτισης στα 10W, 7,5W και 5W, ανάλογα με τη συσκευή - Υποστήριξη φόρτισης 2 συσκευών ταυτόχρονα, με συνολική ισχύ φόρτισης 18W - Ευχέρεια τοποθέτησης συσκευών χωρίς ευθυγράμμιση, χάρη στα 5 πηνία - Απλή και αξιόπιστη λειτουργία - Λαστιχένια επιφάνεια εξασφαλίζει ότι η συσκευή που φορτίζεται δε θα γλιστρήσει - Λαστιχένια ποδαράκια εξασφαλίζουν ότι η βάση φόρτισης δε θα γλιστρήσει - Ενδεικτικό LED φόρτισης - Υποδοχή USB-C Ο Κακός - Ο κακός πήρε άδεια σήμερα καθώς δε βρήκαμε κάτι σχετικό Ο Αδιάφορος - Δεν περιλαμβάνεται ο απαραίτητος φορτιστής QC 3.0 Με βάση τα παραπάνω, η συνολική βαθμολογία του Choetech T535-S PowerDual 5 Coils Fast Wireless Charger Pad είναι:  theLAB.gr Ευχαριστούμε θερμά την Choetech για την παραχώρηση του δείγματος της δοκιμής. Πολύμερος Αχανιώτης 13/9/2019
  2. Edifier s730 2.1 λοιπόν,ηχεία καναδεζοκινεζικής εταιρίας... http://i182.photobucket.com/albums/x38/johnsonbgr/reviews/s730.gif ============================================================================= Ας ξεκινήσω με specs και διαστάσεις: Ηχεία: 20cm (ύψος) x 14cm (πλάγιο πλάτος - 15cm με το grill φορεμένο) x 12cm (πλάτος πρόσοψης) Subwoofer: 40cm (ύψος) x 44cm (πλάγιο πλάτος - με το grill - δεν περιλαμβάνεται η ψύχτρα του ενισχυτή) x 35cm (πλάτος πρόσοψης) Το Subwoofer έχει ένα 10" μεγάφωνο,και δεν είναι ported,έχει άλλα δύο 10" μεγάφωνα χωρίς πηνίο (Passive Radiators). Τα δίδρομα ηχεία βιβλιοθήκης,έχουν πάνω ένα 4" (3.5" Actually) midbass μεγάφωνο,και ένα tweeter. Ισχύς ενισχυτή κατασκευαστή,απόκριση συχνότητας και λοιπές πληροφορίες,τρόποι σύνδεσης: Power output: RMS 2 x 75W (4Ohm) + 150W (8Ohm) (THD=10%) Signal to noise ratio (amplifier SNR): >=85dBA Input sensitivity: PC: Ηχεία: 650mV +/- 50mV Subwoofer: 250mV +/- 50mV Frequency response: Ηχεία: 160Hz ~ 20kHz Subwoofer: 20Hz ~ 130Hz Το set μπορεί να συνδεθεί με αναλογική σύνδεση,και ψηφιακή σύνδεση. Στην ψηφιακή συνδέεται με οπτική (toslink) και ομοαξονική (coaxial). Επίσης στην αναλογική μπορεί να συνδεθεί με δύο πηγές. Το pc στην πρώτη stereo RCA είσοδο,και μια άλλη πηγή (πχ cd changer,dvd player,tuner κτλ) στην δεύτερη stereo RCA είσοδο. Τι κατάλαβα εγώ από ισχύ: Από ισχύ,τα ηχεία δέχονται 75w max (το καθένα) στα 4ohm,και ο μετασχηματιστής του ενισχυτή καταναλώνει 1A στα 240v. 1(a) x 240(v) = 240(w) (70% A/B Class Amplifier Efficiency) Υπολογίζω η υσχή να είναι περίπου 150w το subwoofer,και 45w το κάθε ηχείο. Ή 2x50w και 140w το subwoofer,κάτι τέτοιο πάντως. Από εκεί και πέρα τα ohm και η ευαισθησία παίζουν ρόλο,την οποία ευαισθησία των ηχείων δεν την ξέρω. Παρόλα αυτά είναι αν όχι το δυνατότερο,ένα απ'τα δυνατότερα 2.1 multimedia sets. Οι φωτογραφίες τώρα: Το κουτί 30 κιλών που το έφεραν δύο άτομα: http://i182.photobucket.com/albums/x38/johnsonbgr/reviews/DSC03530.jpg http://i182.photobucket.com/albums/x38/johnsonbgr/reviews/DSC03533.jpg Ότι καλώδιο κτλ περιλάμβανε η συσκευασία: http://i182.photobucket.com/albums/x38/johnsonbgr/reviews/DSC03357.jpg (Stereo RCA,Stereo RCA to Stereo 3.5mm Jack,Coaxial Cable) Το όμορφο εργονομικό Control Pod: http://i182.photobucket.com/albums/x38/johnsonbgr/reviews/DSC03386.jpg http://i182.photobucket.com/albums/x38/johnsonbgr/reviews/DSC03403.jpg Το τηλεχειριστήριο: http://i182.photobucket.com/albums/x38/johnsonbgr/reviews/DSC03482.jpg Τα ηχεία βιβλιοθήκης: Ηχείο μόνο του http://i182.photobucket.com/albums/x38/johnsonbgr/reviews/DSC03362.jpg Ζεύγος - Το ένα με την σήτα,το άλλο χωρίς http://i182.photobucket.com/albums/x38/johnsonbgr/reviews/DSC03370.jpg Τα δύο με σήτα,σε ρομαντική ατμόσφαιρα () http://i182.photobucket.com/albums/x38/johnsonbgr/reviews/DSC03373.jpg Και η πίσω μεριά: http://i182.photobucket.com/albums/x38/johnsonbgr/reviews/DSC03463.jpg Τώρα η στιγμή που όλοι περιμέναμε.Το subwoofer τέρας! Μπροστά: http://i182.photobucket.com/albums/x38/johnsonbgr/reviews/DSC03419.jpg Άλλο μπροστινό πλάνο: http://i182.photobucket.com/albums/x38/johnsonbgr/reviews/DSC03374.jpg Χωρίς την σήτα: http://i182.photobucket.com/albums/x38/johnsonbgr/reviews/DSC03523.jpg (Ξέρω ακριβώς με τι μοιάζει μην μου το θυμίζετε,αλλά καμιά σχέση,δεν είναι Tangband. Edifier μεγάφωνο - Το Tangband των Logitech) Passive Radiators: http://i182.photobucket.com/albums/x38/johnsonbgr/reviews/DSC03515.jpg Διακριτικό: http://i182.photobucket.com/albums/x38/johnsonbgr/reviews/DSC03518.jpg Και η πίσω μεριά: http://i182.photobucket.com/albums/x38/johnsonbgr/reviews/DSC03457.jpg (Υπερφωτισμένη φωτογραφία - Ρημάδι light sensor) Και εδώ το μέγεθος σε σύγκριση το sub των z-5500 (photo από edifier.com.ua): http://i182.photobucket.com/albums/x38/johnsonbgr/reviews/08.jpg (Muahahaha :devil: ) Και τώρα θα δείξω τα επιπλέον "κόλπα": Αν φτάσετε μέχρι εδώ εν ώρα μουσικόματος,είστε αξιέπαινοι (ή έχετε προβλήματα ακοής ) http://i182.photobucket.com/albums/x38/johnsonbgr/reviews/DSC03474.jpg Συνεχίστε,καλά το πάτε,σας περιμένει μια έκπληξη: http://i182.photobucket.com/albums/x38/johnsonbgr/reviews/DSC03475.jpg (Δεν συνιστάται να μείνουν πολύ ώρα έτσι.Ενδέχεται να ζεστένεται ο ενισχυτής και να σβήνει,ή να αλλάζετε τις ασφάλεις με το κιλό.Υπάρχει περίπτωση να υπεροδηγήσει ο ενισχυτής τα ηχεία,και να τρέχετε για μεγάφωνα,αλλά και ακόμα να μην πάθαιναν τίποτα,όποιος αντέξει το THD να μου το πει.) "Εμένα ξέρεις,δεν μου αρέσει το Control Pod,θέλω να γίνεται ένα με το γραφείο. :getlost:" Είπες κάτι; () http://i182.photobucket.com/albums/x38/johnsonbgr/reviews/DSC03471.jpg http://i182.photobucket.com/albums/x38/johnsonbgr/reviews/DSC03470.jpg PhotoRound 2:Εσωτερικό! Μεγάφωνο Subwoofer: http://i182.photobucket.com/albums/x38/johnsonbgr/reviews/DSC03601.jpg (μου φέρνει thriller στο μυαλό η σκοτεινή photo.) Πίσω μέρος μεγάφωνου Subwoofer: http://i182.photobucket.com/albums/x38/johnsonbgr/reviews/DSC03609.jpg Το στρογγυλό πράμα είναι Magnetic Shielding,πάλι καλά που δεν το ξέχασαν να το βάλουν όπως στα Logitech. Πλάγιο μέρος μεγάφωνου Subwoofer (αράχνη και πηνίο): http://i182.photobucket.com/albums/x38/johnsonbgr/reviews/DSC03623.jpg Passive Radiator: http://i182.photobucket.com/albums/x38/johnsonbgr/reviews/DSC03605.jpg Ενισχυτής: http://i182.photobucket.com/albums/x38/johnsonbgr/reviews/DSC03604.jpg (Δεν μπόρεσα να βγάλω καλύτερη photo.) Ηχείο: http://i182.photobucket.com/albums/x38/johnsonbgr/reviews/DSC04073.jpg Crossover: http://i182.photobucket.com/albums/x38/johnsonbgr/reviews/DSC04074.jpg (κάπου είχε κολλήσει το πράμα και δεν έβγαινε για να βγάλω photo το crossover.) Midbass μεγάφωνο: http://i182.photobucket.com/albums/x38/johnsonbgr/reviews/DSC04081.jpg Πλαίσιο: http://i182.photobucket.com/albums/x38/johnsonbgr/reviews/DSC04082.jpg Και έλεγα και εγώ,γιατί είναι τόσο βαρύ; Πόσο κιλά είναι επιτέλους ένας 250w μετασχηματιστής,και ένα μεγάφωνο 10 ιντσών; Έλα μου όμως που ο μετασχηματιστής δεν είναι 250w,είναι μεγαλύτερος από τον μετασχηματιστή των z-5500, και πιάνει το μισό κουτί μέσα: http://i182.photobucket.com/albums/x38/johnsonbgr/reviews/DSC03576.jpg Πληροφορίες μετασχηματιστή: http://i182.photobucket.com/albums/x38/johnsonbgr/reviews/DSC03580.jpg Ο μετασχηματιστής είναι μάρκας Eaglerise,500VA(=350w?) το λιγότερο,και ένας από τους παρακάτω: http://www.eaglerise.com/Special+Audio+Power+Toroidal+Transformer-china/Special+Audio+Power+Toroidal+Transformer-Special+Audio+Power+Toroidal+Transformer-381/ ============================================================================= Πρώτες εντυπώσεις/σχόλια/παρατηρήσεις: Να πω δυό λόγια τώρα για τον ήχο,για το τι μου άρεσε,και για τι δεν μου άρεσε. Καταρχήν να πω ότι πρόκειτε ίσως για το καλύτερο σετ 2.1 που υπάρχει σε αυτό το κόστος (250ε). Τα ηχεία είναι πολύ στιβαρή κατασκεύη,με πολύ καλή ποιότητα ήχου,ποιότητα κατασκεύης,αλλά και έντασης ήχου. Τέτοια πράγματα δεν βλέπεις συχνά σε multimedia ηχοσύστημα. Στην αρχή για να δοκιμάσω ότι όλα είναι εντάξει,έβαλα τα ηχεία πάνω στο sub,και τα σύνδεσα στην onboard κάρτα ήχου του laptop που έχω (Μια SoundMax με ΚΑΚΙΣΤΟ ήχο). Η απογοήτευση της χρονιάς. Αργότερα στήνω τα ηχεία στο γραφείο σε διάταξη 2.1,και τα σύνδεσα στην onboard άλλου pc με Coaxial,και η απογοήτευση που έφαγα απ'την onboard,έγινε τρέλα και μόνο που δεν έβαλα τις φωνές. Σημπέρασμα:Αν δεν έχετε καλή κάρτα ήχου για analog σύνδεση,ή onboard με ψηφιακή έξοδο,τζάμπα θα τα πάρετε. Τα δουλεύω τώρα και λίγες ώρες κάθε μέρα (3 μέρες τα έχω),για να στρώσουν οι κώνοι. Καμιά βδομάδα υπολογίζω να έχω το στρώσιμο υπόψιν,μετά θα τα αφήσω να φτιάξουν με τον καιρό. Πέρα από αυτά... Τι μου άρεσε με λίγα λόγια: * Τα ηχεία έχουν πάρα πολύ καλό ήχο.Τα tweeter βγάζουν καθαρό ήχο υψηλών συχνοτήτων,λεπτομέριας που μπορεί να ακουστούν πράγματα που ούτε καν ξέρατε ότι παίζονται στο τάδε τραγούδι,όταν το ακούγατε με ηχεία τύπου x-540. * Το subwoofer χτυπάει πολύ δυνατά,και στο Control Pod υπάρχουν δύο επιλογές*,που μπορείτε όταν ακούτε όργανα,να το χαμηλώσετε περισσότερο από 98%,και έτσι να μην ενοχλεί μπουμάροντας,όπως γίνεται πολλές φορές με Logitech ηχεία. *Subwoofer -10 - +10 Bass -6 - +6 * Το φως της οθόνης στο Control Pod,πάει +1 μέχρι +7,έτσι αν φαίνεται πολύ φωτεινό,ρυθμίζει. Τι ΔΕΝ μου άρεσε: * Το tweeter παίζει σε όλες τις εντάσεις,εμφανές πιο δυνατά απ'το midbass μεγάφωνο,πράγμα που σε μουσική όπως instrumental και jazz,να είναι κάπως ενοχλητικό,επειδή σε τέτοια μουσική,χρειάζονται και οι μεσαίες. Παρόλα αυτά,στο Control Pod,υπάρχει μια επιλογή "Treble",και στο -2 τον βρήκα εντάξει τον ήχο. (Παίζει σωστά σε πολλά ήδη μουσικής,αλλά και σε όσα δεν παίζει σωστά και έχει πολύ τσιρίδι,πάλι καλά έχει το control pod όσες επιλογές θες.) * Από ξύλινα ηχεία,με 4" midrange woofer μεγάφωνο,περίμενα να είχε περισσότερες "χαμηλές",αλλά δυστυχώς το έχουν κόψει στα 160hz. Πρόβλημα δεν υπάρχει,καθώς το subwoofer κάνει την δουλειά,αλλά έχω ένα κόλλημα με το μπάσο,δεν θέλω να με χτυπάει μόνο απ'το sub. * Μέχρι Coaxial Cable βάλανε μέσα οι άνθρωποι να μην ψάχνεσαι,αλλά το Power Plug το βρήκανε προαιρετικό,γι'αυτό δεν υπήρχε ίχνος καλωδίου ρεύματος μέσα,αλλά είχα δικό μου. * Ωραίο θα ήταν να υπήρχε και Dolby Digital Decoding,αλλά σε 2 κανάλια δεν χάνεται και ο κόσμος,ούτε με ενδιαφέρει,επειδή για μουσική προορίζονται. * Ξεκινάει με +20 Volume,και μπορεί να σας κοψοχολιάσει καμιά κραύγη από metal μουσική ας πούμε. (Αυτό γίνεται μόνο όταν κλειστεί ο ενισχυτής από τον κεντρικό διακόπτη,και μετά ξανα-ανάψει.) Εντυπώσεις/σχόλια/παρατηρήσεις εμπειρίας: Μετά από περίπου 12 μέρες κατοχής του συγκεκριμένου σετ,συνεχίζω να μην βρίσκω κατά. Παρόλα αυτά θέλω να αναφέρω κάποια πράγματα που πρόσεξα. Το Subwoofer μετά από στρώσιμο που του έκανα,εξακολουθεί να έχει πολύ σφιχτή ανάρτηση,και να συμπεριφέρεται σαν όχι και τόσο οδηγός μεγάλης διαδρομής (excursion driver),χωρίς βέβαια να εννοώ ότι δεν κουνιέται καν. Άκυρο... Πάνω από μια ίντσα διαδρομή κάνει. Αυτό μόνο κατά δεν έχει.Αντιθέτως είναι ένα πολύ καλό γεγονός θα έλεγα,επειδή με λίγα λόγια και χωρίς πολλά πολλά,το πηνίο δεν "πάει βόλτα" σε σχέση με τους οδηγούς μεγάλης διαδρομής,με αποτέλεσμα να μένει στην αρχική θέση του και να αναπαράγει πιστότερα την συχνότητα που στέλνει ο ενισχυτής. Άκυρο... Πάνω από μια ίντσα διαδρομή κάνει. Κάτι άλλο που πρόσεξα,είναι ότι μέσα,όλες οι συνδέσεις προς ηχεία και μεγάφωνο subwoofer,όλες έχουν καλώδιο ήχου,και όχι κλασικό ρεύματος όπως παρόμοια σετ. Επίσης παρατήρησα ότι η επιλογή "Bass" στο control pod,δεν ανεβάζει μόνο μπάσο,αλλά κατά κάποιον μαγικό τρόπο,τα ηχεία αποκτούν τουλάχιστον άλλα 30% εμφανές μεσαίες συχνότητες,όταν η επιλογή "Bass" είναι στο full. ============================================================================= Τιμή του σετ: Πάνω/Κάτω 270ε,αλλά είναι μια αγορά που αξίζει να γίνει,και είναι μικρό το κόστος σε σύγκριση τι παίρνεις. Μου φαίνεται ότι αυτό ήταν.Σχόλια κτλ,ευπρόσδεκτα.:triniti: Update: Photos απ'το εσωτερικό. Αν εξαφανιστεί καμιά φωτογραφία,πείτε το,τις έχω ανεβάσει και σε άλλο και εκτός photobucket.
  3. Εισαγωγή Το K57 RGB Wireless Gaming Keyboard είναι η τελευταία προσθήκη της Corsair στα gaming περιφερειακά της και φέρει όλες τις τελευταίες τεχνολογίες αιχμής, όπως την SLIPSTREAM WIRELESS τεχνολογία και CAPELLIX LEDs. Συνδυάζει ισχυρή απόδοση με εξαιρετικά φωτεινό φωτισμό RGB καθώς και συμβατότητα με πολλές πλατφόρμες σε προσιτή τιμή. Πριν περάσουμε όμως στην σημερινή παρουσίαση καλό θα ήταν να πάρετε μια πρώτη ιδέα για το K57 RGB Wireless παρακολουθώντας το επίσημο βίντεο της εταιρίας. Συσκευασία & Παρελκόμενα Η συσκευασία "φωνάζει" από μακριά ότι πρόκειται για προϊόν της Corsair. Και αυτό διότι πρόκειται για την τυπική κιτρινόμαυρη συσκευασία που συναντάμε εδώ και αρκετό καιρό στα gaming περιφερειακά προϊόντα της Corsair. Μια όμορφη, λιτή και δίχως πολλά παρελκόμενα συσκευασία. Στην εμπρόσθια όψη της συσκευασίας απεικονίζεται μια μεγάλη φωτογραφία του K57 RGB Wireless, το λογότυπο της Corsair, μια ένδειξη που μας ενημερώνει για το layout των πλήκτρων, τα λογότυπα μερικών τεχνολογιών που κάνει χρήση το πληκτρολόγιο και φυσικά το όνομα του. Στην πίσω όψη της συσκευασίας συναντάμε μια ακόμα φωτογραφία του K57 και τα πιο σημαντικά χαρακτηριστικά κατά την εταιρία που προσφέρει το πληκτρολόγιο σε τέσσερις γλώσσες (Αγγλικά, Γαλλικά, Ισπανικά και Πορτογαλικά). Στις πλαϊνές πλευρές της συσκευασίας δεν συναντάμε κάτι σπουδαίο καθώς έχουν χρησιμοποιηθεί καθαρά για αισθητικούς λόγους. Ανοίγοντας την συσκευασία, μας υποδέχεται το πληκτρολόγιο μέσα σε μια διαφανή νάιλον θήκη για επιπλέον προστασία. Συνεχίζοντας και αφαιρώντας το πληκτρολόγιο συναντάμε μια ακόμη φορά την επιγραφή "PLAY THROUGH WHATEVER" καθώς και μια υποδοχή που είναι τοποθετημένα το εγχειρίδιο οδηγιών, ο οδηγός εγγύησης και το εγχειρίδιο για πληροφορίες ασφάλειας και συμμόρφωσης. Δυστυχώς στο κάθε ένα από αυτά η Ελληνική γλώσσα είναι απούσα. Στο κάτω σημείο της συσκευασίας βρίσκουμε το καλώδιο τροφοδοσίας / φόρτισης (USB Type A σε Micro-USB), 1.8 μέτρων, το οποίο η αλήθεια είναι πως θα θέλαμε να ήταν sleeved, καθώς και την βάση στήριξης της παλάμης, για την οποία θα πούμε περισσότερα στην συνέχεια της παρουσίασης. Ορίστε και μια φωτογραφία με όλα τα περιεχόμενα της συσκευασίας μαζεμένα: Τεχνικά χαρακτηριστικά Τα τεχνικά χαρακτηριστικά του Corsair K57 RGB Wireless Gaming Keyboard παρατίθενται στον παρακάτω πίνακα: .k57-specs th {width: 28%;} Ασύρματη συνδεσιμότητα Hyper-fast, sub-1ms 2.4GHz SLIPSTREAM CORSAIR WIRELESS TECHNOLOGY, Bluetooth® 4.2 + LE Ενσύρματη συνδεσιμότητα USB 3.0 ή USB 3.1 Type-A Οπίσθιος φωτισμός Μεμονωμένα φωτιζόμενα και προγραμματιζόμενα πλήκτρα με ενσωματωμένες λειτουργίες φωτισμού Χρώμα φωτισμού RGB Ασύρματη κρυπτογράφηση 128-bit AES Τύπος μπαταρίας Μονή, επαναφορτιζόμενη, κυλινδρική ιόντων λιθίου, ενσωματωμένη, 68.6mm x 18.5mm, 1-cell, ονομαστική χωρητικότητα 3200mAh, ονομαστική τάση 3.67V, 11,7Wh (watt – ώρες), μέγιστο βάρος 49γρ., HAZMAT UN3481 Φόρτιση μπαταρίας Μέσω USB Διάρκεια ζωής μπαταρίας 2.4GHz SLIPSTREAM: Μέχρι 35 ώρες με τυπικό φωτισμό και 175 ώρες χωρίς οπίσθιο φωτισμό. Bluetooth: Μέχρι και 40 ώρες με τυπικό φωτισμό και 200 ώρες χωρίς οπίσθιο φωτισμό Πλήκτρα πολυμέσων Dedicated (MUTE, VOL DOWN/UP, STOP, PREV, PLAY/PAUSE, NEXT) USB Report Rate 1000Hz Key Matrix Μεμβράνης, Tactile; Anti-ghosting with selective 8-key roll-over (8KRO) + modifier keys Λογισμικό iCue Υποστηρίζεται Κουμπί κλειδώματος Windows Ναι Στήριγμα παλάμης Ολόσωμο με μαλακό φινίρισμα, αποσπώμενο Καλώδιο 1.8 μέτρα, αποσπώμενο, non sleeved Σύμφωνα με την Ευρωπαϊκή ιστοσελίδα της Corsair, η προτεινόμενη τιμή λιανικής του K57 RGB Wireless Gaming Keyboard ανέρχεται στα $99.99. Κατά τον χρόνο συγγραφής της παρουσίασης δεν υπάρχει διαθέσιμο σε κάποιο εγχώριο κατάστημα όπως επίσης και επίσημη τιμή για την Ευρωπαϊκή αγορά. Η εγγύηση του ανέρχεται σε 2 έτη. Τεχνολογίες Κάτω από τον φακό Το K57 RGB Wireless είναι ένα full sized, ασύρματο, Gaming πληκτρολόγιο με RGB φωτισμό. Είναι η τελευταία προσθήκη της Corsair στα gaming περιφερειακά της, όπως προαναφέραμε, και το μόνο προϊόν της, προς το παρόν, που φέρει τις παραπάνω τεχνολογίες. Ας περάσουμε όμως να το δούμε αναλυτικότερα... Το πληκτρολόγιο οριζόντια είναι χωρισμένο σε δύο μέρη. Στο επάνω μέρος όπου αποτελείται από μαύρο glossy πλαστικό και στο κάτω μέρος όπου αποτελείται από μαύρο, ευτυχώς matt υφής πλαστικό. Και λέω ευτυχώς διότι θεωρώ λάθος επιλογή την επάνω glossy επιφάνεια σε τέτοιου είδους συσκευή. Μπορεί να την καθιστά όμορφη στην αρχή αλλά μακροπρόθεσμα θεωρώ πως λειτουργεί αρνητικά καθώς είναι μαγνήτης σκόνης και γρατσουνιών και μάλιστα σε υπερβολικό βαθμό στην συγκεκριμένη περίπτωση. Σε τέτοιο βαθμό που αποφάσισα να μην αφαιρέσω την προστατευτική ζελατίνα. Στο πρώτο από τα δύο οριζόντια μέρη, το επάνω δηλαδή, συναντάμε το λογότυπο της Corsair, λίγο παραδίπλα και προς τα δεξιά 3 κουμπιά εκ το οποίων το πρώτο από αριστερά αφορά την καταγραφή των "Macro" λειτουργιών, το μεσαίο την αυξομείωση της φωτεινότητας των RGB Capellix LED σε 3 στάδια και το τελευταίο την ενεργοποίηση ή απενεργοποίηση του Windows πλήκτρου. Παραδίπλα υπάρχουν 3 ενδεικτικές λυχνίες (Battery / Wireless Status, NumLock & CapsLock) και τέλος, στην δεξιά πλευρά του επάνω μέρους συναντάμε τα κουμπιά Mute / Unmute, Μείωση Έντασης και Αύξηση Έντασης. Ακριβώς κάτω από αυτά υπάρχουν επίσης άλλα 4 media keys, εκ τον οποίων Stop, Back, Play / Pause και Next. Όσο αφορά το κάτω μέρος, η διάταξη των πλήκτρων είναι η συνηθισμένη που συναντάμε σε κάθε πληκτρολόγιο με την διαφορά ότι στην αριστερά του πλευρά υπάρχουν 6 προγραμματιζόμενα macro πλήκτρα και την δεξιά πλευρά και πάνω από το num-pad τα 4 media keys που προαναφέραμε παραπάνω. Στην εμπρόσθια πλευρά του πληκτρολογίου συναντάμε τον διακόπτη on / off με χρωματική ένδειξη (I liked that), την Micro USB θύρα φόρτισης καθώς επίσης και μια εσοχή λίγο παραδίπλα όπου τοποθετείται ο ασύρματος 2.4Ghz USB δέκτης. Στην κάτω πλευρά του K57 RGB Wireless υπάρχουν δύο μακρόστενα αντιολισθητικά λάστιχα σε κάθε πλευρά του κάτου μέρους της, δύο στρογγυλά στο επάνω μέρος, δίπλα από αυτά και προς το εσωτερικό τα ποδαράκια για την αύξηση της κλίσης του πληκτρολογίου καθώς επίσης και ένα αυτοκόλλητο στο κέντρο της κάτω πλευράς με διάφορες πληροφορίες και λογότυπα. Στην κάτω πλευρά υπάρχουν επίσης και οι υποδοχές του palm rest όπου είναι από πλαστικό υλικό με μια μαλακή textured επίστρωση από καουτσούκ. Η υφή του είναι αρκετά καλή και συγκρατείται άψογα στο πληκτρολόγιο με αποτέλεσμα να μην ξεκουμπώνει όταν δεν το επιθυμείτε. Η <<σύνδεση>> του με το πληκτρολόγιο γίνεται μέσω δύο κλιπ που κουμπώνουν στις υποδοχές του πληκτρολογίου, με την εγκατάσταση του να είναι πανεύκολη αλλά με την απεγκατάσταση του είναι λιγάκι πιο <<ζόρικη>>. Εδώ η Corsair θα μπορούσε να είχε τοποθετήσει μαγνήτες για την συγκράτηση του palm rest με το πληκτρολόγιο αλλά μικρό το κακό, άλλωστε οι φορές που θα αφαιρεθεί είναι ελάχιστες. Τέλος, η ποιότητα του είναι μέτρια προς καλή. Και αυτό διότι παρόλη την χρήση αρκετά ποιοτικών υλικών, η συναρμογή του πάνω μέρους με το κάτω πλαίσιο δεν είναι τόσο καλή με αποτέλεσμα το πάνω μέρος να μπορεί να ανασηκωθεί αρκετά εύκολα. Επίσης για τους λόγους που προαναφέρθηκαν θεωρώ λάθος την επιλογή glossy επιφάνειας σε τόσο αρκετά χρησιμοποιούμενες συσκευές και ειδικά τέτοιας χρήσης. Εμπειρία χρήσης Η εμπειρία μου με το K57 RGB Wireless ήταν αρκετά ενδιαφέρουσα και αυτό διότι τα συνδυάζει όλα, ή τουλάχιστον όλα. Πρώτα από όλα είναι ασύρματο όπου είναι και το μεγάλο ατού του στη συγκεκριμένη κατηγορία, RGB ώστε να ψαρώνουν οι μικροί σας φίλοι, είναι εξοπλισμένο με όσα media keys θα χρειαστείτε καθώς και 6 προγραμματιζόμενα micro keys. Όπως θα είδατε όμως παραπάνω ανέφερα ότι "τα συνδυάζει όλα, ή τουλάχιστον όλα" και αυτό διότι δυστυχώς δεν έρχεται με μηχανικούς διακόπτες. Παρόλο που η Corsair έχει κάνει άψογη δουλειά και είναι σίγουρα από τις καλύτερες υλοποιήσεις πληκτρολογίων μεμβράνης που έχουν περάσει από τα χέρια μου, το K57 δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να προσφέρει την αίσθηση ενός μηχανικού πληκτρολογίου. Μεγάλο ατού του επίσης, όπως και των περισσότερων σύγχρονων Corsair προϊόντων είναι το λογισμικό διαχείρισης iCue (θα το δούμε αναλυτικά στην συνέχεια), που πραγματικά καθιστά την παραμετροποίηση και διαχείριση του K57 RGB Wireless παιχνιδάκι. Τέλος, έπειτα από ώρες gaming, μπορώ να πω η Slipstream τεχνολογία μηδενίζει πραγματικά την διαφορά ανάμεσα στην ασύρματη και την ενσύρματη σύνδεση. Προσωπικά δεν μπόρεσα να αντιληφθώ κάποια διαφορά, με εξαίρεση στη σύνδεση μέσω Bluetooth όπου αν συγκριθούν δίπλα δίπλα υπάρχει διαφορά, με το Bluetooth να είναι ανεπαίσθητα πιο αργό, σε σημείο όμως που πολλές φορές δεν ήταν καν αντιληπτό στα δικά μου μάτια. Συνδεσιμότητα To Corsair K57 RGB Wireless Gaming Keyboard προσφέρει τη δυνατότητα τόσο ενσύρματης, μέσω του συμπεριλαμβανομένου καλωδίου USB Type A σε Micro-USB, όσο και ασύρματης σύνδεσης. Η ασύρματη σύνδεση επιτυγχάνεται μέσω δύο τρόπων. Ο πρώτος τρόπος αφορά την σύνδεση μέσω του δέκτη που παρέχεται με το πληκτρολόγιο στη συχνότητα των 2.4GHz και με καθυστέρηση μόλις 1ms, όσο δηλαδή και στην ενσύρματη σύνδεση. Ο δεύτερος τρόπος αφορά την σύνδεση μέσω του πρωτοκόλλου Bluetooth 4.2LE, με λίγο υψηλότερη καθυστέρηση ωστόσο που ανέρχεται στα 7.5ms. Εδώ το πληκτρολόγιο μπορεί να απομνημονεύσει δύο Bluetooth (4.0 or higher) συσκευές με την εναλλαγή μεταξύ των δύο συσκευών να γίνεται μέσω των πλήκτρων (FN + F6 / F7) και με το πληκτρολόγιο να μπαίνει στην λειτουργία pairing αν τα κρατήσετε πατημένα για πάνω από δύο δευτερόλεπτα (το Status LED θα αναβοσβήνει σε μπλε χρώμα). Το Status LED μας επιτρέπει επίσης να δούμε με μια ματιά ποια ασύρματη σύνδεση χρησιμοποιείται ανά πάσα στιγμή και σε τι κατάσταση βρίσκεται. Μπαταρία Η μπαταρία είναι το Α και το Ω για πολλά άτομα στις φορητές συσκευές και το K57 RGB Wireless δεν θα σας απογοητεύσει σε αυτόν το τομέα. Η κατασκευάστρια εταιρία Corsair υπόσχεται 175 ώρες λειτουργίας με σβηστά τα LEDs, 35 ώρες με ανοιχτά τα LEDs στο πρώτο επίπεδο φωτεινότητας, 20 ώρες στο δεύτερο και 8 στο τρίτο όπου είναι και το μέγιστο επίπεδο φωτεινότητας. Φυσικά όλα αυτά ποικίλουν ανάλογα το χρωματισμό των LEDs, την χρήση, τον τρόπο σύνδεσης κλπ. Η προσωπική μου εμπειρία με την χρήση των LEDs στο μέγιστο, με το προκαθορισμένο εφέ RGB στα LEDs όπου έρχεται το πληκτρολόγιο και με σύνδεση στον υπολογιστή μέσω της Slipstream τεχνολογίας έδειξε περί τις 10 ώρες περίπου με ελαφριά χρήση. Καθόλου άσχημα θα έλεγα. Στην βελτιστοποίηση της αυτονομίας και την επίτευξη των παραπάνω ωρών, βοηθάει επίσης και το παραμετροποιήσιμο Sleep Mode που φέρει, όπου το πληκτρολόγιο απενεργοποιείται έπειτα από τα λεπτά που θα επιλέξετε, είτε παραμένει πάντα ενεργό αν το επιθυμείτε. Όσο αφορά την φόρτιση του πληκτρολογίου αυτή γίνεται πολύ απλά συνδέοντας το μέσω του καλωδίου USB Type A σε Micro USB όπου γίνεται και η ενσύρματη σύνδεση, με το ενδεικτικό LED να αναβοσβήνει πράσινο κατά την διάρκεια της φόρτισης και να αλλάζει σε σταθερό πράσινο όταν είναι πλήρως φορτισμένο. Όσο αφορά τώρα την κατάσταση της μπαταρίας, αυτή μπορεί να ελεγχθεί ανά πάσα στιγμή πατώντας το συνδυασμό πλήκτρων Fn + Enter με το LED λειτουργίας να μας ενημερώνει για την κατάσταση φόρτισης της μπαταρίας, σύμφωνα με τον παρακάτω πίνακα, είτε μέσω του προγράμματος iCue στην καρτέλα "Settings". Δυστυχώς η ένδειξη αποθέματος της μπαταρίας δεν γίνεται με κάποιο ποσοστό οπότε θα πρέπει να αρκεστείτε στις 4 ενδείξεις που παρέχονται (Low, Medium, High, Charged). Κάτι που θα θέλαμε στο K57 RGB Wireless, όπως και στο Corsair K83 Wireless Entertainment Keyboard είναι η χρήση του πιο σύγχρονου βύσματος USB Type C όπου παρέχει ταχύτερα πρωτόκολλα φόρτισης, είναι πιο ανθεκτικό ενώ παράλληλα από όποια πλευρά και να τοποθετήσεις θα μπει σωστά στο βύσμα. Φωτισμός Και φτάσαμε στο κρίσιμο σημείο για πολλούς την σήμερον ημέρα. "Ναι αλλά είναι RGB"; Όπως προδίδει και ο τίτλος του, το K57 είναι RGB, είναι της μόδας άλλωστε στην εποχή μας, με το κάθε πλήκτρο του μάλιστα να έχει το δικό του LED, και πιο συγκεκριμένα ένα Capellix LED. Το K57 RGB Wireless έρχεται με 9 προεγκατεστημένα προφίλ φωτισμού και την επιλογή ο φωτισμός να είναι ανενεργός για εξοικονόμηση ενέργειας, με τις αλλαγές μεταξύ των προφίλ φωτισμού να πραγματοποιούνται είτε μέσω του προγράμματος iCUE, είτε απευθείας από το πληκτρολόγιο βάση του παρακάτω πίνακα: Οι δυναμικές λειτουργίες φωτισμού μπορούν να προσαρμοστούν επίσης με διαφορετικές ταχύτητες, διάρκειες ή κατευθύνσεις. Επιπροσθέτως, πέρα από τις παραπάνω προκαθορισμένες λειτουργίες φωτισμού υπάρχουν και σχεδόν απεριόριστες επιλογές προσαρμογής του φωτισμού καθώς μέσω του iCUE μπορείτε να δημιουργήστε τα δικά σας προφίλ φωτισμού για τα αγαπημένα σας παιχνίδια για παράδειγμα, να ρυθμίστε διαφορετικές αποχρώσεις χρώματος με προκαθορισμένα εφέ φωτισμού και πολλές ακόμα επιλογές όπου θα δούμε αναλυτικότερα παρακάτω. Όσο αφορά την ένταση του φωτισμού, υπάρχουν 4 προκαθορισμένα επίπεδα (Off, Low, Medium, High) όπου μπορούν να αλλαχθούν μέσω του λογισμικού iCue είτε μέσω του πληκτρολογίου πατώντας το μεσαίο από τα τρία πλήκτρα που βρίσκονται στην επάνω αριστερή πλευρά του πληκτρολογίου Μπορώ να πω επίσης ότι τα Capellix LED προσφέρουν μακράν το πιο όμορφο και δυνατό φωτισμό που έχω συναντήσει σε πληκτρολόγιο. Συνοψίζοντας όσο αφορά την συγκεκριμένη υποενότητα, θα θέλαμε να δώσουμε τα εύσημα μας στους μηχανικούς της Corsair καθώς αποτελεί πρόκληση σε ένα ασύρματο πληκτρολόγιο ο φωτισμός, πόσο δε να είναι και RGB, καθώς είναι ιδιαίτερα ενεργοβόρος. Οι μηχανικοί της Corsair όμως έχουν επιτύχει ένα άριστο και ισορροπημένο αποτέλεσμα, χάριν της χρήσης των Capellix LED όπου είναι αρκετά μικρότερα από τα συμβατικά, 60% λιγότερο ενεργοβόρα, με 60% δυνατότερο φωτισμό ενώ παράλληλα έχουν και κατά 35% μεγαλύτερη διάρκεια ζωής. Λογισμικό iCUE Ένα από τα πιο δυνατά σημεία του Corsair K57 RGB Wireless Gaming Keyboard, όπως και όλων των πληκτρολογίων της Corsair, είναι το λογισμικό ελέγχου iCue όπως προαναφέραμε. Στο παρακάτω βίντεο μπορείτε να δείτε όλες τις επιλογές που σας δίνονται όσο αφορά τα χρώματα, τα micro keys, τις πληροφορίες σύνδεσης, ποσοστό μπαταρίας κλπ: Δοκιμές Όπως είδαμε στον πίνακα των χαρακτηριστικών του, το Corsair K57 RGB Wireless Gaming Keyboard διαθέτει 8-Key Roll Over (8KRO), συνεπώς, θεωρητικά τουλάχιστον, μπορεί να αναγνωρίσει το πάτημα οποιωνδήποτε 8 πλήκτρων ταυτόχρονα. Στην πράξη όμως δεν υποστηρίζει το ταυτόχρονο πάτημα οποιωνδήποτε πλήκτρων, ούτε σε ενσύρματη σύνδεση, ούτε σε ασύρματη σύνδεση. Ανάλογα την γραμμή αναγνωρίζει από 4 πλήκτρα έως 11 πλήκτρα όπως μας έδειξε το Aqua Test. Παρακάτω παρατίθενται τα αποτελέσματα που πήραμε πατώντας όλα τα πλήκτρα κάθε μίας από τις 6 σειρές πλήκτρων, ξεκινώντας πρώτα από αριστερά και μετά από δεξιά. Ο έλεγχος για ghosting έδειξε αντίστοιχα θέματα και είχαμε αρκετές περιπτώσεις πλήκτρων που δεν ενεργοποιήθηκαν. Ενώ στην προσπάθεια μας να γράψουμε την φράση "THE QUICK BROWN FOX JUMPS OVER THE LAZY DOG" κρατώντας πατημένα ταυτόχρονα και τα δύο πλήκτρα Shift, απέφερε το εξής αποτέλεσμα: HE QUIK BROWN FO JUPS OER HE LA DOG Επίλογος Και κάπως έτσι φτάσαμε στο τέλος της σημερινής μας παρουσίασης. Το K57 RGB Wireless Gaming Keyboard αποτελεί μια αρκετά ενδιαφέρουσα πρόταση στην κατηγορία του καθώς συνδυάζει την φορητότητα, προσφέρει εξαιρετικές επιδόσεις, RGB φωτισμό και σχετικά καλή ποιότητα κατασκευής αν εξαιρέσουμε τα ένα - δύο σημεία που προαναφέρθηκαν. Ναι αλλά να το πάρω, να μην το πάρω...; Αν ψάχνετε αποκλειστικά για ασύρματο πληκτρολόγιο θεωρώ πως είναι από τις καλύτερες προτάσεις στην κατηγορία του, ενώ αν ψάχνετε για ασύρματο RGB πληκτρολόγιο οι προτάσεις είναι αρκετά περιορισμένες με αποτέλεσμα να είναι λίγο - πολύ μονόδρομος η αγορά του αν το budget σας είναι περιορισμένο και θέλετε να επιλέξετε κάτι επώνυμο με την σφραγίδα μίας εταιρίας όπως της Corsair. Φυσικά όλα αυτά αν δεν σας απασχολούν οι διακόπτες, καθώς αν ψάχνετε για κάποιο μηχανικό πληκτρολόγιο, είτε ασύρματο, είτε ενσύρματο τότε αλλάζουν τα πράματα. Σε ασύρματα οι προτάσεις είναι ακόμα πιο περιορισμένες και μετρημένες στα δάκτυλα και σίγουρα το K57 RGB Wireless δεν είναι μια από αυτές, ενώ σε περίπτωση που δεν σας απασχολούν οι μηχανικοί διακόπτες, ούτε η φορητότητα τότε σας προτείνουμε ρίξετε μια ματιά στο Corsair K55 RGB Gaming Keyboard μιας και είναι ακριβώς το ίδιο πληκτρολόγιο σε ενσύρματο. Ο καλός + Όμορφο σχεδιασμός + Ισορροπία μεταξύ μεγέθους και χρηστικότητας + RGB φωτισμός πλήκτρων + Αυτονομία + Πολλές επιλογές συνδεσιμότητας + Πολύ καλό λογισμικό ελέγχου (iCUE) + Multimedia Keys + Micro Keys Ο Κακός - Μέτρια ποιότητα κατασκευής - Glossy επιφάνεια στο πάνω μέρος του - Το 8-Key Roll Over των προδιαγραφών δεν ισχύει - Κάπως τσιμπημένη τιμή αν αναλογιστούμε το κόστος του "K55 RGB Gaming Keyboard" όπου είναι το ίδιο πληκτρολόγιο σε ενσύρματο  TheLAB.GR Ευχαριστούμε θερμά την Corsair για την παραχώρηση του δείγματος της δοκιμής. UltraB - 07/10/2019
  4. Πρόλογος Πρόσφατα έφτασε στα χέρια μας το νέο όπλο της Corsair για τους απανταχού gamers και όχι μόνο. Αναφερόμαστε στο NIGHTSWORD RGB Tunable FPS/MOBA Gaming Mouse όπως είναι το πλήρες όνομα του και μαρτυρά κατάφορα ότι πρόκειται για ένα RGB φωτιζόμενο Gaming Mouse προσανατολισμένο για “First Person Shooter” και “Multiplayer Online Battle Arena” gaming. Αυτό που δεν φαίνεται με την πρώτη ματιά είναι η δυνατότητα μεταβολής του βάρους και μέσω αυτού και της ισορροπίας, πράγμα που δίνει την δυνατότητα στο χρήστη να φέρει το εργαλείο ακριβώς στα μέτρα του. Το παρακάτω σύντομο αλλά εντυπωσιακό video της Corsair μας δίνει μια πληρέστατη εικόνα για το τι ακολουθεί. Τεχνικά Χαρακτηριστικά Εδώ βλέπουμε τα τεχνικά χαρακτηριστικά όπως μας τα εμφανίζει ο κατασκευαστής στη σελίδα του σύμφωνα με την οποία το κόστος του ανέρχεται στα 79,99€ συνοδευόμενο με διετή εγγύηση, στην Ελληνική αγορά όμως θα το βρούμε με σε τιμές που ξεκινούν από τα 75€ και φτάνουν έως και τα 95€. Στο σημείο αυτό θα ήθελα να σημειώσω ότι αν και σύμφωνα με τα τεχνικά χαρακτηριστικά του NIGHTSWORD όπως αυτά παρουσιάζονται στην επίσημη σελίδα του προϊόντος, τα προγραμματιζόμενα πλήκτρα είναι 8 εκ του συνόλου των 10, στην πραγματικότητα μπορούμε να προγραμματίσουμε τα 9, φυσικά το βασικό αριστερό εξαιρείτε! Συσκευασία και περιεχόμενα Για μια ακόμα φορά συναντήσουμε την κλασική αναγνωρίσιμη πλέον κιτρινόμαυρη συσκευασία των gaming προϊόντων του κουρσάρου όπου και πάλι απουσιάζει το διάφανο παράθυρο παρουσίασης του προϊόντος, αναγκάζοντας έτσι τον καταναλωτή να αρκεστεί στις φωτογραφίες πριν την αγορά. Ομολογώ ότι δεν βρίσκω το λόγο ειδικά από τη στιγμή που στο περιεχόμενο το προϊόν στεγάζεται στην αντίστοιχη 3D ζελατίνα ακινητοποίησης, προστασίας και παρουσίασης. Εμπρός βρίσκουμε, πέραν του λογότυπου της εταιρείας, μια μεγάλη φωτογραφεία του προϊόντος, τον πλήρες τίτλο του και το λογότυπο του προγράμματος παραμετροποίησης iCue. Πίσω επαναλαμβάνονται τα προαναφερθέντα συμπεριλαμβανομένων δυο αναλύσεων, μια με τα βασικά χαρακτηριστικά που το κάνουν να διαφέρει του ανταγωνισμού και μια για τις απαιτήσεις του συστήματος, σε 7 γλώσσες παρακαλώ, δυστυχώς μη συμπεριλαμβανομένης της Ελληνικής, μικρή αγορά γαρ … Επάνω λιτά το εταιρικό λογότυπο και ο τίτλος του προϊόντος Κάτω τα περιεχόμενα με σκίτσα, μια μικρή παρουσίαση για την εταιρία τα σκίτσα πληροφοριών ανακύκλωσης, η διάρκεια εγγύησης και το αυτοκόλλητο με τους κωδικούς του προϊόντος. Τέλος στα δυο πλαϊνά επαναλαμβάνονται οι πληροφορίες για εταιρεία και προϊόν, με τη μεν αριστερή πλευρά να περιλαμβάνει μια πλαϊνή φωτογραφία του προϊόντος, τη δε δεξιά να καλύπτεται στο μεγαλύτερό της μέρος από τη σαφέστατη ανακοίνωση ότι απευθύνεται στους απαιτούντες τον απόλυτο έλεγχο μέσω του γνωστού ρητού “Control Freak”, που όπως θα δούμε παρακάτω μάλλον ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα. Εντός τώρα θα βρούμε … το ποντίκι, κάτω από αυτό μια εξαγωνική θήκη που στεγάζει τα έξι συνολικά μεταλλικά βαρίδια σε δύο ομάδες, τρία των 2,8 γραμμαρίων και τρία των 4,5. Ένα εξάπτυχο φυλλάδιο με τις βασικές οδηγίες σε εννέα γλώσσες με την προτροπή χρήσης του iCue επάνω δεξιά στο "εξώφυλλο", ένα επτάπτυχο με την εγγύηση σε δώδεκα γλώσσες και ένα τρίπτυχο με "υποδείξεις προστασίας περιβάλλοντος" σε δεκαοκτώ γλώσσες μεταξύ τον οποίον και τα Ελληνικά ως μοναδική εμφάνιση στο όλο πακέτο. Κάτω από το φακό Ως πρώτη εικόνα αναγνωρίζουμε ένα gaming mouse δέκα πλήκτρων, λιτό, ποιοτικό αλλά αρκετά ογκώδες με μεγάλο thumb rest και σαφείς ενδείξεις ότι απευθύνεται σε δεξιόχειρες λάτρης τις palm-grip λαβής. Από την πρώτη στιγμή που θα συνδεθεί σε μία θύρα USB, γίνεται ξεκάθαρο ότι πρόκειται για RGB προϊόν, διότι σε όλες του τις άκρες υπάρχουν φωτισμοί που αλλάζουν χρώματα περιοδικά, αρρύθμιστο γαρ όπως βγήκε από το κουτί. Την συνολική εντύπωση της ποιότητας ενισχύουν οι μεγάλες λαστιχένιες σκαλιστές επιφάνειες στα πλαϊνά και στο πίσω πάνω μισό του ποντικιού, τα πέντε μεγάλα teflon κύλισης καλυμμένα όλα με διάφανη ζελατίνα αλλά και το σκληρό sleevεδ καλώδιο με το μεγάλο USB Type A άκρο δεμένο με ένα βολικό Velcro μόνιμα στηριγμένο επάνω του . Περιγραφικά συναντάμε τα δυο τεράστια βασικά κουμπιά σε ματ υφή που καταλαμβάνουν σχεδόν το μισό εμπρός μέρος, αφήνοντας το υπόλοιπο να καλυφθεί από σκληρό, σχεδόν σαν πλαστικό, λάστιχο σκαλισμένο με ένα όμορφο μοτίβο με το φωτιζόμενο λογότυπο στο πίσω κέντρο του. Ανάμεσα σε αυτά ένα λαστιχένιο ροδάκι με πολύ μαλακότερο υλικό αυτή τη φορά και σε σειρά προς τα πίσω δυο γυαλιστερά πλαστικά κουμπιά. Το αριστερό βασικό κουμπί διακόπτεται στο εμπρός αριστερό άκρο του από δυο σε κάθετη σειρά ανάγλυφα κουμπιά ιδίας υφής. Περιφερειακά τώρα. Στο εμπρός μέρος τρία παράθυρα, δυο αριστερά και ένα δεξιά του καλωδίου, με αίσθηση πυκνού εξαγωνικού πλέγματος για την ελευθέρωση του εμπρόσθιου φωτισμού. Δεξιά μια λαστιχένια επιφάνεια μαλακότερη της επάνω με το ίδιο σκαλιστό μοτίβο. Πίσω τρία παράθυρα φωτισμού ιδίας υφής των μπροστινών. Και τέλος αριστερά μια τεράστια επιφάνια ανάπαυσης του αντίχειρα υπενδεδυμένη από το ίδιο αντιολισθητικό λάστιχο που συναντήσαμε δεξιά, τρία γυαλιστερά κουμπιά σε έξυπνη διάταξη δυο συν ένα από όπου κι αν τα κοιτάξεις και τρία ενδεικτικά led μπροστά από αυτά. Για το τέλος αφήσαμε το κουτάκι που βρίσκονται τα βαρίδια. Εξωτερικά έχει τη μορφή ενός λιτού μαύρου εξάγωνου από ματ πλαστικό και διαθέτει ένα απλό κούμπωμα καθώς και το λογότυπο με το καραβάκι να γυαλίζει διακριτικά στο κέντρο του. Ανοίγοντάς το αντικρίζουμε τα 6 γυαλιστερά μεταλλικά βαρίδια, τοποθετημένα σε σκληρό αφρώδες υλικό. Όπως σας γράψαμε και νωρίτερα υπάρχουν 2 ειδών βαρίδια, τρία τεμάχια βάρους 4.5 γραμμαρίων και άλλα τρία βάρους 2.8 γραμμαρίων. Ok, είναι όμως έτσι; Όπως θα δείτε στις φωτογραφίες που ακολουθούν, η ζύγιση σε πιστοποιημένη ζυγαριά ακρίβειας δυο δεκαδικών του γραμμαρίου έδειξε ότι το πραγματικό βάρος είναι εντυπωσιακά κοντά στο αναγραφόμενο. Λειτουργικότητα Ας περάσουμε τώρα στην ουσία, διότι όλα αυτά καλά αλλά το τι λέει το δεξί επάνω άκρο του χρήστη είναι η ουσία, μιας και το προϊόν απευθύνεται σε αυτό αποκλειστικά. Καταρχήν να αναφέρω ότι οι δοκιμές μας έγιναν με τα mouse pad Corsair MM300, Razer Sphex V2, @Work MS-614 (1,19€) και την κρεμ επιφάνεια ενός γραφείου, ώστε να καλύψουμε ικανοποιητικά την γκάμα της πλειοψηφίας των χριστών αν και φαντάζομε ότι κανείς από αυτούς που θα το επιλέξουν δεν θα διαλέξει κάτι λιγότερο των δυο πρώτων. Η πρώτη αίσθηση θετική. Εξισορροπημένο, σωστά ζυγισμένο, άνετο παρά το μέγεθος, σταθερότατο αν και ιδιαίτερως ελαφρύ μιας και άδειο από τα βάρη αρχικά , με τα teflon ολίσθησης να δίνουν την αίσθηση ότι δεν κολλάει πουθενά ανεξαρτήτως επιφάνειας και την εργονομική αρχιτεκτονική σε συνδυασμό με τις λαστιχένιες επιφάνειες να το κουμπώνουν στο χέρι. Ευχάριστη έκπληξη το καλώδιο που, αν και σκληρό και δύσκαμπτο εμφανισιακά, στη χρήση είναι σαν να μην υπάρχει, συμβάλλοντας όμως αναμφισβήτητα στην άμεση απόκριση κάθε εντολής. Οκ, πολύ καλή πρώτη εντύπωση, να δούμε λίγες λεπτομέρειες όμως. Μαλακά και ευκολοπάτητα όλα τα κουμπιά με απαλή υφή και ακρίβεια στο πάτημα αλλά και στη θέση που τα αναζητά το χέρι μου, χωρίς να χρειαστεί να τα ψάξω από την πρώτη σχεδόν επαφή με το NIGHTSWORD. Η καθυστέρηση σε κάθε εντολή, είτε κουμπιού είτε μετακίνησης είτε κύλιση της ρόδας, καμία εντελώς. Η δε ρόδα μαλακιά στην υφή και στην κίνηση αλλά συνάμα ξεκάθαρη, με εξαίρεση το πάτημα για χρήση ως κουμπί που είναι λίγο σκληρό, όχι ενοχλητικά, απλά ξενίζει ελαφρώς σε σχέση με τα υπόλοιπα, πιθανόν επιλογή της Corsair για να μην πατιέται κατά λάθος κατά το scrolling. Τα δυο βασικά κουμπιά, αριστερό και δεξί, ξεχωρίζουν δίνοντας την δυνατότητα να τα πατήσει κανείς σε οπουδήποτε σημείο της επιφάνειας τους, σχεδόν μέχρι την κάτω άκρη τους, με την ίδια ένταση και ακρίβεια, δίνοντας σου τη δυνατότητα να χρησιμοποιείς το ποντική πιάνοντας το απλά με τα ακροδάχτυλα σου χωρίς να σε κουράζει, λαβή που προσωπικά χρησιμοποιώ πολλές φορές σε απλές καθημερινές εργασίες. Στη θέση αυτή, όπως είναι λογικό, δεν βρίσκει εύκολα κανείς τα επιπρόσθετα αριστερά πλήκτρα, μιας και είναι σχεδιασμένα για συγκεκριμένη χρήση, με εξαίρεση το ροδάκι που αν και δεν είναι προφανώς εκεί που θα “βόλευε”, παρόλα αυτά το μεσαίο δάκτυλο θα το βρει ευκολά και θα το χρησιμοποιήσει χωρίς κόπο, δεδομένου δε ότι δουλεύει απροβλημάτιστα ακουμπώντας το απλά στην άκρη του, όποια και αν είναι αυτή. Ας επιστρέφουμε όμως στην αρμόζουσα θέση. Εδώ όλα είναι στη θέση τους χωρίς αναζήτηση. Τα μεγέθη είναι τέτοια που δεν θα προβληματίσουν κανένα, σίγουρα όχι ένα κανονικό προς μεγάλο χέρι όπως το δικό μου, πιστεύω πάντως πως όλα τα δεξιά άνω άκρα θα βρουν σχετικά εύκολα τη θέση τους. Η πολύωρη χρήση μου ήταν ξεκούραστη και άνετη, η ακρίβεια είναι pixel by pixel σε όλες τις ταχύτητες κύλισης. Τα 18.000 DPI φαντάζουν ανούσια, σίγουρα σε κλασικές FHD αναλύσεις οτιδήποτε πάνω από 6.000 – 7.000 θα είναι τουλάχιστον άβολο αλλά μην ξεχνάμε ότι βρισκόμαστε πλέον στην αποχή 4Κ και γιατί όχι για κάποιους ίσως και των 8Κ οπότε τα 18.000 DPI αρχίζουν να έχουν νόημα. Σε κάθε περίπτωση όμως το iCue με τις άπειρες πραγματικά ρυθμίσεις, τα ατέλειωτα προφίλ, αλλά και την εξαιρετική δυνατότητα να διαχωρίσει κανείς ακόμα και το πόσα DPI θέλει σε κάθε άξονα, σε τρις ρυθμίσεις ανά προφίλ, χώρια του Sniper, δεν αφήνει κανένα περιθώρια για παράπονο σε κανένα επίπεδο. Corsair iCue Ολοφάνερα πολλές οι δυνατότητες ρύθμισης του NIGHTSWORD RGB, φυσικά όλες μέσω τις κλασικής πλέον εφαρμογής iCue της Corsair με τις άπειρες παραμετροποιήσεις τόσο σε αισθητικό όσο και σε λειτουργικό επίπεδο. Παρακάτω θα δούμε τις βασικές μιας και το συγκεκριμένο λογισμικό έχει τόσες δυνατότητες που θα απαιτούσε ένα ξεχωριστό άρθρο Για όσους ενδιαφέρονται για κάτι εκτενέστερο ο εμπειρότατος @pol77 στο review του Corsair Wireless Combo Review που συμπεριλαμβάνει και το Dark Core έχει κάνει μια αρκετά εκτενείς ανάλυση ή εναλλακτικά από τα video της Corsair στο YouTube στα οποία εύκολα μπορεί να μεταβεί κανείς πατώντας απλά στη μεγάλη εικόνα στο κάτω δεξί μέρος της home καρτέλας της εφαρμογής. Ανοίγοντας την εφαρμογή η πρώτη καρτέλα που εμφανίζει είναι φυσικά το HOME, χωρισμένο κάθετα σε δύο κομμάτια με το αριστερό να φιλοξενεί τα όσα profiles επιθυμεί ο χρήστης και το δεξί να απεικονίζει στο επάνω μέρος του όσες από τις συνδεδεμένες συσκευές της Corsair που υποστηρίζονται από το iCue μέχρι στιγμής, στην πορεία δε όλες σύμφωνα με την εταιρεία. Σημαντική λεπτομέρειες η οργάνωση των profiles σε φακέλους, η αντιγραφή αλλά και το export/import αυτών. Στην περίπτωση του NIGHTSWORD RGB παρατηρούμε ότι πλην του Default profile υπάρχουν εξ αρχής τρία ακόμα συμβολισμένα με το χαρακτηριστικό εικονίδιο μιας κάρτας μνήμης και το χαρακτηριστικό HW εκ του hardware στον τίτλο τους. Επιπροσθέτως επιλέγοντας τα παρατηρούμε ότι απενεργοποιείται η επιλογή “Link profile to program”. Εύκολα λοιπόν βγάζει κανείς το συμπέρασμα ότι πρόκειται για τις τρία profile που μπορεί να αποθηκεύσει στο ποντίκι για να τα χρησιμοποιήσει όπου το συνδέσει χωρίς να απαιτείτε εγκατάσταση του iCue ή περεταίρω παραμετροποίηση. Στο Dashboard έχουμε επιλογές ενδείξεων τόσο για τις συσκευές όσο και για το σύστημα και στο Settings μια σειρά επιλογών παραμετροποίησης της εφαρμογής, update των firmware των συσκευών και του iCue, επιλογές logging για τους sensors κ.τ.λ. Επιστρέφοντας στο Home και επιλέγοντας το εικονίδιο του NIGHTSWORD RGB από τις συσκευές εμφανίζεται κάτω από την λίστα των profiles μια σειρά από επιλογές, πιο συγκεκριμένα οι Actions, Lighting Effects, DPI, Performance, Surface Calibration ειδικά δε για το NIGHTSWORD RGB και η πολυπόθητη για πολλούς Weight Tuning. Αν τώρα το επιλεγμένο profile είναι ένα εκ των εσωτερικών τις συσκευής τότε εμφανίζεται και η ένδειξη Onboard Profiles επιβεβαιώνοντας το παραπάνω συμπέρασμα μας για τα hardware saved profiles. Ξεκινώντας από την τελευταία επιλογή ως ξεχωριστό χαρακτηριστικό του συγκεκριμένου ποντικιού και προς τα επάνω έχουμε... Weight Tuning … λοιπόν: Με την πρώτη ματιά παρατηρεί κανείς ότι οι πληροφορίες είναι πλούσιες αναλυτικές και ξεκάθαρες. Επικουρικά οι περιγραφές στο κάτω μέρος δεν αφήνουν κανένα περιθώριο σύγχυσης. Πρώτη κίνηση κουμπώνουμε ένα βαρίδι σε μια θέση και ως δια μαγείας αυτοστιγμής εμφανίζετε στην αντίστοιχη θέση στην εικόνα του iCue αλλά και το σωστό βάρος κάτω και η μεταβολή στο κέντρο βάρους δεξιά, απλά και όμορφα. Ομοίως επαναλαμβάνοντας την διαδικασία και για τα υπόλοιπα πέντε λαμβάνουν μέρος αυτόματα όλες οι μεταβολές. Την προσοχή μου τραβάει παράλληλα το αποεπιλεγμένο check box με τον τίτλο Input Weight Mass Manually. Ok λογικό λοιπόν το αυτόματο του πράγματος αλλά γιατί και manually; Επιλέγοντας το ξαφνικά εξαφανίζονται όλες οι ενδείξεις βάρους τόσο από τους αριθμούς όσο και από την εικόνα, παράλληλα ενεργοποιούνται τα κελιά των αριθμητικών ενδείξεων ως ένδειξη της δυνατότητας εισαγωγής σε αυτά από τον χρήστη πλέον, ενδιαφέρον αλλά γιατί; Δοκιμάζοντας εισαγωγή με το χέρι, δηλαδή πληκτρολόγιο, παρατηρώ ότι υπάρχει η δυνατότητα να βάλω από 0,1 έως 99,9 μεταβάλλοντας αυτόματα τα στοιχεία Total Mass και X,Y,Z του Center of mass position εμφανίζοντας δε παράλληλα την θέση καταλυμένη από βαρίδιο, επιπροσθέτως η επιλογή θέσης προς εισαγωγή γίνεται και από την εικόνα. Το μόνο που μπορώ να υποθέσω είναι feature για πιθανή μελλοντική σειρά εναλλακτικών βαριδιών ή γιατί όχι και after market, αστεΐζοντας φαντάζομαι ένα eccentric κάτοχο να απευθύνεται σε μηχανικό για custom, την επιλογή στο software την έχει... Σε κάθε περίπτωση μπορούμε να αλλάζουμε μεταξύ auto και manual χωρίς να χάνονται οι ρυθμίσεις. Surface Calibration … Ok. Απλή λειτουργεία και εύκολη, λίγο σταθερό χέρι θέλει μόνο. Δεν πρόσεξα κάποια ιδιαίτερη διαφορά πάντως τουλάχιστον όχι σε σοβαρές επιφάνειες, σε κάτω του μετρίου δεν ξέρω. Performance … Ok. Απλές κλασικές επιλογές … DPI … xαμός. Όπως προανέφερα, τα πάντα σε κάθε επίπεδο, αν θέλουμε και για κάθε άξονα χωριστά, από 1 έως 18.000 dpi ανά 1 dpi και με ότι χρώμα από όλη την γκάμα του RGB και για το κάθε profile χωριστά και με άμεση ενεργοποίηση την στιγμή τις ρύθμισης. Δεν μπορώ να σκεφτώ τι θα μπορούσε να προσθέσει κανείς, μάλλον τίποτα. Lighting Effects ... άπειρα. Ούτε εδώ φαίνεται να υπάρχει καμία έλλειψη. Όλα τα χρώματα σε κάθε ζώνη με επιλογή αδιαφάνειας και με ικανοποιητικό αριθμό προεπιλογών. Ώρα να έχεις να επιλέγεις. Actions … αναρίθμητα. Και πως θα μπορούσαν να μην είναι άλλωστε. Δημιουργία όσων actions θέλουμε με επιλογές στο καθένα και για τα εννέα κουμπιά, είπαμε το αριστερό βασικό όχι και φαίνεται και στην εικόνα ως ανενεργό. Αλλά και οι επιλογές παραμετροποίησης περιλαμβάνουν ότι ζητήσει κανείς, A to Z keys, Numeric Keypad, Function, Text, Media Macro κ.τ.λ. … και με Advance Settings διαφορετικό για το καθένα από αυτά. Και όλα απλά και όλα ενεργά αμέσως για να δεις και αν σου κάνει η ρύθμιση χωρίς κόπο. Αποτελέσματα Μετρήσεων Να σημειώσω ότι για τις μετρήσεις το πρόγραμμα που χρησιμοποιούμε είναι το Enotus Mouse Test και ως mousepad το Corsair MM300 προκάτοχο του Corsair MM350 για το οποίο μπορείτε να διαβάσετε εκτενή παρουσίαση εδώ από τον φυλτατο @GriGaS. Όπως παρατηρούμαι στα διαγράμματα οι επιδόσεις του NIGHTSWORD RGB είναι κορυφαίες, με το Poling Rate σταθερά πάνω από το 996 και μέσο όρο το 997,6 αλλά και το Accuracy με μέσω όρο το 98,8%, που θα ήταν πάνω του 99,5% αν δεν του τα χάλαγε ένα 96,3 στα 18000 dpi, πιθανώς με δικιά μου υπαιτιότητα μιας και το να κρατήσει κανείς σταθερό χέρι εκεί είναι εξαιρετικά δύσκολο. Εξαίρεση σε αυτό αποτελεί το Smoothness που αν και όχι πολύ κακό ως τιμή δεν νομίζω ότι ανταποκρίνεται στην άψογη αίσθηση που αφήνει στον χρήστη του σε κάθε περίπτωση, συνυπολογίζοντας δε τα αντίστοιχα αποτελέσματα των Ironclaw RGB Wireless και Glaive RGB Pro σε σχέση με την αντίστοιχη άποψη των συναδέλφων τείνω να κατηγορήσω πιθανή ασυμβατότητα με το λογισμικό πάρα ότι άλλο. Εμπειρία Χρήσης H πλέον του ενός μηνός εμπειρία με το NightsWord RGB κάτω από συνεχή, μεγάλη σε ποικιλία χρήση σε σχεδόν κάθε είδους εφαρμογή, με εξαίρεση ίσως το εντατικό gaming, μου άφησε ξεκάθαρα ευχάριστη άποψη για την λειτουργικότητα και την εργονομία του προϊόντος. Σημειωτέων δε ότι είμαι συνηθισμένος σε ιδιαίτερα εργονομικά προϊόντα και πολύ απαιτητικός λόγω της καθημερινά πολύωρης χρήσης. Άνετο, βολικό, δεν με κούρασε ποτέ σε ιδιαίτερα παρατεταμένη και απαιτητική χρήση παρά το αρκετά ευαίσθητο χέρι μου. Με εξαιρετική ακρίβεια και άμεση απόκριση δεν έχασε ποτέ την εστίαση του ούτε αρνήθηκε να ανταποκριθεί στις εντολές μου, ανεξάρτητα από την πολυπλοκότητα και την ταχύτητα που απαιτούσα από αυτό. Η κύλιση του ήταν πάντα ομαλή και αβίαστη ανεξάρτητα από την μεταβολή στο βάρος ή το σημείο επαφής, τα κουμπιά μαλακά αλλά με ακρίβεια στην αίσθηση και με ξεκάθαρη εικόνα απόκρισης προς τον χρήστη. Το σκληρό καλώδιο αρχικά ξενίζει αλλά δεν εμπόδισε ποτέ την ομαλότητα στην κίνηση , αρκεί βέβαια να μην εμπλακεί με εμπόδια. Δεν δυσκολεύτηκα καθόλου να οργανώσω τις λειτουργίες που με βόλευαν στα κουμπιά του, βασική προϋπόθεση βέβαια το να εξοικειωθεί κανείς με την λογική λειτουργείας του iCue, από εκεί και πέρα απροβλημάτιστα περνούσαν οι μεταβολές με το που ερχόταν η επιθυμητή εφαρμογή στο προσκήνιο, πολύ βολικό επίσης το ότι μπορείς να έχεις τρία profile μαζί σου όπου το μεταφέρεις. Σίγουρα αυτό θα χρειαστεί κάποιο χρόνο αρχικά για το στήσιμο αλλά θα σας αποζημιώσει στην πορεία. Εδώ θα ήθελα να επιστήσω την προσοχή σε όσους το δοκιμάσουν, αποφύγετε τις εξαρχής άπειρες διαφορετικές συνθέσεις με καθολικές μεταβολές στις λειτουργείες των κουμπιών, αν αυτό δεν είναι απαραίτητο, η αλλαγή είναι ακαριαία και αν δεν είστε αρκετά εξοικειωμένοι μπορεί να σας μπερδέψει παρά να σας βοηθήσει, κατά τα άλλα βολεύει πολύ. Όσων αφορά το φωτισμό τώρα, απείρως ρυθμιζόμενος και ευκρινής αν και κατά την χρήση τα μόνα εμφανή σημεία είναι το μικρό παραθυράκι αριστερά κάτω από το αριστερό κουμπί και τα τρία ενδεικτικά led που ενημερώνουν για το επιλεγμένο DPI προφίλ, ίσως και λίγο η αντανάκλαση του εμπρός αριστερού επάνω στην επιφάνεια αν αυτή το επιτρέπει. Ο απέναντι σας, αν υπάρχει, θα μπορέσει να δει και το εμπρός δεξί καθώς και αυτό τις ρόδας, ο χρήστης πάλι όχι μιας και το χέρι του καλύπτει καθολικά σε κάθε περίπτωση τόσο αυτό του λογότυπου όσο και το πίσω. Κατά την διάρκεια όμως που δεν το χρησιμοποιούμε η εμφάνιση του και ιδικά οι εναλλαγές, π.χ. σε rainbow, mode τραβάνε πολύ το βλέμμα. Επίλογος - Συμπεράσματα Ο κουρσάρος για μια ακόμη φορά, ευχάριστα, δεν μας εξέπληξε. Έδωσε στην αγορά ένα προϊόν σε πολύ λογική τιμή, με την γνωστή ποιότητα του οίκου, αλλά και χαρακτηριστικά που δεν βρίσκει κανείς εύκολα μαζεμένα σε ένα πακέτο, παρόλο που αναφέρεται σε μια κατηγορία με σκληρό ανταγωνισμό. Η αδιάλειπτη και αβίαστη λειτουργεία του, USB γαρ, αλλά και ο μοντέρνος σχεδιασμός του με τον RGB φωτισμό δεν θα το αφήσουν απαρατήρητό, η δε ξεκούραστη χρήση με τις μεταβαλλόμενες λειτουργικότητες και τις προσωποποιημένες ρυθμίσεις θα ικανοποιήσουν όποιον το επιλέξει. Αμιγώς για αριστερόχειρες μεν δεν θα μπορούσε όμως να είναι για αμφίχειρες με το thumb rest και τα έξτρα κουμπιά, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί, βασικά κατ’ ανάγκη, και από κάποιον αριστερόχειρα, αρκεί αυτός να συμβιβαστεί με την απώλεια των χαρακτηριστικών αυτόν, χρήση στην οποίο συμβάλει και η ομοιομορφία του υπόλοιπου της σχεδίασης του. Το βασικό χαρακτηριστικό της μεταβολής του βάρους ομολογουμένως υπερέβει τις προσδοκίες μου. Έξυπνα σχεδιασμένο και με άμεση απόκριση στην γεωμετρία της συσκευής φέρνει το περιφερειακό με ακρίβεια στα μέτρα του χρήστη. Ομολογώ ότι δεν περίμενα να συναντήσω τέτοια απόδοση και ευκολία, ελπίζω να αποκτήσει ανταγωνισμό σε αυτό μιας και προς το παρόν δεν φαίνεται να έχει ουσιαστικά. Σε κάθε περίπτωση το NIGHTSWORD RGB δεν θα πρέπει να αγνοηθεί ως επιλογή από κάποιον που ψάχνει για κάτι τέτοιο. Ρύθμιση συνολικού βάρους και κέντρου βάρους. 3 Profiles αποθηκευμένα στην συσκευή και αναρίθμητα από το iCue . 10 κουμπιά τα 9 προγραμματιζόμενα. Ρύθμιση DPI. Ποιότητα υλικών. Σχεδιασμός και εμφάνιση. Άνεση χρήσης. RGB Ρυθμιζόμενος φωτισμός και αυτοματισμοί από το iCue. Για δεξιόχειρες αποκλειστικά θα μπορούσε να είναι πιο εργονομική κατασκευή. Ιδιαίτερα άκαμπτο καλώδιο. Οι φωτιζόμενες επιφάνειες δεν φαίνονται κατά την χρήση. Αποτελέσματα μετρήσεων smoothness αν και υποψιάζομαι ασυμβατότητα με το Enotus. Μη παραμετροποιήσιμη ροδέλα από το iCue. Με βάση τα παραπάνω, η βαθμολογία του NIGHTSWORD RGB Tunable FPS/MOBA είναι:  TheLAB.GR Ευχαριστούμε θερμά την Corsair για την παραχώρηση του δείγματος της δοκιμής.
  5. Εισαγωγή Ο καναπές απέναντι από την τηλεόραση είναι εδώ και χρόνια η καρδιά του σπιτιού, καθώς πολλοί περνάνε εκεί αρκετό από τον ελεύθερο χρόνο τους. Και είναι συχνό πλέον η τηλεόραση να είναι συνδεδεμένη με κάποιον υπολογιστή, ο οποίος αποτελεί το κέντρο του συστήματος διασκέδασης όλης της οικογένειας για ταινίες, σειρές, μουσική και ελαφρύ gaming. Καθώς η συγκεκριμένη χρήση είναι κάτι για το οποίο τα περιφερειακά των υπολογιστών δεν είχαν αρχικά σχεδιαστεί, πολλοί από εμάς καταλήγουμε με ένα άβολο ασύρματο πληκτρολόγιο στα πόδια μας και ένα αντίστοιχο ποντίκι στο μπράτσο του καναπέ. Η Corsair είχε ήδη δώσει μια εξαιρετική λύση στους gamers του καναπέ με το Corsair Wireless Combo και τώρα έρχεται να δώσει τη λύση και στους υπόλοιπους με το Corsair K83 Wireless Entertainment Keyboard. Χαρακτηριστικά Τα χαρακτηριστικά του Corsair K83 Wireless Entertainment Keyboard συνοψίζονται στον παρακάτω πίνακα: Βλέπουμε ότι πρόκειται για ένα πληκτρολόγιο 77 πλήκτρων, με μηχανισμούς πλήκτρων τύπου scissor (ψαλίδι - έτσι μοιάζει η ανάρτησή τους) χαμηλού προφίλ, όπως αυτά που συναντάμε συχνά στα πληκτρολόγια των laptop, και λευκό φωτισμό. Λειτουργεί ενσύρματα μέσω σύνδεσης USB, ασύρματα στα 2,4GHz μέσω του δέκτη που περιλαμβάνεται στη συσκευασία ή με Bluetooth και έχει υψηλό report rate στα 1000Hz. Διαθέτει 20-Key Roll Over, συνεπώς(θεωρητικά) μπορεί να αναγνωρίσει το πάτημα οποιωνδήποτε 20 πλήκτρων ταυτόχρονα. Διαθέτει έλεγχο έντασης ήχου με ροδέλα και Fn shortcuts. Το Corsair K83 Wireless Entertainment Keyboard καλύπτεται από διετή εγγύηση και η προτεινόμενη από την εταιρία τιμή λιανικής είναι στα €129,99. Φωτογράφιση Το Corsair K83 Wireless Entertainment Keyboard έρχεται σε ένα χαρτονένιο κουτί στο κλασσικό πλέον κιτρινόμαυρο μοτίβο της Corsair. Η φωτογραφία του πληκτρολογίου καλύπτει τη μεγαλύτερη επιφάνεια και των 2 μεγάλων πλευρών του κουτιού, μαζί με κάποιες πληροφορίες σχετικά με αυτό στο πίσω μέρος. Μέσα στο κουτί όλα δείχνουν τακτοποιημένα. Το μαύρο εσωτερικό δίνει μια πινελιά ποιότητας, χωρίς να προσθέτει ιδιαίτερα στο κόστος, και το πληκτρολόγιο καταλαμβάνει όλο το μήκος και πλάτος του κουτιού, προστατευμένο σε διαφανές νάιλον. Το καπάκι έχει κομμάτια αφρολέξ που κρατάνε το πληκτρολόγιο στη θέση του και ανάμεσά τους μια τσέπη με τα συνοδευτικά έγγραφα. Αυτά αποτελούνται από το εγχειρίδιο χρήσης, το φυλλάδιο της εγγύησης και ένα φυλλάδιο με με πληροφορίες σχετικά με την ασφάλεια χρήσης και τη συμμόρφωση της συσκευής με τους διεθνείς κανονισμούς. Κάτω από το πληκτρολόγιο κρύβεται ο δέκτης για την ασύρματη σύνδεση στα 2,4GHz και κάτω από μία ακόμα στρώση μαύρου χαρτονιού βρίσκουμε ένα πλακέ καλώδιο USΒ Type A σε Micro-USB για τη σύνδεση του πληκτρολογίου με τον υπολογιστή, καθώς και τη φόρτισή του. Το Corsair K83 Wireless Entertainment Keyboard είναι ένα tenkeyless πληκτρολόγιο, με ενσωματωμένο trackpad και joystick. Τα πλαστικά του είναι ποιοτικά και η πάνω επιφάνειά του είναι από αλουμίνιο, προσδίδοντας ακαμψία και αίσθηση ποιότητας. Ο σχεδιασμός είναι καλαίσθητος, με πλήκτρα χαμηλού προφίλ και το δεξί του τμήμα έχει μια μοντέρνα ρετρό χροιά όπου το στρογγυλό trackpad με το ασημί στεφάνι το μιμείται άρτια, σαν μικρογραφία του, το joystick. Ξεκινώντας από το πληκτρολόγιο, παρατηρούμε ότι τα πλήκτρα WASD έχουν διαφορετικό χρώμα, για να τονιστεί η gaming πλευρά του πληκτρολογίου. Εν τούτοις, τα άνω και κάτω βελάκια είναι μικρά και καταλαμβάνουν το χώρο ενός πλήκτρου, κάτι που δεν είναι πολύ βολικό στο gaming αλλά ούτε και στη γενικότερη χρήση. Τα ενδεικτικά LEDs είναι 3 και βρίσκονται στο επάνω μέρος, στα 3 κενά ανάμεσα στις ομάδες των πλήκτρων της πρώτης σειράς. Το αριστερό αφορά τη λειτουργία του πληκτρολογίου και προσφέρει ενδείξεις για τον τρόπο σύνδεσης και την μπαταρία, όπως θα δούμε παρακάτω. Το μεσαίο είναι η ένδειξη του CAPS LOCK και το δεξί του SCROLL LOCK. Ένδειξη για το NUM LOCK δεν υπάρχει καθώς το Corsair K83 Wireless Entertainment Keyboard δε διαθέτει αριθμητικό πληκτρολόγιο. Πολλές βασικές λειτουργίες όπως PgUp, PgDn, Home, End κλπ έχουν ενσωματωθεί σε άλλα πλήκτρα και ενεργοποιούνται με τη χρήση του πλήκτρου Fn, κάτι αναγκαίο για να διατηρηθεί το μικρό μέγεθος του πληκτρολογίου. Αυτό κάποιους θα τους ενοχλήσει και κάποιους όχι τόσο, ανάλογα με τη συχνότητα χρήσης τους. Όλη η σειρά των F keys έχει ενσωματωμένα shortcuts με τη χρήση του Fn - ανάλογα με το mode στο οποίο βρίσκεται το πληκτρολόγιο η default λειτουργία μπορεί να είναι τα F keys ή τα shortcuts. Στο δεξί μέρος του πληκτρολογίου δεσπόζει το στρογγυλό trackpad, μια πολύ καλή ιδέα, τόσο αισθητικά όσο και λειτουργικά, καθώς το δάχτυλο, ξεκινώντας από τη μέση, έχει ίδια απόσταση να διανύσει προς κάθε κατεύθυνση. Τα πλήκτρα του trackpad είναι λογικά τοποθετημένα, κάτω από αυτό. Πάνω από το trackpad, αριστερά έχουμε ένα πολύ ποιοτικό roller από όπου ρυθμίζουμε την ένταση του ήχου, όπως έχουμε δει σε πολλά από τα high end πληκτρολόγια της Corsair. Εδώ όμως, για οικονομία χώρου, το roller είναι και πλήκτρο για τη σίγαση. Μια ωραία λεπτομέρεια που θα ήθελα να δω και σε άλλα πληκτρολόγια της εταιρίας. Ανάμεσα στο roller και το trackpad βρίσκουμε το πλήκτρο έντασης του φωτισμού και το F-Lock του οποίου οι λειτουργίες μπορούν να ρυθμιστούν από το λογισμικό ελέγχου του πληκτρολογίου, iCUE. Τέλος, επάνω δεξιά, έχουμε το joystick, το οποίο είναι μια ευχάριστη προσθήκη και επιτρέπει να παίξουμε κάποιο χαλαρό παιχνίδι αρκετά καλά. Η λειτουργία του αλλάζει ανάλογα με το mode στο οποίο λειτουργεί το πληκτρολόγιο και μπορεί να κινεί το δείκτη του ποντικιού ή να εξυπηρετεί την πλοήγηση στα μενού ή, φυσικά, να κινεί τον χαρακτήρα κάποιου παιχνιδιού. Στη βάση του πληκτρολογίου είναι αμέσως εμφανείς οι ειδικές διαμορφώσεις στο δεξί και το αριστερό άκρο του ώστε να μπορεί κάποιος να το κρατήσει σαν gamepad. Η λαβή αυτή φέρνει το joystick στον δεξί αντίχειρα και τα 2 πλήκτρα που συνοδεύουν το joystick στο δείκτη και το μέσο του ίδιου χεριού. Στο πάνω και κάτω μέρος της βάσης του πληκτρολογίου υπάρχουν λωρίδες ελαστικού υλικού που εξασφαλίζουν την ακινητοποίηση του πληκτρολογίου, ενώ απουσιάζουν τα συνηθισμένα αναδιπλούμενα ποδαράκια. Τα πλήκτρα του joypad είναι μαρκαρισμένα ως L και R (Left - αριστερό και Right - δεξί). Είναι ουσιαστικά ένα δεύτερο σετ πλήκτρων ποντικιού, καθώς και το ίδιο το trackpad λειτουργεί σαν ποντίκι σε κάποια modes του Corsair K83 Wireless Entertainment Keyboard αλλά λειτουργούν και ως πλήκτρα για gaming. Είναι στρατηγικά τοποθετημένα, το L στην πλάγια επιφάνεια του πληκτρολογίου και το R στη βάση του, έτσι ώστε να έρχονται φυσικά κάτω από τα δάχτυλα όταν κάποιος κρατάει το joystick με τον αντίχειρα. Πληροφορίες και πιστοποιήσεις είναι διακριτικά χαραγμένες στη βάση του πληκτρολογίου. Δίπλα από το L του joystick, βρίσκουμε και το πλήκτρο on/off του Corsair K83 Wireless Entertainment Keyboard, το οποίο έχει ενδεικτικό λευκό LED όταν το πληκτρολόγιο είναι σε λειτουργία. Δίπλα από αυτό είναι και η υποδοχή Micro-USB για την ενσύρματη σύνδεση και τη φόρτιση της μπαταρίας του πληκτρολογίου. Ποιότητα Κατασκευής Η ποιότητα κατασκευής του Corsair K83 Wireless Entertainment Keyboard είναι αυτή που θα περίμενε κανείς από ένα high end πληκτρολόγιο της εταιρίας. Αν εξαιρέσουμε το γεγονός ότι οι διακόπτες δεν είναι μηχανικοί, κάτι που είναι λογικό για να παραμείνει το πληκτρολόγιο τόσο λεπτό και ελαφρύ, η Corsair δε φαίνεται να έκανε εκπτώσεις στα υλικά και την ποιότητα κατασκευής. Το αλουμίνιο της επάνω επιφάνειας εξ' άλλου, με την ελαφρώς βουρτσισμένη υφή, προσδίδει εκ προοιμίου τον χαρακτήρα της πολυτέλειας. Τα πλαστικά είναι ποιοτικά και η εφαρμογή των τμημάτων στα συνηθισμένα για την εταιρία υψηλά επίπεδα. Το φινίρισμα είναι αψεγάδιαστο. Μοναδικό ψεγάδι που παρατήρησα είναι ότι κατά την πληκτρολόγηση, ειδικά όταν αυτή γίνεται γρήγορα, ακούγονται κάποια τριξίματα από το μηχανισμό ανάρτησης του space bar Χρήση Η Corsair διαφημίζει το Corsair K83 Wireless Entertainment Keyboard ως ένα πληκτρολόγιο, τηλεχειριστήριο και gamepad, όλα σε ένα. Η αλήθεια είναι ότι το πληκτρολόγιο διαθέτει λίγο από όλα αυτά, αλλά δεν μπορεί να αντικαταστήσει τα τηλεχειριστήρια των συσκευών ούτε ένα κανονικό gamepad. Ως πληκτρολόγιο ισορροπεί ικανοποιητικά ανάμεσα στο μικρό μέγεθος και την άνεση πληκτρολόγησης, με πλήκτρα μεγάλα και με βαθύτερες καμπύλες από το συνηθισμένο, κάτι που βοηθάει στο ψαχούλεμα που αναπόφευκτα συνοδεύει την πληκτρολόγηση του καναπέ. Το Corsair K83 Wireless Entertainment Keyboard υποστηρίζει τη χρήση τόσο με Windows, όσο και με άλλες συσκευές και για το σκοπό αυτό έχει προ-ρυθμισμένα modes. Τα modes αυτά ενεργοποιούνται με τους συνδυασμούς πλήκτρων που βλέπετε στον παρακάτω πίνακα και είναι σχεδιασμένα για να προσφέρουν την καλύτερη εμπειρία με τις αντίστοιχες συσκευές. Απουσιάζει η υποστήριξη για PlayStation 4 και X-Box One, αλλά κατά τα άλλα είναι εντυπωσιακή η γκάμα των συσκευών που υποστηρίζεται! Καθώς το μέγεθος του πληκτρολογίου είναι μικρό, πολλά πλήκτρα έχουν διπλή λειτουργία, με τη 2η να ενεργοποιείται όπως συνηθίζεται με το συνδυαστικό πάτημα με το πλήκτρο Fn. Τα πλήκτρα που διαθέτουν 2η λειτουργία έχουν τη σχετική ένδειξη, εκτός από το Esc και το Enter που κρατούν τη 2η λειτουργία τους κρυφή. Το Trackpad είναι αντίστοιχης ποιότητας με αυτά που βρίσκουμε σε ακριβά laptop. Είναι ευαίσθητο και ακριβές και η χρήση του είναι ευχάριστη. Υποστηρίζει όλα τα γνωστά gestures, ακόμα και αυτά που γίνονται με 4 δάκτυλα. Δεν αντικατέστησε το ποντίκι μου και δε θεωρώ ότι έχει εφευρεθεί ακόμα κάτι που θα το κάνει, αλλά, παραδόξως, με έπιασα να το χρησιμοποιώ για μικροδουλειές, κάτι που του περιποιεί μεγάλη τιμή, καθώς δεν ήμουν ποτέ οπαδός των συγκεκριμένων συσκευών. Το joystick είναι μια καλοδεχούμενη προσθήκη και βοηθάει στο ελαφρύ gaming, ειδικά σε παιχνίδια όπου οι κινήσεις δεν είναι time critical. Προσωπικά με κάλυψε αλλά δεν είμαι gamer και αν ήμουν, θα προτιμούσα σίγουρα ένα κανονικό gamepad. Η λαβή του πληκτρολογίου εν είδει gamepad ουσιαστικά δεν επιτρέπει την πλήρη χρήση των πλήκτρων και έτσι η ιδανική χρήση του Corsair K83 Wireless Entertainment Keyboard ως gamepad θα ήταν με την αριστερή πλευρά του να στηρίζεται κάπου και το αριστερό χέρι στα πλήκτρα, ενώ το δεξί χέρι να κρατάει τη λαβή στο δεξί άκρο του πληκτρολογίου με τον αντίχειρα στο joystick. Το roller έλεγχου της έντασης του ήχου είναι εξαιρετικά υλοποιημένο, με την ιδανική αντίσταση και αίσθηση. Το γεγονός ότι ενσωματώνει το πλήκτρο mute, με πάτημα του roller είναι κάτι που η Corsair πρέπει να κάνει και στα υπόλοιπα high end πληκτρολόγιά της. Συνολικά η χρήση του Corsair K83 Wireless Entertainment Keyboard με άφησε πολύ ικανοποιημένο και δείχνει ότι θα καταφέρει να εκτοπίσει το Logitech K800 που χρησιμοποιώ ως πληκτρολόγιο καναπέ εδώ και πολλά χρόνια, χωρίς ποτέ να έχω βρει κάτι που να μπορεί να το ανταγωνιστεί. Συνδεσιμότητα To Corsair K83 Wireless Entertainment Keyboard προσφέρει τη δυνατότητα τόσο ενσύρματης, μέσω του συμπεριλαμβανομένου καλωδίου USB Type A σε Micro-USB, όσο και ασύρματης σύνδεσης. Η ασύρματη σύνδεση μπορεί να γίνει μέσω του δέκτη που παρέχεται με το πληκτρολόγιο αλλά και με μέσω πρωτοκόλλου Bluetooth 4.2. Η σύνδεση μέσω του δέκτη γίνεται στη συχνότητα των 2.4GHz και έχει ιδιαίτερα χαμηλό latency, 1ms, όσο έχει και η ενσύρματη σύνδεση. Η σύνδεση μέσω Bluetooth έχει υψηλότερο latency, το οποίο όμως είναι στα μόλις 7.5ms, σύμφωνα με την κατασκευάστρια εταιρεία. Το πληκτρολόγιο μπορεί να απομνημονεύσει 2 συνδέσεις μέσω bluetooth, και έτσι μπορείτε να το έχετε συνδεδεμένο μέσω του δέκτη στον υπολογιστή σας και μέσω bluetooth στο smartphone και τη smart τηλεόραση. Όλα αυτά εναλλάσσονται με ένα απλό πάτημα του αντίστοιχου πλήκτρου, όπως βλέπετε στον παρακάτω πίνακα. Το πληκτρολόγιο μπαίνει σε λειτουργία pairing αν το αντίστοιχο πλήκτρο πατηθεί για πάνω από 2 δευτερόλεπτα. Το LED λειτουργίας μας επιτρέπει να δούμε με μια ματιά ποια ασύρματη σύνδεση χρησιμοποιείται ανά πάσα στιγμή και σε τι κατάσταση βρίσκεται. Μπαταρία Η μπαταρία καθορίζει ένα μεγάλο βαθμό της χρηστικότητας κάθε ασύρματου περιφερειακού. Στην περίπτωση του Corsair K83 Wireless Entertainment Keyboard οι μηχανικοί της Corsair έχουν βρει μια καλή ισορροπία ανάμεσα στη διάρκεια της μπαταρίας, το μέγεθος και το βάρος της συσκευής και την ύπαρξη φωτισμού. Η διάρκεια της μπαταρίας, με συντηρητική χρήση και το φωτισμό στο χαμηλό φτάνει άνετα 4-5 ημέρες, έως και 1 εβδομάδα. Φυσικά αυτό μπορεί να έχει πολύ μεγάλη διακύμανση, ανάλογα με τη χρήση και την ένταση του φωτισμού. Η κατάσταση της μπαταρίας μπορεί να ελεγχθεί ανά πάσα στιγμή πατώντας το συνδυασμό πλήκτρων Fn + Enter, οπότε το LED λειτουργίας μας ενημερώνει για την κατάσταση φόρτισης της μπαταρίας, σύμφωνα με τον παρακάτω πίνακα. Η φόρτιση της μπαταρίας γίνεται με το καλώδιο με το οποίο γίνεται και η ενσύρματη σύνδεση. Το LED λειτουργίας αναβοσβήνει πράσινο κατά τη φόρτιση και μένει σταθερά πράσινο όταν αυτή ολοκληρωθεί. Στο παρακάτω διάγραμμα βλέπετε τη διαδικασία φόρτισης του Corsair K83 Wireless Entertainment Keyboard μέσω μίας USB 3.1 θύρας του υπολογιστή. Η κίτρινη γραμμή είναι η τάση των 5V της θύρας, η οποία μένει σχεδόν σταθερή καθ' όλη τη διάρκεια της φόρτισης, με μικρές διακυμάνσεις, ανάλογα με το ρεύμα που τραβάει το κύκλωμα φόρτισης του πληκτρολογίου. Η μπλε γραμμή δείχνει το ρεύμα της φόρτισης, το οποίο παραμένει κοντά στη μέγιστη δυνατότητα της θύρας, που είναι 0,9A, για περίπου 1 ώρα και 3 τέταρτα, ενώ κατόπιν και μετά από μια φθίνουσα διακύμανση, πέφτει σταδιακά έως την ολοκλήρωση της φόρτισης. Η κόκκινη γραμμή δείχνει το σύνολο της ενέργειας που έχει δοθεί από τη θύρα USB 3.1 για τη φόρτιση της μπαταρίας ανά πάσα στιγμή, η οποία συνολικά έφτασε τα 2063 mAh, πολύ κοντά στα 2070mAh που είναι η θεωρητική χωρητικότητα της μπαταρίας του Corsair K83 Wireless Entertainment Keyboard. Βλέπουμε ότι η συνολική διάρκεια της φόρτισης ήταν 2 ώρες και 54 λεπτά, σημαντικά μεγαλύτερη από τις 2 ώρες που υπόσχεται η Corsair. Αν δούμε τα πρώτα 30 δευτερόλεπτα της φόρτισης, φαίνεται ότι το ρεύμα φόρτισης ήταν αρχικά στα 0,5A, δηλαδή στις δυνατότητες μιας USB 2.0 θύρας. Αυτό συνέβη γιατί το πληκτρολόγιο ήταν απενεργοποιημένο. Μόλις το ενεργοποίησα και συνδέθηκε με τον υπολογιστή, ο οποίος έτρεχε το λογισμικό ελέγχου iCUE, το ρεύμα ανέβηκε στα 0,9Α. Τι σημαίνουν όλα αυτά; Για να γίνει η γρήγορη φόρτιση που όπως είδαμε ολοκληρώθηκε σε κάτι λιγότερο από 3 ώρες, πρέπει να έχουμε τις παρακάτω συνθήκες: Το πληκτρολόγιο θα είναι συνδεδεμένο σε θύρα υπολογιστή Η θύρα να είναι τουλάχιστον γενιάς USB 3.0 Το πληκτρολόγιο να είναι ενεργοποιημένο Ο υπολογιστής να τρέχει το λογισμικό ελέγχου iCUE Σε κάθε άλλη περίπτωση, η φόρτιση θα γίνει με χαμηλότερο ρεύμα, 0,5A αντί για 0,9A, και θα διαρκέσει σχεδόν το διπλάσιο χρόνο. Θεωρώ ότι το παραπάνω είναι το σημείο που επιδέχεται τη μεγαλύτερη βελτίωση στο Corsair K83 Wireless Entertainment Keyboard. Όταν κάθομαι στον καναπέ, η σύνδεση του πληκτρολογίου με τον υπολογιστή δεν είναι πάντα εύκολη και σίγουρα δεν είναι βολική. Αυτό που θα ήθελα, θα ήταν μια σύνδεση με βύσμα USB Type C, που είναι πολύ πιο ανθεκτικό, reversible και υποστηρίζει πρωτόκολλα φόρτισης που είναι πολύ πιο γρήγορα. Καθώς οι περισσότεροι έχουμε φροντίσει να έχουμε κάποιο φορτιστή κινητού κοντά στον καναπέ και οι περισσότεροι φορτιστές πλέον υποστηρίζουν κάποιο πρωτόκολλο ταχείας φόρτισης, όπως QC2.0, QC3.0 κλπ, θα ήθελα να το Corsair K83 Wireless Entertainment Keyboard να μπορούσε να τα εκμεταλλευτεί, αντί να φορτίζει με ρυθμούς USB 2.0 όταν συνδέεται σε φορτιστή κινητού. Φωτισμός Η ύπαρξη φωτισμού σε ένα πληκτρολόγιο αποτελεί μεγάλο πλεονέκτημα, ειδικά όταν πρόκειται να χρησιμοποιείται από τον καναπέ, σε συχνά σκοτεινές συνθήκες. Ο συνδυασμός της όμως με την ασύρματη σύνδεση αποτελεί τεχνική πρόκληση, καθώς ο φωτισμός είναι ιδιαίτερα ενεργοβόρος, σε σχέση πάντα με την κατανάλωση των υπόλοιπων υποσυστημάτων του πληκτρολογίου. Το Corsair K83 Wireless Entertainment Keyboard ισορροπεί ανάμεσα σε όλα αυτά, προσφέροντας λευκό φωτισμό που είναι ρυθμιζόμενος σε 3 επίπεδα. Δεν υπάρχει RGB και δεν υπάρχει ξεχωριστός έλεγχος φωτισμού σε κάθε πλήκτρο. Λειτουργικά, αυτή η επιλογή είναι η σωστή, καθώς μας επιτρέπει να βλέπουμε τι πληκτρολογούμε, το λευκό πάει με όλα και η κατανάλωση της μπαταρίας από το φωτισμό παραμένει σε ανεκτά επίπεδα. Φυσικά, ο φωτισμός μπορεί να απενεργοποιηθεί κατά τη διάρκεια της ημέρας, για εξοικονόμηση της μπαταρίας. Μπορείτε να δείτε τα 3 επίπεδα φωτισμού του Corsair K83 Wireless Entertainment Keyboard στο παρακάτω gif. Προσωπικά βρίσκω το χαμηλότερο επίπεδο φωτισμού υπερ-αρκετό και αρκετά ξεκούραστο για τα μάτια. Λογισμικό iCUE Ένα από τα πιο δυνατά σημεία του Corsair K83 Wireless Entertainment Keyboard, όπως και όλων των πληκτρολογίων της Corsair, είναι το λογισμικό ελέγχου, που ονομάζεται iCUE. Η πρώτη καρτέλα του λογισμικού ονομάζεται Home και εκεί βλέπουμε όλες τις υποστηριζόμενες συσκευές στο σύστημά μας. Επιλέγοντας κάποια, βλέπουμε τα προφίλ που έχουμε ρυθμίσει για αυτή, είτε software, είτε αποθηκευμένα στη μνήμη της συσκευής, αν έχει. Το κάθε προφίλ μπορούμε να το συνδέσουμε με κάποιο πρόγραμμα, ώστε να φορτώνεται αυτόματα όταν το πρόγραμμα αυτό τρέχει και είναι στο προσκήνιο. Μπορούμε επίσης να του ορίσουμε κάποιο custom εικονίδιο και φόντο. Αν επιλέξουμε το Corsair K83 Wireless Entertainment Keyboard από τις διαθέσιμες συσκευές, εμφανίζεται ένα μενού στα αριστερά, με πρώτη επιλογή τα ACTIONS. Από εδώ μπορούμε να ορίσουμε μια ποικιλία από ACTIONS και να τις αντιστοιχήσουμε σε κάποιο πλήκτρο, όπως επίσης και να κάνουμε κάποιο πλήκτρο remap. Η δεύτερη επιλογή του μενού είναι τα γνωστά GESTURES. Ως προεπιλογή, ο έλεγχός τους γίνεται από τα Windows. Αν όμως κάνουμε μια μικρή παράκαμψη στα SETTINGS, μπορούμε να ενεργοποιήσουμε την παραμετροποίηση των Gestures (Enable Gestures Customization). Αυτό μας δίνει τη δυνατότητα να παραμετροποιήσουμε μια μεγάλη γκάμα από Gestures, που χρησιμοποιούν από 1 έως και 4 δάχτυλα, μέσω του λογισμικού iCUE. Η παραμετροποίηση μπορεί να αντιστοιχίσει το κάθε Gesture σε κάποιο ACTION ή απλά να το κάνει REMAP, δηλαδή να το αντιστοιχίσει σε ένα πλήκτρο ή κουμπί ποντικιού. Ο παρακάτω πίνακας δείχνει τα διαθέσιμα Gestures ανάλογα με το λειτουργικό σύστημα. Καθώς το Corsair K83 Wireless Entertainment Keyboard διαθέτει μόνο λευκό φωτισμό για ολόκληρη τη συσκευή και όχι ξεχωριστά σε ζώνες ή ανά πλήκτρο, οι δυνατότητες του φωτισμού και οι σχετικές ρυθμίσεις είναι περιορισμένες. Έτσι, το μενού LIGHTING EFFECTS διαθέτει μόνο 3 επιλογές: Μπορούμε να επιλέξουμε ανάμεσα σε NO EFFECT, STATIC COLOR και PULSE. Το NO EFFECT απλά απενεργοποιεί το φωτισμό. Το STATIC COLOR ενεργοποιεί το φωτισμό και δίνει τη δυνατότητα της επιλογής της έντασής του. Το PULSE αναβοσβήνει σταδιακά το φωτισμό εν είδει παλμού και οι επιλογές αφορούν το Opacity, που ουσιαστικά είναι η φωτεινότητα, και την ταχύτητα. Στο παρακάτω βίντεο βλέπετε το εφέ PULSE με Opacity στο μέγιστο και ενδιάμεση ταχύτητα. Είναι εμφανές ότι είναι μια επιλογή μόνο για επίδειξη, καθώς δεν ενδείκνυται για πληκτρολόγηση. Το μενού CALIBRATION αφορά το joystick. Η μοναδική του επιλογή είναι η έναρξη του calibration. Αν το πατήσουμε, απλά αφήνουμε το joystick στην ησυχία του και το calibration προχωράει αρκετά γρήγορα και εντελώς μόνο του. Όταν ολοκληρωθεί, το μόνο που μας μένει είναι να πατήσουμε το κουμπί της επιβεβαίωσης για να επιστρέψουμε στην αρχική σελίδα της καρτέλας. Η επιλογή NAVIGATION CONTROL μας δίνει τη δυνατότητα αρκετών ρυθμίσεων που αφορούν το touchpad και το joystick. Η λειτουργία του calibration θα μπορούσε να βρίσκεται άνετα σε αυτή την καρτέλα και όχι να καταλαμβάνει μια ολόκληρη καρτέλα από μόνη της. Στα δεξιά της καρτέλας βλέπουμε ότι όταν το F-Lock είναι off (άρα τα F keys εκτελούν τις δευτερεύουσες λειτουργίες τους), είμαστε στο Media Mode. Όταν είναι on (άρα τα F keys λειτουργούν κανονικά ως F keys) είμαστε στο Gaming Mode. Τέλος, η καρτέλα Performance, μας δίνει την επιλογή για το τι άλλο θέλουμε να συμβαίνει όταν το F-Lock είναι on και συνεπώς είμαστε σε Gaming Mode. Εδώ μπορούμε να απενεργοποιήσουμε πλήκτρα ή συνδυασμούς πλήκτρων που αν πατηθούν εκ παραδρομής, θα διακόψουν το παιχνίδι μας. Μπορεί ακόμη να απενεργοποιηθεί το touchpad. Κάτι ενδιαφέρον είναι η δυνατότητα απενεργοποίησης του Wireless Encryption. Το Corsair K83 Wireless Entertainment Keyboard χρησιμοποιεί έναν ισχυρό αλγόριθμο κρυπτογράφησης 128-bit AES, έτσι ώστε να μην μπορεί κάποιος να υποκλέψει τα keystrokes. Αυτό προσθέτει ένα ελάχιστο latency της τάξης του 0,1ms που για κάποιους hardcore gamers μπορεί να είναι σημαντικό, οπότε η απενεργοποίησή του είναι δυνατή. Αφού τελειώσαμε με το HOME, περνάμε στην καρτέλα DASHBOARD. Εδώ μπορούμε να δούμε πληροφορίες για διάφορες συσκευές του συστήματός μας. Το INSTANT LIGHTING επιτρέπει τη συγχρονισμένη ενεργοποίηση μονοχρωματικού φωτισμού στα χρώματα που βλέπετε, για όλες τις συνδεδεμένες συσκευές που το υποστηρίζουν. Και πάμε πάλι στα SETTINGS για μια πιο προσεκτική ματιά. Εδώ, στο επάνω μέρος έχουμε ρυθμίσεις για τη συσκευή μας, οι οποίες φαίνονται στην παρακάτω εικόνα και κάνουν ακριβώς αυτό που λέει η περιγραφή τους. Στο κάτω μέρος έχουμε της ρυθμίσεις που αφορούν το iCUE, σε 4 καρτέλες, με πρώτη τη GENERAL. Η δεύτερη καρτέλα αφορά το On Screen Display. Αν το ενεργοποιήσουμε... ...έχουμε πάρα πολλές επιλογές για το τι και πώς ακριβώς θα δείχνει... ...το overlay παράθυρο που εμφανίζεται και το οποίο θα παραμένει στην οθόνη μας ακόμα και αν παίζουμε κάποιο παιχνίδι. Η τρίτη καρτέλα του iCUE SETTINGS αφορά το Dashboard. Ανάμεσα στις ρυθμίσεις είναι και η ενεργοποίηση του widget που αφορά τα drives του συστήματος... Ας το ενεργοποιήσουμε για να δούμε τι θα κάνει. Μετά την ενεργοποίηση απαιτείται restart του iCUE service, που γίνεται εύκολα από την καρτέλα GENERAL. Και κάπως έτσι, αποκτήσαμε widgets στο DASHBOARD που μας δείχνουν τις θερμοκρασίες των drives. Τελευταία καρτέλα του iCUE SETTINGS είναι το SENSOR LOGGING από όπου μπορούμε να κάνουμε καταγραφή οποιωνδήποτε εκ των αισθητήρων που υποστηρίζει το iCUE. Η τελευταία καρτέλα του κεντρικού μενού του iCUE περιέχει διαδικτυακούς συνδέσμους που αφορούν την εταιρία. Το εικονίδιο του iCUE στο system tray, περιέχει κάποιες ενδιαφέρουσες επιλογές. Κατ' αρχάς υποστηρίζει τη δημιουργία ξεχωριστών εικονιδίων δίπλα του, που μας πληροφορούν για την κατάσταση της μπαταρίας των συσκευών μας. Περνώντας το ποντίκι πάνω από κάθε μπαταρία, το σύστημα μας δείχνει ποια συσκευή αφορά. Θα ήθελα όμως να υπάρχει δυνατότητα να ξεχωρίζουμε ποιο εικονίδιο αφορά ποια συσκευή, χωρίς να χρειάζεται να κάνουμε hover με το ποντίκι πάνω από το κάθε εικονίδιο, για παράδειγμα με διαφορετικά χρώματα. Μια άλλη λειτουργία είναι το να δούμε το iCUE Space. Το iCUE space είναι ένα παράθυρο που καταλαμβάνει το δεξί μέρος της οθόνης μας, μετακινώντας ο,τιδήποτε άλλο προς τα αριστερά, και μας δείχνει το ίδιο περιεχόμενο με το DASHBOARD, αλλά χωρίς να χρειαστεί να έχουμε ανοιχτό το κυρίως παράθυρο του iCUE. Συνολικά το iCUE είναι ένα υπερπλήρες λογισμικό ελέγχου που προσθέτει μεγάλη αξία στα περιφερειακά της Corsair. Δοκιμές Όπως είδαμε στον πίνακα των χαρακτηριστικών του, το Corsair K83 Wireless Entertainment Keyboard διαθέτει 20-Key Roll Over, συνεπώς(θεωρητικά) μπορεί να αναγνωρίσει το πάτημα οποιωνδήποτε 20 πλήκτρων ταυτόχρονα. Μόνο θεωρητικά όμως, γιατί στην πράξη τα πράγματα ήταν δυστυχώς διαφορετικά. Δοκιμάσαμε το πληκτρολόγιο με κάθε μορφή ασύρματης και ενσύρματης σύνδεσης που υποστηρίζει, αλλά δεν μπορέσαμε να πετύχουμε την ενεργοποίηση 20 πλήκτρων ταυτόχρονα, πολλώ δε μάλλον οποιωνδήποτε. Παρακάτω παραθέτουμε τα αποτελέσματα που πήραμε πατώντας όλα τα πλήκτρα κάθε μίας από τις 6 σειρές πλήκτρων, ξεκινώντας πρώτα από αριστερά και μετά από δεξιά. Υπενθυμίζουμε ότι το Corsair K83 Wireless Entertainment Keyboard είναι ένα πληκτρολόγιο 77 πλήκτρων και δε διαθέτει κανένα από τα πλήκτρα που απεικονίζονται στο δεξί τμήμα του προγράμματος δοκιμών, εκτός από τα βελάκια. Επίσης δε διαθέτει το δεξί πλήκτρο Win και το Menu από την 6η σειρά. Το πάνω βελάκι δοκιμάστηκε με την 6η σειρά καθώς τα πάνω και κάτω βελάκια είναι πλήκτρα μισού ύψους και καταλαμβάνουν τη θέση ενός πλήκτρου σε εκείνη τη σειρά. Όπως βλέπετε, το Corsair K83 Wireless Entertainment Keyboard δε διαθέτει σε καμία περίπτωση 20-Key Roll Over. Ο έλεγχος για ghosting έδειξε αντίστοιχα θέματα και είχαμε αρκετές περιπτώσεις πλήκτρων που δεν ενεργοποιήθηκαν. Η προσπάθειά μας να γράψουμε τη φράση "THE QUICK BROWN FOX JUMPS OVER THE LAZY DOG" κρατώντας πατημένα και τα 2 πλήκτρα Shift ταυτόχρονα, απέφερε το εξής αποτέλεσμα: H QUCK BROWN FOX JUPS OVR H LAZY DOG Τι σημαίνουν όλα αυτά; Στην απλή πληκτρολόγηση, όχι κάτι ιδιαίτερο. Επιβεβαιώνουν όμως αυτό που προείπαμε, ότι το Corsair K83 Wireless Entertainment Keyboard είναι κατάλληλο μόνο για ελαφρύ gaming και αφήνει την απορία γιατί η Corsair διαφημίζει ότι το πληκτρολόγιο διαθέτει 20-Key Roll Over ενώ αυτό δεν ισχύει. Επίλογος Φτάσαμε λοιπόν σε έναν ακόμη επίλογο που καλείται σε λίγες γραμμές να συνοψίσει τα κύρια χαρακτηριστικά του Corsair K83 Wireless Entertainment Keyboard αλλά και να αξιολογήσει τα θετικά και αρνητικά του σημεία. Τα θετικά του είναι πολλά και ξεκάθαρα καθώς πρόκειται για ένα πολύ βολικό και καλοσχεδιασμένο πληκτρολόγιο για χρήση από τον καναπέ. Η μελέτη που έγινε κατά το σχεδιασμό του είναι εμφανής και οι μηχανικοί της Corsair αξίζουν συγχαρητήρια για το λειτουργικό αλλά και καλαίσθητο τρόπο με τον οποίον ενσωμάτωσαν τόσο πολλά χαρακτηριστικά σε ένα τόσο μικρό πακέτο. Η ποιότητα κατασκευής είναι ανάλογη με τα high end πληκτρολόγια της εταιρίας, με βουρτσισμένο αλουμίνιο και ποιοτικά πλαστικά ως υλικά κατασκευής καθώς και άριστη συναρμογή. Το μέγεθος είναι ιδανικό για να επιτρέπει τη σχετικά άνετη πληκτρολόγηση χωρίς να καταλαμβάνει πολύ χώρο, τα πλήκτρα είναι άνετα στη χρήση, το trackpad άριστα υλοποιημένο και το joystick επαρκές για ελαφρύ gaming. Ο έλεγχος του φωτισμού γίνεται άμεσα από ένα πλήκτρο και η ένταση της φωνής ελέγχεται από ένα άριστα υλοποιημένο roller με ενσωματωμένο πλήκτρο σίγασης. Οι δυνατότητες σύνδεσης καλύπτουν κάθε ανάγκη, καθώς περιλαμβάνουν σύνδεση με καλώδιο, με δέκτη στα 2,4GHz και δύο συνδέσεις μέσω Bluetooth. Η λίστα των υποστηριζόμενων συσκευών είναι εκτενής, αλλά δυστυχώς δεν περιλαμβάνει το Playstation 4 και το X-Box One. Η μπαταρία είναι επαρκής για ολιγοήμερη φυσιολογική χρήση, αλλά όπως είναι φυσικό εξαρτάται πολύ από την επιλεγμένη ένταση του φωτισμού. Τα αρνητικά σημεία που εντοπίσαμε στο Corsair K83 Wireless Entertainment Keyboard οφείλονται ως επί το πλείστον στο τμήμα marketing της εταιρίας, που απλά υπόσχεται πράγματα πέρα από τις δυνατότητες του πληκτρολογίου. Το γιατί συμβαίνει αυτό όταν τα χαρακτηριστικά του πληκτρολογίου είναι ήδη πολύ καλά, δημιουργεί εύλογες απορίες. Έτσι ο χρόνος ταχείας φόρτισης, όταν ικανοποιούνται όλες οι συνθήκες για αυτήν (δείτε το σχετικό τμήμα του review), διαφημίζεται στις 2 ώρες, ενώ στην πραγματικότητα διαρκεί σχεδόν 3. Το δε 20-Key Roll Over, που υπόσχονται οι προδιαγραφές, απλά δεν ισχύει. Το κόστος του Corsair K83 Wireless Entertainment Keyboard στα Ελληνικά καταστήματα ξεκινάει από τα €123,30, συμπεριλαμβανομένου του ΦΠΑ. Η τιμή είναι λογική, δεδομένης της ποιότητας του πληκτρολογίου και της πληθώρας των χαρακτηριστικών που ενσωματώνει. Ας συνοψίσουμε λοιπόν τα πλεονεκτήματα και τα μειονεκτήματα του Corsair K83 Wireless Entertainment Keyboard : Ο καλός - Εξαιρετική ποιότητα κατασκευής, υλικών και φινίρισμα - Έξυπνος και καλαίσθητος σχεδιασμός - Ισορροπία μεταξύ μεγέθους και χρηστικότητας - Πολύ καλό trackpad - Ενσωματωμένο joystick - Φωτισμός πλήκτρων - Πολλές επιλογές συνδεσιμότητας - Επαρκής μπαταρία - Πολύ καλό λογισμικό ελέγχου iCUE - Multimedia Keys - Ρόδα ελέγχου έντασης ήχου με ενσωματωμένο πλήκτρο σίγασης Ο Κακός - Ο χρόνος ταχείας φόρτισης φτάνει σχεδόν τις 3 ώρες αντί των 2 που υπόσχονται οι προδιαγραφές - Το 20-Key Roll Over των προδιαγραφών δεν ισχύει - Το πάνω και το κάτω βελάκι είναι πλήκτρα μισού ύψους Ο Αδιάφορος - Η τιμή είναι υψηλή για ένα πληκτρολόγιο αλλά λογική αν υπολογίσουμε όλα τα χαρακτηριστικά και τις δυνατότητές του - Θα προτιμούσαμε θύρα USB Type C αντί για Micro-USB - Θα ήταν θετικό αν υποστηρίζονταν πρωτόκολλα ταχείας φόρτισης όπως QC2.0, QC3.0 κλπ Με βάση τα παραπάνω, η συνολική βαθμολογία του Corsair K83 Wireless Entertainment Keyboard είναι:  theLAB.gr Ευχαριστούμε θερμά την Corsair για την παραχώρηση του δείγματος της δοκιμής. Πολύμερος Αχανιώτης 16/9/2019
  6. Εισαγωγή Στις αρχές της δεκαετίας του 1990, την εποχή που οι δημοφιλείς σκληροί δίσκοι ήταν μερικές δεκάδες MB, πειραματιζόμουν με τις τεχνικές συμπίεσης δίσκων εκείνης της περιόδου. Το λογισμικό τότε σπάνια συνοδευόταν από την προειδοποίηση ότι η κακή χρήση μπορεί να οδηγήσει στην απώλεια δεδομένων και από νεανική αφέλεια θεωρούσα όλα τα λάθη αναστρέψιμα. Κακώς, γιατί σύντομα αισθάνθηκα για πρώτη φορά την απόγνωση που ακολουθεί τη συνειδητοποίηση ότι έχω χάσει δεδομένα. Δυστυχώς, οι υπηρεσίες ανάκτησης δεδομένων τότε ήταν πανάκριβες και δεν υπήρχαν εύκολα προσβάσιμα εργαλεία που απευθύνονταν σε έναν πιτσιρικά που ήθελε να επαναφέρει αρχεία που διέγραψε ή κατέστρεψε από λάθος. Αναγκαστικά, συμβιβάστηκα με την ιδέα ότι τα περιεχόμενα του δίσκου μου είχαν χαθεί οριστικά και αμετάκλητα. Αν αυτή η θλιβερή ιστορία είχε εκτυλιχθεί σήμερα, θα είχα στη διάθεσή μου πολλές εφαρμογές που υπόσχονται ότι μπορούν να πετύχουν την ανάκτηση αρχείων μετά από τη διαγραφή τους από το σύστημα ή ακόμη και μετά από μείζονες καταστροφές, όπως η διαγραφή ενός partition ή και το format ενός σκληρού δίσκου. EaseUS Μια από τις γνωστότερες εταιρείες που δραστηριοποιούνται στον χώρο είναι και η EaseUS, η οποία προσφέρει την εφαρμογή «EaseUS Data Recovery Wizard» για ανάκτηση δεδομένων, αλλά και άλλες εφαρμογές για Backup & Restore, Data Transfer και Partition Management. Η εταιρεία έχει την έδρα της στο Chengdu της Κίνας και στα 14 χρόνια που είναι ενεργή στον κλάδο περιγράφει ότι έχει συγκεντρώσει 200 εκατομμύρια χρήστες σε 160 χώρες, ενώ δηλώνει ότι οι πελάτες της περιλαμβάνουν και εταιρείες όπως η Microsoft, η IBM και η Samsung. Οι περισσότερες εφαρμογές της EaseUS βασίζονται στο μοντέλο “freemium”, προσφέροντας κάποια βασική λειτουργικότητα δωρεάν, ενώ απαιτούν την αγορά ενός κλειδιού για να ξεκλειδώσουν όλες τις δυνατότητες που προσφέρουν στον χρήστη. Οπότε, όταν πρόσφατα μας προσέγγισε η κινεζική εταιρεία για το ενδεχόμενο να συντάξουμε ένα review για το λογισμικό της, η επόμενη σκέψη μας ήταν αυτονόητη. Ξέροντας ότι πολλοί από εσάς μπορεί να έχετε βιώσει μια ιστορία σαν την παραπάνω, ζητήσαμε και λάβαμε 5 κλειδιά για το πρόγραμμα EaseUS Data Recovery Wizard Pro, αξίας $89.95 έκαστο, τα οποία θα κληρώσουμε στους αναγνώστες του TheLab.gr σε λίγες μέρες. Διαγωνισμός Όσοι θα θέλατε να συμμετάσχετε στον διαγωνισμό για μία από τις 5 άδειες χρήσης του προγράμματος EaseUS Data Recovery Wizard Pro, με ένα απλό μήνυμα κάτω από το review εξασφαλίζετε τη συμμετοχή σας στην κλήρωση. • Στον διαγωνισμό μπορούν να λάβουν μέρος μόνο τα εγγεγραμμένα μέλη του TheLab.gr. • Δεν έχετε το δικαίωμα να συμμετάσχετε με διαφορετικά Username (ψευδώνυμα) στον διαγωνισμό. Σε αυτή την περίπτωση η συμμετοχή σας θα θεωρείται άκυρη. • Οι διοργανωτές του διαγωνισμού έχουν το δικαίωμα να καθυστερήσουν ακόμα και να ακυρώσουν τον διαγωνισμό σε περίπτωση ανωτέρας βίας. • Συμμετοχές μετά το πέρας της προθεσμίας είναι άκυρες. Ο διαγωνισμός λήγει την Τετάρτη, 7 Αυγούστου 2019 ώρα Ελλάδας 23:59:59. • Από τον διαγωνισμό αποκλείονται οι administrators και συνεργάτες του TheLab.gr καθώς και οι συγγενείς εξ αίματος ή εξ αγχιστείας μέχρι δεκάτου-εβδόμου βαθμού. EaseUS Data Recovery Wizard Free / Pro for Windows Ξεκινώντας από τη σελίδα της εταιρείας, βλέπουμε ήδη ότι προβάλλεται σε κυρίαρχη θέση μια έκδοση του λογισμικoύ που καλούμαστε να δοκιμάσουμε. Ακόμη και στο ηλεκτρονικό κατάστημά της, ο EaseUS Data Recovery Wizard Professional φαίνεται να βρίσκεται στην πρώτη θέση των Bestsellers. Ίσως εξαιτίας της φαινομενικής δημοφιλίας του προγράμματος, η EaseUS έχει επιλέξει μια τιμολογιακή πολιτική που εύκολα προκαλεί σύγχυση. Αν ο επισκέπτης επιλέξει να αγοράσει το προϊόν από το μενού Store > Data Recovery, όπου διαφημίζεται αυτή τη στιγμή στα $69.95, οδηγείται στην αγορά ενός κλειδιού με κόστος 82,70€ (66,69€ + ΦΠΑ). Η αντίστοιχη έκδοση για Mac είναι περίπου 20€ ακριβότερη. Αντίθετα, αν αναζητήσει το λογισμικό από το μενού Data Recovery Software > Data Recovery Wizard Free, πλην της επιλογής Free Download (με όριο 2 GB στον όγκο δεδομένων που μπορούν να ανακτηθούν), υπάρχει και η επιλογή Upgrade. Αυτή διαφημίζεται στα $64.95 ως συνδρομή ενός μήνα και κοστίζει 79,34€ μαζί με τον ΦΠΑ. Εναλλακτικά, υπάρχει και η επιλογή για Lifetime Upgrades, έναντι $119.95 (138,82€ με τον ΦΠΑ). Τέλος, το μενού Data Recovery Software > Data Recovery Wizard Pro οδηγεί στην ίδια τιμή με εκείνη που προσφέρει το ηλεκτρονικό κατάστημα (82,70€). Όμως, ακόμη και σ' αυτήν την έκδοση υπάρχει η επιλογή Free Trial (μόνο για την προβολή αρχείων, χωρίς δυνατότητα ανάκτησης). Αν δεν μπερδευτήκατε αρκετά, να παραθέσω και την έκδοση EaseUS Data Recovery Wizard Technician, που απευθύνεται σε τεχνικούς και επαγγελματίες, με κόστος $299 ανά έτος, για πολλαπλές εγκαταστάσεις, που καταλήγει να κοστίζει 345,96€ μαζί με τον ΦΠΑ. Και επίσης προσφέρει δοκιμαστική έκδοση δωρεάν… Όλες οι αγορές μπορούν να γίνουν με πιστωτική κάρτα, Paypal ή τραπεζική κατάθεση, ενώ η εταιρεία δηλώνει ότι προσφέρει εγγύηση επιστροφής χρημάτων 30 ημερών. Σε μια αναπάντεχη εξέλιξη, όταν επισκέφτηκα ξανά τις ίδιες σελίδες από άλλον υπολογιστή, το κόστος αγοράς της μηνιαίας συνδρομής εμφανιζόταν στην έκδοση Pro, ενώ το κόστος της εφάπαξ απόκτησης της έκδοσης Pro εμφανιζόταν στην έκδοση Free! Μετά από επικοινωνία με την εκπρόσωπο της εταιρείας, επιβεβαίωσα ότι δοκιμάζουν διαφορετικές τιμολογήσεις για το ίδιο προϊόν (συμπεριλαμβανομένης και της μηνιαίας και ετήσιας συνδρομής), οπότε η τιμή που θα συναντήσετε ενδέχεται να κυμαίνεται. Εγκατάσταση Βλέποντας το πλήθος των επιλογών, επέλεξα να ακολουθήσω ένα συνηθισμένο σενάριο με βάση την εμπειρία μου από άλλο λογισμικό freemium. Κατέβασα τον Data Recovery Wizard Free και εισήγαγα το κλειδί που μου είχε σταλεί. Αυτό ενεργοποίησε τον Data Recovery Wizard Pro, χωρίς να υπάρχει κάποια εμφανής αναφορά σε ημερομηνία λήξης ή συνδρομή! Εύκολα συνάγεται ότι το λογισμικό είναι το ίδιο σε όλες τις περιπτώσεις, απλώς η εταιρεία προσφέρει πολλές διαφορετικές επιλογές τιμολόγησης, όπως μας επιβεβαίωσε και στη μετέπειτα επικοινωνία μας. Εντούτοις, στη σελίδα εμφανίζονται λίγο διαφορετικές εκδόσεις και προδιαγραφές στις δύο πολύ όμοιες σελίδες, με τις επιλογές της συνδρομής και της εφάπαξ αγοράς να εναλλάσσονται. Η διαδικασία εγκατάστασης συνολικά ήταν απλή. Ξεκινά κατεβάζοντας και εκτελώντας ένα αρχείο (Installer) με μέγεθος 1.5MB, το οποίο με τη σειρά του κατεβάζει ένα δεύτερο εκτελέσιμο αρχείο μεγέθους 42 ΜΒ και το εγκαθιστά. Οι μόνες επιλογές που δίνονται στον χρήστη (και μόνο στο Custom Install) είναι για τη γλώσσα εγκατάστασης και τον φάκελο στον οποίο πρόκειται να εγκατασταθεί το λογισμικό. Πριν προχωρήσουμε, οφείλουμε να συναινέσουμε με την άδεια χρήσης του προγράμματος. Με την επιλογή Custom Install μπορούμε να αποφασίσουμε να μη συμμετάσχουμε στο Customer Experience Improvement Program. Στην απλή διαδικασία εγκατάστασης η συμμετοχή στο πρόγραμμα γίνεται αυτόματα. Έχοντας μόλις εγκαταστήσει τη δωρεάν έκδοση και πριν την εισαγωγή του κλειδιού, εμφανίστηκε μια ειδοποίηση για το καλοκαιρινό πρόγραμμα εκπτώσεων της εταιρείας. Είναι παρόμοια με κάθε άλλη nagscreen αντίστοιχου λογισμικού και δίνει στον χρήστη την επιλογή να την κρύψει για πάντα –ή ίσως μέχρι την επόμενη προσφορά. Το επόμενο βήμα ήταν η εισαγωγή του κλειδιού. Στη σχετική οθόνη η εταιρεία θυμίζει τα 14 χρόνια εμπειρίας της και την εγγύηση επιστροφής χρημάτων 30 ημερών, ενώ αναφέρεται σε 10+ εκατομμύρια ικανοποιημένους χρήστες (αν και στη σελίδα του Data Recovery Wizard μιλά για 72 εκατομμύρια). Μετά την πληκτρολόγηση και τον επιτυχημένο έλεγχο του κλειδιού (απαιτεί σύνδεση με το δίκτυο), η εφαρμογή ξεκινά κατευθείαν στο περιβάλλον ανάκτησης. Οι συνθήκες της δοκιμής Πριν δούμε αναλυτικά τις δυνατότητες του προγράμματος, δυο λόγια για τις συνθήκες των δοκιμών. Η εγκατάσταση και όλες οι απόπειρες ανάκτησης δεδομένων έγιναν στο εξής σύστημα: Hardware • Intel Core i7 4790 • Gigabyte Z97X-UD5H • 16 GB DDR3-12800 (Crucial 9-9-9-24) • Onboard Graphics (Intel HD Graphics 4600) Software • Microsoft Windows 10 Professional 64-bit Version 1803 (Build 17134) • Εγκατεστημένες από το Windows Update οι διαθέσιμες αυτόματες ενημερώσεις, semi-annual, targeted • DirectX Version 12.0 Το λογισμικό σε λειτουργία Μετά την εισαγωγή του κλειδιού, συναντάμε ένα λιτό περιβάλλον χρήσης, με τους δίσκους του συστήματος και επιπλέον επιλογές για αναζήτηση στο Desktop, στο Recycle Bin ή σε συγκεκριμένο φάκελο. Οι λίγες επιλογές που υπάρχουν στα μενού της εφαρμογής φαίνονται παρακάτω. • Language: επιλογή ανάμεσα σε 20 διαφορετικές γλώσσες • Help: βοήθεια με Video Tutorial, Online Help ή παραπομπή στο τεχνικό τμήμα της εταιρείας • Check for Updates: έλεγχος για ενημερώσεις • Data Backup: σύνδεσμος προς το λογισμικό δημιουργίας αντιγράφων ασφαλείας EaseUS ToDo Backup • About: πληροφορίες για την εγκατεστημένη έκδοση Κλείνοντας την εφαρμογή, κάποιες φορές εμφανίζεται ένα παράθυρο για την αξιολόγησή της. Φαίνεται ότι συνήθως εμφανίζεται αν νωρίτερα έχει ολοκληρωθεί κάποια διαδικασία ανάκτησης, αλλά το δείγμα μας ήταν μικρό και η εμφάνισή του μπορεί να ήταν τυχαία. Πάντως, δίνει και την επιλογή Never Ask Again, που είναι πάντοτε καλοδεχούμενη. Ο καλύτερος τρόπος να εξοικειωθεί κανείς με τις λειτουργίες της εφαρμογής είναι να ανατρέξει στη βοήθεια που παρέχει η εταιρεία στην ιστοσελίδα της. Εκεί υπάρχει μια εκτενής βάση με ερωταπαντήσεις, βίντεο, αλλά και παραπομπή σε live chat. Πρώτη επιλογή πρέπει να είναι το 5λεπτο βίντεο που κατατοπίζει έναν νέο χρήστη στα βασικά θέματα της ανάκτησης δεδομένων και στον τρόπο που λειτουργεί ο Data Recovery Wizard: Βέβαια, ιδανικά αυτόν τον ρόλο θα μπορούσε να τον παίζει ένας σύντομος διαδραστικός οδηγός μέσα στην ίδια την εφαρμογή, που να περιγράφει συνοπτικά τις βασικές λειτουργίες της, χωρίς να χρειάζεται εξωτερική παραπομπή στο youtube. Σενάρια ανάκτησης Θέλοντας να ελέγξουμε την απόδοση του προγράμματος σε μερικές συνηθισμένες καταστάσεις απώλειας δεδομένων, καταρτίσαμε τα παρακάτω σενάρια δοκιμής: Σενάριο 1: SD Card σε FAT32, με παλαιά αρχεία εικόνας και βίντεο που έχουν απλώς διαγραφεί μέσω του λειτουργικού συστήματος. Στη συνέχεια δεν έχει γραφεί τίποτα στην κάρτα πριν την απόπειρα ανάκτησης. Σενάριο 2: SSD σε NTFS, με εγκατεστημένο λειτουργικό σύστημα Windows 10 και αρχεία διάφορων τύπων που έχουν διαγραφεί οριστικά από τους φακέλους Desktop και Recycle Bin. Ο υπολογιστής έχει συνεχίσει τη λειτουργία του και έχει ακολουθήσει η απόπειρα ανάκτησης. Σενάριο 3: HDD χωρίς αρχεία, χωρίς λειτουργικό σύστημα, συνδεδεμένος με docking station. Πριν τη διαγραφή του, είχε αρχεία διάφορων τύπων σε NTFS (ομοιάζοντας σε backup). Έχει ακολουθήσει διαμόρφωση σε HFS+ και εγγραφή άλλων αρχείων, διαγραφή του partition και στη συνέχεια (υποχρεωτικά) quick format σε NTFS και απόπειρα ανάκτησης. Σενάριο 1 – SD Card, FAT32 Πρόκειται για τη συνηθέστερη και απλούστερη περίπτωση απώλειας δεδομένων. Ένα φορητό εξωτερικό μέσο, χωρίς λειτουργικό σύστημα, στο οποίο δεν έχει εγγραφεί τίποτα από τη στιγμή που συνειδητοποιήσαμε ότι τα αρχεία μας έχουν διαγραφεί. Ομολογώ ότι συνήθως αυτή τη δοκιμή την πραγματοποιώ με ένα USB Flash Disk από το 2014, formatted σε FAT32, στο οποίο έχω απλώς διαγράψει τα αρχεία και το έχω στο συρτάρι μου με ένα αυτοκόλλητο «data recovery». Δυστυχώς, αυτή τη φορά τα αρχεία δεν μπορούσαν να ανακτηθούν. Τα ονόματά τους και τα μεγέθη τους ανιχνεύονταν κανονικά, αλλά τα περιεχόμενά τους δεν ήταν αναγνώσιμα. Επιπλέον, ο χρόνος που απομένει μέχρι την ολοκλήρωση της ανίχνευσης έφτανε πάντα στο 0 και αμέσως ξαναξεκινούσε από το 1:00. Εφόσον η εφαρμογή δεν έχει ενσωματωμένη εκτίμηση για την ακεραιότητα των αρχείων που εντοπίζει, θεώρησα βάσιμα ότι το Flash Disk που δεν έχω χρησιμοποιήσει εδώ και πολλούς μήνες δεν είναι πια αξιόπιστο, οπότε το αντικατέστησα για το απλό σενάριο με μια SD Card με παρόμοια χαρακτηριστικά. Τα αποτελέσματα από την ανάκτηση του Flash Disk δεν λαμβάνονται υπόψη στην αξιολόγησή μας. Ξεκινώντας την ανίχνευση, σε ελάχιστα δευτερόλεπτα πραγματοποιείται αυτό που συνήθως αποκαλείται Quick Scan, μια πρώτη διερεύνηση για διαγεγραμμένα αρχεία. Αντίθετα από ό,τι σε άλλες εφαρμογές, εδώ η βαθύτερη ανίχνευση συνεχίζεται χωρίς επέμβαση από τον χρήστη. Η μόνη ένδειξη ότι δεν έχει ολοκληρωθεί ακόμη είναι η επισήμανση Remaining Time στην κάτω αριστερή γωνία. Συχνά ο εκτιμώμενος χρόνος αυξάνεται ή μειώνεται και ήταν της τάξης των μερικών λεπτών για την SD Card των 16 GB. Η εταιρεία προτείνει για καλύτερα αποτελέσματα να περιμένουμε να ολοκληρωθεί η πιο ενδελεχής αναζήτηση, αλλά και αυτή τη φορά επαναλήφθηκε το ίδιο πρόβλημα της ατέρμονης επανεκκίνησης στο 1:00. Αν επιλέξουμε να αγνοήσουμε προς στιγμή το χρονόμετρο και προχωρήσουμε στην ανάκτηση ενός αρχείου, καλούμαστε να ορίσουμε τον φάκελο στον οποίο θα αποθηκευτεί. Προφανώς, πάντοτε πρέπει να χρησιμοποιούμε διαφορετικό δίσκο από εκείνον στον οποίο εκτελείται η ανίχνευση. Εντός του φακέλου που θα επιλέξουμε δημιουργείται ένας νέος, με όνομα «Recovered Data <DATE> <TIME>». Στη συνέχεια, εμφανίζεται ένα νέο παράθυρο που απεικονίζει την πρόοδο της διαδικασίας μόνο με μια μπάρα και στο τέλος αντικαθίσταται από την πληροφορία ότι η διαδικασία ολοκληρώθηκε επιτυχώς, μαζί με εικονίδια που μας επιτρέπουν να μοιραστούμε το χαρμόσυνο νέο στο twitter ή το facebook. Το τελευταία φαίνεται να είναι αναγκαίο στη δωρεάν έκδοση του προγράμματος, για να διευρύνει τον όγκο των ανακτήσιμων δεδομένων από 500 MB στα 2 GB. Πριν το στάδιο της ανάκτησης μπορούμε να επιλέξουμε την προεπισκόπηση των αρχείων που έχουν εντοπιστεί, η οποία όμως έχει σημαντικούς περιορισμούς. Ενώ είναι πολύ χρήσιμη λχ σε αρχεία εικόνας, αποτυγχάνει αν τα αρχεία είναι άγνωστης μορφής ή πολύ μεγάλα (>100 MB), ενώ προφανώς έχει απρόβλεπτα αποτελέσματα και αν το αρχείο μας έχει αλλοιωθεί σημαντικά. Πάντως, ακόμη κι αν αγνοήσουμε τη σύσταση της εταιρείας και πραγματοποιήσουμε την ανάκτηση πριν ολοκληρωθεί η διαδικασία ανίχνευσης, τα αρχεία που έχουν ήδη εντοπιστεί συχνά ανακτώνται χωρίς πρόβλημα. Αν, αντίθετα, αποφασίσουμε να επιστρέψουμε στην κεντρική οθόνη, εμφανίζεται ένα μήνυμα που μας παρακινεί να περιμένουμε την ολοκλήρωση της ανίχνευσης αρχείων. Στο τέλος του απλού σεναρίου, όλα τα αρχεία που ανακτήσαμε ήταν αναγνώσιμα και ειδικά τα αρχεία βίντεο ήταν αναπαράξιμα. Αν και εξαιτίας της αντικατάστασης του Flash Disk από την SD Card δεν είχαμε διαθέσιμα checksums για να επιβεβαιώσουμε την απόλυτη ταύτιση των ανακτημένων αρχείων με τα διαγραφέντα, το πρόγραμμα φαίνεται ότι έκανε αποτελεσματικά τη δουλειά του. Σενάριο 2 – SSD, NTFS, λειτουργικό Σχεδόν εξίσου σύνηθες είναι στην καθημερινή ρουτίνα και το επόμενο σενάριο που ελέγχουμε. Στον υπολογιστή που δουλεύουμε, διαγράφουμε έναν φάκελο ή μεμονωμένα αρχεία από την επιφάνεια εργασίας. Αν εξακολουθούν να βρίσκονται στον κάδο ανακύκλωσης, κανένα πρόβλημα. Απλώς τα επαναφέρουμε. Όμως, αν τα διαγράψουμε οριστικά με SHIFT+DELETE ή αδειάσουμε τον κάδο ανακύκλωσης, χρειαζόμαστε λογισμικό ανάκτησης δεδομένων. Το πρόβλημα σε αυτήν την περίπτωση είναι ότι ο δίσκος του συστήματος εξακολουθεί να λειτουργεί. Οι διαδοχικές εγγραφές δεδομένων πάνω από τα διαγραφέντα αρχεία μας συχνά αλλοιώνουν τα περιεχόμενά τους και κάνουν τη διαδικασία ανάκτησης αδύνατη. Αυτό περίπου συνέβη και κατά τη δοκιμή μας. Ενώ οι τίτλοι των αρχείων ήταν εμφανείς, τα περιεχόμενα των αρχείων είχαν αλλοιωθεί ανεπανόρθωτα. Στα αρχεία εικόνας, μόνο ένα μέρος ήταν εμφανές κατά την προεπισκόπηση, η οποία τουλάχιστον ήταν χρήσιμη για να κρατήσουμε χαμηλές προσδοκίες. Αντίστοιχα, μη ανακτήσιμα ήταν και τα .pdf μας, είτε τα αναζητήσαμε στο Desktop είτε στο Recycle Bin. Βέβαια, γι αυτό ευθύνεται κυρίως το σενάριο που ελέγχαμε κι όχι η αδυναμία του προγράμματος, καθώς είναι πρακτικά αδύνατο να εξασφαλίσουμε την ακεραιότητα των διαγεγραμμένων δεδομένων σε έναν δίσκο με λειτουργικό σύστημα, στον οποίο πραγματοποιούνται συνεχώς νέες εγγραφές. Στα πλαίσια αυτής της δοκιμής είχε νόημα να δοκιμάσουμε και μια ακόμη δυνατότητα του Data Recovery Wizard: Save session. Πατώντας την αντίστοιχη επιλογή, αποθηκεύσαμε την αποτελέσματα της ανίχνευσης για ανακτήσιμα αρχεία και μετά από μερικές ώρες ξαναδοκιμάσαμε να την επαναλάβουμε. Αναμενόμενα, μόλις φορτώσαμε την αποθηκευμένη ανίχνευση, η λίστα των αρχείων ενημερώθηκε αυτόματα. Όμως, πλέον ήταν διαθέσιμα πολύ λιγότερα, κάτι που σημαίνει ότι η εφαρμογή σώζει μόνο ελάχιστα μεταδεδομένα για να επιταχύνει την μελλοντική ανάκτηση κι όχι την πλήρη κατάσταση του δίσκου που περιέχει τα αρχεία (snapshot). Ένας δίσκος που συνεχίζει να λειτουργεί μειώνει συνεχώς την πιθανότητα να σώσουμε τα δεδομένα μας. Πριν περάσουμε στο τελευταίο, πιο σύνθετο σενάριο της δοκιμής μας, ας ρίξουμε μια ματιά στα φίλτρα που μπορούμε να εφαρμόσουμε κατά την ανάκτηση, για να εντοπίσουμε τα αρχεία που αναζητάμε. Αν και η επιλογή ονομάζεται Advanced Filter, κύριο μέλημα φαίνεται ότι είναι η ευχρηστία. Σίγουρα κάποιοι θα ενθουσιαστούν με τη δυνατότητα να επιλέξουν κάθε παράμετρο με το ποντίκι. Όμως, για κάτι που χαρακτηρίζεται Advanced, ίσως ήταν προτιμότερο οι επιλογές να γίνονται πληκτρολογώντας τους αναζητούμενους τύπους αρχείων, τις ημερομηνίες τροποποίησης, το μέγεθος ή ακόμη και τα πρώτα γράμματα του ονόματος, χωρίς να χρειάζεται να καταφύγουμε στην άχαρη επιλογή Others. Σενάριο 3 – HDD, NTFS > HFS+ Ένα σπάνιο, αλλά σημαντικό σενάριο ανάκτησης είναι αυτό που προκύπτει όταν αναζητάμε παλαιά δεδομένα σε έναν σκληρό δίσκο που μπορεί κάποτε να είχε παροπλιστεί, αλλά στο μεταξύ έχει βρει νέα χρήση. Με αυτό το σχέδιο κατά νου, επιλέξαμε έναν δίσκο που κάποτε χρησιμοποιούταν σε Windows με διαμόρφωση NTFS, στη συνέχεια χρησιμοποιήθηκε σε Mac OS με διαμόρφωση HFS+ και αποπειραθήκαμε να ανακτήσουμε αρχεία από την πρότερη κατάσταση, συνδέοντας τον δίσκο μέσω ενός USB 3.0 docking station (ICYDOCK MB981U3-1SA). Όσο ο δίσκος εξακολουθούσε να είναι διαμορφωμένος σε HFS+, δεν εμφανίστηκε κατευθείαν στο περιβάλλον του Data Recovery Wizard. Μετά την επαναδιαμόρφωση σε NTFS (quick format), χρειάστηκαν περίπου 40 λεπτά για να ολοκληρωθεί η ανίχνευση των χαμένων αρχείων στον δίσκο χωρητικότητας 250 GB. Επιχειρώντας να ανακτήσουμε κάποια από τα αρχεία που είχαν εμφανιστεί όσο η διαδικασία ανίχνευσης ήταν σε εξέλιξη, εμφανίστηκε μια προτροπή να επιτρέψουμε στη διαδικασία να ολοκληρωθεί. Περιέργως, κάποια εμφανίστηκαν στην κανονική δομή του συστήματος αρχείων και άλλα εμφανίστηκαν κάτω από τον τίτλο Lost Partition. Eπίσης μέρος του δίσκου ανακριβώς φαινόταν να έχει διαμορφωθεί ως exFAT. Η τεχνική εγγραφής δεδομένων στους συμβατικούς δίσκους κάνει πιθανότερη την ανάκτηση ακέραιων αρχείων σε περιπτώσεις σαν την τελευταία. Η σύντομη χρήση σε Mac OS οδήγησε σε πολύ μικρό όγκο εγγραφών, οπότε μεγάλο μέρος της επιφάνειας του σκληρού δίσκου είχε μείνει ανέπαφο. Αναμενόμενα, η εφαρμογή μας βρήκε μεγάλο αριθμό αρχείων που μπορούσαν να ανακτηθούν. Και πάλι η προεπισκόπηση ήταν ανεκτίμητη, παρά τους γνωστούς περιορισμούς και εν τέλει αρκετά αρχεία ήταν πλήρως αναγνώσιμα. Ανακεφαλαίωση Είναι φανερό από τα αποτελέσματα των δοκιμών μας ότι ο Data Recovery Wizard Professional είναι μια ενδιαφέρουσα επιλογή από τη μεγάλη γκάμα των εφαρμογών ανάκτησης δεδομένων. Προσφέρει σε ένα πολύ απλό περιβάλλον όλη τη βασική λειτουργικότητα που περιμένει ένας χρήστης που δεν έχει εξειδικευμένες γνώσεις και, σε απλές περιπτώσεις, παράγει καλά αποτελέσματα. Για τις πιο σύνθετες περιπτώσεις, ιδανικά η δυνατότητα προεπισκόπησης θα λειτουργούσε σε αρχεία με οποιαδήποτε κατάληξη ή μέγεθος και θα συνοδευόταν έστω από έναν απλό text/hex viewer. Εξίσου χρήσιμη θα ήταν και μια προκαταβολική εκτίμηση της ακεραιότητας κάθε αρχείου. Δεν είναι ασυνήθιστο το πρόγραμμα να ολοκληρώνει –φαινομενικά επιτυχώς- την ανάκτηση ενός αρχείου, το οποίο τελικά δεν είναι αναγνώσιμο. Πάντως, η EaseUS κάνει εξαιρετική δουλειά με την υποστήριξη των προγραμμάτων της στην ιστοσελίδα της. Η βοήθεια που παρέχει είναι απλή και κατανοητή, παρά την κινεζική χροιά στην αγγλική αφήγηση αρκετών βίντεο. Αν η τιμολογιακή πολιτική της ήταν απλούστερη και -ακόμη περισσότερο- αν ο Data Recovery Wizard Pro ήταν λίγο φτηνότερος, θα ήταν πολύ εύκολο να προτείνουμε την εφαρμογή. Όσοι ενδιαφέρεστε να τη δοκιμάσετε, οπωσδήποτε πειραματιστείτε αρχικά με την έκδοση Free, που δίνει τη δυνατότητα ανάκτησης έως 500 MB (+1500 MB με την κοινοποίηση σε μέσα κοινωνικής δικτύωσης). Εναλλακτικά, σχολιάστε παρακάτω για να συμμετάσχετε στην κλήρωση για 5 κωδικούς της πλήρους έκδοσης «EaseUS Data Recovery Wizard Professional» και καλή τύχη! + Ικανοποιητικά αποτελέσματα σε συνηθισμένα σενάρια ανάκτησης + Απλό περιβάλλον, χωρίς σύνθετες ρυθμίσεις + Εκτενής βοήθεια στην ιστοσελίδα της εταιρείας, με κείμενο, βίντεο και live chat + Εγγύηση επιστροφής χρημάτων 30 ημερών + Προεπισκόπηση αρχείων + Εκδόσεις για Windows ή Mac OS - Περιορισμένη παραμετροποίηση - Περιορισμοί στην προεπισκόπηση αρχείων - Πολύπλοκη τιμολογιακή πολιτική / κόστος Με βάση τα παραπάνω, η συνολική βαθμολογία του EaseUS Data Recovery Wizard Pro είναι:  theLAB.gr Απαιτήσεις εγκατάστασης Operating System: Windows 10/8.1/8/7/Vista/XP | Windows Server 2019/2016/2012/2008/2003 File System: FAT(FAT12,FAT16,FAT32) | exFAT | NTFS | NTFS5 | ext2/ext3 | HFS+ | ReFS Disk Space: 32MB minimum space for EaseUS Data Recovery Wizard installing CPU: 1GHz (32bit or 64bit) RAM: 1GB Ευχαριστίες Ευχαριστούμε θερμά την EaseUS για το κλειδί της δοκιμής και τις 5 άδειες χρήσης για τους αναγνώστες του TheLab.gr! Edit 26/07/2019: Συμπληρωματικά, η εταιρεία μάς χορήγησε εκπτωτικό κουπόνι -50% (επί της τιμής καταλόγου) για όσους αναγνώστες δεν είναι τυχεροί στον διαγωνισμό ή θα ήθελαν να αγοράσουν το πρόγραμμα άμεσα. Όσοι ενδιαφέρεστε να το αξιοποιήσετε, απλά ακολουθήστε τον σύνδεσμο! Για το TheLab.gr, acct, 25/07/2019.
  7. Εισαγωγή Τα πρωτόκολλα επικοινωνίας των συσκευών αποθήκευσης εδώ και πολλά χρόνια σηματοδοτούν και καθορίζουν τις μεγάλες εξελίξεις στις ταχύτητες διαμεταγωγής δεδομένων. Και ενώ οι συσκευές αποθήκευσης συνηθιζόταν να κυνηγάνε να φτάσουν την ταχύτητα του εκάστοτε πρωτοκόλλου της εποχής, οι SSD έχουν εξελιχθεί τόσο γρήγορα ώστε πολλές φορές να αποτελεί ο δίαυλος επικοινωνίας τους με το σύστημα, τον πιο αργό κρίκο της αλυσίδας μεταφοράς των δεδομένων. Έτσι λοιπόν, κάποιοι NVMe PCIe 3.0 4X SSDs έχουν φτάσει στα όρια της ταχύτητας που μπορούν να προσφέρουν τα 4 lanes του PCIe 3.0 και το επόμενο λογικό βήμα είναι ή περισσότερα lanes (που εκμεταλλεύονται κάποιες ακριβές enterprise υλοποιήσεις), ή, για την consumer αγορά, η εκμετάλλευση των ταχύτερων lanes που προσφέρει το PCIe 4.0. To PCIe 4.0 είναι πλέον γεγονός, αν και προς το παρόν είναι διαθέσιμο μόνο στις καινούριες μητρικές για AMD Ryzen 3ης γενιάς. Και ενώ η Intel πετάει χαρούμενη χαρταετό, ισχυριζόμενη ότι δεν υπάρχει ακόμα λόγος για την ενσωμάτωση του PCIe 4.0 στα συστήματά της, εφ' όσον οι υπάρχουσες κάρτες γραφικών δε θα μπορούσαν να εκμεταλλευτούν τις αυξημένες του ταχύτητες, οι κατασκευαστές SSD έσπευσαν να της αποδείξουν ότι σαφώς και υπάρχει λόγος. Συγκεκριμένα, οι νέοι NVMe PCIe 4.0 SSDs που, εκμεταλλευόμενοι τη διπλάσια ταχύτητα επικοινωνίας έναντι του PCIe 3.0, ξεπερνούν το bottleneck που έως τώρα έθετε τα όρια στις επιδόσεις των SSD. Η πρώτη υλοποίηση της Corsair που υποστηρίζει PCIe 4.0 είναι ο Corsair Force Series Gen.4 PCIe MP600, που διατίθεται από την εταιρεία σε χωρητικότητες του 1 και των 2 TB. Σήμερα στον πάγκο μας βρίσκεται το μοντέλο των 2TB και το περιμένουν φουρτούνες αντάξιες ενός κουρσάρου! Από τη Συσκευασία Μέχρι το Πυρίτιο - Τι ακριβώς αγοράζουμε Αλλά ας πάρουμε τα πράγματα από την αρχή. Ο Corsair Force Series Gen.4 PCIe MP600 2TB έρχεται σε ένα απλό λευκό κουτί. Ένα μαύρο αυτοκόλλητο καλύπτει σχεδόν ολόκληρη την εμπρός όψη και περιέχει τη φωτογραφία και το μοντέλο του drive, καθώς και πληροφορίες για τις επιδόσεις τους, που ενώ δεν πιέζουν τα όρια του PCIe 4.0, είναι σαφώς έξω από τις δυνατότητες του PCIe 3.0. To πίσω μέρος είναι σαφώς πιο αδιάφορο και έχει μόνο ένα μικρό αυτοκόλλητο με barcodes και αριθμούς. Η χρήσιμη πληροφορία εδώ είναι ότι η χώρα κατασκευής είναι η Taiwan. Μέσα στο απλό χαρτόνι, υπάρχει ένα κομμάτι μαύρο αφρολέξ. Οι εγκοπές για τα δάχτυλα μας βοηθάνε αρκετά στο να το βγάλουμε από το κουτί και να αντικρίσουμε φωλιασμένο μέσα του τον Corsair Force Series Gen.4 PCIe MP600 2TB. Φυλλάδια και παρελκόμενα κάθε είδους λάμπουν δια της απουσίας τους, αλλά δε θεωρούμε ότι η ύπαρξή τους θα είχε κάποια ουσία. Αυτό που κάνει αισθητή την παρουσία του και μάλιστα έντονα, είναι η εγκατεστημένη ψύκτρα. Η ψύκτρα είναι απλή, μαύρου χρώματος και από αλουμίνιο. Είναι προφανές ότι είναι η ίδια και για τις δύο διαφορετικές χωρητικότητες που διατίθενται, καθώς στο επάνω μέρος του αναφέρεται μεν η εταιρεία και το μοντέλο, όχι όμως η χωρητικότητα. Στο κάτω μέρος, ένα αυτοκόλλητο παρέχει πληροφορίες για τις πιστοποιήσεις και τις λοιπές λεπτομέρειες, ενώ κάτω δεξιά αναφέρει και τη χωρητικότητα του drive, ως 2000MB, κάτι που δεν είναι ακριβώς το ίδιο με το 2TB που γράφει η συσκευασία καθώς το 1TB ισούται κανονικά με 1024MB. Το μαύρο PCB δένει αρμονικά με την ψύκτρα και το σύνολο, με το αυτοκόλλητο κρυμμένο κάτω από το drive, θα αποτελέσει μια καλαίσθητη πινελιά σε οποιοδήποτε μοντέρνο σύστημα. Αυτά λοιπόν για το drive, καθώς η ψύκτρα δε μας αφήνει να δούμε τα επί μέρους εξαρτήματά του και δε θα θέλαμε να χάσουμε την εγγύηση παραβιάζοντάς την... Δεν πιστεύω να το πιστέψατε, έτσι; Εννοείτε ότι θα πάμε παραμέσα. Εξ' άλλου η ψύκτρα συγκρατείται στο drive με 4 clips, 2 από κάθε πλευρά και η ίδια η Corsair δε φαίνεται να ενοχλείται από την προοπτική της αφαίρεσής της, καθώς δεν έχει χρησιμοποιήσει κάποιο αυτοκόλλητο ασφαλείας που θα ακύρωνε την εγγύηση. Μπορεί εξ άλλου κάποιος να θέλει να χρησιμοποιήσει το drive με την ενσωματωμένη ψύκτρα που διαθέτουν πολλές μητρικές, όπως και μία από τις 2 μητρικές όπου θα δοκιμαστεί ο Corsair Force Series Gen.4 PCIe MP600 2TB. Βέβαια, εμείς επιλέξαμε να δοκιμάσουμε το drive με τη δική του ψύκτρα, αλλά αυτά θα τα δούμε παρακάτω. Προς το παρόν, ανοίγουμε προσεκτικά τα 4 clips και η ψύκτρα χωρίζεται στα 2. Το πάνω μέρος, που αποτελείται από αλουμίνιο και αναλαμβάνει την ψύξη του ελεγκτή καλύπτεται από μια θερμοαγώγιμη ταινία η οποία εξασφαλίζει τη μεταφορά θερμότητας από το drive στην ψύκτρα. Και ιδού τα αποκαλυπτήρια του drive. Τα βασικά του στοιχεία, τα οποία μας ενδιαφέρουν, είναι ήδη ξεκάθαρα φανερά. Η επάνω, ψυχόμενη πλευρά, περιλαμβάνει τον ελεγκτή, 2 NAND chips και 1 chip μνήμης cache. Η κάτω, μη ψυχόμενη πλευρά, περιλαμβάνει άλλα 2 NAND chips και άλλο 1 chip μνήμης cache. Ο ελεγκτής είναι ο Phison PS5016-E16 του οποίου το interface είναι, σύμφωνα με τη Phison, το PCIe Gen4x4 NVMe, οι υποστηριζόμενες χωρητικότητες από 512 GB έως 2TB και οι ταχύτητες φτάνουν τα Sequential Read/Write (up to): 5,000/4,400 MB/s και Random Read/Write (up to): 750,000/700,000 IOPS. Το Datasheet μας λέει ότι η μέγιστη θερμοκρασία λειτουργίας είναι οι 70°C και ότι υποστηρίζονται End-to-End Data Protection, Pyrite/OPAL και Thermal Monitoring. Η πιο σημαντική πληροφορία όμως είναι ότι ο ελεγκτής υποστηρίζει TLC και QLC NAND. Το τι ακριβώς είναι αυτοί οι τύποι NAND θα το δούμε εν συντομία παρακάτω, στην ανάλυση σε βάθος. Προς το παρόν αρκεί να αναφέρουμε ότι δεν είναι η ταχύτερη διαθέσιμη κατηγορία NAND (που είναι η MLC) και έχω ενδοιασμούς για το αν οι TLC και QLC NAND θα διαθέτουν την απαραίτητη ταχύτητα. Για να δούμε λοιπόν τη NAND που χρησιμοποιεί ο Corsair Force Series Gen.4 PCIe MP600 2TB. Πρόκειται για τα chip της Toshiba, με κωδικό TABHG65AWV, τα οποία είναι BiCS4 3D TLC NAND με 96 επίπεδα. TLC λοιπόν, η καλύτερη από τις 2 επιλογές που υποστηρίζει ο ελεγκτής. Η χωρητικότητα του κάθε ενός από τα συγκεκριμένα NAND chips είναι 4096 Gb, ή αλλιώς 512GB. Εφ' όσον o Corsair Force Series Gen.4 PCIe MP600 2TB διαθέτει 4 τέτοια chips, η συνολική του χωρητικότητα φτάνει τα 2TB. H cache του drive παρέχεται από τα 2 DRAM chips της SKhynix, ένα σε κάθε πλευρά του PCB του drive. Τα DRAM chips που χρησιμοποιήθηκαν είναι τα SKhynix H5AN8G8NNAFR-UH τα οποία είναι χωρητικότητας 8Gb, δηλαδή 1GB έκαστο, προσφέροντας συνολικά 2GB cache στον ελεγκτή. Το ότι η cache αποτελεί το 1/1000 της χωρητικότητας του drive δεν είναι καθόλου τυχαίο, καθώς αποτελεί χαρακτηριστικό του συγκεκριμένου ελεγκτή. Tα συγκεκριμένα DRAM chips είναι DDR4 με συχνότητα λειτουργίας τα 2400MHz και Cas Latency 17. Τεχνικά Χαρακτηριστικά Τα τεχνικά χαρακτηριστικά του Corsair Force Series Gen.4 PCIe MP600 2TB, ακριβώς όπως αναφέρονται στην ιστοσελίδα της Corsair, φαίνονται στον παρακάτω πίνακα. Οι ταχύτητες που υπόσχεται η Corsair είναι εντός των προδιαγραφών του ελεγκτή και η διάρκεια ζωής του Corsair Force Series Gen.4 PCIe MP600 2TB ορίζεται στα 3600TB εγγραφών. Δηλαδή πρέπει κανείς να γράφει στο drive περίπου ολόκληρη τη χωρητικότητά του για 5 χρόνια για να φτάσει αυτόν τον όγκο εγγραφών. Αυτό που δεν αναφέρεται στον πίνακα είναι η διάρκεια της εγγύησης, η οποία είναι 5 χρόνια και η προτεινόμενη τιμή λιανικής η οποία είναι στα 489,99 ευρώ. Συνοδευτικό Λογισμικό Το λογισμικό που συνοδεύει τους SSDs της Corsair, ονομάζεται Corsair SSD Toolbox. Σε αντίθεση με την εξαιρετική δουλειά πού έχει κάνει η Corsair με το iCue, το Corsair SSD Toolbox έχει μείνει χωρίς ουσιαστική εξέλιξη εδώ και αρκετά χρόνια, κάτι που είναι άμεσα εμφανές από το ξεπερασμένο αισθητικά interface του. Εν τούτοις, είναι εύκολο στη χρήση, απλό στη λειτουργία και παρέχει ουσιαστικά όλες τις απαραίτητες λειτουργίες. Η πλοήγηση γίνεται από το κάθετο μενού στα αριστερά και περιλαμβάνει 6 καρτέλες. Στην πρώτη, που ονομάζεται Drive Information (πληροφορίες για το drive), βλέπουμε τα βασικά στοιχεία του κάθε συνδεδεμένου drive και, εφ' όσον αυτό υποστηρίζεται από το πρόγραμμα, μπορούμε να κάνουμε και Firmware Update. Ο έλεγχος του firmware είναι άμεσος και online, απλοποιώντας τη διαδικασία και ελαχιστοποιώντας πιθανά λάθη του χρήστη. Το drive που παραλάβαμε χρειάστηκε άμεσα ενημέρωση του firmware στην έκδοση EGFM11.1, η οποία έγινε πριν τρέξουμε τα benchmarks. Η δεύτερη καρτέλα που ονομάζεται Overprovision αφορά το manual Over Provisioning, κάτι που δεν υποστηρίζεται από τον Corsair Force Series Gen.4 PCIe MP600 2TB. Η τρίτη καρτέλα, S.M.A.R.T. Status (κατάσταση του S.M.A.R.T.) μας δίνει πληροφορίες για την κατάσταση του drive, όπως την υγεία του και το σύνολο των αναγνώσεων και εγγραφών που έχει συνολικά πραγματοποιήσει. Σε αυτήν την καρτέλα θα προτιμούσαμε σαφώς μια πιο εύληπτη παρουσίαση για τον μη ειδικό χρήστη και όχι μια ξερή παρουσίαση των περιεχομένων του S.M.A.R.T. table. Η τέταρτη καρτέλα λέγεται Disk Clone (κλωνοποίηση δίσκου) και περιέχει ένα απλό αλλά βολικό Disk Cloning εργαλείο. Η πέμπτη καρτέλα που ονομάζεται Optimize (βελτιστοποίηση), περιέχει την εντολή ενεργοποίησης του TRIM, κάτι που στον Corsair Force Series Gen.4 PCIe MP600 2TB ελέγχεται από τα Windows και δεν μπορεί να ενεργοποιηθεί κατά βούληση από το χρήστη. Η έκτη και τελευταία καρτέλα με το όνομα Secure Wipe (ασφαλής καθαρισμός) περιέχει ένα εργαλείο ασφαλούς διαγραφής των περιεχομένων του drive, με τρόπο ώστε η επαναφορά τους να είναι αδύνατη. Τα 3 εικονίδια πάνω αριστερά, κάτω από το σήμα της Corsair, αφορούν τη λειτουργία βοήθειας, που εξηγεί κάποιες λειτουργίες του προγράμματος, τις πληροφορίες της έκδοσης του προγράμματος και την ανανέωση της λίστας των drives. Η πρώτη και τελευταία λειτουργία είναι αυτονόητες και δεν έχουμε να σχολιάσουμε κάτι σχετικά, αλλά η δεύτερη αποκάλυψε κάτι ενδιαφέρον. Συγκεκριμένα, ενώ πιο πρόσφατη έκδοση του Corsair SSD Toolbox στην ιστοσελίδα της εταιρίας είναι η 1.2.5.5, η λειτουργία check for updates που είναι κρυμμένη σε αυτή την καρτέλα, κατέβασε και εγκατέστησε την έκδοση 1.2.5.7. Η αναβάθμιση αυτή δεν έδωσε κάποιο ορατό αποτέλεσμα εκτός ότι τα εικονίδια απέκτησαν ένα κακαίσθητο λευκό φόντο που δεν υπήρχε στην προηγούμενη έκδοση. Συνολικά, το Corsair SSD Toolbox κάνει τα βασικά που χρειάζεται, αλλά θα θέλαμε να δούμε μια ανανεωμένη έκδοση, με μοντέρνο interface και μεγαλύτερη φιλικότητα προς το χρήστη. Σύστημα Δοκιμών και Μεθοδολογία Για το συγκεκριμένο review χρησιμοποιήθηκαν 2 συστήματα δοκιμών. Το ένα είναι το γνωστό μας benchtable που είναι στημένο πάνω στην Asrock Z97X Killer. Ο επεξεργαστής είναι ο Intel G3258 Anniversary Edition που παρέμεινε δροσερός χάρη στην Corsair Hydro Series H100i GTX. Η μνήμη είναι στα 8GB που υπερκαλύπτουν τις απαιτήσεις μας στα συγκεκριμένα τεστ, το τροφοδοτικό είναι το Cooler Master V650 και το σύστημα είναι στημένο στο Cooler Master Test Bench V1.0. Καθώς η M.2 υποδοχή της Asrock Z97X Killer υποστηρίζει μόνο PCIe 3.0 2X και όχι 4X, χρησιμοποιήθηκε ένας μετατροπέας PCIe 4X σε M.2. Ευχαριστούμε θερμά την Asrock, την Cooler Master και την Corsair για τα εξαρτήματα που μας παρείχαν για την κατασκευή του συστήματος δοκιμών! Παρακάτω βλέπετε τις πλήρεις προδιαγραφές του συστήματος δοκιμών. Καθώς όμως ο Corsair Force Series Gen.4 PCIe MP600 2TB υποστηρίζει, όπως μαρτυράει το όνομά του, PCIe 4.0 και μάλιστα το χρειάζεται για να αποδώσει τα μέγιστα των επιδόσεών του, οι οποίες ξεπερνούν τις δυνατότητες του πρωτοκόλλου PCIe 3.0, οι δοκιμές έγιναν και σε ένα ολοκαίνουργιο σύστημα με επεξεργαστή AMD Ryzen 3900X και μητρική την Gigabyte X570 AORUS PRO. Το σύστημα αυτό υποστηρίζει το πρωτόκολλο επικοινωνίας PCIe 4.0 και επιτρέπει στον Corsair Force Series Gen.4 PCIe MP600 2TB να δείξει τις πλήρεις δυνατότητές του. Ευχαριστώ θερμά τον φίλο και συνεργάτη David Popeck που μας διέθεσε το σύστημά του για τις δοκιμές. Παρακάτω βλέπετε τις πλήρεις προδιαγραφές του συστήματος δοκιμών με πρωτόκολλο επικοινωνίας PCIe 4.0. Το λειτουργικό σύστημα πάνω στο οποίο γίνονται οι δοκιμές είναι τα Windows 10 Pro 64bit. Οι δοκιμές στις οποίες θα υποβάλουμε τον Corsair Force Series Gen.4 PCIe MP600 2TB χωρίζονται σε 3 κατηγορίες: Συνθετικά Benchmarks Χρήση των Program Traces του PCMark 8 για να δούμε τη συμπεριφορά του drive σε καθημερινή χρήση. Ανάλυση σε βάθος Οι μετρήσεις θα γίνουν και στα 2 παραπάνω συστήματα για να δούμε τις επιδόσεις του drive τόσο σε PCIe 4.0 όσο και σε PCIe 3.0 και θα συγκριθούν με τον Corsair Force Series MP510 960GB και τον Samsung 970 EVO 250GB. Δυστυχώς δεν είχαμε διαθέσιμο κάποιον Samsung 970 EVO αντίστοιχης χωρητικότητας και καθώς οι επιδόσεις των εγγραφών επηρεάζονται ιδιαιτέρως από το πλήθος των πακέτων NAND και ο Samsung 970 EVO 250GB διαθέτει 2 πακέτα NAND έναντι των 4 των άλλων 2 SSD, αυτό θα ληφθεί υπ' όψιν στη διεξαγωγή των συμπερασμάτων. Μείνετε συντονισμένοι. Μετά τις δοκιμές ακολουθεί σχολιασμός, βαθμολογία και συμπεράσματα. Benchmarks Ξεκινάμε με το ATTO. To ATTO είναι το μακράν πιο γενναιόδωρο benchmark όσον αφορά τα θετικά αποτελέσματα ταχύτητας και γι αυτό οι περισσότερες εταιρείες το χρησιμοποιούν για να δηλώσουν τις μέγιστες επιδόσεις σειριακής ανάγνωσης και εγγραφής των drives τους. Ο Corsair Force Series Gen.4 PCIe MP600 2TB έχει πολύ καλές επιδόσεις που στις εγγραφές σχεδόν αγγίζουν τις υποσχόμενες από την εταιρία, ενώ στις αναγνώσεις είναι ελαφρώς χαμηλότερες από τις διαφημιζόμενες. Όλα αυτά βέβαια με τη χρήση του PCIe 4.0, ενώ στη μέτρηση με PCIe 3.0 το drive περιορίζεται από τις δυνατότητες του PCIe 3.0 αλλά και πάλι ξεπερνάει τις επιδόσεις του Corsair Force Series MP510 960GB και του Samsung 970 EVO 250GB. Λαμβάνουμε υπ' όψιν ότι ο EVO διαθέτει 2 πακέτα NAND (όπως εξηγήσαμε στη μεθοδολογία) και έτσι είναι εύλογο και αναμενόμενο ο EVO να έχει περίπου τις μισές επιδόσεις στις σειριακές εγγραφές. Αντίστοιχα είναι και τα αποτελέσματα του CrystalDiskMark 6.0.2 όπου και πάλι ο Corsair Force Series Gen.4 PCIe MP600 2TB δε φτάνει ακριβώς την ταχύτητα εγγραφής των 4950MB/s που υπόσχεται η Corsair αλλά από την άλλη ξεπερνάει τη διαφημιζόμενη ταχύτητα εγγραφών των 4250MB/s, έστω και κατά λίγο. Περισσότερο όμως αξιοσημείωτη είναι η σημαντική αύξηση στις δοκιμές των 4Κ με τη χρήση του drive σε PCIe 4.0. Η αύξηση είναι σημαντική όταν δεν έχουμε queue (ουρά εντολών) (Q1) ή παράλληλα threads (παράλληλη επεξεργασία εντολών) (T1) αλλά απογειώνεται όταν αυξάνει το queue και πραγματικά εκτοξεύεται όταν αυξάνουμε και τα threads! Τα αποτελέσματα του AS SSD Benchmark λένε την ίδια ιστορία. Το Anvil's Storage Utilities benchmark επιβεβαιώνει τα παραπάνω αποτελέσματα, δίνοντας την απόλυτη κυριαρχία και με διαφορά στον Corsair Force Series Gen.4 PCIe MP600 2TB με PCIe 4.0, με δεύτερο το ίδιο drive με PCIe 3.0, όπου κινείται στα όρια ταχύτητας που του επιτρέπει το PCIe 3.0. Τα υπόλοιπα drives, απλά ακολουθούν. Αν δούμε λίγο πιο αναλυτικά τα αποτελέσματα, θα παρατηρήσουμε ότι η υπεροχή του Corsair Force Series Gen.4 PCIe MP600 2TB σε PCIe 4.0 είναι, αναμενόμενα πλέον, σαρωτική όπου υπάρχει χρήση QD, κάτι που εξηγεί και το αποτέλεσμα. Τα AIDA64 Average Read και Write Access δείχνουν ότι ο Corsair Force Series Gen.4 PCIe MP600 2TB είναι ένα drive που ανταποκρίνεται πολύ γρήγορα στις εντολές που λαμβάνει, ειδικά σε PCIe 4.0 και στις εγγραφές. Τα παραπάνω συμπεράσματα φαίνεται να επιβεβαιώνονται και από τα αποτελέσματα του HD Tune Pro Random Read και Write Access. Τα συνολικά αποτελέσματα των benchmarks δείχνουν ότι ο Corsair Force Series Gen.4 PCIe MP600 2TB έχει επιδόσεις που ξεφεύγουν πολύ από αυτές των drives που χρησιμοποιούν PCIe 3.0. Για να δούμε όμως, τι σημαίνει αυτό στην πραγματική χρήση. Program Traces - PCMark 8 Το drive benchmark του PCMark 8 χρησιμοποιεί traces χρήσης πραγματικών προγραμμάτων για να προσομοιώσει τη συμπεριφορά και τις επιδόσεις ενός drive κατά την πραγματική χρήση. Και εκεί που σύμφωνα με τα αποτελέσματα των συνθετικών benchmarks περιμένουμε να δούμε μια σαρωτική επικράτηση του Corsair Force Series Gen.4 PCIe MP600 2TB, το παρακάτω γράφημα γκρεμίζει όλες τις προσδοκίες. Δεν μπορεί, κάτι έγινε εδώ. Ξανατρέχουμε την πολύωρη δοκιμή, καμία διαφορά. Τι συμβαίνει; Πώς μπορεί ένα drive να είναι τόσο πιο γρήγορο σε όλα τα benchmarks και στην πραγματικότητα να μην είναι; Για να το απαντήσουμε αυτό, θα χρειαστεί μια ανάλυση σε μεγαλύτερο βάθος. Ανάλυση σε βάθος Σε αυτό το τμήμα του review, θα χρησιμοποιήσουμε κάποιες πιο εξειδικευμένες δοκιμασίες για να δούμε τη συμπεριφορά του drive με περισσότερη λεπτομέρεια. Συγκεκριμένα θα χρησιμοποιήσουμε το Disk Benchmark του AIDA64. Βλέπουμε ότι η μέση, η μέγιστη και η ελάχιστη ταχύτατα ανάγνωσης του Corsair Force Series Gen.4 PCIe MP600 2TB σε PCIe 4.0 (1ο γράφημα) είναι μεν μεγαλύτερες από τις επιδόσεις του drive σε PCIe 3.0 (2ο γράφημα) και από τα άλλα drives, αλλά παραμένουν χαμηλά σε σχέση με τις δυνατότητες που είδαμε στα συνθετικά benchmarks και μάλιστα σαφώς εντός των δυνατοτήτων του PCIe 3.0. Τι συμβαίνει λοιπόν εδώ; Ουσιαστικά εδώ βλέπουμε την ταχύτητα με την οποία μπορεί να διαβάσει ο ελεγκτής από τη NAND, χωρίς την επιπλέον ταχύτητα που προσδίδει η χρήση της DRAM cache. Αυτή είναι η ταχύτητα με την οποία μπορεί συνεχώς και με συνέπεια να διαβάζει το drive όταν μιλάμε για δεδομένα που δεν είναι στην DRAM cache του των 2GB. Η ταχύτητα αυτή δεν περιορίζεται από τη μέγιστη ταχύτητα του PCIe 3.0, καθώς είναι σαφώς μέσα στις δυνατότητές του και οι διαφορές που βλέπουμε υπέρ του drive σε PCIe 4.0 πιθανότατα σχετίζονται με άλλα optimizations που έχουν γίνει σε αυτό καθώς και τη γενικότερα πολύ νεότερη πλατφόρμα. Η ουσία είναι ότι εδώ φαίνεται πως τα θεαματικά αποτελέσματα των συνθετικών benchmarks ήταν στην ουσία προϊόν της ανάγνωσης δεδομένων τα οποία ήταν ήδη στην DRAM cache του drive. Η DRAM cache, ούσα μακράν ταχύτερη της NAND, είχε τη δυνατότητα να τροφοδοτεί τον ελεγκτή με δεδομένα χωρίς να δημιουργεί bottleneck αλλά η σχετικά αργή TLC NAND που χρησιμοποιεί ο Corsair Force Series Gen.4 PCIe MP600 2TB δε φαίνεται να την έχει και αυτό είναι λογικό. Συνεπώς τώρα φαίνονται λογικά τα αποτελέσματα του PCMark 8. Στην πραγματικότητα, τη μεγάλη του ταχύτητα μπορεί να την δώσει το drive μόνο για αναγνώσεις δεδομένων που βρίσκονται στην DRAM cache και που σε αυτή την περίπτωση περιορίζονται σε μέγεθος από το μέγεθος αυτής, τα 2 GB, το 1/1000 της συνολικής χωρητικότητας του drive. Οι εγγραφές αποκαλύπτουν μια ακόμη πιο ατυχή ιστορία, τη γνωστή πονεμένη ιστορία όλων των SSD που χρησιμοποιούν TLC. Βλέπετε, οι TLC NAND δεν έχουν καλές ταχύτητες εγγραφής. Γι αυτό οι εταιρείες δε διαφημίζουν ποτέ αυτή την ταχύτητα. Αντιθέτως, χρησιμοποιούν ένα μέρος της TLC NAND σε λειτουργία SLC. Όπα φίλε, μισό λεπτό! Τι είναι αυτό το TLC και τι είναι το SLC που μας λες; OK, μικρή ανάλυση λοιπόν, για να είμαστε στην ίδια σελίδα. Να με συγχωρήσουν οι γνώστες και τελειομανείς που θα είναι πολύ εκλαϊκευμένη η εξήγηση και οι μη σχετικοί που θα είναι πολύ "επιστημονική", αλλά πρέπει να συναντηθούμε κάπου στη μέση. Το κάθε κελί μνήμης τύπου NAND, μπορεί να αποθηκεύσει μία ηλεκτρική τάση και να την κρατήσει εκεί. Στην περίπτωση του πρώτου τύπου NAND που χρησιμοποιήθηκε σε SSD, τον τύπο SLC (Single Level Cell) αν υπάρχει ηλεκτρική τάση, αυτό σημαίνει αξία 1 και αν δεν υπάρχει, αξία 0. Αυτό για τον υπολογιστή είναι ένα bit και 8 bits μας κάνουν ένα byte. Στην SLC NAND λοιπόν, κάθε κελί αποθηκεύει 1 bit και ο Controller έχει την πολύ εύκολη δουλειά να ξεχωρίσει ανάμεσα σε τάση και όχι τάση, πράγμα που γίνεται με πολύ μεγάλη ταχύτητα και ακόμη και αν το κελί έχει παλιώσει και φθαρεί. Συνεπώς η SLC NAND είναι πολύ γρήγορη και πολύ ανθεκτική στις εγγραφές που φθείρουν τα κελιά της. Αποθηκεύει όμως 1 μόνο bit ανά κελί. SLC NAND βρίσκαμε μόνο σε Enterprise level SSDs γιατί παρά τα πλεονεκτήματά της, είναι πολύ ακριβή. Και τώρα πλέον, ούτε καν εκεί. H MLC NAND αποθηκεύει 2 bit σε κάθε κελί. Ναι, αλλά εμείς είπαμε ότι το μόνο που αποθηκεύει ένα κελί NAND είναι μια ηλεκτρική τάση. Πώς λοιπόν μια ηλεκτρική τάση μπορεί να αντιστοιχιστεί σε 2 bit, δηλαδή σε ένα οποιονδήποτε διψήφιο συνδυασμό από 0 και 1; Απλό! Οι συνδυασμοί αυτοί κατά το νόμο των πιθανοτήτων είναι 22 δηλαδή 4 και συγκεκριμένα οι 00, 01, 10, και 11. Αν θεωρήσουμε ότι η απουσία ηλεκτρικής τάσης αντιστοιχεί στο 00, θα χρειαστούμε 3 διαφορετικές ηλεκτρικές τάσεις για να αντιστοιχίσουμε στις υπόλοιπες τιμές. Κάπως έτσι λειτουργεί η MLC. Είναι πλέον προφανές ότι η MLC θα λειτουργεί πιο αργά από την SLC, καθώς ο ελεγκτής θα πρέπει να ξεχωρίσει 4 διαφορετικές καταστάσεις του κάθε κελιού, συμπεριλαμβανομένων 3 διαφορετικών ηλεκτρικών τάσεων. Συνεπώς το σύστημα θα λειτουργεί πιο αργά και επιπλέον θα είναι πιο επιρρεπές στη φθορά των κελιών κατά τις εγγραφές και θα έχει μικρότερη διάρκεια ζωής. Η TLC NAND, που χρησιμοποιεί ο Corsair Force Series Gen.4 PCIe MP600 2TB, αλλά και τα άλλα 2 drives με τα οποία τον συγκρίνουμε, αποθηκεύει 3 bit σε κάθε κελί! Αυτό σημαίνει 23 δηλαδή 8 διαφορετικούς συνδυασμούς (000, 001, 010, 100, 011, 110, 101, 111). Κατά αναλογία με πριν, έχουμε εκτός από την απουσία τάσης, 7 διαφορετικές τιμές που κάνει πολύ πιο δύσκολη τη δουλειά του Controller. Εδώ πλέον οι εγγραφές γίνονται πολύ αργές. Η δε φθορά των κελιών που προκαλείται από τους κύκλους εγγραφών είναι ακόμα πιο σημαντική και η ζωή των κελιών πολύ πιο μικρή. Για να το αντιμετωπίσουν αυτό οι εταιρείες και να κάνουν τη χρήση TLC NAND μια βιώσιμη λύση για τους SSD, χρησιμοποιούν κάποια τεχνάσματα που βασίζονται σε πολύπλοκους και ισχυρούς ελεγκτές και εξειδικευμένο firmware. Το πιο βασικό τέχνασμα είναι να χρησιμοποιούν ένα μέρος της ελεύθερης TLC NAND σε λειτουργία SLC, εν είδει cache. Δηλαδή οι εγγραφές πραγματοποιούνται στην SLC cache σε πραγματικό χρόνο και αργότερα, το drive με την ησυχία του περνάει τα δεδομένα στην πολύ πιο αργή TLC NAND. Φυσικά οι εταιρείες δεν το διαφημίζουν αυτό και ο μέσος χρήστης νομίζει ότι αγοράζει drive με ταχύτητες εγγραφής που μπορεί να πετύχει η NAND του drive όταν λειτουργεί ως SLC cache ενώ η αλήθεια είναι πολύ πιο πικρή. Γι αυτό βλέπουμε TLC drives που είναι πολύ πιο οικονομικά από τα MLC να διαφημίζουν υψηλότερες ταχύτητες, αυτές της πολύ γρήγορης SLC cache, η οποία όμως όταν τελειώνει κατά τη διάρκεια μεγαλύτερων εγγραφών, ξαφνικά στέλνει τις επιδόσεις βόλτα και μάλιστα με τα πόδια! Πόση σημασία έχει αυτό στην πράξη; Μεγάλη κουβέντα και οι απόψεις διίστανται. Σε μια απλή χρήση που βασίζεται κυρίως σε αναγνώσεις και λίγες εγγραφές, τα TLC drives τα πάνε μια χαρά. Όταν τα πράγματα ζορίζουν και χρειάζονται μεγαλύτερες και συχνότερες εγγραφές που δε δίνουν χρόνο στην SLC cache των TLC drives να αδειάσει τα δεδομένα της και να είναι έτοιμη για την επόμενη χρήση, ίσως θα ήταν καλύτερη η χρήση ενός SSD με MLC NAND. Τώρα που ξέρουμε λοιπόν, ας πάμε να δούμε πώς συμπεριφέρεται ο Corsair Force Series Gen.4 PCIe MP600 2TB στις εγγραφές. Όπως βλέπουμε στο πρώτο γράφημα που αφορά τον Corsair Force Series Gen.4 PCIe MP600 2TB σε PCIe 4.0, το drive ξεκινάει με ένα μεγάλο burst ταχύτητας που προσεγγίζει τη διαφημιζόμενη ταχύτητα αλλά κρατάει πολύ λίγο, ίσα δηλαδή μέχρι να γεμίσουν τα 2GB της DRAM cache. Μετά, οι επιδόσεις πάνε περίπατο καθώς αρχίζουν οι εγγραφές στην TLC NAND, αν και παραμένουν αξιοπρεπείς, κοντά στα 2400MB/s. Αυτή όπως θα καταλάβατε είναι η ταχύτητα εγγραφής της TLC NAND, όταν αυτή είναι σε λειτουργία SLC cache. Καθώς το drive είναι εντελώς άδειο, έχει τη δυνατότητα να χρησιμοποιήσει ένα πολύ μεγάλο μέρος της TLC NAND του ως SLC cache, που σε σύνδεση PCIe 4.0 φαίνεται ότι είναι κοντά στο 45%. Σε σύνδεση PCIe 3.0 φαίνεται να είναι κάτι παραπάνω από το 35%. Όλα αυτά βέβαια είναι θέμα επιλογών της εταιρίας στο firmware αλλά σε κάθε περίπτωση θα έχουν όλο και λιγότερη σημασία, όσο περισσότερο γεμίζουμε το drive. Όσο πιο γεμάτο είναι τo drive, τόσο λιγότερη περίσσεια NAND θα έχει για να τη χρησιμοποιεί σε μορφή SLC cache και όλο και περισσότερο θα βασίζεται στην πραγματική ταχύτητα της TLC NAND που όπως φαίνεται στα τελευταία μέρη των πρώτων 2 γραφημάτων είναι μόλις στα περίπου 600MB/s σε PCIe 4.0 και 535MB/s σε PCIe 3.0. Είναι μάλιστα αξιοσημείωτο ότι η πραγματική ταχύτητα της TLC NAND που χρησιμοποιήθηκε στον Corsair Force Series MP510 960GB είναι αρκετά μεγαλύτερη, φτάνοντας περίπου τα 1000MB/s. Αυτό βέβαια μπορεί να οφείλεται στο ότι εκεί χρησιμοποιήθηκαν NAND chips των 256GB ενώ στον Corsair Force Series Gen.4 PCIe MP600 2TB έχουμε, όπως είδαμε, NAND chips των 512GB, αλλά σε κάθε περίπτωση η διαφορά είναι εκεί. Είναι πλέον φανερός ο λόγος που ενώ οι επιδόσεις του Corsair Force Series Gen.4 PCIe MP600 2TB στα συνθετικά benchmarks είναι εξαιρετικές, προσεγγίζοντας αυτές που υπόσχεται η συσκευασία, τα αποτελέσματα των traces χρήσης πραγματικών προγραμμάτων του PCMark 8 λένε ότι στην πράξη το drive δεν έχει πλεονέκτημα ταχύτητας έναντι των drives που βασίζονται στο PCIe 3.0. Στην πραγματική χρήση, μόνο όταν κάνουμε εγγραφές θα δούμε διαφορά και αυτό μόνο για ένα μέγιστο 2GB, όση δηλαδή είναι η DRAM cache του drive. Στις αναγνώσεις, διαφορά θα δούμε μόνο αν προκύψει να διαβαστεί κάτι που βρίσκεται στην DRAM cache, δηλαδή σπάνια. Θερμική συμπεριφορά Πριν πάμε στον επίλογο και τα συμπεράσματα, αξίζει μια μικρή κουβέντα για τη θερμική συμπεριφορά του Corsair Force Series Gen.4 PCIe MP600 2TB. Σύμφωνα με τις προδιαγραφές του drive αλλά και του ίδιου του ελεγκτή της Phison, η μέγιστη θερμοκρασία λειτουργίας του Corsair Force Series Gen.4 PCIe MP600 2TB είναι οι 70°C. Εν τούτοις, κατά τη διάρκεια των δοκιμών και εντός ενός κλειστού case με υδρόψυξη και χαμηλή κυκλοφορία αέρα, το drive έφτασε τους 75°C και μάλιστα με θερμοκρασία δωματίου κοντά στους 18°C. Αυτό με οδήγησε να θέλω να δω αν υπήρχε κάποιο thermal throttling ή κάποιο άλλο πρόβλημα, καθώς ήμαστε ήδη εκτός προδιαγραφών. Άνοιξα λοιπόν το πλαϊνό του κουτιού και έβαλα έναν ανεμιστήρα να φυσάει την ψύκτρα του Corsair Force Series Gen.4 PCIe MP600 2TB. Το αποτέλεσμα ήταν η μέγιστη θερμοκρασία να μην περνάει τους 40°C κατά τη διάρκεια των δοκιμών. Πέρα από αυτό, ουσιώδεις, στατιστικά σημαντικές διαφορές, δεν υπήρξαν ούτε και φάνηκε να υπάρχει κάποιο θέμα σταθερότητας. Τα 2 πρώτα από τα παρακάτω γραφήματα πάρθηκαν με το drive σε κλειστό κουτί και χωρίς ροή αέρα πάνω του, οπότε και έφτανε έως και τη θερμοκρασία των 75°C. Τα 2 επόμενα είναι με ανοιχτό πλαϊνό, ροή αέρα και μέγιστη θερμοκρασία 40°C. Παρά το γεγονός ότι δεν παρατηρήθηκαν διαφορές στις 2 καταστάσεις, η άνοδος της θερμοκρασίας άνω των προδιαγραφών του drive και μάλιστα με θερμοκρασία δωματίου τους 18°C, είναι ανησυχητική. Καλό θα είναι όποιοι αποφασίσουν να αποκτήσουν το drive, να φροντίσουν να υπάρχει κάποια ροή αέρα πάνω του, έτσι ώστε αυτό να μένει εντός των προδιαγραφών του και να εξασφαλιστεί η διάρκεια ζωής του. Συμπεράσματα και βαθμολογία - Το δια ταύτα Κάπως έτσι φτάσαμε στην ώρα του απολογισμού και των συμπερασμάτων. Σε αυτούς που πηδάνε από την εισαγωγή στον επίλογο, να πω ότι δεν έχετε καμία ελπίδα. Είναι τόσο πολλά αυτά που έχουμε εξηγήσει για την τεχνολογία και τις ιδιαιτερότητες του Corsair Force Series Gen.4 PCIe MP600 2TB που ο επίλογος σε καμία περίπτωση δε φτάνει για να τα συνοψίσουμε και να τα καταλάβετε. Γυρίστε πίσω λοιπόν και τα ξαναλέμε εδώ σε λίγο. Για όσους διάβασαν κανονικά το review, έχετε ήδη καταλάβει ότι ο Corsair Force Series Gen.4 PCIe MP600 2TB είναι ένα drive με πολύ καλή ποιότητα κατασκευής, ωραία εμφάνιση, μια ωραιότατη ψύκτρα, 5ετή εγγύηση και προδιαγραφές για να γράψει 3600ΤΒ στη διάρκεια της ζωής του, δηλαδή περίπου την πλήρη του χωρητικότητα καθημερινά για 5 χρόνια. Διαθέτει επίσης end-to-end data protection για την εξασφάλιση των δεδομένων σας, pyrite/OPAL AES 256-bit encryption για την κρυπτογράφησή τους και θερμικό έλεγχο για τη μακροζωία του drive. Διαθέτει επίσης τον - απ' ό,τι φαίνεται - μοναδικό σε κυκλοφορία αυτή τη στιγμή ελεγκτή για consumer grade NVMe SSD drive με χρήση PCIe 4.0, καθώς και οι 3 υλοποιήσεις που εντοπίσαμε χρησιμοποιούν τον ίδιο ελεγκτή. Οι υλοποιήσεις είναι φυσικά ο Corsair Force Series Gen.4 PCIe MP600 2TB καθώς και drives της Gigabyte και της Sabrent και ο ελεγκτής είναι ο Phison PS5016-E16 και εκεί έγκειται το πρόβλημα. Ας βάλουμε στην άκρη ότι για να έχει κανείς PCIe 4.0 χρειάζεται, όπως είπαμε και στην εισαγωγή, να διαθέτει πλατφόρμα AMD Ryzen 3ης γενιάς. Το βασικό θέμα είναι ότι ο εν λόγω ελεγκτής υποστηρίζει NAND TLC και QLC μόνο, όχι MLC. Εκεί οφείλεται ουσιαστικά και το πρόβλημα που είδαμε με τις επιδόσεις στην πραγματική χρήση. Κατά τη διάρκεια των συνθετικών benchmarks, οι δοκιμές γίνονται ουσιαστικά ανάμεσα στον ελεγκτή και την DRAM cache, η οποία, και πάλι κατά τις προσταγές του ελεγκτή, είναι 2GB (το 1/1000 της χωρητικότητας του drive) και συνεπώς υπερ-αρκετή για να γίνονται όλες οι συνθετικές δοκιμές χωρίς να δοκιμάζεται ουσιαστικά η ταχύτητα της NAND. Όταν όμως πάμε σε αναγνώσεις πραγματικών δεδομένων, που φυσικά δε θα βρίσκονται στη DRAM cache, και σε εγγραφές δεδομένων άνω των 2GB, τότε βλέπουμε ότι η ταχύτητα πέφτει σε επίπεδα αντίστοιχα με του Corsair Force Series MP510 960GB, ενός πολύ καλού drive που όμως ανήκει σε άλλη κατηγορία καθώς βασίζεται σε PCIe 3.0 και κοστίζει πολύ λιγότερο. Εκεί λοιπόν είναι και η Αχίλλειος πτέρνα του Corsair Force Series Gen.4 PCIe MP600 2TB. Είναι αλήθεια ότι η βαθμολογία του συγκεκριμένου drive με προβλημάτισε καθώς θέλει μελέτη και θα ήταν εύκολο να ξεφύγει προς τη μία ή την άλλη κατεύθυνση. Όσον αφορά Features και Quality, το drive είναι εξαιρετικό και βαθμολογήθηκε ανάλογα. Κανένα πρόβλημα. Τι να πει όμως κανείς για τις επιδόσεις; Στα benchmarks η αρκετή DRAM cache που διαθέτει παράλληλα με τον γρήγορο ελεγκτή και το PCIe 4.0 το κάνουν να ξεχωρίζει αλλά στην πραγματική χρήση η αναντίστοιχα αργή TLC NAND προσγειώνει τις επιδόσεις στα επίπεδα του Corsair Force Series MP510 960GB. Καλές επιδόσεις δηλαδή για ένα PCIe 3.0 drive αλλά όχι αυτές που περιμένουμε από ένα drive που εκμεταλλεύεται το PCIe 4.0. Βέβαια δεν μπορούμε να κατηγορήσουμε την Corsair γι αυτό καθώς πρόκειται για περιορισμό του ελεγκτή, ο οποίος έτσι κι αλλιώς είναι ο μοναδικός διαθέσιμος στην consumer αγορά που υποστηρίζει PCIe 4.0 και σε αυτόν βασίζονται όλες οι αντίστοιχες υλοποιήσεις, δηλαδή οι 3 που αναφέραμε παραπάνω. Η Corsair και η οποιαδήποτε εταιρία δεν μπορεί παρά μόνο να επιλέξει αν θα βγάλει ή δε θα βγάλει PCIe 4.0 NVME SSD αυτή τη στιγμή. Αυτές είναι οι δυνατότητες. Λαμβάνοντας υπ' όψιν όλα τα παραπάνω, η βαθμολογία των επιδόσεων ήταν 7.5. Το κομμάτι της βαθμολογίας όμως που σκοτώνει τα συγκεκριμένα drives, και φυσικά μαζί τους και τον Corsair Force Series Gen.4 PCIe MP600 2TB είναι το value for money. Με ελάχιστα πραγματικά πλεονεκτήματα από αντίστοιχα drives PCIe 3.0 και αρκετά υψηλότερη τιμή, το VFM έπεσε στο 2 και παρέσυρε τη συνολική βαθμολογία. Συγκεκριμένα, για τον Corsair Force Series Gen.4 PCIe MP600 2TB, η προτεινόμενη τιμή λιανικής από την Corsair είναι τα 489,99 ευρώ ενώ στα Ελληνικά καταστήματα εντοπίστηκε με τιμές που ξεκινάνε από τα 458 ευρώ, χωρίς το κόστος των μεταφορικών. Ενδεικτικά, ο Corsair Force Series MP510 1.9TB ξεκινάει από τα περίπου 280 ευρώ, συνεπώς είναι κατανοητή η χαμηλή βαθμολογία του VFM. Ας συνοψίσουμε τα πλεονεκτήματα και τα μειονεκτήματα του Corsair Force Series Gen.4 PCIe MP600 2TB: Πλεονεκτήματα + 5ετής εγγύηση + 3600TBW + PCIe 4.0 + Ποιότητα κατασκευής + End-to-end data protection + Pyrite/OPAL AES 256-bit encryption + Μαύρο PCB και ωραία ψύκτρα Μειονεκτήματα - Η αναγκαστική χρήση TLC NAND περιορίζει την πραγματική ταχύτητα του drive σε επίπεδα PCIe 3.0 - Τιμή - Το συνοδευτικό λογισμικό χρειάζεται ανανέωση Με βάση τα παραπάνω, η συνολική βαθμολογία του Corsair Force Series Gen.4 PCIe MP600 2TB είναι:  theLAB.gr Ευχαριστούμε θερμά την Corsair για την παραχώρηση του δείγματος της δοκιμής. Πολύμερος Αχανιώτης 23/08/2019
  8. Πρόλογος Πριν μερικές ημέρες είχαμε δει από κοντά την Vertagear SL2000 και όπως σας είχαμε αναφέρει και στο βίντεο αλλά και στο κείμενο της παρουσίασης, θα δούμε ένα ακόμα προϊόν της κατασκευάστριας. Αυτή τη φορά δεν θα είναι τύπου racing η καρέκλα που θα δούμε από κοντά, αλλά ένα προϊόν που παρόλο που φέρει τον χαρακτηρισμό gaming, είναι πιο κοντά σχεδιαστικά σε αυτό που λέμε καρέκλα γραφείου. Σίγουρα το design είναι έξω από τα συνηθισμένα και ακόμα πιο σίγουρο, είναι το γεγονός ότι στο επίπεδο τιμής που κυμαίνεται, περιμένουμε να δούμε πολλά περισσότερα από όσα είδαμε στην προηγούμενη παρουσίαση. Ο λόγος λοιπόν, για την Vertagear Triigger 275, που μας έστειλε η εταιρία για να την δούμε από κοντά και να την παρουσιάσουμε σε εσάς. Χαρακτηριστικά Στον πίνακα που ακολουθεί, μπορείτε να δείτε τα χαρακτηριστικά της όπως αυτά παρουσιάζονται στην ιστοσελίδα της κατασκευάστριας εταιρίας. Η καρέκλα είναι βαριά κάτι που γίνεται άμεσα αντιληπτό μόλις δούμε τα 21kg στον πίνακα χαρακτηριστικών. Αυτό λίγη σημασία έχει όμως, μιας και δεν θα την κουβαλάμε (με εξαίρεση την ώρα που θα την πάμε σπίτι) αλλά θα τσουλάει πάνω σε πέντε ροδάκια. Είναι πιο μαζεμένη από την SL2000 και επιτέλους όταν κάθομαι επάνω της φαίνομαι από το πίσω μέρος. Παρακάτω σας παραθέτουμε τις διαστάσεις αναλυτικά, για να δείτε αν ταιριάζει στον χώρο σας. Σε αντίθεση με την SL2000 που είχε 10 διαφορετικούς συνδυασμούς η Triigger 275 διατίθεται σε τέσσερις με χρώμα βάσης το μαύρο. Η τιμή είναι αρκετά υψηλή μιας και μιλάμε για ένα δεκάλεπτο κάτω από τα 600€ και στην Ελληνική αγορά δεν υπάρχει διαθέσιμη μέχρι την στιγμή που γράφονται αυτές εδώ οι γραμμές. Όσον αφορά την εγγύηση η εταιρία ξεχωρίζει τα προϊόντα όπως και την εγγύησή τους σε δύο κατηγορίες. Στην racing σειρά και στην gaming σειρά στην οποία ανήκει και η καρέκλα της σημερινής παρουσίασης . Για την σειρά Gaming η εγγύηση ανά κομμάτι ακολουθεί: VERTAGEAR Gaming Series Chair Parts Limited Warranty Aluminum Alloy Frame – 10 Years Metal Base Support – 10 Years Arm Rest – 5 Years Casters – 5 Years Five Star Base – 2 Years Gas Lift – 2 Years Συσκευασία και περιεχόμενα Πάμε τώρα σε αυτό που λέμε "έχεις πακέτο". Η συσκευασία έφτασε αρκετά ταλαιπωρημένη στα χέρια μας, αλλά καταλαβαίνουμε και τον καημένο τον courier που είχε ένα τέτοιο τέρας να παραδώσει. Παρόλη την ταλαιπωρία της συσκευασίας, το προϊόν έφτασε σε άριστη κατάσταση στα χέρια μας και σε αυτό έπαιξε σημαντικό ρόλο, ο τρόπος που είχε προστατευτεί το κάθε κομμάτι του προϊόντος. Μεγάλα κομμάτια από χαρτί, αρκετά χοντρά όπως και φελιζόλ, αλλά και φυσαλίδα συσκευασίας, έπαιξαν το κάθε ένα το ρόλο που έπρεπε. Εντός της συσκευασίας βρήκαμε έναν τόμο... ένα manual ήθελα να πω, που ούτε λίγο ούτε πολύ είναι 167 σελίδες!!! Είναι γραμμένο σε έξι γλώσσες, μη συμπεριλαμβανομένης όμως της Ελληνικής. Στο δια ταύτα τώρα. Ξεχάστε κατσαβίδια, ξεχάστε κλειδιά τύπου αλεν. Η καρέκλα έρχεται ως έχει χωρίς τίποτα extra όπως είχαμε δει στην Vertagear SL2000. Και πριν γκρινιάξει κάποιος μιας και μιλάμε για πιο ακριβό προϊόν, να αναφέρω ότι πολύ απλά δεν χρειάζεται τίποτα για να συναρμολογηθεί. Η διαδικασία συναρμολόγησης είναι tooless που λένε και στο χωριό μου! Τα ροδάκια όπως και η μπουκάλα κουμπώνουν στην αλουμινένια βάση με τις πέντε ακτίνες... ... και πολύ απλά παίρνετε την υπόλοιπη καρέκλα και την κουμπώνεται πάνω στην μπουκαλά. Και είμεθα έτοιμοι σε λιγότερο από ένα λεπτό από την ώρα που θα βγάλουμε τα διάφορα εξαρτήματα από την συσκευασία. Enjoy το νέο προϊόν! Παρακάτω βλέπουμε δύο βίντεο από το κανάλι της κατασκευάστριας. Στο πρώτο σε πολύ σύντομο χρονικό διάστημα ,μπορούμε να δούμε όλες τις ρυθμίσεις της καρέκλας και στο δεύτερο, μπορούμε να ενημερωθούμε για ένα επιπλέον προσάρτημα, που δεν είναι άλλο από αυτό που αναλαμβάνει την στήριξη του αυχένα. Προσωπικά μιας και η τιμή της καρέκλας ξεφεύγει αρκετά, θα ήθελα να το δω ευθείς εξαρχής εντός της συσκευασίας. Βιντεοπαρουσίαση προϊόντος Σήμερα δεν έχουμε για εσάς μόνο φωτοπαρουσίαση, αλλά και βίντεοπαρουσίαση, προσπαθώντας με αυτόν τον τρόπο να σας φέρουμε όσο πιο κοντά γίνεται στο προϊόν. Παρακάτω υπάρχουν κάποιες από τις φωτογραφίες που εμφανίζονται στο βίντεο της παρουσίασης για να τις δείτε με μεγαλύτερη άνεση και ευκολία. Ο Απολογισμός Και κάπως έτσι φτάσαμε για μία ακόμα φορά στο τέλος μίας παρουσίασης. Η εμπειρία μου με την Vertagear Triigger 275 ήταν από τις καλύτερες όσο καιρό κάνω παρουσιάσεις προϊόντων και μου προσέφερε μία από τις πιο ξεκούραστες και απολαυστικές παρουσιάσεις. Ας ξεκινήσουμε όμως με την γκρίνια. Είναι ακριβή η άτιμη, είναι... 600€ είναι αυτά... Ειδικά για τα Ελληνικά δεδομένα είναι ένα απλησίαστο προϊόν για τους περισσότερους και όταν σε αυτό το εύρος τιμής πρέπει να ξαναβάλεις το χέρι στην τσέπη για να προμηθευτείς το μαξιλάρι αυχένα, τότε η γκρίνια υψώνεται στο τετράγωνο. Πραγματικά λοιπόν, θα ήθελα να δω και το μαξιλάρι μέσα σε αυτό το εύρος τιμής. Βέβαια από την άλλη τα υλικά που έχουν επιλεγεί και την απαρτίζουν είναι αυτό που λέμε ένα και ένα. Από που να ξεκινήσει κανείς και από που να τελειώσει; Από το Dupont mesh που προσφέρει στο κάθισμα και στην πλάτη, την απαραίτητη στήριξη και μακροζωία και την σωστή αναλογία αντίστασης και ελαστικότητας δίνοντας ταυτόχρονα τις απαραίτητες ανάσες στο σώμα σας; Από τα εξαιρετικά για μία ακόμα φορά ροδάκια που είδαμε και σε αυτό το προϊόν και που δεν τα προβληματίζει καμία επιφάνεια; Από το calfskin δέρμα που σε προϊόν δεν το είχα δει ποτέ από κοντά, παρά μονάχα σε ακριβές δερματόδετες και σπάνιες εκδόσεις βιβλίων; Ή να μιλήσουμε για τον εξαιρετικά στιβαρό και ανθεκτικό σκελετό με τα τόσα μηχανικά και ποιοτικά εξαρτήματα; Ή να μιλήσουμε για τις τόσες πολλές ρυθμίσεις που κάνουν την καρέκλα να προσαρμοστεί σε οποιοδήποτε σώμα; Αν με την Vertagear SL2000 δεν μπορούσα να σας πω αν θα σας βολέψει ή όχι, με την Triigger 275 θεωρώ ότι με τόσες ρυθμίσεις και προσαρμογές και μετά από τις δοκιμές που έγιναν από άτομα με διαφορετικούς σωματότυπους, το ποσοστό επιτυχίας είναι μεγάλο. Είναι μία καρέκλα που θα βολέψει το μεγαλύτερο, αν όχι το συντριπτικό ποσοστό των ατόμων που θα την δοκιμάσουν. Επομένως σίγουρα ζητάει πολλά, αλλά ακόμα πιο σίγουρα προσφέρει πάρα πολλά. Το τι θα επιλέξει ο κάθε ένας από εμάς θα γίνει με κριτήριο την τσέπη του και φυσικά πόσα είναι διατεθειμένος να δώσει για μία καρέκλα γραφείου. Άλλοι τα δίνουν σε αμάξια και άλλοι σε καρέκλες... Με βάση τα όσα είδαμε έχει κερδίσει από τα αποδυτήρια το Editor's Choice του TheLab.gr, καθώς επίσης και το Design Award. Αν θα την βαθμολογούσα θα είχε χαλαρά ένα 90%. Ευχαριστούμε θερμά την Vertagear για την παραχώρηση του δείγματος της δοκιμής. Για το TheLab.gr karmen1983 08/06/2017
  9. Εισαγωγή Το κινητά τηλέφωνα είναι πλέον η προέκταση όχι μόνο του χεριού μας αλλά ολόκληρου του εαυτού μας, της κοινωνικής μας ύπαρξης. Ως εκ τούτου, τα αξεσουάρ τους έχουν αποκτήσει αντίστοιχα μεγάλη σημασία καθώς επηρεάζουν έντονα την εμπειρία χρήσης. Τα ακουστικά, ειδικά αυτά που διαθέτουν και μικρόφωνο (hands free), είναι σαφώς το πιο σημαντικό εξ αυτών και οι ασύρματες εκδόσεις τους ακόμα περισσότερο, καθώς πολλές κατασκευάστριες εταιρίες κινητών τηλεφώνων τείνουν να εξαλείψουν την υποδοχή ακουστικών από τις συσκευές τους. Έτσι η 1MORE, η εταιρία που κατασκεύασε τα διάσημα Xiaomi Piston, προχώρησε στη φυσική εξέλιξή τους που δεν είναι άλλη από την ασύρματη μέσω bluetooth έκδοσή τους, τα 1MORE Piston Fit BT. Καθώς τα Xiaomi Piston είναι ιδιαίτερα επιτυχημένα στην οικονομική κατηγορία των ακουστικών με μικρόφωνο, περιμένουμε θετικά πράγματα και από την ασύρματη έκδοση, τα 1MORE Piston Fit BT. Φωτογράφιση Τα 1MORE Piston Fit BT έρχονται σε ένα αρκετά μεγάλο χαρτονένιο κουτί με υψηλής ποιότητας εκτύπωση, προϊδεάζοντας για ένα ποιοτικό προϊόν. Το πρόσθιο μέρος περιέχει μια καλλιτεχνική απεικόνιση (μέρους) του προϊόντος και κάποια από τα βασικά του χαρακτηριστικά, ενώ το πίσω μέρος αναφέρει περισσότερες πληροφορίες σε 10 γλώσσες, που δεν περιλαμβάνουν την Ελληνική, κάποια τεχνικά χαρακτηριστικά, πιστοποιήσεις και barcodes. H χώρα κατασκευής είναι η Κίνα. Η συσκευασία έφτασε στα χέρια μας ταλαιπωρημένη στη μία γωνία, αλλά αυτό δεν είχε επιπτώσεις στο προϊόν. Εντός της συσκευασίας, βρίσκουμε ένα cool αυτοκόλλητο με το αρκουδάκι με ακουστικά της 1MORE, ένα μικρό φυλλάδιο με προϊόντα της εταιρίας και ένα αναλυτικό εγχειρίδιο χρήσης, στις ίδιες 10 γλώσσες. Τα 1MORE Piston Fit BT έρχονται σε μια λευκή βάση παρουσίασης, όπου συγκρατούνται με διαφάνειες στο επάνω και κάτω μέρος. Στο πίσω μέρος της λευκής βάσης βρίσκουμε κολλημένο ένα λευκό κουτί. Το κουτί περιέχει ένα καλώδιο USB-A σε Micro-USB για τη φόρτιση των 1MORE Piston Fit BT και eartips από σιλικόνη σε 3 μεγέθη, εκτός από αυτά που ήδη έχουν πάνω τα ακουστικά. Αφαιρούμε τις διαφάνειες που συγκρατούν τα ακουστικά στη λευκή βάση και τα απελευθερώνουμε. Το λευκό ταμπελάκι που είναι περασμένο πάνω στο καλώδιο αναφέρει ότι υπάρχει εκεί για λόγους εγγύησης. Δε φαντάζομαι σε καμία περίπτωση ότι μπορεί κάποιος να χρησιμοποιεί τα ακουστικά του με το λευκό αυτό ταμπελάκι στη θέση του, αλλά αφού το βγάλετε, κρατήστε το κάπου για καλό και για κακό - αχρείαστο να 'ναι. Βγάζουμε λοιπόν και το λευκό ταμπελάκι της εγγύησης και έχουμε την πρώτη πραγματική εικόνα των ακουστικών. Λεπτή και όμορφη κατασκευή που κατά τη γνώμη μου χαλάει από τα σχετικά μεγάλα βαρελάκια. Τα ίδια τα ακουστικά είναι από μέταλλο και πλαστικό, και φαίνονται ποιοτικά και προσεγμένα. Τα eartips από σιλικόνη μοιάζουν - και είναι - μαλακά και άνετα και υπάρχει stress relief στο καλώδιο για την προστασία των κλώνων του κατά τη χρήση. Τα ear tips βρίσκονται σε κλίση 45 μοιρών σε σχέση με το κυρίως σώμα των ακουστικών, κάτι που όπως θα δούμε παρακάτω, δεν είναι τυχαίο. Τα ear tips αφαιρούνται εύκολα, με ένα τράβηγμα, και αποκαλύπτουν τη μεταλλική σήτα που προστατεύει το εσωτερικό του ακουστικού. Κάπου εκεί από κάτω είναι μισοκρυμμένο και το R / L που υποδεικνύει σε ποιο αφτί να βάλουμε το κάθε ακουστικό, αν και η ίδια τους η κλίση που προαναφέραμε το κάνει σαφές. Τα ear tips που είναι ήδη πάνω στα ακουστικά είναι τα δεύτερα από αριστερά, τα τρίτα μεγαλύτερα σε μέγεθος. Με βόλεψαν εξ αρχής και δεν δοκίμασα καν τα άλλα μεγέθη. Η ηχομόνωση που παρέχουν δεν είναι ιδιαίτερη αλλά η άνεση ήταν σε πολύ υψηλά επίπεδα και έκανε τη χρήση των 1MORE Piston Fit BT πιο ξεκούραστη από πολύ ακριβότερες υλοποιήσεις που έχω δοκιμάσει. Ένα ωραίο χαρακτηριστικό που έχει υλοποιηθεί πολύ σωστά στα 1MORE Piston Fit BT είναι οι μαγνήτες που έχουν τα ακουστικά στο πίσω μέρος τους. Με αυτούς, μπορείς να φοράς τα ακουστικά στο λαιμό σου χωρίς κίνδυνο να πέσουν, ενώ παράλληλα δείχνουν όμορφα και τακτοποιημένα. Είναι ένα χαρακτηριστικό που είχαν και άλλα ακουστικά που έχω χρησιμοποιήσει αλλά εκεί οι μαγνήτες παραήταν δυνατοί, με αποτέλεσμα όταν περπατούσα στο βροχερό Λονδίνο με την ομπρέλα μου ανοιχτή, το αντίστοιχο ακουστικό να κολλάει συχνά στο μεταλλικό στέλεχος της ομπρέλας και να βγαίνει από το αφτί μου. Ακούγεται αστείο, και είναι, αλλά παράλληλα ήταν ιδιαίτερα ενοχλητικό! Οι μαγνήτες των 1MORE Piston Fit BT είναι ακριβώς όσο ισχυροί πρέπει για να τα κρατάνε με αρκετή ασφάλεια ενωμένα αλλά να αποφεύγονται τα παραπάνω ευτράπελα. Πάμε τώρα στο κομμάτι του οποίου τη σχεδίαση δεν εκτίμησα. Τα 2 βαρελάκια που έχουν πιο μεγάλη διάμετρο από ένα συνηθισμένο στυλό και θεωρώ ότι υποβιβάζουν την αισθητική του συνόλου. Το βαρελάκι που βρίσκεται στο δεξί καλώδιο έχει όλα τα πλήκτρα ελέγχου, τα οποία βρίσκονται κάτω από το πλαστικό και το πάτημά τους βασίζεται στην παραμορφωσιμότητα του πλαστικού. Αυτή η κατασκευή δεν είναι η πιο όμορφη, αλλά είναι ένας οικονομικός τρόπος για να εξασφαλιστεί η στεγανότητα. Η τρισδιάστατη κατασκευή των πλήκτρων βοηθάει στον εντοπισμό τους δια της αφής. Το ίδιο βαρελάκι, έχει στο πλάι υποδοχή Micro-USB, καλυμμένη με στεγανό καπάκι, για τη φόρτιση των 1MORE Piston Fit BT. Για τη φόρτιση μπορείτε φυσικά να χρησιμοποιήσετε το καλώδιο που περιέχεται στη συσκευασία αλλά και το καλώδιο φόρτισης του κινητού σας, για να μη χρειάζεται να μεταφέρετε επιπλέον καλώδια. Ακόμα και αν το κινητό χρησιμοποιεί USB-C καλώδιο, υπάρχουν στην αγορά οικονομικοί και μικροί αντάπτορες. Αυτό ακριβώς έκανα κι εγώ, όπως βλέπετε στην παρακάτω εικόνα. Ένα μικρό κόκκινο LED στην απέναντι πλευρά από την υποδοχή, δείχνει ότι γίνεται η φόρτιση. Δυστυχώς, η ολοκλήρωση της φόρτισης δε σηματοδοτείται από κάποιο άλλο χρώμα στο LED, αλλά απλά με το σβήσιμο αυτού, αφήνοντας στο χρήστη απορίες σχετικά με το αν ολοκληρώθηκε η φόρτιση, αποσυνδέθηκε κάποιο βύσμα, κόπηκε το ρεύμα, χάλασε κάτι κλπ... Το άλλο βαρελάκι δεν έχει κάποια εξωτερικά χαρακτηριστικά εκτός από το σήμα της κατασκευάστριας εταιρίας και περιέχει την μπαταρία. Τεχνικά Χαρακτηριστικά Τα τεχνικά χαρακτηριστικά των 1MORE Piston Fit BT συνοψίζονται στον παρακάτω πίνακα. Βλέπουμε χρήση τιτανίου στην κατασκευή του driver και πολύ καλή απόκριση συχνοτήτων που καλύπτει το σύνολο της ανθρώπινης ακοής. Η ευαισθησία είναι αρκετά υψηλή για να μπορεί ο ενσωματωμένος ενισχυτής να δώσει κάποια ένταση. Το μικρόφωνο ανταποκρίνεται στις συνήθεις συχνότητες της ομιλίας. Το HFP εξασφαλίζει συνεργασία με τα bluetooth συστήματα κινητών και αυτοκινήτων. Το A2DP καθορίζει το streaming toy ήχου και το AVRCP τη μεταφορά των εντολών από τα 1MORE Piston Fit BT στο κινητό σας (play, pause κλπ). Με λίγα λόγια, τα πρωτόκολλα που χρειάζονται σε οποιοδήποτε hands free. Η μπαταρία των 130mAh φαίνεται αρκετή για να δώσει την υποσχόμενη διάρκεια ομιλίας / αναπαραγωγής πολυμέσων των 8 ωρών (με ένταση ήχου στο 50%), ειδικά με το πρωτόκολλο Bluetooth 5 που υποστηρίζουν τα 1MORE Piston Fit BT. Στη φόρτιση εντοπίζουμε και την πρώτη ασυνέπεια καθώς είσοδος φόρτισης 5V 1A για να φορτίσει μια μπαταρία Λιθίου 3,7V χωρητικότητας 130mAh σε 1 ώρα δε συνάδει. Είναι βέβαιο ότι η φόρτιση γίνεται με αρκετά χαμηλότερο ρεύμα. Η αδιαβροχοποίηση επιπέδου IPX4 εξασφαλίζει την προστασία από βροχή και ιδρώτα ενώ το βάρος των 18 γραμμαρίων κάνει τη χρήση των 1MORE Piston Fit BT αρκετά άνετη. Η εταιρία προσφέρει απ' ευθείας εγγύηση ενός έτους, αν και κάποιοι μεταπωλητές προσφέρουν διετή εγγύηση. Μοντέλο E1028BT Τύπος Bluetooth In-Ear Headphones Acoustic Driver Dynamic Driver with Titanium+PET Composite Diaphragm Αντίσταση 32Ω Απόκριση Συχνοτήτων Ακουστικών 20Hz - 20KHz Ευαισθησία Ακουστικών 98dB @1KHz Απόκριση Συχνοτήτων Μικροφώνου 100Hz - 6KHz Ευαισθησία Μικροφώνου -42dB@1KHz Σταθεροποίηση Silicone Ear Tips Bluetooth Bluetooth 5 Bluetooth Protocol HFP/A2DP/AVRCP Ασύρματη Εμβέλεια 10m Μπαταρία 130mAh Είσοδος Φόρτισης 5V 1A Χρόνος Φόρτισης 60 Λεπτά Χρόνος Ομιλίας 8 Ώρες Χρόνος Αναπαραγωγής Πολυμέσων 8 Ώρες Χρόνος Αναμονής 200 Ώρες (BLuetooth ανοιχτό, χωρίς κάποια χρήση) Αδιαβροχοποίηση IPX4 Για Όλη Τη Συσκευή Βάρος 18γρ Εγγύηση 1 χρόνος Ποιότητα κατασκευής Η ποιότητα κατασκευής των 1MORE Piston Fit BT αφήνει ανάμικτα συναισθήματα. Τα υλικά δεν είναι ακριβά και αυτό είναι εμφανές στο (όχι απαραίτητα και πολύ) έμπειρο μάτι. Η χρήση πλαστικού είναι εκτεταμένη, χωρίς να πρόκειται ούτε για το καλύτερης ούτε για το χειρότερης ποιότητας πλαστικό Από την άλλη πλευρά, η κατασκευή και η συναρμογή δεν αφήνουν παράπονα, οπότε, λαμβάνοντας υπ' όψιν την κατηγορία τιμής στην οποία κινούνται, θα έλεγα ότι η ποιότητα κατασκευής είναι αρκετά καλή. Άνεση στη χρήση Εκεί που τα 1MORE Piston Fit BT χτυπάνε πολύ πιο δυνατά από την κατηγορία τους είναι στην άνεση στη χρήση. Τα ear tips από σιλικόνη είναι από τα πιο άνετα που έχω δοκιμάσει, σε in ear ακουστικά κάτω των 250 ευρώ. Όχι ότι είναι κάτι το ιδιαίτερο, απλά είναι τόσο μαλακά και τόσο σκληρά όσο πρέπει και με τα 4 διαφορετικά μεγέθη, σίγουρα θα υπάρχει κάτι που θα ταιριάζει στον καθένα. Ένας από τους βασικούς λόγους της άνεσης στη χρήση είναι η κλίση των 45 μοιρών που έχει δώσει η 1MORE στα ear tips των 1MORE Piston Fit BT, σε σχέση με το κυρίως σώμα των ακουστικών. Η κλίση αυτή βοηθάει στην ομοιόμορφη πίεση του ear tip εντός του ακουστικού πόρου, χωρίς να προκαλεί ενόχληση και χωρίς το σώμα του ακουστικού να τραβάει προς τη μία πλευρά. Βλέπουμε δηλαδή εδώ το αποτέλεσμα ενός έξυπνου σχεδιασμού, που χωρίς επιπλέον κόστος, αναβαθμίζει σημαντικά την εμπειρία χρήσης. Άνετη είναι όμως και η χρήση όσον αφορά το χειρισμό των 1MORE Piston Fit BT. Τα 4 πλήκτρα είναι όλα σε ένα σημείο, στη σειρά και το γεγονός ότι είναι ανάγλυφα κάνει τον εντοπισμό τους εύκολο. Το πάτημά τους δίνει επαρκές feedback και η λογική των εντολών είναι απλή έτσι ώστε να είναι εύκολη και η απομνημόνευσή τους από τις πρώτες ημέρες χρήσης. Ήχος Η κατασκευή των drivers των 1MORE Piston Fit BT που φαίνεται στην παρακάτω εικόνα είναι αξιοπρεπής για την κατηγορία και τα αποτελέσματα στον ήχο είναι αυτό που θα έλεγα αναμενόμενα για την τιμή, αρκεί να υπολογίσει κάποιος ότι σε αυτή περιλαμβάνεται και η ασύρματη συνδεσιμότητα. Τι σημαίνει αυτό; Τα 1MORE Piston Fit BT δε διεκδικούν δάφνες στην ποιότητα του ήχου. Τα μπάσα είναι αναιμικά, αλλά αυτό είναι πρόβλημα και της ισχύος που μπορεί να δώσει ο μικρός ενισχυτής τους, τροφοδοτούμενος από τη μικρή μπαταρία και είναι αναμενόμενο. Οι μεσαίες συχνότητες είναι ασαφείς και έχουν μια εμφανώς τραχιά χροιά. Τα πρίμα καταφέρνουν να μην τσιρίζουν (πολύ) στην αναπαραγωγή πολυμέσων, ακόμα και σε μεγάλη ένταση, αλλά σε συνομιλίες, αν τύχει ο συνομιλητής να μιλήσει περισσότερο μεγαλόφωνα, τσιρίζουν βασανιστικά. Το σύνολο δε δημιουργεί καν την υποψία κάποιου sound stage. Και εδώ θα σταματήσω, πριν ο φίλτατος @GriGaS και επίσημος reviewer ακουστικών του TheLab.gr με κατηγορήσει (δικαίως) ως audiophile και μου υπενθυμίσει την κατηγορία στην οποία ανήκουν τα 1MORE Piston Fit BT. Για την κατηγορία τους λοιπόν, δεν είχα κανένα πρόβλημα να ακούσω λίγη μουσική στο δρόμο προς το χώρο εργασίας το πρωί. Δε θα ήταν η πρώτη μου επιλογή, αλλά για την κατηγορία και τα χρήματα που κοστίζουν, είναι αποδεκτά. Πόσο μάλλον για όσους ενδιαφέρονται να τα χρησιμοποιήσουν για να ακούσουν ραδιόφωνο, κάποιο podcast, audiobooks, Youtube videos κλπ. Μικρόφωνο Εκεί που χώρισαν οι δρόμοι μας με τα 1MORE Piston Fit BT και αποφάσισα ότι μετά το πέρας του παρόντος review η χρήση τους θα είναι από άκρως περιορισμένη έως ανύπαρκτη, ήταν το μικρόφωνο. Το μικρόφωνο είναι τοποθετημένο μέσα στο βαρελάκι ελέγχου και έρχεται σε επαφή με τον έξω κόσμο μέσω μιας μικρής τρύπας, στην πλευρά που βρίσκεται απέναντι από τα πλήκτρα. Δεν υπάρχουν ακυρωτικά μικρόφωνα ή κυκλώματα ελέγχου και περιορισμού των θορύβων. Η ευαισθησία του και η ποιότητα του ήχου, όταν το πρωτοδοκίμασα στην ησυχία του σπιτιού μου, ήταν τόσο εξαιρετική, που ακόμα και οι πιο απαιτητικοί και δύστροποι συνομιλητές μου, σχολίασαν ότι τόσο καλό ήχο δεν είχαν ξανακούσει από οποιοδήποτε hands free, πόσο μάλλον ασύρματο! Τα πράγματα άλλαξαν την επόμενη ημέρα το πρωί που αποπειράθηκα να έχω μια συνομιλία στο δρόμο προς την εργασία μου. Μένω σε ένα ωραίο προάστιο του Λονδίνου, μέσα στη φύση και ο δρόμος προς το χώρο εργασίας μου έχει μεγάλα πεζοδρόμια και πολλά δέντρα. Φυσικά, και κάποια κίνηση, αλλά όχι κάτι το υπερβολικό. Κάνω αυτή τη διαδρομή πάνω από δυόμιση χρόνια και πολλές φορές έχω συνομιλίες με κάποιο hands free κατά τη διάρκειά της. Έχω χρησιμοποιήσει και ενσύρματα και ασύρματα, και ακριβά και οικονομικά hands free, χωρίς κάποιο πρόβλημα. Με τα 1MORE Piston Fit BT, ο κάθε ήχος του περιβάλλοντος περνούσε έντονα στους συνομιλητές μου, σε βαθμό που χαρακτήριζαν την εμπειρία "ανυπόφορη" και "βασανιστήριο". Η επιλογή που μου έδιναν ήταν πολύ απλή: Να μην τους ξανακαλέσω ποτέ με το συγκεκριμένο hands free ή να μην τους ξανακαλέσω ποτέ! Έχοντας επιβεβαιώσει τα παραπάνω με αρκετούς συνομιλητές, το αποτέλεσμα είναι σαφές: Μπορώ να χρησιμοποιώ τα 1MORE Piston Fit BT για να ακούω μουσική οπουδήποτε, σε εξωτερικούς ή εσωτερικούς χώρους, εφ' όσον αποδέχομαι τους ποιοτικούς περιορισμούς που επιβάλει η κατηγορία τιμής στην οποία ανήκουν και μπορώ να τα χρησιμοποιώ για κλήσεις εντός της οικίας μου ή γενικά οποιουδήποτε ήσυχου περιβάλλοντος. Δεν είναι κατάλληλα για συνομιλίες σε θορυβώδη περιβάλλοντα. Συνδεσιμότητα Τα 1MORE Piston Fit BT υποστηρίζουν το ασύρματο πρωτόκολλο επικοινωνίας Bluetooth 5. Η επικοινωνία με το κινητό μου τηλέφωνο που επίσης υποστηρίζει το εν λόγω πρωτόκολλο είναι εξαιρετική με εμβέλεια που μετρήθηκε τουλάχιστον στα διαφημιζόμενα 10 μέτρα. Με εντυπωσίασε μάλιστα το γεγονός ότι η επικοινωνία παρέμεινε άψογη ακόμα και διαμέσου ενός τοίχου που στη μία του πλευρά είχε ντουλάπια με φακέλους. Κανένα παράπονο λοιπόν από τη συνδεσιμότητα των 1MORE Piston Fit BT. Μπαταρία Το πρωτόκολλο BLuetooth 5 όμως κάνει και καλή διαχείριση της μπαταρίας. Τα 1MORE Piston Fit BT κατάφεραν να παίξουν μουσική ασταμάτητα, στο 50% της έντασης, για 9 ώρες και 20 λεπτά, δηλαδή αρκετά παραπάνω από τις 8 ώρες που υπόσχονται. Η επαναφόρτισή τους ολοκληρώθηκε σε 55 λεπτά, δηλαδή κάτω από τον χρόνο των 60 λεπτών που αναφέρουν οι προδιαγραφές. Κατά την αρχή της φόρτισης το ρεύμα ήταν 200mA, δηλαδή το 1/5 από το 1A που αναφέρεται στις προδιαγραφές ως ρεύμα εισόδου. Αυτό σημαίνει ότι τα 1MORE Piston Fit BT θα φορτίσουν μια χαρά με οποιονδήποτε φορτιστή μπορεί να δώσει 200mA στα 5V, δηλαδή πρακτικά με οποιονδήποτε φορτιστή των 5V. Στη συνέχεια της φόρτισης το ρεύμα έπεσε σταδιακά και στο τέλος ο φορτιστής είχε διαθέσει συνολικά 119mAh από τα 130mAh της συνολικής χωρητικότητας της μπαταρίας. Αυτό είναι λογικό διότι είναι απαραίτητο το κύκλωμα προστασίας να κλείνει τη συσκευή πριν αδειάσει εντελώς η μπαταρία Λιθίου, καθώς αυτού του τύπου οι μπαταρίες δεν ανακάμπτουν αν αποφορτιστούν εντελώς ενώ η προσπάθεια φόρτισής τους σε τέτοια περίπτωση είναι επικίνδυνη. Επίλογος Τα 1MORE Piston Fit BT αποτελούν την ασύρματη εξέλιξη των γνωστών και δημοφιλών Xiaomi Piston και ως εκ τούτου έχουν να διατηρήσουν μια σημαντική θετική φήμη στο χώρο των οικονομικών hands free. Όπως είδαμε αναλυτικά παραπάνω, σε κάποια σημεία το καταφέρνουν αρκετά καλά και σε άλλα σημεία όχι και τόσο. Τα δυνατά τους σημεία είναι η άνεση στη χρήση, η πολύ καλή συνδεσιμότητα μέσω Bluetooth 5, η εμβέλεια και η άνω των προδιαγραφών διάρκεια της μπαταρίας. Ο αδύναμος κρίκος είναι το μικρόφωνο, που έκανε πρακτικά αδύνατη τη χρήση τους για συνομιλίες σε θορυβώδη περιβάλλοντα. Ο ήχος, τα χαρακτηριστικά που ενσωματώνουν και η ποιότητα κατασκευής είναι στα επίπεδα που περιμένει κανείς από την κατηγορία στην οποία ανήκουν και από το κόστος τους. Τα 1MORE Piston Fit BT δεν είναι ακόμη διαθέσιμα στα καταστήματα, καθώς η επίσημη κυκλοφορία τους είναι σήμερα. Η προτεινόμενη τιμή λιανικής από την κατασκευάστρια εταιρία είναι τα 29,99 ευρώ. Παρά τα πολλά καλά χαρακτηριστικά τους, στην τιμή αυτή έχουν αρκετά μεγάλο ανταγωνισμό και το θέμα που αντιμετωπίζουν όσον αφορά το μικρόφωνο σε θορυβώδη περιβάλλοντα ενδέχεται να τα φέρει σε μειονεκτική θέση έναντι κάποιων ανταγωνιστικών προϊόντων. Ας συνοψίσουμε τα πλεονεκτήματα και τα μειονεκτήματα των 1MORE Piston Fit BT: Πλεονεκτήματα + Άνεση στη χρήση + Διάρκεια μπαταρίας και ταχύτητα φόρτισης + Εμβέλεια + Bluetooth 5 + Μαγνήτες στο πίσω μέρος των ακουστικών + Αποδεκτή ποιότητα ήχου για την κατηγορία τους Μειονεκτήματα - Μικρόφωνο - Ογκώδη βαρελάκια ελέγχου και μπαταρίας - Τιμή Με βάση τα παραπάνω, η συνολική βαθμολογία των 1MORE Piston Fit BT:  theLAB.gr Ευχαριστούμε θερμά την 1MORE για την παραχώρηση του δείγματος της δοκιμής. Πολύμερος Αχανιώτης 27/08/2019
  10. Εισαγωγή Κάποτε, κάποιος φίλος μου, σε μια κουβέντα που είχαμε σχετικά με τα περιφερειακά, μου είχε αναφέρει ότι δεν υπάρχει τέλειο ποντίκι σε όλους τους τομείς. Χρόνια μετά και αφότου έχουν περάσει δεκάδες από τα χέρια μου, δεν έχω παρά να συμφωνήσω. Αλλά εν τέλη τι εστί τέλειο και τι σημασία έχει εφόσον ένα ποντίκι ικανοποιεί τον κάτοχο του; Προσωπικά, θα πω καμία. Ας περάσουμε λοιπόν να δούμε πόσο ικανοποιημένος έμεινα από το Glaive RGB Pro Gaming Mouse της Corsair και πόσο πλησιάζει το τέλειο. Πριν περάσουμε στην παρουσίαση όμως, καλό θα ήταν να αφιερώσετε ένα λεπτό, στην κυριολεξία, ώστε πάρετε μια πρώτη ιδέα για το συγκεκριμένο ποντίκι παρακολουθώντας το επίσημο promotional video της κατασκευάστριας εταιρίας, Corsair. Ας περάσουμε λοιπόν τώρα στην παρουσίαση. Συσκευασία - Παρελκόμενα Η συσκευασία "φωνάζει" από μακριά ότι πρόκειται για προϊόν της Corsair. Όπως και στο "Corsair Ironclaw RGB Wireless Mouse" που παρουσιάσαμε πρόσφατα, έτσι και εδώ, συναντάμε την τυπική κιτρινόμαυρη συσκευασία που συναντάμε εδώ και αρκετό καιρό στα gaming περιφερειακά προϊόντα της Corsair. Μια όμορφη, λιτή και δίχως πολλά παρελκόμενα συσκευασία. Στην εμπρόσθια όψη της συσκευασίας απεικονίζεται μια μεγάλη φωτογραφία από το ποντίκι, ενώ στην πίσω όψη της συναντάμε τα τεχνικά χαρακτηριστικά του Glaive RGB Pro σε αρκετές γλώσσες, πλην των Ελληνικών δυστυχώς, όπως μερικές ακόμα φωτογραφίες από το ποντίκι και των εναλλακτικών μαγνητικών thumb grips. Όσο αφορά τις δύο πλαϊνές όψεις της συσκευασίας, αυτές εξυπηρετούν κατά κύριο λόγο αισθητικούς σκοπούς, όντας μαύρες για λόγους αντίθεσης και χωρίς κάποια ιδιαίτερης αξίας πληροφορία. Ανοίγοντας την συσκευασία, συναντάμε το ποντίκι, τα εναλλάξιμα μαγνητικά thumb grips, ένα υποτυπώδες εγχειρίδιο χρήσης, έναν οδηγό εγγύησης καθώς και ένα χαρτί σχετικά με την ανακύκλωση. And... that's all. Τεχνικά Χαρακτηριστικά Τα τεχνικά χαρακτηριστικά του Corsair Glaive RGB PRO Gaming Mouse παρατίθενται στον παρακάτω πίνακα: Εγγύηση 2 χρόνια Προγραμματιζόμενα κουμπιά 7 DPI 18,000 DPI Σένσορας PMW3391 Τύπος σένσορα Οπτικός Backlighting 3 ζωνών RGB On Board μνήμη Ναι Profiles on board μνήμης 1 Τύπος πλήκτρων Omron Συνδεσιμότητα Ενσύρματο Ανθεκτικότητα πλήκτρων 50M L/R Click Τύπος λαβής Palm Βάρος 115γρ (χωρίς καλώδιο και αξεσουάρ) Λογισμικό CUE Υποστηρίζεται στο iCUE Καλώδιο 1,8 μέτρα, υφασμάτινο Τύπος παιχνιδιού FPS, MOBA Report Rate 1000Hz / 500Hz / 250Hz / 125Hz Σύμφωνα με την Ευρωπαϊκή ιστοσελίδα της Corsair, η προτεινόμενη τιμή λιανικής του "Glaive Pro RGB Gaming Mouse" ανέρχεται στα 79,99€, με την τιμή του στην Ελλάδα να ξεκινάει από τα 83,10€ κατά το χρόνο συγγραφής της παρουσίασης. Επίσης η εγγύηση του ανέρχεται στα 2 έτη. Κάτω από το φακό To Glaive RGB Pro είναι σχεδιασμένο αποκλειστικά για δεξιόχειρες χρήστες και πιο συγκεκριμένα εκείνους που προτιμούν το palm-grip. Φέρει επίσης 7 πλήρως προγραμματιζόμενα κουμπιά που βρίσκονται στο κέντρο και προς τα αριστερά του, ώστε το πάτημα τους να γίνεται με τον αντίχειρα ή τον δείκτη. Όσο αφορά το αισθητικό κομμάτι, αρχικά να αναφέρω πως το ποντίκι είναι σχετικά μικρό σε μέγεθος, με gaming, αλλά όχι υπερβολική αισθητική. Το συνολικό του μήκος αγγίζει τα 12.5 εκατοστά και το πλάτος του κυμαίνεται από 6.5, 7 και 8.5 εκατοστά ανάλογα το μαγνητικό thumb grip που του έχει τοποθετηθεί, ενώ το βάρος του ανέρχεται στα 115 γραμμάρια. Στις πλαϊνές πλευρές του Glaive RGB Pro και εκεί όπου ακουμπάει ο χρήστης, η Corsair έχει τοποθετήσει μια λαστιχένια επίστρωση με επιφανειακή διαμόρφωση Knurlink (κανελάζ) , πράγμα που -πέρα από το καλύτερο και πιο σταθερό κράτημα που προσφέρει- βοηθάει αρκετά το καλοκαίρι όσο αφορά τον ιδρώτα. Στην επάνω αριστερά πλευρά του Glaive βρίσκουμε 5 ενδεικτικά LED τα οποία εξυπηρετούν στην ένδειξη του DPI προφίλ που έχει επιλέξει ο χρήστης. Στην εμπρόσθια του βλέπουμε την έξοδο του καλωδίου καθώς και κάποιες γρίλιες που στο κάτω μέρος τους και πίσω από αυτές υπάρχει ένα ημιδιάφανο πλαστικό κομμάτι έτσι ώστε να διαπερνάται από τον RGB φωτισμό και να δημιουργεί ένα ωραίο εφέ όπως θα δείτε σε παρακάτω φωτογραφίες. Τέλος, στην κάτω πλευρά του Glaive RGB Pro, βρίσκουμε τέσσερα pads, δύο μικρά στο πάνω μέρος και δύο μεγαλύτερα στο κάτω μέρος καθώς και τον οπτικό αισθητήρα "PMW3391" των 18,000 DPI. Corsair iCue Η Corsair φυσικά, όπως και οι περισσότεροι κατασκευαστές, δεν θα μπορούσε να μην προσφέρει το δικό της λογισμικό διαχείρισης περιφερικών. Το Glaive RGB Pro είναι πλήρως συμβατό με την σουίτα διαχείρισης της Corsair, Corsair iCue, για την παραμετροποίηση του. Η πρώτη καρτέλα του iCue αφορά την δημιουργία, διαχείριση αλλά και εναλλαγή προφίλ. Μπορούμε να δημιουργήσουμε προφίλ ανάλογα το παιχνίδι ή την εφαρμογή που θέλουμε, με τις ρυθμίσεις που θέλουμε και η εναλλαγή τους να γίνεται αυτόματα στις μη gaming εφαρμογές με το που έρθει το παράθυρο της εφαρμογής στο παρασκήνιο. Με αυτό τον τρόπο μπορείτε να έχετε ένα προφίλ αποκλειστικά για το Photoshop και ένα άλλο ξεχωριστό για το Premiere για παράδειγμα. Επόμενη στη σειρά είναι η καρτέλα "Actions". Στη συγκεκριμένη καρτέλα μπορούμε να φτιάξουμε μακροεντολές, είτε να κάνουμε remapping κάποια πλήκτρα. Όπως μπορείτε να δείτε στην παρακάτω φωτογραφία παρέχονται δεκάδες επιλογές παραμετροποίησης. Και τώρα σειρά έχει η καρτέλα των εφέ φωτισμού. Το Glaive RGB Pro προσφέρει 3 ανεξάρτητες ζώνες φωτισμού, μια στο μπροστινό μέρος, μια στα πλαϊνά όπου αφορούν τις κάθετες πλευρές και μια στο λογότυπο της Corsair που βρίσκεται πάνω στο ποντίκι. Μια ακόμα ζώνη φωτισμού θα μπορούσαν να θεωρηθούν και οι ενδείξεις LED καθώς είναι πλήρως παραμετροποιήσιμες όσον αφορά στον χρωματισμό τους, όχι μεμονωμένα όμως η κάθε μια, κάτι που θα ήταν αρκετά ενδιαφέρον αν ήταν εφικτό να γίνει. Για παράδειγμα, διαφορετικό χρώμα ανάλογα την επιλογή DPI. Στο παρακάτω βίντεο μπορείτε να δείτε τα εφέ που προσφέρει το Glaive RGB Pro και πως φωτίζει το κάθε ένα από αυτά το ποντίκι. Στη συνέχεια βλέπουμε την καρτέλα ρύθμισης των DPI. Στη συγκεκριμένη καρτέλα μπορούμε να φτιάξουμε όσα προφίλ με 6 επιλογές DPI θέλουμε, όπου η μια από αυτές αφορά αποκλειστικά το "Sniper" mode. Η εναλλαγή μεταξύ τους γίνεται από τα πλήκτρα που βρίσκονται κάτω από την ροδέλα με εξαίρεση την επιλογή Sniper όπου θα πρέπει να προγραμματίσετε κάποιο κουμπί στην καρτέλα "Actions" που θα κάνει αυτή τη λειτουργία. Αυτό μπορείτε να το κάνετε με τον παρακάτω τρόπο: Μεταβείτε στο iCue στην καρτέλα "Actions" Επιλέξτε πάνω αριστερά το κουμπί που θέλετε να επαναπροσδιορίσετε Κάντε κλικ στην καρτέλα "REMAP -> MOUSE BUTTON" Επιλέξτε από κάτω την επιλογή Sniper Και τέλος αλλάξτε το "Action trigger" από "While Pressed" σε "Toogle On/Off" Πολύ θετικό στοιχείο είναι επίσης η ύπαρξη των 5 ενδείξεων LED που μας δείχνουν από το 1 έως το 5 την επιλογή DPI που έχουμε επιλέξει, τα οποία μάλιστα είναι και εκείνα full RGB και πλήρως προγραμματιζόμενα όσο αφορά το χρώμα τους συνολικά μέσω της σουίτας iCue. Συνεχίζουμε στην καρτέλα Performance. Εδώ υπάρχουν οι επιλογές για ενεργοποίηση ή απενεργοποίηση του Angle Snapping, Enchange Pointer Precision όπως και μια μπάρα ρύθμισης της ταχύτητας του δείκτη του ποντικιού. Τέλος, η καρτέλα Surface Calibration. Στη συγκεκριμένη καρτέλα μπορούμε να κάνουμε calibration τον αισθητήρα (PMW3391) πάνω στην επιφάνεια που χρησιμοποιούμε ώστε να βελτιστοποιήσουμε την απόδοση του. Αποτελέσματα Μετρήσεων Στη συγκεκριμένη ενότητα θα σας παρουσιάσουμε τις επιδόσεις του Corsair Glaive RGB Pro και πως αποδίδει σε σχέση με τα υπόλοιπα gaming ποντίκια που σας έχουμε παρουσιάσει το τελευταίο διάστημα. Για την μέτρηση των επιδόσεων χρησιμοποιήσαμε το Enotus Mouse Test και πραγματοποιήσαμε 3 διαφορετικές μετρήσεις, σε 5 επίπεδα DPI. Όλες οι μετρήσεις του Glaive RGB Pro πραγματοποιήθηκαν σε ένα Genesis M12 Maxi Flash mousepad. Ξεκινώντας από το Polling Rate, όντας το σημαντικότερο κριτήριο για πολλούς Gamers, οι τιμές ήταν σχεδόν πανομοιότυπες καθώς κυμάνθηκαν από 972Hz έως και 975Hz, ελάχιστα μικρότερες δηλαδή από αυτές του Dark Core & Ironclaw RGB Wireless. Συνεχίζοντας στην δεύτερη μέτρηση που αφορά το Accuracy, οι μετρήσεις έδειξαν εξίσου καλά αποτελέσματα με την μικρότερη μέτρηση να ανέρχεται σε 93,8% και την μεγαλύτερη σε 98,5%. Η διαφορά είναι αρκετά μικρή και κατά πάσα πιθανότητα οφείλεται στην έλλειψη της τόσο μεγάλης ακρίβειας του χεριού στην πραγματοποίηση κάθε μέτρησης στις διαφορετικές τιμές DPI. Τέλος, όπως και στην παρουσίαση του Ironclaw RGB Wireless, αφήσαμε τις μετρήσεις που μας απασχόλησαν περισσότερο, αυτές του Smoothness. Οι μετρήσεις του Glaive RGB Pro, παρά την μικρότερη ποσοστιαία διακύμανση ανάλογα την τιμή DPI, είναι εξίσου κακές όπως και αυτές που Ironclaw το οποίο φέρει και εκείνο τον ίδιο αισθητήρα. Δεδομένου όμως ότι τόσο στην παρουσίαση του Ironclaw, όσο και του Glaive δεν παρατηρήθηκε ίχνος κακών επιδόσεων, θεωρούμε πως ενδεχομένως υπάρχει κάποια ασυμβατότητα ανάμεσα στον τρόπο λειτουργίας του αισθητήρα τους και στον τρόπο πραγματοποίησης των μετρήσεων "Smoothness" του Enotus. Εμπειρία Χρήσης Η εμπειρία χρήσης μου με το Glaive RGB Pro ήταν αρκετά ενδιαφέρουσα. Και αυτό διότι σαν claw προς palm-grip τύπος, το βρήκα αρκετά βολικό με το δεύτερο από τα τρία συνολικά thumb grips (βλέπετε φωτογραφίες παραπάνω) στο σχετικά μικρό μου χέρι. Κάθετε πολύ καλά στο χέρι μου και πατάω όλα τα κουμπιά με άνεση. Μάλιστα σαν μικρό ποντίκι που είναι σκέφτομαι ότι δεν θα είναι ιδανικό για τύπους με μεγαλούτσικο χέρι, καθώς το δάκτυλο μου σε palm-grip κυριολεκτικά αγγίζει το τέλος του αριστερού κλικ. Μπορώ να πως επίσης ότι το βρήκα πιο βολικό από διάφορα άλλα ποντίκια που έχω στην κατοχή μου, παρόλο που απευθύνεται σε palm-grip τύπους. Επίσης, παρόλο που δεν υπάρχει η δυνατότητα παραμετροποίησης του βάρους του, είναι όσο πρέπει για τα δικά μου γούστα. Δεν είναι ούτε πολύ ελαφρύ ώστε σε απότομες κινήσεις να "εκτοξεύεται", ούτε πολύ βαρύ ώστε να κουράζει μετά από πολύωρη χρήση. Όσο αφορά τα παιχνίδια, το βρήκα αρκετά ακριβές, με μηδαμινό latency, χάρις φυσικά στα 1000Hz polling rate, όπως τα περισσότερα ποντίκια άλλωστε τώρα πλέον, και μου άρεσε αρκετά η δυνατότητα αλλαγής ανάμεσα στα 5 προφίλ DPI on the fly με μόλις δύο κουμπιά (ένα πάνω, ένα κάτω) και η ένδειξη αυτών μέσω των 5 LED που φέρει το ποντίκι. Κάπου εδώ θα ήθελα να αναφέρω όμως ένα αρνητικό στοιχείο που παρατήρησα μετά από πολύωρη gaming και μη χρήση. Ο RGB φωτισμός επιφέρει θερμότητα στο ποντίκι σε σημείο που να είναι αισθητή στον χρήστη, ελάχιστα αισθητή βέβαια αλλά αισθητή. Παρόλα αυτή δεν βρήκα τα χέρια μου να ιδρώνουν παραπάνω από το φυσιολογικό τώρα το καλοκαίρι και πιθανόν το χειμώνα να αποτελέσει ένα ωραίο χαρακτηριστικό. Τέλος, όσο αφορά την ροδέλα του, κάτι που με ξένισε αρκετά είναι ότι δεν υπάρχει η δυνατότητα επιλογής της ταχύτητας του scroll, adaptive scroll speed ανάλογα το πόσο γρήγορα γυρίζει η ροδέλα ή η δυνατότητα free scroll. Παρόλα αυτά έχει πολύ ωραία κύλιση με steps, δεν ακούγεται σχεδόν καθόλου και είναι λαστιχένια, πράγμα που βελτιώνει την επαφή μαζί της. Επιπλέον το μεσαίο κλικ από άποψη δύναμης πατήματος είναι λίγο πιο σκληρό από τα αριστερό - δεξιό κλικ και κάνει ένα ωραίο clicky ήχο όταν πατιέται. Επίλογος Και κάπου εδώ φτάνει το τέλος της σημερινής παρουσίασης. Εν κατακλείδι, το Glaive RGB Pro είναι πλήρως παραμετροποιήσιμο, τόσο στο αισθητικό κομμάτι μέσω της iCue πλατφόρμας, όσο και στο πρακτικό κομμάτι μέσω των εναλλάξιμων thumb grips. Προσφέρει επίσης την κλασσική ποιότητα ενός Corsair προϊόντος, καθώς και άριστες επιδόσεις. Όλα τα παραπάνω λοιπόν το καθιστούν μια ολοκληρωμένη πρόταση, σε όλους τους τομείς, με μια κάπως αυξημένη σχετικά τιμή που όμως δικαιολογείται αν αναλογιστούμε τις επιδόσεις του, το RGB στοιχείο και τις παραμετροποιήσεις που προσφέρει. Συνοψίζοντας λοιπόν, τα υπέρ και τα κατά του Corsair Glaive RGB Pro Gaming Mouse, είναι: Ο καλός Αίσθηση διακοπτών Ποιότητα κατασκευής RGB φωτισμός 3 ζωνών Οπτικός αισθητήρας 18000 DPI Πλήρως παραμετροποιήσιμο μέσω του iCue Ο κακός Σχετικά υψηλή τιμή * Αποτελέσματα μετρήσεων smoothness Τα RGBs θερμαίνουν την επιφάνεια του ποντικιού Μη παραμετροποιήσιμη ροδέλα μέσω του software * Με βάση τα παραπάνω, η βαθμολογία του Corsair Glaive RGB Pro Gaming Mouse είναι:  TheLAB.GR Ευχαριστούμε θερμά την Corsair για την παραχώρηση του δείγματος της δοκιμής. UltraB - 20/08/2019
  11. Το TheLab.gr κάνει μία προσπάθεια έτσι ώστε να ανέβουν κάποια θέματα, για όλους εμάς που ασχολούμαστε με DIY καταστάσεις. Προοδευτικά όλα αυτά τα θέματα, θα συγκεντρωθούν σε μία δικιά τους κατηγόρια μέσα στο φόρουμ. Μέσα απο όλα αυτά τα θέματα, αυτό που θέλουμε να κάνουμε είναι να σας παρουσιάσουμε τεχνικές, εργαλεία, αλλά και γιατί όχι και καταστήματα τα οποία σχετίζονται με το θέμα pc modding. Η αρχή στο τομέα των καταστημάτων γίνεται σήμερα με ένα eshop, που προσωπικά έμαθα πρόσφατα για την ύπαρξη του. Το κατάστημα είναι το sleeve-modding.com και έχει έδρα στο Βουκουρέστι. Δε θα μακρηγορήσω, καθώς ήδη έχω πει κάποια πράγματα για το κατάστημα αυτό, στον οδηγό για Sleeve. Απλά θα σας παρουσιάσω μέσα από ένα βίντεο κάποια προϊόντα, που δεν είχαμε δει στον παραπάνω οδηγό. Θεώρησα προτιμότερο να ανοίξω ένα νέο θέμα και να μην βαρύνω και άλλο, το ήδη μεγάλο άρθρο του οδηγού. Πάρτε καφεδάκι και την υπομονή σας μαζί και πατήστε το κουμπί play Τελικά συμπεράσματα: Για τα sleeves του το ξέραμε, ότι το συγκεκριμένο κατάστημα είναι κορυφή και στο τομέα τιμής, αλλά και στο τομέα ποιότητας. Αυτό που θα ήθελα να δω στο τομέα του sleeve -απο το συγκεκριμένο κατάστημα- είναι μια μεγαλύτερη ποικιλία χρωμάτων. Για παράδειγμα, τώρα που με το νέο socket της intel πολλές καλές μητρικές παίζουν σε χρυσό χρώμα, θα ήθελα να μπορώ να πάρω vanilla sleeve, έτσι ώστε να μη το πληρώσω χρυσό στο MDPC site. Και γιατί όχι, να δούμε και άλλα χρώματα, όπως ένα στο χρώμα του χαλκού. Θα ήθελα μια μεγαλύτερη ποικιλία στη χρωματική παλέτα του μαγαζιού στα θερμοσυστελόμενα. Θα ήθελα να δω κόκκινα, πράσινα κλπ μακαρόνια, αφού υπάρχει το αντίστοιχο χρώμα σε Sleeve. Θα ήθελα να δω μια καλύτερη ποιότητα θερμοσυστελόμενου φυσικά, για όσους θέλουν θερμοσυστελόμενο στο τελείωμα του καλωδίου. Σε επικοινωνία μου με τον Emil, έμαθα ότι, μάλλον πέτυχε πολύ καλό μακαρόνι και δε μένει από το να το δοκιμάσει πριν το ανεβάσει στο Site του. Κλείνοντας να σας ευχαριστήσω για μία ακόμα φορά που ήσασταν μαζί μου. Εύχομαι να μην σας κούρασα με το μπλα μπλα μου και να σας έδωσα να καταλάβετε τι διαφορές υπάρχουν, ειδικά στο θέμα των εργαλείων. Last but not least να ευχαριστήσω θερμά το Sleeve-modding για την παραχώρηση των δειγμάτων, αλλά και για την άμεση και άψογη επικοινωνία που είχαμε. Προσωπικά στον Emil, θέλω να ευχηθώ κάθε ευτυχία και να μείνει απλός και προσιτός, όπως είναι τώρα. Παρακάτω ακολουθούν φωτογραφίες για να μπορέσετε να δείτε αναλυτικά τα εργαλεία και τα αποτελέσματά τους, καθώς επίσης και κάποια προϊόντα του καταστήματος. ... ... ... ... ... ... ... ... ... ...
×
×
  • Create New...

Important Information

By using this site, you agree to our Terms of Use.