Jump to content

Search the Community

Showing results for tags 'thelab.gr'.

  • Search By Tags

    Type tags separated by commas.
  • Search By Author

Content Type


Categories

  • Δελτία Τύπου
  • Ειδήσεις
  • Hardware
  • Windows
  • Linux
  • Apps
  • Gaming
  • Geek
  • Ασφάλεια
  • Διαδίκτυο
  • Crypto
  • Κινητά
  • Επιστήμη
  • Tech Industry
  • Home Entertaiment
  • Προσφορές
  • Consumer's bulletin

Categories

  • Cases Reviews
  • Heatsinks, Coolers & Watercooling Reviews
  • Input Devices & Peripherals Reviews
  • Barebones, NAS, Media Players Reviews
  • SSDs, HDDs and Controllers Reviews
  • Smartphones, Tablets and Gadgets Reviews
  • VGAs, Motherboards, CPUs & RAM Reviews
  • Power Supplies Reviews
  • Software & Games Reviews
  • Από το Εργαστήρι
  • Reviews in English

Categories

  • Desktop - Laptop
  • Monitors - TVs
  • Hardware Parts
  • Peripherals
  • Gaming Consoles
  • Mobile Devices
  • Gadgets
  • Ζήτηση
  • Προσφορά και ζήτηση εργασίας

Forums

  • TheLab.gr
    • Από το Εργαστήρι
    • Thelab.gr Νέα και σχόλια
    • Δημοσκοπήσεις
    • Παρουσιάσεις Μελών
    • Τεχνολογικοί Προβληματισμοί
  • Hardware & Overclocking
    • Intel Platform
    • AMD Platform
    • Κάρτες Γραφικών
    • Μνήμες DDR/DDR2/DDR3/DDR4
    • Αποθήκευση (HDD, SSD, NAS)
    • Κουτιά
    • Ψύξη
    • Τροφοδοτικά
    • Γενικά για Η/Υ
    • Modding & DIY
    • Μετρήσεις & Αποτελέσματα Υπερχρονισμών
  • Εργαλεία και Ιδιοκατασκευές (DIY)
    • Το στέκι του μάστορα
  • Περιφερειακά
    • Οθόνες & Projectors
    • Πληκτρολόγια και ποντίκια
    • Ήχος και Multimedia
    • 3D Εκτύπωση & CNC machines
    • Εκτυπωτές
    • Λοιπά Περιφερειακά
    • Τεχνολογία VR
  • Software & Δίκτυα
    • Windows
    • Linux
    • Mac OS
    • Δίκτυα & Internet
    • Antivirus & Security
  • Gaming
    • PC Gaming
    • Steam & άλλες κοινότητες
    • Console & Handheld Gaming
  • Κινητές πλατφόρμες
    • Φορητοί υπολογιστές
    • Smartphones
    • Tablets
    • Gadgets, GPS, κτλ
    • Γενική Συζήτηση
  • Φωτογραφία κι εξοπλισμός
    • Φωτογραφικές μηχανές και λοιπά αξεσουάρ
    • Φωτογραφίες, επεξεργασία και δοκιμές
  • IT Section
    • Servers & hardware
    • Server OS & Virtualisation
    • Networking
    • Databases
    • Programming & Scripting
    • Web Development & DTP
  • Προσφορές & καταστήματα
    • Προσφορές και ευκαιρίες αγορών
    • Τι-Που-Πόσο
  • Γενική Συζήτηση
    • Off topic
    • The Jungle
    • Forum Δοκιμών
    • Αρχείο

Blogs

  • in|security
  • freesoft.gr
  • Virtual[DJD]
  • Οι αυτοματισμοί του τεμπέλη...
  • test1
  • Advertorial
  • InfoLab

Find results in...

Find results that contain...


Date Created

  • Start

    End


Last Updated

  • Start

    End


Filter by number of...

Joined

  • Start

    End


Group


Skype


Website URL


Περιοχή


Ενδιαφέροντα


Επάγγελμα


Steam


Biography

  1. Ιστορική αναπόληση Σαφέστατα το βασικότερο και ως εκ τούτο και δημοφιλέστερο περιφερειακό ενός υπολογιστή δεν είναι άλλο από το πληκτρολόγιο. Ένα περιφερειακό που σε καμία περίπτωση δεν θα μπορούσε να απουσιάζει από συνοδός οποιουδήποτε υπολογιστή ανεξαρτήτου χρήσης. Η εμφάνιση του ως βασικό περιφερειακό εισαγωγής προϋπήρχε των πρώτων προσωπικών υπολογιστών μένοντας φυσικά αναπόσπαστο κομμάτι τους εξ αρχής και ως σήμερα. Αρχικά το πληκτρολόγιο βρισκόταν ενσωματωμένο στην κεντρική μονάδα, για όσους από εσάς δεν το προλάβατε live ή έστω σε κάποια ξεχασμένη αποθήκη, θα το έχετε δει σίγουρα σε κάποια παλιά ταινία ή έστω σε κάποιο icon ή animation. Γρήγορα όμως αποσπάστηκε από τον κορμό δημιουργώντας σταδιακά μια μεγάλη αγοραστική κατηγορία. Στα πρώιμα στάδια ανεξαρτητοποίησης του το πληκτρολόγιο, παρά την σημαντικότητα του, δεν απολάμβανε ιδιαιτέρας προσοχής από το κοινό και ως εκ τούτου η ποικιλία τους ήταν ελάχιστη και κατά κανόνα χωρίς διαφορές. Αυτό φυσικά άλλαξε σταδιακά για λόγους τόσο χρηστικούς όσο και εικαστικούς, χωρίς όμως παράλληλα να αλλοιωθεί στο παραμικρό ο βασικός του κορμός, κληρονομιά από τις πάλλε ποτέ γραφομηχανές. Φτάνοντας στο σήμερα συναντάμε μια εκπληκτική πληθώρα κατασκευών με διαφορές κάθε είδους από αναρίθμητους κατασκευαστές, μερικούς δε εξ αυτών εξειδικευμένους σχεδόν αποκλειστικά στα πληκτρολόγια και τα «ξαδέλφια τους» ποντίκια, αλλά και αντίστοιχη φυσικά πληθώρα τιμών από 2-3 ευρώ έως και αρκετές εκατοντάδες. Εν τάχει θα θυμίσω διαφορές όπως σε τρόπους σύνδεσης από τα αρχικά PS/PS2 σε USB και ασύρματα, από μηχανικά σε μεμβράνης και πάλι πίσω σε ακόμα καλύτερα/ποιοτικότερα μηχανικά και με ποικιλία διακοπτών ή ακόμα και σε laser projector (εμφανίζοντας ένα πληκτρολόγιο στην επιφάνεια του γραφείου και διαβάζοντας τις θέσεις των δακτύλων μας με κάμερα), σε απλά/κλασικά/ίσια , εργονομικά, σπαστά, φωτιζόμενα , RGB, προγραμματιζόμενα, modular, 104, 105, 108 keys ή και με πληθώρα επιπλέων keys, σε διαστάσεις normal, compact, tiny, μεγέθους 40%, 60%, 65%, 75%, 96%, TKL (χωρίς αριθμητικό) ή Full Size (100%) ... και πολλά πολλά αλλά. Ελπίζοντας να μην κούρασα πολύ όσους αποφάσισαν να διαβάσουν τα παραπάνω ας συνεχίσω με το προκείμενο. Πρόλογος H κατηγορία πληκτρολογίων που προτιμούν οι περισσότεροι χρήστες μετά τα Full Size είναι αυτή των TKL μιας και αφήνουν αρκετό χώρο για το ποντίκι χωρίς παράλληλα να στερούν κανένα πλήκτρο ουσιαστικά από τα αντίστοιχα κλασικά. Παρόλα αυτά οι σύγχρονες μινιμαλιστικές τάσεις κερδίζουν συνεχώς έδαφος επιβάλλοντας σε όλο και περισσότερους κατασκευαστές να επενδύσουν σε μικρότερες κατασκευές που να μην υπολείπονται παράλληλα χαρακτηριστικών των μεγαλύτερων σε μέγεθος αδελφών τους. Αναμενόμενο λοιπόν από την Mountain σε συνέχεια του Everest MAX να μας παρουσιάσει το επόμενο βήμα, και εγένετο το Everest 60 το compact 60% gaming keyboard. Everest 60? και γιατί Everest 60? Θα περίμενε κανίς κάτι σε 65 μιας και τα βελάκια είναι πλήκτρα που πολύ δύσκολα θα αποχωριζόταν οι περισσότεροι εξ υμών και δη οι gamers. Μη βιάζεστε ... Όπως ξεκαθαρίσε η Mountain, ναι μεν πρόκειται για ένα 60% form factor keyboard, εξού και το 60 δίπλα στο Everest, αλλά με ανεξάρτητα arrow keys με μακριά Enter και Backspace αλλά και ένα πλήθος αλλά καλούδια όπως αφαιρούμενους διακόπτες 3 και 5 pin, σταθεροποιητές πλήκτρων και πολλαπλές στρώσεις αφρώδους και σιλικόνης για αθόρυβη λειτουργεία και φυσικά RGB φωτισμό και πλήρως προγραμματιζόμενα πλήκτρα. Εκ πρώτης όψεως όχι απλά δεν του λείπει κάτι αλλά αν συμπεριλάβεις και τη δυνατότητα προσθήκης αριθμητικού είτε δεξιά είτε αριστερά θα δυσκολευτεί κανίς να βρει ανταγωνιστή. Στο σημείο αυτό και πριν προχωρήσω στην ανάλυση του Mountain Everest 60 θα ήθελα προς διευκόλυνση των μη μυημένων να διευκρινίσω τις διαφορές μεταξύ των keyboard form factor παραθέτοντας μια αρκετά επεξηγηματική εικόνα με αντιπροσωπευτικά του είδους, τονίζοντας παράλληλα τη συνήθη πρακτική των κατασκευαστών να μην τηρούν με ευλάβεια την διάταξη των επιπλέον πλήκτρων προφανώς για λόγους ανταγωνισμού. Τεχνικά χαρακτηριστικά Παρακάτω θα δείτε τα βασικά τεχνικά χαρακτηριστικά, ως highlights, του Everest 60 όπως μας τα δίνει η Mountain στη σελίδα της. Γρήγορα παρατηρεί κανείς ότι τα χαρακτηριστικά του είναι κορυφαία, σε κάθε επίπεδο, χωρίς ελλείψεις παρά το μέγεθος του. Ενσωματώνει σε ανεξάρτητα πλήκτρα τα βέλη αν και διάταξης 60% προσφέροντας παράλληλα τη δυνατότητα προσθήκης αριθμητικού. Περιφερειακά στην αλουμινένια του πρόσοψη υπάρχει RGB φωτισμός και στο εσωτερικό του πολλαπλά στρώματα υλικών για «εκλεπτυσμένη» απόσβεση ήχου, 3 υποδοχές σύνδεσης τύπου USB-C, πολύ καλό, εδώ άλλοι έχουν ακόμα το καλώδιο ενσωματωμένο, 5 προφίλ σε ενσωματωμένη μνήμη και 1000Hz / ms Polling Rate. Το δε PCB ενσωματώνει λιπασμένους Cherry σταθεροποιητές και μάλιστα με λιπαντικό της Krytox, δίνοντας τους παράλληλα τη δυνατότητα σε ανεξάρτητο RGB φωτισμός για τον κάθε διακόπτη καθώς και για τοποθέτηση διακοπτών είτε 3 είτε 5 ακίδων τύπου Cherry ΜΧ. Από ευελιξία δεν το συζητώ. Οι διακόπτες που το συνοδεύουν είναι 3ον pin δικής της κατασκευής και όχι της Cherry όπως το Everest MAX του οποίου ανάλυση μπορείτε να δείτε εδώ από τον αγαπητό @pol77. Τέλος τα κουμπιά είναι PBT διπλού κελύφους δηλαδή ότι καλύτερο θεωρητικά υπάρχει αυτή τη στιγμή. Από συνοδό λογισμικό το Base Camp, που πολύ μας έχει απογοητεύσει στο παρελθόν στις δοκιμές τόσο του Makalu 67 όσο και του Everest MAX, ευελπιστώ σε αλλαγή αυτού. Συσκευασία και περιεχόμενα Ανοίγοντας το μεγάλο καφέ χάρτινο κουτί που παρέλαβα βρίσκω δυο συμπαθητικά προστατευμένες συσκευασίες, γνώριμης αρχιτεκτονικής και εμφάνισης, που πρωτοσυναντήσαμε στο Makalu 67 αναλυτικό άρθρο του οποίου μπορείτε να διαβάσετε εδώ. Οι συσκευασίες είναι μια για το Everest 60 και μια για το numpad που μπορεί να προμηθευτεί κανίς χωριστά για να επεκτείνει το βασικό πληκτρολόγιο. Εδώ βλέπουμε τις επάνω και τις εμπρός πλευρές των Everest 60 αριστερά και του συνοδού του numpad δεξιά. Εντελώς πανομοιότυπες τόσο με του Makalu 67 όσο και με του Everest ΜΑΧ. Αντίστοιχα όμοιες και η δεξιά αλλά και η πίσω πλευρά με μόνες μικροδιαφορές στην διάταξη. Στην αριστερή πλευρά έχουμε για το Everest 60 δυο αυτοκόλλητα που μας ενημερώνουν για την διάταξη των πλήκτρων και για τον τύπο των διακοπτών, us international και μας linear 45, για το δε numpad έχουμε το περιεχόμενο της συσκευασίας και των πίνακα των τεχνικών χαρακτηριστικών. Τέλος στην κάτω πλευρά και στις δύο περιπτώσεις έχουμε φωτογραφίες των προϊόντων με όλα τα hit χαρακτηριστικά τους και με μόνη διαφορά το ότι οι πληροφορίες περιεχομένου και τεχνικών χαρακτηριστικών του Everest 60 βρίσκονται εδώ δεξιά και όχι στο αριστερό πλαϊνό όπως το numpad, προφανής επιλογή εξαιτίας των διαφορών των αναλογίων των συσκευασιών. Ανοίγοντας την συσκευασία τόσο για το Everest 60 όσο και για το numpad δεσπόζουν, φυσικά, τα πληκτρολόγια σε χάρτινη και αφρώδες συσκευασίες αντίστοιχα. Αφαιρώντας τις βασικές συσκευές έχουμε για το Everest 60, σε αφρώδες αυτή τη φορά θήκη, το βιβλιαράκι οδηγιών, μια καρτέλα με αυτοκόλλητα της Mountain, ένα ποιοτικότατο καλώδιο USB A σε USB C, τέσσερις στρογγυλούς μαγνητικούς αποστάτες για την μεταβολή του ύψους του πληκτρολογίου, μια λαβίδα αφαίρεσης διακοπτών και κουμπιών και τέλος ένα ανταλλακτικό κουμπί με το logo της εταιρείας, προφανώς για να αντικαταστήσει όποιος θέλει το escape. Στο δε numpad έχουμε μόνο τους τέσσερις στρογγυλούς μαγνητικούς αποστάτες, δεν θα μπορούσε και κάτι άλλο άλλωστε. Και μια εικόνα των φυλλαδίων ... Η ποιότητα εμφανής παντού, κληρονομιά των υπολοίπων προϊόντων της Mountain. Κάτω από το Φακό Αρχικά παίρνω στα χέρια μου το Everest 60. Τα 768 γραμμάρια που δίνει η Mountain, 756 κατά τη ζυγαριάς μου, γίνονται ιδιαιτέρως αισθητά στο χέρι, προφανώς λόγω του μικρού του μεγέθους, δικαιολογούνται όμως απόλυτα από τα γενικότερα χαρακτηριστικά του, άλλωστε προορίζετε να μένει ακίνητο στη θέση του και το βάρος σίγουρα θα βοηθήσει σε αυτό. Πολύ καλό φινίρισμα παντού, δεν περίμενα κάτι λιγότερο άλλωστε. Όμορφο το βουρτσισμένο αλουμινένιο φιλέτο περιφερειακά των κουμπιών και απαράμιλλη η στιβαρότητα του συνόλου. Πολύ ευχάριστο επίσης το ότι δεν υπάρχει βίδα πουθενά, εμφανής τουλάχιστον. Τόσο τα καπάκια στα πλάγια που καλύπτουν τα βύσματα σύνδεσης του numpad όσο και οι στρογγυλοί αποστάτες που ανασηκώνουν το πίσω μέρος του για να μεταβάλουν την κλίση του συνδέονται μαγνητικά και μάλιστα σταθερότατα, σε σημείο που αν δεν το ξέρεις ότι αφαιρούνται δεν το καταλαβαίνεις. Πολύ βολική η τοποθέτηση USB C για την σύνδεση αντί του σταθερού καλωδίου διευκολύνει πολύ στην μετακίνηση μιας και δεν χρειάζεται να αφαιρέσουμε το καλώδιο από το PC, ενδεχομένως ούτε καν να το μεταφέρουμε μαζί μας μιας και είναι πολύ κοινό πλέον. Η Mountain όμως το πάει ένα βήμα πιο πέρα τοποθετώντας όχι μία αλλά τρεις υποδοχές, αριστερά, δεξιά και στο κέντρο της πλευράς που κοιτάει την οθόνη, ώστε να επιλέξει ο καθένας ότι τον εξυπηρετεί καλύτερα, εργονομικά ή εικαστικά, πολύ καλό. Μην ξεχαστείτε όμως, οι υποδοχές αυτές είναι μόνο για την σύνδεση του πληκτρολογίου με τον υπολογιστή και σε καμία περίπτωση για χρήση άλλης συσκευής επάνω τους ως hub, κρίμα θα βόλευε πολύ. Αριστερά και δεξιά στην πλευρά αυτή βλέπουμε και τα δύο ποδαράκια τις μαγνητικές προεκτάσεις των οποίων είδαμε λίγο παραπάνω. Εδώ σας δείχνω και τον τρόπο με τον οποίο μπορούμε να ψιλώσουμε την πίσω πλευρά Περνώντας στις πλαϊνές πλευρές βρίσκουμε δύο μαγνητικά τοποθετημένα καπάκια με το λογότυπο της Mountain που κρύβουν τις αντίστοιχες θηλυκές USB C υποδοχές για την σύνδεση του numpad, καθεμιά από αυτές δε έχει και δυο στρογγυλές τρύπες, αριστερά και δεξιά της, για καλύτερη σταθεροποίηση του τελευταίου. Προσοχή και εδώ, παρόλο που οι υποδοχές είναι USB C είναι μόνο ως είδος βύσματος, που σημαίνει ότι μπορεί μεν να χρησιμοποιήσει κανείς ένα καλώδιο προέκτασης, πράγμα βολικό, αλλά σε κάθε περίπτωση για να συνδέσει το numpad και μόνο, ούτε το πληκτρολόγιο με τον υπολογιστή ούτε κάτι άλλο σε αυτό. Γενικός η έλλειψη κάποιων εισόδων USB, έστω μίας, με ενόχλησε ελαφρός αλλά οκ. Ελαφρώς σκληρό αλλά ποιοτικότατο το ακριβώς 160cm καλώδιο που το συνοδεύει, θα μείνει αδιαμαρτύρητα στη θέση που θα το τοποθετήσουμε. Περνάμε τώρα και στο προκείμενο, κουμπιά και διακόπτες. Ξεκινώντας από τις θέσεις τους όπου όλες είναι φωτιζόμενες με ξεχωριστό RGB led η καθεμία και όχι ομαδοποιημένα, και «φυσικά» με την δυνατότητα εν θερμό αντικατάστασης όλων, και όταν λέμε όλων εννοούμε όλων, και τα 64 του Everest 60 αλλά και τα 17 του αριθμητικού, όχι και πολύ φυσικό για αντίστοιχα προϊόντα του ανταγωνισμού ε... 2.mp4 Συνυπολογίστε και την δυνατότητα τοποθέτησης είτε 3 pin είτε 5 pin διακοπτών και οι επιλογές σας είναι πραγματικά απεριόριστες. Η Mountain συνοδεύει το Everest 60 με δικούς της διακόπτες και όχι με Cherry MX αλλά συμβατούς φυσικά με το πρότυπο, τους οποίους εγγυάται μάλιστα για 100 εκατομμύρια απροβλημάτιστες χρήσεις. Τους προσφέρει δε σε τρεις εναλλακτικές επιλογές, μπλε, κίτρινους και λευκούς, χαρακτηριστικά των οποίων θα βρείτε στην παρακάτω εικόνα. Αλλά και στα κουμπιά η Mountain δεν έχει κάνει εκπτώσεις προσφέροντας PBT Double-Shot (διπλού κελύφους) με διάφανα σύμβολα, προσωπικά δεν ξέρω κάτι καλύτερο αυτή τη στιγμή. Και για να εξηγήσω περιληπτικά το PBT (Polybutylene Terephthalate) είναι πλαστικό (κρυσταλλικό πολυμερές) υψηλότερης αντοχής θερμότητας και γενικότερα στη φθορά σε σχέση με το κλασικό ABS (Acrylonitrile butadiene styrene) με αποτέλεσμα την μεγαλύτερη αντοχή των κουμπιών και την διατήρηση της υφής τους για μεγαλύτερο διάστημα. Το δε Double-Shot (διπλού κελύφους) σημένει ότι ουσιαστικά πρόκειται για δύο καπάκια ενσωματωμένα. Το πρώτο αποτελεί το χρωματιστό αδιάφανο κέλυφος με τρυπημένο το σύμβολο επάνω του και το δεύτερο το διάφανο εσωτερικά του πρώτου με εξογκωμένο το σύμβολο ώστε να μπει στο κενό του πρώτου. Αυτό δημιουργεί ένα επίπεδο δύο διαφορετικών χρωματικά επιφανείων, του αδιάφανου και του διάφανου, από το ίδιο υλικό και με την ίδια ουσιαστικά φθορά, οπότε η εικόνα θα παραμένει ίδια μέχρι να φθαρεί όλη η επιφάνεια, δηλαδή πρακτικά δεν θα «ξεθωριάσει» ποτέ το σύμβολο. Αν δε η συγχώνευση των υλικών είναι τόσο καλή όσο και σε αυτά της Mountain τότε το αποτέλεσμα είναι μη ανιχνεύσιμο από τον χρήστη, είναι δηλαδή σαν να είναι ένα υλικό τόσο στην αφή όσο και οπτικά. Στις παρακάτω εικόνες βλέπετε μια ενδεικτική διατομή ενός Double-Shot κουμπιού, ελπίζω να είναι κατανοητό. Να σημειώσω ότι στο πακέτο περιλαμβάνετε και ένα κουμπί επιπλέον με το λογότυπο της για αντικατάσταση του esc από όποιον το επιθυμεί. Στο σημείο αυτό θα ήθελα να αναφέρω ότι η Mountain προσφέρει κάποια set αντικατάστασης των κουμπιών του Everest 60 καθώς και O-Rings απόσβεσης του ήχου που δημιουργείτε κατά την επαφή του με το κάτω μέρος, αλλά και ένα set με 3 χρωματιστά κουμπιά φτιαγμένα από ρητίνη που περιέχουν μια χιονισμένη βουνοκορφή για αντικατάσταση του esc, λεπτομέρειες μπορείτε να διαβάσετε στο άρθρο του @pol77 για το Everest MAX Αντίστοιχα τα πράγματα και με το numpad των 252 γραμμάρια ή 269 κατά την Mountain, στιβαρές μαγνητικές συνδέσεις και σκληρός αλλά σταθερός ο συρταρωτός επιλογέας που βγάζει έξω το βύσμα σύνδεσης με το βασικό πληκτρολόγιο. Αριστερά και δεξιά στο πίσω μέρος ποδαράκι επεκτεινόμενα με όμοιους μαγνητικούς αποστάτες και δεξιά αριστερά καπάκια που κρύβουν το εκτεινόμενο τώρα βύσμα σύνδεσης με το βασικό πληκτρολόγιο. Και εδώ το τελικό αποτέλεσμα μετά την σύνδεση είτε αριστερά είτε δεξιά. HotKeys Αρκετά πλήρες σετ έξτρα λειτουργιών με τη χρήση του Fn όπως βλέπουμε παρακάτω και «ευτυχώς» ενσωματωμένα στο πληκτρολόγιο χωρίς να εξαρτώνται από το base camp. Ποιότητα Κατασκευής και Φινίρισμα Άψογο φινίρισμα, τέλεια ποιότητα κατασκευής και ενδιαφέρουσα μινιμαλιστική αισθητική, ότι άλλωστε μας έχει συνηθίσει η Mountain και από τα υπόλοιπα της προϊόντα, από hardware κορυφή από software μας τα χάλαγε πάντα, για να δούμε. Φωτισμός RGB Πολύ καλός φωτισμός έντονος και καθαρός με δυνατότητα ρύθμισης off συν τεσσάρων ακόμα επιπέδων το όλο πέντε. Brighness.mp4 Και εδώ βλέπετε όλα τα effect στη σειρά. 2.mp4 Αποτελέσματα Μετρήσεων Άψογο και στις δοκιμές μιας και όπως βλέπετε και στην εικόνα μπόρεσα να πατήσω όλα τα πλήκτρα ταυτόχρονα επιβεβαιώνονται το NKRO. Μην σας μπερδέψουν τα γκρι – ανενεργά κουμπιά, απλά δεν υπάρχουν, θυμίζω 60% format … Και φυσικά και το ghosting δεν είναι πρόβλημα μιας και μπορεί κανείς να πατάει ταυτόχρονα και τα δύο shift ή και τα δυο alt χωρίς αυτό να επηρεάζει την λειτουργία τους. Λογισμικό Base Camp Εδώ επιτρέψτε μου να είμαι πολύ λακωνικός, για δύο λόγους. 1. Σας παραπέμπω στο αντίστοιχο άρθρο του @pol77 για το μεγάλο αδελφάκι του Everest Max μιας και πρακτικά αλλαγές δεν υπάρχουν. 2. Δυστυχώς το λογισμικό εξακολουθεί να έχει πολλά προβλήματα και πολλές δυσλειτουργίες σε σημείο που πιστεύω ότι πρέπει να ξαναγραφτεί εξ αρχής και όχι να διορθωθεί. Έχει και το firmware τα θεματάκια του αλλά εκεί τα πράγματα είναι κάπως καλύτερα. Ενδιαφέρουσα παρατήρηση το ότι κάθε αλλαγή περνά απευθείας στο πληκτρολόγιο και φαίνεται και στην εικόνα αλλά όχι από το πληκτρολόγια στο πρόγραμμα, όποτε όμως αυτό δουλεύει ... Παρόλα αυτά παραθέτω μερικές ενδεικτικές εικόνες. Η κεντρική εικόνα του Base Camp όπως εμφανίζεται όταν αυτό ανοίγει με συνδεδεμένο keyboard και mouse. Το αρχικό μενού του Everest 60 με τα έως και 5 προφίλ, εδώ έχω μόνο 3. Η λίστα των εφέ φωτισμού, σε γενικές γραμμές λειτουργούν αλλά δεν φαίνονται πάντα στο πρόγραμμα και δεν λειτουργούν όλες οι επιλογές τους Η καρτέλα με τις επιλογές ανάθεσης λειτουργίας για το κάθε πλήκτρο. Γενικός λειτουργεί για όλα τα πλήκτρα αλλά όχι όλες οι επιλογές και δυστυχώς δεν επανέρχεται στο default και δεν λειτουργεί και η διαγραφή. Ευτυχώς υπάρχει το hardware reset με το Fn + R για 5’ ... αυτό μου έπαιξε πάντα ... πάλι καλά. Η καρτέλα των ρυθμίσεων, μην δώσετε σημασία στις επιλογές gaming γενικός δεν δουλεύουν ... ακόμα έστω. Επίλογος - Συμπεράσματα Περίεργο format to 60%, δεν έχω καταλάβει γιατί το προωθούν τόσο οι εταιρείες μάλλον θα έχει αρχίσει να έχει αρκετό κοινό. Προσωπικά αρέσκομαι στο TKL αλλά παρόλα αυτά για το αρκετά μεγάλο διάστημα που πέρασα μαζί του δεν δυσαρεστήθηκα. Αυτό που είναι σίγουρα ευχάριστο είναι η αίσθηση των πλήκτρων στο πάτημα αλλά και η αφή των κουμπιών. Κάπως με δυσκόλεψε αρχικά κατά την χρήση διότι για κάποιο λόγο πάταγα και κάποιο από τα πλαϊνά κουμπιά μαζί με αυτού που ήθελα, ίσως διότι δεν έχω ιδιαιτέρος λεπτά δάκτυλα, ίσως διότι συνήθως δουλεύω με εργονομικά πληκτρολόγια, αλλά αυτό το συνήθισα γρήγορα και το διόρθωσα. Αυτό που δεν μπόρεσα να συνηθίσω εύκολα είναι το να πατάω καμία φορά κατά λάθος το πάνω βελάκι μαζί ή αντί του δεξιού shift και ακόμα σπανιότερα και το del δεξιά του, αυτό βέβαια μόνο κατά την γρήγορη πληκτρολόγηση. Δεν θα το χρεώσω παρόλα αυτά ως σημαντικό πρόβλημα μιας και είναι καθαρά θέμα επιλογής του format πράγμα καθαρά προσωπικό. Σίγουρα ευχάριστο το να πιάνει τόσο λίγο χώρο στο γραφείο ειδικά αν δεν έχει βάλει κανείς και το έξτρα αριθμητικό. Πολύ καλός φωτισμός και αρκετές οι επιλογές προγραμματισμού όλων των πλήκτρων. Πολύ βολικό το να μπαίνει το αριθμητικό πληκτρολόγιο και από τις δύο μεριές και έξυπνη ιδέα η χρήση USB C βύσματος για σύνδεση και η δυνατότητα χρήσης καλωδίου προέκτασης, αν υπήρχε και η δυνατότητα απευθείας σύνδεσης στο PC θα ήταν τέλεια, οκ ζητάω πολλά αλλά δεν του λείπει και κάτι. Και τώρα τα δυσάρεστα. Το λογισμικό (firmware) στο πληκτρολόγιο είναι προβληματικό σε αρκετά σημεία και το base camp συνεργάζεται μαζί του με δυσκολία. Κρίμα ... κρίμα ... κρίμα ... Πρόκειται για hardware δείγμα προς μίμηση που το μόνο που μου έλειψε από επάνω του, αν πρέπει να πω κάτι, θα ήταν ένα USB Hub, το καταστρέφει όμως το πολύ κακό λογισμικό. Ευελπιστώ αυτό το τελευταίο να το αλλάξουν. · Ποιότητα, υλικά, φινίρισμα. · Αισθητική. · Φωτισμός RGB ανεξάρτητος σε κάθε κουμπί και περιφερειακά του σασί. · Εξαιρετικοί διακόπτες, αφαιρούμενοι από το χρήστη και συμβατοί με κάθε τύπο 3 ή και 5 pin. · Εξαιρετικά double shot PBT key caps και αρκετές έξτρα επιλογές για αντικατάσταση. · Αριθμητικό πληκτρολόγιο με δυνατότητα τοποθέτησης είτε αριστερά είτε δεξιά. · Chery MX σταθεροποιητές λυπανσμένοι με Kryton και σταθεροποίηση του space. · 3 υποδοχές USB C σύνδεσης με το PC. · Βύσμα σύνδεσης του NumPad τύπου USB C και δυνατότητα χρήσης καλωδίου προέκτασης. · NKPRO χωρίς ghosting. · 1 kHz / ms polling rate · 5 profiles στο πληκτρολόγιο. · Αρκετά Hot Keys στο πληκτρολόγιο. · Base Camp … λογισμικό με κάποιες καλές ιδέες μεν αλλά πολλά προβλήματα. · Υψηλή τιμή που δικαιολογείτε όμως από τα υλικά.  TheLAB.GR Ευχαριστούμε θερμά την Mountain για την παραχώρηση του δείγματος της δοκιμής. Σηφάκης Στέλιος 16/05/2022
  2. Introduction Having someone to hold your torch so you can have both hands free is useful in many situations, especially if they are good at pointing it where you want to see and of course, not in your eyes. When no such brilliant helper can be found, a head torch can do just as good a job. Head torches come in many different varieties, ranging from low CRI - high output, to illuminate large areas to high CRI - low output, for illuminating closer, with better quality light. Sofirn sent us one of their head torches to review, that can combine both: The Sofirn HS20. The Sofirn HS20 is a dual head lamp, with independent controls for a high output - low CRI and a low(er) output - high CRI emitter. This sounds like a brilliant idea, so let's delve into it and see how they've done! Unboxing The Sofirn HS20 comes in a generic brown box with the company logo stamped on the top and a sticker specifying the exact model it contains. The torch and all the accessories are tucked inside in no particular order. The accessories include a 1m (3ft) long USB A to USB C charging cable, 2 spare O-rings, the head strap and the manual. The torch itself comes protected in a bubble-wrap bag. There is a label on the torch, held with a rubber band, reminding the end user to remove the insulation paper from the battery (which is shipped inside the torch) so the torch can function. The design of the Sofirn HS20 makes it a dedicated head torch, as it is not convenient to operate in hand. It consists of a tube, with 2 end caps and a protrusion in the middle of the tube, which houses the 2 emitters and their optics. On top of the protrusion there are 2 buttons, to control the 2 emitters separately. The emitter on the left (as you face the torch) is a Cree XHP50.2 inside an orange peel reflector. Despite being marketed as a spotlight, this configuration with a large dye emitter and a shallow, orange peel reflector is not going to focus the light into a narrow beam and have a lot of throw. I consider it instead to be the high output option. The emitter on the right is a Samsung LH351D CRI90 behind a TIR optic, which is protected by a glass lens. This is marketed as a flood light and indeed the TIR optic makes it floody. It is also the high CRI, lower output option. One of the end caps is marked with the USB symbol. The other has the mandatory CE / RoHS / do not throw in the bin markings. Unscrewing the USB marked end cap reveals the USB C charging port. Unscrewing the other end cap reveals the battery, with the insulating paper on top. The battery is a Sofirn branded, button top, 3000mAh, 18650, Li-Ion battery. A brass puck at the back of the driver PCB makes contact with the positive terminal of the battery while a thick, good quality spring on the end cap makes contact with the negative terminal. The torch fits securely in the silicone cradle of the head band and the straps are soft and adjustable. Build Quality The build quality of the Sofirn HS20 is... OK. All parts fit together nicely and the anodization is uniform but there are some milling defects that can be seen under the anodization, especially on the edges of the milled grooves at the back. This has no functional consequences whatsoever, of course, but it detracts from the aesthetics. Specifications The specifications of the Sofirn HS20 as found on the company's website can be viewed below. The high output Cree XHP50.2 emitter has a CCT of 6000K-6500K and a CRI of 70 while the high CRI Samsung LH351D emitter has a CCT of 5000K and a CRI of 90. The USB C port facilitates fast charging with 2A current and can charge the included battery in 2.5 hours. User Interface The Sofirn HS20 features one switch per emitter, for fully independent control. From OFF: Click throw / flood button to turn on throw / flood emitter. Press and hold to select modes low / medium / high. Click to turn off. Double click throw / flood button to turn on throw / flood emitter on Turbo. Click to turn off. Triple click any button to activate lock out. The flood emitter will flash twice. Clicking any button while in lock out mode will make the flood emitter flash twice to indicate the torch is in lock out mode. Triple click throw / flood button to go out of lockout mode and turn on the throw / flood emitter. Press and hold throw / flood button to turn on throw / flood emitter on Eco mode. Keep holding for more then 1sec to go to and cycle through the standard modes: low / medium / high. Click to turn off. From ON: Click the throw / flood button to turn off the throw / flood emitter. Double click the throw / flood button to go to Turbo on the throw / flood emitter. Click to return to the previous mode. Triple click any button to cycle through throw / flood / throw + flood. Long press the throw / flood button to select modes low / medium / high on the throw / flood emitter. Click to turn off. The switches are also lit, to provide information on the battery level. Modes and Run Times The Sofirn HS20 has 5 modes for each emitter: Eco, Low, Medium, High and Turbo. The output of each mode for each emitter as well as the 2 emitters combined together, according to Sofirn, is shown in the following table. My measurements are in the table below in orange, while the company specifications are in black. It looks like the specifications of the Sofirn HS20 are quite accurate! Size Comparison Here is a side by side photo of the Sofirn HS20 with the Sofirn HS10. The Sofirn HS20 is quite compact for a dual emitter head torch with a 18650 battery. Photometry I took some photometry readings with an Opple Light Master Pro. The results are in the following table. The CCTs of both emitters seem to be warmer than spec. The CRI readings are what is expected. On the other hand, it looks like the Opple Light master pro has trouble reading the Duv of the Cree XHP50.2 emitter, which, as you can see in the following photos, taken with a white balance of 5500K, is definitely not on the rosy side. The photos show the Sofirn HS20 on the right, compared to the Sofirn HS10 on the left. The Sofirn HS10 uses a Samsung LH351D 5000K emitter, which is the same with the Sofirn HS20 flood emitter. On the first photo we see the Sofirn HS20 spot light, on the second the flood light and on the third, both. Beam Profile As there are 2 emitters with their separate optics in the Sofirn HS20, we have 2 beam profiles and of course, the combination of both. The first photo shows the beam profile of the spotlight, with the Cree XHP50.2 emitter and the shallow, orange peal reflector. The second photo shows the beam profile of the floodlight, with the Samsung LH351D emitter and the TIR optic. It is obvious that the first has a tighter hot spot than the second and as it also has more output, it is certain it will throw further. In the last photo, we have the combined beam profile of both emitters. Beam Shots Here are some beam shots of the Sofirn HS20 flood light, spot light and dual emitters, at Low, Medium, High and Turbo. The following video shows a comparison of the Sofirn HS20 to the Sofirn HS10, on Turbo, using both emitters of the Sofirn HS20. The distance to the end of the alley is 70m. Driver The driver of the Sofirn HS20 features thermal step down, reverse polarity protection and low voltage protection. It is a FET driver and uses PWM on all modes to control the output. The PWM is of high frequency and not visible to the eye. Here is the PWM when only the spotlight is on: Here is the PWM when only the floodlight is on: And this is the PWM with both emitters on: The camera can see the PWM but the eye cannot. Current Draw The following table shows the current draw of the Sofirn HS20, using the included battery. Charging The Sofirn HS20 comes with USB C onboard charging. The battery included with the Sofirn HS20 is rated at 3000mAh and I measured it at 3043mAh. The battery's internal resistance was measured at 50mΩ. It looks like the battery included with the Sofirn HS20 is of high quality. The torch has under voltage protection and turns off when the battery voltage drops to 2.88V. Charging the battery of the Sofirn HS20 is very easy. Just plug the included USB A to USB C cable and any USB charger that can provide the required maximum current of 2A into the USB C socket on the torch to charge it. Using a lower output charger will still work but the charging will be slower and take more time. There is also support for USB C to USB C cable charging. The indicative LED next to the USB C socket will turn red while the battery is charging and green to indicate a full charge. Charging the Sofirn HS20 battery from 2.88V to 4.12V, where the charging terminated, took 2 hours, 28 minutes and 2 seconds, which is in accordance with the 2.5 hours charging specification. The maximum current drawn was 1.7688A. Output & Runtimes The Sofirn HS 20 is rated at a maximum output of 2700 Lumen and a maximum throw of 136m. I do not own a multi thousand dollar worth integrating sphere, just a logging Lumen meter and a home made integrating tube. The array is calibrated with 3 separate, professionally measured lights and gives me consistent results, but there is definitely room for error and deviations are to be expected. Running the Sofirn HS20 with the included battery and using both emitters yielded a maximum output of 2616 Lumen at turn on and 2456 Lumen at 30 seconds (ANSI). That is very close to spec. The outputs of the spotlight and floodlight emitters were also up to spec. You can see the full runtimes of each emitter separately and both together, on Turbo, in the graph below. Here are the first 10 minutes, in greater detail. I measured the throw of the Sofirn HS20, using the included battery and both emitters, at 138m (4732cd). The spotlight was measured at 127m (4002cd) and the floodlight at 71m (1271cd). Conclusion The Sofirn HS20 is a value for money, dual head torch that includes a high CRI floodlight and a high power spotlight with independent controls and an intuitive and simple user interface. It comes with a comfortable, adjustable head strap, USB C 2A charging and a 3000mAh 18650 battery. The build quality is good and the design is very functional, but the finish could be better aesthetically, as there are some small imperfections in the milling, under the anodization. The driver uses PWM to control the output in all modes, but the PWM is high frequency and not visible or in any way tiring to the eye. The driver also has thermal regulation, low voltage protection and reverse polarity protection. If you are in the UK, you can purchase the Sofirn HS20 from Amazon for £56.99, minus a 10% voucher available at the time of this review. From anywhere in the world, you can purchase it from the Sofirn Website for $41.99 plus the tax for your country. For Greece, the tax is $5.46 and brings the total cost to $47.45. Let us summarise the pros and cons of the Sofirn HS20. Pros + Dual emitters, 1 high output Cree XHP50.2 and 1 high CRI Samsung LH351D, with independent controls. + Simple and intuitive user interface. + High and true to spec output. + Temperature regulation, low voltage protection and reverse polarity protection. + USB C 2A onboard charging with USB C to USB C support. + 3000mAh 18650 Li-Ion battery included. + Comfortable and adjustable head strap. + IP68. + Value for money. Cons - Small imperfections in the milling, under the anodization.  TheLAB.GR Thanks to Sofirn for providing the torch for review Polymeros Achaniotis 13/04/2022
  3. Introduction Things that try to do two jobs are often mediocre at both, so when I was offered a review sample of the Acebeam Rider RX I was sceptical. You see, this particular torch is marketed not only as an EDC torch but also a fidget toy. And the immediate thought that comes to mind is what compromises had to be made for it to be both? Acebeam is a company that thinks things through in their designs and implementations and I was interested to see how they went about it, so I accepted the sample and will be presenting my findings and thoughts in this article. Let's delve into this review and find out if the Acebeam Rider RX is a good EDC torch. Fidget toy. Both. Unboxing The Acebeam Rider RX comes in a simple white box, with a clear window at the front through which you can see the torch. The front of the box also states the brand and model while the back has the company information and various certifications and QR codes. The two sides have the company logo and the 5 year warranty, respectively. The top and bottom of the box are plain white. Inside the box, we find the torch, in a clear, moulded plastic that holds it in place and under that we find the accessories. The accessories include the user manual, a lanyard, spare o-rings and the short USB-A to USB-C charging cable. The manual unfolds to a single sheet of paper. One side of it is written in English and the other side is in Chinese. In the following photo you can see the English side. The construction of the Acebeam Rider RX includes an outer tube, made of stainless steel and an inner tube made of aluminium. The outer tube comes in 4 different finishes that you can see in the following photo, while the inner tube is always anodized blue. The sample that was sent to me is the blue version of the Acebeam Rider RX which is the most discrete one, as the outer stainless steel tube does not contrast with the inner aluminium tube. It is a very nice blue as well. The torch is very pocketable, as it uses a 14500 / AA battery and is well designed and appealing to the eye. The outer tube has cut outs through which you can see the inner tube. Very nice. The front of the torch shows clearly the double tube design while the back has the switch. The mid section is the most interesting part, with the cut outs that show the inner tube. The clip is large and bidirectional and to he honest does not look remotely as elegant as the rest of the torch. It is very functional and the size and shape are deliberate, as they are necessary for the fidgeting function. It is held in place by two screws. As you can see, the cut out for the clip allows for it to be moved to the side and then forward, as the arrow indicates. There is a spring loaded ball bearing that will engage into the 3 small holes to stop the clip assembly in specific places. The switch is simple, flat and allows the torch to tail stand. The lens comes protected with a film that must be removed before use. Once the film is removed, we can see the shallow, smooth reflector and the emitter. The emitter is a Nichia 219F at 5000K. In order to open the battery compartment, we first need to follow the arrow and move the clip to the side and then forward. This action pushes the inner tube to the front and exposes the front part of it. As a consequence, the switch is recessed inside the outer tube and is unreachable. This could work as a mechanical lock out as well. Now that the front part of the inner tube is exposed, we can just unscrew it to gain access to the battery compartment. The battery comes inside the torch, with the positive terminal insulated for safety. At the back of the battery, there is a thick, good quality spring, while the positive terminal at the front of the battery makes contact with a brass button on the driver PCB. Some of the electronics are on this side of the PCB as well. The battery that comes with the Acebeam Rider RX is a Li-Ion 14500 with a rated capacity of 920mAh. It also features a USB-C charging port. Very convenient. Build Quality I am certain that it was clear from the photos that the build quality of the Acebeam Rider RX is very good. The fit and finish are impeccable and the anodizing and painting are excellent. Specifications The specifications of the Acebeam Rider RX, as found on the company's website, are as follows: The Acebeam Rider RX features a Nichia 219F emitter, with a CRI >90 and a neutral CCT of 5000K. The output of 650 Lumens is not exceptional, but for a high CRI torch in this size it is normal, if you want any kind of duration on high. The smooth but shallow reflector throws to 96 meters, which is quite respectable for the size and adequate for EDC purposes. The size and weight of the Acebeam Rider RX make it very easy to carry. A great feature of the Acebeam Rider RX is its ability to use Ni-MH and Alkaline batteries, in addition to the Li-Ion battery it comes with, so you are never out of power. The output with the lower voltage batteries is, of course, also lower. User Interface The user interface of the Acebeam Rider RX is simple and intuitive. The switch is a forward clicky, which means you half press repeatedly to select the mode you want (momentary use) and full press to keep the torch permanently on at the currently selected mode. There are four modes that you can cycle through it that way, Ultra Low, Low, Mid and High and then the cycle repeats. There is mode memory, so the torch with start at the last used mode. A double half press will put the torch in SOS mode where it automatically shines an SOS in Mors code. Fully pressing the switch at that point will leave the torch running in that mode, while another half press instead will move forward within the normal 4 modes. Modes and Run Times The following table shows the output levels and respective durations of the Acebeam Rider RX with the included Li-Ion battery as well as with a Ni-MH and an Alkaline battery. My own measurements show slightly less brightness than the specs, but not by much. The Ni-MH battery I used was a white Eneloop. Fidget Factor The fidgeting function of the Acebeam Rider RX relies on the movement of the clip, which exposes the front part of the inner tube, as shown below. I was not sold on it to begin with, but when I got my hands on the sample and tried it, it quickly grew on me and I found it quite satisfying. I have not and would not fidget with the Acebeam Rider RX in the presence of other people though, as it is quite loud and I expect it would annoy them. Another point to consider is that the front of the clip slides on the paint of the outer tube, which seems to be of very high quality and resilient so far, but I am sure that with time and many repetitions, the friction will damage the paint. Size Comparison The size of the Acebeam Rider RX is quite standard for a 14500 torch. Here is is between the Lumintop Tool 2.0 and the Olight i5T, for comparison. This is a very pocketable form factor and that is why 14500 sized torches are a popular EDC choice. Photometry I used an Opple Light Master Pro to measure the CCT, CRI and Duv of the Acebeam Rider RX. The results for all four output modes can be seen below, from Ultra Low to High. The CCT is quite close to spec across all four output modes and the CRI is consistently above 90, as promised. Unfortunately, the Duv is positive, which means a greenish rather than a rosy tint. To visualise that, I took the following photo, with the white balance manually set to 5500K. On the left we have the Lumintop Tool 2.0, modified with a Nichia 219b sw45k R9080 emitter, which is very rosy. In the middle is the Acebeam Rider RX and on the right we have the Olight i5T which is known to have a distinctly greenish hue. Beam Profile The beam profile of the Acebeam Rider RX can be seen in the following photo. There is a defined hot spot, that guarantees some throw, and adequate spill. A well balanced beam profile for EDC. Beam Shots I tested the Acebeam Rider RX over a distance of 70m. The following video shows a comparison of the Acebeam Rider RX to the Lumintop Tool 2.0, modified with a Nichia 219b sw45k R9080 emitter and the Olight i5T. Driver Acebeam usually employs very high quality, constant current drivers with no visible or invisible flickering. Unfortunately, that is not the case with the driver of the Acebeam Rider RX. The Opple Light Master Pro shows high risk flickering in the Ultra Low and Low modes, while there is still flickering albeit non harmful on Mid and High modes. The details of the modulation can be seen below. This is how my camera sees the modulation of the Acebeam Rider RX. Current Draw The current that the Acebeam Rider RX draws in each of the four modes can be seen below. The maximum current drawn, on High, is 2.56A, so any button top 14500 battery that can provide at least that output, will work well with the Acebeam Rider RX. Charging The battery included with the Acebeam Rider RX is rated at 920mAh and I measured it at 955mAh. The battery's internal resistance was measured at 75mΩ. It is clear that the battery included with the Acebeam Rider RX is of high quality. The torch has under voltage protection and turns off when the battery voltage drops to 2.83V. Charging the battery of the Acebeam Rider RX is very easy. Just use the included USB-A to USB-C cable and any USB charger or computer USB port to charge it. Unfortunately, the battery does not support USB-C to USB-C cable charging (no PD support). The indicative LED around the positive terminal will turn red while the battery is charging and green to indicate a full charge. Charging the Acebeam Rider RX battery from 2.83V to 4.19V, where the charging terminated, took 3 hours, 13 minutes and 54 seconds. The maximum current drawn was 0.4362A, so any USB charger or computer USB port will be sufficient. A charger is not provided with the light but you can use your phone charger. Output & Runtimes The Acebeam Rider RX is rated at a maximum output of 650 Lumen and a maximum throw of 96m. I do not own a multi thousand dollar worth integrating sphere, just a logging Lumen meter and a home made integrating tube. The array is calibrated with 3 separate, professionally measured lights and gives me consistent results, but there is definitely room for error and deviations are to be expected. Running the Acebeam Rider RX with the included battery yielded a maximum output of 614 Lumen at turn on and 542 Lumen at 30 seconds (ANSI). The output kept dropping gradually until the 2 minute and 11 seconds mark, when it dove to 396 Lumen. From there, it gradually dropped to 370 Lumen over the next 6 minutes and then dropped to 302 Lumen. From that point on, the output gradually declined until it turned off at 1 hour, 14 minutes and 57 seconds. From the runtime graph we can deduce that the output level is dependant on the battery voltage and timed step downs. There is no thermal regulation as I was able to reset the torch to full output by turning it off and back on. Here are the first 10 minutes, in greater detail. I used a white Eneloop to test the Acebeam Rider RX with a Ni-MH battery. The output starts at 172 Lumen and climbs to 176 Lumen over the first minute of operation. It then drops to 123 Lumen for another 6 minutes and then to 76 Lumen until almost the 2 hour mark. Then there is a brief increase in brightness, while the driver attempts to compensate for the dropping battery voltage and after that the output drops to very low levels for another hour and 20 minutes before the torch turns itself off. It is obvious and expected that when using a Ni-MH or an Alkaline battery the voltage is boosted to be able to drive the emitter and therefore the output is more stable. Here are the first 10 minutes of the above graph, in greater detail. I measured the throw of the Acebeam Rider RX, using the included battery, at 94m (2190cd), which is close enough to the 96m declared in the specs. With the white Eneloop battery, the throw I measured was at 50m (622cd). Conclusion The Acebeam Rider RX is a 14500 sized EDC torch with a fidget function. It features a double tube design, with the outer tube made of stainless steel in 4 different finish options and the inner tube made of blue anodized aluminium. The quality of the construction, painting and anodization is excellent and fidgeting with it can be fun, but is also loud and may annoy some people in the vicinity. The beam profile and output are optimized for EDC use and the torch is operated by a forward clicky tail switch which feels rather mushy but is easy to use. The user interface is simple and the mode spacing is good. The emitter used in the Acebeam Rider RX is a Nichia 219F with CRI>90 and CCT=5000K which is above BBL in all output modes but not as much as other torches, like the Olight i5T. It is rather close to natural day light, which is also above BBL. My measurements of the output levels found them to be below specs, but not by much. The Acebeam Rider RX can be ordered directly from the Acebeam website and costs $54.95, including the battery and shipping. Let us summarise the pros and cons of the Acebeam Rider RX. Pros + Excellent build quality, painting and anodizing + Stainless steel outer tube with aluminium inner tube + Engaging fidget function + Impeccable and intricate machining + High CRI 5000K emitter + Low Voltage Protection. + USB -C rechargeable battery included + Supports Li-Ion, Ni-MH and Alkaline batteries + Simple and intuitive UI + IP68 + Easily pocketable form factor + Reverse polarity protection Cons - Flickering, especially in Ultra Low and Low levels - No thermal regulation - The battery does not support USB-C to USB-C cable charging - Above BBL  TheLAB.GR Thanks to Acebeam for providing the torch for review Polymeros Achaniotis 28/03/2022
  4. Εισαγωγή Το πόσο σημαντική διαφορά δίνει ο σωστός φωτισμός σε λήψεις φωτογραφιών και βίντεο είναι γνωστό σε όλους όσους ασχολούνται και το είδαμε και σε σχετικό review στο παρελθόν, όπου είχαμε αναλύσει τα εξαιρετικά Elgato Key Light Air. Τώρα η Elgato έστειλε στον πάγκο των δοκιμών μας το μικρότερο σε διαστάσεις, φορητό μέλος της οικογένειας των φωτιστικών της που ακούει στο όνομα Elgato Key Light Mini. Το Elgato Key Light Mini είναι ένα φορητό φωτιστικό σώμα, ρυθμιζόμενης ισχύος και θερμοκρασίας φωτός, με ενσωματωμένη μπαταρία και έλεγχο λειτουργίας τόσο μέσω WiFi, όσο και αυτόνομα. Συσκευασία και Περιεχόμενα Αλλά ας ξεκινήσουμε από την αρχή, δηλαδή από τη συσκευασία. Το Elgato Key Light Mini έρχεται σε συσκευασία παρόμοια με αυτές που μας έχει συνηθίσει η εταιρεία, από ιλουστρασιόν χαρτόνι και σε αποχρώσεις του μπλε. Στην εμπρός όψη κυριαρχεί η φωτογραφια του προϊόντος ενώ στην πίσω βλέπουμε ένα σενάριο χρήσης του μαζί με τα κύρια και τα τεχνικά του χαρακτηριστικά. Στη μία πλαϊνή πλευρά βλέπουμε τα βασικά χαρακτηριστικά του προϊόντος και τα περιεχόμενα της συσκευασίας ενώ στην άλλη τονίζεται η φορητότητά του. Η επάνω πλευρά της συσκευασίας προσφέρει τη δυνατότητα ανάρτησης σε σταντ καταστήματος ενώ στην κάτω πλευρά βλέπουμε τις πιστοποιήσεις και τα στοιχεία της εταιρείας. Αξιοσημείωτη είναι η πληροφορία ότι οι δοκιμές της συσκευής έγιναν στο 50% της ισχύος, σε θερμοκρασία φωτός 4150Κ και με το WiFi απενεργοποιημένο. Ανοίγοντας τη συσκευασία βλέπουμε τον σύντομο οδηγό χρήσης και κάτω από αυτόν, το προϊόν προστατευμένο σε λευκή θήκη από ύφασμα. Κάτω από το Elgato Key Light Mini υπάρχει μία θήκη όπου βρίσκουμε το φυλλάδιο με τις οδηγίες ασφαλείας και το καλώδιο φόρτισης. Το καλώδιο φόρτισης είναι τύπου USB A σε USB C και το βύσμα του USB C έχει σχήμα U για να αγκαλιάζει τη συσκευή και το καλώδιο να κρύβεται πίω της. Το Elgato Key Light Mini έχει στρογγυλεμένες γωνίες και η εμπρός του όψη καλύπτεται από λευκό πλαστικό για τη διάχυση του φωτός. Στην πίσω όψη βρίσκουμε το λογότυπο της εταιρείας, περιτριγυρισμένο από ένα καλαίσθητο σχέδιο. Στις γωνίες υπάρχουν ισχυροί μαγνήτες που μπορούν να κρατήσουν με ασφάλεια τη συσκευή πάνω σε μια μεταλλική επιφάνεια. Στο αριστερό μέρος της πίσω επιφάνειας διακρίνουμε το ενδεικτικό LED της σύνδεσης WiFi και 5 ενδεικτικά LED για τη στάθμη της μπαταρίας. Η επάνω όψη δεν έχει κάτι ενώ στην κάτω όψη βρίσκουμε την υποδοχή 1/4" για την ανάρτηση της συσκευής στο σύστημα MultiMount της εταιρείας ή σε οποιοδήποτε φωτογραφικό τρίποδο, περιτριγυρισμένη από τις πιστοποιήσεις της συσκευής και τα στοιχεία της εταιρίας. Στο ένα πλαϊνό υπάρχει ένα αυτοκόλλητο με το σειριακό αριθμό της συσκευής ενώ στο άλλο βρίσκουμε τη θύρα τροφοδοσίας / φόρτισης (τύπου USB C), το πλήκτρο ενεργοποίησης, το χειριστήριο ελέγχου και το πλήκτρο Reset (που μπορεί να πατηθεί μόνο με κάποιο αιχμηρό αντικείμενο) Σύνδεση και Λογισμικό Ένα από τα σημαντικότερα χαρακτηριστικά του Elgato Key Light Mini είναι η δυνατότητα σύνδεσης μέσω WiFi με υπολογιστή που τρέχει Windows ή MacOS ή κινητό τηλέφωνο με Android ή iOS. Ας δούμε τη σύνδεση με υπολογιστή που τρέχει Windows. Αυτή γίνεται με το λογισμικό της Elgato που ονομάζεται Control Center και το οποίο βλέπουμε παρακάτω. Εδώ έχουμε ήδη συνδεδεμένα τα 2 Elgato Key Light Air που είχαμε δει σε προηγούμενο ;review. Πατώντας το + πάνω αρστερά, μπορούμε να προσθέσουμε μια νέα συσκευή. Το Elgato Key Light Mini έρχεται έτοιμο προς σύνδεση. Αν είχε συνδεθεί παλιότερα σε άλλο δίκτυο, μπορούμε με το πλήκτρο reset που είδαμε να το επαναφέρουμε σε κατάσταση ετοιμότητας προς σύνδεση. Πατώντας το πλήκτρο connect, μας δίνεται η δυνατότητα να επιλέξουμε ένα από τα διαθέσιμα στο χώρο μας ασύρματα δίκτυα WiFi στα 2,4GHz και να εισάγουμε τον σχετικό κωδικό. Παρά το γεγονός ότι στα τεχνικά χαρακτηριστικά αναφέρεται συμβατότητα τόσο σε ασύρματα δίκτυα 2,4GHz όσο και σε ασύρματα δίκτυα 5GHz, το δείγμα μου εντόπισε μόνο τα πρώτα και όχι τα δεύτερα. Ακολουθεί η διαδικασία σύνδεσης... ..η οποία ολοκληρώνεται απροβλημάτιστα με το παρακάτω μήνυμα. Με αυτόν τον τρόπο, το Elgato Key Light Mini έχει προστεθεί στο Control Center. Η χρήση είναι απλή, με ένα πλήκτρο ενεργοποίησης / απενεργοποίησης και 2 συρόμενους επιλογείς, έναν για τη θερμοκρασία φωτός που κυμαίνεται από ψυχρό 7000K τέρμα αριστερά έως θερμό 2900K τέρμα δεξιά και έναν για την ένταση, που κυμαίνεται από 3% έως 100%. Το εικονίδιο με τους 3 συρόμενους επιλογείς στα δεξιά ανοίγει το σχετικό μενού των ρυθμίσεων. Από εκεί μπορεί ο χρήστης να αλλάξει το όνομα του Elgato Key Light Mini, να στείλει εντολή εντοπισμού (Identify) έτσι ώστε αν διαθέτει πολλές παρόμοιες συσκευές να εντοπίσει τη συγκεκριμένη μεταξύ των άλλων (ο εντοπισμός γίνεται μέσω ρυθμικού αναβοσβησίματος της συσκευής) καθώς και να κρύψει τη συσκευή (Hide) από το Control Center. Η λειτουργία Studio Mode απενεργοποιεί εντελώς την μπαταρία, έτσι ώστε να μην υπάρχει φθορά λόγω χρήσης και προορίζεται για λειτουργία της συσκευής με μόνιμη σύνδεση τροφοδοσίας. Θα προτιμούσα η λειτουργία αυτή να ήταν διαθέσιμη απ' ευθείας πάνω από τη συσκευή καθώς αν το Elgato Key Light Mini είναι σε studio mode και το πάρει ο χρήστης σε μια εξωτερική εργασία μακριά από το δίκτυο όπου είναι εγκατεστημένο, δεν έχει τρόπο να ενεργοποιήσει τη λειτουργία μέσω μπαταρίας. Υπάρχει επίσης λειτουργία απενεργοποίησης του WiFi καθώς και ελάττωσης της έντασης του φωτός όταν η μπαταρία πέσει κάτω από κάποιο επίπεδο. Τέλος, υπάρχει η δυνατότητα επιλογής της συμπεριφοράς της συσκευής κατά την ενεργοποίηση καθώς και πληροφορίες για την έκδοση του Firmware και τη διεύθυνση IP που έχει η συσκευή στο δίκτυο. Δίνεται επίσης η δυνατότητα ενημέρωσης του Firmware. To Elgato Key Light Mini που παρέλαβα ως δείγμα είχε ήδη τη δυνατότητα αναβάθμισης του Firmware, η οποία ολοκληρώθηκε απλά και εύκολα, όπως φαίνεται στις παρακάτω εικόνες. Πέρα από τις ρυθμίσεις της κάθε συσκευής που ανοίγουν με το εικονίδιο των τριών συρόμενων επιλογέων που υπάρχει στα δεξιά της κάθε συσκευής, υπάρχουν και οι ρυθμίσεις που αφορούν το Control Center και οι οποίες ανοίγουν πατώντας το γρανάζι στο επάνω δεξιά μέρος του παραθύρου. Το μενού των προτιμήσεων χωρίζεται σε 3 μέρη: Στο πρώτο, μπορούμε να συνδέσουμε τον έλεγχο όλων των συσκευών έτσι ώστε να τις ρυθμίζουμε ταυτόχρονα. Αν δεν το επιλέξουμε, ο έλεγχος της κάθε συσκευής γίνεται χωριστά αλλά μπορεί να γίνει και προσωρινά ταυτόχρονος έλεγχος κρατώντας το πλήκτρο Ctrl κατά την πραγματοποίηση οποιασδήποτε μεταβολής. Στο δεύτερο μέρος μπορούμε να εμφανίσουμε όλες τις συσκευές που έχουμε επιλέξει να κρύψουμε από τις επιμέρους ρυθμίσεις της κάθε συσκευής, όπως είδαμε παραπάνω. Στο τρίτο μέρος βλέπουμε την έκδοση του προγράμματος, μπορούμε να κάνουμε έλεγχο για ενημερώσεις και να ενεργοποιήσουμε τον αυτόματο έλεγχο. Το πλήκτρο More... ανοίγει την παρακάτω θέση στον Windows Explorer. Η εφαρμογή Control Center διατίθεται και για Android και iOS. Παρακάτω βλέπουμε την εφαρμογή για Android. Οι λειτουργίες είναι αντίστοιχες με την έκδοση για Windows, που είδαμε αναλυτικά. Τέλος, είναι αξιοσημείωτη η δυνατότητα ελέγχου του Control Center και των συσκευών που αυτό ελέγχει μέσω των Elgato Stream Deck Mini, Stream Deck και Stream Deck XL. Παρακάτω βλέπουμε μια οθόνη επιλογών που έχω φτιάξει στο Elgato Stream Deck XL για τον έλεγχο συσκευών του Control Center. Χειρισμός Εκτός από το χειρισμό μέσω του Control Center, το Elgato Key Light Mini έχει και τα ενσωματωμένα χειριστήρια που είδαμε στην φωτογράφιση του προϊόντος. Η χρήση και λειτουργία τους φαίνεται στην παρακάτω εικόνα. Τεχνικά Χαρακτηριστικά Τα τεχνικά χαρακτηριστικά του Elgato Key Light Mini φαίνονται στον παρακάτω πίνακα. Σύμφωνα με την εταιρεία: Η μέγιστη ένταση φωτός φτάνει τα 800 Lumens, η θερμοκρασία φωτός ρυθμίζεται από 2700K έως 7000K και το Color Rendering Index (CRI) είναι πάνω από το 94. Η χωρητικότητα της ενσωματωμένης μπαταρίας είναι 4000mAh και η φόρτισή της είναι γρήγορη, με ρεύμα έως 3A στα 5V. Το βάρος της συσκευής είναι στα 300g και οι διαστάσεις 147 x 100 x 17 mm. Υποστηρίζει σύνδεση μέσω WiFi στα 2.4GHz και στα 5GHz. Στο δικό μου σύστημα πάντως, το Elgato Key Light Mini εντόπισε μόνο το ασύρματο δίκτυο στα 2.4GHz και όχι αυτό στα 5GHz. Οι ελάχιστες απαιτήσεις για τη σύνδεση του Elgato Key Light Mini σε Windows, MacOS, Android και iOS φαίνονται στις παρακάτω εικόνες. Κατασκευή Το Elgato Key Light Mini βασίζεται σε περιμετρικό φωτισμό με LED και ειδικά στοιχεία διάθλασης για να επιτύχει σχετικά ομοιόμορφο φωτισμό σε όλη την πρόσθια επιφάνειά του. Φόρτιση Η φόρτιση του Elgato Key Light Mini γίνεται μέσω του παρεχόμενου καλωδίου USB Α σε USB C. Μπορεί όμως και να γίνει με οποιοδήποτε καλώδιο USB C διαθέτει ο χρήστης, ακόμα και καλώδιο USB C σε USB C. Στο πίσω μέρος της συσκευής υπάρχουν 5 ενδεικτικά LED που δείχνουν το επίπεδο φόρτισης της μπαταρίας σε βήματα ανά 20% (20%, 40%, 60%, 80%, 100%). Κατά τη φόρτιση, τα LED που αντιστοιχούν στο επίπεδο φόρτισης που έχει ήδη επιτευχθεί παραμένουν αναμμένα σταθερά ενώ το LED που αντιστοιχεί στο επίπεδο στο οποίο βρίσκεται το παρόν στάδιο της φόρτισης, αναβοσβήνει. Η φόρτιση θεωρητικά ολοκληρώνεται όταν παραμείνουν αναμμένα και τα 5 ενδεικτικά LED. Η εταιρεία συστήνει τη χρήση φορτιστή τάσεως 5V και με δυνατότητα παροχής ρεύματος 3A. Ο φορτιστής δεν παρέχεται με τη συσκευή. Στο παρακάτω διάγραμμα βλέπουμε τη φόρτιση, η οποία έγινε με μέγιστο ρεύμα στα 2.9A και διήρκησε 1 ώρα, 15 λεπτά και 19 δευτερόλεπτα μέχρι τη στιγμή που έμεναν σταθερά αναμμένα και τα 5 ενδεικτικά LED. Μου έκανε όμως εντύπωση ότι το ρεύμα φόρτισης τη στιγμή που σταθεροποιήθηκε αναμμένο και το 5ο LED ήταν αρκετά υψηλό, στα 1,2Α. Για το λόγο αυτό πραγματοποίησα ακόμη μία μέτρηση, την οποία άφησα να συνεχιστεί και μετά το χρονικό σημείο όπου σταθεροποιήθηκε αναμμένο το 5ο LED και μέχρι του σημείου όπου πρακτικά μηδενίστηκε το ρεύμα φόρτισης. Αυτή η φόρτιση διήρκησε 1 ώρα, 52 λεπτά και 21 δευτερόλεπτα. Είναι εμφανές ότι η ένδειξη της ολοκλήρωσης της φόρτισης δεν συμπίπτει με την πλήρη ολοκλήρωσή της. Επίσης, είναι αδύνατον να ξέρει ο χρήστης σε ποιο σημείο έχει φτάσει η φόρτιση, εκτός αν απλά αφήσει τη συσκευή σε φόρτιση, με επαρκούς ισχύος φορτιστή, για τουλάχιστον 2 ώρες, όπου γνωρίζοντας το αποτέλεσμα της παραπάνω μέτρησης, μπορεί να υποθέσει ότι η φόρτιση ολοκληρώθηκε πλήρως. Για τους σκοπούς του παρόντος review, ας ονομάσουμε την φόρτιση μέχρι την σταθεροποίηση των 5 LED κανονική φόρτιση και τη φόρτιση μέχρι τον πρακτικό μηδενισμό του ρεύματος φόρτισης, πλήρη φόρτιση. Απόδοση και Διάρκεια Σύμφωνα με τα τεχνικά χαρακτηριστικά που παρέχει η εταιρεία, το Elgato Key Light Mini μπορεί να αποδώσει μέχρι 800 Lumens. Η απόδοση όμως εξαρτάται και από την επιλεγμένη θερμοκρασία φωτός, με τη μέγιστη απόδοση στη συγκεκριμένη συσκευή να βρίσκεται στα 4150K. Δεν είναι τυχαίο άλλωστε ότι σύμφωνα με τις πληροφορίες στο κάτω μέρος της συσκευασίας, όπως είδαμε στη φωτογράφιση, σε αυτή τη χρωματική θερμοκρασία έγιναν και οι δοκιμές από την εταιρεία. Στο παρακάτω διάγραμμα φαίνεται η μέγιστη φωτεινότητα σε Lumens που μέτρησα σε κάθε θερμοκρασία χρώματος. Δε διαθέτω επαγγελματικό εξοπλισμό για τη μέτρηση της απόδοσης σε Lumens, ο οποίος κοστίζει πολλές χιλιάδες ευρώ. Χρησιμοποιώ ένα Lumen Meter με δυνατότητες logging και μια συστοιχία με σωλήνες για την ομογενοποίηση του φωτός. Η διάταξη αυτή έχει βαθμονομηθεί με τη χρήση τριών επαγγελματικά μετρημένων φακών και μου δίνει σταθερά και συνεπή αποτελέσματα αλλά σαφώς και έχει περιθώρια σφάλματος και βελτίωσης. Ως εκ τούτου, θεωρώ για τους φακούς που μετράω ότι μια απόκλιση της τάξης έως και 10% είναι αποδεκτή. Η εν λόγω συσκευή έχει διαφορετική λογική και μεγάλη επιφάνεια φωτισμού και ενδεχομένως να οδηγεί σε ακόμα μεγαλύτερη απόκλιση. Σε κάθε περίπτωση όμως, η μέγιστη φωτεινότητα που μέτρησα, σε θερμοκρασία φωτός 4150K, ήταν 502 Lumens, που είναι σημαντικά χαμηλότερη από τα 800 Lumens που υπόσχεται η εταιρεία. Η φωτεινότητα είναι αρκετά χαμηλότερη όσο φεύγουμε μακριά από αυτή τη χρωματική θερμοκρασία, έχοντας μέγιστη τιμή τα 288 Lumens σε χρωματική θερμοκρασία 7000K και τα 233 Lumens σε χρωματική θερμοκρασία 2900K. Όλα αυτά δεν αναφέρονται στα τεχνικά χαρακτηριστικά του προϊόντος και αν κάποιος το προμηθευτεί περιμένοντας 800 Lumens σε όλες τις θερμοκρασίες φωτός, ίσως απογοητευτεί. Ενδεικτικά, πήρα μετρήσεις στο 3% (που είναι η χαμηλότερη δυνατή επιλογή), 25%, 50%, 75% και 100% της έντασης, για θερμοκρασίες φωτός 7000K, 5000K και 2900Κ. Οι τιμές που μέτρησα, σε Lumens, φαίνονται στον παρακάτω πίνακα. Η εταιρία υπόσχεται έως 4 ώρες λειτουργίας στο 50% της έντασης φωτός και λέει ότι τις δοκιμές τις έκανε σε θερμοκρασία φωτός 4150K και με το WiFi απενεργοποιημένο. Ας δούμε κι εμείς τι καταφέρνει το Elgato Key Light Mini στα 5000K, στο 50% αλλά και το 100% της έντασης, μετά τόσο από κανονική φόρτιση (μέχρι να σταθεροποιηθούν τα 5 LED) όσο και μετά από πλήρη φόρτιση (μέχρι να μηδενιστεί πρακτικά το ρεύμα φόρτισης). Το WiFi ήταν ενεργό στις δικές μου μετρήσεις, καθώς δεν εντόπισα κάποιο τρόπο πλήρους απενεργοποίησής του, εκτός και αν η εταιρεία εννοεί ότι απλά δεν ήταν συνδεδεμένο το Elgato Key Light Mini σε κάποιο συγκεκριμένο δίκτυο. Ποιότητα Φωτός Εκτός από την ένταση, σημαντικό ρόλο, πολύ σημαντικότερο κατά τη γνώμη μου, παίζει η ποιότητα του φωτός που αποδίδει ένα φωτιστικό σώμα. Όπως είδαμε, το Elgato Key Light Mini υπόσχεται υψηλό CRI (>94) και θερμοκρασία φωτός που ρυθμίζεται από 7000K έως 2900K. Δε διαθέτω φασματοφωτόμετρο, του οποίου το κόστος δεν είναι εντός των δυνατοτήτων μου, αλλά μόνο μια αρκετά οικονομική συσκευή μετρήσεων, με υψηλότερο περιθώριο σφάλματος, που θα μας δώσει όμως μια καλή εικόνα της ποιότητας του φωτός που προσφέρει το Elgato Key Light Mini. Οι μετρήσεις που πήρα με το Opple Light Master Pro Φαίνονται παρακάτω. Πήρα μετρήσεις σε θερμοκρασίες φωτός 7000Κ, 5000Κ και 2900Κ, ενώ η ένταση δε φαίνεται να επηρέασε αισθητά την ποιότητα του φωτός. Το Elgato Key Light Mini διαθέτει ψυχρά LED, θεωρητικά σε θερμοκρασία χρώματος 7000K και θερμά LED, θεωρητικά σε θερμοκρασία χρώματος 2900K. Όλες οι ενδιάμεσες θερμοκρασίες χρώματος επιτυγχάνονται με ανάμιξη (ταυτόχρονη λειτουργία) αυτών των 2 , με ανάλογα διαφορετική σχετική ισχύ λειτουργίας. Παρατηρούμε ότι η θερμοκρασία φωτός όταν επιλέγουμε 7000K είναι στην πραγματικότητα 5898K. Η σημαντική αυτή απόκλιση, επηρεάζει και όλες τις ενδιάμεσες επιλεγόμενες θερμοκρασίες φωτός, προς τα κάτω, καθώς αυτές επιτυγχάνονται με μίξη των 2 τύπων LED που διαθέτει η συσκευή. Έτσι, η επιλογή θερμοκρασίας φωτός 5000K μας δίνει μια πραγματική θερμοκρασία φωτός κοντά στα 4500K. Τα θερμά LED μετρήθηκαν στα 2930K, που είναι πολύ κοντά στη θεωρητική τους τιμή. Το CRI ήταν σε κάθε περίπτωση πάνω από 94, φτάνοντας το 99 για τα ψυχρά LED και το 95.5 για τα θερμά, με τις ενδιάμεσες χρωματικές θερμοκρασίες να βρίσκονται σε αντίστοιχα ενδιάμεσα CRI. To Duv ήταν αρνητικό σε όλες τις θερμοκρασίες φωτός, που σημαίνει ότι ο φως είχε μια ελαφριά magenta χροιά, που κατά τη γνώμη μου είναι πολύ πιο ευχάριστη από τις πράσινες χροιές που υποδηλώνουν τα θετικά Duv. Συνολικά, η ποιότητα του φωτός είναι εξαιρετική, με μοναδικό μελανό σημείο την αναντιστοιχία της θεωρητικής θερμοκρασίας φωτός των ψυχρών LED με την πραγματικότητα, η οποία συμπαρασύρει και τις υπόλοιπες σχετικές τιμές προς τα κάτω. Ένα άλλο σημαντικό στοιχείο μιας οποιασδήποτε πηγής φωτός είναι το flickering, δηλαδή η αυξομείωση της έντασης που συμβαίνει στις περισσότερες συσκευές παραγωγής φωτός για τον έλεγχο της έντασης. Το flickering (τρεμόπαιγμα) έχει 2 παραμέτρους: Τη συχνότητα και το εύρος. Ανάλογα με αυτές τις παραμέτρους μπορεί να είναι ορατό ή / και κουραστικό ή να μην είναι. Πήρα μετρήσεις με το Opple Light Master Pro σε εντάσεις 3%, 25%, 50%, 75% και 100% και σε θερμοκρασίες φωτός 7000K, 5000K και 2900K. Όπως φαίνεται στα παρακάτω διαγράμματα, το Elgato Key Light Mini έχει υποδειγματική συμπεριφορά και δεν παρουσιάζει καθόλου ορατό flickering. Αποτέλεσμα Καλά όλα αυτά, αλλά τι μας προσφέρει η χρήση του Elgato Key Light Mini σε σχέση με τον φωτισμό ενός δωματίου; Προφανώς προσφέρει ποιοτικότερο και πιο ομοιογενή φωτισμό που οδηγεί σε καλύτερα αποτελέσματα σε φωτογραφίες και βίντεο. Οι παρακάτω φωτογραφίες μιλάνε από μόνες τους, με την πρώτη να έχει ληφθεί με τον φωτισμό ενός δωματίου και τη δεύτερη με το Elgato Key Light Mini. Απολογισμός Το Elgato Key Light Mini είναι ένα φορητό φωτιστικό σώμα (fill light) με δυνατότητες λειτουργίας με εξωτερικό τροφοδοτικό ή μέσω της ενσωματωμένης μπαταρίας 4000mAh. Διαθέτει ενσωματωμένα χειριστήρια αλλά υποστηρίζει και έλεγχο μέσω του οικοσυστήματος της Elgato, με σύνδεση μέσω WiFi και έλεγχο μέσω του λογισμικού Control Center σε Windows, MacOS, Android και iOS. To Elgato Key Light Mini είναι επίσης συμβατό με το σχετικό plug in ελέγχου του Control Center μέσω της οικογένειας των Stream Deck. Αποδίδει φως ρυθμιζόμενης έντασης που θεωρητικά μπορεί να φτάσει τα 800 Lumens, αλλά στις δικές μου μετρήσεις έφτασε μέχρι τα 502 Lumens. H θερμοκρασία φωτός μπορεί να ρυθμιστεί, θεωρητικά, μεταξύ 7000K και 2900K, ενώ στις μετρήσεις μου τα ψυχρά LED αποδείχτηκαν θερμότερα των προδιαγραφών, επιτρέποντας ρύθμιση από 5898K μέχρι 2930K και συμπιέζοντας τις ενδιάμεσες θερμοκρασίες φωτός προς τα κάτω, σε σχέση με την εκάστοτε επιλογή από το λογισμικό. Η ποιότητα του φωτός είναι εξαιρετική, με θεωρητικό CRI > 94 που επιβεβαιώθηκε από τις μετρήσεις και χωρίς την παρουσία ορατού flickering σε οποιαδήποτε θερμοκρασία φωτός και ένταση. Η ποιότητα κατασκευής είναι υψηλή και η ομοιομορφία της διάχυσης του φωτός εξαιρετική, ενώ οι λεπτομέρειες όπως οι μαγνήτες στο πίσω μέρος για στήριξη της συσκευής σε μεταλλικές επιφάνειες και η υποδοχή 1/4" για στήριξη στο σύστημα MultiMount της εταιρείας ή σε οποιοδήποτε φωτογραφικό τρίποδο δείχνουν την προσοχή που δόθηκε στο σχεδιασμό και βελτιώνουν περεταίρω την εμπειρία χρήσης. Η απόδοση της εικόνας σε φωτογραφία και βίντεο που προσφέρει το Elgato Key Light Mini, σε συνδυασμό με τα ποιοτικά χαρακτηριστικά του, τη φορητότητα και την υψηλή του χρηστικότητα δικαιολογούν άνετα το κόστος των 98,90€ που απαιτούνται ως ελάχιστο αντίτιμο κτήσης του στην Ελληνική αγορά. Ας συνοψίσουμε τα πλεονεκτήματα και τα μειονεκτήματα του Elgato Key Light Mini: Πλεονεκτήματα + Ρυθμιζόμενη ένταση φωτός + Ρυθμιζόμενη θερμοκρασία φωτός + Λειτουργία με εξωτερική τροφοδοσία ή ενσωματωμένη μπαταρία 4000mAh + Τροφοδοσία USB C με φόρτιση στα 3A (μέτρησα 2,9A) + Υψηλό CRI > 94 + Αρνητικό Duv + Απουσία flickering + Ομοιόμορφη διάχυση φωτός + Έλεγχος με ενσωματωμένα χειριστήρια ή μέσω WiFi και λογισμικού Control Center σε Windows, MacOS, Android ή iOS + Έλεγχος μέσω της οικογένειας των Stream Deck + Υψηλή ποιότητα κατασκευής + Ενσωματωμένα LED ένδειξης σύνδεσης WiFi και στάθμης μπαταρίας + Μαγνήτες στο πίσω μέρος για στήριξη σε μεταλλικές επιφάνειες + Υποδοχή 1/4" για στήριξη στο σύστημα MultiMount της εταιρείας ή σε οποιοδήποτε φωτογραφικό τρίποδο + Φορητότητα Μειονεκτήματα - Οι μετρήσεις έδειξαν μέγιστο 502 Lumens αντί των 800 Lumens που υπόσχονται οι προδιαγραφές - Τα ψυχρά LED μετρήθηκαν στα 5989K αντί των 7000Κ, συμπαρασύροντας και τις ενδιάμεσες επιλογές θρμοκρασίας φωτός προς τα κάτω - Τα LED ένδειξης φόρτισης / στάθμης μπαταρίας δείχνουν τερματισμό της φόρτισης πριν αυτή ολοκληρωθεί πραγματικά - To Studio Mode δεν μπορεί να απενεργοποιηθεί από τα χειριστήρια της συσκευής αλλά μόνο από το λογισμικό - Το δείγμα μου δεν μπόρεσε να εντοπίσει ασύρματο δίκτυο στα 5GHz - Δεν περιλαμβάνεται το τροφοδοτικό  TheLAB.GR Ευχαριστούμε την Elgato για την παραχώρηση του δείγματος. Πολύμερος Αχανιώτης 04/03/2022
  5. Introduction Sometimes you need a pocket torch and sometimes you need a head torch. And then, there are times your usage scenario is so versatile and complex that you need to cover all possible situations. We all have to make compromises with the EDC torch we carry and choose the one that is most likely to serve our needs for the day, but what if there was a torch that was so versatile it could eliminate the need to choose? Brinyte aspires to provide the answer to that question with their new Brinyte HL16 Noctua. The Brinyte HL16 Noctua is a headlamp like no other that I have seen, as its head rotates from 0 to 90 degrees, including 3 intermediate positions, thus providing unparalleled versatility and eliminating the need to compromise when choosing your EDC torch type. But what compromises did Brinyte have to make, if any, to realise such a unique and complex design? Read ahead to find out. Unboxing The Brinyte HL16 Noctua comes in a very nice cardboard box that is held closed with a blue paper ribbon, bearing the company's logo. The front of the box features a photo of the torch, emphasizing its articulated head and the magnetic charging capability. The back is less exciting, but provides a useful QR code to find out more about the product. The top and bottom of the box are plain white, while the longer sides feature the name of the torch and one of them has a photo of the torch mounted on the included head strap. Upon opening the box we find a card, explaining that the battery is already inside the torch, but insulated from the tail cap by an insulation film. The film has to be removed before the torch can be used. Inside the box we find a head strap, a magnetic charging USB cable, 2 spare O Rings and 2 leaflets. One of the leaflets is the warranty registration card which will allow the owner of the torch to extend its warranty from 2 to 5 years, free of charge, by registering the product on the company's website. The other leaflet is the user manual, which is easy to understand and includes helpful illustrations. The magnetic charging cable is 53cm long, including the plug and magnetic head. It is rather stiff and not at all like the much nicer charging cable that is included with the Brinyte PT18pro Oathkeeper, which is supple, sleeved, significantly longer at 102cm and features an illuminated magnetic charging tip. This is a definite downgrade from the magnetic charging cables of previous Brinyte models. Thankfully, the much nicer cable included with the Brinyte PT18pro Oathkeeper is compatible with the Brinyte HL16 Noctua. If the charging cable is a bit disappointing, the head strap makes up for it. It is very well made, has a good quality rubber cradle for the torch and adjustable size. The weaving is elastic and features ventilation holes which are a big help in warm weather. Finally, the torch itself! The Brinyte HL16 Noctua features a unique design, with an articulated head that can turn from 0 to 90 degrees. It is made of black anodized aluminium, with blue accents and has a large rubber button with the company logo engraved on one side and a magnetic charging connection point on the other. The head and the tail of the light feature a faceted milling design that provides both added grip and aesthetics. The articulated head is designed and executed with precision and definitely adds to the value and - I am sure - to the manufacturing cost of the torch. There are several detents visible, which means the head will not only stop in the 0 and 90 degree position but also in some positions in between. The clip is sturdy, thick and well designed. It comes positioned in the bezel up carry orientation and is as deep carry as can be, allowing for the articulated head. It can easily be removed and installed in the bezel down carry orientation, which makes the torch a very deep carry. With the clip removed, the Brinyte HL16 Noctua can be mounted onto the head strap. The front of the light features a crenelated bezel with an eye catching design. Inside the head sits a smooth reflector, which is unusual for a head torch as it will increase the throw, but taking into account that it is not very deep and that the torch is a multifunctional one, it was probably chosen to balance the beam for all uses. The tail cap is smooth and features a magnet that is not very strong but can hold the weight of the Brinyte HL16 Noctua in any orientation. Unscrewing the tail cap reveals the insulating film blocking the negative pole of the battery from making contact with the spring of the tail cap. Let's remove it. The included battery is a Brinyte branded 16340 Li-Ion battery, with a rated capacity of 650mAh. The spring in the tail cap is not thick, but should be sufficient for the current requirements of this torch. The head features a brass button battery contact, with no spring. Despite only having a spring on one side of the battery, hits and bumps did not cause the Brinyte HL16 Noctua to turn off. With the insulator film removed and the battery re-installed, the Brinyte HL16 Noctua is ready for action. Quality The build quality of the Brinyte HL16 Noctua does not allow for any complaints. The fit and finish are excellent, the milling is perfect and the anodization is without any flaws. Articulated Head The one unique feature of the Brinyte HL16 Noctua is its articulated head, that will turn from 0 to 90 degrees. The movement of the articulated head is smooth and enjoyable and makes for an addicting fidget toy. Besides the two extreme positions, the head of the torch will stop in 3, equally spaced, intermediate positions, thus allowing for the light to be directed where it is needed. This is a very nice and useful feature that I have not seen on any other torch available today. Size Comparison The following photos offer a direct size comparison of the Brinyte HL16 Noctua to the Olight S1R Baton II. The Brinyte HL16 Noctua is significantly longer, despite using the same size battery. This is a compromise Brinyte had to make to achieve the articulated head design. Nevertheless, the torch is still easily pocketable and the added functionality of the articulated head is worth the extra length. Tint and Beam Profile The tint of the Brinyte HL16 Noctua is above the BBL (greenish). It is similar to the tint of the Olight S1R Baton II but warmer, although that could easily just be due to the tint lottery. The emitter used in the Brinyte HL16 Noctua is not high CRI. We can also see from the angle of the beams that the Olight S1R Baton II has a floodier beam pattern than the Brinyte HL16 Noctua. The beam pattern of the Brinyte HL16 Noctua is well balanced although the smooth reflector makes it throw more than the average EDC or head torch. On the other hand, that helps balance the lower power, giving it about the same intensity and throw as the Olight S1R Baton II, despite having about half the Lumen output. There is a clear hot spot surrounded by the spill which gradually fades out. No ugly artefacts, despite the smooth reflector. Beam Shots I tested the Brinyte HL16 Noctua over a distance of 70m. The following video shows a comparison of the Brinyte HL16 Noctua to the Olight S1R Baton II. Driver The driver of the Brinyte HL16 Noctua is a linear, unregulated driver that uses PWM to dim the light, on all levels, except, of course, on full (High). The PWM is visible to the camera but not visible to the naked eye, on any level. Even though I prefer constant current drivers, PWM is an efficient and cost effective way to achieve LED dimming and if it is done at a high enough frequency, as seems to be the case here, it is not a problem. The driver features thermal regulation, low voltage protection, over charge protection and reverse polarity protection. Specifications The specifications of the Brinyte HL16 Noctua , as found on the company's website, are as follows: Despite the table stating that the maximum output is 500 Lumen, the actual advertised output as stated in the manual is 520 Lumen. I have made Brinyte aware of the mistake in the table and they will correct it. The output is lower than other contemporary torches of this size and that is the 2nd compromise that Brinyte had to make so that the Brinyte HL16 Noctua can have its articulated head. This is because the thermal mass of the head is too small and the thermal conductivity through the articulation is too restricted to allow for higher output. Nevertheless, 520 Lumen is more than enough for any task expected from a torch of this size and the articulated head will definitely come in more useful than a few seconds of extra brightness. The Brinyte HL16 Noctua is IP66 rated which means it is dust tight and can withstand powerful water jets, but it cannot be submerged. That is the 3rd and final compromise, after the limited maximum output and longer body, that Brinyte had to make to allow for the articulated head. IP66 is more than adequate for normal use and unless you drop your torch into a puddle, you should be alright using it in any situation. The drop resistance rating is a respectable 1.5m, so the articulated head does not seem to limit the durability. The maximum throw is 140m, which is a lot for the 520 Lumen rating and is due to the smooth reflector. User Interface The user interface of the Brinyte HL16 Noctua is very simple and can be seen in the following animation. To turn the torch on, press and hold the button until it lights up. The torch features mode memory, so it will turn on at the last used mode. Press the button to cycle between the 4 main modes: High, Medium, Low, Moon. Press and hold the button to turn the torch off. Double click the button at any time to enter Strobe mode. Press again to go to the previously used mode. I disagree with the company's decision to make the UI go from high to low as I find this counter intuitive, especially on an EDC or head torch. When I am on Moonlight and need a little more light I would like to be able to go to Low without having to be blinded by High first. I also miss the ability to turn the torch on at Moon mode, regardless of the previously used mode. Some torches use press and hold from off to go straight to Moon mode, but as the Brinyte HL16 Noctua uses press and hold to turn on, this is not possible. I understand that the press and hold to turn on choice makes a lock function unnecessary, but I would prefer a Moon shortcut and a lock function. Modes and Run Times The brightness of the modes and the respective run times, according to the manual, are shown in the table below. I have added a row with my own measurements. It is very refreshing to see a company that does not overestimate their product's Lumen output! Kudos to Brinyte! Current Draw As the UI of the Brinyte HL16 Noctua goes from High to Low, so will our current draw measurements. The torch draws just over 1.4A on High, just over 0.5A on medium, 134mA on Low and 13mA on Moonlight level. The current requirements are not demanding and the battery is a standard 16340, so the Brinyte HL16 Noctua has the advantage to be able to run on any 3.7V Li-Ion 16340 battery. Charging The battery included with the Brinyte HL16 Noctua is rated at 650mAh and I measured it at 697mAh. The battery's internal resistance was measured at around 112mΩ. It is clear that the battery included with the Brinyte HL16 Noctua is of high quality. Another positive point for Brinyte. The torch has under voltage protection and turns off when the battery voltage drops to 2.77V. The indicative LEDs around the magnetic charging port are lit green during operation if the battery charge is from 100% to 40%, lit red if it is from 40% to 5% and blink red if it is below 5%. Charging the Brinyte HL16 Noctua is very easy. Just use the included magnetic cable that automatically attaches to the torch when you get it near enough. The other end of the cable is a standard USB A plug and can be connected to any USB charger or computer USB port. The indicative LEDs around the charging port will turn red while the torch is charging and turn green to indicate a full charge. Charging the Brinyte HL16 Noctua from 2.77V to 4.18V, where the charging terminated, took 2 hours, 18 minutes and 51 seconds. The maximum current drawn was 0.5542A, so any USB charger or computer USB port will be sufficient. A charger is not provided with the light but you can use your phone charger. Unfortunately, the indicative LEDs turned green way before the charging was actually completed, indicated by the green arrow in the chart above. The voltage of the battery at that point was around 3.9V and there was still a long time to go and a lot of energy the battery could absorb and store before the charging actually completed. This is a practice that some other companies, such as Olight, have as well and with which I do not agree. Brinyte maintains that this increases the battery life as it is not fully charged every time and also that most users will not take the torch off the charger the moment the indicative LEDs turn green. In my opinion, this is nonsense. I want to know when my battery is actually fully charged and not have to guess (or use measuring equipment as above) and if I want to give my battery a full charge to get the full run time it is for me, the user, to decide. Having indicative LEDs that lie to me and having to leave the torch on the charger for a longer time, with no visual indication of when the charging is actually completed is most inconvenient and has no advantage whatsoever. Output & Runtimes The Brinyte HL16 Noctua is rated at a maximum output of 520 Lumen and a maximum throw of 140m. I do not own a multi thousand dollar worth integrating sphere, just a logging Lumen meter and a home made integrating tube. The array is calibrated with 3 separate, professionally measured lights and gives me consistent results, but there is definitely room for error and deviations are to be expected. According to my measurements, the maximum output (at turn on) was 556 Lumen, which is 7% more than the advertised 520. ANSI output (at 30 seconds) was 510 Lumen and at 2 minutes it was still 463 Lumen. Then the output declined rapidly over the next 38 seconds to 315 Lumen. It then followed the gradual declining curve of the battery output and gave useful light for over an hour, as the specifications promise. The rest can be seen in the graphs below. The first graph is the full runtime graph. And here are the first 10 minutes, in greater detail. At the end of the battery life, the very low output fluctuates as the indicative LED flashes red to show that the remaining battery capacity is below 5%. The temperature was very well controlled, as you can see in the runtime graphs. The head and switch temperatures are close but there is some difference despite their close proximity, which demonstrates the thermal impedance of the articulated head. The maximum intensity of the light was measured at 5002.4cd, which translates to a throw of 141m. That is 1m more than the 140m advertised. Conclusion The Brinyte HL16 Noctua is a unique EDC sized head torch with excellent build quality and an articulated head which allows it to turn its beam from 0 to 90 degrees relative to the body of the light, including 3 intermediate stops. Its aluminium body is well made and hard anodized and the fit and finish are flawless. The torch meets and exceeds all of its specifications, which is refreshing to see as very few manufacturers respect their customers enough to provide true and accurate measurements. The head band provided is very comfortable, it is adjustable and the weave allows for ventilation. The clip is unidirectional and very well designed and can be installed in 2 positions, for bezel up or bezel down deep carry. The driver uses PWM to dim the output, so PWM is present at all output levels, except on High. The frequency of the PWM is high enough to not be visible to the naked eye and did not tire me when using the light. The unique articulated design of the head of the Brinyte HL16 Noctua imposed some limits on this torch. The maximum output is lower than most comparable sized torches due to the thermal barrier imposed by the articulated head while its total length is increased and its waterproof rating decreased for the same reason. Nevertheless, the advantage provided by the design will outweigh the limitations for many users. Besides, maximum output is only available for about a minute on all small torches and after that, the output of the Brinyte HL16 Noctua is similar to theirs. The Brinyte HL16 Noctua is currently under mass production and scheduled to be available for purchase at the end of October 2021 from the company's website and the cost will be $69.98. Brinyte have provided a $10 discount code for the readers of this review, which brings the price down to $59.98. The discount code is: HL16Noctua Disclaimer: I get absolutely no percentage of the sales or any other personal benefits from Brinyte, except for the fact that the torch was provided for review free of charge. Let's list the Pros and Cons of the Brinyte HL16 Noctua: Pros + Unique articulated head design that allows for 0 to 90 degrees position, including 3 intermediate stops + Measurements show specs to be accurate and not exaggerated, showing respect to the customer + Good and balanced beam pattern + Good quality head strap + Magnetic charging + Magnetic tail cap + Included good quality battery + Low Voltage Protection, Over Charge Protection and Reverse Polarity Protection + Thermal regulation + Low power and charging LED indicator + Good quality unidirectional clip that can be placed in 2 positions, for bezel up or bezel down deep carry + Compatible with all 3.7V Li-Ion 16340 and with 3.0V CR123 batteries Cons - High to Low User Interface - Charging indicator indicates charging complete a long time before it is actually completed - Maximum output limited to 520 Lumen - Longer than most 16340 torches - IP rating limited to IP66 - The driver is not regulated and uses PWM to dim the emitter - The charging cable is a downgrade from the one included in previous Brinyte models  TheLAB.GR Thanks to Brinyte for providing the torch for review Polymeros Achaniotis 16/10/2021
  6. pol77

    Acebeam E70-AL

    Introduction This review is brought to you by a stroke of good luck. I was looking at the Acebeam E70-AL as the design and specifications had caught my eye, when I stumbled upon a giveaway the company was doing on BLF. Tyche ruled in my favour and upon receiving my prize, I decided that a review was in order. Acebeam is well known amongst torch enthusiasts as a higher end company and both their products and their price tags reflect that. The Acebeam E70-AL may not be the most value for money option available but the specifications and quality are way beyond what you will find in budget friendly lights. Are you interested to see what the Acebeam E70-AL has to offer? Let's start at the beginning. Unboxing The Acebeam E70-AL comes in a white box with a clear window that allows a view of the light. The box emphasizes the 5 year warranty and the high efficiency, constant current boost circuit, both attesting to the high quality of the Acebeam E70-AL. The back side of the box does not offer any more information on specifications, but rather the company address, a few QR coded links and the usual certification logos. The top and bottom have no print, so nothing to show. One of the longer sides lists the possible applications of the light while the other shows if the battery is included, the LED colour temperature and a warning regarding safe usage. Regarding the LED choice, there is 6500K which is what my prize came with, 5000K and another option not depicted on the box, which has recently been added to the company's website, a 95+ CRI 4500K LED. The 6500K and 5000K are 6V LEDs while the 95+ CRI 4500K is a 12V LED and comes with a different driver. The output of the 6500K emitter is rated at 4600 Lumen, the 5000K 10% less (according to an company representative) and the 95+ CRI 4500K emitter at 2500 Lumen. The box features magnetic closure and opens like a book to reveal its contents and a thank you note from the company. The accessories include a charging cable, 2 spare O-rings, a storage bag and a lanyard not pictured here as it came attached to the light (as seen in the photos above). The leaflets include the manual, a warranty card, safety instructions and a note explaining the battery is in the light and the insulation sheet needs to be removed before use. I removed the lanyard to better show the light, which features a unique design. The Acebeam E70-AL is made of aluminium and has flawless machining and anodization. The anodization of the main body is black and there is an inner tube which is anodized blue. The design is very harmonious and pleasing to the eye. The bezel is crenulated and the head features alternating circular and oblong designs which work well together. The 8 oblong grooves are meant to house 12x2mm tritium vials according to Acebeam, but are not deep enough to completely cover them, measuring only 1.60mm in depth. As the glass tritium vials are very fragile, protruding equals 100% chance of breaking. There are some hard to obtain 11.5x1.4mm and 10x1.5mm tritium vials that would fit nicely but even if you can find them, the colour choice is quite limited. I would suggest to Acebeam to either make the grooves deeper by 0.5mm or, if not possible, to not advertise them as fit to house 12x2mm tritium vials. The body of the light features a helix design, with cut outs revealing the blue anodized inner tube and creating a beautiful visual effect. It also features 6 oblong grooves where it connects to the head that are meant to house 6x1.5mm tritium vials and are perfectly sized for it. The tail part of the tube features tapped holes where the simple and functional clip comes pre-attached. There are 3 sections at the back end of the body. One with the clip installed, one with tapped holes, where the clip could be moved to - no idea why though - and one with bigger holes, where the lanyard came pre-installed. Removing the lanyard is very easy but re-installing it requires thin tweezers, hence why the company probably opted to ship the light with the lanyard already installed. In total, the Acebeam E70-AL features an intricate design which looks quite busy but still harmonious and pleasing to the eye. The machining of such a design is not an easy feat, especially with the level of detail and quality we see here. The business end of the light comes with a protective plastic film, which must be removed before use. Under the protective film, we can see the shallow orange peel reflector and the Cree XHP70.2 emitter. The combination of such a large LED with the shallow OP reflector guarantee a very floody beam. The back end of the light is quite simple. It is where the switch for the operation of the light is located. I like the simple, recessed design of the switch which allows the light to tail stand and helps to protect from accidental activation. The web address of the company is printed in white, which I find unnecessary and deducting from the aesthetics of the light. I do not mind the name of the light and the hot warning symbol printed at the front, but I would also prefer it if the CE and crossed out bin symbols were omitted. The head and body unscrew to reveal that the battery ships inside the light, with the positive terminal insulated for safety. The threads are square cut, smooth and come nicely greased. The battery is an Acebeam branded 21700 Li-Ion battery, rated at 5100mAh and it features a USB C port near the positive terminal. Both battery contacts feature thick, good quality springs. These are probably adequate, but I would have still liked to see double springs or spring bypass wires in such a powerful light, to reduce the resistance even further. This would not have changed the brightness, as the Acebeam E70-AL features a boost driver, but could have helped a little with efficiency and run times. As mentioned before, there is an inner tube, as the light features an electronic switch at the back and both the negative terminal of the battery and the switch need to be connected to the driver. On the driver end, the silver ring seen on the perimeter contacts the outer tube and connects to the battery negative and the two gold plated contacts near the perimeter connect to the inner tube and transfer the switch presses. The spring in the middle of the driver makes direct contact with the positive terminal of the battery. Having springs on both ends makes the light resilient to bumps and drops, as the battery is suspended between two springs under pressure and is not likely to momentarily disconnect and turn the light off. Quality We have already seen the extraordinary quality the Acebeam E70-AL has, for a production light. Even at close inspection, both the machining and the anodization are perfect. No edge is sharp, not a single spot less than perfectly anodized. This is indeed a top quality light. Specifications The specifications of the Acebeam E70-AL, as mentioned on the company's website, can be seen in the following table: The Acebeam E70-AL is made of aerospace grade aluminium which has premium type 3 hard anodization. It features the very powerful Cree XHP70.2 LED which allows it to achieve an impressive maximum brightness of 4600 Lumen. The maximum throw distance is 240m, which means that the light is very floody, as expected from the configuration of the LED and the reflector. The Acebeam E70-AL is quite resilient and sturdy, with an IP68 water proof rating and a 1m impact resistance User Interface The user interface of the Acebeam E70-AL is simple and intuitive. Despite featuring a recessed button, a lock mode and the ability to hard lock the light by unscrewing the head 1/4 of a turn, a double click is required to turn the light on. This prevents accidental activation of unlocked lights and protects even the most careless of users from accidental activations, which would be disastrous with such a powerful light. The user interface of the Acebeam E70-AL is as follows: From Off Double click to turn on (with memory for the 4 main modes), click again to turn off. Click and hold from off to turn on at Moonlight mode. Keep holding until if flashes three times to lock the light. Click and hold again to unlock into Moonlight mode. Triple click for Strobe. Click to turn off or double click for Turbo. From On Click to turn off. Hold to cycle through the main modes (Low, Mid1 ,Mid2, High). Double click for Turbo. Double click again to return to previous mode. Triple click for Strobe. Click to turn off or double click for Turbo. From Turbo, click to return to previous (before Strobe) mode. There is no way to go directly from Strobe to a previous, non Turbo mode. The rated output and runtimes of all the modes can be seen in the table below. Beam-shots The beam pattern of the Acebeam E70-AL is exactly what can be expected from a large emitter combined with a shallow, orange peel reflector. The light is very floody, with a large hot spot and a lot of spill. I tested the Acebeam E70-AL outside, over a distance of 70m. The following video shows a comparison of the Acebeam E70-AL with the Emisar D4V2 Ti (with 4 Cree XP-L HI 5000K emitters) and the Fireflies E07 (with 7 Nichia 219b sw45k emitters). Driver The driver of the Acebeam E70-AL is a digitally regulated, constant current boost driver, which should be able to maintain constant brightness regardless of the battery voltage and also features smart temperature control, reverse polarity protection and low voltage protection. Very refreshing to see such a high quality driver. There is no PWM in any of the modes. Tint and Size Comparison The tint of the Acebeam E70-AL is cool white at 6500K (5000K and 4500K with high CRI options are also available) and it is definitely above BBL and distinctly green. This is by no means a pleasing tint nor is the light high CRI. The intend was to maximize output and efficiency. In the comparison photo below, you can see the Acebeam E70-AL in the middle, compared to the more neutral tint of the Emisar D4V2 Ti (with Cree XP-L HI 5000K emitters) on the left and the much rosier tint of the Fireflies E07 (with Nichia 219b sw45k emitters) on the right. The above photo also offers a size comparison between the lights. The Acebeam E70-AL is not a light that can be easily carried in your trousers pocket, but it fits fine in a winter jacket or a backpack. Battery and Charging The battery included with the Acebeam E70-AL is a 21700, rated at 5100mAh and features onboard USB C charging. The specifications of the Acebeam IMR21700NP-510A with Built-in USB C Port, as shown on the company's website, are listed in the following table: I measured the capacity of the battery at exactly 4716mAh which is rather low. The battery's internal resistance was measured at 26mΩ. The light has Low Voltage Protection and turns off when the battery voltage drops to 2.7V. Charging the Acebeam IMR21700NP-510A with Built-in USB C Port is very easy. Just connect the provided cable or any other USB C cable to the charging port and its other end to a charger. Both USB A to USB C and USB C to USB C cables can be used as well as any charger, including the ones that support PD. This is very convenient as you can charge the Acebeam IMR21700NP-510A with Built-in USB C Port with any USB C cable and charger you have at hand. The LED on the battery lights up red to indicate that it is charging and turns green when the charging is completed, at 4.14V. The Acebeam IMR21700NP-510A with Built-in USB C Port took 6 hours, 22 minutes and 27 seconds to charge from 2.7V to 4.14V. The maximum current drawn was 0.899A, which is low for a 21700 battery and explains the very long charging time. A charging circuit which can support 2A charging would have been much better. As the specifications indicate that the standard charging current is 1A, I can't help but wonder if it would be OK to charge the battery at 2A through a charger with large enough cradles to fit a protected button top 21700. A very nice feature of the Acebeam IMR21700NP-510A with Built-in USB C Port is its ability to function as a power bank. This is facilitated by the USB A port on the included charging cable, but a USB C to USB C cable can also be used, even for devices that do not support power delivery. When the Acebeam IMR21700NP-510A with Built-in USB C Port is functioning as a power bank, its indicative LED turns blue. There is no information available regarding the current the battery can provide through its USB C port so I had to investigate. Anything above 2.7A and the circuit would immediately reset. I gradually reduced the current until I found it to be initially stable at 2A, which is a good output. Unfortunately, this only worked with a fully charged battery and after 40 minutes of drawing 2A, the circuit started resetting. At the end of the test, and after countless resets, the battery voltage was 3.14V. I tempered my expectations and tried drawing 1A from the battery and this seems to be the maximum supported current for the power bank function, as the battery was able to maintain it with stability for 3 hours, before the circuit reset a few times and then turned off. I would have much preferred it if it had turned off without the resets, as I am not sure if they could damage any sensitive equipment being charged. The battery voltage at the end of the test was 2.99V. The Acebeam IMR21700NP-510A with Built-in USB C Port is a battery packed with nice features such as onboard USB C charging and power bank functionality, along with a large 5100mAh capacity. Nevertheless, the actual capacity of 4715mAh and the slow charging speed leave something to be desired, especially considering the $23.90 price tag. EDC Bulb Along with the light and battery, my giveaway prize included a nice little accessory which adds a lot of value to the Acebeam IMR21700NP-510A with Built-in USB C Port. It is the Acebeam EDC Bulb. The Acebeam EDC Bulb attaches to the top of the Acebeam IMR21700NP-510A with Built-in USB C Port and connects to the battery's USB C port to draw power. The installation and operation are explained in the animation below. The specifications of the Acebeam EDC Bulb as found on the company's website, are in the following table: This tiny plastic attachment adds a lot of functionality to the Acebeam E70-AL and is a must buy, especially since it normally costs only $3.99 and is currently on offer for a mere $0.10. Unfortunately, it is also out of stock. The modes that the Acebeam EDC Bulb supports, along with their respective run times, are listed in the table below: The Acebeam EDC Bulb is so simple and at the same time so useful and nicely implemented! It really adds value to the Acebeam IMR21700NP-510A with Built-in USB C Port. Current Draw The Acebeam E70-AL has a low parasitic drain that is below the ability of the clamp meter to measure. The Moonlight mode only draws 20mA. The Low, Mid1, Mid2 and High modes need 83mA, 216mA, 748mA and 1.961A respectively and Turbo required 10.40A. These values are rather low for the Lumen output and attest to the efficiency of the driver and emitter combination. Output & Runtimes The Acebeam E70-AL with the 6500K emitter is rated at maximum of 4600 Lumen and 240m of throw. I do not own a multi thousand dollar worth integrating sphere, just a logging Lumen meter and a home made integrating tube. The array is calibrated with 3 separate, professionally measured lights and gives me consistent results, but there is definitely room for error and deviations are to be expected. According to my measurements, the maximum output (at turn on) was 4494 Lumen, which is short of the advertised 4600 but still very close to the specs and definitely within the error margin of my equipment. ANSI output (at 30 seconds) was 3805 Lumen and the rapid output decline continued down to 1210 Lumen at 57 seconds. It then stayed stable at a very impressive for the size of the light 1218 Lumen for a further 1 hour and 54 minutes! After that, it stayed for 5 minutes at 153 Lumen and finally dropped to 53 lumen for a further 53 minutes, before it turned off. The temperature regulation was very good and the body of the light was within the ability of a person to hold with bare hands. The test was done indoors, without any cooling or ventilation, so the results will be even better outside. The following graph shows the first 10 minutes of the Full Runtime Graph in greater detail. The stability and efficiency of the Acebeam E70-AL are truly impressive and make for a very usable and reliable light. In contrast to the unregulated drivers used in more budget oriented lights, the driver of the Acebeam E70-AL features a constant current output, providing a stable and constant light output and long run times. Turbo output is short, as dictated by thermal regulation and the laws of physics, but it is there for the short bursts that it may be needed for. High output is incredibly steady and lasted for an impressive 1 hour and 55minutes, after the turbo activation, which is 10 minutes more than what the specifications say. According to the specifications, the maximum throw of the Acebeam E70-AL is 240m and the maximum intensity 14400cd. I measured 210m and 11005.28cd. I charged the battery of the Acebeam E70-AL with an external charger to 4.20V, to see if I can squeeze any more performance out of the light but the gain was minimal, increasing the maximum output from 4494 Lumen to 4561 Lumen, the maximum throw from 210m to 214m and the maximum intensity from 11005.28cd to 11437.92cd. Therefore, I think that the company's decision to terminate the charging at 4.14V and thus increase the longevity of the battery is correct. Conclusion The Acebeam E70-AL is a light that emphasizes quality. The machining is intricate with no imperfections or sharp edges. The type 3 hard anodization is uniform and without flaws. The driver is fully regulated and provides constant current output without any PWM on any of the modes, while being very efficient. The Cree XHP70.2 emitter contributes to the high output and efficiency of the light. The User Interface is simple and functional and extra care has been taken to prevent accidental activations. The size is normal for a 21700 light and not too easy to fit into trousers pockets, although not impossible. I would prefer to carry the Acebeam E70-AL in my backpack or in the pocket of a winter jacket. The optional Acebeam IMR21700NP-510A with Built-in USB C Port battery features USB C onboard charging and Power Bank functionality while the Acebeam EDC Bulb optional accessory adds a lot of usability and value. The Acebeam E70-AL can be purchased directly from the company's website and the cost at the moment this review is written is $94.80, including the battery and shipping, worldwide. The light without the battery costs $74.90, but keep in mind that only button top protected 21700 batteries that can provide at least 10.40A of current will work. Let's list the Pros and Cons of the Acebeam E70-AL: Pros + Digitally regulated constant current boost driver which provides stable output and high efficiency with no PWM. + High Turbo output for the size of the light. + Long runtimes. + Impeccable and intricate machining. + Perfect type 3 hard anodization. + Aerospace grade Aluminium Alloy construction. + USB type C charging integrated in the battery. + Low Voltage Protection. + Quality springs on both sides of the battery. + Smart ITS Temperature Control. + Simple and intuitive UI. + 6 slots for 6x1.5mm tritium vials. + IP68. + The battery provides Power Bank functionality. + The Acebeam EDC Bulb optional accessory is very useful. Cons - The 8 slots on the head meant to house 12x2mm tritium vials are only 1.60mm deep and cannot protect the fragile glass vials so are not fit for purpose. - The battery is expensive. - The battery takes a long time to charge. - Actual battery capacity is 4716mAh instead of 5100mAh. - A holster should be included.  TheLAB.GR Thanks to Acebeam for doing the giveaway and Tyche for providing the light for review Polymeros Achaniotis 24/08/2021
  7. pol77

    Sofirn SC21

    Introduction There is a question that gets asked a lot in the torch world: Which is the best torch? Many would argue that there is no definitive answer to that, as it depends on the requirements and the usage scenario. The best answer to the question, as it is asked is this: The best torch is the one you have on you when you need it. To carry a torch at all times is a thing most people do not think about and only after one starts doing so, does one realise how incredibly useful it can be. But to do so, it has to be small enough to be inconspicuous and powerful enough to be useful. Another requirement for most users, except size and power, is low cost, so it can be affordable and not a big deal if it gets scratched or damaged in the line of duty. Today's review is about a light that ticks all those boxes, and then some: The Sofirn SC21. The Sofirn SC21 is a small, powerful and budget friendly light that also features a high CRI emitter and onboard charging. Intrigued? Read on to find out more! Unboxing The Sofirn SC21 comes in a generic brown box with a sticker that specifies the contents. Inside the box we find the extensive manual and the accessories. The manual is in many languages and the accessories include a clip, a lanyard, 2 spare O-rings and a charging cable. The charging cable is USB type A to USB type C and its length is 104cm, including the plugs. The light itself comes protected in a bubble wrap bag. Inside the bag, along with the light, there is an orange label, explaining that there is an insulator inside the light that prevents the battery from making contact so the light can be shipped safely. That insulator needs to be removed before the light can be used. The Sofirn SC21 is made of aluminium and features a side button with an LED charge indicator. On the opposite side of the side button there is a rubber flap with the USB logo engraved on it. The flap can be opened to reveal a USB type C charging port. The tail is magnetic and the magnet is strong enough to hold the weight of the torch in any orientation. There are also 2 lanyard holes and 2 respective grooves so the lanyard does not compromise the ability of the light to tail stand. The business end of the Sofirn SC21 features a glass lens protecting an orange peel reflector. The emitter used in the Sofirn SC21 is a Samsung LH351D 5000K 90 CRI LED. It is good to see a neutral white, high CRI emitter used in an EDC torch. I expect this till take a toll on brightness and run times, but it is a sacrifice I am willing to make for better light quality. The torch unscrews around the middle to reveal the battery compartment, with the battery already installed. An insulator is covering the driver side, preventing the positive terminal of the battery from making contact with it. The positive terminal of the battery makes contact with the driver PCB through a brass contact point. The negative terminal makes contact with the body with a good quality spring. The spring is not very thick but it should be more than capable of transferring the power required without significant losses. The battery that comes with the Sofirn SC21 is a Sofirn branded 16340 Li-Ion button top battery, rated at 800mAh. The clip can be placed on the back side of the light, as shown below. It allows for lens down deep carry and is bidirectional, which some people like as it allows clipping the light on to a hat and using it as a headlamp, but others dislike as it is not as secure as a unidirectional clip. The end of the clip drags on the head of the torch when the two parts are unscrewed / screwed so I expect that over time it will damage the finish, unless it is carefully lifted to avoid that. Quality The milling quality and anodization are very good, without any sharp edges or visible defects. Even under close inspection the finish and knurling look good. Specifications The specifications of the Sofirn SC21, as found on the Sofirn website, are listed in the table below. The Samsung LH351D 5000K 90 CRI LED is a high light quality choice, rather than a high brightness / high efficiency one and I agree with it. The company claims a maximum output of 1000 Lumen, which is a bold claim. We will test that. The throw is rated at 135m. User Interface The user interface of the Sofirn SC21 is designed to please both those that prefer a stepped mode torch and those who like ramping. Out of the box, the light comes in stepped mode. The stepped mode works as follows: From OFF single click to turn ON. Press and hold to cycle through the main stepped modes (Low – Medium – High). From ON single click to turn OFF. To change to the ramping mode (or back from the ramping mode to stepped mode), you need to do 4 fast clicks while the light is on. The ramping mode gives you full flexibility to adjust the brightness steplessly from Moon to Turbo level and works as follows: From OFF single click to turn ON. Press and hold to change brightness steplessly (“ramp”). Ramping changes its direction when the button is pressed again within 1.5 seconds. The light flashes once when it reaches the lower or upper end of the ramp. From ON single click to turn OFF. In either stepped or ramping mode: From OFF hold for 1 second to turn on at Moonlight level. Double click to activate Turbo mode from OFF or ON. While in Turbo mode, single click to return to the previously used mode. Triple click to activate Strobe mode from OFF or ON. While in Strobe mode, single click to return to the previously used standard mode, or press and hold to cycle through SOS - Beacon - Strobe. The light features both electronic and mechanical lock out. The electronic lock out works as follows: From OFF, 4 fast clicks to activate lockout. Another 4 fast clicks to deactivate lockout and turn the light on at the memorized level. When the light is locked, the main LED blinks twice when the button is pressed to show the status of being locked. While in lockout mode, hold the button to use Moonlight mode momentarily. If you prefer a mechanical lock out, unscrewing the battery tube by 1/4 turn, will break the connection of the negative terminal of the battery to the driver. The Sofirn SC21 also features mode memory, so it will turn on at the last used level (except Turbo). Beam-shots The beam pattern of the Sofirn SC21 is what can be expected from a Samsung LH351D emitter in a shallow, orange peel reflector. It provides a balanced beam with some throw and flood, perfect for EDC. The hot spot is well defined and large and the spill is uniform without any artefacts, thanks to the OP reflector. I tested the Sofirn SC21 outside, over a distance of 70m. The following video shows a comparison of the Sofirn SC21 with the Olight Baton 3 and the Olight S1R Baton II. The Sofirn SC21 offers a more neutral and high CRI beam while the Olight torches have a cooler tint and low CRI but higher output. Driver The driver of the Sofirn SC21 provides constant current to the emitter on all modes. There is no PWM that my camera could detect on any output level. The driver also features Thermal Regulation, Reverse Polarity Protection and Low Voltage Protection. Tint and Size Comparison The tint of the Sofirn SC21 is neutral white, at 5000K. In the comparison photo below, you can see the Sofirn SC21 in the middle, compared to the much cooler and greener tints of the Olight Baton 3 on the left and the Olight S1R Baton II on the right. The Samsung LH351D 5000K emitter used in the Sofirn SC21 is high CRI (90). The photo was taken with the white balance set to 5500K. The length of the Sofirn SC21 is 73mm, which is 10mm longer than the two Olights. That is mostly due to the fact that it uses a reflector and a glass lens instead of the TIR optic used by the two Olights. This offers the advantage that the glass is much harder to scratch than the plastic TIR and does not burn like the plastic can if there is any debris on it, so I actually prefer it. The USB C port also takes more space than the proprietary magnetic charging that Olight uses. As much as I like the magnetic charging system, there is something to be said for not having to carry around a proprietary cable. Battery and Charging The battery included with the Sofirn SC21 is a 16340, rated at 800mAh and I measured it at exactly 788mAh. The light has Low Voltage Protection and turns off when the battery voltage drops to 2.5V which is too low and will wear out the battery, so it should have been set higher. The battery's internal resistance was measured at 79mΩ. These measurements show that a high quality battery is actually included with this light. The indicative LED on the switch of the Sofirn SC21 shows the level of the battery charge. Green means that the remaining charge is at between 100% and 70%, red that it is below 70% and flashing red that it is critical and the light will soon turn off. I would have preferred at least one intermediate indication between 70% and almost empty. Charging the Sofirn SC21 is very easy. Just lift the rubber cover and insert the provided (or any) USB type C cable to charge the light. Both USB A to USB C and USB C to USB C cables can be used as well as any charger, including the ones that support PD. This is very convenient as you can charge the Sofirn SC21 with any USB C cable and charger you have at hand. The indicative LED on the switch flashes red to indicate the light is charging. It turns green when the charging is completed, at 4.21V. The company advertises that the charging of the Sofirn SC21 takes 1 hour, with a 5V charger, capable of providing 1A. It actually took 1 hour, 28 minutes and 25 seconds to charge the included battery from 2.5V to 4.21V inside the Sofirn SC21. The maximum current drawn was 0.9541A, so a charger that can provide at least 1A is recommended. A charger is not provided with the light but you can use your phone charger. A charging current of almost 1A for a 800mAh 16340 battery is rather high and despite being convenient as it charges the battery fast, it will take a toll on the battery longevity. That said, most lights do the same, including the 2 Olights we saw earlier. Output & Runtimes The Sofirn SC21 is rated at a maximum output of 1000 Lumen and 135m of throw. I do not own a multi thousand dollar worth integrating sphere, just a logging Lumen meter and a home made integrating tube. The array is calibrated with 3 separate, professionally measured lights and gives me consistent results, but there is definitely room for error and deviations are to be expected. The output of all modes as well as the respective run times are shown in the table below. According to my measurements, Moonlight is 0.5 Lumen (instead of 1), Low is 17 Lumen (instead of 10), Medium is 93 Lumen (instead of 100), high is 323 Lumen (instead of 400) and Turbo is 848 Lumen at turn on (instead of 1000). The maximum output (at turn on) of 848 Lumen is short of the advertised 1000 by about 15% but still very respectable for the size of the light and especially the fact that it uses a high CRI, neutral white emitter. Output at 30 seconds was 798 Lumen and at 1 minute the output was still 786 Lumen. At 2 minutes the output had decreased to 744 Lumen and then started to decline faster due to thermal regulation to reach reach 206 Lumen at 00:02:51, where it stabilized until the temperature dropped enough and the output rose to 307 Lumen (High) at 00:10:34. It then stayed at that level, with the temperature slowly rising, until at 00:27:54 thermal regulation decreased the output to 254 Lumen. The light remained at that output level until 01:01:45, when the temperature had dropped enough. It then tried to increase the brightness to 307 Lumen, which only happened momentarily as by then the battery did not have enough voltage to support that level of output. Therefore, the light stepped down to 91 Lumen (Medium) for about 6 minutes and then to 17 lumen (Low). It then sustained that output for as long as possible. Unfortunately, the light will not turn off when the battery can no longer sustain the Low output and the brightness just declines with the voltage. It would have been much better if the light just turned off when the battery dropped to that level as that way we would see only regulated output and the battery longevity would be better. The following graph shows the first 10 minutes of the Turbo Full Runtime Graph in greater detail. Turbo is good and impressive but is hardly the mode that is actually most used in a torch. Therefore, I decided to make a runtime graph for High. The graph is self explanatory. The output is stable and regulated. It maintains High output for 58 minutes, then steps down to Medium for 6.5 minutes and then to Low for as long as the battery can sustain it. Again, we see there is no cut off when the battery can no longer sustain the Low output. The following graph shows the first 10 minutes of the High Full Runtime Graph in greater detail. The Sofirn SC21 is advertised to produce 4533cd and therefore have a throw of 135m. I measured 3488.16cd which means that the actual throw is 118m, about 12% less than advertised. This is to be expected as the maximum output measured was 848 Lumen instead of the 1000 Lumen advertised, which is about 15% less. Comparison with Olight Baton 3 & Olight S1R Baton II I was wondering how much of a disadvantage on brightness and efficiency does the high CRI emitter of the Sofirn SC21 introduce compared to lights that prioritize brightness and efficiency over tint and CRI. So, I decided to compare the above runtime graphs with those of the Olight Baton 3 and the Olight S1R Baton II. It was clear from the tint comparison that the Sofirn SC21 offers a much more pleasant, less green and neutral tint than the two Olights and also much better colour rendition as it is 90 CRI instead of the 70 CRI Luminous SST40 emitters the Olights use. As we can see in the comparative graph below, the Olight Baton 3 is by far the most efficient light, but also "cheats" a bit by setting its high output lower than the Olight S1R Baton II, to reserve power. The Sofirn SC21 did surprisingly well, both in brightness and in efficiency considering the neutral tint and high CRI. The following graph shows the first 10 minutes of the Turbo Full Runtime Comparison Graph in greater detail. What is even more interesting is the much more realistic scenario of using the lights on High rather than Turbo. That way, the much hotter Samsung LH531D of the Sofirn SC21 does not need to step down due to thermal regulation and sits between the two Olights in brightness. It also outperforms the Olight S1R Baton II in run time, albeit while being less bright. The following graph shows the first 10 minutes of the High Full Runtime Comparison Graph in greater detail. There is no winner here, just 3 very good EDC lights, each with its advantages and disadvantages, according to the emitter that was selected and the programming of the driver. It does speak volumes though that the Sofirn SC21 is standing as equal amongst equals, with comparative advantages and disadvantages depending on preference and usage scenario, with 2 lights that cost twice what it does. Current Draw The Sofirn SC21 has a low parasitic drain that is below the ability of the clamp meter to measure. The Moonlight Mode only draws 10mA. The Low, Mid and High modes need 60mA, 197mA and 788mA respectively and Turbo required 2.83A. Conclusion The Sofirn SC21 is an small EDC torch that ticks many boxes. It uses a Li-Ion 16340 battery to power a 5000K, 90 CRI Samsung LH351D emitter and produce a maximum of 848 Lumen and 118m of throw (measured). This is indeed an excellent performance for a high CRI light with neutral tint and even though it falls short of the advertised 1000 Lumen and 135m, it is very respectable and more than enough for EDC purposes while the quality of the light is more than enough compensation for the reduced performance. The driver is regulated and provides stable output with no PWM on any level. It incorporates Thermal Regulation, Reverse Polarity Protection and Low Voltage Protection. The only flaw in my opinion is that the low voltage protection only kicks in at 2.5V which is not good for the battery. It should turn off the light at around 3V. The build quality and anodization are very good and the user interface is simple, intuitive and versatile, providing both stepped and ramping options. The button is easy to press and incorporates an indicative LED which shows the battery level and also when the light is charging and when the charging is finished. The Sofirn SC21 uses a glass lens and aluminium reflector combination which is much harder to scratch than a plastic TIR optic and does not melt if there is debris on the lens. The tail cap is magnetic and the magnet is strong enough to hold the light at any orientation. The clip allows for lens down deep carry and is bidirectional so the Sofirn SC21 can be clipped to a hat to use as a headlamp. The Sofirn SC21 can be purchased directly from the Sofirn Website and the cost at the moment this review is written is $23.99, including the battery or $20.99 without the battery. Shipping costs $3.99 and tax varies depending on the country of destination. Let's list the Pros and Cons of the Sofirn SC21: Pros + Value for money. + High CRI. + Neutral 5000K tint. + No PWM at any output level. + Glass lens and Aluminium reflector. + Aluminium Alloy construction. + Very good anodization and fit and finish. + USB type A to C and type C to C charging. + Fast battery charging, in less than 1.5h. + Low Voltage Protection. + Thermal Regulation. + Reverse Polarity Protection + Well balanced beam. + 16340 Li-Ion 800mAh (788mAh measured) battery included. + Battery level and charging LED indicator. + Simple and intuitive stepped and ramped UI. + IP68. + Bidirectional clip, which some users like as it can be clipped on to a hat to use as a head lamp. + Compatible with all button top 16340 batteries that can provide at least 3A. Cons - Low voltage protection turns off the light at 2.5V which is too low and can damage the battery and affect its longevity. - Fast battery charging can affect battery longevity. - Bidirectional clip, which some users dislike as it is not as sturdy and easy to use as unidirectional clips. - The clip could scratch the finish over time. - The battery level indicator LED could have more levels.  TheLAB.GR Thanks to Sofirn for providing the light for review Polymeros Achaniotis 07/09/2021
  8. Εισαγωγή Από τον πάγκο των δοκιμών μας έχουν ήδη περάσει πολλά μέλη της οικογένειας HS των headsets της Corsair. Κάποια από αυτά έφεραν ιδιαίτερα χαρακτηριστικά που τα έκαναν να ξεχωρίζουν, όπως τo Corsair HS60 Haptic που είδαμε πριν από μερικούς μήνες. Σήμερα θα δούμε άλλο ένα headset της ίδιας οικογένειας, του οποίου τα χαρακτηριστικά το κάνουν να ξεχωρίζει και του δίνουν ιδιαίτερα πλεονεκτήματα. Πρόκειται για το Corsair HS80 RGB Wireless Headset. Είναι εμφανές από το όνομα ότι πρόκειται για ασύρματο headset με φωτισμό RGB, όμως αυτά δεν είναι καν τα πιο ενδιαφέροντα και σημαντικά χαρακτηριστικά που διαθέτει. Αντιθέτως, οι ιδιότητες που κάνουν το Corsair HS80 RGB Wireless Headset να ξεχωρίζει είναι άλλες, πολύ πιο ουσιώδεις και σημαντικές. Αλλά ας πάρουμε τα πράγματα από την αρχή. Συσκευασία - Παρελκόμενα Και αρχή σημαίνει συσκευασία. Το Corsair HS80 RGB Wireless Headset έρχεται σε μια ευχάριστα σοβαρή και καλαίσθητη συσκευασία όπου κυριαρχεί το μαύρο χρώμα και οι σκούροι τόνοι, όπως άλλωστε και στο ίδιο το προϊόν. Το εμπρός και πίσω μέρος φέρουν φωτογραφίες του headset και τα βασικά του χαρακτηριστικά. Τα 2 πλαϊνά είναι επίσης μαύρου χρώματος με το λογότυπο της εταιρίας περιστοιχισμένο από ηχητικά κύματα. Στα άλλα 2 πλαϊνά κυριαρχεί το κίτρινο. Το ένα (επάνω μέρος) φέρει το μοντέλο και το άλλο (κάτω) αναφέρει τα περιεχόμενα της συσκευασίας, τα στοιχεία της εταιρίας και τα σχετικά barcodes και σειριακούς αριθμούς. Αφαιρώντας το sleeve, μας μένει ένα μαύρο κουτί με το λογότυπο της Corsair στο κέντρο. Εντός, βρίσκουμε το headset, προστατευμένο σε διάφανο πλαστικό. Κάτω από αυτό βρίσκουμε ένα μικρότερο κουτί με τα παρελκόμενα. Αυτά περιλαμβάνουν το φυλλάδιο με τις οδηγίες χρήσης, τον οδηγό της εγγύησης, τις πληροφορίες ασφαλείας, μια κάρτα που αφορά το Dolby Atmos που είναι ένα από τα σημαντικά ατού του προϊόντος, τον ασύρματο USB δέκτη και ένα USB A σε USB C sleeved καλώδιο. Το καλώδιο είναι υψηλής ποιότητας και με ωραίο sleeving. Το συνολικό του μήκος είναι 192 εκατοστά, συμπεριλαμβανομένων των βυσμάτων και είναι αρκετά λεπτό και εύκαμπτο ώστε να είναι άνετο για τη χρήση που προορίζεται. Ο δέκτης είναι αρκετά ευμεγέθης και φέρει το λογότυπο της εταιρίας σε ημιδιάφανο (γαλακτώδες) πλαστικό, που προϊδεάζει για υποκείμενο φωτισμό. Στην άλλη του όψη φέρει αυτοκόλλητο με το μοντέλο και τον σειριακό αριθμό. Θεωρώ ότι απουσιάζει αδικαιολόγητα κάποια θήκη μεταφοράς, με ειδικά διαμερίσματα για τον ασύρματο δέκτη και το καλώδιο. Τεχνικά Χαρακτηριστικά Τα τεχνικά χαρακτηριστικά του Corsair HS80 RGB Wireless Headset παρατίθενται αναλυτικά στον πίνακα που ακολουθεί. Το Corsair HS80 RGB Wireless Headset φέρει οδηγούς διαμέτρου 50mm με μαγνήτες Νεοδυμίου που του προσδίδουν ένα εξαιρετικό εύρος απόκρισης συχνοτήτων, 20Hz - 40KHz, το οποίο συναντάμε συνήθως σε προϊόντα επιπέδου audiophile. Η ασύρματη εμβέλεια είναι στα 18 μέτρα, η διάρκεια της μπαταρίας φαίνεται επαρκέστατη καθώς μπορεί να φτάσει έως και τις 20 ώρες και το μικρόφωνο διαθέτει απόκριση συχνοτήτων 100Hz - 10KHz και χαρακτηρίζεται ως broadcast grade. To Corsair HS80 RGB Wireless Headset έχει επίσημη τιμή πώλησης στην Ελλάδα τα 149,99€, συμπεριλαμβανομένου του ΦΠΑ και καλύπτεται από διετή εγγύηση. Κάτω από το φακό Το Corsair HS80 RGB Wireless Headset είναι απρόσμενα "σοβαρό" για gaming και RGB headset. Είναι κατασκευασμένο από ποιοτικό πλαστικό και αλουμίνιο και κυριαρχεί το μαύρο χρώμα και οι σκούροι τόνοι του γκρι. Η στέκα και τα ηχεία είναι από πλαστικό ενώ οι αρθρώσεις που τα συνδέουν είναι κατασκευασμένες από αλουμίνιο, έτσι ώστε να επιτυγχάνεται χαμηλό βάρος με ελαστικότητα, όπου χρειάζεται, και αντοχή, όπου χρειάζεται. Εντός της στέκας, βρίσκουμε μια υφασμάτινη λωρίδα, επενδεδυμένη με δερματίνη στο κάτω μέρος, η οποία - προφανώς - θα κάνει την επαφή με το κεφάλι του φέροντος το headset. Τα χειριστήρια και η υποδοχή USB C βρίσκονται στο πίσω και κάτω μέρος του αριστερού ηχείου αντίστοιχα. Το μικρόφωνο δεν είναι αποσπώμενο αλλά ο βραχίονάς του κινείται έτσι ώστε να διπλώνει παράλληλα με το αριστερό ηχείο, όταν δε χρησιμοποιείται. Κάθε ηχείο φέρει στην εξωτερική του επιφάνεια το λογότυπο της εταιρίας σε ημιδιάφανο (γαλακτώδες) πλαστικό, που προϊδεάζει για υποκείμενο φωτισμό, όπως ακριβώς είδαμε και στον δέκτη. Άνεση - Λειτουργικότητα - Ποιότητα Κατασκευής To Corsair HS80 RGB Wireless Headset διαθέτει ποιοτικά υλικά και κατασκευή, παρά την εκτεταμένη χρήση του πλαστικού. Η αλήθεια είναι ότι θα ήθελα περισσότερο αλουμίνιο, αλλά από λειτουργικής άποψης δε θα υπήρχε κάποιο όφελος. Εξ' άλλου, η έμφαση έχει δοθεί στην άνεση, με σημαντικές σχεδιαστικές επιλογές σε αυτή την κατεύθυνση. Έτσι, τα μαξιλαράκια των ηχείων δεν καλύπτονται από δερματίνη ως συνηθίζεται αλλά από μαλακό ύφασμα που από κάτω κρύβει memory foam. Στόχος, η απόλυτη άνεση κατά την πολύωρη χρήση. Αλλά και η στέκα, δεν είναι ρυθμιζόμενου μήκους όπως συνηθίζεται, αλλά μεγάλη και σταθερή, σαν να έχουμε μια συμβατική στέκα ακουστικών μονίμως στο μέγιστο μήκος της. Εξ άλλου, στο Corsair HS80 RGB Wireless Headset η στέκα δεν κάνει επαφή με το κεφάλι του χρήστη αλλά έχει μόνο δομικό ρόλο. Την επαφή με το κεφάλι του φέροντος την κάνει μια ελαστική, υφασμάτινη λωρίδα με δερματίνη στο κάτω μέρος που αναρτάται στα 2 άκρα της στέκας μέσω οπών από τις οποίες περνάει. Βγαίνει δηλαδή στο έξω μέρος της στέκας, διανύει 2 εκατοστά προς τα πάνω και ξαναμπαίνει μέσω άλλων οπών στο εσωτερικό της, όπου κολλάει με hook and loop στο εσωτερικό της στέκας. Ο χώρος στον οποίο κολλάει η υφασμάτινη ελαστική λωρίδα έχει αρκετό μήκος ώστε να μπορούμε να την κολλήσουμε ψηλότερα ή χαμηλότερα και έτσι να ρυθμίσουμε το μήκος και την ελαστικότητά της ανάλογα με το μέγεθος του κεφαλιού του χρήστη. Ο μηχανισμός αυτός αναλαμβάνει ουσιαστικά το ρόλο του ρυθμιζόμενου μήκους της στέκας στα συμβατικά σχέδια ακουστικών, μόνο που εδώ έχουμε ρυθμιζόμενο μήκος της υφασμάτινης λωρίδας ανάρτησης. Με αυτόν τον τρόπο, το Corsair HS80 RGB Wireless Headset έρχεται σε επαφή με τον χρήστη μόνο μέσω υφάσματος και μαλακών υλικών, εξασφαλίζοντας τη μέγιστη δυνατή άνεση κατά τη μακροχρόνια χρήση. Πραγματικά, είναι το πιο άνετο headset που έχω φορέσει. Την ίδια άποψη είχε και η Kate που το δοκίμασε και εξέφρασε με ενθουσιασμό την ικανοποίησή της όσον αφορά την άνετη και ξεκούραστη χρήση, προσφέροντας στο προϊόν το σπάνιο Spouse Approved award! Οι αλουμινένιοι βραχίονες που συνδέουν τη στέκα με τα ηχεία προσφέρουν δυνατότητα περιστροφής σε 2 άξονες, έτσι ώστε τα μαξιλαράκια των ηχείων να αγκαλιάζουν συμμετρικά το κεφάλι του χρήστη, χωρίς να υπάρχουν σημεία συγκεντρωμένης πίεσης. Το καλώδιο περνάει από τη στέκα στα ηχεία με τέτοιο τρόπο ώστε να προστατεύεται και το ίδιο αλλά και να μη δημιουργεί κάποιο είδος τάσης ή πίεσης. Συνολικά, η ποιότητα τον υλικών και η συναρμογή είναι άψογη, αν και όπως είπα θα προτιμούσα λιγότερο πλαστικό και περισσότερο αλουμίνιο, κυρίως από προσωπική προτίμηση παρά από ανάγκη. Η λειτουργικότητα και η άνεση του Corsair HS80 RGB Wireless Headset είναι πραγματικά σε άλλο επίπεδο. Η ρύθμιση του μήκους της λωρίδας στήριξης είναι πιο χρονοβόρα από εκείνη μιας κλασσικής στέκας, καθώς πρέπει να γίνει πριν την τοποθέτηση των ακουστικών στο κεφάλι του χρήστη και ίσως χρειαστεί μερικές δοκιμές, αλλά δεν είναι κάτι που γίνεται συχνά και το αποτέλεσμα αυτού του τρόπου στήριξης, σε συνδυασμό με τα μαξιλαράκια από memory foam και το μαλακό ύφασμα, προσφέρει απαράμιλλη άνεση! Συνδεσιμότητα Το Corsair HS80 RGB Wireless Headset μπορεί να συνδεθεί σε PC, PS5 και PS4, μέσω του USB δέκτη που περιλαμβάνει. Ο δέκτης φέρει ενδεικτικό LED στο σχήμα του λογότυπου της εταιρίας που ανάβει λευκό όταν έχει επιτευχθεί η σύνδεση με το headset ενώ αναβοσβήνει κόκκινο σε αδυναμία σύνδεσης. Η ασύρματη σύνδεση χρησιμοποιεί την τεχνολογία της Corsair που η εταιρία ονομάζει Slipstream και επιτυγχάνει έτσι ιδιαίτερα χαμηλό latency και ανάλυση ήχου 24bit στα 48KHz! Παράλληλα, με το Intelligent Frequency Shift (IFS), έχει τη δυνατότητα να αλλάζει αυτόματα κανάλι έτσι ώστε να παραμένει στο βέλτιστο κανάλι με τις λιγότερες παρεμβολές και να προσφέρει καθαρό ήχο, με εντυπωσιακή εμβέλεια 18 μέτρων. Πραγματικά, δεν άκουσα ποτέ την παραμικρή παραμόρφωση ή θόρυβο λόγω παρεμβολών σε όλη τη διάρκεια των δοκιμών στο χώρο μου. Σπασίματα στον ήχο παρατήρησα μόνο όταν έβαλα έναν τοίχο και μια ντουλάπα ανάμεσα στο Corsair HS80 RGB Wireless Headset και τον δέκτη του. Εναλλακτικά, και μόνο για PC, το Corsair HS80 RGB Wireless Headset μπορεί να συνδεθεί ενσύρματα, μέσω του παρεχόμενου USB A σε USB C καλωδίου. Με τον τρόπο αυτόν φορτίζεται η μπαταρία του headset ενώ ταυτόχρονα ο ρυθμός δειγματοληψίας του ήχου ανεβαίνει στα 96KHz, με την ανάλυση να παραμένει στα 24bit! Το καλώδιο είναι αρκετά μακρύ (192 εκατοστά) και άνετο ενώ η τριβή του στα ρούχα ακούγεται σε μέτριο βαθμό από τον χρήστη. Χειρισμός Τα χειριστήρια του Corsair HS80 RGB Wireless Headset βρίσκονται στο πίσω μέρος του αριστερού ηχείου και είναι μόλις 2: Το πλήκτρο ενεργοποίησης και η ρόδα ελέγχου της έντασης. Το πλήκτρο ενεργοποίησης κάνει απλά το αυτονόητο και χρειάζεται να πατηθεί για 2-3 δευτερόλεπτα να λειτουργήσει η ενεργοποίηση και η απενεργοποίηση, εξασφαλίζοντας έτσι ότι δε θα συμβαίνει από κατά λάθος πάτημα του πλήκτρου. Η ρόδα ελέγχου της έντασης περιστρέφεται ατέρμονα και ελέγχει με ηλεκτρονικό τρόπο την ένταση του ήχου στα windows. Σε PlayStation, συνίσταται να τίθεται η ένταση στο μέγιστο από το PlayStation και να ελέγχεται έπειτα από τη ρόδα ελέγχου στο headset. Η ρόδα ελέγχου είναι όμως παράλληλα και πλήκτρο, το οποίο σε PC και με τη χρήση του λογισμικού iCUE εναλλάσσει τα ΕQ Presets που θα δούμε στην ανάλυση του λογισμικού. Το πρόβλημα εδώ είναι ότι δε μας δίνεται με κάποιο τρόπο η πληροφορία του ποιο EQ Preset ενεργοποιούμε με κάθε πάτημα και με δεδομένο ότι υπάρχουν 5 EQ Presets προεγκατεστημένα και η δυνατότητα δημιουργίας πολλών άλλων από τον χρήστη (σταμάτησα στα 20), είναι δύσκολο να ξέρει κανείς ποιο EQ Preset έχει ενεργό. Θα προτιμούσα είτε να είχε άλλη λειτουργία το πάτημα της ρόδας ελέγχου, όπως τη σίγαση, που άλλωστε συνηθίζεται, είτε να υπήρχε μια οπτική ένδειξη στην οθόνη του υπολογιστή που να δείχνει για λίγα δευτερόλεπτα σε overlay το όνομα του EQ Preset που μόλις ενεργοποιήθηκε. Κάτω από τη ρόδα ελέγχου, βρίσκεται ενδεικτικό LED που μας δείχνει το επίπεδο της μπαταρίας, τόσο κατά τη χρήση όσο και κατά τη φόρτιση, σε 3 επίπεδα, πράσινο, πορτοκαλί και κόκκινο. Το μικρόφωνο ενεργοποιείται και απενεργοποιείται αυτόματα με το άνοιγμα και κλείσιμο του βραχίονά του ενώ παράλληλα το ενδεικτικό LED που φέρει κοντά στο άκρο του ο βραχίονας αλλάζει χρώμα σε λευκό ή κόκκινο αντίστοιχα. Το παρακάτω διάγραμμα δείχνει αναλυτικά τα χειριστήρια και τα ενδεικτικά LEDs του Corsair HS80 RGB Wireless Headset. RGB Το Corsair HS80 RGB Wireless Headset φέρει το λογότυπο της εταιρίας σε κάθε ένα από τα ηχεία του. Το λογότυπο είναι διακριτικό και καλαίσθητο και έχει προαιρετικό RGB φωτισμό που ελέγχεται από το λογισμικό iCUE. Ας δούμε μερικά ενδεικτικά χρώματα. Όπως θα δούμε αργότερα, στην ανάλυση του iCUE, το Corsair HS80 RGB Wireless Headset διαθέτει και κάποια προ-ρυθμισμένα RGB εφέ. Ας τα δούμε λοιπόν: Το Rainbow. Το Color Pulse. Το Color Shift. Και το Watercolor Spectrum. Φυσικά, ο φωτισμός αυξάνει την κατανάλωση της μπαταρίας και μειώνει τη διάρκεια χρήσης ανά φόρτιση, συνεπώς αν θέλει ο χρήστης μπορεί να τον απενεργοποιήσει από το λογισμικό. Αλλά ας πάμε να δούμε συνολικά τι μπορεί να κάνει ο χρήστης μέσω του iCUE. Corsair iCUE Ο ασύρματος δέκτης και το Corsair HS80 RGB Wireless Headset εμφανίζονται ως ξεχωριστές συσκευές στο λογισμικό iCUE. Με το που τα συνέδεσα, εμφανίστηκε αμέσως επάνω δεξιά μία ειδοποίηση (κόκκινος κύκλος με τον αριθμό 1). Η ειδοποίηση αφορούσε τη διαθέσιμη αναβάθμιση για το firmware του Corsair HS80 RGB Wireless Headset. Την οποία φυσικά και έκανα πριν προχωρήσω στις δοκιμές. Η αναβάθμιση απαιτεί τη σύνδεση του Corsair HS80 RGB Wireless Headset μέσω καλωδίου. Μετά το τέλος της αναβάθμισης εξακολουθούμε να βλέπουμε ξεχωριστά το headset και τον δέκτη. Παρατηρήστε ότι τώρα το headset είναι συνδεδεμένο με καλώδιο και έτσι το σύμβολο του ασύρματου επάνω δεξιά στο εικονίδιο των ακουστικών έχει αλλάξει με το σύμβολο του καλωδίου ενώ το σύμβολο του επιπέδου φόρτισης της μπαταρίας έχει αλλάξει με το σύμβολο της φόρτισης, καθώς ενσύρματη σύνδεση σημαίνει ότι συμβαίνει αυτόματα και φόρτιση της μπαταρίας. Ας ξεκινήσουμε με τα επί μέρους που αφορούν τον δέκτη. Πατώντας πάνω στο εικονίδιο του δέκτη, ερχόμαστε στην παρακάτω καρτέλα, με 2 επιλογές για σελίδες στα αριστερά: Connections (συνδέσεις) και Device Settings (ρυθμίσεις συσκευής). Η σελίδα Connections μας ανοίγει το παράθυρο κάτω αριστερά όπου μπορούμε να διαλέξουμε ανάμεσα σε PlayStation και Multipoint Mode. To εικονίδιο πληροφοριών επάνω δεξιά στο παράθυρο μας ενημερώνει ότι ο δέκτης υποστηρίζει τεχνολογία Slipstream. Η πρώτη επιλογή (PlayStation) επιτρέπει σύνδεση του δέκτη μόνο με μία συσκευή και είναι συμβατή τόσο με PC όσο και με PlayStation. Η επιλογή Multipoint επιτρέπει τη σύνδεση επιπλέον ασύρματων συσκευών Slipstream στον ίδιο δέκτη και είναι συμβατή μόνο με PC. Όταν είναι ενεργή η ασύρματη σύνδεση του headset, το πρώτο "Pair"απενεργοποιείται, καθώς η εν λόγω σύζευξη είναι ενεργή. Η σελίδα Device Settings ανοίγει το παρακάτω παράθυρο, από όπου μπορεί να γίνει έλεγχος για νεότερο firmware. Προχωράμε τώρα στην καρτέλα του Corsair HS80 RGB Wireless Headset. Αυτή διαθέτει 3 σελίδες και η πρώτη αφορά τα Lighting Effects (εφέ φωτισμού). Τα εφέ φωτισμού έχουν 5 Presets (προεπιλογές), Custom επιλογές καθώς και επιλογές Lighting Link, που συνδέουν και συγχρονίζουν το φωτισμό σε όλες τις συμβατές συσκευές στο σύστημά μας. Η πρώτη από τις προεπιλογές είναι η απενεργοποίηση του φωτισμού, που θα μας δώσει και τη μεγαλύτερη διάρκεια μπαταρίας. Το Corsair HS80 RGB Wireless Headset έχει μόνο μία ζώνη φωτισμού που αποτελείται από τα 2 λογότυπα, ένα σε κάθε ηχείο. Δεύτερη προεπιλογή φωτισμού είναι το Rainbow, στο οποίο μπορούμε να ρυθμίσουμε την ταχύτητα σε 3 επίπεδα. Εδώ το βλέπετε στο μεσαίο επίπεδο ταχύτητας, που είναι και η προεπιλογή. Η τρίτη προεπιλογή φωτισμού είναι το Color Pulse, που μπορεί να συμβαίνει μεταξύ τυχαίων χρωμάτων ή 2 προεπιλεγμένων χρωμάτων, επίσης με 3 επιλογές ταχύτητας. Εδώ το βλέπουμε με τυχαία χρώματα και μεσαία ταχύτητα, που είναι και οι προεπιλογές. Και εδώ βλέπουμε το παράθυρο επιλογής χρωμάτων, από όπου ορίζουμε τα 2 χρώματα της επιλογής μας. Η τέταρτη προεπιλογή φωτισμού είναι το Color Shift, που έχει τις ίδιες επιλογές με το Color Pulse. Εδώ το βλέπουμε με τυχαία χρώματα και μεσαία ταχύτητα, που είναι και οι προεπιλογές. Πέμπτη και τελευταία προεπιλογή φωτισμού είναι το Watercolor Spectrum, στο οποίο μπορούμε να ρυθμίσουμε μόνο την ταχύτητα. Εδώ το βλέπουμε στη μεσαία ταχύτητα, που είναι και η προεπιλογή. Περνάμε τώρα στις Custom ρυθμίσεις του φωτισμού. Πρώτη και απλούστερη, το στατικό χρώμα. Αυτό μπορούμε να το επιλέξουμε μέσω του γνωστού παραθύρου επιλογής χρώματος. Δεύτερη επιλογή είναι το Solid. Εδώ έχουμε ένα πολύ ωραίο διάγραμμα όπου στον οριζόντιο άξονα έχουμε το χρόνο, που ορίζουμε εμείς (ορισμένος εδώ εκ προεπιλογής στο 1 δευτερόλεπτο - κάτω δεξιά) και στον κάθετο θέτουμε όποια και όσα χρώματα θέλουμε εμείς, σε όποια ένταση θέλουμε το καθένα. Δημιουργούμε έτσι ένα μοτίβο που επαναλαμβάνεται. Τρίτη και τελευταία επιλογή είναι το Gradient. Εδώ έχουμε ό,τι και στο Solid, αλλά με επιπλέον δυνατότητες την βαθμιδωτή εναλλαγή χρωμάτων και εντάσεων! Ουσιαστικά, δημιουργία μοτίβου φωτισμού χωρίς περιορισμούς! Οι ρυθμίσεις φωτισμού Lighting Link δεν αφορούν συγκεκριμένα το Corsair HS80 RGB Wireless Headset και συνεπώς κάποιες από αυτές δεν προσφέρονται για ενδιαφέροντα οπτικά αποτελέσματα στην εν λόγω συσκευή. Είναι το σύνολο των Presets που προσφέρει το iCUE όσον αφορά τον RGB φωτισμό και εφαρμόζονται ταυτόχρονα σε όλες τις υποστηριζόμενες RGB συσκευές του συστήματος. Η κάθε προεπιλογή έχει φυσικά τις ρυθμίσεις της. Περνάμε τώρα στη σελίδα του Equalizer. Εδώ έχουμε 3 παράθυρα. Στο πρώτο, General, μπορούμε να ρυθμίσουμε την ένταση με την οποία καταγράφει το μικρόφωνο καθώς και την ένταση του Sidetone. Το Sidetone είναι η ένταση με την οποία τα ηχεία αναπαράγουν τον ήχο που συλλαμβάνει το μικρόφωνο, έτσι ώστε ο ομιλητής να ακούει τις λέει και να μη φωνάζει, καθώς η ηχητική μόνωση που παρέχουν τα ακουστικά του δημιουργεί αυτή την τάση. Στο δεύτερο παράθυρο βρίσκουμε 5 EQ Presets, τα οποία δεν μπορούμε να αλλάξουμε ή να σβήσουμε, παρά μόνο να δούμε τις ρυθμίσεις τους στο τρίτο παράθυρο. Πατώντας το + στο παράθυρο των EQ Presets μπορούμε να προσθέσουμε τα δικά μας EQ Presets τα οποία και ρυθμίζουμε στο τρίτο παράθυρο. Το κάθε ένα από τα 10 sliders λειτουργεί ανεξάρτητα και μπορεί να ρυθμίσει την αντίστοιχη συχνότητα κατά έως και 12dB + ή -. Αν ενεργοποιήσουμε το Link EQ Sliders η μετακίνηση του κάθε slider επηρεάζει τα 2 γειτονικά του προς κάθε κατεύθυνση. Συγκεκριμένα τα άμεσα γειτονικά δεξιά και αριστερά το ακολουθούν κατά το ήμισυ ενώ τα επόμενα γειτονικά κατά το 1/4. Έτσι επιτυγχάνεται πιο ομαλή ρύθμιση των συχνοτήτων, αν το επιθυμεί ο χρήστης. Το κάθε ένα από τα προεπιλεγμένα Presets που φτιάξαμε μπορεί να αντιγραφεί για να αποτελέσει βάση για κάποιο νέο, ή να διαγραφεί. Ενώ τα 5 αρχικά μπορούν μεν να αντιγραφούν, όχι όμως και να διαγραφούν. Η τελευταία σελίδα που αφορά το Corsair HS80 RGB Wireless Headset είναι το Device Settings. Αυτή ανοίγει το παρακάτω παράθυρο που παρέχει τη δυνατότητα ελέγχου για νέο firmware καθώς και ρυθμίσεις της συσκευής. Συγκριμένα: Μας δείχνει τη μορφή σύνδεσης (ενσύρματη ή ασύρματη) και το επίπεδο της μπαταρίας. Μας δίνει τη δυνατότητα επιλογής της έντασης του φωτισμού μεταξύ τριών επιπέδων ή και εντελώς σβηστό. Μας δίνει τη δυνατότητα ενεργοποίησης / απενεργοποίησης της αυτόματης απενεργοποίησης της συσκευής καθώς και του ορισμού του χρόνου αδράνειας μετά από τον οποίον συμβαίνει αυτή. Μας δίνει τη δυνατότητα να εμφανίσουμε εικονίδιο του επιπέδου της μπαταρίας της συσκευής στο System Tray. Μας δίνει τη δυνατότητα ενεργοποίησης / απενεργοποίησης των ηχητικών μηνυμάτων. Μας δίνει τη δυνατότητα ενεργοποίησης / απενεργοποίησης του ενδεικτικού LED του μικροφώνου όταν το μικρόφωνο είναι ενεργό. Μας δίνει τη δυνατότητα σύνδεσης του headset με το δέκτη, όταν το headset είναι συνδεδεμένο ενσύρματα. Αν ποτέ χρειαστεί να περάσουμε το firmware ακόμα και αν δεν υπάρχει νεότερο ή από κάποιο αρχείο (σε περιπτώσεις troubleshooting), αυτό είναι δυνατό. Και κάπως έτσι, ολοκληρώσαμε την παρουσίαση του iCUE, όσον αφορά το Corsair HS80 RGB Wireless Headset. Ας δούμε όμως εν τάχει και τις γενικές ρυθμίσεις του iCUE, που ανοίγουν από το γρανάζι επάνω δεξιά, χωρίς ιδιαίτερο σχολιασμό, καθώς είναι αυτονόητες. Και ας τελειώσουμε την παρουσίαση του iCUE με το εντυπωσιακό Dashboard. Στο επάνω δεξιά μέρος του, βλέπουμε το τμήμα που αφορά το Corsair HS80 RGB Wireless Headset. Το iCUE είναι ένα πραγματικά καλοσχεδιασμένο, πλήρες, ισχυρό και ευχάριστο στη χρήση λογισμικό που προσδίδει ιδιαίτερη αξία στο hardware που υποστηρίζει. Φόρτιση - Μπαταρία Βασικό στοιχείο κάθε ασύρματης συσκευής είναι η μπαταρία και οι προδιαγραφές της μπαταρίας του Corsair HS80 RGB Wireless Headset είναι καλές, καθώς υπόσχεται μέχρι και 20 ώρες αυτονομίας. Είναι φυσικά αδύνατον να μετρηθεί επακριβώς η διάρκεια της μπαταρίας καθώς αυτή εξαρτάται από τη χρήση ή μη του φωτισμού RGB και ακόμη και από την ένταση και το είδους αυτού, από την απόσταση του headset από τον δέκτη, τις πιθανές παρεμβολές, την ένταση και το είδος του ήχου που αναπαράγεται κλπ. Εν τούτοις, μπορώ να πω ότι στις δοκιμές που έκανα το Corsair HS80 RGB Wireless Headset μου έβγαλε τουλάχιστον ένα 8ωρο, με υψηλή ένταση μουσικής και φωτισμό στo μέγιστo, συνεπώς η μπαταρία είναι επαρκής για να καλύψει οποιεσδήποτε φυσιολογικές ανάγκες. Συνηθίζω να δοκιμάζω τις συσκευές που φορτίζουν μέσω βύσματος USB C για την υποστήριξη Power Delivery, δηλαδή απλοϊκά αν υποστηρίζουν φόρτιση με καλώδιο USB C σε USB C. Αυτό γίνεται όλο και πιο σημαντικό καθώς όλο και περισσότεροι φορτιστές έρχονται με υποδοχή USB C και συνεπώς είναι βολικό οι συσκευές να υποστηρίζουν το συγκεκριμένο πρωτόκολλο (Power Delivery ή PD). Το Corsair HS80 RGB Wireless Headset υποστηρίζει φόρτιση PD (USB C σε USB C) καθώς και φόρτιση από οποιονδήποτε USB φορτιστή και USB θύρα (USB 2.0 ή νεότερη). Πολύ βολικό. Μέχρι εδώ, όλα καλά. Στις οδηγίες που έλαβα από την εταιρία αναφέρεται ότι είναι καλό να γίνεται αποσύνδεση του headset όταν ολοκληρώνεται η φόρτιση. Με έζωσαν τα φίδια. Ένα έξυπνο chip φόρτισης, οφείλει να διακόπτει τη φόρτιση όταν η μπαταρία γεμίσει. Ακόμη περισσότερο, μια συσκευή που φορτίζει από το ίδιο καλώδιο με το οποίο λειτουργεί ως ενσύρματη, οφείλει να έχει έξυπνη λειτουργία φόρτισης, διότι πώς και γιατί να αφαιρέσω το καλώδιο όταν δικαιούμαι να θέλω να χρησιμοποιήσω τη συσκευή ως ενσύρματη; Και γιατί να μην το θέλω μάλιστα, όταν η ενσύρματη λειτουργία προσφέρει διπλάσιο sample rate από ότι η ασύρματη; Για να δούμε λοιπόν τι γίνεται κατά τη φόρτιση. Η φόρτιση πραγματοποιήθηκε ξεκινώντας από άδεια μπαταρία (όταν έσβησε η συσκευή λόγω αποφόρτισης) και χωρίς η ένταση του ρεύματος να υπερβεί τα 0,4585A. Αυτό σημαίνει ότι οποιαδήποτε θύρα USB σε PC ή σε PS4 / PS5, ακόμα και USB 2.0, μπορεί να παρέχει το μέγιστο ρεύμα που δύναται να λάβει το Corsair HS80 RGB Wireless Headset για τη φόρτιση της μπαταρίας του. Εντάξει, το ρεύμα της φόρτισης είναι χαμηλό και συνεπώς η φόρτιση θα είναι αργή, αλλά τουλάχιστον αυτό θα βοηθήσει στη μακροβιότητα της μπαταρίας και εξ άλλου το Corsair HS80 RGB Wireless Headset μπορεί να χρησιμοποιηθεί και ενσύρματα, σωστά; Περίπου. Πρώτα απ' όλα, η ενσύρματη χρήση υποστηρίζεται μόνο σε PC και όχι σε PlayStation. Αλλά τουλάχιστον ακόμα και σε ασύρματη σύνδεση, μπορεί να συνδεθεί ένα USB C καλώδιο και να φορτίσει το headset, ενώ αυτό λειτουργεί σε ασύρματη σύνδεση. Τότε που είναι το πρόβλημα; Αυτό που κάνει την κατάσταση προβληματική είναι ότι ενώ η φόρτιση θεωρητικά ολοκληρώνεται σε τρεισήμισι ώρες, δηλαδή το ενδεικτικό LED από κόκκινο που αναβοσβήνει γίνεται πορτοκαλί που αναβοσβήνει και μετά πράσινο που αναβοσβήνει και τελικά σταθερά αναμμένο πράσινο στο χρόνο αυτό, η φόρτιση στην πραγματικότητα συνεχίζεται για ακόμη 2 ώρες και 20 λεπτά, όπως φαίνεται στο διάγραμμα φόρτισης παρακάτω, όπου το σημείο στο οποίο ολοκληρώθηκε θεωρητικά η φόρτιση και το ενδεικτικό LED έμεινε σταθερά πράσινο σημειώνεται με το πράσινο βέλος. Είναι πραγματικά απογοητευτικό όταν η ίδια η εταιρία σημειώνει ότι στο χρονικό σημείο όπου μένει σταθερά αναμμένο πράσινο το ενδεικτικό LED είναι καλό να διακόπτεται η φόρτιση και σε μία συσκευή που μπορεί να την έχουμε μόνιμα συνδεδεμένη καθώς υποστηρίζει ενσύρματη χρήση και μάλιστα με ποιοτικό πλεονέκτημα, το να μην υπάρχει έξυπνος έλεγχος της φόρτισης που να τη διακόπτει και να φροντίζει τη μπαταρία. Ήχος Η ποιότητα του ήχου είναι ένα κομμάτι άκρως υποκειμενικό και εξαρτάται από τα βιώματα και τις απαιτήσεις του κάθε χρήστη. Προσωπικά, θεωρούμαι σχετικά απαιτητικός ακροατής με βιώματα στον χώρο του ήχου κυρίως στην κατηγορία Audiophile και προσωπικό ηχοσύστημα της τάξης των 10.000€. Εν τούτοις, έχω εκτεταμένη εμπειρία που κυμαίνεται από ακουστικά των 3€ έως ηχοσυστήματα εκατοντάδων χιλιάδων ευρώ. To Corsair HS80 RGB Wireless Headset είναι ένα gaming headset που, σύμφωνα με τα τεχνικά χαρακτηριστικά, μοιράζεται τα ηχητικά χαρακτηριστικά του ακριβότερου Corsair Virtuoso RGB Wireless High Fidelity Gaming Headset που μας είχε παρουσιάσει ο συνάδελφος @GriGaS. Θα έλεγα λοιπόν ότι και τα δικά μου συμπεράσματα σχετικά με τον ήχο του Corsair HS80 RGB Wireless Headset είναι αντίστοιχα. Το Corsair HS80 RGB Wireless Headset παράγει καθαρό ήχο, με βαθύ και σταθερό μπάσο ενώ με εντυπωσίασε η δυνατότητά του να αναπαράγει τις μπάσες συχνότητες του Adagio In G Minor (Tomaso Albinoni) από το album Super Double-Bass - The Artistry of Gary Karr - A Celebration of the Classics of the Masters. Ειλικρινά δεν το περίμενα από ακουστικά αυτής της κατηγορίας και μάλιστα ασύρματα. Τα πρίμα αναπαράγονται με σχετική λεπτομέρεια και χωρίς να τσιρίζουν και οι μεσαίες είναι εκεί που πρέπει. Το σύνολο είναι αρμονικό και ευχάριστο και για το κόστος του Corsair HS80 RGB Wireless Headset δύσκολα θα βρει κάποιος καλύτερο ήχο, ακόμα και σε κάποιο ενσύρματο προϊόν. Η δυνατότητα του Corsair HS80 RGB Wireless Headset να δημιουργήσει ηχητική σκηνή και διαχωρισμό των οργάνων είναι ιδιαίτερα περιορισμένη έως ανύπαρκτη αλλά αυτό δεν ήταν κάτι που περίμενα από ένα προϊόν αυτής της κατηγορίας και τιμής οπότε δεν το θεωρώ αρνητικό. Όσον αφορά τη χρήση του Corsair HS80 RGB Wireless Headset για το σκοπό που κυρίως προορίζεται, δηλαδή το gaming, τις ταινίες, τις συνομιλίες και το broadcasting, δεν είχα κανένα παράπονο. Ακόμα και η δύσκολο να επιτευχθεί με 2 μόνο ηχεία τρισδιάστατη αίσθηση ήταν αρκετά εντυπωσιακή λόγω του Dolby Atmos που υποστηρίζει το Corsair HS80 RGB Wireless Headset, προκαλώντας αρκετά χαμόγελα και εξασφαλίζοντας για ακόμα ένα λόγο το ακριβοθώρητο Spouse Approved award! Το χαμηλό latency και η σχετικά καλή τρισδιάστατη αίσθηση (για ακουστικά) μέσω του Dolby Atmos μπορούν να δώσουν το πλεονέκτημα σε κάποιον gamer που θα έχει την ηχητική πληροφορία ότι κάτι έρχεται από συγκεκριμένη κατεύθυνση και βρίσκεται σε συγκεκριμένη απόσταση, με συγκεκριμένη ταχύτητα. Σίγουρα πάντως κανένα σύστημα με 2 ηχεία δεν μπορεί να αποδώσει τρισδιάστατο ήχο όπως ένα πολυκάναλο σύστημα. Τώρα όσον αφορά την υποστήριξη του high definition audio, με βάθος ήχου 24bit (ασύρματα ή ενσύρματα) και δειγματοληψία 48Hz (ασύρματα) ή 96KHz (ενσύρματα), προσωπικά δεν έχω καταφέρει να εντοπίσω το ποιοτικό όφελος με βεβαιότητα, ακόμα και σε πολύ ακριβότερα συστήματα. Κι αυτό γιατί οι παραγωγές του high definition audio είναι εξ ορισμού πιο προσεγμένες και αυτό νομίζω κάνει τη μεγαλύτερη διαφορά παρά το βάθος και η δειγματοληψία. Σε κάθε περίπτωση, το Corsair HS80 RGB Wireless Headset έχει τη δυνατότητα, για όποιον την επιθυμεί. Dolby Atmos Αξίζει να σταθούμε στην υποστήριξη του Dolby Atmos, καθώς είναι ένα από τα πιο εντυπωσιακά χαρακτηριστικά του Corsair HS80 RGB Wireless Headset, που μαζί με την άνετη αίσθηση του εξασφάλισε το Spouse Approved award. Η ενεργοποίηση του Dolby Atmos γίνεται από το εικονίδιο ελέγχου του ήχου των Windows, στo System Tray, όπως φαίνεται παρακάτω. Με την ενεργοποίησή του Dolby Atmos, αυτόματα απενεργοποιείται οποιαδήποτε λειτουργία Equalizer στο iCUE, πράγμα λογικό εφ' όσον αυτή θα είναι και εν πολλοίς η λειτουργία που θα επιτελέσει - θεωρητικά καλύτερα - το Dolby Atmos. Για να είναι βέβαια υπαρκτή η εν λόγω επιλογή, πρέπει να κατεβάσουμε το application Dolby Access από το Microsoft Store. Η χρήση του Dolby Access είναι δωρεάν εφ' όσον στο σύστημά μας είναι εγκατεστημένο το Corsair HS80 RGB Wireless Headset. Το Dolby Access έχει 3 καρτέλες. Στην καρτέλα Home βρίσκουμε διάφορα clips παιχνιδιών και ταινιών καθώς και ειδικά demo που αναδεικνύουν τη διαφορά που προσφέρει το Dolby Atmos. Η ακρόασή τους με και χωρίς το Dolby Atmos είναι ιδιαίτερα αποκαλυπτική όσον αφορά τη διαφορά που προσφέρει η χρήση του Dolby Atmos. Στην καρτέλα Products βρίσκουμε τα υποστηριζόμενα προϊόντα, εν προκειμένω το Corsair HS80 RGB Wireless Headset επάνω δεξιά. Στη συνέχεια μπορούμε να ολοκληρώσουμε το Setup που αφορά το συγκεκριμένο προϊόν. Η διαδικασία είναι απλή και γρήγορη. Και έτσι, απλά και γρήγορα, το Corsair HS80 RGB Wireless Headset είναι έτοιμο να λειτουργήσει με Dolby Atmos. Στην καρτέλα Settings, βρίσκουμε 4 προεπιλεγμένες ρυθμίσεις, για παιχνίδια, ταινίες, μουσική και φωνή, που η κάθε μία έχει τις δικές της επιλογές. Υπάρχουν ακόμα και 3 Custom επιλογές, που μπορεί ο χρήστης να ρυθμίσει σύμφωνα με τα δικά του γούστα. Όπως φαντάζομαι ότι έγινε αντιληπτό, το Dolby Atmos δεν είναι παρά ένα Equalizer πολυτελείας που όμως με την εμπειρία των μηχανικών ήχου της Dolby και την πιστοποίηση ότι το hardware μπορεί να αποδώσει τον απαραίτητο ήχο, εξασφαλίζει μια πολύ ευχάριστη εμπειρία. Μικρόφωνο Και αφού ολοκληρώσαμε, στο βαθμό του υποκειμενικά εφικτού, την ανάλυση της ποιότητας του ήχου που ακούμε από το Corsair HS80 RGB Wireless Headset, δε θα μπορούσαμε να παραλείψουμε το άλλο κομμάτι της εξίσωσης, τον ήχο που ακούνε οι άλλοι, αυτοί με τους οποίους συνομιλούμε μέσω κάποιου παιχνιδιού ή προγράμματος επικοινωνίας ή broadcasting. Μιλάω προφανώς για το μικρόφωνο του Corsair HS80 RGB Wireless Headset. Το μικρόφωνο του Corsair HS80 RGB Wireless Headset δεν είναι ούτε σταθερό ούτε αποσπώμενο. Είναι ο καλύτερος δυνατός συνδυασμός των 2, δηλαδή αναδιπλούμενο. Παραμένει σταθερά τμήμα του Corsair HS80 RGB Wireless Headset αλλά μπορεί να κλείσει προς τα επάνω όταν δεν χρησιμοποιείται και έτσι να είναι εντελώς εκτός οπτικού πεδίου του χρήστη, σαν να μην υπάρχει. Μάλιστα, η αναδίπλωση προς τα επάνω, αυτόματα προκαλεί και τη σίγασή του ενώ το άνοιγμά του προς τα κάτω, την ενεργοποίησή του, κάτι που γίνεται εμφανές και από το αντίστοιχο χρώμα στο ενδεικτικό LED. Το σημείο της διαδρομής στο οποίο γίνεται η ενεργοποίηση / απενεργοποίηση φαίνεται παρακάτω. Η ποιότητα του ήχου που λαμβάνει το μικρόφωνο του Corsair HS80 RGB Wireless Headset χαρακτηρίζεται από την εταιρία ως broadcast grade. Το εύρος συχνοτήτων που μπορεί να πιάσει είναι από 100Hz έως 10KHz και η ευαιστησία του είναι στα -40dB (+/- 3dB). Στο παρακάτω video σας παραθέτω μια ηχητική σύγκριση μεταξύ διαφόρων μικροφώνων, για να δείτε την ποιότητα του μικροφώνου του Corsair HS80 RGB Wireless Headset που προσωπικά τη βρίσκω εξαιρετική και όντως broadcast grade, τηρουμένων πάντα των αναλογιών και του κόστους του προϊόντος. Συμπεράσματα Ήρθε η ώρα να κρεμάσω το Corsair HS80 RGB Wireless Headset και να γράψω τα συμπεράσματά μου. Η συνολική εικόνα που μου άφησε το Corsair HS80 RGB Wireless Headset είναι ομολογουμένως άκρως θετική. Η ποιότητα του ήχου, χωρίς να είναι φυσικά επιπέδου audiophile, είναι καλύτερη από ότι περίμενα και αρκετά ευχάριστη για την κατηγορία της τιμής του προϊόντος. Άκουσα μουσικά κομμάτια υψηλών απαιτήσεων και, χωρίς να τα απογειώσει, τα απέδωσε αξιοπρεπώς. Το μικρόφωνο δεν υπολείπεται, προσφέροντας καθαρό και πιστό ήχο, χωρίς παραμορφώσεις και θορύβους. Άνετα θα το χρησιμοποιούσα για broadcasting. Η χρήση για το σκοπό που κατασκευάστηκε το Corsair HS80 RGB Wireless Headset είναι όμως περισσότερο το gaming, οι ταινίες και το broadcasting και εκεί πραγματικά ήταν εξαιρετικό. Σημαντικό ρόλο σε αυτό, εκτός από την ποιότητα του ήχου, έπαιξαν τα 2 μεγάλα πλεονεκτήματα που διαθέτει το Corsair HS80 RGB Wireless Headset: Ο σχεδιασμός και κατασκευή για άνετη, πολύωρη χρήση και το Dolby Atmos. Τα δύο αυτά χαρακτηριστικά είναι εξ άλλου αυτά που έφεραν χαμόγελα και του χάρισαν το ακριβοθώρητο Spouse Approved award! Μοναδικό ουσιώδες παράπονο είναι η απουσία έξυπνου ελέγχου της φόρτισης της μπαταρίας, η οποία συνεχίζει να φορτίζει ακόμα και αφού το ενδεικτικό LED ανάψει σταθερά πράσινο. Αυτό, σε ένα προϊόν που αφ' ενός μπορεί να λειτουργεί και ενσύρματα (και μάλιστα με πλεονέκτημα στη συχνότητα δειγματοληψίας) και αφ' ετέρου η ίδια η εταιρία παροτρύνει την αποσύνδεσή του από τη φόρτιση μετά την ολοκλήρωσή της, φαίνεται σαν σημαντική παράλειψη. Ένα ακόμα μικρό παράπονο είναι ότι θα ήθελα να παρέχεται μια θήκη αποθήκευσης και μεταφοράς, με ειδικά διαμερίσματα για τον δέκτη και το καλώδιο, έτσι ώστε να μπορώ να μεταφέρω με ασφάλεια το Corsair HS80 RGB Wireless Headset. Το κόστος του Corsair HS80 RGB Wireless Headset στην Ελληνική αγορά ορίζεται στα 149,99€, συμπεριλαμβανομένου του ΦΠΑ, τιμή λογική για την ποιότητα και τα χαρακτηριστικά του προϊόντος. Ας συνοψίσουμε τα σημαντικότερα πλεονεκτήματα και μειονεκτήματα του Corsair HS80 RGB Wireless Headset: O καλός Εξαιρετική άνεση - σχεδιασμένα για πολύωρη χρήση. Dolby Atmos. Ηχητική απόδοση. Ποιότητα κατασκευής. Ποιότητα μικροφώνου. Διάρκεια μπαταρίας. Εμβέλεια. RGB φωτισμός. Συνδεσιμότητα μέσω Slipstream και USB C. Συνεργασία με το iCUE. Sleeved καλώδιο. Ο κακός Απουσία έξυπνης λειτουργίας φόρτισης - η μπαταρία συνεχίζει να φορτίζει συνεχώς, ελαττώνοντας το προσδόκιμο ζωής της. Απουσία οπτικής ένδειξης του ποιο EQ Preset ενεργοποιείται κάθε φορά που πατιέται η ρόδα στο headset. Απουσία θήκης αποθήκευσης / μεταφοράς. Ο αδιάφορος Μήκος καλωδίου. Αδυναμία δημιουργίας ηχητικής σκηνής και διαχωρισμού των οργάνων - αναμενόμενο για την κατηγορία του. Δεν κατάλαβα διαφορά με ήχο 24bit/48KHz και 24bit/96ΚHz. Με βάση όλα τα παραπάνω η βαθμολογία που παίρνει το Corsair HS80 RGB Wireless Headset είναι:  TheLAB.GR Ευχαριστούμε θερμά την Corsair για την παραχώρηση του δείγματος της δοκιμής. Πολύμερος Αχανιώτης 19/08/2021
  9. Introduction It is not always easy to walk the line between quality and value for money but Sofirn seems to have mastered the skill well. About a month ago I reviewed their EDC style torch, Sofirn SC31 Pro, and it was so good for its price that it peaked my curiosity. It therefore prompted me to have a look at their bigger and brighter models. I asked their representative and she obliged by sending me the Sofirn SP36 Pro, a 8000 lumen lighirnt with Andúril firmware, 4 LEDs and 3 batteries. This is by no means an EDC light. Its size puts it in the Soda Can lights category, albeit on the thin side of the genre. The generous specs and competitive pricing make for a combination that is hard to beat. But let's not get ahead of ourselves. We need to see the light first and what it can do. Unboxing The Sofirn SP36 Pro comes in an unassuming, generic brown cardboard box with a barcode sticker that provides information about the contents. Inside the box, we find the light, protected in bubble wrap, a 1 meter long USB A to USB C charging cable, 2 spare O-rings and the manual. The light comes with a little tag, secured around the body with a rubber band. The tag explains that there is an insulator in the battery compartment, stopping the batteries from making contact and thus rendering the light inoperable for safe shipping. The insulator needs to be removed before the light can be used. The Sofirn SP36 Pro is a black, cylindrical light, about 12,5cm long and with a diameter of about 5cm at its widest point, which is the front bezel. The body features knurling which allows for a secure grip without being too aggressive. The button is rubbery, textured and slightly raised, so it is easy to find by touch, but can also be pressed while in a bag or in a (very large) pocket. Thankfully, there is a lock out option to cover for that contingency. The area around the button has some heatsinking in the form of fins, while at the exact opposite side there is a rubber flap. Lifting the flap, reveals the USB C charging port. Beauty is in the eye of the beholder so I will not presume to tell you if the Sofirn SP36 Pro looks good or not, but I can definitely say that it is an elegant and unassuming design that seems to mean business. That is even more true about the business end of the light, which features a quadruple smooth reflector with deep enough cups to ensure a healthy amount of throw. The emitters at the bottom of those cups are 4 Luminous SST40, 6500K LEDs. The battery compartment can be accessed by unscrewing the light into two halves and contains 3 batteries. The front side has an insulator covering which must be removed to reveal the circular battery contacts. The batteries are Sofirn branded, size 18650 and rated at 3000mAh. The inner circular battery contact is for the positive contacts of the 3 batteries while the outer circular battery contact gets the negative via the metal body of the battery compartment. The metal body of the battery compartment gets the negative from the batteries through 3 thick double springs at its bottom. The thickness of the springs, the fact that they are double and the whole design seems capable of transferring the power of the batteries to the light's driver circuit with minimal losses. It is also easy to mechanically lock out the light by unscrewing the battery compartment by half a turn, thus breaking the contact between its non anodized lip and the outer circular contact of the head. With the insulator out of the way, the Sofirn SP36 Pro is ready for action, which is indicated by the 2 green indicator LEDs on the switch. Quality The build quality of the Sofirn SP36 Pro is surprisingly good - for the price point and feature set - and on par with other Sofirn lights. The fit and finish are excellent, the knurling is of good quality and the anodization is without any flaws, except a few points at the edge of the cooling fins. The edges of the fins are also somewhat sharp, not enough to cut, but if you run your finger against them they seem like they would benefit from a little refining. Specifications The specifications of the Sofirn SP36 Pro, as found on the company's website, are as follows: The light features 4 SST40 emitters at 6500K (cool white - there is also a neutral white version at 5000K) which provide 8000 lumen of max output and 450m of max throw. It is made of aerospace grade aluminium and is 126,7mm long and 50mm wide (which I verified to be correct). The weight without the batteries is 300g (I measured 297g without the batteries and 437g with the batteries). The Sofirn SP36 Pro is USB C rechargeable and rated IPX8. User Interface The user interface of the Sofirn SP36 Pro is a love or hate deal, as the light features the Andúril UI. Personally, I love it and deeply enjoy the fact that it is feature packed but still provides simple, quick and intuitive access to the basic functions. Others hate it and consider it too much work, as the manual is extensive and even the flow chart found at the company's website can be intimidating to look at. There is another kind of flow chart, provided for Andúril by the coder, which I personally prefer. They are different approaches to the same user interface: In my experience, after the initial shock, it is very easy to start using the light and have an occasional look at the flow chart to remind oneself of the more advanced functions. An important thing to do when you take any Andúril light out of the box is to perform a temperature calibration, as the light will depend on it to perform proper thermal control and balance brightness with temperature. That is also the best time to set the temperature limit. I find 50C to be a good temperature limit and the tests done in this review were done on a calibrated light and with a 50C temperature limit. Beam-shots The beam pattern of the Sofirn SP36 Pro is a product of the LED type and size and the reflector it uses. With the 5x5mm SST40 emitters and smooth reflector, it is not surprising that the result is a somewhat tight hot spot that throws nicely, surrounded by a nice, usable spill. All in all, a very balanced and usable beam pattern. There are various rings and coronas that are typical of smooth reflectors and of multi emitter lights and may annoy white wall hunters, but those are unavoidable in this configuration and do not cause any problems in real world use. I tested the Sofirn SP36 Pro over a distance of 70m. The following video shows a comparison of the Sofirn SP36 Pro with the Olight X7R, the Fireflies E07 (Nichia 219b sw45k) and the Lumintop X9L. Driver The driver of the Sofirn SP36 Pro uses PWM to dim the light, on all levels, except, of course, on full. The PWM is visible to the camera but not visible to the naked eye, on any level. Even though I prefer constant current drivers, PWM is an efficient and cost effective way to achieve LED dimming and if it is done at a high enough frequency, as seems to be the case here, it is not a problem. Tint The tint of the Sofirn SP36 Pro is the cool, greenish (above BBL) tint that is expected of the Luminous SST40 emitter. It is very similar to the tint of the Olight X7R. Next to them, for reference, the Fireflies E07 with Nichia 219b sw45k emitters which are high CRI and very rosy (below BBL) and the Lumintop X9L which uses a Luminous SBT90.2 emitter. The SST40 used in the Sofirn SP36 Pro is not high CRI. Charging The batteries included with the Sofirn SP36 Pro are rated at 3000mAh and I measured them to be right around that number (2950mAh / 3060mAh / 3049mAh) The light has under voltage protection and turns off when the battery voltage drops to 2.8V. The batteries' internal resistance was measured at around 120mΩ. Charging the Sofirn SP36 Pro is very easy. Just lift the rubber cover and insert the provided USB type C cable to charge the light. The indicative LEDs on the switch turn red to indicate the light is charging. They turn green when the charging is completed, at 4.22V. Charging the Sofirn SP36 Pro from 2.8V to 4.22V took 4 hours, 57 minutes and 17 seconds. The maximum current drawn was 1.8712A, so a charger that can provide at least 2A is recommended. A charger is not provided with the light but you can use your phone charger. Current Draw The Sofirn SP36 Pro has a very low parasitic drain that is below the ability of the clamp meter to measure. It shows between 0mA and 1mA, with the indicative LEDs on the switch, on (they can be turned off through the Andúril UI). The light also has a very low moonlight mode that only draws 3mA. The top of the ramp drew 5.93A and Turbo required 16.34A. You can run the Sofirn SP36 Pro with all 3 batteries or with 2 or even 1 battery. Each of the batteries provided with the Sofirn SP36 Pro can give up to 10A (tested) so in order to get full brightness on Turbo you need to use at least 2 batteries in the light. All measurements were taken with all 3 batteries in the light. Output & Runtimes The Sofirn SP36 Pro is rated at 8000 lumen output and 450m of throw. I measured it both with batteries fresh off the charger and after they had rested. With batteries fresh off charging, the maximum output (at turn on) was 7417 lumen, which is short of the advertised 8000 but still very respectable for the size of the light. ANSI output (at 30 seconds) was 6716 lumen and at 2 minutes the output had dropped to 1490 lumen. It then gradually increased to 1767 lumen until the 5 minute mark. Over the next 30 seconds the output dipped to only 300 lumen and gradually increased to over 500 lumen over the next 15 minutes, to stay at around that level until the 5 hours and 40 minutes mark. With rested batteries, the maximum output (at turn on) was 6726 lumen, which is 9.3% less than with batteries fresh off the charger. ANSI output (at 30 seconds) was 6364 lumen, which is 5.2% less than with batteries fresh off the charger. At 2 minutes the output had dropped to 2327 lumen, which is 36% more than with batteries fresh off the charger. It seems the initial extra burst of energy that the batteries can give fresh off the charger has a big toll! The output gradually decreased to 2190 lumen until the 4 minutes and 5 seconds mark and over the next 20 seconds the output dipped to 518 lumen, where it remained stable, gradually increasing over the next hours, to reach a maximum of 931 lumen at 5:13:55. It then dropped gradually, to 222 lumen, at 5:40:10. From these 2 scenarios it is obvious that even though the batteries fresh off the charger will give a bigger, more impressive boost, the advantage lasts about a minute and has consequences for the entire runtime of the light. Moreover, it is highly unlikely it will happen in real life anyway, as most people do not keep the light on charging all the time. The temperature was very well controlled, as you can see in the runtime graphs. Turning on the light at Turbo, will cause a rapid rise in temperature, followed by a big dip in output, while the temperature stabilizes. This can be avoided if the light is not on Turbo, but used at a more moderate output level. The light was temperature calibrated, according to the manual, and the temperature limit was set at 50C. The actual temperatures on the button and on the body of the light can be seen on the graphs and were kept well within the set limit. All in all, the Sofirn SP36 Pro gave very usable light for about 5.5 hours, when turned on at Turbo, which is very respectable. Usage at more moderate levels, will of course, result in higher runtimes and lower, if any, output dips, due to temperature management. The maximum intensity of the light, with rested batteries, was measured at 56784 cd, which translates to a throw of 476,59m, which is 5.9% more than the 450m advertised. Conclusion The Sofirn SP36 Pro is a value for money, Soda Can sized light that will not disappoint. Its aluminium body is well made and hard anodized and the fit and finish is beyond its price point. The mildly sharp edges of the fins are not a concern, but could have been smoother. The size and weight are great for its output rating and the 3 provided 3000mAh 18650 batteries allow for ample runtime. The output is more than enough for most purposes and the beam profile is very balanced. The tint of the Luminous SST40 LED is a cool, above BBL (greenish) tint and the CRI is low, but this is countered by the high lumen output this emitter allows the light to achieve. The driver uses PWM to dim the output, so PWM is present at all output levels, except on full. The frequency of the PWM is high enough to not be visible to the naked eye and did not tire me when using the light. The Sofirn SP36 Pro can be purchased from the Sofirn Website and the cost at the moment this review is written is $49.99, including shipping, worldwide. That is a lot of torch for the money! Let's list the Pros and Cons of the Sofirn SP36 Pro: Pros + Value for money + High output and throw + Aerospace grade Aluminium Alloy construction with good fit and finish + USB type C charging + Low Voltage Protection + Thermal regulation + Well balanced beam + 3x 18650 Li-Ion 3000mAh (actually measured) batteries included + Low power and charging LED indicator + Andúril UI + Lighted button with indicative LEDs + IP68 + At least 5.5 hours of usable light per charge + Compatible with all button top 18650 batteries Cons - The fins could have smoother edges - The driver uses PWM to dim the emitter  TheLAB.GR Thanks to Sofirn for providing the light for review Polymeros Achaniotis 30/07/2021
  10. Introduction I am not really into tactical torches, as I prefer the EDC type, with many modes and complex user interfaces that the tactical ones usually lack. And to be honest, I was always wondering why can't tactical torches incorporate both the quick, simple, tactical operation and the versatility of more than 1 mode. Apparently, Brinyte thought the same when designing the Brinyte PT18pro Oathkeeper, which is a tactical torch with simple and quick tactical operation, without sacrificing multiple modes. In fact, it looks like Brinyte made no compromises when designing this torch and included everything, so the question becomes, how well did they implement all the features and does the torch live up to its ambitious specs? Time to find out. Unboxing I received my review sample of the Brinyte PT18pro Oathkeeper in a plain brown box, which is the practice of Brinyte with samples, to minimize the shipping costs. The retail version comes in a nice box. The light comes with a full accessory pack, which includes a holster, a charging cable, a couple of spare O-rings, a lanyard and the operation manual. The operation manual comes in a unique format, written on 4 cards, held together with a small clip. It includes all the information needed to understand and operate the torch. The holster is very well built. It has a Velcro closure, 2 side pockets that can carry extra batteries and a plastic belt loop with a 360 degree swivel. The Brinyte PT18pro Oathkeeper comes in two colours, black and desert tan. Our sample is the latter and I find it to be a beautiful and practical design. It is definitely too large to carry in a pocket, but that is what the provided holster if for. It features a large head, a side switch with LED indicator, a removable pocket clip (which is quite superfluous for a torch of this size), a tactical ring and what I will name a "claw ring", with an aggressive claw. On the opposite side of the side switch, there is a pad for the magnetic charging cable. The tail cap features 2 large, rubber buttons, for the tactical operation. The big head features a relatively deep and wide reflector, which is almost smooth, promising a beam with a lot of throw but also some useful spill, perfect for a tactical scenario. The rubber tail cap buttons are easy to use, even with thick gloves. The tail cap also includes a hole to attach a lanyard. The battery ships in the light itself, with an insulator tab preventing the negative pole of the battery from making contact. This has to be removed before the light can be operated. The battery is a Brinyte branded, button top 18650 Li-Ion battery, rated at 3100mAh. I think the size of the light warrants the use of the more energy dense 21700 battery type and I hope Brinyte will make that change in the next version. That would provide better run times and the possibility for higher output as well. After removing the tail cap, the claw ring can also be removed and, after that, the tactical ring, which features a lanyard hole. The clip just snaps on, and can be removed as well. There are 2 O-rings on the tail part of the light, one for the water proofing of the tail cap and the other to stabilize the tactical ring. The claw ring is very helpful at gripping the torch and getting it out of the holster both quickly and securely and also provides a very secure grip while operating the light. The aggressive claw is good looking and possibly useful in tactical situations but it will most certainly be illegal to carry in many countries, so Brinyte made it easily removable and the light can be used fully without it. The part of the claw ring that goes over the tail cap has 2 internal ridges that have to be aligned with corresponding grooves on the tail cap, for proper installation. The bezel of the light is also removable and the light can be used with or without it. It is not very aggressive and it is useful as it allows you to see if the light is on when it is head standing, so I see no reason to take it off. Maybe Brinyte is planning to release a more aggressive bezel, as an accessory or one made of stainless steel. The light features thick, good quality springs on both sides of the battery, which should ensure uninterrupted use if the torch is bumped or dropped and also reduce the electrical resistance, maximizing the output. The light fits in the holster comfortably and there are cut outs for the claw ring and for the part of the tail cap that is protruding from it. The cut out for the claw ring is much too large, which is strange for a purpose built holster. I wish they had made it a closer fit. The protruding tail cap, allows for tactical operation of the torch, even when it is in the holster and the cut out at the bottom of the holster allows the light to shine out of it. It seems like the lower part of the holster does not fit the head of the torch well, so the round hole is deformed quite a bit when the torch is in the holster. Even though the holster has very nice features and good quality, it should be refined, to fit the claw ring and the head of the torch more closely. Quality The quality of the Brinyte PT18pro Oathkeeper is that of a premium production torch. The fit and finish is perfect and the anodizing is flawless. My sample came with some paint chipping on the secondary tail switch housing and 2 small nicks on the back of the tail cap. As this is a review sample that may have been handled before, I cannot say if this is a common occurrence but I expect it is not. I am fairly certain that if a retail torch was delivered like this, Brinyte would replace the tail cap, under warranty. Specifications The main features of the Brinyte PT18pro Oathkeeper, as found on the Brinyte website can be seen below: Features Brinyte patented tactical ring design, easy to grab at top speed Compatible with one 18650 battery or two CR123A batteries Fast charging function Intelligent power indicator Regulated power supply maintains constant brightness Overcharge, over-discharge and overheat protection Reverse polarity protection prevents damage from improper battery installation Alloy aluminium reflector with professional optical analysis Aircraft-grade high strength aluminium AL-6061-T6 with premium Type III military hard-anodized anti-abrasive finish There is not much one could ask that is not in there. The technical parameters of the light, as found on the company's website, are as follows: Technical Parameters ANSI/NEMA FL1 Turbo High Middle Low Strobe SOS Output 2000+ Lumens 450+ Lumens 60+ Lumens 10+ Lumens 2000+ Lumens 60+ Lumens Runtime 1min + 90mins 150mins 930mins 1870mins / / Beam Distance 360+ m / 393.70+ yds Intensity 32000+ cd Impact Resistant 1m / 1.09yds Protection Proof IP68 Working Voltage 3.0 – 6.0V Dimension 164mm (Length) x 25.4mm (Body Dia) x 41mm (Head Dia) Net Weight 170g / 0.37lb (excluding battery) These are some ambitious numbers, for the size and type of this torch. We will certainly put them to the test. User Interface The user interface of the Brinyte PT18pro Oathkeeper combines the directness and simplicity that defines tactical operation with the option to have a more complex interface, controlled by the side switch, with more modes and usability. There is a very clear diagram in the manual that explains the operation of the light, in detail: Beam-shots The Brinyte PT18pro Oathkeeper produces a beam with a well defined hot spot that promises good throw. The hot spot fades into a greenish corona that whitens out towards the edge of the spill. There are numerous rings in the beam, which is normal for a smooth reflector. I tested the Brinyte PT18pro Oathkeeper over a distance of 70m, which is what I would expect a tactical scenario usage would be. The following video shows a comparison of the Brinyte PT18pro Oathkeeper with 2 very well known contenders, the 1800lm Olight M2R Pro Warrior and the 2200lm Olight Warrior Pro. I think the Brinyte PT18pro Oathkeeper is holding its own very well against the two very strong contenders. I will let each of you decide which one you prefer. Driver The driver of the Brinyte PT18pro Oathkeeper provided a steady beam, without apparent PWM on all 4 output levels of the light. It also features constant brightness levels (as we will verify in the runtime test) as well as overcharge, over-discharge, overheat and reverse polarity protections. That seems like a complete set of features and a very well designed driver Tint In the following photos you can see the tint of the Brinyte PT18pro Oathkeeper in comparison to the Olight Warrior Pro and the Olight M2R Pro Warrior. The pictures were taken with a manually set 5500K white balance. As you can see, the Brinyte PT18pro Oathkeeper has a cool white tint, while both Olight torches feature warmer tints. Charging The Brinyte branded, button top, 18650 Li-Ion battery that comes with the Brinyte PT18pro Oathkeeper is rated at 3100Mah. I measured the actual capacity at 3003Mah, using the Opus BT-C3100 smart charger. The internal resistance of the battery was measured at 92mΩ. The charge level of the battery is indicated on the side switch, as depicted below. The charging cable has a blue light on it that makes it easy to find in the dark and illuminates enough to help you locate the charging pad on the torch. As soon as you get the charging cable close enough to the charging pad, it snaps on magnetically. The indictor LED on the side button will turn orange momentarily... ...and then red, as the charging begins. When the charging is completed, the indicator LED will turn to green. If the indicator light remains orange, that indicates something is wrong. It could be dirt / debris on the charging surfaces or a malfunction. The under voltage protection will turn the torch off, as soon as the battery voltage drops below 2.8V. The charging from that level until full, took 2 hours, 5 minutes and 15 seconds. The diagram of the charging can be seen below. The charging terminated when the battery reached 4.19V. 1 minute after the light is turned off, the indicator LED on the side switch will turn on, to make it easy to find the light in the dark. The brightness level is perfect for the purpose of helping to locate the light in the dark without being distracting and is comparable to tritium vials. The power consumption of this function is negligible and it will take many months before it has any serious impact on the battery level. It can be turned on or off by holding the side switch down for 10 seconds. Current Draw So let us measure the power consumption of the Brinyte PT18pro Oathkeeper when it is off and also in all output modes. The clamp meter was calibrated first. The power consumption when the light is off is just 6mA. The torch consumes 119mA on low, which is rated to produce 10 lumens. Medium is rated at 60 lumens and consumes 206mA. High is rated at 450 lumens and consumes 937mA. Finally, turbo mode is rated at 2000 lumens and draws 6.5A. Here is a table with all the measured values and outputs. Output & Runtimes I measured the output and runtime of the Brinyte PT18pro Oathkeeper in my home made integrating tube. A high quality electronic thermometer with 2 probes was also use to monitor the temperature. One of the probes was placed near the side switch and the other on the battery tube. The Brinyte PT18pro Oathkeeper outperformed its own specs in both brightness and duration. The temperature regulation worked flawlessly and kept the temperatures very low, not exceeding 35.2 Celsius. I think the temperature setting is quite conservative and it could definitely allow for higher temperatures, which would in turn allow for longer turbo runtimes. The only measurement where the Brinyte PT18pro Oathkeeper fell slightly short of its specs was the light intensity. The Specs say it has an intensity of 32000cd while I measured 31567cd. This means that the throw is 360m in the specs while I measured it to be 355m. This is very close and can be attributed to differences in environmental conditions, which influence the measurements. Conclusion The Brinyte PT18pro Oathkeeper is a tactical torch, with dual tactical tail switches, offering Turbo and Strobe modes at the touch of a button. It also features a side switch, with a battery level and charge indicator LED, that allows for 4 output levels, Strobe and SOS functions. That is an excellent combination of tactical and EDC functionality, with no compromises in either. It features a deep (for the torch size) and almost smooth reflector which provides a well balanced beam with excellent throw and useful spill. The tint is a cool white. The quality of the machining is very good as is the anodization and the light is IP68 water proof rated. The feel of the switches is very tactile and the tail switches are easy to locate and use, even with thick gloves. The light comes with a full set of accessories, including a holster, a lanyard, spare O-rings and a pocket clip. It has both a tactical ring and a claw ring, which is easily removable, as it is probably illegal to carry in some countries. The magnetic charging is very easy to use and the provided battery is a Brinyte branded button top 18650, rated at 3100mAh, which I measured to be 3003mAh. I believe that for this size light, Brinyte could have used a 21700 battery, which would provide even better run times and output. That said, the light already exceeds its specs and the output and run times are very good. The driver has a full set of every protection possible and provides a stable and PWM free output. There is not much that can be improved on the Brinyte PT18pro Oathkeeper. The only possible upgrades would be the use of a 21700 battery and a better fitting holster. Well done Brinyte. The cost of the Brinyte PT18pro Oathkeeper comes to $135, which is justified for the build quality and multitude of features. Let's list the Pros and Cons of the Brinyte PT18pro Oathkeeper: Pros + Combination of tactical operation dual tail switches and multiple-mode side switch + High quality fit and finish + Flawless anodization + Magnetic charging + Constant current driver with full set of protections and no visible PWM + Well balanced beam, good for tactical use + Removable claw ring and tactical ring + Power and charging LED indicator + IP68 + Battery, holster, lanyard and spare O-rings included + Compatible with all 18650 batteries + Two CR123A batteries can be used if needed Cons - A 21700 battery design would be better, for this size torch - The included holster should have a better fit around the head of the light and a smaller tactical ring cut out.  TheLAB.GR Thanks to Brinyte for providing the light for review Polymeros Achaniotis 01/02/2021
  11. Εισαγωγή Είναι πάγια πρακτική των εταιριών να κάνουν στα προϊόντα τους τις ελάχιστες δυνατές βελτιώσεις από γενιά σε γενιά, έτσι ώστε να τα κάνουν θελκτικά αλλά και να μεγιστοποιούν το κέρδος τους. Και αυτή ακριβώς η πρακτική είναι η απάντηση σε όλες τις ερωτήσεις του τύπου "μα γιατί δεν..." των απανταχού (απελπισμένων) καταναλωτών. Εν τούτοις κάποιες φορές, κάποιες εταιρίες, κάνουν το αδιανόητο, κάνοντας το αυτονόητο. Προσφέρουν ένα προϊόν έτσι όπως θα το ήθελε ο καταναλωτής και όχι σύμφωνα με το παραπάνω σχέδιο δράσης των βελτιώσεων με το σταγονόμετρο. Όταν είδα λοιπόν το πληκτρολόγιο της Mountain σκέφτηκα ότι πρόκειται για μια τέτοια σπάνια περίπτωση προϊόντος που κάποιος σχεδίασε με σκοπό να δημιουργήσει, χωρίς συμβιβασμούς, το απόλυτο πληκτρολόγιο. Σας παρουσιάζω το Everest Max! Τώρα, όλοι ξέρουμε ότι ο δρόμος προς την κόλαση είναι στρωμένος με καλές προθέσεις, οπότε οι προθέσεις σαφώς και δεν αποτελούν εγγύηση για το αποτέλεσμα. Ας δούμε λοιπόν αναλυτικά τι προσφέρει και πόσο καλό είναι το Everest Max. Χαρακτηριστικά Τα βασικά χαρακτηριστικά του Everest Max φαίνονται στον παρακάτω πίνακα. Ξεκινάμε ήδη πολύ καλά, καθώς τα χαρακτηριστικά δεν απογοητεύουν σε κανένα σημείο. Και αρχίζουμε με το πιο σημαντικό: Διακόπτες Cherry MX που είναι hot swappable! Δηλαδή απλά αντικαθίστανται κατά βούληση! Χωρίς κόπο, χωρίς δυσκολία. Χάλασε ένας διακόπτης; Τον αντικαθιστάς. Αποφάσισες ότι θέλεις άλλο τύπο διακοπτών; Τους αντικαθιστάς όλους. Θέλεις να έχεις διαφορετικούς διακόπτες σε διαφορετικές ομάδες πλήκτρων; Κανένα πρόβλημα! Μα γιατί δεν το έχουν όλα τα πληκτρολόγια αυτό; Και συνεχίζουμε με το άλλο "αυτονόητο": Σύνδεση μέσω υποδοχής USB C. Σου χάλασε το καλώδιο; Βάζεις άλλο. Θέλεις καλώδιο πιο μακρύ, πιο κοντό, χρωματιστό; Κανένα πρόβλημα! Θέλεις να πάρεις το πληκτρολόγιο μαζί σου χωρίς να χρειαστεί να λύσεις τα καλώδια που πιθανώς έχεις τακτοποιημένα; Άνετα! Μα γιατί δεν το έχουν όλα τα πληκτρολόγια αυτό; Από εκεί και πέρα, έχει όλα τα στάνταρ καλούδια που έρχονται με τα ακριβά και καλά πληκτρολόγια, όπως RGB backlight, 5 onboard profiles, N key rollover, 1000Hz / 1ms polling rate, κατασκευή από αλουμίνιο (στο επάνω μέρος), palm rest και έναν γρήγορο επεξεργαστή. Έχει και κάποια καλούδια που θα δούμε παρακάτω, τα οποία δεν είναι και τόσο στανταρ, όπως 4 πλήκτρα με οθόνες στο NumPad καθώς και περιστροφικό επιλογέα με οθόνη στο Media Dock. Και κάτι ακόμα, γιατί ο διάβολος κρύβεται στις λεπτομέρειες. Ακόμα και οι σταθεροποιητές των μεγάλων πλήκτρων είναι αυθεντικοί Cherry και μάλιστα με προσθήκη λιπαντικού της Krytox, μιας από τις κορυφαίες εταιρίες παραγωγής λιπαντικών ειδικών ρόλων. Και η λεπτομέρεια της λεπτομέρειας, ο σταθεροποιητής του Space είναι χειροκίνητα τροποποιημένος για βελτιστοποίηση της αίσθησης! Ομολογώ ότι τα χαρακτηριστικά με εντυπωσίασαν και μου δημιούργησαν 2 απορίες. Πόσο μπορεί να κοστίζει κάτι τέτοιο αλλά και πόσο καλά (ή όχι) έχει υλοποιηθεί. Όσον αφορά το κόστος, η απάντηση είναι ότι το Everest Max κοστίζει €249.99, με τα μεταφορικά και μπορεί να αγοραστεί από την ιστοσελίδα της εταιρίας. Συνοδεύεται από διετή εγγύηση. Υπάρχει επιλογή μαύρου ή γκρι αλουμινίου καθώς και επιλογή μεταξύ 7 τοπικών layouts για τα ABS key caps, μη συμπεριλαμβανομένων των Ελληνικών. Η επιλογή US ANSI προσφέρεται και σε PBT key caps, με επιπλέον χρέωση €30. Υπάρχει επίσης επιλογή μεταξύ 5 τύπων διακοπτών Cherry MX: κόκκινοι, καφέ, μπλε, αθόρυβοι κόκκινοι και speed ασημί, με τις 2 τελευταίες επιλογές να ανεβάζουν το κόστος κατά €10. Συσκευασία Πριν πάμε στο ίδιο το προϊόν, αξίζει να δούμε λίγο τη συσκευασία. Γενικά δε στέκομαι πολύ στις συσκευασίες αλλά η συγκεκριμένη είναι τόσο ιδιαίτερη που δεν μπορεί να προσπεραστεί. Πρόκειται για το παρακάτω μαύρο κουτί, με το σύμβολό της εταιρίας όσο πιο τρισδιάστατο γίνεται στο εμπρός μέρος. Τα μπλε πλαϊνά φιλοξενούν αυτοκόλλητα με σειριακούς αριθμούς καθώς και τις επιλογές της παραμετροποίησης του προϊόντος. Εγώ επέλεξα US ANSI key caps, Cherry MX Speed διακόπτες και μαύρο χρώμα αλουμινίου. Στο κάτω μέρος βρίσκουμε εντυπωσιακές φωτογραφίες και επεξηγήσεις με τα χαρακτηριστικά του προϊόντος. Το καπάκι έχει μαγνητικό κλείσιμο και καλαίσθητα γραφικά στο εσωτερικό του. Με το άνοιγμά του, αποκαλύπτει το κυρίως σώμα του πληκτρολογίου (AKA Everest Core). Κάτω από αυτό, κρύβεται το palm rest. Και κάτω από το palm rest, τίποτα. Μα που είναι τα υπόλοιπα στοιχεία που κάνουν το Core, Max; Το εμπρός μέρος του κουτιού κρύβει ένα συρτάρι, μέσα στο οποίο υπάρχουν, τέλεια τακτοποιημένα, 4 μαύρα κουτιά. Κάτω από ένα από αυτά τα κουτιά, κρύβεται ο φάκελος με το Quick Start Guide και μερικά αυτοκόλλητα με το λογότυπο της εταιρίας. Ακόμα και το Quick Start Guide είναι πανέμορφο. Πληκτρολόγιο - Everest Core Αλλά αρκετά με την εντυπωσιακή συσκευασία. Ας πάμε να δούμε το πληκτρολόγιο. Αυτό είναι το κυρίως τμήμα του Everest Max, που πωλείται και ξεχωριστά, ως Everest Core. Πρόκειται για ένα TKL πληκτρολόγιο, με αλουμινένιο επάνω μέρος και minimal αισθητική. Το Key Cap του πλήκτρου Escape έχει αντικατασταθεί από ένα γκρι Key Cap με το λογότυπο της εταιρίας. Το εμπρός μέρος δεν αποκαλύπτει κάτι, εκτός από τους αναμενόμενους διακόπτες, καθώς και μια ύποπτη σχισμή που - όπως θα δούμε και στις φωτογραφίες που ακολουθούν - διατρέχει την περίμετρο του σώματος του πληκτρολογίου. Στο πίσω μέρος, στα πλάγια, διακρίνουμε 2 υποδοχές USB C, οι οποίες όπως θα δούμε παρακάτω, αφορούν το Media Dock. Πιο κεντρικά, αλλά όχι ακριβώς στο κέντρο, βλέπουμε μια υποδοχή USB A, η οποία προσφέρει τη δυνατότητα σύνδεσης μιας συσκευής USB μέσω του ενσωματωμένου στο πληκτρολόγιο USB 3.2 Gen 1 Hub. Σε κάθε πλαϊνό, διακρίνουμε και από μια υποδοχή USB C και κάποιες διαμορφώσεις. Αυτές αφορούν το NumPad, κάτι που θα αναλύσουμε στη συνέχεια. Το κάτω μέρος παρουσιάζει αρκετό ενδιαφέρον. Διατρέχεται από κανάλια για ταχτοποίηση καλωδίων, συμπεριλαμβανομένου του καλωδίου του ίδιου του πληκτρολογίου, το οποίο συνδέεται στην υποδοχή USB C που βρίσκεται περίπου στο κέντρο του κάτω μέρους. Ευμεγέθεις ελαστικές επιφάνειες στο εμπρός μέρος καθώς και 2 κυκλικά ποδαράκια στο πίσω, εξασφαλίζουν τη σταθερότητα του πληκτρολογίου. Τα ποδαράκια είναι αφαιρούμενα και μένουν στη θέση τους με ισχυρούς μαγνήτες. Με μαγνήτες μένει στη θέση του και το άνετο και μινιμαλιστικό palm rest, το οποίο επίσης διαθέτει ποδαράκια και κανάλια τακτοποίησης καλωδίων. Παρελκόμενα Το πρώτο από τα 4 μαύρα κουτιά που κρύβονται στο συρτάρι της συσκευασίας του Everest Max αφορά τα παρελκόμενα. Ανοίγοντάς το βρίσκουμε το "κανονικό" πλήκτρο Escape, για όσους το προτιμούν, 8 μαύρους δίσκους, ένα εργαλείο και 5 διακόπτες Cherry MX, έναν από κάθε τύπο. Το εργαλείο έχει διπλή λειτουργία. Το μέρος με τα λεπτά σύρματα χρησιμοποιείται για την εύκολη αφαίρεση των Key Caps, ενώ η πλευρά που μοιάζει με λαβίδα στην αφαίρεση των διακοπτών Cherry MX, πιάνοντάς τους από το επάνω και κάτω μέρος (όχι δεξιά και αριστερά). Οι διακόπτες που περιέχονται στη συσκευασία μας επιτρέπουν να τοποθετήσουμε έναν από κάθε είδος στο πληκτρολόγιό μας για να δοκιμάσουμε την αίσθηση και αν την προτιμάμε να παραγγείλουμε ένα σετ από διακόπτες αυτού του τύπου. Το Cap Key Escape μπορεί να αντικαταστήσει αυτό με το λογότυπο της εταιρίας, για όσους το προτιμούν. Η διαφορά είναι μόνο αισθητική καθώς πρόκειται ούτως ή άλλως για τον ίδιο τύπο, ABS Key Caps. Οι μαύροι δίσκοι δεν είναι παρά προεκτάσεις για τα μαγνητικά ποδαράκια του πληκτρολογίου, έτσι ώστε να ρυθμίσουμε την ανάκληση του πίσω μέρους. Μπορούμε να προσθέσουμε μία ή δύο προεκτάσεις σε κάθε πλευρά. Mountain-Everest-MagneticFeet.mp4 Θεωρητικά, δεδομένου ότι παρέχονται 8 προεκτάσεις, θα μπορούσαμε να προσθέσουμε 3 ή και 4 σε κάθε πλευρά, αλλά αυτό δεν είναι λειτουργικό και σίγουρα δεν είναι αυτός ο λόγος που περιλαμβάνονται 8 προεκτάσεις στη συσκευασία. NumPad Συνεχίζουμε με το τρίτο κατά σειρά τοποθέτησης στο συρτάρι της συσκευασίας κουτί, καθώς αυτό προστάζει η λογική, δεδομένου ότι σε αυτό το κουτί βρίσκουμε το NumPad. Το NumPad είναι κατασκευασμένο από τα ίδια υλικά και στην ίδια αισθητική, έτσι ώστε να αποτελεί συνέχεια του κυρίως πληκτρολογίου. Μόνη - ευπρόσδεκτη - διαφορά αποτελούν τα 4 διάφανα πλήκτρα, που περιέχουν RGB οθόνες. Η ύποπτη σχισμή στην περιφέρεια είναι και εδώ παρούσα. Στα πλαϊνά, διακρίνουμε αντίστοιχες διαμορφώσεις με τα πλαϊνά του κυρίως πληκτρολογίου, με αντίθετη διαμόρφωση. Είναι εμφανές ότι με αυτές πραγματοποιείται η σύνδεση των 2 τμημάτων. Στο κάτω μέρος βλέπουμε ό,τι είχαμε δει και στο κυρίως πληκτρολόγιο, δηλαδή αντιολισθητική επιφάνεια εμπρός και αντιολισθητικά ποδαράκια πίσω, καθώς και κανάλι για καλώδια. Γίνεται λοιπόν εμφανές γιατί στη συσκευασία περιλαμβάνονται 8 και όχι 4 δίσκοι προέκτασης για τα ποδαράκια, καθώς 2 ή 4 μπορεί να χρησιμοποιηθούν στο κυρίως πληκτρολόγιο και 2 ή 4 στο NumPad. Το νέο στοιχείο του κάτω μέρους είναι ένας ολισθητής που μπορεί να κινηθεί είτε δεξιά είτε αριστερά. Με αυτόν το τρόπο επεκτείνει τη συστοιχία διασύνδεσης προς την αντίστοιχη πλευρά. Μέσω αυτής της συστοιχίας, το NumPad μπορεί να ενωθεί με το κυρίως πληκτρολόγιο είτε στη συνηθισμένη, δεξιά πλευρά του είτε στη μη συνηθισμένη αλλά πλεονεκτική αριστερή. Και είναι πλεονεκτική καθώς φέρνει το κυρίως πληκτρολόγιο ακριβώς στο κέντρο, ανάμεσα στα χέρια του χρήστη, χωρίς να μετακινείται ολόκληρο το πληκτρολόγιο προς τα δεξιά και συνεπώς το ποντίκι ακόμα δεξιότερα. Η σύνδεση είναι αρκετά σταθερή ώστε να μπορεί κανείς να σύρει το πληκτρολόγιο επάνω στο γραφείο χωρίς πρόβλημα. Αλλά και αν το ανασηκώσει, η σύνδεση εμφανίζει την ιδανική σταθερότητα αλλά και ελαστικότητα έτσι ώστε να ανασηκωθεί και το NumPad μαζί με το πληκτρολόγιο, λυγίζοντας στο συγκεκριμένο σημείο και προστατεύοντας έτσι τα βύσματα. Η ανασήκωση μπορεί να γίνει μόνο από το κυρίως σώμα του πληκτρολογίου. Αν πιάσουμε το πληκτρολόγιο σαν να ήταν ένα σώμα, μαζί με το NumPad και το ανασηκώσουμε, η διασύνδεση αποσυνδέεται. Αυτό βέβαια δεν αποτελεί πρόβλημα, καθώς η σύνδεση και αποσύνδεση γίνεται απροβλημάτιστα, ταχύτατα και εν ώρα λειτουργίας. Mountain-Everest-Numpad.mp4 Τα 4 διάφανα πλήκτρα περιέχουν όπως είπαμε RGB οθόνες, ανάλυσης 72x72 pixels και μπορούν να προγραμματιστούν για να επιτελούν οποιαδήποτε λειτουργία (όπως και όλα τα πλήκτρα άλλωστε), μέσω του συνοδευτικού λογισμικού. Μπορούν όμως και να δείχνουν οποιαδήποτε εικόνα. Με τα 5 προγραμματιζόμενα προφίλ που μπορεί να αποθηκεύσει το πληκτρολόγιο, μιλάμε για ένα σύνολο 20 εικόνων, αποθηκευμένων στο πληκτρολόγιο, οι οποίες εμφανίζονται, αφού προγραμματιστούν ακόμη και χωρίς να τρέχει στον υπολογιστή το σχετικό λογισμικό. Mountain-Everest-DisplayKeys.mp4 Από το κάτω μέρος φαίνεται ότι τα κανάλια τον καλωδίων είναι στοιχισμένα μεταξύ των 2 τμημάτων και αποτελούν συνέχεια το ένα του άλλου. Οι προεκτάσεις για τα ποδαράκια τοποθετούνται αντίστοιχα και στα 2 τμήματα, κατά την προτίμηση του χρήστη. Η παρακάτω εικόνα συνοψίζει τα βασικά χαρακτηριστικά που προσφέρει το NumPad του Everest Max. Μοναδικό παράπονο που είχα από το NumPad είναι η απουσία palm rest. Φυσικά δε θα ήταν λογικό το palm rest του κυρίως πληκτρολογίου να ήταν μεγαλύτερο για να καλύπτει και το NumPad, καθώς δεν είναι υποχρεωτική η χρήση του, αλλά θα μπορούσε και κατά τη γνώμη μου θα όφειλε να υπάρχει ένα ξεχωριστό, μικρό palm rest για το NumPad. Artisan Key Caps Καθώς ολοκληρώσαμε την παρουσίαση των τμημάτων του Everest Max που διαθέτουν Key Caps, ήρθε η στιγμή να δούμε ακόμα κάτι ξεχωριστό. Η Mountain προσφέρει ως αξεσουάρ 3 Key Caps από ρητίνη, που περιέχουν μια χιονισμένη βουνοκορφή. Διατίθενται με διάφανη, κόκκινη και μπλε απόχρωση του επάνω μέρους του πλήκτρου. Εγώ επέλεξα να σας δείξω τη διάφανη, που δείχνει πιο ρεαλιστικά τη χιονισμένη βουνοκορφή. Είναι σίγουρα μια πανέμορφη κατασκευή με εξαιρετική ποιότητα και λεπτομέρεια, που κοστίζει €29,99. Το δείγμα μου ήρθε σε ένα απλό πλαστικό κουτάκι, για προστασία. Η διαμόρφωση του κάτω μέρους είναι τέτοια έτσι ώστε να εφαρμόζει στους διακόπτες Cherry MX όπως όλα τα συμβατά Key Caps. Όσον αφορά το επάνω μέρος, θα αφήσω τις φωτογραφίες να μιλήσουν. Εδώ, τοποθετημένο στη θέση του. Μου αρέσει, θα το αφήσω εκεί για τη συνέχεια του review. Media Dock Και μετά το καλλιτεχνικό διάλειμμα, επιστρέφουμε στο κυρίως πρόγραμμα και συγκεκριμένα περνάμε στο δεύτερο κατά σειρά τοποθέτησης στο συρτάρι της συσκευασίας κουτί. Αυτό περιέχει το Media Dock. Πρόκειται για μια πλαστική συσκευή με 4 ενδεικτικά LED στα αριστερά, ακολουθούμενα από 5 πλήκτρα και έναν περιστροφικό επιλογέα το επάνω μέρος του οποίου είναι οθόνη. Τα ενδεικτικά LEDs έχουν τα κλασσικά σύμβολα, "1" για το NumPad, "A" για το Caps Lock, βέλος προς τα κάτω για το Scroll Lock και το λιγότερο γνωστό "G" για το Gaming Mode. Τα 3 πρώτα πλήκτρα είναι τα κλασσικά Media Keys, για έλεγχο αναπαραγωγής πολυμέσων, το 4ο είναι το πλήκτρο της σίγασης και το τελευταίο, ακριβώς δίπλα στον περιστροφικό επιλογέα - οθόνη, είναι το πλήκτρο λειτουργιών του εν λόγω επιλογέα. Η διαμόρφωση του κάτω μέρους του Media Dock εφαρμόζει στο επάνω μέρος του κυρίως πληκτρολογίου και το USB C βύσμα που διαθέτει συνδέεται σε μια από τις 2 αντίστοιχες υποδοχές που είδαμε στο πίσω μέρος του πληκτρολογίου. Έτσι, μπορούμε ανάλογα με τις προτιμήσεις μας, να τοποθετήσουμε το Media Dock στα δεξιά ή τα αριστερά του κυρίως πληκτρολογίου, όπως άλλωστε και το NumPad, και να έχουμε όποιον συνδυασμό μας βολεύει. Φυσικά, δε μας εμποδίζει κανείς να χρησιμοποιήσουμε το Media Dock και μόνο με το TKL τμήμα του πληκτρολογίου, αν έτσι προτιμούμε. Το Media Dock διαθέτει μια πληθώρα λειτουργιών, όπως ρολόι με χρονόμετρο, επιλογή προφίλ, επιλογή τύπου φωτισμού, έλεγχο έντασης ήχου, έλεγχο έντασης φωτισμού, πληροφορίες για το σύστημα όπως χρήση CPU / GPU / RAM / HDD / δικτύου, μέτρηση Actions Per Minute (πατημάτων πλήκτρων ανά λεπτό) και μια επιλογή Custom, η οποία με ξεγέλασε στην αρχή καθώς θεώρησα ότι επιτρέπει τη δημιουργία προσαρμοσμένης οθόνης με λειτουργίες και ενδείξεις που επιλέγουμε, ενώ - δυστυχώς - στην πραγματικότητα απλά ενεργοποιεί τη δυνατότητα παραμετροποίησης των τεσσάρων Media πλήκτρων του Media Dock. Mountain-Everest-MediaDock-DisplayDial.mp4 Στην παρακάτω εικόνα βλέπουμε συνοπτικά τα χαρακτηριστικά και τις δυνατότητες του Media Dock. Ένα αρνητικό που παρατήρησα είναι ότι κάθε φορά που ενεργοποιώ τον υπολογιστή, το πληκτρολόγιο δε θυμάται τη λειτουργία που είχα τελευταία στο Media Dock. Έτσι πρέπει, ξεκινώντας από την οθόνη που απλά δείχνει το λογότυπο της εταιρίας, να επιλέξω κάθε φορά τη λειτουργία που θέλω. Ενδεχομένως το συγκεκριμένο θέμα να μπορεί να διορθωθεί με ενημέρωση του Firmware. Η χρήση του Media Dock είναι γενικά απλή και απροβλημάτιστη. Ο περιστροφικός επιλογέας λειτουργεί άψογα και σε συνδυασμό με το πλήκτρο δίπλα του, που με μονό κλικ προχωράει εμπρός στην επιλογή και με διπλό κλικ πίσω, προσφέρει έναν απλό και αυτονόητο τρόπο πλοήγησης ενώ παράλληλα αυξάνει κατακόρυφα τον δείκτη εντυπωσιασμού του προϊόντος. Καλώδιο και Συνδεσιμότητα Το τελευταίο κουτί του συρταριού της συσκευασίας περιέχει το καλώδιο σύνδεσης. Η πιο σωστά, τα καλώδια, καθώς το Everest Max έρχεται με ένα sleeved καλώδιο USB A σε USB C μήκους 2 μέτρων καθώς και μια μικρή προέκταση USB C σε USB C, μήκους 15 εκατοστών. Η προέκταση μπορεί να τοποθετηθεί μόνιμα στο πληκτρολόγιο και να οδηγηθεί από τα σχετικά κανάλια είτε στο κέντρο είτε στο 1/4 από δεξιά ή αριστερά. Επάνω σε αυτή, μπορεί να τοποθετηθεί το κυρίως καλώδιο, κάνοντας την αποσύνδεση και μεταφορά του Everest Max πανεύκολη, χωρίς να χρειάζεται να κάνουμε κάθε φορά δρομολόγηση του καλωδίου μέσα στα κανάλια του κάτω μέρους. Φυσικά, αν το προτιμάμε, μπορούμε να παραλείψουμε την προέκταση και να χρησιμοποιήσουμε απ' ευθείας το κυρίως καλώδιο. Τόσο προέκταση όσο και το κυρίως καλώδιο είναι sleeved και υψηλής ποιότητας. Δεν τα λες λεπτά ως καλώδια, ιδίως το μεγάλο, αλλά είναι λεπτότερα από αντίστοιχα καλώδια που έχω δει σε άλλα πληκτρολόγια. HotKeys Με τη χρήση του πλήκτρου FN σε συνδυασμό με άλλα πλήκτρα, μπορούμε να έχουμε ένα σύνολο λειτουργιών, οι οποίες περιγράφονται στην παρακάτω εικόνα. Οι λειτουργίες αυτές είναι ενσωματωμένες στο πληκτρολόγιο και δεν εξαρτώνται από κάποιο λογισμικό. Μια διόρθωση στην παραπάνω εικόνα είναι ότι το FN+Επάνω Βέλος δεν κάνει κύκλο ανάμεσα στα 3 επίπεδα φωτεινότητας του RGB και την απενεργοποίησή του. Απλά μας πηγαίνει στο αμέσως ισχυρότερο επίπεδο. Το FN+Κάτω Βέλος μας πηγαίνει αντίστοιχα στο αμέσως χαμηλότερο και από το πιο χαμηλό, στην απενεργοποίηση. Οθόνες Οι οθόνες των 4ων ρυθμιζόμενων πλήκτρων του NumPad είναι τύπου RGB και ανάλυσης 72x72 pixels. Είναι αρκετά φωτεινές αλλά δυστυχώς η φωτεινότητά τους ελέγχεται παράλληλα με αυτή των Cherry MX και ακόμη σβήνει εντελώς μαζί τους. Θα έπρεπε να υπάρχει ξεχωριστός έλεγχος φωτεινότητας για τις οθόνες. Η ποιότητά τους είναι επαρκής για το σκοπό που εξυπηρετούν και σίγουρα εντυπωσιάζουν και μόνο με την ύπαρξή τους, ενώ προσθέτουν και ουσιώδη λειτουργικότητα. Η οθόνη του Media Pad είναι τύπου RGB IPS, αρκετά φωτεινή αλλά όχι τόσο όσο των οθονών των σχετικών πλήκτρων του NumPad, ανάλυσης 240x204 pixels, κυκλική με επίπεδο κάτω μέρος, όπως είχαμε δει σε κάποια smart watch όταν πρωτοκυκλοφόρησαν οι κυκλικές οθόνες. Η επιλογή της εδώ μάλλον έγινε για μείωση του κόστους, καθώς οι εντελώς κυκλικές οθόνες είναι ακριβότερες. Είναι όμως τέτοια η χρήση της και ο σχεδιασμός του μενού που ούτε φαίνεται ούτε ενοχλεί. Αυτό που ενοχλεί είναι το ίδιο πρόβλημα του ελέγχου της φωτεινότητας μαζί με των Cherry MX, όπως αναφέρθηκε παραπάνω και μάλιστα περισσότερο καθώς όπως είπαμε η εν λόγω οθόνη είναι λιγότερο φωτεινή. Είναι πάντως πολύ βολική η χρήση του περιστροφικού επιλογέα, με την οθόνη και ανεβάζει το Everest Max σε άλλο επίπεδο. Ποιότητα Κατασκευής και Φινίρισμα Η ποιότητα κατασκευής του Everest Max είναι αδιαμφισβήτητη, καθώς τα υλικά, το φινίρισμα και η κατασκευή δεν αφήνουν κανένα απολύτως παράπονο, ενώ η φροντίδα στο σχεδιασμό και την κατασκευή είναι έκδηλη. Το μοναδικό σημείο στο οποίο έχω αντίρρηση είναι ότι το εφέ βουρτσίσματος στο αλουμίνιο περιορίζεται στο περιμετρικό, ανυψωμένο τμήμα, ενώ το χαμηλωμένο κεντρικό τμήμα του που φιλοξενεί τα πλήκτρα φέρει τα σημάδια που αφήνει το κοπτικό του CNC. Σε κάποιους μπορεί να αρέσει αυτό, εμένα όμως μου φαίνεται σαν παράλειψη δύο βημάτων της κατασκευής, δηλαδή της λείανσης και του βουρτσίσματος, έτσι ώστε να ελαττωθεί το κόστος. Το τμήμα μάρκετινγκ της Everest μάλλον συμφωνεί, καθώς στις φωτογραφίες που έχουν στην ιστοσελίδα τους, τα τμήματα αυτά τα έχουν επεξεργαστεί (χωρίς μεγάλη επιτυχία) έτσι ώστε να μοιάζουν όμοια με τα βουρτσισμένα. Σε κάθε περίπτωση, και με εξαίρεση το παραπάνω, που μπορεί κάποιος να το πει και λεπτομέρεια, τα υλικά, η κατασκευή, ο σχεδιασμός, η αισθητική και η λειτουργικότητα δημιουργούν ένα εντυπωσιακό και αρμονικό σύνολο. Πλήκτρα Cherry MX Όπως έχουμε πει, το Everest Max χρησιμοποιεί διακόπτες Cherry MX και το συγκεκριμένο δείγμα που έχουμε στα χέρια μας, τους Cherry MX Speed. Τα βασικά χαρακτηριστικά αυτών των διακοπτών φαίνονται στον παρακάτω πίνακα. Πρόκειται για διακόπτες που σε αντίθεση με τα άλλα μοντέλα της εταιρίας τα οποία ενεργοποιούνται αφού διανύσουν 2 χιλιοστά κατά το πάτημα, ενεργοποιούνται μόλις στα 1,2 χιλιοστά, δίνοντας ταχύτερη ανταπόκριση και ένα απειροελάχιστο πλεονέκτημα στους hardcore gamers. Τα υπόλοιπα χαρακτηριστικά τους θυμίζουν τους διακόπτες Cherry MX Red, καθώς έχουν την ίδια operating force και δε διαθέτουν απτικό ή ηχητικό feedback. Το παρακάτω διάγραμμα δείχνει το σημείο ενεργοποίησης και επαναφοράς του διακόπτη. Η ευκολία με την οποία, με χρήση του παρεχόμενου εργαλείου, μπορεί κανείς να αφαιρέσει τα Key Caps και εν συνεχεία τους διακόπτες Cherry MX και να τοποθετήσει άλλους στη θέση τους είναι καταπληκτική. Το είπα, θα το ξαναπώ και θα το λέω: Θα έπρεπε ΌΛΑ τα πληκτρολόγια που φέρουν μηχανικούς διακόπτες να έχουν τέτοια κατασκευή. Δια νόμου. Η Everest διαθέτει το Everest Max με επιλογή οποιουδήποτε από τους παρακάτω τύπου Cherry MX διακόπτες, τα βασικά χαρακτηριστικά των οποίων φαίνονται στην παρακάτω εικόνα. Με την ευκολία στην αντικατάσταση και με τα kit διακοπτών που διαθέτει η εταιρεία σε λογικές τιμές, ακόμα και η αντικατάσταση όλων των πλήκτρων του Everest Max, αν ο χρήστης επιθυμεί μια αλλαγή, είναι μια απλή και βιώσιμη λύση. Mountain-Everest-HotSwappable.mp4 Mountain-Everest-HotSwappable.mp4 Οι αυθεντικοί σταθεροποιητές Cherry MX που χρησιμοποιεί το Everest Max, σε συνδυασμό με το ειδικό, υψηλής ποιότητας λιπαντικό της Krytox και τη μετατροπή του σταθεροποιητή του Space για ακόμα καλύτερη αίσθηση, προσφέρουν μοναδική αίσθηση στο πάτημα των μεγάλων πλήκτρων. Mountain-Everest-Stabilizers.mp4 Mountain-Everest-HotSwappable.mp4 Φωτισμός RGB Ο φωτισμός RGB που προσφέρει το Everest Max, με 16,7 εκατομμύρια χρώματα και 4 επίπεδα φωτεινότητας, είναι εντυπωσιακός. Η διαδοχή και μετάβαση των χρωμάτων είναι απόλυτα ομαλή, προσφέροντας μια ευχάριστη εμπειρία. Ας δούμε μερικά από τα εφέ φωτισμού που διαθέτει το Everest Max Breathing - Rainbow : Color Wave - Rainbow: Matrix: Παράλληλα με τους διακόπτες Cherry MX τα εφέ επεκτείνονται και σε μία σειρά LED που βρίσκονται στο πλάι του πληκτρολογίου, σε εκείνη την ύποπτη σχισμή που είχαμε παρατηρήσει. Αν αφαιρέσουμε ένα Key Cap, βλέπουμε πώς ακριβώς φαίνονται τα χρώματα πάνω στο διακόπτη Cherry MX. Παράλληλα με την πανδαισία χρωμάτων που είδαμε, η οθόνη του Media Dock μπορεί να μας δείχνει συνεχώς χρήσιμες πληροφορίες, όπως εδώ το ποσοστό χρήσης του επεξεργαστή. Τα Artisan Key Caps δεν αφήνουν πολύ από το φως να περνάει, αλλά παραμένουν πανέμορφα! Μοναδικό αρνητικό σημείο στον σχεδιασμό των ABS Key Caps είναι ότι τα πλήκτρα με διπλή λειτουργία έχουν τη βασική τους λειτουργία αρκετά χαμηλά, και έτσι αυτή δε φωτίζεται με την ίδια ένταση. PBS Key Caps Στην παραμετροποίηση του Everest Max κατά την αγορά, έχουμε τη δυνατότητα να επιλέξουμε αντί των ABS Key Caps, να έρθει με PBT Key Caps. Αυτά είναι διαθέσιμα μόνο σε layout US ANSI, που έτσι κι αλλιώς θα επιλέξουν οι Ελληνόφωνοι χρήστες, καθώς Ελληνικό layout δε διατίθεται. Αυτή η επιλογή επιβαρύνει το κόστος κατά €30. Εγώ τα παρέλαβα ξεχωριστά και ήρθαν σε ένα πολυτελές κουτί, με μια πολύ χρήσιμη βάση και έναν εξολκέα, που δε χρειάστηκε καθώς το εργαλείο που περιλαμβάνεται στα παρελκόμενα του Everest Max είναι καλύτερο. Τι είναι ta PBS Key Caps και γιατί τα ονομάζουν και Double Shot; Πρόκειται για Key Caps που αποτελούνται από 2 κομμάτια PBT πλαστικού, το ένα σε λευκό-διαφανές-γαλακτερό που αφήνει το φως να περνάει από μέσα του και το άλλο στο χρώμα των Key Caps, στην περίπτωσή μας μαύρο. Ο τρόπος που κατασκευάζεται το κάθε Keycap και το πώς σχηματίζεται το σύνολο φαίνεται στην παρακάτω εικόνα: Βλέπουμε ότι τα 2 κομμάτια πλαστικό ταιριάζουν όπως το κλειδί στην κλειδαριά και σχηματίζουν ένα σώμα. Το πλεονέκτημα είναι ότι όσο και αν δουλευτεί το πλήκτρο, όσο και αν φθαρεί η επιφάνειά του, το σύμβολο στην επιφάνεια του Key Cap θα παραμείνει αναλλοίωτο! Αν προσθέσουμε και την πιο στιβαρή κατασκευή με το μεγαλύτερο πάχος των τοιχωμάτων και τη χρήση PBT αντί για ABS πλαστικού, καταλαβαίνετε τα PBT Key Caps είναι με τεράστια διαφορά πιο ανθεκτικά από τα αντίστοιχα ABS. Είναι όμως παράλληλα εξ ίσου εμφανές ότι η διαδικασία παραγωγής τους είναι επίσης με τεράστια διαφορά πιο πολύπλοκη και απαιτητική, συνεπώς δικαιολογείται το μεγαλύτερο κόστος. Εδώ βλέπουμε τους 2 τύπους Key Caps, PBT στα αριστερά και ABS στα δεξιά. Οι διαφορές είναι εμφανείς. Ακόμα και το βάρος τους είναι σημαντικά διαφορετικό. Ένα ακόμη πλεονέκτημα του σχεδιασμού των PBT Key Caps για το Everest Max είναι ότι τα πλήκτρα διπλής λειτουργίας είναι έτσι σχεδιασμένα ώστε ο φωτισμός να είναι σωστός και ομοιόμορφος και για τα 2 σύμβολα. Στην παρακάτω εικόνα το 7 είναι PBT και το 8 ABS. Εδώ βλέπουμε το τα PBT Key Caps τοποθετημένα. Μπορείτε να δείτε το μοναδικό ABS KeyCap και πόσο διαφορετικό φαίνεται (το 7). Δοκιμές Στις δοκιμές που κάναμε, το Everest Max τα πήγε εξαιρετικά. Το NKRO επιβεβαιώθηκε, αφού όπως μπορείτε να δείτε, μπορέσαμε να καταγράψουμε όλα τα πλήκτρα του πληκτρολογίου ταυτόχρονα. Ο έλεγχος για ghosting δεν έδειξε το παραμικρό πρόβλημα, κάτι που ήταν αναμενόμενο και από τα επιτυχή αποτελέσματα της λειτουργίας NKRO. Δοκιμάστηκαν όλοι οι δυνατοί συνδυασμοί πλήκτρων που τυπικά μπορεί να προκαλούν ghosting και μπορέσαμε να γράψουμε τη φράση "THE QUICK BROWN FOX JUMPS OVER THE LAZY DOG" κρατώντας πατημένα και τα 2 πλήκτρα Shift ταυτόχρονα. Η πληκτρολόγηση ήταν ιδιαίτερα ευχάριστη και η ποιότητα κατασκευής κορυφαία. Τόσο στη χρήση σε παιχνίδια όσο και στη συγγραφή του παρόντος review, το Everest Max δεν άφησε κανένα παράπονο. Λογισμικό Base Camp Βασικό τμήμα της εμπειρίας του χρήστη κάθε πληκτρολογίου αυτής της κατηγορίας καθορίζεται από τις δυνατότητες και την ποιότητα του συνοδευτικού λογισμικού. Το συνοδευτικό λογισμικό που προσφέρει η Mountain για το Everest Max ονομάζεται Base Camp. To Base Camp μας υποδέχεται με την παρακάτω εικόνα, η οποία στο επάνω μέρος έχει ένα κεντρικό μενού. Το λογότυπο της εταιρίας στα αριστερά μας φέρνει σε αυτή την καρτέλα, της οποίας το επάνω μέρος έχει τον τύπο, το όνομα και την εικόνα της κάθε υποστηριζόμενης συσκευής και την επιλογή της παραμετροποίησής της (Customize). Από κάτω υπάρχουν (πέραν του δέοντος) ευμεγέθεις σύνδεσμοι για τη σελίδα υποστήριξης της εταιρίας, τη σελίδα δημοσκόπησης και για το ηλεκτρονικό της κατάστημα. Ακόμα πιο κάτω και σαφώς πιο διακριτικοί, βρίσκονται σύνδεσμοι για τις σελίδες της εταιρίας στα διάφορα κοινωνικά δίκτυα. Δεξιά από το λογότυπο υπάρχουν καρτέλες με το όνομα της κάθε συσκευής. Στην περίπτωσή μας, EVEREST. Είτε πατήσουμε στο όνομα της συσκευής στο μενού της κορυφής είτε στο πλήκτρο Customize, ανοίγει η καρτέλα παραμετροποίησης της συσκευής. Αυτή έχει ένα κάθετο μενού στα αριστερά με 6 στοιχεία. Το πρώτο, που είναι επιλεγμένο κατά την είσοδό μας στην καρτέλα, αφορά τα προφίλ. Εδώ μπορούμε να δημιουργήσουμε, να σβήσουμε, να αντιγράψουμε, να εισάγουμε, να εξάγουμε και να ονομάσουμε τα προφίλ της συσκευής μας καθώς και να καθορίσουμε ένα πρόγραμμα που όταν τρέξει, θα ενεργοποιείται αυτόματα το κάθε προφίλ. Και εδώ έχουμε μια σημαντική συζήτηση. Βλέπετε, για να καταλάβει κανείς τη λογική του Everest Max και του Base Camp πρέπει να κατανοήσει ότι τα προφίλ, καθώς και όλες οι ρυθμίσεις δεν αποθηκεύονται στο Base Camp αλλά στη μνήμη Flash του ίδιου του Everest Max. Αυτό έχει ως συνέπεια κάποια πλεονεκτήματα αλλά και κάποια μειονεκτήματα. Συγκεκριμένα, εφ' όσον τα προφίλ βρίσκονται στο ίδιο το πληκτρολόγιο, αυτά είναι ανεξάρτητα από την ύπαρξη του Base Camp. Μπορείτε αφού τα δημιουργήσετε και τα αποθηκεύσετε στο Everest Max, να μην εκτελείτε καν το Base Camp ή ακόμα και να το απεγκαταστήσετε. Ή να πάρετε το Everest Max και να το μεταφέρετε σε έναν άλλο υπολογιστή, χωρίς να χρειαστεί να εγκαταστήσετε το Base Camp. Καλό ακούγεται, αλλά στην πράξη υπάρχουν θέματα. Για αρχή, τα προφίλ περιορίζονται στα 5 που μπορεί να χωρέσει το πληκτρολόγιο. Επιπλέον, η εγγραφή κάθε αλλαγής απ' ευθείας στην Flash του πληκτρολογίου καθυστερεί σημαντικά την κάθε κίνηση που κάνουμε. Και όχι μόνο αυτό, αλλά δημιουργούνται και αρκετά προβλήματα στη χρήση, όπως για παράδειγμα αν κάνουμε κάποια κίνηση στο Base Camp πριν ολοκληρωθεί η μεταφορά της προηγούμενης πληροφορίας στο Everest Max, τα πράγματα μπερδεύονται! Κατά την χρήση του Base Camp για αυτό το review, ήρθα αντιμέτωπος με αρκετά προβλήματα. Για παράδειγμα, στο παρακάτω video, μπορούμε να δούμε το Base Camp να αδυνατεί να αλλάξει το προφίλ (εμφανές καθώς το προφίλ 1 έχει στατικό μπλε φωτισμό και το προφίλ 2 έχει Rainbow Wave), ενώ η αλλαγή προφίλ είναι κανονικά λειτουργική μέσω του Media Dock. Τα προβλήματα που αντιμετώπισα λόγω του παραπάνω είναι πολλά και ποικίλα. Χρειάζεται υπομονή, προσοχή και προσπάθεια για να χρησιμοποιήσει κανείς το Base Camp έτσι ώστε να παραμετροποιήσει το Everest Max κατά τις προτιμήσεις του. Τα προβλήματα αυτά τα έχει αναφέρει αναλυτικά ο αγαπητός συνάδελφος @alfasif στο review του Mountain Makalu 67 Lightweight Mouse, το οποίο χρησιμοποιεί επίσης το Base Camp για την παραμετροποίησή του. Η μετάβαση από την έκδοση 1.0.27 που δοκίμασε ο συνάδελφος στην τρέχουσα έκδοση 1.0.36 που δοκιμάζουμε σε αυτό το review δε φαίνεται να διόρθωσε τα σχετικά προβλήματα. Εκτός των προβλημάτων, η επιλογή να αποθηκεύονται όλα στην ίδια τη συσκευή επιφέρει και περιορισμούς. Για παράδειγμα, φαίνεται ότι ο χρήστης μπορεί να ρυθμίσει την αυτόματη ενεργοποίηση κάποιου προφίλ όταν τρέχει κάποιο πρόγραμμα. Προσοχή όμως! Κάνει ακριβώς αυτό που λέει. Ενεργοποιεί το προφίλ όταν τρέχει το πρόγραμμα, όχι όταν έρχεται στο προσκήνιο. Έτσι, αν έχω ένα προφίλ για το Microsoft Word και ένα για το Adobe Photoshop,τρέξω και τα 2 προγράμματα και θέλω να εργάζομαι πότε στο ένα παράθυρο και πότε στο άλλο, συμβαίνουν τα εξής: Όταν τρέξω το Microsoft Word, ενεργοποιείται το ανάλογο προφίλ του Everest Max. Όταν στη συνέχεια τρέξω το Adobe Photoshop, ενεργοποιείται το προφίλ που έχω αντιστοιχίσει σε αυτό. Αν φέρω τώρα στο προσκήνιο ξανά το Microsoft Word, δε συμβαίνει τίποτα. Συνεχίζω να έχω το προφίλ που ενεργοποιήθηκε όταν έτρεξα το Adobe Photoshop. Από τα παραπάνω είναι εμφανές ότι η συγκεκριμένη λειτουργία είναι ακατάλληλη για χρήση κατά τη διάρκεια multitasking. Και δεν είναι μόνο αυτό. Για να επιστρέψουμε στα προβλήματα, όλα τα παραπάνω συμβαίνουν είτε τρέχει το Base Camp, είτε όχι, αλλά η επιλογή "Load previously used profile after closing program" (Φόρτωση προηγούμενου προφίλ με την έξοδο από το πρόγραμμα) λειτουργεί μόνο με το Base Camp ενεργό. Αν το Base Camp δεν είναι ενεργό και τρέξω το Microsoft Word, θα ενεργοποιηθεί αυτόματα το αντίστοιχο προφίλ αλλά όταν κλείσω το Microsoft Word το σχετικό προφίλ θα παραμείνει ενεργό. Αν στη συνέχεια τρέξω το Base Camp, θα λειτουργήσει εκ των υστέρων η επιστροφή στο προηγούμενο προφίλ. Ελπίζω ότι μέσα από αυτά τα παραδείγματα έγινε σαφές ότι ο τρόπος λειτουργίας του Base Camp, με απ' ευθείας εγγραφή των επιλογών στη Flash της συσκευής, αν και φιλόδοξος, στην πράξη δεν είναι λειτουργικός και περισσότερο δημιουργεί περιορισμούς και προβλήματα παρά εξυπηρετεί. Για να δούμε ακόμα καλύτερα τους περιορισμούς, ας πάμε στο δεύτερο στοιχείο του μενού στα αριστερά, το Lighting (φωτισμός), όπου είναι εμφανές ότι περιορισμοί υπάρχουν και στα εφέ φωτισμού. Το Everest Max διαθέτει 7 εφέ φωτισμού και τη δυνατότητα να λειτουργεί χωρίς φωτισμό. Αυτά είναι όμορφα, εντυπωσιακά και ωραία εκτελεσμένα και προσφέρουν κάποια (πολύ) βασική παραμετροποίηση. Τα πρώτα 6 εφέ φωτισμού είναι τα εξής: Όπως είδατε η παραμετροποίησή τους είναι βασική και εύκολη. Η 7η επιλογή είναι το Custom, όπου μπορούμε να ορίσουμε το χρώμα κάθε LED χωριστά, είτε αυτό ανήκει σε πλήκτρο, είτε στην περιμετρική σχισμή. Αυτό δημιουργεί ένα στατικό εφέ, με τα χρώματα του φωτισμού ορισμένα όπως τα θέλει ο χρήστης. Η ένταση πάντως δεν ορίζεται ανά LED και η ρύθμισή της αφορά το φωτισμό ολόκληρου του πληκτρολογίου. Άκρως απογοητευτικό σε σχέση με τις δυνατότητες δημιουργίας Custom φωτισμού σε λογισμικά ανταγωνιστικών προϊόντων, όπου βρίσκουμε δυνατότητες αλλαγής χρώματος και έντασης, σε σχέση με το χρόνο και ανά LED. Η τελευταία επιλογή είναι η απενεργοποίηση του φωτισμού. Και αυτό είναι όλο. Ούτε δυνατότητα χρήσης κάποιου εφέ (εκτός του Custom) σε καθορισμένα μόνο πλήκτρα, ούτε δυνατότητα χρήσης περισσοτέρων του ενός εφέ σε επίπεδα (layers), όπως έχουμε δει στο παρελθόν από ανταγωνιστικά προϊόντα. Για παράδειγμα, προσωπικά μου αρέσει να έχω ένα στατικό φωτισμό και πάνω σε αυτόν να έχω Reactive, δηλαδή να αλλάζει για λίγο χρώμα όποιο πλήκτρο πατάω και στη συνέχεια να κάνει fade πίσω στο στατικό χρώμα. Όνειρα θερινής νυκτός για το Base Camp και αυτό όχι για κανέναν άλλο λόγο, αλλά λόγω της επιλογής αποθήκευσης των προφίλ μόνο στη συσκευή. Σημειωτέο ότι ούτε τα ανταγωνιστικά προϊόντα που έχουμε δει υποστηρίζουν επίπεδα (layers) στα εφέ φωτισμού στα προφίλ που αποθηκεύουν στο hardware, αλλά τα υποστηρίζουν μια χαρά στα software προφίλ. Το τρίτο στοιχείο στο μενού αριστερά είναι το Key Binding (δέσμευση των πλήκτρων σε συγκεκριμένη λειτουργία εκτός της προκαθορισμένης) και λειτουργεί απροβλημάτιστα. Παρακάτω φαίνονται (τμηματικά) οι κατηγορίες των επιλογών. Αν για παράδειγμα επιλέξουμε OS Commands (εντολές λειτουργικού συστήματος) έχουμε ένα δεύτερο μενού με πληθώρα επιλογών και ούτω καθ' εξής. Αν το πλήκτρο που παραμετροποιούμε είναι ένα από τα 4 πλήκτρα του NumPad με οθόνη, τότε στο κάτω δεξιά μέρος του παραθύρου βλέπουμε και την εικόνα που δείχνει η αντίστοιχη οθόνη του πλήκτρου. Πατώντας επάνω της, μπορούμε να επιλέξουμε κάποιο από τα προκαθορισμένα εικονίδια ή να φορτώσουμε κάποιο από ένα αρχείο. Θυμίζω ότι η ανάλυση της κάθε οθόνης είναι 72x72 pixels. Η τέταρτη επιλογή του μενού στα αριστερά αφορά τα Macro (μακροεντολές). Μπορεί να γίνει καταγραφή του πληκτρολογίου ή / και του ποντικιού, με προεπιλεγμένη καθυστέρηση μεταξύ των κινήσεων ή και χωρίς. Μετά την καταγραφή υπάρχει δυνατότητα επισκόπησης και διόρθωσης του κάθε Macro καθώς και διάφορες άλλες επιλογές που φαίνονται στην παρακάτω εικόνα. Το πέμπτο στοιχείο (Milla) του μενού στα αριστερά αφορά το Display Dial του Media Dock. Επιτρέπει την ενεργοποίηση και απενεργοποίηση του κάθε ενός από τα 8 μενού που περιέχει καθώς και άλλες ρυθμίσεις που φαίνονται στην παρακάτω εικόνα. Εξαιρετικό κομμάτι Hardware το Media Dock και η περιορισμένη εκμετάλλευσή του από το Base Camp είναι το λιγότερο σοκαριστική! Περίμενα τη δυνατότητα δημιουργίας custom μενού και απεριόριστων λειτουργιών, αλλά βλέπετε, η αποθήκευση των πάντων στη συσκευή το απαγορεύει! Ακόμα και το Custom mode, που μόλις το είδα γεννήθηκαν ελπίδες δεν αφορά παρά μόνο την επιλογή να έχουν τα 4 πρώτα πλήκτρα του Media Dock τις προκαθορισμένες τους λειτουργίες ή λειτουργίες που μπορεί να προγραμματίσει ο χρήστης μέσα από το Key Binding. Έτσι, από αυτήν την καρτέλα ενεργοποιείται και απενεργοποιείται το σχετικό μενού στο Media Dock έτσι ώστε όταν είναι ενεργό, να μπορεί να χρήστης να πάει στο Custom mode. Και είναι τόσο κακοσχεδιασμένο αυτό ώστε αν επιλέξει κάποιος το Custom Mode, πρέπει να μείνει εκεί για να λειτουργούν τα media keys με τα custom bindings, απαγορεύοντας την παράλληλη χρήση του Media Dock για έλεγχο οποιασδήποτε άλλης λειτουργίας. Απίστευτο fail. Έκτη και τελευταία επιλογή του μενού στα αριστερά είναι το Settings (ρυθμίσεις) που αφορά βασικές ρυθμίσεις της συσκευής. Βλέπουμε τις εξής δυνατότητες: Αναβάθμιση του Firmware. Δυνατότητα να επιλέξουμε ποιους συνδυασμούς πλήκτρων θα απενεργοποιεί το Gaming Mode. Δυνατότητα να ενεργοποιήσουμε το φωτισμό των ίδιων των Caps Lock / Num Lock / Scroll Lock όταν είναι ενεργά (για παράδειγμα σε περίπτωση που δε διαθέτουμε το Media Dock). Δυνατότητα επιλογής του layout των πλήκτρων. Επαναφορά εργοστασιακών ρυθμίσεων. Λήψη του Manual. Το τρέχον firmware είναι το 43.22.18. Κάπως έτσι τελειώσαμε με τις επιλογές που αφορούν το Everest Max. Πάμε τώρα στο γρανάζι επάνω δεξιά, που αφορά τις ρυθμίσεις του ίδιου του Base Camp. Οι επιλογές είναι αυτονόητες και φαίνονται την παρακάτω εικόνα. Η τρέχουσα έκδοση του Base Camp κατά τη συγγραφή του παρόντος review είναι η 1.0.36. Αξίζει να σημειωθεί ότι τo Base Camp υποστηρίζει συνεργασία με το OBS Studio. Το εικονίδιο του Base Camp στο System Tray είναι το λογότυπο της Mountain και το δεξί κλικ επάνω του ανοίγει το βασικότερο μενού που μπορεί να υπάρξει. Συνολικά, το Base Camp είναι τόσο απογοητευτικό όσο γοητευτικό είναι το Everest Max. Η επιλογή της αποθήκευσης όλων των επιλογών και ρυθμίσεων στην Flash του Everest Max φαντάζει αρχικά ενδιαφέρουσα ιδέα αλλά η υλοποίησή της, είτε λόγω απροσπέραστων περιορισμών που θέτει αυτός ο τρόπος λειτουργίας είτε λόγω κακής υλοποίησης, περιορίζει τη λειτουργικότητα ενός φανταστικού hardware! Εν κατακλείδι Φτάσαμε στον απολογισμό ενός μεγάλου review που αφορά την υλοποίηση μιας ακόμα μεγαλύτερης ιδέας. Το Everest Max της Mountain είναι πραγματικά ένα πληκτρολόγιο που έχει όλα όσα θα μπορούσε κανείς να ονειρευτεί, άψογη ποιότητα και απαράμιλλες δυνατότητες παραμετροποίησης. Κάνει πράγματα που κανένα άλλο πληκτρολόγιο δεν πλησιάζει καν και τα κάνει με ποιότητα και χωρίς παραλείψεις. Διαθέτει: Φωτισμό RGB. Προσθαφαιρούμενους από το χρήστη διακόπτες Cherry MX κάθε τύπου (το δείγμα μας ήρθε με Cherry MX Speed). Προσθαφαιρούμενο NumPad με δυνατότητα τοποθέτησης δεξιά ή αριστερά από το κυρίως πληκτρολόγιο και με 4 πλήκτρα με οθόνες. Προσθαφαιρούμενο Media Dock με ρόδα επιλογής με ενσωματωμένη οθόνη και δυνατότητα τοποθέτησης δεξιά ή αριστερά. USB Hub 3.2 Gen 1 Και μια πληθώρα άλλων σημαντικών λεπτομερειών που δεν χωράνε στον απολογισμό αλλά αναλύθηκαν παραπάνω. Η παρακάτω εικόνα συνοψίζει τα βασικότερα από τα - εντυπωσιακά - χαρακτηριστικά του Everest Max. Όλα αυτά είναι πραγματικά ονειρεμένα και αν το κόστος δεν είναι απαγορευτικό, τότε όλα θα είναι τέλεια! Και όντως, το κόστος δεν είναι απαγορευτικό, καθώς το Everest Max κοστίζει €249.99, με τα μεταφορικά και μπορεί να αγοραστεί από την ιστοσελίδα της εταιρίας. Υπάρχει δυνατότητα επιλογής τού τύπου των διακοπτών με τους οποίους θα έρθει εξοπλισμένο, ενώ κάποιοι από αυτούς επιφέρουν επιβάρυνση της τάξης των €10. Μπορεί επίσης να αναβαθμιστεί με PBT Double Shot Key Caps, με επιβάρυνση €30. Το Everest Max συνοδεύεται από διετή εγγύηση. Μόνο που... όλα δεν είναι τελικά τέλεια. Και αυτό γιατί η φαινομενικά καλή επιλογή να αποθηκεύονται όλες οι επιλογές και ρυθμίσεις στο ίδιο το πληκτρολόγιο, σε συνδυασμό με - ενδεχομένως - κακό προγραμματισμό έχουν οδηγήσει σε ένα προβληματικό και ελλιπές λογισμικό που πραγματικά κρατάει πίσω το προϊόν. Μπορώ μόνο να ευχηθώ να αλλάξει αυτό στο μέλλον, γιατί είναι πραγματικά κρίμα ένα τόσο καλό hardware να περιορίζεται τόσο από το software. Ο Kαλός - Εξαιρετική αισθητική, ποιότητα κατασκευής και υλικών και φινίρισμα. - Φωτισμός RGB στα πλήκτρα και περιμετρικά. - Προσθαφαιρούμενοι από το χρήστη διακόπτες Cherry MX, κάθε τύπου. - Προσθαφαιρούμενο NumPad με δυνατότητα τοποθέτησης δεξιά ή αριστερά από το κυρίως πληκτρολόγιο και με 4 πλήκτρα με οθόνες - Προσθαφαιρούμενο Media Dock με ρόδα επιλογής με ενσωματωμένη οθόνη και δυνατότητα τοποθέτησης δεξιά ή αριστερά. - Αυθεντικοί σταθεροποιητές πλήκτρων Cherry, με προσθήκη λιπαντικού της Krytox και βελτιστοποίηση σταθεροποιητή του Space. - Σύνδεση μέσω υποδοχής USB C στο πληκτρολόγιο. - NKRO και απουσία ghosting. - 1000Hz / 1ms polling rate - Multimedia Keys. - Αποθήκευση 5 προφίλ στο πληκτρολόγιο. - Wrist rest με αφρολέξ και δερματίνη. - Πληθώρα επιλογών παραμετροποίησης κατά την παραγγελία. - Διαθέσιμα πακέτα και αξεσουάρ για παραμετροποίηση αργότερα. - Hot Keys, αποθηκευμένα στο πληκτρολόγιο. - Πλούσια συνοδευτικά αξεσουάρ. - USB Hub 3.2 Gen 1 με 1 θύρα USB type A. - Κανάλια δρομολόγησης καλωδίων στο κάτω μέρος. Ο Κακός - To λογισμικό Base Camp έχει σοβαρά προβλήματα και περιορισμένη λειτουργικότητα. - To NumPad δε διαθέτει palm rest. - Οι οθόνες ακολουθούν το επίπεδο φωτεινότητας των πλήκτρων και σβήνουν μαζί με αυτά. Θα έπρεπε να ελέγχονται χωριστά. - Το φινίρισμα βουρτσισμένου αλουμινίου περιορίζεται στην περίμετρο, ενώ στο υπόλοιπο φαίνονται τα σημάδια του κοπτικού. - Τα ABS Key Caps με διπλή λειτουργία έχουν τη βασική τους λειτουργία αρκετά χαμηλά, και έτσι αυτή δε φωτίζεται με την ίδια ένταση. Ο Αδιάφορος - Αίσθηση πατήματος πλήκτρων με οθόνες. - Η τιμή είναι υψηλή για ένα πληκτρολόγιο αλλά λογική αν υπολογίσουμε όλα τα χαρακτηριστικά και τις δυνατότητές του. Με βάση τα παραπάνω, η συνολική βαθμολογία του Everest Max είναι:  theLAB.gr Ευχαριστούμε θερμά την Mountain για την παραχώρηση του δείγματος της δοκιμής. Πολύμερος Αχανιώτης 26/07/2021
  12. Εισαγωγή Πριν από περίπου 3 μήνες, είδαμε μια αναλυτική παρουσίαση του εξοπλισμού για video conference και streaming της Elgato. Και ενώ τα προϊόντα που αναλύσαμε καλύπτουν πλήρως όλες τις απαιτήσεις για υψηλής ποιότητας video conferencing και streaming, ένα προϊόν έλαμπε για της απουσίας του. Αυτό το κενό έρχεται να καλύψει σήμερα η Elgato, παρουσιάζοντας την πρώτη της webcam. Η Elgato Facecam είναι μια USB webcam με αρκετές ιδιαιτερότητες που την κάνουν μοναδική. Ακολουθήστε μας λοιπόν στην αναλυτική παρουσίαση της Elgato Facecam για να δούμε μαζί αυτές τις ιδιαιτερότητες και αν η Elgato κατόρθωσε να μας προσφέρει ένα ακόμη επιτυχημένο προϊόν. Φωτογράφιση Αρχίζουμε φυσικά από τη συσκευασία, η οποία είναι στο σύνηθες στυλ της εταιρείας, με αποχρώσεις του μπλε. Οι εικόνες μιλούν από μόνες τους. v Εντός, βρίσκουμε ένα σύντομο οδηγό με οδηγίες εγκατάστασης, σε 20 γλώσσες, συμπεριλαμβανομένης και της ελληνικής. Κάτω από τον οδηγό, βρίσκουμε το κυρίως προϊόν προστατευμένο από ένα λευκό υφασμάτινο σακουλάκι και το κουτί με τα παρελκόμενα. Τα παρελκόμενα δεν είναι παρά ένα USB A σε USB C καλώδιο, συνολικού μήκους 2 μέτρων και 4ων εκατοστών (μαζί με τα βύσματα) και ένα φυλλάδιο με οδηγίες ασφαλείας σε 14 γλώσσες, μη συμπεριλαμβανομένης της Ελληνικής. Ώρα να αφαιρέσουμε το προστατευτικό σακουλάκι. Η Elgato Facecam είναι μια σχετικά ογκώδης webcam, με μεγάλο καπάκι που προϊδεάζει για την ύπαρξη αναλόγως μεγάλου φακού. Στα αριστερά του εμπρός μέρους διακρίνεται παραλληλόγραμμο ενδεικτικό LED. Το σχήμα της συνδυάζει κλασσικό - ρετρό και μοντέρνο, δημιουργώντας ένα καλαίσθητο σύνολο. Το ανάγλυφο λογότυπο της εταιρείας στο επάνω μέρος είναι γυαλιστερό και δημιουργεί ωραία αντίθεση με το ματ φινίρισμα της Elgato Facecam, όπως και το δαχτυλίδι στο καπάκι του φακού. Στο πίσω μέρος συναντάμε γρίλιες, που εκτός από αισθητικό επιτελούν και λειτουργικό ρόλο για την ψύξη του επεξεργαστή της Elgato Facecam. Σημαντικό πλεονέκτημα - επιτέλους! - είναι η USB C υποδοχή, αντί της συνηθισμένης λύσης του ενσωματωμένου καλωδίου. Η βάση της Elgato Facecam φέρει επίσης το λογότυπο της εταιρείας και μπορεί να τοποθετηθεί πάνω στο γραφείο ή να ανοίξει για να αγκαλιάσει το επάνω μέρος του μόνιτορ. Ελαστικά ένθετα εξασφαλίζουν τη σταθερότητα της Elgato Facecam επάνω στο μόνιτορ. Αν και το άνοιγμα είναι αρκετά μεγάλο, δεν ήταν αρκετό για το δικό μου μόνιτορ, που είναι ένα ΕΙΖΟ πάνω από 10 ετών. Είμαι όμως σίγουρος ότι θα είναι υπέρ-αρκετό για κάθε σύγχρονο μόνιτορ. Αν όμως δε μας καλύπτει η βάση αυτή, είτε για τον παραπάνω, είτε για οποιονδήποτε άλλο λόγο, είναι αφαιρούμενη. Το παξιμάδι είναι μια έξυπνη ιδέα που εξασφαλίζει ότι η βάση μπορεί να σφίξει ενώ είναι ευθυγραμμισμένη με την κάμερα. Η αφαίρεση της βάσης αφήνει υποδοχή 1/4", συμβατή με όλα τα τρίποδα αλλά και τα Elgato Master Mount L και Elgato Flex Arm L που είδαμε προ τριμήνου. Κάτω από το καπάκι, κρύβεται ένας εντυπωσιακά μεγάλος - για webam - φακός! Και αν τον δούμε υπό γωνία, φαίνεται ξεκάθαρα ότι αποτελείται από αρκετά στοιχεία! Για σύγκριση, τον αντιπαραθέτουμε με αυτόν της Microsoft Webcam Studio, μιας από τις καλύτερες συμβατικές webcams που έχω χρησιμοποιήσει. Η διαφορά είναι εμφανής και προδιαθέτει για τεράστια διαφορά στην εικόνα. Το μέγεθος του φακού, τα πολλά του στοιχεία, οι γρίλιες εξαερισμού, όλα αποπνέουν έναν αέρα που υπόσχεται υψηλή ποιότητα εικόνας. Για να δούμε, συνάδουν σε κάτι τέτοιο τα τεχνικά χαρακτηριστικά; Τεχνικά Χαρακτηριστικά Τα τεχνικά χαρακτηριστικά της Elgato Facecam, όπως τα αναφέρει η κατασκευάστρια εταιρεία, φαίνονται στον παρακάτω πίνακα: Όπως βλέπουμε, η Elgato Facecam έχει ως μέγιστη ανάλυση τα 1080p, με frame rate τα 60 fps. Εκ πρώτης όψεως, θα μπορούσε να πει κανείς ότι θα ήταν ωραίο να είχε υποστήριξη 4K, αλλά η εταιρεία ισχυρίζεται ότι επί του παρόντος, δεν υπάρχουν ουσιώδεις, λειτουργικές λύσεις streaming ή video conferencing που υποστηρίζουν κάτι τέτοιο, οπότε επικεντρώθηκε στο να προσφέρει την καλύτερη δυνατή ποιότητα στα 1080p με την ομαλή κίνηση που προσφέρουν τα 60 fps. Δεν μπορώ να διαφωνήσω στη λογική αυτή. Εκτός όμως από την ανάλυση και το frame rate, υπάρχουν πολλά αξιοσημείωτα στοιχεία στα τεχνικά χαρακτηριστικά της Elgato Facecam, όπως ο αισθητήρας Sony STARVIS CMOS, που προσφέρει εξαιρετική ποιότητα εικόνας, ακόμη και σε χαμηλό φωτισμό, χωρίς υψηλό θόρυβο. Για να φτάσει όμως η εικόνα σε καλή κατάσταση στον αισθητήρα, χρειάζεται και ένας καλός φακός και εδώ η Elgato Facecam έχει ξεπεράσει κατά πολύ τις προσδοκίες που μπορεί να έχει κάποιος από μια webcam. Κι αυτό καθώς διαθέτει έναν ασφαιρικό φακό 8 στοιχείων από γυαλί με διάφραγμα F/2.4 και εστιακό μήκος αντίστοιχο με 24mm (σε full frame sensor). Μαζί με τις 18 αντί-ανακλαστικές επιστρώσεις και το φίλτρο αποκοπής υπερύθρων, εξασφαλίζει ποιότητα εικόνας που δεν έχουμε ξαναδεί σε webcam. Αξίζει να σημειώσουμε ότι ο φακός είναι prime, δηλαδή δεν έχει λειτουργία οπτικού zoom. Είναι όμως κατασκευασμένος έτσι ώστε να διατηρεί τα αντικείμενα εστιασμένα από τα 30 έως τα 120 εκατοστά, δηλαδή σε οποιαδήποτε απόσταση φυσιολογικής χρήσης μιας webcam. Και καθώς δεν υπάρχει ανάγκη για εστίαση, δεν υπάρχει και το ενοχλητικό focus hunting! Το εστιακό μήκος των 24mm (σε full frame sensor) σημαίνει ότι η Elgato Facecam διαθέτει έναν ιδιαίτερα ευρυγώνιο φακό. Στα τεχνικά χαρακτηριστικά, το οπτικό πεδίο ορίζεται στις 82 μοίρες, ενώ στο λογισμικό αναφέρεται στις 83,2 μοίρες - σε κάθε περίπτωση, πολύ ευρυγώνιο. Υπάρχει η δυνατότητα ψηφιακού zoom έως και 4x, στις 24,4 μοίρες, αλλά αυτό θα υποτετραπλασιάσει και την ανάλυση. Η εικόνα που περνάει από τον φακό και αποτυπώνεται στον αισθητήρα καταλήγει σε ένα εξαιρετικά προηγμένο - για webcam - σύστημα επεξεργασίας, το οποίο είναι ικανό να κάνει αυτόματη μέτρηση έκθεσης, είτε μέσου όρου, είτε με βαρύτητα στο κέντρο και να ορίσει την ταχύτητα κλείστρου και τη διόρθωση έκθεσης αυτόματα. Το λογισμικό που συνοδεύει την Elgato Facecam όμως και το οποίο ονομάζεται Camera Hub, δίνει τη δυνατότητα στο χρήστη να επέμβει και να αλλάξει αυτά και πολλά άλλα στοιχεία της εικόνας, όπως αυτός επιθυμεί. Το συγκεκριμένο χαρακτηριστικό φάνηκε ιδιαίτερα χρήσιμο κατά τις λήψεις που έγιναν για το παρόν review, καθώς στις συνθήκες φωτισμού του χώρου μου η Elgato Facecam υπερφωτίζει κατά περίπου 0,6 stop, κάτι που μπόρεσα με μεγάλη ευκολία να διορθώσω μέσα από το Camera Hub. Ενδεχομένως κάποιο μελλοντικό firmware update να επιτρέψει στην Elgato Facecam να κάνει καλύτερη φωτομέτρηση, υπό τις συγκεκριμένες συνθήκες. Ο επεξεργαστής της Elgato Facecam δεν εξαντλείται όμως μόνο στα παραπάνω. Εκτελώντας εκατομμύρια υπολογισμούς ανά δευτερόλεπτο, κάνει πολλές διορθώσεις στην εικόνα, με σκοπό τη βελτιώσή της. Λεπτομέρειες για αυτό βλέπουμε στην παρακάτω εικόνα. Αυτό που δε φαίνεται στην εικόνα είναι ότι ο επεξεργαστής της Elgato Facecam στέλνει το βίντεο στον υπολογιστή σας ΑΣΥΜΠΙΕΣΤΟ! Αυτό επιτυγχάνει μεγάλη διαφορά στην ποιότητα εικόνας, καθώς αποφεύγονται τα artifacts που προκύπτουν από ένα επιπλέον - και αχρείαστο όπως απέδειξε η Elgato - στάδιο συμπίεσης. Έτσι εξηγείται και η απαίτηση διασύνδεσης της Elgato Facecam με USB 3.2 Gen 1 (5Gb/s). Ας κάνουμε μερικούς υπολογισμούς. μια εικόνα 1080p αποτελείται από 1920x1080 pixels RGB, που απαιτούν 3 bytes έκαστο. Συνεπώς για κάθε frame έχουμε 1920x1080x3 = 6.220.800 Bytes. Αυτά είναι ίσα με 6.220.800x8 = 49.766.400 bits. Για ένα βίντεο με 60 τέτοια frames ανά δευτερόλεπτο, θέλουμε 49.766.400x60 = 2.985.984.000 b/s. Αν μετατρέψουμε αυτόν τον αριθμό σε Gb/s έχουμε 2,985,984,000/1024/1024/1024= 2,78 Gb/s. Κάτι παραπάνω από το μισό bandwidth του USB 3.2 Gen 1 (5Gb/s) δηλαδή. Από αυτό εξάγουμε 2 συμπεράσματα. Πρώτον, η χρήση USB 2.0 θα ήταν φυσικά αδύνατη, αφού τα 480 Mb/s που προσφέρει δεν είναι αρκετά. Δεύτερον, αν η Elgato Facecam υποστήριζε 4K στα 30 fps θα χρειαζόταν διπλάσιο bandwidth οπότε θα έπρεπε να έχει διεπαφή USB 3.2 Gen 2 (10GB/s) και διπλάσιας ισχύος σύστημα επεξεργασίας της εικόνας. Αξίζει ακόμα να σημειωθεί ότι όλα τα παραπάνω συμβαίνουν ταχύτατα, επιτυγχάνοντας ένα ελάχιστο lag, που δεν απαιτεί καμία διόρθωση καθώς δεν ξεπερνάει τα 50 ms. Την ψύξη του συστήματος, έτσι ώστε να μπορεί να λειτουργεί απρόσκοπτα και συνεχώς χωρίς να υπερθερμαίνεται, αναλαμβάνει μια μεγάλη αλουμινένια ψύκτρα, που βρίσκεται εσωτερικά από τις γρίλιες του πίσω μέρους. Αξιοσημείωτο είναι επίσης ότι οι ρυθμίσεις που κάνουμε μέσω του Camera Hub αποθηκεύονται σε ενσωματωμένη μνήμη flash και έτσι παραμένουν στην Elgato Facecam όταν αυτή μετακινείται μεταξύ συστημάτων. Τα βασικά χαρακτηριστικά που αναλύσαμε παραπάνω, καθώς και το κόστος της Elgato Facecam φαίνονται στην παρακάτω εικόνα. Είναι γεγονός ότι δεν μπορεί κανείς να χαρακτηρίσει μια webcam με κόστος που αγγίζει τα €200 ως οικονομική. Αλλά σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να την χαρακτηρίσει και ως υπερτιμημένη, όταν διαθέτει τα ποιοτικά χαρακτηριστικά που αναλύσαμε παραπάνω. Είμαι σίγουρος ότι οι πιο παρατηρητικοί θα αναρωτήθηκαν πού είναι το μικρόφωνο της Elgato Facecam και ποια είναι τα χαρακτηριστικά του. Όχι, δεν ξέχασα να τα αναφέρω. Απλά δεν υπάρχει κάτι να αναφερθεί καθώς η Elgato Facecam δε διαθέτει μικρόφωνο. Η λογική της εταιρείας είναι ότι κανένα μικρόφωνο (λογικού κόστους) δεν μπορεί να αποδώσει στην απόσταση λειτουργίας μιας webcam και να προσφέρει τον ήχο που απαιτεί το κοινό στο οποίο στοχεύει το συγκεκριμένο προϊόν. Ας το παραδεχτούμε, όποιος προτίθεται να διαθέσει €200 για μια webcam, έτσι ώστε να έχει την αντίστοιχη ποιότητα εικόνας, θα απαιτήσει σίγουρα αντίστοιχα ποιοτικό ήχο, που δε θα μπορεί σε καμία περίπτωση να προσφέρει η webcam. Γιατί λοιπόν να αυξήσει η εταιρεία το κόστος του προϊόντος για κάτι που δε θα χρησιμοποιηθεί; Η προσωπική μου θέση σε αυτό είναι ότι πάντα είναι καλό ένα μικρόφωνο, αλλά η λογική με την οποία εδώ αποφασίστηκε να μη συμπεριληφθεί στο προϊόν είναι σωστή. Ένα ανεξάρτητο μικρόφωνο θα προσφέρει σαφώς ανώτερη ποιότητα ήχου από οποιαδήποτε webcam και είμαι σίγουρος ότι κάθε streamer ή χρήστης video conference που προτίθεται να επενδύσει στην Elgato Facecam θα έχει ήδη επενδύσει σε αυτό. Ποιότητα Κατασκευής Για την ποιότητα κατασκευής της Elgato Facecam δεν έχω να πω πολλά. Είναι ένα ακόμη προϊόν της Elgato με άψογη ποιότητα κατασκευής και ποιοτικά υλικά. Εγκατάσταση - Τοποθέτηση Η τοποθέτηση της Elgato Facecam είναι εξαιρετικά απλή, όπως και κάθε άλλης webcam. Η βάση που παρέχεται είναι εξαιρετική και όπου αυτή δεν επαρκεί, η υποδοχή 1/4" παρέχει απεριόριστες δυνατότητες για εναλλακτικές μεθόδους στήριξης. Συνδεσιμότητα Η σύνδεση της Elgato Facecam με τον υπολογιστή γίνεται σε οποιαδήποτε θύρα USB 3.2 Gen1 (5Gb/s) - ή νεότερη - ή όπως ήταν γνωστή όταν κυκλοφόρησε, USB 3.0. Αυτή εξασφαλίζει το απαραίτητο bandwidth, όπως είδαμε αναλυτικά στην παράγραφο των τεχνικών χαρακτηριστικών, έτσι ώστε να μεταφέρονται τα 2,78 Gb/s που απαιτούνται για το ασυμπίεστο video με ανάλυση 1080p και frame rate 60 fps που προσφέρει η Elgato Facecam. Προσοχή χρειάζεται σε περίπτωση σύνδεσης της Elgato Facecam σε USB hub, έτσι ώστε το μοίρασμα του bandwidth με τις άλλες συνδεδεμένες σε αυτό συσκευές να μη στερήσει το απαραίτητο bandwidth από την Elgato Facecam. Θεωρώ εξαιρετική κίνηση τη χρήση υποδοχής USB C αντί ενσωματωμένου καλωδίου, που προσφέρει ευελιξία στο μήκος καλωδίου που θα χρησιμοποιηθεί αλλά και δυνατότητα αντικατάστασής του αν αυτό φθαρεί. Λογισμικό Η Elgato Facecam αναγνωρίζεται από τα Windows 10 όπως οποιαδήποτε webcam και ως εκ τούτου, είναι διαθέσιμη σε κάθε πρόγραμμα επικοινωνίας που υποστηρίζει τη χρήση κάμερας. Δεν απαιτεί την εγκατάσταση οδηγών, καθώς είναι συσκευή κατηγορίας UVC. Για την καταγραφή video τοπικά, στον υπολογιστή μας, μπορούμε να χρησιμοποιήσουμε οποιοδήποτε πρόγραμμα, συμπεριλαμβανομένου φυσικά και του πολύ απλού και λειτουργικού προγράμματος "Camera" που περιλαμβάνεται στο λειτουργικό σύστημα και υποστηρίζει όλες τις webcams. Η Elgato όμως προσφέρει και το δικό της πρόγραμμα καταγραφής και αποθήκευσης video, το οποίο ονομάζεται Elgato 4K Capture Utility και συνεργάζεται αποκλειστικά με τα δικά της προϊόντα, φυσικά, και προσφέρει κάποιες επιπλέον δυνατότητες και λειτουργίες, οι οποίες είναι ειδικά σχεδιασμένες για game streamers που καταγράφουν κάποιο παιχνίδι. Ανοίγοντάς το, μας υποδέχεται μια οθόνη με 2 καρτέλες και το γνωστό γρανάζι για τις ρυθμίσεις επάνω δεξιά. Αριστερά από το γρανάζι βλέπουμε τις επιλογές ανάλυσης, frame rate και bit rate για το επικείμενο capture καθώς και τον ελεύθερο χώρο στο επιλεγμένο drive. Στο κάτω μέρος της οθόνης βλέπουμε στα αριστερά τον τίτλο του παιχνιδιού για το οποίο γίνεται το capture (καθώς το προϊόν απευθύνεται κατά κύριο λόγο σε game streamers) και τον τίτλο του capture. Κάτω και δεξιά βλέπουμε με τη σειρά το εικονίδιο για τη λήψη ενός screenshot ακολουθούμενο από το εικονίδιο του μικροφώνου και το εικονίδιο της έντασης του ήχου από την πηγή του video (στην περίπτωση της Elgato Facecam δεν υπάρχει πηγή ήχου καθώς δε διαθέτει ενσωματωμένο μικρόφωνο). Τόσο η ένδειξη έντασης ήχου του μικροφώνου όσο και του εισερχόμενου ήχου μπορεί να απενεργοποιηθούν, όπως είναι το μικρόφωνο εδώ, οπότε και εξαφανίζονται οι σχετικές μπάρες έντασης, χωρίς να επηρεάζεται η πραγματική ηχογράφηση - καταγραφή. Η μαγεία όμως υπάρχει στο κέντρο. Βλέπουμε το σύμβολο της παύσης, το σύμβολο της εγγραφής και ένα χρονόμετρο. Το σύμβολο της παύσης σταματάει τη λειτουργία του Flashback Recording, την πολύ βολική δηλαδή δυνατότητα να γυρίσουμε το χρόνο λίγο πίσω και να αρχίσουμε να καταγράφουμε από εκείνο το σημείο. Οπότε κάποιος που θέλει να καταγράψει το gameplay κάποιου παιχνιδιού δε χρειάζεται να είναι πανέτοιμος να ξεκινήσει την καταγραφή ενώ παράλληλα παίζει. Μπορεί όταν τελειώσει το κομμάτι που παίζει, να γυρίσει το χρόνο πίσω και να αρχίσει την καταγραφή από όποιο σημείο θέλει. Το σύμβολο της εγγραφής, φυσικά, ξεκινάει και σταματάει την εγγραφή. Το χρονόμετρο δείχνει σε ποιο σημείο από την αρχή εγγραφής του Flashback Recording βρισκόμαστε. Η κίνηση μέσα στο χρόνο του Flashback Recording γίνεται σύροντας με το ποντίκι τη λευκή κουκίδα πάνω στη λευκή γραμμή που βρίσκεται σε όλο το πλάτος του παραθύρου του προγράμματος, πάνω από τα πλήκτρα ελέγχου που μόλις αναλύσαμε. Εδώ βλέπουμε τι γίνεται αν πατήσουμε το σύμβολο της παύσης. Αυτό μετατρέπεται σε σύμβολο εκκίνησης, το χρονόμετρο σταματάει, η λευκή μπάρα πλέον δείχνει το διαθέσιμο Flashback Recording, με το κενό στα δεξιά της να αντιστοιχεί στο χρόνο που αυτό δεν είναι διαθέσιμο, ενώ παράλληλα η ένδειξη Live εμφανίζεται δεξιά από το χρονόμετρο. Πατώντας το σύμβολο της εκκίνησης, ξεκινάει και πάλι η καταγραφή Flashback Recording. Το σύμβολο του i μέσα σε κύκλο, στα δεξιά του τίτλου του παιχνιδιού και της καταγραφής, που είδαμε κάτω αριστερά, ανοίγει ένα παράθυρο που μας επιτρέπει να τα αλλάξουμε, καθώς και να θέσουμε τα σχετικά Tags. Και εδώ βλέπουμε κάτω δεξιά και την ένδειξη έντασης του μικροφώνου ενεργή. Η καρτέλα Library μας δίνει τη δυνατότητα να δούμε τακτοποιημένα τα video που έχουμε ήδη καταγράψει. Ας πάμε τώρα στο γρανάζι, που ανοίγει ένα παράθυρο με 5 καρτέλες, το οποίο ονομάζεται Preferences (προτιμήσεις). Η καρτέλα General έχει τη δυνατότητα ενεργοποίησης του Stream Link, που είναι η δυνατότητα να μοιράζεται το Stream μεταξύ του 4K Capture Utility και κάποιου προγράμματος όπως το OBS Studio ή το XSplit. Η λειτουργία είναι σε στάδιο Beta (δοκιμαστικό) και αν ενεργοποιηθεί ενεργοποιεί και το drop down μενού από κάτω της για να διαλέξουμε την ανάλυση και το frame rate. Κατά τα άλλα η καρτέλα μας δείχνει την έκδοση του προγράμματος και μας δίνει τη δυνατότητα να ενεργοποιήσουμε τον αυτόματο έλεγχο για ανανεώσεις καθώς και το να στέλνουμε δεδομένα χρήσης στην εταιρεία. Το κουμπί Check for Updates κάνει έλεγχο για ανανεωμένες εκδόσεις του προγράμματος. Ενώ το κουμπί More... ανοίγει τον Windows Explorer στην παρακάτω τοποθεσία. Η καρτέλα Device μας προσφέρει ένα drop down μενού για να διαλέξουμε με ποια από τις υποστηριζόμενες συσκευές που βρίσκονται συνδεδεμένες στο σύστημά μας θα εργαστούμε. Όταν είχαμε δει την ίδια καρτέλα για το Elgato Cam Link 4K, μας έδειχνε και την έκδοση του firmware, αλλά στην περίπτωση της Elgato Facecam αυτό δεν συμβαίνει. Η καρτέλα Picture θεωρητικά μας επιτρέπει να κάνουμε τις κλασσικές ρυθμίσεις που αφορούν στην εικόνα. Στην περίπτωση όμως της Elgato Facecam είναι κενή, καθώς τη συγκεκριμένη λειτουργία αναλαμβάνει ένα άλλο λογισμικό που θα δούμε στη συνέχεια, το Camera Hub. Εδώ βλέπουμε την καρτέλα Picture που που αφορά το Elgato Cam Link 4K. Η καρτέλα Recording είναι χωρισμένη σε 2 μέρη. Το επάνω μέρος μας δίνει τη δυνατότητα να δούμε και να επιλέξουμε το σημείο αποθήκευσης των video και των screenshot, ποιον video encoder θα χρησιμοποιήσουμε (GPU ή software), την ανάλυση και το frame rate, το bit rate, πόσα GB ανά ώρα απαιτούν οι ρυθμίσεις που επιλέξαμε για την καταγραφή του video και την επιλογή να μειώσουμε το frame rate της προεπισκόπησης κατά την καταγραφή video, για να μειωθούν οι απαιτούμενοι πόροι του συστήματος. Το κάτω μέρος μας επιτρέπει την ενεργοποίηση και απενεργοποίηση του Flashback Recording και μας δίνει τη δυνατότητα να ρυθμίσουμε τη διάρκειά του, από 5 λεπτά έως και 4 ώρες, με προεπιλογή τις 2 ώρες. Εδώ βλέπουμε τις επιλογές του Video Encoder, μεταξύ κάρτας γραφικών και software. Ενώ εδώ βλέπουμε τις υποστηριζόμενες από το πρόγραμμα αναλύσεις καi frame rates. Στην τελευταία καρτέλα, Mic, μπορούμε να επιλέξουμε από ποιο μικρόφωνο θα γίνεται η εισαγωγή του ήχου και να κάνουμε τις σχετικές βασικές ρυθμίσεις. Αν επιλέξουμε το Elgato Wave:3... ...βλέπουμε αμέσως το input level από το μικρόφωνο. Το οποίο βλέπουμε και στην αρχική καρτέλα του προγράμματος, κάτω δεξιά, όπως είπαμε. Ας πάμε τώρα να δούμε και το Camera Hub, το λογισμικό που προσφέρει η Elgato ειδικά για τη ρύθμιση των παραμέτρων της εικόνας της Elgato Facecam. Στα αριστερά υπάρχουν 6 κατηγορίες ρυθμίσεων: Device (συσκευή): Επιτρέπει, μεσώ του drop down menu, την επιλογή της Elgato Facecam που ελέγχουμε, εάν υπάρχουν περισσότερες από 1 συνδεδεμένες στο σύστημα. Το κουμπί SAVE αποθηκεύει τις τρέχουσες ρυθμίσεις στη μνήμη Flash της Elgato Facecam. Zoom: Επιτρέπει τη ρύθμιση του ψηφιακού zoom από 1x (83,2 μοίρες) έως 4x (24,4 μοίρες), με βήμα 0,1x. Picture (εικόνα): Επιτρέπει τη ρύθμιση της Αντίθεσης (Contrast), του Κορεσμού (Saturation) και της Οξύτητας (Sharpness). Η αντίθεση ρυθμίζεται από 0% έως 100%, με βήμα 10% και προεπιλογή το 30%. Ο Κορεσμός από 0% έως 100%, με βήμα 1% και προεπιλογή το 55%. Η Οξύτητα ρυθμίζεται από 0 έως +4, με βήμα +1 και προεπιλογή +2. Exposure (έκθεση): Μπορεί να οριστεί αυτόματη ή χειροκίνητη. Στην επιλογή της αυτόματης, το Shutter Speed (Ταχύτητα Κλείστρου) απενεργοποιείται και ρυθμίζεται αυτόματα. Υπάρχει όμως η δυνατότητα Compensation (Αντιστάθμιση) που μπορεί να ρυθμιστεί από -3 έως +3 stop, με βήμα 0,1 stop. Η συγκεκριμένη λειτουργεία μου φάνηκε ιδιαίτερα χρήσιμη καθώς, στις συνθήκες του χώρου μου, η Elgato Facecam υπερφωτίζει και έτσι έθεσα την αντιστάθμιση έκθεσης στα -0,6 stop, με εξαιρετικά αποτελέσματα. Δε γνωρίζω αν οι μηχανικοί της Elgato θα διορθώσουν την υπέρ-έκθεση σε κάποιο μελλοντικό firmware update ή είναι συνειδητή επιλογή, καθώς πολλοί streamers φαίνεται να προτιμούν κάποιου βαθμού υπέρ-έκθεσης, πάντως πραγματικό θέμα δεν υπάρχει, λόγω της δυνατότητας ρύθμισης. Πολύ χρήσιμο είναι το εργαλείο ένδειξης του ενεργού ISO, το οποίο δείχνει το αυτόματα ρυθμιζόμενο ISO και το οποίο μπορεί να κυμαίνεται από 100 έως 4315. Αν δούμε ότι το ISO είναι υψηλό και έχουμε τη δυνατότητα να αυξήσουμε το φωτισμό, τότε θα πετύχουμε λιγότερο θόρυβο. Το drop down menu μπορεί να ορίσει το Metering (Φωτομέτρηση) ως Center-weighted (Κεντροβαρή) ή Average (Μέσου Όρου). Αν απενεργοποιήσουμε την αυτόματη έκθεση, η επιλογή του τύπου Metering (Φωτομέτρησης) απενεργοποιείται και η επιλογή του Shutter Speed (Ταχύτητα Κλείστρου) ενεργοποιείται και μπορεί να οριστεί από 1/4 s έως 1/10000 s. Παράλληλα, η exposure Compensation (Αντιστάθμιση Έκθεσης) αντικαθίσταται από το χειροκίνητα ρυθμιζόμενο ISO, που μπορεί να ρυθμιστεί από 100 έως 6400, με ακανόνιστα βήματα κατά 1, 2 ή 3 μονάδες, ανάλογα με τη θέση που βρισκόμαστε (κάτι που ελπίζω ότι θα διορθωθεί σε μελλοντικές εκδόσεις του προγράμματος). Η ένδειξη ISO παραμένει και μας δείχνει το ISO που χρησιμοποιεί στην πραγματικότητα η κάμερα, το οποίο είναι κοντά αλλά όχι πάντα ακριβώς αυτό που θέτουμε. Αξίζει να σημειώσουμε ότι η απενεργοποίηση της αυτόματης έκθεσης απενεργοποιεί και το φίλτρο Anti-Flicker που θα δούμε παρακάτω. White Balance (Ισορροπία Λευκού): Ορίζει τη χρωματική θερμοκρασία λευκού, είτε αυτόματα είτε χειροκίνητα και μπορεί να κυμαίνεται μεταξύ 2800 K και 12.500 K. Processing (Επεξεργασία): Επιτρέπει την ενεργοποίηση του Noise Reduction (Ελάττωση Θορύβου), που εξ ορισμού είναι ανενεργό, και την επιλογή του φίλτρου Anti-Flickering στα 50 Hz ή 60 Hz. Το παράδοξο είναι ότι το φίλτρο Anti-Flickering ενεργοποιείται και απενεργοποιείται παράλληλα με το Automatic Exposure (Αυτόματη Έκθεση) και δε μπορεί να ελεγχθεί αυτόνομα. Το εικονίδιο με τις 3 μπάρες ρύθμισης αριστερά από το SAVE ανοίγει ένα παράθυρο που μας δείχνει την έκδοση του Firmware, επιτρέπει την επαναφορά όλων των ρυθμίσεων στις εργοστασιακές και, μέσω ενός drop down menu, ελέγχει τη συμπεριφορά του μπλε ενδεικτικού LED στο αριστερό μέρος της πρόσοψης της Elgato Facecam. Αυτό μπορεί να είναι πάντα ανενεργό, ενεργό όταν η κάμερα παρέχει εικόνα ή πάντα ενεργό. Η ρύθμιση Video Preview (Προεπισκόπηση Βίντεο) στο κάτω δεξιά μέρος του παραθύρου του Camera Hub ενεργοποιεί και απενεργοποιεί την προεπισκόπηση. Το εικονίδιο που δείχνει ένα φάκελο αριστερά από το πλήκτρο ενεργοποίησης / απενεργοποίησης του Video Preview ανοίγει στον Windows Explorer το φάκελο όπου αποθηκεύονται τα snapshots ενώ το εικονίδιο που δείχνει μια φωτογραφική μηχανή στα αριστερά αυτού, λαμβάνει ένα νέο snapshot. Το drop down menu του Video Format, ακόμα πιο αριστερά, μας επιτρέπει να επιλέξουμε την ανάλυση και το frame rate, από αυτά που φυσικά υποστηρίζει η Elgato Facecam. Εδώ βλέπουμε τις υποστηριζόμενες ρυθμίσεις μαζί με τα υποστηριζόμενα frame rates. Ουσιαστικά έχουμε 1080p, 720p ή 540p στα 60 ή 30 fps. Όπως είδαμε, το Camera Hub υποστηρίζει λήψη snapshot αλλά όχι λήψη video. Αν θέλουμε να το χρησιμοποιήσουμε για να ρυθμίσουμε την ποιότητα του video που λαμβάνουμε με κάποιο άλλο λογισμικό, όπως το Camera των Windows 10, τότε πρέπει να απενεργοποιήσουμε την προεπισκόπηση video στο Camera Hub. Σε αυτή την περίπτωση, μπορούμε να ελαττώσουμε το πλάτος του Camera Hub πατώντας το σχετικό πλήκτρο που βρίσκεται πάνω και λίγο δεξιά από το SAVE, με αποτέλεσμα το Camera Hub να παίρνει την παρακάτω μορφή. Το γρανάζι στην επάνω δεξιά άκρη του προγράμματος ανοίγει το παράθυρο των ρυθμίσεων. Αυτό επιτρέπει την ενεργοποίηση και απενεργοποίηση του αυτόματου ελέγχου για ενημερώσεις καθώς και του αν θα ανοίγει αυτόματα το Camera Hub στο system tray κατά το Sign in. Επιτρέπει επίσης την επισκόπηση και αλλαγή της θέσης αποθήκευσης των snapshots. Τέλος, δείχνει την έκδοση του Camera Hub και επιτρέπει τον χειροκίνητο έλεγχο για ενημερώσεις. Το εικονίδιο στο System Tray έχει 3 λειτουργίες. Η πρώτη που βλέπετε απλά ανοίγει το κεντρικό παράθυρο του προγράμματος και η δεύτερη το παράθυρο των ρυθμίσεων. Η τρίτη κλείνει το πρόγραμμα. Όπως έχουμε συνηθίσει στα προϊόντα της Elgato, η Elgato Facecam μπορεί να ελεγχθεί μέσω του Stream Deck XL, Stream Deck, Stream Deck Mini ή ακόμα και του Stream Deck Mobile. Τη στιγμή που γράφεται το παρόν review, πριν την παρουσίαση της Elgato Facecam, το σχετικό plug in είναι ακόμα υπό κατασκευή και συνεπώς όχι πλήρως λειτουργικό. Προσφέρει έλεγχο των βασικών λειτουργιών και μπορεί να θέσει συγκεκριμένες τιμές και να αυξομειώσει αντίθεση, αντιστάθμιση έκθεσης, κορεσμό, οξύτητα και zoom. Μπορεί επίσης να επαναφέρει οποιαδήποτε από τις παραπάνω ρυθμίσεις ή όλες μαζί στις αποθηκευμένες στην Flash. Εδώ βλέπουμε τις προσφερόμενες λειτουργίες του Stream Deck plug in της Elgato Facecam, στο Stream Deck XL. Χρήση Η χρήση της Elgato Facecam είναι το ίδιο απλή όσο οποιασδήποτε webcam. Το Camera Hub επιτρέπει την εύκολη και άμεση ρύθμιση της εικόνας και η αποθήκευση των ρυθμίσεων στη Flash της Elgato Facecam την εύκολη μεταφορά της σε άλλο σύστημα, με διατήρηση των ρυθμίσεων. Ποιότητα Video Ωραία τα τεχνικά χαρακτηριστικά και οι περγαμηνές της Elgato Facecam, ωραίο και το λογισμικό που τη συνοδεύει, αλλά η ουσία τελικά είναι η ποιότητα του video που προσφέρει. Ήρθε λοιπόν η ώρα να το δούμε κι αυτό. Με τη βοήθεια της Kate, θα κάνουμε μια σύγκριση λήψεων που έχουν πραγματοποιηθεί με την Elgato Facecam, σε αντιπαραβολή με μία πολύ ακριβότερη και μία οικονομικότερη λύση. Η ακριβότερη λύση αποτελείται από μία Sony A7iii, την οποία είχε την ευγενή καλοσύνη να μου παρέχει ο φίλος και συνάδελφος Daniel Beacock, συνδεδεμένη μέσω ενός Elgato Cam Link 4K ενώ η οικονομικότερη λύση είναι μία από τις δημοφιλέστερες webcams, η Logitech C920 HD Pro. Οι κάμερες τοποθετήθηκαν στο επάνω μέρος του μόνιτορ, με 2 Elgato Key Light Air εκατέρωθεν αυτού, το Elgato Wave:3 αριστερά από το πληκτρολόγιο για τη λήψη του ήχου και η Kate είναι έτοιμη για τις λήψεις. Τα Video είναι σχεδιασμένα για να αναδείξουν με τον καλύτερο τρόπο τις διαφορές και νομίζω μιλάνε από μόνα τους. Οι λήψεις έγιναν με το Camera Application των Windows 10. Ξεκινάμε με το ιδανικότερο σενάριο. Λήψη με την Elgato Facecam στα 1080p και 60 fps, φωτισμός με το ζευγάρι των Elgato Key Light Air και ήχος από το Elgato Wave:3. Η εικόνα είναι φυσική και λεπτομερής, η κίνηση ιδιαίτερα ομαλή χάρη στα 60 fps, ο φωτισμός ομοιόμορφος και ο ήχος άριστος. Εν τούτοις, παρατήρησα ότι όλο το video είναι υπέρ-φωτισμένο, κάτι που γίνεται ιδιαίτερα εμφανές κατά την επίδειξη του εγγράφου. Elgato Facecam 1080p 60 fps και φωτισμό με τα Elgato Key Light Air. Έτσι αποφάσισα να επαναλάβω τη λήψη με τις ίδιες παραμέτρους αλλά θέτοντας το Automatic Exposure Compensation στο Camera Hub στα -0,6 stop. Το αποτέλεσμα είναι ένα πολύ πιο σωστά φωτισμένο video, κάτι που επίσης γίνεται ιδιαίτερα εμφανές κατά την επίδειξη του εγγράφου. Ως εκ τούτου, αποφάσισα να συνεχίσω τις λήψεις με το ίδιο Exposure Compensation για όλα τα υπόλοιπα video. Elgato Facecam 1080p 60 fps, με Exposure Compensation -0,6 stop και φωτισμό με τα Elgato Key Light Air. Για να εκτιμήσουμε καλύτερα τη σημασία του καλού φωτισμού, έγινε η ίδια λήψη, αλλά αυτή τη φορά φωτισμένη από τα φώτα οροφής. Σημαντικό στοιχείο είναι ότι τα φώτα οροφής στο χώρο μου τυγχάνει να είναι απίστευτα καλά και ιδανικά για την περίπτωση, καθώς αποτελούνται από ποιοτικά LED της Samsung και σχηματίζουν ένα συμμετρικό τετράγωνο, με κέντρο τη καρέκλα και ιδανικές αποστάσεις. Είναι εντελώς απίθανο να συμβαίνει αυτό σε κάποιο χώρο και συνεπώς το αποτέλεσμα να είναι τόσο καλό. Εν τούτοις, ο φωτισμός απέχει πολύ - ποιοτικά - από αυτόν που μας έδωσαν τα Elgato Key Light Air και, εκτός αυτού, οι σκιές στο πρόσωπο είναι εμφανείς. Παρά τις ατέλειες του φωτισμού και τις σκιές που προκαλεί, η Elgato Facecam έδωσε ένα εξαιρετικό αποτέλεσμα. Elgato Facecam 1080p 60 fps, με Exposure Compensation -0,6 stop και φωτισμό με τα φώτα οροφής. Για να έχουμε ένα σημείο αναφοράς, ας δούμε πώς τα πήγε στις ίδιες λήψεις η Sony A7iii συνδεδεμένη μέσω ενός Elgato Cam Link 4K. Η λεπτομέρεια είναι σαφώς μεγαλύτερη καθώς μιλάμε για τετραπλάσια ανάλυση και σύστημα φακών και αισθητήρα που κοστίζει πάνω από 1 τάξη μεγέθους περισσότερο. Με αυτό το δεδομένο όμως, η απόδοση της Elgato Facecam εντυπωσιάζει ακόμα περισσότερο. Sony A7iii & Elgato Cam Link 4K @ 4K 30 fps και φωτισμό με τα Elgato Key Light Air. Sony A7iii & Elgato Cam Link 4K @ 4K 30 fps και φωτισμό με τα φώτα οροφής. Στις λήψεις στα 1080p 60 fps η Sony A7iii παραμένει φυσικά ανώτερη, αλλά η διαφορά στην ποιότητα εικόνας σε σχέση με τη διαφορά στο κόστος αναδεικνύει την Elgato Facecam ακόμη περισσότερο! Sony A7iii & Elgato Cam Link 4K @ 1080p 60 fps και φωτισμό με τα Elgato Key Light Air. Sony A7iii & Elgato Cam Link 4K @ 1080p 60 fps και φωτισμό με τα φώτα οροφής. Ας δούμε τώρα, πώς τα πήγε και η Logitech C920 HD Pro. Η λήψη έγινε στο μέγιστο των δυνατοτήτων της, σε ανάλυση 1080p στα 30fps. Ο ήχος είναι μέσω του ενσωματωμένου μικροφώνου της Webcam. Η διαφορά είναι κυριολεκτικά χαοτική. Το Video, σε σύγκριση με τα προηγούμενα, έχει τόσο χαμηλότερο επίπεδο λεπτομέρειας και είναι τόσο oversaturated που μοιάζει τεχνητό έως και ζωγραφισμένο. Η ομαλότητα της κίνησης σαφώς και δε φτάνει τα επίπεδα της Elgato Facecam που προσφέρει διπλάσιο frame rate. Logitech C920 HD Pro @ 1080p 30 fps και φωτισμό με τα Elgato Key Light Air. Logitech C920 HD Pro @ 1080p 30 fps και φωτισμό με τα φώτα οροφής. Τα παραπάνω videos κατέστησαν σαφή τα πλεονεκτήματα Elgato Facecam έναντι μιας συμβατικής, καλής webcam αλλά και έδειξαν πόσο μπορεί να πλησιάσει σε καθαρά επαγγελματικές και πολύ πιο ακριβές λύσεις. Πολλοί από εμάς, του γράφοντος συμπεριλαμβανομένου, δεν είμαστε επαγγελματίες youtubers (...!!!) αλλά κάνουμε συχνά video conference, λόγω εργασίας. Για να δούμε λοιπόν αν αξίζει η επένδυση σε μία Elgato Facecam για αυτό το σκοπό, θα παραθέσω σχετικές εγγραφές μέσω της δημοφιλέστερης εφαρμογής video conference, του Zoom. Το Zoom επιτρέπει την εγγραφή σε ανάλυση 720p στα 25fps, τόσο στη δωρεάν του έκδοση όσο και στην Pro. Θεωρητικά, καταγράφει σε ανάλυση 1080p στις εκδόσεις Business και Enterprise, κάτι που δεν μπόρεσα δυστυχώς να δοκιμάσω καθώς δε διαθέτω κάποιο σχετικό λογαριασμό. Με το πλεονέκτημα του υψηλότερου frame rate των 60 fps εκτός μάχης λόγω των περιορισμών του Zoom, μπορούμε να δούμε πώς συγκρίνεται η Elgato Facecam με την Sony A7iii συνδεδεμένη σε ένα Elgato Cam Link 4K και την Logitech C920 HD Pro, με όλες τις λήψεις να είναι στα 720p και 25fps. Elgato Facecam 720p 25 fps, με Exposure Compensation -0,6 stop και φωτισμό με τα Elgato Key Light Air. Elgato Facecam 720p 25 fps, με Exposure Compensation -0,6 stop και φωτισμό με τα φώτα οροφής. Και για σύγκριση... Sony A7iii & Elgato Cam Link 4K @ 720p 25 fps και φωτισμό με τα Elgato Key Light Air. Sony A7iii & Elgato Cam Link 4K @ 720p 25 fps και φωτισμό με τα φώτα οροφής. Logitech C920 HD Pro @ 720p 25 fps και φωτισμό με τα Elgato Key Light Air. Logitech C920 HD Pro @ 720p 25 fps και φωτισμό με τα φώτα οροφής. Καθώς οι λήψεις του Zoom είναι όλες σε ίδια ανάλυση (720p) και ίδιο frame rate (25 fps), προσφέρονται για μια απ' ευθείας αντιπαραβολή. Νομίζω ότι τα παραπάνω videos κατέστησαν σαφείς τις διαφορές που μπορεί να προσφέρει η Elgato Facecam από μία κοινή webcam, τόσο σε video content creation και online streaming όσο και σε video conference. Το κόστος είναι διπλάσιο, χωρίς να λάβουμε καν υπ' όψιν τη ανάγκη χρήσης διακριτού μικροφώνου, αλλά θεωρώ ότι η διαφορά στην ποιότητα είναι σαφώς μεγαλύτερη από τη διαφορά του κόστους. Επίλογος H Elgato κατόρθωσε να συμπληρώσει το προφανές κενό στη λίστα των προϊόντων της, προσφέροντας μια webcam διαφορετική από τις άλλες. Η ανάλυση 1080p που προσφέρει είναι επαρκής για video streaming και video conferencing, καθώς μεγαλύτερη ανάλυση δεν υποστηρίζεται (λειτουργικά) από τα αντίστοιχα προγράμματα ούτως ή άλλως. Τα 60 fps εξασφαλίζουν ιδιαίτερα ομαλή κίνηση, ενώ το μεγάλο της ατού, η ασυμπίεστη μεταφορά της εικόνας, εξασφαλίζει καθαρή εικόνα χωρίς artifacts από τη συμπίεση. Η Elgato Facecam διαθέτει φακό από γυαλί, με 8 στοιχεία, 18 αντί-ανακλαστικές επιστρώσεις και φίλτρο υπερύθρων, με διάφραγμα f.2.4 και εστιακό μήκος αντίστοιχο με 24mm. Πράγματα ανήκουστα για webcam, που εξηγούν τόσο το επιπλέον κόστος όσο και - ακόμα περισσότερο - την επιπλέον ποιότητα. Ο αισθητήρας της είναι ο Sony STARVIS CMOS, μια εξ ίσου εντυπωσιακή επιλογή που εξασφαλίζει ποιότητα με χαμηλό θόρυβο ακόμη και σε συνθήκες χαμηλού φωτισμού, ο οποίος ψύχεται επαρκώς από μια ευμεγέθη ψύκτρα, ώστε να εξασφαλίζεται η απρόσκοπτη και συνεχής λειτουργία του. Η Elgato Facecam συνοδεύεται από το λογισμικό Camera Hub που επιτρέπει εκτενή έλεγχο της εικόνας και αποθήκευση των ρυθμίσεων στην Flash memory που διαθέτει η Elgato Facecam. Είναι επίσης συμβατή με το Elgato 4K Capture Utility για τη λήψη video. Αξιοσημείωτο είναι το γεγονός ότι η Elgato Facecam διαθέτει υποδοχή για βύσμα USB C και όχι ενσωματωμένο καλώδιο. Αυτό έχει πολλά πλεονεκτήματα, καθώς επιτρέπει τη χρήση καλωδίων διαφορετικού μήκους, την αντικατάσταση του καλωδίου αν αυτό φθαρεί και τη μεταφορά της Elgato Facecam μεταξύ διαφορετικών συστημάτων χωρίς αναγκαστική μεταφορά του καλωδίου. Η απόφαση της εταιρείας να μην συμπεριλάβει κάποιο μικρόφωνο έχει λογική, καθώς λόγω της απόστασης της κάμερας από το χρήστη, το ενσωματωμένο μικρόφωνο δεν μπορεί να αποδώσει στο επίπεδο της ποιότητας που θα απαιτήσει ο χρήστης που θα επιλέξει να επενδύσει σε μια κάμερα της τάξης της Elgato Facecam. Αφού λοιπόν έτσι κι αλλιώς το κοινό στο οποίο στοχεύει το συγκεκριμένο προϊόν θα χρησιμοποιήσει εξωτερικό μικρόφωνο, δεν υπήρχε λόγος να αυξηθεί το κόστος του προϊόντος για να συμπεριληφθεί κάποιο μικρόφωνο που δε θα χρησιμοποιείται. Το κόστος της Elgato Facecam ορίζεται από την εταιρεία στα 199,99 ευρώ, που αν και δεν είναι χαμηλό, δικαιολογείται απόλυτα από την τεχνολογία που του προϊόντος και το ποιοτικό αποτέλεσμα που προσφέρει. Ας συνοψίσουμε τα σημαντικότερα πλεονεκτήματα και μειονεκτήματα του εξοπλισμού video και ήχου της Elgato: Σημαντικότερα πλεονεκτήματα + Ποιότητα εικόνας + Ασυμπίεστο video + Frame rate έως 60fps, σε ανάλυση 1080p + Φακός από γυαλί, με 8 στοιχεία, 18 αντί-ανακλαστικές επιστρώσεις και φίλτρο υπερύθρων + Ευρυγώνιος φακός 24 mm (equivalent) με διάφραγμα f/2.4 + Αισθητήρας Sony STARVIS CMOS με μεγάλη ψύκτρα για απρόσκοπτη λειτουργία + Απουσία focus hunting + Αποθήκευση ρυθμίσεων σε Flash memory στην ίδια τη συσκευή + Λογισμικό ρυθμίσεων εικόνας Elgato Camera Hub + Λογισμικό λήψης video Elgato 4K Capture Utility + Σύνδεση μέσω βύσματος USB C + Έλεγχος μέσω του Elgato Stream Deck XL (ή και των μικρότερων μοντέλων) + Ποιότητα και αίσθηση υλικών + Ποιότητα κατασκευής + Αισθητική Μειονεκτήματα - Δε διαθέτει ενσωματωμένο μικρόφωνο - Στις συνθήκες φωτισμού του χώρου μου, χρειάστηκε χειροκίνητη διόρθωση της έκθεσης κατά -0,6 stop  TheLAB.GR Ευχαριστούμε θερμά την Elgato για την παραχώρηση του δείγματος της δοκιμής. Πολύμερος Αχανιώτης 15/07/2021
  13. Εισαγωγή Οι NVMe SSDs, που υποστηρίζονται από τις M.2 θύρες των σύγχρονων μητρικών, έχουν αλλάξει τα δεδομένα στις ταχύτητες των μέσων αποθήκευσης των οικιακών υπολογιστών, κι αυτό γιατί προσφέρουν απ' ευθείας σύνδεση στο δίαυλο PCIe, μέσω 4 lanes. Το μεγάλο αυτό bandwidth - πολλαπλάσιο αυτού που προσφέρει το πρωτόκολλο SATA - αλλά και το γεγονός ότι το NVMe είναι γραμμένο ειδικά για την τεχνολογία των SSDs, είναι απαραίτητο για την επίτευξη των εξαιρετικών ταχυτήτων των σύγχρονων SSDs. Και ενώ οι (λιγοστές ακόμα) μητρικές με PCIe 4.0 διαθέτουν τουλάχιστον από 2 M.2 NVMe θύρες, πολλές από τις παλαιότερες μητρικές με PCIe 3.0 διαθέτουν μόνο 1 ή και καμία. Το πρόβλημα αυτό έρχονται να λύσουν ειδικοί adaptors, που συνδέονται σε μία θύρα PCIe και φέρουν την απαραίτητη M.2 υποδοχή. Στο review αυτό θα δούμε 3 από αυτούς τους adaptors, της εταιρίας Icy Dock, που διαθέτουν κάποια ενδιαφέροντα χαρακτηριστικά και καλύπτουν όλα τα σενάρια χρήσης. Τα μοντέλα που θα δούμε είναι τα εξής: Icy Dock EZConvert EX M.2 NVMe SSD to PCIe 3.0 x4 Adaptor MB987M2P-B (W/O heatsink) Icy Dock EZConvert EX Pro M.2 NVMe SSD to PCIe 3.0 x4 Adaptor MB987M2P-1B (W/ Heatsink) Icy Dock EZConvert EX Pro M.2 NVMe SSD to PCIe 3.0 x4 Adaptor MB987M2P-2B (Internal, W/ Heatsink) Τα 2 πρώτα μοντέλα είναι πανομοιότυπα, με μόνη διαφορά ότι το πρώτο έρχεται χωρίς ψύκτρα, για χρήση με SSDs που δε χρειάζονται ψύξη ή διαθέτουν ήδη τη δική τους, ενώ το δεύτερο έρχεται με μια ευμεγέθη, αλουμινένια ψήκτρα. Το τελευταίο μοντέλο έχει ουσιώδεις διαφορές στην κατασκευή, καθώς προορίζεται για χρήση χωρίς στήριξη με λαμάκι στο πίσω μέρος του κουτιού. Συσκευασία και Περιεχόμενα Για να δούμε λοιπόν τους Icy Dock M.2 NVMe SSD to PCIe 3.0 x4 Adaptors. Καθώς όπως ήδη είπαμε, οι Icy Dock EZConvert EX M.2 NVMe SSD to PCIe 3.0 x4 Adaptor MB987M2P-B (W/O heatsink) και Icy Dock EZConvert EX Pro M.2 NVMe SSD to PCIe 3.0 x4 Adaptor MB987M2P-1B (W/ Heatsink) είναι πανομοιότυποι, με μόνοι διαφορά την ύπαρξη ή όχι της αλουμινένιας ψήκτρας, η εταιρεία μας έστειλε μόνο το μοντέλο με την ψήκτρα. Μαζί, φυσικά, παραλάβαμε και τον αρκετά διαφορετικό Icy Dock EZConvert EX Pro M.2 NVMe SSD to PCIe 3.0 x4 Adaptor MB987M2P-2B (Internal, W/ Heatsink). Τα κουτιά στα οποία έρχονται οι Icy Dock M.2 NVMe SSD to PCIe 3.0 x4 Adaptors είναι τα κλασικά καφέ, χαρτονένια κουτιά συσκευασίας και φέρουν στο επάνω μέρος και τα 3 μοντέλα ενώ το ποιο ακριβώς περιέχεται στη συσκευασία καταδεικνύεται από μια αυτοκόλλητη μαύρη κουκίδα στο κατάλληλο σημείο. Το πίσω μέρος φέρει τα βασικά τεχνικά χαρακτηριστικά και των τριών μοντέλων καθώς και αυτοκόλλητα που καταδεικνύουν το συγκεκριμένο μοντέλο που περιέχεται στη συσκευασία και τον σειριακό του αριθμό. Στο 1 από τα 4 πλαϊνά αναγράφεται το όνομα των adaptors και τα 3 μοντέλα που υπάρχουν ενώ σε 1 άλλο, τα βασικά τους χαρακτηριστικά. Τα άλλα 2 πλαϊνά δεν περιέχουν πληροφορίες. Ανοίγοντας το κουτί, βρίσκουμε τον adaptor προστατευμένο μέσα σε αντιστατικό σακουλάκι καθώς και τα παρελκόμενα. Τα παρελκόμενα αποτελούνται από το manual, 1 μεγάλο και 2 μικρά θερμοαγώγιμα pads και, στην περίπτωση των 2 μοντέλων που διαθέτουν λαμάκι στήριξης στο πίσω μέρος της θήκης του υπολογιστή, 1 βίδα. Στην πρώτη εικόνα βλέπουμε τον Icy Dock EZConvert EX Pro M.2 NVMe SSD to PCIe 3.0 x4 Adaptor MB987M2P-1B (W/ Heatsink) και στη δεύτερη τον Icy Dock EZConvert EX Pro M.2 NVMe SSD to PCIe 3.0 x4 Adaptor MB987M2P-2B (Internal, W/ Heatsink). Το μαύρο PCB και η μαύρη, κομψή ψύκτρα με το διακριτικό λογότυπο δημιουργούν ένα καλαίσθητο σύνολο που θα ταιριάξει με το εσωτερικό κάθε θήκης υπολογιστή. Βλέπουμε ότι ο Icy Dock EZConvert EX Pro M.2 NVMe SSD to PCIe 3.0 x4 Adaptor MB987M2P-1B (W/ Heatsink) (όπως και ο Icy Dock EZConvert EX M.2 NVMe SSD to PCIe 3.0 x4 Adaptor MB987M2P-B (W/O heatsink)) φέρει λαμάκι στήριξης ενώ ο Icy Dock EZConvert EX Pro M.2 NVMe SSD to PCIe 3.0 x4 Adaptor MB987M2P-2B (Internal, W/ Heatsink) δε φέρει τέτοιο λαμάκι, αλλά έχει μεγαλύτερη βάση που μπαίνει εντός της θύρας PCIe και έτσι στηρίζεται πλήρως από αυτήν. Μια άλλη διαφορά που ίσως παρατήρησαν ήδη κάποιοι είναι ότι ο Icy Dock EZConvert EX Pro M.2 NVMe SSD to PCIe 3.0 x4 Adaptor MB987M2P-1B (W/ Heatsink) (όπως και ο Icy Dock EZConvert EX M.2 NVMe SSD to PCIe 3.0 x4 Adaptor MB987M2P-B (W/O heatsink)) φέρει ένα LED στο πίσω μέρος καθώς και ένα header με 2 pins στο εμπρός, ενώ ο Icy Dock EZConvert EX Pro M.2 NVMe SSD to PCIe 3.0 x4 Adaptor MB987M2P-2B (Internal, W/ Heatsink) δε φέρει ούτε LED ούτε header. Ο Icy Dock EZConvert EX M.2 NVMe SSD to PCIe 3.0 x4 Adaptor MB987M2P-B (W/O heatsink) είναι πιο λιτός, χωρίς την ψύκτρα, και όπως είπαμε προορίζεται για χρήση με SSDs που δε χρειάζονται ψύξη ή φέρουν ήδη τη δική τους ψύκτρα. Το πίσω μέρος των Icy Dock M.2 NVMe SSD to PCIe 3.0 x4 Adaptors φέρει ευμεγέθες άνοιγμα, για την κυκλοφορία του αέρα στο κάτω μέρος του τοποθετημένου SSD. Συνδεσιμότητα Η σύνδεση των Icy Dock M.2 NVMe SSD to PCIe 3.0 x4 Adaptors γίνεται απλά σε μια θύρα PCIe 3.0, η οποία είναι ικανή να προσφέρει πάνω από 5 φορές μεγαλύτερο bandwidth από τις θύρες SATA. Όπως βλέπουμε, οι Icy Dock EZConvert EX M.2 NVMe SSD to PCIe 3.0 x4 Adaptor MB987M2P-B (W/O heatsink) και Icy Dock EZConvert EX Pro M.2 NVMe SSD to PCIe 3.0 x4 Adaptor MB987M2P-1B (W/ Heatsink) φέρουν βύσμα αντίστοιχο με PCIe x4, καθώς οι SSDs χρησιμοποιούν έτσι κι αλλιώς 4 PCIe lanes. Ο Icy Dock EZConvert EX Pro M.2 NVMe SSD to PCIe 3.0 x4 Adaptor MB987M2P-2B (Internal, W/ Heatsink) φέρει βύσμα πλήρους μεγέθους PCIe x16, αποκλειστικά και μόνο για λόγους στήριξης, καθώς δε φέρει λαμάκι, ενώ επαφές διαθέτει μόνο για το τμήμα του βύσματος που αφορά τα 4 PCIe lanes (PCIe x4). Όλοι οι Icy Dock M.2 NVMe SSD to PCIe 3.0 x4 Adaptors μπορούν να τοποθετηθούν σε θύρες PCIe x4, x8 ή x16. Στην περίπτωση του Icy Dock EZConvert EX Pro M.2 NVMe SSD to PCIe 3.0 x4 Adaptor MB987M2P-2B (Internal, W/ Heatsink), υπάρχει μεν συμβατότητα με θύρες x4 και x8 αλλά για ασφαλέστερη στήριξη, θα πρότεινα τη χρήση του σε θύρα PCIe x16. Τα μοντέλα Icy Dock EZConvert EX M.2 NVMe SSD to PCIe 3.0 x4 Adaptor MB987M2P-B (W/O heatsink) και Icy Dock EZConvert EX Pro M.2 NVMe SSD to PCIe 3.0 x4 Adaptor MB987M2P-1B (W/ Heatsink) καταλαμβάνουν 1 θέση PCIe, με το πίσω λαμάκι ενώ το Icy Dock EZConvert EX Pro M.2 NVMe SSD to PCIe 3.0 x4 Adaptor MB987M2P-2B (Internal, W/ Heatsink) καταλαμβάνει επίσης 1 θέση PCIe αλλά δε φαίνεται εξωτερικά, καθώς δε διαθέτει λαμάκι και στηρίζεται αποκλειστικά στην υποδοχή PCIe. Ενώ τα μοντέλα Icy Dock EZConvert EX M.2 NVMe SSD to PCIe 3.0 x4 Adaptor MB987M2P-B (W/O heatsink) και Icy Dock EZConvert EX Pro M.2 NVMe SSD to PCIe 3.0 x4 Adaptor MB987M2P-1B (W/ Heatsink) έρχονται με λαμάκι πλήρους ύψους, 12 εκατοστών, το ύψος της κάρτας και οι εναλλακτικές υποδοχές για τις βίδες που στηρίζουν το λαμάκι, επιτρέπουν και τη χρήση τους με λαμάκι ύψους 8 εκατοστών, για μικρότερα κουτιά, το οποίο πωλείται ξεχωριστά. Εγκατάσταση του Drive Η εγκατάσταση του SSD σε έναν από τους Icy Dock M.2 NVMe SSD to PCIe 3.0 x4 Adaptors είναι πραγματική απόλαυση και δείχνει πόσο έχει μελετηθεί ο σχεδιασμός τους. Αν πρόκειται για κάποιο από τα 2 μοντέλα που διαθέτουν ψύκτρα, αυτή ξεκουμπώνει με ένα απλό τράβηγμα. Στη συνέχεια, κατά την πρώτη χρήση, κολλάμε το μεγάλο heat pad πάνω στην ψύκτρα, ενώ τα 2 μικρά υπάρχουν για να εξισώσουν το ύψος τυχόν κοντύτερων chips πάνω στον SSD, έτσι ώστε να ψύχονται όλα τα chips. Στη συνέχεια, τραβάμε απλά την πλαστική γέφυρα στήριξης, όπως φαίνεται στο παρακάτω animation, τοποθετούμε τον SSD στη θύρα M.2 και επαναφέρουμε τη γέφυρα στήριξης στην κατάλληλη θέση έτσι ώστε να στηρίξει τον SSD. ΟΙ σχεδιασμός αυτός εξασφαλίζει γρήγορη και απλή εγκατάσταση, χωρίς εργαλεία. Δημιουργεί όμως ασυμβατότητα με κάποια ελάχιστα drives που φέρουν ψύκτρα η οποία δεν αφήνει το απαραίτητο ελάχιστο περιθώριο των 6 χιλιοστών στην πλευρά στήριξης. Το σύνηθες μήκος των οικιακής χρήσης SSDs είναι 80 χιλιοστά, αλλά οι Icy Dock M.2 NVMe SSD to PCIe 3.0 x4 Adaptors υποστηρίζουν κάθε είδος PCIe NVMe ή AHCI SSD, με μήκος έως και 110 χιλιοστά. Εδώ βλέπουμε έναν SSD με ψύκτρα, τοποθετημένο στον Icy Dock EZConvert EX M.2 NVMe SSD to PCIe 3.0 x4 Adaptor MB987M2P-B (W/O heatsink). Το ίδιο καλά μπορεί να τοποθετηθεί και στον Icy Dock EZConvert EX Pro M.2 NVMe SSD to PCIe 3.0 x4 Adaptor MB987M2P-1B (W/ Heatsink) αλλά σε αυτή την περίπτωση η ψύκτρα που έρχεται με τον adaptor δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί και το επιπλέον κόστος πάει άδικα. Εδώ βλέπουμε έναν SSD χωρίς ψύκτρα, τοποθετημένο στον Icy Dock EZConvert EX Pro M.2 NVMe SSD to PCIe 3.0 x4 Adaptor MB987M2P-2B (Internal, W/ Heatsink). Η ψύκτρα κουμπώνει απλά, στα 4 πλαστικά δοντάκια που βρίσκονται στην περίμετρο της πλαστικής βάσης. Η βάση διαθέτει και οδηγούς για την τοποθέτηση της ψύκτρας στο σωστό σημείο. Με απλή πίεση, η ψύκτρα κουμπώνει. Και έτσι, ο SSD είναι πλέον στη θέση του, έτοιμος να λειτουργήσει ενώ θα ψύχεται από μια ευμεγέθη αλουμινένια ψήκτρα. Ψύξη H ψύξη του SSD που θα τοποθετήσουμε στον Icy Dock EZConvert EX M.2 NVMe SSD to PCIe 3.0 x4 Adaptor MB987M2P-B (W/O heatsink) βασίζεται στην κυκλοφορία του αέρα, ή στην ψύκτρα που ίσως ήδη διαθέτει ο SSD. Αντιθέτως, τόσο ο Icy Dock EZConvert EX Pro M.2 NVMe SSD to PCIe 3.0 x4 Adaptor MB987M2P-1B (W/ Heatsink) όσο και ο Icy Dock EZConvert EX Pro M.2 NVMe SSD to PCIe 3.0 x4 Adaptor MB987M2P-2B (Internal, W/ Heatsink) διαθέτουν την ευμεγέθη αλουμινένια ψύκτρα που είδαμε, η οποία δείχνει παραπάνω από ικανή να ψύξει αποτελεσματικά ακόμα και τον πιο απαιτητικό SSD. 56,3 γραμμάρια αλουμίνιο (χωρίς το thermal pad), είναι σίγουρα παραπάνω από αρκετά. Και φυσικά, το πακέτο περιλαμβάνει τα thermal pads, για την καλή θερμική σύζευξη των επιφανειών. Στο πίσω μέρος, η ψύξη γίνεται με την κυκλοφορία του αέρα, μέσω του μεγάλου cut out. Λειτουργία Οι Icy Dock EZConvert EX M.2 NVMe SSD to PCIe 3.0 x4 Adaptor MB987M2P-B (W/O heatsink) και Icy Dock EZConvert EX M.2 NVMe SSD to PCIe 3.0 x4 Adaptor MB987M2P-B (W/O heatsink) διαθέτουν LED στο πίσω μέρος που παραμένει αναμμένο όταν υπάρχει εγκατεστημένος SSD στον adaptor, σβηστό όταν δεν υπάρχει, ενώ αναβοσβήνει όταν υπάρχει εγκατεστημένος SSD και διενεργείται μεταφορά δεδομένων. Ο Icy Dock EZConvert EX Pro M.2 NVMe SSD to PCIe 3.0 x4 Adaptor MB987M2P-2B (Internal, W/ Heatsink) δε διαθέτει αντίστοιχο ενδεικτικό LED, καθώς δεν έχει λαμάκι στο πίσω μέρος. Θα μπορούσε όμως να είχε κάπου ένα LED, καθώς πολλά κουτιά έχουν παράθυρο στο πλάι. Οι Icy Dock EZConvert EX M.2 NVMe SSD to PCIe 3.0 x4 Adaptor MB987M2P-B (W/O heatsink) και Icy Dock EZConvert EX Pro M.2 NVMe SSD to PCIe 3.0 x4 Adaptor MB987M2P-1B (W/ Heatsink), εκτός από το ενδεικτικό LED στο πίσω μέρος, έχουν και header με 2 pins στο εμπρός μέρος, όπου μπορεί να συνδεθεί το LED ένδειξης λειτουργίας του drive της θήκης του υπολογιστή. Δυστυχώς, ο Icy Dock EZConvert EX Pro M.2 NVMe SSD to PCIe 3.0 x4 Adaptor MB987M2P-2B (Internal, W/ Heatsink) δε διαθέτει αντίστοιχο header, κάτι που θεωρώ παράλειψη, καθώς δεν παίζει κανένα ρόλο το γεγονός ότι δε διαθέτει λαμάκι στο πίσω μέρος. PCB Στην παρακάτω εικόνα βλέπουμε το PCB του Icy Dock EZConvert EX M.2 NVMe SSD to PCIe 3.0 x4 Adaptor MB987M2P-B (W/O heatsink) καθώς και του Icy Dock EZConvert EX Pro M.2 NVMe SSD to PCIe 3.0 x4 Adaptor MB987M2P-1B (W/ Heatsink), που όπως έχουμε πει είναι ακριβώς ίδιοι adaptors, με μόνη διαφορά την αλουμινένια ψύκτρα. Το κύκλωμα είναι ιδιαίτερα απλό καθώς η θύρα M.2 είναι εδώ απλά μια εναλλακτική θύρα με pin to pin αντιστοιχία, όσον αφορά τα data, με την θύρα PCIe στην οποία κουμπώνει o adaptor. Τι γίνεται όμως με την τροφοδοσία; Για το σκοπό αυτό, υπάρχει το κύκλωμα. Διακρίνουμε 2 chips: To P4015SS, στα αριστερά που είναι ένα τύπου P MOSFET και το MT3905, στα δεξιά, που είναι ένας Step Down Converter. Μαζί με το πηνίο, που βλέπουμε κοντά στο MT3905, τα 2 αυτά chips αναλαμβάνουν τη μετατροπή των 12V που παίρνει ο adaptor από την υποδοχή PCIe σε 3.3V που οφείλει να παρέχει η θύρα M.2 στον εγκατεστημένο σε αυτήν SSD. Παρόμοιο είναι και το PCB του Icy Dock EZConvert EX Pro M.2 NVMe SSD to PCIe 3.0 x4 Adaptor MB987M2P-2B (Internal, W/ Heatsink), με τα ίδια βασικά στοιχεία, αλλά ελαφρώς πιο απλό, καθώς δεν περιλαμβάνει ενδεικτικό LED ή έξοδο για το αντίστοιχο header. Τεχνικά Χαρακτηριστικά Στους παρακάτω πίνακες βλέπουμε τα τεχνικά χαρακτηριστικά των Icy Dock M.2 NVMe SSD to PCIe 3.0 x4 Adaptors. Βλέπουμε ότι οι διαφορές έγκεινται στις διαστάσεις και το βάρος. Οι Icy Dock M.2 NVMe SSD to PCIe 3.0 x4 Adaptors καλύπτονται από τριετή εγγύηση. Σημαντικό στοιχείο είναι ότι όλοι οι Icy Dock M.2 NVMe SSD to PCIe 3.0 x4 Adaptors υποστηρίζουν PCIe 3.0 x4. Συνεπώς δεν έχουν πιστοποιηθεί για χρήση με PCIe 4.0. Εν τούτοις, εμείς τους δοκιμάσαμε με τον Corsair Force Series Gen.4 PCIe MP600 Pro 2TB σε μητρική Gigabyte AORUS X570 Pro και ο SSD λειτούργησε κανονικά, σε σύνδεση και ταχύτητες PCIe 4.0, για αρκετές ημέρες. Είναι αυτονόητο ότι δεν μπορούμε να εγγυηθούμε ότι αυτό θα συμβεί με όλους τους PCIe 4.0 SSDs και όλες τις PCI 4.0 μητρικές, αλλά είναι ενδεικτικό ότι τελικά μπορεί το μόνο που λείπει από τους Icy Dock M.2 NVMe SSD to PCIe 3.0 x4 Adaptors για να χαρακτηριστούν συμβατοί με PCIe 4.0 είναι περισσότερες δοκιμές και οι πιστοποιήσεις. Συμπεράσματα και βαθμολογία Οι Icy Dock M.2 NVMe SSD to PCIe 3.0 x4 Adaptors είναι μια σειρά από 3 adaptors που τοποθετούνται σε θύρα PCIe 3.0 x4 και παρέχουν θύρα M.2 που υποστηρίζει κάθε PCIe NVME ή AHCI SSD. O Icy Dock EZConvert EX M.2 NVMe SSD to PCIe 3.0 x4 Adaptor MB987M2P-B (W/O heatsink) διαθέτει λαμάκι στήριξης, ενσωματωμένο LED ένδειξης λειτουργίας και header με 2 pins για σύνδεση του ενδεικτικού LED λειτουργίας του drive που διαθέτει η θήκη του υπολογιστή. Δεν απαιτεί εργαλεία για την τοποθέτηση του SSD και η ψύξη του SSD βασίζεται στην αρχιτεκτονική ανοικτού αέρα ή σε τυχόν ψύκτρα που φέρει ο ίδιος ο SSD. O Icy Dock EZConvert EX Pro M.2 NVMe SSD to PCIe 3.0 x4 Adaptor MB987M2P-1B (W/ Heatsink) διαθέτει λαμάκι στήριξης, ενσωματωμένο LED ένδειξης λειτουργίας και header με 2 pins για σύνδεση του ενδεικτικού LED λειτουργίας του drive που διαθέτει η θήκη του υπολογιστή. Δεν απαιτεί εργαλεία για την τοποθέτηση του SSD και η ψύξη του SSD βασίζεται σε μία ευμεγέθη αλουμινένια ψύκτρα που κουμπώνει επίσης χωρίς χρήση εργαλείων. Ο Icy Dock EZConvert EX Pro M.2 NVMe SSD to PCIe 3.0 x4 Adaptor MB987M2P-2B (Internal, W/ Heatsink) δε διαθέτει λαμάκι στήριξης αλλά στηρίζεται αποκλειστικά στη θύρα PCIe που καταλαμβάνει, χάρη στο πλήρους μεγέθους x16 βύσμα που διαθέτει. Σε αντίθεση με τα άλλα 2 μοντέλα, δε διαθέτει ενσωματωμένο LED ένδειξης λειτουργίας ούτε και header με 2 pins για σύνδεση του ενδεικτικού LED λειτουργίας του drive που διαθέτει η θήκη του υπολογιστή. Δεν απαιτεί εργαλεία για την τοποθέτηση του SSD και η ψύξη του SSD βασίζεται σε μία ευμεγέθη αλουμινένια ψύκτρα που κουμπώνει επίσης χωρίς χρήση εργαλείων. Η ποιότητα κατασκευής των Icy Dock M.2 NVMe SSD to PCIe 3.0 x4 Adaptors είναι εξαιρετική και πολύ καλά μελετημένη. Η τοποθέτηση του SSD είναι τόσο εύκολη που είναι πραγματική ευχαρίστηση! Η δε ψύκτρα, για τα μοντέλα που τη διαθέτουν, είναι καλοσχεδιασμένη και ευμεγέθης και τα 56,3γρ της μάζας της εγγυόνται πολύ καλή ψύξη. Όλα αυτά φυσικά έρχονται και με το σχετικό κόστος. Έτσι οι κατώτατες τιμές (με ΦΠΑ) που εντοπίσαμε στην Ελληνική αγορά καθώς και οι επίσημες τιμές MSRP είναι: Icy Dock EZConvert EX M.2 NVMe SSD to PCIe 3.0 x4 Adaptor MB987M2P-B (W/O heatsink): 23,80€ (MSRP 26,99€) Icy Dock EZConvert EX Pro M.2 NVMe SSD to PCIe 3.0 x4 Adaptor MB987M2P-1B (W/ Heatsink): Δεν εντοπίστηκε σε κάποιο κατάστημα. (MSRP 32,99€) Icy Dock EZConvert EX Pro M.2 NVMe SSD to PCIe 3.0 x4 Adaptor MB987M2P-2B (Internal, W/ Heatsink): 28,80€ (MSRP 29,99€) Σίγουρα υπάρχουν λύσεις από την Κινέζικη αγορά με το μισό ή λιγότερο κόστος, αλλά σε καμία περίπτωση δε διαθέτουν εφάμιλλη, ούτε καν παραπλήσια ποιότητα κατασκευής. Ας συνοψίσουμε τα πλεονεκτήματα και τα μειονεκτήματα των Icy Dock M.2 NVMe SSD to PCIe 3.0 x4 Adaptors: Πλεονεκτήματα + Εξαιρετική ποιότητα κατασκευής + 3ετής εγγύηση + Εύκολη και χωρίς εργαλεία εγκατάσταση του drive + Υποστήριξη οποιουδήποτε μεγέθους drive + Ενδεικτικό LED και header με 2 pins για τη σύνδεση του αντίστοιχου LED της θήκης του υπολογιστή στα 2 από τα 3 μοντέλα + Λαμάκι στήριξης ύψους 120 χιλιοστών αλλά και υποστήριξη για λαμάκι ύψους 80 χιλιοστών στα 2 από τα 3 μοντέλα + Πολύ καλή ψύξη του drive με ευμεγέθη, αλουμινένια ψύκτρα στα 2 από τα 3 μοντέλα + Παρά τη μη πιστοποίηση, λειτούργησαν απροβλημάτιστα κατά τις δοκιμές μας σε σύνδεση και ταχύτητες PCIe 4.0 Μειονεκτήματα - Απουσία ενδεικτικού LED και header με 2 pins για τη σύνδεση του αντίστοιχου LED της θήκης του υπολογιστή στο μοντέλο Icy Dock EZConvert EX Pro M.2 NVMe SSD to PCIe 3.0 x4 Adaptor MB987M2P-2B (Internal, W/ Heatsink) Με βάση τα παραπάνω, η συνολική βαθμολογία των Icy Dock M.2 NVMe SSD to PCIe 3.0 x4 Adaptors είναι:  TheLAB.GR Ευχαριστούμε θερμά την Icy Dock για την παραχώρηση των δειγμάτων της δοκιμής. Πολύμερος Αχανιώτης 11/06/2021
  14. Εισαγωγή Το ποντίκι είναι ένα από τα 3 απαραίτητα περιφερειακά κάθε υπολογιστή και ως εκ τούτου ένα από τα πιο διαδεδομένα. Συνεπώς είναι αυτονόητο ότι κυκλοφορούν ποντίκια για όλες τις απαιτήσεις και όλα τα βαλάντια. Η Corsair διαθέτει μια πληθώρα μοντέλων αλλά αυτό που έλειπε ήταν ένα απλό, ασύρματο ποντίκι με καλά χαρακτηριστικά, μεγάλη διάρκεια μπαταρίας και λογικό κόστος. Αυτό το κενό έρχεται να καλύψει το Corsair Katar Pro Wireless Mouse που σας παρουσιάζουμε σήμερα. Όταν λέμε απλό, δεν εννοούμε και απλοϊκό, καθώς το Corsair Katar Pro Wireless Mouse διαθέτει sub 1ms Slipstream τεχνολογία ασύρματης διασύνδεσης και τον οπτικό αισθητήρα PMW3325 της PixArt με ανάλυση 10.000DPI, χαρακτηριστικά που το καθιστούν ικανό να αντεπεξέλθει σε αρκετά σενάρια απαιτητικού gaming, ενώ παράλληλα να μη χρειάζεται τη συχνή φόρτιση που απαιτούν τα ποντίκια που είναι σχεδιασμένα αποκλειστικά για gaming και φέρουν πληθώρα φωτισμών RGB. Ακολουθήστε μας λοιπόν στη συνέχεια αυτής της παρουσίασης για να δείτε ένα ποντίκι ιδανικό για καθημερινή χρήση γραφείου, περιήγησης και multimedia αλλά παράλληλα ικανό για gaming, χωρίς ιδιαίτερες παραχωρήσεις. Φωτογράφιση Το Corsair Katar Pro Wireless Mouse έρχεται στη γνωστή κιτρινόμαυρη συσκευασία της εταιρίας η οποία φέρει φωτογραφίες και πληροφορίες για το προϊόν. Εντός της συσκευασίας βρίσκουμε το φυλλάδιο με τις πληροφορίες ασφαλείας, τον οδηγό χρήσης και το φυλλάδιο με τις πληροφορίες σχετικά με την εγγύηση. Το ίδιο το προϊόν έρχεται προστατευμένο όπως βλέπετε παρακάτω, με μοναδικό παρελκόμενο μια αλκαλική μπαταρία AA. Η μπαταρία είναι γνωστής μάρκας και καλής ποιότητας. Το Corsair Katar Pro Wireless Mouse είναι κλασσικού σχεδιασμού, ιδανικό για claw και fingertip grip. Διαθέτει 6 πλήρως προγραμματιζόμενα πλήκτρα, τα 4 στο επάνω μέρος και τα 2 στο αριστερό: Επάνω μέρος: Αριστερό βασικό πλήκτρο Δεξί βασικό πλήκτρο Πλήκτρο στη ρόδα κύλισης Πλήκτρο επιλογής DPI πίσω από τη ρόδα κύλισης (που φέρει και ενδεικτικό LED) Αριστερό μέρος: Forward πλήκτρο στο εμπρός μέρος του αντίχειρα (για δεξιόχειρες) Back πλήκτρο στο πίσω μέρος του αντίχειρα (για δεξιόχειρες) Διαθέτει επίσης ενδεικτικό LED πίσω από το πλήκτρο επιλογής DPI, που είναι και το μοναδικό φωτιζόμενο τμήμα του. Ο συμμετρικός σχεδιασμός κάνει τη χρήση του από αριστερόχειρες εφικτή, αλλά τα πλήκτρα Forward και Back θα πρέπει να πιέζονται με το μικρό δάχτυλο αντί με τον αντίχειρα, κάτι που δεν είναι εύκολο ή ιδανικό. Το ποντίκι δε φέρει θύρα φόρτισης ή ενσύρματης σύνδεσης, καθώς όπως είδαμε έρχεται με αλκαλική μπαταρία μίας χρήσης. Στο κάτω μέρος του φέρει το διακόπτη λειτουργίας που έχει 3 θέσεις. Off, Slipstream (2,4GHz) με χρήση του δέκτη και Bluetooth. Φέρει επίσης 2 ευμεγέθεις επιφάνειες ολίσθησης από PTFE στο εμπρός και πίσω μέρος. Το επάνω μέρος του Corsair Katar Pro Wireless Mouse, πίσω από τα βασικά πλήκτρα, είναι αφαιρούμενο με σύρσιμο προς τα πίσω και αποκαλύπτει την υποδοχή για τη μπαταρία AA και τον δέκτη Slipstream στην ειδική του θήκη, κάτι πολύ βολικό για τη μεταφορά του ποντικιού. Ο δέκτης είναι μικροσκοπικός και ιδανικός για να παραμένει πάνω σε κάποιο laptop χωρίς κίνδυνο βλάβης στο δέκτη ή τη θύρα USB. Η τοποθέτηση της μπαταρίας είναι ιδιαίτερα απλή και γίνεται με το θετικό πόλο προς τα πίσω. Τεχνικά Χαρακτηριστικά Τα τεχνικά χαρακτηριστικά του Corsair Katar Pro Wireless Mouse, όπως μας τα έδωσε η κατασκευάστρια εταιρεία, φαίνονται στον παρακάτω πίνακα. Όπως βλέπετε, το Corsair Katar Pro Wireless Mouse υποστηρίζει τόσο σύνδεση στα 2,4GHz με τεχνολογία Slipstream και χρόνο απόκρισης κάτω του 1ms, όσο και σύνδεση μέσω Bluetooth. Φέρει τον οπτικό αισθητήρα PMW3325 της PixArt που υποστηρίζει αναλύσεις από 200 έως και 10.000DPI σε βήματα των 100DPI. Το βάρος του, σύμφωνα με την εταιρεία, είναι 96g με την μπαταρία. Εμείς μετρήσαμε 97,2g με την παρεχόμενη μπαταρία, 74g χωρίς μπαταρία και 100,2g με μια λευκή Eneloop AA. Ο χρόνος λειτουργίας μέσω Slipstream μπορεί να φτάσει έως και τις 135 ώρες. Το προϊόν συνοδεύεται από διετή εγγύηση και η προτεινόμενη τιμή του στις ΗΠΑ είναι τα $39,99 ενώ στην Ευρωπαϊκή Ένωση, όπου προφανώς πληρώνουμε φόρο πολιτισμού, είναι τα €49,99 συμπεριλαμβανομένου του ΦΠΑ. Ποιότητα Κατασκευής Η ποιότητα κατασκευής του Corsair Katar Pro Wireless Mouse είναι αυτή που περιμένουμε από την Corsair, με καλά υλικά και άριστη συναρμογή. Τα πλήκτρα ανταποκρίνονται άριστα και η ρόδα κύλισης λειτουργεί ομαλά. Συνδεσιμότητα Το Corsair Katar Pro Wireless Mouse έχει 2 τρόπους σύνδεσης: Μέσω του δέκτη, με τεχνολογία Slipstream 2,4GHz, που σηματοδοτείται με λευκό χρώμα στο ενδεικτικό LED Μέσω Bluetooth 4.2, που σηματοδοτείται με μπλε χρώμα στο ενδεικτικό LED Η τεχνολογία Slipstream υπόσχεται ταχύτερη ανταπόκριση από τον ανταγωνισμό, ενώ η λειτουργιά Bluetooth κάνει εφικτή τη χρήση του ποντικιού και με μια δεύτερη συσκευή, όπως tablet, smartphone, smart TV κλπ, χωρίς τη χρήση του δέκτη. Η σύνδεση μέσω Bluetooth υποστηρίζει Polling Rate στα 250Hz (4ms). Λειτουργικότητα Η λειτουργικότητα του Corsair Katar Pro Wireless Mouse καθορίζεται εν πολλοίς από την απλότητα του σχεδιασμού του. Το ποντίκι είναι μέσου μεγέθους και ξεκούραστο στη χρήση. Τα πλήκτρα είναι τοποθετημένα σωστά και ανταποκρίνονται απροβλημάτιστα. Η χρήση μπαταρίας AA προσφέρει το πλεονέκτημα ότι δε χρειάζεται να συνδεθεί το ποντίκι με καλώδιο για να φορτίσει. Προσωπικά, μου αρέσει πολύ να χρησιμοποιώ τέτοια ποντίκια με 2 επαναφορτιζόμενες μπαταρίες, έτσι ώστε όταν αδειάσει η μπαταρία, να την αντικαθιστώ και να συνεχίζω απρόσκοπτα, ενώ τη φορτίζω για να είναι έτοιμη για την επόμενη αλλαγή. Αυτό το σενάριο μου αρέσει πολύ περισσότερο από τις μη αφαιρούμενες μπαταρίες Λιθίου που φέρουν τα περισσότερα ασύρματα ποντίκια και που απαιτούν συχνή φόρτιση με καλώδιο συνδεδεμένο στο ποντίκι. Ενδιαφέρον από πλευράς λειτουργικότητας παρουσιάζει το μοναδικό ενδεικτικό LED πίσω από το πλήκτρο επιλογής των DPI, το οποίο επιτελεί πολλαπλούς ρόλους: Οι επιλογές Performance Mode και Power Saving Mode μπορεί να ενεργοποιηθούν είτε μέσω του λογισμικού Corsair iCUE, είτε μέσω του εικονιδίου του Corsair iCUE στο system tray, είτε απ' ευθείας στο ποντίκι ως εξής: Απενεργοποιούμε το ποντίκι. Κρατάμε πατημένο το πλήκτρο της ρόδας κύλισης. Ενεργοποιούμε το ποντίκι σε οποιαδήποτε επιλογή σύνδεσης. Αφήνουμε το πλήκτρο της ρόδας κύλισης. Το mode έχει αλλάξει και το χρώμα του ενδεικτικού LED δείχνει σε ποιο mode βρισκόμαστε. Το Performance Mode συνίσταται για gaming και έχει τις εξής προεπιλογές: 1000Hz report rate. Θέτει τη συσκευή σε λειτουργία εξοικονόμησης ενέργειας μετά από 2 λεπτά απραξίας. Το Power Saving Mode συνίσταται για χρήση εκτός gaming ή όταν η μπαταρία είναι σε χαμηλό επίπεδο και έχει τις εξής προεπιλογές: 125Hz report rate. Θέτει τη συσκευή σε λειτουργία εξοικονόμησης ενέργειας μετά από 10 δευτερόλεπτα απραξίας. Ένα στοιχείο που λείπει από το Corsair Katar Pro Wireless Mouse είναι τα προγραμματιζόμενα onboard profiles. Αποτέλεσμα αυτού είναι ότι το ποντίκι μπορεί να παραμετροποιηθεί αποκλειστικά και μόνο με τη χρήση του λογισμικού iCUE και συνεπώς μόνο σε σύνδεση μέσω του δέκτη Slipstream 2,4GHz. Σε σύνδεση με Slipstream χωρίς το λογισμικό ή σε σύνδεση Bluetooth που δεν υποστηρίζεται από το λογισμικό, δεν μπορούν να παραμετροποιηθούν ούτε οι λειτουργίες των πλήκτρων, ούτε οι 3 επιλογές για την ανάλυση του αισθητήρα, οι οποίες είναι 800, 1500 και 3000 DPI. iCUE Το λογισμικό της Corsair για τον έλεγχο όλων τον συσκευών της ονομάζεται Corsair iCUE και προσφέρει εύκολη και λεπτομερή παραμετροποίηση και πλήρη έλεγχο της κάθε συσκευής. Ανοίγοντας το Corsair iCUE βλέπουμε αριστερά το επιλεγμένο προφίλ και δεξιά τις συνδεδεμένες υποστηριζόμενες συσκευές. Επιλέγουμε το Corsair Katar Pro Wireless και βλέπουμε στα αριστερά, κάτω από τα προφίλ, ένα μενού με 3 επιλογές, ενώ δεξιά βλέπουμε μια αναπαράσταση της συσκευής, με τη λίστα των 6 πλήκτρων, με το αριστερο κλικ να είναι παρόν αλλά ανενεργό και συνεπώς μη προγραμματιζόμενο και τα υπόλοιπα 5 να είναι πλήρως προγραμματιζόμενα πλήκτρα. Η πρώτη επιλογή είναι τα ACTIONS όπου μπορούμε να προγραμματίσουμε μια πληθώρα λειτουργιών και να την αντιστοιχίσουμε σε οποιοδήποτε από τα πλήκτρα. Αποθηκεύοντας κάποιο ACTION στη σχετική βιβλιοθήκη ACTIONS LIBRARY, μπορούμε να το βρίσκουμε διαθέσιμο εκεί προς χρήση και σε άλλες μας συμβατές συσκευές. Η δεύτερη επιλογή στην λίστα στα αριστερά είναι το DPI, από όπου μπορούμε να επιλέξουμε σε πόσα DPI θα αντιστοιχεί το κάθε ένα από τα 3 DPI modes, με τι χρώμα θα σηματοδοτείται, ποιο θα είναι το προεπιλεγμένο, αν θα είναι ενεργά και επιλέξιμα το κάθε ένα από τα υπόλοιπα 2 καθώς και τη ρύθμιση του Sniper DPI, το οποίο μπορεί να αντιστοιχιστεί σε οποιοδήποτε από τα προγραμματιζόμενα πλήκτρα, μέσω του μενού ACTIONS. Η τρίτη και τελευταία επιλογή είναι το μενού PERFORMACE, το οποίο περιέχει μόνο τη δυνατότητα ενεργοποίησης και επιλογής της έντασης του Enhanced Pointer Precision. Το Dashboard του Corsair iCUE το έχουμε δει και στο παρελθόν. Περιέχει πληροφορίες για τις συσκευές μας. Το Instant Lighting καθορίζει με ένα κλικ ένα από τα 11 διαθέσιμα στατικά χρώματα φωτισμού σε όλες τις συνδεδεμένες συσκευές που το υποστηρίζουν, ή και απενεργοποίηση του φωτισμού. Η λειτουργία αυτή δεν επηρεάζει το Corsair Katar Pro Wireless. Το μενού των ρυθμίσεων του Corsair iCUE χωρίζεται σε 2 μέρη. Το επάνω μέρος αφορά τις συσκευές και το κάτω μέρος το ίδιο το λογισμικό. Εδώ βλέπουμε στο επάνω μέρος επιλεγμένο το Corsair Katar Pro Wireless . Οι επιλογές είναι σαφείς: To Dongle Polling Rate μπορεί θα ρυθμιστεί σε 4 προεπιλεγμένα επίπεδα. Στο κάτω μέρος έχουμε 4 καρτέλες. Την καρτέλα General... Την καρτέλα OSD (On Screen Display)... Την καρτέλα Dahsboard... Και την καρτέλα Sensor Logging... Από το μενού του Corsair iCUE στο system tray, μπορούμε να ενεργοποιήσουμε το iCUE Space και την ένδειξη του επιπέδου της μπαταρίας στο system tray για την κάθε συσκευή που το υποστηρίζει. Μπορούμε επίσης να αλλάξουμε μεταξύ Performance Mode και Power Saving Mode για το Corsair Katar Pro Wireless Mouse. Το iCUE Space μας δείχνει τις ίδιες πληροφορίες με το Dashboard, αλλά κάθεται στο δεξί μέρος του desktop μας, ακόμα και με το Corsair iCUE στο παρασκήνιο. Όπως είδαμε, το Corsair iCUE προσθέτει σημαντική αξία στο Corsair Katar Pro Wireless Mouse, μέσω των δυνατοτήτων εκτεταμένης παραμετροποίησης. Μετρήσεις Οι μετρήσεις έγιναν με τη χρήση του Corsair MM250 Champion Series Mouse Pad – X-Large και το λογισμικό Enotus Mouse Test v0.1.4, τόσο με σύνδεση Slipstream 2,4 GHz όσο και με σύνδεση Bluetooth. Όσον αφορά τη σύνδεση Slipstream, μετρήθηκε το Polling Speed, το Precision και το Smoothness σε αναλύσεις 400, 800, 1600, 4000, 8000 και 10.000DPI. Τα αποτελέσματα των μετρήσεων φαίνονται παρακάτω. Σε σύνδεση Bluetooth, οι μόνες επιλογές είναι, όπως είπαμε, τα 800, 1500 και 3000DPI, καθώς το Corsair Katar Pro Wireless Mouse δεν υποστηρίζει προγραμματιζόμενα onboard προφίλ, ούτε και υποστηρίζεται από το Corsair iCUE σε σύνδεση Bluetooth. Καθώς όμως το Enotus Mouse Test v0.1.4 δεν υποστηρίζει τις αναλύσεις των 1500 και 3000DPI, ήταν εφικτή μόνο η μέτρηση στα 800DPI. Ας δούμε συγκεντρωτικά τα αποτελέσματα των παραπάνω μετρήσεων. Όπως είναι αναμενόμενο, η σύνδεση μέσω Slipstream υπερτερεί της σύνδεσης μέσω Bluetooth σε όλες τις μετρήσεις. Ας δούμε τώρα τα αποτελέσματα του Corsair Katar Pro Wireless Mouse σε σύγκριση με άλλα ποντίκια, σε σύνδεση στα 2,4GHz. Το Polling Speed βρίσκεται κοντά στα 1000Hz σε όλες τις μετρήσεις, όπως και στα περισσότερα σύγχρονα ποντίκια της Corsair, εκτός από το Dark Core RGB Pro SE, που υποστηρίζει και 2000Hz και το παλαιότερο Dark Core, που δεν κάνει χρήση της τεχνολογίας Slipstream και βρίσκεται λίγο χαμηλότερα. Στο Precision, το σημαντικά οικονομικότερο από τα υπόλοιπα ποντίκια που δοκιμάστηκαν Corsair Katar Pro Wireless Mouse, δεν έχει τίποτα να ζηλέψει. Στο Smoothness, ο χαμηλότερης ανάλυσης αισθητήρας του, φαίνεται να του δίνει το πλεονέκτημα. Ας δούμε και πώς τα πήγε σε σχέση με τον ανταγωνισμό και σε σύνδεση Bluetooth, έστω και μόνο στην ανάλυση των 800DPI. Στο Polling Speed είχε τα ίδια αποτελέσματα με το Dark Core RGB Pro SE, κοντά στα 250Hz. Στο Precision υπολείπεται ελαφρώς των υπολοίπων. Ενώ στο Smoothness εξακολουθεί να έχει το πλεονέκτημα. Συνολικά, το Corsair Katar Pro Wireless Mouse τα πήγε εξαιρετικά στις μετρήσεις, αφού στάθηκε αντάξια ανάμεσα σε πολύ ακριβότερες επιλογές. Εμπειρία Χρήσης Η εμπειρία χρήσης του Corsair Katar Pro Wireless Mouse έχει υπάρξει έως τώρα, απροβλημάτιστη. Και λέω "έως τώρα", γιατί εκτός από απροβλημάτιστη έχει υπάρξει και ιδιαίτερα σύντομη, καθώς παρέλαβα το δείγμα μόλις το απόγευμα στις 2/10/2020, με την κυκλοφορία του προϊόντος - και του παρόντος review - στις 6/10/2020. Συνεπώς δεν μπορώ να πω πολλά για τη διάρκεια της μπαταρίας, εκτός του ότι η λευκή Eneloop AA δεν έχει χρειαστεί ακόμα φόρτιση, με φυσιολογική, καθημερινή χρήση. Γνωρίζω όμως από εμπειρία ότι η αλλαγή των μπαταριών, επαναφορτιζομένων ή μη, με βολεύει πολύ περισσότερο από τη σύνδεση καλωδίου στο ποντίκι για φόρτιση. Η κύλιση είναι ομαλή και η ασύρματη σύνδεση, είτε με Slipstream είτε με Bluetooth, λειτούργησε χωρίς διακοπές ή προβλήματα. Το Corsair Katar Pro Wireless Mouse ανταποκρίνεται με ακρίβεια και ομαλότητα, είτε χρησιμοποιείται πάνω στο mouse pad, είτε πάνω στην αρκετά γυαλιστερή επιφάνεια του τραπεζιού, είτε στο μπράτσο του καναπέ, είτε στο πόδι μου. Τα πλήκτρα έχουν θετική ανταπόκριση και σαφές feedback, αλλά θα ήθελα 2 ακόμη πλήκτρα στο δεξί πλάι. Με τον τρόπο αυτό το Corsair Katar Pro Wireless Mouse θα ήταν πραγματικά αμφιδέξιο, ενώ τα 2 πλήκτρα που δεν αντιστοιχούν στον αντίχειρα, μπορούν να χρησιμοποιούνται για λιγότερο συχνές εργασίες. Συνολικά, η εμπειρία χρήσης του Corsair Katar Pro Wireless Mouse, αν και σύντομη, υπήρξε μόνο θετική. Επίλογος Το Corsair Katar Pro Wireless Mouse είναι ένα ποντίκι κλασσικού σχεδιασμού με 6 συνολικά, πλήρως προγραμματιζόμενα πλήκτρα, μέσω του Corsair iCUE, και τεχνολογία διασύνδεσης τόσο Slipstream 2,4GHz, όσο και Bluetooth. Φέρει τον οπτικό αισθητήρα PMW3325 της PixArt με ανάλυση 10.000DPI, που σε συνδυασμό με την τεχνολογία sub 1ms Slipstream, του επέτρεψε να ανταγωνιστεί επάξια με ακριβότερα ποντίκια. Ο σχεδιασμός του είναι αμφιδέξιος και αν διέθετε 2 πλαϊνά πλήκτρα και στη δεξιά πλευρά του θα ήταν απόλυτα συμμετρικό, ενώ τα επιπλέον πλήκτρα θα προσέδιδαν πρόσθετη λειτουργικότητα. Δε διαθέτει φωτισμό, εκτός από το ενδεικτικό RGB LED πολλαπλών λειτουργιών, αλλά το γεγονός αυτό, σε συνδυασμό με τη χρήση μπαταρίας AA, του επιτρέπει να έχει ιδιαίτερα καλή διάρκεια μπαταρίας, που σύμφωνα με την Corsair μπορεί να φτάσει έως και τις 135 ώρες χρήσης. Επιπλέον, η χρήση μπαταρίας AA επιτρέπει την επιλογή τόσο επαναφορτιζομένων μπαταριών όσο και μίας χρήσης. Η κύλιση που προσφέρει ο οπτικός αισθητήρας της PixArt είναι ομαλή και ακριβής, σε κάθε επιφάνεια που το δοκίμασα, από το Corsair MM250 Champion Series Mouse Pad – X-Large όπου έγιναν οι μετρήσεις, έως στο μπράτσο του καναπέ και στο πόδι μου. Τα πλήκτρα έχουν θετική ανταπόκριση και σαφές feedback. Το μόνο αρνητικό είναι ότι το Corsair Katar Pro Wireless Mouse δε διαθέτει προγραμματιζόμενα onboard profiles. Αποτέλεσμα αυτού είναι ότι το ποντίκι μπορεί να παραμετροποιηθεί αποκλειστικά και μόνο με τη χρήση του λογισμικού iCUE και συνεπώς μόνο σε σύνδεση μέσω του δέκτη Slipstream 2,4GHz. Σε σύνδεση με Slipstream χωρίς το λογισμικό ή σε σύνδεση Bluetooth που δεν υποστηρίζεται από το λογισμικό, δεν μπορούν να παραμετροποιηθούν ούτε οι λειτουργίες των πλήκτρων, ούτε οι 3 επιλογές για την ανάλυση του αισθητήρα, οι οποίες είναι 800, 1500 και 3000 DPI. Η προτεινόμενη τιμή λιανικής του Corsair Katar Pro Wireless Mouse είναι τα €49,99 συμπεριλαμβανομένου του ΦΠΑ. Θεωρώ ότι, αν και το προϊόν είναι αξιόλογο, στο κόστος αυτό θα μπορούσε και θα έπρεπε να περιλαμβάνει λειτουργία τουλάχιστον ενός προγραμματιζόμενου onboard προφίλ. Ως έχει, βρίσκω την προτεινόμενη τιμή για τις ΗΠΑ πιο σωστή, καθώς βρίσκεται στα $39,99 συμπεριλαμβανομένων των φόρων. Τώρα το γιατί το ίδιο προϊόν πωλείται σημαντικά ακριβότερα στην Ευρώπη από ότι στις ΗΠΑ, αυτό είναι θέμα διεθνούς πολιτικής και πολιτικών και δεν αφορά την παρούσα παρουσίαση. Παράλληλα με το Corsair Katar Pro Wireless Mouse, κυκλοφορεί και το Corsair Katar Pro Mouse το οποίο είναι οπτικά ίδιο, εκτός του ότι δεν έχει το ενδεικτικό LED πίσω από το πλήκτρο επιλογής DPI και έχει το φωτισμό στα πλαϊνά της ρόδας κύλισης. Η βασική του διαφορά είναι ότι δεν είναι ασύρματο και ως εκ τούτου, είναι οικονομικότερο. Χρησιμοποιεί όμως και διαφορετικό αισθητήρα, μεγαλύτερης ανάλυσης, οπότε οι επιδόσεις του είναι διαφορετικές. Ας συνοψίσουμε τα πλεονεκτήματα και τα μειονεκτήματα του Corsair Katar Pro Wireless Mouse: Πλεονεκτήματα + Συνδεσιμότητα τόσο μέσω sub 1ms Slipstream 2,4GHz όσο και μέσω Bluetooth + 5 πλήρως προγραμματιζόμενα πλήκτρα, από τα συνολικά 6, μέσω του λογισμικού iCUE + Οπτικός αισθητήρας PMW3325 της PixArt με ανάλυση από 200 έως 10.000DPI με δυνατότητα ρύθμισης ανά 100DPI + Βάρος μόλις 74 γραμμάρια, χωρίς τη μπαταρία + Ανταπόκριση σε κάθε επιφάνεια + Αμφιδέξιος σχεδιασμός, εκτός από τα 2 πλαϊνά πλήκτρα Μειονεκτήματα - Απουσία προγραμματιζόμενων onboard profiles Με βάση τα παραπάνω, η βαθμολογία του Corsair Katar Pro Wireless Mouse είναι:  TheLAB.GR Ευχαριστούμε θερμά την Corsair για την παραχώρηση του δείγματος της δοκιμής. Πολύμερος Αχανιώτης 06/10/2020
  15. Εισαγωγή Τα τελευταία χρόνια, οι SSD των 2,5 ιντσών αντικαθίστανται όλο και περισσότερο από τους μικρότερους, βολικότερους και χωρίς καλώδια M.2. Παράλληλα, η μεγάλη πλειοψηφία των M.2 SSD έχει εγκαταλείψει το πρωτόκολλο επικοινωνίας AHCI για το πολύ ταχύτερο NVMe, που εκμεταλλεύεται 4 διαύλους PCIe για να επιτύχει εξαιρετικές ταχύτητες επικοινωνίας. Αυτές οι αλλαγές δημιούργησαν την ανάγκη νέων εξωτερικών θηκών για αυτά τα drives, που βασίζονται στο socket Μ.2 και υποστηρίζουν NVMe ενώ παράλληλα συνδέονται με τον υπολογιστή μέσω των νεότερων εκδόσεων του USB έτσι ώστε να εκμεταλλεύονται όσο γίνεται τις μεγάλες ταχύτητες των drives που φιλοξενούν. Η Icy Dock ICYNano MB861U31-1M2B είναι μια τέτοια θήκη, που μπορεί να φιλοξενήσει κάθε τύπου M.2 NVMe SSD και να τον συνδέσει με τον υπολογιστή μέσω USB 3.2 Gen2. Συσκευασία και Περιεχόμενα Η Icy Dock ICYNano MB861U31-1M2B έρχεται σε μια απλή χαρτονένια συσκευασία που στο επάνω μέρος της αναφέρει το μοντέλο και τις βασικές ιδιότητες του προϊόντος. Η θήκη βρίσκεται προστατευμένη σε διάφανο σακουλάκι και μέσα σε πυκνό αφρολέξ ενώ κάτω από αυτό, βρίσκουμε τα παρελκόμενα. Το περιεχόμενο φυλλάδιο δεν έχει κάτι το ιδιαίτερο. Το Manual και το Data Sheet βρίσκονται online, στην ιστοσελίδα της εταιρίας. Ένα κομμάτι θερμοαγώγιμης ταινίας θα εξασφαλίσει τη μεταφορά θερμότητας από το φιλοξενούμενο drive στο αλουμινένιο καπάκι του Icy Dock ICYNano MB861U31-1M2B, φροντίζοντας για την ψύξη του. Τα παρελκόμενα ολοκληρώνονται με 2 κοντά καλώδια, το ένα τύπου USB C σε USB C και το άλλο USB C σε USB A. Έτσι, η θήκη, που έχει υποδοχή USB C, μπορεί να συνδεθεί είτε σε υποδοχή USB C του υπολογιστή, με το ένα καλώδιο, είτε σε υποδοχή USB A, με το άλλο. Και αφού τελειώσαμε με τα παρελκόμενα, ας περάσουμε στην ίδια τη θήκη. Ο σχεδιασμός της είναι απλός και κομψός. Το επάνω μέρος αποτελείται από αλουμίνιο και φέρει στο κέντρο του το λογότυπο της εταιρίας. Το κάτω μέρος είναι πλαστικό και φέρει αυτοκόλλητο με το μοντέλο και τον σειριακό αριθμό. Οι μεγάλες πλαϊνές πλευρές δεν έχουν κάτι ιδιαίτερο, όπως και η μία από τις μικρές. Στην άλλη μικρή πλαϊνή πλευρά βρίσκουμε την υποδοχή USB C και στα δεξιά της μία στρογγυλή οπή από όπου φαίνεται το LED λειτουργίας. Συνδεσιμότητα Η συνδεσιμότητα του Icy Dock ICYNano MB861U31-1M2B βασίζεται στην υποδοχή USB C που είδαμε, η οποία υποστηρίζει πρωτόκολλο USB 3.2 Gen2, στα 10Gbps Καθώς οι αλλεπάλληλες αλλαγές στην ονοματολογία των διαφόρων τύπων USB έχουν καταστήσει το τοπίο ιδιαίτερα ομιχλώδες, παραθέτουμε τον παρακάτω πίνακα για να ξεκαθαρίσουν κάπως τα πράγματα. Η Icy Dock ICYNano MB861U31-1M2B υποστηρίζει το 2ο σε ταχύτητα πρωτόκολλο. Τα 2 παρεχόμενα καλώδια, USB C σε USB C και USB C σε USB A, εξασφαλίζουν τη δυνατότητα σύνδεσης της Icy Dock ICYNano MB861U31-1M2B σε κάθε συσκευή που υποστηρίζει εξωτερικά drives. Εγκατάσταση του Drive Η εγκατάσταση του drive στην Icy Dock ICYNano MB861U31-1M2B είναι πανεύκολη και δεν απαιτεί κανένα εργαλείο. Το επάνω μέρος της θήκης ξεκουμπώνει από το κάτω με ένα απλό τράβηγμα από την άκρη, όπως φαίνεται στην παρακάτω εικόνα. Στη συνέχεια, τοποθετούμε το drive, τη θερμική ταινία και το καπάκι, που λειτουργεί ως ψύκτρα για το drive. Η τοποθέτηση της θερμικής ταινίας είναι απλή και χρειάζεται να γίνει μόνο μία φορά. Η θήκη υποστηρίζει όλα τα μεγέθη M.2 SSD που υπάρχουν, μέχρι και τα enterprise drives των 110 χιλιοστών. Το πιο συνηθισμένο μέγεθος που βρίσκουμε στην αγορά είναι το 2280, μήκους 80 χιλιοστών. Το drive ασφαλίζεται με έναν κυλιόμενο βραχίονα που κουμπώνει στις αντίστοιχες θέσεις ανάλογα με το μήκος του drive και το στηρίζει, χωρίς την ανάγκη χρήσης βίδας. Εδώ βλέπουμε την Icy Dock ICYNano MB861U31-1M2B με τον Corsair Force Series Gen.4 PCIe MP600 Pro 2TB, που είδαμε αναλυτικά σε review προ ολίγων ημερών, εγκατεστημένο εντός αυτής. Το drive είναι το ταχύτερο που έχουμε δοκιμάσει ποτέ, έτσι ώστε να μην αποτελέσει bottleneck σε κανένα σημείο των δοκιμών της θήκης. Είχαμε δει επίσης ότι βασίζεται ιδιαιτέρως στην ψύκτρα με την οποία έρχεται, καθώς χωρίς αυτήν υπερθερμαίνεται, ειδικά κατά τις δοκιμασίες των εγγραφών. Φυσικά, για να τοποθετηθεί στην Icy Dock ICYNano MB861U31-1M2B, η ψύκτρα του drive έπρεπε να αφαιρεθεί. Έτσι, θα δούμε αν η ψύξη που παρέχει η Icy Dock ICYNano MB861U31-1M2B μέσω της επαφής του drive με το αλουμινένιο της καπάκι - με την παρεμβολή της θερμικής ταινίας - είναι επαρκής για ένα σύγχρονο drive. PCB καιController Το PCB της Icy Dock ICYNano MB861U31-1M2B είναι καλής ποιότητας και αρκετά πυκνοκατοικημένο, ενώ διαθέτει τα χαρακτηριστικό μιας σχεδίασης που υποστηρίζει υψηλές ταχύτητες διαμεταγωγής των δεδομένων και από ότι θα δούμε στη συνέχεια, δεν μένει μόνο στην εικόνα αλλά το αποδεικνύει - και με απαιτήσεις - στην πράξη. Είναι σαφές ότι ευθύνεται για το σχετικά αυξημένο πλάτος της θήκης, ενώ για το σχετικά αυξημένο μήκος ευθύνεται η υποστήριξη enterprise SSDs των 110 χιλιοστών. Το βασικό chip για την επικοινωνία μεταξύ του drive και της USB θύρας του υπολογιστή σας είναι το JMicron JMS583, του οποίου το πλήρες Data Sheet μπορείτε να δείτε εδώ. Πρόκειται για ένα chip που αναλαμβάνει την επικοινωνία μεταξύ PCIe και USB και υποστηρίζει USB 3.2 Gen2 στα 10Gbps, ενώ παράλληλα υποστηρίζει PCIe 3.0 x2. Είναι σαφές τόσο από το γεγονός ότι υποστηρίζει PCIe 3.0 και όχι PCIe 4.0 όσο και από το ότι υποστηρίζει 2 PCIe lanes και όχι 4, ότι δε θα μπορέσει σε καμία περίπτωση να εκμεταλλευθεί την πλήρη ταχύτητα του drive που χρησιμοποιούμε, αλλά ούτε και της πλειοψηφίας των drives της αγοράς, που υποστηρίζουν 4 PCIe lanes. Πολύ θετικό είναι το στοιχείο ότι υποστηρίζει τη μετάδοση της εντολής TRIM, κάτι βασικό ώστε να παραμένει το drive ικανό να λειτουργεί στην πλήρη ταχύτητα των εγγραφών, σε βάθος χρόνου. Τεχνικά Χαρακτηριστικά Στον παρακάτω πίνακα βλέπουμε τα τεχνικά χαρακτηριστικά της Icy Dock ICYNano MB861U31-1M2B: Σύστημα Δοκιμών και Μεθοδολογία Οι δοκιμές έγιναν σε ένα σύστημα με επεξεργαστή AMD Ryzen 3900X και μητρική την Gigabyte X570 AORUS PRO, η οποία διαθέτει θύρα USB C 3.2 Gen2. Ευχαριστώ θερμά τον φίλο και συνεργάτη David Popeck που μας διέθεσε το σύστημά του για τις δοκιμές. Παρακάτω βλέπετε τις πλήρεις προδιαγραφές του συστήματος δοκιμών. Το drive που χρησιμοποιήσαμε για τις δοκιμές είναι ο Corsair Force Series Gen.4 PCIe MP600 Pro 2TB, που είναι ένα ταχύτατο drive - το ταχύτερο που έχουμε δοκιμάσει έως τώρα - έτσι ώστε να εξασφαλίσουμε ότι σε καμία περίπτωση το drive δε θα δημιουργεί bottleneck στις μετρήσεις. Το λειτουργικό σύστημα πάνω στο οποίο γίνονται οι δοκιμές είναι τα Windows 10 Pro 64bit. Οι δοκιμές στις οποίες θα υποβάλουμε την Icy Dock ICYNano MB861U31-1M2B χωρίζονται σε 2 κατηγορίες: Συνθετικά Benchmarks που χρησιμοποιούμε στα reviews των SSD. Το εξειδικευμένο Benchmark FlashBench, που ειδικεύεται στη μέτρηση ταχύτητας εξωτερικών συσκευών αποθήκευσης. Τα αποτελέσματα των μετρήσεων θα παρατεθούν σε σύγκριση με την θήκη της Rongdeson που υποστηρίζει πρωτόκολλο επικοινωνίας USB 3.2 Gen1, ενώ η Icy Dock ICYNano MB861U31-1M2B υποστηρίζει USB 3.2 Gen2. Μείνετε συντονισμένοι. ακολουθούν οι δοκιμές, η βαθμολογία και τα συμπεράσματα. Benchmarks Ξεκινάμε τις δοκιμές μας με τα Average Read και Average Write tests του AIDA64 για να δούμε την αμεσότητα απόκρισης της Icy Dock ICYNano MB861U31-1M2B στις εντολές ανάγνωσης και εγγραφής. Είναι φυσικό ότι οι επιδόσεις δεν μπορεί να πλησιάσουν καν αυτές του drive σε απ' ευθείας σύνδεση με τη μητρική του υπολογιστή, καθώς εκεί έχουμε 4 PCIe lanes. Ακόμα μεγαλύτερη θα είναι φυσικά η διαφορά όταν το drive συνδέεται σε υπολογιστή με PCIe 4.0. Ο λόγος αναφοράς των επιδόσεων του drive σε απ' ευθείας σύνδεση στη μητρική δεν είναι για άμεση σύγκριση, αλλά για να δούμε ποιο είναι το ταβάνι του drive. Ενώ λοιπόν σίγουρα δε φτάνει τις επιδόσεις της άμεσης σύνδεσης, η αμεσότητα στην απόκριση εντολών ανάγνωσης είναι εξαιρετική, τόσο με την Icy Dock ICYNano MB861U31-1M2B όσο και με τη θήκη της Rondgeson, στα 0,05ms. Στις εγγραφές η Icy Dock ICYNano MB861U31-1M2B παραμένει στα 0,05ms και παίρνει κεφάλι από το ανταγωνιστικό προϊόν. Τα Random Read Access και Random Write Access του HD Tune Pro μας δίνουν λίγο πιο αναλυτικές πληροφορίες για την αμεσότητα της απόκρισης, καθώς δίνουν ξεχωριστές τιμές ανάλογα με το μέγεθος των αρχείων. Στα μικρά αρχεία βλέπουμε ότι δεν υπάρχει κάποια ουσιώδης διαφορά μεταξύ της Icy Dock ICYNano MB861U31-1M2B και της θήκης της Rongdeson αλλά σε αρχεία μεγαλύτερα των 4KB η θήκη της Icy Dock προσφέρει σημαντικά καλύτερες επιδόσεις. Το παραπάνω φαίνεται και στο AS SSD Benchmark. Το Benchmark Anvil's Storage Utilities δείχνει ότι η Icy Dock ICYNano MB861U31-1M2B έχει πολύ καλές επιδόσεις, που υπολείπονται λίγο του μισού αυτών της άμεσης σύνδεσης μέσω PCIe 3.0. Αυτό εξηγείται καθώς όπως είπαμε η θήκη της Icy Dock προσφέρει σύνδεση PCIe 3.0 x2 ενώ η άμεση σύνδεση σε μητρική (που δεν υποστηρίζει PCIe 4.0) προσφέρει PCIe 3.0 x4. Επιπλέον, η μετατροπή σε USB 3.2 Gen2 ελαττώνει λίγο ακόμη την ταχύτητα. Συνεπώς οι επιδόσεις της Icy Dock ICYNano MB861U31-1M2B είναι πολύ καλές, μέσα στα αναμενόμενα πλαίσια, και σημαντικά καλύτερες από αυτές του ανταγωνιστικού προϊόντος που χρησιμοποιεί USB 3.2 Gen1. Συνολικά, οι επιδόσεις της Icy Dock ICYNano MB861U31-1M2B είναι πολύ καλές και εμφανίζουν συνέπεια. Η ψύξη που παρέχει η θήκη ήταν επαρκής για να διατηρήσει τον ιδιαίτερα θερμό επεξεργαστή του Corsair Force Series Gen.4 PCIe MP600 Pro 2TB σε πλήρη ταχύτητα λειτουργίας, κατά τη διάρκεια των δοκιμών. FlashBench Το FlashBench είναι ένα Benchmark που ειδικεύεται σε εξωτερικά drives. Μετράει την ταχύτητα μεταφοράς αρχείων διαφόρων μεγεθών, από 16MB έως 1KB. Όπως βλέπουμε, όσον αφορά τις αναγνώσεις, οι επιδόσεις σε αρχεία μεγαλύτερα των 16KB είναι σημαντικά καλύτερες για την Icy Dock ICYNano MB861U31-1M2B, ενώ σε αρχεία 16KB και μικρότερα, οι επιδόσεις είναι πρακτικά ίδιες. Στις εγγραφές, παρατηρούμε κάτι αντίστοιχο, όμως εδώ οι επιδόσεις εξισώνονται σε αρχεία 8KB και μικρότερα. Συνολικά, πολύ καλές επιδόσεις για εξωτερική συσκευή αποθήκευσης. Συμπεράσματα και βαθμολογία Και κάπως έτσι, φτάσαμε στο δια ταύτα. Η Icy Dock ICYNano MB861U31-1M2B είναι μια θήκη για M.2 NVMe SSD κάθε μεγέθους και χωρητικότητας που προσφέρει δυνατότητα διασύνδεσης μέσω USB 3.2 Gen2 (10Gbps). Αποτελείται από αλουμίνιο και ποιοτικό πλαστικό και παρέχει δυνατότητα εγκατάστασης του drive χωρίς εργαλεία και ψύξη που αποδείχτηκε επαρκής ακόμη και για το πολύ απαιτητικό drive που χρησιμοποιήσαμε στις δοκιμές. Ο κομψός σχεδιασμός, η στιβαρή κατασκευή και η απλότητα στην εγκατάσταση και τη χρήση συμπληρώνουν ένα ιδιαίτερα θετικό σύνολο. Το μόνο αρνητικό που εντοπίσαμε είναι το μέγεθος, το οποίο όμως είναι απόρροια του σχετικά μεγάλου PCB, το οποίο είναι ενδεχομένως απαραίτητο για να επιτευχθούν αυτές οι επιδόσεις, και της δυνατότητας φιλοξενίας M.2 SSDs με μήκος μέχρι και 110 χιλιοστά. Όλα αυτά έρχονται με ένα διόλου ευκαταφρόνητο αντίτιμο, καθώς το χαμηλότερο κόστος με το οποίο μπορεί κανείς να αποκτήσει την Icy Dock ICYNano MB861U31-1M2B στην Ελληνική αγορά είναι τα 70,80€, συμπεριλαμβανομένου του ΦΠΑ. Η ποιότητα και οι επιδόσεις είναι μεν πολύ καλές αλλά όταν υπάρχουν επώνυμα ανταγωνιστικά προϊόντα στην αγορά, έστω και με χαμηλότερες επιδόσεις, με λιγότερο από το μισό κόστος, το value for money πλήττεται σημαντικά. Ας συνοψίσουμε τα πλεονεκτήματα και τα μειονεκτήματα της Icy Dock ICYNano MB861U31-1M2B: Πλεονεκτήματα + Πολύ καλές επιδόσεις + Εξαιρετική ποιότητα κατασκευής + 3ετής εγγύηση + Εύκολη και χωρίς εργαλεία εγκατάσταση του drive + Υποστήριξη οποιουδήποτε μεγέθους drive + Υποστήριξη ΤΡΙΜ + Πολύ καλή ψύξη του drive + Παρεχόμενα καλώδια για σύνδεση σε USB C και USB A Μειονεκτήματα - Τιμή - Μέγεθος Με βάση τα παραπάνω, η συνολική βαθμολογία της Icy Dock ICYNano MB861U31-1M2B είναι:  theLAB.gr Ευχαριστούμε θερμά την Icy Dock για την παραχώρηση του δείγματος της δοκιμής. Πολύμερος Αχανιώτης 04/03/2021
  16. Εισαγωγή Με την έλευση του PCIe 4.0 στη μεγάλη πλατφόρμα της AMD, οι ελεγκτές των SSD ήταν αυτοί που μπόρεσαν πρώτοι από οποιαδήποτε άλλη συσκευή να εκμεταλλευτούν τις αυξημένες ταχύτητες διαμεταγωγής και να εκτινάξουν τις (ονομαστικές) ταχύτητες των SSD σε νέα επίπεδα. Καθώς όμως οι κατασκευαστές SSD εγκατέλειψαν πλέον όλοι την ακριβότερη MLC NAND και προτιμούν την οικονομικότερη (ανά χώρο αποθήκευσης) TLC, μένει να δούμε κατά πόσο τα οφέλη του νέου και ταχύτερου πρωτοκόλλου μπορούν να αξιοποιηθούν και να μεταφραστούν σε πραγματική βελτίωση των επιδόσεων. Όλα αυτά, τα είδαμε για πρώτη φορά στο review του Corsair Force Series Gen.4 PCIe MP600 2TB. Σήμερα, η Corsair έφερε στον πάγκο των δοκιμών μας τη νέα κορυφαία της πρόταση στο χώρο των SSD, τον Corsair Force Series Gen.4 PCIe MP600 Pro 2TB. Στο review αυτό θα δούμε αν η προσθήκη τριών χαρακτήρων στο όνομα μιας συσκευής μπορεί να κάνει τη διαφορά και αν η νέα ναυαρχίδα των SSD της Corsair αξίζει το χαρακτηρισμό "Pro". Από τη Συσκευασία Μέχρι το Πυρίτιο - Τι ακριβώς αγοράζουμε Αλλά ας πάρουμε τα πράγματα από την αρχή. Ο Corsair Force Series Gen.4 PCIe MP600 Pro 2TB έρχεται σε ένα χαρτονένιο, ιλουστρασιόν κουτί που φέρει μια φωτογραφία του προϊόντος και αναφέρει τα βασικά του χαρακτηριστικά. Τα μόνα "παρελκόμενα" που βρίσκουμε εντός του κουτιού είναι 2 φυλλάδια, 1 με πληροφορίες ασφαλείας και 1 με γενικές πληροφορίες για τον τρόπο εγκατάστασης ενός M.2 SSD. To drive έρχεται καλά προστατευμένο μέσα σε πυκνό αφρολέξ. Ο Corsair Force Series Gen.4 PCIe MP600 Pro 2TB έρχεται με προεγκατεστημένη ψήκτρα, κάτι που προϊδεάζει ότι ο ελεγκτής του συγκεκριμένου drive ανεβάζει θερμοκρασίες οι οποίες πρέπει να παραμένουν υπό έλεγχο, προκειμένου να μπορεί να λειτουργήσει αποδοτικά. Η ψύκτρα, εκτός από λειτουργική είναι και κομψή, καθιστώντας τον Corsair Force Series Gen.4 PCIe MP600 Pro 2TB μια καλαίσθητη προσθήκη σε κάθε σύνολο hardware. Στο κάτω, αθέατο όταν το drive είναι εγκατεστημένο, μέρος, βρίσκουμε ένα αυτοκόλλητο με τις πιστοποιήσεις και το μοντέλο του drive. Φυσικά, δε θα ήμασταν το TheLab αν δεν αφαιρούσαμε την ψύκτρα για να δούμε τι κρύβεται από κάτω. Τα 4 clips που συγκρατούν τα 2 μέρη της ψύκτρας μεταξύ τους ξεκουμπώνουν σχετικά εύκολα, χωρίς ανάγκη για χρήση εργαλείων. Το θερμοαγώγιμο υλικό από την άλλη, που εξασφαλίζει τη μεταφορά θερμότητας από το drive προς την ψύκτρα είναι και κολλώδες και ευαίσθητο - όπως συνηθίζεται στα καλής ποιότητας heat pads - και η αφαίρεση της ψύκτρας γίνεται με δυσκολία και προσοχή για να μην καταστραφεί! Αφού ξεκουμπώσουμε τα clips, πρώτα αφαιρείται το κάτω μέρος της ψύκτρας και μετά το πάνω. Το μαύρο PCB του Corsair Force Series Gen.4 PCIe MP600 Pro 2TB είναι πυκνοκατοικημένο και φέρει στο κάτω μέρος του drive το ίδιο αυτοκόλλητο που είδαμε στο κάτω μέρος της ψύκτρας. Στο πάνω μέρος του PCB βρίσκουμε 4 NAND chips, 1 DRAM cache chip και τον controller, καθώς επίσης και ένα μικρό chip που ελέγχει την τροφοδοσία του drive. Στο κάτω μέρος βρίσκουμε 4 ακόμη NAND chips και 1 ακόμη DRAM cache chip. Ο ελεγκτής είναι ο Phison PS5018-E18 του οποίου το interface είναι το PCIe Gen4x4 NVMe, οι υποστηριζόμενες χωρητικότητες έως 8TB και οι ταχύτητες φτάνουν τα Sequential Read/Write (up to): 7.400/7.000 MB/s και Random Read/Write (up to): 1.000.000/1.000.000 IOPS. Η μέγιστη θερμοκρασία λειτουργίας (Tj max) είναι οι 125°C, ενώ το Datasheet μας λέει ότι υποστηρίζονται End-To-End Data Path Protection και SmartECC, καθώς επίσης και πρωτόκολλα ασφαλείας AES 128/256 bit, SHA 160/256/512, RSA 4096, TCG & Opal 2.0, Pyrite, Sanitize and Crypto Erase. H cache του drive παρέχεται από τα 2 DRAM chips της SKhynix, ένα σε κάθε πλευρά του PCB του drive. Τα DRAM chips που χρησιμοποιήθηκαν είναι τα SKhynix H5AN8G6NCJ τα οποία είναι χωρητικότητας 8Gb, δηλαδή 1GB έκαστο, προσφέροντας συνολικά 2GB cache στον ελεγκτή. Tα συγκεκριμένα DRAM chips είναι DDR4 με συχνότητα λειτουργίας τα 2666MHz. Τα NAND chips που χρησιμοποιεί ο Corsair Force Series Gen.4 PCIe MP600 Pro 2TB είναι τα Micron IA7BG64AIA τα οποία είναι 3D TLC NAND με 96 επίπεδα. Η χωρητικότητα του κάθε ενός από τα συγκεκριμένα NAND chips είναι 2048Gb, ή αλλιώς 256GB. Εφ' όσον o Corsair Force Series Gen.4 PCIe MP600 Pro 2TB διαθέτει 8 τέτοια chips, η συνολική του χωρητικότητα φτάνει τα 2TB. Την τροφοδοσία όλων των παραπάνω ελέγχει ένα μικρό chip που βρίσκεται κοντά στον controller και είναι επίσης κατασκευασμένο από τη Phison, το Phison PS6108-22. Τεχνικά Χαρακτηριστικά Τα τεχνικά χαρακτηριστικά του Corsair Force Series Gen.4 PCIe MP600 Pro 2TB, ακριβώς όπως αναφέρονται στην ιστοσελίδα της Corsair, φαίνονται στον παρακάτω πίνακα. Οι ταχύτητες που υπόσχεται η Corsair είναι εντός των προδιαγραφών του ελεγκτή και η διάρκεια ζωής του Corsair Force Series Gen.4 PCIe MP600 Pro 2TB ορίζεται στα 1400ΤΒ εγγραφών, δηλαδή έχουμε σημαντική μείωση σε σχέση με τα 3600TB εγγραφών που έδινε η εταιρία στον Corsair Force Series Gen.4 PCIe MP600 2TB. Εν τούτοις, η 5ετής εγγύηση παραμένει και, ούτως ή άλλως, η διάρκεια ζωής του drive - με ορθολογική χρήση - είναι πολύ μεγαλύτερη από τον προβλεπόμενο χρόνο χρήσης των τεχνολογιών που ενσωματώνει. Η μέγιστη θερμοκρασία λειτουργίας του drive είναι οι 70°C, κάτι που θα δούμε παρακάτω αν αποτελεί σημαντικό παράγοντα όσον αφορά τις επιδόσεις του. Συνοδευτικό Λογισμικό Το λογισμικό που συνοδεύει τους SSDs της Corsair, ονομάζεται Corsair SSD Toolbox. Σε αντίθεση με την εξαιρετική δουλειά πού έχει κάνει η Corsair με το iCue, το Corsair SSD Toolbox έχει μείνει χωρίς ουσιαστική εξέλιξη εδώ και αρκετά χρόνια, κάτι που είναι άμεσα εμφανές από το ξεπερασμένο αισθητικά interface του. Εν τούτοις, είναι εύκολο στη χρήση, απλό στη λειτουργία και παρέχει ουσιαστικά όλες τις απαραίτητες λειτουργίες. Η πλοήγηση γίνεται από το κάθετο μενού στα αριστερά και περιλαμβάνει 6 καρτέλες. Στην πρώτη, που ονομάζεται Drive Information (πληροφορίες για το drive), βλέπουμε τα βασικά στοιχεία του κάθε συνδεδεμένου drive και, εφ' όσον αυτό υποστηρίζεται από το πρόγραμμα, μπορούμε να κάνουμε και Firmware Update. Ο έλεγχος του firmware είναι άμεσος και online, απλοποιώντας τη διαδικασία και ελαχιστοποιώντας πιθανά λάθη του χρήστη. Η δεύτερη καρτέλα που ονομάζεται Overprovision αφορά το manual Over Provisioning, κάτι που δεν υποστηρίζεται από τον Corsair Force Series Gen.4 PCIe MP600 Pro 2TB. Η τρίτη καρτέλα, S.M.A.R.T. Status (κατάσταση του S.M.A.R.T.) μας δίνει πληροφορίες για την κατάσταση του drive, όπως την υγεία του και το σύνολο των αναγνώσεων και εγγραφών που έχει συνολικά πραγματοποιήσει. Σε αυτήν την καρτέλα θα προτιμούσαμε σαφώς μια πιο εύληπτη παρουσίαση για τον μη ειδικό χρήστη και όχι μια ξερή παρουσίαση των περιεχομένων του S.M.A.R.T. table. Η τέταρτη καρτέλα λέγεται Disk Clone (κλωνοποίηση δίσκου) και περιέχει ένα απλό αλλά βολικό Disk Cloning εργαλείο. Η πέμπτη καρτέλα που ονομάζεται Optimize (βελτιστοποίηση), περιέχει την εντολή ενεργοποίησης του TRIM, κάτι που στον Corsair Force Series Gen.4 PCIe MP600 Pro 2TB ελέγχεται από τα Windows και δεν μπορεί να ενεργοποιηθεί κατά βούληση από το χρήστη. Η έκτη και τελευταία καρτέλα με το όνομα Secure Wipe (ασφαλής καθαρισμός) περιέχει ένα εργαλείο ασφαλούς διαγραφής των περιεχομένων του drive, με τρόπο ώστε η επαναφορά τους να είναι αδύνατη. Τα 3 εικονίδια πάνω αριστερά, κάτω από το σήμα της Corsair, αφορούν τη λειτουργία βοήθειας, που εξηγεί κάποιες λειτουργίες του προγράμματος, τις πληροφορίες της έκδοσης του προγράμματος και την ανανέωση της λίστας των drives. Η πρώτη και τελευταία λειτουργία είναι αυτονόητες και δεν έχουμε να σχολιάσουμε κάτι σχετικά, αλλά η δεύτερη, εκτός από το να μας δείξει την έκδοση του προγράμματος, παρέχει και τη δυνατότητα ελέγχου για ύπαρξη νεότερης έκδοσης. Συνολικά, το Corsair SSD Toolbox κάνει τα βασικά που χρειάζεται, αλλά θα θέλαμε να δούμε μια ανανεωμένη έκδοση, με μοντέρνο interface και μεγαλύτερη φιλικότητα προς το χρήστη. Σύστημα Δοκιμών και Μεθοδολογία Για το συγκεκριμένο review χρησιμοποιήθηκαν 2 συστήματα δοκιμών. Το ένα είναι το γνωστό μας benchtable που είναι στημένο πάνω στην Asrock Z97X Killer. Ο επεξεργαστής είναι ο Intel G3258 Anniversary Edition που παρέμεινε δροσερός χάρη στην Corsair Hydro Series H100i GTX. Η μνήμη είναι στα 8GB που υπερκαλύπτουν τις απαιτήσεις μας στα συγκεκριμένα τεστ, το τροφοδοτικό είναι το Cooler Master V650 και το σύστημα είναι στημένο στο Cooler Master Test Bench V1.0. Καθώς η M.2 υποδοχή της Asrock Z97X Killer υποστηρίζει μόνο PCIe 3.0 2X και όχι 4X, χρησιμοποιήθηκε ένας μετατροπέας PCIe 4X σε M.2. Ευχαριστούμε θερμά την Asrock, την Cooler Master και την Corsair για τα εξαρτήματα που μας παρείχαν για την κατασκευή του συστήματος δοκιμών! Παρακάτω βλέπετε τις πλήρεις προδιαγραφές του συστήματος δοκιμών. Καθώς όμως ο Corsair Force Series Gen.4 PCIe MP600 Pro 2TB υποστηρίζει, όπως μαρτυράει το όνομά του, PCIe 4.0 και μάλιστα το χρειάζεται για να αποδώσει τα μέγιστα των επιδόσεών του, οι οποίες ξεπερνούν τις δυνατότητες του πρωτοκόλλου PCIe 3.0, οι δοκιμές έγιναν και σε ένα ολοκαίνουργιο σύστημα με επεξεργαστή AMD Ryzen 3900X και μητρική την Gigabyte X570 AORUS PRO. Το σύστημα αυτό υποστηρίζει το πρωτόκολλο επικοινωνίας PCIe 4.0 και επιτρέπει στον Corsair Force Series Gen.4 PCIe MP600 Pro 2TB να δείξει τις πλήρεις δυνατότητές του. Ευχαριστώ θερμά τον φίλο και συνεργάτη David Popeck που μας διέθεσε το σύστημά του για τις δοκιμές. Παρακάτω βλέπετε τις πλήρεις προδιαγραφές του συστήματος δοκιμών με πρωτόκολλο επικοινωνίας PCIe 4.0. Το λειτουργικό σύστημα πάνω στο οποίο γίνονται οι δοκιμές είναι τα Windows 10 Pro 64bit. Οι δοκιμές στις οποίες θα υποβάλουμε τον Corsair Force Series Gen.4 PCIe MP600 Pro 2TB χωρίζονται σε 3 κατηγορίες: Συνθετικά Benchmarks Χρήση των Program Traces του PCMark 8 για να δούμε τη συμπεριφορά του drive σε καθημερινή χρήση. Ανάλυση σε βάθος Οι μετρήσεις θα γίνουν και στα 2 παραπάνω συστήματα για να δούμε τις επιδόσεις του drive τόσο σε PCIe 4.0 όσο και σε PCIe 3.0 και θα συγκριθούν με τον Corsair Force Series Gen.4 PCIe MP600 2TB, τον Corsair Force Series MP510 960GB, τον Corsair Force Series MP400 4TB και τον Samsung 970 EVO 250GB. Δυστυχώς δεν είχαμε διαθέσιμο κάποιον Samsung 970 EVO αντίστοιχης χωρητικότητας και καθώς οι επιδόσεις των εγγραφών επηρεάζονται ιδιαιτέρως από το πλήθος των πακέτων NAND και ο Samsung 970 EVO 250GB διαθέτει 2 πακέτα NAND έναντι των 4 των άλλων 2 SSD, αυτό θα ληφθεί υπ' όψιν στη διεξαγωγή των συμπερασμάτων. Μείνετε συντονισμένοι. Μετά τις δοκιμές ακολουθεί σχολιασμός, βαθμολογία και συμπεράσματα. Benchmarks Ξεκινάμε με το ATTO. To ATTO είναι το μακράν πιο γενναιόδωρο benchmark όσον αφορά τα θετικά αποτελέσματα ταχύτητας και γι' αυτό οι περισσότερες εταιρείες το χρησιμοποιούν για να δηλώσουν τις μέγιστες επιδόσεις σειριακής ανάγνωσης και εγγραφής των drives τους. Ο Corsair Force Series Gen.4 PCIe MP600 Pro 2TB έχει εξαιρετικές επιδόσεις που, τόσο στις αναγνώσεις όσο και στις εγγραφές αγγίζουν τις υποσχόμενες από την εταιρία. Όλα αυτά βέβαια με τη χρήση του PCIe 4.0, ενώ στη μέτρηση με PCIe 3.0 το drive περιορίζεται από τις δυνατότητες του PCIe 3.0 αλλά και πάλι ξεπερνάει τις επιδόσεις του Corsair Force Series MP510 960GB και του Samsung 970 EVO 250GB, πετυχαίνοντας επιδόσεις σχεδόν εφάμιλλές με αυτές που είχαμε δει να πετυχαίνει ο Corsair Force Series Gen.4 PCIe MP600 2TB με το πρωτόκολλο PCIe 3.0. Λαμβάνουμε υπ' όψιν ότι ο EVO διαθέτει 2 πακέτα NAND (όπως εξηγήσαμε στη μεθοδολογία) και έτσι είναι εύλογο και αναμενόμενο ο EVO να έχει περίπου τις μισές επιδόσεις στις σειριακές εγγραφές. Αντίστοιχα είναι και τα αποτελέσματα του CrystalDiskMark 6.0.2 όπου και πάλι ο Corsair Force Series Gen.4 PCIe MP600 Pro 2TB φτάνει (σχεδόν) τις υποσχόμενες επιδόσεις ανάγνωσης, ενώ ξεπερνάει αυτές της εγγραφής, ξεφεύγοντας σημαντικά από τον ανταγωνισμό, ακόμη και από τον Corsair Force Series Gen.4 PCIe MP600 2TB. Περισσότερο όμως αξιοσημείωτη σε πρακτικό επίπεδο είναι η σημαντική αύξηση στις δοκιμές των 4Κ με τη χρήση του drive σε PCIe 4.0, σε σχέση με τα drives που χρησιμοποιούν τεχνολογία PCIe 3.0. Η αύξηση είναι σημαντική όταν δεν έχουμε queue (ουρά εντολών) (Q1) ή παράλληλα threads (παράλληλη επεξεργασία εντολών) (T1) αλλά απογειώνεται όταν αυξάνει το queue και πραγματικά εκτοξεύεται όταν αυξάνουμε και τα threads! Τα αποτελέσματα του AS SSD Benchmark λένε την ίδια ιστορία, με τον Corsair Force Series Gen.4 PCIe MP600 Pro 2TB να μεγαλώνει την ήδη μεγάλη διάφορά που είχε ο Corsair Force Series Gen.4 PCIe MP600 2TB από τα drives που κάνουν χρήση PCIe 3.0. Το Anvil's Storage Utilities benchmark επιβεβαιώνει τα παραπάνω αποτελέσματα, δίνοντας την απόλυτη κυριαρχία και με διαφορά στον Corsair Force Series Gen.4 PCIe MP600 Pro 2TB με PCIe 4.0. Τα υπόλοιπα drives, απλά ακολουθούν. Αν δούμε λίγο πιο αναλυτικά τα αποτελέσματα, θα παρατηρήσουμε ότι η υπεροχή του Corsair Force Series Gen.4 PCIe MP600 2TB σε PCIe 4.0, έναντι των drives που χρησιμοποιούν PCIe 3.0 είναι σαρωτική όπου υπάρχει χρήση QD, κάτι που εξηγεί και τα αποτελέσματα, ενώ η διαφορά έναντι του Corsair Force Series Gen.4 PCIe MP600 2TB σε PCIe 4.0 εξηγείται λόγω των σημαντικά αυξημένων επιδόσεων στη σειριακή ανάγνωση και εγγραφή. Τα AIDA64 Average Read και Write Access δείχνουν ότι ο Corsair Force Series Gen.4 PCIe MP600 Pro 2TB είναι ένα drive που ανταποκρίνεται πολύ γρήγορα στις εντολές που λαμβάνει. Τα παραπάνω συμπεράσματα φαίνεται να επιβεβαιώνονται και από τα αποτελέσματα του HD Tune Pro Random Read και Write Access. Τα συνολικά αποτελέσματα των benchmarks δείχνουν ότι ο Corsair Force Series Gen.4 PCIe MP600 Pro 2TB έχει επιδόσεις που ξεφεύγουν πολύ από αυτές των drives που χρησιμοποιούν PCIe 3.0 ενώ στις περισσότερες περιπτώσεις εμφανίζεται σημαντικά πιο γρήγορος και από τον προκάτοχό του, τον Corsair Force Series Gen.4 PCIe MP600 2TB. Για να δούμε όμως, τι σημαίνει αυτό στην πραγματική χρήση. Program Traces - PCMark 8 Το drive benchmark του PCMark 8 χρησιμοποιεί traces χρήσης πραγματικών προγραμμάτων για να προσομοιώσει τη συμπεριφορά και τις επιδόσεις ενός drive κατά την πραγματική χρήση. Σύμφωνα με τα αποτελέσματα των συνθετικών benchmarks περιμένουμε να δούμε μια σαρωτική επικράτηση του Corsair Force Series Gen.4 PCIe MP600 Pro 2TB. Στην πραγματικότητα όμως, οι σύνθετες αυτές διεργασίες βασίζονται κυρίως σε αναγνώσεις και εγγραφές μικρών αρχείων, όπου μπορεί ο Corsair Force Series Gen.4 PCIe MP600 Pro 2TB να υπερτερεί των υπολοίπων, αλλά όχι σε τέτοιο βαθμό ώστε να δώσει σημαντικές διαφορές στο αποτέλεσμα. Κάπως έτσι, δημιουργείται το ερώτημα: Έχει νόημα τελικά να αναβαθμίσει κανείς το σύστημά του με τον Corsair Force Series Gen.4 PCIe MP600 Pro 2TB; Η απάντηση είναι σχετική. Αν ήδη διαθέτει κάποιον αξιόλογο SSD, τότε οι πρακτικές διαφορές στην καθημερινή χρήση δε θα είναι τέτοιες που να δικαιολογούν την επένδυση. Αν όμως κάποιος θέλει το απόλυτα καλύτερο και επιλέγει τον SSD για ένα καινούριο σύστημα, ειδικά κάποιο σύστημα που υποστηρίζει PCIe 4.0, τότε υπάρχουν περιπτώσεις όπου η διαφορά θα είναι εμφανής. Το ποιες περιπτώσεις είναι αυτές, μπορούμε να το δούμε μόνο με μια ανάλυση σε μεγαλύτερο βάθος. Ανάλυση σε βάθος Σε αυτό το τμήμα του review, θα χρησιμοποιήσουμε κάποιες πιο εξειδικευμένες δοκιμασίες για να δούμε τη συμπεριφορά του drive με περισσότερη λεπτομέρεια. Συγκεκριμένα θα χρησιμοποιήσουμε το Disk Benchmark του AIDA64. Βλέπουμε ότι η μέση, η μέγιστη και η ελάχιστη ταχύτατα ανάγνωσης του Corsair Force Series Gen.4 PCIe MP600 Pro 2TB σε PCIe 4.0 (1ο γράφημα) είναι πραγματικά εντυπωσιακές, εντελώς εκτός συναγωνισμού με οποιοδήποτε άλλο drive της δοκιμής! Φαίνεται ότι, σε αντίθεση με τον προκάτοχό του, τον Corsair Force Series Gen.4 PCIe MP600 2TB σε PCIe 4.0 (3o γράφημα), ο Corsair Force Series Gen.4 PCIe MP600 Pro 2TB μπορεί πραγματικά να εκμεταλλευτεί την αυξημένη ταχύτητα του πρωτοκόλλου PCIe 4.0 και να αναγνώσει ολόκληρη την έκταση του drive με εντυπωσιακή ταχύτητα! Επιπλέον, η ταχύτητες του Corsair Force Series Gen.4 PCIe MP600 Pro 2TB σε PCIe 3.0 είναι οι καλύτερες από όλα τα drives της δοκιμής, και αγγίζουν σχεδόν τις ταχύτητες του Corsair Force Series Gen.4 PCIe MP600 2TB σε PCIe 4.0! Κατά τη διάρκεια των δοκιμών ανάγνωσης, οι θερμοκρασία του Corsair Force Series Gen.4 PCIe MP600 Pro 2TB παρέμεινε κοντά στους 40°C και δεν υπήρξε κανένα πρόβλημα υπερθέρμανσης, καθώς το drive, θυμίζουμε, έχει εύρος θερμοκρασιών λειτουργίας έως και 70°C. Οι εγγραφές αποκαλύπτουν μια διαφορετική ιστορία, τη γνωστή πονεμένη ιστορία όλων των SSD που χρησιμοποιούν TLC. Βλέπετε, οι TLC NAND δεν έχουν καλές ταχύτητες εγγραφής. Γι' αυτό οι εταιρείες δε διαφημίζουν ποτέ αυτή την ταχύτητα. Αντιθέτως, χρησιμοποιούν ένα μέρος της TLC NAND σε λειτουργία SLC. Όπα φίλε, μισό λεπτό! Τι είναι αυτό το TLC και τι είναι το SLC που μας λες; OK, μικρή ανάλυση λοιπόν, για να είμαστε στην ίδια σελίδα. Να με συγχωρήσουν οι γνώστες και τελειομανείς που θα είναι πολύ εκλαϊκευμένη η εξήγηση και οι μη σχετικοί που θα είναι πολύ "επιστημονική", αλλά πρέπει να συναντηθούμε κάπου στη μέση. Το κάθε κελί μνήμης τύπου NAND, μπορεί να αποθηκεύσει μία ηλεκτρική τάση και να την κρατήσει εκεί. Στην περίπτωση του πρώτου τύπου NAND που χρησιμοποιήθηκε σε SSD, τον τύπο SLC (Single Level Cell) αν υπάρχει ηλεκτρική τάση, αυτό σημαίνει αξία 1 και αν δεν υπάρχει, αξία 0. Αυτό για τον υπολογιστή είναι ένα bit και 8 bits μας κάνουν ένα byte. Στην SLC NAND λοιπόν, κάθε κελί αποθηκεύει 1 bit και ο Controller έχει την πολύ εύκολη δουλειά να ξεχωρίσει ανάμεσα σε τάση και όχι τάση, πράγμα που γίνεται με πολύ μεγάλη ταχύτητα και ακόμη και αν το κελί έχει παλιώσει και φθαρεί. Συνεπώς η SLC NAND είναι πολύ γρήγορη και πολύ ανθεκτική στις εγγραφές που φθείρουν τα κελιά της. Αποθηκεύει όμως 1 μόνο bit ανά κελί. SLC NAND βρίσκαμε μόνο σε Enterprise level SSDs γιατί παρά τα πλεονεκτήματά της, είναι πολύ ακριβή. Και τώρα πλέον, ούτε καν εκεί. H MLC NAND αποθηκεύει 2 bit σε κάθε κελί. Ναι, αλλά εμείς είπαμε ότι το μόνο που αποθηκεύει ένα κελί NAND είναι μια ηλεκτρική τάση. Πώς λοιπόν μια ηλεκτρική τάση μπορεί να αντιστοιχιστεί σε 2 bit, δηλαδή σε ένα οποιονδήποτε διψήφιο συνδυασμό από 0 και 1; Απλό! Οι συνδυασμοί αυτοί κατά το νόμο των πιθανοτήτων είναι 22 δηλαδή 4 και συγκεκριμένα οι 00, 01, 10, και 11. Αν θεωρήσουμε ότι η απουσία ηλεκτρικής τάσης αντιστοιχεί στο 00, θα χρειαστούμε 3 διαφορετικές ηλεκτρικές τάσεις για να αντιστοιχίσουμε στις υπόλοιπες τιμές. Κάπως έτσι λειτουργεί η MLC. Είναι πλέον προφανές ότι η MLC θα λειτουργεί πιο αργά από την SLC, καθώς ο ελεγκτής θα πρέπει να ξεχωρίσει 4 διαφορετικές καταστάσεις του κάθε κελιού, συμπεριλαμβανομένων 3 διαφορετικών ηλεκτρικών τάσεων. Συνεπώς το σύστημα θα λειτουργεί πιο αργά και επιπλέον θα είναι πιο επιρρεπές στη φθορά των κελιών κατά τις εγγραφές και θα έχει μικρότερη διάρκεια ζωής. Εν τούτοις, η MLC NAND είναι εξαιρετική λύση για οικιακή χρήση, που όμως - δυστυχώς - εγκαταλήφθηκε πλέον από όλους τους κατασκευαστές, προκειμένου να μειώσουν το κόστος κατασκευής, χρησιμοποιώντας TLC (και σε κάποιες περιπτώσεις QLC) NAND. Η TLC NAND, που χρησιμοποιεί ο Corsair Force Series Gen.4 PCIe MP600 Pro 2TB , όπως και τα 3 drives με τα οποία τον συγκρίνουμε (ο MP400 χρησιμοποιεί την πιο αργή QLC), αποθηκεύει 3 bit σε κάθε κελί! Αυτό σημαίνει 23 δηλαδή 8 διαφορετικούς συνδυασμούς (000, 001, 010, 100, 011, 110, 101, 111). Κατά αναλογία με πριν, έχουμε εκτός από την απουσία τάσης, 7 διαφορετικές τιμές που κάνει πολύ πιο δύσκολη τη δουλειά του Controller. Εδώ πλέον οι εγγραφές γίνονται πολύ αργές. Η δε φθορά των κελιών που προκαλείται από τους κύκλους εγγραφών είναι ακόμα πιο σημαντική και η ζωή των κελιών πολύ πιο μικρή. Για να το αντιμετωπίσουν αυτό οι εταιρείες και να κάνουν τη χρήση TLC NAND μια βιώσιμη λύση για τους SSD, χρησιμοποιούν κάποια τεχνάσματα που βασίζονται σε πολύπλοκους και ισχυρούς ελεγκτές και εξειδικευμένο firmware. Το πιο βασικό τέχνασμα είναι να χρησιμοποιούν ένα μέρος της ελεύθερης TLC NAND σε λειτουργία SLC, εν είδει cache. Δηλαδή οι εγγραφές πραγματοποιούνται στην SLC cache σε πραγματικό χρόνο και αργότερα, το drive με την ησυχία του περνάει τα δεδομένα στην πολύ πιο αργή TLC NAND. Φυσικά οι εταιρείες δεν το διαφημίζουν αυτό και ο μέσος χρήστης νομίζει ότι αγοράζει drive με ταχύτητες εγγραφής που μπορεί να πετύχει η NAND του drive όταν λειτουργεί ως SLC cache ενώ η αλήθεια είναι πολύ πιο πικρή. Γι' αυτό βλέπουμε TLC drives που είναι πολύ πιο οικονομικά από τα MLC να διαφημίζουν υψηλότερες ταχύτητες, αυτές της πολύ γρήγορης SLC cache, η οποία όμως όταν τελειώνει κατά τη διάρκεια μεγαλύτερων εγγραφών, ξαφνικά στέλνει τις επιδόσεις βόλτα και μάλιστα με τα πόδια! Πόση σημασία έχει αυτό στην πράξη; Μεγάλη κουβέντα και οι απόψεις διίστανται. Σε μια απλή χρήση που βασίζεται κυρίως σε αναγνώσεις και λίγες εγγραφές, τα TLC drives τα πάνε μια χαρά. Όταν τα πράγματα ζορίζουν και χρειάζονται μεγαλύτερες και συχνότερες εγγραφές που δε δίνουν χρόνο στην SLC cache των TLC drives να αδειάσει τα δεδομένα της και να είναι έτοιμη για την επόμενη χρήση, ίσως θα ήταν καλύτερη η χρήση ενός SSD με MLC NAND. Τώρα που ξέρουμε λοιπόν, ας πάμε να δούμε πώς συμπεριφέρεται ο Corsair Force Series Gen.4 PCIe MP600 Pro 2TB στις εγγραφές. Όπως βλέπουμε στο πρώτο γράφημα που αφορά τον Corsair Force Series Gen.4 PCIe MP600 Pro 2TB σε PCIe 4.0, το drive ξεκινάει τις εγγραφές με εξαιρετική ταχύτητα, κοντά στα 5800MB/s. Δεν φτάνει βέβαια τις επιδόσεις που υπόσχεται η εταιρία και που μπορεί να επιτευχθούν (και επιτεύχθηκαν κατά τις δοκιμές μας) μόνο στο ATTO, αλλά φτάνει αρκετά κοντά σε αυτές και τις διατηρεί για πάνω από το 30% της χωρητικότητας του drive! Εντυπωσιακό! Καθώς το drive είναι εντελώς άδειο, έχει τη δυνατότητα να χρησιμοποιήσει ένα πολύ μεγάλο μέρος της TLC NAND του ως SLC cache, που σε σύνδεση PCIe 4.0 φαίνεται ότι είναι κοντά στο 33%. Σε σύνδεση PCIe 3.0 φαίνεται να είναι κάτι παραπάνω από το 10%. Όλα αυτά βέβαια είναι θέμα επιλογών της εταιρίας στο firmware αλλά σε κάθε περίπτωση θα έχουν όλο και λιγότερη σημασία, όσο περισσότερο γεμίζουμε το drive. Όσο πιο γεμάτο είναι τo drive, τόσο λιγότερη περίσσεια NAND θα έχει για να τη χρησιμοποιεί σε μορφή SLC cache και όλο και περισσότερο θα βασίζεται στην πραγματική ταχύτητα της TLC NAND που όπως φαίνεται στα τελευταία μέρη των πρώτων 2 γραφημάτων είναι στα περίπου 750MB/s σε PCIe 4.0 και 1000MB/s σε PCIe 3.0. Πώς εξηγείται όμως το γεγονός ότι η ελάχιστη ταχύτητα εγγραφής του Corsair Force Series Gen.4 PCIe MP600 Pro 2TB σε PCIe 4.0 είναι χαμηλότερη από αυτή σε PCIe 3.0; Και μάλιστα, πώς εξηγούνται οι 2 πολύ μεγάλες πτώσεις ταχύτητας, σε κάτω από 100MB/s οι οποίες παρατηρούνται μόνο σε σύνδεση PCIe 4.0; Εδώ παίζουν ρόλο οι θερμοκρασίες και το πώς θα το δούμε αναλυτικά παρακάτω. Αν εξαιρέσουμε αυτές τις πτώσεις που παρατηρούνται για μικρό χρονικό διάστημα και το γεγονός ότι ο Corsair Force Series Gen.4 PCIe MP600 Pro 2TB φαίνεται να αποδίδει καλύτερα μετά την εξάντληση της SLC cache σε σύνδεση PCIe 3.0 από ότι σε PCIe 4.0, είναι εμφανές ότι πρόκειται για μακράν το ταχύτερο και καλύτερο drive της δοκιμής και ουσιαστικά που έχουμε δοκιμάσει έως τώρα στο TheLab.gr. Θερμική συμπεριφορά Το κλειδί για να λύσουμε το παραπάνω μυστήριο βρίσκεται, όπως είπαμε, στη θερμοκρασία. Πράγματι, κατά τη διάρκεια των δοκιμών εγγραφής, οι θερμοκρασίες που παρατηρήθηκαν έφτασαν τους 70 και σε κάποιες περιπτώσεις 71°C. Όπως είχαμε πει, το όριο λειτουργίας του drive είναι οι 70°C και όταν o Corsair Force Series Gen.4 PCIe MP600 Pro 2TB φτάσει σε αυτή τη θερμοκρασία, αρχίζει το throttling, το οποίο εξηγεί την πτώση στην ταχύτητα. Στις αναγνώσεις, αυτό δε φάνηκε να συμβαίνει, καθώς ο controller έχει πολύ πιο απλό έργο από ότι στις εγγραφές και δεν έδειξε να υπερθερμαίνεται. Όσον αφορά τις εγγραφές, είναι προφανές ότι το PCIe 3.0 περιορίζει την ταχύτητα διαμεταγωγής με αποτέλεσμα ο controller να μην λειτουργεί στο όριό του και να μην υπερθερμαίνεται. Συνεπώς το drive έχει πιο σταθερές ταχύτητες. Αντιθέτως, το PCIe 4.0 δεν αποτελεί bottleneck και εξαντλεί τις δυνατότητες του controller, ο οποίος μετά από κάποιο σημείο ανεβάζει θερμοκρασία και αρχίζει το throttling. Για να τα δούμε όλα αυτά πιο καθαρά, αφαιρέσαμε την ψύκτρα του drive. Οι αναγνώσεις δεν επηρεάστηκαν ιδιαίτερα, όπως φαίνεται στα 2 παρακάτω γραφήματα. Στο πρώτο βλέπουμε τη δοκιμή με την ψύκτρα και στο δεύτερο χωρίς την ψύκτρα. Οι ταχύτητες έπεσαν λίγο, αλλά χωρίς κάτι το εντυπωσιακό. Εκεί που γίνεται εμφανές το πόσο μεγάλο ρόλο παίζει στη λειτουργία του Corsair Force Series Gen.4 PCIe MP600 Pro 2TB η θερμοκρασία, και συνεπώς η ψύξη, είναι στη δοκιμή εγγραφών. Το πρώτο γράφημα δείχνει τη δοκιμή με ψύκτρα, που είδαμε και παραπάνω. Το δεύτερο, δείχνει τη δοκιμή χωρίς ψύκτρα. Είναι εμφανές το πόσο μεγάλο πρόβλημα δημιουργείται λόγω της θερμοκρασίας και πόσο υποφέρουν οι επιδόσεις. Συνεπώς, ο Corsair Force Series Gen.4 PCIe MP600 Pro 2TB πρέπει να χρησιμοποιείται μόνο με την ψύκτρα του. Αν η μητρική διαθέτει ενσωματωμένη ψύκτρα για SSD, είναι σημαντικό αυτή να είναι τουλάχιστον εξ ίσου αποδοτική με αυτήν που έρχεται με drive, αλλιώς είναι καλύτερα να την αφαιρέσουμε και να αφήσουμε τον Corsair Force Series Gen.4 PCIe MP600 Pro 2TB με την ψύκτρα του. Μια ακόμη καλύτερη λύση, για όποιον έχει τη δυνατότητα, είναι η υδρόψυξη του Corsair Force Series Gen.4 PCIe MP600 Pro 2TB. Η Corsair προσφέρει το drive με ενσωματωμένο water block, με κόστος 25€ επιπλέον ή μπορείτε να προμηθευτείτε σκέτο το water block για να αντικαταστήσετε την ψύκτρα του Corsair Force Series Gen.4 PCIe MP600 Pro 2TB που έχετε ήδη αγοράσει, με κόστος 39,90€. Με την υδρόψυξη του Corsair Force Series Gen.4 PCIe MP600 Pro 2TB, η θερμοκρασία παύει να είναι περιοριστικός παράγοντας και το drive μπορεί να αποδώσει ακόμα καλύτερα. Είναι όμως σημαντικό να σημειώσουμε ότι οι παραπάνω συνθήκες συνεχών εγγραφών σε τόσο μεγάλη έκταση είναι άκρως απίθανο να συμβούν σε πραγματική χρήση και η ύπαρξη της ψύκτρας είναι γενικά αρκετή για να εξασφαλίσει την εύρυθμη λειτουργία του drive. Συμπεράσματα και βαθμολογία - Το δια ταύτα Κάπως έτσι φτάσαμε στην ώρα του απολογισμού και των συμπερασμάτων. Σε αυτούς που πηδάνε από την εισαγωγή στον επίλογο, να πω ότι δεν έχετε καμία ελπίδα. Είναι τόσο πολλά αυτά που έχουμε εξηγήσει για την τεχνολογία και τις ιδιαιτερότητες του Corsair Force Series Gen.4 PCIe MP600 Pro 2TB που ο επίλογος σε καμία περίπτωση δε φτάνει για να τα συνοψίσουμε και να τα καταλάβετε. Γυρίστε πίσω λοιπόν και τα ξαναλέμε εδώ σε λίγο. Για όσους διάβασαν κανονικά το review, έχετε ήδη καταλάβει ότι ο Corsair Force Series Gen.4 PCIe MP600 Pro 2TB είναι ένα drive με πολύ καλή ποιότητα κατασκευής, ωραία εμφάνιση, μια ωραιότατη ψύκτρα, 5ετή εγγύηση και προδιαγραφές για να γράψει 1400ΤΒ στη διάρκεια της ζωής του. Διαθέτει επίσης end-to-end data protection για την εξασφάλιση των δεδομένων σας, pyrite/OPAL AES 256-bit encryption για την κρυπτογράφησή τους και θερμικό έλεγχο για τη μακροζωία του drive. Βασίζεται στον controller Phison PS5018-E18, ο οποίος αποτελεί πολύ μεγάλη αναβάθμιση από τον Phison PS5016-E16 που είχαμε δει στον Corsair Force Series Gen.4 PCIe MP600 2TB και το αποτέλεσμα φάνηκε εμφατικά στις μετρήσεις, δίνοντας τα καλύτερα αποτελέσματα ταχύτητας που έχουμε δει έως τώρα στα reviews του TheLab.gr. Τη στιγμή εγγραφής αυτού του review, ο Corsair Force Series Gen.4 PCIe MP600 Pro 2TB δεν βρέθηκε σε κάποιο Ελληνικό κατάστημα. Το κόστος του, όπως αναφέρεται στην ιστοσελίδα της Corsair, ανέρχεται στα 454,99€, συμπεριλαμβανομένου του ΦΠΑ, ενώ η έκδοση με το water block κοστίζει 25€ περισσότερο. Η αναμενόμενη τιμή στην αγορά είναι σίγουρα χαμηλότερη. Ενδεικτικά, στο γερμανικό Amazon, βρίσκουμε τον Corsair Force Series Gen.4 PCIe MP600 Pro 2TB με κόστος αγοράς 413,99€. Το κόστος αυτό σίγουρα δεν μπορεί να χαρακτηριστεί value for money, αλλά αυτό είναι φυσιολογικό όταν μιλάμε για την αιχμή της τεχνολογίας. Ας συνοψίσουμε τα πλεονεκτήματα και τα μειονεκτήματα του Corsair Force Series Gen.4 PCIe MP600 Pro 2TB: Πλεονεκτήματα + Εξαιρετικές επιδόσεις σε PCIe 4.0 + Εξαιρετικές επιδόσεις σε PCIe 3.0 + 5ετής εγγύηση + 1400TBW + Ποιότητα κατασκευής + End-to-end data protection + Pyrite/OPAL AES 256-bit encryption + Μαύρο PCB και ωραία ψύκτρα + Δυνατότητα αγοράς με water block Μειονεκτήματα - Τιμή - Το συνοδευτικό λογισμικό χρειάζεται ανανέωση Με βάση τα παραπάνω, η συνολική βαθμολογία του Corsair Force Series Gen.4 PCIe MP600 Pro 2TB είναι:  theLAB.gr Ευχαριστούμε θερμά την Corsair για την παραχώρηση του δείγματος της δοκιμής. Πολύμερος Αχανιώτης 01/03/2021
  17. Εισαγωγή Ως Reviewer είμαι υποχρεωμένος να μελετάω και να παρουσιάζω αμερόληπτα όλα τα προϊόντα που φτάνουν στον πάγκο των δοκιμών του TheLab.gr. Αλλά ως επαγγελματίας στο χώρο του IT και ως enthousiast, δεν μπορώ παρά να βλέπω με μια γερή δόση σκεπτικισμού την έκρηξη που βιώνουμε τελευταία στις χωρητικότητες των consumer grade SSD, καθώς η αύξηση αυτή δεν ήρθε μόνη, αλλά ως φυσικό επακόλουθο της χρήσης από τις κατασκευάστριες εταιρίες, μνημών NAND με μεγαλύτερη μεν χωρητικότητα αλλά με χαμηλότερες ταχύτητες και μικρότερη διάρκεια ζωής. Η πιο πρόσφατη σχετική εξέλιξη στις NAND ακούει στο όνομα QLC και επιτρέπει την αποθήκευση 4bit δεδομένων σε κάθε κελί. Τέτοιες ακριβώς είναι και οι NAND του SSD που βρέθηκε σήμερα στον πάγκο μου, του Corsair Force Series MP400, επιτρέποντας στην κατασκευάστρια εταιρία να διαθέσει στην αγορά μοντέλα του 1, 2, 4 και 8ΤΒ! Το μοντέλο που θα δούμε σήμερα είναι ο Corsair Force Series MP400 4TB. Η χωρητικότητα των 4TB στο τόσο μικρό form factor του Μ.2 2280 είναι πραγματικά εντυπωσιακή, πόσο δε μάλλον με ταχύτητες SSD! Μένει να δούμε αν η χρήση 3D QLC NAND έφερε το κόστος σε εφικτά επίπεδα χωρίς υπερβολικές επιπτώσεις στην ταχύτητα και μακροζωία του drive. Από τη Συσκευασία Μέχρι το Πυρίτιο - Τι ακριβώς αγοράζουμε Ας πάρουμε όμως τα πράγματα από την αρχή και ας ξεκινήσουμε με τη συσκευασία, η οποία κινείται στα γνωστά χρώματα της εταιρίας και παρέχει τις συνηθισμένες πληροφορίες καθώς και μια φωτογραφία του προϊόντος. Όπως μας ενημερώνει η πίσω όψη, το drive κατασκευάζεται στην Taiwan και οι επιδόσεις του διαφέρουν ανάλογα με τη χωρητικότητα. Το εμπρός μέρος μας λέει ότι για την εν λόγω χωρητικότητα των 4TB, μπορούμε να περιμένουμε ανάγνωση με σειριακή ταχύτητα έως 3480MB/s και 610000 IOPS στην τυχαία προσπέλαση αρχείων 4Κ. Όσον αφορά τις εγγραφές, οι αντίστοιχες επιδόσεις είναι 3000MB/s και 710000 IOPS. Εντός της συσκευασίας βρίσκουμε το τυπικό και αχρείαστο Manual με οδηγίες εγκατάστασης και το drive, προστατευμένο σε διάφανο πλαστικό. Το drive χρησιμοποιεί μαύρο PCB και ένα μαύρο αυτοκόλλητο, με αποτέλεσμα να είναι αρκετά όμορφο. Στο πίσω μέρος φέρει αυτοκόλλητο με το ακριβές μοντέλο (χωρητικότητα) και τις απαραίτητες πληροφορίες και πιστοποιήσεις. Καθώς μιλάμε για χωρητικότητα 4TB, το PCB είναι πυκνοκατοικημένο και φέρει 4 NAND και 1 cache RAM σε κάθε πλευρά - σύνολο 8 NAND και 2 cache RAM -, ενώ ο Controller βρίσκεται στην επάνω πλευρά, όπου επίσης βρίσκεται και το chip που κάνει τη διαχείριση ισχύος του drive. Ο Controller είναι ο Phison PS5012-E12S ο οποίος υποστηρίζει συνολικές χωρητικότητες από 256GB έως 8TB και χρήση TLC και QLC NAND. Το πρωτόκολλο επικοινωνίας που υποστηρίζει είναι το PCIe 3.0 και χρησιμοποιεί 4 lanes (x4). Στην περίπτωση του Corsair Force Series MP400 4TB που χρησιμοποιεί QLC NAND συνολικής χωρητικότητας 4TB, η θεωρητική μέγιστη σειριακή ταχύτητα ανάγνωσης φτάνει τα 3400MB/s, ενώ η σειριακή ταχύτητα εγγραφής τα 3000MB/s. Όσον αφορά τις επιδόσεις σε τυχαία προσπέλαση αρχείων 4K, η θεωρητική μέγιστη επίδοση ανάγνωσης είναι τα 480K IOPS και η αντίστοιχη εγγραφής τα 680k IOPS. Οι παρατηρητικοί θα πρόσεξαν ότι η Corsair δηλώνει επιδόσεις που δεν μπορεί να φτάσει ο Controller. Μένει να δούμε αν η εταιρία χρησιμοποιεί κάποια ειδική έκδοση Controller ή firmware ή απλά υπερεκτιμά τις δυνατότητες του drive. Ο Controller της Phison διαθέτει πληθώρα προχωρημένων λειτουργιών, όπως End-To-End Data Protection, κρυπτογράφηση Pyrite/OPAL και Thermal Monitoring. Λεπτομέρειες για όλα αυτά μπορείτε να διαβάσετε στο Datasheet του Phison PS5012-E12S. Η NAND που χρησιμοποιεί ο Corsair Force Series MP400 4TB αποτελείται από 8 chip της Micron με κωδικό IA7HG66AWA, τα οποία είναι τύπου 3D QLC 96 επιπέδων και χωρητικότητας 512MB έκαστο. Η μνήμη cache αποτελείται από 2 chip της Nanya, με κωδικό NT5CC256M16ER-EK. Πρόκειται για μνήμη RAM τύπου DDR3 και χρονισμού 1866MHz, ενώ η χωρητικότητα του κάθε chip είναι 4Gb. Αυτό σημαίνει ότι η συνολική cache του drive είναι 8Gb, δηλαδή 1GB, όχι ιδιαίτερα μεγάλη για ένα drive των 4TB. Η διαχείριση της ισχύος του drive γίνεται από το chip με κωδικό PS6102-22 της Phison. Τεχνικά Χαρακτηριστικά Τα τεχνικά χαρακτηριστικά του Corsair Force Series MP400 4TB, ακριβώς όπως αναφέρονται στην ιστοσελίδα της Corsair, φαίνονται στον παρακάτω πίνακα. Οι επιδόσεις που υπόσχεται το drive ξεπερνούν τις προδιαγραφές του Controller που διαθέτει, και ως εκ τούτου, παραμένω σκεπτικός για το αν τις επιτυγχάνει. Η αντοχή που υπόσχεται η Corsair φτάνει τα 800ΤΒ εγγραφών, κάτι που δείχνει τη μικρότερη αντοχή του drive στις εγγραφές από υλοποιήσεις που κάνουν χρήση TLC NAND, καθώς ο μισής χωρητικότητας Corsair Force Series Gen.4 PCIe MP600 2TB υπόσχεται την κατά πολύ μεγαλύτερη αντοχή σε εγγραφές των 3600TB. Το προτεινόμενο κόστος για τον Corsair Force Series MP400 4TB από την κατασκευάστρια εταιρία ανέρχεται στα €649.99, ενώ η χαμηλότερη τιμή στην Ελληνική αγορά είναι στα €571.40 μη συμπεριλαμβανομένων των μεταφορικών. Το drive συνοδεύεται από 5ετή εγγύηση. Συνοδευτικό Λογισμικό Το λογισμικό που συνοδεύει τους SSDs της Corsair, ονομάζεται Corsair SSD Toolbox. Σε αντίθεση με την εξαιρετική δουλειά πού έχει κάνει η Corsair με το iCue, το Corsair SSD Toolbox έχει μείνει χωρίς ουσιαστική εξέλιξη εδώ και αρκετά χρόνια, κάτι που είναι άμεσα εμφανές από το ξεπερασμένο αισθητικά interface του. Εν τούτοις, είναι εύκολο στη χρήση, απλό στη λειτουργία και παρέχει ουσιαστικά όλες τις απαραίτητες λειτουργίες. Η πλοήγηση γίνεται από το κάθετο μενού στα αριστερά και περιλαμβάνει 6 καρτέλες. Στην πρώτη, που ονομάζεται Drive Information (πληροφορίες για το drive), βλέπουμε τα βασικά στοιχεία του κάθε συνδεδεμένου drive και, εφ' όσον αυτό υποστηρίζεται από το πρόγραμμα, μπορούμε να κάνουμε και Firmware Update. Ο έλεγχος του firmware είναι άμεσος και online, απλοποιώντας τη διαδικασία και ελαχιστοποιώντας πιθανά λάθη του χρήστη. Η δεύτερη καρτέλα που ονομάζεται Overprovision αφορά το manual Over Provisioning, κάτι που δεν υποστηρίζεται από τον Corsair Force Series MP400 4TB. Η τρίτη καρτέλα, S.M.A.R.T. Status (κατάσταση του S.M.A.R.T.) μας δίνει πληροφορίες για την κατάσταση του drive, όπως την υγεία του και το σύνολο των αναγνώσεων και εγγραφών που έχει συνολικά πραγματοποιήσει. Σε αυτήν την καρτέλα θα προτιμούσαμε σαφώς μια πιο εύληπτη παρουσίαση για τον μη ειδικό χρήστη και όχι μια ξερή παρουσίαση των περιεχομένων του S.M.A.R.T. table. Η τέταρτη καρτέλα λέγεται Disk Clone (κλωνοποίηση δίσκου) και περιέχει ένα απλό αλλά βολικό Disk Cloning εργαλείο. Η πέμπτη καρτέλα που ονομάζεται Optimize (βελτιστοποίηση), περιέχει την εντολή ενεργοποίησης του TRIM, κάτι που στον Corsair Force Series MP400 4TB ελέγχεται από τα Windows και δεν μπορεί να ενεργοποιηθεί κατά βούληση από το χρήστη. Η έκτη και τελευταία καρτέλα με το όνομα Secure Wipe (ασφαλής καθαρισμός) περιέχει ένα εργαλείο ασφαλούς διαγραφής των περιεχομένων του drive, με τρόπο ώστε η επαναφορά τους να είναι αδύνατη. Τα 3 εικονίδια πάνω αριστερά, κάτω από το σήμα της Corsair, αφορούν τη λειτουργία βοήθειας, που εξηγεί κάποιες λειτουργίες του προγράμματος, τις πληροφορίες της έκδοσης του προγράμματος και την ανανέωση της λίστας των drives. Οι 3 αυτές λειτουργίες είναι αυτονόητες και δεν έχουμε πολλά να πούμε σχετικά. Η τελευταία έκδοση του Corsair SSD Toolbox είναι η 1.2.5.7. Συνολικά, το Corsair SSD Toolbox κάνει τα βασικά που χρειάζεται, αλλά θα θέλαμε να δούμε μια ανανεωμένη έκδοση, με μοντέρνο interface και μεγαλύτερη φιλικότητα προς το χρήστη. Σύστημα Δοκιμών και Μεθοδολογία Το σύστημα πάνω στο οποίο δοκιμάστηκε ο Corsair Force Series MP400 4TB είναι το γνωστό μας benchtable που είναι στημένο πάνω στην Asrock Z97X Killer. Ο επεξεργαστής είναι ο Intel G3258 Anniversary Edition που παρέμεινε δροσερός χάρη στην Corsair Hydro Series H100i GTX. Η μνήμη είναι στα 8GB που υπερκαλύπτουν τις απαιτήσεις μας στα συγκεκριμένα τεστ, το τροφοδοτικό είναι το Cooler Master V650 και το σύστημα είναι στημένο στο Cooler Master Test Bench V1.0. Καθώς η M.2 υποδοχή της Asrock Z97X Killer υποστηρίζει μόνο PCIe 3.0 2X και όχι 4X, χρησιμοποιήθηκε ένας μετατροπέας PCIe 4X σε M.2. Ευχαριστούμε θερμά την Asrock, την Cooler Master και την Corsair για τα εξαρτήματα που μας παρείχαν για την κατασκευή του συστήματος δοκιμών! Παρακάτω βλέπετε τις πλήρεις προδιαγραφές του συστήματος δοκιμών. Το λειτουργικό σύστημα πάνω στο οποίο γίνονται οι δοκιμές είναι τα Windows 10 Pro 64bit. Οι δοκιμές στις οποίες υποβάλαμε τον Corsair Force Series MP400 4TB χωρίζονται σε 3 κατηγορίες: Συνθετικά Benchmarks Χρήση των Program Traces του PCMark 8 για να δούμε τη συμπεριφορά του drive σε καθημερινή χρήση. Ανάλυση σε βάθος Οι επιδόσεις του drive συγκρίθηκαν με τον Corsair Force Series Gen.4 PCIe MP600 2TB, τον Corsair Force Series MP510 960GB και τον Samsung 970 EVO 250GB. Δυστυχώς δεν είχαμε διαθέσιμο κάποιον Samsung 970 EVO αντίστοιχης χωρητικότητας και καθώς οι επιδόσεις των εγγραφών επηρεάζονται ιδιαιτέρως από το πλήθος των πακέτων NAND και ο Samsung 970 EVO 250GB διαθέτει 2 πακέτα NAND έναντι των 4 των άλλων 2 SSD και των 8 του Corsair Force Series MP400 4TB, αυτό θα ληφθεί υπ' όψιν στη διεξαγωγή των συμπερασμάτων. Μείνετε συντονισμένοι. Μετά τις δοκιμές ακολουθεί σχολιασμός, βαθμολογία και συμπεράσματα. Benchmarks Ξεκινάμε με το ATTO. To ATTO είναι το μακράν πιο γενναιόδωρο benchmark όσον αφορά τα θετικά αποτελέσματα ταχύτητας και γι αυτό οι περισσότερες εταιρείες το χρησιμοποιούν για να δηλώσουν τις μέγιστες επιδόσεις σειριακής ανάγνωσης και εγγραφής των drives τους. Αυτό που βλέπουμε είναι ότι στις εγγραφές, το drive φτάνει τις υποσχόμενες ταχύτητες, καθώς αυτές είναι και εντός των δυνατοτήτων του Controller. Στις αναγνώσεις όμως, οι επιδόσεις είναι περίπου ίδιες με τις εγγραφές, κάτι που δείχνει ότι το drive δεν επιτυγχάνει ούτε αυτά που υπόσχεται, ούτε καν τις μέγιστες επιδόσεις του Controller. Σε κάθε περίπτωση, ο Corsair Force Series MP400 4TB δεν τα πήγε καθόλου άσχημα και έπιασε επιδόσεις αντίστοιχες του Corsair Force Series MP510 960GB, ο οποίος χρησιμοποιεί την ταχύτερη και ακριβότερη TLC NAND, όπως και αντίστοιχες του Samsung 970 EVO 250GB, λαμβάνοντας πάντα υπ' όψιν ότι ο EVO διαθέτει 2 πακέτα NAND (όπως εξηγήσαμε στη μεθοδολογία) και έτσι είναι εύλογο και αναμενόμενο ο EVO να έχει περίπου τις μισές επιδόσεις στις σειριακές εγγραφές. Στο CrystalDiskMark 6.0.2 ο Corsair Force Series MP400 4TB τα πηγαίνει πολύ καλά και μάλιστα σε πολλές μετρήσεις περνάει σε ταχύτητα κάποια drives που χρησιμοποιούν TLC. Τα αποτελέσματα του AS SSD Benchmark λένε την ίδια ιστορία, όπου συνολικά ο Corsair Force Series MP400 4TB πλασάρεται πολύ ανταγωνιστικά μεταξύ των άλλων drives, τα οποία χρησιμοποιούν ταχύτερη NAND. Ως εδώ, τα πράγματα είναι αναμενόμενα, καθώς οι μετρήσεις λαμβάνουν χώρα στο κομμάτι της NAND που ο Corsair Force Series MP400 4TB χρησιμοποιεί σε SLC mode, κάτι που θα εξηγήσουμε παρακάτω, και συνεπώς δε γίνεται αισθητό το μειονέκτημα ταχύτητας που επιφέρει η QLC NAND, έναντι της TLC. Το Anvil's Storage Utilities benchmark είναι όμως πιο απαιτητικό και συνεπώς αρχίζει να φαίνεται αυτό το μειονέκτημα. Θυμίζουμε ότι ο Samsung 970 EVO 250GB υστερεί λόγω του ότι διαθέτει μόνο 2 πακέτα NAND. Εδώ βλέπουμε πιο αναλυτικά τα αποτελέσματα του Anvil's Storage Utilities 1.1.0, για όποιον θέλει να εμβαθύνει περισσότερο. Τα AIDA64 Average Read και Write Access δείχνουν ότι ο Corsair Force Series MP400 4TB έχει καλή ανταπόκριση στις εντολές, αντίστοιχη με αυτή των υπολοίπων drives που δοκιμάστηκαν. Τα παραπάνω συμπεράσματα φαίνεται να επιβεβαιώνονται και από τα αποτελέσματα του HD Tune Pro Random Read και Write Access, αν και εδώ η παρουσίαση είναι πιο αναλυτική και φαίνεται ένα υπαρκτό αλλά όχι εμφανές κατά τη χρήση μειονέκτημα του Corsair Force Series MP400 4TB. Τα συνολικά αποτελέσματα των benchmarks δείχνουν ότι όσο ο Corsair Force Series MP400 4TB δεν πιέζεται τα αποτελέσματά του είναι αντίστοιχα με αυτά των drives που χρησιμοποιούν την ακριβότερη TLC NAND. Ας πάμε να δούμε τι σημαίνει αυτό στον πραγματικό κόσμο. Program Traces - PCMark 8 Το drive benchmark του PCMark 8 χρησιμοποιεί traces χρήσης πραγματικών προγραμμάτων για να προσομοιώσει τη συμπεριφορά και τις επιδόσεις ενός drive κατά την πραγματική χρήση. Όπως μας είχαν υποψιάσει τα αποτελέσματα των συνθετικών benchmarks, ο Corsair Force Series MP400 4TB έχει εφάμιλλα αποτελέσματα με τα άλλα drives, όσο το φορτίο είναι ελαφρύ. Όταν οι απαιτήσεις ανεβαίνουν, όπως φαίνεται από τα αποτελέσματα της μέτρησης Photoshop heavy, η χαμηλότερη εγγενής ταχύτητα της QLC NAND έναντι της TLC, γίνεται εμφανής, χωρίς όμως να είναι και πολύ μεγάλη η διαφορά στις επιδόσεις. Πώς όμως λειτουργεί η QLC NAND για να έχει επιδόσεις εφάμιλλες με αυτές ταχύτερων NAND, όταν το φορτίο δεν είναι βαρύ και γιατί όταν το φορτίο γίνεται βαρύ, φαίνεται το μειονέκτημα στην ταχύτητα; Για να το απαντήσουμε αυτό, θα χρειαστεί μια ανάλυση σε μεγαλύτερο βάθος. Ανάλυση σε βάθος Σε αυτό το τμήμα του review, θα χρησιμοποιήσουμε κάποιες πιο εξειδικευμένες δοκιμασίες για να δούμε τη συμπεριφορά του drive με περισσότερη λεπτομέρεια. Συγκεκριμένα θα χρησιμοποιήσουμε το Disk Benchmark του AIDA64. Ξεκινάμε με το Linear Read, το οποίο διαβάζει όλη την έκταση της μνήμης NAND του drive και καταγράφει την ταχύτητα σε κάθε σημείο. Η ανάγνωση όλου του drive των 4TB απαίτησε 33 λεπτά και 28 δευτερόλεπτα και έγινε με μέση ταχύτητα τα 2010,1MB/s. Υπήρξαν κάποιες κορυφές που έφτασαν σε ταχύτητα ανάγνωσης τα 2532,6MB/s αλλά δεν υπήρχαν απότομες πτώσεις και έτσι η ελάχιστη ταχύτητα δεν έπεσε κάτω από τα 1937,4MB/s. Στη μέτρηση αυτή βλέπουμε ουσιαστικά την ταχύτητα ανάγνωσης που μπορεί να φτάσει η QLC NAND του drive, καθώς η μνήμη cache δεν είναι αρκετή για να επηρεάσει ουσιαστικά τις επιδόσεις όταν γίνεται μια συνεχής και τόσο εκτεταμένη ανάγνωση. Η ταχύτητα ανάγνωσης είναι αναμενόμενη και περίπου 15% πιο αργή από αυτή που είδαμε στην αντίστοιχη δοκιμασία του Corsair Force Series MP510 960GB, ο οποίος χρησιμοποιεί την ταχύτερη TLC NAND. Οι εγγραφές αποκαλύπτουν μια πιο ατυχή ιστορία, τη γνωστή πονεμένη ιστορία όλων των SSD που χρησιμοποιούν QLC ή TLC. Βλέπετε, οι QLC και οι TLC NAND δεν έχουν καλές ταχύτητες εγγραφής. Γι αυτό οι εταιρείες δε διαφημίζουν ποτέ αυτή την ταχύτητα. Αντιθέτως, χρησιμοποιούν ένα μέρος της QLC ή TLC NAND σε λειτουργία SLC και αυτής την ταχύτητα διαφημίζουν ως ταχύτητα του drive. Όπα φίλε, μισό λεπτό! Τι είναι αυτό το QLC / TLC και τι είναι το SLC που μας λες; OK, μικρή ανάλυση λοιπόν, για να είμαστε στην ίδια σελίδα. Να με συγχωρήσουν οι γνώστες και τελειομανείς που θα είναι πολύ εκλαϊκευμένη η εξήγηση και οι μη σχετικοί που θα είναι πολύ "επιστημονική", αλλά πρέπει να συναντηθούμε κάπου στη μέση. Το κάθε κελί μνήμης τύπου NAND, μπορεί να αποθηκεύσει μία ηλεκτρική τάση και να την κρατήσει εκεί. Στην περίπτωση του πρώτου τύπου NAND που χρησιμοποιήθηκε σε SSD, τον τύπο SLC (Single Level Cell) αν υπάρχει ηλεκτρική τάση, αυτό σημαίνει αξία 1 και αν δεν υπάρχει, αξία 0. Αυτό για τον υπολογιστή είναι ένα bit και 8 bits μας κάνουν ένα byte. Στην SLC NAND λοιπόν, κάθε κελί αποθηκεύει 1 bit και ο Controller έχει την πολύ εύκολη δουλειά να ξεχωρίσει ανάμεσα σε τάση και όχι τάση, πράγμα που γίνεται με πολύ μεγάλη ταχύτητα και ακόμη και αν το κελί έχει παλιώσει και φθαρεί. Συνεπώς η SLC NAND είναι πολύ γρήγορη και πολύ ανθεκτική στις εγγραφές που φθείρουν τα κελιά της. Αποθηκεύει όμως 1 μόνο bit ανά κελί. SLC NAND βρίσκαμε μόνο σε Enterprise level SSDs γιατί παρά τα πλεονεκτήματά της, είναι πολύ ακριβή. Και τώρα πλέον, ούτε καν εκεί. H MLC NAND αποθηκεύει 2 bit σε κάθε κελί. Ναι, αλλά εμείς είπαμε ότι το μόνο που αποθηκεύει ένα κελί NAND είναι μια ηλεκτρική τάση. Πώς λοιπόν μια ηλεκτρική τάση μπορεί να αντιστοιχιστεί σε 2 bit, δηλαδή σε ένα οποιονδήποτε διψήφιο συνδυασμό από 0 και 1; Απλό! Οι συνδυασμοί αυτοί κατά το νόμο των πιθανοτήτων είναι 22 δηλαδή 4 και συγκεκριμένα οι 00, 01, 10, και 11. Αν θεωρήσουμε ότι η απουσία ηλεκτρικής τάσης αντιστοιχεί στο 00, θα χρειαστούμε 3 διαφορετικές ηλεκτρικές τάσεις για να αντιστοιχίσουμε στις υπόλοιπες τιμές. Κάπως έτσι λειτουργεί η MLC. Είναι πλέον προφανές ότι η MLC θα λειτουργεί πιο αργά από την SLC, καθώς ο ελεγκτής θα πρέπει να ξεχωρίσει 4 διαφορετικές καταστάσεις του κάθε κελιού, συμπεριλαμβανομένων 3 διαφορετικών ηλεκτρικών τάσεων. Συνεπώς το σύστημα θα λειτουργεί πιο αργά και επιπλέον θα είναι πιο επιρρεπές στη φθορά των κελιών κατά τις εγγραφές και θα έχει μικρότερη διάρκεια ζωής. Η TLC NAND (που χρησιμοποιούν όλοι οι SSD με τους οποίους συγκρίνουμε τον Corsair Force Series MP400 4TB) αποθηκεύει 3 bit σε κάθε κελί. Αυτό σημαίνει 23 δηλαδή 8 διαφορετικούς συνδυασμούς (000, 001, 010, 100, 011, 110, 101, 111). Κατά αναλογία με πριν, έχουμε εκτός από την απουσία τάσης, 7 διαφορετικές τιμές, κάτι που κάνει πιο δύσκολη τη δουλειά του Controller. Εδώ πλέον οι εγγραφές γίνονται πολύ αργές. Η δε φθορά των κελιών που προκαλείται από τους κύκλους εγγραφών είναι πιο σημαντική και η ζωή των κελιών πιο μικρή. Η QLC NAND, που χρησιμοποιεί ο Corsair Force Series MP400 4TB, αποθηκεύει 4 bit σε κάθε κελί! Αυτό σημαίνει 24 δηλαδή 16 διαφορετικούς συνδυασμούς (0000, 0001, 0010, 0110, 0100, 0101, 0110, 0111, 1000, 1001, 1010, 1011, 1100, 1101, 1110, 1111). Κατά αναλογία με πριν, έχουμε εκτός από την απουσία τάσης, 15 διαφορετικές τιμές που κάνει πολύ πιο δύσκολη τη δουλειά του Controller. Εδώ πλέον οι εγγραφές γίνονται πάρα πολύ αργές. Η φθορά των κελιών που προκαλείται από τους κύκλους εγγραφών είναι ακόμα πιο σημαντική και η ζωή των κελιών πολύ πιο μικρή. Για να το αντιμετωπίσουν αυτό οι εταιρείες και να κάνουν τη χρήση QLC (και TLC) NAND μια βιώσιμη λύση για τους SSD, χρησιμοποιούν κάποια τεχνάσματα που βασίζονται σε πολύπλοκους και ισχυρούς ελεγκτές και εξειδικευμένο firmware. Το πιο βασικό τέχνασμα είναι να χρησιμοποιούν ένα μέρος της ελεύθερης QLC (ή TLC) NAND σε λειτουργία SLC, εν είδει cache. Δηλαδή οι εγγραφές πραγματοποιούνται στην SLC cache σε πραγματικό χρόνο και αργότερα, το drive με την ησυχία του περνάει τα δεδομένα στην πολύ πιο αργή QLC (ή TLC) NAND. Φυσικά οι εταιρείες δεν το διαφημίζουν αυτό και ο μέσος χρήστης νομίζει ότι αγοράζει drive με ταχύτητες εγγραφής που μπορεί να πετύχει η NAND του drive όταν λειτουργεί ως SLC cache ενώ η αλήθεια είναι πολύ πιο πικρή. Γι αυτό βλέπουμε τα QLC και TLC drives που είναι πολύ πιο οικονομικά από τα MLC να διαφημίζουν μερικές φορές υψηλότερες ταχύτητες, αυτές της πολύ γρήγορης SLC cache, η οποία όμως όταν τελειώνει κατά τη διάρκεια μεγαλύτερων εγγραφών, ξαφνικά στέλνει τις επιδόσεις βόλτα και μάλιστα με τα πόδια! Πόση σημασία έχει αυτό στην πράξη; Μεγάλη κουβέντα και οι απόψεις διίστανται. Σε μια απλή χρήση που βασίζεται κυρίως σε αναγνώσεις και λίγες εγγραφές, τα QLC (και περισσότερο τα TLC) drives τα πάνε σχετικά καλά. Όταν τα πράγματα ζορίζουν και χρειάζονται μεγαλύτερες και συχνότερες εγγραφές που δε δίνουν χρόνο στην SLC cache των QLC και TLC drives να αδειάσει τα δεδομένα της και να είναι έτοιμη για την επόμενη χρήση, ίσως θα ήταν καλύτερη η χρήση ενός SSD με MLC NAND. Τώρα που ξέρουμε λοιπόν, ας πάμε να δούμε πώς συμπεριφέρεται ο Corsair Force Series MP400 4TB στις εγγραφές. Βλέπουμε ότι το drive χρησιμοποιεί το 25% του διαθέσιμου χώρου του ως SLC cache και σε αυτή επιτυγχάνει ταχύτητες κοντά στα 2400MB/s. Παρόμοια ταχύτητα είχαμε δει και στο τμήμα που χρησιμοποιούσε ως SLC cache ο Corsair Force Series MP510 960GB, με την ταχύτερη TLC NAND. Η σημαντική διαφορά είναι όταν γεμίζει η SLC cache χωρίς να έχει το χρόνο ο Controller να περάσει τα δεδομένα στην υπόλοιπη QLC NAND. Τότε βλέπουμε μια τεράστια πτώση στην ταχύτητα, η οποία βυθίζεται στα 250MB/s. Αυτό οδήγησε στο να χρειαστούν σχεδόν 3 ώρες για να ολοκληρωθεί η δοκιμασία των εγγραφών σε όλη την έκταση του drive. Για σύγκριση η TLC του Corsair Force Series MP510 960GB έπεφτε στα περίπου στα 1000MB/s όταν γέμιζε η SLC cache. Για να κάνουμε τα πράγματα ακόμη πιο παράξενα, η ταχύτητα της TLC cache του Corsair Force Series Gen.4 PCIe MP600 2TB που είναι ένα πιο γρήγορο PCIe 4.0 drive, επίσης με TLC NAND όπως και ο Corsair Force Series MP510 960GB, έπεφτε περίπου στα 600MB/s. Αυτό μας δείχνει ότι παίζει ρόλο και το μέγεθος των πακέτων της NAND εκτός από το είδος τους. Σε κάθε περίπτωση, το συμπέρασμα βγήκε και είναι ότι οι εγγραφές του Corsair Force Series MP400 4TB είναι γρήγορες μόνο όσο υπάρχει διαθέσιμη SLC cache ενώ όταν αυτή είναι γεμάτη και οι εγγραφές γίνονται απ' ευθείας στην QLC NAND, οι ταχύτητες πλησιάζουν επικίνδυνα αυτές των μηχανικών σκληρών δίσκων. Είναι πρόβλημα αυτό, θα αναρωτηθεί κανείς. Η απάντηση είναι ότι εξαρτάται. Και ναι, οι περισσότεροι ήδη σκέφτονται ότι το 25% ενός drive των 4TB είναι 1 ολάκερο TB, το οποίο δε θα γεμίσει σχεδόν ποτέ μεμιάς, για να στείλει την ταχύτητα των εγγραφών στα τάρταρα. Όμως κάποιος που αγοράζει ένα drive 4TB είναι μάλλον πιθανό ότι θέλει να γράψει δεδομένα σε αυτό, με αποτέλεσμα τα 4TB να μην είναι διαθέσιμα. Καθώς λοιπόν το drive θα γεμίζει, το 25% του ελεύθερου χώρου που θα χρησιμοποιεί ως SLC cache θα είναι όλο και μικρότερο. Συνεπώς, ο κάθε χρήστης πρέπει να σκεφτεί το σενάριο χρήσης του και να αποφασίσει αν χρειάζεται ένα μεγάλο και σχετικά οικονομικό drive (για το μέγεθος και τον τύπο) ή προτιμάει ένα drive που μπορεί να διατηρεί καλύτερα (TLC) ή άριστα (MLC) τις ταχύτητες εγγραφής, ανεξαρτήτως συνθηκών. Συμπεράσματα και βαθμολογία - Το δια ταύτα O Corsair Force Series MP400 4TB είναι ένα εντυπωσιακά μεγάλης χωρητικότητας Μ.2 2280 NVME drive που ενσωματώνει έναν σύγχρονο Controller με όλα τα σημαντικά καλούδια, όπως End-To-End Data Protection, κρυπτογράφηση Pyrite/OPAL και Thermal Monitoring. Για να πετύχει τόσο μεγάλη χωρητικότητα, σε τόσο μικρό μέγεθος και με σχετικά προσιτή τιμή, χρησιμοποιεί QLC NAND, η οποία επιβάλλει κάποιες παραχωρήσεις στην ταχύτητα, ειδικά σε αυτή των εγγραφών, όταν οι εγγραφές μεγάλες και συνεχείς. Σε αυτές τις περιπτώσεις, η ταχύτητα εγγραφής πέφτει σημαντικά και χρήστες που εργάζονται με σχετικά σενάρια χρήσης θα κάνουν καλά να επιλέξουν κάποιο άλλο drive που δε χρησιμοποιεί QLC NAND. Προς την ίδια κατεύθυνση οδηγεί και η συνολική αντοχή του drive στις εγγραφές, που τοποθετείται από την εταιρία στα 800TBW (θυμίζουμε ότι ο μισής χωρητικότητας Corsair Force Series Gen.4 PCIe MP600 2TB προσφέρεται με 3600TBW). Για τους χρήστες που θέλουν μεγάλη χωρητικότητα σε μικρό form factor και σχετικά προσιτή τιμή και το σενάριο εργασίας τους δεν είναι εξαιρετικά απαιτητικό όσον αφορά τις εγγραφές, η QLC NAND είναι μονόδρομος και ο Corsair Force Series MP400 4TB δεν έχει τίποτα να ζηλέψει από τον ανταγωνισμό, ακόμη και όταν αυτός χρησιμοποιεί την ταχύτερου τύπου TLC NAND. Βέβαια, όταν λέμε ότι η τιμή είναι προσιτή, μιλάμε πάντα σε σχέση με τη μεγάλη χωρητικότητα και το μικρό form factor που προσφέρει απλόχερα ο Corsair Force Series MP400 4TB. Έτσι, η χαμηλότερη τιμή του Corsair Force Series MP400 4TB στην Ελληνική αγορά είναι τα 571,40 €, συμπεριλαμβανομένου του ΦΠΑ και μη συμπεριλαμβανομένων των μεταφορικών, τιμή που κρίνεται λογική σε σχέση με αυτά που προσφέρει το προϊόν. Ας συνοψίσουμε τα πλεονεκτήματα και τα μειονεκτήματα του Corsair Force Series MP400 4TB: Πλεονεκτήματα + Χωρητικότητα 4TB + 5ετής εγγύηση + End-to-end data protection + Pyrite/OPAL AES 256-bit encryption + Μαύρο PCB και ωραίο αυτοκόλλητο Μειονεκτήματα - Οι επιδόσεις που αναφέρονται στη συσκευασία δεν επιτυγχάνονται από το drive - QLC NAND - 800TBW - Χαμηλές ταχύτητες εγγραφών σε σενάριο χρήσης συνεχών και μεγάλων εγγραφών - Το συνοδευτικό λογισμικό χρειάζεται ανανέωση Με βάση τα παραπάνω, η συνολική βαθμολογία του Corsair Force Series MP400 4TB είναι:  theLAB.gr Ευχαριστούμε θερμά την Corsair για την παραχώρηση του δείγματος της δοκιμής. Πολύμερος Αχανιώτης 26/10/2020
  18. Εισαγωγή Τα Bluetooth hands free τείνουν να γίνουν τα πιο βασικά αξεσουάρ του πιο βασικού αξεσουάρ μας, του smartphone. Ειδικά από τη στιγμή που όλο και περισσότεροι κατασκευαστές εγκαταλείπουν την υποδοχή ενσύρματων hands free ή απαιτούν τη χρήση της USB C θύρας, με μετατροπέα ή χωρίς, η ασύρματη εκδοχή τυγχάνει όλο και ευρύτερης αποδοχής και χρήσης. Και αφού εγκαταλείπουμε τα καλώδια, τι πιο φυσικό από την πλήρη απαλοιφή τους, ακόμη και μεταξύ των 2 ακουστικών του hands free; Κάπως έτσι φτάσαμε στην τεχνολογία True Wireless! Η 1MORE έστειλε στον πάγκο των δοκιμών μας τη ναυαρχίδα των Bluetooth hands free της, τα 1MORE True Wireless ANC In-Ear Headphones. Τα αρχικά ANC σημαίνουν Active Noise Cancellation (ενεργή απαλοιφή θορύβου) ενώ το True Wireless σημαίνει αληθινά χωρίς καλώδια, δύο τεχνολογίες που δίνουν στο σημερινό μας δείγμα όχι μόνο το όνομά του αλλά και τα βασικότερα και πιο θελκτικά χαρακτηριστικά του. Ακολουθήστε μας λοιπόν στη συνέχεια της παρουσίασης, για να δούμε πώς οι τεχνολογίες αυτές εφαρμόζονται στην περίπτωση των 1MORE True Wireless ANC In-Ear Headphones και, σε συνδυασμό με τα άλλα τεχνικά χαρακτηριστικά τους, δημιουργούν ένα εντυπωσιακό σύνολο. Φωτογράφιση Τα 1MORE True Wireless ANC In-Ear Headphones έρχονται στη συσκευασία που αρμόζει σε μία ναυαρχίδα, η οποία είναι επιπλέον προστατευμένη από νάιλον, για να φτάσει στα χέρια σας σε άριστη κατάσταση. Η πολυτελής συσκευασία είναι του τύπου που ανοίγει σαν βιβλίο και μένει κλειστή μαγνητικά, ενώ στο πλαϊνό από όπου ανοίγει βρίσκουμε μια μεταλλική αγκράφα με το λογότυπο της εταιρίας. Κατά τα άλλα, βλέπουμε μια καλοσχεδιασμένη συσκευασία, με τις απαραίτητες φωτογραφίες, πληροφορίες, λογότυπα και πιστοποιήσεις. Η πολυτελής παρουσίαση συνεχίζει και με το άνοιγμα της συσκευασίας. Εσωτερικά, το κάλυμμά φέρει διακόσμηση που προσομοιάζει σκίτσα από τη φάση σχεδιασμού του προϊόντος. Το κουτί καλύπτεται από σκληρό διαφανές πλαστικό με βασικές οδηγίες και χαρακτηριστικά. Με την αφαίρεση και αυτού, φτάνουμε στο ίδιο το προϊόν, τα δύο ακουστικά και τη θήκη φόρτισης και φύλαξής τους. Είναι άμεσα εμφανές ότι η πολυτέλεια δεν περιορίζεται στη συσκευασία, καθώς τα ακουστικά έχουν εξαιρετικό γυαλιστερό φινίρισμα και η βαφή τους, που αποτελεί απομίμηση ανθρακονημάτων, είναι ιδιαίτερα πειστική. Η ποιοτική σήτα που φαίνεται, είναι βαμμένη κόκκινη και ταιριάζει αισθητικά με τους γκρίζους τόνους. Η θήκη φόρτισης και μεταφοράς είναι κατασκευασμένη από ποιοτικά υλικά και η σατινέ βαφή της είναι άψογη. Στο κάτω μέρος της συσκευασίας, υπάρχει ένα μαύρο κουτί. Μέσα σε αυτό βρίσκουμε σακουλάκι μεταφοράς για τη θήκη και τα ακουστικά, ένα καλώδιο φόρτισης και 4 νάιλον ημιδιάφανα σακουλάκια. Το καλώδιο είναι τύπου USB A σε USB C, μαύρο, χωρίς sleeving και μήκους 42 εκατοστών χωρίς τα βύσματα ή 47 εκατοστών με αυτά. Το σακουλάκι μεταφοράς είναι κατασκευασμένο από συνθετικό υλικό και φέρει το λογότυπο της εταιρίας από τη μία πλευρά και το αρκουδάκι της από την άλλη. Στα 4 νάιλον σακουλάκια βρίσκουμε 6 ζευγάρια ear tips (σε 2 διαφορετικούς τύπους) και 3 ζευγάρια ear hooks, πλέον αυτών που ήδη φέρουν τα ακουστικά, έτσι ώστε να μπορέσουμε να επιλέξουμε το μέγεθος και τον τύπου που ταιριάζει στο κάθε αφτί. Η ποιότητά τους είναι πολύ καλή και είναι κατασκευασμένα από σιλικόνη. Θα προτιμούσαμε μια απλή θήκη από αφρολέξ για όλα αυτά, όπως είχαμε δει στα 1MORE Dual Driver ANC Pro, έτσι ώστε να βρίσκονται τακτοποιημένα σε αυτή, ακόμη και αφού έχουν δοκιμαστεί για να βρεθεί ο κατάλληλος συνδυασμός για τον κάθε χρήστη. Κάτω από το μαύρο κουτί και το ίδιο το προϊόν, υπάρχει ένα ακόμη μαύρο κουτί που καταλαμβάνει όλο το μήκος και πλάτος της συσκευασίας αλλά είναι αρκετά λεπτό. Όπως είναι προφανές, περιλαμβάνει τις οδηγίες χρήσης, σε 11 γλώσσες, μη συμπεριλαμβανομένης της Ελληνικής, ένα αυτοκόλλητο με το αρκουδάκι και το λογότυπο της εταιρίας και την κάρτα εγγύησης. Και κάπως έτσι, φτάσαμε στο κυρίως προϊόν. Τα ακουστικά είναι φωλιασμένα με ασφάλεια σε πυκνό αφρολέξ. Ενώ η θήκη συγκρατείται ασφαλώς στη θέση της με μια λωρίδα διαφανούς πλαστικού. Η θήκη έχει άψογο φινίρισμα και φέρει ένα μικροσκοπικό LED στο εμπρός μέρος και τη θύρα USB C στο πίσω μέρος. Η βάση της καλύπτεται από αντιολισθητικό υλικό που φέρει εγχάρακτες τις απαραίτητες πληροφορίες. Εσωτερικά, η πολυτελής αίσθηση συνεχίζεται με ποιοτικά πλαστικά και ένα μοναδικό στρογγυλό κουμπί. Στα άκρα των καλουπιών των ακουστικών βλέπουμε από 3 επαφές για τη φόρτιση. Το αφρολέξ που συγκρατεί τα ακουστικά χωρίζεται σε 2 μέρη. Ανασηκώνοντας το πάνω μέρος, μπορούμε να δούμε το κάτω μέρος των ακουστικών και - επιτέλους - να τα αφαιρέσουμε από τη συσκευασία τους. Κατ'αρχάς είναι πανέμορφα! Ακόμη και κάτω από το φακό, η ποιότητα κατασκευής είναι εξαιρετική. Ας πάμε να τα δούμε όμως αναλυτικά. Η εξωτερική όψη είναι ιδιαίτερα γυαλιστερή και η βαφή προσομοιάζει ανθρακονήματα, ενώ στο κέντρο αναγράφει το λογότυπο της εταιρίας. Προς το πίσω της μέρος φέρει κόκκινη γρίλια πίσω από την οποία κρύβεται το εξωτερικό μικρόφωνο για την ακύρωση του θορύβου, το Feedforward ANC μικρόφωνο, που καταγράφει τους ήχους από το περιβάλλον. Η επιφάνεια που φέρει το λογότυπο λειτουργεί, όπως θα δούμε παρακάτω, σαν πλήκτρο αφής για την ενεργοποίηση του ANC, ενώ στην αντίθετη πλευρά του λογότυπου από αυτή όπου βρίσκεται η κόκκινη γρίλια, κρύβεται ένα LED. Σταθερό κόκκινο σημαίνει ότι φορτίζει ενώ κόκκινο που αναβοσβήνει σημαίνει ότι το επίπεδο της μπαταρίας είναι χαμηλό. Εναλλαγή μεταξύ κόκκινου και μπλε σημαίνει ότι τα ακουστικά είναι σε λειτουργία σύζευξης ενώ μπλε που αναβοσβήνει σημαίνει ότι γίνεται σύνδεση με τη συσκευή (smartrphone). Στο επάνω μέρος, στο μαύρο πλαστικό κοντά στο ear hook, διακρίνεται μία μικρή οπή, η οποία ανακουφίζει την πίεση που δημιουργείται εντός των ακουστικών κατά τη λειτουργία. Έτσι εξασφαλίζεται η καλή ποιότητα του ήχου, ακόμα και σε υψηλή ένταση. Στην πίσω επιφάνεια του ακουστικού διακρίνουμε το πλήκτρο πολλαπλών λειτουργιών, την αναλυτική χρήση του οποίου θα δούμε παρακάτω. Δίπλα του, διακρίνουμε 2 "επαφές", οι οποίες δεν είναι καθόλου επαφές αλλά οι g-sensors που χρησιμοποιούνται για την μετατροπή της εξωτερικής επιφάνειας σε πλήκτρο αφής για την ενεργοποίηση του ANC. Δηλαδή, τελικά, η εξωτερική επιφάνεια δεν είναι πλήκτρο αφής αλλά οι αισθητήρες αυτοί αντιλαμβάνονται το διπλό χτύπημα επί αυτής. Στην εσωτερική πλευρά του ακουστικού, διακρίνουμε ένα σκοτεινό ημιδιαφανή κύκλο, κάτω από τον ποίο κρύβεται ένας υπέρυθρος αισθητήρας, ενώ πίσω από το ear tip κρύβεται μία ακόμη μικρότερη οπή, σαν αυτή που είδαμε στο επάνω μέρος του ακουστικού, πίσω από την οποία βρίσκεται το δεύτερο μικρόφωνο για την ακύρωση του θορύβου, το Feedback ANC μικρόφωνο, που καταγράφει τους ήχους από το εσωτερικό του ακουστικού πόρου. Στο εμπρός μέρος της εσωτερικής πλευράς φαίνονται οι 3 επαφές φόρτισης, οι οποίες είναι επιροδιωμένες. Γιατί 3 όμως, όταν προφανώς χρειαζόμαστε μόνο 2 για τη φόρτιση, το + και το -; Η μεσαία επαφή κρύβει από πίσω της το μαγνήτη που εξασφαλίζει την ευθυγράμμιση των επαφών και την ασφαλή σύζευξη κατά τη φόρτιση. Επί τη ευκαιρία, βλέπουμε ότι το εσωτερικό του κάθε ear hook έχει ένα εγχάρακτο L (Left - Αριστερό) ή, φυσικά, R (Right - Δεξί), για το άλλο ακουστικό. Η κάτω πλευρά δεν περιλαμβάνει κάποιο ενδιαφέρον στοιχείο. Για να δούμε καλύτερα τόσο τον αισθητήρα υπερύθρων όσο και το Feedback ANC μικρόφωνο, αφαιρέσαμε το ear tip και το ear hook. Το άνοιγμα εξόδου του ήχου είναι οβάλ και καλύπτεται από μαύρη σήτα, όπως αντίστοιχα οβάλ είναι και το άνοιγμα των ear tips. Το εμπρός μέρος δεν κρύβει κάποια έκπληξη, παρά μόνο μία ακόμη κόκκινη σήτα, πίσω από την οποία κρύβεται το βασικό μικρόφωνο που καταγράφει την ομιλία μας. Τα ακουστικά εφαρμόζουν στις υποδοχές της θήκης και συγκρατούνται μαγνητικά, ενώ φορτίζουν από την μπαταρία που περιέχει η θήκη, ή με το καλώδιο USB C. Τεχνικά Χαρακτηριστικά Παρακάτω σας παραθέτουμε τον πίνακα των τεχνικών χαρακτηριστικών για τα 1MORE True Wireless ANC In-Ear Headphones, όπως παρουσιάζεται στην ιστοσελίδα της εταιρίας. Βλέπουμε ότι το κάθε ακουστικό ζυγίζει λιγότερο από 8 γραμμάρια ενώ ενσωματώνει μπαταρία 55mAh, ικανή να το κρατήσει σε λειτουργία για 6 ώρες σε σύνδεση με συσκευή που υποστηρίζει TWS+ (ανεξάρτητη και ταυτόχρονη σύνδεση των ακουστικών με τη συσκευή), με ένταση ήχου στο 50%. Εδώ όμως ο πίνακας έχει και ένα λάθος, καθώς λέει ότι αυτό γίνεται με κωδικοποίηση AAC, κάτι που είναι αδύνατον, καθώς η λειτουργία TWS+ υποστηρίζει μόνο την κωδικοποίηση aptX. Ενημερώσαμε σχετικά την 1MORE και επίκειται διόρθωση του πίνακα στην ιστοσελίδα τους. Σε σύνδεση TWS, που ο πίνακας την αναφέρει Standard Bluetooth Connection (λειτουργία των ακουστικών ως master - slave όπου το master συνδέεται τόσο με τη συσκευή όσο και με το slave ακουστικό), η διάρκεια της μπαταρίας με ένταση στο 50% φτάνει τις 5 ώρες, με χρήση της κωδικοποίησης AAC. Η ενεργοποίηση του ANC στο μέγιστο - επίπεδο 1 -, σε κάθε περίπτωση, κοστίζει περίπου 1 ώρα από τη συνολική διάρκεια της μπαταρίας, ενώ η ενεργοποίησή του σε χαμηλότερη ισχύ - επίπεδο 2 - θα έχει μικρότερη επίπτωση. Το πρωτόκολλο επικοινωνίας είναι το Bluetooth 5.0 και η φόρτιση των ακουστικών από τη θήκη διαρκεί 1 ώρα. Η μπαταρία της θήκης, που έχει χωρητικότητα 410mAh, φορτίζει σε 2 ώρες, μέσω φορτιστή 5V με ισχύ 1A. Παρακάτω παρατίθενται κάποια από τα βασικά χαρακτηριστικά των 1MORE True Wireless ANC In-Ear Headphones. Ακόμη περισσότερα χαρακτηριστικά και μάλιστα σε αντιπαραβολή με 2 γνωστά ανταγωνιστικά προϊόντα, παρατίθενται στον παρακάτω πίνακα. Ο πίνακας αυτός έχει συνταχθεί από την 1MORE, με στοιχεία που πήρε από τις αντίστοιχες ιστοσελίδες των κατασκευαστών. Σύμφωνα με τον συγκριτικό αυτό πίνακα, τα 1MORE True Wireless ANC In-Ear Headphones υπερτερούν στα περισσότερα σημεία από τους 2 ανταγωνιστές τους, ενώ παράλληλα διατηρούν χαμηλότερη τιμή. Ποιότητα Κατασκευής Η ποιότητα κατασκευής των 1MORE True Wireless ANC In-Ear Headphones έγινε νομίζω σαφής από την αναλυτική φωτογραφική παρουσίαση και τα πολύ κοντινά πλάνα που περιλαμβάνει. Δεν μπόρεσα να βρω κανένα σημείο όπου τα υλικά και η κατασκευή θα μπορούσαν να ήταν καλύτερα, χωρίς να ανέβει το κόστος σε δυσπρόσιτα επίπεδα. Η χρήση πραγματικών ανθρακονημάτων θα προσέφερε μεγαλύτερη αντοχή και μικρότερο βάρος, αλλά θα εκτίναζε το κόστος κατασκευής. Οι σήτες είναι από ανοξείδωτο ατσάλι. Άνεση στη Χρήση Η άνεση στη χρήση ορίζεται από δύο παραμέτρους. Η πρώτη παράμετρος είναι η εργονομία, τα υλικά και η εφαρμογή. Με την γωνία 45 μοιρών στα ear tips και τις πολλές επιλογές μεγέθους και τύπου, όλων κατασκευασμένων από σιλικόνη, όπως και τα ear hooks, είναι βέβαιο ότι θα βρεθεί ο συνδυασμός που θα εξασφαλίζει άνετη εφαρμογή και χρήση για τον κάθε χρήστη. Παράλληλα, η κατασκευή από σιλικόνη είναι φιλική προς το δέρμα, ενώ εξασφαλίζει καλή ηχητική απομόνωση. Η δεύτερη παράμετρος της άνεσης στη χρήση, είναι ο εύκολος και έξυπνος χειρισμός. Με ένα μόνο πλήκτρο πολλαπλών λειτουργιών σε κάθε ακουστικό και με τον έλεγχο της λειτουργίας του ANC μέσω αφής, ο χειρισμός γίνεται εύκολος τόσο στη χρήση όσο και στην απομνημόνευση. Οι λειτουργίες και ο τρόπος χρήσης των 1MORE True Wireless ANC In-Ear Headphones συνοψίζονται στην παρακάτω εικόνα. Συνδεσιμότητα Τα 1MORE True Wireless ANC In-Ear Headphones υποστηρίζουν το ασύρματο πρωτόκολλο επικοινωνίας Bluetooth 5.0. Η επικοινωνία με το κινητό μου τηλέφωνο που επίσης υποστηρίζει το εν λόγω πρωτόκολλο είναι εξαιρετική με εμβέλεια που μετρήθηκε τουλάχιστον στα διαφημιζόμενα 10 μέτρα. Με εντυπωσίασε μάλιστα το γεγονός ότι η επικοινωνία παρέμεινε άψογη ακόμα και διαμέσου ενός τοίχου που στη μία του πλευρά είχε ντουλάπια με φακέλους. Η επικοινωνία μπορεί να γίνει με έναν εκ των δύο τρόπων: 1. TWS+: Πρόκειται για το ιδανικό σενάριο που όμως πολύ λίγες συσκευές υποστηρίζουν επί του παρόντος. Το κάθε ακουστικό συνδέεται απ ευθείας με τη συσκευή ξεχωριστά αλλά το σύνολο λειτουργεί ως ένα ενιαίο ζεύγος στερεοφωνικών ακουστικών. Η κατανάλωση της μπαταρίας είναι ισορροπημένη, δηλαδή οι μπαταρίες των δύο ακουστικών εξαντλούνται ουσιαστικά ταυτόχρονα. Οι δοκιμές της σύνδεσης με τρόπο TWS+ πραγματοποιήθηκαν με μία συσκευή Xiaomi Mi9T Pro. 2. TWS: Πρόκειται για τη λύση που χρησιμοποιείται όταν η συσκευή δεν μπορεί να υποστηρίξει TWS+. Εδώ το ένα ακουστικό - από προεπιλογή το δεξί - λειτουργεί ως master και συνδέεται τόσο με τη συσκευή, όσο και με το άλλο ακουστικό, το οποίο λειτουργεί ως slave. Το σύνολο λειτουργεί ως ένα ενιαίο ζεύγος στερεοφωνικών ακουστικών αλλά η κατανάλωση στο master ακουστικό είναι μεγαλύτερη και η μπαταρία εξαντλείται ταχύτερα. Για τη βελτίωση της διάρκειας της μπαταρίας, η 1MORE κάνει χρήση μιας τεχνολογίας κατά την οποία όταν η μπαταρία του master ακουστικού πέσει στο 30%, τα ακουστικά αλλάζουν ρόλους master - slave έτσι ώστε η αυξημένη κατανάλωση της μπαταρίας λόγω 2 συνδέσεων, από εκείνο το σημείο και μετά να συμβαίνει στο άλλο ακουστικό. Καθώς αυτό συμβαίνει όταν η μπαταρία πέσει στο 30% και όχι στο 50%, η μπαταρία του αρχικού master - του δεξιού ακουστικού από προεπιλογή - και πάλι εξαντλείται περίπου 1 ώρα νωρίτερα, αλλά είναι πολύ καλύτερα από την περίπτωση να μη συνέβαινε αυτή η αλλαγή. Η δε αλλαγή, γίνεται χωρίς να αντιληφθεί κάτι ο χρήστης ή η ίδια η συσκευή, καθώς τα ακουστικά ανταλλάσσουν MAC Addresses και ονόματα Bluetooth. Παρεμπιπτόντως, τα ονόματα είναι 1MORE ANC TWS για το δεξί ακουστικό και 1MORE ANC TWS -L για το αριστερό. Φυσικά, οι ρόλοι μπορεί να αναστραφούν εξ αρχής αν επιλέξει ο χρήστης να συνδεθεί αρχικά με το 1MORE ANC TWS -L, οπότε το αριστερό ακουστικό ξεκινάει με το ρόλο master και στη συνέχεια, όταν η μπαταρία του πέσει στο 30% γίνεται η εναλλαγή που προαναφέραμε. Σε κάθε περίπτωση, το ένα ακουστικό θα μείνει με περίπου 30% μπαταρία όταν η μπαταρία του άλλου θα έχει εξαντληθεί. Τότε, μπορεί το ακουστικό που έχει ακόμα μπαταρία να λειτουργήσει ανεξάρτητα, ως μονοφωνικό και να προσφέρει ακόμα 1 ώρα χρήσης, χωρίς όμως τη δυνατότητα ενεργοποίησης του ANC, το οποίο θα ήταν ανούσιο μόνο στο ένα αφτί. Οι δοκιμές της σύνδεσης με τρόπο TWS πραγματοποιήθηκαν με μία συσκευή Samsung Galaxy Note 9. Τα codecs που χρησιμοποιεί το Bluetooth για τη συμπίεση του ήχου είναι πολλά και ποικίλα και η μελέτη τους άκρως ενδιαφέρουσα, αλλά όχι αντικείμενο του παρόντος review. Τα 1MORE True Wireless ANC In-Ear Headphones υποστηρίζουν το πρωτόκολλο aptX, που προσφέρει την καλύτερη ποιότητα ήχου από τα υποστηριζόμενα πρωτόκολλα, με αντίστοιχο κόστος σε κατανάλωση μπαταρίας και υποστηρίζεται από σύγχρονες συσκευές με λειτουργικό Android. Αποτελεί επιπλέον απαραίτητη προϋπόθεση για τη χρήση των ακουστικών με τρόπο TWS+. Υποστηρίζουν ακόμα το πρωτόκολλο AAC, που προσφέρει ένα πολύ καλό συνδυασμό ποιότητας ήχου και χαμηλού bitrate, επιτυγχάνοντας την καλύτερη διάρκεια της μπαταρίας. Καθώς έχει μεγάλες απαιτήσεις σε επεξεργαστική ισχύ, υποστηρίζεται από μοντέρνα iPhone και ισχυρές συσκευές Android, ενώ η ποιότητά του αποτελέσματος διαφέρει ανάλογα με τις δυνατότητες της κάθε συσκευής. Τέλος, οι υπόλοιποι, αναγκαστικά αρκούνται στο SBC που είναι το βασικό codec ήχου που υποστηρίζουν υποχρεωτικά όλες οι συσκευές Bluetooth που αναπαράγουν ήχο. Το παρακάτω διάγραμμα δείχνει τα μέγιστα bit rates διαμεταγωγής που υποστηρίζει το κάθε Bluetooth codec. Πολλά σχετικά με αυτό το θέμα μπορείτε να διαβάσετε στο εξαιρετικό άρθρο των SoundGuys, από όπου προέρχεται και το εν λόγω διάγραμμα. Ήχος Ο χαρακτηρισμός της ποιότητας του ήχου είναι ένα από τα πιο υποκειμενικά και συνεπώς ασαφή και δύσκολα κομμάτια οποιουδήποτε review. Η κατασκευή των 1MORE True Wireless ANC In-Ear Headphones, που φαίνεται παρακάτω, κάνει σαφές ότι μπορούμε να περιμένουμε καλύτερη ποιότητα ήχου από αυτή που αντιστοιχεί στην τιμή τους. Για περαιτέρω βελτίωση του ήχου, τα 1MORE True Wireless ANC In-Ear Headphones έχουν ρυθμιστεί από τον Luca Bignardi, μηχανικό ήχου με 4 βραβεία Grammy. Σε κάθε περίπτωση, τα 1MORE True Wireless ANC In-Ear Headphones δεν είναι ακουστικά επιπέδου Audiophile και όποιος περιμένει κάτι τέτοιο από τον ήχο τους θα απογοητευτεί. Είναι τίμια για το κόστος τους, αν συνυπολογιστεί και η πληθώρα των επιπλέον χαρακτηριστικών τους, και για το γεγονός ότι είναι ασύρματα. Δεν φτάνουν την ποιότητα ήχου των 1MORE Dual Driver ANC Pro που είδαμε πρόσφατα, καθώς εκείνα υποστηρίζουν την κωδικοποίηση LDAC 990 που προσφέρει λιγότερες απώλειες στην ποιότητα, αλλά δεν απέχουν και πολύ. Τα πρίμα είναι λίγο τονισμένα, χωρίς να τσιρίζουν, για να δώσουν την ψευδαίσθηση της ευκρίνειας, χωρίς να σημαίνει ότι πάσχουν στον τομέα αυτής. Τα μπάσα είναι επίσης λίγο υπερτονισμένα, εφ' όσον έχει επιλεγεί το σωστό ear tip που θα προσφέρει καλό σφράγισμα του ακουστικού πόρου, ενώ οι μεσαίες συχνότητες υπολείπονται κάπως της φροντίδας του βραβευμένου μηχανικού, καθώς δεν είναι τόσο δημοφιλής στο ευρύ κοινό. Συνολικά, ο ήχος είναι ευχάριστος, χωρίς όμως να είναι κάτι το ιδιαίτερο ή να αποτελεί την αιτία να συστήσω τα συγκεκριμένα ακουστικά. Active Noise Cancelation Όπως είναι σαφές από το ίδιο το όνομα των 1MORE True Wireless ANC In-Ear Headphones, αυτά παρέχουν Active Noise Cancelation. Δηλαδή ενεργή ακύρωση θορύβου. Αυτό κατ' αρχάς δεν αφορά τον ήχο που ακούει ο συνομιλητής μας μέσω του μικροφώνου αλλά τον ήχο που ακούμε εμείς, όταν για παράδειγμα ακούμε μουσική. Με την ενεργοποίηση του ANC, τα ακουστικά, με ενεργό τρόπο, παράγουν αντίθετα κύματα ήχου που ακυρώνουν το θόρυβο του περιβάλλοντος και επιτρέπουν την καλύτερη ακρόαση της μουσικής. Αυτό γίνεται με τη βοήθεια 2 μικροφώνων, ενός εξωτερικού που καταγράφει τους θορύβους του περιβάλλοντος (Feedforward ANC microphone) και ενός εσωτερικού, που καταγράφει τον ήχο εντός του ακουστικού πόρου (Feedback ANC microphone). Οι πληροφορίες από τα 2 αυτά μικρόφωνα τροφοδοτούν ένα εξειδικευμένο DSP chip το οποίο παράγει ακυρωτικά κύματα το εξαλείφουν το θόρυβο, σε πραγματικό χρόνο. Ο έλεγχος του ANC γίνεται με διπλό tap στην εξωτερική επιφάνεια οποιουδήποτε εκ των δύο ακουστικών αλλά αφορά σε κάθε περίπτωση και τα 2 ακουστικά, καθώς το ANC λειτουργεί μόνο όταν φοράμε και τα 2 ακουστικά. Με το πρώτο διπλό tap, ενεργοποιείται το επίπεδο 1, που είναι το πιο ισχυρό και προτείνεται για ιδιαίτερα θορυβώδη περιβάλλοντα, όπως κατά την πτήση με αεροπλάνο. Το δεύτερο διπλό tap ενεργοποιεί το επίπεδο 2 που είναι ασθενέστερο και προτείνεται για λιγότερο θορυβώδη περιβάλλοντα, όπως κατά τη μετάβαση στην εργασία. Το ANC δεν μπλοκάρει τις ανθρώπινες φωνές αλλά μόνο τους θορύβους και μπορεί να λειτουργήσει τόσο κατά τις κλήσεις και την αναπαραγωγή πολυμέσων όσο και χωρίς κάποιο ηχητικό σήμα, απλά μπλοκάροντας τους θορύβους, ως ενεργές, επιλεκτικές ωτοασπίδες.Το τρίτο διπλό tap ενεργοποιεί το Pass-through, που αναπαράγει επί τούτου τους ήχους του περιβάλλοντος μέσω των ακουστικών, κάτι που κάνει ασφαλή την χρήση των 1MORE True Wireless ANC In-Ear Headphones σε καταστάσεις όπου απαιτείται εγρήγορση και επαφή με το περιβάλλον, όπως στην οδήγηση. Τέλος, το τέταρτο διπλό tap, απενεργοποιεί τη λειτουργία εντελώς. Συνολικά, η ποιότητα του ANC των 1MORE True Wireless ANC In-Ear Headphones κρίνεται πολύ καλή, σε παρόμοια επίπεδα με αυτή των 1MORE Dual Driver ANC Pro. Μικρόφωνο Εκεί που τα 1MORE True Wireless ANC In-Ear Headphones πραγματικά ξεχώρισαν ήταν το μικρόφωνο. Σε αθόρυβο περιβάλλον, ήταν λίγο υποδεέστερα των 1MORE Dual Driver ANC Pro, κάτι πολύ λογικό καθώς τα μικρόφωνά τους είναι τοποθετημένα πολύ μακρυά από το στόμα, πάνω από τα αφτιά. Σε κάθε περίπτωση όμως, η διαφορά δεν ήταν όση θα περίμενα. Εν τούτοις, σε θορυβώδες περιβάλλον, παρείχαν με διαφορά το καλύτερο αποτέλεσμα, με τους συνομιλητές μου να διακρίνουν μεν κάποιες διακυμάνσεις στην ένταση που με άκουγαν και κάποιες αλλοιώσεις του ήχου, όταν ο θόρυβος ήταν εξαιρετικά μεγάλος, αλλά τίποτα το ενοχλητικό. Παρακάτω σας παραθέτω ένα συγκριτικό του μικροφώνου με άλλες συσκευές. Οι ηχογραφήσεις έγιναν σε σχετικά ήσυχο δωμάτιο, σε χώρο με πολύ θόρυβο (το μέγιστο που θα συναντούσε κάποιος συνήθως) και σε χώρο με εξωφρενικό θόρυβο (πολύ περισσότερο από όσο συναντάει κανείς συνήθως και σαφώς περισσότερο από όσο θα του επέτρεπε καν να σκεφτεί να κάνει ή να δεχτεί τηλεφώνημα). Παρατίθεται σύγκριση με μικρόφωνο επιπέδου streaming / broadcast (Control - ηχογράφηση μόνο σε ήσυχο περιβάλλον), του ενσωματωμένου μικροφώνου του Samsung Galaxy Note 9, του μικροφώνου των Creative Aurvana Platinum,του μικροφώνου των 1More Piston Fit BT και του μικροφώνου των 1MORE Dual Driver ANC Pro. Μπαταρία, Φόρτιση και Θήκη Τα 1MORE True Wireless ANC In-Ear Headphones διαθέτουν ουσιαστικά 3 μπαταρίες. Από 1 μπαταρία χωρητικότητας 55mAh σε κάθε ακουστικό και 1 μπαταρία χωρητικότητας 410mAh στη θήκη, από την οποία φορτίζονται τα ακουστικά όταν τοποθετούνται σε αυτήν. Η φόρτιση των ακουστικών από τη θήκη γίνεται μέσω μαγνητικής σύνδεσης των επιροδιωμένων επαφών που διαθέτουν τα ακουστικά και που έρχονται σε επαφή με τα αντίστοιχα spring loaded pins της θήκης, ενώ η θήκη μπορεί να φορτιστεί τόσο ενσύρματα, μέσω της υποδοχής USB C, όσο και ασύρματα μέσω πρωτοκόλλου Qi 5W. Οι μαγνήτες είναι αρκετά ισχυροί και τις περισσότερες φορές συγκρατούν καλά τα ακουστικά στη θέση τους κατά τη φόρτιση, αλλά - δυστυχώς - υπήρξαν και περιπτώσεις που αυτό δεν έγινε με επιτυχία, λόγω κραδασμών κατά τη μεταφορά, και συνεπώς κάποιο εκ των δύο ακουστικών δε φόρτισε. Τα ακουστικά διαθέτουν LED που αναβοσβήνει κόκκινο όταν η μπαταρία κοντεύει να εξαντληθεί ενώ παραμένει συνεχώς αναμμένο κόκκινο καθώς φορτίζουν, για να σβήσει όταν ολοκληρωθεί η φόρτιση. Δυστυχώς, ο μόνος τρόπος να είναι κάποιος βέβαιος ότι ολοκληρώθηκε η φόρτιση των ακουστικών είναι να αφήσει το καπάκι της θήκης ανοιχτό, καθώς η θήκη δεν παρέχει κάποια τέτοια ένδειξη. Μια απλή λύση σε αυτό θα ήταν το καπάκι να ήταν διαφανές ή έστω να είχε ένα διαφανές παράθυρο πάνω από κάθε ακουστικό. Το να ανοιγοκλείνει κανείς το καπάκι για να ελέγχει τη φόρτιση, δεν προτείνεται, καθώς το άνοιγμα προκαλεί ενεργοποίηση των ακουστικών, τα οποία αρχίζουν να ψάχνουν για σύνδεση, κάτι που καταδεικνύεται από το LED να αναβοσβήνει μπλε. Η ίδια η θήκη έχει ένα δικό της ενδεικτικό LED που ανάβει όταν ανοίξει το καπάκι και σβήνει μετά από λίγα δευτερόλεπτα. Πράσινο σημαίνει γεμάτη ή σχεδόν γεμάτη μπαταρία, κόκκινο σημαίνει σχεδόν άδεια και πορτοκαλί, όλες τις ενδιάμεσες καταστάσεις. Κόκκινο που αναβοσβήνει σημαίνει ότι η μπαταρία της θήκης έχει ουσιαστικά εξαντληθεί και δεν μπορεί πλέον να φορτίσει τα ακουστικά. Το πλήκτρο της θήκης, που βλέπουμε ανάμεσα στις υποδοχές των 2 ακουστικών, προσφέρει 2 λειτουργίες: 3 πατήματα ενεργοποιούν τη λειτουργία σύζευξης, όταν για κάποιο λόγο αυτή δε λειτουργήσει αυτόματα και συνεχές πάτημα για 8 δευτερόλεπτα κάνει τα ακουστικά να ξεχάσουν τη συσκευή με την οποία είχαν συνδεθεί τελευταία και να ξεκινήσουν εξ αρχής την πρώτη τους σύζευξη. Η φόρτιση της θήκης θεωρητικά διαρκεί 2 ώρες, χωρίς να διευκρινίζεται αν μιλάμε για ενσύρματη ή ασύρματη φόρτιση ή αν αυτή περιλαμβάνει ταυτόχρονη φόρτιση των ακουστικών. Είναι αυτονόητο ότι δεν αρκεστήκαμε στους ισχυρισμούς της εταιρίας αλλά πήραμε τις δικές μας μετρήσεις, τις οποίες και σας παρουσιάζουμε. Οι μετρήσεις έγιναν με τα ακουστικά τοποθετημένα μέσα στη θήκη και τις μπαταρίες των ακουστικών καθώς και της ίδιας της θήκης πλήρως αποφορτισμένες. Όπως βλέπετε στα παρακάτω διαγράμματα, η φόρτιση των 1MORE True Wireless ANC In-Ear Headphones διήρκεσε 1:38:11 με ασύρματο τρόπο και 1:06:56 με ενσύρματο, κάτι που υπερβαίνει αρκετά τις προδιαγραφές. Αυτό που αξίζει να σημειωθεί είναι ότι όχι μόνο η ασύρματη φόρτιση χρειάστηκε περίπου 50% περισσότερο χρόνο, αλλά κατανάλωσε και υπερδιπλάσια ενέργεια. Συνεπώς, προτείνουμε ανεπιφύλακτα τη χρήση της ενσύρματης φόρτισης και όχι της ασύρματης, που αν και ευπρόσδεκτη λειτουργία, είναι χρονοβόρα και ενεργοβόρα. Η 1MORE ισχυρίζεται ότι τα 1MORE True Wireless ANC In-Ear Headphones έχουν διάρκεια μπαταρίας που σε λειτουργία TWS και κωδικοποίηση AAC φτάνει τις 5 ώρες με το ANC απενεργοποιημένο και τις 4 ώρες με το ANC ενεργοποιημένο, ενώ σε λειτουργία TWS+, η μπαταρία τους διαρκεί 1 ώρα περισσότερο, παρά την αναγκαστική χρήση της πιο ενεργοβόρας αλλά και ποιοτικής κωδικοποίησης aptX. Εδώ βλέπουμε τις τιμές που μετρήσαμε εμείς, οι οποίες σε λειτουργία TWS ξεπερνούν ελαφρώς τις προδιαγραφές ενώ σε λειτουργία TWS+ υπολείπονται ελαφρώς αυτών. Σε κάθε περίπτωση, οι τιμές που μετρήσαμε ήταν πολύ κοντά σε αυτό που υπόσχεται η εταιρία, με την επιπλέον 1 ώρα μονοφωνικής χρήσης μετά την εξάντληση της μπαταρίας του master ακουστικού σε λειτουργία TWS, να αποτελεί ένα ευχάριστο bonus. Το μόνο σημείο όπου τα 1MORE True Wireless ANC In-Ear Headphones δεν έφτασαν τις προδιαγραφές τους ήταν οι επαναφορτίσεις των ακουστικών από την μπαταρία της θήκης, καθώς από το χρόνο που υπόσχεται η 1MORE στις προδιαγραφές φαίνεται ότι θα έπρεπε να προσφέρει 2,5 επαναφορτίσεις, ενώ μετρήθηκαν 2,35 (εκτός φυσικά από την αρχική τους φόρτιση). Συνολικά, έμεινα πολύ ευχαριστημένος από το χρόνο φόρτισης και τη διάρκεια της μπαταρίας των 1MORE True Wireless ANC In-Ear Headphones. Λογισμικό 1MORE Music Προαιρετικά, μπορεί ο χρήστης να κατεβάσει το δωρεάν λογισμικό 1MORE Music και από αυτό να ελέγχει την κατάσταση της μπαταρίας του κάθε ακουστικού χωριστά, καθώς επίσης και να ενεργοποιεί και να απενεργοποιεί το ANC και το Pass-through mode. Το πιο σημαντικό όμως, μπορεί να κάνει αναβάθμιση του firmware, εφ' όσον η εταιρία κρίνει ότι υπάρχει λόγος έκδοσης νέου firmware. Εκτός από το ANC, τα 1MORE True Wireless ANC In-Ear Headphones, το 1MORE Music μπορεί να ελέγξει και τη λειτουργία Pass-through. Η λειτουργία του Smart Playback ελέγχει τη λειτουργικότητα του αισθητήρα υπερύθρων, που σταματάει την αναπαραγωγή όταν αφαιρεθεί ένα εκ των ακουστικών. Στην προεπιλεγμένη λειτουργία γίνεται παύση της αναπαραγωγής με την αφαίρεση κάποιου ακουστικού, ενώ υπάρχει και η δυνατότητα, πέρα από την παύση κατά την αφαίρεση, να γίνεται αυτόματα συνέχιση της αναπαραγωγής με την επανατοποθέτηση του ακουστικού. Θα ήθελα να δω και την επιλογή πλήρους απενεργοποίησης του αισθητήρα υπερύθρων, κάτι που μπορεί να γίνει με απλή αναβάθμιση του firmware και του λογισμικού. Στην πράξη η λειτουργία δούλεψε καλά. Μπορούσα μεν να βγάλω το ακουστικό από το αφτί μου πολύ γρήγορα, χωρίς να ενεργοποιηθεί ο αισθητήρας και να σταματήσει η αναπαραγωγή, αλλά όταν το έβγαζα κανονικά ή αν έπεφτε λόγω κακής επιλογής ear tip / ear hook, η αναπαραγωγή σταματούσε πάντα. Ένα ακόμη ενδιαφέρον χαρακτηριστικό του λογισμικού είναι ότι περιέχει τον πλήρη, εικονογραφημένο οδηγό χρήσης του προϊόντος. Το 1MORE Music έχει τη δυνατότητα αρκετών ειδοποιήσεων, οι οποίες μπορούν να είναι ενεργές ή να απενεργοποιηθούν. Επίλογος Στον επίλογο της παρουσίασης των 1MORE Dual Driver ANC Pro είχα πει ότι είναι σπάνιες οι περιπτώσεις που ένας reviewer ολοκληρώνει κάποιο review χωρίς να έχει κάτι κακό να πει. Φαίνεται όμως ότι η 1MORE έχει βαλθεί να αλλάξει τα δεδομένα, αφού και τα 1MORE True Wireless ANC In-Ear Headphones εντυπωσίασαν χωρίς ιδιαίτερους συμβιβασμούς. Τα χαρακτηριστικά τους είναι πληρέστατα, καθώς υποστηρίζουν Bluetooth 5.0 και 3 πολύ στρατηγικά επιλεγμένα codecs: SBC (που είναι και υποχρεωτικό) για συμβατότητα με όλες τις συσκευές, ACC για καλή σχέση ποιότητας ήχου και διάρκειας μπαταρίας και aptX για καλύτερη ποιότητα ήχου και τη λειτουργία TWS+. Η άνεση και η εργονομία τους είναι επίσης άριστη, με άνετη εφαρμογή και ποιοτικά υλικά αλλά και έξυπνη τοποθέτηση των χειριστηρίων. Ο ήχος τους είναι σαφώς πάνω από την κατηγορία της τιμής τους και το σε συνδυασμό με το ANC προσφέρουν μια πολύ ευχάριστη εμπειρία ακρόασης. Ευχάριστη είναι και η εμπειρία του συνομιλητή σας, χάρη στο εξαιρετικό μικρόφωνο και την ακύρωση θορύβου του περιβάλλοντος. Η γρήγορη φόρτιση και η μεγάλη διάρκεια της μπαταρίας, ιδιαίτερα με τις 2,35 επαναφορτίσεις των ακουστικών από τη θήκη, είναι σαφώς πολύ μεγάλα πλεονεκτήματα, που στην καθημερινή χρήση παίζουν μεγαλύτερο ρόλο από όσο αρχικά νομίζει κανείς. Το λογισμικό 1MORE Music συμπληρώνει ευχάριστα μια ούτως ή άλλως εξαιρετική συνολική εμπειρία. Είναι αναμενόμενο ότι με τόσο πλήρες πακέτο τεχνολογικών χαρακτηριστικών και ποιότητα κατασκευής χωρίς συμβιβασμούς, η τιμή των 1MORE True Wireless ANC In-Ear Headphones δε θα είναι χαμηλή. Εν τούτοις, και παρά την τιμή καταλόγου των 199 ευρώ, τα 1MORE True Wireless ANC In-Ear Headphones είναι οικονομικότερα από τον ανταγωνισμό, από τον οποίο μάλιστα έχουν καλύτερα χαρακτηριστικά, στα περισσότερα σημεία. Κατά το χρόνο συγγραφής της συγκεκριμένης παρουσίασης, δεν εντοπίσαμε τα 1MORE True Wireless ANC In-Ear Headphones σε κάποιο Ελληνικό κατάστημα, αλλά το χαμηλότερο κόστος τους στο Γερμανικό Amazon ήταν μόλις 179,99 ευρώ, τιμή που τους προσδίδει πολύ καλό value for money έναντι του ανταγωνισμού. Ας συνοψίσουμε τα πλεονεκτήματα και τα μειονεκτήματα των 1MORE True Wireless ANC In-Ear Headphones: Πλεονεκτήματα + Λειτουργία TWS+ και TWS + Ποιότητα ήχου + Active Noise Cancelation 2 επιπέδων + Pass-through + Εξαιρετικό μικρόφωνο με ακύρωση θορύβου περιβάλλοντος + Bluetooth 5.0 + SBC, AAC και aptX codecs + Αισθητήρες υπερύθρων που σταματούν την αναπαραγωγή αν αφαιρεθεί ένα εκ των ακουστικών + Εμβέλεια + Διάρκεια μπαταρίας + Θήκη μεταφοράς και φόρτισης που μπορεί να φορτίσει τα ακουστικά 2,35 φορές + Ταχύτητα φόρτισης + Φόρτιση με βύσμα USB-C + Ποιότητα και αίσθηση υλικών + Εργονομία + Κόστος για αυτά που προσφέρουν + Άνεση στη χρήση + Λογισμικό με δυνατότητα αναβάθμισης του firmware Μειονεκτήματα - Η ολοκλήρωση της φόρτισης είναι εμφανής μόνο αν είναι ανοιχτό το καπάκι της θήκης - θα προτιμούσαμε κάποια ένδειξη στη θήκη ή διάφανο καπάκι - Η ολοκλήρωση της φόρτισης σηματοδοτείται με σβήσιμο του σχετικού LED ενώ θα προτιμούσαμε αλλαγή του χρώματος - Σε σπάνιες περιπτώσεις, κραδασμοί κατά τη μεταφορά μπορεί να διακόψουν τη μαγνητική σύζευξη των επαφών φόρτισης - Θα προτιμούσαμε πιο μακρύ και sleeved καλώδιο φόρτισης  TheLAB.GR Ευχαριστούμε θερμά την 1MORE για την παραχώρηση του δείγματος της δοκιμής. Πολύμερος Αχανιώτης 20/08/2020
  19. Εισαγωγή Το Project Wave της Elgato αποκαλύφθηκε και περιλαμβάνει 2 προϊόντα: Elgato Wave:3 και Elgato Wave:1. Τα μυστηριώδη αντικείμενα από τα teasers της εταιρίας είναι δύο μικρόφωνα. Τόση φασαρία - θα μου πείτε - για μικρόφωνα; Σύμφωνα με την εταιρία, δεν πρόκειται για απλά μικρόφωνα, αλλά για εργαλεία που θα χαρίσουν στις ηχογραφήσεις και το streming σας ήχο επαγγελματικής ποιότητας, ενώ παράλληλα, με τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά τους και το συνοδευτικό λογισμικό, θα κάνουν την παραγωγή τους ευκολότερη. Στον πάγκο των δοκιμών μας βρίσκεται το μεγαλύτερο μοντέλο, το Elgato Wave:3. Εκ πρώτης όψεως, δείχνει να συνδυάζει το κλασσικό με το μοντέρνο και αυτό μου αρέσει και αποπνέει ποιότητα. Δεν μένει παρά να με ακολουθήσετε παρακάτω για να δούμε μαζί αν η θετική πρώτη εντύπωση συμβαδίζει με την πραγματικότητα. Φωτογράφιση Το Elgato Wave:3 έρχεται σε μία πολυτελή συσκευασία, στις κλασσικές μπλε αποχρώσεις της εταιρίας. Στο εμπρός μέρος της, βλέπουμε ότι η Elgato το προωθεί ως υψηλής ποιότητας μικρόφωνο και ολοκληρωμένη λύση ψηφιακής μίξης. Στο πίσω μέρος της συσκευασίας απεικονίζεται ένα τυπικό σενάριο χρήσης του προϊόντος και επισημαίνονται κάποια από τα βασικά του προτερήματα. Στο ένα πλαϊνό αναφέρονται οι τεχνολογίες που περιλαμβάνει το Elgato Wave:3 και τα περιεχόμενα του κουτιού ενώ στο άλλο, κάτω από τη φωτογραφία του προϊόντος, αναγράφονται οι διαστάσεις και το βάρος του. Αφαιρώντας το εξωτερικό περίβλημα, αντικρίζουμε ένα πολυτελές κουτί και ανοίγοντάς το, μας καλωσορίζει ένα φυλλάδιο με τα βασικά χαρακτηριστικά του προϊόντος και τις οδηγίες εγκατάστασης και χρήσης. Κάτω από το φυλλάδιο, βρίσκουμε ένα μικρότερο κουτί, στο ίδιο μοτίβο, που περιέχει το φυλλάδιο με τις οδηγίες ασφαλείας, ένα καλώδιο USB-A σε USB-C και έναν μετατροπέα για σύνδεση της βάσης του μικροφώνου σε βραχίονα (boom arm adapter). Κάτω από όλα αυτά, μέσα σε ημιδιαφανές, μαλακό νάιλον, βρίσκουμε το Elgato Wave:3. Όπως είπα και στην εισαγωγή, εντυπωσιάζει η καλαισθησία του, καθώς ο κατά βάση κλασσικός σχεδιασμός του, που παραπέμπει σε πολύ ακριβά μικρόφωνα για ηχογραφήσεις σε στούντιο, συνδυάζεται αρμονικά με μοντέρνες πινελιές. Το επάνω μέρος καταλαμβάνεται από το κομμάτι του δέκτη του ήχου, ενώ το κάτω, από το χειριστήριο ελέγχου και τα ενδεικτικά LEDs. Η βάση είναι ειδική για την απόσβεση των κραδασμών, εξασφαλίζοντας την απομόνωση του μικροφώνου από αυτούς. Τα πλαϊνά δεν έχουν κάτι ιδιαίτερο να μας δείξουν, εκτός από τις βίδες που συνδέουν τη βάση με το μικρόφωνο. Το πίσω μέρος είναι παρόμοιο με το εμπρός, μόνο που στο κάτω μέρος του αντί για το χειριστήριο υπάρχουν οι θύρες σύνδεσης, 2 τον αριθμό. Στο επάνω μέρος υπάρχει ένα πλήκτρο αφής που, όπως καταλαβαίνετε από τη σήμανση "MUTE" ενεργοποιεί τη σίγαση του μικροφώνου. Η βάση είναι επίτηδες βαριά για να σταθεροποιεί το μικρόφωνο και καλύπτεται σχεδόν εξ ολοκλήρου στο κάτω μέρος της από αντιολισθητικό υλικό. Πάνω σε αυτό αναγράφονται στοιχεία του προϊόντος και της εταιρίας κατασκευής. Για όσους δεν το γνωρίζουν, η Elgato ανήκει στην Corsair. Οι παρατηρητικοί ίσως είδαν το χώρισμα στη βάση που μαρτυρά το σημείο αποσύνδεσης. Πράγματι, σε εκείνο το σημείο μπορεί να ξεβιδωθεί και να αφαιρεθεί η βάση, έτσι ώστε να τοποθετηθεί ο μετατροπέας για σύνδεση σε βραχίονα. Τεχνικά Χαρακτηριστικά Τα τεχνικά χαρακτηριστικά του Elgato Wave:3 φαίνονται στον παρακάτω πίνακα. Όσοι γνωρίζουν από ήχο και ειδικά μικρόφωνα, θα καταλάβουν ότι τα χαρακτηριστικά του δεν είναι καθόλου άσχημα, για το επίπεδο του κόστους του, ειδικά αν ληφθούν υπ' όψιν και οι ψηφιακές ευκολίες που προσφέρει. Στον παρακάτω πίνακα, βλέπουμε τα χαρακτηριστικά του Elgato Wave:3 σε αντιπαράθεση με το μικρότερο μοντέλο. Το επίσημο κόστος του προϊόντος στην Ευρωπαϊκή ένωση είναι 169,99 ευρώ, δηλαδή 30 ευρώ περισσότερο από αυτό του Elgato Wave:1. Όπως είδαμε στα χαρακτηριστικά, το Elgato Wave:3 είναι ένα ηλεκτροστατικό μικρόφωνο, τεχνολογία η οποία πλεονεκτεί έναντι των πιο οικονομικών, δυναμικών μικροφώνων. Αξεσουάρ Το Elgato Wave:3 έρχεται με τα παρελκόμενα που είδαμε στη φωτογράφιση και που καταγράφονται συνολικά στον παρακάτω πίνακα. Η εταιρία διαθέτει ως επιπλέον αξεσουάρ ένα pop-filter με κόστος 29,99 ευρώ και ένα shock-mount για βραχίονα με κόστος 39,99 ευρώ. Ποιότητα Κατασκευής Η ποιότητα κατασκευής είναι η υψηλή στην οποία μας έχουν συνηθίσει τόσο η Elgato όσο και η Corsair. Ακόμα και από πολύ κοντά, το προϊόν δείχνει τη φροντίδα και προσοχή με την οποία κατασκευάστηκε και δεν αποκαλύπτει κανένα ψεγάδι. Συνδεσιμότητα Η σύνδεση του Elgato Wave:3 με τον υπολογιστή μας γίνεται μέσω της θύρας USB-C που είδαμε στο πίσω μέρος του. Δοκιμάστηκε σύνδεση τόσο με το καλώδιο που περιλαμβάνεται στη συσκευασία (USB-C σε USB-A) όσο και με ένα USB-C σε USB-C καλώδιο (σύνδεση σε USB-C θύρα του υπολογιστή). Λειτούργησαν και τα δύο εξ' ίσου καλά. Η δεύτερη θύρα είναι μια τυπική υποδοχή ακουστικών 3,5 χιλιοστών η οποία παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον, καθώς επιτρέπει την ακρόαση του ήχου που προσλαμβάνει το μικρόφωνο απ' ευθείας, χωρίς την παρεμβολή του υπολογιστή και συνεπώς με ουσιαστικά μηδενική χρονική καθυστέρηση (latency). Χρήση Η χρήση του Elgato Wave:3 είναι εύκολη και απλή, ενώ παράλληλα περιλαμβάνει ό,τι μπορεί κάποιος να χρειαστεί. Το μοναδικό χειριστήριο της πρόσοψης πατιέται και περιστρέφεται ατέρμονα και προς τις δύο κατευθύνσεις. Το πάτημα αλλάζει τη λειτουργία που ελέγχει η περιστροφή, όπως καταδεικνύουν τα 3 LEDs της επάνω σειράς και η περιστροφή ελέγχει το επίπεδο της κάθε λειτουργίας, όπως καταδεικνύουν τα 7 LEDs της κάτω σειράς. Η πρώτη λειτουργία, η οποία συμβολίζεται με το μικρόφωνο, ελέγχει το επίπεδο έντασης της ηχογράφησης. Η δεύτερη, που συμβολίζεται με τα ακουστικά, ελέγχει την ένταση του ήχου στη θύρα ακουστικών του Elgato Wave:3. Η τρίτη, που συμβολίζεται με το σύμβολο της διασταύρωσης, ελέγχει τη μίξη των ήχων που προέρχονται από το μικρόφωνο - αριστερά - και τον υπολογιστή (μέσω της σύνδεσης USB) - δεξιά - και η οποία είναι αυτή που ακούγεται μέσω της θύρας ακουστικών του Elgato Wave:3. Όπως είχαμε δει, στο επάνω μέρος της συσκευής, υπάρχει ένα πλήκτρο αφής που ενεργοποιεί τη σίγαση. Το γεγονός ότι είναι αφής, επιτρέπει τη χρήση του χωρίς κραδασμούς και θόρυβο που θα περνούσε στην ηχογράφηση. Η σίγαση γίνεται εμφανής από την αλλαγή του λευκού κύκλου που περικλείει το χειριστήριο ελέγχου της πρόσοψης σε κόκκινο. Η σίγαση είναι βέβαια απαραίτητη λειτουργία και η εφαρμογή της στο Elgato Wave:3 είναι πολύ σωστή αλλά θα ήθελα να υπήρχε και κάποιος διακόπτης πλήρους απενεργοποίησης της συσκευής, ο οποίος δυστυχώς δεν υπάρχει, με αποτέλεσμα το Elgato Wave:3 να είναι συνεχώς ενεργοποιημένο, ακόμη και με τον υπολογιστή εκτός λειτουργίας, αν η USB θύρα στην οποία είναι συνδεδεμένο παρέχει ρεύμα. Στην παρακάτω εικόνα βλέπουμε συγκεντρωτικά τον τρόπο ελέγχου του Elgato Wave:3 (εκτός από το mute). Για τα καλύτερα δυνατά αποτελέσματα, η Elgato προτείνει τη χρήση του Elgato Wave:3 όπως περιγράφεται παρακάτω: 1. Το μικρόφωνο πρέπει να είναι τοποθετημένο κάθετα προς τα κύματα της φωνής μας και όχι υπό γωνία. 2. Η απόσταση του στόματος από το μικρόφωνο πρέπει να είναι περίπου όσο 2 γροθιές. 3. Η ένταση ηχογράφησης πρέπει να είναι η χαμηλότερη δυνατή. Συνίσταται να ξεκινάμε από το 40%, ή 2 αναμμένα LEDs, και να ανεβαίνουμε όσο χρειαστεί. Ήχος Όλα τα παραπάνω βέβαια, όσο καλά και αν είναι, μπορεί να επικυρωθούν ή να ακυρωθούν με τον πιο εμφατικό τρόπο, ανάλογα με την ποιότητα του ήχου, καθώς αυτή είναι και η λειτουργία του προϊόντος. Θα μπορούσα να εκθέσω την προσωπική μου γνώμη, αλλά τι καλύτερο από το να ακούσετε και να κρίνετε μόνοι σας; Στο παρακάτω YouTube Video ηχογράφησα την ίδια φράση, μέσω του μικροφώνου διαφόρων συσκευών. Η συσκευή που ακούγεται καθώς και η συχνότητα δειγματοληψίας (sample rate) και το ηχητικό βάθος (bit depth) καταδεικνύονται ανά πάσα στιγμή. Η προσωπική μου γνώμη είναι ότι το Elgato Wave:3 έδωσε επαγγελματική ποιότητα στην ηχογράφηση και σαφώς θα το προτιμούσα για την παραγωγή περιεχομένου για το διαδίκτυο καθώς και για streaming, έναντι άλλων, λιγότερο επαγγελματικών λύσεων. Λογισμικό Elgato Wave Link Έχοντας μείνει ικανοποιημένος από τον ήχο που συλλαμβάνει το Elgato Wave:3, θέλω να δω το δεύτερο μέρος της υπόσχεσης της συσκευασίας, αυτό της ψηφιακής μίξης. Ένα μέρος της το είδαμε κατά τη μελέτη του χειρισμού της συσκευής, όπου γίνεται απ' ευθείας μίξη του ήχου που προσλαμβάνεται από το μικρόφωνο με αυτόν που προέρχεται από τον υπολογιστή, με έξοδο τη θύρα για ακουστικά στο πίσω μέρος του Elgato Wave:3. Αλλά, ποιος ήχος προέρχεται από τον υπολογιστή; Ώρα να δούμε το Elgato Wave Link. Η εγκατάσταση του λογισμικού γίνεται χωρίς να είναι συνδεδεμένη η συσκευή, καθώς αυτό εγκαθιστά παράλληλα και τους σχετικούς οδηγούς (drivers). Στη συνέχεια, μας δίνεται η οδηγία να συνδέσουμε το Elgato Wave:3. Είναι προφανές ότι το λογισμικό δε θα δεχτεί να λειτουργήσει απουσία της συσκευής και συνεπώς δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί με άλλα μικρόφωνα. Τη σύνδεση της συσκευής, καλωσορίζει η αντικατάσταση της παραπάνω εικόνας από έναν απλό και λειτουργικό ψηφιακό μίκτη. Τα χρώματα και η αίσθηση φέρουν την υπογραφή της Elgato και μου θύμισε άμεσα το Stream Deck λογισμικό της εταιρίας που έχουμε δει σε παλαιότερα review. Υπάρχουν 5 προ-εγκατεστημένες πηγές ήχου και η δυνατότητα για προσθήκη μιας 6ης. Τα πάντα διαθέτουν έλεγχο έντασης για το monitoring και το streaming και στερεοφωνικό level indicator. Το MONITOR MIX είναι η έξοδος ήχου για τη δική σας παρακολούθηση (monitoring) και το STREM MIX είναι η έξοδος ήχου για το streaming. Τα εικονίδια με το αφτί μας επιτρέπουν την επιλογή ανάμεσα στο να ακούμε το monitor mix ή το stream mix. Η προσθήκη της 6ης πηγής ήχου, δημιουργεί 3 ακόμα θέσεις για πηγές ήχου! To εικονίδιο με τα sliders πάνω δεξιά ανοίγει τις ρυθμίσεις ήχου των Windows ενώ το εικονίδιο με το γρανάζι, μας δείχνει την έκδοση, μας δίνει τη δυνατότητα να ελέγξουμε για νεότερη καθώς και να ενεργοποιήσουμε τον αυτόματο σχετικό έλεγχο και την εκτέλεση του Elgato Wave Link κατά την είσοδο στα Windows. To "More" ανοίγει έναν φάκελο που περιέχει ένα απλό .txt αρχείο με πληροφορίες για το λογισμικό. Παρακάτω βλέπουμε τις λεπτομερείς οδηγίες χρήσης του Elgato Wave Link από την Elgato. Προφανώς η εικόνα δημιουργήθηκε με μια παλαιότερη έκδοση του λογισμικού, με αποτέλεσμα να υπάρχουν κάποιες μικροδιαφορές με την τελευταία έκδοση που σας δείξαμε, οι οποίες όμως δεν επηρεάζουν τη χρήση. Η επιλογή του MONITOR MIX (LOCAL MIX στην εικόνα) μας δίνει τη δυνατότητα να επιλέξουμε από όλες τις συσκευές αναπαραγωγής ήχου του υπολογιστή ή την έξοδο ακουστικών του Elgato Wave:3. Εδώ βλέπουμε τη χρήση των καναλιών μίξης. Και εδώ το πώς μέσω των ρυθμίσεων ήχου των Windows, μπορούμε να επιλέγουμε ποιο πρόγραμμα παίζει ήχο μέσω του κάθε καναλιού του Elgato Wave Link. Τέλος, βλέπουμε πώς μπορούμε να επιλέξουμε το Wave Link Stream ως ήχο στο OBS Studio. Εντολές στο Stream Deck Από τα βασικά προϊόντα της Elgato είναι η σειρά των Stream Deck. Από την έκδοση Elgato Stream Deck 4.8 και μετά, υποστηρίζεται η ενσωμάτωση εντολών που αφορούν το Elgato Wave Link και συνεπώς το Elgato Wave:3. Αφού λοιπόν βεβαιωθείτε ότι έχετε εγκαταστήσει τη συγκεκριμένη ή νεότερη έκδοση, πηγαίνετε στην επιλογή "More Actions" και βρίσκετε στη λίστα την επιλογή Wave Link. "Install" και... ...αμέσως εγκαθίσταται και μας ρωτάει αν θέλουμε να εγκαταστήσει τα σχετικά προφίλ. Η σωστή απάντηση είναι ναι. Αλλά και αν δεν το κάνει κάποιος κατά την εγκατάσταση, μπορεί πάντα να επιστρέψει στο "More Actions" και να εγκαταστήσει τα σχετικά προφίλ. Κάπως έτσι, εκτός από την υποστήριξη ελέγχου λειτουργιών του Elgato Wave Link μέσα από το Elgato Stream Deck, εγκαθίστανται και έτοιμα προφίλ με έτοιμες τις βασικές λειτουργίες που θα ήθελε κάποιος να ελέγξει. Εδώ βλέπουμε το σχετικό προφίλ στην περίπτωση που κάποιος διαθέτει το Elgato Stream Deck XL. Αν πάλι διαθέτετε το Elgato Stream Deck, με τα 15 πλήκτρα, αντί των 32 του XL, η εφαρμογή εγκαθιστά δύο προφίλ, με τα βασικά πλήκτρα ελέγχου του Elgato Wave Link μοιρασμένα μεταξύ τους. Στην περίπτωση του μικρότερου μοντέλου της εταιρίας, του Elgato Stream Deck Mini, με τα 6 μόλις πλήκτρα, δεν δημιουργείται αυτόματα σχετικό προφίλ αλλά, φυσικά, υπάρχει η δυνατότητα να προσθέσετε εντολές σχετικές με τον έλεγχο του Elgato Wave Link στα υπάρχοντα προφίλ σας ή σε νέα. Ο έλεγχος που μπορεί να έχει κάποιος στο Elgato Wave Link και συνεπώς στο Elgato Wave:3 μέσω του λογισμικού Elgato Stream Deck είναι ιδιαίτερα εκτενής, καθώς περιλαμβάνει 8 κατηγορίες εντολών, με αρκετές επιλογές στην κάθε μία. Με την ενσωμάτωση του εκτενούς και ομολογουμένως ιδιαίτερα βολικού αυτού ελέγχου του Elgato Wave Link και του Elgato Wave:3 στο λογισμικό Elgato Stream Deck, η Elgatoισχυροποιεί το οικοσύστημά της και κάνει πιο θελκτική την επιλογή του συνόλου των προϊόντων της. Επίλογος Το Elgato Wave:3 είναι ένα ηλεκτροστατικό μικρόφωνο υψηλής ποιότητας, ειδικά σχεδιασμένο για χρήση streaming. Η ποιότητα του ήχου που συλλαμβάνει είναι εξαιρετική για την κατηγορία του και μπορεί να φτάσει σε συχνότητα δειγματοληψίας τα 96KHz και σε βάθος ήχου τα 24bit. Η κλασσική του εμφάνιση, με μοντέρνες πινελιές, συνοδεύεται από απλό χειρισμό, λειτουργικότητα και την υψηλή ποιότητα κατασκευής που μας έχει συνηθίσει τόσο η Elgato, όσο και η μητρική της εταιρία, η Corsair. Οι εξειδικευμένες λειτουργίες του, ειδικά μελετημένες για streaming, όπως η έξοδος ήχου monitoring απ' ευθείας πάνω από το μικρόφωνο - για απουσία latency - και η μίξη ήχου από το μικρόφωνο και τον υπολογιστή, κάνουν την παραγωγή περιεχομένου μια πολύ πιο εύκολη υπόθεση. Το λογισμικό Elgato Wave Link συνδυάζεται αρμονικά με τα παραπάνω για να ολοκληρώσει την εμπειρία ψηφιακής μίξης και υψηλής ποιότητας που υπόσχεται στη συσκευασία της η συσκευή. Η δε ενσωμάτωση εκτενούς ελέγχου του Elgato Wave Link και συνεπώς του Elgato Wave:3 μέσω του λογισμικού Elgato Stream Deck ανεβάζει τη συνολική εμπειρία σε άλλο επίπεδο άνεσης και ευκολίας. Όλα αυτά (και άλλα για τα οποία όσοι πηδάτε από την εισαγωγή στον επίλογο θα πρέπει να ανατρέξετε στο review), έρχονται με κάποιο κόστος. Στη συγκεκριμένη περίπτωση, το προτεινόμενο από την εταιρία κόστος είναι τα 169,99 ευρώ, που είναι λογικό, δεδομένης της ποιότητας και των δυνατοτήτων της συσκευής. Ας συνοψίσουμε τα πλεονεκτήματα και τα μειονεκτήματα του Elgato Wave:3: Πλεονεκτήματα + Ποιότητα ήχου + Δειγματοληψία ήχου έως 96KHz και βάθος ήχου έως 24bit + Λογισμικό ψηφιακής μίξης Elgato Wave Link + Εκτενής έλεγχος του Elgato Wave Link (και συνεπώς του Elgato Wave:3) μέσω του Elgato Stream Deck + Απλός χειρισμός + Λειτουργικότητα + Monitoring ήχου μέσω εξόδου ακουστικών πάνω στο μικρόφωνο, χωρίς latency + Μίξη ήχου από το μικρόφωνο και τον υπολογιστή που ελέγχεται από το μικρόφωνο και ακούγεται στην έξοδο ακουστικών του μικροφώνου + Συνδεσιμότητα USB-C + Αντικραδασμική βάση + Συμπεριλαμβάνεται αντάπτορας σύνδεσης σε βραχίονα + Mute μέσω πλήκτρου αφής για αθόρυβο χειρισμό + Ποιότητα και αίσθηση υλικών + Ποιότητα κατασκευής + Κλασσική αισθητική με μοντέρνες πινελιές + Δυνατότητα αγοράς ως επιπλέον αξεσουάρ pop-filter και shock mount για βραχίονα Μειονεκτήματα - Απουσία δυνατότητας απενεργοποίησης  TheLAB.GR Ευχαριστούμε θερμά την Elgato για την παραχώρηση του δείγματος της δοκιμής. Πολύμερος Αχανιώτης 18/06/2020
  20. Εισαγωγή Τον τελευταίο καιρό σας έχουμε παρουσιάσει αρκετά από τα slim barebones της Shuttle, τα οποία, όπως φάνηκε από τα reviews, προσφέρουν αξιοπιστία και επιδόσεις σε μικρό πακέτο. Τι γίνεται όμως με τους χρήστες που θέλουν το κάτι παραπάνω, τόσο σε επιδόσεις όσο και σε αποθηκευτικό χώρο; Για αυτούς, η Shuttle διαθέτει τη σειρά cube, το κορυφαίο μοντέλο της οποίας βρίσκεται σήμερα στον πάγκο των δοκιμών μας. Πρόκειται για το Shuttle XPC Cube SH370R8, ένα barebone μικρού μεγέθους αλλά μεγάλης χωρητικότητας. Barebone ονομάζουμε έναν υπολογιστή που περιέχει τα βασικά στοιχεία και εξαρτήματα ενώ αφήνει το χρήστη να συμπληρώσει τα υπόλοιπα. Στη συγκεκριμένη περίπτωση, η σειρά XPC Cube της Shuttle περιλαμβάνει το κουτί, τροφοδοτικό, μητρική και ψήκτρα του επεξεργαστή. Ο χρήστης πρέπει να συμπληρώσει τον επεξεργαστή, τη μνήμη και τη μονάδα αποθήκευσης, για να έχει ένα ολοκληρωμένο και λειτουργικό σύστημα. Καθώς το Shuttle XPC Cube SH370R8 βασίζεται στο chipset Η370 της Intel, υποστηρίζει το socket 1151 και επεξεργαστές της Intel 8ης και 9ης γενιάς. Πάμε λοιπόν να δούμε αναλυτικά τι είναι και τι μας παρέχει το Shuttle XPC Cube SH370R8. Συσκευασία και Παρελκόμενα Το Shuttle XPC Cube SH370R8 έρχεται προστατευμένο σε ένα λευκό κουτί που διαθέτει ένα βολικό χερούλι στην κορυφή του και αρκετή προστασία στο εσωτερικό του για να εξασφαλίσει ότι το προϊόν θα φτάσει στα χέρια σας σώο. Το κουτί είναι ίδιο για όλα τα XPC Cube μοντέλα της Shuttle, και το μοντέλο καθώς και τα βασικά χαρακτηριστικά του αναγράφονται σε αυτοκόλλητο στη μία από τις μικρές πλευρές του κουτιού. Το προϊόν συνοδεύεται από όλα τα απαραίτητα παρελκόμενα. Έτσι διαθέτει βίδες για τη στήριξη των συσκευών, καλώδια για τη σύνδεση των drives με τη μητρική, θερμοαγώγιμη πάστα για τον επεξεργαστή, καλώδιο παροχής ρεύματος, το Quick Guide που εξηγεί πώς γίνεται η εγκατάσταση των εξαρτημάτων στο Shuttle XPC Cube SH370R8 και το CD με τους drivers της μητρικής. Κουτί και Τροφοδοτικό Οι διαστάσεις του Shuttle XPC Cube SH370R8 είναι 21,6cm (π) x 19,8cm (υ) x 33,2cm (β) και το κουτί του αποτελείται εξ' ολοκλήρου από αλουμίνιο, εκτός από την πρόσοψη που είναι πλαστικό με επικάλυψη αλουμινίου στο εμπρός μέρος της. Η ποιότητα των υλικών είναι εξαιρετική. Επάνω δεξιά βρίσκουμε το πλήκτρο εκκίνησης του συστήματος καθώς και ενδεικτικά LEDs λειτουργίας του συστήματος και των drives. Μια πίεση στις 3 τελείες που βλέπετε κάτω δεξιά αποκαλύπτει ένα κρυφό διαμέρισμα της πρόσοψης όπου βρίσκουμε συνδέσεις για μικρόφωνο και ακουστικά καθώς και 2 θύρες USB 3.0. Τα πλαϊνά είναι διάτρητα για να εξασφαλίζουν την είσοδο φρέσκου αέρα ενώ το αριστερό πλαϊνό (όπως κοιτάμε το κουτί από εμπρός) είναι διάτρητο σε μεγαλύτερο ύψος καθώς από αυτό θα τροφοδοτηθεί μια κάρτα γραφικών με φρέσκο αέρα. Και τα 2 διάτρητα πλαϊνά διαθέτουν εσωτερικό, μη αφαιρούμενο φίλτρο σκόνης. Ξεκινάμε το πίσω μέρος από πάνω αριστερά όπου ουσιαστικά βλέπουμε το πίσω μέρος του τροφοδοτικού του Shuttle XPC Cube SH370R8. Ο ανεμιστήρας του είναι αρκετά ήσυχος σε χαμηλά φορτία, αν και είναι μόλις 40mm. Όταν φυσικά ανεβαίνουν οι απαιτήσεις τροφοδοσίας, ανεβαίνουν και οι στροφές. Δεξιά από τον ανεμιστήρα του τροφοδοτικού διακρίνουμε μία καλυμμένη στρογγυλή οπή και δεξιότερα αυτής στο ίδιο ύψος άλλες δύο, με την τελευταία να βρίσκεται στην άλλη άκρη του κουτιού. Αυτές είναι οπές που μπορεί να ανοιχτούν με απλή πίεση στο κάλυμμα που έχουν για να τοποθετηθούν κεραίες για το προαιρετικό WLAN module που υποστηρίζει το Shuttle XPC Cube SH370R8. Κάτω από το τροφοδοτικό ακριβώς, διακρίνουμε μία ακόμη καλυμμένη οπή, αυτή τη φορά για σειριακό βύσμα. Η μητρική του Shuttle XPC Cube SH370R8 διαθέτει το σχετικό header, έτσι αν χρειαστείτε σειριακή θύρα, ένα απλό καλώδιο αρκεί για να την έχετε στο πίσω μέρος του κουτιού. Στο κέντρο της πίσω πλευράς διακρίνουμε ένα διάτρητο τμήμα και από μέσα την ψήκτρα του επεξεργαστή. Ο σχεδιασμός της Shuttle έχει έξυπνα τοποθετήσει την ψήκτρα του επεξεργαστή στο σημείο εξαγωγής αέρα από το κουτί, εξασφαλίζοντας ότι ο θερμός αέρας από την ψύξη του επεξεργαστή θα φεύγει απ' ευθείας έξω. Δεξιά από το διάτρητο τμήμα βλέπουμε δύο καλύμματα για κάρτες PCI Express, που σημαίνει ότι το Shuttle XPC Cube SH370R8 μπορεί να δεχτεί οποιαδήποτε κάρτα γραφικών, αφού έχει και το κατάλληλο μήκος. Και για να είμαστε πιο ακριβείς, μπορεί να δεχτεί κάρτες γραφικών με διαστάσεις μέχρι και 28cm x 12cm x 4cm. 3 χειρόβιδες περιμετρικά του κουτιού, χωρίς προστατευτικές λαστιχένιες ροδέλες που θα προστάτευαν το φινίρισμα, συγκρατούν το κάλυμμα του κουτιού και με την αφαίρεσή τους αποκτούμε πρόσβαση στο εσωτερικό. 4 ακόμη χειρόβιδες περιμετρικά του διάτρητου τμήματος συγκρατούν το shroud και τον ανεμιστήρα του συστήματος ψύξης του επεξεργαστή. Τέλος, κάτω αριστερά, έχουμε το I/O Panel της μητρικής που περιλαμβάνει 2 Display Ports 1.2, 1 HDMI 2.0a, 2 θύρες USB 2.0 (μαύρες), 2 θύρες USB 3.1 Gen 1 (μπλε), 4 θύρες USB 3.1 Gen 2 (κόκκινες), 2 Gigabit Ethernet Ports και τις εισόδους / εξόδους της κάρτας ήχου. Τέλος, κάτι που δε συναντάμε συχνά, ένα πλήκτρο για να κάνουμε Reset στο BIOS, χωρίς να χρειαστεί να ανοίξουμε το κουτί. Στην παρακάτω εικόνα, βλέπουμε όλα τα παραπάνω στοιχεία, συγκεντρωμένα. Αφαιρέσαμε λοιπόν τις 3 περιμετρικές χειρόβιδες και αφαιρέσαμε και το καπάκι. Το δεξί μέρος του κουτιού καταλαμβάνεται σε μεγάλο μέρος από το τροφοδοτικό που σε σχήμα θυμίζει αυτά που συναντάμε σε servers. Πρόκειται για ένα τροφοδοτικό με πιστοποίηση 80 Plus Silver, ισχύος 500W, Active PFC και 3 12V rails, 2 των 16A και 1 των 17A. Στην αριστερή πλευρά του κουτιού βλέπουμε το σύστημα ψύξης του επεξεργαστή που με 4 heatpipes μεταφέρει τη θερμότητα από τον επεξεργαστή στο πίσω μέρος ώστε αυτή να βγει άμεσα έξω από το κουτί. Βλέπουμε επίσης το cage των σκληρών δίσκων. Το Cage των σκληρών δίσκων είναι αφαιρούμενο και ψύχεται από έναν ανεμιστήρα στην πρόσοψη του κουτιού, ο οποίος όμως καλύπτει καλά μόνο τις 3 κατώτερες από τις 4 συνολικά θέσεις σκληρών δίσκων. Η αφαίρεσή του απαιτεί κατσαβίδι καθώς στηρίζεται στο κουτί με 4 βίδες και κάνει πολύ ευκολότερη την τοποθέτηση των drives. Όπως είναι εμφανές, το cage υποστηρίζει μόνο drives 3,5" και για την τοποθέτηση drives 2,5" απαιτείται αντάπτορας. Μπορείτε να χρησιμοποιήσετε οποιονδήποτε αντάπτορα, αλλά η Shuttle προτείνει τον δικό της, ο οποίος κοστίζει 10 ευρώ και με τον οποίον μπορείτε να τοποθετήσετε 2 drives των 2,5" σε μία από τις 4 υποδοχές του cage. Ο ανεμιστήρας στην πρόσοψη που ψύχει τους δίσκους είναι 80mm PWM και λεπτού πάχους. Ο ανεμιστήρας αυτός τροφοδοτείται με αέρα από μια έξυπνα τοποθετημένη γρίλια στην πρόσοψη. Ψύξη Επεξεργαστή Το σύστημα ψύξης του επεξεργαστή αποτελείται από 2 τμήματα. Το Shroud που φέρει και τον ανεμιστήρα και στηρίζεται στο ίδιο το κουτί με 4 χειρόβιδες που συναντήσαμε στο πίσω μέρος του και την ψύκτρα που κουμπώνει στη μητρική με τον κλασικό μηχανισμό των original ψυκτρών της Intel. 4 heat pipes ενώνουν τη βάση της ψύκτρας με τα fins και μεταφέρουν τη θερμότητα από τον επεξεργαστή στην έξοδο αέρα του κουτιού. Έτσι ο ανεμιστήρας της ψύκτρας παίζει και το ρόλο του ανεμιστήρα εξόδου αέρα από το κουτί και ο θερμός αέρας από την ψύξη του επεξεργαστή εκλύεται απ' ευθείας στο περιβάλλον. Η απόδοση του συστήματος ψύξης υποστηρίζει επεξεργαστές με κατανάλωση ενέργειας έως και 95W. Ο 92mm ανεμιστήρας είναι κατασκευής της AVC (μοντέλο DS09225R12HP207), ελέγχεται μέσω PWM και διαθέτει υδροδυναμικό έδρανο, ενώ το πάχος του είναι το συνηθισμένο, δηλαδή 25mm. Η απόδοσή του είναι ικανοποιητική και είναι αρκετά αθόρυβος σε φυσιολογικές συνθήκες λειτουργίας, αλλά μπορεί να γίνει πολύ ενοχλητικός αν χρειαστεί να δουλέψει σε πλήρεις στροφές, οι οποίες μπορεί να φτάσουν έως και τις 3792 στροφές ανά λεπτό (με επιλογή Full Mode στο BIOS). Εν τούτοις, όπως θα δούμε παρακάτω, οι στροφές του υπό φορτίο δεν ξεπέρασαν καν τις 2000 στροφές ανά λεπτό. Το Shroud διαθέτει λαστιχάκια απομόνωσης των κραδασμών του ανεμιστήρα. H ψύκτρα διακρίνεται για ένα καλό συνδυασμό της αποτελεσματικότητας με το μειωμένο κόστος, χωρίς ιδιαίτερες ποιοτικές θυσίες. Τα 4 heat pipes των 6mm είναι συγκολλημένα στο block / cold plate και ελαφρά συμπιεσμένα. Έτσι έχουν μεγαλύτερη επιφάνεια επαφής με αυτό και λόγω της υψηλής θερμικής αγωγιμότητας της συγκόλλησης, εξασφαλίζουν μια ικανοποιητική θερμική σύζευξη με το cold plate. Στο άλλο τους άκρο, έρχονται σε επαφή με τα αλουμινένια πτερύγια μέσω μηχανικής σύσφιξης, μέθοδος που εξασφαλίζει επίσης καλή θερμική επαφή. Η ψύκτρα έρχεται σε επαφή με το CPU heat spreader μέσω ενός επίπεδου χάλκινου cold plate, η επιφάνεια του οποίου έχει αφεθεί εσκεμμένα σχετικά «άγρια», τεχνική που διακρίνεται για την καλή θερμική σύζευξη και την αποτελεσματική διασπορά της θερμοαγώγιμης πάστας που εξασφαλίζει. Προδιαγραφές και Μητρική Τα βασικά χαρακτηριστικά του Shuttle XPC Cube SH370R8 φαίνονται στον παρακάτω πίνακα. Όπως θα δείτε το Shuttle XPC Cube SH370R8 δεν έχει τίποτα να ζηλέψει από μεγαλύτερες σε διαστάσεις υλοποιήσεις και μπορεί να μετατραπεί πολύ εύκολα σε ένα εξαιρετικό Gaming PC. Για όποιον θέλει να δει αναλυτικά τα χαρακτηριστικά του Shuttle XPC Cube SH370R8, παρατίθεται ο παρακάτω αναλυτικός πίνακας χαρακτηριστικών: Τα περισσότερα από τα παραπάνω χαρακτηριστικά αφορούν ουσιαστικά τη μητρική του Shuttle XPC Cube SH370R8 την οποία βλέπετε παρακάτω: Η μητρική του Shuttle XPC Cube SH370R8 βασίζεται στο Chipset H370 της Intel και διαθέτει LGA 1151 CPU Socket. Χρησιμοποιεί πυκνωτές στερεής κατάστασης (Solid State) για μεγαλύτερη αντοχή στο χρόνο. Διαθέτει 4 DIMM Sockets που υποστηρίζουν μνήμη DDR4 στα 1,2V, υποστηρίζοντας συνολικά μέχρι και 128GB μνήμης RAM. Έχει μία θύρα PCI Express 16x για την κάρτα γραφικών και μία ακόμη, 4x (τα συνολικά PCI-e Lanes του H370 είναι 16). Για τα μέσα αποθήκευσης υπάρχουν 4 θύρες SATA 3.0 (6Gb/s) και 1 Μ.2 2280 slot PCIe 3.0 4x που υποστηρίζει το πρωτόκολλο NVME. Υπάρχει επίσης μια θύρα M.2 2230 που μπορεί να φιλοξενήσει ένα WLAN controller, ο οποίος μπορεί να συνδεθεί με τις κεραίες που μπορούν να τοποθετηθούν στις υποδοχές του πίσω μέρους του κουτιού που συζητήσαμε νωρίτερα. Συνολικά, μια σύγχρονη, ολοκληρωμένη και ισχυρή μητρική που δύσκολα θα αφήσει κάποιον παραπονεμένο από πλευράς δυνατοτήτων, ειδικά όταν μιλάμε για ένα τόσο μικρό σύνολο. Αν τώρα κάποιος θελήσει στο μέλλον να αλλάξει μητρική, το κουτί του Shuttle XPC Cube SH370R8 μπορεί να φιλοξενήσει οποιαδήποτε Mini-ITX μητρική, αλλά τότε χάνεται το πλεονέκτημα της ειδικής ψήκτρας του επεξεργαστή που βγάζει τον ζεστό αέρα απ' ευθείας έξω από το κουτί καθώς επίσης και θεωρώ απίθανο οποιαδήποτε Mini-ITX μητρική να διαθέτει τόσες δυνατότητες όσο αυτή του Shuttle XPC Cube SH370R8. Είναι όμως μια δυνατότητα που δεν κοστίζει κάτι και καλό είναι που υπάρχει. Μεθοδολογία Μετρήσεων Φτάσαμε λοιπόν στην ώρα των μετρήσεων. Για τις ανάγκες της παρουσίασης εξοπλίσαμε το Shuttle XPC Cube SH370R8 με έναν Intel Core i7 9700, 16 GB μνήμης DDR4-3200 της Corsair και έναν SSD Corsair Force LE200 240GB, οποίος είναι μια ευγενική προσφορά της Corsair και εγκαταστήσαμε την πιο πρόσφατη έκδοση των Windows 10. Τα μετροπρογράμματα που χρησιμοποιήσαμε στη σημερινή παρουσίαση είναι τα ακόλουθα: AIDA64 Engineer Edition v.6.20.5300 το οποίο είναι μια ευγενική προσφορά της Finalwire PCMark 10 Professional Edition v.2.1.2177 το οποίο είναι μία ευγενική προσφορά της UL Benchmarks 3DMark Professional Edition v.2.11.6866 το οποίο είναι μία ευγενική προσφορά της UL Benchmarks Cinebench R20 & R15, SuperPI Mod 1.5, WPrime 2.10 & Fritz Chess Benchmark Χρονισμοί CPU και RAM Ο Intel Core i7 9700 που χρησιμοποιούμε στο συγκεκριμένο review είναι ένας επεξεργαστής 9ης γενιάς Coffe Lake με 8 πυρήνες, χωρίς hyperthreading. Έχει Base Frequency 3.00GHz και Turbo Frequency 4.70GHz. Το Max TDP του είναι 65W. Καθώς δεν είναι σειράς K, δεν υποστηρίζει υπερχρονισμό, αλλά καθώς και το Chipset H370 δεν υποστηρίζει κάτι τέτοιο, δεν αλλάζει κάτι στο αποτέλεσμα. Ένα σημείο όπου αντιμετωπίσαμε θέμα είναι ο χρονισμός των RAM. Συγκεκριμένα, χρησιμοποιήσαμε 2 αρθρώματα RAM της Corsair, 8GB έκαστο, με δυνατότητα χρονισμού στα 3200MHz, μέσω XMP profile. Δυστυχώς, το BIOS της μητρικής του Shuttle XPC Cube SH370R8 δεν προσφέρει καμία δυνατότητα επιλογής του χρονισμού των μνημών, ο οποίος γίνεται με βάση των JEDEC profiles που περιέχονται στο SPD των μνημών. Όπερ και καταλήξαμε να τρέχουμε RAM δυνατοτήτων 3200MHz στα 2133MHz, χωρίς καμία δυνατότητα για κάτι καλύτερο. Δοκιμάσαμε και άλλα, παρόμοια σετ RAM με τα ίδια αποτελέσματα. Επικοινωνήσαμε με τη Shuttle και μας ενημέρωσαν ότι δεν προτείνουν τη χρήση μνημών με XMP profiles αλλά τη χρήση μνημών με JEDEC profiles στα 2400MHz ή 2666MHz. Καθώς δε διαθέταμε κάποιο τέτοιο κιτ, προχωρήσαμε στις μετρήσεις με τις RAM χρονισμένες στα 2133MHz. Η έκδοση του BIOS της μητρικής με το οποίο πραγματοποιήθηκαν οι μετρήσεις φαίνεται στο παρακάτω screenshot. Κατανάλωση, Θερμοκρασίες, Χρονισμοί, Θόρυβος Στο παρακάτω διάγραμμα βλέπουμε την κατανάλωση του Shuttle XPC Cube SH370R8. Και ενώ η κατανάλωση σε ηρεμία είναι απόλυτα φυσιολογική, σε σχέση με το Shuttle DH310 με Core i3-8100, καθώς το Shuttle XPC Cube SH370R8 με Core i7-9700 έχει ίδιο Max TDP επεξεργαστή αλλά μεγαλύτερη μητρική με περισσότερα υποσυστήματα, παρατηρούμε μια σημαντική διαφορά στην κατανάλωση κατά την εκτέλεση του AIDA 64 Stress Test. Αυτό δεν είναι αναμενόμενο, καθώς οι 2 επεξεργαστές που χρησιμοποιήθηκαν, έχουν το ίδιο Max TDP. Παρακάτω βλέπουμε αναλυτικά τα αποτελέσματα του stress test του AIDA64 όπως αυτό χρησιμοποιήθηκε για την παραπάνω μέτρηση. Η δοκιμασία πραγματοποιήθηκε για 20 λεπτά, με θερμοκρασία περιβάλλοντος 21°C. Παρατηρούμε τα εξής ενδιαφέροντα: Η θερμοκρασία των πυρήνων δεν ανέβηκε πάνω από τους 73°C, ενώ ο ανεμιστήρας της ψύκτρας του επεξεργαστή (Chasis κατά το AIDA64) δεν ξεπέρασε τις 1945 στροφές, παραμένοντας σε ανεκτά επίπεδα θορύβου. Ο ανεμιστήρας στην πρόσοψη του κουτιού δεν ξεπέρασε τις 1278 στροφές και παρέμεινε σχεδόν αθόρυβος. Είναι σαφές από τις σχετικές ταχύτητες περιστροφής των ανεμιστήρων εισαγωγής - εξαγωγής αέρα, το γεγονός ότι ο ανεμιστήρας εξαγωγής είναι μεγαλύτερος και ότι ο ανεμιστήρας του τροφοδοτικού συνεισφέρει στην εξαγωγή αέρα, ότι η στατική πίεση του κουτού είναι αρνητική. Η συχνότητα λειτουργίας του 1 πυρήνα έφτασε τα 4191MHz και των υπολοίπων 7 πυρήνων έφτασε τα 4291MHz. Η μέγιστη κατανάλωση του επεξεργαστή έφτασε τα 87,34W, κάτι που δε συνάδει με το Max ΤDP των 65W του Intel Core i7-9700, αλλά εξηγεί τη μέγιστη κατανάλωση του Shuttle XPC Cube SH370R8 που είδαμε παραπάνω καθώς και τους πολύ καλούς χρονισμούς στους οποίους έφτασαν οι πυρήνες. Παρακάτω βλέπουμε τα αναλυτικά γραφήματα που παράγει το PCMark 10 κατά τις δοκιμασίες Extended και Application που εκτελέσαμε. Ο λόγος που τα παραθέτουμε είναι ότι δείχνουν την κατανάλωση του επεξεργαστή να ξεπερνάει τα 90W, επιβεβαιώνοντας τη μέτρηση του AIDA64 PCMark10 Extended PCMark10 Application Φαίνεται λοιπόν ότι η Shuttle επέλεξε τη δυνατότητα TDP up που παρέχει η Intel στους κατασκευαστές, ώστε να αυξήσουν το Max TDP του επεξεργαστή, εφ' όσον θεωρούν ότι η ψύξη επαρκεί, κάτι που μάλιστα έγινε με επιτυχία, καθώς τόσο ο θόρυβος όσο και οι θερμοκρασίες παρέμειναν χαμηλά. Ας δούμε λοιπόν πώς τα πήγε το Shuttle XPC Cube SH370R8 με τον Intel Core i5 9700 και τα 16GB RAM DDR4-3200 (χρονισμένες όμως στα 2133MHz) στις ενότητες που ακολουθούν. AIDA64 Ξεκινάμε τις μετρήσεις μας με το AIDA64, όπου η διαφορά των επιδόσεων του 9700 σε σχέση με τους άλλους επεξεργαστές είναι τεράστια. Η απόδοση της μνήμης από την άλλη, δε διαφέρει ιδιαιτέρως. Οι επιδόσεις είναι ελαφρώς χαμηλότερες καθώς όπως είπαμε η απουσία JEDEC profile στα 2400Mhz ή 2666MHz περιόρισε το χρονισμό των RAM στα 2133MHz. PCMark10 Το PCMark10 μας δίνει μια πιο συνολική εικόνα των επιδόσεων που μπορούμε να περιμένουμε από το Shuttle XPC Cube SH370R8 και όχι μόνο των επιδόσεων του επεξεργαστή. Έγιναν οι μετρήσεις του Extended Test καθώς και του Applications Test το οποίο μετράει τις επιδόσεις στο MS Office 2019. Οι διαφορές εδώ παραμένουν εμφανείς και εξαρτώνται από το πού βασίζεται το κάθε τεστ, καθώς κάποια βασίζονται σε επιδόσεις ενός μόνο πυρήνα και εξαρτώνται αποκλειστικά από τη συχνότητα και άλλες εκμεταλλεύονται όλους τους πυρήνες και μετρούν συνολική επεξεργαστική ισχύ. 3DMark Χωρίς μεγάλες προσδοκίες ή απαιτήσεις από τα ενσωματωμένα στον επεξεργαστή γραφικά των εν λόγω υλοποιήσεων, τρέξαμε 5 από τις δοκιμές του 3DMark. Είναι σαφές ότι η ενσωματωμένη λύση γραφικών του Intel Core i7-9700 είναι ταχύτερη από τις υπόλοιπες που δοκιμάστηκαν, αλλά αυτό που έχει ακόμη περισσότερη σημασία είναι η δυνατότητα του Shuttle XPC Cube SH370R8 να φιλοξενήσει σχεδόν οποιαδήποτε σύγχρονη κάρτα γραφικών, εκτοξεύοντας τις αντίστοιχες επιδόσεις. Λοιπές Μετρήσεις CPU Κλείνουμε τις μετρήσεις με μερικά ακόμη δημοφιλή benchmarks. Απολογισμός Οι επιδόσεις ενός Barebone εξαρτώνται από τις επιμέρους επιδόσεις των τμημάτων που το αποτελούν. Δηλαδή του κουτιού, της μητρικής, της ψύκτρας και του τροφοδοτικού. Για να δούμε πώς τα πάει σε αυτούς τους τομείς το Shuttle XPC Cube SH370R8 . Όσον αφορά το κουτί λοιπόν, είναι έξυπνα σχεδιασμένο, με πολύ καλή ποιότητα κατασκευής και σωστή εκμετάλλευση του χώρου. Η ροή του αέρα που δημιουργούν οι 2 ανεμιστήρες είναι ικανοποιητική και η δυνατότητα τοποθέτησης τεσσάρων σκληρών δίσκων 3,5" συν ενός M.2 SSD, εντυπωσιακή για αυτό το μέγεθος. Έχει επίσης την δυνατότητα εγκατάστασης οποιασδήποτε κάρτας γραφικών μπορεί να υποστηρίξει το τροφοδοτικό του, και αυτές είναι η μεγάλη πλειοψηφία καθώς το τροφοδοτικό είναι ποιοτικό και ισχύος 500W. Το τροφοδοτικό του Shuttle XPC Cube SH370R8 είναι ένα ισχυρό για το μέγεθός του, ποιοτικό τροφοδοτικό με ό,τι μπορεί να χρειαστεί ένας υπολογιστής που χωράει σε κουτί τέτοιου μεγέθους. Έχει πιστοποίηση 80+ Silver και είναι ιδιαίτερα αποδοτικό σε χαμηλά φορτία, καθώς και εντελώς αθόρυβο σε αυτά. Ο θόρυβος ανεβαίνει όταν ανεβαίνουν και τα φορτία, αλλά αυτό είναι φυσιολογικό καθώς εξοπλίζεται με ανεμιστήρα 40mm. Η ψύκτρα του επεξεργαστή είναι πολύ έξυπνα σχεδιασμένη καθώς με τα 4 heat pipes μεταφέρει τη θερμότητα του επεξεργαστή στο πίσω μέρος του κουτιού από όπου αποβάλλεται στο περιβάλλον, χωρίς να επιβαρύνει τη θερμοκρασία του αέρα που βρίσκεται μέσα στο κουτί. Πέρα από αυτό, οι επιδόσεις της είναι μέτριες και ο αρκετά αθόρυβος στις χαμηλές στροφές ανεμιστήρας της, γίνεται θορυβώδης σε υψηλές. Και τέλος η μητρική, από την οποία δεν είχα κανένα παράπονο. Πλήρως εξοπλισμένη, λειτουργική και γενναιόδωρη, εκμεταλλευόμενη την επαρκή ψύξη, έκανε χρήση της επιλογής του TDP up στον επεξεργαστή, ανεβάζοντας τις επιδόσεις του Intel Core i7-9700. Η χαμηλότερη τιμή του Shuttle XPC Cube SH370R8 σε ελληνικό κατάστημα, τη στιγμή που γράφεται αυτό το review είναι 394,20 ευρώ συμπεριλαμβανομένου του Φ.Π.Α. Η τιμή είναι θα λέγαμε λογική για ένα προϊόν πιστοποιημένο για χρήση 24/7 που δε θα αφήσει κανέναν παραπονεμένο σε κανένα σχεδόν πεδίο. Ας συνοψίσουμε τα πλεονεκτήματα και τα μειονεκτήματα του Shuttle XPC Cube SH370R8 : Πλεονεκτήματα + Αλουμινένιο κουτί με εξαιρετική ποιότητα κατασκευής + Μικρό μέγεθος και βάρος + Μητρική πλήρης χαρακτηριστικών με chipset H370 και δυνατοτήτων Full-size μητρικών + TDP up στον επεξεργαστή που δοκιμάσαμε (Intel Core i7-9700) + 4 θύρες USB 3.1 Gen2 στο πίσω μέρος + Ειδική custom ψύκτρα καλής κατασκευής που βγάζει το θερμό αέρα εκτός κουτιού + Ποιοτικό και αθόρυβο τροφοδοτικό 500W 80+ Silver + Υποστήριξη της μεγάλης πλειοψηφίας των ισχυρών καρτών γραφικών + Υποστήριξη M.2 NVME SSD PCIe 3.0 4x + Θέσεις για 4 σκληρούς δίσκους 3,5" με ροή αέρα Μειονεκτήματα - Αδυναμία μητρικής να ορίσει χρονισμούς RAM εκτός JEDEC profiles - Θα προτιμούσαμε θύρες USB 3.1 Gen2 στο εμπρός μέρος αντί USB 3,1 Gen1 Με βάση τα παραπάνω, η συνολική βαθμολογία του Shuttle XPC Cube SH370R8 είναι:  TheLAB.GR Ευχαριστούμε θερμά τη Shuttle για την παραχώρηση του δείγματος της δοκιμής. Πολύμερος Αχανιώτης 14/5/2020
  21. Εισαγωγή Τα barebones της Shuttle τα έχουμε γνωρίσει και εκτιμήσει μέσα από τα reviews μας, αλλά το σημερινό δείγμα είναι αρκετά ιδιαίτερο. Βλέπετε, πρόκειται για ένα barebone της σειράς Nano, δηλαδή της μικρότερης σε διαστάσεις σειράς, που φέρει επεξεργαστές της Intel, υπερ-χαμηλής κατανάλωσης, ενσωματωμένους στη μητρική, με TDP μόλις 15W! Από όλες τις επιλογές που μας δίνει η νέα σειρά NC10, εμείς θα σας παρουσιάσουμε την ισχυρότερη και ακριβότερη, αυτήν που φέρει τον επεξεργαστή Intel Core i7-8565U (ULV), το Shuttle XPC Nano NC10U7. Καθώς το Shuttle XPC Nano NC10U7 φέρει όπως είπαμε κεντρικό επεξεργαστή ενσωματωμένο στη μητρική, τα μόνα εξαρτήματα που χρειάζεται να προσθέσουμε για να ολοκληρωθεί η σύνθεση είναι RAM (τύπου SODIMM DDR4) και κάποιο αποθηκευτικό μέσο, είτε SATA, είτε M.2 NVME PCIe 3.0 x4 ή M.2 SATA. Πάμε όμως να δούμε με λεπτομέρεια τα τεχνικά χαρακτηριστικά της ναυαρχίδας των Βενιαμίν της Shuttle. Τεχνικά Χαρακτηριστικά Τα βασικά τεχνικά χαρακτηριστικά του Shuttle XPC Nano NC10U7 φαίνονται στην παρακάτω λίστα. Πρώτο και καλύτερο φιγουράρει το HDMI 2.0, που σημαίνει υποστήριξη ανάλυσης 4K στα 60Hz όχι μόνο μέσω του Displayport, αλλά και μέσω του HDMI. Συνεπώς το Shuttle XPC Nano NC10U7 μπορεί να εκμεταλλευτεί πλήρως την 4K τηλεόρασή σας σαν μόνιτορ! Κατά τα άλλα, υποστηρίζει όπως είπαμε ένα αποθηκευτικό μέσο με διασύνδεση M.2, που μπορεί να είναι είτε NVME PCIe 3.0 x4 είτε SATA 3.0, καθώς και ένα αποθηκευτικό μέσο 2,5" με ύψος έως και 15mm και διασύνδεση SATA 3.0. Ενδιαφέρον είναι επίσης ότι το Shuttle XPC Nano NC10U7 υποστηρίζει WiFi όπως έρχεται, με εσωτερική κεραία, αν και αυτό περιορίζεται σε IEEE 802.11b/g/n (WiFi 4), max. 150 Mbps up-/downstream, χωρίς υποστήριξη Bluetooth. Ένα σημείο που θα ήθελε βελτίωση είναι η υποστήριξη USB, καθώς αυτή περιορίζεται στην υποστήριξη USB 3.2 (5Gbps) και όχι του - νεότερου και ταχύτερου - USB 3.2 Gen2 (10Gbps) ή του ακόμα νεότερου και ακόμα ταχύτερου USB 3.2 Gen2x2 (20Gbps). Και φυσικά η αντικατάσταση των δύο USB 2.0 θυρών του πίσω μέρους που θα δούμε παρακάτω! Στον παρακάτω αναλυτικό πίνακα βλέπετε όλα τα χαρακτηριστικά του Shuttle XPC Nano NC10U7, όπως αυτά αναγράφονται στην ιστοσελίδα της κατασκευάστριας εταιρίας. Shuttle XPC Nano NC10U7 Specifications Chassis Barebone PC with a black plastic chassis Dimensions: 142 x 142 x 42 mm (LWH) = 847 ml Weight: 0.4 kg net, 1.2 kg gross Hole for Kensington Lock Includes vertical stand and 75 / 100 mm VESA mount Low Power Consumption Power consumption in idle mode with 2.5" SSD under Windows 10: ca. 6 W only Operation Position 1) Horizontal 2) Vertical with stand 3) VESA-mounted behind an appropriate monitor Operation System This barbone system comes without operating system. It is compatible with: - Windows 10, 64-bit - Linux, 64-bit Processor Model: Intel Core i7-8565U (ULV) System-on-a-chip architecture (SoC) with integrated memory and graphics controller: no chipset required FCBGA1528 package - directly soldered onto the mainboard Code name: Whiskey Lake U (8th Generation Intel Core) Cores / Threads: 4 / 8 Clock rate: 1.8 GHz Max. Turbo Frequency: 4.6 GHz L1/L2/L3 Cache: 128 kB / 512 kB / 8 MB TDP wattage: 15 W maximum Manufacturing process: 3rd-generation enhanced 14nm++ Maximum Tjunction Temperature: 100 °C Supports 64-bit, VT-x (EPT), VT-d, Enhanced SpeedStep, NX bit, AES-NI, SSE 4.1/4.2 Cooling Fan Built-in CPU cooling fan with 4-pin connector Supports temperature-controlled RPM fan speed Integrated Graphics Intel UHD Graphics 620 GPU clock frequency: 300~1050 MHz Execution Units (EUs): 24 Supports DirectX 12 Supports full H264, H265 8/10 bit, VP8/9, VC-1, AVC hardware decoding Supports Quick Sync Video and Clear Video HD technology Supports up to two independent screens: 1) DisplayPort 1.2 supports Ultra HD @ 60 Hz 2) HDMI 2.0a supports Ultra HD @ 60 Hz Mainboard / BIOS AMI BIOS in 8 MByte EEPROM with SPI interface Supports resume after power failure Supports Wake on LAN (WOL) Supports Power on by RTC Alarm Supports booting from USB devices and SD card reader Supports hardware monitoring and watch dog function Supports Unified Extensible Firmware Interface (UEFI) Supports Firmware TPM v2.0 (fTPM) Power Adapter External 65 W power adapter (fanless) Input: 100~240 V AC, 50/60 Hz, max. 1.6 A Output: 19 V DC, max. 3.42 A, max. 65 W DC cable ca. 175 cm with coaxial connector: 5.5 / 2.5 mm (outer/inner diameter) The DC-input of the computer supports 19V±5%. AC cable, ca. 170 cm, with flat, two-pole Europlug Memory support 2x SO-DIMM slot with 260 pins Supports DDR4-2133/2400 (PC4-17000/19200) SDRAM at 1.2 V Supports DDR4-2666 at 2400 MHz Supports Dual Channel mode Supports a maximum of 16 GB per DIMM, maximum total size: 32 GB Supports two unbuffered DIMM modules (no ECC or registered) 2.5" Drive Bay Supports one Serial ATA hard disk or one SATA SSD drive in 6.35 cm / 2.5" format Device height: 15 mm (max.) Supports Serial-ATA III, 6 Gb/s (600 MB/s) bandwidth Card Reader Integrated SD card reader Supports SD, SDHC and SDXC memory flash cards Supports booting from SD card M.2 Slot for SSDs The M.2 2280 BM slot provides the following interfaces: - PCI-Express Gen. 3.0 X4 with up to 4 GB/s data transfer rate - SATA v3.0 (max. 6 Gbps) It supports M.2 cards with a width of 22 mm and a length of 42, 60 or 80 mm (type 2242, 2260, 2280). Supports M.2 SATA SSDs (with B+M key) and M.2 PCIe SSDs with NVMe (with M key) Audio Audio Realtek® ALC 662 High-Definition Audio Codec 3.5 mm / 4-pole combo audio connector for headphones and microphone [2] Digital multi-channel audio output: via HDMI and DisplayPort Gigabit LAN Ethernet Controller Intel i211 Supports 10 / 100 / 1.000 MBit/s operation (Gigabit) Supports WAKE ON LAN (WOL) Supports network boot by Preboot eXecution Environment (PXE) IEEE 802.3az Energy Efficient Ethernet (EEE) Interface: PCIe v2.1 Wireless LAN Built-in M.2-2230-A/E WLAN card and internal antenna Single-Chip 1T1R WLAN Controller Realtek RTL8188EE Supports IEEE 802.11b/g/n, max. 150 Mbps up-/downstream Security: WPA/WPA2(-PSK), WEP 64/128 bit, IEEE 802.11x/i Front Panel connectors USB 3.2 Gen 1 Type A (max. 5 Gbps, blue) USB 3.2 Gen 1 Type C (max. 5 Gbps) SD card reader (supports SD, SDHC, SDXC) Power button Power LED (blue, flashing when in suspend mode) HDD LED (orange) Back Panel connectors DisplayPort 1.2 [1] HDMI 2.0a 2x USB 2.0 Type A Gigabit LAN (RJ45) Audio Combo Port for headphones and microphone (3.5 mm jack, 4-pole) [2] DC-input connector for external power adapter 2x perforation for optional external WLAN antennas Left Side connectors Serial RS232 COM port (D-Sub, 9-pin) Note: The serial connector (COM port) cannot be used if the NC10U7 is operated in vertical position. Always-On Jumper By removing Jumper JP1 (please refer to the Quick Installation Guide) the system will start unconditionally once power is applied. [4] Clear CMOS Jumper Short Jumper JP2 for about 10 seconds to restore factory settings of BIOS. Supplied Accessories Multi-language Quick Installation Guide Driver DVD for Windows 10 VESA mount set (two parts), made of steel, Six screws (4x M4x10, 2x M2.5x3) Bracket for a 2.5" drive with eight screws (M3x5) Two aluminium stands (110 mm width) with four screws M3x7 for vertical operation Four black, rounded rubber feet, ca. 10 mm diameter x 2.5 mm Two screws for mounting of M.2 cards Power adapter 65 W with AC power cord Optional Accessories WLN-M: Wireless LAN module with two external antennas, supports WiFi IEEE 802.11n/ac (2.4 / 5 GHz) and Bluetooth 4.0 Environmental Spec Operating temperature range: 0~40 °C [3] Relative humidity range: 10~90% (non-condensing) Conformity / Certifications EMI: CE, FCC, BSMI, RCM, RED, VCCI Safety: CB, BSMI, ETL Other: RoHS, Energy Star, ErP This device is classed as a technical information equipment (ITE) in class B and is intended for use in living room and office. The CE-mark approves the conformity by the EU directives: (1) 2014/30/EU relating to electromagnetic compatibility (EMC), (2) 2014/35/EU relating to Electrical Equipment designed for use within certain voltage limits (LVD), (3) 2009/125/EC relating to ecodesign requirements for energy-related products (ErP), (4) 2014/53/EU Radio Equipment Directive (RED) [1] How to convert DisplayPort into HDMI/DVI The DisplayPort outputs can be converted to HDMI or DVI by an additional, passive adapter cable. For example: DELOCK 82590: 1 m, DisplayPort (male, 20p) to HDMI-A (male, 19p) DELOCK 82435: 5 m, DisplayPort (male, 20p) to DVI-D (male, 24p) The integrated graphics automatically detects the connected display and puts out the appropriate electric signal - either DisplayPort (without an adapter) or HDMI/DVI (with an adapter). However, a monitor with a DisplayPort connector cannot be connected to the HDMI port with a simple, passive adapter. In this case an active adapter like Delock 62496 is required. [2] Audio connector The 3.5 mm audio jack at the back panel of this device supports both a 4-pole connector for headphones and microphone and headphones with only a 3-pole connector. Headsets with separate connectors for headphones and microphone, though, require an appropriate adapter, if also the microphone should be used. [3] Caution: For high ambient temperatures over 35 °C we strongly recommend to use SSDs (supporting at least 70 °C) instead of hard disks. [4] Power-on after Power Fail: The BIOS setup provides a "Power-on after Power Fail" function that can be found under "Power Management Configuration". This function determines the PC's behaviour after power failure. As a matter of the nature of this function, it may fail after short power failures. This is why this PC also comes with a hardware-based solution. By removing Jumper JP1 (please refer to the Quick Installation Guide), the system will start unconditionally once power is applied. Ο παρακάτω συγκριτικός πίνακας, τονίζει με κόκκινο τις διαφορές ανάμεσα στην προηγούμενη σειρά Nano και την τελευταία. Πρόκειται για 3 διαφορές: Επεξεργαστή 8ης γενιάς αντί 7ης Υποστήριξη DDR 2400Mhz αντί 2133Mhz. Υποστήριξη HDMI 2.0a αντί 1.4b Συσκευασία - Παρελκόμενα Το Shuttle XPC Nano NC10U7 έρχεται σε ένα απλό χαρτονένιο κουτί, ίδιο για όλη τη σειρά Nano, με ένα κόκκινο αυτοκόλλητο να αναφέρει τα τεχνικά χαρακτηριστικά του συγκεκριμένου μοντέλου. Το κουτί διαθέτει στο επάνω μέρος ένα εξαιρετικά βολικό χερούλι μεταφοράς. Εντός, βρίσκουμε ένα μικρότερο απλό χαρτονένιο κουτί, που περιέχει την πλούσια προίκα του. Κατά την προσφιλή συνήθεια της Shuttle, οι drivers παρέχονται σε οπτικό δίσκο! Καταλαβαίνω το επιπλέον κόστος ενός μικρού USB flash drive, αλλά προτρέπω την εταιρία να σταματήσει τον εν λόγω αναχρονισμό. Το πρώτο και βασικότερο από τα παρελκόμενα είναι το τροφοδοτικό του Shuttle XPC Nano NC10U7 που είναι ισχύος 65W στα 19V. Το τροφοδοτικό συνδέεται με καλώδιο ρεύματος χωρίς γείωση, το οποίο παρέχεται επίσης. Η βάση που βλέπετε στις παρακάτω φωτογραφίες χρησιμεύει στη στήριξη του drive των 2,5", το οποίο μάλιστα στο Shuttle XPC Nano NC10U7 μπορεί να έχει ύψος έως και 15mm, σε αντίθεση με αυτά που υποστηρίζονται από τη σειρά Slim, τα οποία μπορεί να είναι ύψους έως 12,5mm. Έχουν σημασία αυτά τα 2,5mm στο ύψος του drive; Αν σας ενδιαφέρει ο μεγάλος αποθηκευτικός χώρος, σαφώς και έχουν, μεγάλη μάλιστα. Κι αυτό γιατί τη στιγμή της συγγραφής του παρόντος review, η μεγαλύτερη διαθέσιμη χωρητικότητα σε drive 2,5" και ύψους έως και 12,5mm είναι 2TB, ενώ με το ύψος στα 15mm αυτή μπορεί να φτάσει έως και τα 5TB! Εδώ βλέπουμε το εξάρτημα μέσω του οποίου το Shuttle XPC Nano NC10U7 μπορεί να τοποθετηθεί πίσω από κάποιο μόνιτορ με υποδοχές VESA.Το μικρό κομμάτι βιδώνει πάνω στο workstation και το μεγάλο στο μόνιτορ και στη συνέχεια κουμπώνουν όπως βλέπετε στη 2η φωτογραφία. Φυσικά, δεν είναι απαραίτητο να τοποθετήσουμε το Shuttle XPC Nano NC10U7 πίσω από κάποιο μόνιτορ. Μπορεί να καθίσει όπως είναι πάνω σε κάποιο γραφείο, ή και όρθιο, με τα παρακάτω ποδαράκια. Τα ποδαράκια είναι ποιοτικά, από αλουμίνιο και με λάστιχα στο κάτω μέρος για απόσβεση των κραδασμών. Όρθια τοποθέτηση χωρίς το εν λόγω εξάρτημα θα εμπόδιζε την εισαγωγή αέρα, όπως θα δούμε παρακάτω, και θα οδηγούσε σε υπερθέρμανση. Οι βίδες για όλα τα παραπάνω καθώς και για 2 M.2 συσκευές, παρέχονται επίσης. Μαζί και 4 αυτοκόλλητα, λαστιχένια ποδαράκια. Τέλος, εντός της συσκευασίας βρίσκουμε το ίδιο το Shuttle XPC Nano NC10U7, πολύ καλά προστατευμένο! WLN-M Παρά την ενσωματωμένη υποστήριξη WiFi, το Shuttle XPC Nano NC10U7 προσφέρει τη δυνατότητα αναβάθμισης μέσω του κιτ WLN-M που πωλείται ξεχωριστά. Η αναβάθμιση είναι σημαντική καθώς από το IEEE 802.11b/g/n (WiFi 4), max. 150 Mbps up-/downstream του ενσωματωμένου WiFi, περνάμε σε IEEE 802.11b/g/n/ac (WiFi 5) in the 2.4 / 5 GHz band, με μέγιστη υποστηριζόμενη ταχύτητα τα 433.3 Mbps στα 80 MHz. Παράλληλα προστίθεται και η υποστήριξη Bluetooth 4.0, κάτι αρκετά βολικό για τη χρήση αντίστοιχης τεχνολογίας πληκτρολογίου και ποντικιού. Παρά τη σαφή βελτίωση σε ταχύτητα και εμβέλεια που προσφέρει το WLN-M έναντι της ενσωματωμένης λύσης και της σαφώς σημαντικής προσθήκης του Bluetooth 4.0, υπάρχουν αντίστοιχες κάρτες που μπορούν να προσφέρουν σημαντικά μεγαλύτερες ταχύτητες καθώς και Bluetooth 5.0 και θα θέλαμε να δούμε μία από αυτές στο εν λόγω κιτ. Το εξωτερικό Το ίδιο το Shuttle XPC Nano NC10U7 είναι αρκετά κομψό, ξεφεύγοντας από το industrial look της σειράς Slim. Το σασί του αποτελείται από πλαστικό, ελαττώνοντας σημαντικά το βάρος, αλλά και την αντοχή, ενώ μόνο το επάνω καπάκι έχει επίστρωση αλουμινίου, με βουρτσισμένη υφή. Στο εμπρός μέρος βλέπουμε Από αριστερά προς τα δεξιά: 1 θύρα USB 3.2 Gen1 Type A. 1 θύρα USB 3.2 Gen1 Type C. Card Reader. Power button, στα αριστερά του οποίου το μικρό πορτοκαλί LED δραστηριότητας αποθηκευτικού μέσου και στα δεξιά του οποίου το μικρό μπλε LED λειτουργίας. Η αριστερή πλευρά διαθέτει στις 4 άκρες της μπρούτζινα ένθετα σπειρώματα για να βιδώσουν τα 2 πόδια που είδαμε στα παρελκόμενα. Διαθέτει επίσης μία σειριακή θύρα, η οποία φυσικά δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί όταν τοποθετηθούν τα πόδια και το Shuttle XPC Nano NC10U7 τοποθετηθεί όρθιο. Τέλος, διαθέτει γρίλιες εισαγωγής αέρα. Η δεξιά πλευρά διαθέτει τις αντίστοιχες οπές εξαγωγής αέρα. Όταν το Shuttle XPC Nano NC10U7 είναι τοποθετημένο όρθιο, η ροή του ζεστού αέρα είναι από κάτω προς τα επάνω, υποβοηθούμενη συνεπώς από τη φυσική ροή. Στις 2 πλευρές των οπών εξαερισμού διακρίνονται κυκλικές διαμορφώσεις που μπορούν να πιεστούν με ένα κατσαβίδι και να αφαιρεθούν (μόνιμα) ώστε να βιδώσουν οι κεραίες του WLN-M. Τέλος, στο δεξί μέρος αυτής της πλευράς διακρίνεται η οπή για το Kensington Lock. Στο πίσω μέρος του Shuttle XPC Nano NC10U7 συναντάμε την πλειονότητα των θυρών, όπως συνηθίζεται. Έτσι, από αριστερά προς τα δεξιά έχουμε: Θύρα τροφοδοσίας. Θύρα HDMI 2.0a. Θύρα DisplayPort 1.2. Θύρα RJ45 δικτύου 1000Mbps. 2 θύρες USB 2.0. Τετραπολική θύρα ακουστικών / μικροφώνου (hands free), με υποστήριξη και μόνο ακουστικών. Το επάνω μέρος έχει μια όμορφη, βουρτσισμένη υφή, με το λογότυπο της εταιρίας σε λευκό, στο κέντρο. Το κάτω μέρος έχει τις υποδοχές για τα αυτοκόλλητα λαστιχένια ποδαράκια που είδαμε στα παρελκόμενα. Οι 2 από αυτές είναι μαρκαρισμένες με το γράμμα S και κρύβουν τις 2 βίδες που χρειάζεται να αφαιρεθούν για να αποκτήσουμε πρόσβαση στο εσωτερικό. Είναι εμφανές ότι αν κολλήσουμε τα λαστιχένια ποδαράκια, η πρόσβαση αυτή χάνεται. Θα προτιμούσα οι βίδες να μην είναι κάτω από τα ποδαράκια, ώστε να διατηρείται η δυνατότητα παρέμβασης στο εσωτερικό ακόμα και με τα ποδαράκια τοποθετημένα. Στο κέντρο του κάτω μέρους υπάρχουν 2 μπρούτζινα ένθετα σπειρώματα για να βιδώσει η βάση VESA. Ας δούμε τώρα πώς φαίνεται το Shuttle XPC Nano NC10U7 με τις κεραίες του WLN-M τοποθετημένες. Πώς φαίνεται με τη βάση VESA. Και τέλος πώς τοποθετούνται οι βάσεις όρθιας στήριξης και πώς φαίνεται το Shuttle XPC Nano NC10U7 τοποθετημένο όρθιο με αυτές και τις κεραίες του WLN-M. Στην παρακάτω εικόνα από την ιστοσελίδα της εταιρίας βλέπουμε όλα τα εξωτερικά χαρακτηριστικά του Shuttle XPC Nano NC10U7 συγκεντρωμένα, καθώς και τις επιλογές στήριξής του. Το εσωτερικό Η πρόσβαση στο εσωτερικό του Shuttle XPC Nano NC10U7 απαιτεί την αφαίρεση 2 βιδών τύπου PH0 από τις 2 οπές που είδαμε στο κάτω μέρος, σημειωμένες με το γράμμα S. Στη συνέχεια, χρησιμοποιούμε τις 2 υποδοχές για το νύχι που βρίσκονται στην αριστερή πλευρά, κοντά σε 2 από τα μπρούτζινα ένθετα στα οποία βιδώνουν οι βάσεις όρθιας στήριξης, για να αφαιρέσουμε το πάνω και το κάτω καπάκι. Είναι προφανές από τη θέση τους, ότι οι υποδοχές για το νύχι δε θα είναι προσβάσιμες όταν τοποθετηθεί η βάση όρθιας στήριξης. Ας αφαιρέσουμε λοιπόν το κάτω καπάκι. Στην πλευρά αυτή, έχουμε πρόσβαση στην κάρτα ασύρματου δικτύου, που έρχεται προεγκατεστημένη, μία από τις δύο υποδοχές μνήμης SODIMM DDR4 και το καλώδιο σύνδεσης του SATA drive 2,5". Η προεγκατεστημένη κάρτα ασύρματου δικτύου χρησιμοποιεί μόνο μία, ενσωματωμένη στο σασί, κεραία. Ας δούμε τώρα τοποθετημένες τις υποδοχές για τις κεραίες και την κάρτα του WLN-M. Η κάρτα αυτή χρησιμοποιεί 2 κεραίες. Η ενσωματωμένη κεραία παραμένει μη συνδεδεμένη και το καλώδιό της στον αέρα. Η τοποθέτηση των υποδοχών των κεραιών απαιτεί την αφαίρεση της μητρικής, η οποία γίνεται με την αφαίρεση τριών βιδών αλλά θέλει προσοχή λόγω διαφόρων πλαστικών clips και στενότητας χώρου. Ας τοποθετήσουμε και το άρθρωμα της μνήμης. Τέλος, το drive των 2,5" τοποθετείται με τη βάση που είδαμε στα παρελκόμενα. Η βάση στηρίζεται στο κάτω καπάκι με 4 βίδες και το drive στη βάση με άλλες 4 βίδες, 2 από κάθε πλευρά. Το καλώδιο σύνδεσης του drive είναι αρκετά μακρύ και δε δημιουργεί κάποιο πρόβλημα στο άνοιγμα και κλείσιμο. Ας πάμε τώρα στην πάνω πλευρά, όπου έχουμε λιγότερα να κάνουμε. Εδώ το καπάκι είναι απλό και δεν έχει κάποια υποδοχή για κάτι. Στην πλευρά αυτή τοποθετούμε το δεύτερο άρθρωμα μνήμης SODIMM DDR4 και το M.2 drive. Οι πλαστικές καλύπτρες κάνουν την τοποθέτηση των βάσεων των κεραιών του WLN-M αδύνατη από αυτή την πλευρά, εξ ου και η απαραίτητη αφαίρεση της μητρικής που προαναφέραμε. Μεθοδολογία Μετρήσεων Φτάσαμε λοιπόν στην ώρα των μετρήσεων. Για τις ανάγκες της παρουσίασης εξοπλίσαμε το Shuttle XPC Nano NC10U7 με 16 GB μνήμης DDR4-2400 της Crucial και έναν Corsair Force LE200 240GB, οποίος είναι μια ευγενική προσφορά της Corsair και εγκαταστήσαμε την πιο πρόσφατη έκδοση των Windows 10. Τα μετροπρογράμματα που χρησιμοποιήσαμε στη σημερινή παρουσίαση είναι τα ακόλουθα: AIDA64 Engineer Edition v.6.20.5300 το οποίο είναι μια ευγενική προσφορά της Finalwire PCMark 10 Professional Edition v.2.1.2177 το οποίο είναι μία ευγενική προσφορά της UL Benchmarks 3DMark Professional Edition v.2.11.6866 το οποίο είναι μία ευγενική προσφορά της UL Benchmarks Cinebench R20 & R15, SuperPI Mod 1.5, WPrime 2.10 & Fritz Chess Benchmark Ας δούμε λοιπόν πώς τα πήγε το Shuttle XPC Nano NC10U7 με τον Intel Core i7-8565U (ULV) και τα 16GB RAM DDR4-2400 στις ενότητες που ακολουθούν. AIDA64 Ξεκινάμε τις μετρήσεις μας με το AIDA64, όπου ο χαμηλής κατανάλωσης Core i7 του Shuttle XPC Nano NC10U7 νικάει κατά κράτος και ως ήταν αναμενόμενο τον χαμηλής κατανάλωσης Core i3 του Shuttle XPC Slim DS10U3. Εννοείται βέβαια ότι στη μεγάλη πλειοψηφία των μετρήσεων δεν μπορεί να φτάσει τον Desktop Core i3 του Shuttle XPC SLim DH310, καθώς η διαφορά του TDP, 15W με 65W είναι κάτι που δεν μπορεί να αγνοηθεί. Σε απόδοση προς κατανάλωση όμως, ο Intel Core i7-8565U (ULV) του Shuttle XPC Nano NC10U7 είναι σαφώς η καλύτερη από τις 3 επιλογές. Οι διαφορές στην απόδοση της μνήμης είναι σαφώς μικρότερες και όχι σημαντικές. PCMark10 Το PCMark10 μας δίνει μια πιο συνολική εικόνα των επιδόσεων που μπορούμε να περιμένουμε από το Shuttle XPC Nano NC10U7 και όχι μόνο των επιδόσεων του επεξεργαστή. Έγιναν οι μετρήσεις του Extended Test καθώς και του Applications Test το οποίο μετράει τις επιδόσεις στο MS Office 2019. Οι διαφορές εδώ δεν είναι πολύ μεγάλες και εξαρτώνται από το πού βασίζεται το κάθε τεστ, καθώς κάποια βασίζονται σε επιδόσεις ενός μόνο πυρήνα και εξαρτώνται αποκλειστικά από τη συχνότητα και άλλες εκμεταλλεύονται όλους τους πυρήνες και μετρούν συνολική επεξεργαστική ισχύ. 3DMark Χωρίς μεγάλες προσδοκίες ή απαιτήσεις από τα ενσωματωμένα στον επεξεργαστή γραφικά των εν λόγω υλοποιήσεων, τρέξαμε 5 από τις δοκιμές του 3DMark. Λοιπές μετρήσεις CPU Κλείνουμε τις μετρήσεις με μερικά ακόμη δημοφιλή benchmarks. Κατανάλωση - Θερμοκρασίες - Χρονισμοί - Θόρυβος Σε ένα σύστημα χαμηλής κατανάλωσης όπως το Shuttle XPC Nano NC10U7, η κατανάλωση, οι θερμοκρασίες και ο θόρυβος παίζουν συνήθως σημαντικότερο ρόλο από τις επιδόσεις. Στο παρακάτω διάγραμμα βλέπουμε ότι η κατανάλωση του Shuttle XPC Nano NC10U7, ειδικά υπό πλήρες φορτίο CPU και GPU, του χαρίζει άνετα τον τίτλο της καλύτερης υλοποίησης όσον αφορά το λόγο απόδοσης προς κατανάλωση. Παρακάτω βλέπουμε τα αποτελέσματα του stress test του AIDA64 όπως αυτό χρησιμοποιήθηκε για την παραπάνω μέτρηση. Η δοκιμασία πραγματοποιήθηκε για 20 λεπτά, με θερμοκρασία περιβάλλοντος 20°C. Παρατηρούμε τα εξής ενδιαφέροντα: Το σύστημα ψύξης, το οποίο όπως είδαμε στις φωτογραφίες είναι τύπου φορητού υπολογιστή (Laptop), διατήρησε τον επεξεργαστή σε αποδεκτές θερμοκρασίες, με το θερμότερο πυρήνα να φτάνει έως και τους 82°C, ενώ παράλληλα οι στροφές του ανεμιστήρα έφτασαν έως και τις 4821rpm. Ο εν λόγω ανεμιστήρας δοκιμάστηκε σε πλήρη ισχύ, μέσω επιλογής στο BIOS, και μπορεί να φτάσει έως και τις 5921rpm, γεγονός που σημαίνει ότι το σύστημα είχε περιθώρια περαιτέρω ψύξης, αλλά το προφίλ επιλέγει να διατηρεί αυτή την ασφαλή θερμοκρασία στον επεξεργαστή, διατηρώντας παράλληλα το θόρυβο σε αποδεκτά επίπεδα. Όσοι έχουν Laptop και κάποιο λογισμικό με το οποίο βλέπουν της στροφές του ανεμιστήρα, γνωρίζουν ότι στις 4821rpm, το σύστημα ψύξης κάνει αισθητή την παρουσία του. Δεν είναι ανυπόφορο αλλά σε καμία περίπτωση δεν είναι αθόρυβο. Οφείλουμε πάντως να πούμε ότι σε φυσιολογική χρήση οι στροφές ήταν πολύ χαμηλότερες και ο θόρυβος δυσδιάκριτος. Η συνολική κατανάλωση του επεξεργαστή παραμένει εντός του TDP των 15W το οποίο μοιράζεται μεταξύ των IA cores (x86) και των GT cores (γραφικά) σχεδόν εξ ίσου, με το μέσο όρο να δίνει περισσότερη ισχύ στους πυρήνες των γραφικών. Η μέση συχνότητα των IA Cores είναι κάτω από τη Base Frequency του Intel Core i7-8565U (ULV), που είναι 1800MHz, στα 1495,9Mhz, κάτι που γεννά ερωτήματα. Για να λυθούν τα ερωτήματα που προκαλεί το τελευταίο σημείο της ανάλυσης του παραπάνω πίνακα, τρέξαμε το Stress Test του AIDA64 χωρίς να στρεσάρουμε τους πυρήνες των γραφικών. Θερμοκρασίες και θόρυβος παρέμειναν στα ίδια επίπεδα αλλά η κατανάλωση του επεξεργαστή, αν και χαμηλότερη, στα 12W, τα έδωσε όλα στους IA cores, επιτρέποντάς τους να φτάσουν σε μια μέση συχνότητα 2244.3Mhz, πάνω δηλαδή από τη Base Frequency του Intel Core i7-8565U (ULV). Πρόκειται λοιπόν για περιορισμό του ίδιου του επεξεργαστή που όταν δουλεύουν και οι πυρήνες των γραφικών στο φουλ, η ισχύς που παρέχεται στους πυρήνες x86 δεν επαρκεί για την πλήρη εκμετάλλευσή τους. Αξίζει να σημειωθεί ότι και στις δύο δοκιμασίες, το σύστημα ψύξης έκανε καλά τη δουλειά του και δεν υπήρξε καθόλου throttling. Παρακάτω βλέπουμε τα αναλυτικά γραφήματα που παράγει το PCMark 10 κατά τις δοκιμασίες Extended και Application που εκτελέσαμε. Ο λόγος που τα παραθέτουμε είναι ότι δείχνουν την κατανάλωση του επεξεργαστή να ξεπερνάει τα 15W που μέτρησε το AIDA64 (τα οποία συμφωνούν με το 15W TDP του Intel Core i7-8565U) και να αγγίζουν στιγμιαία έως και τα 30W. Πρόκειται για λάθος μέτρηση του PCMark10 ή έχει χρησιμοποιήσει η Shuttle την επιλογή που δίνει η Intel για TDP up ώστε να ανεβάσει το TDP στα 25W; Επικοινωνήσαμε με τον αντιπρόσωπο της Shuttle για να λύσουμε την παραπάνω απορία, ο οποίος μας διαβεβαίωσε πέρα από κάθε αμφιβολία ότι το TDP του Intel Core i7-8565U (ULV) στην υλοποίηση του Shuttle XPC Nano NC10U7 είναι 15W και συνεπώς το AIDA64 είχε τη σωστή μέτρηση ενώ το PCMark10 τη λανθασμένη. Επίλογος Στο δια ταύτα λοιπόν. Το Shuttle XPC Nano NC10U7 είναι ένα δυνατό για τις διαστάσεις του, αλλά κυρίως για την κατανάλωσή του, barebone, που φιλοξενεί τον χαμηλής κατανάλωσης Intel 8ης γενιάς Core i7-8565U (ULV) με TDP 15W. Χρησιμοποιεί μνήμες τύπου SO-DIMM DDR4 με συνολική μέγιστη χωρητικότητα τα 32GB και διαθέτει μία θύρα M.2 για SSD τύπου NVMe PCIe 3.0 x4 ή SATA 3.0, μία θύρα SATA για ένα drive 2,5" ύψους 15mm και μία ακόμα θύρα Μ.2 που μπορεί να φιλοξενήσει ένα WiFi / Bluetooth module, η οποία έρχεται κατειλημμένη από ένα WiFi module μέγιστης ταχύτητας 150Mbps, χωρίς bluetooth. Έχει μια πληθώρα εξωτερικών συνδέσεων, που περιλαμβάνουν 1 Display Port 1.2 και 1 HDMI 2.0a, συνεπώς μπορεί να συνδεθεί με 2 μόνιτορ ταυτόχρονα, που μπορεί να υποστηρίζουν μέχρι και ανάλυση 4K στα 60Hz. Διαθέτει επίσης 2 θύρες USB 3.2 Gen.1 στην πρόσοψη, εκ των οποίων η μία Type C, 2 θύρες USB 2.0 στο πίσω μέρος και κάρτα δικτύου 1Gbps. Τέλος, διαθέτει 1 σειριακή θύρα (θα εκπλαγείτε πόσο χρησιμοποιούνται ακόμα σε επαγγελματικές εφαρμογές) ενώ το κερασάκι στην τούρτα είναι το SD Card reader της πρόσοψης. Το πιο εντυπωσιακό χαρακτηριστικό όμως του Shuttle XPC Nano NC10U7 είναι ότι είναι κατασκευασμένο για να λειτουργεί συνεχώς, 24 ώρες την ημέρα, 7 ημέρες την εβδομάδα, ακόμα και σε θερμοκρασίες περιβάλλοντος που φτάνουν τους 40 βαθμούς Κελσίου. Συνεπώς μιλάμε για εξαιρετική ποιότητα κατασκευής και μεγάλη διάρκεια ζωής. Αξιοσημείωτο είναι επίσης ότι το Shuttle XPC Nano NC10U7 υποστηρίζει drives 2,5" ύψους έως και 15mm, συνεπώς αυτή τη στιγμή χωρητικότητας έως και 5TB, ενώ οι περισσότερες συσκευές μικρού μεγέθους υποστηρίζουν drives 2,5" ύψους έως 12,5mm, κάτι που περιορίζει τη χωρητικότητα σε έως και 2TB. Κατά το χρόνο συγγραφής του παρόντος review, δεν μπορέσαμε να εντοπίσουμε το Shuttle XPC Nano NC10U7 σε κάποιο Ελληνικό κατάστημα. Η τιμή του στα καταστήματα της Γερμανίας ξεκινάει από τα 562,72 ευρώ συμπεριλαμβανομένου του ΦΠΑ, συνεπώς περιμένουμε κάτι αντίστοιχο και στην Ελληνική αγορά. Το κόστος σαφώς δεν είναι χαμηλό και αυτό οφείλεται εν μέρει και στην εξαιρετική ποιότητα κατασκευής που απαιτείται για να δοθεί εγγύηση χρήσης 24/7, αλλά κυρίως στο κόστος του Intel Core i7-8565U (ULV). Για να λειτουργήσει το Shuttle XPC Nano NC10U7 θα χρειαστεί τουλάχιστον 100 ευρώ ακόμα, για μνήμη και SSD, ενώ η προτεινόμενη αναβάθμιση του WiFi με το κιτ WLN-M έχει κόστος που ξεκινάει από ακόμη 28,99 ευρώ. Προσθέστε και ένα μηχανικό δίσκο για μεγάλο, έως και 5TB αποθηκευτικό χώρο και καταλαβαίνετε ότι το κόστος γίνεται ακόμα πιο μεγάλο. Ως ανταμοιβή, θα έχετε ένα ιδιαίτερα μικρό, εξαιρετικά αξιόπιστο σύστημα που μπορεί να ανταποκριθεί σε οποιαδήποτε οικιακή (εκτός από gaming) και αρκετές επαγγελματικές απαιτήσεις, με ελάχιστη κατανάλωση. Συνοψίζοντας λοιπόν, τα θετικά και τα αρνητικά του Shuttle XPC Nano NC10U7 είναι τα εξής Ο Kαλός Υψηλή ποιότητα υλικών και κατασκευής Μικρό μέγεθος Πολύ χαμηλή κατανάλωση 2 θύρες USB 3.2 Gen.1 και Card Reader μπροστά Θύρες Displayport 1.2 και 1 HDMI 2.0a με δυνατότητα σύνδεσης 2 οθονών ταυτόχρονα στα 4K 60Hz Δυνατότητα σύνδεσης μονάδας αποθήκευσης M.2 (NVMe PCIe 3.0 x4 ή SATA) και 2,5" SATA 3.0 Υποστηριζόμενο ύψος 15mm για τη μονάδα αποθήκευσης 2,5" με αποτέλεσμα η υποστηριζόμενη χωρητικότητα να φτάνει τα 5TB Ενσωματωμένο WiFi με εσωτερική κεραία και δυνατότητα αναβάθμισης με το κιτ WLN-M Πολύ εύκολη εγκατάσταση υποσυστημάτων Ο Κακός Κόστος Η τοποθέτηση των εξωτερικών κεραιών του προαιρετικού κιτ αναβάθμισης WLN-M απαιτεί αφαίρεση της μητρικής Μόνο 1 USB 3.2 Gen1 Type Α και 1 USB 3.2 Gen1 Type C στην πρόσοψη και 2 θύρες USB 2.0 στο πίσω μέρος Ο Αδιάφορος Δε βρήκαμε κάτι αδιάφορο Με βάση λοιπόν όλα τα παραπάνω, η βαθμολογία του Shuttle XPC Nano NC10U7 είναι :  TheLAB.GR Ευχαριστούμε θερμά την Shuttle για την παραχώρηση του δείγματος της δοκιμής Πολύμερος Αχανιώτης 3/3/2020
  22. Εισαγωγή Το 2018 σας είχαμε παρουσιάσει τη ναυαρχίδα των πληκτρολογίων της Corsair, το Corsair K95 RGB Platinum. Οι εντυπώσεις που μας είχε αφήσει ήταν άριστες και οι προτάσεις μας για πιθανές βελτιώσεις του προϊόντος, λιγοστές. Είναι αυτονόητο ότι όταν η Corsair ανακοίνωσε τον αντικαταστάτη του, το Corsair K95 RGB Platinum XT, κανονίσαμε με συνοπτικές διαδικασίες να βρεθεί άμεσα στον πάγκο των δοκιμών μας. Η διαφορά των μόλις 2 χαρακτήρων στο όνομα του προϊόντος μας προϊδεάζει για αντίστοιχα μικρές αλλαγές στο ίδιο το προϊόν. Κάτι που άλλωστε δεν είναι κακό, καθώς το συγκεκριμένο πληκτρολόγιο ήταν ήδη εξαιρετικό. Ας δούμε λοιπόν τι αλλαγές και βελτιώσεις έκανε η Corsair στη ναυαρχίδα των πληκτρολογίων της και αν οι προτάσεις μας εισακούστηκαν. Χαρακτηριστικά Τα χαρακτηριστικά του Corsair K95 RGB Platinum XT συνοψίζονται στον παρακάτω πίνακα: Όπως βλέπετε, η έκδοση του Corsair K95 RGB Platinum XT που παραλάβαμε χρησιμοποιεί διακόπτες Cherry MX Speed. Όλες οι εκδόσεις διαθέτουν φωτισμό RGB, έχουν 1000Hz report rate και Full Key Matrix (NKRO) με 100% anti-ghosting. Δηλαδή, σε απλά Ελληνικά, μπορείτε να πατήσετε ταυτόχρονα όλους του, τους ποικιλοτρόπως φωτισμένους, Cherry MX Speed διακόπτες και όλες οι ενεργοποιήσεις των διακοπτών θα καταγραφούν ταυτόχρονα, χωρίς απώλειες, με ρυθμό δειγματοληψίας 1000 φορές το δευτερόλεπτο! Η Πρώτη Επαφή Το Corsair K95 RGB Platinum XT έρχεται σε ένα πολυτελές, ιλουστρασιόν κουτί που τονίζει τον RGB φωτισμό του. Καθώς είμαι κάτοικος Ηνωμένου Βασιλείου, η αποθήκη της Corsair μου έστειλε πληκτρολόγιο με UK layout πλήκτρων, που είναι ελαφρώς διαφορετικό από το NA (North America) που χρησιμοποιείται στην Ελλάδα, αλλά τα χαρακτηριστικά του πληκτρολογίου είναι τα ίδια και δε θα αλλάξει κάτι στο review. Στο πίσω μέρος αναγράφονται τα βασικά χαρακτηριστικά του πληκτρολογίου σε 8 γλώσσες, μη συμπεριλαμβανομένης της Ελληνικής. Αναφέρεται επίσης ότι περιέχει και 6 S keycaps, με τα οποία μπορούμε να αντικαταστήσουμε τα 6 G keycaps των προγραμματιζόμενων πλήκτρων. Ο λόγος είναι ότι το Corsair K95 RGB Platinum XT υποστηρίζεται πλέον από το λογισμικό Elgato Stream Deck, μέσω του οποίου μπορούμε να αντιστοιχίσουμε λειτουργίες του εν λόγω λογισμικού στα προγραμματιζόμενα πλήκτρα του πληκτρολογίου της Corsair. Πολύ ενδιαφέρουσα κίνηση και θα ήταν ακόμα πιο ενδιαφέρον αν το λογισμικό Elgato Stream Deck ενσωματωθεί στο iCUE. Αφαιρώντας το καπάκι, βλέπουμε το πληκτρολόγιο προστατευμένο σε διαφανές νάιλον. Κάτω από το πληκτρολόγιο κρύβεται το wrist rest (ή επί το επιστημονικότερον, ακουμπιστήρι καρπών) και ένα κουτί με τα υπόλοιπα παρελκόμενα. Τα παρελκόμενα αποτελούνται από τα γνωστά φυλλάδια της εγγύησης και του Manual, ένα πλήρες Corsair Gaming Performance FPS/MOBA Key Kit — Grey σε bulk συσκευασία και τα 6 S keycaps μαζί με ένα keycap με το λογότυπο της Corsair. Το Corsair K95 RGB Platinum XT είναι ένα πλήρους μεγέθους πληκτρολόγιο, με μια επιπλέον στήλη προγραμματιζόμενων μηχανικών πλήκτρων στο αριστερό του άκρο και ακόμα κάποια πλήκτρα στο πάνω μέρος του, που κάνουν τη ζωή μας πιο εύκολη: Στα αριστερά βλέπουμε 3 πλήκτρα: Το πρώτο είναι αυτό της επιλογής των hardware προφίλ, τα οποία είναι 5 και μπορούν να προγραμματιστούν μέσω του λογισμικού iCUE αλλά να χρησιμοποιηθούν και χωρίς αυτό, κάνοντας το πληκτρολόγιο εύκολα μεταφέρσιμο και ικανό να χρησιμοποιηθεί, με τα προφίλ αυτά, σε οποιονδήποτε υπολογιστή, χωρίς τη χρήση του λογισμικού. Το δεύτερο είναι για την επιλογή της έντασης του φωτισμού, πάλι χωρίς το λογισμικό, ενώ το τρίτο είναι το πλήκτρο που απενεργοποιεί τα Windows Keys, για να μην πατηθούν κατά λάθος κατά τη διάρκεια κάποιου παιχνιδιού και επιτελεί ακόμα κάποιες λειτουργίες που θα δούμε στην ανάλυση του iCUE. Στα δεξιά, πάνω από το αριθμητικό πληκτρολόγιο, βρίσκουμε μια πλήρη σειρά από multimedia keys, συμπεριλαμβανομένου ενός volume roller, με ωραία, tactile αίσθηση. Το υλικό κατασκευής του πάνω μέρους του Corsair K95 RGB Platinum XT είναι το αλουμίνιο και σε συνδυασμό με τη βουρτσισμένη υφή του δίνει ένα εξαιρετικό, ποιοτικό και αισθητικό αποτέλεσμα. Το καλώδιο είναι μακρύ, στα 1,8 μέτρα, και χωρίζεται στο τέλος σε 2 βύσματα USB, το ένα για το πληκτρολόγιο και το άλλο για το USB pass through. Στο πίσω μέρος βλέπουμε μόνο την έξοδο του καλωδίου και τη θύρα του USB pass through. To USB pass through είναι μια πολύ βολική προσθήκη. Πρόκειται ουσιαστικά για μια προέκταση USB που ενσωματώνεται στο καλώδιο του πληκτρολογίου και παρέχει μια πολύ βολική θύρα USB ακριβώς πάνω στο πληκτρολόγιο. Δυστυχώς, πρόκειται για θύρα προδιαγραφών USB 2.0 και συνεπώς είναι μια χαρά για κάποιο ποντίκι, ακουστικά και λοιπά παρελκόμενα, αλλά όχι η καλύτερη λύση για κάποιο σύγχρονο εξωτερικό δίσκο, καθώς θα περιορίσει σημαντικά την ταχύτητά του. Το καλώδιο είναι αρκετά παχύ και με καλής ποιότητας sleeving. Στις 4 γωνίες του κάτω μέρους διακρίνουμε μεγάλα ελαστικά ποδαράκια που σταθεροποιούν το πληκτρολόγιο πολύ καλά, ενώ τα 2 πίσω εμπεριέχουν αναδιπλούμενα τμήματα που μπορούν να ανυψώσουν το πίσω μέρος του. Στο κέντρο του πληκτρολογίου υπάρχουν κανάλια με σκοπό τη δρομολόγηση του καλωδίου που θα συνδεθεί στην υποδοχή του USB pass through. Στο εμπρός μέρος υπάρχουν 2 υποδοχές για τη σύνδεση του wrist rest. Το wrist rest είναι σημαντικά αναβαθμισμένο σε σχέση με τον προκάτοχο του Corsair K95 RGB Platinum XT, καθώς επενδύεται από δερματίνη και περιέχει αφρολέξ που κάνει τη χρήση του πληκτρολογίου σημαντικά πιο άνετη και ξεκούραστη. Το υλικό κάτω από το μαξιλαράκι της δερματίνης παραμένει πλαστικό, το οποίο αν και καλής ποιότητας, δεν είναι το ίδιο με το αλουμινένιο σώμα του ίδιου του πληκτρολογίου. Θα ήθελα, τουλάχιστον το πλαίσιο που φαίνεται γύρω από τη δερματίνη να είναι από αλουμίνιο, όπως και το ίδιο το πληκτρολόγιο. Η προσθήκη και αφαίρεση του wrist rest γίνεται πολύ εύκολα, όπως φαίνεται στις παρακάτω φωτογραφίες. Το Corsair K95 RGB Platinum XT δείχνει πολύ όμορφο με το wrist rest και η άνεση της χρήσης του βελτιώνεται σημαντικά. Μεγάλη αναβάθμιση σε σχέση με τον προκάτοχο του αποτελούν και τα keycaps του Corsair K95 RGB Platinum XT. Φαίνεται ότι η τοποθέτησή μας στο review του Corsair K95 RGB Platinum πως η ναυαρχίδα των πληκτρολογίων της εταιρίας θα έπρεπε να διαθέτει και τα καλύτερα keycaps που προσφέρει η εταιρία εισακούστηκε. Έτσι, το Corsair K95 RGB Platinum XT έρχεται με PBT Double Shot Keycaps! Οι διακόπτες που κρύβονται κάτω από αυτά, στο δείγμα μας, είναι οι Cherry MX Speed αλλά το πληκτρολόγιο διατίθεται και με Cherry MX Brown και Cherry MX Blue. Τα PBT Double Shot Keycaps είναι μεγάλη αναβάθμιση σε σχέση με τα τυπικά ABS keycaps, τόσο στην ποιότητα και την αίσθηση, όσο και στην αντοχή στη χρήση και το χρόνο. Δυστυχώς, τα G keys δε διαθέτουν PBT Double Shot Keycaps. Φινίρισμα Το φινίρισμα του Corsair K95 RGB Platinum XT είναι αντάξιο του κορυφαίου προϊόντος μιας κορυφαίας εταιρίας. Από το αλουμινένιο σώμα μέχρι την εξαιρετική ανοδίωση και τα PBT Double Shot Keycaps, το πληκτρολόγιο είναι άριστο από όλες τις απόψεις. Ακόμη και το wrist rest έχει βελτιωθεί σημαντικά και είναι το καλύτερο που έχουμε δοκιμάσει έως σήμερα σε οποιοδήποτε πληκτρολόγιο. Συνδεσιμότητα Η σύνδεση του Corsair K95 RGB Platinum XT με τον υπολογιστή γίνεται μέσω καλωδίου USB, μήκους 1,8 μέτρων. Το καλώδιο είναι αρκετά παχύ, επενδεδυμένο με καλής ποιότητας sleeving και καταλήγει σε 2 βύσματα, το ένα για τη σύνδεση του πληκτρολογίου στον υπολογιστή και το άλλο για το USB pass through. Τα βύσματα είναι από ποιοτικό πλαστικό και έχουν τη λειτουργία (πληκτρολόγιο και pass through) χαραγμένη στη μία πλευρά και το λογότυπο της Corsair στην άλλη. Τα βύσματα είναι σχετικά μακρυά, οπότε ίσως χρειαστεί λίγη προσοχή αν το πίσω μέρος του υπολογιστή είναι πολύ κοντά σε κάποιο τοίχο. Επιπλέον Keycaps Όπως είδαμε, η συσκευασία του Corsair K95 RGB Platinum XT περιλαμβάνει κάποια επιπλέον keycaps, σε 2 πακέτα. Το ένα πακέτο περιλαμβάνει τα 6 S keycaps που μπορούν να αντικαταστήσουν τα G keycaps των 6 προγραμματιζόμενων πλήκτρων της αριστερής στήλης. Φυσικά, τα kecaps δεν αλλάζουν τη λειτουργικότητα των πλήκτρων, αλλά τονίζουν τη δυνατότητα συνεργασίας του πληκτρολογίου με το λογισμικό Elgato Stream Deck. Έτσι, S σημαίνει Streaming, καθώς οι περισσότερες δυνατότητες που προσφέρει το εν λόγω λογισμικό αφορούν ακριβώς αυτό. Έχουμε λοιπόν 6 ελαφρώς φαρδύτερα πλήκτρα, όπως και τα αρχικά G keys, με μπλε χρωματισμό. Μαζί, και ένα keycap με το λογότυπο της Corsair. Τα S keycaps είναι κατασκευασμένα από ABS πλαστικό, όπως και τα G keycaps και αποτελούνται από 2 τμήματα. Το πλήκτρο με το λογότυπο της εταιρίας είναι ένα τυπικό ABS keycap. Θα προτιμούσαμε βέβαια PBT Double Shot Keycaps και εδώ, αλλά καθώς πρόκειται για πλήκτρα περιορισμένης χρήσης και παραγωγής, το κόστος θα ήταν μάλλον πολύ μεγάλο. Το δεύτερο σετ είναι το Corsair Gaming Performance FPS/MOBA Key Kit — Grey και μπορείτε να δείτε σχετικές λεπτομέρειες στο παραπάνω link. Περιέχει και έναν απλό και λειτουργικό εξωλκέα για να αλλάζετε εύκολα τα keycaps. Καθώς το σετ αφορά 2 configurations, FPS και MOBA, έχει το γράμμα W και το γράμμα D από 2 φορές. Το D μάλιστα με διαφορετικές κλίσεις, καθώς στο FPS configuration (WASD) το χρειαζόμαστε ανυψωμένο από δεξιά και στο MOBA configuration (QWERDF) ανυψωμένο από αριστερά. Έτσι το σετ περιλαμβάνει και τα 2 πλήρη keysets, και μπορούν να χρησιμοποιηθούν ταυτόχρονα, σε ξεχωριστά πληκτρολόγια. Τα πλήκτρα του σετ είναι όμοιας κατασκευής με τα G και τα S keys. Εδώ βλέπουμε τις διαφορές ανάμεσα στα PBT Double Shot Keycaps (ESC), τα ABS keycaps (Λογότυπο) και τα ειδικής κατασκευής ABS keycaps 2 τμημάτων (W). Και τις αντίστοιχες διαφορές στη μάζα τους. Τα G και S keys έχουν μεγαλύτερη μάζα από τα υπόλοιπα ABS πλήκτρα 2 τμημάτων, λόγω μεγαλύτερου μεγέθους, αλλά και πάλι σημαντικά μικρότερη από τα PBT Double Shot Keycaps. Παίρνουμε λοιπόν το βολικό key puller και... Δοκιμάζουμε διάφορα configurations με τα επιπλέον πλήκτρα. Πλήκτρα Cherry MX Speed Όπως έχουμε πει, το Corsair K95 RGB Platinum XT χρησιμοποιεί διακόπτες Cherry MX Speed. Τα βασικά χαρακτηριστικά αυτών των διακοπτών φαίνονται στον παρακάτω πίνακα. Πρόκειται για διακόπτες που σε αντίθεση με τα άλλα μοντέλα της εταιρίας τα οποία ενεργοποιούνται αφού διανύσουν 2 χιλιοστά κατά το πάτημα, ενεργοποιούνται μόλις στα 1,2 χιλιοστά, δίνοντας ταχύτερη ανταπόκριση και ένα απειροελάχιστο πλεονέκτημα στους hardcore gamers. Τα υπόλοιπα χαρακτηριστικά τους θυμίζουν τους διακόπτες Cherry MX Red, καθώς έχουν την ίδια operating force και δε διαθέτουν απτικό ή ηχητικό feedback. Το παρακάτω διάγραμμα δείχνει το σημείο ενεργοποίησης και επαναφοράς του διακόπτη. Φωτισμός RGB Ο φωτισμός του Corsair K95 RGB Platinum XT είναι απόλυτα ελεγχόμενος σε χρώμα και ένταση, μέσω του λογισμικού iCUE. Εκτός από το κάθε πλήκτρο ξεχωριστά, υπάρχει και μια φωτεινή γραμμή στο πάνω μέρος του πληκτρολογίου, η οποία χωρίζεται σε 19 ζώνες. Οι 3 κεντρικές περιλαμβάνουν και το λογότυπο της εταιρίας, το οποίο επίσης φωτίζεται. Ο φωτισμός είναι ζωηρός και φωτεινός ακόμα και την ημέρα. Λογισμικό iCUE Ένα από τα πιο δυνατά σημεία του Corsair K95 RGB Platinum XT , όπως και όλων των πληκτρολογίων της Corsair, είναι το λογισμικό ελέγχου, που ονομάζεται iCUE. Η πρώτη καρτέλα του λογισμικού ονομάζεται Home και εκεί βλέπουμε όλες τις υποστηριζόμενες συσκευές στο σύστημά μας. Επιλέγοντας κάποια, βλέπουμε τα προφίλ που έχουμε ρυθμίσει για αυτή, είτε software, είτε αποθηκευμένα στη μνήμη της συσκευής, αν έχει. Βλέπουμε λοιπόν αριστερά ένα software προφίλ που έφτιαξα και τα 5 που αποθηκεύονται στη μνήμη του πληκτρολογίου και τα οποία μας ακολουθούν όπου και αν συνδέσουμε το πληκτρολόγιο και δεν απαιτούν την ύπαρξη του iCUE για να λειτουργήσουν. Το κάθε προφίλ μπορούμε να το συνδέσουμε με κάποιο πρόγραμμα, ώστε να φορτώνεται αυτόματα όταν το πρόγραμμα αυτό τρέχει και είναι στο προσκήνιο. Μπορούμε επίσης να του ορίσουμε κάποιο custom εικονίδιο και φόντο. Αυτό ισχύει τόσο στα software όσο και στα hardware προφίλ. Σε κάθε προφίλ μπορούμε επίσης να ορίσουμε μια μεγάλη ποικιλία από Actions (ενέργειες), τις οποίες φυσικά δε θα αναλύσουμε διεξοδικά εδώ γιατί δεν είναι αυτός ο σκοπός του review. Μπορείτε όμως και μόνο από τους τίτλους που φαίνονται στη φωτογραφία να καταλάβετε ότι οι δυνατότητες είναι πάρα πολλές. Μπορούμε ακόμη να σώσουμε κάποια Actions στη σχετική βιβλιοθήκη για να τα χρησιμοποιούμε σε όποια προφίλ θέλουμε. Παρόμοια ποικιλία βρίσκουμε και στα Lighting Effects (Εφέ Φωτισμού). Μπορούμε να έχουμε πολλαπλά επίπεδα (layers) φωτισμού και υπάρχει φυσικά και εδώ η σχετική βιβλιοθήκη. Στο μενού Performance (Επιδόσεων) μπορούμε να ορίσουμε τι ακριβώς κλειδώνει το πλήκτρο Win Lock, καθώς μπορεί να απενεργοποιήσει όχι μόνο τα Windows Keys αλλά και άλλους συνδυασμούς πλήκτρων που βλέπετε στην εικόνα. Εκεί ορίζουμε επίσης και τις χρωματικές ενδείξεις του Win Lock, του πλήκτρου ελέγχου της έντασης της φωτεινότητας και της επιλογής προφίλ. Τέλος, στο μενού Onboard Profiles (Ενσωματωμένα Προφίλ, μπορούμε να σβήσουμε ή να αντικαταστήσουμε με το τρέχον προφίλ οποιοδήποτε από τα 5 hardware προφίλ της συσκευής. Περνάμε στη δεύτερη καρτέλα, το Dashboard, όπου μπορούμε να δούμε πληροφορίες για το σύστημά μας και τις υποστηριζόμενες συσκευές. Η τρίτη καρτέλα, αυτή του Instant Lighting (Στιγμιαίου Φωτισμού) αλλάζει άμεσα το φωτισμό σε ένα από τα διαθέσιμα στατικά χρώματα, σε όλες τις υποστηριζόμενες συσκευές. Η τελευταία καρτέλα είναι αυτή των Settings (Ρυθμίσεις). Το πάνω κομμάτι αφορά τις ρυθμίσεις της επιλεγμένης συσκευής ενώ το κάτω του λογισμικού iCue. Το κάτω κομμάτι έχει 4 καρτέλες. Εδώ βλέπουμε την General (Γενικά). Υπάρχει ακόμα η OSD που αφορά το On Screen Display... ...η Dashboard που αφορά το φόντο στην ομώνυμη καρτέλα που είδαμε... ...και η Sensor Logging που αφορά την καταγραφή των αισθητήρων που υποστηρίζει το iCUE. Από το μενού του iCUE στο system tray, μπορούμε να ενεργοποιήσουμε το iCUE Space... ...το οποίο μας δείχνει τις ίδιες πληροφορίες με το Dashboard, αλλά κάθεται στο δεξί μέρος του desktop μας, ακόμα και με το iCUE στο παρασκήνιο. Η Corsair έχει καταφέρει να συνδυάσει την πληρότητα στις λειτουργίες με την απλότητα χρήσης στο iCUE και αυτό είναι πάντα η συνταγή της επιτυχίας. Γι αυτό και το iCUE αποτελεί ένα από τα ισχυρά χαρτιά της εταιρίας όσον αφορά τις υποστηριζόμενες συσκευές της. Λογισμικό Stream Deck Ένα σημαντικό πλεονέκτημα του Corsair K95 RGB Platinum XT είναι η υποστήριξη των λειτουργιών του λογισμικού Stream Deck, το οποίο είχαμε δει αναλυτικά στο review του Elgato Stream Deck XL. Για να λειτουργήσει το παραπάνω, χρειάζεται να έχουμε τις τελευταίες εκδόσεις του Strem Deck και του iCUE και να ενεργοποιήσουμε την επιλογή Enable SDK στα settings του iCUE. Έχοντας καλύψει αυτές τις προϋποθέσεις, το Strem Deck μας δίνει τη δυνατότητα να αντιστοιχίσουμε λειτουργίες του στα 6 προγραμματιζόμενα G keys, ή εν προκειμένω S keys, εκ του Streaming, με τα μπλε keycaps. Τις λειτουργίες που μπορεί να μας προσφέρει το Stream Deck μπορείτε να τις δείτε αναλυτικά στο review του Elgato Stream Deck XL. Η υποστήριξη του Stream Deck είναι διαθέσιμη για όλη τη σειρά των K95 πληκτρολογίων της Corsair. Δοκιμές Στις δοκιμές που κάναμε, το Corsair K95 RGB Platinum XT τα πήγε εξαιρετικά. Το NKRO επιβεβαιώθηκε, αφού όπως μπορείτε να δείτε, μπορέσαμε να καταγράψουμε όλα τα πλήκτρα του πληκτρολογίου ταυτόχρονα. Ο έλεγχος για ghosting δεν έδειξε το παραμικρό πρόβλημα, κάτι που ήταν αναμενόμενο και από τα επιτυχή αποτελέσματα της λειτουργίας NKRO. Δοκιμάστηκαν όλοι οι δυνατοί συνδυασμοί πλήκτρων που τυπικά μπορεί να προκαλούν ghosting και μπορέσαμε να γράψουμε τη φράση "THE QUICK BROWN FOX JUMPS OVER THE LAZY DOG" κρατώντας πατημένα και τα 2 πλήκτρα Shift ταυτόχρονα. Η πληκτρολόγηση ήταν ιδιαίτερα ευχάριστη και η ποιότητα κατασκευής κορυφαία. Τόσο στη χρήση σε παιχνίδια όσο και στη συγγραφή του παρόντος review, το Corsair K95 RGB Platinum XT δεν άφησε κανένα παράπονο. Εν κατακλείδι Θυμάμαι στο review του Corsair K95 RGB Platinum ότι ο επίλογος ήταν διθυραμβικός, για ένα πραγματικά εξαιρετικό προϊόν και οι προτάσεις για βελτίωση λίγες. Τι θα μπορούσα λοιπόν να πω στον επίλογο του Corsair K95 RGB Platinum XT που έχει διατηρήσει όλα τα εξαιρετικά χαρακτηριστικά του προκατόχου του και έχει βελτιώσει τα 2 σημαντικότερα από τα 3 σημεία που είχαμε τότε προτείνει, ενώ παράλληλα προσέθεσε και την υποστήριξη του λογισμικού Elgato Stream Deck για τον προγραμματισμό των G keys; Το Corsair K95 RGB Platinum XT είναι ένα πληκτρολόγιο που θα ικανοποιήσει ακόμα και τον πιο απαιτητικό χρήστη. Διαθέτει εξαιρετικά υλικά και κορυφαία ποιότητα κατασκευής, όσες επιπλέον λειτουργίες μπορεί να βάλει ο νους και το πλήρες και λειτουργικό λογισμικό iCUE μαζί με το Elgato Stream Deck! Τα πλήκτρα του είναι τα Cherry MX Speed RGB που εκτός από τις απεριόριστες δυνατότητες φωτισμού και την εξαιρετική ποιότητα και αντοχή της Cherry, προσφέρουν στους gamers και το πλεονέκτημα της ταχύτερης ενεργοποίησης, καθώς ενεργοποιούνται στα 1,2 χιλιοστά αντί των 2 χιλιοστών όπου ενεργοποιούνται οι άλλοι διακόπτες της εταιρίας. Προσφέρεται όμως και με Cherry MX Brown RGB και Cherry MX Blue RGB για όποιους τους προτιμούν Η Corsair επέλεξε αυτή τη φορά να εξοπλίσει τη ναυαρχίδα της με PBT Double Shot Keycaps, κάτι που βελτιώνει την αίσθηση και αυξάνει σημαντικά την αντοχή και την μακροζωία του προϊόντος. Αντικατέστησε επίσης το λαστιχένιο wrist rest με ένα wrist rest από δερματίνη, με μαλακό αφρολέξ, για ξεκούραστη χρήση και αίσθηση πολυτέλειας. Κατά τη διάρκεια των δοκιμών η λειτουργικότητά του Corsair K95 RGB Platinum XT αποδείχτηκε άψογη και απέδωσε τα υποσχόμενα χωρίς καμία παρέκκλιση. Καθώς οι 1 1/2 από τις 3 προτάσεις μας για βελτίωση επί του Corsair K95 RGB Platinum καλύφθηκαν από το Corsair K95 RGB Platinum XT ενώ παράλληλα προστέθηκε και η υποστήριξη του Elgato Stream Deck, δε θα μπορούσαμε να έχουμε ιδιαίτερα παράπονα. Τα ABS keycaps του Corsair K95 RGB Platinum αντικαταστάθηκαν από PBT Double Shot Keycaps ενώ το wrist rest, αν και δεν είναι από αλουμίνιο όπως θα θέλαμε, απέκτησε μαλακό μαξιλαράκι από αφρολέξ και επένδυση από δερματίνη. Θα θέλαμε η θύρα USB Pass Through που διαθέτει να ήταν USB 3.0 αντί για USB 2.0 που είναι. Μικρό το κακό βέβαια διότι υποτίθεται πως θα συνδεθεί εκεί κάποιο ποντίκι ή κάτι όπως το Elgato Stream Deck XL, οπότε και δε θα υπάρχει διαφορά, αλλά γιατί να μην μπορούμε να συνδέσουμε ένα USB Flash Drive ή έναν εξωτερικό σκληρό δίσκο, χωρίς απώλεια ταχύτητας; Τη στιγμή της συγγραφής του παρόντος review, δεν μπορέσαμε να εντοπίσουμε το Corsair K95 RGB Platinum XT σε κάποιο Ελληνικό ή Ευρωπαϊκό κατάστημα. Η επίσημη τιμή του από την Corsair είναι στα 229,99 ευρώ που σε καμία περίπτωση δεν είναι χαμηλή, αλλά λαμβάνοντας υπ' όψιν τα χαρακτηριστικά του προϊόντος και το κόστος των PBT Double Shot Keycaps, θεωρούμε ότι το προϊόν αξίζει τα λεφτά του. Είναι εξ' άλλου πολύ πιθανόν η πραγματική τιμή του στα διαδικτυακά καταστήματα να είναι χαμηλότερη από την προτεινόμενη, όπως συνηθίζεται. Ας συνοψίσουμε λοιπόν τα πλεονεκτήματα και τα μειονεκτήματα του Corsair K95 RGB Platinum XT: Ο Kαλός - Εξαιρετική ποιότητα κατασκευής, υλικών και φινίρισμα. - Φωτισμός RGB. - Μηχανικοί διακόπτες Cherry MX Speed με ενεργοποίηση στα 1,2 χιλιοστά. - PBT Double Shot Key Caps. - Πολύ καλό λογισμικό ελέγχου iCUE. - Υποστήριξη λογισμικού Elgato Stream Deck. - NKRO και απουσία ghosting. - Multimedia Keys. - 6 προγραμματιζόμενα Macro Keys (G Keys / S keys). - Ρόδα ελέγχου έντασης ήχου και πλήκτρο σίγασης. - Αποθήκευση 5 προφίλ στο πληκτρολόγιο και επιλογής τους μέσω ειδικού πλήκτρου. - Wrist rest με αφρολέξ και δερματίνη. Ο Κακός - Η θύρα USB Pass Through θα μπορούσε να είναι τύπου USB 3.0 αντί για USB 2.0. - Το πάνω μέρος του σώματος του wrist rest θα μπορούσε να είναι από αλουμίνιο όπως το πληκτρολόγιο και όχι από πλαστικό. Ο Αδιάφορος - Η τιμή είναι υψηλή για ένα πληκτρολόγιο αλλά λογική αν υπολογίσουμε όλα τα χαρακτηριστικά και τις δυνατότητές του. Με βάση τα παραπάνω, η συνολική βαθμολογία του Corsair K95 RGB Platinum XT είναι:  theLAB.gr Ευχαριστούμε θερμά την Corsair για την παραχώρηση του δείγματος της δοκιμής. Πολύμερος Αχανιώτης 17/02/2020
  23. Εισαγωγή Η φόρτιση των συσκευών που μας συνδέουν με τον κόσμο είναι μια καθημερινή δραστηριότητα που όσο περισσότερο την απλοποιούμε τόσο καλύτερη γίνεται η εμπειρία χρήσης. Η ασύρματη φόρτιση είναι μια τέτοια διαδικασία απλοποίησης που μας επιτρέπει να αποφύγουμε το καλώδιο και τη σύνδεση / αποσύνδεσή του, με το κόστος της πιο αργής και λιγότερο αποδοτικής φόρτισης. Με τους φορτιστές και τις συσκευές να υποστηρίζουν όλο και περισσότερα watt για ταχύτερη φόρτιση, οι ασύρματοι φορτιστές δεν είχαν άλλη επιλογή από το να ακολουθήσουν. Έτσι, η Choetech έφερε στην αγορά το ChoetechT535-S PowerDual 5 Coils Fast Wireless Charger Pad, μια επιφάνεια ασύρματης φόρτισης που υποστηρίζει τη φόρτιση με ισχύ μέχρι και 10W ανά συσκευή, ενώ παράλληλα μπορεί να φορτίσει 2 συσκευές ταυτόχρονα, με μέγιστη συνολική ισχύ φόρτισης τα 18W. Χαρακτηριστικά Τo ChoetechT535-S PowerDual 5 Coils Fast Wireless Charger Pad διαθέτει 5 πηνία φόρτισης, με αποτέλεσμα να μπορεί να φορτίσει συσκευές ανεξαρτήτως του τρόπου που θα τοποθετηθούν πάνω του, καθώς επίσης και να φορτίσει 2 συσκευές ταυτόχρονα με συνολική ισχύ 18W! Μπορεί να φορτίσει συσκευές όπως τα iPhone Xs, Xs Max, XR, X, 8 και 8Plus με 7.5W και συσκευές όπως τα Samsung Galaxy Note 9, S9, Note 8 και S8 με 10W! Μπορεί επίσης να φορτίσει με 5W όλες τις υπόλοιπες Qi-Enabled συσκευές. Καθώς το ChoetechT535-S PowerDual 5 Coils Fast Wireless Charger Pad δεν έρχεται με το δικό του φορτιστή / τροφοδοτικό, για όλα τα παραπάνω χρειάζεται να τροφοδοτείται από κάποιο φορτιστή τύπου QC 3.0. Η σύνδεση του ChoetechT535-S PowerDual 5 Coils Fast Wireless Charger Pad γίνεται μέσω υποδοχής USB-C. Είναι πολύ θετικό που περισσότερες συσκευές υιοθετούν την εν λόγω υποδοχή και ελπίζω κάποια στιγμή να έχουμε μόνο ένα τύπο καλωδίου για όλα. Φωτογράφιση To ChoetechT535-S PowerDual 5 Coils Fast Wireless Charger Pad έρχεται σε ένα λευκό κουτί του οποίου η εμπρός όψη έχει στο κέντρο της μια οβάλ διαφάνεια, που επιτρέπει να βλέπουμε το προϊόν και η οπίσθια ενημερώνει το χρήστη για τα βασικά χαρακτηριστικά του προϊόντος. Καθώς το ChoetechT535-S PowerDual 5 Coils Fast Wireless Charger Pad δεν περιέχει το τροφοδοτικό / φορτιστή που απαιτεί για να λειτουργήσει, η Choetech είχε την καλοσύνη να μας στείλει έναν κατάλληλο φορτιστή μαζί με το δείγμα μας. Ανοίγοντας το κουτί, βρίσκουμε το ChoetechT535-S PowerDual 5 Coils Fast Wireless Charger Pad και κάτω από αυτό ένα καλώδιο USB-C. Ακόμη πιο κάτω υπάρχει το manual. To manual είναι ένα τετράπτυχο που περιέχει όλες τις απαραίτητες οδηγίες και πληροφορίες για τη χρήση, τόσο στα Αγγλικά όσο και σε κάποια γλώσσα της ανατολής. Το καλώδιο είναι καλής ποιότητας, αρκετά χοντρό και δε μας προβλημάτισε καθόλου ούτε φάνηκε να έχει ουσιώδεις απώλειες. Η ίδια η συσκευή έχει μια λαστιχένια επιφάνεια στο πάνω μέρος της που εξασφαλίζει ότι το τηλέφωνο που φορτίζει δε θα γλιστρήσει από εκεί, ενώ τα λαστιχένια ποδαράκια στο κάτω μέρος της εξασφαλίζουν ότι ούτε και η ίδια η συσκευή υπάρχει περίπτωση να γλιστρήσει από την επιφάνεια πάνω στη οποία βρίσκεται. Τα ποδαράκια δίνουν χώρο αναπνοής και στις γρίλιες εξαερισμού που βρίσκονται στο κάτω μέρος και είναι απαραίτητες για να αποφευχθεί η υπερθέρμανση της συσκευής. Συνεπώς, το ChoetechT535-S PowerDual 5 Coils Fast Wireless Charger Pad πρέπει να χρησιμοποιείται μόνο πάνω σε σκληρές επιφάνειες, όπως ένα τραπέζι ή γραφείο και όχι πάνω στο κρεβάτι, καθώς εκεί θα μπορούσαν να μπλοκαριστούν οι οπές εξαερισμού. Στο κέντρο του πίσω μέρους της συσκευής υπάρχει η υποδοχή USB-C για την τροφοδοσία της. Στην αντίστοιχη θέση στο εμπρός μέρος υπάρχει ένα ενδεικτικό LED που ανάβει πράσινο όταν φορτίζεται κάποια συσκευή. Χρήση Η χρήση του ChoetechT535-S PowerDual 5 Coils Fast Wireless Charger Pad είναι ιδιαίτερα απλή. Το συνδέουμε με έναν κατάλληλο φορτιστή που υποστηρίζει QC 3.0 μέσω του συμπεριλαμβανόμενου USB-C καλωδίου, τοποθετούμε επάνω του μια συσκευή που υποστηρίζει ασύρματη φόρτιση και το ενδεικτικό LED ανάβει πράσινο καθώς η φόρτιση ξεκινάει. Τι συμβαίνει όμως στο παρασκήνιο; Για να το μελετήσουμε αυτό, πραγματοποιήσαμε αρκετές πλήρεις φορτίσεις ενός Samsung Galaxy Note 9, ενός τηλεφώνου δηλαδή που βρίσκεται στη λίστα των συμβατών συσκευών του προϊόντος και μάλιστα μπορεί να υποστηρίξει την ισχυρότερη προσφερόμενη φόρτιση στα 10W. Η κάθε φόρτιση έγινε με το κινητό απενεργοποιημένο και αφού αυτό είχε απενεργοποιηθεί μόνο του λόγω μπαταρίας. Στο παρακάτω διάγραμμα βλέπουμε την τάση, το ρεύμα και την συνολική ενέργεια στην είσοδο του ChoetechT535-S PowerDual 5 Coils Fast Wireless Charger Pad σε σχέση με το χρόνο. Η τάση ήταν περίπου στα 9,2V (κίτρινη γραμμή), κατά τα πρότυπα του QC 3.0 και η ένταση του ρεύματος έπαιζε κοντά στο 1,1A (γαλάζια γραμμή) για περίπου 1 ώρα και 50 λεπτά ενώ μετά ελαττωνόταν σταδιακά καθώς η μπαταρία του κινητού γέμιζε και μπορούσε να δεχτεί όλο και λιγότερο ρεύμα. Στις 2 ώρες και 50 λεπτά το LED φόρτισης του κινητού έγινε πράσινο, κάτι που σηματοδοτείται από μια αντίστοιχη απότομη πτώση του ρεύματος στη γραφική παράσταση, αλλά η φόρτιση συνέχισε για περίπου μισή ώρα ακόμα, δίνοντας ακόμη λίγη ενέργεια στην μπαταρία. Στις 2 ώρες και 55 λεπτά η φόρτιση ολοκληρώθηκε, έχοντας καταναλώσει 20,7584Wh. Η συνολική ενέργεια που έχει καταναλωθεί κάθε στιγμή δίνεται στο πρώτο διάγραμμα από την κόκκινη γραμμή. Τόσο στην ένταση του ρεύματος (μπλε γραμμή στο πρώτο διάγραμμα) όσο και στην ισχύ (πορτοκαλί γραμμή στο δεύτερο διάγραμμα) βλέπουμε ότι 4 φορές κατά τη διάρκεια της φόρτισης το ρεύμα και συνεπώς η ισχύς έπεσαν στο μισό, δηλαδή η ισχύς έπεσε από τα 10W στα 5W. Αυτό συνέβη διότι η ασύρματη φόρτιση δεν είναι μια αποδοτική διαδικασία. Σημαντικό μέρος της ισχύος χάνεται και μετατρέπεται σε θερμότητα. Στο περιβάλλον όπου έγινε η φόρτιση, η θερμοκρασία ήταν στους 24 βαθμούς και οι 4 αυτές μειώσεις στην ισχύ φόρτισης υποδηλώνουν ότι ο θερμικός έλεγχος του Samsung Galaxy Note 9 ενεργοποιήθηκε για να προστατέψει τη μπαταρία και έριξε την ισχύ στο μισό μέχρι να πέσει η θερμοκρασία της μπαταρίας σε αποδεκτά επίπεδα. Ως μέτρο σύγκρισης, ακολουθούν τα αντίστοιχα διαγράμματα μίας φόρτισης που έγινε απ' ευθείας με τον φορτιστή που χρησιμοποιήθηκε για την τροφοδοσία του ChoetechT535-S PowerDual 5 Coils Fast Wireless Charger Pad, τον Choetech Q3002 USB Wall Charger, και με το ίδιο καλώδιο. Βλέπουμε ότι η μέγιστη ισχύς φόρτισης έφτασε τα 14W, ο συνολικός χρόνος φόρτισης ήταν λιγότερο από 2 ώρες, με τη πράσινο LED στο Note 9 να ανάβει περίπου στη 1μιση ώρα, η συνολική ισχύς που καταναλώθηκε ήταν μόλις 13,5245Wh και δεν υπήρξε καθόλου thermal throttling. Στο παρακάτω διάγραμμα βλέπουμε όλα τα στοιχεία των 2 παραπάνω φορτίσεων. Αν απομονώσουμε την καταναλωθείσα ενέργεια, είναι φανερό πόσο αποδοτικότερη και ταχύτερη είναι η ενσύρματη από την ασύρματη φόρτιση. Η σύγκριση της ισχύος φόρτισης είναι και πάλι ενδεικτική