Jump to content

Search the Community

Showing results for tags 'thelab.gr'.



More search options

  • Search By Tags

    Type tags separated by commas.
  • Search By Author

Content Type


Categories

  • Cases Reviews
  • Heatsinks, Coolers & Watercooling Reviews
  • Input Devices & Peripherals Reviews
  • Barebones, NAS, Media Players Reviews
  • SSDs, HDDs and Controllers Reviews
  • Smartphones, Tablets and Gadgets Reviews
  • VGAs, Motherboards, CPUs & RAM Reviews
  • Power Supplies Reviews
  • Software & Games Reviews
  • Από το Εργαστήρι
  • Reviews in English

Forums

  • TheLab.gr
    • Ειδήσεις
    • Reviews
    • Από το Εργαστήρι
    • Thelab.gr Νέα και σχόλια
    • Δημοσκοπήσεις
    • Παρουσιάσεις Μελών
    • Τεχνολογικοί Προβληματισμοί
  • Hardware & Overclocking
    • Intel Platform
    • AMD Platform
    • Κάρτες Γραφικών
    • Μνήμες DDR/DDR2/DDR3/DDR4
    • Αποθήκευση (HDD, SSD, NAS)
    • Κουτιά
    • Ψύξη
    • Τροφοδοτικά
    • Γενικά για Η/Υ
    • Modding & DIY
    • Μετρήσεις & Αποτελέσματα Υπερχρονισμών
  • Εργαλεία και Ιδιοκατασκευές (DIY)
    • Το στέκι του μάστορα
  • Περιφερειακά
    • Οθόνες & Projectors
    • Πληκτρολόγια και ποντίκια
    • Ήχος και Multimedia
    • 3D Εκτύπωση & CNC machines
    • Εκτυπωτές
    • Λοιπά Περιφερειακά
    • VR Technology
  • Software & Δίκτυα
    • Windows
    • Linux
    • Mac OS
    • Δίκτυα & Internet
    • Antivirus & Security
  • Gaming
    • PC Gaming
    • Steam & άλλες κοινότητες
    • Console & Handheld Gaming
  • Κινητές πλατφόρμες
    • Φορητοί υπολογιστές
    • Smartphones
    • Tablets
    • Gadgets, GPS, κτλ
    • Γενική Συζήτηση
  • Φωτογραφία κι εξοπλισμός
    • Φωτογραφικές μηχανές και λοιπά αξεσουάρ
    • Φωτογραφίες, επεξεργασία και δοκιμές
  • IT Section
    • Servers & hardware
    • Server OS & Virtualisation
    • Networking
    • Databases
    • Programming & Scripting
    • Web Development & DTP
  • Προσφορές & καταστήματα
    • Προσφορές και ευκαιρίες αγορών
    • Τι-Που-Πόσο
  • Το Παζάρι
    • Πωλήσεις
    • Ζήτηση
  • Γενική Συζήτηση
    • Off topic
    • The Jungle
    • Forum Δοκιμών
    • Αρχείο

Calendars

  • Ημερολόγιο Κοινότητας
  • Ημερολόγιο Gaming

Blogs

  • in|security
  • freesoft.gr
  • Virtual[DJD]
  • Οι αυτοματισμοί του τεμπέλη...

Find results in...

Find results that contain...


Date Created

  • Start

    End


Last Updated

  • Start

    End


Filter by number of...

Joined

  • Start

    End


Group


Skype


Website URL


Περιοχή


Ενδιαφέροντα


Επάγγελμα


Steam


Biography

Found 280 results

  1. Εισαγωγή Το Project Wave της Elgato αποκαλύφθηκε και περιλαμβάνει 2 προϊόντα: Elgato Wave:3 και Elgato Wave:1. Τα μυστηριώδη αντικείμενα από τα teasers της εταιρίας είναι δύο μικρόφωνα. Τόση φασαρία - θα μου πείτε - για μικρόφωνα; Σύμφωνα με την εταιρία, δεν πρόκειται για απλά μικρόφωνα, αλλά για εργαλεία που θα χαρίσουν στις ηχογραφήσεις και το streming σας ήχο επαγγελματικής ποιότητας, ενώ παράλληλα, με τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά τους και το συνοδευτικό λογισμικό, θα κάνουν την παραγωγή τους ευκολότερη. Στον πάγκο των δοκιμών μας βρίσκεται το μεγαλύτερο μοντέλο, το Elgato Wave:3. Εκ πρώτης όψεως, δείχνει να συνδυάζει το κλασσικό με το μοντέρνο και αυτό μου αρέσει και αποπνέει ποιότητα. Δεν μένει παρά να με ακολουθήσετε παρακάτω για να δούμε μαζί αν η θετική πρώτη εντύπωση συμβαδίζει με την πραγματικότητα. Φωτογράφιση Το Elgato Wave:3 έρχεται σε μία πολυτελή συσκευασία, στις κλασσικές μπλε αποχρώσεις της εταιρίας. Στο εμπρός μέρος της, βλέπουμε ότι η Elgato το προωθεί ως υψηλής ποιότητας μικρόφωνο και ολοκληρωμένη λύση ψηφιακής μίξης. Στο πίσω μέρος της συσκευασίας απεικονίζεται ένα τυπικό σενάριο χρήσης του προϊόντος και επισημαίνονται κάποια από τα βασικά του προτερήματα. Στο ένα πλαϊνό αναφέρονται οι τεχνολογίες που περιλαμβάνει το Elgato Wave:3 και τα περιεχόμενα του κουτιού ενώ στο άλλο, κάτω από τη φωτογραφία του προϊόντος, αναγράφονται οι διαστάσεις και το βάρος του. Αφαιρώντας το εξωτερικό περίβλημα, αντικρίζουμε ένα πολυτελές κουτί και ανοίγοντάς το, μας καλωσορίζει ένα φυλλάδιο με τα βασικά χαρακτηριστικά του προϊόντος και τις οδηγίες εγκατάστασης και χρήσης. Κάτω από το φυλλάδιο, βρίσκουμε ένα μικρότερο κουτί, στο ίδιο μοτίβο, που περιέχει το φυλλάδιο με τις οδηγίες ασφαλείας, ένα καλώδιο USB-A σε USB-C και έναν μετατροπέα για σύνδεση της βάσης του μικροφώνου σε βραχίονα (boom arm adapter). Κάτω από όλα αυτά, μέσα σε ημιδιαφανές, μαλακό νάιλον, βρίσκουμε το Elgato Wave:3. Όπως είπα και στην εισαγωγή, εντυπωσιάζει η καλαισθησία του, καθώς ο κατά βάση κλασσικός σχεδιασμός του, που παραπέμπει σε πολύ ακριβά μικρόφωνα για ηχογραφήσεις σε στούντιο, συνδυάζεται αρμονικά με μοντέρνες πινελιές. Το επάνω μέρος καταλαμβάνεται από το κομμάτι του δέκτη του ήχου, ενώ το κάτω, από το χειριστήριο ελέγχου και τα ενδεικτικά LEDs. Η βάση είναι ειδική για την απόσβεση των κραδασμών, εξασφαλίζοντας την απομόνωση του μικροφώνου από αυτούς. Τα πλαϊνά δεν έχουν κάτι ιδιαίτερο να μας δείξουν, εκτός από τις βίδες που συνδέουν τη βάση με το μικρόφωνο. Το πίσω μέρος είναι παρόμοιο με το εμπρός, μόνο που στο κάτω μέρος του αντί για το χειριστήριο υπάρχουν οι θύρες σύνδεσης, 2 τον αριθμό. Στο επάνω μέρος υπάρχει ένα πλήκτρο αφής που, όπως καταλαβαίνετε από τη σήμανση "MUTE" ενεργοποιεί τη σίγαση του μικροφώνου. Η βάση είναι επίτηδες βαριά για να σταθεροποιεί το μικρόφωνο και καλύπτεται σχεδόν εξ ολοκλήρου στο κάτω μέρος της από αντιολισθητικό υλικό. Πάνω σε αυτό αναγράφονται στοιχεία του προϊόντος και της εταιρίας κατασκευής. Για όσους δεν το γνωρίζουν, η Elgato ανήκει στην Corsair. Οι παρατηρητικοί ίσως είδαν το χώρισμα στη βάση που μαρτυρά το σημείο αποσύνδεσης. Πράγματι, σε εκείνο το σημείο μπορεί να ξεβιδωθεί και να αφαιρεθεί η βάση, έτσι ώστε να τοποθετηθεί ο μετατροπέας για σύνδεση σε βραχίονα. Τεχνικά Χαρακτηριστικά Τα τεχνικά χαρακτηριστικά του Elgato Wave:3 φαίνονται στον παρακάτω πίνακα. Όσοι γνωρίζουν από ήχο και ειδικά μικρόφωνα, θα καταλάβουν ότι τα χαρακτηριστικά του δεν είναι καθόλου άσχημα, για το επίπεδο του κόστους του, ειδικά αν ληφθούν υπ' όψιν και οι ψηφιακές ευκολίες που προσφέρει. Στον παρακάτω πίνακα, βλέπουμε τα χαρακτηριστικά του Elgato Wave:3 σε αντιπαράθεση με το μικρότερο μοντέλο. Το επίσημο κόστος του προϊόντος στην Ευρωπαϊκή ένωση είναι 169,99 ευρώ, δηλαδή 30 ευρώ περισσότερο από αυτό του Elgato Wave:1. Όπως είδαμε στα χαρακτηριστικά, το Elgato Wave:3 είναι ένα ηλεκτροστατικό μικρόφωνο, τεχνολογία η οποία πλεονεκτεί έναντι των πιο οικονομικών, δυναμικών μικροφώνων. Αξεσουάρ Το Elgato Wave:3 έρχεται με τα παρελκόμενα που είδαμε στη φωτογράφιση και που καταγράφονται συνολικά στον παρακάτω πίνακα. Η εταιρία διαθέτει ως επιπλέον αξεσουάρ ένα pop-filter με κόστος 29,99 ευρώ και ένα shock-mount για βραχίονα με κόστος 39,99 ευρώ. Ποιότητα Κατασκευής Η ποιότητα κατασκευής είναι η υψηλή στην οποία μας έχουν συνηθίσει τόσο η Elgato όσο και η Corsair. Ακόμα και από πολύ κοντά, το προϊόν δείχνει τη φροντίδα και προσοχή με την οποία κατασκευάστηκε και δεν αποκαλύπτει κανένα ψεγάδι. Συνδεσιμότητα Η σύνδεση του Elgato Wave:3 με τον υπολογιστή μας γίνεται μέσω της θύρας USB-C που είδαμε στο πίσω μέρος του. Δοκιμάστηκε σύνδεση τόσο με το καλώδιο που περιλαμβάνεται στη συσκευασία (USB-C σε USB-A) όσο και με ένα USB-C σε USB-C καλώδιο (σύνδεση σε USB-C θύρα του υπολογιστή). Λειτούργησαν και τα δύο εξ' ίσου καλά. Η δεύτερη θύρα είναι μια τυπική υποδοχή ακουστικών 3,5 χιλιοστών η οποία παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον, καθώς επιτρέπει την ακρόαση του ήχου που προσλαμβάνει το μικρόφωνο απ' ευθείας, χωρίς την παρεμβολή του υπολογιστή και συνεπώς με ουσιαστικά μηδενική χρονική καθυστέρηση (latency). Χρήση Η χρήση του Elgato Wave:3 είναι εύκολη και απλή, ενώ παράλληλα περιλαμβάνει ό,τι μπορεί κάποιος να χρειαστεί. Το μοναδικό χειριστήριο της πρόσοψης πατιέται και περιστρέφεται ατέρμονα και προς τις δύο κατευθύνσεις. Το πάτημα αλλάζει τη λειτουργία που ελέγχει η περιστροφή, όπως καταδεικνύουν τα 3 LEDs της επάνω σειράς και η περιστροφή ελέγχει το επίπεδο της κάθε λειτουργίας, όπως καταδεικνύουν τα 7 LEDs της κάτω σειράς. Η πρώτη λειτουργία, η οποία συμβολίζεται με το μικρόφωνο, ελέγχει το επίπεδο έντασης της ηχογράφησης. Η δεύτερη, που συμβολίζεται με τα ακουστικά, ελέγχει την ένταση του ήχου στη θύρα ακουστικών του Elgato Wave:3. Η τρίτη, που συμβολίζεται με το σύμβολο της διασταύρωσης, ελέγχει τη μίξη των ήχων που προέρχονται από το μικρόφωνο - αριστερά - και τον υπολογιστή (μέσω της σύνδεσης USB) - δεξιά - και η οποία είναι αυτή που ακούγεται μέσω της θύρας ακουστικών του Elgato Wave:3. Όπως είχαμε δει, στο επάνω μέρος της συσκευής, υπάρχει ένα πλήκτρο αφής που ενεργοποιεί τη σίγαση. Το γεγονός ότι είναι αφής, επιτρέπει τη χρήση του χωρίς κραδασμούς και θόρυβο που θα περνούσε στην ηχογράφηση. Η σίγαση γίνεται εμφανής από την αλλαγή του λευκού κύκλου που περικλείει το χειριστήριο ελέγχου της πρόσοψης σε κόκκινο. Η σίγαση είναι βέβαια απαραίτητη λειτουργία και η εφαρμογή της στο Elgato Wave:3 είναι πολύ σωστή αλλά θα ήθελα να υπήρχε και κάποιος διακόπτης πλήρους απενεργοποίησης της συσκευής, ο οποίος δυστυχώς δεν υπάρχει, με αποτέλεσμα το Elgato Wave:3 να είναι συνεχώς ενεργοποιημένο, ακόμη και με τον υπολογιστή εκτός λειτουργίας, αν η USB θύρα στην οποία είναι συνδεδεμένο παρέχει ρεύμα. Στην παρακάτω εικόνα βλέπουμε συγκεντρωτικά τον τρόπο ελέγχου του Elgato Wave:3 (εκτός από το mute). Για τα καλύτερα δυνατά αποτελέσματα, η Elgato προτείνει τη χρήση του Elgato Wave:3 όπως περιγράφεται παρακάτω: 1. Το μικρόφωνο πρέπει να είναι τοποθετημένο κάθετα προς τα κύματα της φωνής μας και όχι υπό γωνία. 2. Η απόσταση του στόματος από το μικρόφωνο πρέπει να είναι περίπου όσο 2 γροθιές. 3. Η ένταση ηχογράφησης πρέπει να είναι η χαμηλότερη δυνατή. Συνίσταται να ξεκινάμε από το 40%, ή 2 αναμμένα LEDs, και να ανεβαίνουμε όσο χρειαστεί. Ήχος Όλα τα παραπάνω βέβαια, όσο καλά και αν είναι, μπορεί να επικυρωθούν ή να ακυρωθούν με τον πιο εμφατικό τρόπο, ανάλογα με την ποιότητα του ήχου, καθώς αυτή είναι και η λειτουργία του προϊόντος. Θα μπορούσα να εκθέσω την προσωπική μου γνώμη, αλλά τι καλύτερο από το να ακούσετε και να κρίνετε μόνοι σας; Στο παρακάτω YouTube Video ηχογράφησα την ίδια φράση, μέσω του μικροφώνου διαφόρων συσκευών. Η συσκευή που ακούγεται καθώς και η συχνότητα δειγματοληψίας (sample rate) και το ηχητικό βάθος (bit depth) καταδεικνύονται ανά πάσα στιγμή. Η προσωπική μου γνώμη είναι ότι το Elgato Wave:3 έδωσε επαγγελματική ποιότητα στην ηχογράφηση και σαφώς θα το προτιμούσα για την παραγωγή περιεχομένου για το διαδίκτυο καθώς και για streaming, έναντι άλλων, λιγότερο επαγγελματικών λύσεων. Λογισμικό Elgato Wave Link Έχοντας μείνει ικανοποιημένος από τον ήχο που συλλαμβάνει το Elgato Wave:3, θέλω να δω το δεύτερο μέρος της υπόσχεσης της συσκευασίας, αυτό της ψηφιακής μίξης. Ένα μέρος της το είδαμε κατά τη μελέτη του χειρισμού της συσκευής, όπου γίνεται απ' ευθείας μίξη του ήχου που προσλαμβάνεται από το μικρόφωνο με αυτόν που προέρχεται από τον υπολογιστή, με έξοδο τη θύρα για ακουστικά στο πίσω μέρος του Elgato Wave:3. Αλλά, ποιος ήχος προέρχεται από τον υπολογιστή; Ώρα να δούμε το Elgato Wave Link. Η εγκατάσταση του λογισμικού γίνεται χωρίς να είναι συνδεδεμένη η συσκευή, καθώς αυτό εγκαθιστά παράλληλα και τους σχετικούς οδηγούς (drivers). Στη συνέχεια, μας δίνεται η οδηγία να συνδέσουμε το Elgato Wave:3. Είναι προφανές ότι το λογισμικό δε θα δεχτεί να λειτουργήσει απουσία της συσκευής και συνεπώς δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί με άλλα μικρόφωνα. Τη σύνδεση της συσκευής, καλωσορίζει η αντικατάσταση της παραπάνω εικόνας από έναν απλό και λειτουργικό ψηφιακό μίκτη. Τα χρώματα και η αίσθηση φέρουν την υπογραφή της Elgato και μου θύμισε άμεσα το Stream Deck λογισμικό της εταιρίας που έχουμε δει σε παλαιότερα review. Υπάρχουν 5 προ-εγκατεστημένες πηγές ήχου και η δυνατότητα για προσθήκη μιας 6ης. Τα πάντα διαθέτουν έλεγχο έντασης για το monitoring και το streaming και στερεοφωνικό level indicator. Το MONITOR MIX είναι η έξοδος ήχου για τη δική σας παρακολούθηση (monitoring) και το STREM MIX είναι η έξοδος ήχου για το streaming. Τα εικονίδια με το αφτί μας επιτρέπουν την επιλογή ανάμεσα στο να ακούμε το monitor mix ή το stream mix. Η προσθήκη της 6ης πηγής ήχου, δημιουργεί 3 ακόμα θέσεις για πηγές ήχου! To εικονίδιο με τα sliders πάνω δεξιά ανοίγει τις ρυθμίσεις ήχου των Windows ενώ το εικονίδιο με το γρανάζι, μας δείχνει την έκδοση, μας δίνει τη δυνατότητα να ελέγξουμε για νεότερη καθώς και να ενεργοποιήσουμε τον αυτόματο σχετικό έλεγχο και την εκτέλεση του Elgato Wave Link κατά την είσοδο στα Windows. To "More" ανοίγει έναν φάκελο που περιέχει ένα απλό .txt αρχείο με πληροφορίες για το λογισμικό. Παρακάτω βλέπουμε τις λεπτομερείς οδηγίες χρήσης του Elgato Wave Link από την Elgato. Προφανώς η εικόνα δημιουργήθηκε με μια παλαιότερη έκδοση του λογισμικού, με αποτέλεσμα να υπάρχουν κάποιες μικροδιαφορές με την τελευταία έκδοση που σας δείξαμε, οι οποίες όμως δεν επηρεάζουν τη χρήση. Η επιλογή του MONITOR MIX (LOCAL MIX στην εικόνα) μας δίνει τη δυνατότητα να επιλέξουμε από όλες τις συσκευές αναπαραγωγής ήχου του υπολογιστή ή την έξοδο ακουστικών του Elgato Wave:3. Εδώ βλέπουμε τη χρήση των καναλιών μίξης. Και εδώ το πώς μέσω των ρυθμίσεων ήχου των Windows, μπορούμε να επιλέγουμε ποιο πρόγραμμα παίζει ήχο μέσω του κάθε καναλιού του Elgato Wave Link. Τέλος, βλέπουμε πώς μπορούμε να επιλέξουμε το Wave Link Stream ως ήχο στο OBS Studio. Εντολές στο Stream Deck Από τα βασικά προϊόντα της Elgato είναι η σειρά των Stream Deck. Από την έκδοση Elgato Stream Deck 4.8 και μετά, υποστηρίζεται η ενσωμάτωση εντολών που αφορούν το Elgato Wave Link και συνεπώς το Elgato Wave:3. Αφού λοιπόν βεβαιωθείτε ότι έχετε εγκαταστήσει τη συγκεκριμένη ή νεότερη έκδοση, πηγαίνετε στην επιλογή "More Actions" και βρίσκετε στη λίστα την επιλογή Wave Link. "Install" και... ...αμέσως εγκαθίσταται και μας ρωτάει αν θέλουμε να εγκαταστήσει τα σχετικά προφίλ. Η σωστή απάντηση είναι ναι. Αλλά και αν δεν το κάνει κάποιος κατά την εγκατάσταση, μπορεί πάντα να επιστρέψει στο "More Actions" και να εγκαταστήσει τα σχετικά προφίλ. Κάπως έτσι, εκτός από την υποστήριξη ελέγχου λειτουργιών του Elgato Wave Link μέσα από το Elgato Stream Deck, εγκαθίστανται και έτοιμα προφίλ με έτοιμες τις βασικές λειτουργίες που θα ήθελε κάποιος να ελέγξει. Εδώ βλέπουμε το σχετικό προφίλ στην περίπτωση που κάποιος διαθέτει το Elgato Stream Deck XL. Αν πάλι διαθέτετε το Elgato Stream Deck, με τα 15 πλήκτρα, αντί των 32 του XL, η εφαρμογή εγκαθιστά δύο προφίλ, με τα βασικά πλήκτρα ελέγχου του Elgato Wave Link μοιρασμένα μεταξύ τους. Στην περίπτωση του μικρότερου μοντέλου της εταιρίας, του Elgato Stream Deck Mini, με τα 6 μόλις πλήκτρα, δεν δημιουργείται αυτόματα σχετικό προφίλ αλλά, φυσικά, υπάρχει η δυνατότητα να προσθέσετε εντολές σχετικές με τον έλεγχο του Elgato Wave Link στα υπάρχοντα προφίλ σας ή σε νέα. Ο έλεγχος που μπορεί να έχει κάποιος στο Elgato Wave Link και συνεπώς στο Elgato Wave:3 μέσω του λογισμικού Elgato Stream Deck είναι ιδιαίτερα εκτενής, καθώς περιλαμβάνει 8 κατηγορίες εντολών, με αρκετές επιλογές στην κάθε μία. Με την ενσωμάτωση του εκτενούς και ομολογουμένως ιδιαίτερα βολικού αυτού ελέγχου του Elgato Wave Link και του Elgato Wave:3 στο λογισμικό Elgato Stream Deck, η Elgatoισχυροποιεί το οικοσύστημά της και κάνει πιο θελκτική την επιλογή του συνόλου των προϊόντων της. Επίλογος Το Elgato Wave:3 είναι ένα ηλεκτροστατικό μικρόφωνο υψηλής ποιότητας, ειδικά σχεδιασμένο για χρήση streaming. Η ποιότητα του ήχου που συλλαμβάνει είναι εξαιρετική για την κατηγορία του και μπορεί να φτάσει σε συχνότητα δειγματοληψίας τα 96KHz και σε βάθος ήχου τα 24bit. Η κλασσική του εμφάνιση, με μοντέρνες πινελιές, συνοδεύεται από απλό χειρισμό, λειτουργικότητα και την υψηλή ποιότητα κατασκευής που μας έχει συνηθίσει τόσο η Elgato, όσο και η μητρική της εταιρία, η Corsair. Οι εξειδικευμένες λειτουργίες του, ειδικά μελετημένες για streaming, όπως η έξοδος ήχου monitoring απ' ευθείας πάνω από το μικρόφωνο - για απουσία latency - και η μίξη ήχου από το μικρόφωνο και τον υπολογιστή, κάνουν την παραγωγή περιεχομένου μια πολύ πιο εύκολη υπόθεση. Το λογισμικό Elgato Wave Link συνδυάζεται αρμονικά με τα παραπάνω για να ολοκληρώσει την εμπειρία ψηφιακής μίξης και υψηλής ποιότητας που υπόσχεται στη συσκευασία της η συσκευή. Η δε ενσωμάτωση εκτενούς ελέγχου του Elgato Wave Link και συνεπώς του Elgato Wave:3 μέσω του λογισμικού Elgato Stream Deck ανεβάζει τη συνολική εμπειρία σε άλλο επίπεδο άνεσης και ευκολίας. Όλα αυτά (και άλλα για τα οποία όσοι πηδάτε από την εισαγωγή στον επίλογο θα πρέπει να ανατρέξετε στο review), έρχονται με κάποιο κόστος. Στη συγκεκριμένη περίπτωση, το προτεινόμενο από την εταιρία κόστος είναι τα 169,99 ευρώ, που είναι λογικό, δεδομένης της ποιότητας και των δυνατοτήτων της συσκευής. Ας συνοψίσουμε τα πλεονεκτήματα και τα μειονεκτήματα του Elgato Wave:3: Πλεονεκτήματα + Ποιότητα ήχου + Δειγματοληψία ήχου έως 96KHz και βάθος ήχου έως 24bit + Λογισμικό ψηφιακής μίξης Elgato Wave Link + Εκτενής έλεγχος του Elgato Wave Link (και συνεπώς του Elgato Wave:3) μέσω του Elgato Stream Deck + Απλός χειρισμός + Λειτουργικότητα + Monitoring ήχου μέσω εξόδου ακουστικών πάνω στο μικρόφωνο, χωρίς latency + Μίξη ήχου από το μικρόφωνο και τον υπολογιστή που ελέγχεται από το μικρόφωνο και ακούγεται στην έξοδο ακουστικών του μικροφώνου + Συνδεσιμότητα USB-C + Αντικραδασμική βάση + Συμπεριλαμβάνεται αντάπτορας σύνδεσης σε βραχίονα + Mute μέσω πλήκτρου αφής για αθόρυβο χειρισμό + Ποιότητα και αίσθηση υλικών + Ποιότητα κατασκευής + Κλασσική αισθητική με μοντέρνες πινελιές + Δυνατότητα αγοράς ως επιπλέον αξεσουάρ pop-filter και shock mount για βραχίονα Μειονεκτήματα - Απουσία δυνατότητας απενεργοποίησης  TheLAB.GR Ευχαριστούμε θερμά την Elgato για την παραχώρηση του δείγματος της δοκιμής. Πολύμερος Αχανιώτης 18/06/2020
  2. Εισαγωγή Τον τελευταίο καιρό σας έχουμε παρουσιάσει αρκετά από τα slim barebones της Shuttle, τα οποία, όπως φάνηκε από τα reviews, προσφέρουν αξιοπιστία και επιδόσεις σε μικρό πακέτο. Τι γίνεται όμως με τους χρήστες που θέλουν το κάτι παραπάνω, τόσο σε επιδόσεις όσο και σε αποθηκευτικό χώρο; Για αυτούς, η Shuttle διαθέτει τη σειρά cube, το κορυφαίο μοντέλο της οποίας βρίσκεται σήμερα στον πάγκο των δοκιμών μας. Πρόκειται για το Shuttle XPC Cube SH370R8, ένα barebone μικρού μεγέθους αλλά μεγάλης χωρητικότητας. Barebone ονομάζουμε έναν υπολογιστή που περιέχει τα βασικά στοιχεία και εξαρτήματα ενώ αφήνει το χρήστη να συμπληρώσει τα υπόλοιπα. Στη συγκεκριμένη περίπτωση, η σειρά XPC Cube της Shuttle περιλαμβάνει το κουτί, τροφοδοτικό, μητρική και ψήκτρα του επεξεργαστή. Ο χρήστης πρέπει να συμπληρώσει τον επεξεργαστή, τη μνήμη και τη μονάδα αποθήκευσης, για να έχει ένα ολοκληρωμένο και λειτουργικό σύστημα. Καθώς το Shuttle XPC Cube SH370R8 βασίζεται στο chipset Η370 της Intel, υποστηρίζει το socket 1151 και επεξεργαστές της Intel 8ης και 9ης γενιάς. Πάμε λοιπόν να δούμε αναλυτικά τι είναι και τι μας παρέχει το Shuttle XPC Cube SH370R8. Συσκευασία και Παρελκόμενα Το Shuttle XPC Cube SH370R8 έρχεται προστατευμένο σε ένα λευκό κουτί που διαθέτει ένα βολικό χερούλι στην κορυφή του και αρκετή προστασία στο εσωτερικό του για να εξασφαλίσει ότι το προϊόν θα φτάσει στα χέρια σας σώο. Το κουτί είναι ίδιο για όλα τα XPC Cube μοντέλα της Shuttle, και το μοντέλο καθώς και τα βασικά χαρακτηριστικά του αναγράφονται σε αυτοκόλλητο στη μία από τις μικρές πλευρές του κουτιού. Το προϊόν συνοδεύεται από όλα τα απαραίτητα παρελκόμενα. Έτσι διαθέτει βίδες για τη στήριξη των συσκευών, καλώδια για τη σύνδεση των drives με τη μητρική, θερμοαγώγιμη πάστα για τον επεξεργαστή, καλώδιο παροχής ρεύματος, το Quick Guide που εξηγεί πώς γίνεται η εγκατάσταση των εξαρτημάτων στο Shuttle XPC Cube SH370R8 και το CD με τους drivers της μητρικής. Κουτί και Τροφοδοτικό Οι διαστάσεις του Shuttle XPC Cube SH370R8 είναι 21,6cm (π) x 19,8cm (υ) x 33,2cm (β) και το κουτί του αποτελείται εξ' ολοκλήρου από αλουμίνιο, εκτός από την πρόσοψη που είναι πλαστικό με επικάλυψη αλουμινίου στο εμπρός μέρος της. Η ποιότητα των υλικών είναι εξαιρετική. Επάνω δεξιά βρίσκουμε το πλήκτρο εκκίνησης του συστήματος καθώς και ενδεικτικά LEDs λειτουργίας του συστήματος και των drives. Μια πίεση στις 3 τελείες που βλέπετε κάτω δεξιά αποκαλύπτει ένα κρυφό διαμέρισμα της πρόσοψης όπου βρίσκουμε συνδέσεις για μικρόφωνο και ακουστικά καθώς και 2 θύρες USB 3.0. Τα πλαϊνά είναι διάτρητα για να εξασφαλίζουν την είσοδο φρέσκου αέρα ενώ το αριστερό πλαϊνό (όπως κοιτάμε το κουτί από εμπρός) είναι διάτρητο σε μεγαλύτερο ύψος καθώς από αυτό θα τροφοδοτηθεί μια κάρτα γραφικών με φρέσκο αέρα. Και τα 2 διάτρητα πλαϊνά διαθέτουν εσωτερικό, μη αφαιρούμενο φίλτρο σκόνης. Ξεκινάμε το πίσω μέρος από πάνω αριστερά όπου ουσιαστικά βλέπουμε το πίσω μέρος του τροφοδοτικού του Shuttle XPC Cube SH370R8. Ο ανεμιστήρας του είναι αρκετά ήσυχος σε χαμηλά φορτία, αν και είναι μόλις 40mm. Όταν φυσικά ανεβαίνουν οι απαιτήσεις τροφοδοσίας, ανεβαίνουν και οι στροφές. Δεξιά από τον ανεμιστήρα του τροφοδοτικού διακρίνουμε μία καλυμμένη στρογγυλή οπή και δεξιότερα αυτής στο ίδιο ύψος άλλες δύο, με την τελευταία να βρίσκεται στην άλλη άκρη του κουτιού. Αυτές είναι οπές που μπορεί να ανοιχτούν με απλή πίεση στο κάλυμμα που έχουν για να τοποθετηθούν κεραίες για το προαιρετικό WLAN module που υποστηρίζει το Shuttle XPC Cube SH370R8. Κάτω από το τροφοδοτικό ακριβώς, διακρίνουμε μία ακόμη καλυμμένη οπή, αυτή τη φορά για σειριακό βύσμα. Η μητρική του Shuttle XPC Cube SH370R8 διαθέτει το σχετικό header, έτσι αν χρειαστείτε σειριακή θύρα, ένα απλό καλώδιο αρκεί για να την έχετε στο πίσω μέρος του κουτιού. Στο κέντρο της πίσω πλευράς διακρίνουμε ένα διάτρητο τμήμα και από μέσα την ψήκτρα του επεξεργαστή. Ο σχεδιασμός της Shuttle έχει έξυπνα τοποθετήσει την ψήκτρα του επεξεργαστή στο σημείο εξαγωγής αέρα από το κουτί, εξασφαλίζοντας ότι ο θερμός αέρας από την ψύξη του επεξεργαστή θα φεύγει απ' ευθείας έξω. Δεξιά από το διάτρητο τμήμα βλέπουμε δύο καλύμματα για κάρτες PCI Express, που σημαίνει ότι το Shuttle XPC Cube SH370R8 μπορεί να δεχτεί οποιαδήποτε κάρτα γραφικών, αφού έχει και το κατάλληλο μήκος. Και για να είμαστε πιο ακριβείς, μπορεί να δεχτεί κάρτες γραφικών με διαστάσεις μέχρι και 28cm x 12cm x 4cm. 3 χειρόβιδες περιμετρικά του κουτιού, χωρίς προστατευτικές λαστιχένιες ροδέλες που θα προστάτευαν το φινίρισμα, συγκρατούν το κάλυμμα του κουτιού και με την αφαίρεσή τους αποκτούμε πρόσβαση στο εσωτερικό. 4 ακόμη χειρόβιδες περιμετρικά του διάτρητου τμήματος συγκρατούν το shroud και τον ανεμιστήρα του συστήματος ψύξης του επεξεργαστή. Τέλος, κάτω αριστερά, έχουμε το I/O Panel της μητρικής που περιλαμβάνει 2 Display Ports 1.2, 1 HDMI 2.0a, 2 θύρες USB 2.0 (μαύρες), 2 θύρες USB 3.1 Gen 1 (μπλε), 4 θύρες USB 3.1 Gen 2 (κόκκινες), 2 Gigabit Ethernet Ports και τις εισόδους / εξόδους της κάρτας ήχου. Τέλος, κάτι που δε συναντάμε συχνά, ένα πλήκτρο για να κάνουμε Reset στο BIOS, χωρίς να χρειαστεί να ανοίξουμε το κουτί. Στην παρακάτω εικόνα, βλέπουμε όλα τα παραπάνω στοιχεία, συγκεντρωμένα. Αφαιρέσαμε λοιπόν τις 3 περιμετρικές χειρόβιδες και αφαιρέσαμε και το καπάκι. Το δεξί μέρος του κουτιού καταλαμβάνεται σε μεγάλο μέρος από το τροφοδοτικό που σε σχήμα θυμίζει αυτά που συναντάμε σε servers. Πρόκειται για ένα τροφοδοτικό με πιστοποίηση 80 Plus Silver, ισχύος 500W, Active PFC και 3 12V rails, 2 των 16A και 1 των 17A. Στην αριστερή πλευρά του κουτιού βλέπουμε το σύστημα ψύξης του επεξεργαστή που με 4 heatpipes μεταφέρει τη θερμότητα από τον επεξεργαστή στο πίσω μέρος ώστε αυτή να βγει άμεσα έξω από το κουτί. Βλέπουμε επίσης το cage των σκληρών δίσκων. Το Cage των σκληρών δίσκων είναι αφαιρούμενο και ψύχεται από έναν ανεμιστήρα στην πρόσοψη του κουτιού, ο οποίος όμως καλύπτει καλά μόνο τις 3 κατώτερες από τις 4 συνολικά θέσεις σκληρών δίσκων. Η αφαίρεσή του απαιτεί κατσαβίδι καθώς στηρίζεται στο κουτί με 4 βίδες και κάνει πολύ ευκολότερη την τοποθέτηση των drives. Όπως είναι εμφανές, το cage υποστηρίζει μόνο drives 3,5" και για την τοποθέτηση drives 2,5" απαιτείται αντάπτορας. Μπορείτε να χρησιμοποιήσετε οποιονδήποτε αντάπτορα, αλλά η Shuttle προτείνει τον δικό της, ο οποίος κοστίζει 10 ευρώ και με τον οποίον μπορείτε να τοποθετήσετε 2 drives των 2,5" σε μία από τις 4 υποδοχές του cage. Ο ανεμιστήρας στην πρόσοψη που ψύχει τους δίσκους είναι 80mm PWM και λεπτού πάχους. Ο ανεμιστήρας αυτός τροφοδοτείται με αέρα από μια έξυπνα τοποθετημένη γρίλια στην πρόσοψη. Ψύξη Επεξεργαστή Το σύστημα ψύξης του επεξεργαστή αποτελείται από 2 τμήματα. Το Shroud που φέρει και τον ανεμιστήρα και στηρίζεται στο ίδιο το κουτί με 4 χειρόβιδες που συναντήσαμε στο πίσω μέρος του και την ψύκτρα που κουμπώνει στη μητρική με τον κλασικό μηχανισμό των original ψυκτρών της Intel. 4 heat pipes ενώνουν τη βάση της ψύκτρας με τα fins και μεταφέρουν τη θερμότητα από τον επεξεργαστή στην έξοδο αέρα του κουτιού. Έτσι ο ανεμιστήρας της ψύκτρας παίζει και το ρόλο του ανεμιστήρα εξόδου αέρα από το κουτί και ο θερμός αέρας από την ψύξη του επεξεργαστή εκλύεται απ' ευθείας στο περιβάλλον. Η απόδοση του συστήματος ψύξης υποστηρίζει επεξεργαστές με κατανάλωση ενέργειας έως και 95W. Ο 92mm ανεμιστήρας είναι κατασκευής της AVC (μοντέλο DS09225R12HP207), ελέγχεται μέσω PWM και διαθέτει υδροδυναμικό έδρανο, ενώ το πάχος του είναι το συνηθισμένο, δηλαδή 25mm. Η απόδοσή του είναι ικανοποιητική και είναι αρκετά αθόρυβος σε φυσιολογικές συνθήκες λειτουργίας, αλλά μπορεί να γίνει πολύ ενοχλητικός αν χρειαστεί να δουλέψει σε πλήρεις στροφές, οι οποίες μπορεί να φτάσουν έως και τις 3792 στροφές ανά λεπτό (με επιλογή Full Mode στο BIOS). Εν τούτοις, όπως θα δούμε παρακάτω, οι στροφές του υπό φορτίο δεν ξεπέρασαν καν τις 2000 στροφές ανά λεπτό. Το Shroud διαθέτει λαστιχάκια απομόνωσης των κραδασμών του ανεμιστήρα. H ψύκτρα διακρίνεται για ένα καλό συνδυασμό της αποτελεσματικότητας με το μειωμένο κόστος, χωρίς ιδιαίτερες ποιοτικές θυσίες. Τα 4 heat pipes των 6mm είναι συγκολλημένα στο block / cold plate και ελαφρά συμπιεσμένα. Έτσι έχουν μεγαλύτερη επιφάνεια επαφής με αυτό και λόγω της υψηλής θερμικής αγωγιμότητας της συγκόλλησης, εξασφαλίζουν μια ικανοποιητική θερμική σύζευξη με το cold plate. Στο άλλο τους άκρο, έρχονται σε επαφή με τα αλουμινένια πτερύγια μέσω μηχανικής σύσφιξης, μέθοδος που εξασφαλίζει επίσης καλή θερμική επαφή. Η ψύκτρα έρχεται σε επαφή με το CPU heat spreader μέσω ενός επίπεδου χάλκινου cold plate, η επιφάνεια του οποίου έχει αφεθεί εσκεμμένα σχετικά «άγρια», τεχνική που διακρίνεται για την καλή θερμική σύζευξη και την αποτελεσματική διασπορά της θερμοαγώγιμης πάστας που εξασφαλίζει. Προδιαγραφές και Μητρική Τα βασικά χαρακτηριστικά του Shuttle XPC Cube SH370R8 φαίνονται στον παρακάτω πίνακα. Όπως θα δείτε το Shuttle XPC Cube SH370R8 δεν έχει τίποτα να ζηλέψει από μεγαλύτερες σε διαστάσεις υλοποιήσεις και μπορεί να μετατραπεί πολύ εύκολα σε ένα εξαιρετικό Gaming PC. Για όποιον θέλει να δει αναλυτικά τα χαρακτηριστικά του Shuttle XPC Cube SH370R8, παρατίθεται ο παρακάτω αναλυτικός πίνακας χαρακτηριστικών: Τα περισσότερα από τα παραπάνω χαρακτηριστικά αφορούν ουσιαστικά τη μητρική του Shuttle XPC Cube SH370R8 την οποία βλέπετε παρακάτω: Η μητρική του Shuttle XPC Cube SH370R8 βασίζεται στο Chipset H370 της Intel και διαθέτει LGA 1151 CPU Socket. Χρησιμοποιεί πυκνωτές στερεής κατάστασης (Solid State) για μεγαλύτερη αντοχή στο χρόνο. Διαθέτει 4 DIMM Sockets που υποστηρίζουν μνήμη DDR4 στα 1,2V, υποστηρίζοντας συνολικά μέχρι και 128GB μνήμης RAM. Έχει μία θύρα PCI Express 16x για την κάρτα γραφικών και μία ακόμη, 4x (τα συνολικά PCI-e Lanes του H370 είναι 16). Για τα μέσα αποθήκευσης υπάρχουν 4 θύρες SATA 3.0 (6Gb/s) και 1 Μ.2 2280 slot PCIe 3.0 4x που υποστηρίζει το πρωτόκολλο NVME. Υπάρχει επίσης μια θύρα M.2 2230 που μπορεί να φιλοξενήσει ένα WLAN controller, ο οποίος μπορεί να συνδεθεί με τις κεραίες που μπορούν να τοποθετηθούν στις υποδοχές του πίσω μέρους του κουτιού που συζητήσαμε νωρίτερα. Συνολικά, μια σύγχρονη, ολοκληρωμένη και ισχυρή μητρική που δύσκολα θα αφήσει κάποιον παραπονεμένο από πλευράς δυνατοτήτων, ειδικά όταν μιλάμε για ένα τόσο μικρό σύνολο. Αν τώρα κάποιος θελήσει στο μέλλον να αλλάξει μητρική, το κουτί του Shuttle XPC Cube SH370R8 μπορεί να φιλοξενήσει οποιαδήποτε Mini-ITX μητρική, αλλά τότε χάνεται το πλεονέκτημα της ειδικής ψήκτρας του επεξεργαστή που βγάζει τον ζεστό αέρα απ' ευθείας έξω από το κουτί καθώς επίσης και θεωρώ απίθανο οποιαδήποτε Mini-ITX μητρική να διαθέτει τόσες δυνατότητες όσο αυτή του Shuttle XPC Cube SH370R8. Είναι όμως μια δυνατότητα που δεν κοστίζει κάτι και καλό είναι που υπάρχει. Μεθοδολογία Μετρήσεων Φτάσαμε λοιπόν στην ώρα των μετρήσεων. Για τις ανάγκες της παρουσίασης εξοπλίσαμε το Shuttle XPC Cube SH370R8 με έναν Intel Core i7 9700, 16 GB μνήμης DDR4-3200 της Corsair και έναν SSD Corsair Force LE200 240GB, οποίος είναι μια ευγενική προσφορά της Corsair και εγκαταστήσαμε την πιο πρόσφατη έκδοση των Windows 10. Τα μετροπρογράμματα που χρησιμοποιήσαμε στη σημερινή παρουσίαση είναι τα ακόλουθα: AIDA64 Engineer Edition v.6.20.5300 το οποίο είναι μια ευγενική προσφορά της Finalwire PCMark 10 Professional Edition v.2.1.2177 το οποίο είναι μία ευγενική προσφορά της UL Benchmarks 3DMark Professional Edition v.2.11.6866 το οποίο είναι μία ευγενική προσφορά της UL Benchmarks Cinebench R20 & R15, SuperPI Mod 1.5, WPrime 2.10 & Fritz Chess Benchmark Χρονισμοί CPU και RAM Ο Intel Core i7 9700 που χρησιμοποιούμε στο συγκεκριμένο review είναι ένας επεξεργαστής 9ης γενιάς Coffe Lake με 8 πυρήνες, χωρίς hyperthreading. Έχει Base Frequency 3.00GHz και Turbo Frequency 4.70GHz. Το Max TDP του είναι 65W. Καθώς δεν είναι σειράς K, δεν υποστηρίζει υπερχρονισμό, αλλά καθώς και το Chipset H370 δεν υποστηρίζει κάτι τέτοιο, δεν αλλάζει κάτι στο αποτέλεσμα. Ένα σημείο όπου αντιμετωπίσαμε θέμα είναι ο χρονισμός των RAM. Συγκεκριμένα, χρησιμοποιήσαμε 2 αρθρώματα RAM της Corsair, 8GB έκαστο, με δυνατότητα χρονισμού στα 3200MHz, μέσω XMP profile. Δυστυχώς, το BIOS της μητρικής του Shuttle XPC Cube SH370R8 δεν προσφέρει καμία δυνατότητα επιλογής του χρονισμού των μνημών, ο οποίος γίνεται με βάση των JEDEC profiles που περιέχονται στο SPD των μνημών. Όπερ και καταλήξαμε να τρέχουμε RAM δυνατοτήτων 3200MHz στα 2133MHz, χωρίς καμία δυνατότητα για κάτι καλύτερο. Δοκιμάσαμε και άλλα, παρόμοια σετ RAM με τα ίδια αποτελέσματα. Επικοινωνήσαμε με τη Shuttle και μας ενημέρωσαν ότι δεν προτείνουν τη χρήση μνημών με XMP profiles αλλά τη χρήση μνημών με JEDEC profiles στα 2400MHz ή 2666MHz. Καθώς δε διαθέταμε κάποιο τέτοιο κιτ, προχωρήσαμε στις μετρήσεις με τις RAM χρονισμένες στα 2133MHz. Η έκδοση του BIOS της μητρικής με το οποίο πραγματοποιήθηκαν οι μετρήσεις φαίνεται στο παρακάτω screenshot. Κατανάλωση, Θερμοκρασίες, Χρονισμοί, Θόρυβος Στο παρακάτω διάγραμμα βλέπουμε την κατανάλωση του Shuttle XPC Cube SH370R8. Και ενώ η κατανάλωση σε ηρεμία είναι απόλυτα φυσιολογική, σε σχέση με το Shuttle DH310 με Core i3-8100, καθώς το Shuttle XPC Cube SH370R8 με Core i7-9700 έχει ίδιο Max TDP επεξεργαστή αλλά μεγαλύτερη μητρική με περισσότερα υποσυστήματα, παρατηρούμε μια σημαντική διαφορά στην κατανάλωση κατά την εκτέλεση του AIDA 64 Stress Test. Αυτό δεν είναι αναμενόμενο, καθώς οι 2 επεξεργαστές που χρησιμοποιήθηκαν, έχουν το ίδιο Max TDP. Παρακάτω βλέπουμε αναλυτικά τα αποτελέσματα του stress test του AIDA64 όπως αυτό χρησιμοποιήθηκε για την παραπάνω μέτρηση. Η δοκιμασία πραγματοποιήθηκε για 20 λεπτά, με θερμοκρασία περιβάλλοντος 21°C. Παρατηρούμε τα εξής ενδιαφέροντα: Η θερμοκρασία των πυρήνων δεν ανέβηκε πάνω από τους 73°C, ενώ ο ανεμιστήρας της ψύκτρας του επεξεργαστή (Chasis κατά το AIDA64) δεν ξεπέρασε τις 1945 στροφές, παραμένοντας σε ανεκτά επίπεδα θορύβου. Ο ανεμιστήρας στην πρόσοψη του κουτιού δεν ξεπέρασε τις 1278 στροφές και παρέμεινε σχεδόν αθόρυβος. Είναι σαφές από τις σχετικές ταχύτητες περιστροφής των ανεμιστήρων εισαγωγής - εξαγωγής αέρα, το γεγονός ότι ο ανεμιστήρας εξαγωγής είναι μεγαλύτερος και ότι ο ανεμιστήρας του τροφοδοτικού συνεισφέρει στην εξαγωγή αέρα, ότι η στατική πίεση του κουτού είναι αρνητική. Η συχνότητα λειτουργίας του 1 πυρήνα έφτασε τα 4191MHz και των υπολοίπων 7 πυρήνων έφτασε τα 4291MHz. Η μέγιστη κατανάλωση του επεξεργαστή έφτασε τα 87,34W, κάτι που δε συνάδει με το Max ΤDP των 65W του Intel Core i7-9700, αλλά εξηγεί τη μέγιστη κατανάλωση του Shuttle XPC Cube SH370R8 που είδαμε παραπάνω καθώς και τους πολύ καλούς χρονισμούς στους οποίους έφτασαν οι πυρήνες. Παρακάτω βλέπουμε τα αναλυτικά γραφήματα που παράγει το PCMark 10 κατά τις δοκιμασίες Extended και Application που εκτελέσαμε. Ο λόγος που τα παραθέτουμε είναι ότι δείχνουν την κατανάλωση του επεξεργαστή να ξεπερνάει τα 90W, επιβεβαιώνοντας τη μέτρηση του AIDA64 PCMark10 Extended PCMark10 Application Φαίνεται λοιπόν ότι η Shuttle επέλεξε τη δυνατότητα TDP up που παρέχει η Intel στους κατασκευαστές, ώστε να αυξήσουν το Max TDP του επεξεργαστή, εφ' όσον θεωρούν ότι η ψύξη επαρκεί, κάτι που μάλιστα έγινε με επιτυχία, καθώς τόσο ο θόρυβος όσο και οι θερμοκρασίες παρέμειναν χαμηλά. Ας δούμε λοιπόν πώς τα πήγε το Shuttle XPC Cube SH370R8 με τον Intel Core i5 9700 και τα 16GB RAM DDR4-3200 (χρονισμένες όμως στα 2133MHz) στις ενότητες που ακολουθούν. AIDA64 Ξεκινάμε τις μετρήσεις μας με το AIDA64, όπου η διαφορά των επιδόσεων του 9700 σε σχέση με τους άλλους επεξεργαστές είναι τεράστια. Η απόδοση της μνήμης από την άλλη, δε διαφέρει ιδιαιτέρως. Οι επιδόσεις είναι ελαφρώς χαμηλότερες καθώς όπως είπαμε η απουσία JEDEC profile στα 2400Mhz ή 2666MHz περιόρισε το χρονισμό των RAM στα 2133MHz. PCMark10 Το PCMark10 μας δίνει μια πιο συνολική εικόνα των επιδόσεων που μπορούμε να περιμένουμε από το Shuttle XPC Cube SH370R8 και όχι μόνο των επιδόσεων του επεξεργαστή. Έγιναν οι μετρήσεις του Extended Test καθώς και του Applications Test το οποίο μετράει τις επιδόσεις στο MS Office 2019. Οι διαφορές εδώ παραμένουν εμφανείς και εξαρτώνται από το πού βασίζεται το κάθε τεστ, καθώς κάποια βασίζονται σε επιδόσεις ενός μόνο πυρήνα και εξαρτώνται αποκλειστικά από τη συχνότητα και άλλες εκμεταλλεύονται όλους τους πυρήνες και μετρούν συνολική επεξεργαστική ισχύ. 3DMark Χωρίς μεγάλες προσδοκίες ή απαιτήσεις από τα ενσωματωμένα στον επεξεργαστή γραφικά των εν λόγω υλοποιήσεων, τρέξαμε 5 από τις δοκιμές του 3DMark. Είναι σαφές ότι η ενσωματωμένη λύση γραφικών του Intel Core i7-9700 είναι ταχύτερη από τις υπόλοιπες που δοκιμάστηκαν, αλλά αυτό που έχει ακόμη περισσότερη σημασία είναι η δυνατότητα του Shuttle XPC Cube SH370R8 να φιλοξενήσει σχεδόν οποιαδήποτε σύγχρονη κάρτα γραφικών, εκτοξεύοντας τις αντίστοιχες επιδόσεις. Λοιπές Μετρήσεις CPU Κλείνουμε τις μετρήσεις με μερικά ακόμη δημοφιλή benchmarks. Απολογισμός Οι επιδόσεις ενός Barebone εξαρτώνται από τις επιμέρους επιδόσεις των τμημάτων που το αποτελούν. Δηλαδή του κουτιού, της μητρικής, της ψύκτρας και του τροφοδοτικού. Για να δούμε πώς τα πάει σε αυτούς τους τομείς το Shuttle XPC Cube SH370R8 . Όσον αφορά το κουτί λοιπόν, είναι έξυπνα σχεδιασμένο, με πολύ καλή ποιότητα κατασκευής και σωστή εκμετάλλευση του χώρου. Η ροή του αέρα που δημιουργούν οι 2 ανεμιστήρες είναι ικανοποιητική και η δυνατότητα τοποθέτησης τεσσάρων σκληρών δίσκων 3,5" συν ενός M.2 SSD, εντυπωσιακή για αυτό το μέγεθος. Έχει επίσης την δυνατότητα εγκατάστασης οποιασδήποτε κάρτας γραφικών μπορεί να υποστηρίξει το τροφοδοτικό του, και αυτές είναι η μεγάλη πλειοψηφία καθώς το τροφοδοτικό είναι ποιοτικό και ισχύος 500W. Το τροφοδοτικό του Shuttle XPC Cube SH370R8 είναι ένα ισχυρό για το μέγεθός του, ποιοτικό τροφοδοτικό με ό,τι μπορεί να χρειαστεί ένας υπολογιστής που χωράει σε κουτί τέτοιου μεγέθους. Έχει πιστοποίηση 80+ Silver και είναι ιδιαίτερα αποδοτικό σε χαμηλά φορτία, καθώς και εντελώς αθόρυβο σε αυτά. Ο θόρυβος ανεβαίνει όταν ανεβαίνουν και τα φορτία, αλλά αυτό είναι φυσιολογικό καθώς εξοπλίζεται με ανεμιστήρα 40mm. Η ψύκτρα του επεξεργαστή είναι πολύ έξυπνα σχεδιασμένη καθώς με τα 4 heat pipes μεταφέρει τη θερμότητα του επεξεργαστή στο πίσω μέρος του κουτιού από όπου αποβάλλεται στο περιβάλλον, χωρίς να επιβαρύνει τη θερμοκρασία του αέρα που βρίσκεται μέσα στο κουτί. Πέρα από αυτό, οι επιδόσεις της είναι μέτριες και ο αρκετά αθόρυβος στις χαμηλές στροφές ανεμιστήρας της, γίνεται θορυβώδης σε υψηλές. Και τέλος η μητρική, από την οποία δεν είχα κανένα παράπονο. Πλήρως εξοπλισμένη, λειτουργική και γενναιόδωρη, εκμεταλλευόμενη την επαρκή ψύξη, έκανε χρήση της επιλογής του TDP up στον επεξεργαστή, ανεβάζοντας τις επιδόσεις του Intel Core i7-9700. Η χαμηλότερη τιμή του Shuttle XPC Cube SH370R8 σε ελληνικό κατάστημα, τη στιγμή που γράφεται αυτό το review είναι 394,20 ευρώ συμπεριλαμβανομένου του Φ.Π.Α. Η τιμή είναι θα λέγαμε λογική για ένα προϊόν πιστοποιημένο για χρήση 24/7 που δε θα αφήσει κανέναν παραπονεμένο σε κανένα σχεδόν πεδίο. Ας συνοψίσουμε τα πλεονεκτήματα και τα μειονεκτήματα του Shuttle XPC Cube SH370R8 : Πλεονεκτήματα + Αλουμινένιο κουτί με εξαιρετική ποιότητα κατασκευής + Μικρό μέγεθος και βάρος + Μητρική πλήρης χαρακτηριστικών με chipset H370 και δυνατοτήτων Full-size μητρικών + TDP up στον επεξεργαστή που δοκιμάσαμε (Intel Core i7-9700) + 4 θύρες USB 3.1 Gen2 στο πίσω μέρος + Ειδική custom ψύκτρα καλής κατασκευής που βγάζει το θερμό αέρα εκτός κουτιού + Ποιοτικό και αθόρυβο τροφοδοτικό 500W 80+ Silver + Υποστήριξη της μεγάλης πλειοψηφίας των ισχυρών καρτών γραφικών + Υποστήριξη M.2 NVME SSD PCIe 3.0 4x + Θέσεις για 4 σκληρούς δίσκους 3,5" με ροή αέρα Μειονεκτήματα - Αδυναμία μητρικής να ορίσει χρονισμούς RAM εκτός JEDEC profiles - Θα προτιμούσαμε θύρες USB 3.1 Gen2 στο εμπρός μέρος αντί USB 3,1 Gen1 Με βάση τα παραπάνω, η συνολική βαθμολογία του Shuttle XPC Cube SH370R8 είναι:  TheLAB.GR Ευχαριστούμε θερμά τη Shuttle για την παραχώρηση του δείγματος της δοκιμής. Πολύμερος Αχανιώτης 14/5/2020
  3. Εισαγωγή Τα barebones της Shuttle τα έχουμε γνωρίσει και εκτιμήσει μέσα από τα reviews μας, αλλά το σημερινό δείγμα είναι αρκετά ιδιαίτερο. Βλέπετε, πρόκειται για ένα barebone της σειράς Nano, δηλαδή της μικρότερης σε διαστάσεις σειράς, που φέρει επεξεργαστές της Intel, υπερ-χαμηλής κατανάλωσης, ενσωματωμένους στη μητρική, με TDP μόλις 15W! Από όλες τις επιλογές που μας δίνει η νέα σειρά NC10, εμείς θα σας παρουσιάσουμε την ισχυρότερη και ακριβότερη, αυτήν που φέρει τον επεξεργαστή Intel Core i7-8565U (ULV), το Shuttle XPC Nano NC10U7. Καθώς το Shuttle XPC Nano NC10U7 φέρει όπως είπαμε κεντρικό επεξεργαστή ενσωματωμένο στη μητρική, τα μόνα εξαρτήματα που χρειάζεται να προσθέσουμε για να ολοκληρωθεί η σύνθεση είναι RAM (τύπου SODIMM DDR4) και κάποιο αποθηκευτικό μέσο, είτε SATA, είτε M.2 NVME PCIe 3.0 x4 ή M.2 SATA. Πάμε όμως να δούμε με λεπτομέρεια τα τεχνικά χαρακτηριστικά της ναυαρχίδας των Βενιαμίν της Shuttle. Τεχνικά Χαρακτηριστικά Τα βασικά τεχνικά χαρακτηριστικά του Shuttle XPC Nano NC10U7 φαίνονται στην παρακάτω λίστα. Πρώτο και καλύτερο φιγουράρει το HDMI 2.0, που σημαίνει υποστήριξη ανάλυσης 4K στα 60Hz όχι μόνο μέσω του Displayport, αλλά και μέσω του HDMI. Συνεπώς το Shuttle XPC Nano NC10U7 μπορεί να εκμεταλλευτεί πλήρως την 4K τηλεόρασή σας σαν μόνιτορ! Κατά τα άλλα, υποστηρίζει όπως είπαμε ένα αποθηκευτικό μέσο με διασύνδεση M.2, που μπορεί να είναι είτε NVME PCIe 3.0 x4 είτε SATA 3.0, καθώς και ένα αποθηκευτικό μέσο 2,5" με ύψος έως και 15mm και διασύνδεση SATA 3.0. Ενδιαφέρον είναι επίσης ότι το Shuttle XPC Nano NC10U7 υποστηρίζει WiFi όπως έρχεται, με εσωτερική κεραία, αν και αυτό περιορίζεται σε IEEE 802.11b/g/n (WiFi 4), max. 150 Mbps up-/downstream, χωρίς υποστήριξη Bluetooth. Ένα σημείο που θα ήθελε βελτίωση είναι η υποστήριξη USB, καθώς αυτή περιορίζεται στην υποστήριξη USB 3.2 (5Gbps) και όχι του - νεότερου και ταχύτερου - USB 3.2 Gen2 (10Gbps) ή του ακόμα νεότερου και ακόμα ταχύτερου USB 3.2 Gen2x2 (20Gbps). Και φυσικά η αντικατάσταση των δύο USB 2.0 θυρών του πίσω μέρους που θα δούμε παρακάτω! Στον παρακάτω αναλυτικό πίνακα βλέπετε όλα τα χαρακτηριστικά του Shuttle XPC Nano NC10U7, όπως αυτά αναγράφονται στην ιστοσελίδα της κατασκευάστριας εταιρίας. Shuttle XPC Nano NC10U7 Specifications Chassis Barebone PC with a black plastic chassis Dimensions: 142 x 142 x 42 mm (LWH) = 847 ml Weight: 0.4 kg net, 1.2 kg gross Hole for Kensington Lock Includes vertical stand and 75 / 100 mm VESA mount Low Power Consumption Power consumption in idle mode with 2.5" SSD under Windows 10: ca. 6 W only Operation Position 1) Horizontal 2) Vertical with stand 3) VESA-mounted behind an appropriate monitor Operation System This barbone system comes without operating system. It is compatible with: - Windows 10, 64-bit - Linux, 64-bit Processor Model: Intel Core i7-8565U (ULV) System-on-a-chip architecture (SoC) with integrated memory and graphics controller: no chipset required FCBGA1528 package - directly soldered onto the mainboard Code name: Whiskey Lake U (8th Generation Intel Core) Cores / Threads: 4 / 8 Clock rate: 1.8 GHz Max. Turbo Frequency: 4.6 GHz L1/L2/L3 Cache: 128 kB / 512 kB / 8 MB TDP wattage: 15 W maximum Manufacturing process: 3rd-generation enhanced 14nm++ Maximum Tjunction Temperature: 100 °C Supports 64-bit, VT-x (EPT), VT-d, Enhanced SpeedStep, NX bit, AES-NI, SSE 4.1/4.2 Cooling Fan Built-in CPU cooling fan with 4-pin connector Supports temperature-controlled RPM fan speed Integrated Graphics Intel UHD Graphics 620 GPU clock frequency: 300~1050 MHz Execution Units (EUs): 24 Supports DirectX 12 Supports full H264, H265 8/10 bit, VP8/9, VC-1, AVC hardware decoding Supports Quick Sync Video and Clear Video HD technology Supports up to two independent screens: 1) DisplayPort 1.2 supports Ultra HD @ 60 Hz 2) HDMI 2.0a supports Ultra HD @ 60 Hz Mainboard / BIOS AMI BIOS in 8 MByte EEPROM with SPI interface Supports resume after power failure Supports Wake on LAN (WOL) Supports Power on by RTC Alarm Supports booting from USB devices and SD card reader Supports hardware monitoring and watch dog function Supports Unified Extensible Firmware Interface (UEFI) Supports Firmware TPM v2.0 (fTPM) Power Adapter External 65 W power adapter (fanless) Input: 100~240 V AC, 50/60 Hz, max. 1.6 A Output: 19 V DC, max. 3.42 A, max. 65 W DC cable ca. 175 cm with coaxial connector: 5.5 / 2.5 mm (outer/inner diameter) The DC-input of the computer supports 19V±5%. AC cable, ca. 170 cm, with flat, two-pole Europlug Memory support 2x SO-DIMM slot with 260 pins Supports DDR4-2133/2400 (PC4-17000/19200) SDRAM at 1.2 V Supports DDR4-2666 at 2400 MHz Supports Dual Channel mode Supports a maximum of 16 GB per DIMM, maximum total size: 32 GB Supports two unbuffered DIMM modules (no ECC or registered) 2.5" Drive Bay Supports one Serial ATA hard disk or one SATA SSD drive in 6.35 cm / 2.5" format Device height: 15 mm (max.) Supports Serial-ATA III, 6 Gb/s (600 MB/s) bandwidth Card Reader Integrated SD card reader Supports SD, SDHC and SDXC memory flash cards Supports booting from SD card M.2 Slot for SSDs The M.2 2280 BM slot provides the following interfaces: - PCI-Express Gen. 3.0 X4 with up to 4 GB/s data transfer rate - SATA v3.0 (max. 6 Gbps) It supports M.2 cards with a width of 22 mm and a length of 42, 60 or 80 mm (type 2242, 2260, 2280). Supports M.2 SATA SSDs (with B+M key) and M.2 PCIe SSDs with NVMe (with M key) Audio Audio Realtek® ALC 662 High-Definition Audio Codec 3.5 mm / 4-pole combo audio connector for headphones and microphone [2] Digital multi-channel audio output: via HDMI and DisplayPort Gigabit LAN Ethernet Controller Intel i211 Supports 10 / 100 / 1.000 MBit/s operation (Gigabit) Supports WAKE ON LAN (WOL) Supports network boot by Preboot eXecution Environment (PXE) IEEE 802.3az Energy Efficient Ethernet (EEE) Interface: PCIe v2.1 Wireless LAN Built-in M.2-2230-A/E WLAN card and internal antenna Single-Chip 1T1R WLAN Controller Realtek RTL8188EE Supports IEEE 802.11b/g/n, max. 150 Mbps up-/downstream Security: WPA/WPA2(-PSK), WEP 64/128 bit, IEEE 802.11x/i Front Panel connectors USB 3.2 Gen 1 Type A (max. 5 Gbps, blue) USB 3.2 Gen 1 Type C (max. 5 Gbps) SD card reader (supports SD, SDHC, SDXC) Power button Power LED (blue, flashing when in suspend mode) HDD LED (orange) Back Panel connectors DisplayPort 1.2 [1] HDMI 2.0a 2x USB 2.0 Type A Gigabit LAN (RJ45) Audio Combo Port for headphones and microphone (3.5 mm jack, 4-pole) [2] DC-input connector for external power adapter 2x perforation for optional external WLAN antennas Left Side connectors Serial RS232 COM port (D-Sub, 9-pin) Note: The serial connector (COM port) cannot be used if the NC10U7 is operated in vertical position. Always-On Jumper By removing Jumper JP1 (please refer to the Quick Installation Guide) the system will start unconditionally once power is applied. [4] Clear CMOS Jumper Short Jumper JP2 for about 10 seconds to restore factory settings of BIOS. Supplied Accessories Multi-language Quick Installation Guide Driver DVD for Windows 10 VESA mount set (two parts), made of steel, Six screws (4x M4x10, 2x M2.5x3) Bracket for a 2.5" drive with eight screws (M3x5) Two aluminium stands (110 mm width) with four screws M3x7 for vertical operation Four black, rounded rubber feet, ca. 10 mm diameter x 2.5 mm Two screws for mounting of M.2 cards Power adapter 65 W with AC power cord Optional Accessories WLN-M: Wireless LAN module with two external antennas, supports WiFi IEEE 802.11n/ac (2.4 / 5 GHz) and Bluetooth 4.0 Environmental Spec Operating temperature range: 0~40 °C [3] Relative humidity range: 10~90% (non-condensing) Conformity / Certifications EMI: CE, FCC, BSMI, RCM, RED, VCCI Safety: CB, BSMI, ETL Other: RoHS, Energy Star, ErP This device is classed as a technical information equipment (ITE) in class B and is intended for use in living room and office. The CE-mark approves the conformity by the EU directives: (1) 2014/30/EU relating to electromagnetic compatibility (EMC), (2) 2014/35/EU relating to Electrical Equipment designed for use within certain voltage limits (LVD), (3) 2009/125/EC relating to ecodesign requirements for energy-related products (ErP), (4) 2014/53/EU Radio Equipment Directive (RED) [1] How to convert DisplayPort into HDMI/DVI The DisplayPort outputs can be converted to HDMI or DVI by an additional, passive adapter cable. For example: DELOCK 82590: 1 m, DisplayPort (male, 20p) to HDMI-A (male, 19p) DELOCK 82435: 5 m, DisplayPort (male, 20p) to DVI-D (male, 24p) The integrated graphics automatically detects the connected display and puts out the appropriate electric signal - either DisplayPort (without an adapter) or HDMI/DVI (with an adapter). However, a monitor with a DisplayPort connector cannot be connected to the HDMI port with a simple, passive adapter. In this case an active adapter like Delock 62496 is required. [2] Audio connector The 3.5 mm audio jack at the back panel of this device supports both a 4-pole connector for headphones and microphone and headphones with only a 3-pole connector. Headsets with separate connectors for headphones and microphone, though, require an appropriate adapter, if also the microphone should be used. [3] Caution: For high ambient temperatures over 35 °C we strongly recommend to use SSDs (supporting at least 70 °C) instead of hard disks. [4] Power-on after Power Fail: The BIOS setup provides a "Power-on after Power Fail" function that can be found under "Power Management Configuration". This function determines the PC's behaviour after power failure. As a matter of the nature of this function, it may fail after short power failures. This is why this PC also comes with a hardware-based solution. By removing Jumper JP1 (please refer to the Quick Installation Guide), the system will start unconditionally once power is applied. Ο παρακάτω συγκριτικός πίνακας, τονίζει με κόκκινο τις διαφορές ανάμεσα στην προηγούμενη σειρά Nano και την τελευταία. Πρόκειται για 3 διαφορές: Επεξεργαστή 8ης γενιάς αντί 7ης Υποστήριξη DDR 2400Mhz αντί 2133Mhz. Υποστήριξη HDMI 2.0a αντί 1.4b Συσκευασία - Παρελκόμενα Το Shuttle XPC Nano NC10U7 έρχεται σε ένα απλό χαρτονένιο κουτί, ίδιο για όλη τη σειρά Nano, με ένα κόκκινο αυτοκόλλητο να αναφέρει τα τεχνικά χαρακτηριστικά του συγκεκριμένου μοντέλου. Το κουτί διαθέτει στο επάνω μέρος ένα εξαιρετικά βολικό χερούλι μεταφοράς. Εντός, βρίσκουμε ένα μικρότερο απλό χαρτονένιο κουτί, που περιέχει την πλούσια προίκα του. Κατά την προσφιλή συνήθεια της Shuttle, οι drivers παρέχονται σε οπτικό δίσκο! Καταλαβαίνω το επιπλέον κόστος ενός μικρού USB flash drive, αλλά προτρέπω την εταιρία να σταματήσει τον εν λόγω αναχρονισμό. Το πρώτο και βασικότερο από τα παρελκόμενα είναι το τροφοδοτικό του Shuttle XPC Nano NC10U7 που είναι ισχύος 65W στα 19V. Το τροφοδοτικό συνδέεται με καλώδιο ρεύματος χωρίς γείωση, το οποίο παρέχεται επίσης. Η βάση που βλέπετε στις παρακάτω φωτογραφίες χρησιμεύει στη στήριξη του drive των 2,5", το οποίο μάλιστα στο Shuttle XPC Nano NC10U7 μπορεί να έχει ύψος έως και 15mm, σε αντίθεση με αυτά που υποστηρίζονται από τη σειρά Slim, τα οποία μπορεί να είναι ύψους έως 12,5mm. Έχουν σημασία αυτά τα 2,5mm στο ύψος του drive; Αν σας ενδιαφέρει ο μεγάλος αποθηκευτικός χώρος, σαφώς και έχουν, μεγάλη μάλιστα. Κι αυτό γιατί τη στιγμή της συγγραφής του παρόντος review, η μεγαλύτερη διαθέσιμη χωρητικότητα σε drive 2,5" και ύψους έως και 12,5mm είναι 2TB, ενώ με το ύψος στα 15mm αυτή μπορεί να φτάσει έως και τα 5TB! Εδώ βλέπουμε το εξάρτημα μέσω του οποίου το Shuttle XPC Nano NC10U7 μπορεί να τοποθετηθεί πίσω από κάποιο μόνιτορ με υποδοχές VESA.Το μικρό κομμάτι βιδώνει πάνω στο workstation και το μεγάλο στο μόνιτορ και στη συνέχεια κουμπώνουν όπως βλέπετε στη 2η φωτογραφία. Φυσικά, δεν είναι απαραίτητο να τοποθετήσουμε το Shuttle XPC Nano NC10U7 πίσω από κάποιο μόνιτορ. Μπορεί να καθίσει όπως είναι πάνω σε κάποιο γραφείο, ή και όρθιο, με τα παρακάτω ποδαράκια. Τα ποδαράκια είναι ποιοτικά, από αλουμίνιο και με λάστιχα στο κάτω μέρος για απόσβεση των κραδασμών. Όρθια τοποθέτηση χωρίς το εν λόγω εξάρτημα θα εμπόδιζε την εισαγωγή αέρα, όπως θα δούμε παρακάτω, και θα οδηγούσε σε υπερθέρμανση. Οι βίδες για όλα τα παραπάνω καθώς και για 2 M.2 συσκευές, παρέχονται επίσης. Μαζί και 4 αυτοκόλλητα, λαστιχένια ποδαράκια. Τέλος, εντός της συσκευασίας βρίσκουμε το ίδιο το Shuttle XPC Nano NC10U7, πολύ καλά προστατευμένο! WLN-M Παρά την ενσωματωμένη υποστήριξη WiFi, το Shuttle XPC Nano NC10U7 προσφέρει τη δυνατότητα αναβάθμισης μέσω του κιτ WLN-M που πωλείται ξεχωριστά. Η αναβάθμιση είναι σημαντική καθώς από το IEEE 802.11b/g/n (WiFi 4), max. 150 Mbps up-/downstream του ενσωματωμένου WiFi, περνάμε σε IEEE 802.11b/g/n/ac (WiFi 5) in the 2.4 / 5 GHz band, με μέγιστη υποστηριζόμενη ταχύτητα τα 433.3 Mbps στα 80 MHz. Παράλληλα προστίθεται και η υποστήριξη Bluetooth 4.0, κάτι αρκετά βολικό για τη χρήση αντίστοιχης τεχνολογίας πληκτρολογίου και ποντικιού. Παρά τη σαφή βελτίωση σε ταχύτητα και εμβέλεια που προσφέρει το WLN-M έναντι της ενσωματωμένης λύσης και της σαφώς σημαντικής προσθήκης του Bluetooth 4.0, υπάρχουν αντίστοιχες κάρτες που μπορούν να προσφέρουν σημαντικά μεγαλύτερες ταχύτητες καθώς και Bluetooth 5.0 και θα θέλαμε να δούμε μία από αυτές στο εν λόγω κιτ. Το εξωτερικό Το ίδιο το Shuttle XPC Nano NC10U7 είναι αρκετά κομψό, ξεφεύγοντας από το industrial look της σειράς Slim. Το σασί του αποτελείται από πλαστικό, ελαττώνοντας σημαντικά το βάρος, αλλά και την αντοχή, ενώ μόνο το επάνω καπάκι έχει επίστρωση αλουμινίου, με βουρτσισμένη υφή. Στο εμπρός μέρος βλέπουμε Από αριστερά προς τα δεξιά: 1 θύρα USB 3.2 Gen1 Type A. 1 θύρα USB 3.2 Gen1 Type C. Card Reader. Power button, στα αριστερά του οποίου το μικρό πορτοκαλί LED δραστηριότητας αποθηκευτικού μέσου και στα δεξιά του οποίου το μικρό μπλε LED λειτουργίας. Η αριστερή πλευρά διαθέτει στις 4 άκρες της μπρούτζινα ένθετα σπειρώματα για να βιδώσουν τα 2 πόδια που είδαμε στα παρελκόμενα. Διαθέτει επίσης μία σειριακή θύρα, η οποία φυσικά δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί όταν τοποθετηθούν τα πόδια και το Shuttle XPC Nano NC10U7 τοποθετηθεί όρθιο. Τέλος, διαθέτει γρίλιες εισαγωγής αέρα. Η δεξιά πλευρά διαθέτει τις αντίστοιχες οπές εξαγωγής αέρα. Όταν το Shuttle XPC Nano NC10U7 είναι τοποθετημένο όρθιο, η ροή του ζεστού αέρα είναι από κάτω προς τα επάνω, υποβοηθούμενη συνεπώς από τη φυσική ροή. Στις 2 πλευρές των οπών εξαερισμού διακρίνονται κυκλικές διαμορφώσεις που μπορούν να πιεστούν με ένα κατσαβίδι και να αφαιρεθούν (μόνιμα) ώστε να βιδώσουν οι κεραίες του WLN-M. Τέλος, στο δεξί μέρος αυτής της πλευράς διακρίνεται η οπή για το Kensington Lock. Στο πίσω μέρος του Shuttle XPC Nano NC10U7 συναντάμε την πλειονότητα των θυρών, όπως συνηθίζεται. Έτσι, από αριστερά προς τα δεξιά έχουμε: Θύρα τροφοδοσίας. Θύρα HDMI 2.0a. Θύρα DisplayPort 1.2. Θύρα RJ45 δικτύου 1000Mbps. 2 θύρες USB 2.0. Τετραπολική θύρα ακουστικών / μικροφώνου (hands free), με υποστήριξη και μόνο ακουστικών. Το επάνω μέρος έχει μια όμορφη, βουρτσισμένη υφή, με το λογότυπο της εταιρίας σε λευκό, στο κέντρο. Το κάτω μέρος έχει τις υποδοχές για τα αυτοκόλλητα λαστιχένια ποδαράκια που είδαμε στα παρελκόμενα. Οι 2 από αυτές είναι μαρκαρισμένες με το γράμμα S και κρύβουν τις 2 βίδες που χρειάζεται να αφαιρεθούν για να αποκτήσουμε πρόσβαση στο εσωτερικό. Είναι εμφανές ότι αν κολλήσουμε τα λαστιχένια ποδαράκια, η πρόσβαση αυτή χάνεται. Θα προτιμούσα οι βίδες να μην είναι κάτω από τα ποδαράκια, ώστε να διατηρείται η δυνατότητα παρέμβασης στο εσωτερικό ακόμα και με τα ποδαράκια τοποθετημένα. Στο κέντρο του κάτω μέρους υπάρχουν 2 μπρούτζινα ένθετα σπειρώματα για να βιδώσει η βάση VESA. Ας δούμε τώρα πώς φαίνεται το Shuttle XPC Nano NC10U7 με τις κεραίες του WLN-M τοποθετημένες. Πώς φαίνεται με τη βάση VESA. Και τέλος πώς τοποθετούνται οι βάσεις όρθιας στήριξης και πώς φαίνεται το Shuttle XPC Nano NC10U7 τοποθετημένο όρθιο με αυτές και τις κεραίες του WLN-M. Στην παρακάτω εικόνα από την ιστοσελίδα της εταιρίας βλέπουμε όλα τα εξωτερικά χαρακτηριστικά του Shuttle XPC Nano NC10U7 συγκεντρωμένα, καθώς και τις επιλογές στήριξής του. Το εσωτερικό Η πρόσβαση στο εσωτερικό του Shuttle XPC Nano NC10U7 απαιτεί την αφαίρεση 2 βιδών τύπου PH0 από τις 2 οπές που είδαμε στο κάτω μέρος, σημειωμένες με το γράμμα S. Στη συνέχεια, χρησιμοποιούμε τις 2 υποδοχές για το νύχι που βρίσκονται στην αριστερή πλευρά, κοντά σε 2 από τα μπρούτζινα ένθετα στα οποία βιδώνουν οι βάσεις όρθιας στήριξης, για να αφαιρέσουμε το πάνω και το κάτω καπάκι. Είναι προφανές από τη θέση τους, ότι οι υποδοχές για το νύχι δε θα είναι προσβάσιμες όταν τοποθετηθεί η βάση όρθιας στήριξης. Ας αφαιρέσουμε λοιπόν το κάτω καπάκι. Στην πλευρά αυτή, έχουμε πρόσβαση στην κάρτα ασύρματου δικτύου, που έρχεται προεγκατεστημένη, μία από τις δύο υποδοχές μνήμης SODIMM DDR4 και το καλώδιο σύνδεσης του SATA drive 2,5". Η προεγκατεστημένη κάρτα ασύρματου δικτύου χρησιμοποιεί μόνο μία, ενσωματωμένη στο σασί, κεραία. Ας δούμε τώρα τοποθετημένες τις υποδοχές για τις κεραίες και την κάρτα του WLN-M. Η κάρτα αυτή χρησιμοποιεί 2 κεραίες. Η ενσωματωμένη κεραία παραμένει μη συνδεδεμένη και το καλώδιό της στον αέρα. Η τοποθέτηση των υποδοχών των κεραιών απαιτεί την αφαίρεση της μητρικής, η οποία γίνεται με την αφαίρεση τριών βιδών αλλά θέλει προσοχή λόγω διαφόρων πλαστικών clips και στενότητας χώρου. Ας τοποθετήσουμε και το άρθρωμα της μνήμης. Τέλος, το drive των 2,5" τοποθετείται με τη βάση που είδαμε στα παρελκόμενα. Η βάση στηρίζεται στο κάτω καπάκι με 4 βίδες και το drive στη βάση με άλλες 4 βίδες, 2 από κάθε πλευρά. Το καλώδιο σύνδεσης του drive είναι αρκετά μακρύ και δε δημιουργεί κάποιο πρόβλημα στο άνοιγμα και κλείσιμο. Ας πάμε τώρα στην πάνω πλευρά, όπου έχουμε λιγότερα να κάνουμε. Εδώ το καπάκι είναι απλό και δεν έχει κάποια υποδοχή για κάτι. Στην πλευρά αυτή τοποθετούμε το δεύτερο άρθρωμα μνήμης SODIMM DDR4 και το M.2 drive. Οι πλαστικές καλύπτρες κάνουν την τοποθέτηση των βάσεων των κεραιών του WLN-M αδύνατη από αυτή την πλευρά, εξ ου και η απαραίτητη αφαίρεση της μητρικής που προαναφέραμε. Μεθοδολογία Μετρήσεων Φτάσαμε λοιπόν στην ώρα των μετρήσεων. Για τις ανάγκες της παρουσίασης εξοπλίσαμε το Shuttle XPC Nano NC10U7 με 16 GB μνήμης DDR4-2400 της Crucial και έναν Corsair Force LE200 240GB, οποίος είναι μια ευγενική προσφορά της Corsair και εγκαταστήσαμε την πιο πρόσφατη έκδοση των Windows 10. Τα μετροπρογράμματα που χρησιμοποιήσαμε στη σημερινή παρουσίαση είναι τα ακόλουθα: AIDA64 Engineer Edition v.6.20.5300 το οποίο είναι μια ευγενική προσφορά της Finalwire PCMark 10 Professional Edition v.2.1.2177 το οποίο είναι μία ευγενική προσφορά της UL Benchmarks 3DMark Professional Edition v.2.11.6866 το οποίο είναι μία ευγενική προσφορά της UL Benchmarks Cinebench R20 & R15, SuperPI Mod 1.5, WPrime 2.10 & Fritz Chess Benchmark Ας δούμε λοιπόν πώς τα πήγε το Shuttle XPC Nano NC10U7 με τον Intel Core i7-8565U (ULV) και τα 16GB RAM DDR4-2400 στις ενότητες που ακολουθούν. AIDA64 Ξεκινάμε τις μετρήσεις μας με το AIDA64, όπου ο χαμηλής κατανάλωσης Core i7 του Shuttle XPC Nano NC10U7 νικάει κατά κράτος και ως ήταν αναμενόμενο τον χαμηλής κατανάλωσης Core i3 του Shuttle XPC Slim DS10U3. Εννοείται βέβαια ότι στη μεγάλη πλειοψηφία των μετρήσεων δεν μπορεί να φτάσει τον Desktop Core i3 του Shuttle XPC SLim DH310, καθώς η διαφορά του TDP, 15W με 65W είναι κάτι που δεν μπορεί να αγνοηθεί. Σε απόδοση προς κατανάλωση όμως, ο Intel Core i7-8565U (ULV) του Shuttle XPC Nano NC10U7 είναι σαφώς η καλύτερη από τις 3 επιλογές. Οι διαφορές στην απόδοση της μνήμης είναι σαφώς μικρότερες και όχι σημαντικές. PCMark10 Το PCMark10 μας δίνει μια πιο συνολική εικόνα των επιδόσεων που μπορούμε να περιμένουμε από το Shuttle XPC Nano NC10U7 και όχι μόνο των επιδόσεων του επεξεργαστή. Έγιναν οι μετρήσεις του Extended Test καθώς και του Applications Test το οποίο μετράει τις επιδόσεις στο MS Office 2019. Οι διαφορές εδώ δεν είναι πολύ μεγάλες και εξαρτώνται από το πού βασίζεται το κάθε τεστ, καθώς κάποια βασίζονται σε επιδόσεις ενός μόνο πυρήνα και εξαρτώνται αποκλειστικά από τη συχνότητα και άλλες εκμεταλλεύονται όλους τους πυρήνες και μετρούν συνολική επεξεργαστική ισχύ. 3DMark Χωρίς μεγάλες προσδοκίες ή απαιτήσεις από τα ενσωματωμένα στον επεξεργαστή γραφικά των εν λόγω υλοποιήσεων, τρέξαμε 5 από τις δοκιμές του 3DMark. Λοιπές μετρήσεις CPU Κλείνουμε τις μετρήσεις με μερικά ακόμη δημοφιλή benchmarks. Κατανάλωση - Θερμοκρασίες - Χρονισμοί - Θόρυβος Σε ένα σύστημα χαμηλής κατανάλωσης όπως το Shuttle XPC Nano NC10U7, η κατανάλωση, οι θερμοκρασίες και ο θόρυβος παίζουν συνήθως σημαντικότερο ρόλο από τις επιδόσεις. Στο παρακάτω διάγραμμα βλέπουμε ότι η κατανάλωση του Shuttle XPC Nano NC10U7, ειδικά υπό πλήρες φορτίο CPU και GPU, του χαρίζει άνετα τον τίτλο της καλύτερης υλοποίησης όσον αφορά το λόγο απόδοσης προς κατανάλωση. Παρακάτω βλέπουμε τα αποτελέσματα του stress test του AIDA64 όπως αυτό χρησιμοποιήθηκε για την παραπάνω μέτρηση. Η δοκιμασία πραγματοποιήθηκε για 20 λεπτά, με θερμοκρασία περιβάλλοντος 20°C. Παρατηρούμε τα εξής ενδιαφέροντα: Το σύστημα ψύξης, το οποίο όπως είδαμε στις φωτογραφίες είναι τύπου φορητού υπολογιστή (Laptop), διατήρησε τον επεξεργαστή σε αποδεκτές θερμοκρασίες, με το θερμότερο πυρήνα να φτάνει έως και τους 82°C, ενώ παράλληλα οι στροφές του ανεμιστήρα έφτασαν έως και τις 4821rpm. Ο εν λόγω ανεμιστήρας δοκιμάστηκε σε πλήρη ισχύ, μέσω επιλογής στο BIOS, και μπορεί να φτάσει έως και τις 5921rpm, γεγονός που σημαίνει ότι το σύστημα είχε περιθώρια περαιτέρω ψύξης, αλλά το προφίλ επιλέγει να διατηρεί αυτή την ασφαλή θερμοκρασία στον επεξεργαστή, διατηρώντας παράλληλα το θόρυβο σε αποδεκτά επίπεδα. Όσοι έχουν Laptop και κάποιο λογισμικό με το οποίο βλέπουν της στροφές του ανεμιστήρα, γνωρίζουν ότι στις 4821rpm, το σύστημα ψύξης κάνει αισθητή την παρουσία του. Δεν είναι ανυπόφορο αλλά σε καμία περίπτωση δεν είναι αθόρυβο. Οφείλουμε πάντως να πούμε ότι σε φυσιολογική χρήση οι στροφές ήταν πολύ χαμηλότερες και ο θόρυβος δυσδιάκριτος. Η συνολική κατανάλωση του επεξεργαστή παραμένει εντός του TDP των 15W το οποίο μοιράζεται μεταξύ των IA cores (x86) και των GT cores (γραφικά) σχεδόν εξ ίσου, με το μέσο όρο να δίνει περισσότερη ισχύ στους πυρήνες των γραφικών. Η μέση συχνότητα των IA Cores είναι κάτω από τη Base Frequency του Intel Core i7-8565U (ULV), που είναι 1800MHz, στα 1495,9Mhz, κάτι που γεννά ερωτήματα. Για να λυθούν τα ερωτήματα που προκαλεί το τελευταίο σημείο της ανάλυσης του παραπάνω πίνακα, τρέξαμε το Stress Test του AIDA64 χωρίς να στρεσάρουμε τους πυρήνες των γραφικών. Θερμοκρασίες και θόρυβος παρέμειναν στα ίδια επίπεδα αλλά η κατανάλωση του επεξεργαστή, αν και χαμηλότερη, στα 12W, τα έδωσε όλα στους IA cores, επιτρέποντάς τους να φτάσουν σε μια μέση συχνότητα 2244.3Mhz, πάνω δηλαδή από τη Base Frequency του Intel Core i7-8565U (ULV). Πρόκειται λοιπόν για περιορισμό του ίδιου του επεξεργαστή που όταν δουλεύουν και οι πυρήνες των γραφικών στο φουλ, η ισχύς που παρέχεται στους πυρήνες x86 δεν επαρκεί για την πλήρη εκμετάλλευσή τους. Αξίζει να σημειωθεί ότι και στις δύο δοκιμασίες, το σύστημα ψύξης έκανε καλά τη δουλειά του και δεν υπήρξε καθόλου throttling. Παρακάτω βλέπουμε τα αναλυτικά γραφήματα που παράγει το PCMark 10 κατά τις δοκιμασίες Extended και Application που εκτελέσαμε. Ο λόγος που τα παραθέτουμε είναι ότι δείχνουν την κατανάλωση του επεξεργαστή να ξεπερνάει τα 15W που μέτρησε το AIDA64 (τα οποία συμφωνούν με το 15W TDP του Intel Core i7-8565U) και να αγγίζουν στιγμιαία έως και τα 30W. Πρόκειται για λάθος μέτρηση του PCMark10 ή έχει χρησιμοποιήσει η Shuttle την επιλογή που δίνει η Intel για TDP up ώστε να ανεβάσει το TDP στα 25W; Επικοινωνήσαμε με τον αντιπρόσωπο της Shuttle για να λύσουμε την παραπάνω απορία, ο οποίος μας διαβεβαίωσε πέρα από κάθε αμφιβολία ότι το TDP του Intel Core i7-8565U (ULV) στην υλοποίηση του Shuttle XPC Nano NC10U7 είναι 15W και συνεπώς το AIDA64 είχε τη σωστή μέτρηση ενώ το PCMark10 τη λανθασμένη. Επίλογος Στο δια ταύτα λοιπόν. Το Shuttle XPC Nano NC10U7 είναι ένα δυνατό για τις διαστάσεις του, αλλά κυρίως για την κατανάλωσή του, barebone, που φιλοξενεί τον χαμηλής κατανάλωσης Intel 8ης γενιάς Core i7-8565U (ULV) με TDP 15W. Χρησιμοποιεί μνήμες τύπου SO-DIMM DDR4 με συνολική μέγιστη χωρητικότητα τα 32GB και διαθέτει μία θύρα M.2 για SSD τύπου NVMe PCIe 3.0 x4 ή SATA 3.0, μία θύρα SATA για ένα drive 2,5" ύψους 15mm και μία ακόμα θύρα Μ.2 που μπορεί να φιλοξενήσει ένα WiFi / Bluetooth module, η οποία έρχεται κατειλημμένη από ένα WiFi module μέγιστης ταχύτητας 150Mbps, χωρίς bluetooth. Έχει μια πληθώρα εξωτερικών συνδέσεων, που περιλαμβάνουν 1 Display Port 1.2 και 1 HDMI 2.0a, συνεπώς μπορεί να συνδεθεί με 2 μόνιτορ ταυτόχρονα, που μπορεί να υποστηρίζουν μέχρι και ανάλυση 4K στα 60Hz. Διαθέτει επίσης 2 θύρες USB 3.2 Gen.1 στην πρόσοψη, εκ των οποίων η μία Type C, 2 θύρες USB 2.0 στο πίσω μέρος και κάρτα δικτύου 1Gbps. Τέλος, διαθέτει 1 σειριακή θύρα (θα εκπλαγείτε πόσο χρησιμοποιούνται ακόμα σε επαγγελματικές εφαρμογές) ενώ το κερασάκι στην τούρτα είναι το SD Card reader της πρόσοψης. Το πιο εντυπωσιακό χαρακτηριστικό όμως του Shuttle XPC Nano NC10U7 είναι ότι είναι κατασκευασμένο για να λειτουργεί συνεχώς, 24 ώρες την ημέρα, 7 ημέρες την εβδομάδα, ακόμα και σε θερμοκρασίες περιβάλλοντος που φτάνουν τους 40 βαθμούς Κελσίου. Συνεπώς μιλάμε για εξαιρετική ποιότητα κατασκευής και μεγάλη διάρκεια ζωής. Αξιοσημείωτο είναι επίσης ότι το Shuttle XPC Nano NC10U7 υποστηρίζει drives 2,5" ύψους έως και 15mm, συνεπώς αυτή τη στιγμή χωρητικότητας έως και 5TB, ενώ οι περισσότερες συσκευές μικρού μεγέθους υποστηρίζουν drives 2,5" ύψους έως 12,5mm, κάτι που περιορίζει τη χωρητικότητα σε έως και 2TB. Κατά το χρόνο συγγραφής του παρόντος review, δεν μπορέσαμε να εντοπίσουμε το Shuttle XPC Nano NC10U7 σε κάποιο Ελληνικό κατάστημα. Η τιμή του στα καταστήματα της Γερμανίας ξεκινάει από τα 562,72 ευρώ συμπεριλαμβανομένου του ΦΠΑ, συνεπώς περιμένουμε κάτι αντίστοιχο και στην Ελληνική αγορά. Το κόστος σαφώς δεν είναι χαμηλό και αυτό οφείλεται εν μέρει και στην εξαιρετική ποιότητα κατασκευής που απαιτείται για να δοθεί εγγύηση χρήσης 24/7, αλλά κυρίως στο κόστος του Intel Core i7-8565U (ULV). Για να λειτουργήσει το Shuttle XPC Nano NC10U7 θα χρειαστεί τουλάχιστον 100 ευρώ ακόμα, για μνήμη και SSD, ενώ η προτεινόμενη αναβάθμιση του WiFi με το κιτ WLN-M έχει κόστος που ξεκινάει από ακόμη 28,99 ευρώ. Προσθέστε και ένα μηχανικό δίσκο για μεγάλο, έως και 5TB αποθηκευτικό χώρο και καταλαβαίνετε ότι το κόστος γίνεται ακόμα πιο μεγάλο. Ως ανταμοιβή, θα έχετε ένα ιδιαίτερα μικρό, εξαιρετικά αξιόπιστο σύστημα που μπορεί να ανταποκριθεί σε οποιαδήποτε οικιακή (εκτός από gaming) και αρκετές επαγγελματικές απαιτήσεις, με ελάχιστη κατανάλωση. Συνοψίζοντας λοιπόν, τα θετικά και τα αρνητικά του Shuttle XPC Nano NC10U7 είναι τα εξής Ο Kαλός Υψηλή ποιότητα υλικών και κατασκευής Μικρό μέγεθος Πολύ χαμηλή κατανάλωση 2 θύρες USB 3.2 Gen.1 και Card Reader μπροστά Θύρες Displayport 1.2 και 1 HDMI 2.0a με δυνατότητα σύνδεσης 2 οθονών ταυτόχρονα στα 4K 60Hz Δυνατότητα σύνδεσης μονάδας αποθήκευσης M.2 (NVMe PCIe 3.0 x4 ή SATA) και 2,5" SATA 3.0 Υποστηριζόμενο ύψος 15mm για τη μονάδα αποθήκευσης 2,5" με αποτέλεσμα η υποστηριζόμενη χωρητικότητα να φτάνει τα 5TB Ενσωματωμένο WiFi με εσωτερική κεραία και δυνατότητα αναβάθμισης με το κιτ WLN-M Πολύ εύκολη εγκατάσταση υποσυστημάτων Ο Κακός Κόστος Η τοποθέτηση των εξωτερικών κεραιών του προαιρετικού κιτ αναβάθμισης WLN-M απαιτεί αφαίρεση της μητρικής Μόνο 1 USB 3.2 Gen1 Type Α και 1 USB 3.2 Gen1 Type C στην πρόσοψη και 2 θύρες USB 2.0 στο πίσω μέρος Ο Αδιάφορος Δε βρήκαμε κάτι αδιάφορο Με βάση λοιπόν όλα τα παραπάνω, η βαθμολογία του Shuttle XPC Nano NC10U7 είναι :  TheLAB.GR Ευχαριστούμε θερμά την Shuttle για την παραχώρηση του δείγματος της δοκιμής Πολύμερος Αχανιώτης 3/3/2020
  4. Εισαγωγή Το 2018 σας είχαμε παρουσιάσει τη ναυαρχίδα των πληκτρολογίων της Corsair, το Corsair K95 RGB Platinum. Οι εντυπώσεις που μας είχε αφήσει ήταν άριστες και οι προτάσεις μας για πιθανές βελτιώσεις του προϊόντος, λιγοστές. Είναι αυτονόητο ότι όταν η Corsair ανακοίνωσε τον αντικαταστάτη του, το Corsair K95 RGB Platinum XT, κανονίσαμε με συνοπτικές διαδικασίες να βρεθεί άμεσα στον πάγκο των δοκιμών μας. Η διαφορά των μόλις 2 χαρακτήρων στο όνομα του προϊόντος μας προϊδεάζει για αντίστοιχα μικρές αλλαγές στο ίδιο το προϊόν. Κάτι που άλλωστε δεν είναι κακό, καθώς το συγκεκριμένο πληκτρολόγιο ήταν ήδη εξαιρετικό. Ας δούμε λοιπόν τι αλλαγές και βελτιώσεις έκανε η Corsair στη ναυαρχίδα των πληκτρολογίων της και αν οι προτάσεις μας εισακούστηκαν. Χαρακτηριστικά Τα χαρακτηριστικά του Corsair K95 RGB Platinum XT συνοψίζονται στον παρακάτω πίνακα: Όπως βλέπετε, η έκδοση του Corsair K95 RGB Platinum XT που παραλάβαμε χρησιμοποιεί διακόπτες Cherry MX Speed. Όλες οι εκδόσεις διαθέτουν φωτισμό RGB, έχουν 1000Hz report rate και Full Key Matrix (NKRO) με 100% anti-ghosting. Δηλαδή, σε απλά Ελληνικά, μπορείτε να πατήσετε ταυτόχρονα όλους του, τους ποικιλοτρόπως φωτισμένους, Cherry MX Speed διακόπτες και όλες οι ενεργοποιήσεις των διακοπτών θα καταγραφούν ταυτόχρονα, χωρίς απώλειες, με ρυθμό δειγματοληψίας 1000 φορές το δευτερόλεπτο! Η Πρώτη Επαφή Το Corsair K95 RGB Platinum XT έρχεται σε ένα πολυτελές, ιλουστρασιόν κουτί που τονίζει τον RGB φωτισμό του. Καθώς είμαι κάτοικος Ηνωμένου Βασιλείου, η αποθήκη της Corsair μου έστειλε πληκτρολόγιο με UK layout πλήκτρων, που είναι ελαφρώς διαφορετικό από το NA (North America) που χρησιμοποιείται στην Ελλάδα, αλλά τα χαρακτηριστικά του πληκτρολογίου είναι τα ίδια και δε θα αλλάξει κάτι στο review. Στο πίσω μέρος αναγράφονται τα βασικά χαρακτηριστικά του πληκτρολογίου σε 8 γλώσσες, μη συμπεριλαμβανομένης της Ελληνικής. Αναφέρεται επίσης ότι περιέχει και 6 S keycaps, με τα οποία μπορούμε να αντικαταστήσουμε τα 6 G keycaps των προγραμματιζόμενων πλήκτρων. Ο λόγος είναι ότι το Corsair K95 RGB Platinum XT υποστηρίζεται πλέον από το λογισμικό Elgato Stream Deck, μέσω του οποίου μπορούμε να αντιστοιχίσουμε λειτουργίες του εν λόγω λογισμικού στα προγραμματιζόμενα πλήκτρα του πληκτρολογίου της Corsair. Πολύ ενδιαφέρουσα κίνηση και θα ήταν ακόμα πιο ενδιαφέρον αν το λογισμικό Elgato Stream Deck ενσωματωθεί στο iCUE. Αφαιρώντας το καπάκι, βλέπουμε το πληκτρολόγιο προστατευμένο σε διαφανές νάιλον. Κάτω από το πληκτρολόγιο κρύβεται το wrist rest (ή επί το επιστημονικότερον, ακουμπιστήρι καρπών) και ένα κουτί με τα υπόλοιπα παρελκόμενα. Τα παρελκόμενα αποτελούνται από τα γνωστά φυλλάδια της εγγύησης και του Manual, ένα πλήρες Corsair Gaming Performance FPS/MOBA Key Kit — Grey σε bulk συσκευασία και τα 6 S keycaps μαζί με ένα keycap με το λογότυπο της Corsair. Το Corsair K95 RGB Platinum XT είναι ένα πλήρους μεγέθους πληκτρολόγιο, με μια επιπλέον στήλη προγραμματιζόμενων μηχανικών πλήκτρων στο αριστερό του άκρο και ακόμα κάποια πλήκτρα στο πάνω μέρος του, που κάνουν τη ζωή μας πιο εύκολη: Στα αριστερά βλέπουμε 3 πλήκτρα: Το πρώτο είναι αυτό της επιλογής των hardware προφίλ, τα οποία είναι 5 και μπορούν να προγραμματιστούν μέσω του λογισμικού iCUE αλλά να χρησιμοποιηθούν και χωρίς αυτό, κάνοντας το πληκτρολόγιο εύκολα μεταφέρσιμο και ικανό να χρησιμοποιηθεί, με τα προφίλ αυτά, σε οποιονδήποτε υπολογιστή, χωρίς τη χρήση του λογισμικού. Το δεύτερο είναι για την επιλογή της έντασης του φωτισμού, πάλι χωρίς το λογισμικό, ενώ το τρίτο είναι το πλήκτρο που απενεργοποιεί τα Windows Keys, για να μην πατηθούν κατά λάθος κατά τη διάρκεια κάποιου παιχνιδιού και επιτελεί ακόμα κάποιες λειτουργίες που θα δούμε στην ανάλυση του iCUE. Στα δεξιά, πάνω από το αριθμητικό πληκτρολόγιο, βρίσκουμε μια πλήρη σειρά από multimedia keys, συμπεριλαμβανομένου ενός volume roller, με ωραία, tactile αίσθηση. Το υλικό κατασκευής του πάνω μέρους του Corsair K95 RGB Platinum XT είναι το αλουμίνιο και σε συνδυασμό με τη βουρτσισμένη υφή του δίνει ένα εξαιρετικό, ποιοτικό και αισθητικό αποτέλεσμα. Το καλώδιο είναι μακρύ, στα 1,8 μέτρα, και χωρίζεται στο τέλος σε 2 βύσματα USB, το ένα για το πληκτρολόγιο και το άλλο για το USB pass through. Στο πίσω μέρος βλέπουμε μόνο την έξοδο του καλωδίου και τη θύρα του USB pass through. To USB pass through είναι μια πολύ βολική προσθήκη. Πρόκειται ουσιαστικά για μια προέκταση USB που ενσωματώνεται στο καλώδιο του πληκτρολογίου και παρέχει μια πολύ βολική θύρα USB ακριβώς πάνω στο πληκτρολόγιο. Δυστυχώς, πρόκειται για θύρα προδιαγραφών USB 2.0 και συνεπώς είναι μια χαρά για κάποιο ποντίκι, ακουστικά και λοιπά παρελκόμενα, αλλά όχι η καλύτερη λύση για κάποιο σύγχρονο εξωτερικό δίσκο, καθώς θα περιορίσει σημαντικά την ταχύτητά του. Το καλώδιο είναι αρκετά παχύ και με καλής ποιότητας sleeving. Στις 4 γωνίες του κάτω μέρους διακρίνουμε μεγάλα ελαστικά ποδαράκια που σταθεροποιούν το πληκτρολόγιο πολύ καλά, ενώ τα 2 πίσω εμπεριέχουν αναδιπλούμενα τμήματα που μπορούν να ανυψώσουν το πίσω μέρος του. Στο κέντρο του πληκτρολογίου υπάρχουν κανάλια με σκοπό τη δρομολόγηση του καλωδίου που θα συνδεθεί στην υποδοχή του USB pass through. Στο εμπρός μέρος υπάρχουν 2 υποδοχές για τη σύνδεση του wrist rest. Το wrist rest είναι σημαντικά αναβαθμισμένο σε σχέση με τον προκάτοχο του Corsair K95 RGB Platinum XT, καθώς επενδύεται από δερματίνη και περιέχει αφρολέξ που κάνει τη χρήση του πληκτρολογίου σημαντικά πιο άνετη και ξεκούραστη. Το υλικό κάτω από το μαξιλαράκι της δερματίνης παραμένει πλαστικό, το οποίο αν και καλής ποιότητας, δεν είναι το ίδιο με το αλουμινένιο σώμα του ίδιου του πληκτρολογίου. Θα ήθελα, τουλάχιστον το πλαίσιο που φαίνεται γύρω από τη δερματίνη να είναι από αλουμίνιο, όπως και το ίδιο το πληκτρολόγιο. Η προσθήκη και αφαίρεση του wrist rest γίνεται πολύ εύκολα, όπως φαίνεται στις παρακάτω φωτογραφίες. Το Corsair K95 RGB Platinum XT δείχνει πολύ όμορφο με το wrist rest και η άνεση της χρήσης του βελτιώνεται σημαντικά. Μεγάλη αναβάθμιση σε σχέση με τον προκάτοχο του αποτελούν και τα keycaps του Corsair K95 RGB Platinum XT. Φαίνεται ότι η τοποθέτησή μας στο review του Corsair K95 RGB Platinum πως η ναυαρχίδα των πληκτρολογίων της εταιρίας θα έπρεπε να διαθέτει και τα καλύτερα keycaps που προσφέρει η εταιρία εισακούστηκε. Έτσι, το Corsair K95 RGB Platinum XT έρχεται με PBT Double Shot Keycaps! Οι διακόπτες που κρύβονται κάτω από αυτά, στο δείγμα μας, είναι οι Cherry MX Speed αλλά το πληκτρολόγιο διατίθεται και με Cherry MX Brown και Cherry MX Blue. Τα PBT Double Shot Keycaps είναι μεγάλη αναβάθμιση σε σχέση με τα τυπικά ABS keycaps, τόσο στην ποιότητα και την αίσθηση, όσο και στην αντοχή στη χρήση και το χρόνο. Δυστυχώς, τα G keys δε διαθέτουν PBT Double Shot Keycaps. Φινίρισμα Το φινίρισμα του Corsair K95 RGB Platinum XT είναι αντάξιο του κορυφαίου προϊόντος μιας κορυφαίας εταιρίας. Από το αλουμινένιο σώμα μέχρι την εξαιρετική ανοδίωση και τα PBT Double Shot Keycaps, το πληκτρολόγιο είναι άριστο από όλες τις απόψεις. Ακόμη και το wrist rest έχει βελτιωθεί σημαντικά και είναι το καλύτερο που έχουμε δοκιμάσει έως σήμερα σε οποιοδήποτε πληκτρολόγιο. Συνδεσιμότητα Η σύνδεση του Corsair K95 RGB Platinum XT με τον υπολογιστή γίνεται μέσω καλωδίου USB, μήκους 1,8 μέτρων. Το καλώδιο είναι αρκετά παχύ, επενδεδυμένο με καλής ποιότητας sleeving και καταλήγει σε 2 βύσματα, το ένα για τη σύνδεση του πληκτρολογίου στον υπολογιστή και το άλλο για το USB pass through. Τα βύσματα είναι από ποιοτικό πλαστικό και έχουν τη λειτουργία (πληκτρολόγιο και pass through) χαραγμένη στη μία πλευρά και το λογότυπο της Corsair στην άλλη. Τα βύσματα είναι σχετικά μακρυά, οπότε ίσως χρειαστεί λίγη προσοχή αν το πίσω μέρος του υπολογιστή είναι πολύ κοντά σε κάποιο τοίχο. Επιπλέον Keycaps Όπως είδαμε, η συσκευασία του Corsair K95 RGB Platinum XT περιλαμβάνει κάποια επιπλέον keycaps, σε 2 πακέτα. Το ένα πακέτο περιλαμβάνει τα 6 S keycaps που μπορούν να αντικαταστήσουν τα G keycaps των 6 προγραμματιζόμενων πλήκτρων της αριστερής στήλης. Φυσικά, τα kecaps δεν αλλάζουν τη λειτουργικότητα των πλήκτρων, αλλά τονίζουν τη δυνατότητα συνεργασίας του πληκτρολογίου με το λογισμικό Elgato Stream Deck. Έτσι, S σημαίνει Streaming, καθώς οι περισσότερες δυνατότητες που προσφέρει το εν λόγω λογισμικό αφορούν ακριβώς αυτό. Έχουμε λοιπόν 6 ελαφρώς φαρδύτερα πλήκτρα, όπως και τα αρχικά G keys, με μπλε χρωματισμό. Μαζί, και ένα keycap με το λογότυπο της Corsair. Τα S keycaps είναι κατασκευασμένα από ABS πλαστικό, όπως και τα G keycaps και αποτελούνται από 2 τμήματα. Το πλήκτρο με το λογότυπο της εταιρίας είναι ένα τυπικό ABS keycap. Θα προτιμούσαμε βέβαια PBT Double Shot Keycaps και εδώ, αλλά καθώς πρόκειται για πλήκτρα περιορισμένης χρήσης και παραγωγής, το κόστος θα ήταν μάλλον πολύ μεγάλο. Το δεύτερο σετ είναι το Corsair Gaming Performance FPS/MOBA Key Kit — Grey και μπορείτε να δείτε σχετικές λεπτομέρειες στο παραπάνω link. Περιέχει και έναν απλό και λειτουργικό εξωλκέα για να αλλάζετε εύκολα τα keycaps. Καθώς το σετ αφορά 2 configurations, FPS και MOBA, έχει το γράμμα W και το γράμμα D από 2 φορές. Το D μάλιστα με διαφορετικές κλίσεις, καθώς στο FPS configuration (WASD) το χρειαζόμαστε ανυψωμένο από δεξιά και στο MOBA configuration (QWERDF) ανυψωμένο από αριστερά. Έτσι το σετ περιλαμβάνει και τα 2 πλήρη keysets, και μπορούν να χρησιμοποιηθούν ταυτόχρονα, σε ξεχωριστά πληκτρολόγια. Τα πλήκτρα του σετ είναι όμοιας κατασκευής με τα G και τα S keys. Εδώ βλέπουμε τις διαφορές ανάμεσα στα PBT Double Shot Keycaps (ESC), τα ABS keycaps (Λογότυπο) και τα ειδικής κατασκευής ABS keycaps 2 τμημάτων (W). Και τις αντίστοιχες διαφορές στη μάζα τους. Τα G και S keys έχουν μεγαλύτερη μάζα από τα υπόλοιπα ABS πλήκτρα 2 τμημάτων, λόγω μεγαλύτερου μεγέθους, αλλά και πάλι σημαντικά μικρότερη από τα PBT Double Shot Keycaps. Παίρνουμε λοιπόν το βολικό key puller και... Δοκιμάζουμε διάφορα configurations με τα επιπλέον πλήκτρα. Πλήκτρα Cherry MX Speed Όπως έχουμε πει, το Corsair K95 RGB Platinum XT χρησιμοποιεί διακόπτες Cherry MX Speed. Τα βασικά χαρακτηριστικά αυτών των διακοπτών φαίνονται στον παρακάτω πίνακα. Πρόκειται για διακόπτες που σε αντίθεση με τα άλλα μοντέλα της εταιρίας τα οποία ενεργοποιούνται αφού διανύσουν 2 χιλιοστά κατά το πάτημα, ενεργοποιούνται μόλις στα 1,2 χιλιοστά, δίνοντας ταχύτερη ανταπόκριση και ένα απειροελάχιστο πλεονέκτημα στους hardcore gamers. Τα υπόλοιπα χαρακτηριστικά τους θυμίζουν τους διακόπτες Cherry MX Red, καθώς έχουν την ίδια operating force και δε διαθέτουν απτικό ή ηχητικό feedback. Το παρακάτω διάγραμμα δείχνει το σημείο ενεργοποίησης και επαναφοράς του διακόπτη. Φωτισμός RGB Ο φωτισμός του Corsair K95 RGB Platinum XT είναι απόλυτα ελεγχόμενος σε χρώμα και ένταση, μέσω του λογισμικού iCUE. Εκτός από το κάθε πλήκτρο ξεχωριστά, υπάρχει και μια φωτεινή γραμμή στο πάνω μέρος του πληκτρολογίου, η οποία χωρίζεται σε 19 ζώνες. Οι 3 κεντρικές περιλαμβάνουν και το λογότυπο της εταιρίας, το οποίο επίσης φωτίζεται. Ο φωτισμός είναι ζωηρός και φωτεινός ακόμα και την ημέρα. Λογισμικό iCUE Ένα από τα πιο δυνατά σημεία του Corsair K95 RGB Platinum XT , όπως και όλων των πληκτρολογίων της Corsair, είναι το λογισμικό ελέγχου, που ονομάζεται iCUE. Η πρώτη καρτέλα του λογισμικού ονομάζεται Home και εκεί βλέπουμε όλες τις υποστηριζόμενες συσκευές στο σύστημά μας. Επιλέγοντας κάποια, βλέπουμε τα προφίλ που έχουμε ρυθμίσει για αυτή, είτε software, είτε αποθηκευμένα στη μνήμη της συσκευής, αν έχει. Βλέπουμε λοιπόν αριστερά ένα software προφίλ που έφτιαξα και τα 5 που αποθηκεύονται στη μνήμη του πληκτρολογίου και τα οποία μας ακολουθούν όπου και αν συνδέσουμε το πληκτρολόγιο και δεν απαιτούν την ύπαρξη του iCUE για να λειτουργήσουν. Το κάθε προφίλ μπορούμε να το συνδέσουμε με κάποιο πρόγραμμα, ώστε να φορτώνεται αυτόματα όταν το πρόγραμμα αυτό τρέχει και είναι στο προσκήνιο. Μπορούμε επίσης να του ορίσουμε κάποιο custom εικονίδιο και φόντο. Αυτό ισχύει τόσο στα software όσο και στα hardware προφίλ. Σε κάθε προφίλ μπορούμε επίσης να ορίσουμε μια μεγάλη ποικιλία από Actions (ενέργειες), τις οποίες φυσικά δε θα αναλύσουμε διεξοδικά εδώ γιατί δεν είναι αυτός ο σκοπός του review. Μπορείτε όμως και μόνο από τους τίτλους που φαίνονται στη φωτογραφία να καταλάβετε ότι οι δυνατότητες είναι πάρα πολλές. Μπορούμε ακόμη να σώσουμε κάποια Actions στη σχετική βιβλιοθήκη για να τα χρησιμοποιούμε σε όποια προφίλ θέλουμε. Παρόμοια ποικιλία βρίσκουμε και στα Lighting Effects (Εφέ Φωτισμού). Μπορούμε να έχουμε πολλαπλά επίπεδα (layers) φωτισμού και υπάρχει φυσικά και εδώ η σχετική βιβλιοθήκη. Στο μενού Performance (Επιδόσεων) μπορούμε να ορίσουμε τι ακριβώς κλειδώνει το πλήκτρο Win Lock, καθώς μπορεί να απενεργοποιήσει όχι μόνο τα Windows Keys αλλά και άλλους συνδυασμούς πλήκτρων που βλέπετε στην εικόνα. Εκεί ορίζουμε επίσης και τις χρωματικές ενδείξεις του Win Lock, του πλήκτρου ελέγχου της έντασης της φωτεινότητας και της επιλογής προφίλ. Τέλος, στο μενού Onboard Profiles (Ενσωματωμένα Προφίλ, μπορούμε να σβήσουμε ή να αντικαταστήσουμε με το τρέχον προφίλ οποιοδήποτε από τα 5 hardware προφίλ της συσκευής. Περνάμε στη δεύτερη καρτέλα, το Dashboard, όπου μπορούμε να δούμε πληροφορίες για το σύστημά μας και τις υποστηριζόμενες συσκευές. Η τρίτη καρτέλα, αυτή του Instant Lighting (Στιγμιαίου Φωτισμού) αλλάζει άμεσα το φωτισμό σε ένα από τα διαθέσιμα στατικά χρώματα, σε όλες τις υποστηριζόμενες συσκευές. Η τελευταία καρτέλα είναι αυτή των Settings (Ρυθμίσεις). Το πάνω κομμάτι αφορά τις ρυθμίσεις της επιλεγμένης συσκευής ενώ το κάτω του λογισμικού iCue. Το κάτω κομμάτι έχει 4 καρτέλες. Εδώ βλέπουμε την General (Γενικά). Υπάρχει ακόμα η OSD που αφορά το On Screen Display... ...η Dashboard που αφορά το φόντο στην ομώνυμη καρτέλα που είδαμε... ...και η Sensor Logging που αφορά την καταγραφή των αισθητήρων που υποστηρίζει το iCUE. Από το μενού του iCUE στο system tray, μπορούμε να ενεργοποιήσουμε το iCUE Space... ...το οποίο μας δείχνει τις ίδιες πληροφορίες με το Dashboard, αλλά κάθεται στο δεξί μέρος του desktop μας, ακόμα και με το iCUE στο παρασκήνιο. Η Corsair έχει καταφέρει να συνδυάσει την πληρότητα στις λειτουργίες με την απλότητα χρήσης στο iCUE και αυτό είναι πάντα η συνταγή της επιτυχίας. Γι αυτό και το iCUE αποτελεί ένα από τα ισχυρά χαρτιά της εταιρίας όσον αφορά τις υποστηριζόμενες συσκευές της. Λογισμικό Stream Deck Ένα σημαντικό πλεονέκτημα του Corsair K95 RGB Platinum XT είναι η υποστήριξη των λειτουργιών του λογισμικού Stream Deck, το οποίο είχαμε δει αναλυτικά στο review του Elgato Stream Deck XL. Για να λειτουργήσει το παραπάνω, χρειάζεται να έχουμε τις τελευταίες εκδόσεις του Strem Deck και του iCUE και να ενεργοποιήσουμε την επιλογή Enable SDK στα settings του iCUE. Έχοντας καλύψει αυτές τις προϋποθέσεις, το Strem Deck μας δίνει τη δυνατότητα να αντιστοιχίσουμε λειτουργίες του στα 6 προγραμματιζόμενα G keys, ή εν προκειμένω S keys, εκ του Streaming, με τα μπλε keycaps. Τις λειτουργίες που μπορεί να μας προσφέρει το Stream Deck μπορείτε να τις δείτε αναλυτικά στο review του Elgato Stream Deck XL. Η υποστήριξη του Stream Deck είναι διαθέσιμη για όλη τη σειρά των K95 πληκτρολογίων της Corsair. Δοκιμές Στις δοκιμές που κάναμε, το Corsair K95 RGB Platinum XT τα πήγε εξαιρετικά. Το NKRO επιβεβαιώθηκε, αφού όπως μπορείτε να δείτε, μπορέσαμε να καταγράψουμε όλα τα πλήκτρα του πληκτρολογίου ταυτόχρονα. Ο έλεγχος για ghosting δεν έδειξε το παραμικρό πρόβλημα, κάτι που ήταν αναμενόμενο και από τα επιτυχή αποτελέσματα της λειτουργίας NKRO. Δοκιμάστηκαν όλοι οι δυνατοί συνδυασμοί πλήκτρων που τυπικά μπορεί να προκαλούν ghosting και μπορέσαμε να γράψουμε τη φράση "THE QUICK BROWN FOX JUMPS OVER THE LAZY DOG" κρατώντας πατημένα και τα 2 πλήκτρα Shift ταυτόχρονα. Η πληκτρολόγηση ήταν ιδιαίτερα ευχάριστη και η ποιότητα κατασκευής κορυφαία. Τόσο στη χρήση σε παιχνίδια όσο και στη συγγραφή του παρόντος review, το Corsair K95 RGB Platinum XT δεν άφησε κανένα παράπονο. Εν κατακλείδι Θυμάμαι στο review του Corsair K95 RGB Platinum ότι ο επίλογος ήταν διθυραμβικός, για ένα πραγματικά εξαιρετικό προϊόν και οι προτάσεις για βελτίωση λίγες. Τι θα μπορούσα λοιπόν να πω στον επίλογο του Corsair K95 RGB Platinum XT που έχει διατηρήσει όλα τα εξαιρετικά χαρακτηριστικά του προκατόχου του και έχει βελτιώσει τα 2 σημαντικότερα από τα 3 σημεία που είχαμε τότε προτείνει, ενώ παράλληλα προσέθεσε και την υποστήριξη του λογισμικού Elgato Stream Deck για τον προγραμματισμό των G keys; Το Corsair K95 RGB Platinum XT είναι ένα πληκτρολόγιο που θα ικανοποιήσει ακόμα και τον πιο απαιτητικό χρήστη. Διαθέτει εξαιρετικά υλικά και κορυφαία ποιότητα κατασκευής, όσες επιπλέον λειτουργίες μπορεί να βάλει ο νους και το πλήρες και λειτουργικό λογισμικό iCUE μαζί με το Elgato Stream Deck! Τα πλήκτρα του είναι τα Cherry MX Speed RGB που εκτός από τις απεριόριστες δυνατότητες φωτισμού και την εξαιρετική ποιότητα και αντοχή της Cherry, προσφέρουν στους gamers και το πλεονέκτημα της ταχύτερης ενεργοποίησης, καθώς ενεργοποιούνται στα 1,2 χιλιοστά αντί των 2 χιλιοστών όπου ενεργοποιούνται οι άλλοι διακόπτες της εταιρίας. Προσφέρεται όμως και με Cherry MX Brown RGB και Cherry MX Blue RGB για όποιους τους προτιμούν Η Corsair επέλεξε αυτή τη φορά να εξοπλίσει τη ναυαρχίδα της με PBT Double Shot Keycaps, κάτι που βελτιώνει την αίσθηση και αυξάνει σημαντικά την αντοχή και την μακροζωία του προϊόντος. Αντικατέστησε επίσης το λαστιχένιο wrist rest με ένα wrist rest από δερματίνη, με μαλακό αφρολέξ, για ξεκούραστη χρήση και αίσθηση πολυτέλειας. Κατά τη διάρκεια των δοκιμών η λειτουργικότητά του Corsair K95 RGB Platinum XT αποδείχτηκε άψογη και απέδωσε τα υποσχόμενα χωρίς καμία παρέκκλιση. Καθώς οι 1 1/2 από τις 3 προτάσεις μας για βελτίωση επί του Corsair K95 RGB Platinum καλύφθηκαν από το Corsair K95 RGB Platinum XT ενώ παράλληλα προστέθηκε και η υποστήριξη του Elgato Stream Deck, δε θα μπορούσαμε να έχουμε ιδιαίτερα παράπονα. Τα ABS keycaps του Corsair K95 RGB Platinum αντικαταστάθηκαν από PBT Double Shot Keycaps ενώ το wrist rest, αν και δεν είναι από αλουμίνιο όπως θα θέλαμε, απέκτησε μαλακό μαξιλαράκι από αφρολέξ και επένδυση από δερματίνη. Θα θέλαμε η θύρα USB Pass Through που διαθέτει να ήταν USB 3.0 αντί για USB 2.0 που είναι. Μικρό το κακό βέβαια διότι υποτίθεται πως θα συνδεθεί εκεί κάποιο ποντίκι ή κάτι όπως το Elgato Stream Deck XL, οπότε και δε θα υπάρχει διαφορά, αλλά γιατί να μην μπορούμε να συνδέσουμε ένα USB Flash Drive ή έναν εξωτερικό σκληρό δίσκο, χωρίς απώλεια ταχύτητας; Τη στιγμή της συγγραφής του παρόντος review, δεν μπορέσαμε να εντοπίσουμε το Corsair K95 RGB Platinum XT σε κάποιο Ελληνικό ή Ευρωπαϊκό κατάστημα. Η επίσημη τιμή του από την Corsair είναι στα 229,99 ευρώ που σε καμία περίπτωση δεν είναι χαμηλή, αλλά λαμβάνοντας υπ' όψιν τα χαρακτηριστικά του προϊόντος και το κόστος των PBT Double Shot Keycaps, θεωρούμε ότι το προϊόν αξίζει τα λεφτά του. Είναι εξ' άλλου πολύ πιθανόν η πραγματική τιμή του στα διαδικτυακά καταστήματα να είναι χαμηλότερη από την προτεινόμενη, όπως συνηθίζεται. Ας συνοψίσουμε λοιπόν τα πλεονεκτήματα και τα μειονεκτήματα του Corsair K95 RGB Platinum XT: Ο Kαλός - Εξαιρετική ποιότητα κατασκευής, υλικών και φινίρισμα. - Φωτισμός RGB. - Μηχανικοί διακόπτες Cherry MX Speed με ενεργοποίηση στα 1,2 χιλιοστά. - PBT Double Shot Key Caps. - Πολύ καλό λογισμικό ελέγχου iCUE. - Υποστήριξη λογισμικού Elgato Stream Deck. - NKRO και απουσία ghosting. - Multimedia Keys. - 6 προγραμματιζόμενα Macro Keys (G Keys / S keys). - Ρόδα ελέγχου έντασης ήχου και πλήκτρο σίγασης. - Αποθήκευση 5 προφίλ στο πληκτρολόγιο και επιλογής τους μέσω ειδικού πλήκτρου. - Wrist rest με αφρολέξ και δερματίνη. Ο Κακός - Η θύρα USB Pass Through θα μπορούσε να είναι τύπου USB 3.0 αντί για USB 2.0. - Το πάνω μέρος του σώματος του wrist rest θα μπορούσε να είναι από αλουμίνιο όπως το πληκτρολόγιο και όχι από πλαστικό. Ο Αδιάφορος - Η τιμή είναι υψηλή για ένα πληκτρολόγιο αλλά λογική αν υπολογίσουμε όλα τα χαρακτηριστικά και τις δυνατότητές του. Με βάση τα παραπάνω, η συνολική βαθμολογία του Corsair K95 RGB Platinum XT είναι:  theLAB.gr Ευχαριστούμε θερμά την Corsair για την παραχώρηση του δείγματος της δοκιμής. Πολύμερος Αχανιώτης 17/02/2020
  5. Εισαγωγή Η φόρτιση των συσκευών που μας συνδέουν με τον κόσμο είναι μια καθημερινή δραστηριότητα που όσο περισσότερο την απλοποιούμε τόσο καλύτερη γίνεται η εμπειρία χρήσης. Η ασύρματη φόρτιση είναι μια τέτοια διαδικασία απλοποίησης που μας επιτρέπει να αποφύγουμε το καλώδιο και τη σύνδεση / αποσύνδεσή του, με το κόστος της πιο αργής και λιγότερο αποδοτικής φόρτισης. Με τους φορτιστές και τις συσκευές να υποστηρίζουν όλο και περισσότερα watt για ταχύτερη φόρτιση, οι ασύρματοι φορτιστές δεν είχαν άλλη επιλογή από το να ακολουθήσουν. Έτσι, η Choetech έφερε στην αγορά το ChoetechT535-S PowerDual 5 Coils Fast Wireless Charger Pad, μια επιφάνεια ασύρματης φόρτισης που υποστηρίζει τη φόρτιση με ισχύ μέχρι και 10W ανά συσκευή, ενώ παράλληλα μπορεί να φορτίσει 2 συσκευές ταυτόχρονα, με μέγιστη συνολική ισχύ φόρτισης τα 18W. Χαρακτηριστικά Τo ChoetechT535-S PowerDual 5 Coils Fast Wireless Charger Pad διαθέτει 5 πηνία φόρτισης, με αποτέλεσμα να μπορεί να φορτίσει συσκευές ανεξαρτήτως του τρόπου που θα τοποθετηθούν πάνω του, καθώς επίσης και να φορτίσει 2 συσκευές ταυτόχρονα με συνολική ισχύ 18W! Μπορεί να φορτίσει συσκευές όπως τα iPhone Xs, Xs Max, XR, X, 8 και 8Plus με 7.5W και συσκευές όπως τα Samsung Galaxy Note 9, S9, Note 8 και S8 με 10W! Μπορεί επίσης να φορτίσει με 5W όλες τις υπόλοιπες Qi-Enabled συσκευές. Καθώς το ChoetechT535-S PowerDual 5 Coils Fast Wireless Charger Pad δεν έρχεται με το δικό του φορτιστή / τροφοδοτικό, για όλα τα παραπάνω χρειάζεται να τροφοδοτείται από κάποιο φορτιστή τύπου QC 3.0. Η σύνδεση του ChoetechT535-S PowerDual 5 Coils Fast Wireless Charger Pad γίνεται μέσω υποδοχής USB-C. Είναι πολύ θετικό που περισσότερες συσκευές υιοθετούν την εν λόγω υποδοχή και ελπίζω κάποια στιγμή να έχουμε μόνο ένα τύπο καλωδίου για όλα. Φωτογράφιση To ChoetechT535-S PowerDual 5 Coils Fast Wireless Charger Pad έρχεται σε ένα λευκό κουτί του οποίου η εμπρός όψη έχει στο κέντρο της μια οβάλ διαφάνεια, που επιτρέπει να βλέπουμε το προϊόν και η οπίσθια ενημερώνει το χρήστη για τα βασικά χαρακτηριστικά του προϊόντος. Καθώς το ChoetechT535-S PowerDual 5 Coils Fast Wireless Charger Pad δεν περιέχει το τροφοδοτικό / φορτιστή που απαιτεί για να λειτουργήσει, η Choetech είχε την καλοσύνη να μας στείλει έναν κατάλληλο φορτιστή μαζί με το δείγμα μας. Ανοίγοντας το κουτί, βρίσκουμε το ChoetechT535-S PowerDual 5 Coils Fast Wireless Charger Pad και κάτω από αυτό ένα καλώδιο USB-C. Ακόμη πιο κάτω υπάρχει το manual. To manual είναι ένα τετράπτυχο που περιέχει όλες τις απαραίτητες οδηγίες και πληροφορίες για τη χρήση, τόσο στα Αγγλικά όσο και σε κάποια γλώσσα της ανατολής. Το καλώδιο είναι καλής ποιότητας, αρκετά χοντρό και δε μας προβλημάτισε καθόλου ούτε φάνηκε να έχει ουσιώδεις απώλειες. Η ίδια η συσκευή έχει μια λαστιχένια επιφάνεια στο πάνω μέρος της που εξασφαλίζει ότι το τηλέφωνο που φορτίζει δε θα γλιστρήσει από εκεί, ενώ τα λαστιχένια ποδαράκια στο κάτω μέρος της εξασφαλίζουν ότι ούτε και η ίδια η συσκευή υπάρχει περίπτωση να γλιστρήσει από την επιφάνεια πάνω στη οποία βρίσκεται. Τα ποδαράκια δίνουν χώρο αναπνοής και στις γρίλιες εξαερισμού που βρίσκονται στο κάτω μέρος και είναι απαραίτητες για να αποφευχθεί η υπερθέρμανση της συσκευής. Συνεπώς, το ChoetechT535-S PowerDual 5 Coils Fast Wireless Charger Pad πρέπει να χρησιμοποιείται μόνο πάνω σε σκληρές επιφάνειες, όπως ένα τραπέζι ή γραφείο και όχι πάνω στο κρεβάτι, καθώς εκεί θα μπορούσαν να μπλοκαριστούν οι οπές εξαερισμού. Στο κέντρο του πίσω μέρους της συσκευής υπάρχει η υποδοχή USB-C για την τροφοδοσία της. Στην αντίστοιχη θέση στο εμπρός μέρος υπάρχει ένα ενδεικτικό LED που ανάβει πράσινο όταν φορτίζεται κάποια συσκευή. Χρήση Η χρήση του ChoetechT535-S PowerDual 5 Coils Fast Wireless Charger Pad είναι ιδιαίτερα απλή. Το συνδέουμε με έναν κατάλληλο φορτιστή που υποστηρίζει QC 3.0 μέσω του συμπεριλαμβανόμενου USB-C καλωδίου, τοποθετούμε επάνω του μια συσκευή που υποστηρίζει ασύρματη φόρτιση και το ενδεικτικό LED ανάβει πράσινο καθώς η φόρτιση ξεκινάει. Τι συμβαίνει όμως στο παρασκήνιο; Για να το μελετήσουμε αυτό, πραγματοποιήσαμε αρκετές πλήρεις φορτίσεις ενός Samsung Galaxy Note 9, ενός τηλεφώνου δηλαδή που βρίσκεται στη λίστα των συμβατών συσκευών του προϊόντος και μάλιστα μπορεί να υποστηρίξει την ισχυρότερη προσφερόμενη φόρτιση στα 10W. Η κάθε φόρτιση έγινε με το κινητό απενεργοποιημένο και αφού αυτό είχε απενεργοποιηθεί μόνο του λόγω μπαταρίας. Στο παρακάτω διάγραμμα βλέπουμε την τάση, το ρεύμα και την συνολική ενέργεια στην είσοδο του ChoetechT535-S PowerDual 5 Coils Fast Wireless Charger Pad σε σχέση με το χρόνο. Η τάση ήταν περίπου στα 9,2V (κίτρινη γραμμή), κατά τα πρότυπα του QC 3.0 και η ένταση του ρεύματος έπαιζε κοντά στο 1,1A (γαλάζια γραμμή) για περίπου 1 ώρα και 50 λεπτά ενώ μετά ελαττωνόταν σταδιακά καθώς η μπαταρία του κινητού γέμιζε και μπορούσε να δεχτεί όλο και λιγότερο ρεύμα. Στις 2 ώρες και 50 λεπτά το LED φόρτισης του κινητού έγινε πράσινο, κάτι που σηματοδοτείται από μια αντίστοιχη απότομη πτώση του ρεύματος στη γραφική παράσταση, αλλά η φόρτιση συνέχισε για περίπου μισή ώρα ακόμα, δίνοντας ακόμη λίγη ενέργεια στην μπαταρία. Στις 2 ώρες και 55 λεπτά η φόρτιση ολοκληρώθηκε, έχοντας καταναλώσει 20,7584Wh. Η συνολική ενέργεια που έχει καταναλωθεί κάθε στιγμή δίνεται στο πρώτο διάγραμμα από την κόκκινη γραμμή. Τόσο στην ένταση του ρεύματος (μπλε γραμμή στο πρώτο διάγραμμα) όσο και στην ισχύ (πορτοκαλί γραμμή στο δεύτερο διάγραμμα) βλέπουμε ότι 4 φορές κατά τη διάρκεια της φόρτισης το ρεύμα και συνεπώς η ισχύς έπεσαν στο μισό, δηλαδή η ισχύς έπεσε από τα 10W στα 5W. Αυτό συνέβη διότι η ασύρματη φόρτιση δεν είναι μια αποδοτική διαδικασία. Σημαντικό μέρος της ισχύος χάνεται και μετατρέπεται σε θερμότητα. Στο περιβάλλον όπου έγινε η φόρτιση, η θερμοκρασία ήταν στους 24 βαθμούς και οι 4 αυτές μειώσεις στην ισχύ φόρτισης υποδηλώνουν ότι ο θερμικός έλεγχος του Samsung Galaxy Note 9 ενεργοποιήθηκε για να προστατέψει τη μπαταρία και έριξε την ισχύ στο μισό μέχρι να πέσει η θερμοκρασία της μπαταρίας σε αποδεκτά επίπεδα. Ως μέτρο σύγκρισης, ακολουθούν τα αντίστοιχα διαγράμματα μίας φόρτισης που έγινε απ' ευθείας με τον φορτιστή που χρησιμοποιήθηκε για την τροφοδοσία του ChoetechT535-S PowerDual 5 Coils Fast Wireless Charger Pad, τον Choetech Q3002 USB Wall Charger, και με το ίδιο καλώδιο. Βλέπουμε ότι η μέγιστη ισχύς φόρτισης έφτασε τα 14W, ο συνολικός χρόνος φόρτισης ήταν λιγότερο από 2 ώρες, με τη πράσινο LED στο Note 9 να ανάβει περίπου στη 1μιση ώρα, η συνολική ισχύς που καταναλώθηκε ήταν μόλις 13,5245Wh και δεν υπήρξε καθόλου thermal throttling. Στο παρακάτω διάγραμμα βλέπουμε όλα τα στοιχεία των 2 παραπάνω φορτίσεων. Αν απομονώσουμε την καταναλωθείσα ενέργεια, είναι φανερό πόσο αποδοτικότερη και ταχύτερη είναι η ενσύρματη από την ασύρματη φόρτιση. Η σύγκριση της ισχύος φόρτισης είναι και πάλι ενδεικτική. Βέβαια όλα τα παραπάνω είναι απολύτως αναμενόμενα και σε καμία περίπτωση αποτρεπτικά. Η ασύρματη φόρτιση παραμένει μια εξαιρετικά βολική και απόλυτα ενδιαφέρουσα λύση, ενώ το ChoetechT535-S PowerDual 5 Coils Fast Wireless Charger Pad την πραγματοποιεί με εξαιρετικό τρόπο, χωρίς κανένα απολύτως πρόβλημα και χωρίς να αφήνει περιθώριο για το οποιοδήποτε παράπονο. Επίλογος Το ChoetechT535-S PowerDual 5 Coils Fast Wireless Charger Pad είναι μια βάση φόρτισης που μπορεί να φορτίσει 2 συσκευές ταυτόχρονα, προσφέροντας μέγιστη ισχύ φόρτισης 10W ανά συσκευή και 18W συνολικά. Τα 5 πηνία φόρτισης που περιέχει εξασφαλίζουν άνεση στη χρήση καθώς οι συσκευές προς φόρτιση μπορούν να τοποθετηθούν πάνω στη βάση χωρίς να χρειάζεται κάποια ιδιαίτερη ευθυγράμμιση. Η συσκευή υποστηρίζει πρωτόκολλα ασύρματης φόρτισης με ισχύ 10W για τα τελευταία μοντέλα της Samsung, 7,5W για τα τελευταία μοντέλα της Apple και 5W για οποιαδήποτε συσκευή είναι Qi-Enabled. Κατά τη διάρκεια των εκτενών δοκιμών που έγιναν, επέδειξε υποδειγματική λειτουργία και δεν προβλημάτισε ποτέ και πουθενά. Για να λειτουργήσει το ChoetechT535-S PowerDual 5 Coils Fast Wireless Charger Pad απαιτεί να τροφοδοτηθεί από ένα φορτιστή που υποστηρίζει QC 3.0, όπως τον Choetech Q3002 USB Wall Charger, που χρησιμοποιήσαμε για τις δοκιμές μας. Το κόστος του ChoetechT535-S PowerDual 5 Coils Fast Wireless Charger Pad στα Ελληνικά καταστήματα ξεκινάει από τα 39 ευρώ, συμπεριλαμβανομένου του ΦΠΑ. Εναλλακτικά, μπορεί κάποιος να το προμηθευτεί από το online κατάστημα της εταιρίας στην τιμή των 31,2 δολαρίων ΗΠΑ και δωρεάν μεταφορικά, με τον κωδικό T535WCP. Για οποιοδήποτε άλλο προϊόν από το online κατάστημα της εταιρίας, ο κωδικός SAVE20WH προσφέρει 20% έκπτωση. Ας συνοψίσουμε λοιπόν τα πλεονεκτήματα και τα μειονεκτήματα του Choetech T535-S PowerDual 5 Coils Fast Wireless Charger Pad: Ο καλός - Υποστήριξη ασύρματης φόρτισης στα 10W, 7,5W και 5W, ανάλογα με τη συσκευή - Υποστήριξη φόρτισης 2 συσκευών ταυτόχρονα, με συνολική ισχύ φόρτισης 18W - Ευχέρεια τοποθέτησης συσκευών χωρίς ευθυγράμμιση, χάρη στα 5 πηνία - Απλή και αξιόπιστη λειτουργία - Λαστιχένια επιφάνεια εξασφαλίζει ότι η συσκευή που φορτίζεται δε θα γλιστρήσει - Λαστιχένια ποδαράκια εξασφαλίζουν ότι η βάση φόρτισης δε θα γλιστρήσει - Ενδεικτικό LED φόρτισης - Υποδοχή USB-C Ο Κακός - Ο κακός πήρε άδεια σήμερα καθώς δε βρήκαμε κάτι σχετικό Ο Αδιάφορος - Δεν περιλαμβάνεται ο απαραίτητος φορτιστής QC 3.0 Με βάση τα παραπάνω, η συνολική βαθμολογία του Choetech T535-S PowerDual 5 Coils Fast Wireless Charger Pad είναι:  theLAB.gr Ευχαριστούμε θερμά την Choetech για την παραχώρηση του δείγματος της δοκιμής. Πολύμερος Αχανιώτης 13/9/2019
  6. Εισαγωγή Ο καναπές απέναντι από την τηλεόραση είναι εδώ και χρόνια η καρδιά του σπιτιού, καθώς πολλοί περνάνε εκεί αρκετό από τον ελεύθερο χρόνο τους. Και είναι συχνό πλέον η τηλεόραση να είναι συνδεδεμένη με κάποιον υπολογιστή, ο οποίος αποτελεί το κέντρο του συστήματος διασκέδασης όλης της οικογένειας για ταινίες, σειρές, μουσική και ελαφρύ gaming. Καθώς η συγκεκριμένη χρήση είναι κάτι για το οποίο τα περιφερειακά των υπολογιστών δεν είχαν αρχικά σχεδιαστεί, πολλοί από εμάς καταλήγουμε με ένα άβολο ασύρματο πληκτρολόγιο στα πόδια μας και ένα αντίστοιχο ποντίκι στο μπράτσο του καναπέ. Η Corsair είχε ήδη δώσει μια εξαιρετική λύση στους gamers του καναπέ με το Corsair Wireless Combo και τώρα έρχεται να δώσει τη λύση και στους υπόλοιπους με το Corsair K83 Wireless Entertainment Keyboard. Χαρακτηριστικά Τα χαρακτηριστικά του Corsair K83 Wireless Entertainment Keyboard συνοψίζονται στον παρακάτω πίνακα: Βλέπουμε ότι πρόκειται για ένα πληκτρολόγιο 77 πλήκτρων, με μηχανισμούς πλήκτρων τύπου scissor (ψαλίδι - έτσι μοιάζει η ανάρτησή τους) χαμηλού προφίλ, όπως αυτά που συναντάμε συχνά στα πληκτρολόγια των laptop, και λευκό φωτισμό. Λειτουργεί ενσύρματα μέσω σύνδεσης USB, ασύρματα στα 2,4GHz μέσω του δέκτη που περιλαμβάνεται στη συσκευασία ή με Bluetooth και έχει υψηλό report rate στα 1000Hz. Διαθέτει 20-Key Roll Over, συνεπώς(θεωρητικά) μπορεί να αναγνωρίσει το πάτημα οποιωνδήποτε 20 πλήκτρων ταυτόχρονα. Διαθέτει έλεγχο έντασης ήχου με ροδέλα και Fn shortcuts. Το Corsair K83 Wireless Entertainment Keyboard καλύπτεται από διετή εγγύηση και η προτεινόμενη από την εταιρία τιμή λιανικής είναι στα €129,99. Φωτογράφιση Το Corsair K83 Wireless Entertainment Keyboard έρχεται σε ένα χαρτονένιο κουτί στο κλασσικό πλέον κιτρινόμαυρο μοτίβο της Corsair. Η φωτογραφία του πληκτρολογίου καλύπτει τη μεγαλύτερη επιφάνεια και των 2 μεγάλων πλευρών του κουτιού, μαζί με κάποιες πληροφορίες σχετικά με αυτό στο πίσω μέρος. Μέσα στο κουτί όλα δείχνουν τακτοποιημένα. Το μαύρο εσωτερικό δίνει μια πινελιά ποιότητας, χωρίς να προσθέτει ιδιαίτερα στο κόστος, και το πληκτρολόγιο καταλαμβάνει όλο το μήκος και πλάτος του κουτιού, προστατευμένο σε διαφανές νάιλον. Το καπάκι έχει κομμάτια αφρολέξ που κρατάνε το πληκτρολόγιο στη θέση του και ανάμεσά τους μια τσέπη με τα συνοδευτικά έγγραφα. Αυτά αποτελούνται από το εγχειρίδιο χρήσης, το φυλλάδιο της εγγύησης και ένα φυλλάδιο με με πληροφορίες σχετικά με την ασφάλεια χρήσης και τη συμμόρφωση της συσκευής με τους διεθνείς κανονισμούς. Κάτω από το πληκτρολόγιο κρύβεται ο δέκτης για την ασύρματη σύνδεση στα 2,4GHz και κάτω από μία ακόμα στρώση μαύρου χαρτονιού βρίσκουμε ένα πλακέ καλώδιο USΒ Type A σε Micro-USB για τη σύνδεση του πληκτρολογίου με τον υπολογιστή, καθώς και τη φόρτισή του. Το Corsair K83 Wireless Entertainment Keyboard είναι ένα tenkeyless πληκτρολόγιο, με ενσωματωμένο trackpad και joystick. Τα πλαστικά του είναι ποιοτικά και η πάνω επιφάνειά του είναι από αλουμίνιο, προσδίδοντας ακαμψία και αίσθηση ποιότητας. Ο σχεδιασμός είναι καλαίσθητος, με πλήκτρα χαμηλού προφίλ και το δεξί του τμήμα έχει μια μοντέρνα ρετρό χροιά όπου το στρογγυλό trackpad με το ασημί στεφάνι το μιμείται άρτια, σαν μικρογραφία του, το joystick. Ξεκινώντας από το πληκτρολόγιο, παρατηρούμε ότι τα πλήκτρα WASD έχουν διαφορετικό χρώμα, για να τονιστεί η gaming πλευρά του πληκτρολογίου. Εν τούτοις, τα άνω και κάτω βελάκια είναι μικρά και καταλαμβάνουν το χώρο ενός πλήκτρου, κάτι που δεν είναι πολύ βολικό στο gaming αλλά ούτε και στη γενικότερη χρήση. Τα ενδεικτικά LEDs είναι 3 και βρίσκονται στο επάνω μέρος, στα 3 κενά ανάμεσα στις ομάδες των πλήκτρων της πρώτης σειράς. Το αριστερό αφορά τη λειτουργία του πληκτρολογίου και προσφέρει ενδείξεις για τον τρόπο σύνδεσης και την μπαταρία, όπως θα δούμε παρακάτω. Το μεσαίο είναι η ένδειξη του CAPS LOCK και το δεξί του SCROLL LOCK. Ένδειξη για το NUM LOCK δεν υπάρχει καθώς το Corsair K83 Wireless Entertainment Keyboard δε διαθέτει αριθμητικό πληκτρολόγιο. Πολλές βασικές λειτουργίες όπως PgUp, PgDn, Home, End κλπ έχουν ενσωματωθεί σε άλλα πλήκτρα και ενεργοποιούνται με τη χρήση του πλήκτρου Fn, κάτι αναγκαίο για να διατηρηθεί το μικρό μέγεθος του πληκτρολογίου. Αυτό κάποιους θα τους ενοχλήσει και κάποιους όχι τόσο, ανάλογα με τη συχνότητα χρήσης τους. Όλη η σειρά των F keys έχει ενσωματωμένα shortcuts με τη χρήση του Fn - ανάλογα με το mode στο οποίο βρίσκεται το πληκτρολόγιο η default λειτουργία μπορεί να είναι τα F keys ή τα shortcuts. Στο δεξί μέρος του πληκτρολογίου δεσπόζει το στρογγυλό trackpad, μια πολύ καλή ιδέα, τόσο αισθητικά όσο και λειτουργικά, καθώς το δάχτυλο, ξεκινώντας από τη μέση, έχει ίδια απόσταση να διανύσει προς κάθε κατεύθυνση. Τα πλήκτρα του trackpad είναι λογικά τοποθετημένα, κάτω από αυτό. Πάνω από το trackpad, αριστερά έχουμε ένα πολύ ποιοτικό roller από όπου ρυθμίζουμε την ένταση του ήχου, όπως έχουμε δει σε πολλά από τα high end πληκτρολόγια της Corsair. Εδώ όμως, για οικονομία χώρου, το roller είναι και πλήκτρο για τη σίγαση. Μια ωραία λεπτομέρεια που θα ήθελα να δω και σε άλλα πληκτρολόγια της εταιρίας. Ανάμεσα στο roller και το trackpad βρίσκουμε το πλήκτρο έντασης του φωτισμού και το F-Lock του οποίου οι λειτουργίες μπορούν να ρυθμιστούν από το λογισμικό ελέγχου του πληκτρολογίου, iCUE. Τέλος, επάνω δεξιά, έχουμε το joystick, το οποίο είναι μια ευχάριστη προσθήκη και επιτρέπει να παίξουμε κάποιο χαλαρό παιχνίδι αρκετά καλά. Η λειτουργία του αλλάζει ανάλογα με το mode στο οποίο λειτουργεί το πληκτρολόγιο και μπορεί να κινεί το δείκτη του ποντικιού ή να εξυπηρετεί την πλοήγηση στα μενού ή, φυσικά, να κινεί τον χαρακτήρα κάποιου παιχνιδιού. Στη βάση του πληκτρολογίου είναι αμέσως εμφανείς οι ειδικές διαμορφώσεις στο δεξί και το αριστερό άκρο του ώστε να μπορεί κάποιος να το κρατήσει σαν gamepad. Η λαβή αυτή φέρνει το joystick στον δεξί αντίχειρα και τα 2 πλήκτρα που συνοδεύουν το joystick στο δείκτη και το μέσο του ίδιου χεριού. Στο πάνω και κάτω μέρος της βάσης του πληκτρολογίου υπάρχουν λωρίδες ελαστικού υλικού που εξασφαλίζουν την ακινητοποίηση του πληκτρολογίου, ενώ απουσιάζουν τα συνηθισμένα αναδιπλούμενα ποδαράκια. Τα πλήκτρα του joypad είναι μαρκαρισμένα ως L και R (Left - αριστερό και Right - δεξί). Είναι ουσιαστικά ένα δεύτερο σετ πλήκτρων ποντικιού, καθώς και το ίδιο το trackpad λειτουργεί σαν ποντίκι σε κάποια modes του Corsair K83 Wireless Entertainment Keyboard αλλά λειτουργούν και ως πλήκτρα για gaming. Είναι στρατηγικά τοποθετημένα, το L στην πλάγια επιφάνεια του πληκτρολογίου και το R στη βάση του, έτσι ώστε να έρχονται φυσικά κάτω από τα δάχτυλα όταν κάποιος κρατάει το joystick με τον αντίχειρα. Πληροφορίες και πιστοποιήσεις είναι διακριτικά χαραγμένες στη βάση του πληκτρολογίου. Δίπλα από το L του joystick, βρίσκουμε και το πλήκτρο on/off του Corsair K83 Wireless Entertainment Keyboard, το οποίο έχει ενδεικτικό λευκό LED όταν το πληκτρολόγιο είναι σε λειτουργία. Δίπλα από αυτό είναι και η υποδοχή Micro-USB για την ενσύρματη σύνδεση και τη φόρτιση της μπαταρίας του πληκτρολογίου. Ποιότητα Κατασκευής Η ποιότητα κατασκευής του Corsair K83 Wireless Entertainment Keyboard είναι αυτή που θα περίμενε κανείς από ένα high end πληκτρολόγιο της εταιρίας. Αν εξαιρέσουμε το γεγονός ότι οι διακόπτες δεν είναι μηχανικοί, κάτι που είναι λογικό για να παραμείνει το πληκτρολόγιο τόσο λεπτό και ελαφρύ, η Corsair δε φαίνεται να έκανε εκπτώσεις στα υλικά και την ποιότητα κατασκευής. Το αλουμίνιο της επάνω επιφάνειας εξ' άλλου, με την ελαφρώς βουρτσισμένη υφή, προσδίδει εκ προοιμίου τον χαρακτήρα της πολυτέλειας. Τα πλαστικά είναι ποιοτικά και η εφαρμογή των τμημάτων στα συνηθισμένα για την εταιρία υψηλά επίπεδα. Το φινίρισμα είναι αψεγάδιαστο. Μοναδικό ψεγάδι που παρατήρησα είναι ότι κατά την πληκτρολόγηση, ειδικά όταν αυτή γίνεται γρήγορα, ακούγονται κάποια τριξίματα από το μηχανισμό ανάρτησης του space bar Χρήση Η Corsair διαφημίζει το Corsair K83 Wireless Entertainment Keyboard ως ένα πληκτρολόγιο, τηλεχειριστήριο και gamepad, όλα σε ένα. Η αλήθεια είναι ότι το πληκτρολόγιο διαθέτει λίγο από όλα αυτά, αλλά δεν μπορεί να αντικαταστήσει τα τηλεχειριστήρια των συσκευών ούτε ένα κανονικό gamepad. Ως πληκτρολόγιο ισορροπεί ικανοποιητικά ανάμεσα στο μικρό μέγεθος και την άνεση πληκτρολόγησης, με πλήκτρα μεγάλα και με βαθύτερες καμπύλες από το συνηθισμένο, κάτι που βοηθάει στο ψαχούλεμα που αναπόφευκτα συνοδεύει την πληκτρολόγηση του καναπέ. Το Corsair K83 Wireless Entertainment Keyboard υποστηρίζει τη χρήση τόσο με Windows, όσο και με άλλες συσκευές και για το σκοπό αυτό έχει προ-ρυθμισμένα modes. Τα modes αυτά ενεργοποιούνται με τους συνδυασμούς πλήκτρων που βλέπετε στον παρακάτω πίνακα και είναι σχεδιασμένα για να προσφέρουν την καλύτερη εμπειρία με τις αντίστοιχες συσκευές. Απουσιάζει η υποστήριξη για PlayStation 4 και X-Box One, αλλά κατά τα άλλα είναι εντυπωσιακή η γκάμα των συσκευών που υποστηρίζεται! Καθώς το μέγεθος του πληκτρολογίου είναι μικρό, πολλά πλήκτρα έχουν διπλή λειτουργία, με τη 2η να ενεργοποιείται όπως συνηθίζεται με το συνδυαστικό πάτημα με το πλήκτρο Fn. Τα πλήκτρα που διαθέτουν 2η λειτουργία έχουν τη σχετική ένδειξη, εκτός από το Esc και το Enter που κρατούν τη 2η λειτουργία τους κρυφή. Το Trackpad είναι αντίστοιχης ποιότητας με αυτά που βρίσκουμε σε ακριβά laptop. Είναι ευαίσθητο και ακριβές και η χρήση του είναι ευχάριστη. Υποστηρίζει όλα τα γνωστά gestures, ακόμα και αυτά που γίνονται με 4 δάκτυλα. Δεν αντικατέστησε το ποντίκι μου και δε θεωρώ ότι έχει εφευρεθεί ακόμα κάτι που θα το κάνει, αλλά, παραδόξως, με έπιασα να το χρησιμοποιώ για μικροδουλειές, κάτι που του περιποιεί μεγάλη τιμή, καθώς δεν ήμουν ποτέ οπαδός των συγκεκριμένων συσκευών. Το joystick είναι μια καλοδεχούμενη προσθήκη και βοηθάει στο ελαφρύ gaming, ειδικά σε παιχνίδια όπου οι κινήσεις δεν είναι time critical. Προσωπικά με κάλυψε αλλά δεν είμαι gamer και αν ήμουν, θα προτιμούσα σίγουρα ένα κανονικό gamepad. Η λαβή του πληκτρολογίου εν είδει gamepad ουσιαστικά δεν επιτρέπει την πλήρη χρήση των πλήκτρων και έτσι η ιδανική χρήση του Corsair K83 Wireless Entertainment Keyboard ως gamepad θα ήταν με την αριστερή πλευρά του να στηρίζεται κάπου και το αριστερό χέρι στα πλήκτρα, ενώ το δεξί χέρι να κρατάει τη λαβή στο δεξί άκρο του πληκτρολογίου με τον αντίχειρα στο joystick. Το roller έλεγχου της έντασης του ήχου είναι εξαιρετικά υλοποιημένο, με την ιδανική αντίσταση και αίσθηση. Το γεγονός ότι ενσωματώνει το πλήκτρο mute, με πάτημα του roller είναι κάτι που η Corsair πρέπει να κάνει και στα υπόλοιπα high end πληκτρολόγιά της. Συνολικά η χρήση του Corsair K83 Wireless Entertainment Keyboard με άφησε πολύ ικανοποιημένο και δείχνει ότι θα καταφέρει να εκτοπίσει το Logitech K800 που χρησιμοποιώ ως πληκτρολόγιο καναπέ εδώ και πολλά χρόνια, χωρίς ποτέ να έχω βρει κάτι που να μπορεί να το ανταγωνιστεί. Συνδεσιμότητα To Corsair K83 Wireless Entertainment Keyboard προσφέρει τη δυνατότητα τόσο ενσύρματης, μέσω του συμπεριλαμβανομένου καλωδίου USB Type A σε Micro-USB, όσο και ασύρματης σύνδεσης. Η ασύρματη σύνδεση μπορεί να γίνει μέσω του δέκτη που παρέχεται με το πληκτρολόγιο αλλά και με μέσω πρωτοκόλλου Bluetooth 4.2. Η σύνδεση μέσω του δέκτη γίνεται στη συχνότητα των 2.4GHz και έχει ιδιαίτερα χαμηλό latency, 1ms, όσο έχει και η ενσύρματη σύνδεση. Η σύνδεση μέσω Bluetooth έχει υψηλότερο latency, το οποίο όμως είναι στα μόλις 7.5ms, σύμφωνα με την κατασκευάστρια εταιρεία. Το πληκτρολόγιο μπορεί να απομνημονεύσει 2 συνδέσεις μέσω bluetooth, και έτσι μπορείτε να το έχετε συνδεδεμένο μέσω του δέκτη στον υπολογιστή σας και μέσω bluetooth στο smartphone και τη smart τηλεόραση. Όλα αυτά εναλλάσσονται με ένα απλό πάτημα του αντίστοιχου πλήκτρου, όπως βλέπετε στον παρακάτω πίνακα. Το πληκτρολόγιο μπαίνει σε λειτουργία pairing αν το αντίστοιχο πλήκτρο πατηθεί για πάνω από 2 δευτερόλεπτα. Το LED λειτουργίας μας επιτρέπει να δούμε με μια ματιά ποια ασύρματη σύνδεση χρησιμοποιείται ανά πάσα στιγμή και σε τι κατάσταση βρίσκεται. Μπαταρία Η μπαταρία καθορίζει ένα μεγάλο βαθμό της χρηστικότητας κάθε ασύρματου περιφερειακού. Στην περίπτωση του Corsair K83 Wireless Entertainment Keyboard οι μηχανικοί της Corsair έχουν βρει μια καλή ισορροπία ανάμεσα στη διάρκεια της μπαταρίας, το μέγεθος και το βάρος της συσκευής και την ύπαρξη φωτισμού. Η διάρκεια της μπαταρίας, με συντηρητική χρήση και το φωτισμό στο χαμηλό φτάνει άνετα 4-5 ημέρες, έως και 1 εβδομάδα. Φυσικά αυτό μπορεί να έχει πολύ μεγάλη διακύμανση, ανάλογα με τη χρήση και την ένταση του φωτισμού. Η κατάσταση της μπαταρίας μπορεί να ελεγχθεί ανά πάσα στιγμή πατώντας το συνδυασμό πλήκτρων Fn + Enter, οπότε το LED λειτουργίας μας ενημερώνει για την κατάσταση φόρτισης της μπαταρίας, σύμφωνα με τον παρακάτω πίνακα. Η φόρτιση της μπαταρίας γίνεται με το καλώδιο με το οποίο γίνεται και η ενσύρματη σύνδεση. Το LED λειτουργίας αναβοσβήνει πράσινο κατά τη φόρτιση και μένει σταθερά πράσινο όταν αυτή ολοκληρωθεί. Στο παρακάτω διάγραμμα βλέπετε τη διαδικασία φόρτισης του Corsair K83 Wireless Entertainment Keyboard μέσω μίας USB 3.1 θύρας του υπολογιστή. Η κίτρινη γραμμή είναι η τάση των 5V της θύρας, η οποία μένει σχεδόν σταθερή καθ' όλη τη διάρκεια της φόρτισης, με μικρές διακυμάνσεις, ανάλογα με το ρεύμα που τραβάει το κύκλωμα φόρτισης του πληκτρολογίου. Η μπλε γραμμή δείχνει το ρεύμα της φόρτισης, το οποίο παραμένει κοντά στη μέγιστη δυνατότητα της θύρας, που είναι 0,9A, για περίπου 1 ώρα και 3 τέταρτα, ενώ κατόπιν και μετά από μια φθίνουσα διακύμανση, πέφτει σταδιακά έως την ολοκλήρωση της φόρτισης. Η κόκκινη γραμμή δείχνει το σύνολο της ενέργειας που έχει δοθεί από τη θύρα USB 3.1 για τη φόρτιση της μπαταρίας ανά πάσα στιγμή, η οποία συνολικά έφτασε τα 2063 mAh, πολύ κοντά στα 2070mAh που είναι η θεωρητική χωρητικότητα της μπαταρίας του Corsair K83 Wireless Entertainment Keyboard. Βλέπουμε ότι η συνολική διάρκεια της φόρτισης ήταν 2 ώρες και 54 λεπτά, σημαντικά μεγαλύτερη από τις 2 ώρες που υπόσχεται η Corsair. Αν δούμε τα πρώτα 30 δευτερόλεπτα της φόρτισης, φαίνεται ότι το ρεύμα φόρτισης ήταν αρχικά στα 0,5A, δηλαδή στις δυνατότητες μιας USB 2.0 θύρας. Αυτό συνέβη γιατί το πληκτρολόγιο ήταν απενεργοποιημένο. Μόλις το ενεργοποίησα και συνδέθηκε με τον υπολογιστή, ο οποίος έτρεχε το λογισμικό ελέγχου iCUE, το ρεύμα ανέβηκε στα 0,9Α. Τι σημαίνουν όλα αυτά; Για να γίνει η γρήγορη φόρτιση που όπως είδαμε ολοκληρώθηκε σε κάτι λιγότερο από 3 ώρες, πρέπει να έχουμε τις παρακάτω συνθήκες: Το πληκτρολόγιο θα είναι συνδεδεμένο σε θύρα υπολογιστή Η θύρα να είναι τουλάχιστον γενιάς USB 3.0 Το πληκτρολόγιο να είναι ενεργοποιημένο Ο υπολογιστής να τρέχει το λογισμικό ελέγχου iCUE Σε κάθε άλλη περίπτωση, η φόρτιση θα γίνει με χαμηλότερο ρεύμα, 0,5A αντί για 0,9A, και θα διαρκέσει σχεδόν το διπλάσιο χρόνο. Θεωρώ ότι το παραπάνω είναι το σημείο που επιδέχεται τη μεγαλύτερη βελτίωση στο Corsair K83 Wireless Entertainment Keyboard. Όταν κάθομαι στον καναπέ, η σύνδεση του πληκτρολογίου με τον υπολογιστή δεν είναι πάντα εύκολη και σίγουρα δεν είναι βολική. Αυτό που θα ήθελα, θα ήταν μια σύνδεση με βύσμα USB Type C, που είναι πολύ πιο ανθεκτικό, reversible και υποστηρίζει πρωτόκολλα φόρτισης που είναι πολύ πιο γρήγορα. Καθώς οι περισσότεροι έχουμε φροντίσει να έχουμε κάποιο φορτιστή κινητού κοντά στον καναπέ και οι περισσότεροι φορτιστές πλέον υποστηρίζουν κάποιο πρωτόκολλο ταχείας φόρτισης, όπως QC2.0, QC3.0 κλπ, θα ήθελα να το Corsair K83 Wireless Entertainment Keyboard να μπορούσε να τα εκμεταλλευτεί, αντί να φορτίζει με ρυθμούς USB 2.0 όταν συνδέεται σε φορτιστή κινητού. Φωτισμός Η ύπαρξη φωτισμού σε ένα πληκτρολόγιο αποτελεί μεγάλο πλεονέκτημα, ειδικά όταν πρόκειται να χρησιμοποιείται από τον καναπέ, σε συχνά σκοτεινές συνθήκες. Ο συνδυασμός της όμως με την ασύρματη σύνδεση αποτελεί τεχνική πρόκληση, καθώς ο φωτισμός είναι ιδιαίτερα ενεργοβόρος, σε σχέση πάντα με την κατανάλωση των υπόλοιπων υποσυστημάτων του πληκτρολογίου. Το Corsair K83 Wireless Entertainment Keyboard ισορροπεί ανάμεσα σε όλα αυτά, προσφέροντας λευκό φωτισμό που είναι ρυθμιζόμενος σε 3 επίπεδα. Δεν υπάρχει RGB και δεν υπάρχει ξεχωριστός έλεγχος φωτισμού σε κάθε πλήκτρο. Λειτουργικά, αυτή η επιλογή είναι η σωστή, καθώς μας επιτρέπει να βλέπουμε τι πληκτρολογούμε, το λευκό πάει με όλα και η κατανάλωση της μπαταρίας από το φωτισμό παραμένει σε ανεκτά επίπεδα. Φυσικά, ο φωτισμός μπορεί να απενεργοποιηθεί κατά τη διάρκεια της ημέρας, για εξοικονόμηση της μπαταρίας. Μπορείτε να δείτε τα 3 επίπεδα φωτισμού του Corsair K83 Wireless Entertainment Keyboard στο παρακάτω gif. Προσωπικά βρίσκω το χαμηλότερο επίπεδο φωτισμού υπερ-αρκετό και αρκετά ξεκούραστο για τα μάτια. Λογισμικό iCUE Ένα από τα πιο δυνατά σημεία του Corsair K83 Wireless Entertainment Keyboard, όπως και όλων των πληκτρολογίων της Corsair, είναι το λογισμικό ελέγχου, που ονομάζεται iCUE. Η πρώτη καρτέλα του λογισμικού ονομάζεται Home και εκεί βλέπουμε όλες τις υποστηριζόμενες συσκευές στο σύστημά μας. Επιλέγοντας κάποια, βλέπουμε τα προφίλ που έχουμε ρυθμίσει για αυτή, είτε software, είτε αποθηκευμένα στη μνήμη της συσκευής, αν έχει. Το κάθε προφίλ μπορούμε να το συνδέσουμε με κάποιο πρόγραμμα, ώστε να φορτώνεται αυτόματα όταν το πρόγραμμα αυτό τρέχει και είναι στο προσκήνιο. Μπορούμε επίσης να του ορίσουμε κάποιο custom εικονίδιο και φόντο. Αν επιλέξουμε το Corsair K83 Wireless Entertainment Keyboard από τις διαθέσιμες συσκευές, εμφανίζεται ένα μενού στα αριστερά, με πρώτη επιλογή τα ACTIONS. Από εδώ μπορούμε να ορίσουμε μια ποικιλία από ACTIONS και να τις αντιστοιχήσουμε σε κάποιο πλήκτρο, όπως επίσης και να κάνουμε κάποιο πλήκτρο remap. Η δεύτερη επιλογή του μενού είναι τα γνωστά GESTURES. Ως προεπιλογή, ο έλεγχός τους γίνεται από τα Windows. Αν όμως κάνουμε μια μικρή παράκαμψη στα SETTINGS, μπορούμε να ενεργοποιήσουμε την παραμετροποίηση των Gestures (Enable Gestures Customization). Αυτό μας δίνει τη δυνατότητα να παραμετροποιήσουμε μια μεγάλη γκάμα από Gestures, που χρησιμοποιούν από 1 έως και 4 δάχτυλα, μέσω του λογισμικού iCUE. Η παραμετροποίηση μπορεί να αντιστοιχίσει το κάθε Gesture σε κάποιο ACTION ή απλά να το κάνει REMAP, δηλαδή να το αντιστοιχίσει σε ένα πλήκτρο ή κουμπί ποντικιού. Ο παρακάτω πίνακας δείχνει τα διαθέσιμα Gestures ανάλογα με το λειτουργικό σύστημα. Καθώς το Corsair K83 Wireless Entertainment Keyboard διαθέτει μόνο λευκό φωτισμό για ολόκληρη τη συσκευή και όχι ξεχωριστά σε ζώνες ή ανά πλήκτρο, οι δυνατότητες του φωτισμού και οι σχετικές ρυθμίσεις είναι περιορισμένες. Έτσι, το μενού LIGHTING EFFECTS διαθέτει μόνο 3 επιλογές: Μπορούμε να επιλέξουμε ανάμεσα σε NO EFFECT, STATIC COLOR και PULSE. Το NO EFFECT απλά απενεργοποιεί το φωτισμό. Το STATIC COLOR ενεργοποιεί το φωτισμό και δίνει τη δυνατότητα της επιλογής της έντασής του. Το PULSE αναβοσβήνει σταδιακά το φωτισμό εν είδει παλμού και οι επιλογές αφορούν το Opacity, που ουσιαστικά είναι η φωτεινότητα, και την ταχύτητα. Στο παρακάτω βίντεο βλέπετε το εφέ PULSE με Opacity στο μέγιστο και ενδιάμεση ταχύτητα. Είναι εμφανές ότι είναι μια επιλογή μόνο για επίδειξη, καθώς δεν ενδείκνυται για πληκτρολόγηση. Το μενού CALIBRATION αφορά το joystick. Η μοναδική του επιλογή είναι η έναρξη του calibration. Αν το πατήσουμε, απλά αφήνουμε το joystick στην ησυχία του και το calibration προχωράει αρκετά γρήγορα και εντελώς μόνο του. Όταν ολοκληρωθεί, το μόνο που μας μένει είναι να πατήσουμε το κουμπί της επιβεβαίωσης για να επιστρέψουμε στην αρχική σελίδα της καρτέλας. Η επιλογή NAVIGATION CONTROL μας δίνει τη δυνατότητα αρκετών ρυθμίσεων που αφορούν το touchpad και το joystick. Η λειτουργία του calibration θα μπορούσε να βρίσκεται άνετα σε αυτή την καρτέλα και όχι να καταλαμβάνει μια ολόκληρη καρτέλα από μόνη της. Στα δεξιά της καρτέλας βλέπουμε ότι όταν το F-Lock είναι off (άρα τα F keys εκτελούν τις δευτερεύουσες λειτουργίες τους), είμαστε στο Media Mode. Όταν είναι on (άρα τα F keys λειτουργούν κανονικά ως F keys) είμαστε στο Gaming Mode. Τέλος, η καρτέλα Performance, μας δίνει την επιλογή για το τι άλλο θέλουμε να συμβαίνει όταν το F-Lock είναι on και συνεπώς είμαστε σε Gaming Mode. Εδώ μπορούμε να απενεργοποιήσουμε πλήκτρα ή συνδυασμούς πλήκτρων που αν πατηθούν εκ παραδρομής, θα διακόψουν το παιχνίδι μας. Μπορεί ακόμη να απενεργοποιηθεί το touchpad. Κάτι ενδιαφέρον είναι η δυνατότητα απενεργοποίησης του Wireless Encryption. Το Corsair K83 Wireless Entertainment Keyboard χρησιμοποιεί έναν ισχυρό αλγόριθμο κρυπτογράφησης 128-bit AES, έτσι ώστε να μην μπορεί κάποιος να υποκλέψει τα keystrokes. Αυτό προσθέτει ένα ελάχιστο latency της τάξης του 0,1ms που για κάποιους hardcore gamers μπορεί να είναι σημαντικό, οπότε η απενεργοποίησή του είναι δυνατή. Αφού τελειώσαμε με το HOME, περνάμε στην καρτέλα DASHBOARD. Εδώ μπορούμε να δούμε πληροφορίες για διάφορες συσκευές του συστήματός μας. Το INSTANT LIGHTING επιτρέπει τη συγχρονισμένη ενεργοποίηση μονοχρωματικού φωτισμού στα χρώματα που βλέπετε, για όλες τις συνδεδεμένες συσκευές που το υποστηρίζουν. Και πάμε πάλι στα SETTINGS για μια πιο προσεκτική ματιά. Εδώ, στο επάνω μέρος έχουμε ρυθμίσεις για τη συσκευή μας, οι οποίες φαίνονται στην παρακάτω εικόνα και κάνουν ακριβώς αυτό που λέει η περιγραφή τους. Στο κάτω μέρος έχουμε της ρυθμίσεις που αφορούν το iCUE, σε 4 καρτέλες, με πρώτη τη GENERAL. Η δεύτερη καρτέλα αφορά το On Screen Display. Αν το ενεργοποιήσουμε... ...έχουμε πάρα πολλές επιλογές για το τι και πώς ακριβώς θα δείχνει... ...το overlay παράθυρο που εμφανίζεται και το οποίο θα παραμένει στην οθόνη μας ακόμα και αν παίζουμε κάποιο παιχνίδι. Η τρίτη καρτέλα του iCUE SETTINGS αφορά το Dashboard. Ανάμεσα στις ρυθμίσεις είναι και η ενεργοποίηση του widget που αφορά τα drives του συστήματος... Ας το ενεργοποιήσουμε για να δούμε τι θα κάνει. Μετά την ενεργοποίηση απαιτείται restart του iCUE service, που γίνεται εύκολα από την καρτέλα GENERAL. Και κάπως έτσι, αποκτήσαμε widgets στο DASHBOARD που μας δείχνουν τις θερμοκρασίες των drives. Τελευταία καρτέλα του iCUE SETTINGS είναι το SENSOR LOGGING από όπου μπορούμε να κάνουμε καταγραφή οποιωνδήποτε εκ των αισθητήρων που υποστηρίζει το iCUE. Η τελευταία καρτέλα του κεντρικού μενού του iCUE περιέχει διαδικτυακούς συνδέσμους που αφορούν την εταιρία. Το εικονίδιο του iCUE στο system tray, περιέχει κάποιες ενδιαφέρουσες επιλογές. Κατ' αρχάς υποστηρίζει τη δημιουργία ξεχωριστών εικονιδίων δίπλα του, που μας πληροφορούν για την κατάσταση της μπαταρίας των συσκευών μας. Περνώντας το ποντίκι πάνω από κάθε μπαταρία, το σύστημα μας δείχνει ποια συσκευή αφορά. Θα ήθελα όμως να υπάρχει δυνατότητα να ξεχωρίζουμε ποιο εικονίδιο αφορά ποια συσκευή, χωρίς να χρειάζεται να κάνουμε hover με το ποντίκι πάνω από το κάθε εικονίδιο, για παράδειγμα με διαφορετικά χρώματα. Μια άλλη λειτουργία είναι το να δούμε το iCUE Space. Το iCUE space είναι ένα παράθυρο που καταλαμβάνει το δεξί μέρος της οθόνης μας, μετακινώντας ο,τιδήποτε άλλο προς τα αριστερά, και μας δείχνει το ίδιο περιεχόμενο με το DASHBOARD, αλλά χωρίς να χρειαστεί να έχουμε ανοιχτό το κυρίως παράθυρο του iCUE. Συνολικά το iCUE είναι ένα υπερπλήρες λογισμικό ελέγχου που προσθέτει μεγάλη αξία στα περιφερειακά της Corsair. Δοκιμές Όπως είδαμε στον πίνακα των χαρακτηριστικών του, το Corsair K83 Wireless Entertainment Keyboard διαθέτει 20-Key Roll Over, συνεπώς(θεωρητικά) μπορεί να αναγνωρίσει το πάτημα οποιωνδήποτε 20 πλήκτρων ταυτόχρονα. Μόνο θεωρητικά όμως, γιατί στην πράξη τα πράγματα ήταν δυστυχώς διαφορετικά. Δοκιμάσαμε το πληκτρολόγιο με κάθε μορφή ασύρματης και ενσύρματης σύνδεσης που υποστηρίζει, αλλά δεν μπορέσαμε να πετύχουμε την ενεργοποίηση 20 πλήκτρων ταυτόχρονα, πολλώ δε μάλλον οποιωνδήποτε. Παρακάτω παραθέτουμε τα αποτελέσματα που πήραμε πατώντας όλα τα πλήκτρα κάθε μίας από τις 6 σειρές πλήκτρων, ξεκινώντας πρώτα από αριστερά και μετά από δεξιά. Υπενθυμίζουμε ότι το Corsair K83 Wireless Entertainment Keyboard είναι ένα πληκτρολόγιο 77 πλήκτρων και δε διαθέτει κανένα από τα πλήκτρα που απεικονίζονται στο δεξί τμήμα του προγράμματος δοκιμών, εκτός από τα βελάκια. Επίσης δε διαθέτει το δεξί πλήκτρο Win και το Menu από την 6η σειρά. Το πάνω βελάκι δοκιμάστηκε με την 6η σειρά καθώς τα πάνω και κάτω βελάκια είναι πλήκτρα μισού ύψους και καταλαμβάνουν τη θέση ενός πλήκτρου σε εκείνη τη σειρά. Όπως βλέπετε, το Corsair K83 Wireless Entertainment Keyboard δε διαθέτει σε καμία περίπτωση 20-Key Roll Over. Ο έλεγχος για ghosting έδειξε αντίστοιχα θέματα και είχαμε αρκετές περιπτώσεις πλήκτρων που δεν ενεργοποιήθηκαν. Η προσπάθειά μας να γράψουμε τη φράση "THE QUICK BROWN FOX JUMPS OVER THE LAZY DOG" κρατώντας πατημένα και τα 2 πλήκτρα Shift ταυτόχρονα, απέφερε το εξής αποτέλεσμα: H QUCK BROWN FOX JUPS OVR H LAZY DOG Τι σημαίνουν όλα αυτά; Στην απλή πληκτρολόγηση, όχι κάτι ιδιαίτερο. Επιβεβαιώνουν όμως αυτό που προείπαμε, ότι το Corsair K83 Wireless Entertainment Keyboard είναι κατάλληλο μόνο για ελαφρύ gaming και αφήνει την απορία γιατί η Corsair διαφημίζει ότι το πληκτρολόγιο διαθέτει 20-Key Roll Over ενώ αυτό δεν ισχύει. Επίλογος Φτάσαμε λοιπόν σε έναν ακόμη επίλογο που καλείται σε λίγες γραμμές να συνοψίσει τα κύρια χαρακτηριστικά του Corsair K83 Wireless Entertainment Keyboard αλλά και να αξιολογήσει τα θετικά και αρνητικά του σημεία. Τα θετικά του είναι πολλά και ξεκάθαρα καθώς πρόκειται για ένα πολύ βολικό και καλοσχεδιασμένο πληκτρολόγιο για χρήση από τον καναπέ. Η μελέτη που έγινε κατά το σχεδιασμό του είναι εμφανής και οι μηχανικοί της Corsair αξίζουν συγχαρητήρια για το λειτουργικό αλλά και καλαίσθητο τρόπο με τον οποίον ενσωμάτωσαν τόσο πολλά χαρακτηριστικά σε ένα τόσο μικρό πακέτο. Η ποιότητα κατασκευής είναι ανάλογη με τα high end πληκτρολόγια της εταιρίας, με βουρτσισμένο αλουμίνιο και ποιοτικά πλαστικά ως υλικά κατασκευής καθώς και άριστη συναρμογή. Το μέγεθος είναι ιδανικό για να επιτρέπει τη σχετικά άνετη πληκτρολόγηση χωρίς να καταλαμβάνει πολύ χώρο, τα πλήκτρα είναι άνετα στη χρήση, το trackpad άριστα υλοποιημένο και το joystick επαρκές για ελαφρύ gaming. Ο έλεγχος του φωτισμού γίνεται άμεσα από ένα πλήκτρο και η ένταση της φωνής ελέγχεται από ένα άριστα υλοποιημένο roller με ενσωματωμένο πλήκτρο σίγασης. Οι δυνατότητες σύνδεσης καλύπτουν κάθε ανάγκη, καθώς περιλαμβάνουν σύνδεση με καλώδιο, με δέκτη στα 2,4GHz και δύο συνδέσεις μέσω Bluetooth. Η λίστα των υποστηριζόμενων συσκευών είναι εκτενής, αλλά δυστυχώς δεν περιλαμβάνει το Playstation 4 και το X-Box One. Η μπαταρία είναι επαρκής για ολιγοήμερη φυσιολογική χρήση, αλλά όπως είναι φυσικό εξαρτάται πολύ από την επιλεγμένη ένταση του φωτισμού. Τα αρνητικά σημεία που εντοπίσαμε στο Corsair K83 Wireless Entertainment Keyboard οφείλονται ως επί το πλείστον στο τμήμα marketing της εταιρίας, που απλά υπόσχεται πράγματα πέρα από τις δυνατότητες του πληκτρολογίου. Το γιατί συμβαίνει αυτό όταν τα χαρακτηριστικά του πληκτρολογίου είναι ήδη πολύ καλά, δημιουργεί εύλογες απορίες. Έτσι ο χρόνος ταχείας φόρτισης, όταν ικανοποιούνται όλες οι συνθήκες για αυτήν (δείτε το σχετικό τμήμα του review), διαφημίζεται στις 2 ώρες, ενώ στην πραγματικότητα διαρκεί σχεδόν 3. Το δε 20-Key Roll Over, που υπόσχονται οι προδιαγραφές, απλά δεν ισχύει. Το κόστος του Corsair K83 Wireless Entertainment Keyboard στα Ελληνικά καταστήματα ξεκινάει από τα €123,30, συμπεριλαμβανομένου του ΦΠΑ. Η τιμή είναι λογική, δεδομένης της ποιότητας του πληκτρολογίου και της πληθώρας των χαρακτηριστικών που ενσωματώνει. Ας συνοψίσουμε λοιπόν τα πλεονεκτήματα και τα μειονεκτήματα του Corsair K83 Wireless Entertainment Keyboard : Ο καλός - Εξαιρετική ποιότητα κατασκευής, υλικών και φινίρισμα - Έξυπνος και καλαίσθητος σχεδιασμός - Ισορροπία μεταξύ μεγέθους και χρηστικότητας - Πολύ καλό trackpad - Ενσωματωμένο joystick - Φωτισμός πλήκτρων - Πολλές επιλογές συνδεσιμότητας - Επαρκής μπαταρία - Πολύ καλό λογισμικό ελέγχου iCUE - Multimedia Keys - Ρόδα ελέγχου έντασης ήχου με ενσωματωμένο πλήκτρο σίγασης Ο Κακός - Ο χρόνος ταχείας φόρτισης φτάνει σχεδόν τις 3 ώρες αντί των 2 που υπόσχονται οι προδιαγραφές - Το 20-Key Roll Over των προδιαγραφών δεν ισχύει - Το πάνω και το κάτω βελάκι είναι πλήκτρα μισού ύψους Ο Αδιάφορος - Η τιμή είναι υψηλή για ένα πληκτρολόγιο αλλά λογική αν υπολογίσουμε όλα τα χαρακτηριστικά και τις δυνατότητές του - Θα προτιμούσαμε θύρα USB Type C αντί για Micro-USB - Θα ήταν θετικό αν υποστηρίζονταν πρωτόκολλα ταχείας φόρτισης όπως QC2.0, QC3.0 κλπ Με βάση τα παραπάνω, η συνολική βαθμολογία του Corsair K83 Wireless Entertainment Keyboard είναι:  theLAB.gr Ευχαριστούμε θερμά την Corsair για την παραχώρηση του δείγματος της δοκιμής. Πολύμερος Αχανιώτης 16/9/2019
  7. Εισαγωγή Τα πρωτόκολλα επικοινωνίας των συσκευών αποθήκευσης εδώ και πολλά χρόνια σηματοδοτούν και καθορίζουν τις μεγάλες εξελίξεις στις ταχύτητες διαμεταγωγής δεδομένων. Και ενώ οι συσκευές αποθήκευσης συνηθιζόταν να κυνηγάνε να φτάσουν την ταχύτητα του εκάστοτε πρωτοκόλλου της εποχής, οι SSD έχουν εξελιχθεί τόσο γρήγορα ώστε πολλές φορές να αποτελεί ο δίαυλος επικοινωνίας τους με το σύστημα, τον πιο αργό κρίκο της αλυσίδας μεταφοράς των δεδομένων. Έτσι λοιπόν, κάποιοι NVMe PCIe 3.0 4X SSDs έχουν φτάσει στα όρια της ταχύτητας που μπορούν να προσφέρουν τα 4 lanes του PCIe 3.0 και το επόμενο λογικό βήμα είναι ή περισσότερα lanes (που εκμεταλλεύονται κάποιες ακριβές enterprise υλοποιήσεις), ή, για την consumer αγορά, η εκμετάλλευση των ταχύτερων lanes που προσφέρει το PCIe 4.0. To PCIe 4.0 είναι πλέον γεγονός, αν και προς το παρόν είναι διαθέσιμο μόνο στις καινούριες μητρικές για AMD Ryzen 3ης γενιάς. Και ενώ η Intel πετάει χαρούμενη χαρταετό, ισχυριζόμενη ότι δεν υπάρχει ακόμα λόγος για την ενσωμάτωση του PCIe 4.0 στα συστήματά της, εφ' όσον οι υπάρχουσες κάρτες γραφικών δε θα μπορούσαν να εκμεταλλευτούν τις αυξημένες του ταχύτητες, οι κατασκευαστές SSD έσπευσαν να της αποδείξουν ότι σαφώς και υπάρχει λόγος. Συγκεκριμένα, οι νέοι NVMe PCIe 4.0 SSDs που, εκμεταλλευόμενοι τη διπλάσια ταχύτητα επικοινωνίας έναντι του PCIe 3.0, ξεπερνούν το bottleneck που έως τώρα έθετε τα όρια στις επιδόσεις των SSD. Η πρώτη υλοποίηση της Corsair που υποστηρίζει PCIe 4.0 είναι ο Corsair Force Series Gen.4 PCIe MP600, που διατίθεται από την εταιρεία σε χωρητικότητες του 1 και των 2 TB. Σήμερα στον πάγκο μας βρίσκεται το μοντέλο των 2TB και το περιμένουν φουρτούνες αντάξιες ενός κουρσάρου! Από τη Συσκευασία Μέχρι το Πυρίτιο - Τι ακριβώς αγοράζουμε Αλλά ας πάρουμε τα πράγματα από την αρχή. Ο Corsair Force Series Gen.4 PCIe MP600 2TB έρχεται σε ένα απλό λευκό κουτί. Ένα μαύρο αυτοκόλλητο καλύπτει σχεδόν ολόκληρη την εμπρός όψη και περιέχει τη φωτογραφία και το μοντέλο του drive, καθώς και πληροφορίες για τις επιδόσεις τους, που ενώ δεν πιέζουν τα όρια του PCIe 4.0, είναι σαφώς έξω από τις δυνατότητες του PCIe 3.0. To πίσω μέρος είναι σαφώς πιο αδιάφορο και έχει μόνο ένα μικρό αυτοκόλλητο με barcodes και αριθμούς. Η χρήσιμη πληροφορία εδώ είναι ότι η χώρα κατασκευής είναι η Taiwan. Μέσα στο απλό χαρτόνι, υπάρχει ένα κομμάτι μαύρο αφρολέξ. Οι εγκοπές για τα δάχτυλα μας βοηθάνε αρκετά στο να το βγάλουμε από το κουτί και να αντικρίσουμε φωλιασμένο μέσα του τον Corsair Force Series Gen.4 PCIe MP600 2TB. Φυλλάδια και παρελκόμενα κάθε είδους λάμπουν δια της απουσίας τους, αλλά δε θεωρούμε ότι η ύπαρξή τους θα είχε κάποια ουσία. Αυτό που κάνει αισθητή την παρουσία του και μάλιστα έντονα, είναι η εγκατεστημένη ψύκτρα. Η ψύκτρα είναι απλή, μαύρου χρώματος και από αλουμίνιο. Είναι προφανές ότι είναι η ίδια και για τις δύο διαφορετικές χωρητικότητες που διατίθενται, καθώς στο επάνω μέρος του αναφέρεται μεν η εταιρεία και το μοντέλο, όχι όμως η χωρητικότητα. Στο κάτω μέρος, ένα αυτοκόλλητο παρέχει πληροφορίες για τις πιστοποιήσεις και τις λοιπές λεπτομέρειες, ενώ κάτω δεξιά αναφέρει και τη χωρητικότητα του drive, ως 2000MB, κάτι που δεν είναι ακριβώς το ίδιο με το 2TB που γράφει η συσκευασία καθώς το 1TB ισούται κανονικά με 1024MB. Το μαύρο PCB δένει αρμονικά με την ψύκτρα και το σύνολο, με το αυτοκόλλητο κρυμμένο κάτω από το drive, θα αποτελέσει μια καλαίσθητη πινελιά σε οποιοδήποτε μοντέρνο σύστημα. Αυτά λοιπόν για το drive, καθώς η ψύκτρα δε μας αφήνει να δούμε τα επί μέρους εξαρτήματά του και δε θα θέλαμε να χάσουμε την εγγύηση παραβιάζοντάς την... Δεν πιστεύω να το πιστέψατε, έτσι; Εννοείτε ότι θα πάμε παραμέσα. Εξ' άλλου η ψύκτρα συγκρατείται στο drive με 4 clips, 2 από κάθε πλευρά και η ίδια η Corsair δε φαίνεται να ενοχλείται από την προοπτική της αφαίρεσής της, καθώς δεν έχει χρησιμοποιήσει κάποιο αυτοκόλλητο ασφαλείας που θα ακύρωνε την εγγύηση. Μπορεί εξ άλλου κάποιος να θέλει να χρησιμοποιήσει το drive με την ενσωματωμένη ψύκτρα που διαθέτουν πολλές μητρικές, όπως και μία από τις 2 μητρικές όπου θα δοκιμαστεί ο Corsair Force Series Gen.4 PCIe MP600 2TB. Βέβαια, εμείς επιλέξαμε να δοκιμάσουμε το drive με τη δική του ψύκτρα, αλλά αυτά θα τα δούμε παρακάτω. Προς το παρόν, ανοίγουμε προσεκτικά τα 4 clips και η ψύκτρα χωρίζεται στα 2. Το πάνω μέρος, που αποτελείται από αλουμίνιο και αναλαμβάνει την ψύξη του ελεγκτή καλύπτεται από μια θερμοαγώγιμη ταινία η οποία εξασφαλίζει τη μεταφορά θερμότητας από το drive στην ψύκτρα. Και ιδού τα αποκαλυπτήρια του drive. Τα βασικά του στοιχεία, τα οποία μας ενδιαφέρουν, είναι ήδη ξεκάθαρα φανερά. Η επάνω, ψυχόμενη πλευρά, περιλαμβάνει τον ελεγκτή, 2 NAND chips και 1 chip μνήμης cache. Η κάτω, μη ψυχόμενη πλευρά, περιλαμβάνει άλλα 2 NAND chips και άλλο 1 chip μνήμης cache. Ο ελεγκτής είναι ο Phison PS5016-E16 του οποίου το interface είναι, σύμφωνα με τη Phison, το PCIe Gen4x4 NVMe, οι υποστηριζόμενες χωρητικότητες από 512 GB έως 2TB και οι ταχύτητες φτάνουν τα Sequential Read/Write (up to): 5,000/4,400 MB/s και Random Read/Write (up to): 750,000/700,000 IOPS. Το Datasheet μας λέει ότι η μέγιστη θερμοκρασία λειτουργίας είναι οι 70°C και ότι υποστηρίζονται End-to-End Data Protection, Pyrite/OPAL και Thermal Monitoring. Η πιο σημαντική πληροφορία όμως είναι ότι ο ελεγκτής υποστηρίζει TLC και QLC NAND. Το τι ακριβώς είναι αυτοί οι τύποι NAND θα το δούμε εν συντομία παρακάτω, στην ανάλυση σε βάθος. Προς το παρόν αρκεί να αναφέρουμε ότι δεν είναι η ταχύτερη διαθέσιμη κατηγορία NAND (που είναι η MLC) και έχω ενδοιασμούς για το αν οι TLC και QLC NAND θα διαθέτουν την απαραίτητη ταχύτητα. Για να δούμε λοιπόν τη NAND που χρησιμοποιεί ο Corsair Force Series Gen.4 PCIe MP600 2TB. Πρόκειται για τα chip της Toshiba, με κωδικό TABHG65AWV, τα οποία είναι BiCS4 3D TLC NAND με 96 επίπεδα. TLC λοιπόν, η καλύτερη από τις 2 επιλογές που υποστηρίζει ο ελεγκτής. Η χωρητικότητα του κάθε ενός από τα συγκεκριμένα NAND chips είναι 4096 Gb, ή αλλιώς 512GB. Εφ' όσον o Corsair Force Series Gen.4 PCIe MP600 2TB διαθέτει 4 τέτοια chips, η συνολική του χωρητικότητα φτάνει τα 2TB. H cache του drive παρέχεται από τα 2 DRAM chips της SKhynix, ένα σε κάθε πλευρά του PCB του drive. Τα DRAM chips που χρησιμοποιήθηκαν είναι τα SKhynix H5AN8G8NNAFR-UH τα οποία είναι χωρητικότητας 8Gb, δηλαδή 1GB έκαστο, προσφέροντας συνολικά 2GB cache στον ελεγκτή. Το ότι η cache αποτελεί το 1/1000 της χωρητικότητας του drive δεν είναι καθόλου τυχαίο, καθώς αποτελεί χαρακτηριστικό του συγκεκριμένου ελεγκτή. Tα συγκεκριμένα DRAM chips είναι DDR4 με συχνότητα λειτουργίας τα 2400MHz και Cas Latency 17. Τεχνικά Χαρακτηριστικά Τα τεχνικά χαρακτηριστικά του Corsair Force Series Gen.4 PCIe MP600 2TB, ακριβώς όπως αναφέρονται στην ιστοσελίδα της Corsair, φαίνονται στον παρακάτω πίνακα. Οι ταχύτητες που υπόσχεται η Corsair είναι εντός των προδιαγραφών του ελεγκτή και η διάρκεια ζωής του Corsair Force Series Gen.4 PCIe MP600 2TB ορίζεται στα 3600TB εγγραφών. Δηλαδή πρέπει κανείς να γράφει στο drive περίπου ολόκληρη τη χωρητικότητά του για 5 χρόνια για να φτάσει αυτόν τον όγκο εγγραφών. Αυτό που δεν αναφέρεται στον πίνακα είναι η διάρκεια της εγγύησης, η οποία είναι 5 χρόνια και η προτεινόμενη τιμή λιανικής η οποία είναι στα 489,99 ευρώ. Συνοδευτικό Λογισμικό Το λογισμικό που συνοδεύει τους SSDs της Corsair, ονομάζεται Corsair SSD Toolbox. Σε αντίθεση με την εξαιρετική δουλειά πού έχει κάνει η Corsair με το iCue, το Corsair SSD Toolbox έχει μείνει χωρίς ουσιαστική εξέλιξη εδώ και αρκετά χρόνια, κάτι που είναι άμεσα εμφανές από το ξεπερασμένο αισθητικά interface του. Εν τούτοις, είναι εύκολο στη χρήση, απλό στη λειτουργία και παρέχει ουσιαστικά όλες τις απαραίτητες λειτουργίες. Η πλοήγηση γίνεται από το κάθετο μενού στα αριστερά και περιλαμβάνει 6 καρτέλες. Στην πρώτη, που ονομάζεται Drive Information (πληροφορίες για το drive), βλέπουμε τα βασικά στοιχεία του κάθε συνδεδεμένου drive και, εφ' όσον αυτό υποστηρίζεται από το πρόγραμμα, μπορούμε να κάνουμε και Firmware Update. Ο έλεγχος του firmware είναι άμεσος και online, απλοποιώντας τη διαδικασία και ελαχιστοποιώντας πιθανά λάθη του χρήστη. Το drive που παραλάβαμε χρειάστηκε άμεσα ενημέρωση του firmware στην έκδοση EGFM11.1, η οποία έγινε πριν τρέξουμε τα benchmarks. Η δεύτερη καρτέλα που ονομάζεται Overprovision αφορά το manual Over Provisioning, κάτι που δεν υποστηρίζεται από τον Corsair Force Series Gen.4 PCIe MP600 2TB. Η τρίτη καρτέλα, S.M.A.R.T. Status (κατάσταση του S.M.A.R.T.) μας δίνει πληροφορίες για την κατάσταση του drive, όπως την υγεία του και το σύνολο των αναγνώσεων και εγγραφών που έχει συνολικά πραγματοποιήσει. Σε αυτήν την καρτέλα θα προτιμούσαμε σαφώς μια πιο εύληπτη παρουσίαση για τον μη ειδικό χρήστη και όχι μια ξερή παρουσίαση των περιεχομένων του S.M.A.R.T. table. Η τέταρτη καρτέλα λέγεται Disk Clone (κλωνοποίηση δίσκου) και περιέχει ένα απλό αλλά βολικό Disk Cloning εργαλείο. Η πέμπτη καρτέλα που ονομάζεται Optimize (βελτιστοποίηση), περιέχει την εντολή ενεργοποίησης του TRIM, κάτι που στον Corsair Force Series Gen.4 PCIe MP600 2TB ελέγχεται από τα Windows και δεν μπορεί να ενεργοποιηθεί κατά βούληση από το χρήστη. Η έκτη και τελευταία καρτέλα με το όνομα Secure Wipe (ασφαλής καθαρισμός) περιέχει ένα εργαλείο ασφαλούς διαγραφής των περιεχομένων του drive, με τρόπο ώστε η επαναφορά τους να είναι αδύνατη. Τα 3 εικονίδια πάνω αριστερά, κάτω από το σήμα της Corsair, αφορούν τη λειτουργία βοήθειας, που εξηγεί κάποιες λειτουργίες του προγράμματος, τις πληροφορίες της έκδοσης του προγράμματος και την ανανέωση της λίστας των drives. Η πρώτη και τελευταία λειτουργία είναι αυτονόητες και δεν έχουμε να σχολιάσουμε κάτι σχετικά, αλλά η δεύτερη αποκάλυψε κάτι ενδιαφέρον. Συγκεκριμένα, ενώ πιο πρόσφατη έκδοση του Corsair SSD Toolbox στην ιστοσελίδα της εταιρίας είναι η 1.2.5.5, η λειτουργία check for updates που είναι κρυμμένη σε αυτή την καρτέλα, κατέβασε και εγκατέστησε την έκδοση 1.2.5.7. Η αναβάθμιση αυτή δεν έδωσε κάποιο ορατό αποτέλεσμα εκτός ότι τα εικονίδια απέκτησαν ένα κακαίσθητο λευκό φόντο που δεν υπήρχε στην προηγούμενη έκδοση. Συνολικά, το Corsair SSD Toolbox κάνει τα βασικά που χρειάζεται, αλλά θα θέλαμε να δούμε μια ανανεωμένη έκδοση, με μοντέρνο interface και μεγαλύτερη φιλικότητα προς το χρήστη. Σύστημα Δοκιμών και Μεθοδολογία Για το συγκεκριμένο review χρησιμοποιήθηκαν 2 συστήματα δοκιμών. Το ένα είναι το γνωστό μας benchtable που είναι στημένο πάνω στην Asrock Z97X Killer. Ο επεξεργαστής είναι ο Intel G3258 Anniversary Edition που παρέμεινε δροσερός χάρη στην Corsair Hydro Series H100i GTX. Η μνήμη είναι στα 8GB που υπερκαλύπτουν τις απαιτήσεις μας στα συγκεκριμένα τεστ, το τροφοδοτικό είναι το Cooler Master V650 και το σύστημα είναι στημένο στο Cooler Master Test Bench V1.0. Καθώς η M.2 υποδοχή της Asrock Z97X Killer υποστηρίζει μόνο PCIe 3.0 2X και όχι 4X, χρησιμοποιήθηκε ένας μετατροπέας PCIe 4X σε M.2. Ευχαριστούμε θερμά την Asrock, την Cooler Master και την Corsair για τα εξαρτήματα που μας παρείχαν για την κατασκευή του συστήματος δοκιμών! Παρακάτω βλέπετε τις πλήρεις προδιαγραφές του συστήματος δοκιμών. Καθώς όμως ο Corsair Force Series Gen.4 PCIe MP600 2TB υποστηρίζει, όπως μαρτυράει το όνομά του, PCIe 4.0 και μάλιστα το χρειάζεται για να αποδώσει τα μέγιστα των επιδόσεών του, οι οποίες ξεπερνούν τις δυνατότητες του πρωτοκόλλου PCIe 3.0, οι δοκιμές έγιναν και σε ένα ολοκαίνουργιο σύστημα με επεξεργαστή AMD Ryzen 3900X και μητρική την Gigabyte X570 AORUS PRO. Το σύστημα αυτό υποστηρίζει το πρωτόκολλο επικοινωνίας PCIe 4.0 και επιτρέπει στον Corsair Force Series Gen.4 PCIe MP600 2TB να δείξει τις πλήρεις δυνατότητές του. Ευχαριστώ θερμά τον φίλο και συνεργάτη David Popeck που μας διέθεσε το σύστημά του για τις δοκιμές. Παρακάτω βλέπετε τις πλήρεις προδιαγραφές του συστήματος δοκιμών με πρωτόκολλο επικοινωνίας PCIe 4.0. Το λειτουργικό σύστημα πάνω στο οποίο γίνονται οι δοκιμές είναι τα Windows 10 Pro 64bit. Οι δοκιμές στις οποίες θα υποβάλουμε τον Corsair Force Series Gen.4 PCIe MP600 2TB χωρίζονται σε 3 κατηγορίες: Συνθετικά Benchmarks Χρήση των Program Traces του PCMark 8 για να δούμε τη συμπεριφορά του drive σε καθημερινή χρήση. Ανάλυση σε βάθος Οι μετρήσεις θα γίνουν και στα 2 παραπάνω συστήματα για να δούμε τις επιδόσεις του drive τόσο σε PCIe 4.0 όσο και σε PCIe 3.0 και θα συγκριθούν με τον Corsair Force Series MP510 960GB και τον Samsung 970 EVO 250GB. Δυστυχώς δεν είχαμε διαθέσιμο κάποιον Samsung 970 EVO αντίστοιχης χωρητικότητας και καθώς οι επιδόσεις των εγγραφών επηρεάζονται ιδιαιτέρως από το πλήθος των πακέτων NAND και ο Samsung 970 EVO 250GB διαθέτει 2 πακέτα NAND έναντι των 4 των άλλων 2 SSD, αυτό θα ληφθεί υπ' όψιν στη διεξαγωγή των συμπερασμάτων. Μείνετε συντονισμένοι. Μετά τις δοκιμές ακολουθεί σχολιασμός, βαθμολογία και συμπεράσματα. Benchmarks Ξεκινάμε με το ATTO. To ATTO είναι το μακράν πιο γενναιόδωρο benchmark όσον αφορά τα θετικά αποτελέσματα ταχύτητας και γι αυτό οι περισσότερες εταιρείες το χρησιμοποιούν για να δηλώσουν τις μέγιστες επιδόσεις σειριακής ανάγνωσης και εγγραφής των drives τους. Ο Corsair Force Series Gen.4 PCIe MP600 2TB έχει πολύ καλές επιδόσεις που στις εγγραφές σχεδόν αγγίζουν τις υποσχόμενες από την εταιρία, ενώ στις αναγνώσεις είναι ελαφρώς χαμηλότερες από τις διαφημιζόμενες. Όλα αυτά βέβαια με τη χρήση του PCIe 4.0, ενώ στη μέτρηση με PCIe 3.0 το drive περιορίζεται από τις δυνατότητες του PCIe 3.0 αλλά και πάλι ξεπερνάει τις επιδόσεις του Corsair Force Series MP510 960GB και του Samsung 970 EVO 250GB. Λαμβάνουμε υπ' όψιν ότι ο EVO διαθέτει 2 πακέτα NAND (όπως εξηγήσαμε στη μεθοδολογία) και έτσι είναι εύλογο και αναμενόμενο ο EVO να έχει περίπου τις μισές επιδόσεις στις σειριακές εγγραφές. Αντίστοιχα είναι και τα αποτελέσματα του CrystalDiskMark 6.0.2 όπου και πάλι ο Corsair Force Series Gen.4 PCIe MP600 2TB δε φτάνει ακριβώς την ταχύτητα εγγραφής των 4950MB/s που υπόσχεται η Corsair αλλά από την άλλη ξεπερνάει τη διαφημιζόμενη ταχύτητα εγγραφών των 4250MB/s, έστω και κατά λίγο. Περισσότερο όμως αξιοσημείωτη είναι η σημαντική αύξηση στις δοκιμές των 4Κ με τη χρήση του drive σε PCIe 4.0. Η αύξηση είναι σημαντική όταν δεν έχουμε queue (ουρά εντολών) (Q1) ή παράλληλα threads (παράλληλη επεξεργασία εντολών) (T1) αλλά απογειώνεται όταν αυξάνει το queue και πραγματικά εκτοξεύεται όταν αυξάνουμε και τα threads! Τα αποτελέσματα του AS SSD Benchmark λένε την ίδια ιστορία. Το Anvil's Storage Utilities benchmark επιβεβαιώνει τα παραπάνω αποτελέσματα, δίνοντας την απόλυτη κυριαρχία και με διαφορά στον Corsair Force Series Gen.4 PCIe MP600 2TB με PCIe 4.0, με δεύτερο το ίδιο drive με PCIe 3.0, όπου κινείται στα όρια ταχύτητας που του επιτρέπει το PCIe 3.0. Τα υπόλοιπα drives, απλά ακολουθούν. Αν δούμε λίγο πιο αναλυτικά τα αποτελέσματα, θα παρατηρήσουμε ότι η υπεροχή του Corsair Force Series Gen.4 PCIe MP600 2TB σε PCIe 4.0 είναι, αναμενόμενα πλέον, σαρωτική όπου υπάρχει χρήση QD, κάτι που εξηγεί και το αποτέλεσμα. Τα AIDA64 Average Read και Write Access δείχνουν ότι ο Corsair Force Series Gen.4 PCIe MP600 2TB είναι ένα drive που ανταποκρίνεται πολύ γρήγορα στις εντολές που λαμβάνει, ειδικά σε PCIe 4.0 και στις εγγραφές. Τα παραπάνω συμπεράσματα φαίνεται να επιβεβαιώνονται και από τα αποτελέσματα του HD Tune Pro Random Read και Write Access. Τα συνολικά αποτελέσματα των benchmarks δείχνουν ότι ο Corsair Force Series Gen.4 PCIe MP600 2TB έχει επιδόσεις που ξεφεύγουν πολύ από αυτές των drives που χρησιμοποιούν PCIe 3.0. Για να δούμε όμως, τι σημαίνει αυτό στην πραγματική χρήση. Program Traces - PCMark 8 Το drive benchmark του PCMark 8 χρησιμοποιεί traces χρήσης πραγματικών προγραμμάτων για να προσομοιώσει τη συμπεριφορά και τις επιδόσεις ενός drive κατά την πραγματική χρήση. Και εκεί που σύμφωνα με τα αποτελέσματα των συνθετικών benchmarks περιμένουμε να δούμε μια σαρωτική επικράτηση του Corsair Force Series Gen.4 PCIe MP600 2TB, το παρακάτω γράφημα γκρεμίζει όλες τις προσδοκίες. Δεν μπορεί, κάτι έγινε εδώ. Ξανατρέχουμε την πολύωρη δοκιμή, καμία διαφορά. Τι συμβαίνει; Πώς μπορεί ένα drive να είναι τόσο πιο γρήγορο σε όλα τα benchmarks και στην πραγματικότητα να μην είναι; Για να το απαντήσουμε αυτό, θα χρειαστεί μια ανάλυση σε μεγαλύτερο βάθος. Ανάλυση σε βάθος Σε αυτό το τμήμα του review, θα χρησιμοποιήσουμε κάποιες πιο εξειδικευμένες δοκιμασίες για να δούμε τη συμπεριφορά του drive με περισσότερη λεπτομέρεια. Συγκεκριμένα θα χρησιμοποιήσουμε το Disk Benchmark του AIDA64. Βλέπουμε ότι η μέση, η μέγιστη και η ελάχιστη ταχύτατα ανάγνωσης του Corsair Force Series Gen.4 PCIe MP600 2TB σε PCIe 4.0 (1ο γράφημα) είναι μεν μεγαλύτερες από τις επιδόσεις του drive σε PCIe 3.0 (2ο γράφημα) και από τα άλλα drives, αλλά παραμένουν χαμηλά σε σχέση με τις δυνατότητες που είδαμε στα συνθετικά benchmarks και μάλιστα σαφώς εντός των δυνατοτήτων του PCIe 3.0. Τι συμβαίνει λοιπόν εδώ; Ουσιαστικά εδώ βλέπουμε την ταχύτητα με την οποία μπορεί να διαβάσει ο ελεγκτής από τη NAND, χωρίς την επιπλέον ταχύτητα που προσδίδει η χρήση της DRAM cache. Αυτή είναι η ταχύτητα με την οποία μπορεί συνεχώς και με συνέπεια να διαβάζει το drive όταν μιλάμε για δεδομένα που δεν είναι στην DRAM cache του των 2GB. Η ταχύτητα αυτή δεν περιορίζεται από τη μέγιστη ταχύτητα του PCIe 3.0, καθώς είναι σαφώς μέσα στις δυνατότητές του και οι διαφορές που βλέπουμε υπέρ του drive σε PCIe 4.0 πιθανότατα σχετίζονται με άλλα optimizations που έχουν γίνει σε αυτό καθώς και τη γενικότερα πολύ νεότερη πλατφόρμα. Η ουσία είναι ότι εδώ φαίνεται πως τα θεαματικά αποτελέσματα των συνθετικών benchmarks ήταν στην ουσία προϊόν της ανάγνωσης δεδομένων τα οποία ήταν ήδη στην DRAM cache του drive. Η DRAM cache, ούσα μακράν ταχύτερη της NAND, είχε τη δυνατότητα να τροφοδοτεί τον ελεγκτή με δεδομένα χωρίς να δημιουργεί bottleneck αλλά η σχετικά αργή TLC NAND που χρησιμοποιεί ο Corsair Force Series Gen.4 PCIe MP600 2TB δε φαίνεται να την έχει και αυτό είναι λογικό. Συνεπώς τώρα φαίνονται λογικά τα αποτελέσματα του PCMark 8. Στην πραγματικότητα, τη μεγάλη του ταχύτητα μπορεί να την δώσει το drive μόνο για αναγνώσεις δεδομένων που βρίσκονται στην DRAM cache και που σε αυτή την περίπτωση περιορίζονται σε μέγεθος από το μέγεθος αυτής, τα 2 GB, το 1/1000 της συνολικής χωρητικότητας του drive. Οι εγγραφές αποκαλύπτουν μια ακόμη πιο ατυχή ιστορία, τη γνωστή πονεμένη ιστορία όλων των SSD που χρησιμοποιούν TLC. Βλέπετε, οι TLC NAND δεν έχουν καλές ταχύτητες εγγραφής. Γι αυτό οι εταιρείες δε διαφημίζουν ποτέ αυτή την ταχύτητα. Αντιθέτως, χρησιμοποιούν ένα μέρος της TLC NAND σε λειτουργία SLC. Όπα φίλε, μισό λεπτό! Τι είναι αυτό το TLC και τι είναι το SLC που μας λες; OK, μικρή ανάλυση λοιπόν, για να είμαστε στην ίδια σελίδα. Να με συγχωρήσουν οι γνώστες και τελειομανείς που θα είναι πολύ εκλαϊκευμένη η εξήγηση και οι μη σχετικοί που θα είναι πολύ "επιστημονική", αλλά πρέπει να συναντηθούμε κάπου στη μέση. Το κάθε κελί μνήμης τύπου NAND, μπορεί να αποθηκεύσει μία ηλεκτρική τάση και να την κρατήσει εκεί. Στην περίπτωση του πρώτου τύπου NAND που χρησιμοποιήθηκε σε SSD, τον τύπο SLC (Single Level Cell) αν υπάρχει ηλεκτρική τάση, αυτό σημαίνει αξία 1 και αν δεν υπάρχει, αξία 0. Αυτό για τον υπολογιστή είναι ένα bit και 8 bits μας κάνουν ένα byte. Στην SLC NAND λοιπόν, κάθε κελί αποθηκεύει 1 bit και ο Controller έχει την πολύ εύκολη δουλειά να ξεχωρίσει ανάμεσα σε τάση και όχι τάση, πράγμα που γίνεται με πολύ μεγάλη ταχύτητα και ακόμη και αν το κελί έχει παλιώσει και φθαρεί. Συνεπώς η SLC NAND είναι πολύ γρήγορη και πολύ ανθεκτική στις εγγραφές που φθείρουν τα κελιά της. Αποθηκεύει όμως 1 μόνο bit ανά κελί. SLC NAND βρίσκαμε μόνο σε Enterprise level SSDs γιατί παρά τα πλεονεκτήματά της, είναι πολύ ακριβή. Και τώρα πλέον, ούτε καν εκεί. H MLC NAND αποθηκεύει 2 bit σε κάθε κελί. Ναι, αλλά εμείς είπαμε ότι το μόνο που αποθηκεύει ένα κελί NAND είναι μια ηλεκτρική τάση. Πώς λοιπόν μια ηλεκτρική τάση μπορεί να αντιστοιχιστεί σε 2 bit, δηλαδή σε ένα οποιονδήποτε διψήφιο συνδυασμό από 0 και 1; Απλό! Οι συνδυασμοί αυτοί κατά το νόμο των πιθανοτήτων είναι 22 δηλαδή 4 και συγκεκριμένα οι 00, 01, 10, και 11. Αν θεωρήσουμε ότι η απουσία ηλεκτρικής τάσης αντιστοιχεί στο 00, θα χρειαστούμε 3 διαφορετικές ηλεκτρικές τάσεις για να αντιστοιχίσουμε στις υπόλοιπες τιμές. Κάπως έτσι λειτουργεί η MLC. Είναι πλέον προφανές ότι η MLC θα λειτουργεί πιο αργά από την SLC, καθώς ο ελεγκτής θα πρέπει να ξεχωρίσει 4 διαφορετικές καταστάσεις του κάθε κελιού, συμπεριλαμβανομένων 3 διαφορετικών ηλεκτρικών τάσεων. Συνεπώς το σύστημα θα λειτουργεί πιο αργά και επιπλέον θα είναι πιο επιρρεπές στη φθορά των κελιών κατά τις εγγραφές και θα έχει μικρότερη διάρκεια ζωής. Η TLC NAND, που χρησιμοποιεί ο Corsair Force Series Gen.4 PCIe MP600 2TB, αλλά και τα άλλα 2 drives με τα οποία τον συγκρίνουμε, αποθηκεύει 3 bit σε κάθε κελί! Αυτό σημαίνει 23 δηλαδή 8 διαφορετικούς συνδυασμούς (000, 001, 010, 100, 011, 110, 101, 111). Κατά αναλογία με πριν, έχουμε εκτός από την απουσία τάσης, 7 διαφορετικές τιμές που κάνει πολύ πιο δύσκολη τη δουλειά του Controller. Εδώ πλέον οι εγγραφές γίνονται πολύ αργές. Η δε φθορά των κελιών που προκαλείται από τους κύκλους εγγραφών είναι ακόμα πιο σημαντική και η ζωή των κελιών πολύ πιο μικρή. Για να το αντιμετωπίσουν αυτό οι εταιρείες και να κάνουν τη χρήση TLC NAND μια βιώσιμη λύση για τους SSD, χρησιμοποιούν κάποια τεχνάσματα που βασίζονται σε πολύπλοκους και ισχυρούς ελεγκτές και εξειδικευμένο firmware. Το πιο βασικό τέχνασμα είναι να χρησιμοποιούν ένα μέρος της ελεύθερης TLC NAND σε λειτουργία SLC, εν είδει cache. Δηλαδή οι εγγραφές πραγματοποιούνται στην SLC cache σε πραγματικό χρόνο και αργότερα, το drive με την ησυχία του περνάει τα δεδομένα στην πολύ πιο αργή TLC NAND. Φυσικά οι εταιρείες δεν το διαφημίζουν αυτό και ο μέσος χρήστης νομίζει ότι αγοράζει drive με ταχύτητες εγγραφής που μπορεί να πετύχει η NAND του drive όταν λειτουργεί ως SLC cache ενώ η αλήθεια είναι πολύ πιο πικρή. Γι αυτό βλέπουμε TLC drives που είναι πολύ πιο οικονομικά από τα MLC να διαφημίζουν υψηλότερες ταχύτητες, αυτές της πολύ γρήγορης SLC cache, η οποία όμως όταν τελειώνει κατά τη διάρκεια μεγαλύτερων εγγραφών, ξαφνικά στέλνει τις επιδόσεις βόλτα και μάλιστα με τα πόδια! Πόση σημασία έχει αυτό στην πράξη; Μεγάλη κουβέντα και οι απόψεις διίστανται. Σε μια απλή χρήση που βασίζεται κυρίως σε αναγνώσεις και λίγες εγγραφές, τα TLC drives τα πάνε μια χαρά. Όταν τα πράγματα ζορίζουν και χρειάζονται μεγαλύτερες και συχνότερες εγγραφές που δε δίνουν χρόνο στην SLC cache των TLC drives να αδειάσει τα δεδομένα της και να είναι έτοιμη για την επόμενη χρήση, ίσως θα ήταν καλύτερη η χρήση ενός SSD με MLC NAND. Τώρα που ξέρουμε λοιπόν, ας πάμε να δούμε πώς συμπεριφέρεται ο Corsair Force Series Gen.4 PCIe MP600 2TB στις εγγραφές. Όπως βλέπουμε στο πρώτο γράφημα που αφορά τον Corsair Force Series Gen.4 PCIe MP600 2TB σε PCIe 4.0, το drive ξεκινάει με ένα μεγάλο burst ταχύτητας που προσεγγίζει τη διαφημιζόμενη ταχύτητα αλλά κρατάει πολύ λίγο, ίσα δηλαδή μέχρι να γεμίσουν τα 2GB της DRAM cache. Μετά, οι επιδόσεις πάνε περίπατο καθώς αρχίζουν οι εγγραφές στην TLC NAND, αν και παραμένουν αξιοπρεπείς, κοντά στα 2400MB/s. Αυτή όπως θα καταλάβατε είναι η ταχύτητα εγγραφής της TLC NAND, όταν αυτή είναι σε λειτουργία SLC cache. Καθώς το drive είναι εντελώς άδειο, έχει τη δυνατότητα να χρησιμοποιήσει ένα πολύ μεγάλο μέρος της TLC NAND του ως SLC cache, που σε σύνδεση PCIe 4.0 φαίνεται ότι είναι κοντά στο 45%. Σε σύνδεση PCIe 3.0 φαίνεται να είναι κάτι παραπάνω από το 35%. Όλα αυτά βέβαια είναι θέμα επιλογών της εταιρίας στο firmware αλλά σε κάθε περίπτωση θα έχουν όλο και λιγότερη σημασία, όσο περισσότερο γεμίζουμε το drive. Όσο πιο γεμάτο είναι τo drive, τόσο λιγότερη περίσσεια NAND θα έχει για να τη χρησιμοποιεί σε μορφή SLC cache και όλο και περισσότερο θα βασίζεται στην πραγματική ταχύτητα της TLC NAND που όπως φαίνεται στα τελευταία μέρη των πρώτων 2 γραφημάτων είναι μόλις στα περίπου 600MB/s σε PCIe 4.0 και 535MB/s σε PCIe 3.0. Είναι μάλιστα αξιοσημείωτο ότι η πραγματική ταχύτητα της TLC NAND που χρησιμοποιήθηκε στον Corsair Force Series MP510 960GB είναι αρκετά μεγαλύτερη, φτάνοντας περίπου τα 1000MB/s. Αυτό βέβαια μπορεί να οφείλεται στο ότι εκεί χρησιμοποιήθηκαν NAND chips των 256GB ενώ στον Corsair Force Series Gen.4 PCIe MP600 2TB έχουμε, όπως είδαμε, NAND chips των 512GB, αλλά σε κάθε περίπτωση η διαφορά είναι εκεί. Είναι πλέον φανερός ο λόγος που ενώ οι επιδόσεις του Corsair Force Series Gen.4 PCIe MP600 2TB στα συνθετικά benchmarks είναι εξαιρετικές, προσεγγίζοντας αυτές που υπόσχεται η συσκευασία, τα αποτελέσματα των traces χρήσης πραγματικών προγραμμάτων του PCMark 8 λένε ότι στην πράξη το drive δεν έχει πλεονέκτημα ταχύτητας έναντι των drives που βασίζονται στο PCIe 3.0. Στην πραγματική χρήση, μόνο όταν κάνουμε εγγραφές θα δούμε διαφορά και αυτό μόνο για ένα μέγιστο 2GB, όση δηλαδή είναι η DRAM cache του drive. Στις αναγνώσεις, διαφορά θα δούμε μόνο αν προκύψει να διαβαστεί κάτι που βρίσκεται στην DRAM cache, δηλαδή σπάνια. Θερμική συμπεριφορά Πριν πάμε στον επίλογο και τα συμπεράσματα, αξίζει μια μικρή κουβέντα για τη θερμική συμπεριφορά του Corsair Force Series Gen.4 PCIe MP600 2TB. Σύμφωνα με τις προδιαγραφές του drive αλλά και του ίδιου του ελεγκτή της Phison, η μέγιστη θερμοκρασία λειτουργίας του Corsair Force Series Gen.4 PCIe MP600 2TB είναι οι 70°C. Εν τούτοις, κατά τη διάρκεια των δοκιμών και εντός ενός κλειστού case με υδρόψυξη και χαμηλή κυκλοφορία αέρα, το drive έφτασε τους 75°C και μάλιστα με θερμοκρασία δωματίου κοντά στους 18°C. Αυτό με οδήγησε να θέλω να δω αν υπήρχε κάποιο thermal throttling ή κάποιο άλλο πρόβλημα, καθώς ήμαστε ήδη εκτός προδιαγραφών. Άνοιξα λοιπόν το πλαϊνό του κουτιού και έβαλα έναν ανεμιστήρα να φυσάει την ψύκτρα του Corsair Force Series Gen.4 PCIe MP600 2TB. Το αποτέλεσμα ήταν η μέγιστη θερμοκρασία να μην περνάει τους 40°C κατά τη διάρκεια των δοκιμών. Πέρα από αυτό, ουσιώδεις, στατιστικά σημαντικές διαφορές, δεν υπήρξαν ούτε και φάνηκε να υπάρχει κάποιο θέμα σταθερότητας. Τα 2 πρώτα από τα παρακάτω γραφήματα πάρθηκαν με το drive σε κλειστό κουτί και χωρίς ροή αέρα πάνω του, οπότε και έφτανε έως και τη θερμοκρασία των 75°C. Τα 2 επόμενα είναι με ανοιχτό πλαϊνό, ροή αέρα και μέγιστη θερμοκρασία 40°C. Παρά το γεγονός ότι δεν παρατηρήθηκαν διαφορές στις 2 καταστάσεις, η άνοδος της θερμοκρασίας άνω των προδιαγραφών του drive και μάλιστα με θερμοκρασία δωματίου τους 18°C, είναι ανησυχητική. Καλό θα είναι όποιοι αποφασίσουν να αποκτήσουν το drive, να φροντίσουν να υπάρχει κάποια ροή αέρα πάνω του, έτσι ώστε αυτό να μένει εντός των προδιαγραφών του και να εξασφαλιστεί η διάρκεια ζωής του. Συμπεράσματα και βαθμολογία - Το δια ταύτα Κάπως έτσι φτάσαμε στην ώρα του απολογισμού και των συμπερασμάτων. Σε αυτούς που πηδάνε από την εισαγωγή στον επίλογο, να πω ότι δεν έχετε καμία ελπίδα. Είναι τόσο πολλά αυτά που έχουμε εξηγήσει για την τεχνολογία και τις ιδιαιτερότητες του Corsair Force Series Gen.4 PCIe MP600 2TB που ο επίλογος σε καμία περίπτωση δε φτάνει για να τα συνοψίσουμε και να τα καταλάβετε. Γυρίστε πίσω λοιπόν και τα ξαναλέμε εδώ σε λίγο. Για όσους διάβασαν κανονικά το review, έχετε ήδη καταλάβει ότι ο Corsair Force Series Gen.4 PCIe MP600 2TB είναι ένα drive με πολύ καλή ποιότητα κατασκευής, ωραία εμφάνιση, μια ωραιότατη ψύκτρα, 5ετή εγγύηση και προδιαγραφές για να γράψει 3600ΤΒ στη διάρκεια της ζωής του, δηλαδή περίπου την πλήρη του χωρητικότητα καθημερινά για 5 χρόνια. Διαθέτει επίσης end-to-end data protection για την εξασφάλιση των δεδομένων σας, pyrite/OPAL AES 256-bit encryption για την κρυπτογράφησή τους και θερμικό έλεγχο για τη μακροζωία του drive. Διαθέτει επίσης τον - απ' ό,τι φαίνεται - μοναδικό σε κυκλοφορία αυτή τη στιγμή ελεγκτή για consumer grade NVMe SSD drive με χρήση PCIe 4.0, καθώς και οι 3 υλοποιήσεις που εντοπίσαμε χρησιμοποιούν τον ίδιο ελεγκτή. Οι υλοποιήσεις είναι φυσικά ο Corsair Force Series Gen.4 PCIe MP600 2TB καθώς και drives της Gigabyte και της Sabrent και ο ελεγκτής είναι ο Phison PS5016-E16 και εκεί έγκειται το πρόβλημα. Ας βάλουμε στην άκρη ότι για να έχει κανείς PCIe 4.0 χρειάζεται, όπως είπαμε και στην εισαγωγή, να διαθέτει πλατφόρμα AMD Ryzen 3ης γενιάς. Το βασικό θέμα είναι ότι ο εν λόγω ελεγκτής υποστηρίζει NAND TLC και QLC μόνο, όχι MLC. Εκεί οφείλεται ουσιαστικά και το πρόβλημα που είδαμε με τις επιδόσεις στην πραγματική χρήση. Κατά τη διάρκεια των συνθετικών benchmarks, οι δοκιμές γίνονται ουσιαστικά ανάμεσα στον ελεγκτή και την DRAM cache, η οποία, και πάλι κατά τις προσταγές του ελεγκτή, είναι 2GB (το 1/1000 της χωρητικότητας του drive) και συνεπώς υπερ-αρκετή για να γίνονται όλες οι συνθετικές δοκιμές χωρίς να δοκιμάζεται ουσιαστικά η ταχύτητα της NAND. Όταν όμως πάμε σε αναγνώσεις πραγματικών δεδομένων, που φυσικά δε θα βρίσκονται στη DRAM cache, και σε εγγραφές δεδομένων άνω των 2GB, τότε βλέπουμε ότι η ταχύτητα πέφτει σε επίπεδα αντίστοιχα με του Corsair Force Series MP510 960GB, ενός πολύ καλού drive που όμως ανήκει σε άλλη κατηγορία καθώς βασίζεται σε PCIe 3.0 και κοστίζει πολύ λιγότερο. Εκεί λοιπόν είναι και η Αχίλλειος πτέρνα του Corsair Force Series Gen.4 PCIe MP600 2TB. Είναι αλήθεια ότι η βαθμολογία του συγκεκριμένου drive με προβλημάτισε καθώς θέλει μελέτη και θα ήταν εύκολο να ξεφύγει προς τη μία ή την άλλη κατεύθυνση. Όσον αφορά Features και Quality, το drive είναι εξαιρετικό και βαθμολογήθηκε ανάλογα. Κανένα πρόβλημα. Τι να πει όμως κανείς για τις επιδόσεις; Στα benchmarks η αρκετή DRAM cache που διαθέτει παράλληλα με τον γρήγορο ελεγκτή και το PCIe 4.0 το κάνουν να ξεχωρίζει αλλά στην πραγματική χρήση η αναντίστοιχα αργή TLC NAND προσγειώνει τις επιδόσεις στα επίπεδα του Corsair Force Series MP510 960GB. Καλές επιδόσεις δηλαδή για ένα PCIe 3.0 drive αλλά όχι αυτές που περιμένουμε από ένα drive που εκμεταλλεύεται το PCIe 4.0. Βέβαια δεν μπορούμε να κατηγορήσουμε την Corsair γι αυτό καθώς πρόκειται για περιορισμό του ελεγκτή, ο οποίος έτσι κι αλλιώς είναι ο μοναδικός διαθέσιμος στην consumer αγορά που υποστηρίζει PCIe 4.0 και σε αυτόν βασίζονται όλες οι αντίστοιχες υλοποιήσεις, δηλαδή οι 3 που αναφέραμε παραπάνω. Η Corsair και η οποιαδήποτε εταιρία δεν μπορεί παρά μόνο να επιλέξει αν θα βγάλει ή δε θα βγάλει PCIe 4.0 NVME SSD αυτή τη στιγμή. Αυτές είναι οι δυνατότητες. Λαμβάνοντας υπ' όψιν όλα τα παραπάνω, η βαθμολογία των επιδόσεων ήταν 7.5. Το κομμάτι της βαθμολογίας όμως που σκοτώνει τα συγκεκριμένα drives, και φυσικά μαζί τους και τον Corsair Force Series Gen.4 PCIe MP600 2TB είναι το value for money. Με ελάχιστα πραγματικά πλεονεκτήματα από αντίστοιχα drives PCIe 3.0 και αρκετά υψηλότερη τιμή, το VFM έπεσε στο 2 και παρέσυρε τη συνολική βαθμολογία. Συγκεκριμένα, για τον Corsair Force Series Gen.4 PCIe MP600 2TB, η προτεινόμενη τιμή λιανικής από την Corsair είναι τα 489,99 ευρώ ενώ στα Ελληνικά καταστήματα εντοπίστηκε με τιμές που ξεκινάνε από τα 458 ευρώ, χωρίς το κόστος των μεταφορικών. Ενδεικτικά, ο Corsair Force Series MP510 1.9TB ξεκινάει από τα περίπου 280 ευρώ, συνεπώς είναι κατανοητή η χαμηλή βαθμολογία του VFM. Ας συνοψίσουμε τα πλεονεκτήματα και τα μειονεκτήματα του Corsair Force Series Gen.4 PCIe MP600 2TB: Πλεονεκτήματα + 5ετής εγγύηση + 3600TBW + PCIe 4.0 + Ποιότητα κατασκευής + End-to-end data protection + Pyrite/OPAL AES 256-bit encryption + Μαύρο PCB και ωραία ψύκτρα Μειονεκτήματα - Η αναγκαστική χρήση TLC NAND περιορίζει την πραγματική ταχύτητα του drive σε επίπεδα PCIe 3.0 - Τιμή - Το συνοδευτικό λογισμικό χρειάζεται ανανέωση Με βάση τα παραπάνω, η συνολική βαθμολογία του Corsair Force Series Gen.4 PCIe MP600 2TB είναι:  theLAB.gr Ευχαριστούμε θερμά την Corsair για την παραχώρηση του δείγματος της δοκιμής. Πολύμερος Αχανιώτης 23/08/2019
  8. Εισαγωγή Το κινητά τηλέφωνα είναι πλέον η προέκταση όχι μόνο του χεριού μας αλλά ολόκληρου του εαυτού μας, της κοινωνικής μας ύπαρξης. Ως εκ τούτου, τα αξεσουάρ τους έχουν αποκτήσει αντίστοιχα μεγάλη σημασία καθώς επηρεάζουν έντονα την εμπειρία χρήσης. Τα ακουστικά, ειδικά αυτά που διαθέτουν και μικρόφωνο (hands free), είναι σαφώς το πιο σημαντικό εξ αυτών και οι ασύρματες εκδόσεις τους ακόμα περισσότερο, καθώς πολλές κατασκευάστριες εταιρίες κινητών τηλεφώνων τείνουν να εξαλείψουν την υποδοχή ακουστικών από τις συσκευές τους. Έτσι η 1MORE, η εταιρία που κατασκεύασε τα διάσημα Xiaomi Piston, προχώρησε στη φυσική εξέλιξή τους που δεν είναι άλλη από την ασύρματη μέσω bluetooth έκδοσή τους, τα 1MORE Piston Fit BT. Καθώς τα Xiaomi Piston είναι ιδιαίτερα επιτυχημένα στην οικονομική κατηγορία των ακουστικών με μικρόφωνο, περιμένουμε θετικά πράγματα και από την ασύρματη έκδοση, τα 1MORE Piston Fit BT. Φωτογράφιση Τα 1MORE Piston Fit BT έρχονται σε ένα αρκετά μεγάλο χαρτονένιο κουτί με υψηλής ποιότητας εκτύπωση, προϊδεάζοντας για ένα ποιοτικό προϊόν. Το πρόσθιο μέρος περιέχει μια καλλιτεχνική απεικόνιση (μέρους) του προϊόντος και κάποια από τα βασικά του χαρακτηριστικά, ενώ το πίσω μέρος αναφέρει περισσότερες πληροφορίες σε 10 γλώσσες, που δεν περιλαμβάνουν την Ελληνική, κάποια τεχνικά χαρακτηριστικά, πιστοποιήσεις και barcodes. H χώρα κατασκευής είναι η Κίνα. Η συσκευασία έφτασε στα χέρια μας ταλαιπωρημένη στη μία γωνία, αλλά αυτό δεν είχε επιπτώσεις στο προϊόν. Εντός της συσκευασίας, βρίσκουμε ένα cool αυτοκόλλητο με το αρκουδάκι με ακουστικά της 1MORE, ένα μικρό φυλλάδιο με προϊόντα της εταιρίας και ένα αναλυτικό εγχειρίδιο χρήσης, στις ίδιες 10 γλώσσες. Τα 1MORE Piston Fit BT έρχονται σε μια λευκή βάση παρουσίασης, όπου συγκρατούνται με διαφάνειες στο επάνω και κάτω μέρος. Στο πίσω μέρος της λευκής βάσης βρίσκουμε κολλημένο ένα λευκό κουτί. Το κουτί περιέχει ένα καλώδιο USB-A σε Micro-USB για τη φόρτιση των 1MORE Piston Fit BT και eartips από σιλικόνη σε 3 μεγέθη, εκτός από αυτά που ήδη έχουν πάνω τα ακουστικά. Αφαιρούμε τις διαφάνειες που συγκρατούν τα ακουστικά στη λευκή βάση και τα απελευθερώνουμε. Το λευκό ταμπελάκι που είναι περασμένο πάνω στο καλώδιο αναφέρει ότι υπάρχει εκεί για λόγους εγγύησης. Δε φαντάζομαι σε καμία περίπτωση ότι μπορεί κάποιος να χρησιμοποιεί τα ακουστικά του με το λευκό αυτό ταμπελάκι στη θέση του, αλλά αφού το βγάλετε, κρατήστε το κάπου για καλό και για κακό - αχρείαστο να 'ναι. Βγάζουμε λοιπόν και το λευκό ταμπελάκι της εγγύησης και έχουμε την πρώτη πραγματική εικόνα των ακουστικών. Λεπτή και όμορφη κατασκευή που κατά τη γνώμη μου χαλάει από τα σχετικά μεγάλα βαρελάκια. Τα ίδια τα ακουστικά είναι από μέταλλο και πλαστικό, και φαίνονται ποιοτικά και προσεγμένα. Τα eartips από σιλικόνη μοιάζουν - και είναι - μαλακά και άνετα και υπάρχει stress relief στο καλώδιο για την προστασία των κλώνων του κατά τη χρήση. Τα ear tips βρίσκονται σε κλίση 45 μοιρών σε σχέση με το κυρίως σώμα των ακουστικών, κάτι που όπως θα δούμε παρακάτω, δεν είναι τυχαίο. Τα ear tips αφαιρούνται εύκολα, με ένα τράβηγμα, και αποκαλύπτουν τη μεταλλική σήτα που προστατεύει το εσωτερικό του ακουστικού. Κάπου εκεί από κάτω είναι μισοκρυμμένο και το R / L που υποδεικνύει σε ποιο αφτί να βάλουμε το κάθε ακουστικό, αν και η ίδια τους η κλίση που προαναφέραμε το κάνει σαφές. Τα ear tips που είναι ήδη πάνω στα ακουστικά είναι τα δεύτερα από αριστερά, τα τρίτα μεγαλύτερα σε μέγεθος. Με βόλεψαν εξ αρχής και δεν δοκίμασα καν τα άλλα μεγέθη. Η ηχομόνωση που παρέχουν δεν είναι ιδιαίτερη αλλά η άνεση ήταν σε πολύ υψηλά επίπεδα και έκανε τη χρήση των 1MORE Piston Fit BT πιο ξεκούραστη από πολύ ακριβότερες υλοποιήσεις που έχω δοκιμάσει. Ένα ωραίο χαρακτηριστικό που έχει υλοποιηθεί πολύ σωστά στα 1MORE Piston Fit BT είναι οι μαγνήτες που έχουν τα ακουστικά στο πίσω μέρος τους. Με αυτούς, μπορείς να φοράς τα ακουστικά στο λαιμό σου χωρίς κίνδυνο να πέσουν, ενώ παράλληλα δείχνουν όμορφα και τακτοποιημένα. Είναι ένα χαρακτηριστικό που είχαν και άλλα ακουστικά που έχω χρησιμοποιήσει αλλά εκεί οι μαγνήτες παραήταν δυνατοί, με αποτέλεσμα όταν περπατούσα στο βροχερό Λονδίνο με την ομπρέλα μου ανοιχτή, το αντίστοιχο ακουστικό να κολλάει συχνά στο μεταλλικό στέλεχος της ομπρέλας και να βγαίνει από το αφτί μου. Ακούγεται αστείο, και είναι, αλλά παράλληλα ήταν ιδιαίτερα ενοχλητικό! Οι μαγνήτες των 1MORE Piston Fit BT είναι ακριβώς όσο ισχυροί πρέπει για να τα κρατάνε με αρκετή ασφάλεια ενωμένα αλλά να αποφεύγονται τα παραπάνω ευτράπελα. Πάμε τώρα στο κομμάτι του οποίου τη σχεδίαση δεν εκτίμησα. Τα 2 βαρελάκια που έχουν πιο μεγάλη διάμετρο από ένα συνηθισμένο στυλό και θεωρώ ότι υποβιβάζουν την αισθητική του συνόλου. Το βαρελάκι που βρίσκεται στο δεξί καλώδιο έχει όλα τα πλήκτρα ελέγχου, τα οποία βρίσκονται κάτω από το πλαστικό και το πάτημά τους βασίζεται στην παραμορφωσιμότητα του πλαστικού. Αυτή η κατασκευή δεν είναι η πιο όμορφη, αλλά είναι ένας οικονομικός τρόπος για να εξασφαλιστεί η στεγανότητα. Η τρισδιάστατη κατασκευή των πλήκτρων βοηθάει στον εντοπισμό τους δια της αφής. Το ίδιο βαρελάκι, έχει στο πλάι υποδοχή Micro-USB, καλυμμένη με στεγανό καπάκι, για τη φόρτιση των 1MORE Piston Fit BT. Για τη φόρτιση μπορείτε φυσικά να χρησιμοποιήσετε το καλώδιο που περιέχεται στη συσκευασία αλλά και το καλώδιο φόρτισης του κινητού σας, για να μη χρειάζεται να μεταφέρετε επιπλέον καλώδια. Ακόμα και αν το κινητό χρησιμοποιεί USB-C καλώδιο, υπάρχουν στην αγορά οικονομικοί και μικροί αντάπτορες. Αυτό ακριβώς έκανα κι εγώ, όπως βλέπετε στην παρακάτω εικόνα. Ένα μικρό κόκκινο LED στην απέναντι πλευρά από την υποδοχή, δείχνει ότι γίνεται η φόρτιση. Δυστυχώς, η ολοκλήρωση της φόρτισης δε σηματοδοτείται από κάποιο άλλο χρώμα στο LED, αλλά απλά με το σβήσιμο αυτού, αφήνοντας στο χρήστη απορίες σχετικά με το αν ολοκληρώθηκε η φόρτιση, αποσυνδέθηκε κάποιο βύσμα, κόπηκε το ρεύμα, χάλασε κάτι κλπ... Το άλλο βαρελάκι δεν έχει κάποια εξωτερικά χαρακτηριστικά εκτός από το σήμα της κατασκευάστριας εταιρίας και περιέχει την μπαταρία. Τεχνικά Χαρακτηριστικά Τα τεχνικά χαρακτηριστικά των 1MORE Piston Fit BT συνοψίζονται στον παρακάτω πίνακα. Βλέπουμε χρήση τιτανίου στην κατασκευή του driver και πολύ καλή απόκριση συχνοτήτων που καλύπτει το σύνολο της ανθρώπινης ακοής. Η ευαισθησία είναι αρκετά υψηλή για να μπορεί ο ενσωματωμένος ενισχυτής να δώσει κάποια ένταση. Το μικρόφωνο ανταποκρίνεται στις συνήθεις συχνότητες της ομιλίας. Το HFP εξασφαλίζει συνεργασία με τα bluetooth συστήματα κινητών και αυτοκινήτων. Το A2DP καθορίζει το streaming toy ήχου και το AVRCP τη μεταφορά των εντολών από τα 1MORE Piston Fit BT στο κινητό σας (play, pause κλπ). Με λίγα λόγια, τα πρωτόκολλα που χρειάζονται σε οποιοδήποτε hands free. Η μπαταρία των 130mAh φαίνεται αρκετή για να δώσει την υποσχόμενη διάρκεια ομιλίας / αναπαραγωγής πολυμέσων των 8 ωρών (με ένταση ήχου στο 50%), ειδικά με το πρωτόκολλο Bluetooth 5 που υποστηρίζουν τα 1MORE Piston Fit BT. Στη φόρτιση εντοπίζουμε και την πρώτη ασυνέπεια καθώς είσοδος φόρτισης 5V 1A για να φορτίσει μια μπαταρία Λιθίου 3,7V χωρητικότητας 130mAh σε 1 ώρα δε συνάδει. Είναι βέβαιο ότι η φόρτιση γίνεται με αρκετά χαμηλότερο ρεύμα. Η αδιαβροχοποίηση επιπέδου IPX4 εξασφαλίζει την προστασία από βροχή και ιδρώτα ενώ το βάρος των 18 γραμμαρίων κάνει τη χρήση των 1MORE Piston Fit BT αρκετά άνετη. Η εταιρία προσφέρει απ' ευθείας εγγύηση ενός έτους, αν και κάποιοι μεταπωλητές προσφέρουν διετή εγγύηση. Μοντέλο E1028BT Τύπος Bluetooth In-Ear Headphones Acoustic Driver Dynamic Driver with Titanium+PET Composite Diaphragm Αντίσταση 32Ω Απόκριση Συχνοτήτων Ακουστικών 20Hz - 20KHz Ευαισθησία Ακουστικών 98dB @1KHz Απόκριση Συχνοτήτων Μικροφώνου 100Hz - 6KHz Ευαισθησία Μικροφώνου [email protected] Σταθεροποίηση Silicone Ear Tips Bluetooth Bluetooth 5 Bluetooth Protocol HFP/A2DP/AVRCP Ασύρματη Εμβέλεια 10m Μπαταρία 130mAh Είσοδος Φόρτισης 5V 1A Χρόνος Φόρτισης 60 Λεπτά Χρόνος Ομιλίας 8 Ώρες Χρόνος Αναπαραγωγής Πολυμέσων 8 Ώρες Χρόνος Αναμονής 200 Ώρες (BLuetooth ανοιχτό, χωρίς κάποια χρήση) Αδιαβροχοποίηση IPX4 Για Όλη Τη Συσκευή Βάρος 18γρ Εγγύηση 1 χρόνος Ποιότητα κατασκευής Η ποιότητα κατασκευής των 1MORE Piston Fit BT αφήνει ανάμικτα συναισθήματα. Τα υλικά δεν είναι ακριβά και αυτό είναι εμφανές στο (όχι απαραίτητα και πολύ) έμπειρο μάτι. Η χρήση πλαστικού είναι εκτεταμένη, χωρίς να πρόκειται ούτε για το καλύτερης ούτε για το χειρότερης ποιότητας πλαστικό Από την άλλη πλευρά, η κατασκευή και η συναρμογή δεν αφήνουν παράπονα, οπότε, λαμβάνοντας υπ' όψιν την κατηγορία τιμής στην οποία κινούνται, θα έλεγα ότι η ποιότητα κατασκευής είναι αρκετά καλή. Άνεση στη χρήση Εκεί που τα 1MORE Piston Fit BT χτυπάνε πολύ πιο δυνατά από την κατηγορία τους είναι στην άνεση στη χρήση. Τα ear tips από σιλικόνη είναι από τα πιο άνετα που έχω δοκιμάσει, σε in ear ακουστικά κάτω των 250 ευρώ. Όχι ότι είναι κάτι το ιδιαίτερο, απλά είναι τόσο μαλακά και τόσο σκληρά όσο πρέπει και με τα 4 διαφορετικά μεγέθη, σίγουρα θα υπάρχει κάτι που θα ταιριάζει στον καθένα. Ένας από τους βασικούς λόγους της άνεσης στη χρήση είναι η κλίση των 45 μοιρών που έχει δώσει η 1MORE στα ear tips των 1MORE Piston Fit BT, σε σχέση με το κυρίως σώμα των ακουστικών. Η κλίση αυτή βοηθάει στην ομοιόμορφη πίεση του ear tip εντός του ακουστικού πόρου, χωρίς να προκαλεί ενόχληση και χωρίς το σώμα του ακουστικού να τραβάει προς τη μία πλευρά. Βλέπουμε δηλαδή εδώ το αποτέλεσμα ενός έξυπνου σχεδιασμού, που χωρίς επιπλέον κόστος, αναβαθμίζει σημαντικά την εμπειρία χρήσης. Άνετη είναι όμως και η χρήση όσον αφορά το χειρισμό των 1MORE Piston Fit BT. Τα 4 πλήκτρα είναι όλα σε ένα σημείο, στη σειρά και το γεγονός ότι είναι ανάγλυφα κάνει τον εντοπισμό τους εύκολο. Το πάτημά τους δίνει επαρκές feedback και η λογική των εντολών είναι απλή έτσι ώστε να είναι εύκολη και η απομνημόνευσή τους από τις πρώτες ημέρες χρήσης. Ήχος Η κατασκευή των drivers των 1MORE Piston Fit BT που φαίνεται στην παρακάτω εικόνα είναι αξιοπρεπής για την κατηγορία και τα αποτελέσματα στον ήχο είναι αυτό που θα έλεγα αναμενόμενα για την τιμή, αρκεί να υπολογίσει κάποιος ότι σε αυτή περιλαμβάνεται και η ασύρματη συνδεσιμότητα. Τι σημαίνει αυτό; Τα 1MORE Piston Fit BT δε διεκδικούν δάφνες στην ποιότητα του ήχου. Τα μπάσα είναι αναιμικά, αλλά αυτό είναι πρόβλημα και της ισχύος που μπορεί να δώσει ο μικρός ενισχυτής τους, τροφοδοτούμενος από τη μικρή μπαταρία και είναι αναμενόμενο. Οι μεσαίες συχνότητες είναι ασαφείς και έχουν μια εμφανώς τραχιά χροιά. Τα πρίμα καταφέρνουν να μην τσιρίζουν (πολύ) στην αναπαραγωγή πολυμέσων, ακόμα και σε μεγάλη ένταση, αλλά σε συνομιλίες, αν τύχει ο συνομιλητής να μιλήσει περισσότερο μεγαλόφωνα, τσιρίζουν βασανιστικά. Το σύνολο δε δημιουργεί καν την υποψία κάποιου sound stage. Και εδώ θα σταματήσω, πριν ο φίλτατος @GriGaS και επίσημος reviewer ακουστικών του TheLab.gr με κατηγορήσει (δικαίως) ως audiophile και μου υπενθυμίσει την κατηγορία στην οποία ανήκουν τα 1MORE Piston Fit BT. Για την κατηγορία τους λοιπόν, δεν είχα κανένα πρόβλημα να ακούσω λίγη μουσική στο δρόμο προς το χώρο εργασίας το πρωί. Δε θα ήταν η πρώτη μου επιλογή, αλλά για την κατηγορία και τα χρήματα που κοστίζουν, είναι αποδεκτά. Πόσο μάλλον για όσους ενδιαφέρονται να τα χρησιμοποιήσουν για να ακούσουν ραδιόφωνο, κάποιο podcast, audiobooks, Youtube videos κλπ. Μικρόφωνο Εκεί που χώρισαν οι δρόμοι μας με τα 1MORE Piston Fit BT και αποφάσισα ότι μετά το πέρας του παρόντος review η χρήση τους θα είναι από άκρως περιορισμένη έως ανύπαρκτη, ήταν το μικρόφωνο. Το μικρόφωνο είναι τοποθετημένο μέσα στο βαρελάκι ελέγχου και έρχεται σε επαφή με τον έξω κόσμο μέσω μιας μικρής τρύπας, στην πλευρά που βρίσκεται απέναντι από τα πλήκτρα. Δεν υπάρχουν ακυρωτικά μικρόφωνα ή κυκλώματα ελέγχου και περιορισμού των θορύβων. Η ευαισθησία του και η ποιότητα του ήχου, όταν το πρωτοδοκίμασα στην ησυχία του σπιτιού μου, ήταν τόσο εξαιρετική, που ακόμα και οι πιο απαιτητικοί και δύστροποι συνομιλητές μου, σχολίασαν ότι τόσο καλό ήχο δεν είχαν ξανακούσει από οποιοδήποτε hands free, πόσο μάλλον ασύρματο! Τα πράγματα άλλαξαν την επόμενη ημέρα το πρωί που αποπειράθηκα να έχω μια συνομιλία στο δρόμο προς την εργασία μου. Μένω σε ένα ωραίο προάστιο του Λονδίνου, μέσα στη φύση και ο δρόμος προς το χώρο εργασίας μου έχει μεγάλα πεζοδρόμια και πολλά δέντρα. Φυσικά, και κάποια κίνηση, αλλά όχι κάτι το υπερβολικό. Κάνω αυτή τη διαδρομή πάνω από δυόμιση χρόνια και πολλές φορές έχω συνομιλίες με κάποιο hands free κατά τη διάρκειά της. Έχω χρησιμοποιήσει και ενσύρματα και ασύρματα, και ακριβά και οικονομικά hands free, χωρίς κάποιο πρόβλημα. Με τα 1MORE Piston Fit BT, ο κάθε ήχος του περιβάλλοντος περνούσε έντονα στους συνομιλητές μου, σε βαθμό που χαρακτήριζαν την εμπειρία "ανυπόφορη" και "βασανιστήριο". Η επιλογή που μου έδιναν ήταν πολύ απλή: Να μην τους ξανακαλέσω ποτέ με το συγκεκριμένο hands free ή να μην τους ξανακαλέσω ποτέ! Έχοντας επιβεβαιώσει τα παραπάνω με αρκετούς συνομιλητές, το αποτέλεσμα είναι σαφές: Μπορώ να χρησιμοποιώ τα 1MORE Piston Fit BT για να ακούω μουσική οπουδήποτε, σε εξωτερικούς ή εσωτερικούς χώρους, εφ' όσον αποδέχομαι τους ποιοτικούς περιορισμούς που επιβάλει η κατηγορία τιμής στην οποία ανήκουν και μπορώ να τα χρησιμοποιώ για κλήσεις εντός της οικίας μου ή γενικά οποιουδήποτε ήσυχου περιβάλλοντος. Δεν είναι κατάλληλα για συνομιλίες σε θορυβώδη περιβάλλοντα. Συνδεσιμότητα Τα 1MORE Piston Fit BT υποστηρίζουν το ασύρματο πρωτόκολλο επικοινωνίας Bluetooth 5. Η επικοινωνία με το κινητό μου τηλέφωνο που επίσης υποστηρίζει το εν λόγω πρωτόκολλο είναι εξαιρετική με εμβέλεια που μετρήθηκε τουλάχιστον στα διαφημιζόμενα 10 μέτρα. Με εντυπωσίασε μάλιστα το γεγονός ότι η επικοινωνία παρέμεινε άψογη ακόμα και διαμέσου ενός τοίχου που στη μία του πλευρά είχε ντουλάπια με φακέλους. Κανένα παράπονο λοιπόν από τη συνδεσιμότητα των 1MORE Piston Fit BT. Μπαταρία Το πρωτόκολλο BLuetooth 5 όμως κάνει και καλή διαχείριση της μπαταρίας. Τα 1MORE Piston Fit BT κατάφεραν να παίξουν μουσική ασταμάτητα, στο 50% της έντασης, για 9 ώρες και 20 λεπτά, δηλαδή αρκετά παραπάνω από τις 8 ώρες που υπόσχονται. Η επαναφόρτισή τους ολοκληρώθηκε σε 55 λεπτά, δηλαδή κάτω από τον χρόνο των 60 λεπτών που αναφέρουν οι προδιαγραφές. Κατά την αρχή της φόρτισης το ρεύμα ήταν 200mA, δηλαδή το 1/5 από το 1A που αναφέρεται στις προδιαγραφές ως ρεύμα εισόδου. Αυτό σημαίνει ότι τα 1MORE Piston Fit BT θα φορτίσουν μια χαρά με οποιονδήποτε φορτιστή μπορεί να δώσει 200mA στα 5V, δηλαδή πρακτικά με οποιονδήποτε φορτιστή των 5V. Στη συνέχεια της φόρτισης το ρεύμα έπεσε σταδιακά και στο τέλος ο φορτιστής είχε διαθέσει συνολικά 119mAh από τα 130mAh της συνολικής χωρητικότητας της μπαταρίας. Αυτό είναι λογικό διότι είναι απαραίτητο το κύκλωμα προστασίας να κλείνει τη συσκευή πριν αδειάσει εντελώς η μπαταρία Λιθίου, καθώς αυτού του τύπου οι μπαταρίες δεν ανακάμπτουν αν αποφορτιστούν εντελώς ενώ η προσπάθεια φόρτισής τους σε τέτοια περίπτωση είναι επικίνδυνη. Επίλογος Τα 1MORE Piston Fit BT αποτελούν την ασύρματη εξέλιξη των γνωστών και δημοφιλών Xiaomi Piston και ως εκ τούτου έχουν να διατηρήσουν μια σημαντική θετική φήμη στο χώρο των οικονομικών hands free. Όπως είδαμε αναλυτικά παραπάνω, σε κάποια σημεία το καταφέρνουν αρκετά καλά και σε άλλα σημεία όχι και τόσο. Τα δυνατά τους σημεία είναι η άνεση στη χρήση, η πολύ καλή συνδεσιμότητα μέσω Bluetooth 5, η εμβέλεια και η άνω των προδιαγραφών διάρκεια της μπαταρίας. Ο αδύναμος κρίκος είναι το μικρόφωνο, που έκανε πρακτικά αδύνατη τη χρήση τους για συνομιλίες σε θορυβώδη περιβάλλοντα. Ο ήχος, τα χαρακτηριστικά που ενσωματώνουν και η ποιότητα κατασκευής είναι στα επίπεδα που περιμένει κανείς από την κατηγορία στην οποία ανήκουν και από το κόστος τους. Τα 1MORE Piston Fit BT δεν είναι ακόμη διαθέσιμα στα καταστήματα, καθώς η επίσημη κυκλοφορία τους είναι σήμερα. Η προτεινόμενη τιμή λιανικής από την κατασκευάστρια εταιρία είναι τα 29,99 ευρώ. Παρά τα πολλά καλά χαρακτηριστικά τους, στην τιμή αυτή έχουν αρκετά μεγάλο ανταγωνισμό και το θέμα που αντιμετωπίζουν όσον αφορά το μικρόφωνο σε θορυβώδη περιβάλλοντα ενδέχεται να τα φέρει σε μειονεκτική θέση έναντι κάποιων ανταγωνιστικών προϊόντων. Ας συνοψίσουμε τα πλεονεκτήματα και τα μειονεκτήματα των 1MORE Piston Fit BT: Πλεονεκτήματα + Άνεση στη χρήση + Διάρκεια μπαταρίας και ταχύτητα φόρτισης + Εμβέλεια + Bluetooth 5 + Μαγνήτες στο πίσω μέρος των ακουστικών + Αποδεκτή ποιότητα ήχου για την κατηγορία τους Μειονεκτήματα - Μικρόφωνο - Ογκώδη βαρελάκια ελέγχου και μπαταρίας - Τιμή Με βάση τα παραπάνω, η συνολική βαθμολογία των 1MORE Piston Fit BT:  theLAB.gr Ευχαριστούμε θερμά την 1MORE για την παραχώρηση του δείγματος της δοκιμής. Πολύμερος Αχανιώτης 27/08/2019
  9. Να 'μαστε και πάλι εδώ με τα γενέθλια του Λάμπη. 13 Χρόνια TheLab.gr. Ουάου. Αναμνήσεις, κατορθώματα, ιστορίες αγάπης και μίσους. Αλλά δε θα με πιάσει πάλι να εξιστορώ τι έχουμε περάσει όλοι μαζί αυτά τα 13 χρόνια. Αυτό θα το αφήσω για την μεγάλη επέτειο των 15 ετών σε δύο χρονάκια. Και φυσικά όπως σας έχουμε συνηθίσει, έχουμε ετοιμάσει ένα μικρό διαγωνισμό με την βοήθεια της αγαπημένη μας Coolermaster. Θα δίνουμε ένα δωράκι κάθε εβδομάδα για τις επόμενες 4 εβδομάδες. Αυτήν την εβδόμαδα θα κληρώσουμε τα Coolermaster MasterPulse over-ear ακουστικά μαζί με ένα t-shirt Coolermaster! Για να πάρετε μέρος στον διαγωνισμό το μόνο που έχετε να κάνετε αυτήν την εβδομάδα είναι ένα απλό ποστ με τις ευχές σας και τις προτάσεις σας για ένα καλύτερο λάμπη. Η πρόταση που θα λάβει τα περισσότερα "likes" θα πάρει 5 έξτρα συμμετοχές στην κλήρωση. Η συμμετοχή στην κλήρωση αυτής της εβδομάδας θα είναι ανοιχτή μέχρι και την άλλη Δευτέρα 19 του μήνα στις 14:00 ώρα ελλάδας. Οι νικητές θα ανακοινωθούν όλοι μαζί στο τέλος της τέταρτης εβδομάδας. Καλή σας επιτυχία! Όροι Συμμετοχής Στο διαγωνισμό μπορούν να λάβουν μέρος μόνο τα εγγεγραμμένα μέλη του TheLab.gr. Δεν έχετε το δικαίωμα να συμμετάσχετε με διαφορετικά Username (ψευδώνυμα) στον διαγωνισμό. Σε αυτή την περίπτωση η συμμετοχή σας θα θεωρείται άκυρη. Οι διοργανωτές του διαγωνισμού έχουν το δικαίωμα να καθυστερήσουν ακόμα και να ακυρώσουν τον διαγωνισμό σε περίπτωση ανωτέρας βίας. Συμμετοχές μετά το πέρας της κάθε προθεσμίας είναι άκυρες. Από τον διαγωνισμό αποκλείονται οι administrators και συνεργάτες του TheLab.gr καθώς και οι συγγενείς εξ αίματος ή εξ αγχιστείας μέχρι δεκάτου-εβδόμου βαθμού. Τα δώρα θα είναι διαθέσιμα για παραλαβή από τον χώρο μας κατόπιν συνεννόησης
  10. Εισαγωγή Μετά την επιτυχία του Elgato Stream Deck και του μικρού του αδελφού, του Elgato Stream Deck Mini, η Elgato παρουσίασε τον Γολιάθ της παρέας, το Elgato Stream Deck XL! Όπως και τα μικρά του αδέλφια, το Elgato Stream Deck XL είναι ουσιαστικά ένα προγραμματιζόμενο πληκτρολόγιο, όπου - μέσω του παρεχόμενου λογισμικού - σε κάθε πλήκτρο, μπορεί να αντιστοιχιστεί μια σειρά από λειτουργίες, ειδικά μελετημένες για να βοηθήσουν τους δημιουργούς περιεχομένου πολυμέσων και ακόμη περισσότερο τους streamers. Αυτό όμως που απογειώνει τη λειτουργικότητα είναι ότι το κάθε πλήκτρο είναι και μια μικρή οθόνη, που μπορούμε να προγραμματίσουμε να δείχνει ό,τι θέλουμε και να αλλάζει λειτουργία και εικονίδιο ανάλογα με το προφίλ που είναι ενεργοποιημένο ή το φάκελο λειτουργιών στον οποίον βρισκόμαστε. Είναι εμφανές ότι τόσο το Elgato Stream Deck XL όσο και οι μικρότεροι συγγενείς του, μέσω των προφίλ και των φακέλων, μπορούν να υποστηρίξουν απεριόριστο αριθμό λειτουργιών, αλλά τα 32 πλήκτρα - οθόνες του Elgato Stream Deck XL, έναντι των 15 του Elgato Stream Deck και των 6 του Elgato Stream Deck Mini, του δίνουν το πλεονέκτημα της χρήσης πολύ περισσότερων λειτουργιών με το πάτημα ενός μόνο πλήκτρου. Ακολουθήστε με λοιπόν για να δούμε αναλυτικά τα πώς και τα τι του Elgato Stream Deck XL. Φωτογράφιση Το Elgato Stream Deck XL έρχεται σε ένα χαρτονένιο, ιλουστρασιόν κουτί όπου κυριαρχούν οι κλασσικές μπλε αποχρώσεις της Elgato και, φυσικά, προβάλλονται τα βασικά χαρακτηριστικά του προϊόντος. Το αυτοκόλλητο σε μία από τις μικρότερες έδρες της συσκευασίας δηλώνει κατασκευή στην Taiwan. Ανοίγοντας το κουτί, το πρώτο που βλέπουμε είναι ο οδηγός χρήσης, ενώ από κάτω βρίσκεται η συσκευή, προστατευμένη από αραχνοΰφαντο κάλυμμα. Οι 2 εσοχές στο χαρτόνι κάνουν εύκολη την αφαίρεση της συσκευής ενώ κάτω από αυτή κρύβεται το διαμέρισμα που περιέχει το καλώδιο. Μαζί με το καλώδιο, βρίσκουμε καταχωνιασμένο βαθύτερα και το φυλλάδιο της εγγύησης, το οποίο ανεβάζει το συνολικό αριθμό των συνοδευτικών εντύπων σε δύο. Το καλώδιο είναι 1,5m, αρκετά μακρύ για τις περισσότερες περιπτώσεις, και είναι τύπου USB A από την πλευρά που συνδέεται στον υπολογιστή και USB C από την πλευρά της συσκευής. Είναι ποιοτικό και sleeved και καθώς είναι αφαιρούμενο, μπορεί να αντικατασταθεί σε περίπτωση φθοράς ή ακόμα και με κάποιο μακρύτερο, αν χρειάζεται. Φαίνεται ότι η Elgato άκουσε τα παράπονά μας στα προηγούμενα reviews, ότι τέτοιες premium συσκευές οφείλουν να έχουν αφαιρούμενο και sleeved καλώδιο και αυτό είναι πολύ θετικό. Η συσκευή είναι στα ίδια υψηλά πρότυπα ποιότητας όσο τα υπόλοιπα μέλη της οικογένειας που είχαμε δει. Στο εμπρός μέρος έχουμε μόνο το λογότυπο της εταιρίας και τα πλήκτρα - οθόνες. Πολλά πλήκτρα - οθόνες! Συγκεκριμένα έχουμε 32, σε 4 σειρές των 8. Στο πλάι βλέπουμε ένα τριγωνικό κενό που δημιουργείται ανάμεσα στο εμπρός μέρος (τη συσκευή) και το πίσω μέρος (τη βάση). Στο πίσω μέρος διακρίνουμε ανάγλυφο το λογότυπο της εταιρίας. Η βάση ενώνεται με τη συσκευή μαγνητικά και στέκεται με ασφάλεια αλλά ταυτόχρονα μπορεί να αφαιρείται εύκολα. Η συσκευή μπορεί να χρησιμοποιηθεί με τη βάση ή και μόνη της, αφού διαθέτει τα δικά της λαστιχένια ποδαράκια καθώς και δίοδο για το καλώδιο. Το καλώδιο... Που μπαίνει αυτό; Εκεί μπαίνει, σε υποδοχή που κρύβεται κοντά σε ένα από τα ποδαράκια της συσκευής. Στη συνέχεια το καλώδιο περνάει από οπή της βάσης... ...και έτοιμο! Το τμήμα της βάσης που ακουμπάει στο γραφείο καλύπτεται από μια μεμβράνη την οποία αφαιρούμε για να αποκαλύψουμε μια μεγάλη ελαστική επιφάνεια. Η επιφάνεια αυτή θα εξασφαλίσει την απόλυτη σταθερότητα της συσκευής κατά τη χρήση. Η τριγωνική οπή στο πλάι είναι καλαίσθητη και μας επιτρέπει να δούμε την πορεία του καλωδίου, το οποίο βγαίνει από την οπή που είδαμε στο πίσω μέρος της βάσης. Το σύνολο είναι λειτουργικό και όμορφο. Software - Stream Deck Το μεγάλο ατού του Elgato Stream Deck XL είναι το λογισμικό του, που ονομάζεται Stream Deck. Σε αυτό βλέπουμε εικονικά αντίγραφα από τις οθόνες του Elgato Stream Deck XL, οι οποίες συγχρονίζουν με αυτές της συσκευής σε πραγματικό χρόνο. Όπως φαίνεται στην παρακάτω λίστα, υπάρχουν έτοιμα Actions χωρισμένα σε 14 κατηγορίες, στα δεξιά του λογισμικού. Οι 11 κατηγορίες αντιστοιχούν σε δημοφιλή προγράμματα που σχετίζονται με το Streaming ενώ υπάρχει ακόμα η κατηγορία που περιέχει εντολές που αφορούν το ίδιο το Stream Deck, η κατηγορία που αφορά το σύστημα (System), δηλαδή τα Windows ή το Mac OS και η κατηγορία Custom. Τα Windows 10 x64 και το Mac OS 10.13 ή νεότερο είναι τα λειτουργικά συστήματα που υποστηρίζονται από το Stream Deck. Υπάρχει όμως διαθέσιμο και επίσημο SDK για όποιον ενδιαφέρεται για κάτι περισσότερο. Ας ανοίξουμε όλες τις κατηγορίες για να πάρουμε μια γεύση από τις εντολές που υποστηρίζονται. Η κατηγορία Custom είναι κάτι ιδιαίτερο. Πρόκειται για την κατηγορία όπου εγκαθίστανται Plug-ins κατασκευασμένα από τρίτους, με βάση το SDK που αναφέραμε. Εδώ βλέπετε στη λίστα 4 που έχω εγκαταστήσει. Το πλήκτρο "More Actions" κάτω δεξιά ανοίγει τη λίστα με όλα τα Plug-ins, τα οποία μπορούμε να εγκαταστήσουμε ή αν τα έχουμε ήδη εγκαταστήσει και δεν τα θέλουμε, να απεγκαταστήσουμε. Ο τρόπος που προγραμματίζονται οι εντολές στο Elgato Stream Deck XL είναι πολύ απλός και ο καθένας μπορεί να το κάνει σε λίγα λεπτά. Η βάση του συστήματος είναι το drag & drop από τις λίστες στα δεξιά, πάνω στο κάθε πλήκτρο - οθόνη και αυτόματα η σχετική δράση συσχετίζεται με αυτό. Καθώς μία από τις επιλογές της κατηγορίας Stream Deck είναι αυτή της δημιουργίας φακέλου, μέσα στον οποίο μπορούν να τοποθετηθούν άλλες εντολές, και υπάρχει και η δυνατότητα πολλαπλών υποφακέλων, οι εντολές που μπορούμε να προγραμματίσουμε συνολικά στο Elgato Stream Deck XL δεν έχουν περιορισμό. Συνεπώς, το ουσιαστικό πλεονέκτημα που έχει το Elgato Stream Deck XL απέναντι στην κανονική ή τη mini εκδοχή του είναι το πόσες εντολές βλέπουμε ταυτόχρονα σε κάθε περίπτωση, 32 αντί 15 ή 6, χωρίς να χρειαστεί να μπούμε σε υποφακέλους. Υπάρχει φυσικά και η διαφορά στις διαστάσεις και την τιμή, με την κανονική και τη mini εκδοχή να υπερτερούν σε αυτά, καθώς είναι και τα δύο μικρότερα και οικονομικότερα. Ας δούμε λοιπόν τις βασικές λειτουργίες του Elgato Stream Deck XL με ένα προφίλ βασισμένο στις εντολές συστήματος, για να το καταλάβουν όλοι, streamers και μη. Και ας ξεκινήσουμε με ένα φάκελο που δημιούργησα και ο οποίος βρίσκεται στο τελευταίο πλήκτρο της 2ης σειράς. Επιλέγοντας το πλήκτρο βλέπουμε ότι δεν έχει τίτλο, αλλά περιέχει 19 αντικείμενα. Εκτός από το εικονίδιο, σε κάθε πλήκτρο - οθόνη, μπορούμε να βάλουμε και ένα τίτλο ή και να μη βάλουμε, αν η λειτουργία είναι αυτονόητη. Εδώ βάλαμε τον τίτλο Web, ο οποίος αυτομάτως εμφανίστηκε πάνω από το εικονίδιο. Η επιλογή του εικονιδίου μπορεί να γίνει από κάποιο αρχείο εικόνας στο δίσκο μας, όπως έχω κάνει εδώ, ή να δημιουργήσουμε ένα δικό μας νέο εικονίδιο χρησιμοποιώντας μια online εφαρμογή της Elgato ειδικά για το Stream Deck, που ονομάζεται Key Creator, ή να αφήσουμε το Default εικονίδιο. Το Key Creator είναι πολύ εύκολο στη χρήση και προσφέρει αρκετές δυνατότητες δημιουργίας ή / και συνδυασμού των έτοιμων εικονιδίων που περιέχει. Εδώ βλέπουμε τη βασική του οθόνη. Και εδώ, όλα τα εικονίδια που περιλαμβάνει. Ας δούμε τώρα μερικά παραδείγματα εντολών στο Elgato Stream Deck XL. Η πρώτη σειρά περιέχει και τις 7 εντολές Multimedia που περιλαμβάνονται με το γενικό τίτλο Multimedia κάτω από την κατηγορία System. Το τελευταίο πλήκτρο της 1ης σειράς είναι ένα από τα Plug-ins και συγκεκριμένα το πιο δημοφιλές, το CPU. Αυτό μας δείχνει σε πραγματικό χρόνο το φορτίο του επεξεργαστή σε ποσοστό επί τοις εκατό. Όλη η 2η σειρά, εκτός από το φάκελο που είδαμε στο τέλος της, περιέχει εντολές για να ανοίξουμε φακέλους στα αποθηκευτικά μέσα του υπολογιστή. Η εντολή για να ανοίξουμε έναν φάκελο είναι απλή. Επιλέγουμε την εντολή Open στην κατηγορία System και τρέχουμε τον Windows Explorer (c:\windows\explorer.exe) με παράμετρο το φάκελο που θέλουμε να ανοίξουμε (εδώ s:\images). Μια λίγο πιο δύσκολη διαδικασία είναι το άνοιγμα ειδικών φακέλων του συστήματος, όπως του δικτύου, αλλά με λίγο γκουγκλάρισμα βρίσκονται εύκολα οι εντολές. Απλά αναζητήστε command line για ό,τι επιθυμείτε. Ο κάθε φάκελος μπορεί να περιέχει ένα συνδυασμό μέχρι 31 εντολών και υποφακέλων, καθώς το πρώτο πλήκτρο - οθόνη είναι πάντα η εντολή για να επιστρέψουμε στο ανώτερο επίπεδο φακέλων. Εδώ έχουμε ένα φάκελο που όλα του τα περιεχόμενα είναι σύνδεσμοι που οδηγούν σε ιστοσελίδες. Οι τίτλοι μπορούν να χρησιμοποιηθούν για παράδειγμα για να διαχωρίσουν ιστοσελίδες που είναι παρόμοιες αλλά με κάποια διαφορά, όπως για παράδειγμα το Amazon ή το Ebay σε διαφορετικές χώρες. Η εισαγωγή του URL είναι πολύ απλή και η σελίδα ανοίγει με τον προεπιλεγμένο φυλλομετρητή του συστήματος. Όλη η τρίτη και τέταρτη σειρά αφορούν την εκτέλεση εφαρμογών. Για να τρέξουμε κάποια εφαρμογή, τα πράγματα είναι ακόμα πιο απλά. Χρειάζεται μόνο να επιλέξουμε το εκτελέσιμο αρχείο της. Πάνω από τα πλήκτρα - οθόνες, στο λογισμικό Stream Deck, βλέπουμε 2 drop down, το ένα ονομάζεται Stream Deck ΧL και το άλλο Default Profile. Τι σημαίνει αυτό; Για αρχή, το λογισμικό υποστηρίζει τη χρήση πολλαπλών συσκευών. Μπορείτε λοιπόν να έχετε το Stream Deck XL, to Stream Deck XL2, το Stream Deck και το Stream Deck Mini συνδεδεμένα ταυτόχρονα, και επιλέγοντας από το μενού να προγραμματίζετε το κάθε ένα χωριστά. Για την κάθε συσκευή υποστηρίζονται όμως και διάφορα προφίλ που μπορούμε να φτιάξουμε. Ένα είναι πάντα το Default, που τρέχει γενικά, και τα υπόλοιπα μπορούν να αφορούν συγκεκριμένα προγράμματα. Ας δούμε λοιπόν ένα ενδεικτικό προφίλ για το Photoshop. Εδώ έχουμε χρησιμοποιήσει παντού το ίδιο εικονίδιο, για να προγραμματίσουμε μερικές δημοφιλείς εντολές του Photoshop, και σε κάθε πλήκτρο - οθόνη, ο τίτλος επεξηγεί τη λειτουργία. Για όλες τις λειτουργίες χρησιμοποιήσαμε την εντολή Hotkey και εκμεταλλευτήκαμε τις συντομεύσεις πληκτρολογίου του Photoshop. Σε αντίθεση με πριν, τοποθετήσαμε τον τίτλο στη μέση του πλήκτρου - οθόνης. Όπως βλέπετε στην επόμενη εικόνα, υπάρχουν αρκετές δυνατότητες τοποθέτησης και μορφοποίησης των τίτλων. Η εντολή Hotkey έχει πολλές δυνατότητες, που τις βλέπουμε στο παρακάτω μενού. Θα παρατηρήσατε ίσως το πλήκτρο - οθόνη πάνω δεξιά που αναγράφει 3 λειτουργίες μαζί. Αυτό είναι δυνατό μέσω της επιλογής Multi Action που βρίσκεται στην κατηγορία εντολών Stream Deck. Με αυτή την επιλογή μπορούμε να προσθέσουμε όσες εντολές θέλουμε, που εκτελούνται με τη σειρά. Εδώ βάλαμε απλά 3 εντολές Hotkey, αλλά δεν υπάρχει κάποιος περιορισμός στους συνδυασμούς. Και αφού πήραμε μια καλή ιδέα του εξαιρετικά εύκολου και ευέλικτου προγραμματισμού του Elgato Stream Deck XL, ας πάμε και στο γρανάζι της αρχικής οθόνης για να δούμε και τις βασικές ρυθμίσεις του προγράμματος. Το γρανάζι λοιπόν ανοίγει το παράθυρο των προτιμήσεων του προγράμματος, το οποίο έχει 3 ταμπέλες. Η πρώτη, η γενική (General) μας δίνει τη δυνατότητα ελέγχου για αναβάθμιση του λογισμικού και τη δυνατότητα να ορίσουμε το όνομα, το χρόνο μετά από τον οποίο μπαίνει σε sleep mode και τη φωτεινότητα της κάθε συνδεδεμένης συσκευής. Μας δείχνει επίσης της έκδοση του Firmware και το σειριακό αριθμό της κάθε συσκευής. Η δεύτερη ταμπέλα, αυτή των λογαριασμών (Accounts), μας δίνει τη δυνατότητα να ορίσουμε τα usernames και passwords για 5 από τις 11 υποστηριζόμενες εφαρμογές streaming, έτσι ώστε να μπορούμε να εκμεταλλευτούμε πλήρως τις σχετικές λειτουργίες. Και η τρίτη ταμπέλα, αυτή των προφίλ (Profiles), μας δίνει τη δυνατότητα να δημιουργήσουμε ή να σβήσουμε προφίλ, να ορίσουμε ποιο θα είναι το default... ... καθώς και ποιας εφαρμογής η ύπαρξη στο προσκήνιο θα ενεργοποιεί το κάθε προφίλ. Η Χρήση Η χρήση του Elgato Stream Deck XL, αφού παραμετροποιηθεί μέσω του λογισμικού του, είναι εξαιρετικά απλή και ευχάριστη. Πατάς το πλήκτρο, κάνει αυτό που του έχεις πει να κάνει. Με τη σύνδεση του Elgato Stream Deck XL στον υπολογιστή και αν δε βρει ανοιχτό το λογισμικό του, βλέπουμε στα πλήκτρα - οθόνες το λογότυπο της Elgato, σαν σε Video Wall. Με την εγκατάσταση του προγράμματος, αν έχει υπάρξει προηγούμενη συσκευή, όπως στην περίπτωσή μας με το Elgato Stream Deck, μας δίνεται η δυνατότητα να αντιγράψουμε τα προφίλ που είχαμε ήδη δημιουργήσει, στη νέα μας συσκευή, το Elgato Stream Deck XL. Όπερ και εγένετο. Αν δεν υπήρχαν τα προφίλ που είχαν μείνει από το Elgato Stream Deck, θα είχαμε δει το βασικό προφίλ, με μία μόνο εντολή που οδηγούσε στην ιστοσελίδα της Elgato. Φυσικά τα προφίλ συμπληρώθηκαν και τροποποιήθηκαν, όπως είδατε στην παρουσίαση του λογισμικού. Η ανάλυση των οθονών δεν είναι υπερ-υψηλή και τα εικονίδια σαφώς πιξελιάζουν από κοντά, αλλά σε μια φυσιολογική απόσταση χρήσης είναι μια χαρά. Τα χρώματα και η αντίθεση είναι πολύ καλά και οι γωνίες θέασης εξαιρετικές. Τα προφίλ αλλάζουν αυτόματα, όπως τα έχουμε ορίσει. Εδώ βλέπετε πώς φορτώνει αυτόματα το προφίλ του Photoshop που είδαμε παραπάνω, όταν κάνω κλικ στο παράθυρο του Photoshop και το φέρνω στο προσκήνιο και πώς φορτώνεται αμέσως το βασικό (Default) προφίλ όταν κλικάρω εκτός του παραθύρου. Τα πλήκτρα του Elgato Stream Deck XL, όπως και του κλασσικού αλλά και του mini, κάνουν ένα ικανοποιητικό χαμηλό ήχο όταν τα πιέζεις, σαν επιβεβαίωση ότι τα πίεσες, που μου άρεσε. Είναι όμως δυνατόν, αν πιέσει κάποιος ένα πλήκτρο απαλά και όχι έως το τέρμα, να μην αναγνωριστεί η κίνηση. Γι αυτό λοιπόν, τα πλήκτρα του Elgato Stream Deck XL πρέπει να πιέζονται αποφασιστικά. Απολογισμός To Elgato Stream Deck XL είναι απλά ένα μεγαλύτερο Elgato Stream Deck, με 32 πλήκτρα οθόνες αντί για τα 15 της κλασσικής ή τα 6 της mini έκδοσης. Κατά τα άλλα, η κατασκευή και η λειτουργία είναι ακριβώς οι ίδιες. Η συσκευή, όπως ακριβώς και τα Elgato Stream Deck και Elgato Stream Deck Mini, με εντυπωσίασε από το γεγονός ότι κάνει ακριβώς αυτό που υπόσχεται, χωρίς προβλήματα, χωρίς "αλλά", απλά και φυσικά. Το λογισμικό είναι εύκολο και λειτουργικό, δεν εντόπισα ούτε bugs ούτε κάτι που θα άλλαζα. Παρά το γεγονός ότι η συσκευή προορίζεται για χρήση από online content creators και live streamers, οι δυνατότητές της είναι σχεδόν απεριόριστες και μπορεί να προσαρμοστεί άνετα και για γενική χρήση, όπως είδαμε στα παραδείγματα παραπάνω. Η ποιότητα κατασκευής είναι εξαιρετική με καλά υλικά και σωστή συναρμογή. Τα πλήκτρα πατιούνται κάνοντας έναν ευδιάκριτο, ικανοποιητικό ήχο που δεν ενοχλεί και αποτελεί εξαιρετικό feedback. Το γεγονός ότι το πάτημα καταγράφεται στον τερματισμό του πλήκτρου και όχι αν αυτό πατηθεί πολύ απαλά (όχι για όλη τη διαδρομή του) δεν αποτελεί πρόβλημα, καθώς αυτή είναι περίπου ενάμισι χιλιοστό. Το μόνο που θα μπορούσε κανείς να βελτιώσει είναι η ανάλυση των οθονών του, οι οποίες όπως είδατε στις κοντινές φωτογραφίες, δεν είναι υπερ-υψηλή, αλλά για να είμαστε δίκαιοι, το Elgato Stream Deck XL δεν προορίζεται για να πατάτε τα πλήκτρα με τη μύτη. Στη φυσιολογική απόσταση χρήσης, τα pixels είναι αόρατα, τα χρώματα ζωηρά και το contrast άριστο. Με τι κόστος έρχονται όμως όλα αυτά; Το Elgato Stream Deck XL ξεκινάει από τα 254 ευρώ, τιμή που βρίσκω λογική για τη λειτουργικότητα που προσθέτει στις συσκευές εισαγωγής ενός υπολογιστή και το πλήθος των 32 πλήκτρων - οθονών. Για σύγκριση, το Elgato Stream Deck με τα 15 πλήκτρα, κοστίζει 144,91 ευρώ και το Elgato Stream Deck Mini με τα 6 πλήκτρα κοστίζει 89 ευρώ, οπότε το κόστος του Elgato Stream Deck XL ανά πλήκτρο είναι σημαντικά χαμηλότερο. Αν κάποιος χρειάζεται πολλές εντολές μαζί σε μία σελίδα, αυτό αποτελεί ένα ατού. Κατά τα άλλα, και οι 3 συσκευές, χάρη στα προφίλ και τους φακέλους, δεν έχουν περιορισμό στον αριθμό των εντολών που μπορείτε να προγραμματίσετε σε αυτές Ας συνοψίσουμε τα πλεονεκτήματα και τα μειονεκτήματα του Elgato Stream Deck XL: Πλεονεκτήματα + Εξαιρετική ποιότητα κατασκευής + Εξαιρετική λειτουργικότητα + Εξαιρετικό και πολύ απλό στη χρήση λογισμικό + Προγραμματισμός απεριόριστων λειτουργιών με προφίλ και φακέλους + Καθαρές οθόνες με ζωηρά χρώματα και πολύ καλό contrast + Λαστιχένια ποδαράκια που σταθεροποιούν άψογα τη συσκευή + Μαγνητική αφαιρούμενη βάση + Αφαιρούμενο, sleeved καλώδιο Μειονεκτήματα - Nothing to see here, move along Με βάση τα παραπάνω, η συνολική βαθμολογία του Elgato Stream Deck XL είναι:  theLAB.gr Ευχαριστούμε θερμά την Corsair για την παραχώρηση του δείγματος της δοκιμής. Πολύμερος Αχανιώτης 24/06/2019
  11. Εισαγωγή Θυμάμαι όταν έστηνα τον πρώτο μου υπολογιστή με DDR4. Ήθελα το καλύτερο και ομορφότερο που μπορούσα να βρω και φυσικά αυτό σημαίνει ότι οδηγήθηκα με μαθηματική ακρίβεια στις Dominator Platinum της Corsair. Αρκετά χρόνια μετά, στην εποχή του all things RGB, και αφού η Corsair έχει κάνει RGB σχεδόν όλα τα υπόλοιπα προϊόντα της, ήρθε η σειρά και των εικονικών Dominator να πάρουν το χρίσμα του πολύχρωμου φωτός. Σας παρουσιάζουμε λοιπόν τις Corsair Dominator® Platinum RGB 32GB (4x8GB) DDR4 3600MHz C18! Τι περιμένουμε από τις Corsair Dominator® Platinum RGB 32GB (4x8GB) DDR4 3600MHz C18; Σαφώς περιμένουμε εξαιρετικές επιδόσεις, καθώς η Corsair παραδοσιακά επιλέγει πολύ αυστηρά τα chips που χρησιμοποιεί στις ναυαρχίδες των μνημών της. Αλλά σίγουρα περιμένουμε και το κάτι παραπάνω στον τομέα του RGB, καθώς η Corsair δεν καθυστέρησε άδικα την υιοθέτηση του πολύχρωμου φωτισμού για τη σειρά Dominator. Ακολουθήστε μας σε αυτό το review για να δούμε αν επαληθεύτηκαν οι προσδοκίες μας! Φωτογράφιση Η συσκευασία των Corsair Dominator® Platinum RGB 32GB (4x8GB) DDR4 3600MHz C18 είναι τόσο ιδιαίτερη όσο και οι ίδιες οι μνήμες. Ένα τετράγωνο χαρτονένιο πλαίσιο με κομμένες τις 4 γωνίες έτσι ώστε να σχηματίζει ένα μη κανονικό οκτάγωνο φιλοξενεί 2 αντίστοιχου σχήματος πυκνά αφρολέξ, τα οποία στηρίζουν τις 4 διάφανες, πλαστικές θήκες των μνημών. Το χαρτόνι είναι κυρίως μαύρο, με λευκά γράμματα που περιγράφουν τις απαραίτητες πληροφορίες για το προϊόν, ενώ ο RGB χαρακτήρας τονίζεται από την πολύχρωμα φωτισμένη μνήμη και το λογότυπο του iCUE στο εμπρός μέρος. Οι μνήμες είναι χρώματος μαύρου σατινέ, με το λογότυπο της εταιρίας λίγο πιο γυαλιστερό και μόνο ένα αυτοκόλλητο στη μια πλευρά με τις βασικές πληροφορίες του μοντέλου. Οι ψύκτρες έχουν επανασχεδιαστεί με εξαιρετικό γούστο και διατηρούν το iconic της σειράς, φέρνοντάς το όμως στο μοντέρνο του σήμερα. Εδώ τις βλέπουμε τοποθετημένες στον υπολογιστή όπου και θα δοκιμαστούν στην πορεία του Review. Στα ενδότερα Όπως οι προκάτοχοί τους, οι Corsair Dominator® Platinum RGB 32GB (4x8GB) DDR4 3600MHz C18 φέρουν ψύκτρες που συναρμολογούνται με βίδες. Και όπως όλοι ξέρουμε, ουδείς reviewer του TheLab.gr μπόρεσε ποτέ να αντισταθεί στη σαγήνη του ξεβιδώματος. 4 βίδες και 4 καλοσχηματισμένα παξιμάδια αργότερα... ...και μπορούμε να αφαιρέσουμε τα 2 αλουμινένια τμήματα σχήματος Π που κρατάνε τις ψύκτρες στη θέση τους. Θεωρητικά οι ψύκτρες θα έπρεπε να αφαιρεθούν τώρα με ένα μικρό τράβηγμα, ίσα για να "ξεκολλήσει" το thermal pad που σίγουρα υπάρχει ανάμεσα στα chip της μνήμης και την ψύκτρα. Σωστά; Αμ δε! Όπως και στις προκατόχους των, οι Corsair Dominator® Platinum RGB 32GB (4x8GB) DDR4 3600MHz C18 χρησιμοποιούν ισχυρό αυτοκόλλητο thermal pad που απαιτεί κάποια προσπάθεια για να αφαιρεθεί, ειδικά αν δε θέλουμε να καταστραφεί εντελώς. Εντάξει, κατανοητό ότι οι μνήμες δεν έχουν τμήματα που μπορεί να χρειαστούν παρέμβαση από το χρήστη, αλλά ο λόγος της χρήσης κόλλας εκεί που υπάρχουν και σταθεροποιούν την κατασκευή 4 περαστές βίδες, μου διαφεύγει. Τέλος πάντων, αφού ξεκολλήσαμε την καλομελετημένη ψύκτρα, βλέπουμε ότι σε αυτή την πλευρά το module φέρει 8 chip μνήμης. Μια πιο κοντινή ματιά αποκαλύπτει τον χαρακτηριστικό κωδικό K4A8G085WB-BCPB. Μια γρήγορη αναζήτηση δείχνει ότι πρόκειται για chip της Samsung με χωρητικότητα 8Gb (Gigabits), δηλαδή 8Gb : 8Gb/GB = 1GB (Gigabyte). Θεωρητικά πρόκειται για DDR4 chips συχνότητας 2133MHz και τάσης λειτουργίας 1,2V, αλλά η Corsair έχει επιλέξει τα chips που μπορούν να φτάσουν με ασφάλεια τα 3600MHz, χρησιμοποιώντας 1.35V. Δεδομένου ότι το κιτ μας διαθέτει 4 αρθρώματα και έχει συνολική χωρητικότητα 32GB, το κάθε άρθρωμα έχει χωρητικότητα 32GB : 4 = 8GB. Και αφού στη μία πλευρά το άρθρωμα που ανοίξαμε φέρει 8 chip του 1GB, δηλαδή συνολική χωρητικότητα 8GB, στην άλλη πλευρά περιμένουμε να δούμε... ...κανένα chip μνήμης. Είναι πιθανόν ότι στα αρθρώματα των 16GB, θα συναντούσαμε άλλα 8 chip στη δεύτερη πλευρά. Αυτό που είναι σημαντικό να παρατηρήσουμε σε αυτή την πλευρά, είναι η μικρή λευκή υποδοχή στο άνω αριστερό τμήμα, στην οποία εισέρχεται μια καλωδιοταινία που συνδέει με το άθρωμα ένα εύκαμπτο PCB το οποίο καλύπτει όλο το κάτω μέρος του διαχυτή (υπόλευκου πλαστικού) μέσα από το οποίο περνάει το φως των RGB LEDs. Τα LEDs είναι μικροσκοπικά και πάνω σε αυτό το εύκαμπτο PCB. Πρόκειται για 12 (!) Cappelix LEDs που μπορούν να ελεγχθούν ξεχωριστά το καθένα, προσφέροντας μεγάλη ευελιξία στο φωτισμό! Χαρακτηριστικά Τα χαρακτηριστικά των Corsair Dominator® Platinum RGB 32GB (4x8GB) DDR4 3600MHz C18 φαίνονται στον παρακάτω πίνακα. Corsair iCUE και RGB φωτισμός Κατ' αρχάς, για να λειτουργήσει ο έλεγχος του RGB φωτισμού των αρθρωμάτων, και εφόσον αυτό γίνεται κατ' ευθείαν μέσω των DIMM Slot της μητρικής, χωρίς επιπλέον καλώδια, πρέπει να μπορεί η μητρική να γράψει στο SPD των αρθρωμάτων. Αυτό προϋποθέτει ενεργοποίηση της δυνατότητας μέσω του BIOS της μητρικής. Στην ASUS Rampage V Extreme αυτό γίνεται με την ενεργοποίηση του DRAM SPD Write. Ο έλεγχος του φωτισμού των Corsair Dominator® Platinum RGB 32GB (4x8GB) DDR4 3600MHz C18 μπορεί να γίνει μέσα από αρκετά προγράμματα ελέγχου RGB που παρέχονται μαζί με τις διάφορες RGB μητρικές, και έτσι να έχουμε και συγχρονισμό φωτισμού με αυτές. Η Corsair όμως ενσωματώνει τον έλεγχο και στο δικό της εξαιρετικό πρόγραμμα ελέγχου και ρύθμισης των συσκευών της, το Corsair iCUE. Ανοίγοντας το iCUE, βρισκόμαστε στην επιλογή HOME του βασικού μενού, όπου βλέπουμε τις υποστηριζόμενες συσκευές που είναι συνδεδεμένες στο σύστημά μας. Επιλέγουμε Dominator Platinum RGB Από τις συσκευές (DEVICES) και έχουμε ένα μενού με 5 επιλογές στα αριστερά (κάτω από το προφίλ) και την εικόνα ενός αρθρώματος των Corsair Dominator® Platinum RGB 32GB (4x8GB) DDR4 3600MHz C18 με 4 ενδείξεις θερμοκρασίας στα δεξιά του. Οι θερμοκρασίες είναι, προφανώς, μια για κάθε εγκατεστημένο άρθρωμα. Δεξιά από κάθε θερμοκρασία υπάρχει ένα μικρό μενού που χαρακτηρίζεται από 3 παύλες. Ενεργοποιώντας τις δύο επιλογές που περιέχει αυτό το μενού κάνουμε εμφανή τη συγκεκριμένη πληροφορία στο Dashboard και στο iCUE Space, τα οποία θα δούμε παρακάτω. Η πρώτη επιλογή στο μενού που είδαμε αριστερά, αφορά την εγκατάσταση των αρθρωμάτων στο σύστημά μας και ονομάζεται DIMM SETUP. Σε αυτό, μπορούμε να επιλέξουμε την τοπολογία των υποδοχών μνήμης της μητρικής μας, σε σχέση με την υποδοχή του επεξεργαστή, καθώς και το σε ποιες υποδοχές μνήμης έχουμε εγκαταστήσει αρθρώματα και τη φορά τους (προς τα πάνω ή προς τα κάτω, σε σχέση με την εγκοπή που έχουν στο κάτω μέρος τους). Υπάρχουν επιλογές τοπολογίας για κάθε είδος μητρικής που έχει κυκλοφορήσει έως τώρα. Αφού ρυθμίσουμε την τοπολογία, ανάλογα με τη μητρική μας και την τοποθέτηση των αρθρωμάτων, προχωράμε στο δεύτερο στοιχείο του μενού στα αριστερά, που αφορά τα εφέ του φωτισμού (LIGHTING EFFECTS). Όπως βλέπουμε στην παρακάτω εικόνα, έχουμε να επιλέξουμε από μια πληθώρα προκαθορισμένων (PREDEFINED) εφέ, καθώς και από κάποιων προσαρμόσιμων (CUSTOM) εφέ. Υπάρχουν βέβαια και τα εφέ της τρίτης λίστας, της λίστας του ενοποιημένου φωτισμού (LIGHTING LINK) που εφαρμόζει κάποια (τα περισσότερα) από τα προκαθορισμένα εφέ σε όλες τις συνδεδεμένες συσκευές της Corsair που υποστηρίζουν φωτισμό RGB. Πάνω από το μενού των εφέ φωτισμού, βλέπουμε την τοπολογία των αρθρωμάτων, όπως την ορίσαμε προηγουμένως. Μπορούμε να επιλέξουμε οποιαδήποτε και όσα θέλουμε από τα 4 αρθρώματα και να εφαρμόσουμε το κάθε εφέ και μπορούμε να εφαρμόσουμε όσα εφέ θέλουμε, σε επίπεδα (layers). Όμως αυτές οι φαινομενικά πολλές επιλογές όσον αφορά το φωτισμό, μπορεί να γίνουν πολύ περισσότερες. Ας κάνουμε μια μικρή παράκαμψη στην επιλογή των ρυθμίσεων (SETTINGS) του βασικού μενού και συγκεκριμένα στο πάνω μέρος της σελίδας του, όπου βρίσκονται οι ρυθμίσεις της συσκευής, εν προκειμένω των Corsair Dominator® Platinum RGB 32GB (4x8GB) DDR4 3600MHz C18. Οι μόνες επιλογές είναι η βασική ρύθμιση της μέγιστης φωτεινότητας, η ενεργοποίηση του πλήρους ελέγχου μέσω λογισμικού και η αναβάθμιση του firmware των αρθρωμάτων, εφ' όσον υπάρχει νεότερο, μέσω του διαδικτύου. Αυτό που μας ενδιαφέρει εδώ είναι η ενεργοποίηση του πλήρους ελέγχου μέσω λογισμικού. Αυτό που κάνει, όπως περιγράφει η προειδοποίηση ακριβώς κάτω από την επιλογή, είναι να ενεργοποιεί τη δυνατότητα της πλήρους παραμετροποίησης του φωτισμού, με την προειδοποίηση ότι αυτή , προφανώς λόγω πολυπλοκότητας, δε θα μπορεί να σωθεί πλέον πάνω στα αρθρώματα, αλλά θα λειτουργεί μόνο με τη χρήση του iCUE. Ας το ενεργοποιήσουμε λοιπόν. Επιστρέφοντας στα εφέ φωτισμού, βλέπουμε ότι τα 4 πλήκτρα μέσω των οποίων επιλέγαμε σε ποια αρθρώματα θα εφαρμοστεί το κάθε εφέ έχουν εξαφανιστεί. Αντί αυτού, μπορούμε να επιλέξουμε 12 περιοχές πάνω σε κάθε άρθρωμα, που αντιστοιχούν ακριβώς στα 12 LEDs που διαθέτει το καθένα, και να εφαρμόσουμε το εφέ που ρυθμίζουμε χωριστά σε όποια και όσα θέλουμε! Εντυπωσιακή λεπτομέρεια στην παραμετροποίηση δηλαδή, που - ας το παραδεχτούμε - πολύ λίγοι θα χρησιμοποιήσουν. Συνεχίζουμε λοιπόν με την παρουσίαση των εφέ φωτισμού, αφήνοντας ενεργοποιημένη την επιλογή της πλήρους παραμετροποίησης, καθώς αυτή "ξεκλειδώνει" όλα τα εφέ και θα μπορέσουμε να τα δούμε. Το πρώτο είναι το εφέ RAINBOW WAVE. Επιλέγουμε ταχύτητα (αργή, μεσαία, γρήγορη) και κατεύθυνση. Ας το δούμε σε μεσαία ταχύτητα και κατεύθυνση προς τα δεξιά. Το δεύτερο από τα προκαθορισμένα εφέ φωτισμού είναι το SPIRAL RAINBOW. Μπορούμε να επιλέξουμε ταχύτητα και φορά, δεξιόστροφη ή αριστερόστροφη. Ας το δούμε σε μεσαία ταχύτητα και δεξιόστροφη φορά. Το τρίτο προκαθορισμένο εφέ είναι το RAINBOW. Μπορούμε μόνο να επιλέξουμε την ταχύτητα. Ας το δούμε, σε μεσαία ταχύτητα. Το τέταρτο προκαθορισμένο εφέ είναι το COLOR SHIFT. Μπορούμε να το έχουμε με τυχαία ή με 2 προκαθορισμένα χρώματα και να επιλέξουμε την ταχύτητα. Ας το δούμε με τυχαία χρώματα και μεσαία ταχύτητα. Το πέμπτο προκαθορισμένο εφέ φωτισμού είναι το COLOR PULSE. Όπως και το προηγούμενο, μπορούμε να το έχουμε με τυχαία χρώματα ή με εναλλαγή 2 χρωμάτων που μπορούμε να επιλέξουμε. Μπορούμε επίσης να ρυθμίσουμε την ταχύτητα. Ας το δούμε με τυχαία χρώματα και μεσαία ταχύτητα. Το έκτο προκαθορισμένο εφέ φωτισμού είναι το COLOR WAVE. Μπορούμε επίσης να το έχουμε με τυχαία ή 2 χρώματα που μπορούμε να επιλέξουμε, να ρυθμίσουμε την ταχύτητα αλλά και την κατεύθυνση, σε Αριστερά, Δεξιά, Πάνω ή Κάτω. Ας το δούμε με τυχαία χρώματα, μεσαία ταχύτητα και προς τα δεξιά. Το έβδομο εφέ είναι το RAIN. Επιλέγουμε τυχαία χρώματα ή 2 της επιλογής μας, ταχύτητα και κατεύθυνση προς τα Πάνω ή Κάτω. Ας το δούμε με τυχαία χρώματα, μεσαία ταχύτητα και προς τα κάτω. Θα ήταν βέβαια μεγάλη παράλειψη ένα τέτοιο εφέ να μην το δούμε και με 2 προεπιλεγμένα χρώματα, σκούρο και ανοιχτό πράσινο, με μεσαία ταχύτητα και προς τα κάτω... Είπε κανείς MATRIX; Το όγδοο εφέ φωτισμού είναι το VISOR. Μπορούμε να το έχουμε σε τυχαία ή 2 χρώματα της επιλογής μας, σε χαμηλή, μεσαία ή υψηλή ταχύτητα και με διεύθυνση Οριζόντια ή Κάθετη. Ας το δούμε με τυχαία χρώματα, μεσαία ταχύτητα και οριζόντια διεύθυνση. Το ένατο προκαθορισμένο εφέ φωτισμού ονομάζεται SEQUENTIAL. Μπορούμε να το έχουμε είτε με τυχαία χρώματα, είτε με 1 χρώμα της επιλογής μας. Παράλληλα, μπορούμε να επιλέξουμε την ταχύτητα και την κατεύθυνση σε προς τα Πάνω και προς τα Κάτω. Ας το δούμε με τυχαία χρώματα, μεσαία ταχύτητα και φορά προς τα πάνω. Το δέκατο προκαθορισμένο εφέ φωτισμού ονομάζεται MARQUEE. Μπορούμε να επιλέξουμε 1 χρώμα και την ταχύτητα. Ας το δούμε σε κόκκινο χρώμα και μεσαία ταχύτητα. Το ενδέκατο προκαθορισμένο εφέ φωτισμού ονομάζεται TEMPERATURE και δεν είναι ακριβώς εφέ, αλλά η δυνατότητα ένδειξης οποιουδήποτε αισθητήρα θερμοκρασίας, σε 3 χρώματα που επιλέγουμε και ορίζουμε στο κάθε ένα και μια θερμοκρασία ενεργοποίησης. Με δεδομένο ότι έχουμε 4 αρθρώματα και 12 LEDs σε κάθε άρθρωμα, μπορούμε να μετατρέψουμε το κιτ των μνημών μας σε ένα πίνακα ενδείξεων με έως και 48 διαφορετικές ενδείξεις, η κάθε μία εκ των οποίων θα μπορεί να αναδείξει 3 διαφορετικά επίπεδα θερμοκρασίας. Το δωδέκατο προκαθορισμένο εφέ φωτισμού ονομάζεται STACK και μπορούμε να το έχουμε σε τυχαία χρώματα ή σε 1 που θα επιλέξουμε, σε αργή, μεσαία ή γρήγορη ταχύτητα και με κατεύθυνση προς τα Πάνω ή προς τα Κάτω. Ας το δούμε με τυχαία χρώματα, μεσαία ταχύτητα και προς τα κάτω. Το δέκατο τρίτο προκαθορισμένο εφέ φωτισμού ονομάζεται INSIDE OUT και μας δίνει τη δυνατότητα επιλογής μεταξύ τυχαίων χρωμάτων ή 2 χρωμάτων της επιλογής μας, αργής, μεσαίας ή γρήγορης ταχύτητας και κατεύθυνσης προς τα μέσα ή προς τα έξω. Ας το δούμε με τυχαία χρώματα, μεσαία ταχύτητα και προς τα έξω. Το δέκατο τέταρτο προκαθορισμένο εφέ φωτισμού ονομάζεται WATER και προσπαθεί να προσομοιώσει το εφέ του νερού. Χρησιμοποιεί 2 χρώματα, αυτό της βάσης, για το οποίο η προεπιλογή είναι το μαύρο, και αυτό του κυματισμού, για το οποίο επιλογή είναι το μπλε. Μπορούμε φυσικά να αλλάξουμε τα χρώματα αυτά, αν θέλουμε, καθώς και να επιλέξουμε την ταχύτητα. Ας το δούμε με τα προκαθορισμένα του χρώματα, σε μεσαία ταχύτητα. Το δέκατο πέμπτο εφέ είναι κάτι πολύ ενδιαφέρον, αλλά κρύβει μια απογοήτευση. Πρόκειται για το AUDIO VISUALIZER, δηλαδή εφέ με βάση τον ήχο, είτε αυτόν που παίζει η κάρτα ήχου του υπολογιστή, είτε αυτόν που "ακούει" το μικρόφωνο. Η απογοήτευση έγκειται στο γεγονός ότι η λειτουργία αυτή απαιτεί την ύπαρξη κάποιας συσκευής ήχου της Corsair στο σύστημα, αλλιώς αρνείται να λειτουργήσει. Φυσικά, δεν υπάρχει τεχνικός λόγος για μια τέτοια προϋπόθεση. Είναι απλά μια προσπάθεια της εταιρίας να μας "αναγκάσει" να αγοράσουμε ένα ακόμα προϊόν της. Και ενώ τα εν λόγω προϊόντα είναι αναμφίβολα πολύ καλά, η προσπάθεια αυτή, δεν είναι. Αν είχαμε συσκευή ήχου της Corsair, οι επιλογές του εφέ θα ήταν η κατεύθυνση, προς τα Πάνω, προς τα Κάτω ή προς τα Έξω. Το δέκατο έκτο προκαθορισμένο εφέ φωτισμού είναι το STROBING. Μπορούμε να το έχουμε με τυχαία χρώματα ή με 2 της επιλογής μας και να επιλέξουμε την ταχύτητα. Ας το δούμε με τυχαία χρώματα και μεσαία ταχύτητα. Το δέκατο έβδομο, και τελευταίο, προκαθορισμένο εφέ φωτισμού είναι το COLOR WARP. Μπορούμε να επιλέξουμε την ταχύτητα και την κατεύθυνση, που μπορεί να είναι Αριστερά, Δεξιά, Πάνω ή Κάτω. Ας το δούμε σε μεσαία ταχύτητα και προς τα δεξιά. Και κάπως έτσι τελειώσαμε με τα προκαθορισμένα εφέ και περνάμε στα πλήρως προσαρμόσιμα. Το πρώτο από αυτά είναι και το πιο απλό, το STATIC COLOR, που μας επιτρέψει να διαλέξουμε ένα χρώμα και την έντασή του. Τα υπόλοιπα πλήρως προσαρμόσιμα εφέ φωτισμού παρέχουν εξαιρετική παραμετροποίηση, μέσω μιας γραφικής παράστασης όπου στον κάθετο άξονα έχουμε την ένταση του φωτός, στον οριζόντιο το χρόνο και μέσα στην οποία μπορούμε να θέσουμε όσα σημεία θέλουμε, με ό,τι χρώμα θέλουμε το καθένα. Το κάθε εφέ ακολουθεί, με τον ιδιαίτερο τρόπο που ορίζεται από τον αλγόριθμό του, τις οδηγίες που του δίνει η γραφική παράσταση και στη συνέχεια τις επαναλαμβάνει σε μια αέναη λούπα. Φτιάξαμε ένα παράδειγμα με το δεύτερο από τα πλήρως προσαρμόσιμα εφέ φωτισμού, που ονομάζεται GRADIENT. Ας δούμε πώς φαίνεται το παραπάνω παράδειγμα. Με αντίστοιχο τρόπο λειτουργούν και τα υπόλοιπα 3 εφέ της κατηγορίας, που ονομάζονται RIPPLE, SOLID και WAVE. Έχοντας (επιτέλους) ολοκληρώσει την περιγραφή των, ομολογουμένως, πάρα πολλών εφέ φωτισμού, περνάμε τώρα στο τρίτο από τα πέντε αντικείμενα του μενού στα αριστερά. Και αυτό είναι οι χρονισμοί. Εδώ βλέπουμε απλά τους βασικούς χρονισμούς των μνημών και έχουμε την επιλογή να συμπεριλάβουμε τη σχετική πληροφορία στο DASHBOARD ή / και στο iCUE Space. Η τέταρτη επιλογή στο μενού στα αριστερά είναι το GRAPHING. Εδώ μπορούμε να δούμε τη γραφική παράσταση της θερμοκρασίας με το χρόνο του κάθε αρθρώματος χωριστά. Οι επιλογές για το συνολικό χρόνο του γραφήματος μπορεί να είναι 1 λεπτό, 5 λεπτά, 10 λεπτά, 30 λεπτά, 1 ώρα ή 1 ημέρα. Η πέμπτη και τελευταία επιλογή του μενού στα αριστερά είναι η NOTIFICATIONS. Εδώ μπορούμε να ορίσουμε 4 λειτουργίες όταν κάποιο άρθρωμα φτάσει κάποια θερμοκρασία. Αυτές οι λειτουργίες είναι να τεθούν όλοι οι ανεμιστήρες στο 100%, να γίνουν όλα τα RGB LEDs ένα συγκεκριμένο χρώμα, να τρέξει κάποιο αρχείο ή να σβήσει ο υπολογιστής μετά από κάποια προκαθορισμένα δευτερόλεπτα. Χρήσιμη λειτουργία προστασίας. Κάπως έτσι τελειώσαμε με το tab HOME και περνάμε στο DASHBOARD. Εκεί μπορούμε να δούμε συγκεντρωμένες όλες τις υποστηριζόμενες πληροφορίες για τις συσκευές που υποστηρίζει το iCUE καθώς και αρκετούς αισθητήρες του συστήματος που μπορεί να διαβάσει. Το tab INSTANT LIGHTING ενεργοποιεί ένα εκ των 10 προσφερόμενων χρωμάτων φωτισμού, σε όλες τις υποστηριζόμενες συσκευές. Επιστρέφουμε τώρα στο SETTINGS για να το δούμε λίγο αναλυτικότερα. Το πάνω μέρος το έχουμε ήδη δει, οπότε πάμε στο κάτω, που περιλαμβάνει τις ρυθμίσεις του iCUE. Αυτό έχει 4 tabs. Στο πρώτο, το GENERAL έχουμε τις γενικές επιλογές του iCUE καθώς και τον έλεγχο για ενημερωμένη έκδοση. Το δεύτερο, το OSD, περιλαμβάνει τις επιλογές για τη λειτουργία On Screen Display. Το τρίτο tab, το DASHBOARD περιλαμβάνει επιλογές για την καρτέλα του DASHBOARD. Τέλος, το SENSOR LOGGING έχει επιλογές για το logging των διαφόρων υποστηριζόμενων αισθητήρων. Έχουμε τελειώσει με τη βασική περιγραφή της λειτουργίας του iCUE όσον αφορά τον έλεγχο των Corsair Dominator® Platinum RGB 32GB (4x8GB) DDR4 3600MHz C18 αλλά αξίζει μια μικρή αναφορά και στο εικονίδιό του στο system tray. Ένα δεξί κλικ αποκαλύπτει το μενού που βλέπετε, το οποίο είναι αυτοεξηγούμενο. Το μόνο που χρήζει ιδιαίτερης μνείας είναι το Show iCUE Space. Επιλέγοντάς το, εμφανίζεται το iCUE SPACE στα δεξιά της οθόνης μας, εκτοπίζοντας όλα τα υπόλοιπα παράθυρα στην υπόλοιπη επιφάνειά της. Περιλαμβάνει πληροφορίες που έχουμε καρφιτσώσει εκεί, όπως ακριβώς και το DASHBOARD. Συνολικά, το iCUE μου άφησε άριστες εντυπώσεις. Κάτι που θα ήθελα να δω σε μελλοντικές εκδόσεις είναι η δυνατότητα επιλογής όχι μόνο 2 εναλλασσόμενων χρωμάτων στα προκαθορισμένα εφέ φωτισμού, αλλά όσων θέλουμε εμείς, με μια λειτουργία που θα ξεκινάει από 2 χρώματα και θα μπορούμε με ένα πλήκτρο να προσθέτουμε περισσότερα, μέχρι κάποιο όριο. Τη συγκεκριμένη λειτουργία τη θυμάμαι παλιά στο CUE, πριν ενσωματώσει το LINK και γίνει iCUE, αλλά για κάποιο αδιανόητο λόγο, χάθηκε στο δρόμο. Μεθοδολογία, χρονισμοί, ρυθμίσεις Τα βασικά χαρακτηριστικά του συστήματος πάνω στο οποίο έγιναν οι δοκιμές των Corsair Dominator® Platinum RGB 32GB (4x8GB) DDR4 3600MHz C18, φαίνονται στον παρακάτω πίνακα. Καθώς το σύστημα δοκιμών μας βασίζεται στο Chipset X99, η μεγαλύτερη συχνότητα μνήμης που μπορούσαμε να πετύχουμε με σταθερότητα με όλα τα κιτ μνήμης που είχαμε δοκιμάσει στο παρελθόν, ήταν τα 2800MHz. Όχι όμως με το κιτ των Corsair Dominator® Platinum RGB 32GB (4x8GB) DDR4 3600MHz C18! Εδώ μπορέσαμε με ευκολία να φτάσουμε τα 3200MHz. Καθώς όμως το κιτ είχε και άλλα περιθώρια, όντας πιστοποιημένο για 3600MHz, κατορθώσαμε να κατεβάσουμε το CAS Latency από το 18, που υποστηρίζει το κιτ, στο 14, με απόλυτη σταθερότητα. Μπορεί λοιπόν να χάσαμε κάτι σε συχνότητα αλλά κερδίσαμε σε Latency, η οποία θεωρητικά έπεσε από το 10 (που προβλέπει το κιτ) στο 8.5. Αν το αποτέλεσμα είναι συνολικά θετικό ή αρνητικό, αυτό εξαρτάται από την κάθε εφαρμογή και τις απαιτήσεις της. Σε κάθε περίπτωση, το Corsair Dominator® Platinum RGB 32GB (4x8GB) DDR4 3600MHz C18 είναι με διαφορά το καλύτερο κιτ μνήμης που έχουμε δοκιμάσει στην πλατφόρμα X99! Εδώ βλέπουμε λοιπόν τις ρυθμίσεις με τις οποίες δοκιμάσαμε τις Corsair Dominator® Platinum RGB 32GB (4x8GB) DDR4 3600MHz C18. Η σταθερότητα των κιτ δοκιμάστηκε με 250 επαναλήψεις στο IntelBurn Test, στη ρύθμιση Stress Level: Very High. Σε όλες τις δοκιμές, ο επεξεργαστής παρέμεινε στις εργοστασιακές του συχνότητες, τόσο για το Core (Turbo για όλους τους πυρήνες - 3500MHz) όσο και για το Uncore (3000MHz). Στους παρακάτω πίνακες βλέπετε συχνότητες, χρονισμούς και τάση λειτουργίας. Benchmarks Οι μετρήσεις μας αρχίζουν με τις δοκιμασίες μνήμης του AIDA64, καθώς και του CPU Photoworxx που εξαρτάται αρκετά από τις επιδόσεις της μνήμης. Ευχαριστούμε την AIDA για την παραχώρηση του προγράμματος. Συνεχίζουμε με Super PI MOD 1.5 που μετράει single thread performance. Το wPrime 2.10 μετράει multi-thread performance Το ίδιο και το Fritz. To benchmark του WinRAR μας δείχνει πώς τα πάει το σύστημα κατά τη συμπίεση αρχείων. Το benchmark του Truecrypt μας δείχνει τις επιδόσεις στην κρυπτογράφηση. Το Cinebench R15 δείχνει τις επιδόσεις στο rendering. Τέλος, το UL PCMark 10 δείχνει τις επιδόσεις του συστήματος σε διάφορα σενάρια χρήσης. Ευχαριστούμε τη UL για την παραχώρηση του προγράμματος. Όπως είδατε, οι Corsair Dominator® Platinum RGB 32GB (4x8GB) DDR4 3600MHz C18 έχουν εξαιρετικές επιδόσεις που ξεπερνούν φανερά το προηγούμενο καλύτερο κιτ που είχαμε δοκιμάσει και με το οποίο γίνεται η σύγκριση στα διαγράμματα. 3DMark Ας δούμε και τις 3D επιδόσεις και το κατά πόσο αυτές επηρεάζονται από τις ταχύτερες μνήμες. Είναι εμφανές από το παρακάτω διάγραμμα, ότι οι επιδόσεις των γραφικών εξαρτώνται κυρίως από την κάρτα γραφικών και όταν υπάρχει τόσο μεγάλο bandwidth που προσφέρουν τα 4 κανάλια μνήμης του X99, η παραπάνω ταχύτητα δεν προσφέρει κάτι. Επίλογος Όταν ξεκινούσα το review των Corsair Dominator® Platinum RGB 32GB (4x8GB) DDR4 3600MHz C18 περίμενα σπουδαία πράγματα. Ακόμα και έτσι όμως, το κιτ κατάφερε να με εκπλήξει και να με εντυπωσιάσει. Η ποιότητα κατασκευής παραμένει στα απαράμιλλα επίπεδα των παλιών Dominator! Τα RGB LEDs έχουν περάσει σε άλλο επίπεδο, αφού η χρήση 12 ξεχωριστά ελεγχόμενων, μικροσκοπικών Capellix LEDs σε κάθε άρθρωμα δίνει φαντασμαγορικά αποτελέσματα! Οι επιδόσεις, στο σύστημα των δοκιμών που χρησιμοποιεί το X99 chipset, ήταν σαφώς πάνω από ο,τιδήποτε άλλο έχουμε δοκιμάσει! Η σταθερότητα, ακόμα και όταν ζορίσαμε το σύστημα και τις μνήμες στα όρια, ήταν χωρίς υποχωρήσεις! Το ώριμο πλέον iCUE παρέχει, με ευκολία και φιλικότητα προς το χρήστη, μια πληθώρα επιλογών φωτισμού, τόσο για τον αρχάριο, όσο και για τον μυημένο στα μυστικά του RGB! Πόσο κοστίζει όμως το απόλυτο τετρακάναλο RGB κιτ των 32GB; Τη στιγμή συγγραφής αυτού του review, ξεκινάει από τα 377,02 ευρώ, συμπεριλαμβανομένου του ΦΠΑ αλλά μη συμπεριλαμβανομένων των μεταφορικών. Η τιμή είναι σαφώς υψηλή αν κάποιος επιχειρήσει τη σύγκριση με ένα απλό κιτ DDR4 32GB, αλλά τέτοια σύγκριση δεν υπάρχει ούτε στην τιμή, ούτε όμως και στις επιδόσεις ή την εμφάνιση! Κατά τη γνώμη μου, οι Corsair Dominator® Platinum RGB 32GB (4x8GB) DDR4 3600MHz C18 αξίζουν κάθε cent του κόστους τους και θα τα έδινα ευχαρίστως, όπως τα έχω δώσει στο παρελθόν για τις πρώτες Dominator. Ας συνοψίσουμε τα πλεονεκτήματα και τα μειονεκτήματα των Corsair Dominator® Platinum RGB 32GB (4x8GB) DDR4 3600MHz C18 . Πλεονεκτήματα + Εξαιρετικά υψηλές επιδόσεις + Εξαιρετική σταθερότητα + Εξαιρετική ποιότητα RGB φωτισμού + 12 ανεξάρτητα ελεγχόμενα Cappelix RGB LEDs ανά άρθρωμα μνήμης + Εύκολος έλεγχος του φωτισμού με το πρόγραμμα iCUE + Επισκόπηση της θερμοκρασίας, της συχνότητας και των βασικών χρονισμών των modules με το πρόγραμμα iCUE Μειονεκτήματα - Δεν καταφέραμε να βρούμε λόγο να γκρινιάξουμε 9.6 Superb  theLAB.gr Ευχαριστούμε θερμά την Corsair για την παραχώρηση του δείγματος της δοκιμής Πολύμερος Αχανιώτης 8/4/2019
  12. Εισαγωγή Ένα πολύ δημοφιλές form factor τον τελευταίο καιρό είναι το M.2. Υπάρχει μια σχετική σύγχυση βέβαια, καθώς δεν πρόκειται για κάποιο πρωτόκολλο επικοινωνίας αλλά απλά για τη μορφή της συσκευής, που μπορεί να είναι SSD με πρωτόκολλο επικοινωνία NVMe (η πιο δημοφιλής εκδοχή), αλλά μπορεί και να είναι ένας SSD με πρωτόκολλο επικοινωνίας SATA. Υπάρχουν και άλλες περιπτώσεις βέβαια, όπως M.2 WiFi adapters, αλλά αυτές δε μας αφορούν εδώ. Αυτό που μας αφορά, είναι η περίπτωση των M.2 SSDs με πρωτόκολλο επικοινωνίας SATA. Αυτοί έχουν όλους τους περιορισμούς των γνωστών 2,5" SATA SSDs, αλλά το πολύ μικρότερο M.2 form factor, επιτρέπει τη χρήση τους σε laptop και μικρά desktop, χωρίς μάλιστα τη χρήση καλωδίων. Τι γίνεται όμως όταν θέλουμε να χρησιμοποιήσουμε έναν SATA M.2 SSD σε υπολογιστή που δε διαθέτει την ανάλογη θύρα αλλά μόνο κλασσικές SATA θύρες. Γίνεται ό,τι συνήθως, δηλαδή αναζητούμε μια λύση στο εκτενές οπλοστάσιο της Icy Dock. Σε αυτή την περίπτωση, η λύση ονομάζεται Icy Dock EZConvert MB703M2P-B. Το Icy Dock EZConvert MB703M2P-B είναι μια συσκευή στην οποία μπορούμε να τοποθετήσουμε οποιονδήποτε SATA SSD με M.2 form factor και να τον μετατρέψει στο κλασσικό form factor του SATA Drive 2,5". Το πώς ακριβώς το κάνει αυτό και αν το κάνει καλά, θα το δούμε στη συνέχεια του review. Φωτογράφιση Η συσκευασία του Icy Dock EZConvert MB703M2P-B ξεφεύγει από τα καθιερωμένα της εταιρίας που συνήθως χρησιμοποιείς απλό καφέ χαρτόνι και μονόχρωμη εκτύπωση. Σε αυτή την περίπτωση έχουμε λευκό χαρτόνι και έγχρωμη εκτύπωση των χαρακτηριστικών του προϊόντος. Βέβαια το χαρτόνι είναι αρκετά λεπτό... ...αλλά το φορμαρισμένο διάφανο πλαστικό που αγκαλιάζει το προϊόν προσφέρει την απαραίτητη προστασία κατά τη μεταφορά. Το πρώτο από τα παρελκόμενα που βλέπουμε είναι ένα αρκετά λεπτομερές εγχειρίδιο χρήσης. Το μόνο άλλο παρελκόμενο που παρέχεται είναι βίδες για την τοποθέτηση της συσκευής στη θήκη του υπολογιστή. Καθώς πρόκειται για μικρές βίδες, η Icy Dock παρέχει 5 αντί για τις 4 που χρειάζονται, καθώς είναι εύκολο να χάσει κάποια ο χρήστης. Η ίδια η συσκευή έχει ακριβώς το σχήμα και το μέγεθος ενός SSD των 2,5". Αποτελείται από ποιοτικό πλαστικό και είναι ιδιαίτερα διάτρητο, ειδικά στο επάνω μέρος, για να απάγεται η θερμότητα από το περιεχόμενο drive όσο γίνεται πιο αποδοτικά, δεδομένου ότι το πλαστικό δεν είναι καλό στη θερμοαγωγιμότητα. Στο επάνω μέρος διακρίνουμε και το πλήκτρο που ανοίγει τη συσκευή για να τοποθετηθεί το M.2 SATA drive. Στο κάτω μέρος, διακρίνεται ένα τμήμα που μπορεί εύκολα να κοπεί, έτσι ώστε να εφαρμοστεί μια μεταλλική ψήκτρα, από τις πολλές που κυκλοφορούν, στο drive. Φυσικά η ψήκτρα θα περισσεύει και πολλές από τις δυνατότητες τοποθέτησης του Icy Dock EZConvert MB703M2P-B στη θήκη του υπολογιστή και ειδικά σε διάφορα trays θα χαθούν, αλλά είναι καλό να υπάρχει η επιλογή. Το άνοιγμα είναι εύκολο και η συσκευή χωρίζει στο επάνω μέρος, που είναι απλά ένα καπάκι, και στο κάτω μέρος που περιέχει όλη την ουσία, δηλαδή το βάση στήριξης του drive, τα βύσματα και τα ηλεκτρονικά. Ο μηχανισμός τοποθέτησης και συγκράτησης του M.2 SATA SSD Drive εντός του Icy Dock EZConvert MB703M2P-B είναι ρυθμιζόμενος για όλα τα διαφορετικά μήκη στα οποία κυκλοφορούν τα εν λόγω drives και δεν απαιτεί τη χρήση εργαλείων. Τα υποστηριζόμενα μήκη για τα M.2 SATA SSD drives είναι 80mm, 60mm, 42mm και 30mm. Πρέπει να γίνει σαφές ότι το Icy Dock EZConvert MB703M2P-B δεν είναι συμβατό με NVMe M.2 drives αλλά μόνο με SATA M.2 drives. Είναι σαφές από την παρακάτω εικόνα ότι ένα NVMe drive δε θα κούμπωνε καν στην υποδοχή. Η πλακέτα κρατείται στη θέση της μέσω πλαστικών clips, τα οποία χρειάστηκαν αρκετή πειθώ για να την απελευθερώσουν. Πρόκειται για μια σχετικά απλή πλακέτα, τις οποίας τα λίγα ηλεκτρονικά αποσκοπούν κυρίως στην αποφυγή αντανακλάσεων των υψίσυχνων σημάτων του SATA μεταξύ των βυσμάτων. Χαρακτηριστικά Ο παρακάτω πίνακας περιλαμβάνει τα βασικά χαρακτηριστικά του Icy Dock EZConvert MB703M2P-B. Λειτουργία Η λειτουργία του Icy Dock EZConvert MB703M2P-B είναι απλή. Πρόκειται εξ' άλλου για ένα πλαστικό κουτί που έχει ακριβώς τις διαστάσεις ενός drive 2,5" καθώς και συνδέσεις SATA και Power SATA, ακριβώς στο ίδιο σημείο. Αξίζει να σημειωθεί ότι το ύψος του Icy Dock EZConvert MB703M2P-B είναι 9,5mm, κάτι που το κάνει συμβατό με τις περισσότερες υποδοχές για 2,5" SATA drive, αλλά όχι με αυτές που απαιτούν ultra slim drives των 7mm. Η λειτουργία που επιτελεί είναι η μετατροπή κάθε M.2 SATA SSD drive σε 2.5" SATA SSD Drive. Το πανομοιότυπο σχήμα και μέγεθος, επιτρέπει τη χρήση του Icy Dock EZConvert MB703M2P-B με κάθε τρόπο που μπορεί να χρησιμοποιηθεί ένα 2.5" SATA SSD drive (σε hot swap υποδοχές, drive cages, USB adapters etc.). Για τη σύνδεση του Icy Dock EZConvert MB703M2P-B μπορεί να χρησιμοποιηθούν τόσο απλά βύσματα SATA και Power SATA, όσο και βύσματα με clip κλειδώματος. Εφ' όσον δεν πραγματοποιείται κάποια μετατροπή πρωτοκόλλου, το Icy Dock EZConvert MB703M2P-B παρέχει την πλήρη ταχύτητα του SATA. Ο σχεδιασμός του Icy Dock EZConvert MB703M2P-B και κυρίως η διάτρηση του πάνω και κάτω μέρους, συνεπικουρούν στην παθητική ψύξη του drive, αν και μια μεταλλική κατασκευή θα μετέτρεπε εύκολα όλη τη συσκευή σε ψήκτρα. Σε περίπτωση που θεωρηθεί απαραίτητο, τμήμα του κάτω μέρους μπορεί εύκολα να κοπεί με ψαλίδι, ώστε να είναι εφικτή η εγκατάσταση μεταλλικής ψήκτρας στο drive. Καθώς η ψήκτρα θα περισσεύει εκτός του Icy Dock EZConvert MB703M2P-B, η συμβατότητα με κάθε υποδοχή για drive 2,5", χάνεται. Επίλογος Το Icy Dock EZConvert MB703M2P-B είναι μια απλή και λειτουργική συσκευή, που επιτρέπει σε οποιοδήποτε M.2 SATA SSD drive να τοποθετηθεί και να συνδεθεί σαν να ήταν ένα 2,5" SATA drive. Η ποιοτική κατασκευή του και ο απλός, χωρίς εργαλεία τρόπος λειτουργίας του εξασφαλίζουν τη θετική εμπειρία χρήσης. Ο διάτρητος σχεδιασμός συνεπικουρεί στην παθητική ψύξη του drive και η δυνατότητα μετατροπής του Icy Dock EZConvert MB703M2P-B, ώστε να επιτρέπει τη χρήση μεταλλικής ψήκτρας για Μ.2 drives, δείχνουν ότι όλα έχουν μελετηθεί από τους μηχανικούς της Icy Dock. Το Icy Dock EZConvert MB703M2P-B δεν έχει κυκλοφορήσει ακόμα στην Ελληνική αγορά και δεν μπορέσαμε να το εντοπίσουμε ούτε σε κάποιο από τα μεγάλα ευρωπαϊκά καταστήματα, για να δούμε την τιμή του. Η επίσημη τιμή που πήραμε από την κατασκευάστρια εταιρία για την αγορά της Ελλάδας είναι 10,06 ευρώ, χωρίς τον ΦΠΑ. Δηλαδή, ουσιαστικά, γύρω στα 12,48 ευρώ με τον ΦΠΑ. Η τιμή είναι λογική για την ποιότητα και τις ευκολίες που προσφέρει η συσκευή. Ας συνοψίσουμε τα πλεονεκτήματα και τα μειονεκτήματα του : Πλεονεκτήματα+ Υψηλή ποιότητα υλικών και κατασκευής+ Δυνατότητα τοποθέτησης M.2 SATA SSD drive μήκους από 32mm έως 80mm+ Εισαγωγή - εξαγωγή του M.2 drive χωρίς τη χρήση εργαλείων + Συμβατότητα με κάθε υποδοχή και εφαρμογή για 2,5" SATA SSD drives + Δυνατότητα μετατροπής ώστε να μπορεί να χρησιμοποιηθεί μεταλλική ψήκτρα στο M.2 SATA drive + Λειτουργικότητα και αξιοπιστία Μειονεκτήματα- Θα ήταν προτιμότερο οι υποδοχές για τις βίδες στήριξης στη θήκη του υπολογιστή να είχαν μεταλλικά ένθετα - Θα ήταν προτιμότερο η κατασκευή να ήταν μεταλλική για μεγαλύτερη αντοχή και καλύτερη απαγωγή της θερμότητας Με βάση τα παραπάνω, η συνολική βαθμολογία του Icy Dock EZConvert MB703M2P-B είναι:  theLAB.gr Ευχαριστούμε θερμά την Icy Dock για την παραχώρηση του δείγματος της δοκιμής Πολύμερος Αχανιώτης 4/3/2019
  13. Πρόλογος Άλλο ένα κουτί με tempered glass side panel μας έρχεται από την Corsair, στη μικρομεσαία οικονομικά αυτή τη φορά κατηγορία, με μινιμαλιστικό σχεδιασμό και τη γνωστή απαράμιλλη ποιότητα του οίκου. Πρόκειται για το Gaming Mid-Tower Corsair Carbide 275R στα 84.90€, σύμφωνα με την προτεινόμενη τιμή, σε λευκό ή μαύρο χρώμα. Πολύ ενδιαφέρουσα πρόταση για όσους θέλουν να αναδείξουν το περιεχόμενο του συστήματός τους σχετικά οικονομικά, αλλά χωρίς να κάνουν ιδιαίτερες εκπτώσεις σε ποιότητα και εξαερισμό. Εδώ θα ήθελα να αναφέρω ότι υπάρχει και η δυνατότητα επιλογής συνθετικού “edge-to-edge windowed side panel” στα 74.90€ Χαρακτηριστικά Στην παρακάτω φωτογραφία βλέπουμε τα χαρακτηριστικά όπως αυτά εμφανίζονται στη σελίδα του κατασκευαστή, αλλά και μια πολύ κατατοπιστική εικόνα με τις δυνατές επιλογές τοποθέτησης ανεμιστήρων ή/και ψυγείων. Να σημειώσω εδώ ότι οι θέσεις των 2,5” δίσκων είναι δύο ή τέσσερις, όπως θα δούμε παρακάτω αναλυτικότερα, και όχι τρεις όπως αναγράφεται στη σελίδα του κατασκευαστή. Συσκευασία και περιεχόμενα Ανοίγοντας το κλασικό καφέ χαρτόκουτο αντικρίζουμε το Corsair Carbide 275R να περιβάλλεται από δύο χοντρά κομμάτια ποιοτικού αφρώδους υλικού που εξασφαλίζουν την ασφαλή μετακίνησή του. Επιπρόσθετα υπάρχει και ένα ακόμα μπροστά από το τζάμι, για να καλύψει το κενό ανάμεσα στα περιφερειακά. Το πακέτο περιλαμβάνει τις απαραίτητες βίδες, ένα βιβλιαράκι, μερικά δεματικά αλλά και ένα κλειδί allen, μοναδικό τρόπο αφαίρεσης του πλαϊνού τζαμιού. Αυτά θα τα βρούμε στη θέση των 3.5” δίσκων στο κάτω μέρος του κουτιού μέσα σε ένα χάρτινο κουτί, αφού αφαιρέσουμε το μεταλλικό παράθυρο της πλάτης, το μόνο που μας δίνει πρόσβαση εκεί. Εξωτερικό Μέρος Το Corsair Carbide 275R είναι ένα απλό, λιτό Mid-Tower με όμορφες γραμμές και έξυπνες πινελιές. Όπως ήταν αναμενόμενο το πρώτο πράγμα που τραβάει το μάτι είναι το τεράστιο πλαϊνό φιμέ τζάμι με το μαύρο πλαίσιο, προκαλώντας σε να δεις μέσα από αυτό ακόμα και το άδειο προς το παρόν κουτί. Σε αυτό συμβάλουν τόσο η λιτή εξωτερική εμφάνιση όσο και κάποιες μαύρες λεπτομέρειες στο εσωτερικό. Λεπτομέρειες που δεν ξέρω αν βρέθηκαν εκεί απλά για λόγους περιορισμού της πολυπλοκότητας της παραγωγής ή εξ επί τούτου, μην ξεχνάμε ότι βγαίνει και σε total black, επιτυγχάνουν παρόλα αυτά ένα εντυπωσιακό αποτέλεσμα στο λευκό σύνολο, ειδικά αν τις συνδυάσει κανείς με ανάλογου χρωματισμού hardware. Και προσέξτε, σας το λέει αυτό ένας υποστηρικτής του ότι το "φωτεινότερο" χρώμα είναι το σκούρο μολυβί. Στην απέναντί πλευρά υπάρχει ένα απλό μεταλλικό λευκό πλαϊνό με άψογη εφαρμογή και δυο χειρόβιδες για τη στερέωσή του, φτιαγμένες έξυπνα για να μη φεύγουν από πάνω του, πολύ βολικό! Επάνω δεσπόζει διακριτικά ένα μεγάλο, λεπτό, μαγνητικό φίλτρο, καλύπτοντας τις εισόδους αέρα και τους διαδρόμους τοποθέτησης των βιδών των εξαρτημάτων που πιθανόν να προσθέσει ο ιδιοκτήτης του. Στο επάνω μπροστά μέρος θα βρούμε και το κλασικό I/O panel με τους δυο γνωστούς μας διακόπτες power και reset, είσοδο και έξοδο ήχου και δύο θύρες USB 3.0 τύπου Α, διακριτικά και καλαίσθητα δεμένα αρμονικά με το σύνολο. Στο πάτωμα ξεχωρίζουν τέσσερα μεγάλα ασημί, στρογγυλά, πλαστικά ποδαράκια, με μαύρες λαστιχένιες αντιολισθητικές βάσεις, που αν δεν τα επεξεργαστείς από κοντά θα έβαζες στοίχημα ότι είναι μεταλλικά, προσδίδοντας στην ποιοτική εικόνα του σύνολο χωρίς να ξενίζουν χρωματικά. Στο πάτωμα υπάρχει και ένα αρκετά πυκνό φίλτρο, πράγμα πολύ θετικό μια και βρίσκετε στο σημείο που τραβάει την περισσότερη σκόνη, το ότι είναι και συρταρωτό το κάνει εξαιρετικά βολικό στο καθάρισμα χωρίς να χρειάζεται να μετακινήσουμε τίποτα. Πίσω η εικόνα είναι η γνωστή, αλλά και πάλι εντυπωσιάζει με τη διχρωμία της. Από επάνω προς τα κάτω υπάρχουν: Η τρύπα για το λαμάκι των I/O της μητρικής και δίπλα της ο μαύρος προεγκατεστημένος ανεμιστήρας 120x120mm , με τις βίδες του σε οβάλ τρύπες για να μπορούμε να τον μετακινήσουμε καθ’ ύψος. Επτά μαύρες διάτρητες καλύπτρες για αντίστοιχες οριζόντιες υποδοχές καρτών επέκτασης της μητρικής αλλά και δύο ακόμα κάθετες όμοιες υποδοχές, μπροστά από αυτές, καλυμμένες με λευκές λάμες. Υποθέτω για να μπορεί να υποστηρίξει την τρέχουσα μόδα που θέλει την τοποθέτηση της κάρτας γραφικών κάθετα σε περίοπτη θέση προς επίδειξη. Αντάπτορας για αυτό δεν περιλαμβάνεται αλλά μην έχουμε και τέτοιες απαιτήσεις σε αυτή την τιμή. Και τέλος η θέση του τροφοδοτικού με δυνατότητα τοποθέτησης του ανεμιστήρα είτε προς τα κάτω είτε προς τα επάνω, και με διάτρητη πρόβλεψη στο εσωτερικό για αυτό. Ομολογώ βέβαια ότι δεν κατάλαβα ποτέ γιατί να θέλει να βάλει κανείς το τροφοδοτικό ανάποδα. Τελευταίο από τα εξωτερικά άφησα το μπροστινό, όχι τυχαία. Αρχικά δεν φαντάζει ιδιαίτερο, αντίθετα δείχνει απλό με πλαϊνές καμπύλες που φαίνεται να αγκαλιάζουν την κατασκευή, αφήνοντας όμως και την απαραίτητη απόσταση εκατέρωθεν για την εισαγωγή αέρα. Αν δε ο φωτισμός του χώρου δεν είναι επαρκής το χρώμα του δείχνει να διαφέρει κάπως από το εντυπωσιακό γαλακτερό του υπόλοιπου. Τα μόνα ευδιάκριτα είναι το σήμα της εταιρίας στο κάτω μέρος, πετυχαίνοντας με μέγεθος και απόχρωση να μην ξενίσει επάνω στον απέραντο λευκό καμβά, και η εσοχή, ακριβώς από κάτω του, που μοιάσει χερούλι για να το ξεκουμπώνουμε. Στην αμέσως επόμενη επαφή η εικόνα αλλάζει. Τώρα ερχόμαστε αντιμέτωποι με λεπτά ανάγλυφα κάθετα νερά, σαν από βούρτσα, δίνοντας μια ξεκάθαρη αίσθηση ξύλου στο στιβαρό ποιοτικό πλαστικό συμβάλλοντας στην γενικότερη αίσθηση πολυτέλειας. Η εσοχή εφοδιασμένη με μεγάλες αδιόρατες τρύπες στο επάνω εσωτερικό της αφήνει να φανεί ο γαλάζιος φωτισμός κρυμμένος ακριβώς από πίσω της. Τελικά δεν ήταν χερούλι είχε ακόμα καλύτερο ρόλο. Εσωτερικό Μέρος Ξεκινάμε να αφαιρέσουμε το τζάμι, και ερχόμαστε αντιμέτωποι με το πρώτο, ίσως και μοναδικό, αρνητικό σημείο. Η αφαίρεση του χοντρού, σκληρού, και ως εκ τούτου και βαριού, tempered glass side panel θα πρέπει να γίνεται με κάποια σχετική προσοχή, για να μη μας πέσει, μιας και δεν στηρίζεται πουθενά εκτός από τις τέσσερις αλενόβιδες στις τέσσερις γωνίες του, που στον βωμό της διακριτικότητας και τις καλαισθησίας θυσιάζουν την ευχρηστία. Προσοχή χρειάζεται και στις τέσσερις λαστιχένιες φλάντζες, τοποθετημένες επάνω στις τρύπες του τζαμιού, αν και αποτελεσματικότατες στους κραδασμούς έχουν την τάση να πέφτουν κατά την αφαίρεση. Αντίστοιχα δύσκολή είναι και η τοποθέτησή του, και με μάλλον καμία ελπίδα αποφυγής δακτυλικών αποτυπωμάτων επάνω του. Προβλέπω όμως ότι με τόσα φίλτρα παντού δεν θα είναι συχνά απαιτητή αυτή η διαδικασία. Σχετικά εύκολα και απροβλημάτιστα αφαιρείται το μπροστινό, αρκεί να φέρει κανείς κόντρα στο κενό ανάμεσα σε αυτό και το σασί κοντά στα τέσσερα άκρα, διαφορετικά δίνεται η εντύπωση ότι είναι στιβαρά κολλημένο επάνω στο σασί και η προσπάθεια αφαίρεσης θα προκαλέσει ζημιά. Αντίθετα, η τοποθέτησή του είναι εύκολη, και οι τρύπες οδηγοί των στηριγμάτων διευκολύνουν για να γίνει με σχεδόν κλειστά μάτια, αρκεί να πιέσουμε στις γωνίες. Πίσω του, καλύπτοντας όλη την πρόσοψη βρίσκεται ένα μακρύ, πυκνό φίλτρο, τοποθετημένο σε δυο υποδοχές κάτω και τέσσερα δυνατά μαγνητάκια στη μέση και τις δύο επάνω γωνίες, αυτό προσθαφαιρείται άνετα. Και πίσω από αυτό τρεις μεγάλες τετράγωνες τρύπες, για τους ανεμιστήρες ή και τα ψυγεία, με δυνατότητα στήριξης σε όποιο σχεδόν ύψος μας βολεύει, χάριν στους «διαδρόμους» για τις βίδες, στη δε μεσαία θέση υπάρχει ένας ήδη τοποθετημένος ανεμιστήρας 120x120mm. Περνώντας στο εσωτερικό ερχόμαστε αντιμέτωποι με την ευχάριστη άνεση που έχουν όλα τα κουτιά χωρίς υποδοχές για συσκευές 5,25”, προσωπικά δεν μου λείπουν καιρό τώρα. Ευχάριστα οπτικά τα μαύρα λαστιχένια grommets των σημείων διέλευσης καλωδίων, που λείπουν από κουτιά αρκετά ακριβότερα. Όμορφη αντίθεση κάνουν και οι μαύρες διάτρητες λάμες κάλυψης των θέσεων για τις κάρτες επέκτασης αλλά και οι μαύροι ανεμιστήρες 120x120 mm, ένας για πίσω και ένας για εμπρός. Τα καλώδια για την I/O περνούν διακριτικά προς το πίσω μέρος από μια τρύπα χωρίς φλάντζα αλλά μην το παρακάνουμε κιόλας με τέτοιες απαιτήσεις. Τέλος ξεχωρίζουν το τεράστιο άνοιγμα για την απρόσκοπτη προσθαφαίρεση της ψύκτρα της CPU, χωρίς να χρειαστεί να αφαιρέσουμε τη μητρική, και η μονοκόμματη μη αφαιρούμενη γωνιακή λαμαρίνα, που καλύπτει από το πίσω έως σχεδόν το μπροστινό κάτω μέρος. Η τελευταία κρύβει τροφοδοτικό και δίσκους 3,5” ομοιόμορφα, αφήνοντας όμως παράλληλα χώρο για τοποθέτηση ανεμιστήρα ή/και ψυγείου στο μπροστινό μέρος, αλλά και διέλευση καλωδίων και διακριτικό εξαερισμό επάνω από το τροφοδοτικό, συμβάλλοντας απαράμιλλα στη γενικότερη εμφάνιση. Δείγματα που μας κάνουν να ευελπιστούμε σε πολύ καλό αποτέλεσμα. Στην πίσω πλευρά τώρα και από κάτω δεξιά προς τα πάνω αριστερά αυτή τη φορά. Τεράστιος σε μήκος ο χώρος του τροφοδοτικού, προβλέπω να κρύβω και καλώδια εκεί, εξοπλισμένος με τέσσερις λαστιχένιες αντικραδασμικές βάσεις και διάτρητος πάνω - κάτω μας επιτρέπει να το τοποθετήσουμε όπως θέλουμε, προσωπικά επιμένω τον αερισμό του προς τα κάτω. Τρύπα με φλάντζα διέλευσης ακριβώς μπροστά και επάνω από την έξοδο των καλωδίων του και στη συνέχεια οι θέσεις των 3,5” δίσκων, κλασικές πλαστικές tool-free αφαιρούμενες, και χώρος μπροστά από αυτές, υποθέτω για διέλευση αέρα προς αυτές. Αφαιρούμενη αλλά όχι μετακινούμενη είναι και η μεταλλική βάση, να την μετακινήσει πάλι κανείς, δεν βλέπω γιατί είναι απαραίτητο. Στο συγκεκριμένο σημείο παρατηρώ ότι ενώ η πρόβλεψη εισόδου αέρα προς αυτούς δεν είναι κακή, οι δίοδοι εξόδου υπάρχουν μεν, προς τα πίσω και επάνω από το τροφοδοτικό, είναι όμως πολύ περιορισμένες από εμπόδια όπως τα καλώδια και το τροφοδοτικό, και στέλνουν και τον ζεστό αέρα μέσα στο σύστημα. Ακριβώς επάνω από το τροφοδοτικό βλέπουμε δυο βάσεις για δίσκους 2,5” με χειρόβιδα αφαίρεσης, αλλά δυστυχώς χωρίς αντικραδασμικά, μάλλον πρόβλεψη μόνο για SSD, χωρίς όμως να μας απαγορεύει κανείς και τη χρήση μηχανικού δίσκου, εκτός ίσως από το μικρό βάθος και την παντελή έλλειψη αερισμού στο σημείο. Από πάνω ακριβώς, την τρύπα πρόσβασης στην πλάτη της μητρικής, και γύρω γύρω παντού θέσεις για δεματικά. Αριστερά τώρα, η έκπληξη. Στον κενό αυτό φαινομενικά χώρο υπάρχουν σαφείς υποδοχές τοποθέτησης δύο 2,5” δίσκων χωρίς αντικραδασμικά, με δύσκολη τοποθέτηση γιατί θα πρέπει να περάσετε τις βίδες από την άλλη μεριά τις λαμαρίνας, πολύ διακριτικές αλλά σαφείς, αν συνυπολογίσουμε και τις δύο που προαναφέραμε το όλο τέσσερις, στις προδιαγραφές αναφέρονται τρεις, η επιλογή … δική σας. Προσωπικά, αν χρειαζόμουν να τοποθετήσω μηχανικούς δίσκους εκεί, θα έβαζα λαστιχένιες ροδέλες στις βίδες και στο δίσκο και όλα καλά. Το βάθος του συνόλου είναι από 1,5cm, στις προβλεπόμενες με αφαιρούμενη βάση θέσεις για δίσκους, έως και 2cm στις μη. Οριακό και χωρίς εξαερισμό, αλλά αν βάλετε SSD, ΟΚ. Θα το ήθελα πιο βαθύ πάντως έστω και με μείωση του χώρου μπροστά, υπάρχουν περιθώρια. Εγκατάσταση Συστήματος Αυτή τη φορά λέω να ξεκινήσω από την πλάτη. Κοιτάξτε τι χώρεσε ανάμεσα στο τροφοδοτικό και τους δίσκους … άνετα … Και προσέξτε αποτέλεσμα και με τους τέσσερις, θεωρητικά προβλεπόμενους, δίσκους. Πίσω μαζεμένα, τακτοποιημένα και δεμένα, και μπροστά … τίποτα! Όλα σχεδόν εξαφανισμένα! Θέσεις για δεματικά παντού, και τρύπες για να βγει το κάθε καλώδιο ακριβώς στη θέση του! Και το χοντρό καλώδιο τροφοδοσίας της μητρικής, με ένα έξτρα για τον μπροστινό ανεμιστήρα, και το λεπτό επάνω αριστερά από την CPU, και της κάρτας γραφικών, και τα data των δίσκων και οι I/O και ότι άλλο θέλουμε και τίποτα δεν φαίνεται. Και άνεση και εμφάνιση. Η δε προσθαφαίρεση των δίσκων απροβλημάτιστη ανά πάσα στιγμή. Εντάξει, οι 2,5” θέλουν και βίδες για να μπουν στη βάση τους, αλλά δεν το λες και πρόβλημα. Το σύστημα της δοκιμής αναφέρεται παρακάτω. Εδώ θα δείτε τρεις εικόνες με το σύστημα της δοκιμής μας και την τελική του εμφάνιση εμπρός και πίσω. Τι χωράει στο εσωτερικό Από δίσκους αρκετά, από οπτικά τίποτα, από ψυκτικά πάλι … πολλά, για να μην σας κουράζω με αναλύσεις σας δίνω τις αποστάσεις και τις εναλλακτικές στους παρακάτω πίνακες. Μετρήσεις θερμοκρασιών, θορύβου και "στατικής" πίεσης Αναλυτικά παραθέτω τον τρόπο μέτρησης: Το στρεσάρισμα του επεξεργαστή έγινε για 15 λεπτά με το OCCT ver. 4.4.2, ρυθμισμένο σε CPU:LINPACK. To στρεσάρισμα της κάρτας γραφικών έγινε με το Furmark ver. 1.20.0.1 για 5 λεπτά, σε ανάλυση 1280x720 και με επιλογές στα Options, Dynamic Backround και Burn in, ενώ το anti-aliasing έμεινε στο off. Ο επεξεργαστής και η κάρτα γραφικών βρίσκονταν στις εργοστασιακές συχνότητες. H ελάχιστη θερμοκρασία των σκληρών δίσκων λήφθηκε μετά από τη λειτουργία του συστήματος σε κατάσταση ηρεμίας για μισή ώρα. Τέλος η θερμοκρασία δωματίου κατά την διάρκεια των τεστ ήταν στους 24°C Ανέλπιστα απογοητευτικές ήταν, δυστυχώς, οι μετρήσεις των θερμοκρασιών. Παντού βρέθηκε κάτω του μέσου όρου έως και προς το τέλος της λίστας σύγκρισης. Ευτυχώς δεν εντάθηκε το φαινόμενο κατά το overclock, το οποίο κατάφερε να φέρει εις πέρας οριακά. Θα προσέξετε ότι υπάρχουν δύο μετρήσεις στη λίστα των δίσκων, η Fan1 είναι με τοποθετημένο τον ανεμιστήρα στη μέση του μπροστινού μέρους όπως ακριβώς το παρέλαβα, η δε Fan2 με μετακινημένο προς τα κάτω, εμπρός ακριβώς από τους δίσκους 3,5”. Η διαφορά στο αποτέλεσμα μιλάει από μόνη της, από 7C βαθμούς στο στρεσάρισμα έως και 9C στο χαλαρό. Εξ ου και η απόφαση να παραμείνει έτσι σε κάθε περίπτωση. Πιστεύω ότι εμπλουτίζοντας το ψυκτικό περιεχόμενο η απόδοση θα αλλάξει. Περιθώρια υπάρχουν. Αντίθετα τα αποτελέσματα θορύβου ήταν πολύ ευχάριστα, και στα χαρτιά, και στο αυτί. Σχεδόν τίποτα στο χαλαρό και στην πίεση ικανοποιητικότατα. Οι παρακάτω πίνακες θα σας βοηθήσουν να πάρετε μια πολύ καλή εικόνα σε κάθε περίπτωση. Να σημειώσω ότι στα διαγράμματα η ταξινόμηση έγινε με βάση πρωτίστως την θερμοκρασία σε idle και δευτερευόντως σε load. Εργοστασιακή συχνότητα Υπερχρονισμός Στατική Πίεση Οριακά αρνητική ήταν η μέτρησή μας, πράγμα λογικό μια και υπάρχουν σαφώς μεγαλύτερα εμπόδια στη είσοδο του αέρα στο εμπρός μέρος, όπου και βρίσκεται ο ανεμιστήρας εισαγωγής, σε σχέση με την ανεμπόδιστη ροή του όμοιού του πίσω. Βοήθεια στο όλο η μεγάλη επάνω διάτρητη επιφάνεια με το πυκνό φίλτρο. Αυτό όμως μπορεί να αλλάξει προς κάθε κατεύθυνση ανάλογα με τις τελικές μεταβολές και προσθήκες του κατόχου του. Μέτρηση Θορύβου Τι να περιγράψω, η εικόνα μιλάει. Στο idle πρέπει να στήσεις αυτί για να ακούσεις κάτι και στο Load ο ανεμιστήρας της CPU διακριτικά σε ενημερώνει ότι κάτι παίζει. Εγκατάσταση Υδρόψυξης Επέλεξα τη συγκεκριμένη διάταξη ως ενδεικτικότερη των δυνατοτήτων του κουτιού. Έτσι μπορεί ο καθένας να υπολογίσει πώς θα τον εξυπηρετούσε καλύτερα να τοποθετήσει τον εξοπλισμό της επιλογής του, αλλά και να πάρει μια γεύση από το πώς περίπου θα είναι το τελικό αποτέλεσμα. Το πακέτο αποτελείται από δύο ψυγεία 120 x 240, πάχους τριών εκατοστών, ένα για το εμπρός και ένα για το επάνω μέρος του κουτιού, με τους ανεμιστήρες τους, σχεδόν, και δύο επιπλέον ανεμιστήρες, αυτούς που συμπεριλαμβάνει ο κατασκευαστής. Στην Τρίτη κατά σειρά φωτογραφία θα δείτε και μια, επιτυχή μεν προσπάθεια τοποθέτησης ψυγείου 120 x 360, απορριπτέα όμως διότι δεν χωράει ανεμιστήρα στο κάτω μέρος, πράγμα το οποίο με έκανε να προτιμήσω μικρότερο ψυγείο και να τοποθετήσω στο υπόλοιπο ανεμιστήρα για τους δίσκους 3,5”, από τις μετρήσεις θερμοκρασιών παρακάτω θα δείτε και τη διαφορά. Αναλυτικότερα: Παραμένει ο πίσω ανεμιστήρας 120 x 120 πίσω για έξοδο του αέρα, θα μπορούσε κανείς να προσθέσει και εκεί ένα ψυγείο ανάμεσα σε αυτόν και το κουτί, χώρος υπάρχει, αλλά το θεωρώ υπερβολή και προτιμώ να διώχνω κάπως τον ζεστό αέρα από μέσα. Επάνω έβαλα ένα ψυγείο 120 x 240, με ένα μόνο ανεμιστήρα όμως στη δική μας περίπτωση εξαιτίας της θέσης των μνημών. Αυτό εξαρτάται από την διάταξη της μητρικής και το ύψος των μνημών οπότε με κάτι διαφορετικό θα χωρούσε και δεύτερο. Στη δεύτερη φωτογραφία θα καταλάβετε και το γιατί. Ενδεχομένως εκεί ένα μικρότερο ψυγείο και στο υπόλοιπο μόνο ανεμιστήρας να ήταν προτιμότερο για τον αερισμό. Μπροστά τέλος χωράει άνετα ένα ψυγείο 120 x 240 με τους δύο ανεμιστήρες του και ένας ακόμα, ο συμπεριλαμβανόμενος στο πακέτο, μετακινημένος από την αρχική του θέση για να μας αερίσει τους δίσκους 3,5”. Ακριβώς μπροστά από το ψυγείο μου ταίριαξε ωραιότατα και το δοχείο υγρού με τον κυκλοφορητή του. Χρησιμοποίησα και τις τρύπες στήριξης των αμφιλεγόμενων θέσεων για τους δύο έξτρα δίσκους των 2,5”, ούτε παραγγελία για τις βάσεις του. Νομίζω ότι το αποτέλεσμα με δικαιώνει. Απολογισμός Για μία ακόμα φορά η Corsair με το Corsair Carbide 275R μας εντυπωσιάζει με την προσεγμένη ποιότητα και την προσοχή στις λεπτομέρειες που συνηθίζονται σε πολύ ακριβότερες κατασκευές. Παρότι πρόκειται για ένα λιτό εμφανισιακά, κουτί της μικρομεσαίας οικονομικά κατηγορίας, ειδικά συμπεριλαμβανομένου και του Tempered Glass, ξεχωρίζει με την πρώτη ματιά τραβώντας σε να το εξετάσεις ενδελεχέστερα, ειδικά στη λευκή εκδοχή του. Το φιμέ τζάμι σε προκαλεί να δεις το περιεχόμενο και η καλή εσωτερική δομή σου επιτρέπει να στήσεις το τελευταίο εντυπωσιακά. Όπως έχω προαναφέρει, η έλλειψη θέσεων συσκευών 5,25” δεν με προβληματίζει, αντιθέτως προσθέτει εσωτερική άνεση μειώνοντας την απαίτηση για αύξηση των εξωτερικών διαστάσεων. Οι επιλογές τοποθέτησης δίσκων δεν είναι καθόλου κακές με μόνο αρνητικό τον εξαερισμό τους και ιδιαίτερα αυτών των 2,5” . Το Tempered Glass τώρα, παχύ, σκληρό, βαρύ και σχετικά δύσκολο στην προσθαφαίρεση. Χαλάλι όμως γιατί προσθέτει στην αισθητική. Συνοπτικά, είναι ένα κουτί που σίγουρα θα πρότεινα, αν οι τεχνικές λεπτομέρειες καλύπτουν τον κάτοχό του. Πολύ καλή ποιότητα βαφής και κατασκευής. Εντυπωσιακό το λευκό κουτί συνολικά σαν εικόνα. Tempered Glass. Χαμηλά επίπεδα θορύβου. Πολύ καλό Cable management με grommets στις διελεύσεις. Δυνατότητα εγκατάστασης σχεδόν οποιασδήποτε κάρτας γραφικών και ψύκτρας επεξεργαστή. Μεγάλο CPU cut out. Αρκετές θέσεις για ανεμιστήρες ή/και ψυγεία. Αντικραδασμική βάση για το τροφοδοτικό. Αρκετά καλά φίλτρα παντού, εύκολα προσθαφαιρούμενα. Modular σχεδίαση για τους σκληρών δίσκων 3,5” και 2,5”. Όχι καλές επιδόσεις στην εργοστασιακή διάταξη του κουτιού, ειδικά για τους δίσκους. Κακός αερισμός στους δίσκους 3,5” και παντελής έλλειψη στους 2,5”. Έλλειψη αντικραδασμικού στους δίσκους 3,5” και 2,5”. Δύσκολη προσθαφαίρεση του tempered Glass Με βάση όλα τα παραπάνω, η βαθμολογία του Corsair Carbide 275R είναι:  theLAB.gr Ευχαριστούμε θερμά την Corsair για την παραχώρηση του δείγματος της δοκιμής. alfasif, 09/07/2018
  14. Εισαγωγή Πριν 3 χρόνια είχαμε παρουσιάσει μια εξαιρετική συσκευή της Icy Dock, το Icy Dock DuoSwap MB971SP-B, το οποίο επέτρεπε την εύκολη σύνδεση και εναλλαγή 2 drives, ενός 3.5" και ενός 2.5", ενώ έμοιαζε με ραδιοκασετόφωνο αυτοκινήτου της δεκαετίας του 70. Σήμερα σας παρουσιάζουμε τη νέα συσκευή της Icy Dock, το Icy Dock flexiDOCK MB795SP-B, το οποίο επιτελεί το ίδιο έργο, ενώ παράλληλα η εμφάνισή του έχει εκμοντερνιστεί, ακολουθώντας μινιμαλιστικά πρότυπα. Η απλοποίηση δεν εξαντλείται στην εμφάνιση, αλλά επεκτείνεται στο μηχανισμό εισαγωγής - εξαγωγής, που έχει απλοποιηθεί σε βαθμό σχεδόν εξαφάνισης. Αυτό, εκτός του ότι μειώνει σαφώς το κόστος παραγωγής, σημαίνει και αντίστοιχη ελάττωση των εξαρτημάτων που μπορεί να προκαλέσουν βλάβη στο μηχανισμό, συνεπώς μιλάμε για μια πιο αξιόπιστη συσκευή. Πάμε λοιπόν να δούμε τι κατάφεραν οι, κατά τεκμήριο πανέξυπνοι, μηχανικοί της Icy Dock και πώς το Icy Dock flexiDOCK MB795SP-B προσφέρει ευκολίες και μπορεί να να αυξήσει την παραγωγικότητα τεχνικών, μηχανικών αλλά και όλων των άλλων χρηστών που χρησιμοποιούν πολλά drives. Φωτογράφιση Το Icy Dock flexiDOCK MB795SP-B έρχεται σε ένα απλό χαρτονένιο κουτί που φέρει πληροφορίες για τις ιδιότητες και τα χαρακτηριστικά της συσκευής. Εντός της συσκευασίας, βρίσκουμε τη συσκευή και τα παρελκόμενά της, τυλιγμένα σε αεροπλάστ. Τα παρελκόμενα αποτελούνται από το εγχειρίδιο χρήσης και βίδες για τη στήριξη της συσκευής στο κουτί. Η ίδια η συσκευή είναι κατασκευασμένη από ποιοτικό πλαστικό και λαμαρίνα, με πολύ καλή συναρμογή. Στο εμπρός μέρος δεσπόζουν οι μεγάλες οπές για την εισαγωγή των drives και 2 απλοί διακόπτες και LEDs - η επιτομή της λειτουργικότητας. Πίσω, βλέπουμε 2 υποδοχές SATA, μία για κάθε drive, και μία υποδοχή Power Data, που τροφοδοτεί με ρεύμα τη συσκευή και τα 2 drives. Η μία υποδοχή SATA και η Power SATA είναι τοποθετημένες έτσι ώστε να μπορούν να χρησιμοποιηθούν τόσο ξεχωριστά βύσματα, όσο και ενιαίο. Σημασία στη λεπτομέρεια! Μπορούν να χρησιμοποιηθούν τόσο απλά βύσματα, όσο και βύσματα με μηχανισμό ασφάλισης της σύνδεσης. Στα πλαϊνά βλέπουμε 4 υποδοχές για βίδες σε κάθε πλευρά, για τη στήριξη του Icy Dock flexiDOCK MB795SP-B στο κουτί, με τη χρήση των βιδών που παρέχονται. Επίσης, σε κάθε πλαϊνό διακρίνουμε 3 βίδες που συγκρατούν το πάνω με το κάτω μέρος της συσκευής. Η αφαίρεση των τριών αυτών βιδών από κάθε πλευρά (συνολικά 6) καθώς και της μίας που βρίσκεται στο κέντρο του πίσω μέρους της επάνω πλευράς, επιτρέπει το διαχωρισμό του καλύμματος από λαμαρίνα από το πλαστικό κυρίως μέρος της συσκευής. Στο κάτω μέρος, διακρίνουμε 2 καπάκια που το καθένα συγκρατείται από 1 βίδα. Αυτά δίνουν πρόσβαση στα μικρά pcb που ενσωματώνουν τους διακόπτες και τα LEDs. Με την αφαίρεση των 7 βιδών που αναφέραμε παραπάνω, η συσκευή ανοίγει. Τα ηλεκτρονικά της συσκευή περιέχονται σε μια μικρή, μαύρη πλακέτα που ενώνεται με καλώδια με τις πλακέτες που φέρουν τους διακόπτες και τα LEDs στο εμπρός μέρος του Icy Dock flexiDOCK MB795SP-B. Το κάλυμμα της μεγάλης οπής για το drive 3.5" στο εμπρός μέρος, είναι απλό και η λειτουργία του βασίζεται στη βαρύτητα. Σίγουρος και απλός μηχανισμός, αλλά αν η συσκευή τοποθετηθεί κάθετα, δε θα λειτουργεί. Επίσης η οπή για το drive των 2.5" δεν καλύπτεται. Εδώ θα έλεγα ότι πλεονεκτεί ο πολυπλοκότερος μηχανισμός που είχε χρησιμοποιηθεί στο Icy Dock DuoSwap MB971SP-B. Το PCB του Icy Dock flexiDOCK MB795SP-B είναι απλό και ποιοτικό. Οι κολλήσεις είναι άριστης ποιότητας. Τα ηλεκτρονικά είναι λίγα και εξασφαλίζουν απλά τη λειτουργία των LEDs και την εξάλειψη των bouncebacks μεταξύ των βυσμάτων SATA, που μπορούν να προκαλέσουν τα υψίσυχνα σήματα λειτουργίας του πρωτοκόλλου. Η τοποθέτηση του drive των 2.5" είναι απλή. Απλά το εισάγουμε και πιέζουμε απαλά για να κουμπώσει το drive στο βύσμα. Ειδικά πλαστικά ελάσματα στα πλαϊνά οδηγούν το drive με ακρίβεια για να κουμπώσει στο βύσμα. Το drive περισσεύει αρκετά ώστε να μπορούμε να το πιάσουμε για να το βγάλουμε από τη συσκευή. Το drive των 3.5" εισάγεται με παρόμοιο τρόπο αλλά δεν περισσεύει. Υπάρχουν όμως ειδικά μελετημένες εσοχές στα πλαϊνά του drive για να μπορούμε να το πιάσουμε και να το τραβήξουμε έξω. Πολύ απλός και συνάμα άκρως αξιόπιστος μηχανισμός. Χαρακτηριστικά Ο παρακάτω πίνακας περιλαμβάνει τα βασικά χαρακτηριστικά του Icy Dock flexiDOCK MB795SP-B. Λειτουργία Η λειτουργία του Icy Dock flexiDOCK MB795SP-B είναι εξαιρετικά απλή και αξιόπιστη. Απλά εισάγουμε ένα drive 2.5" στο κάτω μέρος της συσκευής ή ένα drive 3.5" στο πάνω μέρος της συσκευής, ή και τα 2... ...και πιέζουμε προς τα μέσα μέχρι να κουμπώσουν στα αντίστοιχα βύσματα. Τόσο απλά, χωρίς βίδες, θήκες, εργαλεία κλπ. Τα drives θα βρούνε πάντα το σωστό σημείο για να κουμπώσουν ακριβώς στο βύσμα, καθώς ειδικά πλαστικά ελάσματα (που δεν γρατζουνάνε τα drives) τα οδηγούν με ακρίβεια. Η έξυπνη κατασκευή επιτρέπει τη χρήση drives κάθε ύψους, τόσο στην υποδοχή των 2.5" όσο και σε αυτή των 3.5". Μοναδικός περιορισμός είναι ότι κατά τη χρήση drive 2.5" ύψους άνω των 12.5mm, δηλαδή ουσιαστικά drive 15mm, δεν μπορεί να εισαχθεί drive 3.5". Η επάνω υποδοχή, των 3.5", διαθέτει πλαστικό κάλυμμα για να μην εισέρχεται σκόνη στη συσκευή όταν δεν υπάρχει drive σε αυτήν. Η κάτω υποδοχή όμως, των 2.5" δε διαθέτει κάλυμμα. Η αφαίρεση των drives γίνεται με απλή λαβή και τράβηγμα του κάθε drive. Η υποδοχή των 3.5" αφήνει κενά εκατέρωθεν του drive, ώστε να είναι εύκολη η λαβή. Το drive των 2.5" προεξέχει της συσκευής, οπότε η λαβή είναι επίσης πολύ εύκολη. Η συσκευή διαθέτει διακόπτες ενεργοποίησης / απενεργοποίησης του κάθε drive ξεχωριστά, οπότε μπορείτε να έχετε drives εντός της συσκευής, χωρίς να χρειάζεται να λειτουργούν συνέχεια. Διαθέτει επίσης και ενδεικτικά LEDs λειτουργίας, μπλε χρώματος. Η ψύξη είναι παθητική, οπότε όχι ιδιαίτερα αποδοτική, αλλά σίγουρα αθόρυβη. Το ανοιχτό εμπρός μέρος, οι πολλές γρίλιες στο πίσω αλλά και το κόψιμο στο επάνω μέρος του Icy Dock flexiDOCK MB795SP-B, εξασφαλίζουν τη μέγιστη δυνατή παθητική ψύξη. Επίλογος Στο δια ταύτα λοιπόν. Το Icy Dock flexiDOCK MB795SP-B είναι μια απλή, λειτουργική συσκευή, υψηλής ποιότητας και αξιοπιστίας, που επιτρέπει την άμεση και εύκολη εναλλαγή 2 drives στο σύστημά σας, χωρίς τη χρήση εργαλείων: Ενός των 3.5" και ενός των 2.5". Η έξυπνη σχεδίαση και ο απλούστατος μηχανισμός έχουν καταφέρει να κρατήσουν το κόστος χαμηλά και την αξιοπιστία ψηλά! Οι διακόπτες και τα LEDs λειτουργίας, ξεχωριστά για το κάθε drive, προσθέτουν λειτουργικότητα και ολοκληρώνουν ένα πολύ βολικό εργαλείο, για όποιον χρειάζεται να τοποθετεί διάφορα drives στο σύστημά του. Κατά το χρόνο συγγραφής του παρόντος review, δεν μπορέσαμε να βρούμε το Icy Dock flexiDOCK MB795SP-B σε κάποιο Ελληνικό κατάστημα, καθώς πρόκειται για καινούριο προϊόν. Στο Γερμανικό Amazon, κοστίζει 34,10 EUR, κάτι που θεωρώ πολύ καλό value for money, δεδομένης της ποιότητας, της λειτουργικότητας και της αξιοπιστίας της συσκευής. Ας συνοψίσουμε τα πλεονεκτήματα και τα μειονεκτήματα του Icy Dock flexiDOCK MB795SP-B: Πλεονεκτήματα+ Υψηλή ποιότητα υλικών και κατασκευής+ Ταυτόχρονη υποστήριξη ενός drive 2.5" και ενός 3.5"+ Ανεξάρτητα πλήκτρα on/off για κάθε drive+ Εισαγωγή - εξαγωγή drive χωρίς εργαλεία / βίδες / trays κλπ + Ενδεικτικά LEDs λειτουργίας και μεταφοράς δεδομένων για κάθε drive + Πορτάκι για περιορισμό της σκόνης + Λειτουργικότητα και αξιοπιστία Μειονεκτήματα- Θα ήταν προτιμότερο τα ενδεικτικά LEDs να μην έσβηναν στη συνεχή λειτουργία του drive Με βάση τα παραπάνω, η συνολική βαθμολογία του είναι:  theLAB.gr Ευχαριστούμε θερμά την Icy Dock για την παραχώρηση του δείγματος της δοκιμής Πολύμερος Αχανιώτης 25/2/2019
  15. Εισαγωγή Παραδοσιακά, τα φατνία 5,25" φιλοξενούσαν κάποιον τύπο Disk Drive, συνήθως DVD. Με την εξέλιξη της τεχνολογίας όμως, και τη σμίκρυνση των πάντων, ο χώρος φαντάζει πολύ μεγάλος για να χαραμίζεται σε αυτή μόνο τη λειτουργία. Και γιατί άλλωστε να έχουμε ένα DVD drive στο χώρο που μπορούμε να έχουμε ένα DVD drive και δύο SSD ή HDD; Η Icy Dock κάνει το παραπάνω εφικτό με τον καλύτερο δυνατό τρόπο μέσω του Icy Dock ExpressCage MB732SPO-B. Το Icy Dock ExpressCage MB732SPO-B είναι μια πολλαπλή υποδοχή που καταλαμβάνει το χώρο ενός φατνίου 5,25" και μπορεί να φιλοξενήσει ένα slim ή ultra slim Disk Drive (για laptop) καθώς και 2 SSD ή HDD 2,5". Οι 2 SSD / HDD είναι μάλιστα εύκολα και εν θερμώ εναλλάξιμοι (Hot Swap) χωρίς τη χρήση εργαλείων! Ακούγεται ενδιαφέρον; Ακολουθήστε μας σε αυτό το review για να δούμε τις έξυπνες λεπτομέρειες που σκαρφίστηκαν οι μηχανικοί της Icy Dock. Φωτογράφιση Όπως τα περισσότερα προϊόντα της Icy Dock, το Icy Dock ExpressCage MB732SPO-B έρχεται σε ένα απλό, καφέ, χαρτονένιο κουτί, πάνω στο οποίο αναγράφονται τα βασικά χαρακτηριστικά της συσκευής. Εντός, βρίσκουμε τη συσκευή και τα παρελκόμενα, προστατευμένα από αεροπλάστ. Στα παρελκόμενα δεσπόζει ένα κάλυμμα της θέσης του slim / ultra slim optical drive, για την περίπτωση που θα επιλέξει ο χρήστης να μην τοποθετήσει κάτι τέτοιο και να χρησιμοποιήσει τη συσκευή μόνο ως υποδοχή για 2 SSD / HDD. Υπάρχει επίσης ένα ειδικό καλώδιο που επιτρέπει την τροφοδοσία του slim / ultra slim optical drive από τα βύσματα τροφοδοσίας SATA ενός ATX τροφοδοτικού. Τέλος, υπάρχουν 3 τύποι από βίδες: για τη συγκράτηση του slim / ultra slim optical drive, για τη συγκράτηση των SSD / HDD και για την τοποθέτηση του Icy Dock ExpressCage MB732SPO-B στη θήκη του υπολογιστή. Το Icy Dock ExpressCage MB732SPO-B αποτελείται από μέταλλο και καλής ποιότητας πλαστικό. Ο σχεδιασμός του ακολουθεί τα μινιμαλιστικά πρότυπα της εταιρίας, παραμένοντας πάντα λειτουργικός. Τα πλαστικά trays φέρουν πλήκτρο στη δεξιά τους πλευρά, που απελευθερώνει το υπόλοιπο εμπρός μέρος του κάθε tray, το οποίο ανοίγει ως βραχίονας, ενώ παράλληλα το ξεκλειδώνει από την υποδοχή του. Έτσι, ο βραχίονας αποτελεί ιδανική λαβή για την εξαγωγή του tray. Στο κάτω μέρος του κάθε tray, υπάρχει LED λειτουργίας του SSD / HDD που περιέχει. Κάτω από κάθε tray, υπάρχει διακόπτης on / off. Τα πλαϊνά του Icy Dock ExpressCage MB732SPO-B έχουν υποδοχές για τις βίδες στήριξης της συσκευής στη θήκη του υπολογιστή. Στο επάνω μέρος διακρίνεται η υποδοχή για το optical drive. Στο πίσω μέρος, βλέπουμε 2 υποδοχές SATA, μία για κάθε SSD / HDD, ενώ μία υποδοχή Power SATA, τροφοδοτεί και τα 2 drives. Δεν υπάρχει τίποτα που να σχετίζεται στο optical drive, καθώς το πίσω μέρος του θα είναι εκτεθειμένο και οι συνδέσεις θα γίνουν απ' ευθείας πάνω στο ίδιο. Τα SDD / HDD trays είναι κατασκευασμένα από ποιοτικό πλαστικό, όπως είπαμε, με πολύ έξυπνο σχεδιασμό. Το ίδιο πλήκτρο απελευθερώνει το βραχίονα από τον οποίον μπορούμε να πιάσουμε το tray για να το βγάλουμε από τη συσκευή, ενώ παράλληλα ξεκλειδώνει το tray από τη συσκευή. Στο εμπρός μέρος του κάθε tray υπάρχουν 2 πλαστικές βίδες που μπαίνουν στις υποδοχές για βίδες στο κάτω μέρος του SSD / HDD. Καθώς είναι μικρότερης διαμέτρου, μπαίνουν απλά, χωρίς βίδωμα, αλλά όταν το tray τοποθετηθεί στην υποδοχή του και το drive στριμωχθεί ανάμεσα σε αυτές και τα βύσματα στο πίσω μέρος, οι βόλτες εφαρμόζουν και κρατάνε το drive σταθερά στη θέση του. Απλό και έξυπνο. Αν όμως κάποιος θέλει, επειδή για παράδειγμα μετακινεί πολύ τον υπολογιστή του και θέλει επιπλέον ασφάλεια (βλέπε είναι παρανοϊκός), μπορεί να βιδώσει το drive πάνω στο tray, χρησιμοποιώντας τις πίσω υποδοχές για βίδες στο κάτω μέρος του drive, μέσω των αντίστοιχων οπών στο tray. Ένα ακόμη ενδιαφέρον χαρακτηριστικό του tray, είναι το οπτικό κανάλι που διατρέχει τη μία πλευρά του από κάτω. Αυτό μεταφέρει το φως από το LED που βρίσκεται στην πραγματικότητα πάνω στην πλακέτα στο πίσω μέρος του Icy Dock ExpressCage MB732SPO-B και το κάνει να φαίνεται σαν το LED να είναι στο εμπρός μέρος του κάθε tray. Μαγικό! (not really, αλλά καλό.) Ας δούμε λοιπόν πώς φαίνεται ένας SSD τοποθετημένος πάνω στο tray. Με τα trays στο πλάι, βλέπουμε τώρα το κυρίως σώμα του Icy Dock ExpressCage MB732SPO-B. Είναι εμφανές ότι είναι ιδιαιτέρως διάτρητο, με σκοπό την επίτευξη της παθητικής ψύξης των HDDs που ενδεχομένως επιλεγεί να τοποθετηθούν εντός. Αποτελείται από 2 μέρη, εκ των οποίων το πάνω μέρος είναι κατασκευασμένο από μέταλλο και φέρει μια βίδα στο κέντρο της πίσω πλευράς και το κάτω μέρος είναι κατασκευασμένο από πλαστικό και φέρει από μία βίδα σε κάθε γωνία. Αφαιρούμε τις 5 αυτές βίδες και με λίγο δημιουργικό κούνημα για να ξεκουμπώσει ένα κλιπ στο κέντρο... ...χωρίζουμε το σώμα του Icy Dock ExpressCage MB732SPO-B στα δύο. Είναι εμφανές ότι το μεταλλικό επάνω μέρος είναι κυρίως δομικό και σε αυτό οφείλεται η στιβαρότητα της κατασκευής, ενώ το κάτω, πλαστικό μέρος είναι αυτό που φέρει τα λειτουργικά μέρη. Ας επικεντρωθούμε λοιπόν σε αυτό. Βλέπουμε ότι στο πίσω μέρος υπάρχει η πλακέτα με τα ηλεκτρονικά και τα βύσματα ενώ εμπρός υπάρχουν οι 2 διακόπτες on / off που αναφέραμε παραπάνω, οι οποίοι συνδέονται με καλώδιο με την πλακέτα.Τα καλώδια στην πλευρά της πλακέτας συνδέονται με βύσματα, κάτι που δείχνει ότι οι μηχανικοί της Icy Dock σχεδίασαν μια συσκευή εύκολα επισκευάσιμη. Η πλακέτα συγκρατείται στη θέση της με 2 βίδες στο επάνω μέρος της και 2 clips στο κάτω. Ο κάθε διακόπτης βρίσκεται σε μια έξυπνα σχεδιασμένη πλαστική φωλιά. Ξεβιδώνουμε λοιπόν τις 2 βίδες που συγκρατούν την πλακέτα και με λίγη πειθώ, τα clips δέχονται να την απελευθερώσουν. Η πλακέτα φαίνεται ποιοτική, με καλές κολλήσεις. Τα λίγα ηλεκτρονικά δείχνουν ότι δε λαμβάνει χώρα κάποια ουσιώδης μετατροπή, καθώς πάμε από SATA σε SATA και ο μόνος ρόλος τους είναι αφ' ενός λειτουργία των διακοπτών on / off και των LEDs και αφ' ετέρου ο περιορισμός των αντανακλάσεων των υψίσυχνων σημάτων του SATA μεταξύ των βυσμάτων. Αφού λοιπόν είδαμε και αναλύσαμε τον εσωτερικό του κόσμο, ας συναρμολογήσουμε και πάλι το Icy Dock ExpressCage MB732SPO-B και ας το δούμε με δόξα και τιμή, να φέρει 2 SSD. Και για να μη μείνει παραπονεμένο, ορίστε και με ένα slim optical disk drive. Στην αριστερή πλευρά, το drive συγκρατείται μόνο με μια διπλωμένη λαμαρίνα που το αγκαλιάζει από το πλάι και επάνω. Από την άλλη πλευρά της λαμαρίνας αυτής, μπορεί να αποθηκευτεί το πλαστικό κάλυμμά της υποδοχής του optical drive που πλέον δε χρειάζεται. Αν τώρα χρησιμοποιήσουμε ultra slim optical drive, το ίδιο πλαστικό κάλυμμα τοποθετείται όπως βλέπετε παρακάτω, για να καλύψει από εμπρός το κενό που αφήνει το χαμηλότερου ύψους drive. Εξαιρετική λειτουργικότητα για μία ακόμη φορά, από τους μηχανικούς της Icy Dock. Το άλλο πλαϊνό είναι λιγότερο έξυπνο, αλλά εξ ίσου απαραίτητο, καθώς φέρει τις τρύπες από τις οποίες θα περάσουν 2 βίδες για να σταθεροποιηθεί το optical drive. Μία τρίτη και τελευταία βίδα, αριστερά, στο πίσω μέρος, ολοκληρώνει τη σταθεροποίηση. Βλέπουμε επίσης εδώ γιατί περιλαμβάνεται ένα καλώδιο μετατροπής Power SATA στα παρελκόμενα, καθώς η τροφοδοσία των slim και ultra slim optical drives είναι ιδιαίτερη. Η υποδοχή SATA όμως είναι κανονική και εύκολα προσβάσιμη, όπως βλέπετε. Ορίστε μια ωραία αναπαράσταση του πώς τοποθετείται το slim και το ultra slim optical drive με τις 3 βίδες και την αντίστοιχη τοποθέτηση του πλαστικού καλύμματος. Χαρακτηριστικά Ο παρακάτω πίνακας περιλαμβάνει τα βασικά χαρακτηριστικά του Icy Dock ExpressCage MB732SPO-B. Λειτουργία Λειτουργικά, το Icy Dock ExpressCage MB732SPO-B είναι εξαιρετικά απλό. Τοποθετείται σε ένα φατνίο 5,25"και εκμεταλλεύεται πλήρως το χώρο... ...φιλοξενώντας ένα slim ή ultra slim optical drive και 2 SSD ή HDD 2,5". Οι οπές εξαερισμού και το μεταλλικό μέρος του σασί συνεπικουρούν στην επαρκή παθητική ψύξη των drives. Οι ενσωματωμένες βίδες στα trays επιτρέπουν την τοποθέτηση SSD / HDD χωρίς εργαλεία, ενώ οι οπές στο πίσω μέρος του κάθε tray δίνουν τη δυνατότητα βιδώματος των drives, αν αυτό θεωρηθεί αναγκαίο. Σε περίπτωση που δε χρησιμοποιηθεί optical drive, υπάρχει πλαστικό κάλυμμα για το εμπρός μέρος της υποδοχής του, ενώ αν χρησιμοποιηθεί, το κάλυμμα αυτό αποθηκεύεται σε ειδική θέση του Icy Dock ExpressCage MB732SPO-B. Φυσικά, υπάρχουν ενδεικτικά LEDs για τη λειτουργία των SSD / HDD... ... καθώς και ξεχωριστοί διακόπτες on / off. Οι υποδοχές SATA και Power SATA του Icy Dock ExpressCage MB732SPO-B δέχονται τόσο απλά όσο και με λειτουργία κλειδώματος καλώδια. Τέλος, η συσκευή διαθέτει μηχανισμούς κατά των δονήσεων, για να αποφευχθούν πιθανοί συντονισμοί και θόρυβοι, αν χρησιμοποιηθούν μηχανικοί δίσκοι (HDD). Επίλογος Το Icy Dock ExpressCage MB732SPO-B είναι μία συσκευή με ποιοτική και έξυπνη κατασκευή που καταλαμβάνει ένα φατνίο 5,25" και μπορεί να φιλοξενήσει ένα slim ή ultra slim optical drive καθώς και δύο SSD ή HDD των 2,5". Η εγκατάσταση και τοποθέτησή του καθώς και των drives που μπορεί να φιλοξενήσει είναι πανεύκολη και ειδικά τα drives των 2.5" είναι εν θερμώ εναλλάξιμα (hot swap). Η πληθώρα των έξυπνων και χρήσιμων λεπτομερειών στην κατασκευή και τη λειτουργία που αναλύσαμε παραπάνω δείχνει ότι για μία ακόμη φορά, οι μηχανικοί της Icy Dock δε σχεδίασαν απλώς μια συσκευή, αλλά πραγματικά μελέτησαν πολλαπλά σενάρια χρήσης και αφιέρωσαν κόπο και χρόνο για να σχεδιάσουν κάτι πραγματικά καλό, το οποίο και υλοποίησαν με αντίστοιχα προσεγμένα υλικά. Ως εκ τούτου, είναι αναμενόμενο ότι δε θα πρόκειται για κάποια ιδιαίτερα οικονομική λύση. Το Icy Dock ExpressCage MB732SPO-B δεν μπορέσαμε να το εντοπίσουμε σε κάποιο Ελληνικό κατάστημα κατά τη διάρκεια συγγραφής του παρόντος review, καθώς πρόκειται για νέο προϊόν, αλλά η τιμή του στο Γερμανικό Amazon ξεκινούσε από τα 55,33 euro, εκ των οποίων αξίζει κάθε λεπτό. Ας συνοψίσουμε τα πλεονεκτήματα και τα μειονεκτήματα του Icy Dock ExpressCage MB732SPO-B: Πλεονεκτήματα+ Υψηλή ποιότητα υλικών και κατασκευής+ Δυνατότητα τοποθέτησης ενός optical drive και 2 SSD / HDD σε ένα φατνίο 5.25"+ Ανεξάρτητα πλήκτρα on/off για κάθε SSD / HDD+ Εισαγωγή - εξαγωγή SSD / HDD χωρίς εργαλεία / βίδες + Ενδεικτικά LEDs λειτουργίας και μεταφοράς δεδομένων για κάθε SSD / HDD + Συμβατότητα με slim και ultra slim optical drives + Λειτουργικότητα και αξιοπιστία Μειονεκτήματα- Θα ήταν προτιμότερο τα ενδεικτικά LEDs να μην έσβηναν στη συνεχή λειτουργία του drive Με βάση τα παραπάνω, η συνολική βαθμολογία του Icy Dock ExpressCage MB732SPO-B είναι:  theLAB.gr Ευχαριστούμε θερμά την Icy Dock για την παραχώρηση του δείγματος της δοκιμής Πολύμερος Αχανιώτης 28/2/2019
  16. Εισαγωγή Πριν από περίπου τρεισήμισι μήνες, είδαμε το Elgato Stream Deck Mini, που εντυπωσίασε με τις πολλές δυνατότητες αλλά και την ευκολία στη χρήση του. Όπως είχαμε πει και τότε, το προϊόν εκείνο ήταν η δεύτερη, πιο μικρή σε διαστάσεις εκδοχή του Elgato Stream Deck, το οποίο είχε κυκλοφορήσει ένα χρόνο νωρίτερα. Λόγω του ενδιαφέροντος που είδαμε, θεωρήσαμε καλό να σας παρουσιάσουμε αναλυτικά και το Elgato Stream Deck. Η διαφορά του Elgato Stream Deck από τη mini εκδοχή του είναι βασικά ο αριθμός των πλήκτρων - οθονών. Α, ναι, δε σας είπα, αυτό ακριβώς είναι το Elgato Stream Deck, ένα σύνολο από προγραμματιζόμενα πλήκτρα, 15 για το Elgato Stream Deck, 6 για το mini, όπου το κάθε ένα από αυτά είναι και μια μικρή οθόνη. Σε συνδυασμό με το άριστο λογισμικό που το συνοδεύει, αποτελεί ένα εξαιρετικό εργαλείο για προγραμματιζόμενες λειτουργίες και μακροεντολές, πολύ βολικές στο streaming και όχι μόνο. Φωτογράφιση Το Elgato Stream Deck έρχεται σε ένα χαρτονένιο, ιλουστρασιόν κουτί όπου κυριαρχούν οι κλασσικές μπλε αποχρώσεις της Elgato και, φυσικά, προβάλλονται τα βασικά χαρίσματα του προϊόντος. Εντός, βρίσκουμε το Elgato Stream Deck μαζί με τη βάση του, το Quick Start Guide και τις οδηγίες ασφαλούς χρήσης, όλα προστατευμένα από πυκνό και ποιοτικό αφρολέξ. Το Elgato Stream Deck είναι κατασκευασμένο από ποιοτικό πλαστικό, με διάφανα φυσικά τα πλήκτρα - οθόνες. Το καλώδιο σύνδεσης είναι 1,5m και δεν είναι sleeved, κάτι που θα το θέλαμε και θα το περιμέναμε σε αυτή την τιμή και για το είδος του περιφερειακού. Στο κάτω μέρος, 4 ελαστικά ποδαράκια εξασφαλίζουν τη σταθερότητα της συσκευής, αν αποφασίσετε να τη χρησιμοποιήσετε χωρίς τη ρυθμιζόμενη βάση. Η ρυθμιζόμενη βάση είναι κατασκευασμένη από το ίδιο πλαστικό και έχει τα δικά της ελαστικά ποδαράκια που εξασφαλίζουν τη σταθερότητα. Ο συνδυασμός των δύο μικρών ή του ενός μεγάλου ποδιού με τις 4 θέσεις ασφάλισής τους, προσφέρουν 8 διαφορετικά επίπεδα κλίσης, ανάλογα με την τοποθέτηση του Elgato Stream Deck πάνω στο γραφείο και τις προτιμήσεις του χρήστη. Το Elgato Stream Deck στέκεται με ασφάλεια πάνω στη βάση του και το αποτέλεσμα είναι καλαίσθητο. Αν ήταν και το καλώδιο sleeved, δε θα υπήρχε κανένα παράπονο. Software - Stream Deck Το μεγάλο ατού του Elgato Stream Deck είναι το λογισμικό του, που ονομάζεται Stream Deck. Σε αυτό βλέπουμε εικονικά αντίγραφα από τις οθόνες του Elgato Stream Deck, οι οποίες συγχρονίζουν με αυτές της συσκευής σε πραγματικό χρόνο. Όπως φαίνεται στην παρακάτω λίστα, υπάρχουν έτοιμα Actions χωρισμένα σε δώδεκα κατηγορίες, στα δεξιά του λογισμικού. Οι 10 κατηγορίες αντιστοιχούν σε δημοφιλή προγράμματα που σχετίζονται με το Streaming ενώ υπάρχει ακόμα η κατηγορία που περιέχει εντολές που αφορούν το ίδιο το Stream Deck και η κατηγορία που αφορά το σύστημα (System), δηλαδή τα Windows ή το Mac OS. Τα Windows 10 x64 και το Mac OS 10.11 ή νεότερο είναι τα λειτουργικά συστήματα που υποστηρίζονται από το Stream Deck. Αν κάποιος ψάξει όμως, μπορεί να βρει ανεπίσημες βιβλιοθήκες υποστήριξης της συσκευής και για Linux, για παράδειγμα στο GitHub. Ας ανοίξουμε όλες τις κατηγορίες για να πάρουμε μια γεύση από τις εντολές που υποστηρίζονται. Ο τρόπος που προγραμματίζονται οι εντολές είναι πολύ απλός και ο καθένας μπορεί να το κάνει σε λίγα λεπτά. Η βάση του συστήματος είναι το drag & drop από τις λίστες στα δεξιά πάνω στο κάθε πλήκτρο - οθόνη και αυτόματα η σχετική δράση συσχετίζεται με αυτό. Καθώς μία από τις επιλογές της κατηγορίας Stream Deck είναι αυτή της δημιουργίας φακέλου, μέσα στον οποίο μπορούν να τοποθετηθούν άλλες εντολές, και υπάρχει και η δυνατότητα πολλαπλών υποφακέλων, οι εντολές που μπορούμε να προγραμματίσουμε συνολικά στο Elgato Stream Deck δεν έχουν περιορισμό. Συνεπώς, το ουσιαστικό πλεονέκτημα που έχει το Elgato Stream Deck απέναντι στη mini εκδοχή του είναι το πόσες εντολές βλέπουμε ταυτόχρονα σε κάθε περίπτωση, 15 αντί 6, χωρίς να χρειαστεί να μπούμε σε υποφακέλους. Υπάρχει φυσικά και η διαφορά στις διαστάσεις και την τιμή, με τη mini εκδοχή να υπερτερεί σε αυτά, καθώς είναι και τα δύο μικρότερα. Ας δούμε λοιπόν τις βασικές λειτουργίες του Elgato Stream Deck με ένα προφίλ βασισμένο στις εντολές συστήματος, για να το καταλάβουν όλοι, streamers και μη. Το πρώτο πλήκτρο που προγραμματίσαμε ονομάζεται Multimedia και είναι ένας φάκελος με 12 αντικείμενα, όπως βλέπετε στο κάτω αριστερά μέρος του Stream Deck. Η επιλογή του εικονιδίου μπορεί να γίνει από κάποιο αρχείο εικόνας στο δίσκο μας, όπως έχω κάνει εδώ, ή να δημιουργήσουμε ένα δικό μας νέο εικονίδιο χρησιμοποιώντας μια online εφαρμογή της Elgato ειδικά για το Stream Deck, που ονομάζεται Key Creator, ή να αφήσουμε το Default εικονίδιο. Το Key Creator είναι πολύ εύκολο στη χρήση και προσφέρει αρκετές δυνατότητες δημιουργίας ή / και συνδυασμού των έτοιμων εικονιδίων που περιέχει. Εδώ βλέπουμε τη βασική του οθόνη. Και εδώ, όλα τα εικονίδια που περιλαμβάνει. Μπαίνοντας τώρα μέσα στο φάκελο Muiltimedia, βλέπουμε ότι περιέχει και τις 7 εντολές Multimedia που περιλαμβάνονται με το γενικό τίτλο Multimedia κάτω από την κατηγορία System. Περιέχει επίσης συντομεύσεις για 3 φακέλους με περιεχόμενο Multimedia και για να τρέξουμε 2 διαφορετικούς, δημοφιλείς Media Players. Παρατηρήστε ότι εκτός από το εικονίδιο, σε κάθε πλήκτρο - οθόνη, μπορούμε να βάλουμε και ένα τίτλο, όπως είχαμε κάνει στο φάκελο Multimedia, ή και να μη βάλουμε, όπως έχουμε κάνει στα περιεχόμενά του, καθώς είναι αυτονόητα και θεωρώ ότι αυτή η επιλογή είναι πιο καλαίσθητη. Η εντολή για να ανοίξουμε ένα φάκελο είναι απλή. Επιλέγουμε την εντολή Open στην κατηγορία System και τρέχουμε τον Windows Explorer (c:\windows\explorer.exe) με παράμετρο το φάκελο που θέλουμε να ανοίξουμε (εδώ s:\images). Για να τρέξουμε κάποια εφαρμογή, τα πράγματα είναι ακόμα πιο απλά. Χρειάζεται μόνο να επιλέξουμε το εκτελέσιμο αρχείο της. Ο κάθε φάκελος μπορεί να περιέχει ένα συνδυασμό μέχρι 14 εντολών και υποφακέλων, καθώς το πρώτο πλήκτρο - οθόνη είναι πάντα η εντολή για να επιστρέψουμε στο ανώτερο επίπεδο φακέλων. Το δεύτερο πλήκτρο - οθόνη στην αρχική μας διάταξη, είναι επίσης φάκελος, με τίτλο Web και περιέχει συνδέσμους που οδηγούν σε ιστοσελίδες. Οι τίτλοι μπορούν να χρησιμοποιηθούν για παράδειγμα για να διαχωρίσουν ιστοσελίδες που είναι παρόμοιες αλλά με κάποια διαφορά, όπως για παράδειγμα το Amazon ή το Ebay σε διαφορετικές χώρες. Η εισαγωγή του URL είναι πολύ απλή και η σελίδα ανοίγει με τον προεπιλεγμένο φυλλομετρητή του συστήματος. Εκτός από φακέλους, μπορούμε να έχουμε φυσικά και εντολές εκτέλεσης προγραμμάτων που χρησιμοποιούμε συχνά. Μια λίγο πιο δύσκολη εντολή είναι το άνοιγμα ειδικών φακέλων του συστήματος, όπως του δικτύου, αλλά με λίγο γκουγκλάρισμα βρίσκονται εύκολα οι εντολές. Απλά αναζητήστε command line για ό,τι επιθυμείτε. Το άνοιγμα φακέλων στο δίσκο το είδαμε και πιο πριν, στα Muiltimedia. Πάνω από τα πλήκτρα - οθόνες, στο λογισμικό Stream Deck, βλέπουμε 2 drop down, το ένα ονομάζεται Stream Deck και το άλλο Default Profile. Τι σημαίνει αυτό; Για αρχή, το λογισμικό υποστηρίζει τη χρήση πολλαπλών συσκευών. Μπορείτε λοιπόν να έχετε το Stream Deck 1, to Stream Deck 2 και το Stream Deck Mini συνδεδεμένα ταυτόχρονα, και επιλέγοντας από το μενού να προγραμματίζετε το κάθε ένα χωριστά. Για την κάθε συσκευή υποστηρίζονται όμως και διάφορα προφίλ που μπορούμε να φτιάξουμε. Ένα είναι πάντα το Default, που τρέχει γενικά, και τα υπόλοιπα μπορούν να αφορούν συγκεκριμένα προγράμματα. Ας δούμε λοιπόν ένα ενδεικτικό προφίλ για το Photoshop. Εδώ έχουμε χρησιμοποιήσει παντού το ίδιο εικονίδιο, για να προγραμματίσουμε μερικές δημοφιλείς εντολές του Photoshop, και σε κάθε πλήκτρο - οθόνη, ο τίτλος επεξηγεί τη λειτουργία. Για όλες τις λειτουργίες χρησιμοποιήσαμε την εντολή Hotkey και εκμεταλλευτήκαμε τις συντομεύσεις πληκτρολογίου του Photoshop. Σε αντίθεση με πριν, τοποθετήσαμε τον τίτλο στη μέση του πλήκτρου - οθόνης. Όπως βλέπετε στην επόμενη εικόνα, υπάρχουν αρκετές δυνατότητες τοποθέτησης και μορφοποίησης των τίτλων. Η εντολή Hotkey έχει πολλές δυνατότητες, που τις βλέπουμε στο παρακάτω μενού. Θα παρατηρήσατε ίσως το πλήκτρο - οθόνη πάνω δεξιά που αναγράφει 3 λειτουργίες μαζί. Αυτό είναι δυνατό μέσω της επιλογής Multi Action που βρίσκεται στην κατηγορία εντολών Stream Deck. Με αυτή την επιλογή μπορούμε να προσθέσουμε όσες εντολές θέλουμε, που εκτελούνται με τη σειρά. Εδώ βάλαμε απλά 3 εντολές Hotkey, αλλά δεν υπάρχει κάποιος περιορισμός στους συνδυασμούς. Και αφού πήραμε μια καλή ιδέα του εξαιρετικά εύκολου και ευέλικτου προγραμματισμού του Elgato Stream Deck, ας πάμε και στο γρανάζι της αρχικής οθόνης για να δούμε και τις βασικές ρυθμίσεις του προγράμματος. Το γρανάζι λοιπόν ανοίγει το παράθυρο των προτιμήσεων του προγράμματος, το οποίο έχει 3 ταμπέλες. Η πρώτη, η γενική (General) μας δίνει τη δυνατότητα ελέγχου για αναβάθμιση του λογισμικού και τη δυνατότητα να ορίσουμε το όνομα, το χρόνο μετά από τον οποίο μπαίνει σε sleep mode και τη φωτεινότητα της κάθε συνδεδεμένης συσκευής. Μας δείχνει επίσης της έκδοση του Firmware και το σειριακό αριθμό της κάθε συσκευής. Η δεύτερη ταμπέλα, αυτή των λογαριασμών (Accounts), μας δίνει τη δυνατότητα να ορίσουμε τα usernames και passwords για 6 από τις 10 υποστηριζόμενες εφαρμογές streaming, έτσι ώστε να μπορούμε να εκμεταλλευτούμε πλήρως τις σχετικές λειτουργίες. Και η τρίτη ταμπέλα, αυτή των προφίλ (Profiles), μας δίνει τη δυνατότητα να δημιουργήσουμε ή να σβήσουμε προφίλ, να ορίσουμε ποιο θα είναι το default... ... καθώς και ποιας εφαρμογής η ύπαρξη στο προσκήνιο θα ενεργοποιεί το κάθε προφίλ. Η Χρήση Η χρήση του Elgato Stream Deck, αφού παραμετροποιηθεί μέσω του λογισμικού του, είναι εξαιρετικά απλή και ευχάριστη. Πατάς το πλήκτρο, κάνει αυτό που του έχεις πει να κάνει. Με τη σύνδεση του Elgato Stream Deck στον υπολογιστή και αν δε βρει ανοιχτό το λογισμικό του, βλέπουμε στα πλήκτρα - οθόνες το λογότυπο της Elgato, σαν σε Video Wall. Με την εγκατάσταση του προγράμματος, αν έχει υπάρξει προηγούμενη συσκευή, όπως στην περίπτωσή μας με το Elgato Stream Deck Mini, μας δίνεται η δυνατότητα να αντιγράψουμε τα προφίλ που είχαμε ήδη δημιουργήσει, στη νέα μας συσκευή, το Elgato Stream Deck. Όπερ και εγένετο. Αν δεν υπήρχαν τα προφίλ που είχαν μείνει από το Elgato Stream Deck Mini, θα είχαμε δει το βασικό προφίλ που είχαμε δει τότε, με μία μόνο εντολή που οδηγούσε στην ιστοσελίδα της Elgato. Φυσικά τα προφίλ συμπληρώθηκαν και τροποποιήθηκαν, όπως είδατε στην παρουσίαση του λογισμικού. Η ανάλυση των οθονών δεν είναι υπερ-υψηλή και τα εικονίδια σαφώς πιξελιάζουν από κοντά, αλλά σε μια φυσιολογική απόσταση χρήσης είναι μια χαρά. Τα χρώματα και η αντίθεση είναι πολύ καλά και οι γωνίες θέασης εξαιρετικές. Τα προφίλ αλλάζουν αυτόματα, όπως τα έχουμε ορίσει. Εδώ βλέπετε πώς φορτώνει αυτόματα το προφίλ του Photoshop που είδαμε παραπάνω, όταν κάνω κλικ στο παράθυρο του Photoshop και το φέρνω στο προσκήνιο και πώς φορτώνεται αμέσως το βασικό (Default) προφίλ όταν κλικάρω εκτός του παραθύρου. Τα πλήκτρα του Elgato Stream Deck, όπως και του mini, κάνουν ένα ικανοποιητικό χαμηλό ήχο όταν τα πιέζεις, σαν επιβεβαίωση ότι τα πίεσες, που μου άρεσε. Είναι όμως δυνατόν, αν πιέσει κάποιος ένα πλήκτρο απαλά και όχι έως το τέρμα, να μην αναγνωριστεί η κίνηση. Γι αυτό λοιπόν, τα πλήκτρα του Elgato Stream Deck πρέπει να πιέζονται αποφασιστικά. Απολογισμός To Elgato Stream Deck είναι απλά ένα μεγαλύτερο Elgato Stream Deck Mini, με 15 πλήκτρα οθόνες αντί για τα 6 της mini έκδοσης. Κατά τα άλλα, η κατασκευή και η λειτουργία είναι ακριβώς οι ίδιες. Ας θυμηθούμε τι είχαμε πει για το Elgato Stream Deck Mini. Το Elgato Stream Deck Mini είναι μια συσκευή που με εντυπωσίασε από το γεγονός ότι κάνει ακριβώς αυτό που υπόσχεται, χωρίς προβλήματα, χωρίς "αλλά", απλά και φυσικά. Το λογισμικό είναι εύκολο και λειτουργικό, δεν εντόπισα ούτε bugs ούτε κάτι που θα άλλαζα. Παρά το γεγονός ότι η συσκευή προορίζεται για χρήση από online content creators και live streamers, οι δυνατότητές της είναι σχεδόν απεριόριστες και μπορεί να προσαρμοστεί άνετα και για γενική χρήση, όπως είδαμε στα παραδείγματα παραπάνω. Η ποιότητα κατασκευής είναι εξαιρετική με καλά υλικά και σωστή συναρμογή. Τα πλήκτρα πατιούνται κάνοντας έναν ευδιάκριτο, ικανοποιητικό ήχο που δεν ενοχλεί και αποτελεί εξαιρετικό feedback και το γεγονός ότι το πάτημα καταγράφεται στον τερματισμό του πλήκτρου και όχι αν αυτό πατηθεί πολύ απαλά και για όχι όλη τη διαδρομή του δεν αποτελεί πρόβλημα καθώς αυτή είναι περίπου ενάμισι χιλιοστό. Το μόνο που θα μπορούσε κανείς να βελτιώσει είναι η ανάλυση των οθονών του, οι οποίες όπως είδατε στις κοντινές φωτογραφίες, δεν είναι υπερυψηλή, αλλά για να είμαστε δίκαιοι, το Elgato Stream Deck Mini δεν προορίζεται για να πατάτε τα πλήκτρα με τη μύτη. Στη φυσιολογική απόσταση χρήσης, τα pixels είναι αόρατα, τα χρώματα ζωηρά και το contrast άριστο. Επίσης θα ήθελα το καλώδιο USB να ήταν sleeved, κάτι λογικό για το είδος και την τιμή της συσκευής. Ποια τιμή; Το Elgato Stream Deck Mini δεν υπάρχει αυτή τη στιγμή στα Ελληνικά μαγαζιά. Στο γερμανικό Amazon και στο κατάστημα της ιστοσελίδας της Corsair, η τιμή του είναι στα 99,95 ευρώ, την οποία βρίσκω λογική για τη λειτουργικότητα που προσθέτει στις συσκευές εισαγωγής ενός υπολογιστή. Για σύγκριση, το Elgato Stream Deck με τα 15 πλήκτρα, κοστίζει 149,95 ευρώ, οπότε το κόστος ανά πλήκτρο είναι σημαντικά χαμηλότερο. Αν κάποιος χρειάζεται πολλές εντολές μαζί σε μία σελίδα, αυτό αποτελεί ένα ατού. Κατά τα άλλα, και οι 2 συσκευές, χάρη στα προφίλ και τους φακέλους, δεν έχουν περιορισμό στον αριθμό των εντολών που μπορείτε να προγραμματίσετε σε αυτές. Και το Elgato Stream Deck Mini έχει το πλεονέκτημα του μικρότερου footprint. Εννοείται ότι ακριβώς τα ίδια συμπεράσματα ισχύουν και για τη μεγάλη έκδοση, το Elgato Stream Deck με τα 15 πλήκτρα - οθόνες. Φυσικά, στο χρονικό διάστημα των 3,5 μηνών περίπου που πέρασε από το review του Elgato Stream Deck Mini, το λογισμικό έχει αναβαθμιστεί, προσθέτοντας και νέες λειτουργίες, πράγμα που δείχνει τη συνεχή βελτίωση του προϊόντος από την εταιρία. Επίσης, και οι 2 συσκευές είναι πλέον διαθέσιμες στην Ελληνική αγορά, με το Elgato Stream Deck να κοστίζει αυτή τη στιγμή 147 ευρώ και το Elgato Stream Deck Mini, 99,90 ευρώ. Ας συνοψίσουμε τα πλεονεκτήματα και τα μειονεκτήματα του Elgato Stream Deck: Πλεονεκτήματα + Εξαιρετική ποιότητα κατασκευής + Εξαιρετική λειτουργικότητα + Εξαιρετικό και πολύ απλό στη χρήση λογισμικό + Προγραμματισμός απεριόριστων λειτουργιών με προφίλ και φακέλους + Καθαρές οθόνες με ζωηρά χρώματα και πολύ καλό contrast + Λαστιχένια ποδαράκια που σταθεροποιούν άψογα τη συσκευή + Προσαρμοζόμενη βάση με 8 διαφορετικές θέσεις για τη γωνία τοποθέτησης της συσκευής Μειονεκτήματα - Θα προτιμούσαμε το καλώδιο να ήταν sleeved Με βάση τα παραπάνω, η συνολική βαθμολογία του Elgato Stream Deck είναι:  theLAB.gr Ευχαριστούμε θερμά την Corsair για την παραχώρηση του δείγματος της δοκιμής. Πολύμερος Αχανιώτης 19/11/2018
  17. Εισαγωγή Με τη συνεχιζόμενη πτώση των τιμών των SSD, η σημαντική αναβάθμιση που μπορούν να προσφέρουν στην εμπειρία χρήσης του υπολογιστή, γίνεται όλο και πιο θελκτική. Πόσο μάλλον όταν μιλάμε για την καλύτερη εκδοχή τους, που χρησιμοποιεί το ειδικά ανεπτυγμένο πρωτόκολλο επικοινωνίας NVMe, το οποίο προσφέρει ακόμη καλύτερες επιδόσεις. Η Corsair έκανε πρόσφατα διαθέσιμη τη νέα της πρόταση στην mainstream κατηγορία των consumer NVMe SSDs, τον Corsair Force Series™ MP510 και μας έστειλε το μοντέλο με χωρητικότητα 960GB για να δοκιμάσουμε και να σας το παρουσιάσουμε. Πρόκειται για ένα NVMe SSD drive με form factor M.2 2280 και συνδεσιμότητα PCIe Gen 3.0 x4, που ευελπιστεί να εκθρονίσει τον βασιλιά της κατηγορίας, που ακούει στο όνομα Samsung 970 EVO. Θα το καταφέρει; Ακολουθήστε μας στη συνέχεια αυτού του review για να το μάθετε! Από τη Συσκευασία Μέχρι το Πυρίτιο - Τι ακριβώς αγοράζουμε O Corsair Force Series™ MP510 960GB έρχεται σε ένα χαρτονένιο κουτί, όπου κυριαρχεί το γκρι χρώμα και όπου αναφέρονται κάποια από τα βασικά χαρακτηριστικά του και οι πιστοποιήσεις του. Εντός, βρίσκουμε το μικροσκοπικό φυλλάδιο της εγγύησης, η οποία είναι 5ετής, και... ... το drive, προστατευμένο σε διάφανο, σκληρό υλικό. Ο Corsair Force Series™ MP510 960GB διαθέτει μαύρο PCB, κάτι που σε συνδυασμό με το όμορφο και λιτό αυτοκόλλητο στην εμφανή του πλευρά, τον κάνει ιδιαίτερα εμφανίσιμο. Κάτω από το αυτοκόλλητο, βρίσκουμε από αριστερά προς τα δεξιά 2 πακέτα NAND, τον Controller και 1 πακέτο μνήμης Cache. Στην άλλη πλευρά του PCB υπάρχουν άλλα 2 πακέτα NAND και άλλο 1 πακέτο μνήμης cache. Ο Controller είναι ο Phison E12, ο οποίος υποστηρίζει συνολικές χωρητικότητες από 256GB έως 2TB, σειριακή ταχύτητα ανάγνωσης έως 3200MB/s, σειριακή ταχύτητα εγγραφής έως 3000 MB/s και 600K IOPS. Η θερμοκρασία φυσιολογικής λειτουργίας του, είναι έως 70 βαθμούς Κελσίου. Διαθέτει thermal throttling που εξασφαλίζει την προστασία του και ρίχνει τις επιδόσεις του κατά 50MB/s για κάθε βαθμό Κελσίου πάνω από τους 80. Ο Controller της Phison διαθέτει πληθώρα προχωρημένων λειτουργιών, όπως προαιρετική απόκρυψη δεδομένων με πρωτόκολλα AES, TCG OPAL και TCG Pyrite. Διαθέτει επίσης προστασία απώλειας δεδομένων αν διακοπεί η τροφοδοσία. Λεπτομέρειες για όλα αυτά μπορείτε να διαβάσετε στο Datasheet του Phison E12. Τα πακέτα NAND αναγράφουν τον κωδικό TABBG55AIV. Πρόκειται για τα Toshiba 64-layer BiCS3 3D TLC NAND με χωρητικότητα 256GB έκαστο. Εφ' όσον ο Corsair Force Series™ MP510 960GB διαθέτει τέσσερα από αυτά, η συνολική χωρητικότητα φτάνει τα 256GB x 4 = 1024GB. Στον χρήστη είναι διαθέσιμα τα 960GB, συνεπώς τα υπόλοιπα 64GB, 16GB από κάθε πακέτο, χρησιμοποιούνται για Over Provisioning. Η μνήμη που χρησιμοποιείται ως cache, είναι η SK hynix H5AN4G8NB JR. Πρόκειται για μνήμη τύπου DDR4, χωρητικότητας 512MB ανά πακέτο, ενώ ο κωδικός UH σημαίνει κατά την κατασκευάστρια εταιρεία ότι λειτουργεί σε συχνότητα 2400MHz με χρονισμούς 17-17-17. Καθώς ο Corsair Force Series™ MP510 960GB φέρει 2 τέτοια πακέτα, αυτό σημαίνει ότι διαθέτει συνολικά 1GB DDR4 στα 2400MHz με χρονισμούς 17-17-17, ως μνήμη cache. Τεχνικά Χαρακτηριστικά Τα τεχνικά χαρακτηριστικά του Corsair Force Series™ MP510 960GB, όπως τα αναφέρει η Corsair στην ιστοσελίδα της, παρατίθενται στον παρακάτω πίνακα. Είναι ενδιαφέρον να δούμε πώς ο Corsair Force Series™ MP510 960GB καταφέρνει επιδόσεις ανάγνωσης 3480 MB/s που είναι μεγαλύτερες από τις προδιαγραφές του Controller! Συγκεκριμένα, οι προδιαγραφές του Controller δίνουν μέγιστη ταχύτητα ανάγνωσης τα 3000 MB/s όταν χρησιμοποιείται σε υλοποιήσεις με form factor M.2, όπως εδώ, και 3200 MB/s σε U.2 υλοποιήσεις, που επιτρέπουν καλύτερη ψύξη. Όσον αφορά τις εγγραφές, τα 3000 MB/s που αναγράφονται στον παραπάνω πίνακα αποτελούν και το ανώτερο όριο των προδιαγραφών του Controller, σε κάθε υλοποίηση. Η αρκετά υψηλή αντοχή των 1700 TBW συνοδεύεται από 5 χρόνια εγγύηση, όπως και ο άμεσος ανταγωνιστής του Corsair Force Series™ MP510 960GB, ο Samsung 970 EVO. Συνοδευτικό Λογισμικό Το λογισμικό που συνοδεύει τους SSDs της Corsair, ονομάζεται Corsair SSD Toolbox. Σε αντίθεση με την εξαιρετική δουλειά πού έχει κάνει η Corsair με το iCue, το Corsair SSD Toolbox έχει μείνει χωρίς ουσιαστική εξέλιξη εδώ και αρκετά χρόνια, κάτι που είναι άμεσα εμφανές από το ξεπερασμένο αισθητικά interface του. Εν τούτοις, είναι εύκολο στη χρήση, απλό στη λειτουργία και παρέχει ουσιαστικά όλες τις απαραίτητες λειτουργίες. Η πλοήγηση γίνεται από το κάθετο μενού στα αριστερά και περιλαμβάνει 6 καρτέλες. Στην πρώτη, που ονομάζεται Drive Information (πληροφορίες για το drive), βλέπουμε τα βασικά στοιχεία του κάθε συνδεδεμένου drive και, εφ' όσον αυτό υποστηρίζεται από το πρόγραμμα, μπορούμε να κάνουμε και Firmware Update. Ο έλεγχος του firmware είναι άμεσος, απλός και online, απλοποιώντας τη διαδικασία και ελαχιστοποιώντας πιθανά λάθη του χρήστη. Η δεύτερη καρτέλα που ονομάζεται Overprovision αφορά το manual Over Provisioning, κάτι που δεν υποστηρίζεται από τον Corsair Force Series™ MP510 960GB που έχει προκαθορισμένο Over Provisioning από τον κατασκευαστή. Η τρίτη καρτέλα, S.M.A.R.T. Status (κατάσταση του S.M.A.R.T.) μας δίνει πληροφορίες για την κατάσταση του drive, όπως την κατάσταση της υγείας του και το σύνολο των αναγνώσεων και εγγραφών που έχει συνολικά πραγματοποιήσει. Σε αυτήν την καρτέλα θα προτιμούσαμε σαφώς μια πιο εύληπτη παρουσίαση για τον μη ειδικό χρήστη και όχι μια ξερή παρουσίαση των περιεχομένων του S.M.A.R.T. table. Η τέταρτη καρτέλα λέγεται Disk Clone (κλωνοποίηση δίσκου) και περιέχει ένα απλό αλλά βολικό Disk Cloning εργαλείο. Η πέμπτη καρτέλα που ονομάζεται Optimize (βελτιστοποίηση), περιέχει την εντολή ενεργοποίησης του TRIM, κάτι που στον Corsair Force Series™ MP510 960GB ελέγχεται από τα Windows και δεν μπορεί να ενεργοποιηθεί κατά βούληση από το χρήστη. Η έκτη και τελευταία καρτέλα με το όνομα Secure Wipe (ασφαλής καθαρισμός) περιέχει ένα εργαλείο ασφαλούς διαγραφής των περιεχομένων του drive, με τρόπο ώστε η επαναφορά τους να είναι αδύνατη. Συνολικά, το Corsair SSD Toolbox κάνει τα βασικά που χρειάζεται, αλλά θα θέλαμε να δούμε μια ανανεωμένη έκδοση, με μοντέρνο interface και μεγαλύτερη φιλικότητα προς το χρήστη. Σύστημα Δοκιμών και Μεθοδολογία Το σύστημα δοκιμών μας είναι στημένο πάνω στην Asrock Z97X Killer. Η συγκεκριμένη μητρική διαθέτει διασυνδέσεις SATA III, SATA Express και Μ.2. Συνεπώς προσφέρεται για τη σύνδεση όλων των SSD που κυκλοφορούν ή θα κυκλοφορήσουν στο άμεσο μέλλον προσφέροντας τη δυνατότητα άμεσων συγκρίσεων πάνω στο ίδιο σύστημα. Ο επεξεργαστής είναι ο Intel G3258 Anniversary Edition που παρέμεινε δροσερός χάρη στην Corsair Hydro Series H100i GTX. Η μνήμη είναι στα 8GB που υπερκαλύπτουν τις απαιτήσεις μας στα συγκεκριμένα τεστ, το τροφοδοτικό είναι το Cooler Master V650 και το σύστημα είναι στημένο στο Cooler Master Test Bench V1.0. Ευχαριστούμε θερμά την Asrock, την Cooler Master και την Corsair για τα εξαρτήματα που μας παρείχαν για την κατασκευή του συστήματος δοκιμών! Το λειτουργικό σύστημα πάνω στο οποίο γίνονται οι δοκιμές είναι τα Windows 10 Pro 64bit. Καθώς η M.2 υποδοχή της μητρικής μας υποστηρίζει μόνο PCIe 2X μόνο και όχι 4Χ που υποστηρίζει ο Corsair Force Series™ MP510 960GB, χρησιμοποιήσαμε έναν αντάπτορα PCIe 4X σε M.2 για να λειτουργήσει το drive που δοκιμάζουμε στην πλήρη του ταχύτητα. Οι δοκιμές στις οποίες θα υποβάλουμε τον Corsair Force Series™ MP510 960GB χωρίζονται σε 4 κατηγορίες: Συνθετικά Benchmarks Ανάλυση εις βάθος με χρήση διαγραμμάτων επιδόσεων - όγκου δεδομένων Χρήση των Program Traces του PCMark 8 για να δούμε τη συμπεριφορά του drive σε καθημερινή χρήση. Η σύγκριση θα γίνει με τον βασικό του ανταγωνιστή, τον Samsung 970 EVO. Δυστυχώς δεν είχαμε διαθέσιμο κάποιον Samsung 970 EVO αντίστοιχης χωρητικότητας, οπότε κάναμε τις δοκιμές μας με έναν Samsung 970 EVO 250GB. Καθώς οι επιδόσεις των εγγραφών επηρεάζονται ιδιαιτέρως από το πλήθος των πακέτων NAND και ο Samsung 970 EVO 250GB διαθέτει 2 πακέτα NAND έναντι των 4 του Corsair Force Series™ MP510 960GB, αυτό θα ληφθεί υπ' όψιν στη διεξαγωγή των συμπερασμάτων. Μείνετε συντονισμένοι. Μετά τις δοκιμές ακολουθεί σχολιασμός, βαθμολογία και συμπεράσματα. Benchmarks Ξεκινάμε με το ATTO. To ATTO είναι το μακράν πιο γεναιόδωρο benchmark όσον αφορά τα θετικά αποτελέσματα ταχύτητας και γι αυτό όλες οι εταιρείες το χρησιμοποιούν για να δηλώσουν τις μέγιστες επιδόσεις σειριακής ανάγνωσης και εγγραφής των drives τους. Ο Corsair Force Series™ MP510 960GB έχει πολύ καλές επιδόσεις, εφάμιλλες με αυτές του Samsung 970 EVO 250GB, αν λάβουμε υπ' όψιν ότι ο EVO διαθέτει 2 πακέτα NAND αντί των 4 του Corsair Force Series™ MP510 960GB (όπως εξηγήσαμε στη μεθοδολογία) και έτσι είναι εύλογο και αναμενόμενο ο EVO να έχει περίπου τις μισές επιδόσεις στις σειριακές εγγραφές. Παρατηρούνται κάποιες μικρές διαφορές στις επιδόσεις σε διάφορα μεγέθη αρχείων, αλλά αυτές είναι πότε υπέρ του ενός drive και πότε υπέρ του άλλου και σε κάθε περίπτωση, όχι σημαντικές. Αξίζει να σημειωθεί ότι παρά το γεγονός ότι η ταχύτητα ανάγνωσής του Corsair Force Series™ MP510 960GB σε κάποια σημεία ξεπερνάει τη θεωρητική ανώτατη ταχύτητα ανάγνωσης του Controller για υλοποιήσεις με form factor M.2, σε κανένα σημείο δεν φτάνει την ταχύτητα των 3480MB/s που ισχυρίζεται η Corsair. Αντίστοιχα είναι και τα αποτελέσματα του CrystalDiskMark 6.0.2 με ουσιαστικές διαφορές μεταξύ των drives μόνο στη σειριακή εγγραφή, κατά τα αναμενόμενα. Τα αποτελέσματα του AS SSD Benchmark λένε την ίδια ιστορία, όσον αφορά τις αναγνώσεις και τις εγγραφές. Στις αντιγραφές, πλεονεκτεί πότε το ένα drive και πότε το άλλο, διατηρώντας την έως τώρα συνολική ισοβαθμία. Το Anvil's Storage Utilities benchmark έδωσε το προβάδισμα στον Corsair Force Series™ MP510 960GB, όχι στις εγγραφές όπως θα περιμέναμε, όπου θα ήταν αναμενόμενο και όπου επικράτησε απροσδόκητη ισοβαθμία, αλλά στις αναγνώσεις! Το αποτέλεσμα μας φαίνεται ανεξήγητο αλλά... ...αν δούμε λίγο πιο αναλυτικά τα αποτελέσματα, θα παρατηρήσουμε μια υπεροχή του Corsair Force Series™ MP510 960GB, όπου υπάρχει χρήση QD, που εξηγεί το αποτέλεσμα. Τα AIDA64 Average Read και Write Access δείχνουν ένα πλεονέκτημα του Samsung 970 EVO όσον αφορά το latency των αναγνώσεων, γεγονός που φαίνεται να οφείλεται στον εξειδικευμένο NVME driver της Samsung, τον οποίο και είχαμε εγκαταστήσει για τις δοκιμές του drive. Το πλεονέκτημα αυτό δε φαίνεται να εμφανίζεται στις εγγραφές. Τα παραπάνω συμπεράσματα φαίνεται να επιβεβαιώνονται και από τα αποτελέσματα του HD Tune Pro Random Read και Write Access. Ανάλυση σε βάθος Σε αυτό το τμήμα του review, θα χρησιμοποιήσουμε κάποιες πιο εξειδικευμένες δοκιμασίες για να δούμε τη συμπεριφορά του drive με περισσότερη λεπτομέρεια. Συγκεκριμένα θα χρησιμοποιήσουμε το Disk Benchmark του AIDA64. Βλέπουμε ότι η μέση ταχύτατα ανάγνωσης του Corsair Force Series™ MP510 960GB είναι ελάχιστα μεγαλύτερη από αυτή του Samsung 970 EVO 250GB, αλλά αυτό που φαίνεται να έχει περισσότερη σημασία είναι οι μικρότερες διακυμάνσεις, δείχνοντας ένα ιδιαίτερα σταθερό drive. Οι εγγραφές αποκαλύπτουν μια εντελώς διαφορετική ιστορία, τη γνωστή πονεμένη ιστορία όλων των SSD που χρησιμοποιούν TLC. Βλέπετε, οι TLC NAND δεν έχουν καθόλου καλές ταχύτητες εγγραφής. Γι αυτό οι εταιρείες δε διαφημίζουν ποτέ αυτή την ταχύτητα. Αντιθέτως, χρησιμοποιούν ένα μέρος της TLC NAND σε λειτουργία SLC. Όπα φίλε, μισό λεπτό! Τι είναι αυτό το TLC και τι είναι το SLC που μας λες; ΟΚ, μικρή ανάλυση λοιπόν, για να είμαστε στην ίδια σελίδα. Να με συγχωρήσουν οι γνώστες και τελειομανείς που θα είναι πολύ εκλαϊκευμένη η εξήγηση και οι μη σχετικοί που θα είναι πολύ "επιστημονική", αλλά πρέπει να συναντηθούμε κάπου στη μέση. Το κάθε κελί μνήμης τύπου NAND, μπορεί να αποθηκεύσει μία ηλεκτρική τάση και να την κρατήσει εκεί. Στην περίπτωση του πρώτου τύπου NAND που χρησιμοποιήθηκε σε SSD, τον τύπο SLC (Single Level Cell) αν υπάρχει ηλεκτρική τάση, αυτό σημαίνει αξία 1 και αν δεν υπάρχει αξία 0. Αυτό για τον υπολογιστή είναι ένα bit και 8 bits μας κάνουν ένα byte. Στην SLC NAND λοιπόν, κάθε κελί αποθηκεύει 1 bit και ο Controller έχει την πολύ εύκολη δουλειά να ξεχωρίσει ανάμεσα σε τάση και όχι τάση, πράγμα που γίνεται με πολύ μεγάλη ταχύτητα και ακόμη και αν το κελί έχει παλιώσει και φθαρεί. Συνεπώς η SLC NAND είναι πολύ γρήγορη και πολύ ανθεκτική στις εγγραφές που φθείρουν τα κελιά της NAND. Αποθηκεύει όμως 1 μόνο bit ανά κελί. SLC NAND βρίσκουμε μόνο σε Enterprise level SSDs γιατί παρά τα πλεονεκτήματά της, είναι πολύ ακριβή. H MLC NAND αποθηκεύει 2 bit σε κάθε κελί. Ναι, αλλά εμείς είπαμε ότι το μόνο που αποθηκεύει ένα κελί NAND είναι μια ηλεκτρική τάση. Πώς λοιπόν μια ηλεκτρική τάση μπορεί να αντιστοιχιστεί σε 2 bit, δηλαδή σε ένα οποιονδήποτε διψήφιο συνδυασμό από 0 και 1; Απλό! Οι συνδυασμοί αυτοί κατά το νόμο των πιθανοτήτων είναι 22 δηλαδή 4 και συγκεκριμένα οι 00, 01, 10, και 11. Αν θεωρήσουμε ότι η απουσία ηλεκτρικής τάσης αντιστοιχεί στο 00, θα χρειαστούμε 3 διαφορετικές ηλεκτρικές τάσεις για να αντιστοιχίσουμε στις υπόλοιπες τιμές. Κάπως έτσι λειτουργεί η MLC. Είναι πλέον προφανές ότι η MLC θα λειτουργεί πιο αργά από την SLC, καθώς ο ελεγκτής θα πρέπει να ξεχωρίσει 4 διαφορετικές καταστάσεις του κάθε κελιού, συμπεριλαμβανομένων 3 διαφορετικών ηλεκτρικών τάσεων. Συνεπώς το σύστημα θα λειτουργεί πιο αργά και επιπλέον θα είναι πιο επιρρεπές στη φθορά των κελιών κατά τις εγγραφές και θα έχει μικρότερη διάρκεια ζωής. Η TLC NAND, που χρησιμοποιεί ο Corsair Force Series™ MP510 960GB και ο Samsung 970 EVO 250GB, αποθηκεύει 3 bit σε κάθε κελί! Αυτό σημαίνει 23 δηλαδή 8 διαφορετικούς συνδυασμούς (000, 001, 010, 100, 011, 110, 101, 111). Κατά αναλογία με πριν, έχουμε εκτός από την απουσία τάσης, 7 διαφορετικές τιμές που κάνει πολύ πιο δύσκολη τη δουλειά του Controller. Εδώ πλέον οι εγγραφές γίνονται πολύ αργές. Η δε φθορά των κελιών που προκαλείται από τους κύκλους εγγραφών είναι ακόμα πιο σημαντική και η ζωή των κελιών πολύ πιο μικρή. Για να το αντιμετωπίσουν αυτό οι εταιρείες και να κάνουν τη χρήση TLC NAND μια βιώσιμη λύση για τους SSD, χρησιμοποιούν κάποια τεχνάσματα που βασίζονται σε πολύπλοκους και ισχυρούς Controllers και εξειδικευμένο firmware. Το πιο βασικό τέχνασμα είναι να χρησιμοποιούν ένα μέρος της ελεύθερης TLC NAND σε λειτουργία SLC, εν είδη cache. Δηλαδή οι εγγραφές πραγματοποιούνται στην SLC cache σε πραγματικό χρόνο και αργότερα, το drive με την ησυχία του περνάει τα δεδομένα στην πολύ πιο αργή TLC NAND. Φυσικά οι εταιρείες δεν το διαφημίζουν αυτό και ο μέσος χρήστης νομίζει ότι αγοράζει drive με ταχύτητες εγγραφής κοντά στα 3GB/s ενώ η αλήθεια είναι πολύ πιο πικρή. Γι αυτό βλέπουμε TLC drives που είναι πολύ πιο οικονομικά από τα MLC να διαφημίζουν υψηλότερες ταχύτητες, αυτές της πολύ γρήγορης SLC cache, η οποία όμως όταν τελειώνει κατά τη διάρκεια μεγαλύτερων εγγραφών, ξαφνικά στέλνει τις επιδόσεις περίπατο και μάλιστα περίπατο με τα πόδια! Πόση σημασία έχει αυτό στην πράξη; Μεγάλη κουβέντα και οι απόψεις διίστανται. Σε μια απλή χρήση που βασίζεται κυρίως σε αναγνώσεις και λίγες εγγραφές, τα TLC drives τα πάνε μια χαρά. Όταν τα πράγματα ζορίζουν και χρειάζονται μεγαλύτερες και συχνότερες εγγραφές που δε δίνουν χρόνο στην SLC cache των TLC drives να αδειάσει τα δεδομένα της και να είναι έτοιμη για την επόμενη χρήση, ίσως θα ήταν καλύτερη η χρήση ενός SSD με MLC NAND. Τώρα που ξέρουμε λοιπόν, ας πάμε να δούμε πώς συμπεριφέρεται ο Corsair Force Series™ MP510 960GB στις εγγραφές έναντι του Samsung 970 EVO 250GB. Όπως βλέπουμε και τα 2 drives ξεκινάνε με υψηλή ταχύτητα εγγραφών, αυτή της SLC cache, και μόλις αυτή γεμίσει, η ταχύτητα πέφτει στην πραγματική ταχύτητα εγγραφών που υποστηρίζει η TLC NAND του κάθε drive. Δηλαδή, όχι ακριβώς. Εδώ μπαίνει στο παιχνίδι το πόσα πακέτα TLC NAND έχει το κάθε drive, καθώς αυτά μπορούν να χρησιμοποιηθούν παράλληλα για εγγραφές. Έτσι περιμένουμε να δούμε διπλάσια ταχύτητα στον Corsair Force Series™ MP510 960GB, αλλά στην πραγματικότητα βλέπουμε ακόμη μεγαλύτερη μέση ταχύτητα. Σίγουρα και ασφαλή συμπεράσματα θα ήταν δυνατά μόνο αν συγκρίναμε εντελώς όμοια σε χωρητικότητα και αριθμό πακέτων NAND drives, αλλά σύμφωνα με τα παραπάνω φαίνεται ότι ο Corsair Force Series™ MP510 960GB είναι τουλάχιστον εφάμιλλος, αν όχι καλύτερος του Samsung 970 EVO και αυτό είναι πολύ σημαντικό καθώς η Corsair φαίνεται να έχει κατασκευάσει ένα drive που παίζει στα ίσια τον μέχρι τώρα βασιλιά της mainstream κατηγορίας! Program Traces - PCMark 8 Το drive benchmark του PCMark 8 χρησιμοποιεί traces χρήσης πραγματικών προγραμμάτων για να προσομοιώσει τη συμπεριφορά και τις επιδόσεις ενός drive κατά την πραγματική χρήση. Βλέπουμε ότι ο Corsair Force Series™ MP510 960GB πλεονεκτεί ανεπαίσθητα σε όλες τις δοκιμές, αν και αυτό μπορεί να οφείλεται εν μέρει και στη σημαντική διαφορά χωρητικότητας και ακόμη περισσότερο στη διαφορά πακέτων NAND σε σχέση με τον Samsung 970 EVO 250GB. Σε κάθε περίπτωση, ο Corsair Force Series™ MP510 960GB έχει εξαιρετικά καλές επιδόσεις. Συμπεράσματα και βαθμολογία - Το δια ταύτα Και ήρθε η ώρα του απολογισμού. O Corsair Force Series™ MP510 960GB είναι ένας πραγματικά καλός mainstream NVME SSD. Ανταγωνίζεται στα ίσια τον μέχρι τώρα βασιλιά της κατηγορίας, τον Samsung 970 EVO και οι επιδόσεις του αποδείχτηκαν εφάμιλλες, αν όχι καλύτερες. Παράλληλα, επέδειξε σταθερότητα και δεν υπήρξε καμία δυσάρεστη έκπληξη, όπως είχε συμβεί με παλαιότερα μοντέλα SSD που χρησιμοποιούσαν Controllers της Phison. Φαίνεται ότι η τεχνογνωσία της Phison έχει φτάσει σε ικανοποιητικό πλέον σημείο ωριμότητας. Επιπλέον, ο Controller ενσωματώνει τεχνολογίες κρυπτογράφησης και ασφάλειας των δεδομένων σε περίπτωση απώλειας τροφοδοσίας καθώς και άλλες εξελιγμένες τεχνολογίες που τον κατατάσσουν ανάμεσα στους κορυφαίους σε χαρακτηριστικά Controllers. Η 3D TLC NAND της Toshiba και το 1GB DDR4 cache της SK hynix συμπληρώνουν ένα ποιοτικό σύνολο επιμέρους εξαρτημάτων που συνιστούν, προφανώς, τη συνταγή της επιτυχίας. Η τιμή του Corsair Force Series™ MP510 960GB τη στιγμή συγγραφής του παρόντος review στο κατάστημα της Corsair είναι €254,99, τουλάχιστον €10 λιγότερα δηλαδή από τον άμεσο ανταγωνιστή του, τον Samsung 970 EVO 1TB από τον οποίο δεν έχει τίποτα να ζηλέψει. Με 5 χρόνια εγγύηση και 1700 TBW αντοχή, δεν υπάρχει κανένας λόγος να μη βάλετε έναν κουρσάρο στην υπολογιστή σας! Ας συνοψίσουμε τα πλεονεκτήματα και τα μειονεκτήματα του Corsair Force Series™ MP510 960GB: Πλεονεκτήματα + Επιδόσεις κορυφαίες για την κατηγορία του + Ανταγωνιστική τιμή + Υποστήριξη πολλών πρωτοκόλλων κρυπτογράφησης + Προστασία δεδομένων σε περίπτωση απώλειας τροφοδοσίας + Μαύρο PCB και όμορφο αυτοκόλλητο Μειονεκτήματα - Το συνοδευτικό λογισμικό χρειάζεται ανανέωση - Η διαφημιζόμενη ταχύτητα ανάγνωσης είναι εκτός των προδιαγραφών του Controller και το drive, προφανώς, δεν τη φτάνει Με βάση τα παραπάνω, η συνολική βαθμολογία του Corsair Force Series™ MP510 960GB είναι:  theLAB.gr Ευχαριστούμε θερμά την Corsair για την παραχώρηση του δείγματος της δοκιμής. Πολύμερος Αχανιώτης 3/12/2018
  18. Αν και κάποιο παλικάρι είχε κάνει ένα groupάκι, δημιούργησα ένα ανοιχτό επίσημο. Steam Community :: Group :: TheLab.gr Official Εντός Steam θα το βρείτε ως TheLab.gr Καν'τε join, όποιο παιχνίδι κι αν παίζετε, για να έχουμε stats των μελών, ευκολότερο friend exchange και λίγο πιο δυνατό game community Προς το παρόν μου σπάει τα νεύρα και δεν φαίνεται το Logo, αλλα που θα πάει Προτάσεις, γνώμες κλπ φυσικά δεκτά Keep having fun!
  19. Εισαγωγή Το πρώτο Corsair K70 RGB ήταν το πληκτρολόγιο της επιλογής μου για πολλά χρόνια, μέχρι πρόσφατα που το αντικατέστησα με το Corsair K95 RGB Platinum. Μη έχοντας κάποιο παράπονο κατά την πολυετή χρήση, η κυκλοφορία του Corsair K70 RGB MK.2 και της ιδιαίτερης έκδοσής του, του Corsair K70 RGB MK.2 SE (Special Edition), ήταν ιδιαίτερα ευπρόσδεκτη! Η Corsair μας έστειλε το Corsair K70 RGB MK.2 SE για να το δοκιμάσουμε και να σας το παρουσιάσουμε. Το Corsair K70 RGB MK.2 SE ξεφεύγει από τα συνηθισμένα σκούρα χρώματα και έρχεται σε ένα εκτυφλωτικό αλουμινένιο χρώμα που τονίζει το υλικό κατασκευής του. Τα λευκά Key Caps συμπληρώνουν εξαιρετικά το σύνολο. Τα χαρίσματα όμως του Corsair K70 RGB MK.2 SE είναι κάθε άλλο παρά μόνο εξωτερικά. Ακολουθήστε μας λοιπόν στην παρουσίαση όπου θα δούμε πώς το πανέμορφο σύνολο συμπληρώνεται αρμονικά με πολλά εσωτερικά χαρίσματα. Χαρακτηριστικά Τα χαρακτηριστικά του Corsair K70 RGB MK.2 SE συνοψίζονται στον παρακάτω πίνακα: Όπως βλέπετε το Corsair K70 RGB MK.2 SE χρησιμοποιεί διακόπτες Cherry MX Speed. Διαθέτει φωτισμό RGB, έχει 1000Hz report rate και Full Key Matrix (NKRO) με 100% anti-ghosting. Δηλαδή, σε απλά Ελληνικά, μπορείτε να πατήσετε ταυτόχρονα όλους του, τους ποικιλοτρόπως φωτισμένους, Cherry MX Speed διακόπτες και όλες οι ενεργοποιήσεις των διακοπτών θα καταγραφούν ταυτόχρονα, χωρίς απώλειες, με ρυθμό δειγματοληψίας 1000 φορές το δευτερόλεπτο! Η μη SE (Special Edition) έκδοση του πληκτρολογίου, η οποία έρχεται σε μαύρο χρώμα αντί για το αλουμινένιο σώμα με λευκά Key Caps της SE, έρχεται με 5 διαφορετικούς τύπους διακοπτών της Cherry. Η Πρώτη Επαφή Το Corsair K70 RGB MK.2 SE έρχεται σε ένα πολύχρωμο, ιλουστρασιόν κουτί με εικόνες που τονίζουν τον ιδιαίτερο χρωματισμό του και τις RGB δυνατότητές του. Εντός του κουτιού συναντάμε πρώτα το ίδιο το πληκτρολόγιο, προστατευμένο από διαφανές νάιλον. Κάτω από αυτό συναντάμε τα παρελκόμενα που αποτελούνται από τα κλασσικά φυλλάδια της εγγύησης και το manual, καθώς και το wrist rest. To wrist rest είναι ένα κομμάτι πλαστικού που κουμπώνει στο κυρίως σώμα του πληκτρολογίου. Το γκρι του χρώμα προσπαθεί να ταιριάξει με το βουρτσισμένο αλουμίνιο και τα λευκά Key Caps του πληκτρολογίου, με όχι ιδιαίτερη επιτυχία. Γενικά θεωρώ ότι το wrist rest που συνοδεύει το Corsair K70 RGB MK.2 SE, αν και το πλαστικό του είναι ποιοτικό, δε φτάνει στο επίπεδο του σώματος του πληκτρολογίου και μάλλον αφαιρεί παρά προσθέτει στην όλη εικόνα. Το πληκτρολόγιο πάντως είναι πανέμορφο και άκρως εντυπωσιακό! Το πάνω μέρος της βάσης του αποτελείται από αεροπορικό αλουμίνιο στο φυσικό του χρώμα και με ένα πανέμορφο εφέ βουρτσίσματος. Το σύνολο συμπληρώνουν υπέροχα τα λευκά Key Caps. Οι παρατηρητικοί θα έχουν ήδη δει ότι το Layout του Corsair K70 RGB MK.2 SE είναι Αμερικάνικο και όχι το κλασσικό Ευρωπαϊκό. Χαρακτηριστικό, το μεγάλο πλήκτρο Shift στα αριστερά και η ύπαρξη ενός μόνο πλήκτρου backslash, πάνω από το Αμερικανικού τύπου Enter. Αυτές είναι και όλες οι διαφορές, που δε θα δημιουργήσουν κάποιο πρόβλημα σε όποιον είναι συνηθισμένος στα Ευρωπαϊκά πληκτρολόγια. Το Corsair K70 RGB MK.2 SE διαθέτει κάποια επιπλέον πλήκτρα για βασικές του λειτουργίες και πολυμέσα. Πάνω και αριστερά από το λογότυπο λοιπόν, διακρίνουμε μια τριάδα που αποτελείται με τη σειρά από το πλήκτρο επιλογής των ενσωματωμένων προγραμματιζόμενων προφίλ, το πλήκτρο επιλογής της έντασης της φωτεινότητας και το πλήκτρο Win Lock που κλειδώνει τα Windows Keys, ώστε να μην τα ενεργοποιήσουμε κατά λάθος κατά τη διάρκεια του gaming. Πάνω και δεξιά βλέπουμε το πλήκτρο Mute και τη ρόδα ελέγχου της έντασης του ήχου. Η λειτουργία της ρόδας είναι ομαλή και η αντίσταση τόση ώστε να μην γυρίζει με τυχαία επαφή αλλά και να μην κουράζει. Ακριβώς από κάτω, τα κλασικά πλήκτρα ελέγχου των Multimedia. Στο κέντρο του πάνω μέρους, το λογότυπο είναι φωτιζόμενο και RGB. To wrist rest κουμπώνει εύκολα και σταθερά στο κάτω μέρος του πληκτρολογίου και ενώ προσφέρει καλή στήριξη για τα χέρια, αφαιρεί όπως είπαμε από την ομορφιά του συνόλου. Η κάτω πλευρά του Corsair K70 RGB MK.2 SE αποτελείται από πλαστικό. Οι μεγάλες λαστιχένιες επιφάνειες στις γωνίες, κυριολεκτικά αγκυροβολούν το πληκτρολόγιο πάνω στο γραφείο. Βλέπουμε ακόμη τα κανάλια δρομολόγησης καλωδίων και πώς κουμπώνει το wrist rest στις εγκοπές στο εμπρός μέρος. Οι πίσω λαστιχένιες επιφάνειες διαθέτουν στο κέντρο τους αναδιπλούμενα ποδαράκια που υψώνουν την πίσω πλευρά του πληκτρολογίου για όσους (για κάποιο διεστραμμένο λόγο) επιθυμούν να πληκτρολογούν με τους καρπούς τους σε υπερέκταση, έτσι ώστε να επιταχύνουν την ανάπτυξη του συνδρόμου καρπιαίου σωλήνα. Τα Key Caps του Corsair K70 RGB MK.2 SE είναι μια ευχάριστη έκπληξη, αφού δεν είναι τα συνηθισμένα από ABS πλαστικό με τα οποία εξοπλίζει η Corsair όλα τα άλλα της πληκτρολόγια αλλά τα Double Shot PBT Key Caps που προσφέρει ως αξεσουάρ. Οι διακόπτες είναι οι Cherry MX Speed και το κοντινό του βουρτσισμένου αλουμινίου με τα Double Shot Key Caps, πανέμορφο! Το πίσω μέρος του πληκτρολογίου είναι λιτό, με μόνα χαρακτηριστικά το χοντρό sleeved καλώδιο που περιέχει το USB καλώδιο για τη σύνδεση του πληκτρολογίου στον υπολογιστή και το άλλο USB καλώδιο για τη λειτουργία USB Pass Through που διαθέτει. Η θύρα USB Pass Through διακρίνεται στη φωτογραφία, δίπλα στο καλώδιο. Φινίρισμα Το φινίρισμα του Corsair K70 RGB MK.2 SE είναι μοναδικό! Βουρτσισμένο αεροπορικό αλουμίνιο και Double Shot PBT Key Caps δημιουργούν ένα εξαιρετικό σύνολο που σίγουρα δε θα περάσει απαρατήρητο! Και μετά, σε εκείνο το σύνολο έρχεται να κουμπώσει ένα γκρι πλαστικό wrist rest. Εντάξει, ποιοτικό το πλαστικό, αλλά αλήθεια, τι σκεφτόταν στην Corsair όταν έκαναν αυτό το αισθητικό έγκλημα; Βολικό το wrist rest, αλλά αφαιρεί από την ομορφιά του συνόλου. Συνδεσιμότητα Τη συνδεσιμότητα του Corsair K70 RGB MK.2 SE αναλαμβάνει ένα χοντρό, sleeved, μη αποσπώμενο, καλώδιο που κοντά στην άκρη του έχει έναν διακλαδωτήρα και χωρίζεται σε 2 καλώδια με βύσματα USB. Το ένα έχει πάνω του το σύμβολο του πληκτρολογίου και είναι αυτό που συνδέει το πληκτρολόγιο με τον υπολογιστή σας. Το άλλο έχει πάνω του 2 βέλη και είναι αυτό που συνδέεται με τη USB Pass Through θύρα. Η ποιότητα του sleeving είναι πολύ καλή και το χρώμα του κατορθώνει να εναρμονίζεται με το πανέμορφο σύνολο του πληκτρολογίου. Πλήκτρα Cherry MX Speed Όπως έχουμε πει, το Corsair K70 RGB MK.2 SE χρησιμοποιεί διακόπτες Cherry MX Speed. Τα βασικά χαρακτηριστικά αυτών των διακοπτών φαίνονται στον παρακάτω πίνακα. Πρόκειται για διακόπτες που σε αντίθεση με τα άλλα μοντέλα της εταιρίας τα οποία ενεργοποιούνται αφού διανύσουν 2 χιλιοστά κατά το πάτημα, ενεργοποιούνται μόλις στα 1,2 χιλιοστά, δίνοντας ταχύτερη ανταπόκριση και ένα απειροελάχιστο πλεονέκτημα στους hardcore gamers. Τα υπόλοιπα χαρακτηριστικά τους θυμίζουν τους διακόπτες Cherry MX Red, καθώς έχουν την ίδια operating force και δε διαθέτουν απτικό ή ηχητικό feedback. Το παρακάτω διάγραμμα δείχνει το σημείο ενεργοποίησης και επαναφοράς του διακόπτη. Φωτισμός RGB Τα πλήκτρα του Corsair K70 RGB MK.2 SE διαθέτουν έκαστο και από ένα RGB LED που μπορεί να το φωτίσει με οποιοδήποτε χρώμα επιλέξουμε. Η αλουμινένια επιφάνεια σε συνδυασμό με τα λευκά Key Caps, δημιουργούν έναν εξαιρετικό καμβά πάνω στον οποίο ζωγραφίζουν τα RGB LEDs του Corsair K70 RGB MK.2 SE. Επιπλέον, το λογότυπο είναι επίσης RGB φωτιζόμενο, με 2 ζώνες φωτισμού! Σε αυτό το μικρό βίντεο βλέπουμε την πανδαισία χρωμάτων που μπορεί να προσφέρει το Corsair K70 RGB MK.2 SE. Κι εδώ ένα κοντινό, χωρίς το Key Cap. Λογισμικό iCUE Ένα από τα πιο δυνατά σημεία του Corsair K70 RGB MK.2 SE, όπως και όλων των πληκτρολογίων της Corsair, είναι το λογισμικό ελέγχου, που ονομάζεται iCUE. Στην αρχική του καρτέλα, ΗOME, βλέπουμε όλες τις υποστηριζόμενες συσκευές που είναι συνδεδεμένες στο σύστημά μας. Ας επιλέξουμε το Corsair K70 RGB MK.2 SE. Με την επιλογή της συσκευής, εμφανίζονται αριστερά όλα τα προφίλ που σχετίζονται με αυτήν, software και hardware, αν διαθέτει από τα τελευταία. Εδώ το Corsair K70 RGB MK.2 SE βλέπουμε ότι διαθέτει 3 hardware προφίλ, που αποθηκεύονται στην ενσωματωμένη του μνήμη και μπορούμε να τα έχουμε μαζί μας, όπου και αν συνδέσουμε το πληκτρολόγιο, χωρίς την εγκατάσταση του λογισμικού iCUE. Επιλέγοντας κάποιο από τα hardware profiles, μπορούμε να το συνδέσουμε με κάποιο πρόγραμμα, έτσι ώστε όταν τρέχει στο προσκήνιο το εν λόγω πρόγραμμα, να φορτώνεται αυτόματα το προφίλ. Μπορούμε επίσης να αλλάξουμε το συνδεδεμένο με το προφίλ εικονίδιο και φόντο στο iCUE. Όταν έχουμε πατήσει πάνω σε κάποιο hardware profile, και μόνο τότε, εμφανίζεται κάτω αριστερά στο πρόγραμμα η καρτέλα ONBOARD PROFILES. Από εκεί μπορούμε να σβήσουμε κάποιο από τα προφίλ ή να το αντικαταστήσουμε με τις τρέχουσες ρυθμίσεις του πληκτρολογίου. Όταν από το παράθυρο των προφίλ αριστερά επιλέξουμε κάποιο software profile, τότε η επιλογή ONBOARD PROFILES εξαφανίζεται και μένουν οι 3 κλασσικές, ACTIONS (ενέργειες), LIGHTING EFFECTS (εφέ φωτισμού) και PERFORMANCE (απόδοση). Στη καρτέλα ACTIONS μπορούμε να ορίσουμε μια πληθώρα ενεργειών, τις οποίες μπορούμε να αντιστοιχίσουμε σε οποιοδήποτε πλήκτρο. Η πλήρης περιγραφή όλων αυτών των ενεργειών θα αποτελούσε ένα review από μόνη της και δεν αποτελεί σκοπό αυτού του review, καθώς υπάρχουν άπειροι οδηγοί για το iCUE στο διαδίκτυο. Αρκεί να πούμε ότι οι δυνατότητες είναι σχεδόν απεριόριστες. Αν κάποια ενέργεια θέλουμε να μπορούμε να τη χρησιμοποιούμε σε περισσότερα του ενός προφίλ, χωρίς να χρειάζεται κάθε φορά να την ξαναδημιουργούμε, μπορούμε να την προσθέσουμε στη σχετική ACTIONS LIBRARY (βιβλιοθήκη ενεργειών), από όπου θα είναι διαθέσιμη σε κάθε προφίλ. Η επιλογή LIGHTING EFFECTS μας δίνει μια εξ ίσου εκτενή επιλογή δημιουργίας εφέ φωτισμού. Τα εφέ μπορεί να είναι σε επίπεδα (layers) και να είναι συνεχή ή να ενεργοποιούνται για παράδειγμα με το πάτημα κάποιου πλήκτρου. Υπάρχει και εδώ η σχετική βιβλιοθήκη για να αποθηκεύουμε εφέ φωτισμού που θέλουμε να είναι διαθέσιμα για χρήση σε όλα τα προφίλ. Στην επιλογή PERFORMANCE μπορούμε να ορίσουμε ποιες λειτουργίες θα κλειδώνει το πλήκτρο Win Lock καθώς και τα χρώματα των indicators. Περνάμε στη δεύτερη καρτέλα, το DASHBOARD, όπου μπορούμε να δούμε πληροφορίες για το σύστημά μας και τις υποστηριζόμενες συσκευές. Η τρίτη καρτέλα, αυτή του INSTANT LIGHTING (Στιγμιαίου Φωτισμού) αλλάζει άμεσα το φωτισμό σε ένα από τα διαθέσιμα στατικά χρώματα, σε όλες τις υποστηριζόμενες συσκευές. Η τελευταία καρτέλα είναι αυτή των SETTINGS (Ρυθμίσεις). Το πάνω κομμάτι αφορά τις ρυθμίσεις της επιλεγμένης συσκευής ενώ το κάτω του λογισμικού iCue. Το κάτω κομμάτι έχει 4 καρτέλες. Εδώ βλέπουμε την GENERAL (Γενικά). Υπάρχει ακόμα η OSD που αφορά το On Screen Display... ...η DASHBOARD που αφορά το φόντο στην ομώνυμη καρτέλα που είδαμε... ...και η SENSOR LOGGING που αφορά την καταγραφή των αισθητήρων που υποστηρίζει το iCUE. Η Corsair έχει καταφέρει να συνδυάσει την πληρότητα στις λειτουργίες με την απλότητα χρήσης στο iCUE και αυτό είναι πάντα η συνταγή της επιτυχίας. Γι αυτό και το iCUE αποτελεί ένα από τα ισχυρά χαρτιά της εταιρίας όσον αφορά τις υποστηριζόμενες συσκευές της. Δοκιμές Στις δοκιμές που κάναμε, το Corsair K70 RGB MK.2 SE τα πήγε εξαιρετικά. Το NKRO επιβεβαιώθηκε, αφού όπως μπορείτε να δείτε, μπορέσαμε να καταγράψουμε όλα τα πλήκτρα του πληκτρολογίου ταυτόχρονα. Ο έλεγχος για ghosting δεν έδειξε το παραμικρό πρόβλημα, κάτι που ήταν αναμενόμενο και από τα επιτυχή αποτελέσματα της λειτουργίας NKRO. Δοκιμάστηκαν όλοι οι δυνατοί συνδυασμοί πλήκτρων που τυπικά μπορεί να προκαλούν ghosting και μπορέσαμε να γράψουμε τη φράση "THE QUICK BROWN FOX JUMPS OVER THE LAZY DOG" κρατώντας πατημένα και τα 2 πλήκτρα Shift ταυτόχρονα. Η πληκτρολόγηση ήταν ιδιαίτερα ευχάριστη και η ποιότητα κατασκευής κορυφαία. Τόσο στη χρήση σε παιχνίδια όσο και στη συγγραφή του παρόντος review, το Corsair K70 RGB MK.2 SE δεν άφησε κανένα παράπονο. Εν κατακλείδι To Corsair K70 RGB MK.2 είναι σίγουρα ο άξιος συνεχιστής της παράδοσης της σειράς K70 της Corsair. Αλλά το Corsair K70 RGB MK.2 SE είναι κάτι παραπάνω. Είναι ένα πανέμορφο κόσμημα για το γραφείο σας και έρχεται με τα σαφώς ποιοτικότερα λευκά Double Shot PBT Key Caps. Διαθέτει όλα τα πλεονεκτήματα του Corsair K70 RGB MK.2 όπως NKRO, anti-ghosting, μηχανικούς διακόπτες της Cherry, δυνατότητα αποθήκευσής τριών προφίλ on board για χρήση σε άλλο υπολογιστή χωρίς το εξαιρετικό λογισμικό iCUE της Corsair, ρόδα ελέγχου της έντασης του ήχου, multimedia keys, κατασκευή του επάνω μέρους από αεροπορικό αλουμίνιο, μία θύρα USB 2.0 Pass Through και εξαιρετική ποιότητα κατασκευής. Με το φυσικό χρώμα του αλουμινίου όμως που αναδεικνύει εξαιρετικά το εφέ βουρτσίσματος και τα λευκά Double Shot PBT Key Caps, το Corsair K70 RGB MK.2 SE ξεχωρίζει για την λαμπερή του παρουσία πάνω στο γραφείο σας. Μοναδική και έντονη παραφωνία είναι το γκρι πλαστικό wrist rest, που αν και είναι κατασκευασμένο από καλής ποιότητας πλαστικό, δεν καταφέρνει να εναρμονιστεί ούτε σε ποιότητα ούτε και σε εμφάνιση με το κυρίως σώμα του πληκτρολογίου, μειώνοντας τη συνολική αισθητική του συνόλου. Χωρίς το wrist rest είναι πανέμορφο, αλλά λόγω πάχους του πληκτρολογίου, η χρήση του χωρίς wrist rest μου φάνηκε αρκετά κουραστική. Τη στιγμή της συγγραφής του παρόντος review, δεν μπορέσαμε να βρούμε το Corsair K70 RGB MK.2 SE σε κάποιο Ελληνικό κατάστημα. Η μη SE (Special Edition) έκδοση, το Corsair K70 RGB MK.2, υπάρχει και η τιμή του ξεκινάει από από τα 175 ευρώ περίπου. Το Corsair K70 RGB MK.2 SE καταφέραμε να το εντοπίσουμε στο γερμανικό ebay, με τιμή που ξεκινάει από τα περίπου 190 ευρώ χωρίς τα μεταφορικά για Ελλάδα. Το γεγονός όμως ότι στο γερμανικό ebay η τιμή της SE έκδοσης ήταν η ίδια με της κανονικής, δίνει βάσιμες ελπίδες ότι όταν έρθει η SE έκδοση στην Ελλάδα, η τιμής της θα είναι παρόμοια με της κανονικής, δηλαδή κοντά στα 175 ευρώ. Να σημειώσουμε τέλος ότι το Corsair K70 RGB MK.2 SE έρχεται αποκλειστικά με Cherry MX Speed διακόπτες, ενώ η μη SE έκδοση προσφέρει επιλογή μεταξύ Cherry MX Speed, Cherry MX Red, Cherry MX Brown, Cherry MX Blue και Cherry MX Silent. Ας συνοψίσουμε λοιπόν τα πλεονεκτήματα και τα μειονεκτήματα του Corsair K70 RGB MK.2 SE: Ο καλός - Απλά πανέμορφο! - Εξαιρετική ποιότητα κατασκευής, υλικών και φινίρισμα - Φωτισμός RGB - Double Shot PBT Key Caps - Μηχανικοί διακόπτες Cherry MX Speed με ενεργοποίηση στα 1,2 χιλιοστά - Πολύ καλό λογισμικό ελέγχου iCUE - NKRO και απουσία ghosting - Multimedia Keys - Ρόδα ελέγχου έντασης ήχου και πλήκτρο σίγασης - Αποθήκευση 3 προφίλ στο πληκτρολόγιο και επιλογής τους μέσω ειδικού πλήκτρου Ο Κακός - Το γκρι πλαστικό wrist rest μειώνει σημαντικά τη συνολική αισθητική του συνόλου - Η θύρα USB Pass Through θα μπορούσε να είναι τύπου USB 3.0 αντί για USB 2.0 Ο Αδιάφορος - Η τιμή είναι υψηλή για ένα πληκτρολόγιο αλλά λογική αν υπολογίσουμε όλα τα χαρακτηριστικά και τις δυνατότητές του Με βάση τα παραπάνω, η συνολική βαθμολογία του Corsair K70 RGB MK.2 SE είναι:  theLAB.gr Ευχαριστούμε θερμά την Corsair για την παραχώρηση του δείγματος της δοκιμής. Πολύμερος Αχανιώτης 3/9/2018
  20. Εισαγωγή Κουμπί, or not κουμπί; Ή μήπως οθόνη; Δε θα ήταν καταπληκτικό αν τα πλήκτρα του πληκτρολογίου ήταν μικρές οθόνες, που με έξυπνο τρόπο θα μπορούσαν να αλλάζουν την εικόνα που δείχνουν ανάλογα με το πού βρισκόμαστε και τι κάνουμε; Και ναι, υπάρχουν αρκετές τέτοιες υλοποιήσεις, ακόμα και για ολόκληρα πληκτρολόγια, αλλά η τιμή τους είναι απαγορευτική για το μέσο χρήστη. Εξ' άλλου, δε χρειαζόμαστε πραγματικά τόσο πολλά πλήκτρα με οθόνη. Η Elgato Gaming, την οποία έχει πλέον αγοράσει η Corsair, κυκλοφόρησε πέρυσι το Elgato Stream Deck, το οποίο προσέφερε 15 τέτοια πλήκτρα, ενώ τώρα συμπληρώνει τη σειρά με το μικρό αδελφάκι, το Elgato Stream Deck Mini. To Elgato Stream Deck Mini διαθέτει 6 πλήκτρα - οθόνες και συνεπώς καταλαμβάνει αρκετά μικρότερο χώρο, ενώ παράλληλα είναι πιο οικονομικό από τον μεγάλο του αδελφό. Με τον τρόπο που λειτουργεί όμως, χάρη στη δημιουργία φακέλων και υποφακέλων καθώς και προφίλ, αυτά τα 6 πλήκτρα μπορούν να δώσουν απεριόριστες προγραμματισμένες εντολές. Φωτογράφιση Το Elgato Stream Deck Mini έρχεται σε μια πρωτότυπη, τριγωνική συσκευασία. Η παρουσίαση μετά την αφαίρεση του εξωτερικού, είναι καλοσχεδιασμένη. Εντός της συσκευασίας, βρίσκουμε μόνο τη συσκευή και τα γνωστά φυλλάδια που κανένας δε διαβάζει. Εξ άλλου, δε χρειαζόμαστε και κάτι άλλο. Το Elgato Stream Deck Mini είναι κατασκευασμένο από ποιοτικό πλαστικό με σατινέ υφή, η οποία δεν αναδεικνύει τα δαχτυλικά αποτυπώματα. Η ποιότητα κατασκευής και το φινίρισμα βρίσκονται σε υψηλά επίπεδα. Το σχήμα της συσκευής, όπως και της συσκευασίας, είναι τριγωνικό, με αποτέλεσμα όταν η συσκευή τοποθετηθεί πάνω στο γραφείο, τα πλήκτρα να βρίσκονται κάθετα με τα μάτια του χρήστη, όταν αυτός τα στρέφει προς τη συσκευή. Στο εμπρός μέρος, κάτω από το λογότυπο της εταιρίας και το όνομα της συσκευής (μείον το Mini), βρίσκουμε σε 2 σειρές τα 6 πλήκτρα - οθόνες. Στο πίσω μέρος διακρίνεται το λογότυπο της εταιρείας και το καλώδιο διασύνδεσης. Απλό, λιτό και καλόγουστο. Στο κάτω μέρος, εκτός από τις συνηθισμένες πληροφορίες και πιστοποιήσεις, βλέπουμε ότι σχεδόν όλη η επιφάνεια καλύπτεται από ελαστικό, το οποίο διασφαλίζει τη σταθερότητα της συσκευής, όταν πιέζουμε κάποιο πλήκτρο. Προσοχή, το ελαστικό καλύπτεται από μια ζελατίνη, την οποία αν δεν αφαιρέσετε (Όπως έκανε ο υπόφ... - δε λέμε ποιος, υπολήψεις δε θίγουμε), το Elgato Stream Deck Mini θα γλιστράει και θα μετακινείται εκνευριστικά κάθε φορά που θα πιέζετε ένα πλήκτρο. Μετά την αφαίρεση της ζελατίνης, το ελαστικό κρατάει τη συσκευή στη θέση της άριστα. Πάντως μια ένδειξη Please remove film before use, δε θα έβλαπτε κανέναν. Το καλώδιο διασύνδεσης είναι ένα απλό καλώδιο USB. Θα προτιμούσα να δω ένα sleeved καλώδιο σε ένα τέτοιου είδους περιφερειακό. Software - Stream Deck Το λογισμικό με το οποίο προγραμματίζουμε το Elgato Stream Deck Mini, ονομάζεται Stream Deck. Ξεκινάμε με το βασικό (Default) προφίλ και βλέπουμε στην οθόνη τα 6 πλήκτρα του Elgato Stream Deck Mini. Δεξιά βλέπουμε μια σειρά από δημοφιλή προγράμματα, τα περισσότερα από τα οποία σχετίζονται με το streaming και το gaming. Υπάρχουν όμως και 2 κατηγορίες ακόμα, η κατηγορία Stream Deck και η κατηγορία System που περιέχουν πιο γενικές εντολές, τις οποίες και χρησιμοποίησα παρακάτω για να φτιάξω 2 προφίλ για τις ανάγκες αυτού του review. Κάθε καινούριο προφίλ έχει προγραμματισμένο το τελευταίο πλήκτρο ως καλωσόρισμα. Πιέζοντάς το, πηγαίνουμε κατευθείαν στην ιστοσελίδα του προϊόντος. Φυσικά, μπορούμε να το αφαιρέσουμε και να το αντικαταστήσουμε με ό,τι θέλουμε εμείς. Κάθε πλήκτρο, μπορεί να γίνει φάκελος που μέσα θα μπορεί να περιέχει προγραμματισμένα πλήκτρα εντολών ή άλλους φακέλους. Καθώς τα επίπεδα φακέλων δεν έχουν περιορισμό, το σύνολο των προγραμματισμένων εντολών, είναι απεριόριστο. Ας δούμε τώρα το σύνολο των εντολών που μπορούμε να αναθέσουμε στα πλήκτρα. Στις παρακάτω εικόνες θα ανοίξουμε μία μία όλες τις κατηγορίες του πίνακα στα δεξιά. Η αντιστοίχηση μιας εντολής σε κάποιο πλήκτρο του Elgato Stream Deck Mini γίνεται απλά με drag & drop και στη συνέχεια εμφανίζονται στο κάτω μέρος του παραθύρου του προγράμματος οι επιλογές παραμετροποίησης. Το γρανάζι που βρίσκεται δεξιά του ονόματος του προφίλ (αρκετά προς τα δεξιά) ανοίγει το μενού των προτιμήσεων. Αυτό έχει 3 ταμπέλες. Στην πρώτη, τη γενική (General), μπορούμε να κάνουμε update στο πρόγραμμα και το firmware της συσκευής, να αλλάξουμε το όνομα της συσκευής (αν έχουμε πολλές, αυτό βοηθάει), να ορίσουμε μετά από πόσο χρόνο μη χρήσης θα μπαίνει σε sleep mode και να ορίσουμε τη φωτεινότητα. Στην ταμπέλα των λογαριασμών (Accounts) μπορούμε να δώσουμε τα στοιχεία μας σε διάφορους λογαριασμούς που απαιτούνται για κάποιες από τις λειτουργίες της συσκευής. Τέλος, στον ταμπέλα των προφίλ (Profiles) μπορούμε να δημιουργήσουμε νέα προφίλ, ένα βασικό (Default) και όσα θέλουμε για συγκεκριμένα προγράμματα. Όποτε είναι στο προσκήνιο το κάθε πρόγραμμα που ορίζουμε, η συσκευή περνάει αυτόματα στο σχετικό προφίλ, ενώ όταν κανένα από τα προκαθορισμένα από εμάς προγράμματα δεν είναι στο προσκήνιο, η συσκευή περνάει αυτόματα στο βασικό της προφίλ. Μια ενδιαφέρουσα λειτουργία που χρίζει ιδιαίτερης μνείας, είναι το Multi Action, που βρίσκεται κάτω από την κατηγορία Stream Deck. Με αυτό, μπορούμε να ορίσουμε μια σειρά από λειτουργίες, όποιες θέλουμε εμείς από τη λίστα δεξιά, οι οποίες θα εκτελεστούν όλες σειριακά με το πάτημα ενός και μόνο πλήκτρου. Ουσιαστικά φτιάχνουμε κάτι σαν macro, με πολύ απλό τρόπο. Όπως είναι ολοφάνερο από την μεγάλη πλειοψηφία των υποστηριζόμενων εφαρμογών, από το όνομα και από το γενικότερο marketing της συσκευής, το Elgato Stream Deck Mini απευθύνεται κυρίως σε online content creators και ειδικά σε live streamers. Η εξαιρετική ευελιξία του λογισμικού του επιτρέπει να προσαρμόζεται ακριβώς στις ανάγκες και τις επιθυμίες του κάθε χρήστη. Όπως αντιλαμβάνεστε, τα σενάρια χρήσης είναι ατελείωτα και σαφώς εκτός των στόχων αυτού του review. Έτσι, για να δείξουμε τις δυνατότητες του Elgato Stream Deck Mini με ένα τρόπο φιλικότερο προς όλους, ακόμη και αυτούς που δεν ασχολούνται με online content creation και live streaming, θα χρησιμοποιήσουμε στα παραδείγματά μας τις εντολές που περιέχονται στις κατηγορίες Stream Deck και System, που είναι πιο γενικές και ευκολότερα κατανοητές στο μέσο χρήστη. Να λοιπόν το βασικό (Default) προφίλ που εύκολα δημιούργησα. Οι εικόνες του κάθε πλήκτρου μπορούν να αλλαχτούν από τις προκαθορισμένες και να αντικατασταθούν είτε από εικόνες που έχετε εσείς στο δίσκο σας, είτε από εικόνες που μπορείτε να δημιουργήσετε μέσω της ιστοσελίδας του προγράμματος, χωρίς ιδιαίτερες γνώσεις. Εδώ, τα "Multimedia" και "Web" είναι φάκελοι, με εικονίδια που επέλεξα εγώ από το δίσκο μου. Το Outlook είναι μια συντόμευση που ανοίγει το γνωστό πρόγραμμα του Microsoft Office και το εικονίδιο μπήκε αυτόματα καθώς το Stream Deck το "τράβηξε" από το εκτελέσιμο αρχείο του προγράμματος. Το M6 Encore είναι μια συντόμευση ιστοσελίδας που ανοίγει αυτόματα το μενού του καταπληκτικού Musical Fidelity M6 Encore που βρίσκεται στο δίκτυό μου και του οποίου το Review μπορείτε να διαβάσετε εδώ. Το Calculator ανοίγει το Calculator των Windows και επέλεξα να μην έχει ετικέτα, κάτι που μπορεί να γίνει για κάθε λειτουργία που αντιστοιχίζουμε σε κάποιο πλήκτρο - οθόνη. Το τελευταίο πλήκτρο τρέχει μια εντολή που ενεργοποιεί τον τερματισμό των Windows (shutdown.exe /s /t 0). Ας ανοίξουμε λοιπόν τον πρώτο φάκελο, τον επονομαζόμενο "Multimedia". Βλέπουμε ότι το πρώτο πλήκτρο είναι υποχρεωτικά πλήκτρο επιστροφής στο ανώτερο επίπεδο στη δομή των φακέλων. Αυτό είναι απαραίτητο, καθώς αλλιώς θα ήταν αδύνατη η πλοήγηση μεταξύ φακέλων. Μένουν λοιπόν 5 πλήκτρα για να τα ορίσουμε κι αυτά ως υποφακέλους ή ως εντολές. Εδώ έχουμε βάλει απλές εντολές ελέγχου των πολυμέσων, ενώ δεν έχουμε ορίσει ετικέτες (τίτλους), καθώς τα σύμβολα είναι γνωστά και αυτονόητα. Οι ετικέτες, όπου επιλέγουμε να τις χρησιμοποιήσουμε, μπορεί να είναι και στα Ελληνικά, καθώς και να εμφανίζονται στο κάτω, πάνω η κεντρικό τμήμα της οθόνης του πλήκτρου. Επίσης μπορεί να περιέχουν πάνω από μία γραμμή. Ο δεύτερος φάκελος, το Web, περιέχει συνδέσμους για κάποιες ιστοσελίδες. Κάπως έτσι, με αυτόν τον απλό τρόπο φτιάχνουμε φακέλους, υποφακέλους και εντολές, με από drag & drop και εύκολη παραμετροποίηση. Στο άλλο προφίλ που είδαμε παραπάνω ότι έφτιαξα, δεν έχω βάλει φακέλους. Έχω απλά συντομεύσεις για εντολές του Photoshop. Χρησιμοποίησα ως φόντο σε κάθε πλήκτρο το εικονίδιο του Photoshop και επάνω έβαλα την ετικέτα που περιγράφει την κάθε εντολή. Η στοίχιση της ετικέτας έχει επιλεγεί να είναι στο κέντρο. Η Χρήση Η χρήση του Elgato Stream Deck Mini, αφού παραμετροποιηθεί μέσω του λογισμικού του, είναι εξαιρετικά απλή και ευχάριστη. Πατάς το πλήκτρο, κάνει αυτό που του έχεις πει να κάνει. Με τη σύνδεση του Elgato Stream Deck Mini στον υπολογιστή και αν δε βρει ανοιχτό το λογισμικό του, βλέπουμε στα πλήκτρα - οθόνες το λογότυπο της Elgato, σαν σε Video Wall. Με την εγκατάσταση και την εκτέλεση του λογισμικού, δημιουργείται αυτόματα το βασικό προφίλ, του οποίου η αρχική ρύθμιση έχει όπως είδαμε μόνο το πλήκτρο που μας οδηγεί στη σελίδα της εταιρίας. Ας φορτώσουμε τώρα τα δικά μας προφίλ. Ό,τι βλέπουμε στη συσκευή, εμφανίζεται ταυτόχρονα και στο λογισμικό. Ότι αλλάζουμε στο λογισμικό, αλλάζει αυτόματα και στη συσκευή, σε πραγματικό χρόνο. Τα προφίλ αλλάζουν αυτόματα, όπως τα έχουμε ορίσει. Εδώ βλέπετε πώς φορτώνει αυτόματα το προφίλ του Photoshop που είδαμε παραπάνω, όταν κάνω κλικ στο παράθυρο του Photoshop και το φέρνω στο προσκήνιο και πώς φορτώνεται αμέσως το βασικό (Default) προφίλ όταν κλικάρω εκτός του παραθύρου. Τα πλήκτρα του Elgato Stream Deck Mini κάνουν ένα ικανοποιητικό χαμηλό ήχο όταν τα πιέζεις, σαν επιβεβαίωση ότι τα πίεσες, που μου άρεσε. Είναι όμως δυνατόν, αν πιέσει κάποιος ένα πλήκτρο απαλά και όχι έως το τέρμα, να μην αναγνωριστεί η κίνηση. Γι αυτό λοιπόν, τα πλήκτρα του Elgato Stream Deck Mini πρέπει να πιέζονται αποφασιστικά. Απολογισμός Το Elgato Stream Deck Mini είναι μια συσκευή που με εντυπωσίασε από το γεγονός ότι κάνει ακριβώς αυτό που υπόσχεται, χωρίς προβλήματα, χωρίς "αλλά", απλά και φυσικά. Το λογισμικό είναι εύκολο και λειτουργικό, δεν εντόπισα ούτε bugs ούτε κάτι που θα άλλαζα. Παρά το γεγονός ότι η συσκευή προορίζεται για χρήση από online content creators και live streamers, οι δυνατότητές της είναι σχεδόν απεριόριστες και μπορεί να προσαρμοστεί άνετα και για γενική χρήση, όπως είδαμε στα παραδείγματα παραπάνω. Η ποιότητα κατασκευής είναι εξαιρετική με καλά υλικά και σωστή συναρμογή. Τα πλήκτρα πατιούνται κάνοντας έναν ευδιάκριτο, ικανοποιητικό ήχο που δεν ενοχλεί και αποτελεί εξαιρετικό feedback και το γεγονός ότι το πάτημα καταγράφεται στον τερματισμό του πλήκτρου και όχι αν αυτό πατηθεί πολύ απαλά και για όχι όλη τη διαδρομή του δεν αποτελεί πρόβλημα καθώς αυτή είναι περίπου ενάμισι χιλιοστό. Το μόνο που θα μπορούσε κανείς να βελτιώσει είναι η ανάλυση των οθονών του, οι οποίες όπως είδατε στις κοντινές φωτογραφίες, δεν είναι υπερυψηλή, αλλά για να είμαστε δίκαιοι, το Elgato Stream Deck Mini δεν προορίζεται για να πατάτε τα πλήκτρα με τη μύτη. Στη φυσιολογική απόσταση χρήσης, τα pixels είναι αόρατα, τα χρώματα ζωηρά και το contrast άριστο. Επίσης θα ήθελα το καλώδιο USB να ήταν sleeved, κάτι λογικό για το είδος και την τιμή της συσκευής. Ποια τιμή; Το Elgato Stream Deck Mini δεν υπάρχει αυτή τη στιγμή στα Ελληνικά μαγαζιά. Στο γερμανικό Amazon και στο κατάστημα της ιστοσελίδας της Corsair, η τιμή του είναι στα 99,95 ευρώ, την οποία βρίσκω λογική για τη λειτουργικότητα που προσθέτει στις συσκευές εισαγωγής ενός υπολογιστή. Για σύγκριση, το Elgato Stream Deck με τα 15 πλήκτρα, κοστίζει 149,95 ευρώ, οπότε το κόστος ανά πλήκτρο είναι σημαντικά χαμηλότερο. Αν κάποιος χρειάζεται πολλές εντολές μαζί σε μία σελίδα, αυτό αποτελεί ένα ατού. Κατά τα άλλα, και οι 2 συσκευές, χάρη στα προφίλ και τους φακέλους, δεν έχουν περιορισμό στον αριθμό των εντολών που μπορείτε να προγραμματίσετε σε αυτές. Και το Elgato Stream Deck Mini έχει το πλεονέκτημα του μικρότερου footprint. Ας συνοψίσουμε τα πλεονεκτήματα και τα μειονεκτήματα του Elgato Stream Deck Mini: Πλεονεκτήματα + Εξαιρετική ποιότητα κατασκευής + Εξαιρετική λειτουργικότητα + Εξαιρετικό και πολύ απλό στη χρήση λογισμικό + Προγραμματισμός απεριόριστων λειτουργιών με προφίλ και φακέλους + Καθαρές οθόνες με ζωηρά χρώματα και πολύ καλό contrast + Λαστιχένια επιφάνεια στη βάση που σταθεροποιεί άψογα τη συσκευή Μειονεκτήματα - Θα προτιμούσαμε το καλώδιο να ήταν sleeved Με βάση τα παραπάνω, η συνολική βαθμολογία του Elgato Stream Deck Mini είναι:  theLAB.gr Ευχαριστούμε θερμά την Corsair για την παραχώρηση του δείγματος της δοκιμής. Πολύμερος Αχανιώτης 6/8/2018
  21. Εισαγωγή Σε κάθε τεχνολογία έρχεται ο καιρός της ωρίμανσης, οπότε αρχίζουμε να βλέπουμε προϊόντα χωρίς πολλούς ή και καθόλου συμβιβασμούς. H Corsair, με τη σειρά Vengeance RGB Pro σηματοδοτεί την εποχή της ωρίμανσης στα RGB αρθρώματα μνήμης. Μεγάλη κουβέντα είπες ωρέ reviewer! Και οι μεγάλες κουβέντες χρειάζονται καλές εξηγήσεις. Έτσι λοιπόν, και εφ όσον η Corsair μας έστειλε ένα σετ Corsair Vengeance® RGB Pro 32GB (4x8GB) DDR4 3200MHz C16 σε εντυπωσιακό λευκό χρώμα για να σας παρουσιάσουμε, μας δίνεται η ευκαιρία να δούμε γιατί η σειρά αυτή είναι η χωρίς παραχωρήσεις εκδοχή των RGB αρθρωμάτων μνήμης. Θα μου πείτε, λειτουργικά, δεν είναι καλές; Μόνο για το RGB θα πούμε; Όχι βέβαια, λειτουργικά είναι το ίδιο καλές με τις προηγούμενες υλοποιήσεις της Corsair, δηλαδή απροβλημάτιστες μνήμες υψηλών επιδόσεων. Θα επικεντρώσουμε όμως στις εξαιρετικές RGB δυνατότητες των αρθρωμάτων, καθώς εκεί βρίσκεται η ειδοποιός διαφορά τους, χωρίς να παραλείψουμε και τις δοκιμασίες επί της λειτουργικότητας. Φωτογράφιση Οι Corsair Vengeance® RGB Pro 32GB (4x8GB) DDR4 3200MHz C16 έρχονται σε ένα χαρτονένιο κουτί που τονίζει τον RGB χαρακτήρα του προϊόντος. Εντός, βρίσκουμε δύο συσκευασίες από σκληρό, διάφανο πλαστικό που προστατεύουν, ανά δύο, τα αρθρώματα. Τα αρθρώματα, στη μία πλευρά έχουν το λογότυπο, το οποίο ιριδίζει κάπως στο φως. Στην άλλη πλευρά βλέπουμε τον κωδικό του προϊόντος και τις βασικές παραμέτρους λειτουργίας. Στο επάνω μέρος διακρίνεται το γαλακτερό πλαστικό που διαχέει το φωτισμό των RGB LEDs. Τέλος, βλέπουμε τις Corsair Vengeance® RGB Pro 32GB (4x8GB) DDR4 3200MHz C16 εγκατεστημένες στην ASUS Rampage V Extreme (X99 Chipset) με custom υδρόψυξη. Χαρακτηριστικά Τα χαρακτηριστικά των Corsair Vengeance® RGB Pro 32GB (4x8GB) DDR4 3200MHz C16 φαίνονται στον παρακάτω πίνακα. Corsair iCUE και RGB φωτισμός Κατ' αρχάς, για να λειτουργήσει ο έλεγχος του RGB φωτισμού των αρθρωμάτων, και εφόσον αυτό γίνεται κατ' ευθείαν μέσω των DIMM Slot της μητρικής, χωρίς επιπλέον καλώδια, πρέπει να μπορεί η μητρική να γράψει στο SPD των αρθρωμάτων. Αυτό προϋποθέτει ενεργοποίηση της δυνατότητας μέσω του BIOS της μητρικής. Στην ASUS Rampage V Extreme αυτό γίνεται με την ενεργοποίηση του DRAM SPD Write. Ο έλεγχος του φωτισμού των Corsair Vengeance® RGB Pro 32GB (4x8GB) DDR4 3200MHz C16 μπορεί να γίνει μέσα από αρκετά προγράμματα ελέγχου RGB που παρέχονται μαζί με τις διάφορες RGB μητρικές, και έτσι να έχουμε και συγχρονισμό φωτισμού με αυτές. Η Corsair όμως ενσωματώνει τον έλεγχο και στο δικό της εξαιρετικό πρόγραμμα ελέγχου και ρύθμισης των συσκευών της, το Corsair iCUE. Ανοίγοντας το iCUE βλέπουμε τις υποστηριζόμενες συσκευές που είναι συνδεδεμένες στο σύστημά μας. Ας επιλέξουμε λοιπόν τις Vengeance RGB Pro. Αμέσως βλέπουμε τις θερμοκρασίες των αρθρωμάτων και έχουμε τη δυνατότητα να προσθέσουμε τις θερμοκρασίες αυτές τόσο στο Dashboard (πάνω κίτρινο εικονίδιο με τα 4 τετράγωνα) όσο και στο Space (κάτω κίτρινο εικονίδιο με τις 4 γραμμές). Το ότι τα εικονίδια είναι κίτρινα σημαίνει ότι η συγκεκριμένη ένδειξη θερμοκρασίας έχει καρφιτσωθεί στα αντίστοιχα σημεία, Dashboard και Space. Αν δεν είναι καρφιτσωμένη, τότε τα εικονίδια είναι λευκά. Τώρα τι είναι το Dashboard και τι το Space, θα το μάθουμε λίγο παρακάτω. Ας ξεκινήσουμε με το μενού στα αριστερά λοιπόν και πρώτα με το DIMM SETUP. Εκεί μπορούμε να ορίσουμε το πώς είναι τοποθετημένα τα DIMM Slots της μητρικής μας, τόσο σε θέση (με τα βελάκια που εμφανίζονται όταν επιλέγουμε το κάθε ένα) όσο και να του φέρουμε τα πάνω κάτω με τα κυκλικά βελάκια στο κάτω μέρος του. Έτσι ξέρει το iCUE το πώς είναι τα πράγματα, ώστε να συντονίζει σωστά τα διάφορα εφέ φωτισμού. Προχωρώντας στα LIGHTING EFFECTS (εφέ φωτισμού) βλέπουμε για αρχή ότι μπορούμε να ορίσουμε σε ποιο/α DIMM θα εφαρμόζεται το κάθε εφέ που θα προσθέσουμε καθώς και να βάλουμε πολλαπλά layers (επίπεδα) στα εφέ φωτισμού. Όμως θα ήταν μεγάλη αδικία για τις Corsair Vengeance® RGB Pro 32GB (4x8GB) DDR4 3200MHz C16 να συνεχίσουμε την ανάλυση σε αυτή τη ρύθμιση. Ας κάνουμε λοιπόν μια μικρή παράκαμψη και ας πάμε για λίγο στην καρτέλα SETTINGS (ρυθμίσεις). Εκεί, στο πάνω μέρος, βλέπουμε πολύ λίγα πράγματα: Τον έλεγχο της μέγιστης φωτεινότητας, την αναβάθμιση του Firmware και τη δυνατότητα Enable full software control (ενεργοποίηση πλήρους ελέγχου λογισμικού). Αυτή την τελευταία λειτουργία είναι που πρέπει οπωσδήποτε να ενεργοποιήσουμε. Την ενεργοποιούμε λοιπόν και πάμε πίσω στα εφέ φωτισμού για να δούμε τι έκανε. Αντί για τα κουμπιά εφαρμογής του εφέ για το κάθε άρθρωμα, βλέπουμε 10 ξεχωριστά κουμπάκια πάνω σε κάθε άρθρωμα. Αυτά αντιπροσωπεύουν τα 10 ξεχωριστά ελεγχόμενα RGB LEDs που διαθέτει και μπορούμε πλέον να εφαρμόζουμε το κάθε εφέ φωτισμού σε όσα LEDs θέλουμε, από όσα αρθρώματα θέλουμε. Έχουμε δηλαδή συνολικά στα 4 αρθρώματα, 40 ξεχωριστά ελεγχόμενες ζώνες φωτισμού και πολλά εφέ αλληλεπίδρασης μεταξύ τους. Στη λίστα των εφέ βλέπουμε τα PREDIFINED (προκαθορισμένα), CUSTOM (προσαρμόσιμα) και LIGHTING LINK (διασύνδεσης φωτισμού). Τα PREDIFINED είναι τα πιο εύκολα στη χρήση και με την παραμετροποίηση που διαθέτουν μπορούν να δώσουν πολλούς συνδυασμούς φωτισμών που θα ικανοποιήσουν απόλυτα τη μεγάλη πλειοψηφία των χρηστών. Για τους πιο απαιτητικούς, υπάρχουν τα CUSTOM, τα οποία μπορεί κανείς να παραμετροποιήσει εντελώς. Τα LIGHTING LINK είναι προκαθορισμένα εφέ που συνδυάζουν φωτισμό σε 2 ή περισσότερες συσκευές. Δηλαδή μπορείτε να έχετε εφέ που συνεχίζονται και περιλαμβάνουν π.χ. τις μνήμες και το πληκτρολόγιό σας ή και άλλες υποστηριζόμενες συσκευές. Στη συνέχεια θα δούμε τα PREDIFINED εφέ φωτισμού μαζί με σχετικά σύντομα Video! Ξεκινάμε με το πρώτο, το Raibow Wave, στο οποίο μπορούμε να ορίσουμε την ταχύτητα σε Slow (αργό), Medium (μεσαίο) και Fast (γρήγορο) και την κατεύθυνση του εφέ σε αριστερά, δεξιά, πάνω ή κάτω. Ας το δούμε σε μεσαία ταχύτητα και προς τα δεξιά. Το δεύτερο εφέ είναι το SPIRAL RAINBOW, το ίδιο με πριν αλλά σε σπιράλ. Εδώ η κατεύθυνση είναι δεξιόστροφη ή αριστερόστροφη. Οι επιλογές ταχύτητας παραμένουν οι ίδιες 3 σε όλα τα εφέ. Ας το δούμε σε μεσαία ταχύτητα και δεξιόστροφα. Το τρίτο εφέ είναι το RAINBOW. Η μόνη ρύθμιση είναι η ταχύτητα. Ας το δούμε σε μεσαία ταχύτητα. Το τέταρτο εφέ είναι το COLOR SHIFT. Εδώ μπορούμε να έχουμε είτε τυχαία χρώματα, είτε να ορίσουμε 2 χρώματα που θα εναλλάσσονται. Υπάρχει και η γνωστή ρύθμιση ταχύτητας. Ας δούμε το εφέ COLOR SHIFT με τυχαία χρώματα, σε μεσαία ταχύτητα. Τις ίδιες ακριβώς δυνατότητες ρυθμίσεων παρέχει και το πέμπτο εφέ, το COLOR PULSE. Ας δούμε και το COLOR PULSE με τυχαία χρώματα και μεσαία ταχύτητα. Στο έκτο εφέ, το COLOR WAVE, έχουμε τις ίδιες επιλογές με τα δύο παραπάνω, συν την κατεύθυνση, αριστερά, δεξιά, πάνω ή κάτω. Ας δούμε το COLOR WAVE με τυχαία χρώματα, μεσαία ταχύτητα και κατεύθυνση δεξιά. Το έβδομο εφέ είναι το RAIN. Οι επιλογές ρυθμίσεων είναι οι ίδιες, με τις δυνατές κατευθύνσεις να είναι πάνω ή κάτω. Αυτό το εφέ κάτι μου λέει... Matrix anyone? Ας δούμε το RAIN με τυχαία χρώματα, μεσαία ταχύτητα και κατεύθυνση προς τα κάτω. Το όγδοο από τα προκαθορισμένα εφέ είναι το VISOR. Ίδιες ρυθμίσεις και εδώ, με την κατεύθυνση να μπορεί να είναι οριζόντια ή κάθετη. Ας δούμε το VISOR με τυχαία χρώματα, μεσαία ταχύτητα και οριζόντια κατεύθυνση. Το ένατο εφέ είναι το SEQUENTIAL στο οποίο το προεπιλεγμένο χρώμα μπορεί να είναι μόνο ένα. Δηλαδή δεν υπάρχει εναλλαγή. Η ρύθμιση ταχύτητας είναι, όπως πάντα παρούσα και η κατεύθυνση μπορεί να είναι πάνω ή κάτω. Εννοείται ότι η επιλογή τυχαίων χρωμάτων θα δώσει εναλλαγή χρωμάτων σε κάθε κύκλο. Οπότε, δεν καταλαβαίνω γιατί να μην υπάρχει και δυνατότητα εναλλαγής στην προεπιλογή χρώματος. Όπως επίσης, στα εφέ που υπάρχει αυτή η δυνατότητα, γιατί να περιορίζεται σε 2 χρώματα και να μην μπορούμε να ρυθμίσουμε μια εναλλαγή μεταξύ περισσοτέρων χρωμάτων, όπως στις αντίστοιχες ρυθμίσεις των Vengeance RGB (χωρίς προ), όπου στα σημεία που υπάρχει εναλλαγή χρωμάτων, μπορούμε να επιλέξουμε εναλλαγή σε από 2 έως 7 χρώματα και μετά να τα ορίσουμε. Ίσως το δούμε και για τις Vengeance RGB Pro σε κάποια επόμενη έκδοση του iCUE. Ας δούμε το SEQUENTIAL με τυχαία χρώματα, μεσαία ταχύτητα και κατεύθυνση προς τα πάνω. Το δέκατο προκαθορισμένο εφέ είναι το MARQUEE στο οποίο επιλέγουμε μόνο ένα χρώμα και την ταχύτητα. Ας το δούμε με κόκκινο χρώμα, στη μεσαία ταχύτητα. Το τελευταίο προκαθορισμένο εφέ μπορεί να απεικονίσει με χρώματα τη θερμοκρασία από οποιονδήποτε αισθητήρα στο σύστημα, που υποστηρίζεται από το iCUE. Ορίζουμε 3 χρώματα που αντιστοιχούν σε 3 θερμοκρασίες, εφαρμόζουμε το εφέ σε όποια και όσα LEDs θέλουμε και έχουμε μια άμεση ένδειξη της σχετικής θερμοκρασίας απ' ευθείας πάνω στα αρθρώματα της μνήμης μας. Περνάμε τώρα στις CUSTOM επιλογές. Η πρώτη είναι ιδιαίτερα απλή και αφορά ένα στατικό χρώμα. Στα επόμενα εφέ, GRADIENT, RIPPLE, SOLID και WAVE, έχουμε μια γραφική παράσταση του φωτισμού με το χρόνο και μπορούμε να ορίσουμε πάνω σε αυτή σημεία και να τους δώσουμε όποιο χρώμα και ένταση θέλουμε. Η εναλλαγή μεταξύ των σημείων γίνεται με τον τρόπο που ορίζει το όνομα του εφέ. Οι δυνατότητες εδώ είναι απεριόριστες! Τα προφίλ LIGHTING LINK είναι ακριβώς ίδια με όσα έχουμε ήδη δει, αλλά ενώνουν πολλές συσκευές σε μια πανδαισία φωτισμού. Συνεπώς δεν χρειάζεται να τα ξαναδούμε και φυσικά δεν αποτελούν και το αντικείμενο αυτού του review. Πάμε συνεπώς στην επιλογή TIMINGS, όπου βλέπουμε τους χρονισμούς στους οποίους λειτουργούν οι Corsair Vengeance® RGB Pro 32GB (4x8GB) DDR4 3200MHz C16 αυτή τη στιγμή και έχουμε τη δυνατότητα να προσθέσουμε αυτήν την πληροφορία στο Dashboard και στο Space. Στο GRAPHING μπορούμε να δούμε τη γραφική παράσταση της θερμοκρασίας οποιουδήποτε από τα 4 αρθρώματα. Και τέλος, στο NOTIFICATIONS, μπορούμε να ορίσουμε 4 λειτουργίες όταν κάποιο άρθρωμα φτάσει κάποια θερμοκρασία. Αυτές οι λειτουργίες είναι να τεθούν όλοι οι ανεμιστήρες στο 100%, να γίνουν όλα τα RGB LEDs ένα συγκεκριμένο χρώμα, να τρέξει κάποιο αρχείο ή να σβήσει ο υπολογιστής μετά από κάποια προκαθορισμένα δευτερόλεπτα. Χρήσιμη λειτουργία προστασίας. Κάπως έτσι τελειώσαμε με το tab HOME και περνάμε στο DASHBOARD. Εκεί μπορούμε να δούμε συγκεντρωμένες όλες τις υποστηριζόμενες πληροφορίες για τις συσκευές που υποστηρίζει το iCUE καθώς και αρκετούς αισθητήρες του συστήματος που μπορεί να διαβάσει. Το tab INSTANT LIGHTING ενεργοποιεί έναν από φωτισμό κάποιου εκ των 10 προσφερόμενων χρωμάτων σε όλες τις υποστηριζόμενες συσκευές. Επιστρέφουμε τώρα στο SETTINGS για να το δούμε λίγο αναλυτικότερα. Το πάνω μέρος το έχουμε ήδη δει, οπότε πάμε στο κάτω, που περιλαμβάνει τις ρυθμίσεις του iCUE. Αυτό έχει 4 tabs. Στο πρώτο, το GENERAL έχουμε τις γενικές επιλογές του iCUE καθώς και τον έλεγχο για ενημερωμένη έκδοση. Το δεύτερο, το OSD, περιλαμβάνει τις επιλογές για τη λειτουργία On Screen Display. Το τρίτο tab, το DASHBOARD περιλαμβάνει επιλογές για την καρτέλα του DASHBOARD. Τέλος, το SENSOR LOGGING έχει επιλογές για το logging των διαφόρων υποστηριζόμενων αισθητήρων. Έχουμε τελειώσει με τη βασική περιγραφή της λειτουργίας του iCUE όσον αφορά τον έλεγχο των Corsair Vengeance® RGB Pro 32GB (4x8GB) DDR4 3200MHz C16 αλλά αξίζει μια μικρή αναφορά και στο εικονίδιό του στο system tray. Ένα δεξί κλικ αποκαλύπτει το μενού που βλέπετε, το οποίο είναι αυτοεξηγούμενο. Το, μόνο που χρίζει ιδιαίτερης μνείας είναι το Show iCUE Space. Επιλέγοντάς το, εμφανίζεται το iCUE SPACE στα δεξιά της οθόνης μας, εκτοπίζοντας όλα τα υπόλοιπα παράθυρα στην υπόλοιπη επιφάνειά της. Περιλαμβάνει πληροφορίες που έχουμε καρφιτσώσει εκεί, όπως ακριβώς και το DASHBOARD. Μεθοδολογία, χρονισμοί, ρυθμίσεις Τα βασικά χαρακτηριστικά του συστήματος πάνω στο οποίο έγιναν οι δοκιμές των Corsair Vengeance® RGB Pro 32GB (4x8GB) DDR4 3200MHz C16, φαίνονται στον παρακάτω πίνακα. Καθώς το σύστημα δοκιμών μας βασίζεται στο Chipset X99, η μεγαλύτερη συχνότητα μνήμης που μπορούμε να πετύχουμε με σταθερότητα είναι τα 2800MHz. Για να εκμεταλλευτούμε πλήρως τις δυνατότητες των Corsair Vengeance® RGB Pro 32GB (4x8GB) DDR4 3200MHz C16 λοιπόν, που κανονικά χρονίζονται στα 3200MHz με Latencies 16-18-18-36 T2, τις χρονίσαμε στα 2800MHz αλλά με Latencies 14-14-14-28 T2. Αυτή ήταν και η μεγαλύτερη ταχύτητα που μπορέσαμε να πάρουμε από τις Corsair Vengeance® RGB Pro 32GB (4x8GB) DDR4 3200MHz C16 στην πλατφόρμα X99. Τα συνολικά αποτελέσματα ταχύτητας, σύμφωνα με υπολογισμούς και τύπους που κυκλοφορούν στο διαδίκτυο, πρέπει να είναι σχεδόν ταυτόσημα με τις default ρυθμίσεις ταχύτητας του κιτ.. Εδώ βλέπουμε λοιπόν τις ρυθμίσεις με τις οποίες δοκιμάσαμε τις Corsair Vengeance® RGB Pro 32GB (4x8GB) DDR4 3200MHz C16. Η σταθερότητα των κιτ δοκιμάστηκε με 250 επαναλήψεις στο IntelBurn Test, στη ρύθμιση Stress Level: Very High. Σε όλες τις δοκιμές, ο επεξεργαστής παρέμεινε στις εργοστασιακές του συχνότητες, τόσο για το Core (Turbo για όλους τους πυρήνες - 3500MHz) όσο και για το Uncore (3000MHz). Λόγω των patches για τα Spektre και Meltdown και την επίπτωσή τους στις επιδόσεις του συστήματος, η βάση μας με αποτελέσματα άλλων μνημών έχει καταστεί άχρηστη. Ξεκινάμε σήμερα, με αυτό το review, μία νέα βάση λοιπόν. Γι αυτό το λόγο θα σας παραθέσουμε τα αποτελέσματα των μετρήσεων χωρίς κάποια σύγκριση. Στους παρακάτω πίνακες βλέπετε συχνότητες, χρονισμούς και τάση λειτουργίας. Benchmarks Οι μετρήσεις μας αρχίζουν με τις δοκιμασίες μνήμης του AIDA64, καθώς και του CPU Photoworxx που εξαρτάται αρκετά από τις επιδόσεις της μνήμης. Ευχαριστούμε την AIDA για την παραχώρηση του προγράμματος. Συνεχίζουμε με Super PI MOD 1.5 που μετράει single thread performance. Το wPrime 2.10 μετράει multi-thread performance Το ίδιο και το Fritz. To benchmark του WinRAR μας δείχνει πώς τα πάει το σύστημα κατά τη συμπίεση αρχείων. Το benchmark του Truecrypt μας δείχνει τις επιδόσεις στην κρυπτογράφηση. Το Cinebench R15 δείχνει τις επιδόσεις στο rendering. Τέλος, το UL PCMark 10 δείχνει τις επιδόσεις του συστήματος σε διάφορα σενάρια χρήσης. Ευχαριστούμε τη UL για την παραχώρηση του προγράμματος. 3DMark Ας δούμε και τις 3D επιδόσεις, οι οποίες επηρεάζονται κυρίως από την κάρτα γραφικών, αλλά σίγουρα παίζει ρόλο και ο επεξεργαστής και η μνήμη του συστήματος. RAM Disk Χρησιμοποιώντας το πρόγραμμα RAMDisk της SoftPerfect, δημιουργήσαμε έναν εικονικό δίσκο μεγέθους 8GB στη RAM και τρέξαμε το CrystalDiskMark σε αυτό. Εδώ λοιπόν βλέπουμε τις επιδόσεις των Corsair Vengeance® RGB Pro 32GB (4x8GB) DDR4 3200MHz C16 σε λειτουργία Ram Disk. Επίλογος Οι Corsair Vengeance® RGB Pro 32GB (4x8GB) DDR4 3200MHz C16 συνεχίζουν την εξαιρετική παράδοση των μνημών της Corsair σε επιδόσεις και σταθερότητα. Αυτό δεν είναι κάτι νέο βέβαια, καθώς έχει γίνει πλέον αναμενόμενο από τα προϊόντα της εταιρίας. Αυτό που είναι νέο και μάλιστα εξαιρετικό, είναι η εξέλιξη του RGB φωτισμού που στη σειρά Vengeance RGB Pro περιλαμβάνει 10 ξεχωριστά ελεγχόμενα LEDs σε κάθε άρθρωμα μνήμης, κάνοντας τα ξεχωριστά ελεγχόμενα RGB LEDs του συγκεκριμένου κιτ συνολικά 40! Αυτά τα 40 RGB LEDs, σε συνδυασμό με το εξαιρετικό πρόγραμμα ελέγχου της Corsair, το iCUE, δίνουν απεριόριστες δυνατότητες φωτεινής πανδαισίας από ένα παραδοσιακά χρηστικό υποσύστημα, αυτό των μνημών. Οι φωτεινοί συνδυασμοί είναι πραγματικά ατελείωτοι και τα αρκετά βίντεο που περιλαμβάνονται σε αυτό το review δεν είναι παρά ένα μικρό δείγμα των συνολικών δυνατοτήτων. Σαν τελευταίο παράδειγμα, άφησα αυτό, αφιερωμένο σε όλους τους φανατικούς του Matrix (This is for you David!). Πόσο κοστίζει όμως το απόλυτο RGB κιτ μνημών; Η χαμηλότερη τιμή που μπορέσαμε να βρούμε στα Ελληνικά καταστήματα τη στιγμή της συγγραφής του παρόντος, συμπεριλαμβανομένων μεταφορικών και ΦΠΑ, ήταν στα 340,47 ευρώ. Δεν είναι σε καμία περίπτωση οικονομικό το κιτ, αλλά έχει μια λογική, premium τιμή, ανάλογη των premium δυνατοτήτων των Corsair Vengeance® RGB Pro 32GB (4x8GB) DDR4 3200MHz C16. Ας συνοψίσουμε τα πλεονεκτήματα και τα μειονεκτήματα των Corsair Vengeance® RGB Pro 32GB (4x8GB) DDR4 3200MHz C16. Πλεονεκτήματα + Υψηλές επιδόσεις + Εξαιρετική σταθερότητα + Εξαιρετική ποιότητα RGB φωτισμού + 10 ανεξάρτητα ελεγχόμενα RGB LEDs ανά άρθρωμα μνήμης + Εύκολος έλεγχος του φωτισμού με το πρόγραμμα iCUE + Επισκόπηση της θερμοκρασίας, της συχνότητας και των βασικών χρονισμών των modules με το πρόγραμμα iCUE Μειονεκτήματα - Δεν καταφέραμε να βρούμε λόγο να γκρινιάξουμε 9.6 Superb  theLAB.gr Ευχαριστούμε θερμά την Corsair για την παραχώρηση του δείγματος της δοκιμής Πολύμερος Αχανιώτης 24/09/2018
×
×
  • Create New...

Important Information

By using this site, you agree to our Terms of Use.