Jump to content

Search the Community

Showing results for tags 'thelab'.

  • Search By Tags

    Type tags separated by commas.
  • Search By Author

Content Type


Categories

  • Δελτία Τύπου
  • Ειδήσεις
  • Hardware
  • Windows
  • Linux
  • Apps
  • Gaming
  • Geek
  • Ασφάλεια
  • Διαδίκτυο
  • Crypto
  • Κινητά
  • Επιστήμη
  • Tech Industry
  • Home Entertaiment
  • Προσφορές
  • Consumer's bulletin
  • Press Releases in English

Categories

  • Cases Reviews
  • Heatsinks, Coolers & Watercooling Reviews
  • Input Devices & Peripherals Reviews
  • Barebones, NAS, Media Players Reviews
  • SSDs, HDDs and Controllers Reviews
  • Smartphones, Tablets and Gadgets Reviews
  • VGAs, Motherboards, CPUs & RAM Reviews
  • Power Supplies Reviews
  • Software & Games Reviews
  • Από το Εργαστήρι
  • Reviews in English

Categories

  • Desktop - Laptop
  • Monitors - TVs
  • Hardware Parts
  • Peripherals
  • Gaming Consoles
  • Mobile Devices
  • Gadgets
  • Hand - Electric Tools
  • Ζήτηση
  • Προσφορά και ζήτηση εργασίας

Forums

  • TheLab.gr
    • Thelab.gr Νέα και σχόλια
    • Παρουσιάσεις Μελών
    • Από το Εργαστήρι
    • Τεχνολογικοί Προβληματισμοί
    • Δημοσκοπήσεις
  • Hardware & Overclocking
    • Intel Platform
    • AMD Platform
    • Κάρτες Γραφικών
    • Μνήμες RAM DDR/DDR2/DDR3/DDR4/DDR5
    • Συσκευές Αποθήκευσης
    • Κουτιά
    • Ψύξη
    • Τροφοδοτικά
    • Γενικά για Η/Υ
    • Modding & DIY
    • Μετρήσεις & Αποτελέσματα Υπερχρονισμών
  • Εργαλεία και Ιδιοκατασκευές (DIY)
    • Το στέκι του μάστορα
  • Περιφερειακά
    • Οθόνες & Projectors
    • Πληκτρολόγια και ποντίκια
    • Ήχος και Multimedia
    • Εκτυπωτές
    • Λοιπά Περιφερειακά
    • Τεχνολογία VR
  • Software & Δίκτυα
    • Windows
    • Linux
    • Mac OS
    • Δίκτυα
    • Internet & Τηλεφωνία
    • Antivirus & Security
  • Gaming
    • PC Gaming
    • Steam & άλλες κοινότητες
    • Console & Handheld Gaming
  • Κινητές πλατφόρμες
    • Φορητοί υπολογιστές
    • Smartphones
    • Tablets
    • Gadgets
  • Φωτογραφία κι εξοπλισμός
    • Φωτογραφικές μηχανές και λοιπά αξεσουάρ
    • Φωτογραφίες, επεξεργασία και δοκιμές
  • IT Section
    • Servers - Ηardware & Cloud Apps
    • Server OS & Virtualisation
    • Networking
    • Programming - Scripting & Databases
    • Web Development & DTP
  • Προσφορές & καταστήματα
    • Προσφορές και ευκαιρίες αγορών
    • Τι-Που-Πόσο
  • Γενική Συζήτηση
    • Off topic
    • The Jungle
    • Forum Δοκιμών
    • Αρχείο

Blogs

  • in|security
  • freesoft.gr
  • Virtual[DJD]
  • Οι αυτοματισμοί του τεμπέλη...
  • test1
  • Advertorial
  • InfoLab

Find results in...

Find results that contain...


Date Created

  • Start

    End


Last Updated

  • Start

    End


Filter by number of...

Joined

  • Start

    End


Group


Skype


Website URL


Περιοχή


Ενδιαφέροντα


Επάγγελμα


Steam


Biography

  1. Εισαγωγή Όταν μου προτάθηκε να κάνω review έναν SSD της Kioxia, ομολογώ ότι κάπου είχα ακούσει το όνομα, αλλά θεωρούσα ότι είναι άλλη μία από τις μικρές εταιρείες που αγοράζουν τα εξαρτήματα από τις εταιρίες που τα παράγουν και συναρμολογούν SSD. Φανταστείτε λοιπόν την έκπληξή μου όταν έμαθα ότι η Kioxia δεν είναι παρά η θυγατρική της Toshiba που διαθέτει στην αγορά τα προϊόντα που παράγει η εταιρεία και αφορούν SSDs, SD και MicroSD cards και USB Flash Drives, ό,τι δηλαδή περιέχει Flash Memory. Το προϊόν που θα δούμε σήμερα είναι ο Kioxia Exceria Pro 2TB, που είναι ό,τι καλύτερο έχει να προσφέρει η εταιρία σε consumer SSD. Από τη Συσκευασία μέχρι το Πυρίτιο - Τι ακριβώς αγοράζουμε O Kioxia Exceria Pro 2TB έρχεται στο κουτί που έχουμε πλέον συνηθίσει για την πλειονότητα των NVME SSD με το μαύρο χρώμα να κυριαρχεί, σε συνδυασμό με μια λωρίδα έντονου κόκκινου. Στο εμπρός μέρος βλέπουμε τη φωτογραφία του προϊόντος καθώς και το όνομα του μοντέλου μαζί με τα βασικότερα χαρακτηριστικά του. Στο πίσω μέρος βρίσκουμε κάποιες διευκρινίσεις και επεξηγήσεις καθώς και τους όρους της 5ετούς εγγύησης. Εντός της συσκευασίας βρίσκουμε 2 φυλλάδια, ένα με οδηγίες για την ασφαλή αφαίρεση του drive από τη συσκευασία και τον Quick Start Guide, καθώς και τον ίδιο τον SSD, προστατευμένο από διάφανο πλαστικό. Ο Kioxia Exceria Pro 2TB είναι ένας NVME SSD διαστάσεων Μ.2 2280, με μπλε PCB και όλα τα εξαρτήματα στη μία του πλευρά. Αυτό επιτρέπει τη χρήση του υπολογιστές που δε διαθέτουν τον απαραίτητο χώρο κάτω από τον SSD - σπάνια περίπτωση σίγουρα - καθώς επίσης και στην αποφυγή μεταφοράς θερμότητας από τον ελεγκτή στη NAND Flash που θα μπορούσε να βρίσκεται στην άλλη πλευρά του PCB, στο αντίστοιχο σημείο. Θα προτιμούσα το PCB να ήταν μαύρο, έτσι ώστε να ταιριάζει χρωματικά με τις περισσότερες σύγχρονες μητρικές. Κάτω από το αυτοκόλλητο, βρίσκουμε όλα τα εξαρτήματα με τον ελεγκτή και την μνήμη cache στο κέντρο και τις NAND Flash στις άκρες. Ο ελεγκτής φέρει το όνομα Kioxia TC58NC1210GSE-00-BB και η εταιρία δε δίνει περαιτέρω πληροφορίες σχετικά με τις δυνατότητές του, πέρα από το ότι είναι σχεδιασμένος για να εκμεταλλευτεί πλήρως την ταχύτητα του διαύλου PCIe 4.0. Σύμφωνα όμως με πληροφορίες που βρήκα στο διαδίκτυο και με δεδομένο ότι η Kioxia παράγει μνήμες NAND αλλά όχι ελεγκτές SSD, ο Kioxia TC58NC1210GSE-00-BB δεν είναι παρά ένας rebranded Phison E18, του οποίου το interface είναι το PCIe Gen4x4 NVMe, οι υποστηριζόμενες χωρητικότητες έως 8TB και οι ταχύτητες φτάνουν τα Sequential Read/Write (up to): 7.400/7.000 MB/s και Random Read/Write (up to): 1.000.000/1.000.000 IOPS. Η μέγιστη θερμοκρασία λειτουργίας (Tj max) είναι οι 125°C, ενώ το Datasheet μας λέει ότι υποστηρίζονται End-To-End Data Path Protection και SmartECC, καθώς επίσης και πρωτόκολλα ασφαλείας AES 128/256 bit, SHA 160/256/512, RSA 4096, TCG & Opal 2.0, Pyrite, Sanitize and Crypto Erase. Εν τούτοις, δυστυχώς, όπως θα δούμε παρακάτω, ο Kioxia Exceria Pro 2TB δεν υποστηρίζει hardware encryption. H μνήμη cache του drive παρέχεται από το DRAM chip της SKhynix που βρίσκεται δίπλα ακριβώς στον ελεγκτή. Το DRAM chip που χρησιμοποιήθηκε είναι το SKhynix H5ANΑG6NCJ το οποίο είναι χωρητικότητας 16Gb, δηλαδή 2GB. Tα συγκεκριμένα DRAM chips είναι DDR4 με συχνότητα λειτουργίας τα 3200MHz. Τα 4 chips NAND που χρησιμοποιεί ο Kioxia Exceria Pro 2TB είναι τα Toshiba TH58LKT2T45BA8H που είναι 112-Layer 3D TLC BiCS5 NAND Flash chips. Πρόκειται για 3D chips με 8 επίπεδα και 512Gbit ανά επίπεδο, συνεπώς με χωρητικότητα 512GB ανά chip. O Kioxia Exceria Pro 2TB διαθέτει όπως είδαμε 4 τέτοια chips, που του δίνουν τη συνολική χωρητικότητα των 2TB. Τέλος, βλέπουμε την τροφοδοσία του drive, που ελέγχεται από το chip της Phison PS6108-22, κάτι που με έκανε εξ αρχής να υποψιαστώ ότι πιθανώς και ο ελεγκτής να είναι κάποιο μοντέλο της Phison, rebranded. Τεχνικά Χαρακτηριστικά Τα τεχνικά χαρακτηριστικά του Kioxia Exceria Pro 2TB, ακριβώς όπως αναφέρονται στην ιστοσελίδα της Kioxia, φαίνονται στον παρακάτω πίνακα. Ξεχωρίζουν οι υψηλές ταχύτητες ανάγνωσης και εγγραφής, 7300MB/s και 6400MB/s αντίστοιχα, ενώ λάμπει δια της απουσίας της η δυνατότητα hardware encryption. Συνοδευτικό Λογισμικό Η Kioxia προσφέρει το δικό της SSD Utility που συνοδεύει τα προϊόντα της και είναι καλοσχεδιασμένο και πλήρες. Χωρίζεται σε 6 tabs στην κορυφή, κάθε ένα από τα οποία μπορεί να έχει σελίδες, οι οποίες επιλέγονται από το μενού που βρίσκεται κάτω από το επιλεγμένο drive (αν υπάρχουν πάνω από 1 drives της Kioxia εγκατεστημένα) κάτω αριστερά. Το πρώτο tab είναι το Overview, του οποίου η πρώτη σελίδα είναι το Dashboard. Σε αυτό βλέπουμε χρήσιμες πληροφορίες για το drive, συγκεντρωμένες σε μία σελίδα, όπως τη χωρητικότητα, το interface, την υγεία, τη θερμοκρασία και την έκδοση firmware. Η δεύτερη σελίδα του tab Overview είναι η SSD Details, στην οποία βρίσκουμε κάποιες επιπλέον λεπτομέρειες σχετικά με το επιλεγμένο drive. Η τρίτη σελίδα του tab Overview είναι η System Details στην οποία βλέπουμε πληροφορίες σχετικά με το σύστημά μας. Η τέταρτη και τελευταία σελίδα του tab Overview είναι το SMART, όπου βλέπουμε τις πληροφορίες που παρέχει το σύστημα SMART του drive. Το δεύτερο tab είναι το Tuner, του οποίου η πρώτη σελίδα περιέχει ένα απλό benchmark. Η δεύτερη και τελευταία σελίδα του tab Tuner ονομάζεται SSD Tuner και μας επιτρέπει να επιλέξουμε πόσο χώρο του drive θέλουμε να διαθέσουμε για over provisioning. Το τρίτο tab ονομάζεται Maintenance και περιέχει 3 σελίδες, η πρώτη εκ των οποίων ονομάζεται Updates και επιτρέπει την αναβάθμιση του firmware του drive, τόσο απ' ευθείας από το διαδίκτυο όσο και από κάποιο αρχείο που έχουμε αποθηκευμένο στο σύστημά μας. Σε περίπτωση που το firmware του συγκεκριμένου drive δεν μπορεί να να αναβαθμιστεί απ' ευθείας μέσα από το λειτουργικό μας σύστημα, διαθέτει εργαλείο δημιουργίας εκκινήσιμου flash drive που θα χρησιμοποιηθεί για την αναβάθμιση του firmware. Η δεύτερη σελίδα του tab Maintenance είναι η Tools και περιέχει εργαλεία Advanced Format και Secure Erase για το drive. Η τρίτη και τελευταία σελίδα του tab Maintenance είναι η Alerts, στην οποία μπορούμε να δούμε ενεργά και παρελθόντα Alerts που αφορούν το drive. Το τέταρτο tab ονομάζεται Security και είναι απενεργοποιημένο καθώς ο Kioxia Exceria Pro 2TB δεν υποστηρίζει hardware encryption. Το πέμπτο tab ονομάζεται Settings και περιέχει μόνο την ομώνυμη σελίδα, από την οποία μπορείτε να επιλέξετε τις παραμέτρους λειτουργίας του Kioxia SSD Utility. Το έκτο και τελευταίο tab ονομάζεται Help και περιέχει μόνο την ομώνυμη σελίδα, από την οποία μπορείτε να επικοινωνήσετε με την τεχνική υποστήριξη της εταιρίας και να δημιουργήσετε μια αναφορά που ενδεχομένως να σας ζητήσουν για να μπορέσουν να σας βοηθήσουν στην επίλυση κάποιου προβλήματος. Σύστημα Δοκιμών και Μεθοδολογία Για το συγκεκριμένο review χρησιμοποιήθηκαν 2 συστήματα δοκιμών. Το ένα είναι το γνωστό μας benchtable που είναι στημένο πάνω στην Asrock Z97X Killer. Ο επεξεργαστής είναι ο Intel G3258 Anniversary Edition που παρέμεινε δροσερός χάρη στην Corsair Hydro Series H100i GTX. Η μνήμη είναι στα 8GB που υπερκαλύπτουν τις απαιτήσεις μας στα συγκεκριμένα τεστ, το τροφοδοτικό είναι το Cooler Master V650 και το σύστημα είναι στημένο στο Cooler Master Test Bench V1.0. Καθώς η M.2 υποδοχή της Asrock Z97X Killer υποστηρίζει μόνο PCIe 3.0 2X και όχι 4X, χρησιμοποιήθηκε ένας μετατροπέας PCIe 4X σε M.2. Ευχαριστούμε θερμά την Asrock, την Cooler Master και την Corsair για τα εξαρτήματα που μας παρείχαν για την κατασκευή του συστήματος δοκιμών! Παρακάτω βλέπετε τις πλήρεις προδιαγραφές του συστήματος δοκιμών. Καθώς όμως ο Kioxia Exceria Pro 2TB υποστηρίζει, όπως μαρτυράει το όνομά του, PCIe 4.0 και μάλιστα το χρειάζεται για να αποδώσει τα μέγιστα των επιδόσεών του, οι οποίες ξεπερνούν τις δυνατότητες του πρωτοκόλλου PCIe 3.0, οι δοκιμές έγιναν και σε ένα σύστημα με επεξεργαστή AMD Ryzen 3900X και μητρική την ASUS ROG Strix B550-A Gaming. Το σύστημα αυτό υποστηρίζει το πρωτόκολλο επικοινωνίας PCIe 4.0 και επιτρέπει στον Kioxia Exceria Pro 2TB να δείξει τις πλήρεις δυνατότητές του. Ευχαριστώ θερμά τον φίλο και συνεργάτη David Popeck που μας διέθεσε το σύστημά του για τις δοκιμές. Παρακάτω βλέπετε τις πλήρεις προδιαγραφές του συστήματος δοκιμών με πρωτόκολλο επικοινωνίας PCIe 4.0. Το λειτουργικό σύστημα πάνω στο οποίο γίνονται οι δοκιμές είναι τα Windows 10 Pro 64bit. Οι δοκιμές στις οποίες θα υποβάλουμε τον Kioxia Exceria Pro 2TB χωρίζονται σε 3 κατηγορίες: Συνθετικά Benchmarks Χρήση των Program Traces του PCMark 8 για να δούμε τη συμπεριφορά του drive σε καθημερινή χρήση. Ανάλυση σε βάθος Οι μετρήσεις θα γίνουν και στα 2 παραπάνω συστήματα για να δούμε τις επιδόσεις του drive τόσο σε PCIe 4.0 όσο και σε PCIe 3.0 και θα συγκριθούν με τον Corsair Force Series Gen.4 PCIe MP600 Pro 2TB, τον Corsair Force Series Gen.4 PCIe MP600 2TB, τον Corsair Force Series MP510 960GB, τον Corsair Force Series MP400 4TB και τον Samsung 970 EVO 250GB. Δυστυχώς δεν είχαμε διαθέσιμο κάποιον Samsung 970 EVO αντίστοιχης χωρητικότητας και καθώς οι επιδόσεις των εγγραφών επηρεάζονται ιδιαιτέρως από το πλήθος των πακέτων NAND και ο Samsung 970 EVO 250GB διαθέτει 2 πακέτα NAND έναντι των 4 των άλλων 2 SSD, αυτό θα ληφθεί υπ' όψιν στη διεξαγωγή των συμπερασμάτων. Μείνετε συντονισμένοι. Μετά τις δοκιμές ακολουθεί σχολιασμός, βαθμολογία και συμπεράσματα. Benchmarks Ξεκινάμε με το ATTO. To ATTO είναι το μακράν πιο γενναιόδωρο benchmark όσον αφορά τα θετικά αποτελέσματα ταχύτητας και γι' αυτό οι περισσότερες εταιρείες το χρησιμοποιούν για να δηλώσουν τις μέγιστες επιδόσεις σειριακής ανάγνωσης και εγγραφής των drives τους. Ο Kioxia Exceria Pro 2TB ξεκινάει με εξαιρετικές επιδόσεις που, τόσο στις αναγνώσεις όσο και στις εγγραφές αγγίζουν τις υποσχόμενες από την εταιρία. Απρόσμενα όμως, οι επιδόσεις τόσο των αναγνώσεων όσο και των εγγραφών, πέφτουν. Αυτό με έκανε να σκεφτώ ότι ίσως τελικά ο ελεγκτής της Phison, τον οποίο έχουμε δει να χρησιμοποιείται και σε άλλους SSD, αλλά με ψύκτρα, να χρειάζεται κάποια ψύξη για να μπορεί να αποδώσει τα μέγιστα, χωρίς να αναγκάζεται να κάνει throttling λόγω υπερθέρμανσης. Έβαλα λοιπόν τον Kioxia Exceria Pro 2TB κάτω από την ψύκτρα που έτσι κι αλλιώς διαθέτει η μητρική της δοκιμής, όπως και οι περισσότερες και αμέσως το πρόβλημα διορθώθηκε και οι υψηλές επιδόσεις του drive παρέμειναν σταθερές. Τι μας λέει αυτό; Ουσιαστικά ότι ο Kioxia Exceria Pro 2TB χρειάζεται κάποια ψύξη για να έχει τη μέγιστη απόδοση. Με δεδομένο ότι οι περισσότερες μητρικές πλέον έρχονται με ψύκτρες για τους SSD, αυτό δεν μοιάζει να είναι μεγάλο πρόβλημα. Η απουσία ψύκτρας μάλιστα κάνει τον Kioxia Exceria Pro 2TB συμβατό με φορητούς υπολογιστές που δεν έχουν χώρο για ψύκτρα, αλλά με την παραδοχή ότι οι επιδόσεις δε θα είναι οι μέγιστες, σε εντατική χρήση. Όλα αυτά βέβαια με τη χρήση του PCIe 4.0, ενώ στη μέτρηση με PCIe 3.0 το drive περιορίζεται από τις δυνατότητες του PCIe 3.0. Παρακάτω παραθέτω τα αποτελέσματα άλλων drives, για σύγκριση. Στα αποτελέσματα του CrystalDiskMark 6.0.2 βλέπουμε ότι οι επιδόσεις του Kioxia Exceria Pro 2TB είναι αντίστοιχες με του Corsair Force Series Gen.4 PCIe MP600 Pro 2TB, κάτι λογικό εφ' όσον τα 2 drives έχουν τον ίδιο ελεγκτή και την ίδια ποσότητα μνήμης cache, ενώ διαφέρουν μόνο στη NAND. Βέβαια αυτό δίνει σημαντικές διαφορές, με τον Kioxia Exceria Pro 2TB να υπερτερεί μόνο στην ταχύτητα σειριακής ανάγνωσης ενώ υπολείπεται σε όλες τις άλλες δοκιμές. Η παρουσία ή απουσία ψύκτρας, δεν επηρεάζει τις επιδόσεις του Kioxia Exceria Pro 2TB σε αυτό το benchmark. Στο AS SSD Benchmark ο Kioxia Exceria Pro 2TB αλλού κερδίζει και αλλού χάνει από τους κύριους ανταγωνιστές του, όσον αφορά τις δοκιμασίες αναγνώσεων και εγγραφών αλλά στις δοκιμασίες copy φαίνεται να πάσχει και υπολείπεται σημαντικά. Η παρουσία ή απουσία ψύκτρας, δεν επηρεάζει τις επιδόσεις του Kioxia Exceria Pro 2TB σε αυτό το benchmark. Το Anvil's Storage Utilities benchmark φαίνεται να είναι το φόρτε του Kioxia Exceria Pro 2TB ο οποίος πέτυχε τις καλύτερες επιδόσεις που έχουμε δει έως τώρα, τόσο σε αναγνώσεις όσο και σε εγγραφές. Η παρουσία ή απουσία ψύκτρας, δεν επηρεάζει τις επιδόσεις του Kioxia Exceria Pro 2TB σε αυτό το benchmark. Τα AIDA64 Average Read και Write Access δείχνουν ότι ο Kioxia Exceria Pro 2TB είναι ένα drive που ανταποκρίνεται πολύ γρήγορα στις εντολές που λαμβάνει, πετυχαίνοντας τις καλύτερες επιδόσεις που έχουμε δει έως τώρα. Η παρουσία ή απουσία ψύκτρας, δεν επηρεάζει τις επιδόσεις του Kioxia Exceria Pro 2TB σε αυτό το benchmark. Τα παραπάνω συμπεράσματα φαίνεται να επιβεβαιώνονται και από τα αποτελέσματα του HD Tune Pro Random Read και Write Access, όπου γίνεται αισθητή και η ανάγκη χρήσης ψύκτρας για την επίτευξη των μέγιστων επιδόσεων. Τα συνολικά αποτελέσματα των benchmarks δείχνουν ότι ο Kioxia Exceria Pro 2TB έχει εξαιρετικές επιδόσεις που ανταγωνίζονται αυτές που είχαμε δει στον Corsair Force Series Gen.4 PCIe MP600 Pro 2TB. Program Traces - PCMark 8 Το drive benchmark του PCMark 8 χρησιμοποιεί traces χρήσης πραγματικών προγραμμάτων για να προσομοιώσει τη συμπεριφορά και τις επιδόσεις ενός drive κατά την πραγματική χρήση. Σε αυτές τις δοκιμές δε βλέπουμε γενικά ουσιώδεις διαφορές μεταξύ των drives, καθώς εξαρτώνται από την ανάγνωση και εγγραφή μικρών αρχείων, όπου οι διαφορές στις επιδόσεις περιορίζονται. Εντούτοις, αν κάποιος κοιτάξει προσεκτικά, μπορεί να δει κάποιες μικρές διαφορές, οι οποίες είναι επί το πλείστον υπέρ του Kioxia Exceria Pro 2TB. Ανάλυση σε βάθος Σε αυτό το τμήμα του review, θα χρησιμοποιήσουμε κάποιες πιο εξειδικευμένες δοκιμασίες για να δούμε τη συμπεριφορά του drive με περισσότερη λεπτομέρεια. Συγκεκριμένα θα χρησιμοποιήσουμε το Disk Benchmark του AIDA64. Στο πρώτο διάγραμμα βλέπουμε την ταχύτητα ανάγνωσης σε όλη την έκταση του drive, με διασύνδεση PCIe 4.0 και με ψύκτρα, στο δεύτερο διάγραμμα με διασύνδεση PCIe 4.0, χωρίς ψύκτρα και στο τρίτο με διασύνδεση PCIe 3.0 (εδώ η ψύκτρα είναι περιττή καθώς δεν ζορίζεται ο ελεγκτής). Παρατηρούμε ότι η ταχύτητα ανάγνωσης δεν επηρεάζεται από την ύπαρξη ή όχι ψύκτρας. Στα επόμενα 2 διαγράμματα βλέπουμε την ταχύτητα ανάγνωσης του Corsair Force Series Gen.4 PCIe MP600 Pro 2TB με διασύνδεση PCIe 4.0 και PCIe 3.0 αντίστοιχα. Οι διαφορές στις επιδόσεις μεταξύ αυτού και του Kioxia Exceria Pro 2TB είναι αμελητέες. Οι εγγραφές αποκαλύπτουν τη γνωστή πονεμένη ιστορία όλων των SSD που χρησιμοποιούν TLC. Βλέπετε, οι TLC NAND δεν έχουν καλές ταχύτητες εγγραφής. Γι' αυτό οι εταιρείες δε διαφημίζουν ποτέ αυτή την ταχύτητα. Αντιθέτως, χρησιμοποιούν ένα μέρος της TLC NAND σε λειτουργία SLC. Όπα φίλε, μισό λεπτό! Τι είναι αυτό το TLC και τι είναι το SLC που μας λες; OK, μικρή ανάλυση λοιπόν, για να είμαστε στην ίδια σελίδα. Να με συγχωρήσουν οι γνώστες και τελειομανείς που θα είναι πολύ εκλαϊκευμένη η εξήγηση και οι μη σχετικοί που θα είναι πολύ "επιστημονική", αλλά πρέπει να συναντηθούμε κάπου στη μέση. Το κάθε κελί μνήμης τύπου NAND, μπορεί να αποθηκεύσει μία ηλεκτρική τάση και να την κρατήσει εκεί. Στην περίπτωση του πρώτου τύπου NAND που χρησιμοποιήθηκε σε SSD, τον τύπο SLC (Single Level Cell) αν υπάρχει ηλεκτρική τάση, αυτό σημαίνει αξία 1 και αν δεν υπάρχει, αξία 0. Αυτό για τον υπολογιστή είναι ένα bit και 8 bits μας κάνουν ένα byte. Στην SLC NAND λοιπόν, κάθε κελί αποθηκεύει 1 bit και ο Controller έχει την πολύ εύκολη δουλειά να ξεχωρίσει ανάμεσα σε τάση και όχι τάση, πράγμα που γίνεται με πολύ μεγάλη ταχύτητα και ακόμη και αν το κελί έχει παλιώσει και φθαρεί. Συνεπώς η SLC NAND είναι πολύ γρήγορη και πολύ ανθεκτική στις εγγραφές που φθείρουν τα κελιά της. Αποθηκεύει όμως 1 μόνο bit ανά κελί. SLC NAND βρίσκαμε μόνο σε Enterprise level SSDs γιατί παρά τα πλεονεκτήματά της, είναι πολύ ακριβή. Και τώρα πλέον, ούτε καν εκεί. H MLC NAND αποθηκεύει 2 bit σε κάθε κελί. Ναι, αλλά εμείς είπαμε ότι το μόνο που αποθηκεύει ένα κελί NAND είναι μια ηλεκτρική τάση. Πώς λοιπόν μια ηλεκτρική τάση μπορεί να αντιστοιχιστεί σε 2 bit, δηλαδή σε ένα οποιονδήποτε διψήφιο συνδυασμό από 0 και 1; Απλό! Οι συνδυασμοί αυτοί κατά το νόμο των πιθανοτήτων είναι 22 δηλαδή 4 και συγκεκριμένα οι 00, 01, 10, και 11. Αν θεωρήσουμε ότι η απουσία ηλεκτρικής τάσης αντιστοιχεί στο 00, θα χρειαστούμε 3 διαφορετικές ηλεκτρικές τάσεις για να αντιστοιχίσουμε στις υπόλοιπες τιμές. Κάπως έτσι λειτουργεί η MLC. Είναι πλέον προφανές ότι η MLC θα λειτουργεί πιο αργά από την SLC, καθώς ο ελεγκτής θα πρέπει να ξεχωρίσει 4 διαφορετικές καταστάσεις του κάθε κελιού, συμπεριλαμβανομένων 3 διαφορετικών ηλεκτρικών τάσεων. Συνεπώς το σύστημα θα λειτουργεί πιο αργά και επιπλέον θα είναι πιο επιρρεπές στη φθορά των κελιών κατά τις εγγραφές και θα έχει μικρότερη διάρκεια ζωής. Εν τούτοις, η MLC NAND είναι εξαιρετική λύση για οικιακή χρήση, που όμως - δυστυχώς - εγκαταλήφθηκε πλέον από όλους τους κατασκευαστές, προκειμένου να μειώσουν το κόστος κατασκευής, χρησιμοποιώντας TLC (και σε κάποιες περιπτώσεις QLC) NAND. Η TLC NAND, που χρησιμοποιεί ο Kioxia Exceria Pro 2TB, όπως και τα 4 drives με τα οποία τον συγκρίνουμε (ο MP400 χρησιμοποιεί την πιο αργή QLC), αποθηκεύει 3 bit σε κάθε κελί! Αυτό σημαίνει 23 δηλαδή 8 διαφορετικούς συνδυασμούς (000, 001, 010, 100, 011, 110, 101, 111). Κατά αναλογία με πριν, έχουμε εκτός από την απουσία τάσης, 7 διαφορετικές τιμές που κάνει πολύ πιο δύσκολη τη δουλειά του Controller. Εδώ πλέον οι εγγραφές γίνονται πολύ αργές. Η δε φθορά των κελιών που προκαλείται από τους κύκλους εγγραφών είναι ακόμα πιο σημαντική και η ζωή των κελιών πολύ πιο μικρή. Για να το αντιμετωπίσουν αυτό οι εταιρείες και να κάνουν τη χρήση TLC NAND μια βιώσιμη λύση για τους SSD, χρησιμοποιούν κάποια τεχνάσματα που βασίζονται σε πολύπλοκους και ισχυρούς ελεγκτές και εξειδικευμένο firmware. Το πιο βασικό τέχνασμα είναι να χρησιμοποιούν ένα μέρος της ελεύθερης TLC NAND σε λειτουργία SLC, εν είδει cache. Δηλαδή οι εγγραφές πραγματοποιούνται στην SLC cache σε πραγματικό χρόνο και αργότερα, το drive με την ησυχία του περνάει τα δεδομένα στην πολύ πιο αργή TLC NAND. Φυσικά οι εταιρείες δεν το διαφημίζουν αυτό και ο μέσος χρήστης νομίζει ότι αγοράζει drive με ταχύτητες εγγραφής που μπορεί να πετύχει η NAND του drive όταν λειτουργεί ως SLC cache ενώ η αλήθεια είναι πολύ πιο πικρή. Γι' αυτό βλέπουμε TLC drives που είναι πολύ πιο οικονομικά από τα MLC να διαφημίζουν υψηλότερες ταχύτητες, αυτές της πολύ γρήγορης SLC cache, η οποία όμως όταν τελειώνει κατά τη διάρκεια μεγαλύτερων εγγραφών, ξαφνικά στέλνει τις επιδόσεις βόλτα και μάλιστα με τα πόδια! Πόση σημασία έχει αυτό στην πράξη; Μεγάλη κουβέντα και οι απόψεις διίστανται. Σε μια απλή χρήση που βασίζεται κυρίως σε αναγνώσεις και λίγες εγγραφές, τα TLC drives τα πάνε μια χαρά. Όταν τα πράγματα ζορίζουν και χρειάζονται μεγαλύτερες και συχνότερες εγγραφές που δε δίνουν χρόνο στην SLC cache των TLC drives να αδειάσει τα δεδομένα της και να είναι έτοιμη για την επόμενη χρήση, ίσως θα ήταν καλύτερη η χρήση ενός SSD με MLC NAND. Τώρα που ξέρουμε λοιπόν, ας πάμε να δούμε πώς συμπεριφέρεται ο Kioxia Exceria Pro 2TB στις εγγραφές. Όπως βλέπουμε στο πρώτο γράφημα που αφορά τον Kioxia Exceria Pro 2TB σε PCIe 4.0 και με χρήση ψύκτρας, το drive ξεκινάει τις εγγραφές με εξαιρετική ταχύτητα, κοντά στα 5700MB/s. Δεν φτάνει βέβαια τις επιδόσεις που υπόσχεται η εταιρία και που μπορεί να επιτευχθούν (και επιτεύχθηκαν κατά τις δοκιμές μας) μόνο σε κάποια συνθετικά benchmarks, αλλά φτάνει αρκετά κοντά σε αυτές και τις διατηρεί για πάνω από το 35% της χωρητικότητας του drive! Εντυπωσιακό! Καθώς το drive είναι εντελώς άδειο, έχει τη δυνατότητα να χρησιμοποιήσει ένα πολύ μεγάλο μέρος της TLC NAND του ως SLC cache, που σε σύνδεση PCIe 4.0 φαίνεται ότι είναι κοντά στο 37%. Στο δεύτερο γράφημα έχουμε τον Kioxia Exceria Pro 2TB με διασύνδεση PCIe 4.0 αλλά χωρίς ψύξη και βλέπουμε σε αντίθεση με τις αναγνώσεις, οι εγγραφές θερμαίνουν τον ελεγκτή και υπάρχει σημαντικό thermal throttling. Εν τούτοις η ταχύτητα διατηρείται αρκετά υψηλά, σχεδόν στο μέγιστο που είχαμε και με ψύξη, για περίπου το 9% της χωρητικότητας του drive. Αυτό σημαίνει ότι σε φυσιολογικές συνθήκες χρήσης, όπου μπορεί να γίνει ανάγνωση ολόκληρου του drive χωρίς thermal throttling και εγγραφή σημαντικού τμήματος αυτού επίσης χωρίς thermal throttling, η χρήση ψύκτρας είναι προαιρετική. Βέβαια, όπως φαίνεται από το διάγραμμα, η συνεχιζόμενη χρήση του drive σε λειτουργία εγγραφών και χωρίς χρήση ψύξης, μπορεί να ρίξει τις επιδόσεις του σε πολύ χαμηλά επίπεδα! Σε σύνδεση PCIe 3.0 η SLC Cache φαίνεται να είναι κάτι παραπάνω από το 10% και το thermal throttling αμελητέο. Όλα αυτά βέβαια είναι θέμα επιλογών της εταιρίας στο firmware αλλά σε κάθε περίπτωση θα έχουν όλο και λιγότερη σημασία, όσο περισσότερο γεμίζουμε το drive. Όσο πιο γεμάτο είναι τo drive, τόσο λιγότερη περίσσεια NAND θα έχει για να τη χρησιμοποιεί σε μορφή SLC cache και όλο και περισσότερο θα βασίζεται στην πραγματική ταχύτητα της TLC NAND που φαίνεται στα τελευταία μέρη των γραφημάτων. Στα παρακάτω 2 γραφήματα, βλέπουμε τις επιδόσεις του Corsair Force Series Gen.4 PCIe MP600 Pro 2TB στις εγγραφές, με διασύνδεση PCIe 4.0 και PCIe 3.0 αντίστοιχα. Παρατηρούμε ότι και εδώ υπάρχει thermal throttling σε διασύνδεση PCIe 4.0, παρά την ύπαρξη ψύκτρας. Συμπεράσματα και βαθμολογία - Το δια ταύτα Ο Kioxia Exceria Pro 2TB είναι το κορυφαίο μοντέλο consumer grade NVME SSD που προσφέρει η Kioxia, η θυγατρική της Toshiba δηλαδή που διαχειρίζεται τα προϊόντα της εταιρείας με NAND Flash. Χρησιμοποιεί τον γνωστό ελεγκτή Phison Ε18, Rebranded ως Kioxia TC58NC1210GSE-00-BB, 2GB DDR4 cache της SKhynix στα 3200MHz και 2TB 112-Layer 3D TLC BiCS5 NAND Flash της Toshiba. Οι επιδόσεις του είναι κορυφαίες, συγκρίσιμες με αυτές που είδαμε να έχει και ο Corsair Force Series Gen.4 PCIe MP600 Pro 2TB, αλλά υστερεί στο γεγονός ότι δεν υποστηρίζει hardware encryption. Η επιλογή μη χρήσης ψύκτρας και τοποθέτησης όλων των εξαρτημάτων στη μία πλευρά του PCB τον κάνει συμβατό με φορητούς υπολογιστές και δεν επηρεάζει καθόλου τις επιδόσεις των αναγνώσεων. Όσον αφορά τις εγγραφές όμως, παρατεταμένη και εντατική χρήση εγγραφών χωρίς τη χρήση ψύκτρας (που έτσι κι αλλιώς φέρουν οι μακράν περισσότερες μητρικές στις υποδοχές τους για NVME SSD) θα επιφέρει thermal throttling και σημαντική πτώση της ταχύτητας, σενάριο που πάντως είναι εξαιρετικά σπάνιο σε πραγματική χρήση. Δυστυχώς, παρά το γεγονός ότι ο ελεγκτής της Phison διαθέτει τη δυνατότητα, ο Kioxia Exceria Pro 2TB δεν προσφέρει hardware encryption. Το κόστος για να αποκτήσει κάποιος τον Kioxia Exceria Pro 2TB στην Ελληνική αγορά τη στιγμή που γράφεται το παρόν review ξεκινάει από τα 378€, συμπεριλαμβανομένου του ΦΠΑ (χωρίς κόστος μεταφορικών). Με δεδομένο ότι το αντίστοιχο κόστος για τον εφάμιλλο Corsair Force Series Gen.4 PCIe MP600 Pro 2TB (ο οποίος διαθέτει επιπλέον και hardware encryption) ξεκινάει από τα 308.25€, δε θεωρώ ότι η τιμή αυτή είναι ανταγωνιστική. Ας δούμε συνοπτικά τα πλεονεκτήματα και τα μειονεκτήματα του Kioxia Exceria Pro 2TB: + Εξαιρετικές επιδόσεις σε PCIe 4.0 + Εξαιρετικές επιδόσεις σε PCIe 3.0 + 5ετής εγγύηση + 800TBW + Συμβατότητα με φορητούς υπολογιστές + Πλήρες και καλοσχεδιασμένο software - Το κόστος αγοράς δεν είναι ανταγωνιστικό σε σχέση με αντίστοιχα προϊόντα - Δεν υποστηρίζει hardware encryption Με βάση τα παραπάνω, η συνολική βαθμολογία του Kioxia Exceria Pro 2TB είναι:  theLAB.gr Ευχαριστούμε θερμά την Corsair για την παραχώρηση του δείγματος της δοκιμής. Πολύμερος Αχανιώτης 23/05/2022
  2. Introduction Having someone to hold your torch so you can have both hands free is useful in many situations, especially if they are good at pointing it where you want to see and of course, not in your eyes. When no such brilliant helper can be found, a head torch can do just as good a job. Head torches come in many different varieties, ranging from low CRI - high output, to illuminate large areas to high CRI - low output, for illuminating closer, with better quality light. Sofirn sent us one of their head torches to review, that can combine both: The Sofirn HS20. The Sofirn HS20 is a dual head lamp, with independent controls for a high output - low CRI and a low(er) output - high CRI emitter. This sounds like a brilliant idea, so let's delve into it and see how they've done! Unboxing The Sofirn HS20 comes in a generic brown box with the company logo stamped on the top and a sticker specifying the exact model it contains. The torch and all the accessories are tucked inside in no particular order. The accessories include a 1m (3ft) long USB A to USB C charging cable, 2 spare O-rings, the head strap and the manual. The torch itself comes protected in a bubble-wrap bag. There is a label on the torch, held with a rubber band, reminding the end user to remove the insulation paper from the battery (which is shipped inside the torch) so the torch can function. The design of the Sofirn HS20 makes it a dedicated head torch, as it is not convenient to operate in hand. It consists of a tube, with 2 end caps and a protrusion in the middle of the tube, which houses the 2 emitters and their optics. On top of the protrusion there are 2 buttons, to control the 2 emitters separately. The emitter on the left (as you face the torch) is a Cree XHP50.2 inside an orange peel reflector. Despite being marketed as a spotlight, this configuration with a large dye emitter and a shallow, orange peel reflector is not going to focus the light into a narrow beam and have a lot of throw. I consider it instead to be the high output option. The emitter on the right is a Samsung LH351D CRI90 behind a TIR optic, which is protected by a glass lens. This is marketed as a flood light and indeed the TIR optic makes it floody. It is also the high CRI, lower output option. One of the end caps is marked with the USB symbol. The other has the mandatory CE / RoHS / do not throw in the bin markings. Unscrewing the USB marked end cap reveals the USB C charging port. Unscrewing the other end cap reveals the battery, with the insulating paper on top. The battery is a Sofirn branded, button top, 3000mAh, 18650, Li-Ion battery. A brass puck at the back of the driver PCB makes contact with the positive terminal of the battery while a thick, good quality spring on the end cap makes contact with the negative terminal. The torch fits securely in the silicone cradle of the head band and the straps are soft and adjustable. Build Quality The build quality of the Sofirn HS20 is... OK. All parts fit together nicely and the anodization is uniform but there are some milling defects that can be seen under the anodization, especially on the edges of the milled grooves at the back. This has no functional consequences whatsoever, of course, but it detracts from the aesthetics. Specifications The specifications of the Sofirn HS20 as found on the company's website can be viewed below. The high output Cree XHP50.2 emitter has a CCT of 6000K-6500K and a CRI of 70 while the high CRI Samsung LH351D emitter has a CCT of 5000K and a CRI of 90. The USB C port facilitates fast charging with 2A current and can charge the included battery in 2.5 hours. User Interface The Sofirn HS20 features one switch per emitter, for fully independent control. From OFF: Click throw / flood button to turn on throw / flood emitter. Press and hold to select modes low / medium / high. Click to turn off. Double click throw / flood button to turn on throw / flood emitter on Turbo. Click to turn off. Triple click any button to activate lock out. The flood emitter will flash twice. Clicking any button while in lock out mode will make the flood emitter flash twice to indicate the torch is in lock out mode. Triple click throw / flood button to go out of lockout mode and turn on the throw / flood emitter. Press and hold throw / flood button to turn on throw / flood emitter on Eco mode. Keep holding for more then 1sec to go to and cycle through the standard modes: low / medium / high. Click to turn off. From ON: Click the throw / flood button to turn off the throw / flood emitter. Double click the throw / flood button to go to Turbo on the throw / flood emitter. Click to return to the previous mode. Triple click any button to cycle through throw / flood / throw + flood. Long press the throw / flood button to select modes low / medium / high on the throw / flood emitter. Click to turn off. The switches are also lit, to provide information on the battery level. Modes and Run Times The Sofirn HS20 has 5 modes for each emitter: Eco, Low, Medium, High and Turbo. The output of each mode for each emitter as well as the 2 emitters combined together, according to Sofirn, is shown in the following table. My measurements are in the table below in orange, while the company specifications are in black. It looks like the specifications of the Sofirn HS20 are quite accurate! Size Comparison Here is a side by side photo of the Sofirn HS20 with the Sofirn HS10. The Sofirn HS20 is quite compact for a dual emitter head torch with a 18650 battery. Photometry I took some photometry readings with an Opple Light Master Pro. The results are in the following table. The CCTs of both emitters seem to be warmer than spec. The CRI readings are what is expected. On the other hand, it looks like the Opple Light master pro has trouble reading the Duv of the Cree XHP50.2 emitter, which, as you can see in the following photos, taken with a white balance of 5500K, is definitely not on the rosy side. The photos show the Sofirn HS20 on the right, compared to the Sofirn HS10 on the left. The Sofirn HS10 uses a Samsung LH351D 5000K emitter, which is the same with the Sofirn HS20 flood emitter. On the first photo we see the Sofirn HS20 spot light, on the second the flood light and on the third, both. Beam Profile As there are 2 emitters with their separate optics in the Sofirn HS20, we have 2 beam profiles and of course, the combination of both. The first photo shows the beam profile of the spotlight, with the Cree XHP50.2 emitter and the shallow, orange peal reflector. The second photo shows the beam profile of the floodlight, with the Samsung LH351D emitter and the TIR optic. It is obvious that the first has a tighter hot spot than the second and as it also has more output, it is certain it will throw further. In the last photo, we have the combined beam profile of both emitters. Beam Shots Here are some beam shots of the Sofirn HS20 flood light, spot light and dual emitters, at Low, Medium, High and Turbo. The following video shows a comparison of the Sofirn HS20 to the Sofirn HS10, on Turbo, using both emitters of the Sofirn HS20. The distance to the end of the alley is 70m. Driver The driver of the Sofirn HS20 features thermal step down, reverse polarity protection and low voltage protection. It is a FET driver and uses PWM on all modes to control the output. The PWM is of high frequency and not visible to the eye. Here is the PWM when only the spotlight is on: Here is the PWM when only the floodlight is on: And this is the PWM with both emitters on: The camera can see the PWM but the eye cannot. Current Draw The following table shows the current draw of the Sofirn HS20, using the included battery. Charging The Sofirn HS20 comes with USB C onboard charging. The battery included with the Sofirn HS20 is rated at 3000mAh and I measured it at 3043mAh. The battery's internal resistance was measured at 50mΩ. It looks like the battery included with the Sofirn HS20 is of high quality. The torch has under voltage protection and turns off when the battery voltage drops to 2.88V. Charging the battery of the Sofirn HS20 is very easy. Just plug the included USB A to USB C cable and any USB charger that can provide the required maximum current of 2A into the USB C socket on the torch to charge it. Using a lower output charger will still work but the charging will be slower and take more time. There is also support for USB C to USB C cable charging. The indicative LED next to the USB C socket will turn red while the battery is charging and green to indicate a full charge. Charging the Sofirn HS20 battery from 2.88V to 4.12V, where the charging terminated, took 2 hours, 28 minutes and 2 seconds, which is in accordance with the 2.5 hours charging specification. The maximum current drawn was 1.7688A. Output & Runtimes The Sofirn HS 20 is rated at a maximum output of 2700 Lumen and a maximum throw of 136m. I do not own a multi thousand dollar worth integrating sphere, just a logging Lumen meter and a home made integrating tube. The array is calibrated with 3 separate, professionally measured lights and gives me consistent results, but there is definitely room for error and deviations are to be expected. Running the Sofirn HS20 with the included battery and using both emitters yielded a maximum output of 2616 Lumen at turn on and 2456 Lumen at 30 seconds (ANSI). That is very close to spec. The outputs of the spotlight and floodlight emitters were also up to spec. You can see the full runtimes of each emitter separately and both together, on Turbo, in the graph below. Here are the first 10 minutes, in greater detail. I measured the throw of the Sofirn HS20, using the included battery and both emitters, at 138m (4732cd). The spotlight was measured at 127m (4002cd) and the floodlight at 71m (1271cd). Conclusion The Sofirn HS20 is a value for money, dual head torch that includes a high CRI floodlight and a high power spotlight with independent controls and an intuitive and simple user interface. It comes with a comfortable, adjustable head strap, USB C 2A charging and a 3000mAh 18650 battery. The build quality is good and the design is very functional, but the finish could be better aesthetically, as there are some small imperfections in the milling, under the anodization. The driver uses PWM to control the output in all modes, but the PWM is high frequency and not visible or in any way tiring to the eye. The driver also has thermal regulation, low voltage protection and reverse polarity protection. If you are in the UK, you can purchase the Sofirn HS20 from Amazon for £56.99, minus a 10% voucher available at the time of this review. From anywhere in the world, you can purchase it from the Sofirn Website for $41.99 plus the tax for your country. For Greece, the tax is $5.46 and brings the total cost to $47.45. Let us summarise the pros and cons of the Sofirn HS20. Pros + Dual emitters, 1 high output Cree XHP50.2 and 1 high CRI Samsung LH351D, with independent controls. + Simple and intuitive user interface. + High and true to spec output. + Temperature regulation, low voltage protection and reverse polarity protection. + USB C 2A onboard charging with USB C to USB C support. + 3000mAh 18650 Li-Ion battery included. + Comfortable and adjustable head strap. + IP68. + Value for money. Cons - Small imperfections in the milling, under the anodization.  TheLAB.GR Thanks to Sofirn for providing the torch for review Polymeros Achaniotis 13/04/2022
  3. Introduction Things that try to do two jobs are often mediocre at both, so when I was offered a review sample of the Acebeam Rider RX I was sceptical. You see, this particular torch is marketed not only as an EDC torch but also a fidget toy. And the immediate thought that comes to mind is what compromises had to be made for it to be both? Acebeam is a company that thinks things through in their designs and implementations and I was interested to see how they went about it, so I accepted the sample and will be presenting my findings and thoughts in this article. Let's delve into this review and find out if the Acebeam Rider RX is a good EDC torch. Fidget toy. Both. Unboxing The Acebeam Rider RX comes in a simple white box, with a clear window at the front through which you can see the torch. The front of the box also states the brand and model while the back has the company information and various certifications and QR codes. The two sides have the company logo and the 5 year warranty, respectively. The top and bottom of the box are plain white. Inside the box, we find the torch, in a clear, moulded plastic that holds it in place and under that we find the accessories. The accessories include the user manual, a lanyard, spare o-rings and the short USB-A to USB-C charging cable. The manual unfolds to a single sheet of paper. One side of it is written in English and the other side is in Chinese. In the following photo you can see the English side. The construction of the Acebeam Rider RX includes an outer tube, made of stainless steel and an inner tube made of aluminium. The outer tube comes in 4 different finishes that you can see in the following photo, while the inner tube is always anodized blue. The sample that was sent to me is the blue version of the Acebeam Rider RX which is the most discrete one, as the outer stainless steel tube does not contrast with the inner aluminium tube. It is a very nice blue as well. The torch is very pocketable, as it uses a 14500 / AA battery and is well designed and appealing to the eye. The outer tube has cut outs through which you can see the inner tube. Very nice. The front of the torch shows clearly the double tube design while the back has the switch. The mid section is the most interesting part, with the cut outs that show the inner tube. The clip is large and bidirectional and to he honest does not look remotely as elegant as the rest of the torch. It is very functional and the size and shape are deliberate, as they are necessary for the fidgeting function. It is held in place by two screws. As you can see, the cut out for the clip allows for it to be moved to the side and then forward, as the arrow indicates. There is a spring loaded ball bearing that will engage into the 3 small holes to stop the clip assembly in specific places. The switch is simple, flat and allows the torch to tail stand. The lens comes protected with a film that must be removed before use. Once the film is removed, we can see the shallow, smooth reflector and the emitter. The emitter is a Nichia 219F at 5000K. In order to open the battery compartment, we first need to follow the arrow and move the clip to the side and then forward. This action pushes the inner tube to the front and exposes the front part of it. As a consequence, the switch is recessed inside the outer tube and is unreachable. This could work as a mechanical lock out as well. Now that the front part of the inner tube is exposed, we can just unscrew it to gain access to the battery compartment. The battery comes inside the torch, with the positive terminal insulated for safety. At the back of the battery, there is a thick, good quality spring, while the positive terminal at the front of the battery makes contact with a brass button on the driver PCB. Some of the electronics are on this side of the PCB as well. The battery that comes with the Acebeam Rider RX is a Li-Ion 14500 with a rated capacity of 920mAh. It also features a USB-C charging port. Very convenient. Build Quality I am certain that it was clear from the photos that the build quality of the Acebeam Rider RX is very good. The fit and finish are impeccable and the anodizing and painting are excellent. Specifications The specifications of the Acebeam Rider RX, as found on the company's website, are as follows: The Acebeam Rider RX features a Nichia 219F emitter, with a CRI >90 and a neutral CCT of 5000K. The output of 650 Lumens is not exceptional, but for a high CRI torch in this size it is normal, if you want any kind of duration on high. The smooth but shallow reflector throws to 96 meters, which is quite respectable for the size and adequate for EDC purposes. The size and weight of the Acebeam Rider RX make it very easy to carry. A great feature of the Acebeam Rider RX is its ability to use Ni-MH and Alkaline batteries, in addition to the Li-Ion battery it comes with, so you are never out of power. The output with the lower voltage batteries is, of course, also lower. User Interface The user interface of the Acebeam Rider RX is simple and intuitive. The switch is a forward clicky, which means you half press repeatedly to select the mode you want (momentary use) and full press to keep the torch permanently on at the currently selected mode. There are four modes that you can cycle through it that way, Ultra Low, Low, Mid and High and then the cycle repeats. There is mode memory, so the torch with start at the last used mode. A double half press will put the torch in SOS mode where it automatically shines an SOS in Mors code. Fully pressing the switch at that point will leave the torch running in that mode, while another half press instead will move forward within the normal 4 modes. Modes and Run Times The following table shows the output levels and respective durations of the Acebeam Rider RX with the included Li-Ion battery as well as with a Ni-MH and an Alkaline battery. My own measurements show slightly less brightness than the specs, but not by much. The Ni-MH battery I used was a white Eneloop. Fidget Factor The fidgeting function of the Acebeam Rider RX relies on the movement of the clip, which exposes the front part of the inner tube, as shown below. I was not sold on it to begin with, but when I got my hands on the sample and tried it, it quickly grew on me and I found it quite satisfying. I have not and would not fidget with the Acebeam Rider RX in the presence of other people though, as it is quite loud and I expect it would annoy them. Another point to consider is that the front of the clip slides on the paint of the outer tube, which seems to be of very high quality and resilient so far, but I am sure that with time and many repetitions, the friction will damage the paint. Size Comparison The size of the Acebeam Rider RX is quite standard for a 14500 torch. Here is is between the Lumintop Tool 2.0 and the Olight i5T, for comparison. This is a very pocketable form factor and that is why 14500 sized torches are a popular EDC choice. Photometry I used an Opple Light Master Pro to measure the CCT, CRI and Duv of the Acebeam Rider RX. The results for all four output modes can be seen below, from Ultra Low to High. The CCT is quite close to spec across all four output modes and the CRI is consistently above 90, as promised. Unfortunately, the Duv is positive, which means a greenish rather than a rosy tint. To visualise that, I took the following photo, with the white balance manually set to 5500K. On the left we have the Lumintop Tool 2.0, modified with a Nichia 219b sw45k R9080 emitter, which is very rosy. In the middle is the Acebeam Rider RX and on the right we have the Olight i5T which is known to have a distinctly greenish hue. Beam Profile The beam profile of the Acebeam Rider RX can be seen in the following photo. There is a defined hot spot, that guarantees some throw, and adequate spill. A well balanced beam profile for EDC. Beam Shots I tested the Acebeam Rider RX over a distance of 70m. The following video shows a comparison of the Acebeam Rider RX to the Lumintop Tool 2.0, modified with a Nichia 219b sw45k R9080 emitter and the Olight i5T. Driver Acebeam usually employs very high quality, constant current drivers with no visible or invisible flickering. Unfortunately, that is not the case with the driver of the Acebeam Rider RX. The Opple Light Master Pro shows high risk flickering in the Ultra Low and Low modes, while there is still flickering albeit non harmful on Mid and High modes. The details of the modulation can be seen below. This is how my camera sees the modulation of the Acebeam Rider RX. Current Draw The current that the Acebeam Rider RX draws in each of the four modes can be seen below. The maximum current drawn, on High, is 2.56A, so any button top 14500 battery that can provide at least that output, will work well with the Acebeam Rider RX. Charging The battery included with the Acebeam Rider RX is rated at 920mAh and I measured it at 955mAh. The battery's internal resistance was measured at 75mΩ. It is clear that the battery included with the Acebeam Rider RX is of high quality. The torch has under voltage protection and turns off when the battery voltage drops to 2.83V. Charging the battery of the Acebeam Rider RX is very easy. Just use the included USB-A to USB-C cable and any USB charger or computer USB port to charge it. Unfortunately, the battery does not support USB-C to USB-C cable charging (no PD support). The indicative LED around the positive terminal will turn red while the battery is charging and green to indicate a full charge. Charging the Acebeam Rider RX battery from 2.83V to 4.19V, where the charging terminated, took 3 hours, 13 minutes and 54 seconds. The maximum current drawn was 0.4362A, so any USB charger or computer USB port will be sufficient. A charger is not provided with the light but you can use your phone charger. Output & Runtimes The Acebeam Rider RX is rated at a maximum output of 650 Lumen and a maximum throw of 96m. I do not own a multi thousand dollar worth integrating sphere, just a logging Lumen meter and a home made integrating tube. The array is calibrated with 3 separate, professionally measured lights and gives me consistent results, but there is definitely room for error and deviations are to be expected. Running the Acebeam Rider RX with the included battery yielded a maximum output of 614 Lumen at turn on and 542 Lumen at 30 seconds (ANSI). The output kept dropping gradually until the 2 minute and 11 seconds mark, when it dove to 396 Lumen. From there, it gradually dropped to 370 Lumen over the next 6 minutes and then dropped to 302 Lumen. From that point on, the output gradually declined until it turned off at 1 hour, 14 minutes and 57 seconds. From the runtime graph we can deduce that the output level is dependant on the battery voltage and timed step downs. There is no thermal regulation as I was able to reset the torch to full output by turning it off and back on. Here are the first 10 minutes, in greater detail. I used a white Eneloop to test the Acebeam Rider RX with a Ni-MH battery. The output starts at 172 Lumen and climbs to 176 Lumen over the first minute of operation. It then drops to 123 Lumen for another 6 minutes and then to 76 Lumen until almost the 2 hour mark. Then there is a brief increase in brightness, while the driver attempts to compensate for the dropping battery voltage and after that the output drops to very low levels for another hour and 20 minutes before the torch turns itself off. It is obvious and expected that when using a Ni-MH or an Alkaline battery the voltage is boosted to be able to drive the emitter and therefore the output is more stable. Here are the first 10 minutes of the above graph, in greater detail. I measured the throw of the Acebeam Rider RX, using the included battery, at 94m (2190cd), which is close enough to the 96m declared in the specs. With the white Eneloop battery, the throw I measured was at 50m (622cd). Conclusion The Acebeam Rider RX is a 14500 sized EDC torch with a fidget function. It features a double tube design, with the outer tube made of stainless steel in 4 different finish options and the inner tube made of blue anodized aluminium. The quality of the construction, painting and anodization is excellent and fidgeting with it can be fun, but is also loud and may annoy some people in the vicinity. The beam profile and output are optimized for EDC use and the torch is operated by a forward clicky tail switch which feels rather mushy but is easy to use. The user interface is simple and the mode spacing is good. The emitter used in the Acebeam Rider RX is a Nichia 219F with CRI>90 and CCT=5000K which is above BBL in all output modes but not as much as other torches, like the Olight i5T. It is rather close to natural day light, which is also above BBL. My measurements of the output levels found them to be below specs, but not by much. The Acebeam Rider RX can be ordered directly from the Acebeam website and costs $54.95, including the battery and shipping. Let us summarise the pros and cons of the Acebeam Rider RX. Pros + Excellent build quality, painting and anodizing + Stainless steel outer tube with aluminium inner tube + Engaging fidget function + Impeccable and intricate machining + High CRI 5000K emitter + Low Voltage Protection. + USB -C rechargeable battery included + Supports Li-Ion, Ni-MH and Alkaline batteries + Simple and intuitive UI + IP68 + Easily pocketable form factor + Reverse polarity protection Cons - Flickering, especially in Ultra Low and Low levels - No thermal regulation - The battery does not support USB-C to USB-C cable charging - Above BBL  TheLAB.GR Thanks to Acebeam for providing the torch for review Polymeros Achaniotis 28/03/2022
  4. Introduction I am not really into tactical torches, as I prefer the EDC type, with many modes and complex user interfaces that the tactical ones usually lack. And to be honest, I was always wondering why can't tactical torches incorporate both the quick, simple, tactical operation and the versatility of more than 1 mode. Apparently, Brinyte thought the same when designing the Brinyte PT18pro Oathkeeper, which is a tactical torch with simple and quick tactical operation, without sacrificing multiple modes. In fact, it looks like Brinyte made no compromises when designing this torch and included everything, so the question becomes, how well did they implement all the features and does the torch live up to its ambitious specs? Time to find out. Unboxing I received my review sample of the Brinyte PT18pro Oathkeeper in a plain brown box, which is the practice of Brinyte with samples, to minimize the shipping costs. The retail version comes in a nice box. The light comes with a full accessory pack, which includes a holster, a charging cable, a couple of spare O-rings, a lanyard and the operation manual. The operation manual comes in a unique format, written on 4 cards, held together with a small clip. It includes all the information needed to understand and operate the torch. The holster is very well built. It has a Velcro closure, 2 side pockets that can carry extra batteries and a plastic belt loop with a 360 degree swivel. The Brinyte PT18pro Oathkeeper comes in two colours, black and desert tan. Our sample is the latter and I find it to be a beautiful and practical design. It is definitely too large to carry in a pocket, but that is what the provided holster if for. It features a large head, a side switch with LED indicator, a removable pocket clip (which is quite superfluous for a torch of this size), a tactical ring and what I will name a "claw ring", with an aggressive claw. On the opposite side of the side switch, there is a pad for the magnetic charging cable. The tail cap features 2 large, rubber buttons, for the tactical operation. The big head features a relatively deep and wide reflector, which is almost smooth, promising a beam with a lot of throw but also some useful spill, perfect for a tactical scenario. The rubber tail cap buttons are easy to use, even with thick gloves. The tail cap also includes a hole to attach a lanyard. The battery ships in the light itself, with an insulator tab preventing the negative pole of the battery from making contact. This has to be removed before the light can be operated. The battery is a Brinyte branded, button top 18650 Li-Ion battery, rated at 3100mAh. I think the size of the light warrants the use of the more energy dense 21700 battery type and I hope Brinyte will make that change in the next version. That would provide better run times and the possibility for higher output as well. After removing the tail cap, the claw ring can also be removed and, after that, the tactical ring, which features a lanyard hole. The clip just snaps on, and can be removed as well. There are 2 O-rings on the tail part of the light, one for the water proofing of the tail cap and the other to stabilize the tactical ring. The claw ring is very helpful at gripping the torch and getting it out of the holster both quickly and securely and also provides a very secure grip while operating the light. The aggressive claw is good looking and possibly useful in tactical situations but it will most certainly be illegal to carry in many countries, so Brinyte made it easily removable and the light can be used fully without it. The part of the claw ring that goes over the tail cap has 2 internal ridges that have to be aligned with corresponding grooves on the tail cap, for proper installation. The bezel of the light is also removable and the light can be used with or without it. It is not very aggressive and it is useful as it allows you to see if the light is on when it is head standing, so I see no reason to take it off. Maybe Brinyte is planning to release a more aggressive bezel, as an accessory or one made of stainless steel. The light features thick, good quality springs on both sides of the battery, which should ensure uninterrupted use if the torch is bumped or dropped and also reduce the electrical resistance, maximizing the output. The light fits in the holster comfortably and there are cut outs for the claw ring and for the part of the tail cap that is protruding from it. The cut out for the claw ring is much too large, which is strange for a purpose built holster. I wish they had made it a closer fit. The protruding tail cap, allows for tactical operation of the torch, even when it is in the holster and the cut out at the bottom of the holster allows the light to shine out of it. It seems like the lower part of the holster does not fit the head of the torch well, so the round hole is deformed quite a bit when the torch is in the holster. Even though the holster has very nice features and good quality, it should be refined, to fit the claw ring and the head of the torch more closely. Quality The quality of the Brinyte PT18pro Oathkeeper is that of a premium production torch. The fit and finish is perfect and the anodizing is flawless. My sample came with some paint chipping on the secondary tail switch housing and 2 small nicks on the back of the tail cap. As this is a review sample that may have been handled before, I cannot say if this is a common occurrence but I expect it is not. I am fairly certain that if a retail torch was delivered like this, Brinyte would replace the tail cap, under warranty. Specifications The main features of the Brinyte PT18pro Oathkeeper, as found on the Brinyte website can be seen below: Features Brinyte patented tactical ring design, easy to grab at top speed Compatible with one 18650 battery or two CR123A batteries Fast charging function Intelligent power indicator Regulated power supply maintains constant brightness Overcharge, over-discharge and overheat protection Reverse polarity protection prevents damage from improper battery installation Alloy aluminium reflector with professional optical analysis Aircraft-grade high strength aluminium AL-6061-T6 with premium Type III military hard-anodized anti-abrasive finish There is not much one could ask that is not in there. The technical parameters of the light, as found on the company's website, are as follows: Technical Parameters ANSI/NEMA FL1 Turbo High Middle Low Strobe SOS Output 2000+ Lumens 450+ Lumens 60+ Lumens 10+ Lumens 2000+ Lumens 60+ Lumens Runtime 1min + 90mins 150mins 930mins 1870mins / / Beam Distance 360+ m / 393.70+ yds Intensity 32000+ cd Impact Resistant 1m / 1.09yds Protection Proof IP68 Working Voltage 3.0 – 6.0V Dimension 164mm (Length) x 25.4mm (Body Dia) x 41mm (Head Dia) Net Weight 170g / 0.37lb (excluding battery) These are some ambitious numbers, for the size and type of this torch. We will certainly put them to the test. User Interface The user interface of the Brinyte PT18pro Oathkeeper combines the directness and simplicity that defines tactical operation with the option to have a more complex interface, controlled by the side switch, with more modes and usability. There is a very clear diagram in the manual that explains the operation of the light, in detail: Beam-shots The Brinyte PT18pro Oathkeeper produces a beam with a well defined hot spot that promises good throw. The hot spot fades into a greenish corona that whitens out towards the edge of the spill. There are numerous rings in the beam, which is normal for a smooth reflector. I tested the Brinyte PT18pro Oathkeeper over a distance of 70m, which is what I would expect a tactical scenario usage would be. The following video shows a comparison of the Brinyte PT18pro Oathkeeper with 2 very well known contenders, the 1800lm Olight M2R Pro Warrior and the 2200lm Olight Warrior Pro. I think the Brinyte PT18pro Oathkeeper is holding its own very well against the two very strong contenders. I will let each of you decide which one you prefer. Driver The driver of the Brinyte PT18pro Oathkeeper provided a steady beam, without apparent PWM on all 4 output levels of the light. It also features constant brightness levels (as we will verify in the runtime test) as well as overcharge, over-discharge, overheat and reverse polarity protections. That seems like a complete set of features and a very well designed driver Tint In the following photos you can see the tint of the Brinyte PT18pro Oathkeeper in comparison to the Olight Warrior Pro and the Olight M2R Pro Warrior. The pictures were taken with a manually set 5500K white balance. As you can see, the Brinyte PT18pro Oathkeeper has a cool white tint, while both Olight torches feature warmer tints. Charging The Brinyte branded, button top, 18650 Li-Ion battery that comes with the Brinyte PT18pro Oathkeeper is rated at 3100Mah. I measured the actual capacity at 3003Mah, using the Opus BT-C3100 smart charger. The internal resistance of the battery was measured at 92mΩ. The charge level of the battery is indicated on the side switch, as depicted below. The charging cable has a blue light on it that makes it easy to find in the dark and illuminates enough to help you locate the charging pad on the torch. As soon as you get the charging cable close enough to the charging pad, it snaps on magnetically. The indictor LED on the side button will turn orange momentarily... ...and then red, as the charging begins. When the charging is completed, the indicator LED will turn to green. If the indicator light remains orange, that indicates something is wrong. It could be dirt / debris on the charging surfaces or a malfunction. The under voltage protection will turn the torch off, as soon as the battery voltage drops below 2.8V. The charging from that level until full, took 2 hours, 5 minutes and 15 seconds. The diagram of the charging can be seen below. The charging terminated when the battery reached 4.19V. 1 minute after the light is turned off, the indicator LED on the side switch will turn on, to make it easy to find the light in the dark. The brightness level is perfect for the purpose of helping to locate the light in the dark without being distracting and is comparable to tritium vials. The power consumption of this function is negligible and it will take many months before it has any serious impact on the battery level. It can be turned on or off by holding the side switch down for 10 seconds. Current Draw So let us measure the power consumption of the Brinyte PT18pro Oathkeeper when it is off and also in all output modes. The clamp meter was calibrated first. The power consumption when the light is off is just 6mA. The torch consumes 119mA on low, which is rated to produce 10 lumens. Medium is rated at 60 lumens and consumes 206mA. High is rated at 450 lumens and consumes 937mA. Finally, turbo mode is rated at 2000 lumens and draws 6.5A. Here is a table with all the measured values and outputs. Output & Runtimes I measured the output and runtime of the Brinyte PT18pro Oathkeeper in my home made integrating tube. A high quality electronic thermometer with 2 probes was also use to monitor the temperature. One of the probes was placed near the side switch and the other on the battery tube. The Brinyte PT18pro Oathkeeper outperformed its own specs in both brightness and duration. The temperature regulation worked flawlessly and kept the temperatures very low, not exceeding 35.2 Celsius. I think the temperature setting is quite conservative and it could definitely allow for higher temperatures, which would in turn allow for longer turbo runtimes. The only measurement where the Brinyte PT18pro Oathkeeper fell slightly short of its specs was the light intensity. The Specs say it has an intensity of 32000cd while I measured 31567cd. This means that the throw is 360m in the specs while I measured it to be 355m. This is very close and can be attributed to differences in environmental conditions, which influence the measurements. Conclusion The Brinyte PT18pro Oathkeeper is a tactical torch, with dual tactical tail switches, offering Turbo and Strobe modes at the touch of a button. It also features a side switch, with a battery level and charge indicator LED, that allows for 4 output levels, Strobe and SOS functions. That is an excellent combination of tactical and EDC functionality, with no compromises in either. It features a deep (for the torch size) and almost smooth reflector which provides a well balanced beam with excellent throw and useful spill. The tint is a cool white. The quality of the machining is very good as is the anodization and the light is IP68 water proof rated. The feel of the switches is very tactile and the tail switches are easy to locate and use, even with thick gloves. The light comes with a full set of accessories, including a holster, a lanyard, spare O-rings and a pocket clip. It has both a tactical ring and a claw ring, which is easily removable, as it is probably illegal to carry in some countries. The magnetic charging is very easy to use and the provided battery is a Brinyte branded button top 18650, rated at 3100mAh, which I measured to be 3003mAh. I believe that for this size light, Brinyte could have used a 21700 battery, which would provide even better run times and output. That said, the light already exceeds its specs and the output and run times are very good. The driver has a full set of every protection possible and provides a stable and PWM free output. There is not much that can be improved on the Brinyte PT18pro Oathkeeper. The only possible upgrades would be the use of a 21700 battery and a better fitting holster. Well done Brinyte. The cost of the Brinyte PT18pro Oathkeeper comes to $135, which is justified for the build quality and multitude of features. Let's list the Pros and Cons of the Brinyte PT18pro Oathkeeper: Pros + Combination of tactical operation dual tail switches and multiple-mode side switch + High quality fit and finish + Flawless anodization + Magnetic charging + Constant current driver with full set of protections and no visible PWM + Well balanced beam, good for tactical use + Removable claw ring and tactical ring + Power and charging LED indicator + IP68 + Battery, holster, lanyard and spare O-rings included + Compatible with all 18650 batteries + Two CR123A batteries can be used if needed Cons - A 21700 battery design would be better, for this size torch - The included holster should have a better fit around the head of the light and a smaller tactical ring cut out.  TheLAB.GR Thanks to Brinyte for providing the light for review Polymeros Achaniotis 01/02/2021
  5. Εισαγωγή Το ποντίκι είναι ένα από τα 3 απαραίτητα περιφερειακά κάθε υπολογιστή και ως εκ τούτου ένα από τα πιο διαδεδομένα. Συνεπώς είναι αυτονόητο ότι κυκλοφορούν ποντίκια για όλες τις απαιτήσεις και όλα τα βαλάντια. Η Corsair διαθέτει μια πληθώρα μοντέλων αλλά αυτό που έλειπε ήταν ένα απλό, ασύρματο ποντίκι με καλά χαρακτηριστικά, μεγάλη διάρκεια μπαταρίας και λογικό κόστος. Αυτό το κενό έρχεται να καλύψει το Corsair Katar Pro Wireless Mouse που σας παρουσιάζουμε σήμερα. Όταν λέμε απλό, δεν εννοούμε και απλοϊκό, καθώς το Corsair Katar Pro Wireless Mouse διαθέτει sub 1ms Slipstream τεχνολογία ασύρματης διασύνδεσης και τον οπτικό αισθητήρα PMW3325 της PixArt με ανάλυση 10.000DPI, χαρακτηριστικά που το καθιστούν ικανό να αντεπεξέλθει σε αρκετά σενάρια απαιτητικού gaming, ενώ παράλληλα να μη χρειάζεται τη συχνή φόρτιση που απαιτούν τα ποντίκια που είναι σχεδιασμένα αποκλειστικά για gaming και φέρουν πληθώρα φωτισμών RGB. Ακολουθήστε μας λοιπόν στη συνέχεια αυτής της παρουσίασης για να δείτε ένα ποντίκι ιδανικό για καθημερινή χρήση γραφείου, περιήγησης και multimedia αλλά παράλληλα ικανό για gaming, χωρίς ιδιαίτερες παραχωρήσεις. Φωτογράφιση Το Corsair Katar Pro Wireless Mouse έρχεται στη γνωστή κιτρινόμαυρη συσκευασία της εταιρίας η οποία φέρει φωτογραφίες και πληροφορίες για το προϊόν. Εντός της συσκευασίας βρίσκουμε το φυλλάδιο με τις πληροφορίες ασφαλείας, τον οδηγό χρήσης και το φυλλάδιο με τις πληροφορίες σχετικά με την εγγύηση. Το ίδιο το προϊόν έρχεται προστατευμένο όπως βλέπετε παρακάτω, με μοναδικό παρελκόμενο μια αλκαλική μπαταρία AA. Η μπαταρία είναι γνωστής μάρκας και καλής ποιότητας. Το Corsair Katar Pro Wireless Mouse είναι κλασσικού σχεδιασμού, ιδανικό για claw και fingertip grip. Διαθέτει 6 πλήρως προγραμματιζόμενα πλήκτρα, τα 4 στο επάνω μέρος και τα 2 στο αριστερό: Επάνω μέρος: Αριστερό βασικό πλήκτρο Δεξί βασικό πλήκτρο Πλήκτρο στη ρόδα κύλισης Πλήκτρο επιλογής DPI πίσω από τη ρόδα κύλισης (που φέρει και ενδεικτικό LED) Αριστερό μέρος: Forward πλήκτρο στο εμπρός μέρος του αντίχειρα (για δεξιόχειρες) Back πλήκτρο στο πίσω μέρος του αντίχειρα (για δεξιόχειρες) Διαθέτει επίσης ενδεικτικό LED πίσω από το πλήκτρο επιλογής DPI, που είναι και το μοναδικό φωτιζόμενο τμήμα του. Ο συμμετρικός σχεδιασμός κάνει τη χρήση του από αριστερόχειρες εφικτή, αλλά τα πλήκτρα Forward και Back θα πρέπει να πιέζονται με το μικρό δάχτυλο αντί με τον αντίχειρα, κάτι που δεν είναι εύκολο ή ιδανικό. Το ποντίκι δε φέρει θύρα φόρτισης ή ενσύρματης σύνδεσης, καθώς όπως είδαμε έρχεται με αλκαλική μπαταρία μίας χρήσης. Στο κάτω μέρος του φέρει το διακόπτη λειτουργίας που έχει 3 θέσεις. Off, Slipstream (2,4GHz) με χρήση του δέκτη και Bluetooth. Φέρει επίσης 2 ευμεγέθεις επιφάνειες ολίσθησης από PTFE στο εμπρός και πίσω μέρος. Το επάνω μέρος του Corsair Katar Pro Wireless Mouse, πίσω από τα βασικά πλήκτρα, είναι αφαιρούμενο με σύρσιμο προς τα πίσω και αποκαλύπτει την υποδοχή για τη μπαταρία AA και τον δέκτη Slipstream στην ειδική του θήκη, κάτι πολύ βολικό για τη μεταφορά του ποντικιού. Ο δέκτης είναι μικροσκοπικός και ιδανικός για να παραμένει πάνω σε κάποιο laptop χωρίς κίνδυνο βλάβης στο δέκτη ή τη θύρα USB. Η τοποθέτηση της μπαταρίας είναι ιδιαίτερα απλή και γίνεται με το θετικό πόλο προς τα πίσω. Τεχνικά Χαρακτηριστικά Τα τεχνικά χαρακτηριστικά του Corsair Katar Pro Wireless Mouse, όπως μας τα έδωσε η κατασκευάστρια εταιρεία, φαίνονται στον παρακάτω πίνακα. Όπως βλέπετε, το Corsair Katar Pro Wireless Mouse υποστηρίζει τόσο σύνδεση στα 2,4GHz με τεχνολογία Slipstream και χρόνο απόκρισης κάτω του 1ms, όσο και σύνδεση μέσω Bluetooth. Φέρει τον οπτικό αισθητήρα PMW3325 της PixArt που υποστηρίζει αναλύσεις από 200 έως και 10.000DPI σε βήματα των 100DPI. Το βάρος του, σύμφωνα με την εταιρεία, είναι 96g με την μπαταρία. Εμείς μετρήσαμε 97,2g με την παρεχόμενη μπαταρία, 74g χωρίς μπαταρία και 100,2g με μια λευκή Eneloop AA. Ο χρόνος λειτουργίας μέσω Slipstream μπορεί να φτάσει έως και τις 135 ώρες. Το προϊόν συνοδεύεται από διετή εγγύηση και η προτεινόμενη τιμή του στις ΗΠΑ είναι τα $39,99 ενώ στην Ευρωπαϊκή Ένωση, όπου προφανώς πληρώνουμε φόρο πολιτισμού, είναι τα €49,99 συμπεριλαμβανομένου του ΦΠΑ. Ποιότητα Κατασκευής Η ποιότητα κατασκευής του Corsair Katar Pro Wireless Mouse είναι αυτή που περιμένουμε από την Corsair, με καλά υλικά και άριστη συναρμογή. Τα πλήκτρα ανταποκρίνονται άριστα και η ρόδα κύλισης λειτουργεί ομαλά. Συνδεσιμότητα Το Corsair Katar Pro Wireless Mouse έχει 2 τρόπους σύνδεσης: Μέσω του δέκτη, με τεχνολογία Slipstream 2,4GHz, που σηματοδοτείται με λευκό χρώμα στο ενδεικτικό LED Μέσω Bluetooth 4.2, που σηματοδοτείται με μπλε χρώμα στο ενδεικτικό LED Η τεχνολογία Slipstream υπόσχεται ταχύτερη ανταπόκριση από τον ανταγωνισμό, ενώ η λειτουργιά Bluetooth κάνει εφικτή τη χρήση του ποντικιού και με μια δεύτερη συσκευή, όπως tablet, smartphone, smart TV κλπ, χωρίς τη χρήση του δέκτη. Η σύνδεση μέσω Bluetooth υποστηρίζει Polling Rate στα 250Hz (4ms). Λειτουργικότητα Η λειτουργικότητα του Corsair Katar Pro Wireless Mouse καθορίζεται εν πολλοίς από την απλότητα του σχεδιασμού του. Το ποντίκι είναι μέσου μεγέθους και ξεκούραστο στη χρήση. Τα πλήκτρα είναι τοποθετημένα σωστά και ανταποκρίνονται απροβλημάτιστα. Η χρήση μπαταρίας AA προσφέρει το πλεονέκτημα ότι δε χρειάζεται να συνδεθεί το ποντίκι με καλώδιο για να φορτίσει. Προσωπικά, μου αρέσει πολύ να χρησιμοποιώ τέτοια ποντίκια με 2 επαναφορτιζόμενες μπαταρίες, έτσι ώστε όταν αδειάσει η μπαταρία, να την αντικαθιστώ και να συνεχίζω απρόσκοπτα, ενώ τη φορτίζω για να είναι έτοιμη για την επόμενη αλλαγή. Αυτό το σενάριο μου αρέσει πολύ περισσότερο από τις μη αφαιρούμενες μπαταρίες Λιθίου που φέρουν τα περισσότερα ασύρματα ποντίκια και που απαιτούν συχνή φόρτιση με καλώδιο συνδεδεμένο στο ποντίκι. Ενδιαφέρον από πλευράς λειτουργικότητας παρουσιάζει το μοναδικό ενδεικτικό LED πίσω από το πλήκτρο επιλογής των DPI, το οποίο επιτελεί πολλαπλούς ρόλους: Οι επιλογές Performance Mode και Power Saving Mode μπορεί να ενεργοποιηθούν είτε μέσω του λογισμικού Corsair iCUE, είτε μέσω του εικονιδίου του Corsair iCUE στο system tray, είτε απ' ευθείας στο ποντίκι ως εξής: Απενεργοποιούμε το ποντίκι. Κρατάμε πατημένο το πλήκτρο της ρόδας κύλισης. Ενεργοποιούμε το ποντίκι σε οποιαδήποτε επιλογή σύνδεσης. Αφήνουμε το πλήκτρο της ρόδας κύλισης. Το mode έχει αλλάξει και το χρώμα του ενδεικτικού LED δείχνει σε ποιο mode βρισκόμαστε. Το Performance Mode συνίσταται για gaming και έχει τις εξής προεπιλογές: 1000Hz report rate. Θέτει τη συσκευή σε λειτουργία εξοικονόμησης ενέργειας μετά από 2 λεπτά απραξίας. Το Power Saving Mode συνίσταται για χρήση εκτός gaming ή όταν η μπαταρία είναι σε χαμηλό επίπεδο και έχει τις εξής προεπιλογές: 125Hz report rate. Θέτει τη συσκευή σε λειτουργία εξοικονόμησης ενέργειας μετά από 10 δευτερόλεπτα απραξίας. Ένα στοιχείο που λείπει από το Corsair Katar Pro Wireless Mouse είναι τα προγραμματιζόμενα onboard profiles. Αποτέλεσμα αυτού είναι ότι το ποντίκι μπορεί να παραμετροποιηθεί αποκλειστικά και μόνο με τη χρήση του λογισμικού iCUE και συνεπώς μόνο σε σύνδεση μέσω του δέκτη Slipstream 2,4GHz. Σε σύνδεση με Slipstream χωρίς το λογισμικό ή σε σύνδεση Bluetooth που δεν υποστηρίζεται από το λογισμικό, δεν μπορούν να παραμετροποιηθούν ούτε οι λειτουργίες των πλήκτρων, ούτε οι 3 επιλογές για την ανάλυση του αισθητήρα, οι οποίες είναι 800, 1500 και 3000 DPI. iCUE Το λογισμικό της Corsair για τον έλεγχο όλων τον συσκευών της ονομάζεται Corsair iCUE και προσφέρει εύκολη και λεπτομερή παραμετροποίηση και πλήρη έλεγχο της κάθε συσκευής. Ανοίγοντας το Corsair iCUE βλέπουμε αριστερά το επιλεγμένο προφίλ και δεξιά τις συνδεδεμένες υποστηριζόμενες συσκευές. Επιλέγουμε το Corsair Katar Pro Wireless και βλέπουμε στα αριστερά, κάτω από τα προφίλ, ένα μενού με 3 επιλογές, ενώ δεξιά βλέπουμε μια αναπαράσταση της συσκευής, με τη λίστα των 6 πλήκτρων, με το αριστερο κλικ να είναι παρόν αλλά ανενεργό και συνεπώς μη προγραμματιζόμενο και τα υπόλοιπα 5 να είναι πλήρως προγραμματιζόμενα πλήκτρα. Η πρώτη επιλογή είναι τα ACTIONS όπου μπορούμε να προγραμματίσουμε μια πληθώρα λειτουργιών και να την αντιστοιχίσουμε σε οποιοδήποτε από τα πλήκτρα. Αποθηκεύοντας κάποιο ACTION στη σχετική βιβλιοθήκη ACTIONS LIBRARY, μπορούμε να το βρίσκουμε διαθέσιμο εκεί προς χρήση και σε άλλες μας συμβατές συσκευές. Η δεύτερη επιλογή στην λίστα στα αριστερά είναι το DPI, από όπου μπορούμε να επιλέξουμε σε πόσα DPI θα αντιστοιχεί το κάθε ένα από τα 3 DPI modes, με τι χρώμα θα σηματοδοτείται, ποιο θα είναι το προεπιλεγμένο, αν θα είναι ενεργά και επιλέξιμα το κάθε ένα από τα υπόλοιπα 2 καθώς και τη ρύθμιση του Sniper DPI, το οποίο μπορεί να αντιστοιχιστεί σε οποιοδήποτε από τα προγραμματιζόμενα πλήκτρα, μέσω του μενού ACTIONS. Η τρίτη και τελευταία επιλογή είναι το μενού PERFORMACE, το οποίο περιέχει μόνο τη δυνατότητα ενεργοποίησης και επιλογής της έντασης του Enhanced Pointer Precision. Το Dashboard του Corsair iCUE το έχουμε δει και στο παρελθόν. Περιέχει πληροφορίες για τις συσκευές μας. Το Instant Lighting καθορίζει με ένα κλικ ένα από τα 11 διαθέσιμα στατικά χρώματα φωτισμού σε όλες τις συνδεδεμένες συσκευές που το υποστηρίζουν, ή και απενεργοποίηση του φωτισμού. Η λειτουργία αυτή δεν επηρεάζει το Corsair Katar Pro Wireless. Το μενού των ρυθμίσεων του Corsair iCUE χωρίζεται σε 2 μέρη. Το επάνω μέρος αφορά τις συσκευές και το κάτω μέρος το ίδιο το λογισμικό. Εδώ βλέπουμε στο επάνω μέρος επιλεγμένο το Corsair Katar Pro Wireless . Οι επιλογές είναι σαφείς: To Dongle Polling Rate μπορεί θα ρυθμιστεί σε 4 προεπιλεγμένα επίπεδα. Στο κάτω μέρος έχουμε 4 καρτέλες. Την καρτέλα General... Την καρτέλα OSD (On Screen Display)... Την καρτέλα Dahsboard... Και την καρτέλα Sensor Logging... Από το μενού του Corsair iCUE στο system tray, μπορούμε να ενεργοποιήσουμε το iCUE Space και την ένδειξη του επιπέδου της μπαταρίας στο system tray για την κάθε συσκευή που το υποστηρίζει. Μπορούμε επίσης να αλλάξουμε μεταξύ Performance Mode και Power Saving Mode για το Corsair Katar Pro Wireless Mouse. Το iCUE Space μας δείχνει τις ίδιες πληροφορίες με το Dashboard, αλλά κάθεται στο δεξί μέρος του desktop μας, ακόμα και με το Corsair iCUE στο παρασκήνιο. Όπως είδαμε, το Corsair iCUE προσθέτει σημαντική αξία στο Corsair Katar Pro Wireless Mouse, μέσω των δυνατοτήτων εκτεταμένης παραμετροποίησης. Μετρήσεις Οι μετρήσεις έγιναν με τη χρήση του Corsair MM250 Champion Series Mouse Pad – X-Large και το λογισμικό Enotus Mouse Test v0.1.4, τόσο με σύνδεση Slipstream 2,4 GHz όσο και με σύνδεση Bluetooth. Όσον αφορά τη σύνδεση Slipstream, μετρήθηκε το Polling Speed, το Precision και το Smoothness σε αναλύσεις 400, 800, 1600, 4000, 8000 και 10.000DPI. Τα αποτελέσματα των μετρήσεων φαίνονται παρακάτω. Σε σύνδεση Bluetooth, οι μόνες επιλογές είναι, όπως είπαμε, τα 800, 1500 και 3000DPI, καθώς το Corsair Katar Pro Wireless Mouse δεν υποστηρίζει προγραμματιζόμενα onboard προφίλ, ούτε και υποστηρίζεται από το Corsair iCUE σε σύνδεση Bluetooth. Καθώς όμως το Enotus Mouse Test v0.1.4 δεν υποστηρίζει τις αναλύσεις των 1500 και 3000DPI, ήταν εφικτή μόνο η μέτρηση στα 800DPI. Ας δούμε συγκεντρωτικά τα αποτελέσματα των παραπάνω μετρήσεων. Όπως είναι αναμενόμενο, η σύνδεση μέσω Slipstream υπερτερεί της σύνδεσης μέσω Bluetooth σε όλες τις μετρήσεις. Ας δούμε τώρα τα αποτελέσματα του Corsair Katar Pro Wireless Mouse σε σύγκριση με άλλα ποντίκια, σε σύνδεση στα 2,4GHz. Το Polling Speed βρίσκεται κοντά στα 1000Hz σε όλες τις μετρήσεις, όπως και στα περισσότερα σύγχρονα ποντίκια της Corsair, εκτός από το Dark Core RGB Pro SE, που υποστηρίζει και 2000Hz και το παλαιότερο Dark Core, που δεν κάνει χρήση της τεχνολογίας Slipstream και βρίσκεται λίγο χαμηλότερα. Στο Precision, το σημαντικά οικονομικότερο από τα υπόλοιπα ποντίκια που δοκιμάστηκαν Corsair Katar Pro Wireless Mouse, δεν έχει τίποτα να ζηλέψει. Στο Smoothness, ο χαμηλότερης ανάλυσης αισθητήρας του, φαίνεται να του δίνει το πλεονέκτημα. Ας δούμε και πώς τα πήγε σε σχέση με τον ανταγωνισμό και σε σύνδεση Bluetooth, έστω και μόνο στην ανάλυση των 800DPI. Στο Polling Speed είχε τα ίδια αποτελέσματα με το Dark Core RGB Pro SE, κοντά στα 250Hz. Στο Precision υπολείπεται ελαφρώς των υπολοίπων. Ενώ στο Smoothness εξακολουθεί να έχει το πλεονέκτημα. Συνολικά, το Corsair Katar Pro Wireless Mouse τα πήγε εξαιρετικά στις μετρήσεις, αφού στάθηκε αντάξια ανάμεσα σε πολύ ακριβότερες επιλογές. Εμπειρία Χρήσης Η εμπειρία χρήσης του Corsair Katar Pro Wireless Mouse έχει υπάρξει έως τώρα, απροβλημάτιστη. Και λέω "έως τώρα", γιατί εκτός από απροβλημάτιστη έχει υπάρξει και ιδιαίτερα σύντομη, καθώς παρέλαβα το δείγμα μόλις το απόγευμα στις 2/10/2020, με την κυκλοφορία του προϊόντος - και του παρόντος review - στις 6/10/2020. Συνεπώς δεν μπορώ να πω πολλά για τη διάρκεια της μπαταρίας, εκτός του ότι η λευκή Eneloop AA δεν έχει χρειαστεί ακόμα φόρτιση, με φυσιολογική, καθημερινή χρήση. Γνωρίζω όμως από εμπειρία ότι η αλλαγή των μπαταριών, επαναφορτιζομένων ή μη, με βολεύει πολύ περισσότερο από τη σύνδεση καλωδίου στο ποντίκι για φόρτιση. Η κύλιση είναι ομαλή και η ασύρματη σύνδεση, είτε με Slipstream είτε με Bluetooth, λειτούργησε χωρίς διακοπές ή προβλήματα. Το Corsair Katar Pro Wireless Mouse ανταποκρίνεται με ακρίβεια και ομαλότητα, είτε χρησιμοποιείται πάνω στο mouse pad, είτε πάνω στην αρκετά γυαλιστερή επιφάνεια του τραπεζιού, είτε στο μπράτσο του καναπέ, είτε στο πόδι μου. Τα πλήκτρα έχουν θετική ανταπόκριση και σαφές feedback, αλλά θα ήθελα 2 ακόμη πλήκτρα στο δεξί πλάι. Με τον τρόπο αυτό το Corsair Katar Pro Wireless Mouse θα ήταν πραγματικά αμφιδέξιο, ενώ τα 2 πλήκτρα που δεν αντιστοιχούν στον αντίχειρα, μπορούν να χρησιμοποιούνται για λιγότερο συχνές εργασίες. Συνολικά, η εμπειρία χρήσης του Corsair Katar Pro Wireless Mouse, αν και σύντομη, υπήρξε μόνο θετική. Επίλογος Το Corsair Katar Pro Wireless Mouse είναι ένα ποντίκι κλασσικού σχεδιασμού με 6 συνολικά, πλήρως προγραμματιζόμενα πλήκτρα, μέσω του Corsair iCUE, και τεχνολογία διασύνδεσης τόσο Slipstream 2,4GHz, όσο και Bluetooth. Φέρει τον οπτικό αισθητήρα PMW3325 της PixArt με ανάλυση 10.000DPI, που σε συνδυασμό με την τεχνολογία sub 1ms Slipstream, του επέτρεψε να ανταγωνιστεί επάξια με ακριβότερα ποντίκια. Ο σχεδιασμός του είναι αμφιδέξιος και αν διέθετε 2 πλαϊνά πλήκτρα και στη δεξιά πλευρά του θα ήταν απόλυτα συμμετρικό, ενώ τα επιπλέον πλήκτρα θα προσέδιδαν πρόσθετη λειτουργικότητα. Δε διαθέτει φωτισμό, εκτός από το ενδεικτικό RGB LED πολλαπλών λειτουργιών, αλλά το γεγονός αυτό, σε συνδυασμό με τη χρήση μπαταρίας AA, του επιτρέπει να έχει ιδιαίτερα καλή διάρκεια μπαταρίας, που σύμφωνα με την Corsair μπορεί να φτάσει έως και τις 135 ώρες χρήσης. Επιπλέον, η χρήση μπαταρίας AA επιτρέπει την επιλογή τόσο επαναφορτιζομένων μπαταριών όσο και μίας χρήσης. Η κύλιση που προσφέρει ο οπτικός αισθητήρας της PixArt είναι ομαλή και ακριβής, σε κάθε επιφάνεια που το δοκίμασα, από το Corsair MM250 Champion Series Mouse Pad – X-Large όπου έγιναν οι μετρήσεις, έως στο μπράτσο του καναπέ και στο πόδι μου. Τα πλήκτρα έχουν θετική ανταπόκριση και σαφές feedback. Το μόνο αρνητικό είναι ότι το Corsair Katar Pro Wireless Mouse δε διαθέτει προγραμματιζόμενα onboard profiles. Αποτέλεσμα αυτού είναι ότι το ποντίκι μπορεί να παραμετροποιηθεί αποκλειστικά και μόνο με τη χρήση του λογισμικού iCUE και συνεπώς μόνο σε σύνδεση μέσω του δέκτη Slipstream 2,4GHz. Σε σύνδεση με Slipstream χωρίς το λογισμικό ή σε σύνδεση Bluetooth που δεν υποστηρίζεται από το λογισμικό, δεν μπορούν να παραμετροποιηθούν ούτε οι λειτουργίες των πλήκτρων, ούτε οι 3 επιλογές για την ανάλυση του αισθητήρα, οι οποίες είναι 800, 1500 και 3000 DPI. Η προτεινόμενη τιμή λιανικής του Corsair Katar Pro Wireless Mouse είναι τα €49,99 συμπεριλαμβανομένου του ΦΠΑ. Θεωρώ ότι, αν και το προϊόν είναι αξιόλογο, στο κόστος αυτό θα μπορούσε και θα έπρεπε να περιλαμβάνει λειτουργία τουλάχιστον ενός προγραμματιζόμενου onboard προφίλ. Ως έχει, βρίσκω την προτεινόμενη τιμή για τις ΗΠΑ πιο σωστή, καθώς βρίσκεται στα $39,99 συμπεριλαμβανομένων των φόρων. Τώρα το γιατί το ίδιο προϊόν πωλείται σημαντικά ακριβότερα στην Ευρώπη από ότι στις ΗΠΑ, αυτό είναι θέμα διεθνούς πολιτικής και πολιτικών και δεν αφορά την παρούσα παρουσίαση. Παράλληλα με το Corsair Katar Pro Wireless Mouse, κυκλοφορεί και το Corsair Katar Pro Mouse το οποίο είναι οπτικά ίδιο, εκτός του ότι δεν έχει το ενδεικτικό LED πίσω από το πλήκτρο επιλογής DPI και έχει το φωτισμό στα πλαϊνά της ρόδας κύλισης. Η βασική του διαφορά είναι ότι δεν είναι ασύρματο και ως εκ τούτου, είναι οικονομικότερο. Χρησιμοποιεί όμως και διαφορετικό αισθητήρα, μεγαλύτερης ανάλυσης, οπότε οι επιδόσεις του είναι διαφορετικές. Ας συνοψίσουμε τα πλεονεκτήματα και τα μειονεκτήματα του Corsair Katar Pro Wireless Mouse: Πλεονεκτήματα + Συνδεσιμότητα τόσο μέσω sub 1ms Slipstream 2,4GHz όσο και μέσω Bluetooth + 5 πλήρως προγραμματιζόμενα πλήκτρα, από τα συνολικά 6, μέσω του λογισμικού iCUE + Οπτικός αισθητήρας PMW3325 της PixArt με ανάλυση από 200 έως 10.000DPI με δυνατότητα ρύθμισης ανά 100DPI + Βάρος μόλις 74 γραμμάρια, χωρίς τη μπαταρία + Ανταπόκριση σε κάθε επιφάνεια + Αμφιδέξιος σχεδιασμός, εκτός από τα 2 πλαϊνά πλήκτρα Μειονεκτήματα - Απουσία προγραμματιζόμενων onboard profiles Με βάση τα παραπάνω, η βαθμολογία του Corsair Katar Pro Wireless Mouse είναι:  TheLAB.GR Ευχαριστούμε θερμά την Corsair για την παραχώρηση του δείγματος της δοκιμής. Πολύμερος Αχανιώτης 06/10/2020
  6. Εισαγωγή Τα τελευταία χρόνια, οι SSD των 2,5 ιντσών αντικαθίστανται όλο και περισσότερο από τους μικρότερους, βολικότερους και χωρίς καλώδια M.2. Παράλληλα, η μεγάλη πλειοψηφία των M.2 SSD έχει εγκαταλείψει το πρωτόκολλο επικοινωνίας AHCI για το πολύ ταχύτερο NVMe, που εκμεταλλεύεται 4 διαύλους PCIe για να επιτύχει εξαιρετικές ταχύτητες επικοινωνίας. Αυτές οι αλλαγές δημιούργησαν την ανάγκη νέων εξωτερικών θηκών για αυτά τα drives, που βασίζονται στο socket Μ.2 και υποστηρίζουν NVMe ενώ παράλληλα συνδέονται με τον υπολογιστή μέσω των νεότερων εκδόσεων του USB έτσι ώστε να εκμεταλλεύονται όσο γίνεται τις μεγάλες ταχύτητες των drives που φιλοξενούν. Η Icy Dock ICYNano MB861U31-1M2B είναι μια τέτοια θήκη, που μπορεί να φιλοξενήσει κάθε τύπου M.2 NVMe SSD και να τον συνδέσει με τον υπολογιστή μέσω USB 3.2 Gen2. Συσκευασία και Περιεχόμενα Η Icy Dock ICYNano MB861U31-1M2B έρχεται σε μια απλή χαρτονένια συσκευασία που στο επάνω μέρος της αναφέρει το μοντέλο και τις βασικές ιδιότητες του προϊόντος. Η θήκη βρίσκεται προστατευμένη σε διάφανο σακουλάκι και μέσα σε πυκνό αφρολέξ ενώ κάτω από αυτό, βρίσκουμε τα παρελκόμενα. Το περιεχόμενο φυλλάδιο δεν έχει κάτι το ιδιαίτερο. Το Manual και το Data Sheet βρίσκονται online, στην ιστοσελίδα της εταιρίας. Ένα κομμάτι θερμοαγώγιμης ταινίας θα εξασφαλίσει τη μεταφορά θερμότητας από το φιλοξενούμενο drive στο αλουμινένιο καπάκι του Icy Dock ICYNano MB861U31-1M2B, φροντίζοντας για την ψύξη του. Τα παρελκόμενα ολοκληρώνονται με 2 κοντά καλώδια, το ένα τύπου USB C σε USB C και το άλλο USB C σε USB A. Έτσι, η θήκη, που έχει υποδοχή USB C, μπορεί να συνδεθεί είτε σε υποδοχή USB C του υπολογιστή, με το ένα καλώδιο, είτε σε υποδοχή USB A, με το άλλο. Και αφού τελειώσαμε με τα παρελκόμενα, ας περάσουμε στην ίδια τη θήκη. Ο σχεδιασμός της είναι απλός και κομψός. Το επάνω μέρος αποτελείται από αλουμίνιο και φέρει στο κέντρο του το λογότυπο της εταιρίας. Το κάτω μέρος είναι πλαστικό και φέρει αυτοκόλλητο με το μοντέλο και τον σειριακό αριθμό. Οι μεγάλες πλαϊνές πλευρές δεν έχουν κάτι ιδιαίτερο, όπως και η μία από τις μικρές. Στην άλλη μικρή πλαϊνή πλευρά βρίσκουμε την υποδοχή USB C και στα δεξιά της μία στρογγυλή οπή από όπου φαίνεται το LED λειτουργίας. Συνδεσιμότητα Η συνδεσιμότητα του Icy Dock ICYNano MB861U31-1M2B βασίζεται στην υποδοχή USB C που είδαμε, η οποία υποστηρίζει πρωτόκολλο USB 3.2 Gen2, στα 10Gbps Καθώς οι αλλεπάλληλες αλλαγές στην ονοματολογία των διαφόρων τύπων USB έχουν καταστήσει το τοπίο ιδιαίτερα ομιχλώδες, παραθέτουμε τον παρακάτω πίνακα για να ξεκαθαρίσουν κάπως τα πράγματα. Η Icy Dock ICYNano MB861U31-1M2B υποστηρίζει το 2ο σε ταχύτητα πρωτόκολλο. Τα 2 παρεχόμενα καλώδια, USB C σε USB C και USB C σε USB A, εξασφαλίζουν τη δυνατότητα σύνδεσης της Icy Dock ICYNano MB861U31-1M2B σε κάθε συσκευή που υποστηρίζει εξωτερικά drives. Εγκατάσταση του Drive Η εγκατάσταση του drive στην Icy Dock ICYNano MB861U31-1M2B είναι πανεύκολη και δεν απαιτεί κανένα εργαλείο. Το επάνω μέρος της θήκης ξεκουμπώνει από το κάτω με ένα απλό τράβηγμα από την άκρη, όπως φαίνεται στην παρακάτω εικόνα. Στη συνέχεια, τοποθετούμε το drive, τη θερμική ταινία και το καπάκι, που λειτουργεί ως ψύκτρα για το drive. Η τοποθέτηση της θερμικής ταινίας είναι απλή και χρειάζεται να γίνει μόνο μία φορά. Η θήκη υποστηρίζει όλα τα μεγέθη M.2 SSD που υπάρχουν, μέχρι και τα enterprise drives των 110 χιλιοστών. Το πιο συνηθισμένο μέγεθος που βρίσκουμε στην αγορά είναι το 2280, μήκους 80 χιλιοστών. Το drive ασφαλίζεται με έναν κυλιόμενο βραχίονα που κουμπώνει στις αντίστοιχες θέσεις ανάλογα με το μήκος του drive και το στηρίζει, χωρίς την ανάγκη χρήσης βίδας. Εδώ βλέπουμε την Icy Dock ICYNano MB861U31-1M2B με τον Corsair Force Series Gen.4 PCIe MP600 Pro 2TB, που είδαμε αναλυτικά σε review προ ολίγων ημερών, εγκατεστημένο εντός αυτής. Το drive είναι το ταχύτερο που έχουμε δοκιμάσει ποτέ, έτσι ώστε να μην αποτελέσει bottleneck σε κανένα σημείο των δοκιμών της θήκης. Είχαμε δει επίσης ότι βασίζεται ιδιαιτέρως στην ψύκτρα με την οποία έρχεται, καθώς χωρίς αυτήν υπερθερμαίνεται, ειδικά κατά τις δοκιμασίες των εγγραφών. Φυσικά, για να τοποθετηθεί στην Icy Dock ICYNano MB861U31-1M2B, η ψύκτρα του drive έπρεπε να αφαιρεθεί. Έτσι, θα δούμε αν η ψύξη που παρέχει η Icy Dock ICYNano MB861U31-1M2B μέσω της επαφής του drive με το αλουμινένιο της καπάκι - με την παρεμβολή της θερμικής ταινίας - είναι επαρκής για ένα σύγχρονο drive. PCB καιController Το PCB της Icy Dock ICYNano MB861U31-1M2B είναι καλής ποιότητας και αρκετά πυκνοκατοικημένο, ενώ διαθέτει τα χαρακτηριστικό μιας σχεδίασης που υποστηρίζει υψηλές ταχύτητες διαμεταγωγής των δεδομένων και από ότι θα δούμε στη συνέχεια, δεν μένει μόνο στην εικόνα αλλά το αποδεικνύει - και με απαιτήσεις - στην πράξη. Είναι σαφές ότι ευθύνεται για το σχετικά αυξημένο πλάτος της θήκης, ενώ για το σχετικά αυξημένο μήκος ευθύνεται η υποστήριξη enterprise SSDs των 110 χιλιοστών. Το βασικό chip για την επικοινωνία μεταξύ του drive και της USB θύρας του υπολογιστή σας είναι το JMicron JMS583, του οποίου το πλήρες Data Sheet μπορείτε να δείτε εδώ. Πρόκειται για ένα chip που αναλαμβάνει την επικοινωνία μεταξύ PCIe και USB και υποστηρίζει USB 3.2 Gen2 στα 10Gbps, ενώ παράλληλα υποστηρίζει PCIe 3.0 x2. Είναι σαφές τόσο από το γεγονός ότι υποστηρίζει PCIe 3.0 και όχι PCIe 4.0 όσο και από το ότι υποστηρίζει 2 PCIe lanes και όχι 4, ότι δε θα μπορέσει σε καμία περίπτωση να εκμεταλλευθεί την πλήρη ταχύτητα του drive που χρησιμοποιούμε, αλλά ούτε και της πλειοψηφίας των drives της αγοράς, που υποστηρίζουν 4 PCIe lanes. Πολύ θετικό είναι το στοιχείο ότι υποστηρίζει τη μετάδοση της εντολής TRIM, κάτι βασικό ώστε να παραμένει το drive ικανό να λειτουργεί στην πλήρη ταχύτητα των εγγραφών, σε βάθος χρόνου. Τεχνικά Χαρακτηριστικά Στον παρακάτω πίνακα βλέπουμε τα τεχνικά χαρακτηριστικά της Icy Dock ICYNano MB861U31-1M2B: Σύστημα Δοκιμών και Μεθοδολογία Οι δοκιμές έγιναν σε ένα σύστημα με επεξεργαστή AMD Ryzen 3900X και μητρική την Gigabyte X570 AORUS PRO, η οποία διαθέτει θύρα USB C 3.2 Gen2. Ευχαριστώ θερμά τον φίλο και συνεργάτη David Popeck που μας διέθεσε το σύστημά του για τις δοκιμές. Παρακάτω βλέπετε τις πλήρεις προδιαγραφές του συστήματος δοκιμών. Το drive που χρησιμοποιήσαμε για τις δοκιμές είναι ο Corsair Force Series Gen.4 PCIe MP600 Pro 2TB, που είναι ένα ταχύτατο drive - το ταχύτερο που έχουμε δοκιμάσει έως τώρα - έτσι ώστε να εξασφαλίσουμε ότι σε καμία περίπτωση το drive δε θα δημιουργεί bottleneck στις μετρήσεις. Το λειτουργικό σύστημα πάνω στο οποίο γίνονται οι δοκιμές είναι τα Windows 10 Pro 64bit. Οι δοκιμές στις οποίες θα υποβάλουμε την Icy Dock ICYNano MB861U31-1M2B χωρίζονται σε 2 κατηγορίες: Συνθετικά Benchmarks που χρησιμοποιούμε στα reviews των SSD. Το εξειδικευμένο Benchmark FlashBench, που ειδικεύεται στη μέτρηση ταχύτητας εξωτερικών συσκευών αποθήκευσης. Τα αποτελέσματα των μετρήσεων θα παρατεθούν σε σύγκριση με την θήκη της Rongdeson που υποστηρίζει πρωτόκολλο επικοινωνίας USB 3.2 Gen1, ενώ η Icy Dock ICYNano MB861U31-1M2B υποστηρίζει USB 3.2 Gen2. Μείνετε συντονισμένοι. ακολουθούν οι δοκιμές, η βαθμολογία και τα συμπεράσματα. Benchmarks Ξεκινάμε τις δοκιμές μας με τα Average Read και Average Write tests του AIDA64 για να δούμε την αμεσότητα απόκρισης της Icy Dock ICYNano MB861U31-1M2B στις εντολές ανάγνωσης και εγγραφής. Είναι φυσικό ότι οι επιδόσεις δεν μπορεί να πλησιάσουν καν αυτές του drive σε απ' ευθείας σύνδεση με τη μητρική του υπολογιστή, καθώς εκεί έχουμε 4 PCIe lanes. Ακόμα μεγαλύτερη θα είναι φυσικά η διαφορά όταν το drive συνδέεται σε υπολογιστή με PCIe 4.0. Ο λόγος αναφοράς των επιδόσεων του drive σε απ' ευθείας σύνδεση στη μητρική δεν είναι για άμεση σύγκριση, αλλά για να δούμε ποιο είναι το ταβάνι του drive. Ενώ λοιπόν σίγουρα δε φτάνει τις επιδόσεις της άμεσης σύνδεσης, η αμεσότητα στην απόκριση εντολών ανάγνωσης είναι εξαιρετική, τόσο με την Icy Dock ICYNano MB861U31-1M2B όσο και με τη θήκη της Rondgeson, στα 0,05ms. Στις εγγραφές η Icy Dock ICYNano MB861U31-1M2B παραμένει στα 0,05ms και παίρνει κεφάλι από το ανταγωνιστικό προϊόν. Τα Random Read Access και Random Write Access του HD Tune Pro μας δίνουν λίγο πιο αναλυτικές πληροφορίες για την αμεσότητα της απόκρισης, καθώς δίνουν ξεχωριστές τιμές ανάλογα με το μέγεθος των αρχείων. Στα μικρά αρχεία βλέπουμε ότι δεν υπάρχει κάποια ουσιώδης διαφορά μεταξύ της Icy Dock ICYNano MB861U31-1M2B και της θήκης της Rongdeson αλλά σε αρχεία μεγαλύτερα των 4KB η θήκη της Icy Dock προσφέρει σημαντικά καλύτερες επιδόσεις. Το παραπάνω φαίνεται και στο AS SSD Benchmark. Το Benchmark Anvil's Storage Utilities δείχνει ότι η Icy Dock ICYNano MB861U31-1M2B έχει πολύ καλές επιδόσεις, που υπολείπονται λίγο του μισού αυτών της άμεσης σύνδεσης μέσω PCIe 3.0. Αυτό εξηγείται καθώς όπως είπαμε η θήκη της Icy Dock προσφέρει σύνδεση PCIe 3.0 x2 ενώ η άμεση σύνδεση σε μητρική (που δεν υποστηρίζει PCIe 4.0) προσφέρει PCIe 3.0 x4. Επιπλέον, η μετατροπή σε USB 3.2 Gen2 ελαττώνει λίγο ακόμη την ταχύτητα. Συνεπώς οι επιδόσεις της Icy Dock ICYNano MB861U31-1M2B είναι πολύ καλές, μέσα στα αναμενόμενα πλαίσια, και σημαντικά καλύτερες από αυτές του ανταγωνιστικού προϊόντος που χρησιμοποιεί USB 3.2 Gen1. Συνολικά, οι επιδόσεις της Icy Dock ICYNano MB861U31-1M2B είναι πολύ καλές και εμφανίζουν συνέπεια. Η ψύξη που παρέχει η θήκη ήταν επαρκής για να διατηρήσει τον ιδιαίτερα θερμό επεξεργαστή του Corsair Force Series Gen.4 PCIe MP600 Pro 2TB σε πλήρη ταχύτητα λειτουργίας, κατά τη διάρκεια των δοκιμών. FlashBench Το FlashBench είναι ένα Benchmark που ειδικεύεται σε εξωτερικά drives. Μετράει την ταχύτητα μεταφοράς αρχείων διαφόρων μεγεθών, από 16MB έως 1KB. Όπως βλέπουμε, όσον αφορά τις αναγνώσεις, οι επιδόσεις σε αρχεία μεγαλύτερα των 16KB είναι σημαντικά καλύτερες για την Icy Dock ICYNano MB861U31-1M2B, ενώ σε αρχεία 16KB και μικρότερα, οι επιδόσεις είναι πρακτικά ίδιες. Στις εγγραφές, παρατηρούμε κάτι αντίστοιχο, όμως εδώ οι επιδόσεις εξισώνονται σε αρχεία 8KB και μικρότερα. Συνολικά, πολύ καλές επιδόσεις για εξωτερική συσκευή αποθήκευσης. Συμπεράσματα και βαθμολογία Και κάπως έτσι, φτάσαμε στο δια ταύτα. Η Icy Dock ICYNano MB861U31-1M2B είναι μια θήκη για M.2 NVMe SSD κάθε μεγέθους και χωρητικότητας που προσφέρει δυνατότητα διασύνδεσης μέσω USB 3.2 Gen2 (10Gbps). Αποτελείται από αλουμίνιο και ποιοτικό πλαστικό και παρέχει δυνατότητα εγκατάστασης του drive χωρίς εργαλεία και ψύξη που αποδείχτηκε επαρκής ακόμη και για το πολύ απαιτητικό drive που χρησιμοποιήσαμε στις δοκιμές. Ο κομψός σχεδιασμός, η στιβαρή κατασκευή και η απλότητα στην εγκατάσταση και τη χρήση συμπληρώνουν ένα ιδιαίτερα θετικό σύνολο. Το μόνο αρνητικό που εντοπίσαμε είναι το μέγεθος, το οποίο όμως είναι απόρροια του σχετικά μεγάλου PCB, το οποίο είναι ενδεχομένως απαραίτητο για να επιτευχθούν αυτές οι επιδόσεις, και της δυνατότητας φιλοξενίας M.2 SSDs με μήκος μέχρι και 110 χιλιοστά. Όλα αυτά έρχονται με ένα διόλου ευκαταφρόνητο αντίτιμο, καθώς το χαμηλότερο κόστος με το οποίο μπορεί κανείς να αποκτήσει την Icy Dock ICYNano MB861U31-1M2B στην Ελληνική αγορά είναι τα 70,80€, συμπεριλαμβανομένου του ΦΠΑ. Η ποιότητα και οι επιδόσεις είναι μεν πολύ καλές αλλά όταν υπάρχουν επώνυμα ανταγωνιστικά προϊόντα στην αγορά, έστω και με χαμηλότερες επιδόσεις, με λιγότερο από το μισό κόστος, το value for money πλήττεται σημαντικά. Ας συνοψίσουμε τα πλεονεκτήματα και τα μειονεκτήματα της Icy Dock ICYNano MB861U31-1M2B: Πλεονεκτήματα + Πολύ καλές επιδόσεις + Εξαιρετική ποιότητα κατασκευής + 3ετής εγγύηση + Εύκολη και χωρίς εργαλεία εγκατάσταση του drive + Υποστήριξη οποιουδήποτε μεγέθους drive + Υποστήριξη ΤΡΙΜ + Πολύ καλή ψύξη του drive + Παρεχόμενα καλώδια για σύνδεση σε USB C και USB A Μειονεκτήματα - Τιμή - Μέγεθος Με βάση τα παραπάνω, η συνολική βαθμολογία της Icy Dock ICYNano MB861U31-1M2B είναι:  theLAB.gr Ευχαριστούμε θερμά την Icy Dock για την παραχώρηση του δείγματος της δοκιμής. Πολύμερος Αχανιώτης 04/03/2021
  7. Εισαγωγή Ως Reviewer είμαι υποχρεωμένος να μελετάω και να παρουσιάζω αμερόληπτα όλα τα προϊόντα που φτάνουν στον πάγκο των δοκιμών του TheLab.gr. Αλλά ως επαγγελματίας στο χώρο του IT και ως enthousiast, δεν μπορώ παρά να βλέπω με μια γερή δόση σκεπτικισμού την έκρηξη που βιώνουμε τελευταία στις χωρητικότητες των consumer grade SSD, καθώς η αύξηση αυτή δεν ήρθε μόνη, αλλά ως φυσικό επακόλουθο της χρήσης από τις κατασκευάστριες εταιρίες, μνημών NAND με μεγαλύτερη μεν χωρητικότητα αλλά με χαμηλότερες ταχύτητες και μικρότερη διάρκεια ζωής. Η πιο πρόσφατη σχετική εξέλιξη στις NAND ακούει στο όνομα QLC και επιτρέπει την αποθήκευση 4bit δεδομένων σε κάθε κελί. Τέτοιες ακριβώς είναι και οι NAND του SSD που βρέθηκε σήμερα στον πάγκο μου, του Corsair Force Series MP400, επιτρέποντας στην κατασκευάστρια εταιρία να διαθέσει στην αγορά μοντέλα του 1, 2, 4 και 8ΤΒ! Το μοντέλο που θα δούμε σήμερα είναι ο Corsair Force Series MP400 4TB. Η χωρητικότητα των 4TB στο τόσο μικρό form factor του Μ.2 2280 είναι πραγματικά εντυπωσιακή, πόσο δε μάλλον με ταχύτητες SSD! Μένει να δούμε αν η χρήση 3D QLC NAND έφερε το κόστος σε εφικτά επίπεδα χωρίς υπερβολικές επιπτώσεις στην ταχύτητα και μακροζωία του drive. Από τη Συσκευασία Μέχρι το Πυρίτιο - Τι ακριβώς αγοράζουμε Ας πάρουμε όμως τα πράγματα από την αρχή και ας ξεκινήσουμε με τη συσκευασία, η οποία κινείται στα γνωστά χρώματα της εταιρίας και παρέχει τις συνηθισμένες πληροφορίες καθώς και μια φωτογραφία του προϊόντος. Όπως μας ενημερώνει η πίσω όψη, το drive κατασκευάζεται στην Taiwan και οι επιδόσεις του διαφέρουν ανάλογα με τη χωρητικότητα. Το εμπρός μέρος μας λέει ότι για την εν λόγω χωρητικότητα των 4TB, μπορούμε να περιμένουμε ανάγνωση με σειριακή ταχύτητα έως 3480MB/s και 610000 IOPS στην τυχαία προσπέλαση αρχείων 4Κ. Όσον αφορά τις εγγραφές, οι αντίστοιχες επιδόσεις είναι 3000MB/s και 710000 IOPS. Εντός της συσκευασίας βρίσκουμε το τυπικό και αχρείαστο Manual με οδηγίες εγκατάστασης και το drive, προστατευμένο σε διάφανο πλαστικό. Το drive χρησιμοποιεί μαύρο PCB και ένα μαύρο αυτοκόλλητο, με αποτέλεσμα να είναι αρκετά όμορφο. Στο πίσω μέρος φέρει αυτοκόλλητο με το ακριβές μοντέλο (χωρητικότητα) και τις απαραίτητες πληροφορίες και πιστοποιήσεις. Καθώς μιλάμε για χωρητικότητα 4TB, το PCB είναι πυκνοκατοικημένο και φέρει 4 NAND και 1 cache RAM σε κάθε πλευρά - σύνολο 8 NAND και 2 cache RAM -, ενώ ο Controller βρίσκεται στην επάνω πλευρά, όπου επίσης βρίσκεται και το chip που κάνει τη διαχείριση ισχύος του drive. Ο Controller είναι ο Phison PS5012-E12S ο οποίος υποστηρίζει συνολικές χωρητικότητες από 256GB έως 8TB και χρήση TLC και QLC NAND. Το πρωτόκολλο επικοινωνίας που υποστηρίζει είναι το PCIe 3.0 και χρησιμοποιεί 4 lanes (x4). Στην περίπτωση του Corsair Force Series MP400 4TB που χρησιμοποιεί QLC NAND συνολικής χωρητικότητας 4TB, η θεωρητική μέγιστη σειριακή ταχύτητα ανάγνωσης φτάνει τα 3400MB/s, ενώ η σειριακή ταχύτητα εγγραφής τα 3000MB/s. Όσον αφορά τις επιδόσεις σε τυχαία προσπέλαση αρχείων 4K, η θεωρητική μέγιστη επίδοση ανάγνωσης είναι τα 480K IOPS και η αντίστοιχη εγγραφής τα 680k IOPS. Οι παρατηρητικοί θα πρόσεξαν ότι η Corsair δηλώνει επιδόσεις που δεν μπορεί να φτάσει ο Controller. Μένει να δούμε αν η εταιρία χρησιμοποιεί κάποια ειδική έκδοση Controller ή firmware ή απλά υπερεκτιμά τις δυνατότητες του drive. Ο Controller της Phison διαθέτει πληθώρα προχωρημένων λειτουργιών, όπως End-To-End Data Protection, κρυπτογράφηση Pyrite/OPAL και Thermal Monitoring. Λεπτομέρειες για όλα αυτά μπορείτε να διαβάσετε στο Datasheet του Phison PS5012-E12S. Η NAND που χρησιμοποιεί ο Corsair Force Series MP400 4TB αποτελείται από 8 chip της Micron με κωδικό IA7HG66AWA, τα οποία είναι τύπου 3D QLC 96 επιπέδων και χωρητικότητας 512MB έκαστο. Η μνήμη cache αποτελείται από 2 chip της Nanya, με κωδικό NT5CC256M16ER-EK. Πρόκειται για μνήμη RAM τύπου DDR3 και χρονισμού 1866MHz, ενώ η χωρητικότητα του κάθε chip είναι 4Gb. Αυτό σημαίνει ότι η συνολική cache του drive είναι 8Gb, δηλαδή 1GB, όχι ιδιαίτερα μεγάλη για ένα drive των 4TB. Η διαχείριση της ισχύος του drive γίνεται από το chip με κωδικό PS6102-22 της Phison. Τεχνικά Χαρακτηριστικά Τα τεχνικά χαρακτηριστικά του Corsair Force Series MP400 4TB, ακριβώς όπως αναφέρονται στην ιστοσελίδα της Corsair, φαίνονται στον παρακάτω πίνακα. Οι επιδόσεις που υπόσχεται το drive ξεπερνούν τις προδιαγραφές του Controller που διαθέτει, και ως εκ τούτου, παραμένω σκεπτικός για το αν τις επιτυγχάνει. Η αντοχή που υπόσχεται η Corsair φτάνει τα 800ΤΒ εγγραφών, κάτι που δείχνει τη μικρότερη αντοχή του drive στις εγγραφές από υλοποιήσεις που κάνουν χρήση TLC NAND, καθώς ο μισής χωρητικότητας Corsair Force Series Gen.4 PCIe MP600 2TB υπόσχεται την κατά πολύ μεγαλύτερη αντοχή σε εγγραφές των 3600TB. Το προτεινόμενο κόστος για τον Corsair Force Series MP400 4TB από την κατασκευάστρια εταιρία ανέρχεται στα €649.99, ενώ η χαμηλότερη τιμή στην Ελληνική αγορά είναι στα €571.40 μη συμπεριλαμβανομένων των μεταφορικών. Το drive συνοδεύεται από 5ετή εγγύηση. Συνοδευτικό Λογισμικό Το λογισμικό που συνοδεύει τους SSDs της Corsair, ονομάζεται Corsair SSD Toolbox. Σε αντίθεση με την εξαιρετική δουλειά πού έχει κάνει η Corsair με το iCue, το Corsair SSD Toolbox έχει μείνει χωρίς ουσιαστική εξέλιξη εδώ και αρκετά χρόνια, κάτι που είναι άμεσα εμφανές από το ξεπερασμένο αισθητικά interface του. Εν τούτοις, είναι εύκολο στη χρήση, απλό στη λειτουργία και παρέχει ουσιαστικά όλες τις απαραίτητες λειτουργίες. Η πλοήγηση γίνεται από το κάθετο μενού στα αριστερά και περιλαμβάνει 6 καρτέλες. Στην πρώτη, που ονομάζεται Drive Information (πληροφορίες για το drive), βλέπουμε τα βασικά στοιχεία του κάθε συνδεδεμένου drive και, εφ' όσον αυτό υποστηρίζεται από το πρόγραμμα, μπορούμε να κάνουμε και Firmware Update. Ο έλεγχος του firmware είναι άμεσος και online, απλοποιώντας τη διαδικασία και ελαχιστοποιώντας πιθανά λάθη του χρήστη. Η δεύτερη καρτέλα που ονομάζεται Overprovision αφορά το manual Over Provisioning, κάτι που δεν υποστηρίζεται από τον Corsair Force Series MP400 4TB. Η τρίτη καρτέλα, S.M.A.R.T. Status (κατάσταση του S.M.A.R.T.) μας δίνει πληροφορίες για την κατάσταση του drive, όπως την υγεία του και το σύνολο των αναγνώσεων και εγγραφών που έχει συνολικά πραγματοποιήσει. Σε αυτήν την καρτέλα θα προτιμούσαμε σαφώς μια πιο εύληπτη παρουσίαση για τον μη ειδικό χρήστη και όχι μια ξερή παρουσίαση των περιεχομένων του S.M.A.R.T. table. Η τέταρτη καρτέλα λέγεται Disk Clone (κλωνοποίηση δίσκου) και περιέχει ένα απλό αλλά βολικό Disk Cloning εργαλείο. Η πέμπτη καρτέλα που ονομάζεται Optimize (βελτιστοποίηση), περιέχει την εντολή ενεργοποίησης του TRIM, κάτι που στον Corsair Force Series MP400 4TB ελέγχεται από τα Windows και δεν μπορεί να ενεργοποιηθεί κατά βούληση από το χρήστη. Η έκτη και τελευταία καρτέλα με το όνομα Secure Wipe (ασφαλής καθαρισμός) περιέχει ένα εργαλείο ασφαλούς διαγραφής των περιεχομένων του drive, με τρόπο ώστε η επαναφορά τους να είναι αδύνατη. Τα 3 εικονίδια πάνω αριστερά, κάτω από το σήμα της Corsair, αφορούν τη λειτουργία βοήθειας, που εξηγεί κάποιες λειτουργίες του προγράμματος, τις πληροφορίες της έκδοσης του προγράμματος και την ανανέωση της λίστας των drives. Οι 3 αυτές λειτουργίες είναι αυτονόητες και δεν έχουμε πολλά να πούμε σχετικά. Η τελευταία έκδοση του Corsair SSD Toolbox είναι η 1.2.5.7. Συνολικά, το Corsair SSD Toolbox κάνει τα βασικά που χρειάζεται, αλλά θα θέλαμε να δούμε μια ανανεωμένη έκδοση, με μοντέρνο interface και μεγαλύτερη φιλικότητα προς το χρήστη. Σύστημα Δοκιμών και Μεθοδολογία Το σύστημα πάνω στο οποίο δοκιμάστηκε ο Corsair Force Series MP400 4TB είναι το γνωστό μας benchtable που είναι στημένο πάνω στην Asrock Z97X Killer. Ο επεξεργαστής είναι ο Intel G3258 Anniversary Edition που παρέμεινε δροσερός χάρη στην Corsair Hydro Series H100i GTX. Η μνήμη είναι στα 8GB που υπερκαλύπτουν τις απαιτήσεις μας στα συγκεκριμένα τεστ, το τροφοδοτικό είναι το Cooler Master V650 και το σύστημα είναι στημένο στο Cooler Master Test Bench V1.0. Καθώς η M.2 υποδοχή της Asrock Z97X Killer υποστηρίζει μόνο PCIe 3.0 2X και όχι 4X, χρησιμοποιήθηκε ένας μετατροπέας PCIe 4X σε M.2. Ευχαριστούμε θερμά την Asrock, την Cooler Master και την Corsair για τα εξαρτήματα που μας παρείχαν για την κατασκευή του συστήματος δοκιμών! Παρακάτω βλέπετε τις πλήρεις προδιαγραφές του συστήματος δοκιμών. Το λειτουργικό σύστημα πάνω στο οποίο γίνονται οι δοκιμές είναι τα Windows 10 Pro 64bit. Οι δοκιμές στις οποίες υποβάλαμε τον Corsair Force Series MP400 4TB χωρίζονται σε 3 κατηγορίες: Συνθετικά Benchmarks Χρήση των Program Traces του PCMark 8 για να δούμε τη συμπεριφορά του drive σε καθημερινή χρήση. Ανάλυση σε βάθος Οι επιδόσεις του drive συγκρίθηκαν με τον Corsair Force Series Gen.4 PCIe MP600 2TB, τον Corsair Force Series MP510 960GB και τον Samsung 970 EVO 250GB. Δυστυχώς δεν είχαμε διαθέσιμο κάποιον Samsung 970 EVO αντίστοιχης χωρητικότητας και καθώς οι επιδόσεις των εγγραφών επηρεάζονται ιδιαιτέρως από το πλήθος των πακέτων NAND και ο Samsung 970 EVO 250GB διαθέτει 2 πακέτα NAND έναντι των 4 των άλλων 2 SSD και των 8 του Corsair Force Series MP400 4TB, αυτό θα ληφθεί υπ' όψιν στη διεξαγωγή των συμπερασμάτων. Μείνετε συντονισμένοι. Μετά τις δοκιμές ακολουθεί σχολιασμός, βαθμολογία και συμπεράσματα. Benchmarks Ξεκινάμε με το ATTO. To ATTO είναι το μακράν πιο γενναιόδωρο benchmark όσον αφορά τα θετικά αποτελέσματα ταχύτητας και γι αυτό οι περισσότερες εταιρείες το χρησιμοποιούν για να δηλώσουν τις μέγιστες επιδόσεις σειριακής ανάγνωσης και εγγραφής των drives τους. Αυτό που βλέπουμε είναι ότι στις εγγραφές, το drive φτάνει τις υποσχόμενες ταχύτητες, καθώς αυτές είναι και εντός των δυνατοτήτων του Controller. Στις αναγνώσεις όμως, οι επιδόσεις είναι περίπου ίδιες με τις εγγραφές, κάτι που δείχνει ότι το drive δεν επιτυγχάνει ούτε αυτά που υπόσχεται, ούτε καν τις μέγιστες επιδόσεις του Controller. Σε κάθε περίπτωση, ο Corsair Force Series MP400 4TB δεν τα πήγε καθόλου άσχημα και έπιασε επιδόσεις αντίστοιχες του Corsair Force Series MP510 960GB, ο οποίος χρησιμοποιεί την ταχύτερη και ακριβότερη TLC NAND, όπως και αντίστοιχες του Samsung 970 EVO 250GB, λαμβάνοντας πάντα υπ' όψιν ότι ο EVO διαθέτει 2 πακέτα NAND (όπως εξηγήσαμε στη μεθοδολογία) και έτσι είναι εύλογο και αναμενόμενο ο EVO να έχει περίπου τις μισές επιδόσεις στις σειριακές εγγραφές. Στο CrystalDiskMark 6.0.2 ο Corsair Force Series MP400 4TB τα πηγαίνει πολύ καλά και μάλιστα σε πολλές μετρήσεις περνάει σε ταχύτητα κάποια drives που χρησιμοποιούν TLC. Τα αποτελέσματα του AS SSD Benchmark λένε την ίδια ιστορία, όπου συνολικά ο Corsair Force Series MP400 4TB πλασάρεται πολύ ανταγωνιστικά μεταξύ των άλλων drives, τα οποία χρησιμοποιούν ταχύτερη NAND. Ως εδώ, τα πράγματα είναι αναμενόμενα, καθώς οι μετρήσεις λαμβάνουν χώρα στο κομμάτι της NAND που ο Corsair Force Series MP400 4TB χρησιμοποιεί σε SLC mode, κάτι που θα εξηγήσουμε παρακάτω, και συνεπώς δε γίνεται αισθητό το μειονέκτημα ταχύτητας που επιφέρει η QLC NAND, έναντι της TLC. Το Anvil's Storage Utilities benchmark είναι όμως πιο απαιτητικό και συνεπώς αρχίζει να φαίνεται αυτό το μειονέκτημα. Θυμίζουμε ότι ο Samsung 970 EVO 250GB υστερεί λόγω του ότι διαθέτει μόνο 2 πακέτα NAND. Εδώ βλέπουμε πιο αναλυτικά τα αποτελέσματα του Anvil's Storage Utilities 1.1.0, για όποιον θέλει να εμβαθύνει περισσότερο. Τα AIDA64 Average Read και Write Access δείχνουν ότι ο Corsair Force Series MP400 4TB έχει καλή ανταπόκριση στις εντολές, αντίστοιχη με αυτή των υπολοίπων drives που δοκιμάστηκαν. Τα παραπάνω συμπεράσματα φαίνεται να επιβεβαιώνονται και από τα αποτελέσματα του HD Tune Pro Random Read και Write Access, αν και εδώ η παρουσίαση είναι πιο αναλυτική και φαίνεται ένα υπαρκτό αλλά όχι εμφανές κατά τη χρήση μειονέκτημα του Corsair Force Series MP400 4TB. Τα συνολικά αποτελέσματα των benchmarks δείχνουν ότι όσο ο Corsair Force Series MP400 4TB δεν πιέζεται τα αποτελέσματά του είναι αντίστοιχα με αυτά των drives που χρησιμοποιούν την ακριβότερη TLC NAND. Ας πάμε να δούμε τι σημαίνει αυτό στον πραγματικό κόσμο. Program Traces - PCMark 8 Το drive benchmark του PCMark 8 χρησιμοποιεί traces χρήσης πραγματικών προγραμμάτων για να προσομοιώσει τη συμπεριφορά και τις επιδόσεις ενός drive κατά την πραγματική χρήση. Όπως μας είχαν υποψιάσει τα αποτελέσματα των συνθετικών benchmarks, ο Corsair Force Series MP400 4TB έχει εφάμιλλα αποτελέσματα με τα άλλα drives, όσο το φορτίο είναι ελαφρύ. Όταν οι απαιτήσεις ανεβαίνουν, όπως φαίνεται από τα αποτελέσματα της μέτρησης Photoshop heavy, η χαμηλότερη εγγενής ταχύτητα της QLC NAND έναντι της TLC, γίνεται εμφανής, χωρίς όμως να είναι και πολύ μεγάλη η διαφορά στις επιδόσεις. Πώς όμως λειτουργεί η QLC NAND για να έχει επιδόσεις εφάμιλλες με αυτές ταχύτερων NAND, όταν το φορτίο δεν είναι βαρύ και γιατί όταν το φορτίο γίνεται βαρύ, φαίνεται το μειονέκτημα στην ταχύτητα; Για να το απαντήσουμε αυτό, θα χρειαστεί μια ανάλυση σε μεγαλύτερο βάθος. Ανάλυση σε βάθος Σε αυτό το τμήμα του review, θα χρησιμοποιήσουμε κάποιες πιο εξειδικευμένες δοκιμασίες για να δούμε τη συμπεριφορά του drive με περισσότερη λεπτομέρεια. Συγκεκριμένα θα χρησιμοποιήσουμε το Disk Benchmark του AIDA64. Ξεκινάμε με το Linear Read, το οποίο διαβάζει όλη την έκταση της μνήμης NAND του drive και καταγράφει την ταχύτητα σε κάθε σημείο. Η ανάγνωση όλου του drive των 4TB απαίτησε 33 λεπτά και 28 δευτερόλεπτα και έγινε με μέση ταχύτητα τα 2010,1MB/s. Υπήρξαν κάποιες κορυφές που έφτασαν σε ταχύτητα ανάγνωσης τα 2532,6MB/s αλλά δεν υπήρχαν απότομες πτώσεις και έτσι η ελάχιστη ταχύτητα δεν έπεσε κάτω από τα 1937,4MB/s. Στη μέτρηση αυτή βλέπουμε ουσιαστικά την ταχύτητα ανάγνωσης που μπορεί να φτάσει η QLC NAND του drive, καθώς η μνήμη cache δεν είναι αρκετή για να επηρεάσει ουσιαστικά τις επιδόσεις όταν γίνεται μια συνεχής και τόσο εκτεταμένη ανάγνωση. Η ταχύτητα ανάγνωσης είναι αναμενόμενη και περίπου 15% πιο αργή από αυτή που είδαμε στην αντίστοιχη δοκιμασία του Corsair Force Series MP510 960GB, ο οποίος χρησιμοποιεί την ταχύτερη TLC NAND. Οι εγγραφές αποκαλύπτουν μια πιο ατυχή ιστορία, τη γνωστή πονεμένη ιστορία όλων των SSD που χρησιμοποιούν QLC ή TLC. Βλέπετε, οι QLC και οι TLC NAND δεν έχουν καλές ταχύτητες εγγραφής. Γι αυτό οι εταιρείες δε διαφημίζουν ποτέ αυτή την ταχύτητα. Αντιθέτως, χρησιμοποιούν ένα μέρος της QLC ή TLC NAND σε λειτουργία SLC και αυτής την ταχύτητα διαφημίζουν ως ταχύτητα του drive. Όπα φίλε, μισό λεπτό! Τι είναι αυτό το QLC / TLC και τι είναι το SLC που μας λες; OK, μικρή ανάλυση λοιπόν, για να είμαστε στην ίδια σελίδα. Να με συγχωρήσουν οι γνώστες και τελειομανείς που θα είναι πολύ εκλαϊκευμένη η εξήγηση και οι μη σχετικοί που θα είναι πολύ "επιστημονική", αλλά πρέπει να συναντηθούμε κάπου στη μέση. Το κάθε κελί μνήμης τύπου NAND, μπορεί να αποθηκεύσει μία ηλεκτρική τάση και να την κρατήσει εκεί. Στην περίπτωση του πρώτου τύπου NAND που χρησιμοποιήθηκε σε SSD, τον τύπο SLC (Single Level Cell) αν υπάρχει ηλεκτρική τάση, αυτό σημαίνει αξία 1 και αν δεν υπάρχει, αξία 0. Αυτό για τον υπολογιστή είναι ένα bit και 8 bits μας κάνουν ένα byte. Στην SLC NAND λοιπόν, κάθε κελί αποθηκεύει 1 bit και ο Controller έχει την πολύ εύκολη δουλειά να ξεχωρίσει ανάμεσα σε τάση και όχι τάση, πράγμα που γίνεται με πολύ μεγάλη ταχύτητα και ακόμη και αν το κελί έχει παλιώσει και φθαρεί. Συνεπώς η SLC NAND είναι πολύ γρήγορη και πολύ ανθεκτική στις εγγραφές που φθείρουν τα κελιά της. Αποθηκεύει όμως 1 μόνο bit ανά κελί. SLC NAND βρίσκαμε μόνο σε Enterprise level SSDs γιατί παρά τα πλεονεκτήματά της, είναι πολύ ακριβή. Και τώρα πλέον, ούτε καν εκεί. H MLC NAND αποθηκεύει 2 bit σε κάθε κελί. Ναι, αλλά εμείς είπαμε ότι το μόνο που αποθηκεύει ένα κελί NAND είναι μια ηλεκτρική τάση. Πώς λοιπόν μια ηλεκτρική τάση μπορεί να αντιστοιχιστεί σε 2 bit, δηλαδή σε ένα οποιονδήποτε διψήφιο συνδυασμό από 0 και 1; Απλό! Οι συνδυασμοί αυτοί κατά το νόμο των πιθανοτήτων είναι 22 δηλαδή 4 και συγκεκριμένα οι 00, 01, 10, και 11. Αν θεωρήσουμε ότι η απουσία ηλεκτρικής τάσης αντιστοιχεί στο 00, θα χρειαστούμε 3 διαφορετικές ηλεκτρικές τάσεις για να αντιστοιχίσουμε στις υπόλοιπες τιμές. Κάπως έτσι λειτουργεί η MLC. Είναι πλέον προφανές ότι η MLC θα λειτουργεί πιο αργά από την SLC, καθώς ο ελεγκτής θα πρέπει να ξεχωρίσει 4 διαφορετικές καταστάσεις του κάθε κελιού, συμπεριλαμβανομένων 3 διαφορετικών ηλεκτρικών τάσεων. Συνεπώς το σύστημα θα λειτουργεί πιο αργά και επιπλέον θα είναι πιο επιρρεπές στη φθορά των κελιών κατά τις εγγραφές και θα έχει μικρότερη διάρκεια ζωής. Η TLC NAND (που χρησιμοποιούν όλοι οι SSD με τους οποίους συγκρίνουμε τον Corsair Force Series MP400 4TB) αποθηκεύει 3 bit σε κάθε κελί. Αυτό σημαίνει 23 δηλαδή 8 διαφορετικούς συνδυασμούς (000, 001, 010, 100, 011, 110, 101, 111). Κατά αναλογία με πριν, έχουμε εκτός από την απουσία τάσης, 7 διαφορετικές τιμές, κάτι που κάνει πιο δύσκολη τη δουλειά του Controller. Εδώ πλέον οι εγγραφές γίνονται πολύ αργές. Η δε φθορά των κελιών που προκαλείται από τους κύκλους εγγραφών είναι πιο σημαντική και η ζωή των κελιών πιο μικρή. Η QLC NAND, που χρησιμοποιεί ο Corsair Force Series MP400 4TB, αποθηκεύει 4 bit σε κάθε κελί! Αυτό σημαίνει 24 δηλαδή 16 διαφορετικούς συνδυασμούς (0000, 0001, 0010, 0110, 0100, 0101, 0110, 0111, 1000, 1001, 1010, 1011, 1100, 1101, 1110, 1111). Κατά αναλογία με πριν, έχουμε εκτός από την απουσία τάσης, 15 διαφορετικές τιμές που κάνει πολύ πιο δύσκολη τη δουλειά του Controller. Εδώ πλέον οι εγγραφές γίνονται πάρα πολύ αργές. Η φθορά των κελιών που προκαλείται από τους κύκλους εγγραφών είναι ακόμα πιο σημαντική και η ζωή των κελιών πολύ πιο μικρή. Για να το αντιμετωπίσουν αυτό οι εταιρείες και να κάνουν τη χρήση QLC (και TLC) NAND μια βιώσιμη λύση για τους SSD, χρησιμοποιούν κάποια τεχνάσματα που βασίζονται σε πολύπλοκους και ισχυρούς ελεγκτές και εξειδικευμένο firmware. Το πιο βασικό τέχνασμα είναι να χρησιμοποιούν ένα μέρος της ελεύθερης QLC (ή TLC) NAND σε λειτουργία SLC, εν είδει cache. Δηλαδή οι εγγραφές πραγματοποιούνται στην SLC cache σε πραγματικό χρόνο και αργότερα, το drive με την ησυχία του περνάει τα δεδομένα στην πολύ πιο αργή QLC (ή TLC) NAND. Φυσικά οι εταιρείες δεν το διαφημίζουν αυτό και ο μέσος χρήστης νομίζει ότι αγοράζει drive με ταχύτητες εγγραφής που μπορεί να πετύχει η NAND του drive όταν λειτουργεί ως SLC cache ενώ η αλήθεια είναι πολύ πιο πικρή. Γι αυτό βλέπουμε τα QLC και TLC drives που είναι πολύ πιο οικονομικά από τα MLC να διαφημίζουν μερικές φορές υψηλότερες ταχύτητες, αυτές της πολύ γρήγορης SLC cache, η οποία όμως όταν τελειώνει κατά τη διάρκεια μεγαλύτερων εγγραφών, ξαφνικά στέλνει τις επιδόσεις βόλτα και μάλιστα με τα πόδια! Πόση σημασία έχει αυτό στην πράξη; Μεγάλη κουβέντα και οι απόψεις διίστανται. Σε μια απλή χρήση που βασίζεται κυρίως σε αναγνώσεις και λίγες εγγραφές, τα QLC (και περισσότερο τα TLC) drives τα πάνε σχετικά καλά. Όταν τα πράγματα ζορίζουν και χρειάζονται μεγαλύτερες και συχνότερες εγγραφές που δε δίνουν χρόνο στην SLC cache των QLC και TLC drives να αδειάσει τα δεδομένα της και να είναι έτοιμη για την επόμενη χρήση, ίσως θα ήταν καλύτερη η χρήση ενός SSD με MLC NAND. Τώρα που ξέρουμε λοιπόν, ας πάμε να δούμε πώς συμπεριφέρεται ο Corsair Force Series MP400 4TB στις εγγραφές. Βλέπουμε ότι το drive χρησιμοποιεί το 25% του διαθέσιμου χώρου του ως SLC cache και σε αυτή επιτυγχάνει ταχύτητες κοντά στα 2400MB/s. Παρόμοια ταχύτητα είχαμε δει και στο τμήμα που χρησιμοποιούσε ως SLC cache ο Corsair Force Series MP510 960GB, με την ταχύτερη TLC NAND. Η σημαντική διαφορά είναι όταν γεμίζει η SLC cache χωρίς να έχει το χρόνο ο Controller να περάσει τα δεδομένα στην υπόλοιπη QLC NAND. Τότε βλέπουμε μια τεράστια πτώση στην ταχύτητα, η οποία βυθίζεται στα 250MB/s. Αυτό οδήγησε στο να χρειαστούν σχεδόν 3 ώρες για να ολοκληρωθεί η δοκιμασία των εγγραφών σε όλη την έκταση του drive. Για σύγκριση η TLC του Corsair Force Series MP510 960GB έπεφτε στα περίπου στα 1000MB/s όταν γέμιζε η SLC cache. Για να κάνουμε τα πράγματα ακόμη πιο παράξενα, η ταχύτητα της TLC cache του Corsair Force Series Gen.4 PCIe MP600 2TB που είναι ένα πιο γρήγορο PCIe 4.0 drive, επίσης με TLC NAND όπως και ο Corsair Force Series MP510 960GB, έπεφτε περίπου στα 600MB/s. Αυτό μας δείχνει ότι παίζει ρόλο και το μέγεθος των πακέτων της NAND εκτός από το είδος τους. Σε κάθε περίπτωση, το συμπέρασμα βγήκε και είναι ότι οι εγγραφές του Corsair Force Series MP400 4TB είναι γρήγορες μόνο όσο υπάρχει διαθέσιμη SLC cache ενώ όταν αυτή είναι γεμάτη και οι εγγραφές γίνονται απ' ευθείας στην QLC NAND, οι ταχύτητες πλησιάζουν επικίνδυνα αυτές των μηχανικών σκληρών δίσκων. Είναι πρόβλημα αυτό, θα αναρωτηθεί κανείς. Η απάντηση είναι ότι εξαρτάται. Και ναι, οι περισσότεροι ήδη σκέφτονται ότι το 25% ενός drive των 4TB είναι 1 ολάκερο TB, το οποίο δε θα γεμίσει σχεδόν ποτέ μεμιάς, για να στείλει την ταχύτητα των εγγραφών στα τάρταρα. Όμως κάποιος που αγοράζει ένα drive 4TB είναι μάλλον πιθανό ότι θέλει να γράψει δεδομένα σε αυτό, με αποτέλεσμα τα 4TB να μην είναι διαθέσιμα. Καθώς λοιπόν το drive θα γεμίζει, το 25% του ελεύθερου χώρου που θα χρησιμοποιεί ως SLC cache θα είναι όλο και μικρότερο. Συνεπώς, ο κάθε χρήστης πρέπει να σκεφτεί το σενάριο χρήσης του και να αποφασίσει αν χρειάζεται ένα μεγάλο και σχετικά οικονομικό drive (για το μέγεθος και τον τύπο) ή προτιμάει ένα drive που μπορεί να διατηρεί καλύτερα (TLC) ή άριστα (MLC) τις ταχύτητες εγγραφής, ανεξαρτήτως συνθηκών. Συμπεράσματα και βαθμολογία - Το δια ταύτα O Corsair Force Series MP400 4TB είναι ένα εντυπωσιακά μεγάλης χωρητικότητας Μ.2 2280 NVME drive που ενσωματώνει έναν σύγχρονο Controller με όλα τα σημαντικά καλούδια, όπως End-To-End Data Protection, κρυπτογράφηση Pyrite/OPAL και Thermal Monitoring. Για να πετύχει τόσο μεγάλη χωρητικότητα, σε τόσο μικρό μέγεθος και με σχετικά προσιτή τιμή, χρησιμοποιεί QLC NAND, η οποία επιβάλλει κάποιες παραχωρήσεις στην ταχύτητα, ειδικά σε αυτή των εγγραφών, όταν οι εγγραφές μεγάλες και συνεχείς. Σε αυτές τις περιπτώσεις, η ταχύτητα εγγραφής πέφτει σημαντικά και χρήστες που εργάζονται με σχετικά σενάρια χρήσης θα κάνουν καλά να επιλέξουν κάποιο άλλο drive που δε χρησιμοποιεί QLC NAND. Προς την ίδια κατεύθυνση οδηγεί και η συνολική αντοχή του drive στις εγγραφές, που τοποθετείται από την εταιρία στα 800TBW (θυμίζουμε ότι ο μισής χωρητικότητας Corsair Force Series Gen.4 PCIe MP600 2TB προσφέρεται με 3600TBW). Για τους χρήστες που θέλουν μεγάλη χωρητικότητα σε μικρό form factor και σχετικά προσιτή τιμή και το σενάριο εργασίας τους δεν είναι εξαιρετικά απαιτητικό όσον αφορά τις εγγραφές, η QLC NAND είναι μονόδρομος και ο Corsair Force Series MP400 4TB δεν έχει τίποτα να ζηλέψει από τον ανταγωνισμό, ακόμη και όταν αυτός χρησιμοποιεί την ταχύτερου τύπου TLC NAND. Βέβαια, όταν λέμε ότι η τιμή είναι προσιτή, μιλάμε πάντα σε σχέση με τη μεγάλη χωρητικότητα και το μικρό form factor που προσφέρει απλόχερα ο Corsair Force Series MP400 4TB. Έτσι, η χαμηλότερη τιμή του Corsair Force Series MP400 4TB στην Ελληνική αγορά είναι τα 571,40 €, συμπεριλαμβανομένου του ΦΠΑ και μη συμπεριλαμβανομένων των μεταφορικών, τιμή που κρίνεται λογική σε σχέση με αυτά που προσφέρει το προϊόν. Ας συνοψίσουμε τα πλεονεκτήματα και τα μειονεκτήματα του Corsair Force Series MP400 4TB: Πλεονεκτήματα + Χωρητικότητα 4TB + 5ετής εγγύηση + End-to-end data protection + Pyrite/OPAL AES 256-bit encryption + Μαύρο PCB και ωραίο αυτοκόλλητο Μειονεκτήματα - Οι επιδόσεις που αναφέρονται στη συσκευασία δεν επιτυγχάνονται από το drive - QLC NAND - 800TBW - Χαμηλές ταχύτητες εγγραφών σε σενάριο χρήσης συνεχών και μεγάλων εγγραφών - Το συνοδευτικό λογισμικό χρειάζεται ανανέωση Με βάση τα παραπάνω, η συνολική βαθμολογία του Corsair Force Series MP400 4TB είναι:  theLAB.gr Ευχαριστούμε θερμά την Corsair για την παραχώρηση του δείγματος της δοκιμής. Πολύμερος Αχανιώτης 26/10/2020
  8. Εισαγωγή Τα Bluetooth hands free τείνουν να γίνουν τα πιο βασικά αξεσουάρ του πιο βασικού αξεσουάρ μας, του smartphone. Ειδικά από τη στιγμή που όλο και περισσότεροι κατασκευαστές εγκαταλείπουν την υποδοχή ενσύρματων hands free ή απαιτούν τη χρήση της USB C θύρας, με μετατροπέα ή χωρίς, η ασύρματη εκδοχή τυγχάνει όλο και ευρύτερης αποδοχής και χρήσης. Και αφού εγκαταλείπουμε τα καλώδια, τι πιο φυσικό από την πλήρη απαλοιφή τους, ακόμη και μεταξύ των 2 ακουστικών του hands free; Κάπως έτσι φτάσαμε στην τεχνολογία True Wireless! Η 1MORE έστειλε στον πάγκο των δοκιμών μας τη ναυαρχίδα των Bluetooth hands free της, τα 1MORE True Wireless ANC In-Ear Headphones. Τα αρχικά ANC σημαίνουν Active Noise Cancellation (ενεργή απαλοιφή θορύβου) ενώ το True Wireless σημαίνει αληθινά χωρίς καλώδια, δύο τεχνολογίες που δίνουν στο σημερινό μας δείγμα όχι μόνο το όνομά του αλλά και τα βασικότερα και πιο θελκτικά χαρακτηριστικά του. Ακολουθήστε μας λοιπόν στη συνέχεια της παρουσίασης, για να δούμε πώς οι τεχνολογίες αυτές εφαρμόζονται στην περίπτωση των 1MORE True Wireless ANC In-Ear Headphones και, σε συνδυασμό με τα άλλα τεχνικά χαρακτηριστικά τους, δημιουργούν ένα εντυπωσιακό σύνολο. Φωτογράφιση Τα 1MORE True Wireless ANC In-Ear Headphones έρχονται στη συσκευασία που αρμόζει σε μία ναυαρχίδα, η οποία είναι επιπλέον προστατευμένη από νάιλον, για να φτάσει στα χέρια σας σε άριστη κατάσταση. Η πολυτελής συσκευασία είναι του τύπου που ανοίγει σαν βιβλίο και μένει κλειστή μαγνητικά, ενώ στο πλαϊνό από όπου ανοίγει βρίσκουμε μια μεταλλική αγκράφα με το λογότυπο της εταιρίας. Κατά τα άλλα, βλέπουμε μια καλοσχεδιασμένη συσκευασία, με τις απαραίτητες φωτογραφίες, πληροφορίες, λογότυπα και πιστοποιήσεις. Η πολυτελής παρουσίαση συνεχίζει και με το άνοιγμα της συσκευασίας. Εσωτερικά, το κάλυμμά φέρει διακόσμηση που προσομοιάζει σκίτσα από τη φάση σχεδιασμού του προϊόντος. Το κουτί καλύπτεται από σκληρό διαφανές πλαστικό με βασικές οδηγίες και χαρακτηριστικά. Με την αφαίρεση και αυτού, φτάνουμε στο ίδιο το προϊόν, τα δύο ακουστικά και τη θήκη φόρτισης και φύλαξής τους. Είναι άμεσα εμφανές ότι η πολυτέλεια δεν περιορίζεται στη συσκευασία, καθώς τα ακουστικά έχουν εξαιρετικό γυαλιστερό φινίρισμα και η βαφή τους, που αποτελεί απομίμηση ανθρακονημάτων, είναι ιδιαίτερα πειστική. Η ποιοτική σήτα που φαίνεται, είναι βαμμένη κόκκινη και ταιριάζει αισθητικά με τους γκρίζους τόνους. Η θήκη φόρτισης και μεταφοράς είναι κατασκευασμένη από ποιοτικά υλικά και η σατινέ βαφή της είναι άψογη. Στο κάτω μέρος της συσκευασίας, υπάρχει ένα μαύρο κουτί. Μέσα σε αυτό βρίσκουμε σακουλάκι μεταφοράς για τη θήκη και τα ακουστικά, ένα καλώδιο φόρτισης και 4 νάιλον ημιδιάφανα σακουλάκια. Το καλώδιο είναι τύπου USB A σε USB C, μαύρο, χωρίς sleeving και μήκους 42 εκατοστών χωρίς τα βύσματα ή 47 εκατοστών με αυτά. Το σακουλάκι μεταφοράς είναι κατασκευασμένο από συνθετικό υλικό και φέρει το λογότυπο της εταιρίας από τη μία πλευρά και το αρκουδάκι της από την άλλη. Στα 4 νάιλον σακουλάκια βρίσκουμε 6 ζευγάρια ear tips (σε 2 διαφορετικούς τύπους) και 3 ζευγάρια ear hooks, πλέον αυτών που ήδη φέρουν τα ακουστικά, έτσι ώστε να μπορέσουμε να επιλέξουμε το μέγεθος και τον τύπου που ταιριάζει στο κάθε αφτί. Η ποιότητά τους είναι πολύ καλή και είναι κατασκευασμένα από σιλικόνη. Θα προτιμούσαμε μια απλή θήκη από αφρολέξ για όλα αυτά, όπως είχαμε δει στα 1MORE Dual Driver ANC Pro, έτσι ώστε να βρίσκονται τακτοποιημένα σε αυτή, ακόμη και αφού έχουν δοκιμαστεί για να βρεθεί ο κατάλληλος συνδυασμός για τον κάθε χρήστη. Κάτω από το μαύρο κουτί και το ίδιο το προϊόν, υπάρχει ένα ακόμη μαύρο κουτί που καταλαμβάνει όλο το μήκος και πλάτος της συσκευασίας αλλά είναι αρκετά λεπτό. Όπως είναι προφανές, περιλαμβάνει τις οδηγίες χρήσης, σε 11 γλώσσες, μη συμπεριλαμβανομένης της Ελληνικής, ένα αυτοκόλλητο με το αρκουδάκι και το λογότυπο της εταιρίας και την κάρτα εγγύησης. Και κάπως έτσι, φτάσαμε στο κυρίως προϊόν. Τα ακουστικά είναι φωλιασμένα με ασφάλεια σε πυκνό αφρολέξ. Ενώ η θήκη συγκρατείται ασφαλώς στη θέση της με μια λωρίδα διαφανούς πλαστικού. Η θήκη έχει άψογο φινίρισμα και φέρει ένα μικροσκοπικό LED στο εμπρός μέρος και τη θύρα USB C στο πίσω μέρος. Η βάση της καλύπτεται από αντιολισθητικό υλικό που φέρει εγχάρακτες τις απαραίτητες πληροφορίες. Εσωτερικά, η πολυτελής αίσθηση συνεχίζεται με ποιοτικά πλαστικά και ένα μοναδικό στρογγυλό κουμπί. Στα άκρα των καλουπιών των ακουστικών βλέπουμε από 3 επαφές για τη φόρτιση. Το αφρολέξ που συγκρατεί τα ακουστικά χωρίζεται σε 2 μέρη. Ανασηκώνοντας το πάνω μέρος, μπορούμε να δούμε το κάτω μέρος των ακουστικών και - επιτέλους - να τα αφαιρέσουμε από τη συσκευασία τους. Κατ'αρχάς είναι πανέμορφα! Ακόμη και κάτω από το φακό, η ποιότητα κατασκευής είναι εξαιρετική. Ας πάμε να τα δούμε όμως αναλυτικά. Η εξωτερική όψη είναι ιδιαίτερα γυαλιστερή και η βαφή προσομοιάζει ανθρακονήματα, ενώ στο κέντρο αναγράφει το λογότυπο της εταιρίας. Προς το πίσω της μέρος φέρει κόκκινη γρίλια πίσω από την οποία κρύβεται το εξωτερικό μικρόφωνο για την ακύρωση του θορύβου, το Feedforward ANC μικρόφωνο, που καταγράφει τους ήχους από το περιβάλλον. Η επιφάνεια που φέρει το λογότυπο λειτουργεί, όπως θα δούμε παρακάτω, σαν πλήκτρο αφής για την ενεργοποίηση του ANC, ενώ στην αντίθετη πλευρά του λογότυπου από αυτή όπου βρίσκεται η κόκκινη γρίλια, κρύβεται ένα LED. Σταθερό κόκκινο σημαίνει ότι φορτίζει ενώ κόκκινο που αναβοσβήνει σημαίνει ότι το επίπεδο της μπαταρίας είναι χαμηλό. Εναλλαγή μεταξύ κόκκινου και μπλε σημαίνει ότι τα ακουστικά είναι σε λειτουργία σύζευξης ενώ μπλε που αναβοσβήνει σημαίνει ότι γίνεται σύνδεση με τη συσκευή (smartrphone). Στο επάνω μέρος, στο μαύρο πλαστικό κοντά στο ear hook, διακρίνεται μία μικρή οπή, η οποία ανακουφίζει την πίεση που δημιουργείται εντός των ακουστικών κατά τη λειτουργία. Έτσι εξασφαλίζεται η καλή ποιότητα του ήχου, ακόμα και σε υψηλή ένταση. Στην πίσω επιφάνεια του ακουστικού διακρίνουμε το πλήκτρο πολλαπλών λειτουργιών, την αναλυτική χρήση του οποίου θα δούμε παρακάτω. Δίπλα του, διακρίνουμε 2 "επαφές", οι οποίες δεν είναι καθόλου επαφές αλλά οι g-sensors που χρησιμοποιούνται για την μετατροπή της εξωτερικής επιφάνειας σε πλήκτρο αφής για την ενεργοποίηση του ANC. Δηλαδή, τελικά, η εξωτερική επιφάνεια δεν είναι πλήκτρο αφής αλλά οι αισθητήρες αυτοί αντιλαμβάνονται το διπλό χτύπημα επί αυτής. Στην εσωτερική πλευρά του ακουστικού, διακρίνουμε ένα σκοτεινό ημιδιαφανή κύκλο, κάτω από τον ποίο κρύβεται ένας υπέρυθρος αισθητήρας, ενώ πίσω από το ear tip κρύβεται μία ακόμη μικρότερη οπή, σαν αυτή που είδαμε στο επάνω μέρος του ακουστικού, πίσω από την οποία βρίσκεται το δεύτερο μικρόφωνο για την ακύρωση του θορύβου, το Feedback ANC μικρόφωνο, που καταγράφει τους ήχους από το εσωτερικό του ακουστικού πόρου. Στο εμπρός μέρος της εσωτερικής πλευράς φαίνονται οι 3 επαφές φόρτισης, οι οποίες είναι επιροδιωμένες. Γιατί 3 όμως, όταν προφανώς χρειαζόμαστε μόνο 2 για τη φόρτιση, το + και το -; Η μεσαία επαφή κρύβει από πίσω της το μαγνήτη που εξασφαλίζει την ευθυγράμμιση των επαφών και την ασφαλή σύζευξη κατά τη φόρτιση. Επί τη ευκαιρία, βλέπουμε ότι το εσωτερικό του κάθε ear hook έχει ένα εγχάρακτο L (Left - Αριστερό) ή, φυσικά, R (Right - Δεξί), για το άλλο ακουστικό. Η κάτω πλευρά δεν περιλαμβάνει κάποιο ενδιαφέρον στοιχείο. Για να δούμε καλύτερα τόσο τον αισθητήρα υπερύθρων όσο και το Feedback ANC μικρόφωνο, αφαιρέσαμε το ear tip και το ear hook. Το άνοιγμα εξόδου του ήχου είναι οβάλ και καλύπτεται από μαύρη σήτα, όπως αντίστοιχα οβάλ είναι και το άνοιγμα των ear tips. Το εμπρός μέρος δεν κρύβει κάποια έκπληξη, παρά μόνο μία ακόμη κόκκινη σήτα, πίσω από την οποία κρύβεται το βασικό μικρόφωνο που καταγράφει την ομιλία μας. Τα ακουστικά εφαρμόζουν στις υποδοχές της θήκης και συγκρατούνται μαγνητικά, ενώ φορτίζουν από την μπαταρία που περιέχει η θήκη, ή με το καλώδιο USB C. Τεχνικά Χαρακτηριστικά Παρακάτω σας παραθέτουμε τον πίνακα των τεχνικών χαρακτηριστικών για τα 1MORE True Wireless ANC In-Ear Headphones, όπως παρουσιάζεται στην ιστοσελίδα της εταιρίας. Βλέπουμε ότι το κάθε ακουστικό ζυγίζει λιγότερο από 8 γραμμάρια ενώ ενσωματώνει μπαταρία 55mAh, ικανή να το κρατήσει σε λειτουργία για 6 ώρες σε σύνδεση με συσκευή που υποστηρίζει TWS+ (ανεξάρτητη και ταυτόχρονη σύνδεση των ακουστικών με τη συσκευή), με ένταση ήχου στο 50%. Εδώ όμως ο πίνακας έχει και ένα λάθος, καθώς λέει ότι αυτό γίνεται με κωδικοποίηση AAC, κάτι που είναι αδύνατον, καθώς η λειτουργία TWS+ υποστηρίζει μόνο την κωδικοποίηση aptX. Ενημερώσαμε σχετικά την 1MORE και επίκειται διόρθωση του πίνακα στην ιστοσελίδα τους. Σε σύνδεση TWS, που ο πίνακας την αναφέρει Standard Bluetooth Connection (λειτουργία των ακουστικών ως master - slave όπου το master συνδέεται τόσο με τη συσκευή όσο και με το slave ακουστικό), η διάρκεια της μπαταρίας με ένταση στο 50% φτάνει τις 5 ώρες, με χρήση της κωδικοποίησης AAC. Η ενεργοποίηση του ANC στο μέγιστο - επίπεδο 1 -, σε κάθε περίπτωση, κοστίζει περίπου 1 ώρα από τη συνολική διάρκεια της μπαταρίας, ενώ η ενεργοποίησή του σε χαμηλότερη ισχύ - επίπεδο 2 - θα έχει μικρότερη επίπτωση. Το πρωτόκολλο επικοινωνίας είναι το Bluetooth 5.0 και η φόρτιση των ακουστικών από τη θήκη διαρκεί 1 ώρα. Η μπαταρία της θήκης, που έχει χωρητικότητα 410mAh, φορτίζει σε 2 ώρες, μέσω φορτιστή 5V με ισχύ 1A. Παρακάτω παρατίθενται κάποια από τα βασικά χαρακτηριστικά των 1MORE True Wireless ANC In-Ear Headphones. Ακόμη περισσότερα χαρακτηριστικά και μάλιστα σε αντιπαραβολή με 2 γνωστά ανταγωνιστικά προϊόντα, παρατίθενται στον παρακάτω πίνακα. Ο πίνακας αυτός έχει συνταχθεί από την 1MORE, με στοιχεία που πήρε από τις αντίστοιχες ιστοσελίδες των κατασκευαστών. Σύμφωνα με τον συγκριτικό αυτό πίνακα, τα 1MORE True Wireless ANC In-Ear Headphones υπερτερούν στα περισσότερα σημεία από τους 2 ανταγωνιστές τους, ενώ παράλληλα διατηρούν χαμηλότερη τιμή. Ποιότητα Κατασκευής Η ποιότητα κατασκευής των 1MORE True Wireless ANC In-Ear Headphones έγινε νομίζω σαφής από την αναλυτική φωτογραφική παρουσίαση και τα πολύ κοντινά πλάνα που περιλαμβάνει. Δεν μπόρεσα να βρω κανένα σημείο όπου τα υλικά και η κατασκευή θα μπορούσαν να ήταν καλύτερα, χωρίς να ανέβει το κόστος σε δυσπρόσιτα επίπεδα. Η χρήση πραγματικών ανθρακονημάτων θα προσέφερε μεγαλύτερη αντοχή και μικρότερο βάρος, αλλά θα εκτίναζε το κόστος κατασκευής. Οι σήτες είναι από ανοξείδωτο ατσάλι. Άνεση στη Χρήση Η άνεση στη χρήση ορίζεται από δύο παραμέτρους. Η πρώτη παράμετρος είναι η εργονομία, τα υλικά και η εφαρμογή. Με την γωνία 45 μοιρών στα ear tips και τις πολλές επιλογές μεγέθους και τύπου, όλων κατασκευασμένων από σιλικόνη, όπως και τα ear hooks, είναι βέβαιο ότι θα βρεθεί ο συνδυασμός που θα εξασφαλίζει άνετη εφαρμογή και χρήση για τον κάθε χρήστη. Παράλληλα, η κατασκευή από σιλικόνη είναι φιλική προς το δέρμα, ενώ εξασφαλίζει καλή ηχητική απομόνωση. Η δεύτερη παράμετρος της άνεσης στη χρήση, είναι ο εύκολος και έξυπνος χειρισμός. Με ένα μόνο πλήκτρο πολλαπλών λειτουργιών σε κάθε ακουστικό και με τον έλεγχο της λειτουργίας του ANC μέσω αφής, ο χειρισμός γίνεται εύκολος τόσο στη χρήση όσο και στην απομνημόνευση. Οι λειτουργίες και ο τρόπος χρήσης των 1MORE True Wireless ANC In-Ear Headphones συνοψίζονται στην παρακάτω εικόνα. Συνδεσιμότητα Τα 1MORE True Wireless ANC In-Ear Headphones υποστηρίζουν το ασύρματο πρωτόκολλο επικοινωνίας Bluetooth 5.0. Η επικοινωνία με το κινητό μου τηλέφωνο που επίσης υποστηρίζει το εν λόγω πρωτόκολλο είναι εξαιρετική με εμβέλεια που μετρήθηκε τουλάχιστον στα διαφημιζόμενα 10 μέτρα. Με εντυπωσίασε μάλιστα το γεγονός ότι η επικοινωνία παρέμεινε άψογη ακόμα και διαμέσου ενός τοίχου που στη μία του πλευρά είχε ντουλάπια με φακέλους. Η επικοινωνία μπορεί να γίνει με έναν εκ των δύο τρόπων: 1. TWS+: Πρόκειται για το ιδανικό σενάριο που όμως πολύ λίγες συσκευές υποστηρίζουν επί του παρόντος. Το κάθε ακουστικό συνδέεται απ ευθείας με τη συσκευή ξεχωριστά αλλά το σύνολο λειτουργεί ως ένα ενιαίο ζεύγος στερεοφωνικών ακουστικών. Η κατανάλωση της μπαταρίας είναι ισορροπημένη, δηλαδή οι μπαταρίες των δύο ακουστικών εξαντλούνται ουσιαστικά ταυτόχρονα. Οι δοκιμές της σύνδεσης με τρόπο TWS+ πραγματοποιήθηκαν με μία συσκευή Xiaomi Mi9T Pro. 2. TWS: Πρόκειται για τη λύση που χρησιμοποιείται όταν η συσκευή δεν μπορεί να υποστηρίξει TWS+. Εδώ το ένα ακουστικό - από προεπιλογή το δεξί - λειτουργεί ως master και συνδέεται τόσο με τη συσκευή, όσο και με το άλλο ακουστικό, το οποίο λειτουργεί ως slave. Το σύνολο λειτουργεί ως ένα ενιαίο ζεύγος στερεοφωνικών ακουστικών αλλά η κατανάλωση στο master ακουστικό είναι μεγαλύτερη και η μπαταρία εξαντλείται ταχύτερα. Για τη βελτίωση της διάρκειας της μπαταρίας, η 1MORE κάνει χρήση μιας τεχνολογίας κατά την οποία όταν η μπαταρία του master ακουστικού πέσει στο 30%, τα ακουστικά αλλάζουν ρόλους master - slave έτσι ώστε η αυξημένη κατανάλωση της μπαταρίας λόγω 2 συνδέσεων, από εκείνο το σημείο και μετά να συμβαίνει στο άλλο ακουστικό. Καθώς αυτό συμβαίνει όταν η μπαταρία πέσει στο 30% και όχι στο 50%, η μπαταρία του αρχικού master - του δεξιού ακουστικού από προεπιλογή - και πάλι εξαντλείται περίπου 1 ώρα νωρίτερα, αλλά είναι πολύ καλύτερα από την περίπτωση να μη συνέβαινε αυτή η αλλαγή. Η δε αλλαγή, γίνεται χωρίς να αντιληφθεί κάτι ο χρήστης ή η ίδια η συσκευή, καθώς τα ακουστικά ανταλλάσσουν MAC Addresses και ονόματα Bluetooth. Παρεμπιπτόντως, τα ονόματα είναι 1MORE ANC TWS για το δεξί ακουστικό και 1MORE ANC TWS -L για το αριστερό. Φυσικά, οι ρόλοι μπορεί να αναστραφούν εξ αρχής αν επιλέξει ο χρήστης να συνδεθεί αρχικά με το 1MORE ANC TWS -L, οπότε το αριστερό ακουστικό ξεκινάει με το ρόλο master και στη συνέχεια, όταν η μπαταρία του πέσει στο 30% γίνεται η εναλλαγή που προαναφέραμε. Σε κάθε περίπτωση, το ένα ακουστικό θα μείνει με περίπου 30% μπαταρία όταν η μπαταρία του άλλου θα έχει εξαντληθεί. Τότε, μπορεί το ακουστικό που έχει ακόμα μπαταρία να λειτουργήσει ανεξάρτητα, ως μονοφωνικό και να προσφέρει ακόμα 1 ώρα χρήσης, χωρίς όμως τη δυνατότητα ενεργοποίησης του ANC, το οποίο θα ήταν ανούσιο μόνο στο ένα αφτί. Οι δοκιμές της σύνδεσης με τρόπο TWS πραγματοποιήθηκαν με μία συσκευή Samsung Galaxy Note 9. Τα codecs που χρησιμοποιεί το Bluetooth για τη συμπίεση του ήχου είναι πολλά και ποικίλα και η μελέτη τους άκρως ενδιαφέρουσα, αλλά όχι αντικείμενο του παρόντος review. Τα 1MORE True Wireless ANC In-Ear Headphones υποστηρίζουν το πρωτόκολλο aptX, που προσφέρει την καλύτερη ποιότητα ήχου από τα υποστηριζόμενα πρωτόκολλα, με αντίστοιχο κόστος σε κατανάλωση μπαταρίας και υποστηρίζεται από σύγχρονες συσκευές με λειτουργικό Android. Αποτελεί επιπλέον απαραίτητη προϋπόθεση για τη χρήση των ακουστικών με τρόπο TWS+. Υποστηρίζουν ακόμα το πρωτόκολλο AAC, που προσφέρει ένα πολύ καλό συνδυασμό ποιότητας ήχου και χαμηλού bitrate, επιτυγχάνοντας την καλύτερη διάρκεια της μπαταρίας. Καθώς έχει μεγάλες απαιτήσεις σε επεξεργαστική ισχύ, υποστηρίζεται από μοντέρνα iPhone και ισχυρές συσκευές Android, ενώ η ποιότητά του αποτελέσματος διαφέρει ανάλογα με τις δυνατότητες της κάθε συσκευής. Τέλος, οι υπόλοιποι, αναγκαστικά αρκούνται στο SBC που είναι το βασικό codec ήχου που υποστηρίζουν υποχρεωτικά όλες οι συσκευές Bluetooth που αναπαράγουν ήχο. Το παρακάτω διάγραμμα δείχνει τα μέγιστα bit rates διαμεταγωγής που υποστηρίζει το κάθε Bluetooth codec. Πολλά σχετικά με αυτό το θέμα μπορείτε να διαβάσετε στο εξαιρετικό άρθρο των SoundGuys, από όπου προέρχεται και το εν λόγω διάγραμμα. Ήχος Ο χαρακτηρισμός της ποιότητας του ήχου είναι ένα από τα πιο υποκειμενικά και συνεπώς ασαφή και δύσκολα κομμάτια οποιουδήποτε review. Η κατασκευή των 1MORE True Wireless ANC In-Ear Headphones, που φαίνεται παρακάτω, κάνει σαφές ότι μπορούμε να περιμένουμε καλύτερη ποιότητα ήχου από αυτή που αντιστοιχεί στην τιμή τους. Για περαιτέρω βελτίωση του ήχου, τα 1MORE True Wireless ANC In-Ear Headphones έχουν ρυθμιστεί από τον Luca Bignardi, μηχανικό ήχου με 4 βραβεία Grammy. Σε κάθε περίπτωση, τα 1MORE True Wireless ANC In-Ear Headphones δεν είναι ακουστικά επιπέδου Audiophile και όποιος περιμένει κάτι τέτοιο από τον ήχο τους θα απογοητευτεί. Είναι τίμια για το κόστος τους, αν συνυπολογιστεί και η πληθώρα των επιπλέον χαρακτηριστικών τους, και για το γεγονός ότι είναι ασύρματα. Δεν φτάνουν την ποιότητα ήχου των 1MORE Dual Driver ANC Pro που είδαμε πρόσφατα, καθώς εκείνα υποστηρίζουν την κωδικοποίηση LDAC 990 που προσφέρει λιγότερες απώλειες στην ποιότητα, αλλά δεν απέχουν και πολύ. Τα πρίμα είναι λίγο τονισμένα, χωρίς να τσιρίζουν, για να δώσουν την ψευδαίσθηση της ευκρίνειας, χωρίς να σημαίνει ότι πάσχουν στον τομέα αυτής. Τα μπάσα είναι επίσης λίγο υπερτονισμένα, εφ' όσον έχει επιλεγεί το σωστό ear tip που θα προσφέρει καλό σφράγισμα του ακουστικού πόρου, ενώ οι μεσαίες συχνότητες υπολείπονται κάπως της φροντίδας του βραβευμένου μηχανικού, καθώς δεν είναι τόσο δημοφιλής στο ευρύ κοινό. Συνολικά, ο ήχος είναι ευχάριστος, χωρίς όμως να είναι κάτι το ιδιαίτερο ή να αποτελεί την αιτία να συστήσω τα συγκεκριμένα ακουστικά. Active Noise Cancelation Όπως είναι σαφές από το ίδιο το όνομα των 1MORE True Wireless ANC In-Ear Headphones, αυτά παρέχουν Active Noise Cancelation. Δηλαδή ενεργή ακύρωση θορύβου. Αυτό κατ' αρχάς δεν αφορά τον ήχο που ακούει ο συνομιλητής μας μέσω του μικροφώνου αλλά τον ήχο που ακούμε εμείς, όταν για παράδειγμα ακούμε μουσική. Με την ενεργοποίηση του ANC, τα ακουστικά, με ενεργό τρόπο, παράγουν αντίθετα κύματα ήχου που ακυρώνουν το θόρυβο του περιβάλλοντος και επιτρέπουν την καλύτερη ακρόαση της μουσικής. Αυτό γίνεται με τη βοήθεια 2 μικροφώνων, ενός εξωτερικού που καταγράφει τους θορύβους του περιβάλλοντος (Feedforward ANC microphone) και ενός εσωτερικού, που καταγράφει τον ήχο εντός του ακουστικού πόρου (Feedback ANC microphone). Οι πληροφορίες από τα 2 αυτά μικρόφωνα τροφοδοτούν ένα εξειδικευμένο DSP chip το οποίο παράγει ακυρωτικά κύματα το εξαλείφουν το θόρυβο, σε πραγματικό χρόνο. Ο έλεγχος του ANC γίνεται με διπλό tap στην εξωτερική επιφάνεια οποιουδήποτε εκ των δύο ακουστικών αλλά αφορά σε κάθε περίπτωση και τα 2 ακουστικά, καθώς το ANC λειτουργεί μόνο όταν φοράμε και τα 2 ακουστικά. Με το πρώτο διπλό tap, ενεργοποιείται το επίπεδο 1, που είναι το πιο ισχυρό και προτείνεται για ιδιαίτερα θορυβώδη περιβάλλοντα, όπως κατά την πτήση με αεροπλάνο. Το δεύτερο διπλό tap ενεργοποιεί το επίπεδο 2 που είναι ασθενέστερο και προτείνεται για λιγότερο θορυβώδη περιβάλλοντα, όπως κατά τη μετάβαση στην εργασία. Το ANC δεν μπλοκάρει τις ανθρώπινες φωνές αλλά μόνο τους θορύβους και μπορεί να λειτουργήσει τόσο κατά τις κλήσεις και την αναπαραγωγή πολυμέσων όσο και χωρίς κάποιο ηχητικό σήμα, απλά μπλοκάροντας τους θορύβους, ως ενεργές, επιλεκτικές ωτοασπίδες.Το τρίτο διπλό tap ενεργοποιεί το Pass-through, που αναπαράγει επί τούτου τους ήχους του περιβάλλοντος μέσω των ακουστικών, κάτι που κάνει ασφαλή την χρήση των 1MORE True Wireless ANC In-Ear Headphones σε καταστάσεις όπου απαιτείται εγρήγορση και επαφή με το περιβάλλον, όπως στην οδήγηση. Τέλος, το τέταρτο διπλό tap, απενεργοποιεί τη λειτουργία εντελώς. Συνολικά, η ποιότητα του ANC των 1MORE True Wireless ANC In-Ear Headphones κρίνεται πολύ καλή, σε παρόμοια επίπεδα με αυτή των 1MORE Dual Driver ANC Pro. Μικρόφωνο Εκεί που τα 1MORE True Wireless ANC In-Ear Headphones πραγματικά ξεχώρισαν ήταν το μικρόφωνο. Σε αθόρυβο περιβάλλον, ήταν λίγο υποδεέστερα των 1MORE Dual Driver ANC Pro, κάτι πολύ λογικό καθώς τα μικρόφωνά τους είναι τοποθετημένα πολύ μακρυά από το στόμα, πάνω από τα αφτιά. Σε κάθε περίπτωση όμως, η διαφορά δεν ήταν όση θα περίμενα. Εν τούτοις, σε θορυβώδες περιβάλλον, παρείχαν με διαφορά το καλύτερο αποτέλεσμα, με τους συνομιλητές μου να διακρίνουν μεν κάποιες διακυμάνσεις στην ένταση που με άκουγαν και κάποιες αλλοιώσεις του ήχου, όταν ο θόρυβος ήταν εξαιρετικά μεγάλος, αλλά τίποτα το ενοχλητικό. Παρακάτω σας παραθέτω ένα συγκριτικό του μικροφώνου με άλλες συσκευές. Οι ηχογραφήσεις έγιναν σε σχετικά ήσυχο δωμάτιο, σε χώρο με πολύ θόρυβο (το μέγιστο που θα συναντούσε κάποιος συνήθως) και σε χώρο με εξωφρενικό θόρυβο (πολύ περισσότερο από όσο συναντάει κανείς συνήθως και σαφώς περισσότερο από όσο θα του επέτρεπε καν να σκεφτεί να κάνει ή να δεχτεί τηλεφώνημα). Παρατίθεται σύγκριση με μικρόφωνο επιπέδου streaming / broadcast (Control - ηχογράφηση μόνο σε ήσυχο περιβάλλον), του ενσωματωμένου μικροφώνου του Samsung Galaxy Note 9, του μικροφώνου των Creative Aurvana Platinum,του μικροφώνου των 1More Piston Fit BT και του μικροφώνου των 1MORE Dual Driver ANC Pro. Μπαταρία, Φόρτιση και Θήκη Τα 1MORE True Wireless ANC In-Ear Headphones διαθέτουν ουσιαστικά 3 μπαταρίες. Από 1 μπαταρία χωρητικότητας 55mAh σε κάθε ακουστικό και 1 μπαταρία χωρητικότητας 410mAh στη θήκη, από την οποία φορτίζονται τα ακουστικά όταν τοποθετούνται σε αυτήν. Η φόρτιση των ακουστικών από τη θήκη γίνεται μέσω μαγνητικής σύνδεσης των επιροδιωμένων επαφών που διαθέτουν τα ακουστικά και που έρχονται σε επαφή με τα αντίστοιχα spring loaded pins της θήκης, ενώ η θήκη μπορεί να φορτιστεί τόσο ενσύρματα, μέσω της υποδοχής USB C, όσο και ασύρματα μέσω πρωτοκόλλου Qi 5W. Οι μαγνήτες είναι αρκετά ισχυροί και τις περισσότερες φορές συγκρατούν καλά τα ακουστικά στη θέση τους κατά τη φόρτιση, αλλά - δυστυχώς - υπήρξαν και περιπτώσεις που αυτό δεν έγινε με επιτυχία, λόγω κραδασμών κατά τη μεταφορά, και συνεπώς κάποιο εκ των δύο ακουστικών δε φόρτισε. Τα ακουστικά διαθέτουν LED που αναβοσβήνει κόκκινο όταν η μπαταρία κοντεύει να εξαντληθεί ενώ παραμένει συνεχώς αναμμένο κόκκινο καθώς φορτίζουν, για να σβήσει όταν ολοκληρωθεί η φόρτιση. Δυστυχώς, ο μόνος τρόπος να είναι κάποιος βέβαιος ότι ολοκληρώθηκε η φόρτιση των ακουστικών είναι να αφήσει το καπάκι της θήκης ανοιχτό, καθώς η θήκη δεν παρέχει κάποια τέτοια ένδειξη. Μια απλή λύση σε αυτό θα ήταν το καπάκι να ήταν διαφανές ή έστω να είχε ένα διαφανές παράθυρο πάνω από κάθε ακουστικό. Το να ανοιγοκλείνει κανείς το καπάκι για να ελέγχει τη φόρτιση, δεν προτείνεται, καθώς το άνοιγμα προκαλεί ενεργοποίηση των ακουστικών, τα οποία αρχίζουν να ψάχνουν για σύνδεση, κάτι που καταδεικνύεται από το LED να αναβοσβήνει μπλε. Η ίδια η θήκη έχει ένα δικό της ενδεικτικό LED που ανάβει όταν ανοίξει το καπάκι και σβήνει μετά από λίγα δευτερόλεπτα. Πράσινο σημαίνει γεμάτη ή σχεδόν γεμάτη μπαταρία, κόκκινο σημαίνει σχεδόν άδεια και πορτοκαλί, όλες τις ενδιάμεσες καταστάσεις. Κόκκινο που αναβοσβήνει σημαίνει ότι η μπαταρία της θήκης έχει ουσιαστικά εξαντληθεί και δεν μπορεί πλέον να φορτίσει τα ακουστικά. Το πλήκτρο της θήκης, που βλέπουμε ανάμεσα στις υποδοχές των 2 ακουστικών, προσφέρει 2 λειτουργίες: 3 πατήματα ενεργοποιούν τη λειτουργία σύζευξης, όταν για κάποιο λόγο αυτή δε λειτουργήσει αυτόματα και συνεχές πάτημα για 8 δευτερόλεπτα κάνει τα ακουστικά να ξεχάσουν τη συσκευή με την οποία είχαν συνδεθεί τελευταία και να ξεκινήσουν εξ αρχής την πρώτη τους σύζευξη. Η φόρτιση της θήκης θεωρητικά διαρκεί 2 ώρες, χωρίς να διευκρινίζεται αν μιλάμε για ενσύρματη ή ασύρματη φόρτιση ή αν αυτή περιλαμβάνει ταυτόχρονη φόρτιση των ακουστικών. Είναι αυτονόητο ότι δεν αρκεστήκαμε στους ισχυρισμούς της εταιρίας αλλά πήραμε τις δικές μας μετρήσεις, τις οποίες και σας παρουσιάζουμε. Οι μετρήσεις έγιναν με τα ακουστικά τοποθετημένα μέσα στη θήκη και τις μπαταρίες των ακουστικών καθώς και της ίδιας της θήκης πλήρως αποφορτισμένες. Όπως βλέπετε στα παρακάτω διαγράμματα, η φόρτιση των 1MORE True Wireless ANC In-Ear Headphones διήρκεσε 1:38:11 με ασύρματο τρόπο και 1:06:56 με ενσύρματο, κάτι που υπερβαίνει αρκετά τις προδιαγραφές. Αυτό που αξίζει να σημειωθεί είναι ότι όχι μόνο η ασύρματη φόρτιση χρειάστηκε περίπου 50% περισσότερο χρόνο, αλλά κατανάλωσε και υπερδιπλάσια ενέργεια. Συνεπώς, προτείνουμε ανεπιφύλακτα τη χρήση της ενσύρματης φόρτισης και όχι της ασύρματης, που αν και ευπρόσδεκτη λειτουργία, είναι χρονοβόρα και ενεργοβόρα. Η 1MORE ισχυρίζεται ότι τα 1MORE True Wireless ANC In-Ear Headphones έχουν διάρκεια μπαταρίας που σε λειτουργία TWS και κωδικοποίηση AAC φτάνει τις 5 ώρες με το ANC απενεργοποιημένο και τις 4 ώρες με το ANC ενεργοποιημένο, ενώ σε λειτουργία TWS+, η μπαταρία τους διαρκεί 1 ώρα περισσότερο, παρά την αναγκαστική χρήση της πιο ενεργοβόρας αλλά και ποιοτικής κωδικοποίησης aptX. Εδώ βλέπουμε τις τιμές που μετρήσαμε εμείς, οι οποίες σε λειτουργία TWS ξεπερνούν ελαφρώς τις προδιαγραφές ενώ σε λειτουργία TWS+ υπολείπονται ελαφρώς αυτών. Σε κάθε περίπτωση, οι τιμές που μετρήσαμε ήταν πολύ κοντά σε αυτό που υπόσχεται η εταιρία, με την επιπλέον 1 ώρα μονοφωνικής χρήσης μετά την εξάντληση της μπαταρίας του master ακουστικού σε λειτουργία TWS, να αποτελεί ένα ευχάριστο bonus. Το μόνο σημείο όπου τα 1MORE True Wireless ANC In-Ear Headphones δεν έφτασαν τις προδιαγραφές τους ήταν οι επαναφορτίσεις των ακουστικών από την μπαταρία της θήκης, καθώς από το χρόνο που υπόσχεται η 1MORE στις προδιαγραφές φαίνεται ότι θα έπρεπε να προσφέρει 2,5 επαναφορτίσεις, ενώ μετρήθηκαν 2,35 (εκτός φυσικά από την αρχική τους φόρτιση). Συνολικά, έμεινα πολύ ευχαριστημένος από το χρόνο φόρτισης και τη διάρκεια της μπαταρίας των 1MORE True Wireless ANC In-Ear Headphones. Λογισμικό 1MORE Music Προαιρετικά, μπορεί ο χρήστης να κατεβάσει το δωρεάν λογισμικό 1MORE Music και από αυτό να ελέγχει την κατάσταση της μπαταρίας του κάθε ακουστικού χωριστά, καθώς επίσης και να ενεργοποιεί και να απενεργοποιεί το ANC και το Pass-through mode. Το πιο σημαντικό όμως, μπορεί να κάνει αναβάθμιση του firmware, εφ' όσον η εταιρία κρίνει ότι υπάρχει λόγος έκδοσης νέου firmware. Εκτός από το ANC, τα 1MORE True Wireless ANC In-Ear Headphones, το 1MORE Music μπορεί να ελέγξει και τη λειτουργία Pass-through. Η λειτουργία του Smart Playback ελέγχει τη λειτουργικότητα του αισθητήρα υπερύθρων, που σταματάει την αναπαραγωγή όταν αφαιρεθεί ένα εκ των ακουστικών. Στην προεπιλεγμένη λειτουργία γίνεται παύση της αναπαραγωγής με την αφαίρεση κάποιου ακουστικού, ενώ υπάρχει και η δυνατότητα, πέρα από την παύση κατά την αφαίρεση, να γίνεται αυτόματα συνέχιση της αναπαραγωγής με την επανατοποθέτηση του ακουστικού. Θα ήθελα να δω και την επιλογή πλήρους απενεργοποίησης του αισθητήρα υπερύθρων, κάτι που μπορεί να γίνει με απλή αναβάθμιση του firmware και του λογισμικού. Στην πράξη η λειτουργία δούλεψε καλά. Μπορούσα μεν να βγάλω το ακουστικό από το αφτί μου πολύ γρήγορα, χωρίς να ενεργοποιηθεί ο αισθητήρας και να σταματήσει η αναπαραγωγή, αλλά όταν το έβγαζα κανονικά ή αν έπεφτε λόγω κακής επιλογής ear tip / ear hook, η αναπαραγωγή σταματούσε πάντα. Ένα ακόμη ενδιαφέρον χαρακτηριστικό του λογισμικού είναι ότι περιέχει τον πλήρη, εικονογραφημένο οδηγό χρήσης του προϊόντος. Το 1MORE Music έχει τη δυνατότητα αρκετών ειδοποιήσεων, οι οποίες μπορούν να είναι ενεργές ή να απενεργοποιηθούν. Επίλογος Στον επίλογο της παρουσίασης των 1MORE Dual Driver ANC Pro είχα πει ότι είναι σπάνιες οι περιπτώσεις που ένας reviewer ολοκληρώνει κάποιο review χωρίς να έχει κάτι κακό να πει. Φαίνεται όμως ότι η 1MORE έχει βαλθεί να αλλάξει τα δεδομένα, αφού και τα 1MORE True Wireless ANC In-Ear Headphones εντυπωσίασαν χωρίς ιδιαίτερους συμβιβασμούς. Τα χαρακτηριστικά τους είναι πληρέστατα, καθώς υποστηρίζουν Bluetooth 5.0 και 3 πολύ στρατηγικά επιλεγμένα codecs: SBC (που είναι και υποχρεωτικό) για συμβατότητα με όλες τις συσκευές, ACC για καλή σχέση ποιότητας ήχου και διάρκειας μπαταρίας και aptX για καλύτερη ποιότητα ήχου και τη λειτουργία TWS+. Η άνεση και η εργονομία τους είναι επίσης άριστη, με άνετη εφαρμογή και ποιοτικά υλικά αλλά και έξυπνη τοποθέτηση των χειριστηρίων. Ο ήχος τους είναι σαφώς πάνω από την κατηγορία της τιμής τους και το σε συνδυασμό με το ANC προσφέρουν μια πολύ ευχάριστη εμπειρία ακρόασης. Ευχάριστη είναι και η εμπειρία του συνομιλητή σας, χάρη στο εξαιρετικό μικρόφωνο και την ακύρωση θορύβου του περιβάλλοντος. Η γρήγορη φόρτιση και η μεγάλη διάρκεια της μπαταρίας, ιδιαίτερα με τις 2,35 επαναφορτίσεις των ακουστικών από τη θήκη, είναι σαφώς πολύ μεγάλα πλεονεκτήματα, που στην καθημερινή χρήση παίζουν μεγαλύτερο ρόλο από όσο αρχικά νομίζει κανείς. Το λογισμικό 1MORE Music συμπληρώνει ευχάριστα μια ούτως ή άλλως εξαιρετική συνολική εμπειρία. Είναι αναμενόμενο ότι με τόσο πλήρες πακέτο τεχνολογικών χαρακτηριστικών και ποιότητα κατασκευής χωρίς συμβιβασμούς, η τιμή των 1MORE True Wireless ANC In-Ear Headphones δε θα είναι χαμηλή. Εν τούτοις, και παρά την τιμή καταλόγου των 199 ευρώ, τα 1MORE True Wireless ANC In-Ear Headphones είναι οικονομικότερα από τον ανταγωνισμό, από τον οποίο μάλιστα έχουν καλύτερα χαρακτηριστικά, στα περισσότερα σημεία. Κατά το χρόνο συγγραφής της συγκεκριμένης παρουσίασης, δεν εντοπίσαμε τα 1MORE True Wireless ANC In-Ear Headphones σε κάποιο Ελληνικό κατάστημα, αλλά το χαμηλότερο κόστος τους στο Γερμανικό Amazon ήταν μόλις 179,99 ευρώ, τιμή που τους προσδίδει πολύ καλό value for money έναντι του ανταγωνισμού. Ας συνοψίσουμε τα πλεονεκτήματα και τα μειονεκτήματα των 1MORE True Wireless ANC In-Ear Headphones: Πλεονεκτήματα + Λειτουργία TWS+ και TWS + Ποιότητα ήχου + Active Noise Cancelation 2 επιπέδων + Pass-through + Εξαιρετικό μικρόφωνο με ακύρωση θορύβου περιβάλλοντος + Bluetooth 5.0 + SBC, AAC και aptX codecs + Αισθητήρες υπερύθρων που σταματούν την αναπαραγωγή αν αφαιρεθεί ένα εκ των ακουστικών + Εμβέλεια + Διάρκεια μπαταρίας + Θήκη μεταφοράς και φόρτισης που μπορεί να φορτίσει τα ακουστικά 2,35 φορές + Ταχύτητα φόρτισης + Φόρτιση με βύσμα USB-C + Ποιότητα και αίσθηση υλικών + Εργονομία + Κόστος για αυτά που προσφέρουν + Άνεση στη χρήση + Λογισμικό με δυνατότητα αναβάθμισης του firmware Μειονεκτήματα - Η ολοκλήρωση της φόρτισης είναι εμφανής μόνο αν είναι ανοιχτό το καπάκι της θήκης - θα προτιμούσαμε κάποια ένδειξη στη θήκη ή διάφανο καπάκι - Η ολοκλήρωση της φόρτισης σηματοδοτείται με σβήσιμο του σχετικού LED ενώ θα προτιμούσαμε αλλαγή του χρώματος - Σε σπάνιες περιπτώσεις, κραδασμοί κατά τη μεταφορά μπορεί να διακόψουν τη μαγνητική σύζευξη των επαφών φόρτισης - Θα προτιμούσαμε πιο μακρύ και sleeved καλώδιο φόρτισης  TheLAB.GR Ευχαριστούμε θερμά την 1MORE για την παραχώρηση του δείγματος της δοκιμής. Πολύμερος Αχανιώτης 20/08/2020
  9. Εισαγωγή Το Project Wave της Elgato αποκαλύφθηκε και περιλαμβάνει 2 προϊόντα: Elgato Wave:3 και Elgato Wave:1. Τα μυστηριώδη αντικείμενα από τα teasers της εταιρίας είναι δύο μικρόφωνα. Τόση φασαρία - θα μου πείτε - για μικρόφωνα; Σύμφωνα με την εταιρία, δεν πρόκειται για απλά μικρόφωνα, αλλά για εργαλεία που θα χαρίσουν στις ηχογραφήσεις και το streming σας ήχο επαγγελματικής ποιότητας, ενώ παράλληλα, με τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά τους και το συνοδευτικό λογισμικό, θα κάνουν την παραγωγή τους ευκολότερη. Στον πάγκο των δοκιμών μας βρίσκεται το μεγαλύτερο μοντέλο, το Elgato Wave:3. Εκ πρώτης όψεως, δείχνει να συνδυάζει το κλασσικό με το μοντέρνο και αυτό μου αρέσει και αποπνέει ποιότητα. Δεν μένει παρά να με ακολουθήσετε παρακάτω για να δούμε μαζί αν η θετική πρώτη εντύπωση συμβαδίζει με την πραγματικότητα. Φωτογράφιση Το Elgato Wave:3 έρχεται σε μία πολυτελή συσκευασία, στις κλασσικές μπλε αποχρώσεις της εταιρίας. Στο εμπρός μέρος της, βλέπουμε ότι η Elgato το προωθεί ως υψηλής ποιότητας μικρόφωνο και ολοκληρωμένη λύση ψηφιακής μίξης. Στο πίσω μέρος της συσκευασίας απεικονίζεται ένα τυπικό σενάριο χρήσης του προϊόντος και επισημαίνονται κάποια από τα βασικά του προτερήματα. Στο ένα πλαϊνό αναφέρονται οι τεχνολογίες που περιλαμβάνει το Elgato Wave:3 και τα περιεχόμενα του κουτιού ενώ στο άλλο, κάτω από τη φωτογραφία του προϊόντος, αναγράφονται οι διαστάσεις και το βάρος του. Αφαιρώντας το εξωτερικό περίβλημα, αντικρίζουμε ένα πολυτελές κουτί και ανοίγοντάς το, μας καλωσορίζει ένα φυλλάδιο με τα βασικά χαρακτηριστικά του προϊόντος και τις οδηγίες εγκατάστασης και χρήσης. Κάτω από το φυλλάδιο, βρίσκουμε ένα μικρότερο κουτί, στο ίδιο μοτίβο, που περιέχει το φυλλάδιο με τις οδηγίες ασφαλείας, ένα καλώδιο USB-A σε USB-C και έναν μετατροπέα για σύνδεση της βάσης του μικροφώνου σε βραχίονα (boom arm adapter). Κάτω από όλα αυτά, μέσα σε ημιδιαφανές, μαλακό νάιλον, βρίσκουμε το Elgato Wave:3. Όπως είπα και στην εισαγωγή, εντυπωσιάζει η καλαισθησία του, καθώς ο κατά βάση κλασσικός σχεδιασμός του, που παραπέμπει σε πολύ ακριβά μικρόφωνα για ηχογραφήσεις σε στούντιο, συνδυάζεται αρμονικά με μοντέρνες πινελιές. Το επάνω μέρος καταλαμβάνεται από το κομμάτι του δέκτη του ήχου, ενώ το κάτω, από το χειριστήριο ελέγχου και τα ενδεικτικά LEDs. Η βάση είναι ειδική για την απόσβεση των κραδασμών, εξασφαλίζοντας την απομόνωση του μικροφώνου από αυτούς. Τα πλαϊνά δεν έχουν κάτι ιδιαίτερο να μας δείξουν, εκτός από τις βίδες που συνδέουν τη βάση με το μικρόφωνο. Το πίσω μέρος είναι παρόμοιο με το εμπρός, μόνο που στο κάτω μέρος του αντί για το χειριστήριο υπάρχουν οι θύρες σύνδεσης, 2 τον αριθμό. Στο επάνω μέρος υπάρχει ένα πλήκτρο αφής που, όπως καταλαβαίνετε από τη σήμανση "MUTE" ενεργοποιεί τη σίγαση του μικροφώνου. Η βάση είναι επίτηδες βαριά για να σταθεροποιεί το μικρόφωνο και καλύπτεται σχεδόν εξ ολοκλήρου στο κάτω μέρος της από αντιολισθητικό υλικό. Πάνω σε αυτό αναγράφονται στοιχεία του προϊόντος και της εταιρίας κατασκευής. Για όσους δεν το γνωρίζουν, η Elgato ανήκει στην Corsair. Οι παρατηρητικοί ίσως είδαν το χώρισμα στη βάση που μαρτυρά το σημείο αποσύνδεσης. Πράγματι, σε εκείνο το σημείο μπορεί να ξεβιδωθεί και να αφαιρεθεί η βάση, έτσι ώστε να τοποθετηθεί ο μετατροπέας για σύνδεση σε βραχίονα. Τεχνικά Χαρακτηριστικά Τα τεχνικά χαρακτηριστικά του Elgato Wave:3 φαίνονται στον παρακάτω πίνακα. Όσοι γνωρίζουν από ήχο και ειδικά μικρόφωνα, θα καταλάβουν ότι τα χαρακτηριστικά του δεν είναι καθόλου άσχημα, για το επίπεδο του κόστους του, ειδικά αν ληφθούν υπ' όψιν και οι ψηφιακές ευκολίες που προσφέρει. Στον παρακάτω πίνακα, βλέπουμε τα χαρακτηριστικά του Elgato Wave:3 σε αντιπαράθεση με το μικρότερο μοντέλο. Το επίσημο κόστος του προϊόντος στην Ευρωπαϊκή ένωση είναι 169,99 ευρώ, δηλαδή 30 ευρώ περισσότερο από αυτό του Elgato Wave:1. Όπως είδαμε στα χαρακτηριστικά, το Elgato Wave:3 είναι ένα ηλεκτροστατικό μικρόφωνο, τεχνολογία η οποία πλεονεκτεί έναντι των πιο οικονομικών, δυναμικών μικροφώνων. Αξεσουάρ Το Elgato Wave:3 έρχεται με τα παρελκόμενα που είδαμε στη φωτογράφιση και που καταγράφονται συνολικά στον παρακάτω πίνακα. Η εταιρία διαθέτει ως επιπλέον αξεσουάρ ένα pop-filter με κόστος 29,99 ευρώ και ένα shock-mount για βραχίονα με κόστος 39,99 ευρώ. Ποιότητα Κατασκευής Η ποιότητα κατασκευής είναι η υψηλή στην οποία μας έχουν συνηθίσει τόσο η Elgato όσο και η Corsair. Ακόμα και από πολύ κοντά, το προϊόν δείχνει τη φροντίδα και προσοχή με την οποία κατασκευάστηκε και δεν αποκαλύπτει κανένα ψεγάδι. Συνδεσιμότητα Η σύνδεση του Elgato Wave:3 με τον υπολογιστή μας γίνεται μέσω της θύρας USB-C που είδαμε στο πίσω μέρος του. Δοκιμάστηκε σύνδεση τόσο με το καλώδιο που περιλαμβάνεται στη συσκευασία (USB-C σε USB-A) όσο και με ένα USB-C σε USB-C καλώδιο (σύνδεση σε USB-C θύρα του υπολογιστή). Λειτούργησαν και τα δύο εξ' ίσου καλά. Η δεύτερη θύρα είναι μια τυπική υποδοχή ακουστικών 3,5 χιλιοστών η οποία παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον, καθώς επιτρέπει την ακρόαση του ήχου που προσλαμβάνει το μικρόφωνο απ' ευθείας, χωρίς την παρεμβολή του υπολογιστή και συνεπώς με ουσιαστικά μηδενική χρονική καθυστέρηση (latency). Χρήση Η χρήση του Elgato Wave:3 είναι εύκολη και απλή, ενώ παράλληλα περιλαμβάνει ό,τι μπορεί κάποιος να χρειαστεί. Το μοναδικό χειριστήριο της πρόσοψης πατιέται και περιστρέφεται ατέρμονα και προς τις δύο κατευθύνσεις. Το πάτημα αλλάζει τη λειτουργία που ελέγχει η περιστροφή, όπως καταδεικνύουν τα 3 LEDs της επάνω σειράς και η περιστροφή ελέγχει το επίπεδο της κάθε λειτουργίας, όπως καταδεικνύουν τα 7 LEDs της κάτω σειράς. Η πρώτη λειτουργία, η οποία συμβολίζεται με το μικρόφωνο, ελέγχει το επίπεδο έντασης της ηχογράφησης. Η δεύτερη, που συμβολίζεται με τα ακουστικά, ελέγχει την ένταση του ήχου στη θύρα ακουστικών του Elgato Wave:3. Η τρίτη, που συμβολίζεται με το σύμβολο της διασταύρωσης, ελέγχει τη μίξη των ήχων που προέρχονται από το μικρόφωνο - αριστερά - και τον υπολογιστή (μέσω της σύνδεσης USB) - δεξιά - και η οποία είναι αυτή που ακούγεται μέσω της θύρας ακουστικών του Elgato Wave:3. Όπως είχαμε δει, στο επάνω μέρος της συσκευής, υπάρχει ένα πλήκτρο αφής που ενεργοποιεί τη σίγαση. Το γεγονός ότι είναι αφής, επιτρέπει τη χρήση του χωρίς κραδασμούς και θόρυβο που θα περνούσε στην ηχογράφηση. Η σίγαση γίνεται εμφανής από την αλλαγή του λευκού κύκλου που περικλείει το χειριστήριο ελέγχου της πρόσοψης σε κόκκινο. Η σίγαση είναι βέβαια απαραίτητη λειτουργία και η εφαρμογή της στο Elgato Wave:3 είναι πολύ σωστή αλλά θα ήθελα να υπήρχε και κάποιος διακόπτης πλήρους απενεργοποίησης της συσκευής, ο οποίος δυστυχώς δεν υπάρχει, με αποτέλεσμα το Elgato Wave:3 να είναι συνεχώς ενεργοποιημένο, ακόμη και με τον υπολογιστή εκτός λειτουργίας, αν η USB θύρα στην οποία είναι συνδεδεμένο παρέχει ρεύμα. Στην παρακάτω εικόνα βλέπουμε συγκεντρωτικά τον τρόπο ελέγχου του Elgato Wave:3 (εκτός από το mute). Για τα καλύτερα δυνατά αποτελέσματα, η Elgato προτείνει τη χρήση του Elgato Wave:3 όπως περιγράφεται παρακάτω: 1. Το μικρόφωνο πρέπει να είναι τοποθετημένο κάθετα προς τα κύματα της φωνής μας και όχι υπό γωνία. 2. Η απόσταση του στόματος από το μικρόφωνο πρέπει να είναι περίπου όσο 2 γροθιές. 3. Η ένταση ηχογράφησης πρέπει να είναι η χαμηλότερη δυνατή. Συνίσταται να ξεκινάμε από το 40%, ή 2 αναμμένα LEDs, και να ανεβαίνουμε όσο χρειαστεί. Ήχος Όλα τα παραπάνω βέβαια, όσο καλά και αν είναι, μπορεί να επικυρωθούν ή να ακυρωθούν με τον πιο εμφατικό τρόπο, ανάλογα με την ποιότητα του ήχου, καθώς αυτή είναι και η λειτουργία του προϊόντος. Θα μπορούσα να εκθέσω την προσωπική μου γνώμη, αλλά τι καλύτερο από το να ακούσετε και να κρίνετε μόνοι σας; Στο παρακάτω YouTube Video ηχογράφησα την ίδια φράση, μέσω του μικροφώνου διαφόρων συσκευών. Η συσκευή που ακούγεται καθώς και η συχνότητα δειγματοληψίας (sample rate) και το ηχητικό βάθος (bit depth) καταδεικνύονται ανά πάσα στιγμή. Η προσωπική μου γνώμη είναι ότι το Elgato Wave:3 έδωσε επαγγελματική ποιότητα στην ηχογράφηση και σαφώς θα το προτιμούσα για την παραγωγή περιεχομένου για το διαδίκτυο καθώς και για streaming, έναντι άλλων, λιγότερο επαγγελματικών λύσεων. Λογισμικό Elgato Wave Link Έχοντας μείνει ικανοποιημένος από τον ήχο που συλλαμβάνει το Elgato Wave:3, θέλω να δω το δεύτερο μέρος της υπόσχεσης της συσκευασίας, αυτό της ψηφιακής μίξης. Ένα μέρος της το είδαμε κατά τη μελέτη του χειρισμού της συσκευής, όπου γίνεται απ' ευθείας μίξη του ήχου που προσλαμβάνεται από το μικρόφωνο με αυτόν που προέρχεται από τον υπολογιστή, με έξοδο τη θύρα για ακουστικά στο πίσω μέρος του Elgato Wave:3. Αλλά, ποιος ήχος προέρχεται από τον υπολογιστή; Ώρα να δούμε το Elgato Wave Link. Η εγκατάσταση του λογισμικού γίνεται χωρίς να είναι συνδεδεμένη η συσκευή, καθώς αυτό εγκαθιστά παράλληλα και τους σχετικούς οδηγούς (drivers). Στη συνέχεια, μας δίνεται η οδηγία να συνδέσουμε το Elgato Wave:3. Είναι προφανές ότι το λογισμικό δε θα δεχτεί να λειτουργήσει απουσία της συσκευής και συνεπώς δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί με άλλα μικρόφωνα. Τη σύνδεση της συσκευής, καλωσορίζει η αντικατάσταση της παραπάνω εικόνας από έναν απλό και λειτουργικό ψηφιακό μίκτη. Τα χρώματα και η αίσθηση φέρουν την υπογραφή της Elgato και μου θύμισε άμεσα το Stream Deck λογισμικό της εταιρίας που έχουμε δει σε παλαιότερα review. Υπάρχουν 5 προ-εγκατεστημένες πηγές ήχου και η δυνατότητα για προσθήκη μιας 6ης. Τα πάντα διαθέτουν έλεγχο έντασης για το monitoring και το streaming και στερεοφωνικό level indicator. Το MONITOR MIX είναι η έξοδος ήχου για τη δική σας παρακολούθηση (monitoring) και το STREM MIX είναι η έξοδος ήχου για το streaming. Τα εικονίδια με το αφτί μας επιτρέπουν την επιλογή ανάμεσα στο να ακούμε το monitor mix ή το stream mix. Η προσθήκη της 6ης πηγής ήχου, δημιουργεί 3 ακόμα θέσεις για πηγές ήχου! To εικονίδιο με τα sliders πάνω δεξιά ανοίγει τις ρυθμίσεις ήχου των Windows ενώ το εικονίδιο με το γρανάζι, μας δείχνει την έκδοση, μας δίνει τη δυνατότητα να ελέγξουμε για νεότερη καθώς και να ενεργοποιήσουμε τον αυτόματο σχετικό έλεγχο και την εκτέλεση του Elgato Wave Link κατά την είσοδο στα Windows. To "More" ανοίγει έναν φάκελο που περιέχει ένα απλό .txt αρχείο με πληροφορίες για το λογισμικό. Παρακάτω βλέπουμε τις λεπτομερείς οδηγίες χρήσης του Elgato Wave Link από την Elgato. Προφανώς η εικόνα δημιουργήθηκε με μια παλαιότερη έκδοση του λογισμικού, με αποτέλεσμα να υπάρχουν κάποιες μικροδιαφορές με την τελευταία έκδοση που σας δείξαμε, οι οποίες όμως δεν επηρεάζουν τη χρήση. Η επιλογή του MONITOR MIX (LOCAL MIX στην εικόνα) μας δίνει τη δυνατότητα να επιλέξουμε από όλες τις συσκευές αναπαραγωγής ήχου του υπολογιστή ή την έξοδο ακουστικών του Elgato Wave:3. Εδώ βλέπουμε τη χρήση των καναλιών μίξης. Και εδώ το πώς μέσω των ρυθμίσεων ήχου των Windows, μπορούμε να επιλέγουμε ποιο πρόγραμμα παίζει ήχο μέσω του κάθε καναλιού του Elgato Wave Link. Τέλος, βλέπουμε πώς μπορούμε να επιλέξουμε το Wave Link Stream ως ήχο στο OBS Studio. Εντολές στο Stream Deck Από τα βασικά προϊόντα της Elgato είναι η σειρά των Stream Deck. Από την έκδοση Elgato Stream Deck 4.8 και μετά, υποστηρίζεται η ενσωμάτωση εντολών που αφορούν το Elgato Wave Link και συνεπώς το Elgato Wave:3. Αφού λοιπόν βεβαιωθείτε ότι έχετε εγκαταστήσει τη συγκεκριμένη ή νεότερη έκδοση, πηγαίνετε στην επιλογή "More Actions" και βρίσκετε στη λίστα την επιλογή Wave Link. "Install" και... ...αμέσως εγκαθίσταται και μας ρωτάει αν θέλουμε να εγκαταστήσει τα σχετικά προφίλ. Η σωστή απάντηση είναι ναι. Αλλά και αν δεν το κάνει κάποιος κατά την εγκατάσταση, μπορεί πάντα να επιστρέψει στο "More Actions" και να εγκαταστήσει τα σχετικά προφίλ. Κάπως έτσι, εκτός από την υποστήριξη ελέγχου λειτουργιών του Elgato Wave Link μέσα από το Elgato Stream Deck, εγκαθίστανται και έτοιμα προφίλ με έτοιμες τις βασικές λειτουργίες που θα ήθελε κάποιος να ελέγξει. Εδώ βλέπουμε το σχετικό προφίλ στην περίπτωση που κάποιος διαθέτει το Elgato Stream Deck XL. Αν πάλι διαθέτετε το Elgato Stream Deck, με τα 15 πλήκτρα, αντί των 32 του XL, η εφαρμογή εγκαθιστά δύο προφίλ, με τα βασικά πλήκτρα ελέγχου του Elgato Wave Link μοιρασμένα μεταξύ τους. Στην περίπτωση του μικρότερου μοντέλου της εταιρίας, του Elgato Stream Deck Mini, με τα 6 μόλις πλήκτρα, δεν δημιουργείται αυτόματα σχετικό προφίλ αλλά, φυσικά, υπάρχει η δυνατότητα να προσθέσετε εντολές σχετικές με τον έλεγχο του Elgato Wave Link στα υπάρχοντα προφίλ σας ή σε νέα. Ο έλεγχος που μπορεί να έχει κάποιος στο Elgato Wave Link και συνεπώς στο Elgato Wave:3 μέσω του λογισμικού Elgato Stream Deck είναι ιδιαίτερα εκτενής, καθώς περιλαμβάνει 8 κατηγορίες εντολών, με αρκετές επιλογές στην κάθε μία. Με την ενσωμάτωση του εκτενούς και ομολογουμένως ιδιαίτερα βολικού αυτού ελέγχου του Elgato Wave Link και του Elgato Wave:3 στο λογισμικό Elgato Stream Deck, η Elgatoισχυροποιεί το οικοσύστημά της και κάνει πιο θελκτική την επιλογή του συνόλου των προϊόντων της. Επίλογος Το Elgato Wave:3 είναι ένα ηλεκτροστατικό μικρόφωνο υψηλής ποιότητας, ειδικά σχεδιασμένο για χρήση streaming. Η ποιότητα του ήχου που συλλαμβάνει είναι εξαιρετική για την κατηγορία του και μπορεί να φτάσει σε συχνότητα δειγματοληψίας τα 96KHz και σε βάθος ήχου τα 24bit. Η κλασσική του εμφάνιση, με μοντέρνες πινελιές, συνοδεύεται από απλό χειρισμό, λειτουργικότητα και την υψηλή ποιότητα κατασκευής που μας έχει συνηθίσει τόσο η Elgato, όσο και η μητρική της εταιρία, η Corsair. Οι εξειδικευμένες λειτουργίες του, ειδικά μελετημένες για streaming, όπως η έξοδος ήχου monitoring απ' ευθείας πάνω από το μικρόφωνο - για απουσία latency - και η μίξη ήχου από το μικρόφωνο και τον υπολογιστή, κάνουν την παραγωγή περιεχομένου μια πολύ πιο εύκολη υπόθεση. Το λογισμικό Elgato Wave Link συνδυάζεται αρμονικά με τα παραπάνω για να ολοκληρώσει την εμπειρία ψηφιακής μίξης και υψηλής ποιότητας που υπόσχεται στη συσκευασία της η συσκευή. Η δε ενσωμάτωση εκτενούς ελέγχου του Elgato Wave Link και συνεπώς του Elgato Wave:3 μέσω του λογισμικού Elgato Stream Deck ανεβάζει τη συνολική εμπειρία σε άλλο επίπεδο άνεσης και ευκολίας. Όλα αυτά (και άλλα για τα οποία όσοι πηδάτε από την εισαγωγή στον επίλογο θα πρέπει να ανατρέξετε στο review), έρχονται με κάποιο κόστος. Στη συγκεκριμένη περίπτωση, το προτεινόμενο από την εταιρία κόστος είναι τα 169,99 ευρώ, που είναι λογικό, δεδομένης της ποιότητας και των δυνατοτήτων της συσκευής. Ας συνοψίσουμε τα πλεονεκτήματα και τα μειονεκτήματα του Elgato Wave:3: Πλεονεκτήματα + Ποιότητα ήχου + Δειγματοληψία ήχου έως 96KHz και βάθος ήχου έως 24bit + Λογισμικό ψηφιακής μίξης Elgato Wave Link + Εκτενής έλεγχος του Elgato Wave Link (και συνεπώς του Elgato Wave:3) μέσω του Elgato Stream Deck + Απλός χειρισμός + Λειτουργικότητα + Monitoring ήχου μέσω εξόδου ακουστικών πάνω στο μικρόφωνο, χωρίς latency + Μίξη ήχου από το μικρόφωνο και τον υπολογιστή που ελέγχεται από το μικρόφωνο και ακούγεται στην έξοδο ακουστικών του μικροφώνου + Συνδεσιμότητα USB-C + Αντικραδασμική βάση + Συμπεριλαμβάνεται αντάπτορας σύνδεσης σε βραχίονα + Mute μέσω πλήκτρου αφής για αθόρυβο χειρισμό + Ποιότητα και αίσθηση υλικών + Ποιότητα κατασκευής + Κλασσική αισθητική με μοντέρνες πινελιές + Δυνατότητα αγοράς ως επιπλέον αξεσουάρ pop-filter και shock mount για βραχίονα Μειονεκτήματα - Απουσία δυνατότητας απενεργοποίησης  TheLAB.GR Ευχαριστούμε θερμά την Elgato για την παραχώρηση του δείγματος της δοκιμής. Πολύμερος Αχανιώτης 18/06/2020
  10. Εισαγωγή Τον τελευταίο καιρό σας έχουμε παρουσιάσει αρκετά από τα slim barebones της Shuttle, τα οποία, όπως φάνηκε από τα reviews, προσφέρουν αξιοπιστία και επιδόσεις σε μικρό πακέτο. Τι γίνεται όμως με τους χρήστες που θέλουν το κάτι παραπάνω, τόσο σε επιδόσεις όσο και σε αποθηκευτικό χώρο; Για αυτούς, η Shuttle διαθέτει τη σειρά cube, το κορυφαίο μοντέλο της οποίας βρίσκεται σήμερα στον πάγκο των δοκιμών μας. Πρόκειται για το Shuttle XPC Cube SH370R8, ένα barebone μικρού μεγέθους αλλά μεγάλης χωρητικότητας. Barebone ονομάζουμε έναν υπολογιστή που περιέχει τα βασικά στοιχεία και εξαρτήματα ενώ αφήνει το χρήστη να συμπληρώσει τα υπόλοιπα. Στη συγκεκριμένη περίπτωση, η σειρά XPC Cube της Shuttle περιλαμβάνει το κουτί, τροφοδοτικό, μητρική και ψήκτρα του επεξεργαστή. Ο χρήστης πρέπει να συμπληρώσει τον επεξεργαστή, τη μνήμη και τη μονάδα αποθήκευσης, για να έχει ένα ολοκληρωμένο και λειτουργικό σύστημα. Καθώς το Shuttle XPC Cube SH370R8 βασίζεται στο chipset Η370 της Intel, υποστηρίζει το socket 1151 και επεξεργαστές της Intel 8ης και 9ης γενιάς. Πάμε λοιπόν να δούμε αναλυτικά τι είναι και τι μας παρέχει το Shuttle XPC Cube SH370R8. Συσκευασία και Παρελκόμενα Το Shuttle XPC Cube SH370R8 έρχεται προστατευμένο σε ένα λευκό κουτί που διαθέτει ένα βολικό χερούλι στην κορυφή του και αρκετή προστασία στο εσωτερικό του για να εξασφαλίσει ότι το προϊόν θα φτάσει στα χέρια σας σώο. Το κουτί είναι ίδιο για όλα τα XPC Cube μοντέλα της Shuttle, και το μοντέλο καθώς και τα βασικά χαρακτηριστικά του αναγράφονται σε αυτοκόλλητο στη μία από τις μικρές πλευρές του κουτιού. Το προϊόν συνοδεύεται από όλα τα απαραίτητα παρελκόμενα. Έτσι διαθέτει βίδες για τη στήριξη των συσκευών, καλώδια για τη σύνδεση των drives με τη μητρική, θερμοαγώγιμη πάστα για τον επεξεργαστή, καλώδιο παροχής ρεύματος, το Quick Guide που εξηγεί πώς γίνεται η εγκατάσταση των εξαρτημάτων στο Shuttle XPC Cube SH370R8 και το CD με τους drivers της μητρικής. Κουτί και Τροφοδοτικό Οι διαστάσεις του Shuttle XPC Cube SH370R8 είναι 21,6cm (π) x 19,8cm (υ) x 33,2cm (β) και το κουτί του αποτελείται εξ' ολοκλήρου από αλουμίνιο, εκτός από την πρόσοψη που είναι πλαστικό με επικάλυψη αλουμινίου στο εμπρός μέρος της. Η ποιότητα των υλικών είναι εξαιρετική. Επάνω δεξιά βρίσκουμε το πλήκτρο εκκίνησης του συστήματος καθώς και ενδεικτικά LEDs λειτουργίας του συστήματος και των drives. Μια πίεση στις 3 τελείες που βλέπετε κάτω δεξιά αποκαλύπτει ένα κρυφό διαμέρισμα της πρόσοψης όπου βρίσκουμε συνδέσεις για μικρόφωνο και ακουστικά καθώς και 2 θύρες USB 3.0. Τα πλαϊνά είναι διάτρητα για να εξασφαλίζουν την είσοδο φρέσκου αέρα ενώ το αριστερό πλαϊνό (όπως κοιτάμε το κουτί από εμπρός) είναι διάτρητο σε μεγαλύτερο ύψος καθώς από αυτό θα τροφοδοτηθεί μια κάρτα γραφικών με φρέσκο αέρα. Και τα 2 διάτρητα πλαϊνά διαθέτουν εσωτερικό, μη αφαιρούμενο φίλτρο σκόνης. Ξεκινάμε το πίσω μέρος από πάνω αριστερά όπου ουσιαστικά βλέπουμε το πίσω μέρος του τροφοδοτικού του Shuttle XPC Cube SH370R8. Ο ανεμιστήρας του είναι αρκετά ήσυχος σε χαμηλά φορτία, αν και είναι μόλις 40mm. Όταν φυσικά ανεβαίνουν οι απαιτήσεις τροφοδοσίας, ανεβαίνουν και οι στροφές. Δεξιά από τον ανεμιστήρα του τροφοδοτικού διακρίνουμε μία καλυμμένη στρογγυλή οπή και δεξιότερα αυτής στο ίδιο ύψος άλλες δύο, με την τελευταία να βρίσκεται στην άλλη άκρη του κουτιού. Αυτές είναι οπές που μπορεί να ανοιχτούν με απλή πίεση στο κάλυμμα που έχουν για να τοποθετηθούν κεραίες για το προαιρετικό WLAN module που υποστηρίζει το Shuttle XPC Cube SH370R8. Κάτω από το τροφοδοτικό ακριβώς, διακρίνουμε μία ακόμη καλυμμένη οπή, αυτή τη φορά για σειριακό βύσμα. Η μητρική του Shuttle XPC Cube SH370R8 διαθέτει το σχετικό header, έτσι αν χρειαστείτε σειριακή θύρα, ένα απλό καλώδιο αρκεί για να την έχετε στο πίσω μέρος του κουτιού. Στο κέντρο της πίσω πλευράς διακρίνουμε ένα διάτρητο τμήμα και από μέσα την ψήκτρα του επεξεργαστή. Ο σχεδιασμός της Shuttle έχει έξυπνα τοποθετήσει την ψήκτρα του επεξεργαστή στο σημείο εξαγωγής αέρα από το κουτί, εξασφαλίζοντας ότι ο θερμός αέρας από την ψύξη του επεξεργαστή θα φεύγει απ' ευθείας έξω. Δεξιά από το διάτρητο τμήμα βλέπουμε δύο καλύμματα για κάρτες PCI Express, που σημαίνει ότι το Shuttle XPC Cube SH370R8 μπορεί να δεχτεί οποιαδήποτε κάρτα γραφικών, αφού έχει και το κατάλληλο μήκος. Και για να είμαστε πιο ακριβείς, μπορεί να δεχτεί κάρτες γραφικών με διαστάσεις μέχρι και 28cm x 12cm x 4cm. 3 χειρόβιδες περιμετρικά του κουτιού, χωρίς προστατευτικές λαστιχένιες ροδέλες που θα προστάτευαν το φινίρισμα, συγκρατούν το κάλυμμα του κουτιού και με την αφαίρεσή τους αποκτούμε πρόσβαση στο εσωτερικό. 4 ακόμη χειρόβιδες περιμετρικά του διάτρητου τμήματος συγκρατούν το shroud και τον ανεμιστήρα του συστήματος ψύξης του επεξεργαστή. Τέλος, κάτω αριστερά, έχουμε το I/O Panel της μητρικής που περιλαμβάνει 2 Display Ports 1.2, 1 HDMI 2.0a, 2 θύρες USB 2.0 (μαύρες), 2 θύρες USB 3.1 Gen 1 (μπλε), 4 θύρες USB 3.1 Gen 2 (κόκκινες), 2 Gigabit Ethernet Ports και τις εισόδους / εξόδους της κάρτας ήχου. Τέλος, κάτι που δε συναντάμε συχνά, ένα πλήκτρο για να κάνουμε Reset στο BIOS, χωρίς να χρειαστεί να ανοίξουμε το κουτί. Στην παρακάτω εικόνα, βλέπουμε όλα τα παραπάνω στοιχεία, συγκεντρωμένα. Αφαιρέσαμε λοιπόν τις 3 περιμετρικές χειρόβιδες και αφαιρέσαμε και το καπάκι. Το δεξί μέρος του κουτιού καταλαμβάνεται σε μεγάλο μέρος από το τροφοδοτικό που σε σχήμα θυμίζει αυτά που συναντάμε σε servers. Πρόκειται για ένα τροφοδοτικό με πιστοποίηση 80 Plus Silver, ισχύος 500W, Active PFC και 3 12V rails, 2 των 16A και 1 των 17A. Στην αριστερή πλευρά του κουτιού βλέπουμε το σύστημα ψύξης του επεξεργαστή που με 4 heatpipes μεταφέρει τη θερμότητα από τον επεξεργαστή στο πίσω μέρος ώστε αυτή να βγει άμεσα έξω από το κουτί. Βλέπουμε επίσης το cage των σκληρών δίσκων. Το Cage των σκληρών δίσκων είναι αφαιρούμενο και ψύχεται από έναν ανεμιστήρα στην πρόσοψη του κουτιού, ο οποίος όμως καλύπτει καλά μόνο τις 3 κατώτερες από τις 4 συνολικά θέσεις σκληρών δίσκων. Η αφαίρεσή του απαιτεί κατσαβίδι καθώς στηρίζεται στο κουτί με 4 βίδες και κάνει πολύ ευκολότερη την τοποθέτηση των drives. Όπως είναι εμφανές, το cage υποστηρίζει μόνο drives 3,5" και για την τοποθέτηση drives 2,5" απαιτείται αντάπτορας. Μπορείτε να χρησιμοποιήσετε οποιονδήποτε αντάπτορα, αλλά η Shuttle προτείνει τον δικό της, ο οποίος κοστίζει 10 ευρώ και με τον οποίον μπορείτε να τοποθετήσετε 2 drives των 2,5" σε μία από τις 4 υποδοχές του cage. Ο ανεμιστήρας στην πρόσοψη που ψύχει τους δίσκους είναι 80mm PWM και λεπτού πάχους. Ο ανεμιστήρας αυτός τροφοδοτείται με αέρα από μια έξυπνα τοποθετημένη γρίλια στην πρόσοψη. Ψύξη Επεξεργαστή Το σύστημα ψύξης του επεξεργαστή αποτελείται από 2 τμήματα. Το Shroud που φέρει και τον ανεμιστήρα και στηρίζεται στο ίδιο το κουτί με 4 χειρόβιδες που συναντήσαμε στο πίσω μέρος του και την ψύκτρα που κουμπώνει στη μητρική με τον κλασικό μηχανισμό των original ψυκτρών της Intel. 4 heat pipes ενώνουν τη βάση της ψύκτρας με τα fins και μεταφέρουν τη θερμότητα από τον επεξεργαστή στην έξοδο αέρα του κουτιού. Έτσι ο ανεμιστήρας της ψύκτρας παίζει και το ρόλο του ανεμιστήρα εξόδου αέρα από το κουτί και ο θερμός αέρας από την ψύξη του επεξεργαστή εκλύεται απ' ευθείας στο περιβάλλον. Η απόδοση του συστήματος ψύξης υποστηρίζει επεξεργαστές με κατανάλωση ενέργειας έως και 95W. Ο 92mm ανεμιστήρας είναι κατασκευής της AVC (μοντέλο DS09225R12HP207), ελέγχεται μέσω PWM και διαθέτει υδροδυναμικό έδρανο, ενώ το πάχος του είναι το συνηθισμένο, δηλαδή 25mm. Η απόδοσή του είναι ικανοποιητική και είναι αρκετά αθόρυβος σε φυσιολογικές συνθήκες λειτουργίας, αλλά μπορεί να γίνει πολύ ενοχλητικός αν χρειαστεί να δουλέψει σε πλήρεις στροφές, οι οποίες μπορεί να φτάσουν έως και τις 3792 στροφές ανά λεπτό (με επιλογή Full Mode στο BIOS). Εν τούτοις, όπως θα δούμε παρακάτω, οι στροφές του υπό φορτίο δεν ξεπέρασαν καν τις 2000 στροφές ανά λεπτό. Το Shroud διαθέτει λαστιχάκια απομόνωσης των κραδασμών του ανεμιστήρα. H ψύκτρα διακρίνεται για ένα καλό συνδυασμό της αποτελεσματικότητας με το μειωμένο κόστος, χωρίς ιδιαίτερες ποιοτικές θυσίες. Τα 4 heat pipes των 6mm είναι συγκολλημένα στο block / cold plate και ελαφρά συμπιεσμένα. Έτσι έχουν μεγαλύτερη επιφάνεια επαφής με αυτό και λόγω της υψηλής θερμικής αγωγιμότητας της συγκόλλησης, εξασφαλίζουν μια ικανοποιητική θερμική σύζευξη με το cold plate. Στο άλλο τους άκρο, έρχονται σε επαφή με τα αλουμινένια πτερύγια μέσω μηχανικής σύσφιξης, μέθοδος που εξασφαλίζει επίσης καλή θερμική επαφή. Η ψύκτρα έρχεται σε επαφή με το CPU heat spreader μέσω ενός επίπεδου χάλκινου cold plate, η επιφάνεια του οποίου έχει αφεθεί εσκεμμένα σχετικά «άγρια», τεχνική που διακρίνεται για την καλή θερμική σύζευξη και την αποτελεσματική διασπορά της θερμοαγώγιμης πάστας που εξασφαλίζει. Προδιαγραφές και Μητρική Τα βασικά χαρακτηριστικά του Shuttle XPC Cube SH370R8 φαίνονται στον παρακάτω πίνακα. Όπως θα δείτε το Shuttle XPC Cube SH370R8 δεν έχει τίποτα να ζηλέψει από μεγαλύτερες σε διαστάσεις υλοποιήσεις και μπορεί να μετατραπεί πολύ εύκολα σε ένα εξαιρετικό Gaming PC. Για όποιον θέλει να δει αναλυτικά τα χαρακτηριστικά του Shuttle XPC Cube SH370R8, παρατίθεται ο παρακάτω αναλυτικός πίνακας χαρακτηριστικών: Τα περισσότερα από τα παραπάνω χαρακτηριστικά αφορούν ουσιαστικά τη μητρική του Shuttle XPC Cube SH370R8 την οποία βλέπετε παρακάτω: Η μητρική του Shuttle XPC Cube SH370R8 βασίζεται στο Chipset H370 της Intel και διαθέτει LGA 1151 CPU Socket. Χρησιμοποιεί πυκνωτές στερεής κατάστασης (Solid State) για μεγαλύτερη αντοχή στο χρόνο. Διαθέτει 4 DIMM Sockets που υποστηρίζουν μνήμη DDR4 στα 1,2V, υποστηρίζοντας συνολικά μέχρι και 128GB μνήμης RAM. Έχει μία θύρα PCI Express 16x για την κάρτα γραφικών και μία ακόμη, 4x (τα συνολικά PCI-e Lanes του H370 είναι 16). Για τα μέσα αποθήκευσης υπάρχουν 4 θύρες SATA 3.0 (6Gb/s) και 1 Μ.2 2280 slot PCIe 3.0 4x που υποστηρίζει το πρωτόκολλο NVME. Υπάρχει επίσης μια θύρα M.2 2230 που μπορεί να φιλοξενήσει ένα WLAN controller, ο οποίος μπορεί να συνδεθεί με τις κεραίες που μπορούν να τοποθετηθούν στις υποδοχές του πίσω μέρους του κουτιού που συζητήσαμε νωρίτερα. Συνολικά, μια σύγχρονη, ολοκληρωμένη και ισχυρή μητρική που δύσκολα θα αφήσει κάποιον παραπονεμένο από πλευράς δυνατοτήτων, ειδικά όταν μιλάμε για ένα τόσο μικρό σύνολο. Αν τώρα κάποιος θελήσει στο μέλλον να αλλάξει μητρική, το κουτί του Shuttle XPC Cube SH370R8 μπορεί να φιλοξενήσει οποιαδήποτε Mini-ITX μητρική, αλλά τότε χάνεται το πλεονέκτημα της ειδικής ψήκτρας του επεξεργαστή που βγάζει τον ζεστό αέρα απ' ευθείας έξω από το κουτί καθώς επίσης και θεωρώ απίθανο οποιαδήποτε Mini-ITX μητρική να διαθέτει τόσες δυνατότητες όσο αυτή του Shuttle XPC Cube SH370R8. Είναι όμως μια δυνατότητα που δεν κοστίζει κάτι και καλό είναι που υπάρχει. Μεθοδολογία Μετρήσεων Φτάσαμε λοιπόν στην ώρα των μετρήσεων. Για τις ανάγκες της παρουσίασης εξοπλίσαμε το Shuttle XPC Cube SH370R8 με έναν Intel Core i7 9700, 16 GB μνήμης DDR4-3200 της Corsair και έναν SSD Corsair Force LE200 240GB, οποίος είναι μια ευγενική προσφορά της Corsair και εγκαταστήσαμε την πιο πρόσφατη έκδοση των Windows 10. Τα μετροπρογράμματα που χρησιμοποιήσαμε στη σημερινή παρουσίαση είναι τα ακόλουθα: AIDA64 Engineer Edition v.6.20.5300 το οποίο είναι μια ευγενική προσφορά της Finalwire PCMark 10 Professional Edition v.2.1.2177 το οποίο είναι μία ευγενική προσφορά της UL Benchmarks 3DMark Professional Edition v.2.11.6866 το οποίο είναι μία ευγενική προσφορά της UL Benchmarks Cinebench R20 & R15, SuperPI Mod 1.5, WPrime 2.10 & Fritz Chess Benchmark Χρονισμοί CPU και RAM Ο Intel Core i7 9700 που χρησιμοποιούμε στο συγκεκριμένο review είναι ένας επεξεργαστής 9ης γενιάς Coffe Lake με 8 πυρήνες, χωρίς hyperthreading. Έχει Base Frequency 3.00GHz και Turbo Frequency 4.70GHz. Το Max TDP του είναι 65W. Καθώς δεν είναι σειράς K, δεν υποστηρίζει υπερχρονισμό, αλλά καθώς και το Chipset H370 δεν υποστηρίζει κάτι τέτοιο, δεν αλλάζει κάτι στο αποτέλεσμα. Ένα σημείο όπου αντιμετωπίσαμε θέμα είναι ο χρονισμός των RAM. Συγκεκριμένα, χρησιμοποιήσαμε 2 αρθρώματα RAM της Corsair, 8GB έκαστο, με δυνατότητα χρονισμού στα 3200MHz, μέσω XMP profile. Δυστυχώς, το BIOS της μητρικής του Shuttle XPC Cube SH370R8 δεν προσφέρει καμία δυνατότητα επιλογής του χρονισμού των μνημών, ο οποίος γίνεται με βάση των JEDEC profiles που περιέχονται στο SPD των μνημών. Όπερ και καταλήξαμε να τρέχουμε RAM δυνατοτήτων 3200MHz στα 2133MHz, χωρίς καμία δυνατότητα για κάτι καλύτερο. Δοκιμάσαμε και άλλα, παρόμοια σετ RAM με τα ίδια αποτελέσματα. Επικοινωνήσαμε με τη Shuttle και μας ενημέρωσαν ότι δεν προτείνουν τη χρήση μνημών με XMP profiles αλλά τη χρήση μνημών με JEDEC profiles στα 2400MHz ή 2666MHz. Καθώς δε διαθέταμε κάποιο τέτοιο κιτ, προχωρήσαμε στις μετρήσεις με τις RAM χρονισμένες στα 2133MHz. Η έκδοση του BIOS της μητρικής με το οποίο πραγματοποιήθηκαν οι μετρήσεις φαίνεται στο παρακάτω screenshot. Κατανάλωση, Θερμοκρασίες, Χρονισμοί, Θόρυβος Στο παρακάτω διάγραμμα βλέπουμε την κατανάλωση του Shuttle XPC Cube SH370R8. Και ενώ η κατανάλωση σε ηρεμία είναι απόλυτα φυσιολογική, σε σχέση με το Shuttle DH310 με Core i3-8100, καθώς το Shuttle XPC Cube SH370R8 με Core i7-9700 έχει ίδιο Max TDP επεξεργαστή αλλά μεγαλύτερη μητρική με περισσότερα υποσυστήματα, παρατηρούμε μια σημαντική διαφορά στην κατανάλωση κατά την εκτέλεση του AIDA 64 Stress Test. Αυτό δεν είναι αναμενόμενο, καθώς οι 2 επεξεργαστές που χρησιμοποιήθηκαν, έχουν το ίδιο Max TDP. Παρακάτω βλέπουμε αναλυτικά τα αποτελέσματα του stress test του AIDA64 όπως αυτό χρησιμοποιήθηκε για την παραπάνω μέτρηση. Η δοκιμασία πραγματοποιήθηκε για 20 λεπτά, με θερμοκρασία περιβάλλοντος 21°C. Παρατηρούμε τα εξής ενδιαφέροντα: Η θερμοκρασία των πυρήνων δεν ανέβηκε πάνω από τους 73°C, ενώ ο ανεμιστήρας της ψύκτρας του επεξεργαστή (Chasis κατά το AIDA64) δεν ξεπέρασε τις 1945 στροφές, παραμένοντας σε ανεκτά επίπεδα θορύβου. Ο ανεμιστήρας στην πρόσοψη του κουτιού δεν ξεπέρασε τις 1278 στροφές και παρέμεινε σχεδόν αθόρυβος. Είναι σαφές από τις σχετικές ταχύτητες περιστροφής των ανεμιστήρων εισαγωγής - εξαγωγής αέρα, το γεγονός ότι ο ανεμιστήρας εξαγωγής είναι μεγαλύτερος και ότι ο ανεμιστήρας του τροφοδοτικού συνεισφέρει στην εξαγωγή αέρα, ότι η στατική πίεση του κουτού είναι αρνητική. Η συχνότητα λειτουργίας του 1 πυρήνα έφτασε τα 4191MHz και των υπολοίπων 7 πυρήνων έφτασε τα 4291MHz. Η μέγιστη κατανάλωση του επεξεργαστή έφτασε τα 87,34W, κάτι που δε συνάδει με το Max ΤDP των 65W του Intel Core i7-9700, αλλά εξηγεί τη μέγιστη κατανάλωση του Shuttle XPC Cube SH370R8 που είδαμε παραπάνω καθώς και τους πολύ καλούς χρονισμούς στους οποίους έφτασαν οι πυρήνες. Παρακάτω βλέπουμε τα αναλυτικά γραφήματα που παράγει το PCMark 10 κατά τις δοκιμασίες Extended και Application που εκτελέσαμε. Ο λόγος που τα παραθέτουμε είναι ότι δείχνουν την κατανάλωση του επεξεργαστή να ξεπερνάει τα 90W, επιβεβαιώνοντας τη μέτρηση του AIDA64 PCMark10 Extended PCMark10 Application Φαίνεται λοιπόν ότι η Shuttle επέλεξε τη δυνατότητα TDP up που παρέχει η Intel στους κατασκευαστές, ώστε να αυξήσουν το Max TDP του επεξεργαστή, εφ' όσον θεωρούν ότι η ψύξη επαρκεί, κάτι που μάλιστα έγινε με επιτυχία, καθώς τόσο ο θόρυβος όσο και οι θερμοκρασίες παρέμειναν χαμηλά. Ας δούμε λοιπόν πώς τα πήγε το Shuttle XPC Cube SH370R8 με τον Intel Core i5 9700 και τα 16GB RAM DDR4-3200 (χρονισμένες όμως στα 2133MHz) στις ενότητες που ακολουθούν. AIDA64 Ξεκινάμε τις μετρήσεις μας με το AIDA64, όπου η διαφορά των επιδόσεων του 9700 σε σχέση με τους άλλους επεξεργαστές είναι τεράστια. Η απόδοση της μνήμης από την άλλη, δε διαφέρει ιδιαιτέρως. Οι επιδόσεις είναι ελαφρώς χαμηλότερες καθώς όπως είπαμε η απουσία JEDEC profile στα 2400Mhz ή 2666MHz περιόρισε το χρονισμό των RAM στα 2133MHz. PCMark10 Το PCMark10 μας δίνει μια πιο συνολική εικόνα των επιδόσεων που μπορούμε να περιμένουμε από το Shuttle XPC Cube SH370R8 και όχι μόνο των επιδόσεων του επεξεργαστή. Έγιναν οι μετρήσεις του Extended Test καθώς και του Applications Test το οποίο μετράει τις επιδόσεις στο MS Office 2019. Οι διαφορές εδώ παραμένουν εμφανείς και εξαρτώνται από το πού βασίζεται το κάθε τεστ, καθώς κάποια βασίζονται σε επιδόσεις ενός μόνο πυρήνα και εξαρτώνται αποκλειστικά από τη συχνότητα και άλλες εκμεταλλεύονται όλους τους πυρήνες και μετρούν συνολική επεξεργαστική ισχύ. 3DMark Χωρίς μεγάλες προσδοκίες ή απαιτήσεις από τα ενσωματωμένα στον επεξεργαστή γραφικά των εν λόγω υλοποιήσεων, τρέξαμε 5 από τις δοκιμές του 3DMark. Είναι σαφές ότι η ενσωματωμένη λύση γραφικών του Intel Core i7-9700 είναι ταχύτερη από τις υπόλοιπες που δοκιμάστηκαν, αλλά αυτό που έχει ακόμη περισσότερη σημασία είναι η δυνατότητα του Shuttle XPC Cube SH370R8 να φιλοξενήσει σχεδόν οποιαδήποτε σύγχρονη κάρτα γραφικών, εκτοξεύοντας τις αντίστοιχες επιδόσεις. Λοιπές Μετρήσεις CPU Κλείνουμε τις μετρήσεις με μερικά ακόμη δημοφιλή benchmarks. Απολογισμός Οι επιδόσεις ενός Barebone εξαρτώνται από τις επιμέρους επιδόσεις των τμημάτων που το αποτελούν. Δηλαδή του κουτιού, της μητρικής, της ψύκτρας και του τροφοδοτικού. Για να δούμε πώς τα πάει σε αυτούς τους τομείς το Shuttle XPC Cube SH370R8 . Όσον αφορά το κουτί λοιπόν, είναι έξυπνα σχεδιασμένο, με πολύ καλή ποιότητα κατασκευής και σωστή εκμετάλλευση του χώρου. Η ροή του αέρα που δημιουργούν οι 2 ανεμιστήρες είναι ικανοποιητική και η δυνατότητα τοποθέτησης τεσσάρων σκληρών δίσκων 3,5" συν ενός M.2 SSD, εντυπωσιακή για αυτό το μέγεθος. Έχει επίσης την δυνατότητα εγκατάστασης οποιασδήποτε κάρτας γραφικών μπορεί να υποστηρίξει το τροφοδοτικό του, και αυτές είναι η μεγάλη πλειοψηφία καθώς το τροφοδοτικό είναι ποιοτικό και ισχύος 500W. Το τροφοδοτικό του Shuttle XPC Cube SH370R8 είναι ένα ισχυρό για το μέγεθός του, ποιοτικό τροφοδοτικό με ό,τι μπορεί να χρειαστεί ένας υπολογιστής που χωράει σε κουτί τέτοιου μεγέθους. Έχει πιστοποίηση 80+ Silver και είναι ιδιαίτερα αποδοτικό σε χαμηλά φορτία, καθώς και εντελώς αθόρυβο σε αυτά. Ο θόρυβος ανεβαίνει όταν ανεβαίνουν και τα φορτία, αλλά αυτό είναι φυσιολογικό καθώς εξοπλίζεται με ανεμιστήρα 40mm. Η ψύκτρα του επεξεργαστή είναι πολύ έξυπνα σχεδιασμένη καθώς με τα 4 heat pipes μεταφέρει τη θερμότητα του επεξεργαστή στο πίσω μέρος του κουτιού από όπου αποβάλλεται στο περιβάλλον, χωρίς να επιβαρύνει τη θερμοκρασία του αέρα που βρίσκεται μέσα στο κουτί. Πέρα από αυτό, οι επιδόσεις της είναι μέτριες και ο αρκετά αθόρυβος στις χαμηλές στροφές ανεμιστήρας της, γίνεται θορυβώδης σε υψηλές. Και τέλος η μητρική, από την οποία δεν είχα κανένα παράπονο. Πλήρως εξοπλισμένη, λειτουργική και γενναιόδωρη, εκμεταλλευόμενη την επαρκή ψύξη, έκανε χρήση της επιλογής του TDP up στον επεξεργαστή, ανεβάζοντας τις επιδόσεις του Intel Core i7-9700. Η χαμηλότερη τιμή του Shuttle XPC Cube SH370R8 σε ελληνικό κατάστημα, τη στιγμή που γράφεται αυτό το review είναι 394,20 ευρώ συμπεριλαμβανομένου του Φ.Π.Α. Η τιμή είναι θα λέγαμε λογική για ένα προϊόν πιστοποιημένο για χρήση 24/7 που δε θα αφήσει κανέναν παραπονεμένο σε κανένα σχεδόν πεδίο. Ας συνοψίσουμε τα πλεονεκτήματα και τα μειονεκτήματα του Shuttle XPC Cube SH370R8 : Πλεονεκτήματα + Αλουμινένιο κουτί με εξαιρετική ποιότητα κατασκευής + Μικρό μέγεθος και βάρος + Μητρική πλήρης χαρακτηριστικών με chipset H370 και δυνατοτήτων Full-size μητρικών + TDP up στον επεξεργαστή που δοκιμάσαμε (Intel Core i7-9700) + 4 θύρες USB 3.1 Gen2 στο πίσω μέρος + Ειδική custom ψύκτρα καλής κατασκευής που βγάζει το θερμό αέρα εκτός κουτιού + Ποιοτικό και αθόρυβο τροφοδοτικό 500W 80+ Silver + Υποστήριξη της μεγάλης πλειοψηφίας των ισχυρών καρτών γραφικών + Υποστήριξη M.2 NVME SSD PCIe 3.0 4x + Θέσεις για 4 σκληρούς δίσκους 3,5" με ροή αέρα Μειονεκτήματα - Αδυναμία μητρικής να ορίσει χρονισμούς RAM εκτός JEDEC profiles - Θα προτιμούσαμε θύρες USB 3.1 Gen2 στο εμπρός μέρος αντί USB 3,1 Gen1 Με βάση τα παραπάνω, η συνολική βαθμολογία του Shuttle XPC Cube SH370R8 είναι:  TheLAB.GR Ευχαριστούμε θερμά τη Shuttle για την παραχώρηση του δείγματος της δοκιμής. Πολύμερος Αχανιώτης 14/5/2020
  11. Εισαγωγή Τα barebones της Shuttle τα έχουμε γνωρίσει και εκτιμήσει μέσα από τα reviews μας, αλλά το σημερινό δείγμα είναι αρκετά ιδιαίτερο. Βλέπετε, πρόκειται για ένα barebone της σειράς Nano, δηλαδή της μικρότερης σε διαστάσεις σειράς, που φέρει επεξεργαστές της Intel, υπερ-χαμηλής κατανάλωσης, ενσωματωμένους στη μητρική, με TDP μόλις 15W! Από όλες τις επιλογές που μας δίνει η νέα σειρά NC10, εμείς θα σας παρουσιάσουμε την ισχυρότερη και ακριβότερη, αυτήν που φέρει τον επεξεργαστή Intel Core i7-8565U (ULV), το Shuttle XPC Nano NC10U7. Καθώς το Shuttle XPC Nano NC10U7 φέρει όπως είπαμε κεντρικό επεξεργαστή ενσωματωμένο στη μητρική, τα μόνα εξαρτήματα που χρειάζεται να προσθέσουμε για να ολοκληρωθεί η σύνθεση είναι RAM (τύπου SODIMM DDR4) και κάποιο αποθηκευτικό μέσο, είτε SATA, είτε M.2 NVME PCIe 3.0 x4 ή M.2 SATA. Πάμε όμως να δούμε με λεπτομέρεια τα τεχνικά χαρακτηριστικά της ναυαρχίδας των Βενιαμίν της Shuttle. Τεχνικά Χαρακτηριστικά Τα βασικά τεχνικά χαρακτηριστικά του Shuttle XPC Nano NC10U7 φαίνονται στην παρακάτω λίστα. Πρώτο και καλύτερο φιγουράρει το HDMI 2.0, που σημαίνει υποστήριξη ανάλυσης 4K στα 60Hz όχι μόνο μέσω του Displayport, αλλά και μέσω του HDMI. Συνεπώς το Shuttle XPC Nano NC10U7 μπορεί να εκμεταλλευτεί πλήρως την 4K τηλεόρασή σας σαν μόνιτορ! Κατά τα άλλα, υποστηρίζει όπως είπαμε ένα αποθηκευτικό μέσο με διασύνδεση M.2, που μπορεί να είναι είτε NVME PCIe 3.0 x4 είτε SATA 3.0, καθώς και ένα αποθηκευτικό μέσο 2,5" με ύψος έως και 15mm και διασύνδεση SATA 3.0. Ενδιαφέρον είναι επίσης ότι το Shuttle XPC Nano NC10U7 υποστηρίζει WiFi όπως έρχεται, με εσωτερική κεραία, αν και αυτό περιορίζεται σε IEEE 802.11b/g/n (WiFi 4), max. 150 Mbps up-/downstream, χωρίς υποστήριξη Bluetooth. Ένα σημείο που θα ήθελε βελτίωση είναι η υποστήριξη USB, καθώς αυτή περιορίζεται στην υποστήριξη USB 3.2 (5Gbps) και όχι του - νεότερου και ταχύτερου - USB 3.2 Gen2 (10Gbps) ή του ακόμα νεότερου και ακόμα ταχύτερου USB 3.2 Gen2x2 (20Gbps). Και φυσικά η αντικατάσταση των δύο USB 2.0 θυρών του πίσω μέρους που θα δούμε παρακάτω! Στον παρακάτω αναλυτικό πίνακα βλέπετε όλα τα χαρακτηριστικά του Shuttle XPC Nano NC10U7, όπως αυτά αναγράφονται στην ιστοσελίδα της κατασκευάστριας εταιρίας. Shuttle XPC Nano NC10U7 Specifications Chassis Barebone PC with a black plastic chassis Dimensions: 142 x 142 x 42 mm (LWH) = 847 ml Weight: 0.4 kg net, 1.2 kg gross Hole for Kensington Lock Includes vertical stand and 75 / 100 mm VESA mount Low Power Consumption Power consumption in idle mode with 2.5" SSD under Windows 10: ca. 6 W only Operation Position 1) Horizontal 2) Vertical with stand 3) VESA-mounted behind an appropriate monitor Operation System This barbone system comes without operating system. It is compatible with: - Windows 10, 64-bit - Linux, 64-bit Processor Model: Intel Core i7-8565U (ULV) System-on-a-chip architecture (SoC) with integrated memory and graphics controller: no chipset required FCBGA1528 package - directly soldered onto the mainboard Code name: Whiskey Lake U (8th Generation Intel Core) Cores / Threads: 4 / 8 Clock rate: 1.8 GHz Max. Turbo Frequency: 4.6 GHz L1/L2/L3 Cache: 128 kB / 512 kB / 8 MB TDP wattage: 15 W maximum Manufacturing process: 3rd-generation enhanced 14nm++ Maximum Tjunction Temperature: 100 °C Supports 64-bit, VT-x (EPT), VT-d, Enhanced SpeedStep, NX bit, AES-NI, SSE 4.1/4.2 Cooling Fan Built-in CPU cooling fan with 4-pin connector Supports temperature-controlled RPM fan speed Integrated Graphics Intel UHD Graphics 620 GPU clock frequency: 300~1050 MHz Execution Units (EUs): 24 Supports DirectX 12 Supports full H264, H265 8/10 bit, VP8/9, VC-1, AVC hardware decoding Supports Quick Sync Video and Clear Video HD technology Supports up to two independent screens: 1) DisplayPort 1.2 supports Ultra HD @ 60 Hz 2) HDMI 2.0a supports Ultra HD @ 60 Hz Mainboard / BIOS AMI BIOS in 8 MByte EEPROM with SPI interface Supports resume after power failure Supports Wake on LAN (WOL) Supports Power on by RTC Alarm Supports booting from USB devices and SD card reader Supports hardware monitoring and watch dog function Supports Unified Extensible Firmware Interface (UEFI) Supports Firmware TPM v2.0 (fTPM) Power Adapter External 65 W power adapter (fanless) Input: 100~240 V AC, 50/60 Hz, max. 1.6 A Output: 19 V DC, max. 3.42 A, max. 65 W DC cable ca. 175 cm with coaxial connector: 5.5 / 2.5 mm (outer/inner diameter) The DC-input of the computer supports 19V±5%. AC cable, ca. 170 cm, with flat, two-pole Europlug Memory support 2x SO-DIMM slot with 260 pins Supports DDR4-2133/2400 (PC4-17000/19200) SDRAM at 1.2 V Supports DDR4-2666 at 2400 MHz Supports Dual Channel mode Supports a maximum of 16 GB per DIMM, maximum total size: 32 GB Supports two unbuffered DIMM modules (no ECC or registered) 2.5" Drive Bay Supports one Serial ATA hard disk or one SATA SSD drive in 6.35 cm / 2.5" format Device height: 15 mm (max.) Supports Serial-ATA III, 6 Gb/s (600 MB/s) bandwidth Card Reader Integrated SD card reader Supports SD, SDHC and SDXC memory flash cards Supports booting from SD card M.2 Slot for SSDs The M.2 2280 BM slot provides the following interfaces: - PCI-Express Gen. 3.0 X4 with up to 4 GB/s data transfer rate - SATA v3.0 (max. 6 Gbps) It supports M.2 cards with a width of 22 mm and a length of 42, 60 or 80 mm (type 2242, 2260, 2280). Supports M.2 SATA SSDs (with B+M key) and M.2 PCIe SSDs with NVMe (with M key) Audio Audio Realtek® ALC 662 High-Definition Audio Codec 3.5 mm / 4-pole combo audio connector for headphones and microphone [2] Digital multi-channel audio output: via HDMI and DisplayPort Gigabit LAN Ethernet Controller Intel i211 Supports 10 / 100 / 1.000 MBit/s operation (Gigabit) Supports WAKE ON LAN (WOL) Supports network boot by Preboot eXecution Environment (PXE) IEEE 802.3az Energy Efficient Ethernet (EEE) Interface: PCIe v2.1 Wireless LAN Built-in M.2-2230-A/E WLAN card and internal antenna Single-Chip 1T1R WLAN Controller Realtek RTL8188EE Supports IEEE 802.11b/g/n, max. 150 Mbps up-/downstream Security: WPA/WPA2(-PSK), WEP 64/128 bit, IEEE 802.11x/i Front Panel connectors USB 3.2 Gen 1 Type A (max. 5 Gbps, blue) USB 3.2 Gen 1 Type C (max. 5 Gbps) SD card reader (supports SD, SDHC, SDXC) Power button Power LED (blue, flashing when in suspend mode) HDD LED (orange) Back Panel connectors DisplayPort 1.2 [1] HDMI 2.0a 2x USB 2.0 Type A Gigabit LAN (RJ45) Audio Combo Port for headphones and microphone (3.5 mm jack, 4-pole) [2] DC-input connector for external power adapter 2x perforation for optional external WLAN antennas Left Side connectors Serial RS232 COM port (D-Sub, 9-pin) Note: The serial connector (COM port) cannot be used if the NC10U7 is operated in vertical position. Always-On Jumper By removing Jumper JP1 (please refer to the Quick Installation Guide) the system will start unconditionally once power is applied. [4] Clear CMOS Jumper Short Jumper JP2 for about 10 seconds to restore factory settings of BIOS. Supplied Accessories Multi-language Quick Installation Guide Driver DVD for Windows 10 VESA mount set (two parts), made of steel, Six screws (4x M4x10, 2x M2.5x3) Bracket for a 2.5" drive with eight screws (M3x5) Two aluminium stands (110 mm width) with four screws M3x7 for vertical operation Four black, rounded rubber feet, ca. 10 mm diameter x 2.5 mm Two screws for mounting of M.2 cards Power adapter 65 W with AC power cord Optional Accessories WLN-M: Wireless LAN module with two external antennas, supports WiFi IEEE 802.11n/ac (2.4 / 5 GHz) and Bluetooth 4.0 Environmental Spec Operating temperature range: 0~40 °C [3] Relative humidity range: 10~90% (non-condensing) Conformity / Certifications EMI: CE, FCC, BSMI, RCM, RED, VCCI Safety: CB, BSMI, ETL Other: RoHS, Energy Star, ErP This device is classed as a technical information equipment (ITE) in class B and is intended for use in living room and office. The CE-mark approves the conformity by the EU directives: (1) 2014/30/EU relating to electromagnetic compatibility (EMC), (2) 2014/35/EU relating to Electrical Equipment designed for use within certain voltage limits (LVD), (3) 2009/125/EC relating to ecodesign requirements for energy-related products (ErP), (4) 2014/53/EU Radio Equipment Directive (RED) [1] How to convert DisplayPort into HDMI/DVI The DisplayPort outputs can be converted to HDMI or DVI by an additional, passive adapter cable. For example: DELOCK 82590: 1 m, DisplayPort (male, 20p) to HDMI-A (male, 19p) DELOCK 82435: 5 m, DisplayPort (male, 20p) to DVI-D (male, 24p) The integrated graphics automatically detects the connected display and puts out the appropriate electric signal - either DisplayPort (without an adapter) or HDMI/DVI (with an adapter). However, a monitor with a DisplayPort connector cannot be connected to the HDMI port with a simple, passive adapter. In this case an active adapter like Delock 62496 is required. [2] Audio connector The 3.5 mm audio jack at the back panel of this device supports both a 4-pole connector for headphones and microphone and headphones with only a 3-pole connector. Headsets with separate connectors for headphones and microphone, though, require an appropriate adapter, if also the microphone should be used. [3] Caution: For high ambient temperatures over 35 °C we strongly recommend to use SSDs (supporting at least 70 °C) instead of hard disks. [4] Power-on after Power Fail: The BIOS setup provides a "Power-on after Power Fail" function that can be found under "Power Management Configuration". This function determines the PC's behaviour after power failure. As a matter of the nature of this function, it may fail after short power failures. This is why this PC also comes with a hardware-based solution. By removing Jumper JP1 (please refer to the Quick Installation Guide), the system will start unconditionally once power is applied. Ο παρακάτω συγκριτικός πίνακας, τονίζει με κόκκινο τις διαφορές ανάμεσα στην προηγούμενη σειρά Nano και την τελευταία. Πρόκειται για 3 διαφορές: Επεξεργαστή 8ης γενιάς αντί 7ης Υποστήριξη DDR 2400Mhz αντί 2133Mhz. Υποστήριξη HDMI 2.0a αντί 1.4b Συσκευασία - Παρελκόμενα Το Shuttle XPC Nano NC10U7 έρχεται σε ένα απλό χαρτονένιο κουτί, ίδιο για όλη τη σειρά Nano, με ένα κόκκινο αυτοκόλλητο να αναφέρει τα τεχνικά χαρακτηριστικά του συγκεκριμένου μοντέλου. Το κουτί διαθέτει στο επάνω μέρος ένα εξαιρετικά βολικό χερούλι μεταφοράς. Εντός, βρίσκουμε ένα μικρότερο απλό χαρτονένιο κουτί, που περιέχει την πλούσια προίκα του. Κατά την προσφιλή συνήθεια της Shuttle, οι drivers παρέχονται σε οπτικό δίσκο! Καταλαβαίνω το επιπλέον κόστος ενός μικρού USB flash drive, αλλά προτρέπω την εταιρία να σταματήσει τον εν λόγω αναχρονισμό. Το πρώτο και βασικότερο από τα παρελκόμενα είναι το τροφοδοτικό του Shuttle XPC Nano NC10U7 που είναι ισχύος 65W στα 19V. Το τροφοδοτικό συνδέεται με καλώδιο ρεύματος χωρίς γείωση, το οποίο παρέχεται επίσης. Η βάση που βλέπετε στις παρακάτω φωτογραφίες χρησιμεύει στη στήριξη του drive των 2,5", το οποίο μάλιστα στο Shuttle XPC Nano NC10U7 μπορεί να έχει ύψος έως και 15mm, σε αντίθεση με αυτά που υποστηρίζονται από τη σειρά Slim, τα οποία μπορεί να είναι ύψους έως 12,5mm. Έχουν σημασία αυτά τα 2,5mm στο ύψος του drive; Αν σας ενδιαφέρει ο μεγάλος αποθηκευτικός χώρος, σαφώς και έχουν, μεγάλη μάλιστα. Κι αυτό γιατί τη στιγμή της συγγραφής του παρόντος review, η μεγαλύτερη διαθέσιμη χωρητικότητα σε drive 2,5" και ύψους έως και 12,5mm είναι 2TB, ενώ με το ύψος στα 15mm αυτή μπορεί να φτάσει έως και τα 5TB! Εδώ βλέπουμε το εξάρτημα μέσω του οποίου το Shuttle XPC Nano NC10U7 μπορεί να τοποθετηθεί πίσω από κάποιο μόνιτορ με υποδοχές VESA.Το μικρό κομμάτι βιδώνει πάνω στο workstation και το μεγάλο στο μόνιτορ και στη συνέχεια κουμπώνουν όπως βλέπετε στη 2η φωτογραφία. Φυσικά, δεν είναι απαραίτητο να τοποθετήσουμε το Shuttle XPC Nano NC10U7 πίσω από κάποιο μόνιτορ. Μπορεί να καθίσει όπως είναι πάνω σε κάποιο γραφείο, ή και όρθιο, με τα παρακάτω ποδαράκια. Τα ποδαράκια είναι ποιοτικά, από αλουμίνιο και με λάστιχα στο κάτω μέρος για απόσβεση των κραδασμών. Όρθια τοποθέτηση χωρίς το εν λόγω εξάρτημα θα εμπόδιζε την εισαγωγή αέρα, όπως θα δούμε παρακάτω, και θα οδηγούσε σε υπερθέρμανση. Οι βίδες για όλα τα παραπάνω καθώς και για 2 M.2 συσκευές, παρέχονται επίσης. Μαζί και 4 αυτοκόλλητα, λαστιχένια ποδαράκια. Τέλος, εντός της συσκευασίας βρίσκουμε το ίδιο το Shuttle XPC Nano NC10U7, πολύ καλά προστατευμένο! WLN-M Παρά την ενσωματωμένη υποστήριξη WiFi, το Shuttle XPC Nano NC10U7 προσφέρει τη δυνατότητα αναβάθμισης μέσω του κιτ WLN-M που πωλείται ξεχωριστά. Η αναβάθμιση είναι σημαντική καθώς από το IEEE 802.11b/g/n (WiFi 4), max. 150 Mbps up-/downstream του ενσωματωμένου WiFi, περνάμε σε IEEE 802.11b/g/n/ac (WiFi 5) in the 2.4 / 5 GHz band, με μέγιστη υποστηριζόμενη ταχύτητα τα 433.3 Mbps στα 80 MHz. Παράλληλα προστίθεται και η υποστήριξη Bluetooth 4.0, κάτι αρκετά βολικό για τη χρήση αντίστοιχης τεχνολογίας πληκτρολογίου και ποντικιού. Παρά τη σαφή βελτίωση σε ταχύτητα και εμβέλεια που προσφέρει το WLN-M έναντι της ενσωματωμένης λύσης και της σαφώς σημαντικής προσθήκης του Bluetooth 4.0, υπάρχουν αντίστοιχες κάρτες που μπορούν να προσφέρουν σημαντικά μεγαλύτερες ταχύτητες καθώς και Bluetooth 5.0 και θα θέλαμε να δούμε μία από αυτές στο εν λόγω κιτ. Το εξωτερικό Το ίδιο το Shuttle XPC Nano NC10U7 είναι αρκετά κομψό, ξεφεύγοντας από το industrial look της σειράς Slim. Το σασί του αποτελείται από πλαστικό, ελαττώνοντας σημαντικά το βάρος, αλλά και την αντοχή, ενώ μόνο το επάνω καπάκι έχει επίστρωση αλουμινίου, με βουρτσισμένη υφή. Στο εμπρός μέρος βλέπουμε Από αριστερά προς τα δεξιά: 1 θύρα USB 3.2 Gen1 Type A. 1 θύρα USB 3.2 Gen1 Type C. Card Reader. Power button, στα αριστερά του οποίου το μικρό πορτοκαλί LED δραστηριότητας αποθηκευτικού μέσου και στα δεξιά του οποίου το μικρό μπλε LED λειτουργίας. Η αριστερή πλευρά διαθέτει στις 4 άκρες της μπρούτζινα ένθετα σπειρώματα για να βιδώσουν τα 2 πόδια που είδαμε στα παρελκόμενα. Διαθέτει επίσης μία σειριακή θύρα, η οποία φυσικά δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί όταν τοποθετηθούν τα πόδια και το Shuttle XPC Nano NC10U7 τοποθετηθεί όρθιο. Τέλος, διαθέτει γρίλιες εισαγωγής αέρα. Η δεξιά πλευρά διαθέτει τις αντίστοιχες οπές εξαγωγής αέρα. Όταν το Shuttle XPC Nano NC10U7 είναι τοποθετημένο όρθιο, η ροή του ζεστού αέρα είναι από κάτω προς τα επάνω, υποβοηθούμενη συνεπώς από τη φυσική ροή. Στις 2 πλευρές των οπών εξαερισμού διακρίνονται κυκλικές διαμορφώσεις που μπορούν να πιεστούν με ένα κατσαβίδι και να αφαιρεθούν (μόνιμα) ώστε να βιδώσουν οι κεραίες του WLN-M. Τέλος, στο δεξί μέρος αυτής της πλευράς διακρίνεται η οπή για το Kensington Lock. Στο πίσω μέρος του Shuttle XPC Nano NC10U7 συναντάμε την πλειονότητα των θυρών, όπως συνηθίζεται. Έτσι, από αριστερά προς τα δεξιά έχουμε: Θύρα τροφοδοσίας. Θύρα HDMI 2.0a. Θύρα DisplayPort 1.2. Θύρα RJ45 δικτύου 1000Mbps. 2 θύρες USB 2.0. Τετραπολική θύρα ακουστικών / μικροφώνου (hands free), με υποστήριξη και μόνο ακουστικών. Το επάνω μέρος έχει μια όμορφη, βουρτσισμένη υφή, με το λογότυπο της εταιρίας σε λευκό, στο κέντρο. Το κάτω μέρος έχει τις υποδοχές για τα αυτοκόλλητα λαστιχένια ποδαράκια που είδαμε στα παρελκόμενα. Οι 2 από αυτές είναι μαρκαρισμένες με το γράμμα S και κρύβουν τις 2 βίδες που χρειάζεται να αφαιρεθούν για να αποκτήσουμε πρόσβαση στο εσωτερικό. Είναι εμφανές ότι αν κολλήσουμε τα λαστιχένια ποδαράκια, η πρόσβαση αυτή χάνεται. Θα προτιμούσα οι βίδες να μην είναι κάτω από τα ποδαράκια, ώστε να διατηρείται η δυνατότητα παρέμβασης στο εσωτερικό ακόμα και με τα ποδαράκια τοποθετημένα. Στο κέντρο του κάτω μέρους υπάρχουν 2 μπρούτζινα ένθετα σπειρώματα για να βιδώσει η βάση VESA. Ας δούμε τώρα πώς φαίνεται το Shuttle XPC Nano NC10U7 με τις κεραίες του WLN-M τοποθετημένες. Πώς φαίνεται με τη βάση VESA. Και τέλος πώς τοποθετούνται οι βάσεις όρθιας στήριξης και πώς φαίνεται το Shuttle XPC Nano NC10U7 τοποθετημένο όρθιο με αυτές και τις κεραίες του WLN-M. Στην παρακάτω εικόνα από την ιστοσελίδα της εταιρίας βλέπουμε όλα τα εξωτερικά χαρακτηριστικά του Shuttle XPC Nano NC10U7 συγκεντρωμένα, καθώς και τις επιλογές στήριξής του. Το εσωτερικό Η πρόσβαση στο εσωτερικό του Shuttle XPC Nano NC10U7 απαιτεί την αφαίρεση 2 βιδών τύπου PH0 από τις 2 οπές που είδαμε στο κάτω μέρος, σημειωμένες με το γράμμα S. Στη συνέχεια, χρησιμοποιούμε τις 2 υποδοχές για το νύχι που βρίσκονται στην αριστερή πλευρά, κοντά σε 2 από τα μπρούτζινα ένθετα στα οποία βιδώνουν οι βάσεις όρθιας στήριξης, για να αφαιρέσουμε το πάνω και το κάτω καπάκι. Είναι προφανές από τη θέση τους, ότι οι υποδοχές για το νύχι δε θα είναι προσβάσιμες όταν τοποθετηθεί η βάση όρθιας στήριξης. Ας αφαιρέσουμε λοιπόν το κάτω καπάκι. Στην πλευρά αυτή, έχουμε πρόσβαση στην κάρτα ασύρματου δικτύου, που έρχεται προεγκατεστημένη, μία από τις δύο υποδοχές μνήμης SODIMM DDR4 και το καλώδιο σύνδεσης του SATA drive 2,5". Η προεγκατεστημένη κάρτα ασύρματου δικτύου χρησιμοποιεί μόνο μία, ενσωματωμένη στο σασί, κεραία. Ας δούμε τώρα τοποθετημένες τις υποδοχές για τις κεραίες και την κάρτα του WLN-M. Η κάρτα αυτή χρησιμοποιεί 2 κεραίες. Η ενσωματωμένη κεραία παραμένει μη συνδεδεμένη και το καλώδιό της στον αέρα. Η τοποθέτηση των υποδοχών των κεραιών απαιτεί την αφαίρεση της μητρικής, η οποία γίνεται με την αφαίρεση τριών βιδών αλλά θέλει προσοχή λόγω διαφόρων πλαστικών clips και στενότητας χώρου. Ας τοποθετήσουμε και το άρθρωμα της μνήμης. Τέλος, το drive των 2,5" τοποθετείται με τη βάση που είδαμε στα παρελκόμενα. Η βάση στηρίζεται στο κάτω καπάκι με 4 βίδες και το drive στη βάση με άλλες 4 βίδες, 2 από κάθε πλευρά. Το καλώδιο σύνδεσης του drive είναι αρκετά μακρύ και δε δημιουργεί κάποιο πρόβλημα στο άνοιγμα και κλείσιμο. Ας πάμε τώρα στην πάνω πλευρά, όπου έχουμε λιγότερα να κάνουμε. Εδώ το καπάκι είναι απλό και δεν έχει κάποια υποδοχή για κάτι. Στην πλευρά αυτή τοποθετούμε το δεύτερο άρθρωμα μνήμης SODIMM DDR4 και το M.2 drive. Οι πλαστικές καλύπτρες κάνουν την τοποθέτηση των βάσεων των κεραιών του WLN-M αδύνατη από αυτή την πλευρά, εξ ου και η απαραίτητη αφαίρεση της μητρικής που προαναφέραμε. Μεθοδολογία Μετρήσεων Φτάσαμε λοιπόν στην ώρα των μετρήσεων. Για τις ανάγκες της παρουσίασης εξοπλίσαμε το Shuttle XPC Nano NC10U7 με 16 GB μνήμης DDR4-2400 της Crucial και έναν Corsair Force LE200 240GB, οποίος είναι μια ευγενική προσφορά της Corsair και εγκαταστήσαμε την πιο πρόσφατη έκδοση των Windows 10. Τα μετροπρογράμματα που χρησιμοποιήσαμε στη σημερινή παρουσίαση είναι τα ακόλουθα: AIDA64 Engineer Edition v.6.20.5300 το οποίο είναι μια ευγενική προσφορά της Finalwire PCMark 10 Professional Edition v.2.1.2177 το οποίο είναι μία ευγενική προσφορά της UL Benchmarks 3DMark Professional Edition v.2.11.6866 το οποίο είναι μία ευγενική προσφορά της UL Benchmarks Cinebench R20 & R15, SuperPI Mod 1.5, WPrime 2.10 & Fritz Chess Benchmark Ας δούμε λοιπόν πώς τα πήγε το Shuttle XPC Nano NC10U7 με τον Intel Core i7-8565U (ULV) και τα 16GB RAM DDR4-2400 στις ενότητες που ακολουθούν. AIDA64 Ξεκινάμε τις μετρήσεις μας με το AIDA64, όπου ο χαμηλής κατανάλωσης Core i7 του Shuttle XPC Nano NC10U7 νικάει κατά κράτος και ως ήταν αναμενόμενο τον χαμηλής κατανάλωσης Core i3 του Shuttle XPC Slim DS10U3. Εννοείται βέβαια ότι στη μεγάλη πλειοψηφία των μετρήσεων δεν μπορεί να φτάσει τον Desktop Core i3 του Shuttle XPC SLim DH310, καθώς η διαφορά του TDP, 15W με 65W είναι κάτι που δεν μπορεί να αγνοηθεί. Σε απόδοση προς κατανάλωση όμως, ο Intel Core i7-8565U (ULV) του Shuttle XPC Nano NC10U7 είναι σαφώς η καλύτερη από τις 3 επιλογές. Οι διαφορές στην απόδοση της μνήμης είναι σαφώς μικρότερες και όχι σημαντικές. PCMark10 Το PCMark10 μας δίνει μια πιο συνολική εικόνα των επιδόσεων που μπορούμε να περιμένουμε από το Shuttle XPC Nano NC10U7 και όχι μόνο των επιδόσεων του επεξεργαστή. Έγιναν οι μετρήσεις του Extended Test καθώς και του Applications Test το οποίο μετράει τις επιδόσεις στο MS Office 2019. Οι διαφορές εδώ δεν είναι πολύ μεγάλες και εξαρτώνται από το πού βασίζεται το κάθε τεστ, καθώς κάποια βασίζονται σε επιδόσεις ενός μόνο πυρήνα και εξαρτώνται αποκλειστικά από τη συχνότητα και άλλες εκμεταλλεύονται όλους τους πυρήνες και μετρούν συνολική επεξεργαστική ισχύ. 3DMark Χωρίς μεγάλες προσδοκίες ή απαιτήσεις από τα ενσωματωμένα στον επεξεργαστή γραφικά των εν λόγω υλοποιήσεων, τρέξαμε 5 από τις δοκιμές του 3DMark. Λοιπές μετρήσεις CPU Κλείνουμε τις μετρήσεις με μερικά ακόμη δημοφιλή benchmarks. Κατανάλωση - Θερμοκρασίες - Χρονισμοί - Θόρυβος Σε ένα σύστημα χαμηλής κατανάλωσης όπως το Shuttle XPC Nano NC10U7, η κατανάλωση, οι θερμοκρασίες και ο θόρυβος παίζουν συνήθως σημαντικότερο ρόλο από τις επιδόσεις. Στο παρακάτω διάγραμμα βλέπουμε ότι η κατανάλωση του Shuttle XPC Nano NC10U7, ειδικά υπό πλήρες φορτίο CPU και GPU, του χαρίζει άνετα τον τίτλο της καλύτερης υλοποίησης όσον αφορά το λόγο απόδοσης προς κατανάλωση. Παρακάτω βλέπουμε τα αποτελέσματα του stress test του AIDA64 όπως αυτό χρησιμοποιήθηκε για την παραπάνω μέτρηση. Η δοκιμασία πραγματοποιήθηκε για 20 λεπτά, με θερμοκρασία περιβάλλοντος 20°C. Παρατηρούμε τα εξής ενδιαφέροντα: Το σύστημα ψύξης, το οποίο όπως είδαμε στις φωτογραφίες είναι τύπου φορητού υπολογιστή (Laptop), διατήρησε τον επεξεργαστή σε αποδεκτές θερμοκρασίες, με το θερμότερο πυρήνα να φτάνει έως και τους 82°C, ενώ παράλληλα οι στροφές του ανεμιστήρα έφτασαν έως και τις 4821rpm. Ο εν λόγω ανεμιστήρας δοκιμάστηκε σε πλήρη ισχύ, μέσω επιλογής στο BIOS, και μπορεί να φτάσει έως και τις 5921rpm, γεγονός που σημαίνει ότι το σύστημα είχε περιθώρια περαιτέρω ψύξης, αλλά το προφίλ επιλέγει να διατηρεί αυτή την ασφαλή θερμοκρασία στον επεξεργαστή, διατηρώντας παράλληλα το θόρυβο σε αποδεκτά επίπεδα. Όσοι έχουν Laptop και κάποιο λογισμικό με το οποίο βλέπουν της στροφές του ανεμιστήρα, γνωρίζουν ότι στις 4821rpm, το σύστημα ψύξης κάνει αισθητή την παρουσία του. Δεν είναι ανυπόφορο αλλά σε καμία περίπτωση δεν είναι αθόρυβο. Οφείλουμε πάντως να πούμε ότι σε φυσιολογική χρήση οι στροφές ήταν πολύ χαμηλότερες και ο θόρυβος δυσδιάκριτος. Η συνολική κατανάλωση του επεξεργαστή παραμένει εντός του TDP των 15W το οποίο μοιράζεται μεταξύ των IA cores (x86) και των GT cores (γραφικά) σχεδόν εξ ίσου, με το μέσο όρο να δίνει περισσότερη ισχύ στους πυρήνες των γραφικών. Η μέση συχνότητα των IA Cores είναι κάτω από τη Base Frequency του Intel Core i7-8565U (ULV), που είναι 1800MHz, στα 1495,9Mhz, κάτι που γεννά ερωτήματα. Για να λυθούν τα ερωτήματα που προκαλεί το τελευταίο σημείο της ανάλυσης του παραπάνω πίνακα, τρέξαμε το Stress Test του AIDA64 χωρίς να στρεσάρουμε τους πυρήνες των γραφικών. Θερμοκρασίες και θόρυβος παρέμειναν στα ίδια επίπεδα αλλά η κατανάλωση του επεξεργαστή, αν και χαμηλότερη, στα 12W, τα έδωσε όλα στους IA cores, επιτρέποντάς τους να φτάσουν σε μια μέση συχνότητα 2244.3Mhz, πάνω δηλαδή από τη Base Frequency του Intel Core i7-8565U (ULV). Πρόκειται λοιπόν για περιορισμό του ίδιου του επεξεργαστή που όταν δουλεύουν και οι πυρήνες των γραφικών στο φουλ, η ισχύς που παρέχεται στους πυρήνες x86 δεν επαρκεί για την πλήρη εκμετάλλευσή τους. Αξίζει να σημειωθεί ότι και στις δύο δοκιμασίες, το σύστημα ψύξης έκανε καλά τη δουλειά του και δεν υπήρξε καθόλου throttling. Παρακάτω βλέπουμε τα αναλυτικά γραφήματα που παράγει το PCMark 10 κατά τις δοκιμασίες Extended και Application που εκτελέσαμε. Ο λόγος που τα παραθέτουμε είναι ότι δείχνουν την κατανάλωση του επεξεργαστή να ξεπερνάει τα 15W που μέτρησε το AIDA64 (τα οποία συμφωνούν με το 15W TDP του Intel Core i7-8565U) και να αγγίζουν στιγμιαία έως και τα 30W. Πρόκειται για λάθος μέτρηση του PCMark10 ή έχει χρησιμοποιήσει η Shuttle την επιλογή που δίνει η Intel για TDP up ώστε να ανεβάσει το TDP στα 25W; Επικοινωνήσαμε με τον αντιπρόσωπο της Shuttle για να λύσουμε την παραπάνω απορία, ο οποίος μας διαβεβαίωσε πέρα από κάθε αμφιβολία ότι το TDP του Intel Core i7-8565U (ULV) στην υλοποίηση του Shuttle XPC Nano NC10U7 είναι 15W και συνεπώς το AIDA64 είχε τη σωστή μέτρηση ενώ το PCMark10 τη λανθασμένη. Επίλογος Στο δια ταύτα λοιπόν. Το Shuttle XPC Nano NC10U7 είναι ένα δυνατό για τις διαστάσεις του, αλλά κυρίως για την κατανάλωσή του, barebone, που φιλοξενεί τον χαμηλής κατανάλωσης Intel 8ης γενιάς Core i7-8565U (ULV) με TDP 15W. Χρησιμοποιεί μνήμες τύπου SO-DIMM DDR4 με συνολική μέγιστη χωρητικότητα τα 32GB και διαθέτει μία θύρα M.2 για SSD τύπου NVMe PCIe 3.0 x4 ή SATA 3.0, μία θύρα SATA για ένα drive 2,5" ύψους 15mm και μία ακόμα θύρα Μ.2 που μπορεί να φιλοξενήσει ένα WiFi / Bluetooth module, η οποία έρχεται κατειλημμένη από ένα WiFi module μέγιστης ταχύτητας 150Mbps, χωρίς bluetooth. Έχει μια πληθώρα εξωτερικών συνδέσεων, που περιλαμβάνουν 1 Display Port 1.2 και 1 HDMI 2.0a, συνεπώς μπορεί να συνδεθεί με 2 μόνιτορ ταυτόχρονα, που μπορεί να υποστηρίζουν μέχρι και ανάλυση 4K στα 60Hz. Διαθέτει επίσης 2 θύρες USB 3.2 Gen.1 στην πρόσοψη, εκ των οποίων η μία Type C, 2 θύρες USB 2.0 στο πίσω μέρος και κάρτα δικτύου 1Gbps. Τέλος, διαθέτει 1 σειριακή θύρα (θα εκπλαγείτε πόσο χρησιμοποιούνται ακόμα σε επαγγελματικές εφαρμογές) ενώ το κερασάκι στην τούρτα είναι το SD Card reader της πρόσοψης. Το πιο εντυπωσιακό χαρακτηριστικό όμως του Shuttle XPC Nano NC10U7 είναι ότι είναι κατασκευασμένο για να λειτουργεί συνεχώς, 24 ώρες την ημέρα, 7 ημέρες την εβδομάδα, ακόμα και σε θερμοκρασίες περιβάλλοντος που φτάνουν τους 40 βαθμούς Κελσίου. Συνεπώς μιλάμε για εξαιρετική ποιότητα κατασκευής και μεγάλη διάρκεια ζωής. Αξιοσημείωτο είναι επίσης ότι το Shuttle XPC Nano NC10U7 υποστηρίζει drives 2,5" ύψους έως και 15mm, συνεπώς αυτή τη στιγμή χωρητικότητας έως και 5TB, ενώ οι περισσότερες συσκευές μικρού μεγέθους υποστηρίζουν drives 2,5" ύψους έως 12,5mm, κάτι που περιορίζει τη χωρητικότητα σε έως και 2TB. Κατά το χρόνο συγγραφής του παρόντος review, δεν μπορέσαμε να εντοπίσουμε το Shuttle XPC Nano NC10U7 σε κάποιο Ελληνικό κατάστημα. Η τιμή του στα καταστήματα της Γερμανίας ξεκινάει από τα 562,72 ευρώ συμπεριλαμβανομένου του ΦΠΑ, συνεπώς περιμένουμε κάτι αντίστοιχο και στην Ελληνική αγορά. Το κόστος σαφώς δεν είναι χαμηλό και αυτό οφείλεται εν μέρει και στην εξαιρετική ποιότητα κατασκευής που απαιτείται για να δοθεί εγγύηση χρήσης 24/7, αλλά κυρίως στο κόστος του Intel Core i7-8565U (ULV). Για να λειτουργήσει το Shuttle XPC Nano NC10U7 θα χρειαστεί τουλάχιστον 100 ευρώ ακόμα, για μνήμη και SSD, ενώ η προτεινόμενη αναβάθμιση του WiFi με το κιτ WLN-M έχει κόστος που ξεκινάει από ακόμη 28,99 ευρώ. Προσθέστε και ένα μηχανικό δίσκο για μεγάλο, έως και 5TB αποθηκευτικό χώρο και καταλαβαίνετε ότι το κόστος γίνεται ακόμα πιο μεγάλο. Ως ανταμοιβή, θα έχετε ένα ιδιαίτερα μικρό, εξαιρετικά αξιόπιστο σύστημα που μπορεί να ανταποκριθεί σε οποιαδήποτε οικιακή (εκτός από gaming) και αρκετές επαγγελματικές απαιτήσεις, με ελάχιστη κατανάλωση. Συνοψίζοντας λοιπόν, τα θετικά και τα αρνητικά του Shuttle XPC Nano NC10U7 είναι τα εξής Ο Kαλός Υψηλή ποιότητα υλικών και κατασκευής Μικρό μέγεθος Πολύ χαμηλή κατανάλωση 2 θύρες USB 3.2 Gen.1 και Card Reader μπροστά Θύρες Displayport 1.2 και 1 HDMI 2.0a με δυνατότητα σύνδεσης 2 οθονών ταυτόχρονα στα 4K 60Hz Δυνατότητα σύνδεσης μονάδας αποθήκευσης M.2 (NVMe PCIe 3.0 x4 ή SATA) και 2,5" SATA 3.0 Υποστηριζόμενο ύψος 15mm για τη μονάδα αποθήκευσης 2,5" με αποτέλεσμα η υποστηριζόμενη χωρητικότητα να φτάνει τα 5TB Ενσωματωμένο WiFi με εσωτερική κεραία και δυνατότητα αναβάθμισης με το κιτ WLN-M Πολύ εύκολη εγκατάσταση υποσυστημάτων Ο Κακός Κόστος Η τοποθέτηση των εξωτερικών κεραιών του προαιρετικού κιτ αναβάθμισης WLN-M απαιτεί αφαίρεση της μητρικής Μόνο 1 USB 3.2 Gen1 Type Α και 1 USB 3.2 Gen1 Type C στην πρόσοψη και 2 θύρες USB 2.0 στο πίσω μέρος Ο Αδιάφορος Δε βρήκαμε κάτι αδιάφορο Με βάση λοιπόν όλα τα παραπάνω, η βαθμολογία του Shuttle XPC Nano NC10U7 είναι :  TheLAB.GR Ευχαριστούμε θερμά την Shuttle για την παραχώρηση του δείγματος της δοκιμής Πολύμερος Αχανιώτης 3/3/2020
  12. Εισαγωγή Ο καναπές απέναντι από την τηλεόραση είναι εδώ και χρόνια η καρδιά του σπιτιού, καθώς πολλοί περνάνε εκεί αρκετό από τον ελεύθερο χρόνο τους. Και είναι συχνό πλέον η τηλεόραση να είναι συνδεδεμένη με κάποιον υπολογιστή, ο οποίος αποτελεί το κέντρο του συστήματος διασκέδασης όλης της οικογένειας για ταινίες, σειρές, μουσική και ελαφρύ gaming. Καθώς η συγκεκριμένη χρήση είναι κάτι για το οποίο τα περιφερειακά των υπολογιστών δεν είχαν αρχικά σχεδιαστεί, πολλοί από εμάς καταλήγουμε με ένα άβολο ασύρματο πληκτρολόγιο στα πόδια μας και ένα αντίστοιχο ποντίκι στο μπράτσο του καναπέ. Η Corsair είχε ήδη δώσει μια εξαιρετική λύση στους gamers του καναπέ με το Corsair Wireless Combo και τώρα έρχεται να δώσει τη λύση και στους υπόλοιπους με το Corsair K83 Wireless Entertainment Keyboard. Χαρακτηριστικά Τα χαρακτηριστικά του Corsair K83 Wireless Entertainment Keyboard συνοψίζονται στον παρακάτω πίνακα: Βλέπουμε ότι πρόκειται για ένα πληκτρολόγιο 77 πλήκτρων, με μηχανισμούς πλήκτρων τύπου scissor (ψαλίδι - έτσι μοιάζει η ανάρτησή τους) χαμηλού προφίλ, όπως αυτά που συναντάμε συχνά στα πληκτρολόγια των laptop, και λευκό φωτισμό. Λειτουργεί ενσύρματα μέσω σύνδεσης USB, ασύρματα στα 2,4GHz μέσω του δέκτη που περιλαμβάνεται στη συσκευασία ή με Bluetooth και έχει υψηλό report rate στα 1000Hz. Διαθέτει 20-Key Roll Over, συνεπώς(θεωρητικά) μπορεί να αναγνωρίσει το πάτημα οποιωνδήποτε 20 πλήκτρων ταυτόχρονα. Διαθέτει έλεγχο έντασης ήχου με ροδέλα και Fn shortcuts. Το Corsair K83 Wireless Entertainment Keyboard καλύπτεται από διετή εγγύηση και η προτεινόμενη από την εταιρία τιμή λιανικής είναι στα €129,99. Φωτογράφιση Το Corsair K83 Wireless Entertainment Keyboard έρχεται σε ένα χαρτονένιο κουτί στο κλασσικό πλέον κιτρινόμαυρο μοτίβο της Corsair. Η φωτογραφία του πληκτρολογίου καλύπτει τη μεγαλύτερη επιφάνεια και των 2 μεγάλων πλευρών του κουτιού, μαζί με κάποιες πληροφορίες σχετικά με αυτό στο πίσω μέρος. Μέσα στο κουτί όλα δείχνουν τακτοποιημένα. Το μαύρο εσωτερικό δίνει μια πινελιά ποιότητας, χωρίς να προσθέτει ιδιαίτερα στο κόστος, και το πληκτρολόγιο καταλαμβάνει όλο το μήκος και πλάτος του κουτιού, προστατευμένο σε διαφανές νάιλον. Το καπάκι έχει κομμάτια αφρολέξ που κρατάνε το πληκτρολόγιο στη θέση του και ανάμεσά τους μια τσέπη με τα συνοδευτικά έγγραφα. Αυτά αποτελούνται από το εγχειρίδιο χρήσης, το φυλλάδιο της εγγύησης και ένα φυλλάδιο με με πληροφορίες σχετικά με την ασφάλεια χρήσης και τη συμμόρφωση της συσκευής με τους διεθνείς κανονισμούς. Κάτω από το πληκτρολόγιο κρύβεται ο δέκτης για την ασύρματη σύνδεση στα 2,4GHz και κάτω από μία ακόμα στρώση μαύρου χαρτονιού βρίσκουμε ένα πλακέ καλώδιο USΒ Type A σε Micro-USB για τη σύνδεση του πληκτρολογίου με τον υπολογιστή, καθώς και τη φόρτισή του. Το Corsair K83 Wireless Entertainment Keyboard είναι ένα tenkeyless πληκτρολόγιο, με ενσωματωμένο trackpad και joystick. Τα πλαστικά του είναι ποιοτικά και η πάνω επιφάνειά του είναι από αλουμίνιο, προσδίδοντας ακαμψία και αίσθηση ποιότητας. Ο σχεδιασμός είναι καλαίσθητος, με πλήκτρα χαμηλού προφίλ και το δεξί του τμήμα έχει μια μοντέρνα ρετρό χροιά όπου το στρογγυλό trackpad με το ασημί στεφάνι το μιμείται άρτια, σαν μικρογραφία του, το joystick. Ξεκινώντας από το πληκτρολόγιο, παρατηρούμε ότι τα πλήκτρα WASD έχουν διαφορετικό χρώμα, για να τονιστεί η gaming πλευρά του πληκτρολογίου. Εν τούτοις, τα άνω και κάτω βελάκια είναι μικρά και καταλαμβάνουν το χώρο ενός πλήκτρου, κάτι που δεν είναι πολύ βολικό στο gaming αλλά ούτε και στη γενικότερη χρήση. Τα ενδεικτικά LEDs είναι 3 και βρίσκονται στο επάνω μέρος, στα 3 κενά ανάμεσα στις ομάδες των πλήκτρων της πρώτης σειράς. Το αριστερό αφορά τη λειτουργία του πληκτρολογίου και προσφέρει ενδείξεις για τον τρόπο σύνδεσης και την μπαταρία, όπως θα δούμε παρακάτω. Το μεσαίο είναι η ένδειξη του CAPS LOCK και το δεξί του SCROLL LOCK. Ένδειξη για το NUM LOCK δεν υπάρχει καθώς το Corsair K83 Wireless Entertainment Keyboard δε διαθέτει αριθμητικό πληκτρολόγιο. Πολλές βασικές λειτουργίες όπως PgUp, PgDn, Home, End κλπ έχουν ενσωματωθεί σε άλλα πλήκτρα και ενεργοποιούνται με τη χρήση του πλήκτρου Fn, κάτι αναγκαίο για να διατηρηθεί το μικρό μέγεθος του πληκτρολογίου. Αυτό κάποιους θα τους ενοχλήσει και κάποιους όχι τόσο, ανάλογα με τη συχνότητα χρήσης τους. Όλη η σειρά των F keys έχει ενσωματωμένα shortcuts με τη χρήση του Fn - ανάλογα με το mode στο οποίο βρίσκεται το πληκτρολόγιο η default λειτουργία μπορεί να είναι τα F keys ή τα shortcuts. Στο δεξί μέρος του πληκτρολογίου δεσπόζει το στρογγυλό trackpad, μια πολύ καλή ιδέα, τόσο αισθητικά όσο και λειτουργικά, καθώς το δάχτυλο, ξεκινώντας από τη μέση, έχει ίδια απόσταση να διανύσει προς κάθε κατεύθυνση. Τα πλήκτρα του trackpad είναι λογικά τοποθετημένα, κάτω από αυτό. Πάνω από το trackpad, αριστερά έχουμε ένα πολύ ποιοτικό roller από όπου ρυθμίζουμε την ένταση του ήχου, όπως έχουμε δει σε πολλά από τα high end πληκτρολόγια της Corsair. Εδώ όμως, για οικονομία χώρου, το roller είναι και πλήκτρο για τη σίγαση. Μια ωραία λεπτομέρεια που θα ήθελα να δω και σε άλλα πληκτρολόγια της εταιρίας. Ανάμεσα στο roller και το trackpad βρίσκουμε το πλήκτρο έντασης του φωτισμού και το F-Lock του οποίου οι λειτουργίες μπορούν να ρυθμιστούν από το λογισμικό ελέγχου του πληκτρολογίου, iCUE. Τέλος, επάνω δεξιά, έχουμε το joystick, το οποίο είναι μια ευχάριστη προσθήκη και επιτρέπει να παίξουμε κάποιο χαλαρό παιχνίδι αρκετά καλά. Η λειτουργία του αλλάζει ανάλογα με το mode στο οποίο λειτουργεί το πληκτρολόγιο και μπορεί να κινεί το δείκτη του ποντικιού ή να εξυπηρετεί την πλοήγηση στα μενού ή, φυσικά, να κινεί τον χαρακτήρα κάποιου παιχνιδιού. Στη βάση του πληκτρολογίου είναι αμέσως εμφανείς οι ειδικές διαμορφώσεις στο δεξί και το αριστερό άκρο του ώστε να μπορεί κάποιος να το κρατήσει σαν gamepad. Η λαβή αυτή φέρνει το joystick στον δεξί αντίχειρα και τα 2 πλήκτρα που συνοδεύουν το joystick στο δείκτη και το μέσο του ίδιου χεριού. Στο πάνω και κάτω μέρος της βάσης του πληκτρολογίου υπάρχουν λωρίδες ελαστικού υλικού που εξασφαλίζουν την ακινητοποίηση του πληκτρολογίου, ενώ απουσιάζουν τα συνηθισμένα αναδιπλούμενα ποδαράκια. Τα πλήκτρα του joypad είναι μαρκαρισμένα ως L και R (Left - αριστερό και Right - δεξί). Είναι ουσιαστικά ένα δεύτερο σετ πλήκτρων ποντικιού, καθώς και το ίδιο το trackpad λειτουργεί σαν ποντίκι σε κάποια modes του Corsair K83 Wireless Entertainment Keyboard αλλά λειτουργούν και ως πλήκτρα για gaming. Είναι στρατηγικά τοποθετημένα, το L στην πλάγια επιφάνεια του πληκτρολογίου και το R στη βάση του, έτσι ώστε να έρχονται φυσικά κάτω από τα δάχτυλα όταν κάποιος κρατάει το joystick με τον αντίχειρα. Πληροφορίες και πιστοποιήσεις είναι διακριτικά χαραγμένες στη βάση του πληκτρολογίου. Δίπλα από το L του joystick, βρίσκουμε και το πλήκτρο on/off του Corsair K83 Wireless Entertainment Keyboard, το οποίο έχει ενδεικτικό λευκό LED όταν το πληκτρολόγιο είναι σε λειτουργία. Δίπλα από αυτό είναι και η υποδοχή Micro-USB για την ενσύρματη σύνδεση και τη φόρτιση της μπαταρίας του πληκτρολογίου. Ποιότητα Κατασκευής Η ποιότητα κατασκευής του Corsair K83 Wireless Entertainment Keyboard είναι αυτή που θα περίμενε κανείς από ένα high end πληκτρολόγιο της εταιρίας. Αν εξαιρέσουμε το γεγονός ότι οι διακόπτες δεν είναι μηχανικοί, κάτι που είναι λογικό για να παραμείνει το πληκτρολόγιο τόσο λεπτό και ελαφρύ, η Corsair δε φαίνεται να έκανε εκπτώσεις στα υλικά και την ποιότητα κατασκευής. Το αλουμίνιο της επάνω επιφάνειας εξ' άλλου, με την ελαφρώς βουρτσισμένη υφή, προσδίδει εκ προοιμίου τον χαρακτήρα της πολυτέλειας. Τα πλαστικά είναι ποιοτικά και η εφαρμογή των τμημάτων στα συνηθισμένα για την εταιρία υψηλά επίπεδα. Το φινίρισμα είναι αψεγάδιαστο. Μοναδικό ψεγάδι που παρατήρησα είναι ότι κατά την πληκτρολόγηση, ειδικά όταν αυτή γίνεται γρήγορα, ακούγονται κάποια τριξίματα από το μηχανισμό ανάρτησης του space bar Χρήση Η Corsair διαφημίζει το Corsair K83 Wireless Entertainment Keyboard ως ένα πληκτρολόγιο, τηλεχειριστήριο και gamepad, όλα σε ένα. Η αλήθεια είναι ότι το πληκτρολόγιο διαθέτει λίγο από όλα αυτά, αλλά δεν μπορεί να αντικαταστήσει τα τηλεχειριστήρια των συσκευών ούτε ένα κανονικό gamepad. Ως πληκτρολόγιο ισορροπεί ικανοποιητικά ανάμεσα στο μικρό μέγεθος και την άνεση πληκτρολόγησης, με πλήκτρα μεγάλα και με βαθύτερες καμπύλες από το συνηθισμένο, κάτι που βοηθάει στο ψαχούλεμα που αναπόφευκτα συνοδεύει την πληκτρολόγηση του καναπέ. Το Corsair K83 Wireless Entertainment Keyboard υποστηρίζει τη χρήση τόσο με Windows, όσο και με άλλες συσκευές και για το σκοπό αυτό έχει προ-ρυθμισμένα modes. Τα modes αυτά ενεργοποιούνται με τους συνδυασμούς πλήκτρων που βλέπετε στον παρακάτω πίνακα και είναι σχεδιασμένα για να προσφέρουν την καλύτερη εμπειρία με τις αντίστοιχες συσκευές. Απουσιάζει η υποστήριξη για PlayStation 4 και X-Box One, αλλά κατά τα άλλα είναι εντυπωσιακή η γκάμα των συσκευών που υποστηρίζεται! Καθώς το μέγεθος του πληκτρολογίου είναι μικρό, πολλά πλήκτρα έχουν διπλή λειτουργία, με τη 2η να ενεργοποιείται όπως συνηθίζεται με το συνδυαστικό πάτημα με το πλήκτρο Fn. Τα πλήκτρα που διαθέτουν 2η λειτουργία έχουν τη σχετική ένδειξη, εκτός από το Esc και το Enter που κρατούν τη 2η λειτουργία τους κρυφή. Το Trackpad είναι αντίστοιχης ποιότητας με αυτά που βρίσκουμε σε ακριβά laptop. Είναι ευαίσθητο και ακριβές και η χρήση του είναι ευχάριστη. Υποστηρίζει όλα τα γνωστά gestures, ακόμα και αυτά που γίνονται με 4 δάκτυλα. Δεν αντικατέστησε το ποντίκι μου και δε θεωρώ ότι έχει εφευρεθεί ακόμα κάτι που θα το κάνει, αλλά, παραδόξως, με έπιασα να το χρησιμοποιώ για μικροδουλειές, κάτι που του περιποιεί μεγάλη τιμή, καθώς δεν ήμουν ποτέ οπαδός των συγκεκριμένων συσκευών. Το joystick είναι μια καλοδεχούμενη προσθήκη και βοηθάει στο ελαφρύ gaming, ειδικά σε παιχνίδια όπου οι κινήσεις δεν είναι time critical. Προσωπικά με κάλυψε αλλά δεν είμαι gamer και αν ήμουν, θα προτιμούσα σίγουρα ένα κανονικό gamepad. Η λαβή του πληκτρολογίου εν είδει gamepad ουσιαστικά δεν επιτρέπει την πλήρη χρήση των πλήκτρων και έτσι η ιδανική χρήση του Corsair K83 Wireless Entertainment Keyboard ως gamepad θα ήταν με την αριστερή πλευρά του να στηρίζεται κάπου και το αριστερό χέρι στα πλήκτρα, ενώ το δεξί χέρι να κρατάει τη λαβή στο δεξί άκρο του πληκτρολογίου με τον αντίχειρα στο joystick. Το roller έλεγχου της έντασης του ήχου είναι εξαιρετικά υλοποιημένο, με την ιδανική αντίσταση και αίσθηση. Το γεγονός ότι ενσωματώνει το πλήκτρο mute, με πάτημα του roller είναι κάτι που η Corsair πρέπει να κάνει και στα υπόλοιπα high end πληκτρολόγιά της. Συνολικά η χρήση του Corsair K83 Wireless Entertainment Keyboard με άφησε πολύ ικανοποιημένο και δείχνει ότι θα καταφέρει να εκτοπίσει το Logitech K800 που χρησιμοποιώ ως πληκτρολόγιο καναπέ εδώ και πολλά χρόνια, χωρίς ποτέ να έχω βρει κάτι που να μπορεί να το ανταγωνιστεί. Συνδεσιμότητα To Corsair K83 Wireless Entertainment Keyboard προσφέρει τη δυνατότητα τόσο ενσύρματης, μέσω του συμπεριλαμβανομένου καλωδίου USB Type A σε Micro-USB, όσο και ασύρματης σύνδεσης. Η ασύρματη σύνδεση μπορεί να γίνει μέσω του δέκτη που παρέχεται με το πληκτρολόγιο αλλά και με μέσω πρωτοκόλλου Bluetooth 4.2. Η σύνδεση μέσω του δέκτη γίνεται στη συχνότητα των 2.4GHz και έχει ιδιαίτερα χαμηλό latency, 1ms, όσο έχει και η ενσύρματη σύνδεση. Η σύνδεση μέσω Bluetooth έχει υψηλότερο latency, το οποίο όμως είναι στα μόλις 7.5ms, σύμφωνα με την κατασκευάστρια εταιρεία. Το πληκτρολόγιο μπορεί να απομνημονεύσει 2 συνδέσεις μέσω bluetooth, και έτσι μπορείτε να το έχετε συνδεδεμένο μέσω του δέκτη στον υπολογιστή σας και μέσω bluetooth στο smartphone και τη smart τηλεόραση. Όλα αυτά εναλλάσσονται με ένα απλό πάτημα του αντίστοιχου πλήκτρου, όπως βλέπετε στον παρακάτω πίνακα. Το πληκτρολόγιο μπαίνει σε λειτουργία pairing αν το αντίστοιχο πλήκτρο πατηθεί για πάνω από 2 δευτερόλεπτα. Το LED λειτουργίας μας επιτρέπει να δούμε με μια ματιά ποια ασύρματη σύνδεση χρησιμοποιείται ανά πάσα στιγμή και σε τι κατάσταση βρίσκεται. Μπαταρία Η μπαταρία καθορίζει ένα μεγάλο βαθμό της χρηστικότητας κάθε ασύρματου περιφερειακού. Στην περίπτωση του Corsair K83 Wireless Entertainment Keyboard οι μηχανικοί της Corsair έχουν βρει μια καλή ισορροπία ανάμεσα στη διάρκεια της μπαταρίας, το μέγεθος και το βάρος της συσκευής και την ύπαρξη φωτισμού. Η διάρκεια της μπαταρίας, με συντηρητική χρήση και το φωτισμό στο χαμηλό φτάνει άνετα 4-5 ημέρες, έως και 1 εβδομάδα. Φυσικά αυτό μπορεί να έχει πολύ μεγάλη διακύμανση, ανάλογα με τη χρήση και την ένταση του φωτισμού. Η κατάσταση της μπαταρίας μπορεί να ελεγχθεί ανά πάσα στιγμή πατώντας το συνδυασμό πλήκτρων Fn + Enter, οπότε το LED λειτουργίας μας ενημερώνει για την κατάσταση φόρτισης της μπαταρίας, σύμφωνα με τον παρακάτω πίνακα. Η φόρτιση της μπαταρίας γίνεται με το καλώδιο με το οποίο γίνεται και η ενσύρματη σύνδεση. Το LED λειτουργίας αναβοσβήνει πράσινο κατά τη φόρτιση και μένει σταθερά πράσινο όταν αυτή ολοκληρωθεί. Στο παρακάτω διάγραμμα βλέπετε τη διαδικασία φόρτισης του Corsair K83 Wireless Entertainment Keyboard μέσω μίας USB 3.1 θύρας του υπολογιστή. Η κίτρινη γραμμή είναι η τάση των 5V της θύρας, η οποία μένει σχεδόν σταθερή καθ' όλη τη διάρκεια της φόρτισης, με μικρές διακυμάνσεις, ανάλογα με το ρεύμα που τραβάει το κύκλωμα φόρτισης του πληκτρολογίου. Η μπλε γραμμή δείχνει το ρεύμα της φόρτισης, το οποίο παραμένει κοντά στη μέγιστη δυνατότητα της θύρας, που είναι 0,9A, για περίπου 1 ώρα και 3 τέταρτα, ενώ κατόπιν και μετά από μια φθίνουσα διακύμανση, πέφτει σταδιακά έως την ολοκλήρωση της φόρτισης. Η κόκκινη γραμμή δείχνει το σύνολο της ενέργειας που έχει δοθεί από τη θύρα USB 3.1 για τη φόρτιση της μπαταρίας ανά πάσα στιγμή, η οποία συνολικά έφτασε τα 2063 mAh, πολύ κοντά στα 2070mAh που είναι η θεωρητική χωρητικότητα της μπαταρίας του Corsair K83 Wireless Entertainment Keyboard. Βλέπουμε ότι η συνολική διάρκεια της φόρτισης ήταν 2 ώρες και 54 λεπτά, σημαντικά μεγαλύτερη από τις 2 ώρες που υπόσχεται η Corsair. Αν δούμε τα πρώτα 30 δευτερόλεπτα της φόρτισης, φαίνεται ότι το ρεύμα φόρτισης ήταν αρχικά στα 0,5A, δηλαδή στις δυνατότητες μιας USB 2.0 θύρας. Αυτό συνέβη γιατί το πληκτρολόγιο ήταν απενεργοποιημένο. Μόλις το ενεργοποίησα και συνδέθηκε με τον υπολογιστή, ο οποίος έτρεχε το λογισμικό ελέγχου iCUE, το ρεύμα ανέβηκε στα 0,9Α. Τι σημαίνουν όλα αυτά; Για να γίνει η γρήγορη φόρτιση που όπως είδαμε ολοκληρώθηκε σε κάτι λιγότερο από 3 ώρες, πρέπει να έχουμε τις παρακάτω συνθήκες: Το πληκτρολόγιο θα είναι συνδεδεμένο σε θύρα υπολογιστή Η θύρα να είναι τουλάχιστον γενιάς USB 3.0 Το πληκτρολόγιο να είναι ενεργοποιημένο Ο υπολογιστής να τρέχει το λογισμικό ελέγχου iCUE Σε κάθε άλλη περίπτωση, η φόρτιση θα γίνει με χαμηλότερο ρεύμα, 0,5A αντί για 0,9A, και θα διαρκέσει σχεδόν το διπλάσιο χρόνο. Θεωρώ ότι το παραπάνω είναι το σημείο που επιδέχεται τη μεγαλύτερη βελτίωση στο Corsair K83 Wireless Entertainment Keyboard. Όταν κάθομαι στον καναπέ, η σύνδεση του πληκτρολογίου με τον υπολογιστή δεν είναι πάντα εύκολη και σίγουρα δεν είναι βολική. Αυτό που θα ήθελα, θα ήταν μια σύνδεση με βύσμα USB Type C, που είναι πολύ πιο ανθεκτικό, reversible και υποστηρίζει πρωτόκολλα φόρτισης που είναι πολύ πιο γρήγορα. Καθώς οι περισσότεροι έχουμε φροντίσει να έχουμε κάποιο φορτιστή κινητού κοντά στον καναπέ και οι περισσότεροι φορτιστές πλέον υποστηρίζουν κάποιο πρωτόκολλο ταχείας φόρτισης, όπως QC2.0, QC3.0 κλπ, θα ήθελα να το Corsair K83 Wireless Entertainment Keyboard να μπορούσε να τα εκμεταλλευτεί, αντί να φορτίζει με ρυθμούς USB 2.0 όταν συνδέεται σε φορτιστή κινητού. Φωτισμός Η ύπαρξη φωτισμού σε ένα πληκτρολόγιο αποτελεί μεγάλο πλεονέκτημα, ειδικά όταν πρόκειται να χρησιμοποιείται από τον καναπέ, σε συχνά σκοτεινές συνθήκες. Ο συνδυασμός της όμως με την ασύρματη σύνδεση αποτελεί τεχνική πρόκληση, καθώς ο φωτισμός είναι ιδιαίτερα ενεργοβόρος, σε σχέση πάντα με την κατανάλωση των υπόλοιπων υποσυστημάτων του πληκτρολογίου. Το Corsair K83 Wireless Entertainment Keyboard ισορροπεί ανάμεσα σε όλα αυτά, προσφέροντας λευκό φωτισμό που είναι ρυθμιζόμενος σε 3 επίπεδα. Δεν υπάρχει RGB και δεν υπάρχει ξεχωριστός έλεγχος φωτισμού σε κάθε πλήκτρο. Λειτουργικά, αυτή η επιλογή είναι η σωστή, καθώς μας επιτρέπει να βλέπουμε τι πληκτρολογούμε, το λευκό πάει με όλα και η κατανάλωση της μπαταρίας από το φωτισμό παραμένει σε ανεκτά επίπεδα. Φυσικά, ο φωτισμός μπορεί να απενεργοποιηθεί κατά τη διάρκεια της ημέρας, για εξοικονόμηση της μπαταρίας. Μπορείτε να δείτε τα 3 επίπεδα φωτισμού του Corsair K83 Wireless Entertainment Keyboard στο παρακάτω gif. Προσωπικά βρίσκω το χαμηλότερο επίπεδο φωτισμού υπερ-αρκετό και αρκετά ξεκούραστο για τα μάτια. Λογισμικό iCUE Ένα από τα πιο δυνατά σημεία του Corsair K83 Wireless Entertainment Keyboard, όπως και όλων των πληκτρολογίων της Corsair, είναι το λογισμικό ελέγχου, που ονομάζεται iCUE. Η πρώτη καρτέλα του λογισμικού ονομάζεται Home και εκεί βλέπουμε όλες τις υποστηριζόμενες συσκευές στο σύστημά μας. Επιλέγοντας κάποια, βλέπουμε τα προφίλ που έχουμε ρυθμίσει για αυτή, είτε software, είτε αποθηκευμένα στη μνήμη της συσκευής, αν έχει. Το κάθε προφίλ μπορούμε να το συνδέσουμε με κάποιο πρόγραμμα, ώστε να φορτώνεται αυτόματα όταν το πρόγραμμα αυτό τρέχει και είναι στο προσκήνιο. Μπορούμε επίσης να του ορίσουμε κάποιο custom εικονίδιο και φόντο. Αν επιλέξουμε το Corsair K83 Wireless Entertainment Keyboard από τις διαθέσιμες συσκευές, εμφανίζεται ένα μενού στα αριστερά, με πρώτη επιλογή τα ACTIONS. Από εδώ μπορούμε να ορίσουμε μια ποικιλία από ACTIONS και να τις αντιστοιχήσουμε σε κάποιο πλήκτρο, όπως επίσης και να κάνουμε κάποιο πλήκτρο remap. Η δεύτερη επιλογή του μενού είναι τα γνωστά GESTURES. Ως προεπιλογή, ο έλεγχός τους γίνεται από τα Windows. Αν όμως κάνουμε μια μικρή παράκαμψη στα SETTINGS, μπορούμε να ενεργοποιήσουμε την παραμετροποίηση των Gestures (Enable Gestures Customization). Αυτό μας δίνει τη δυνατότητα να παραμετροποιήσουμε μια μεγάλη γκάμα από Gestures, που χρησιμοποιούν από 1 έως και 4 δάχτυλα, μέσω του λογισμικού iCUE. Η παραμετροποίηση μπορεί να αντιστοιχίσει το κάθε Gesture σε κάποιο ACTION ή απλά να το κάνει REMAP, δηλαδή να το αντιστοιχίσει σε ένα πλήκτρο ή κουμπί ποντικιού. Ο παρακάτω πίνακας δείχνει τα διαθέσιμα Gestures ανάλογα με το λειτουργικό σύστημα. Καθώς το Corsair K83 Wireless Entertainment Keyboard διαθέτει μόνο λευκό φωτισμό για ολόκληρη τη συσκευή και όχι ξεχωριστά σε ζώνες ή ανά πλήκτρο, οι δυνατότητες του φωτισμού και οι σχετικές ρυθμίσεις είναι περιορισμένες. Έτσι, το μενού LIGHTING EFFECTS διαθέτει μόνο 3 επιλογές: Μπορούμε να επιλέξουμε ανάμεσα σε NO EFFECT, STATIC COLOR και PULSE. Το NO EFFECT απλά απενεργοποιεί το φωτισμό. Το STATIC COLOR ενεργοποιεί το φωτισμό και δίνει τη δυνατότητα της επιλογής της έντασής του. Το PULSE αναβοσβήνει σταδιακά το φωτισμό εν είδει παλμού και οι επιλογές αφορούν το Opacity, που ουσιαστικά είναι η φωτεινότητα, και την ταχύτητα. Στο παρακάτω βίντεο βλέπετε το εφέ PULSE με Opacity στο μέγιστο και ενδιάμεση ταχύτητα. Είναι εμφανές ότι είναι μια επιλογή μόνο για επίδειξη, καθώς δεν ενδείκνυται για πληκτρολόγηση. Το μενού CALIBRATION αφορά το joystick. Η μοναδική του επιλογή είναι η έναρξη του calibration. Αν το πατήσουμε, απλά αφήνουμε το joystick στην ησυχία του και το calibration προχωράει αρκετά γρήγορα και εντελώς μόνο του. Όταν ολοκληρωθεί, το μόνο που μας μένει είναι να πατήσουμε το κουμπί της επιβεβαίωσης για να επιστρέψουμε στην αρχική σελίδα της καρτέλας. Η επιλογή NAVIGATION CONTROL μας δίνει τη δυνατότητα αρκετών ρυθμίσεων που αφορούν το touchpad και το joystick. Η λειτουργία του calibration θα μπορούσε να βρίσκεται άνετα σε αυτή την καρτέλα και όχι να καταλαμβάνει μια ολόκληρη καρτέλα από μόνη της. Στα δεξιά της καρτέλας βλέπουμε ότι όταν το F-Lock είναι off (άρα τα F keys εκτελούν τις δευτερεύουσες λειτουργίες τους), είμαστε στο Media Mode. Όταν είναι on (άρα τα F keys λειτουργούν κανονικά ως F keys) είμαστε στο Gaming Mode. Τέλος, η καρτέλα Performance, μας δίνει την επιλογή για το τι άλλο θέλουμε να συμβαίνει όταν το F-Lock είναι on και συνεπώς είμαστε σε Gaming Mode. Εδώ μπορούμε να απενεργοποιήσουμε πλήκτρα ή συνδυασμούς πλήκτρων που αν πατηθούν εκ παραδρομής, θα διακόψουν το παιχνίδι μας. Μπορεί ακόμη να απενεργοποιηθεί το touchpad. Κάτι ενδιαφέρον είναι η δυνατότητα απενεργοποίησης του Wireless Encryption. Το Corsair K83 Wireless Entertainment Keyboard χρησιμοποιεί έναν ισχυρό αλγόριθμο κρυπτογράφησης 128-bit AES, έτσι ώστε να μην μπορεί κάποιος να υποκλέψει τα keystrokes. Αυτό προσθέτει ένα ελάχιστο latency της τάξης του 0,1ms που για κάποιους hardcore gamers μπορεί να είναι σημαντικό, οπότε η απενεργοποίησή του είναι δυνατή. Αφού τελειώσαμε με το HOME, περνάμε στην καρτέλα DASHBOARD. Εδώ μπορούμε να δούμε πληροφορίες για διάφορες συσκευές του συστήματός μας. Το INSTANT LIGHTING επιτρέπει τη συγχρονισμένη ενεργοποίηση μονοχρωματικού φωτισμού στα χρώματα που βλέπετε, για όλες τις συνδεδεμένες συσκευές που το υποστηρίζουν. Και πάμε πάλι στα SETTINGS για μια πιο προσεκτική ματιά. Εδώ, στο επάνω μέρος έχουμε ρυθμίσεις για τη συσκευή μας, οι οποίες φαίνονται στην παρακάτω εικόνα και κάνουν ακριβώς αυτό που λέει η περιγραφή τους. Στο κάτω μέρος έχουμε της ρυθμίσεις που αφορούν το iCUE, σε 4 καρτέλες, με πρώτη τη GENERAL. Η δεύτερη καρτέλα αφορά το On Screen Display. Αν το ενεργοποιήσουμε... ...έχουμε πάρα πολλές επιλογές για το τι και πώς ακριβώς θα δείχνει... ...το overlay παράθυρο που εμφανίζεται και το οποίο θα παραμένει στην οθόνη μας ακόμα και αν παίζουμε κάποιο παιχνίδι. Η τρίτη καρτέλα του iCUE SETTINGS αφορά το Dashboard. Ανάμεσα στις ρυθμίσεις είναι και η ενεργοποίηση του widget που αφορά τα drives του συστήματος... Ας το ενεργοποιήσουμε για να δούμε τι θα κάνει. Μετά την ενεργοποίηση απαιτείται restart του iCUE service, που γίνεται εύκολα από την καρτέλα GENERAL. Και κάπως έτσι, αποκτήσαμε widgets στο DASHBOARD που μας δείχνουν τις θερμοκρασίες των drives. Τελευταία καρτέλα του iCUE SETTINGS είναι το SENSOR LOGGING από όπου μπορούμε να κάνουμε καταγραφή οποιωνδήποτε εκ των αισθητήρων που υποστηρίζει το iCUE. Η τελευταία καρτέλα του κεντρικού μενού του iCUE περιέχει διαδικτυακούς συνδέσμους που αφορούν την εταιρία. Το εικονίδιο του iCUE στο system tray, περιέχει κάποιες ενδιαφέρουσες επιλογές. Κατ' αρχάς υποστηρίζει τη δημιουργία ξεχωριστών εικονιδίων δίπλα του, που μας πληροφορούν για την κατάσταση της μπαταρίας των συσκευών μας. Περνώντας το ποντίκι πάνω από κάθε μπαταρία, το σύστημα μας δείχνει ποια συσκευή αφορά. Θα ήθελα όμως να υπάρχει δυνατότητα να ξεχωρίζουμε ποιο εικονίδιο αφορά ποια συσκευή, χωρίς να χρειάζεται να κάνουμε hover με το ποντίκι πάνω από το κάθε εικονίδιο, για παράδειγμα με διαφορετικά χρώματα. Μια άλλη λειτουργία είναι το να δούμε το iCUE Space. Το iCUE space είναι ένα παράθυρο που καταλαμβάνει το δεξί μέρος της οθόνης μας, μετακινώντας ο,τιδήποτε άλλο προς τα αριστερά, και μας δείχνει το ίδιο περιεχόμενο με το DASHBOARD, αλλά χωρίς να χρειαστεί να έχουμε ανοιχτό το κυρίως παράθυρο του iCUE. Συνολικά το iCUE είναι ένα υπερπλήρες λογισμικό ελέγχου που προσθέτει μεγάλη αξία στα περιφερειακά της Corsair. Δοκιμές Όπως είδαμε στον πίνακα των χαρακτηριστικών του, το Corsair K83 Wireless Entertainment Keyboard διαθέτει 20-Key Roll Over, συνεπώς(θεωρητικά) μπορεί να αναγνωρίσει το πάτημα οποιωνδήποτε 20 πλήκτρων ταυτόχρονα. Μόνο θεωρητικά όμως, γιατί στην πράξη τα πράγματα ήταν δυστυχώς διαφορετικά. Δοκιμάσαμε το πληκτρολόγιο με κάθε μορφή ασύρματης και ενσύρματης σύνδεσης που υποστηρίζει, αλλά δεν μπορέσαμε να πετύχουμε την ενεργοποίηση 20 πλήκτρων ταυτόχρονα, πολλώ δε μάλλον οποιωνδήποτε. Παρακάτω παραθέτουμε τα αποτελέσματα που πήραμε πατώντας όλα τα πλήκτρα κάθε μίας από τις 6 σειρές πλήκτρων, ξεκινώντας πρώτα από αριστερά και μετά από δεξιά. Υπενθυμίζουμε ότι το Corsair K83 Wireless Entertainment Keyboard είναι ένα πληκτρολόγιο 77 πλήκτρων και δε διαθέτει κανένα από τα πλήκτρα που απεικονίζονται στο δεξί τμήμα του προγράμματος δοκιμών, εκτός από τα βελάκια. Επίσης δε διαθέτει το δεξί πλήκτρο Win και το Menu από την 6η σειρά. Το πάνω βελάκι δοκιμάστηκε με την 6η σειρά καθώς τα πάνω και κάτω βελάκια είναι πλήκτρα μισού ύψους και καταλαμβάνουν τη θέση ενός πλήκτρου σε εκείνη τη σειρά. Όπως βλέπετε, το Corsair K83 Wireless Entertainment Keyboard δε διαθέτει σε καμία περίπτωση 20-Key Roll Over. Ο έλεγχος για ghosting έδειξε αντίστοιχα θέματα και είχαμε αρκετές περιπτώσεις πλήκτρων που δεν ενεργοποιήθηκαν. Η προσπάθειά μας να γράψουμε τη φράση "THE QUICK BROWN FOX JUMPS OVER THE LAZY DOG" κρατώντας πατημένα και τα 2 πλήκτρα Shift ταυτόχρονα, απέφερε το εξής αποτέλεσμα: H QUCK BROWN FOX JUPS OVR H LAZY DOG Τι σημαίνουν όλα αυτά; Στην απλή πληκτρολόγηση, όχι κάτι ιδιαίτερο. Επιβεβαιώνουν όμως αυτό που προείπαμε, ότι το Corsair K83 Wireless Entertainment Keyboard είναι κατάλληλο μόνο για ελαφρύ gaming και αφήνει την απορία γιατί η Corsair διαφημίζει ότι το πληκτρολόγιο διαθέτει 20-Key Roll Over ενώ αυτό δεν ισχύει. Επίλογος Φτάσαμε λοιπόν σε έναν ακόμη επίλογο που καλείται σε λίγες γραμμές να συνοψίσει τα κύρια χαρακτηριστικά του Corsair K83 Wireless Entertainment Keyboard αλλά και να αξιολογήσει τα θετικά και αρνητικά του σημεία. Τα θετικά του είναι πολλά και ξεκάθαρα καθώς πρόκειται για ένα πολύ βολικό και καλοσχεδιασμένο πληκτρολόγιο για χρήση από τον καναπέ. Η μελέτη που έγινε κατά το σχεδιασμό του είναι εμφανής και οι μηχανικοί της Corsair αξίζουν συγχαρητήρια για το λειτουργικό αλλά και καλαίσθητο τρόπο με τον οποίον ενσωμάτωσαν τόσο πολλά χαρακτηριστικά σε ένα τόσο μικρό πακέτο. Η ποιότητα κατασκευής είναι ανάλογη με τα high end πληκτρολόγια της εταιρίας, με βουρτσισμένο αλουμίνιο και ποιοτικά πλαστικά ως υλικά κατασκευής καθώς και άριστη συναρμογή. Το μέγεθος είναι ιδανικό για να επιτρέπει τη σχετικά άνετη πληκτρολόγηση χωρίς να καταλαμβάνει πολύ χώρο, τα πλήκτρα είναι άνετα στη χρήση, το trackpad άριστα υλοποιημένο και το joystick επαρκές για ελαφρύ gaming. Ο έλεγχος του φωτισμού γίνεται άμεσα από ένα πλήκτρο και η ένταση της φωνής ελέγχεται από ένα άριστα υλοποιημένο roller με ενσωματωμένο πλήκτρο σίγασης. Οι δυνατότητες σύνδεσης καλύπτουν κάθε ανάγκη, καθώς περιλαμβάνουν σύνδεση με καλώδιο, με δέκτη στα 2,4GHz και δύο συνδέσεις μέσω Bluetooth. Η λίστα των υποστηριζόμενων συσκευών είναι εκτενής, αλλά δυστυχώς δεν περιλαμβάνει το Playstation 4 και το X-Box One. Η μπαταρία είναι επαρκής για ολιγοήμερη φυσιολογική χρήση, αλλά όπως είναι φυσικό εξαρτάται πολύ από την επιλεγμένη ένταση του φωτισμού. Τα αρνητικά σημεία που εντοπίσαμε στο Corsair K83 Wireless Entertainment Keyboard οφείλονται ως επί το πλείστον στο τμήμα marketing της εταιρίας, που απλά υπόσχεται πράγματα πέρα από τις δυνατότητες του πληκτρολογίου. Το γιατί συμβαίνει αυτό όταν τα χαρακτηριστικά του πληκτρολογίου είναι ήδη πολύ καλά, δημιουργεί εύλογες απορίες. Έτσι ο χρόνος ταχείας φόρτισης, όταν ικανοποιούνται όλες οι συνθήκες για αυτήν (δείτε το σχετικό τμήμα του review), διαφημίζεται στις 2 ώρες, ενώ στην πραγματικότητα διαρκεί σχεδόν 3. Το δε 20-Key Roll Over, που υπόσχονται οι προδιαγραφές, απλά δεν ισχύει. Το κόστος του Corsair K83 Wireless Entertainment Keyboard στα Ελληνικά καταστήματα ξεκινάει από τα €123,30, συμπεριλαμβανομένου του ΦΠΑ. Η τιμή είναι λογική, δεδομένης της ποιότητας του πληκτρολογίου και της πληθώρας των χαρακτηριστικών που ενσωματώνει. Ας συνοψίσουμε λοιπόν τα πλεονεκτήματα και τα μειονεκτήματα του Corsair K83 Wireless Entertainment Keyboard : Ο καλός - Εξαιρετική ποιότητα κατασκευής, υλικών και φινίρισμα - Έξυπνος και καλαίσθητος σχεδιασμός - Ισορροπία μεταξύ μεγέθους και χρηστικότητας - Πολύ καλό trackpad - Ενσωματωμένο joystick - Φωτισμός πλήκτρων - Πολλές επιλογές συνδεσιμότητας - Επαρκής μπαταρία - Πολύ καλό λογισμικό ελέγχου iCUE - Multimedia Keys - Ρόδα ελέγχου έντασης ήχου με ενσωματωμένο πλήκτρο σίγασης Ο Κακός - Ο χρόνος ταχείας φόρτισης φτάνει σχεδόν τις 3 ώρες αντί των 2 που υπόσχονται οι προδιαγραφές - Το 20-Key Roll Over των προδιαγραφών δεν ισχύει - Το πάνω και το κάτω βελάκι είναι πλήκτρα μισού ύψους Ο Αδιάφορος - Η τιμή είναι υψηλή για ένα πληκτρολόγιο αλλά λογική αν υπολογίσουμε όλα τα χαρακτηριστικά και τις δυνατότητές του - Θα προτιμούσαμε θύρα USB Type C αντί για Micro-USB - Θα ήταν θετικό αν υποστηρίζονταν πρωτόκολλα ταχείας φόρτισης όπως QC2.0, QC3.0 κλπ Με βάση τα παραπάνω, η συνολική βαθμολογία του Corsair K83 Wireless Entertainment Keyboard είναι:  theLAB.gr Ευχαριστούμε θερμά την Corsair για την παραχώρηση του δείγματος της δοκιμής. Πολύμερος Αχανιώτης 16/9/2019
  13. Εισαγωγή Τα πρωτόκολλα επικοινωνίας των συσκευών αποθήκευσης εδώ και πολλά χρόνια σηματοδοτούν και καθορίζουν τις μεγάλες εξελίξεις στις ταχύτητες διαμεταγωγής δεδομένων. Και ενώ οι συσκευές αποθήκευσης συνηθιζόταν να κυνηγάνε να φτάσουν την ταχύτητα του εκάστοτε πρωτοκόλλου της εποχής, οι SSD έχουν εξελιχθεί τόσο γρήγορα ώστε πολλές φορές να αποτελεί ο δίαυλος επικοινωνίας τους με το σύστημα, τον πιο αργό κρίκο της αλυσίδας μεταφοράς των δεδομένων. Έτσι λοιπόν, κάποιοι NVMe PCIe 3.0 4X SSDs έχουν φτάσει στα όρια της ταχύτητας που μπορούν να προσφέρουν τα 4 lanes του PCIe 3.0 και το επόμενο λογικό βήμα είναι ή περισσότερα lanes (που εκμεταλλεύονται κάποιες ακριβές enterprise υλοποιήσεις), ή, για την consumer αγορά, η εκμετάλλευση των ταχύτερων lanes που προσφέρει το PCIe 4.0. To PCIe 4.0 είναι πλέον γεγονός, αν και προς το παρόν είναι διαθέσιμο μόνο στις καινούριες μητρικές για AMD Ryzen 3ης γενιάς. Και ενώ η Intel πετάει χαρούμενη χαρταετό, ισχυριζόμενη ότι δεν υπάρχει ακόμα λόγος για την ενσωμάτωση του PCIe 4.0 στα συστήματά της, εφ' όσον οι υπάρχουσες κάρτες γραφικών δε θα μπορούσαν να εκμεταλλευτούν τις αυξημένες του ταχύτητες, οι κατασκευαστές SSD έσπευσαν να της αποδείξουν ότι σαφώς και υπάρχει λόγος. Συγκεκριμένα, οι νέοι NVMe PCIe 4.0 SSDs που, εκμεταλλευόμενοι τη διπλάσια ταχύτητα επικοινωνίας έναντι του PCIe 3.0, ξεπερνούν το bottleneck που έως τώρα έθετε τα όρια στις επιδόσεις των SSD. Η πρώτη υλοποίηση της Corsair που υποστηρίζει PCIe 4.0 είναι ο Corsair Force Series Gen.4 PCIe MP600, που διατίθεται από την εταιρεία σε χωρητικότητες του 1 και των 2 TB. Σήμερα στον πάγκο μας βρίσκεται το μοντέλο των 2TB και το περιμένουν φουρτούνες αντάξιες ενός κουρσάρου! Από τη Συσκευασία Μέχρι το Πυρίτιο - Τι ακριβώς αγοράζουμε Αλλά ας πάρουμε τα πράγματα από την αρχή. Ο Corsair Force Series Gen.4 PCIe MP600 2TB έρχεται σε ένα απλό λευκό κουτί. Ένα μαύρο αυτοκόλλητο καλύπτει σχεδόν ολόκληρη την εμπρός όψη και περιέχει τη φωτογραφία και το μοντέλο του drive, καθώς και πληροφορίες για τις επιδόσεις τους, που ενώ δεν πιέζουν τα όρια του PCIe 4.0, είναι σαφώς έξω από τις δυνατότητες του PCIe 3.0. To πίσω μέρος είναι σαφώς πιο αδιάφορο και έχει μόνο ένα μικρό αυτοκόλλητο με barcodes και αριθμούς. Η χρήσιμη πληροφορία εδώ είναι ότι η χώρα κατασκευής είναι η Taiwan. Μέσα στο απλό χαρτόνι, υπάρχει ένα κομμάτι μαύρο αφρολέξ. Οι εγκοπές για τα δάχτυλα μας βοηθάνε αρκετά στο να το βγάλουμε από το κουτί και να αντικρίσουμε φωλιασμένο μέσα του τον Corsair Force Series Gen.4 PCIe MP600 2TB. Φυλλάδια και παρελκόμενα κάθε είδους λάμπουν δια της απουσίας τους, αλλά δε θεωρούμε ότι η ύπαρξή τους θα είχε κάποια ουσία. Αυτό που κάνει αισθητή την παρουσία του και μάλιστα έντονα, είναι η εγκατεστημένη ψύκτρα. Η ψύκτρα είναι απλή, μαύρου χρώματος και από αλουμίνιο. Είναι προφανές ότι είναι η ίδια και για τις δύο διαφορετικές χωρητικότητες που διατίθενται, καθώς στο επάνω μέρος του αναφέρεται μεν η εταιρεία και το μοντέλο, όχι όμως η χωρητικότητα. Στο κάτω μέρος, ένα αυτοκόλλητο παρέχει πληροφορίες για τις πιστοποιήσεις και τις λοιπές λεπτομέρειες, ενώ κάτω δεξιά αναφέρει και τη χωρητικότητα του drive, ως 2000MB, κάτι που δεν είναι ακριβώς το ίδιο με το 2TB που γράφει η συσκευασία καθώς το 1TB ισούται κανονικά με 1024MB. Το μαύρο PCB δένει αρμονικά με την ψύκτρα και το σύνολο, με το αυτοκόλλητο κρυμμένο κάτω από το drive, θα αποτελέσει μια καλαίσθητη πινελιά σε οποιοδήποτε μοντέρνο σύστημα. Αυτά λοιπόν για το drive, καθώς η ψύκτρα δε μας αφήνει να δούμε τα επί μέρους εξαρτήματά του και δε θα θέλαμε να χάσουμε την εγγύηση παραβιάζοντάς την... Δεν πιστεύω να το πιστέψατε, έτσι; Εννοείτε ότι θα πάμε παραμέσα. Εξ' άλλου η ψύκτρα συγκρατείται στο drive με 4 clips, 2 από κάθε πλευρά και η ίδια η Corsair δε φαίνεται να ενοχλείται από την προοπτική της αφαίρεσής της, καθώς δεν έχει χρησιμοποιήσει κάποιο αυτοκόλλητο ασφαλείας που θα ακύρωνε την εγγύηση. Μπορεί εξ άλλου κάποιος να θέλει να χρησιμοποιήσει το drive με την ενσωματωμένη ψύκτρα που διαθέτουν πολλές μητρικές, όπως και μία από τις 2 μητρικές όπου θα δοκιμαστεί ο Corsair Force Series Gen.4 PCIe MP600 2TB. Βέβαια, εμείς επιλέξαμε να δοκιμάσουμε το drive με τη δική του ψύκτρα, αλλά αυτά θα τα δούμε παρακάτω. Προς το παρόν, ανοίγουμε προσεκτικά τα 4 clips και η ψύκτρα χωρίζεται στα 2. Το πάνω μέρος, που αποτελείται από αλουμίνιο και αναλαμβάνει την ψύξη του ελεγκτή καλύπτεται από μια θερμοαγώγιμη ταινία η οποία εξασφαλίζει τη μεταφορά θερμότητας από το drive στην ψύκτρα. Και ιδού τα αποκαλυπτήρια του drive. Τα βασικά του στοιχεία, τα οποία μας ενδιαφέρουν, είναι ήδη ξεκάθαρα φανερά. Η επάνω, ψυχόμενη πλευρά, περιλαμβάνει τον ελεγκτή, 2 NAND chips και 1 chip μνήμης cache. Η κάτω, μη ψυχόμενη πλευρά, περιλαμβάνει άλλα 2 NAND chips και άλλο 1 chip μνήμης cache. Ο ελεγκτής είναι ο Phison PS5016-E16 του οποίου το interface είναι, σύμφωνα με τη Phison, το PCIe Gen4x4 NVMe, οι υποστηριζόμενες χωρητικότητες από 512 GB έως 2TB και οι ταχύτητες φτάνουν τα Sequential Read/Write (up to): 5,000/4,400 MB/s και Random Read/Write (up to): 750,000/700,000 IOPS. Το Datasheet μας λέει ότι η μέγιστη θερμοκρασία λειτουργίας είναι οι 70°C και ότι υποστηρίζονται End-to-End Data Protection, Pyrite/OPAL και Thermal Monitoring. Η πιο σημαντική πληροφορία όμως είναι ότι ο ελεγκτής υποστηρίζει TLC και QLC NAND. Το τι ακριβώς είναι αυτοί οι τύποι NAND θα το δούμε εν συντομία παρακάτω, στην ανάλυση σε βάθος. Προς το παρόν αρκεί να αναφέρουμε ότι δεν είναι η ταχύτερη διαθέσιμη κατηγορία NAND (που είναι η MLC) και έχω ενδοιασμούς για το αν οι TLC και QLC NAND θα διαθέτουν την απαραίτητη ταχύτητα. Για να δούμε λοιπόν τη NAND που χρησιμοποιεί ο Corsair Force Series Gen.4 PCIe MP600 2TB. Πρόκειται για τα chip της Toshiba, με κωδικό TABHG65AWV, τα οποία είναι BiCS4 3D TLC NAND με 96 επίπεδα. TLC λοιπόν, η καλύτερη από τις 2 επιλογές που υποστηρίζει ο ελεγκτής. Η χωρητικότητα του κάθε ενός από τα συγκεκριμένα NAND chips είναι 4096 Gb, ή αλλιώς 512GB. Εφ' όσον o Corsair Force Series Gen.4 PCIe MP600 2TB διαθέτει 4 τέτοια chips, η συνολική του χωρητικότητα φτάνει τα 2TB. H cache του drive παρέχεται από τα 2 DRAM chips της SKhynix, ένα σε κάθε πλευρά του PCB του drive. Τα DRAM chips που χρησιμοποιήθηκαν είναι τα SKhynix H5AN8G8NNAFR-UH τα οποία είναι χωρητικότητας 8Gb, δηλαδή 1GB έκαστο, προσφέροντας συνολικά 2GB cache στον ελεγκτή. Το ότι η cache αποτελεί το 1/1000 της χωρητικότητας του drive δεν είναι καθόλου τυχαίο, καθώς αποτελεί χαρακτηριστικό του συγκεκριμένου ελεγκτή. Tα συγκεκριμένα DRAM chips είναι DDR4 με συχνότητα λειτουργίας τα 2400MHz και Cas Latency 17. Τεχνικά Χαρακτηριστικά Τα τεχνικά χαρακτηριστικά του Corsair Force Series Gen.4 PCIe MP600 2TB, ακριβώς όπως αναφέρονται στην ιστοσελίδα της Corsair, φαίνονται στον παρακάτω πίνακα. Οι ταχύτητες που υπόσχεται η Corsair είναι εντός των προδιαγραφών του ελεγκτή και η διάρκεια ζωής του Corsair Force Series Gen.4 PCIe MP600 2TB ορίζεται στα 3600TB εγγραφών. Δηλαδή πρέπει κανείς να γράφει στο drive περίπου ολόκληρη τη χωρητικότητά του για 5 χρόνια για να φτάσει αυτόν τον όγκο εγγραφών. Αυτό που δεν αναφέρεται στον πίνακα είναι η διάρκεια της εγγύησης, η οποία είναι 5 χρόνια και η προτεινόμενη τιμή λιανικής η οποία είναι στα 489,99 ευρώ. Συνοδευτικό Λογισμικό Το λογισμικό που συνοδεύει τους SSDs της Corsair, ονομάζεται Corsair SSD Toolbox. Σε αντίθεση με την εξαιρετική δουλειά πού έχει κάνει η Corsair με το iCue, το Corsair SSD Toolbox έχει μείνει χωρίς ουσιαστική εξέλιξη εδώ και αρκετά χρόνια, κάτι που είναι άμεσα εμφανές από το ξεπερασμένο αισθητικά interface του. Εν τούτοις, είναι εύκολο στη χρήση, απλό στη λειτουργία και παρέχει ουσιαστικά όλες τις απαραίτητες λειτουργίες. Η πλοήγηση γίνεται από το κάθετο μενού στα αριστερά και περιλαμβάνει 6 καρτέλες. Στην πρώτη, που ονομάζεται Drive Information (πληροφορίες για το drive), βλέπουμε τα βασικά στοιχεία του κάθε συνδεδεμένου drive και, εφ' όσον αυτό υποστηρίζεται από το πρόγραμμα, μπορούμε να κάνουμε και Firmware Update. Ο έλεγχος του firmware είναι άμεσος και online, απλοποιώντας τη διαδικασία και ελαχιστοποιώντας πιθανά λάθη του χρήστη. Το drive που παραλάβαμε χρειάστηκε άμεσα ενημέρωση του firmware στην έκδοση EGFM11.1, η οποία έγινε πριν τρέξουμε τα benchmarks. Η δεύτερη καρτέλα που ονομάζεται Overprovision αφορά το manual Over Provisioning, κάτι που δεν υποστηρίζεται από τον Corsair Force Series Gen.4 PCIe MP600 2TB. Η τρίτη καρτέλα, S.M.A.R.T. Status (κατάσταση του S.M.A.R.T.) μας δίνει πληροφορίες για την κατάσταση του drive, όπως την υγεία του και το σύνολο των αναγνώσεων και εγγραφών που έχει συνολικά πραγματοποιήσει. Σε αυτήν την καρτέλα θα προτιμούσαμε σαφώς μια πιο εύληπτη παρουσίαση για τον μη ειδικό χρήστη και όχι μια ξερή παρουσίαση των περιεχομένων του S.M.A.R.T. table. Η τέταρτη καρτέλα λέγεται Disk Clone (κλωνοποίηση δίσκου) και περιέχει ένα απλό αλλά βολικό Disk Cloning εργαλείο. Η πέμπτη καρτέλα που ονομάζεται Optimize (βελτιστοποίηση), περιέχει την εντολή ενεργοποίησης του TRIM, κάτι που στον Corsair Force Series Gen.4 PCIe MP600 2TB ελέγχεται από τα Windows και δεν μπορεί να ενεργοποιηθεί κατά βούληση από το χρήστη. Η έκτη και τελευταία καρτέλα με το όνομα Secure Wipe (ασφαλής καθαρισμός) περιέχει ένα εργαλείο ασφαλούς διαγραφής των περιεχομένων του drive, με τρόπο ώστε η επαναφορά τους να είναι αδύνατη. Τα 3 εικονίδια πάνω αριστερά, κάτω από το σήμα της Corsair, αφορούν τη λειτουργία βοήθειας, που εξηγεί κάποιες λειτουργίες του προγράμματος, τις πληροφορίες της έκδοσης του προγράμματος και την ανανέωση της λίστας των drives. Η πρώτη και τελευταία λειτουργία είναι αυτονόητες και δεν έχουμε να σχολιάσουμε κάτι σχετικά, αλλά η δεύτερη αποκάλυψε κάτι ενδιαφέρον. Συγκεκριμένα, ενώ πιο πρόσφατη έκδοση του Corsair SSD Toolbox στην ιστοσελίδα της εταιρίας είναι η 1.2.5.5, η λειτουργία check for updates που είναι κρυμμένη σε αυτή την καρτέλα, κατέβασε και εγκατέστησε την έκδοση 1.2.5.7. Η αναβάθμιση αυτή δεν έδωσε κάποιο ορατό αποτέλεσμα εκτός ότι τα εικονίδια απέκτησαν ένα κακαίσθητο λευκό φόντο που δεν υπήρχε στην προηγούμενη έκδοση. Συνολικά, το Corsair SSD Toolbox κάνει τα βασικά που χρειάζεται, αλλά θα θέλαμε να δούμε μια ανανεωμένη έκδοση, με μοντέρνο interface και μεγαλύτερη φιλικότητα προς το χρήστη. Σύστημα Δοκιμών και Μεθοδολογία Για το συγκεκριμένο review χρησιμοποιήθηκαν 2 συστήματα δοκιμών. Το ένα είναι το γνωστό μας benchtable που είναι στημένο πάνω στην Asrock Z97X Killer. Ο επεξεργαστής είναι ο Intel G3258 Anniversary Edition που παρέμεινε δροσερός χάρη στην Corsair Hydro Series H100i GTX. Η μνήμη είναι στα 8GB που υπερκαλύπτουν τις απαιτήσεις μας στα συγκεκριμένα τεστ, το τροφοδοτικό είναι το Cooler Master V650 και το σύστημα είναι στημένο στο Cooler Master Test Bench V1.0. Καθώς η M.2 υποδοχή της Asrock Z97X Killer υποστηρίζει μόνο PCIe 3.0 2X και όχι 4X, χρησιμοποιήθηκε ένας μετατροπέας PCIe 4X σε M.2. Ευχαριστούμε θερμά την Asrock, την Cooler Master και την Corsair για τα εξαρτήματα που μας παρείχαν για την κατασκευή του συστήματος δοκιμών! Παρακάτω βλέπετε τις πλήρεις προδιαγραφές του συστήματος δοκιμών. Καθώς όμως ο Corsair Force Series Gen.4 PCIe MP600 2TB υποστηρίζει, όπως μαρτυράει το όνομά του, PCIe 4.0 και μάλιστα το χρειάζεται για να αποδώσει τα μέγιστα των επιδόσεών του, οι οποίες ξεπερνούν τις δυνατότητες του πρωτοκόλλου PCIe 3.0, οι δοκιμές έγιναν και σε ένα ολοκαίνουργιο σύστημα με επεξεργαστή AMD Ryzen 3900X και μητρική την Gigabyte X570 AORUS PRO. Το σύστημα αυτό υποστηρίζει το πρωτόκολλο επικοινωνίας PCIe 4.0 και επιτρέπει στον Corsair Force Series Gen.4 PCIe MP600 2TB να δείξει τις πλήρεις δυνατότητές του. Ευχαριστώ θερμά τον φίλο και συνεργάτη David Popeck που μας διέθεσε το σύστημά του για τις δοκιμές. Παρακάτω βλέπετε τις πλήρεις προδιαγραφές του συστήματος δοκιμών με πρωτόκολλο επικοινωνίας PCIe 4.0. Το λειτουργικό σύστημα πάνω στο οποίο γίνονται οι δοκιμές είναι τα Windows 10 Pro 64bit. Οι δοκιμές στις οποίες θα υποβάλουμε τον Corsair Force Series Gen.4 PCIe MP600 2TB χωρίζονται σε 3 κατηγορίες: Συνθετικά Benchmarks Χρήση των Program Traces του PCMark 8 για να δούμε τη συμπεριφορά του drive σε καθημερινή χρήση. Ανάλυση σε βάθος Οι μετρήσεις θα γίνουν και στα 2 παραπάνω συστήματα για να δούμε τις επιδόσεις του drive τόσο σε PCIe 4.0 όσο και σε PCIe 3.0 και θα συγκριθούν με τον Corsair Force Series MP510 960GB και τον Samsung 970 EVO 250GB. Δυστυχώς δεν είχαμε διαθέσιμο κάποιον Samsung 970 EVO αντίστοιχης χωρητικότητας και καθώς οι επιδόσεις των εγγραφών επηρεάζονται ιδιαιτέρως από το πλήθος των πακέτων NAND και ο Samsung 970 EVO 250GB διαθέτει 2 πακέτα NAND έναντι των 4 των άλλων 2 SSD, αυτό θα ληφθεί υπ' όψιν στη διεξαγωγή των συμπερασμάτων. Μείνετε συντονισμένοι. Μετά τις δοκιμές ακολουθεί σχολιασμός, βαθμολογία και συμπεράσματα. Benchmarks Ξεκινάμε με το ATTO. To ATTO είναι το μακράν πιο γενναιόδωρο benchmark όσον αφορά τα θετικά αποτελέσματα ταχύτητας και γι αυτό οι περισσότερες εταιρείες το χρησιμοποιούν για να δηλώσουν τις μέγιστες επιδόσεις σειριακής ανάγνωσης και εγγραφής των drives τους. Ο Corsair Force Series Gen.4 PCIe MP600 2TB έχει πολύ καλές επιδόσεις που στις εγγραφές σχεδόν αγγίζουν τις υποσχόμενες από την εταιρία, ενώ στις αναγνώσεις είναι ελαφρώς χαμηλότερες από τις διαφημιζόμενες. Όλα αυτά βέβαια με τη χρήση του PCIe 4.0, ενώ στη μέτρηση με PCIe 3.0 το drive περιορίζεται από τις δυνατότητες του PCIe 3.0 αλλά και πάλι ξεπερνάει τις επιδόσεις του Corsair Force Series MP510 960GB και του Samsung 970 EVO 250GB. Λαμβάνουμε υπ' όψιν ότι ο EVO διαθέτει 2 πακέτα NAND (όπως εξηγήσαμε στη μεθοδολογία) και έτσι είναι εύλογο και αναμενόμενο ο EVO να έχει περίπου τις μισές επιδόσεις στις σειριακές εγγραφές. Αντίστοιχα είναι και τα αποτελέσματα του CrystalDiskMark 6.0.2 όπου και πάλι ο Corsair Force Series Gen.4 PCIe MP600 2TB δε φτάνει ακριβώς την ταχύτητα εγγραφής των 4950MB/s που υπόσχεται η Corsair αλλά από την άλλη ξεπερνάει τη διαφημιζόμενη ταχύτητα εγγραφών των 4250MB/s, έστω και κατά λίγο. Περισσότερο όμως αξιοσημείωτη είναι η σημαντική αύξηση στις δοκιμές των 4Κ με τη χρήση του drive σε PCIe 4.0. Η αύξηση είναι σημαντική όταν δεν έχουμε queue (ουρά εντολών) (Q1) ή παράλληλα threads (παράλληλη επεξεργασία εντολών) (T1) αλλά απογειώνεται όταν αυξάνει το queue και πραγματικά εκτοξεύεται όταν αυξάνουμε και τα threads! Τα αποτελέσματα του AS SSD Benchmark λένε την ίδια ιστορία. Το Anvil's Storage Utilities benchmark επιβεβαιώνει τα παραπάνω αποτελέσματα, δίνοντας την απόλυτη κυριαρχία και με διαφορά στον Corsair Force Series Gen.4 PCIe MP600 2TB με PCIe 4.0, με δεύτερο το ίδιο drive με PCIe 3.0, όπου κινείται στα όρια ταχύτητας που του επιτρέπει το PCIe 3.0. Τα υπόλοιπα drives, απλά ακολουθούν. Αν δούμε λίγο πιο αναλυτικά τα αποτελέσματα, θα παρατηρήσουμε ότι η υπεροχή του Corsair Force Series Gen.4 PCIe MP600 2TB σε PCIe 4.0 είναι, αναμενόμενα πλέον, σαρωτική όπου υπάρχει χρήση QD, κάτι που εξηγεί και το αποτέλεσμα. Τα AIDA64 Average Read και Write Access δείχνουν ότι ο Corsair Force Series Gen.4 PCIe MP600 2TB είναι ένα drive που ανταποκρίνεται πολύ γρήγορα στις εντολές που λαμβάνει, ειδικά σε PCIe 4.0 και στις εγγραφές. Τα παραπάνω συμπεράσματα φαίνεται να επιβεβαιώνονται και από τα αποτελέσματα του HD Tune Pro Random Read και Write Access. Τα συνολικά αποτελέσματα των benchmarks δείχνουν ότι ο Corsair Force Series Gen.4 PCIe MP600 2TB έχει επιδόσεις που ξεφεύγουν πολύ από αυτές των drives που χρησιμοποιούν PCIe 3.0. Για να δούμε όμως, τι σημαίνει αυτό στην πραγματική χρήση. Program Traces - PCMark 8 Το drive benchmark του PCMark 8 χρησιμοποιεί traces χρήσης πραγματικών προγραμμάτων για να προσομοιώσει τη συμπεριφορά και τις επιδόσεις ενός drive κατά την πραγματική χρήση. Και εκεί που σύμφωνα με τα αποτελέσματα των συνθετικών benchmarks περιμένουμε να δούμε μια σαρωτική επικράτηση του Corsair Force Series Gen.4 PCIe MP600 2TB, το παρακάτω γράφημα γκρεμίζει όλες τις προσδοκίες. Δεν μπορεί, κάτι έγινε εδώ. Ξανατρέχουμε την πολύωρη δοκιμή, καμία διαφορά. Τι συμβαίνει; Πώς μπορεί ένα drive να είναι τόσο πιο γρήγορο σε όλα τα benchmarks και στην πραγματικότητα να μην είναι; Για να το απαντήσουμε αυτό, θα χρειαστεί μια ανάλυση σε μεγαλύτερο βάθος. Ανάλυση σε βάθος Σε αυτό το τμήμα του review, θα χρησιμοποιήσουμε κάποιες πιο εξειδικευμένες δοκιμασίες για να δούμε τη συμπεριφορά του drive με περισσότερη λεπτομέρεια. Συγκεκριμένα θα χρησιμοποιήσουμε το Disk Benchmark του AIDA64. Βλέπουμε ότι η μέση, η μέγιστη και η ελάχιστη ταχύτατα ανάγνωσης του Corsair Force Series Gen.4 PCIe MP600 2TB σε PCIe 4.0 (1ο γράφημα) είναι μεν μεγαλύτερες από τις επιδόσεις του drive σε PCIe 3.0 (2ο γράφημα) και από τα άλλα drives, αλλά παραμένουν χαμηλά σε σχέση με τις δυνατότητες που είδαμε στα συνθετικά benchmarks και μάλιστα σαφώς εντός των δυνατοτήτων του PCIe 3.0. Τι συμβαίνει λοιπόν εδώ; Ουσιαστικά εδώ βλέπουμε την ταχύτητα με την οποία μπορεί να διαβάσει ο ελεγκτής από τη NAND, χωρίς την επιπλέον ταχύτητα που προσδίδει η χρήση της DRAM cache. Αυτή είναι η ταχύτητα με την οποία μπορεί συνεχώς και με συνέπεια να διαβάζει το drive όταν μιλάμε για δεδομένα που δεν είναι στην DRAM cache του των 2GB. Η ταχύτητα αυτή δεν περιορίζεται από τη μέγιστη ταχύτητα του PCIe 3.0, καθώς είναι σαφώς μέσα στις δυνατότητές του και οι διαφορές που βλέπουμε υπέρ του drive σε PCIe 4.0 πιθανότατα σχετίζονται με άλλα optimizations που έχουν γίνει σε αυτό καθώς και τη γενικότερα πολύ νεότερη πλατφόρμα. Η ουσία είναι ότι εδώ φαίνεται πως τα θεαματικά αποτελέσματα των συνθετικών benchmarks ήταν στην ουσία προϊόν της ανάγνωσης δεδομένων τα οποία ήταν ήδη στην DRAM cache του drive. Η DRAM cache, ούσα μακράν ταχύτερη της NAND, είχε τη δυνατότητα να τροφοδοτεί τον ελεγκτή με δεδομένα χωρίς να δημιουργεί bottleneck αλλά η σχετικά αργή TLC NAND που χρησιμοποιεί ο Corsair Force Series Gen.4 PCIe MP600 2TB δε φαίνεται να την έχει και αυτό είναι λογικό. Συνεπώς τώρα φαίνονται λογικά τα αποτελέσματα του PCMark 8. Στην πραγματικότητα, τη μεγάλη του ταχύτητα μπορεί να την δώσει το drive μόνο για αναγνώσεις δεδομένων που βρίσκονται στην DRAM cache και που σε αυτή την περίπτωση περιορίζονται σε μέγεθος από το μέγεθος αυτής, τα 2 GB, το 1/1000 της συνολικής χωρητικότητας του drive. Οι εγγραφές αποκαλύπτουν μια ακόμη πιο ατυχή ιστορία, τη γνωστή πονεμένη ιστορία όλων των SSD που χρησιμοποιούν TLC. Βλέπετε, οι TLC NAND δεν έχουν καλές ταχύτητες εγγραφής. Γι αυτό οι εταιρείες δε διαφημίζουν ποτέ αυτή την ταχύτητα. Αντιθέτως, χρησιμοποιούν ένα μέρος της TLC NAND σε λειτουργία SLC. Όπα φίλε, μισό λεπτό! Τι είναι αυτό το TLC και τι είναι το SLC που μας λες; OK, μικρή ανάλυση λοιπόν, για να είμαστε στην ίδια σελίδα. Να με συγχωρήσουν οι γνώστες και τελειομανείς που θα είναι πολύ εκλαϊκευμένη η εξήγηση και οι μη σχετικοί που θα είναι πολύ "επιστημονική", αλλά πρέπει να συναντηθούμε κάπου στη μέση. Το κάθε κελί μνήμης τύπου NAND, μπορεί να αποθηκεύσει μία ηλεκτρική τάση και να την κρατήσει εκεί. Στην περίπτωση του πρώτου τύπου NAND που χρησιμοποιήθηκε σε SSD, τον τύπο SLC (Single Level Cell) αν υπάρχει ηλεκτρική τάση, αυτό σημαίνει αξία 1 και αν δεν υπάρχει, αξία 0. Αυτό για τον υπολογιστή είναι ένα bit και 8 bits μας κάνουν ένα byte. Στην SLC NAND λοιπόν, κάθε κελί αποθηκεύει 1 bit και ο Controller έχει την πολύ εύκολη δουλειά να ξεχωρίσει ανάμεσα σε τάση και όχι τάση, πράγμα που γίνεται με πολύ μεγάλη ταχύτητα και ακόμη και αν το κελί έχει παλιώσει και φθαρεί. Συνεπώς η SLC NAND είναι πολύ γρήγορη και πολύ ανθεκτική στις εγγραφές που φθείρουν τα κελιά της. Αποθηκεύει όμως 1 μόνο bit ανά κελί. SLC NAND βρίσκαμε μόνο σε Enterprise level SSDs γιατί παρά τα πλεονεκτήματά της, είναι πολύ ακριβή. Και τώρα πλέον, ούτε καν εκεί. H MLC NAND αποθηκεύει 2 bit σε κάθε κελί. Ναι, αλλά εμείς είπαμε ότι το μόνο που αποθηκεύει ένα κελί NAND είναι μια ηλεκτρική τάση. Πώς λοιπόν μια ηλεκτρική τάση μπορεί να αντιστοιχιστεί σε 2 bit, δηλαδή σε ένα οποιονδήποτε διψήφιο συνδυασμό από 0 και 1; Απλό! Οι συνδυασμοί αυτοί κατά το νόμο των πιθανοτήτων είναι 22 δηλαδή 4 και συγκεκριμένα οι 00, 01, 10, και 11. Αν θεωρήσουμε ότι η απουσία ηλεκτρικής τάσης αντιστοιχεί στο 00, θα χρειαστούμε 3 διαφορετικές ηλεκτρικές τάσεις για να αντιστοιχίσουμε στις υπόλοιπες τιμές. Κάπως έτσι λειτουργεί η MLC. Είναι πλέον προφανές ότι η MLC θα λειτουργεί πιο αργά από την SLC, καθώς ο ελεγκτής θα πρέπει να ξεχωρίσει 4 διαφορετικές καταστάσεις του κάθε κελιού, συμπεριλαμβανομένων 3 διαφορετικών ηλεκτρικών τάσεων. Συνεπώς το σύστημα θα λειτουργεί πιο αργά και επιπλέον θα είναι πιο επιρρεπές στη φθορά των κελιών κατά τις εγγραφές και θα έχει μικρότερη διάρκεια ζωής. Η TLC NAND, που χρησιμοποιεί ο Corsair Force Series Gen.4 PCIe MP600 2TB, αλλά και τα άλλα 2 drives με τα οποία τον συγκρίνουμε, αποθηκεύει 3 bit σε κάθε κελί! Αυτό σημαίνει 23 δηλαδή 8 διαφορετικούς συνδυασμούς (000, 001, 010, 100, 011, 110, 101, 111). Κατά αναλογία με πριν, έχουμε εκτός από την απουσία τάσης, 7 διαφορετικές τιμές που κάνει πολύ πιο δύσκολη τη δουλειά του Controller. Εδώ πλέον οι εγγραφές γίνονται πολύ αργές. Η δε φθορά των κελιών που προκαλείται από τους κύκλους εγγραφών είναι ακόμα πιο σημαντική και η ζωή των κελιών πολύ πιο μικρή. Για να το αντιμετωπίσουν αυτό οι εταιρείες και να κάνουν τη χρήση TLC NAND μια βιώσιμη λύση για τους SSD, χρησιμοποιούν κάποια τεχνάσματα που βασίζονται σε πολύπλοκους και ισχυρούς ελεγκτές και εξειδικευμένο firmware. Το πιο βασικό τέχνασμα είναι να χρησιμοποιούν ένα μέρος της ελεύθερης TLC NAND σε λειτουργία SLC, εν είδει cache. Δηλαδή οι εγγραφές πραγματοποιούνται στην SLC cache σε πραγματικό χρόνο και αργότερα, το drive με την ησυχία του περνάει τα δεδομένα στην πολύ πιο αργή TLC NAND. Φυσικά οι εταιρείες δεν το διαφημίζουν αυτό και ο μέσος χρήστης νομίζει ότι αγοράζει drive με ταχύτητες εγγραφής που μπορεί να πετύχει η NAND του drive όταν λειτουργεί ως SLC cache ενώ η αλήθεια είναι πολύ πιο πικρή. Γι αυτό βλέπουμε TLC drives που είναι πολύ πιο οικονομικά από τα MLC να διαφημίζουν υψηλότερες ταχύτητες, αυτές της πολύ γρήγορης SLC cache, η οποία όμως όταν τελειώνει κατά τη διάρκεια μεγαλύτερων εγγραφών, ξαφνικά στέλνει τις επιδόσεις βόλτα και μάλιστα με τα πόδια! Πόση σημασία έχει αυτό στην πράξη; Μεγάλη κουβέντα και οι απόψεις διίστανται. Σε μια απλή χρήση που βασίζεται κυρίως σε αναγνώσεις και λίγες εγγραφές, τα TLC drives τα πάνε μια χαρά. Όταν τα πράγματα ζορίζουν και χρειάζονται μεγαλύτερες και συχνότερες εγγραφές που δε δίνουν χρόνο στην SLC cache των TLC drives να αδειάσει τα δεδομένα της και να είναι έτοιμη για την επόμενη χρήση, ίσως θα ήταν καλύτερη η χρήση ενός SSD με MLC NAND. Τώρα που ξέρουμε λοιπόν, ας πάμε να δούμε πώς συμπεριφέρεται ο Corsair Force Series Gen.4 PCIe MP600 2TB στις εγγραφές. Όπως βλέπουμε στο πρώτο γράφημα που αφορά τον Corsair Force Series Gen.4 PCIe MP600 2TB σε PCIe 4.0, το drive ξεκινάει με ένα μεγάλο burst ταχύτητας που προσεγγίζει τη διαφημιζόμενη ταχύτητα αλλά κρατάει πολύ λίγο, ίσα δηλαδή μέχρι να γεμίσουν τα 2GB της DRAM cache. Μετά, οι επιδόσεις πάνε περίπατο καθώς αρχίζουν οι εγγραφές στην TLC NAND, αν και παραμένουν αξιοπρεπείς, κοντά στα 2400MB/s. Αυτή όπως θα καταλάβατε είναι η ταχύτητα εγγραφής της TLC NAND, όταν αυτή είναι σε λειτουργία SLC cache. Καθώς το drive είναι εντελώς άδειο, έχει τη δυνατότητα να χρησιμοποιήσει ένα πολύ μεγάλο μέρος της TLC NAND του ως SLC cache, που σε σύνδεση PCIe 4.0 φαίνεται ότι είναι κοντά στο 45%. Σε σύνδεση PCIe 3.0 φαίνεται να είναι κάτι παραπάνω από το 35%. Όλα αυτά βέβαια είναι θέμα επιλογών της εταιρίας στο firmware αλλά σε κάθε περίπτωση θα έχουν όλο και λιγότερη σημασία, όσο περισσότερο γεμίζουμε το drive. Όσο πιο γεμάτο είναι τo drive, τόσο λιγότερη περίσσεια NAND θα έχει για να τη χρησιμοποιεί σε μορφή SLC cache και όλο και περισσότερο θα βασίζεται στην πραγματική ταχύτητα της TLC NAND που όπως φαίνεται στα τελευταία μέρη των πρώτων 2 γραφημάτων είναι μόλις στα περίπου 600MB/s σε PCIe 4.0 και 535MB/s σε PCIe 3.0. Είναι μάλιστα αξιοσημείωτο ότι η πραγματική ταχύτητα της TLC NAND που χρησιμοποιήθηκε στον Corsair Force Series MP510 960GB είναι αρκετά μεγαλύτερη, φτάνοντας περίπου τα 1000MB/s. Αυτό βέβαια μπορεί να οφείλεται στο ότι εκεί χρησιμοποιήθηκαν NAND chips των 256GB ενώ στον Corsair Force Series Gen.4 PCIe MP600 2TB έχουμε, όπως είδαμε, NAND chips των 512GB, αλλά σε κάθε περίπτωση η διαφορά είναι εκεί. Είναι πλέον φανερός ο λόγος που ενώ οι επιδόσεις του Corsair Force Series Gen.4 PCIe MP600 2TB στα συνθετικά benchmarks είναι εξαιρετικές, προσεγγίζοντας αυτές που υπόσχεται η συσκευασία, τα αποτελέσματα των traces χρήσης πραγματικών προγραμμάτων του PCMark 8 λένε ότι στην πράξη το drive δεν έχει πλεονέκτημα ταχύτητας έναντι των drives που βασίζονται στο PCIe 3.0. Στην πραγματική χρήση, μόνο όταν κάνουμε εγγραφές θα δούμε διαφορά και αυτό μόνο για ένα μέγιστο 2GB, όση δηλαδή είναι η DRAM cache του drive. Στις αναγνώσεις, διαφορά θα δούμε μόνο αν προκύψει να διαβαστεί κάτι που βρίσκεται στην DRAM cache, δηλαδή σπάνια. Θερμική συμπεριφορά Πριν πάμε στον επίλογο και τα συμπεράσματα, αξίζει μια μικρή κουβέντα για τη θερμική συμπεριφορά του Corsair Force Series Gen.4 PCIe MP600 2TB. Σύμφωνα με τις προδιαγραφές του drive αλλά και του ίδιου του ελεγκτή της Phison, η μέγιστη θερμοκρασία λειτουργίας του Corsair Force Series Gen.4 PCIe MP600 2TB είναι οι 70°C. Εν τούτοις, κατά τη διάρκεια των δοκιμών και εντός ενός κλειστού case με υδρόψυξη και χαμηλή κυκλοφορία αέρα, το drive έφτασε τους 75°C και μάλιστα με θερμοκρασία δωματίου κοντά στους 18°C. Αυτό με οδήγησε να θέλω να δω αν υπήρχε κάποιο thermal throttling ή κάποιο άλλο πρόβλημα, καθώς ήμαστε ήδη εκτός προδιαγραφών. Άνοιξα λοιπόν το πλαϊνό του κουτιού και έβαλα έναν ανεμιστήρα να φυσάει την ψύκτρα του Corsair Force Series Gen.4 PCIe MP600 2TB. Το αποτέλεσμα ήταν η μέγιστη θερμοκρασία να μην περνάει τους 40°C κατά τη διάρκεια των δοκιμών. Πέρα από αυτό, ουσιώδεις, στατιστικά σημαντικές διαφορές, δεν υπήρξαν ούτε και φάνηκε να υπάρχει κάποιο θέμα σταθερότητας. Τα 2 πρώτα από τα παρακάτω γραφήματα πάρθηκαν με το drive σε κλειστό κουτί και χωρίς ροή αέρα πάνω του, οπότε και έφτανε έως και τη θερμοκρασία των 75°C. Τα 2 επόμενα είναι με ανοιχτό πλαϊνό, ροή αέρα και μέγιστη θερμοκρασία 40°C. Παρά το γεγονός ότι δεν παρατηρήθηκαν διαφορές στις 2 καταστάσεις, η άνοδος της θερμοκρασίας άνω των προδιαγραφών του drive και μάλιστα με θερμοκρασία δωματίου τους 18°C, είναι ανησυχητική. Καλό θα είναι όποιοι αποφασίσουν να αποκτήσουν το drive, να φροντίσουν να υπάρχει κάποια ροή αέρα πάνω του, έτσι ώστε αυτό να μένει εντός των προδιαγραφών του και να εξασφαλιστεί η διάρκεια ζωής του. Συμπεράσματα και βαθμολογία - Το δια ταύτα Κάπως έτσι φτάσαμε στην ώρα του απολογισμού και των συμπερασμάτων. Σε αυτούς που πηδάνε από την εισαγωγή στον επίλογο, να πω ότι δεν έχετε καμία ελπίδα. Είναι τόσο πολλά αυτά που έχουμε εξηγήσει για την τεχνολογία και τις ιδιαιτερότητες του Corsair Force Series Gen.4 PCIe MP600 2TB που ο επίλογος σε καμία περίπτωση δε φτάνει για να τα συνοψίσουμε και να τα καταλάβετε. Γυρίστε πίσω λοιπόν και τα ξαναλέμε εδώ σε λίγο. Για όσους διάβασαν κανονικά το review, έχετε ήδη καταλάβει ότι ο Corsair Force Series Gen.4 PCIe MP600 2TB είναι ένα drive με πολύ καλή ποιότητα κατασκευής, ωραία εμφάνιση, μια ωραιότατη ψύκτρα, 5ετή εγγύηση και προδιαγραφές για να γράψει 3600ΤΒ στη διάρκεια της ζωής του, δηλαδή περίπου την πλήρη του χωρητικότητα καθημερινά για 5 χρόνια. Διαθέτει επίσης end-to-end data protection για την εξασφάλιση των δεδομένων σας, pyrite/OPAL AES 256-bit encryption για την κρυπτογράφησή τους και θερμικό έλεγχο για τη μακροζωία του drive. Διαθέτει επίσης τον - απ' ό,τι φαίνεται - μοναδικό σε κυκλοφορία αυτή τη στιγμή ελεγκτή για consumer grade NVMe SSD drive με χρήση PCIe 4.0, καθώς και οι 3 υλοποιήσεις που εντοπίσαμε χρησιμοποιούν τον ίδιο ελεγκτή. Οι υλοποιήσεις είναι φυσικά ο Corsair Force Series Gen.4 PCIe MP600 2TB καθώς και drives της Gigabyte και της Sabrent και ο ελεγκτής είναι ο Phison PS5016-E16 και εκεί έγκειται το πρόβλημα. Ας βάλουμε στην άκρη ότι για να έχει κανείς PCIe 4.0 χρειάζεται, όπως είπαμε και στην εισαγωγή, να διαθέτει πλατφόρμα AMD Ryzen 3ης γενιάς. Το βασικό θέμα είναι ότι ο εν λόγω ελεγκτής υποστηρίζει NAND TLC και QLC μόνο, όχι MLC. Εκεί οφείλεται ουσιαστικά και το πρόβλημα που είδαμε με τις επιδόσεις στην πραγματική χρήση. Κατά τη διάρκεια των συνθετικών benchmarks, οι δοκιμές γίνονται ουσιαστικά ανάμεσα στον ελεγκτή και την DRAM cache, η οποία, και πάλι κατά τις προσταγές του ελεγκτή, είναι 2GB (το 1/1000 της χωρητικότητας του drive) και συνεπώς υπερ-αρκετή για να γίνονται όλες οι συνθετικές δοκιμές χωρίς να δοκιμάζεται ουσιαστικά η ταχύτητα της NAND. Όταν όμως πάμε σε αναγνώσεις πραγματικών δεδομένων, που φυσικά δε θα βρίσκονται στη DRAM cache, και σε εγγραφές δεδομένων άνω των 2GB, τότε βλέπουμε ότι η ταχύτητα πέφτει σε επίπεδα αντίστοιχα με του Corsair Force Series MP510 960GB, ενός πολύ καλού drive που όμως ανήκει σε άλλη κατηγορία καθώς βασίζεται σε PCIe 3.0 και κοστίζει πολύ λιγότερο. Εκεί λοιπόν είναι και η Αχίλλειος πτέρνα του Corsair Force Series Gen.4 PCIe MP600 2TB. Είναι αλήθεια ότι η βαθμολογία του συγκεκριμένου drive με προβλημάτισε καθώς θέλει μελέτη και θα ήταν εύκολο να ξεφύγει προς τη μία ή την άλλη κατεύθυνση. Όσον αφορά Features και Quality, το drive είναι εξαιρετικό και βαθμολογήθηκε ανάλογα. Κανένα πρόβλημα. Τι να πει όμως κανείς για τις επιδόσεις; Στα benchmarks η αρκετή DRAM cache που διαθέτει παράλληλα με τον γρήγορο ελεγκτή και το PCIe 4.0 το κάνουν να ξεχωρίζει αλλά στην πραγματική χρήση η αναντίστοιχα αργή TLC NAND προσγειώνει τις επιδόσεις στα επίπεδα του Corsair Force Series MP510 960GB. Καλές επιδόσεις δηλαδή για ένα PCIe 3.0 drive αλλά όχι αυτές που περιμένουμε από ένα drive που εκμεταλλεύεται το PCIe 4.0. Βέβαια δεν μπορούμε να κατηγορήσουμε την Corsair γι αυτό καθώς πρόκειται για περιορισμό του ελεγκτή, ο οποίος έτσι κι αλλιώς είναι ο μοναδικός διαθέσιμος στην consumer αγορά που υποστηρίζει PCIe 4.0 και σε αυτόν βασίζονται όλες οι αντίστοιχες υλοποιήσεις, δηλαδή οι 3 που αναφέραμε παραπάνω. Η Corsair και η οποιαδήποτε εταιρία δεν μπορεί παρά μόνο να επιλέξει αν θα βγάλει ή δε θα βγάλει PCIe 4.0 NVME SSD αυτή τη στιγμή. Αυτές είναι οι δυνατότητες. Λαμβάνοντας υπ' όψιν όλα τα παραπάνω, η βαθμολογία των επιδόσεων ήταν 7.5. Το κομμάτι της βαθμολογίας όμως που σκοτώνει τα συγκεκριμένα drives, και φυσικά μαζί τους και τον Corsair Force Series Gen.4 PCIe MP600 2TB είναι το value for money. Με ελάχιστα πραγματικά πλεονεκτήματα από αντίστοιχα drives PCIe 3.0 και αρκετά υψηλότερη τιμή, το VFM έπεσε στο 2 και παρέσυρε τη συνολική βαθμολογία. Συγκεκριμένα, για τον Corsair Force Series Gen.4 PCIe MP600 2TB, η προτεινόμενη τιμή λιανικής από την Corsair είναι τα 489,99 ευρώ ενώ στα Ελληνικά καταστήματα εντοπίστηκε με τιμές που ξεκινάνε από τα 458 ευρώ, χωρίς το κόστος των μεταφορικών. Ενδεικτικά, ο Corsair Force Series MP510 1.9TB ξεκινάει από τα περίπου 280 ευρώ, συνεπώς είναι κατανοητή η χαμηλή βαθμολογία του VFM. Ας συνοψίσουμε τα πλεονεκτήματα και τα μειονεκτήματα του Corsair Force Series Gen.4 PCIe MP600 2TB: Πλεονεκτήματα + 5ετής εγγύηση + 3600TBW + PCIe 4.0 + Ποιότητα κατασκευής + End-to-end data protection + Pyrite/OPAL AES 256-bit encryption + Μαύρο PCB και ωραία ψύκτρα Μειονεκτήματα - Η αναγκαστική χρήση TLC NAND περιορίζει την πραγματική ταχύτητα του drive σε επίπεδα PCIe 3.0 - Τιμή - Το συνοδευτικό λογισμικό χρειάζεται ανανέωση Με βάση τα παραπάνω, η συνολική βαθμολογία του Corsair Force Series Gen.4 PCIe MP600 2TB είναι:  theLAB.gr Ευχαριστούμε θερμά την Corsair για την παραχώρηση του δείγματος της δοκιμής. Πολύμερος Αχανιώτης 23/08/2019
  14. Εισαγωγή Το κινητά τηλέφωνα είναι πλέον η προέκταση όχι μόνο του χεριού μας αλλά ολόκληρου του εαυτού μας, της κοινωνικής μας ύπαρξης. Ως εκ τούτου, τα αξεσουάρ τους έχουν αποκτήσει αντίστοιχα μεγάλη σημασία καθώς επηρεάζουν έντονα την εμπειρία χρήσης. Τα ακουστικά, ειδικά αυτά που διαθέτουν και μικρόφωνο (hands free), είναι σαφώς το πιο σημαντικό εξ αυτών και οι ασύρματες εκδόσεις τους ακόμα περισσότερο, καθώς πολλές κατασκευάστριες εταιρίες κινητών τηλεφώνων τείνουν να εξαλείψουν την υποδοχή ακουστικών από τις συσκευές τους. Έτσι η 1MORE, η εταιρία που κατασκεύασε τα διάσημα Xiaomi Piston, προχώρησε στη φυσική εξέλιξή τους που δεν είναι άλλη από την ασύρματη μέσω bluetooth έκδοσή τους, τα 1MORE Piston Fit BT. Καθώς τα Xiaomi Piston είναι ιδιαίτερα επιτυχημένα στην οικονομική κατηγορία των ακουστικών με μικρόφωνο, περιμένουμε θετικά πράγματα και από την ασύρματη έκδοση, τα 1MORE Piston Fit BT. Φωτογράφιση Τα 1MORE Piston Fit BT έρχονται σε ένα αρκετά μεγάλο χαρτονένιο κουτί με υψηλής ποιότητας εκτύπωση, προϊδεάζοντας για ένα ποιοτικό προϊόν. Το πρόσθιο μέρος περιέχει μια καλλιτεχνική απεικόνιση (μέρους) του προϊόντος και κάποια από τα βασικά του χαρακτηριστικά, ενώ το πίσω μέρος αναφέρει περισσότερες πληροφορίες σε 10 γλώσσες, που δεν περιλαμβάνουν την Ελληνική, κάποια τεχνικά χαρακτηριστικά, πιστοποιήσεις και barcodes. H χώρα κατασκευής είναι η Κίνα. Η συσκευασία έφτασε στα χέρια μας ταλαιπωρημένη στη μία γωνία, αλλά αυτό δεν είχε επιπτώσεις στο προϊόν. Εντός της συσκευασίας, βρίσκουμε ένα cool αυτοκόλλητο με το αρκουδάκι με ακουστικά της 1MORE, ένα μικρό φυλλάδιο με προϊόντα της εταιρίας και ένα αναλυτικό εγχειρίδιο χρήσης, στις ίδιες 10 γλώσσες. Τα 1MORE Piston Fit BT έρχονται σε μια λευκή βάση παρουσίασης, όπου συγκρατούνται με διαφάνειες στο επάνω και κάτω μέρος. Στο πίσω μέρος της λευκής βάσης βρίσκουμε κολλημένο ένα λευκό κουτί. Το κουτί περιέχει ένα καλώδιο USB-A σε Micro-USB για τη φόρτιση των 1MORE Piston Fit BT και eartips από σιλικόνη σε 3 μεγέθη, εκτός από αυτά που ήδη έχουν πάνω τα ακουστικά. Αφαιρούμε τις διαφάνειες που συγκρατούν τα ακουστικά στη λευκή βάση και τα απελευθερώνουμε. Το λευκό ταμπελάκι που είναι περασμένο πάνω στο καλώδιο αναφέρει ότι υπάρχει εκεί για λόγους εγγύησης. Δε φαντάζομαι σε καμία περίπτωση ότι μπορεί κάποιος να χρησιμοποιεί τα ακουστικά του με το λευκό αυτό ταμπελάκι στη θέση του, αλλά αφού το βγάλετε, κρατήστε το κάπου για καλό και για κακό - αχρείαστο να 'ναι. Βγάζουμε λοιπόν και το λευκό ταμπελάκι της εγγύησης και έχουμε την πρώτη πραγματική εικόνα των ακουστικών. Λεπτή και όμορφη κατασκευή που κατά τη γνώμη μου χαλάει από τα σχετικά μεγάλα βαρελάκια. Τα ίδια τα ακουστικά είναι από μέταλλο και πλαστικό, και φαίνονται ποιοτικά και προσεγμένα. Τα eartips από σιλικόνη μοιάζουν - και είναι - μαλακά και άνετα και υπάρχει stress relief στο καλώδιο για την προστασία των κλώνων του κατά τη χρήση. Τα ear tips βρίσκονται σε κλίση 45 μοιρών σε σχέση με το κυρίως σώμα των ακουστικών, κάτι που όπως θα δούμε παρακάτω, δεν είναι τυχαίο. Τα ear tips αφαιρούνται εύκολα, με ένα τράβηγμα, και αποκαλύπτουν τη μεταλλική σήτα που προστατεύει το εσωτερικό του ακουστικού. Κάπου εκεί από κάτω είναι μισοκρυμμένο και το R / L που υποδεικνύει σε ποιο αφτί να βάλουμε το κάθε ακουστικό, αν και η ίδια τους η κλίση που προαναφέραμε το κάνει σαφές. Τα ear tips που είναι ήδη πάνω στα ακουστικά είναι τα δεύτερα από αριστερά, τα τρίτα μεγαλύτερα σε μέγεθος. Με βόλεψαν εξ αρχής και δεν δοκίμασα καν τα άλλα μεγέθη. Η ηχομόνωση που παρέχουν δεν είναι ιδιαίτερη αλλά η άνεση ήταν σε πολύ υψηλά επίπεδα και έκανε τη χρήση των 1MORE Piston Fit BT πιο ξεκούραστη από πολύ ακριβότερες υλοποιήσεις που έχω δοκιμάσει. Ένα ωραίο χαρακτηριστικό που έχει υλοποιηθεί πολύ σωστά στα 1MORE Piston Fit BT είναι οι μαγνήτες που έχουν τα ακουστικά στο πίσω μέρος τους. Με αυτούς, μπορείς να φοράς τα ακουστικά στο λαιμό σου χωρίς κίνδυνο να πέσουν, ενώ παράλληλα δείχνουν όμορφα και τακτοποιημένα. Είναι ένα χαρακτηριστικό που είχαν και άλλα ακουστικά που έχω χρησιμοποιήσει αλλά εκεί οι μαγνήτες παραήταν δυνατοί, με αποτέλεσμα όταν περπατούσα στο βροχερό Λονδίνο με την ομπρέλα μου ανοιχτή, το αντίστοιχο ακουστικό να κολλάει συχνά στο μεταλλικό στέλεχος της ομπρέλας και να βγαίνει από το αφτί μου. Ακούγεται αστείο, και είναι, αλλά παράλληλα ήταν ιδιαίτερα ενοχλητικό! Οι μαγνήτες των 1MORE Piston Fit BT είναι ακριβώς όσο ισχυροί πρέπει για να τα κρατάνε με αρκετή ασφάλεια ενωμένα αλλά να αποφεύγονται τα παραπάνω ευτράπελα. Πάμε τώρα στο κομμάτι του οποίου τη σχεδίαση δεν εκτίμησα. Τα 2 βαρελάκια που έχουν πιο μεγάλη διάμετρο από ένα συνηθισμένο στυλό και θεωρώ ότι υποβιβάζουν την αισθητική του συνόλου. Το βαρελάκι που βρίσκεται στο δεξί καλώδιο έχει όλα τα πλήκτρα ελέγχου, τα οποία βρίσκονται κάτω από το πλαστικό και το πάτημά τους βασίζεται στην παραμορφωσιμότητα του πλαστικού. Αυτή η κατασκευή δεν είναι η πιο όμορφη, αλλά είναι ένας οικονομικός τρόπος για να εξασφαλιστεί η στεγανότητα. Η τρισδιάστατη κατασκευή των πλήκτρων βοηθάει στον εντοπισμό τους δια της αφής. Το ίδιο βαρελάκι, έχει στο πλάι υποδοχή Micro-USB, καλυμμένη με στεγανό καπάκι, για τη φόρτιση των 1MORE Piston Fit BT. Για τη φόρτιση μπορείτε φυσικά να χρησιμοποιήσετε το καλώδιο που περιέχεται στη συσκευασία αλλά και το καλώδιο φόρτισης του κινητού σας, για να μη χρειάζεται να μεταφέρετε επιπλέον καλώδια. Ακόμα και αν το κινητό χρησιμοποιεί USB-C καλώδιο, υπάρχουν στην αγορά οικονομικοί και μικροί αντάπτορες. Αυτό ακριβώς έκανα κι εγώ, όπως βλέπετε στην παρακάτω εικόνα. Ένα μικρό κόκκινο LED στην απέναντι πλευρά από την υποδοχή, δείχνει ότι γίνεται η φόρτιση. Δυστυχώς, η ολοκλήρωση της φόρτισης δε σηματοδοτείται από κάποιο άλλο χρώμα στο LED, αλλά απλά με το σβήσιμο αυτού, αφήνοντας στο χρήστη απορίες σχετικά με το αν ολοκληρώθηκε η φόρτιση, αποσυνδέθηκε κάποιο βύσμα, κόπηκε το ρεύμα, χάλασε κάτι κλπ... Το άλλο βαρελάκι δεν έχει κάποια εξωτερικά χαρακτηριστικά εκτός από το σήμα της κατασκευάστριας εταιρίας και περιέχει την μπαταρία. Τεχνικά Χαρακτηριστικά Τα τεχνικά χαρακτηριστικά των 1MORE Piston Fit BT συνοψίζονται στον παρακάτω πίνακα. Βλέπουμε χρήση τιτανίου στην κατασκευή του driver και πολύ καλή απόκριση συχνοτήτων που καλύπτει το σύνολο της ανθρώπινης ακοής. Η ευαισθησία είναι αρκετά υψηλή για να μπορεί ο ενσωματωμένος ενισχυτής να δώσει κάποια ένταση. Το μικρόφωνο ανταποκρίνεται στις συνήθεις συχνότητες της ομιλίας. Το HFP εξασφαλίζει συνεργασία με τα bluetooth συστήματα κινητών και αυτοκινήτων. Το A2DP καθορίζει το streaming toy ήχου και το AVRCP τη μεταφορά των εντολών από τα 1MORE Piston Fit BT στο κινητό σας (play, pause κλπ). Με λίγα λόγια, τα πρωτόκολλα που χρειάζονται σε οποιοδήποτε hands free. Η μπαταρία των 130mAh φαίνεται αρκετή για να δώσει την υποσχόμενη διάρκεια ομιλίας / αναπαραγωγής πολυμέσων των 8 ωρών (με ένταση ήχου στο 50%), ειδικά με το πρωτόκολλο Bluetooth 5 που υποστηρίζουν τα 1MORE Piston Fit BT. Στη φόρτιση εντοπίζουμε και την πρώτη ασυνέπεια καθώς είσοδος φόρτισης 5V 1A για να φορτίσει μια μπαταρία Λιθίου 3,7V χωρητικότητας 130mAh σε 1 ώρα δε συνάδει. Είναι βέβαιο ότι η φόρτιση γίνεται με αρκετά χαμηλότερο ρεύμα. Η αδιαβροχοποίηση επιπέδου IPX4 εξασφαλίζει την προστασία από βροχή και ιδρώτα ενώ το βάρος των 18 γραμμαρίων κάνει τη χρήση των 1MORE Piston Fit BT αρκετά άνετη. Η εταιρία προσφέρει απ' ευθείας εγγύηση ενός έτους, αν και κάποιοι μεταπωλητές προσφέρουν διετή εγγύηση. Μοντέλο E1028BT Τύπος Bluetooth In-Ear Headphones Acoustic Driver Dynamic Driver with Titanium+PET Composite Diaphragm Αντίσταση 32Ω Απόκριση Συχνοτήτων Ακουστικών 20Hz - 20KHz Ευαισθησία Ακουστικών 98dB @1KHz Απόκριση Συχνοτήτων Μικροφώνου 100Hz - 6KHz Ευαισθησία Μικροφώνου -42dB@1KHz Σταθεροποίηση Silicone Ear Tips Bluetooth Bluetooth 5 Bluetooth Protocol HFP/A2DP/AVRCP Ασύρματη Εμβέλεια 10m Μπαταρία 130mAh Είσοδος Φόρτισης 5V 1A Χρόνος Φόρτισης 60 Λεπτά Χρόνος Ομιλίας 8 Ώρες Χρόνος Αναπαραγωγής Πολυμέσων 8 Ώρες Χρόνος Αναμονής 200 Ώρες (BLuetooth ανοιχτό, χωρίς κάποια χρήση) Αδιαβροχοποίηση IPX4 Για Όλη Τη Συσκευή Βάρος 18γρ Εγγύηση 1 χρόνος Ποιότητα κατασκευής Η ποιότητα κατασκευής των 1MORE Piston Fit BT αφήνει ανάμικτα συναισθήματα. Τα υλικά δεν είναι ακριβά και αυτό είναι εμφανές στο (όχι απαραίτητα και πολύ) έμπειρο μάτι. Η χρήση πλαστικού είναι εκτεταμένη, χωρίς να πρόκειται ούτε για το καλύτερης ούτε για το χειρότερης ποιότητας πλαστικό Από την άλλη πλευρά, η κατασκευή και η συναρμογή δεν αφήνουν παράπονα, οπότε, λαμβάνοντας υπ' όψιν την κατηγορία τιμής στην οποία κινούνται, θα έλεγα ότι η ποιότητα κατασκευής είναι αρκετά καλή. Άνεση στη χρήση Εκεί που τα 1MORE Piston Fit BT χτυπάνε πολύ πιο δυνατά από την κατηγορία τους είναι στην άνεση στη χρήση. Τα ear tips από σιλικόνη είναι από τα πιο άνετα που έχω δοκιμάσει, σε in ear ακουστικά κάτω των 250 ευρώ. Όχι ότι είναι κάτι το ιδιαίτερο, απλά είναι τόσο μαλακά και τόσο σκληρά όσο πρέπει και με τα 4 διαφορετικά μεγέθη, σίγουρα θα υπάρχει κάτι που θα ταιριάζει στον καθένα. Ένας από τους βασικούς λόγους της άνεσης στη χρήση είναι η κλίση των 45 μοιρών που έχει δώσει η 1MORE στα ear tips των 1MORE Piston Fit BT, σε σχέση με το κυρίως σώμα των ακουστικών. Η κλίση αυτή βοηθάει στην ομοιόμορφη πίεση του ear tip εντός του ακουστικού πόρου, χωρίς να προκαλεί ενόχληση και χωρίς το σώμα του ακουστικού να τραβάει προς τη μία πλευρά. Βλέπουμε δηλαδή εδώ το αποτέλεσμα ενός έξυπνου σχεδιασμού, που χωρίς επιπλέον κόστος, αναβαθμίζει σημαντικά την εμπειρία χρήσης. Άνετη είναι όμως και η χρήση όσον αφορά το χειρισμό των 1MORE Piston Fit BT. Τα 4 πλήκτρα είναι όλα σε ένα σημείο, στη σειρά και το γεγονός ότι είναι ανάγλυφα κάνει τον εντοπισμό τους εύκολο. Το πάτημά τους δίνει επαρκές feedback και η λογική των εντολών είναι απλή έτσι ώστε να είναι εύκολη και η απομνημόνευσή τους από τις πρώτες ημέρες χρήσης. Ήχος Η κατασκευή των drivers των 1MORE Piston Fit BT που φαίνεται στην παρακάτω εικόνα είναι αξιοπρεπής για την κατηγορία και τα αποτελέσματα στον ήχο είναι αυτό που θα έλεγα αναμενόμενα για την τιμή, αρκεί να υπολογίσει κάποιος ότι σε αυτή περιλαμβάνεται και η ασύρματη συνδεσιμότητα. Τι σημαίνει αυτό; Τα 1MORE Piston Fit BT δε διεκδικούν δάφνες στην ποιότητα του ήχου. Τα μπάσα είναι αναιμικά, αλλά αυτό είναι πρόβλημα και της ισχύος που μπορεί να δώσει ο μικρός ενισχυτής τους, τροφοδοτούμενος από τη μικρή μπαταρία και είναι αναμενόμενο. Οι μεσαίες συχνότητες είναι ασαφείς και έχουν μια εμφανώς τραχιά χροιά. Τα πρίμα καταφέρνουν να μην τσιρίζουν (πολύ) στην αναπαραγωγή πολυμέσων, ακόμα και σε μεγάλη ένταση, αλλά σε συνομιλίες, αν τύχει ο συνομιλητής να μιλήσει περισσότερο μεγαλόφωνα, τσιρίζουν βασανιστικά. Το σύνολο δε δημιουργεί καν την υποψία κάποιου sound stage. Και εδώ θα σταματήσω, πριν ο φίλτατος @GriGaS και επίσημος reviewer ακουστικών του TheLab.gr με κατηγορήσει (δικαίως) ως audiophile και μου υπενθυμίσει την κατηγορία στην οποία ανήκουν τα 1MORE Piston Fit BT. Για την κατηγορία τους λοιπόν, δεν είχα κανένα πρόβλημα να ακούσω λίγη μουσική στο δρόμο προς το χώρο εργασίας το πρωί. Δε θα ήταν η πρώτη μου επιλογή, αλλά για την κατηγορία και τα χρήματα που κοστίζουν, είναι αποδεκτά. Πόσο μάλλον για όσους ενδιαφέρονται να τα χρησιμοποιήσουν για να ακούσουν ραδιόφωνο, κάποιο podcast, audiobooks, Youtube videos κλπ. Μικρόφωνο Εκεί που χώρισαν οι δρόμοι μας με τα 1MORE Piston Fit BT και αποφάσισα ότι μετά το πέρας του παρόντος review η χρήση τους θα είναι από άκρως περιορισμένη έως ανύπαρκτη, ήταν το μικρόφωνο. Το μικρόφωνο είναι τοποθετημένο μέσα στο βαρελάκι ελέγχου και έρχεται σε επαφή με τον έξω κόσμο μέσω μιας μικρής τρύπας, στην πλευρά που βρίσκεται απέναντι από τα πλήκτρα. Δεν υπάρχουν ακυρωτικά μικρόφωνα ή κυκλώματα ελέγχου και περιορισμού των θορύβων. Η ευαισθησία του και η ποιότητα του ήχου, όταν το πρωτοδοκίμασα στην ησυχία του σπιτιού μου, ήταν τόσο εξαιρετική, που ακόμα και οι πιο απαιτητικοί και δύστροποι συνομιλητές μου, σχολίασαν ότι τόσο καλό ήχο δεν είχαν ξανακούσει από οποιοδήποτε hands free, πόσο μάλλον ασύρματο! Τα πράγματα άλλαξαν την επόμενη ημέρα το πρωί που αποπειράθηκα να έχω μια συνομιλία στο δρόμο προς την εργασία μου. Μένω σε ένα ωραίο προάστιο του Λονδίνου, μέσα στη φύση και ο δρόμος προς το χώρο εργασίας μου έχει μεγάλα πεζοδρόμια και πολλά δέντρα. Φυσικά, και κάποια κίνηση, αλλά όχι κάτι το υπερβολικό. Κάνω αυτή τη διαδρομή πάνω από δυόμιση χρόνια και πολλές φορές έχω συνομιλίες με κάποιο hands free κατά τη διάρκειά της. Έχω χρησιμοποιήσει και ενσύρματα και ασύρματα, και ακριβά και οικονομικά hands free, χωρίς κάποιο πρόβλημα. Με τα 1MORE Piston Fit BT, ο κάθε ήχος του περιβάλλοντος περνούσε έντονα στους συνομιλητές μου, σε βαθμό που χαρακτήριζαν την εμπειρία "ανυπόφορη" και "βασανιστήριο". Η επιλογή που μου έδιναν ήταν πολύ απλή: Να μην τους ξανακαλέσω ποτέ με το συγκεκριμένο hands free ή να μην τους ξανακαλέσω ποτέ! Έχοντας επιβεβαιώσει τα παραπάνω με αρκετούς συνομιλητές, το αποτέλεσμα είναι σαφές: Μπορώ να χρησιμοποιώ τα 1MORE Piston Fit BT για να ακούω μουσική οπουδήποτε, σε εξωτερικούς ή εσωτερικούς χώρους, εφ' όσον αποδέχομαι τους ποιοτικούς περιορισμούς που επιβάλει η κατηγορία τιμής στην οποία ανήκουν και μπορώ να τα χρησιμοποιώ για κλήσεις εντός της οικίας μου ή γενικά οποιουδήποτε ήσυχου περιβάλλοντος. Δεν είναι κατάλληλα για συνομιλίες σε θορυβώδη περιβάλλοντα. Συνδεσιμότητα Τα 1MORE Piston Fit BT υποστηρίζουν το ασύρματο πρωτόκολλο επικοινωνίας Bluetooth 5. Η επικοινωνία με το κινητό μου τηλέφωνο που επίσης υποστηρίζει το εν λόγω πρωτόκολλο είναι εξαιρετική με εμβέλεια που μετρήθηκε τουλάχιστον στα διαφημιζόμενα 10 μέτρα. Με εντυπωσίασε μάλιστα το γεγονός ότι η επικοινωνία παρέμεινε άψογη ακόμα και διαμέσου ενός τοίχου που στη μία του πλευρά είχε ντουλάπια με φακέλους. Κανένα παράπονο λοιπόν από τη συνδεσιμότητα των 1MORE Piston Fit BT. Μπαταρία Το πρωτόκολλο BLuetooth 5 όμως κάνει και καλή διαχείριση της μπαταρίας. Τα 1MORE Piston Fit BT κατάφεραν να παίξουν μουσική ασταμάτητα, στο 50% της έντασης, για 9 ώρες και 20 λεπτά, δηλαδή αρκετά παραπάνω από τις 8 ώρες που υπόσχονται. Η επαναφόρτισή τους ολοκληρώθηκε σε 55 λεπτά, δηλαδή κάτω από τον χρόνο των 60 λεπτών που αναφέρουν οι προδιαγραφές. Κατά την αρχή της φόρτισης το ρεύμα ήταν 200mA, δηλαδή το 1/5 από το 1A που αναφέρεται στις προδιαγραφές ως ρεύμα εισόδου. Αυτό σημαίνει ότι τα 1MORE Piston Fit BT θα φορτίσουν μια χαρά με οποιονδήποτε φορτιστή μπορεί να δώσει 200mA στα 5V, δηλαδή πρακτικά με οποιονδήποτε φορτιστή των 5V. Στη συνέχεια της φόρτισης το ρεύμα έπεσε σταδιακά και στο τέλος ο φορτιστής είχε διαθέσει συνολικά 119mAh από τα 130mAh της συνολικής χωρητικότητας της μπαταρίας. Αυτό είναι λογικό διότι είναι απαραίτητο το κύκλωμα προστασίας να κλείνει τη συσκευή πριν αδειάσει εντελώς η μπαταρία Λιθίου, καθώς αυτού του τύπου οι μπαταρίες δεν ανακάμπτουν αν αποφορτιστούν εντελώς ενώ η προσπάθεια φόρτισής τους σε τέτοια περίπτωση είναι επικίνδυνη. Επίλογος Τα 1MORE Piston Fit BT αποτελούν την ασύρματη εξέλιξη των γνωστών και δημοφιλών Xiaomi Piston και ως εκ τούτου έχουν να διατηρήσουν μια σημαντική θετική φήμη στο χώρο των οικονομικών hands free. Όπως είδαμε αναλυτικά παραπάνω, σε κάποια σημεία το καταφέρνουν αρκετά καλά και σε άλλα σημεία όχι και τόσο. Τα δυνατά τους σημεία είναι η άνεση στη χρήση, η πολύ καλή συνδεσιμότητα μέσω Bluetooth 5, η εμβέλεια και η άνω των προδιαγραφών διάρκεια της μπαταρίας. Ο αδύναμος κρίκος είναι το μικρόφωνο, που έκανε πρακτικά αδύνατη τη χρήση τους για συνομιλίες σε θορυβώδη περιβάλλοντα. Ο ήχος, τα χαρακτηριστικά που ενσωματώνουν και η ποιότητα κατασκευής είναι στα επίπεδα που περιμένει κανείς από την κατηγορία στην οποία ανήκουν και από το κόστος τους. Τα 1MORE Piston Fit BT δεν είναι ακόμη διαθέσιμα στα καταστήματα, καθώς η επίσημη κυκλοφορία τους είναι σήμερα. Η προτεινόμενη τιμή λιανικής από την κατασκευάστρια εταιρία είναι τα 29,99 ευρώ. Παρά τα πολλά καλά χαρακτηριστικά τους, στην τιμή αυτή έχουν αρκετά μεγάλο ανταγωνισμό και το θέμα που αντιμετωπίζουν όσον αφορά το μικρόφωνο σε θορυβώδη περιβάλλοντα ενδέχεται να τα φέρει σε μειονεκτική θέση έναντι κάποιων ανταγωνιστικών προϊόντων. Ας συνοψίσουμε τα πλεονεκτήματα και τα μειονεκτήματα των 1MORE Piston Fit BT: Πλεονεκτήματα + Άνεση στη χρήση + Διάρκεια μπαταρίας και ταχύτητα φόρτισης + Εμβέλεια + Bluetooth 5 + Μαγνήτες στο πίσω μέρος των ακουστικών + Αποδεκτή ποιότητα ήχου για την κατηγορία τους Μειονεκτήματα - Μικρόφωνο - Ογκώδη βαρελάκια ελέγχου και μπαταρίας - Τιμή Με βάση τα παραπάνω, η συνολική βαθμολογία των 1MORE Piston Fit BT:  theLAB.gr Ευχαριστούμε θερμά την 1MORE για την παραχώρηση του δείγματος της δοκιμής. Πολύμερος Αχανιώτης 27/08/2019
  15. Εισαγωγή Μετά την επιτυχία του Elgato Stream Deck και του μικρού του αδελφού, του Elgato Stream Deck Mini, η Elgato παρουσίασε τον Γολιάθ της παρέας, το Elgato Stream Deck XL! Όπως και τα μικρά του αδέλφια, το Elgato Stream Deck XL είναι ουσιαστικά ένα προγραμματιζόμενο πληκτρολόγιο, όπου - μέσω του παρεχόμενου λογισμικού - σε κάθε πλήκτρο, μπορεί να αντιστοιχιστεί μια σειρά από λειτουργίες, ειδικά μελετημένες για να βοηθήσουν τους δημιουργούς περιεχομένου πολυμέσων και ακόμη περισσότερο τους streamers. Αυτό όμως που απογειώνει τη λειτουργικότητα είναι ότι το κάθε πλήκτρο είναι και μια μικρή οθόνη, που μπορούμε να προγραμματίσουμε να δείχνει ό,τι θέλουμε και να αλλάζει λειτουργία και εικονίδιο ανάλογα με το προφίλ που είναι ενεργοποιημένο ή το φάκελο λειτουργιών στον οποίον βρισκόμαστε. Είναι εμφανές ότι τόσο το Elgato Stream Deck XL όσο και οι μικρότεροι συγγενείς του, μέσω των προφίλ και των φακέλων, μπορούν να υποστηρίξουν απεριόριστο αριθμό λειτουργιών, αλλά τα 32 πλήκτρα - οθόνες του Elgato Stream Deck XL, έναντι των 15 του Elgato Stream Deck και των 6 του Elgato Stream Deck Mini, του δίνουν το πλεονέκτημα της χρήσης πολύ περισσότερων λειτουργιών με το πάτημα ενός μόνο πλήκτρου. Ακολουθήστε με λοιπόν για να δούμε αναλυτικά τα πώς και τα τι του Elgato Stream Deck XL. Φωτογράφιση Το Elgato Stream Deck XL έρχεται σε ένα χαρτονένιο, ιλουστρασιόν κουτί όπου κυριαρχούν οι κλασσικές μπλε αποχρώσεις της Elgato και, φυσικά, προβάλλονται τα βασικά χαρακτηριστικά του προϊόντος. Το αυτοκόλλητο σε μία από τις μικρότερες έδρες της συσκευασίας δηλώνει κατασκευή στην Taiwan. Ανοίγοντας το κουτί, το πρώτο που βλέπουμε είναι ο οδηγός χρήσης, ενώ από κάτω βρίσκεται η συσκευή, προστατευμένη από αραχνοΰφαντο κάλυμμα. Οι 2 εσοχές στο χαρτόνι κάνουν εύκολη την αφαίρεση της συσκευής ενώ κάτω από αυτή κρύβεται το διαμέρισμα που περιέχει το καλώδιο. Μαζί με το καλώδιο, βρίσκουμε καταχωνιασμένο βαθύτερα και το φυλλάδιο της εγγύησης, το οποίο ανεβάζει το συνολικό αριθμό των συνοδευτικών εντύπων σε δύο. Το καλώδιο είναι 1,5m, αρκετά μακρύ για τις περισσότερες περιπτώσεις, και είναι τύπου USB A από την πλευρά που συνδέεται στον υπολογιστή και USB C από την πλευρά της συσκευής. Είναι ποιοτικό και sleeved και καθώς είναι αφαιρούμενο, μπορεί να αντικατασταθεί σε περίπτωση φθοράς ή ακόμα και με κάποιο μακρύτερο, αν χρειάζεται. Φαίνεται ότι η Elgato άκουσε τα παράπονά μας στα προηγούμενα reviews, ότι τέτοιες premium συσκευές οφείλουν να έχουν αφαιρούμενο και sleeved καλώδιο και αυτό είναι πολύ θετικό. Η συσκευή είναι στα ίδια υψηλά πρότυπα ποιότητας όσο τα υπόλοιπα μέλη της οικογένειας που είχαμε δει. Στο εμπρός μέρος έχουμε μόνο το λογότυπο της εταιρίας και τα πλήκτρα - οθόνες. Πολλά πλήκτρα - οθόνες! Συγκεκριμένα έχουμε 32, σε 4 σειρές των 8. Στο πλάι βλέπουμε ένα τριγωνικό κενό που δημιουργείται ανάμεσα στο εμπρός μέρος (τη συσκευή) και το πίσω μέρος (τη βάση). Στο πίσω μέρος διακρίνουμε ανάγλυφο το λογότυπο της εταιρίας. Η βάση ενώνεται με τη συσκευή μαγνητικά και στέκεται με ασφάλεια αλλά ταυτόχρονα μπορεί να αφαιρείται εύκολα. Η συσκευή μπορεί να χρησιμοποιηθεί με τη βάση ή και μόνη της, αφού διαθέτει τα δικά της λαστιχένια ποδαράκια καθώς και δίοδο για το καλώδιο. Το καλώδιο... Που μπαίνει αυτό; Εκεί μπαίνει, σε υποδοχή που κρύβεται κοντά σε ένα από τα ποδαράκια της συσκευής. Στη συνέχεια το καλώδιο περνάει από οπή της βάσης... ...και έτοιμο! Το τμήμα της βάσης που ακουμπάει στο γραφείο καλύπτεται από μια μεμβράνη την οποία αφαιρούμε για να αποκαλύψουμε μια μεγάλη ελαστική επιφάνεια. Η επιφάνεια αυτή θα εξασφαλίσει την απόλυτη σταθερότητα της συσκευής κατά τη χρήση. Η τριγωνική οπή στο πλάι είναι καλαίσθητη και μας επιτρέπει να δούμε την πορεία του καλωδίου, το οποίο βγαίνει από την οπή που είδαμε στο πίσω μέρος της βάσης. Το σύνολο είναι λειτουργικό και όμορφο. Software - Stream Deck Το μεγάλο ατού του Elgato Stream Deck XL είναι το λογισμικό του, που ονομάζεται Stream Deck. Σε αυτό βλέπουμε εικονικά αντίγραφα από τις οθόνες του Elgato Stream Deck XL, οι οποίες συγχρονίζουν με αυτές της συσκευής σε πραγματικό χρόνο. Όπως φαίνεται στην παρακάτω λίστα, υπάρχουν έτοιμα Actions χωρισμένα σε 14 κατηγορίες, στα δεξιά του λογισμικού. Οι 11 κατηγορίες αντιστοιχούν σε δημοφιλή προγράμματα που σχετίζονται με το Streaming ενώ υπάρχει ακόμα η κατηγορία που περιέχει εντολές που αφορούν το ίδιο το Stream Deck, η κατηγορία που αφορά το σύστημα (System), δηλαδή τα Windows ή το Mac OS και η κατηγορία Custom. Τα Windows 10 x64 και το Mac OS 10.13 ή νεότερο είναι τα λειτουργικά συστήματα που υποστηρίζονται από το Stream Deck. Υπάρχει όμως διαθέσιμο και επίσημο SDK για όποιον ενδιαφέρεται για κάτι περισσότερο. Ας ανοίξουμε όλες τις κατηγορίες για να πάρουμε μια γεύση από τις εντολές που υποστηρίζονται. Η κατηγορία Custom είναι κάτι ιδιαίτερο. Πρόκειται για την κατηγορία όπου εγκαθίστανται Plug-ins κατασκευασμένα από τρίτους, με βάση το SDK που αναφέραμε. Εδώ βλέπετε στη λίστα 4 που έχω εγκαταστήσει. Το πλήκτρο "More Actions" κάτω δεξιά ανοίγει τη λίστα με όλα τα Plug-ins, τα οποία μπορούμε να εγκαταστήσουμε ή αν τα έχουμε ήδη εγκαταστήσει και δεν τα θέλουμε, να απεγκαταστήσουμε. Ο τρόπος που προγραμματίζονται οι εντολές στο Elgato Stream Deck XL είναι πολύ απλός και ο καθένας μπορεί να το κάνει σε λίγα λεπτά. Η βάση του συστήματος είναι το drag & drop από τις λίστες στα δεξιά, πάνω στο κάθε πλήκτρο - οθόνη και αυτόματα η σχετική δράση συσχετίζεται με αυτό. Καθώς μία από τις επιλογές της κατηγορίας Stream Deck είναι αυτή της δημιουργίας φακέλου, μέσα στον οποίο μπορούν να τοποθετηθούν άλλες εντολές, και υπάρχει και η δυνατότητα πολλαπλών υποφακέλων, οι εντολές που μπορούμε να προγραμματίσουμε συνολικά στο Elgato Stream Deck XL δεν έχουν περιορισμό. Συνεπώς, το ουσιαστικό πλεονέκτημα που έχει το Elgato Stream Deck XL απέναντι στην κανονική ή τη mini εκδοχή του είναι το πόσες εντολές βλέπουμε ταυτόχρονα σε κάθε περίπτωση, 32 αντί 15 ή 6, χωρίς να χρειαστεί να μπούμε σε υποφακέλους. Υπάρχει φυσικά και η διαφορά στις διαστάσεις και την τιμή, με την κανονική και τη mini εκδοχή να υπερτερούν σε αυτά, καθώς είναι και τα δύο μικρότερα και οικονομικότερα. Ας δούμε λοιπόν τις βασικές λειτουργίες του Elgato Stream Deck XL με ένα προφίλ βασισμένο στις εντολές συστήματος, για να το καταλάβουν όλοι, streamers και μη. Και ας ξεκινήσουμε με ένα φάκελο που δημιούργησα και ο οποίος βρίσκεται στο τελευταίο πλήκτρο της 2ης σειράς. Επιλέγοντας το πλήκτρο βλέπουμε ότι δεν έχει τίτλο, αλλά περιέχει 19 αντικείμενα. Εκτός από το εικονίδιο, σε κάθε πλήκτρο - οθόνη, μπορούμε να βάλουμε και ένα τίτλο ή και να μη βάλουμε, αν η λειτουργία είναι αυτονόητη. Εδώ βάλαμε τον τίτλο Web, ο οποίος αυτομάτως εμφανίστηκε πάνω από το εικονίδιο. Η επιλογή του εικονιδίου μπορεί να γίνει από κάποιο αρχείο εικόνας στο δίσκο μας, όπως έχω κάνει εδώ, ή να δημιουργήσουμε ένα δικό μας νέο εικονίδιο χρησιμοποιώντας μια online εφαρμογή της Elgato ειδικά για το Stream Deck, που ονομάζεται Key Creator, ή να αφήσουμε το Default εικονίδιο. Το Key Creator είναι πολύ εύκολο στη χρήση και προσφέρει αρκετές δυνατότητες δημιουργίας ή / και συνδυασμού των έτοιμων εικονιδίων που περιέχει. Εδώ βλέπουμε τη βασική του οθόνη. Και εδώ, όλα τα εικονίδια που περιλαμβάνει. Ας δούμε τώρα μερικά παραδείγματα εντολών στο Elgato Stream Deck XL. Η πρώτη σειρά περιέχει και τις 7 εντολές Multimedia που περιλαμβάνονται με το γενικό τίτλο Multimedia κάτω από την κατηγορία System. Το τελευταίο πλήκτρο της 1ης σειράς είναι ένα από τα Plug-ins και συγκεκριμένα το πιο δημοφιλές, το CPU. Αυτό μας δείχνει σε πραγματικό χρόνο το φορτίο του επεξεργαστή σε ποσοστό επί τοις εκατό. Όλη η 2η σειρά, εκτός από το φάκελο που είδαμε στο τέλος της, περιέχει εντολές για να ανοίξουμε φακέλους στα αποθηκευτικά μέσα του υπολογιστή. Η εντολή για να ανοίξουμε έναν φάκελο είναι απλή. Επιλέγουμε την εντολή Open στην κατηγορία System και τρέχουμε τον Windows Explorer (c:\windows\explorer.exe) με παράμετρο το φάκελο που θέλουμε να ανοίξουμε (εδώ s:\images). Μια λίγο πιο δύσκολη διαδικασία είναι το άνοιγμα ειδικών φακέλων του συστήματος, όπως του δικτύου, αλλά με λίγο γκουγκλάρισμα βρίσκονται εύκολα οι εντολές. Απλά αναζητήστε command line για ό,τι επιθυμείτε. Ο κάθε φάκελος μπορεί να περιέχει ένα συνδυασμό μέχρι 31 εντολών και υποφακέλων, καθώς το πρώτο πλήκτρο - οθόνη είναι πάντα η εντολή για να επιστρέψουμε στο ανώτερο επίπεδο φακέλων. Εδώ έχουμε ένα φάκελο που όλα του τα περιεχόμενα είναι σύνδεσμοι που οδηγούν σε ιστοσελίδες. Οι τίτλοι μπορούν να χρησιμοποιηθούν για παράδειγμα για να διαχωρίσουν ιστοσελίδες που είναι παρόμοιες αλλά με κάποια διαφορά, όπως για παράδειγμα το Amazon ή το Ebay σε διαφορετικές χώρες. Η εισαγωγή του URL είναι πολύ απλή και η σελίδα ανοίγει με τον προεπιλεγμένο φυλλομετρητή του συστήματος. Όλη η τρίτη και τέταρτη σειρά αφορούν την εκτέλεση εφαρμογών. Για να τρέξουμε κάποια εφαρμογή, τα πράγματα είναι ακόμα πιο απλά. Χρειάζεται μόνο να επιλέξουμε το εκτελέσιμο αρχείο της. Πάνω από τα πλήκτρα - οθόνες, στο λογισμικό Stream Deck, βλέπουμε 2 drop down, το ένα ονομάζεται Stream Deck ΧL και το άλλο Default Profile. Τι σημαίνει αυτό; Για αρχή, το λογισμικό υποστηρίζει τη χρήση πολλαπλών συσκευών. Μπορείτε λοιπόν να έχετε το Stream Deck XL, to Stream Deck XL2, το Stream Deck και το Stream Deck Mini συνδεδεμένα ταυτόχρονα, και επιλέγοντας από το μενού να προγραμματίζετε το κάθε ένα χωριστά. Για την κάθε συσκευή υποστηρίζονται όμως και διάφορα προφίλ που μπορούμε να φτιάξουμε. Ένα είναι πάντα το Default, που τρέχει γενικά, και τα υπόλοιπα μπορούν να αφορούν συγκεκριμένα προγράμματα. Ας δούμε λοιπόν ένα ενδεικτικό προφίλ για το Photoshop. Εδώ έχουμε χρησιμοποιήσει παντού το ίδιο εικονίδιο, για να προγραμματίσουμε μερικές δημοφιλείς εντολές του Photoshop, και σε κάθε πλήκτρο - οθόνη, ο τίτλος επεξηγεί τη λειτουργία. Για όλες τις λειτουργίες χρησιμοποιήσαμε την εντολή Hotkey και εκμεταλλευτήκαμε τις συντομεύσεις πληκτρολογίου του Photoshop. Σε αντίθεση με πριν, τοποθετήσαμε τον τίτλο στη μέση του πλήκτρου - οθόνης. Όπως βλέπετε στην επόμενη εικόνα, υπάρχουν αρκετές δυνατότητες τοποθέτησης και μορφοποίησης των τίτλων. Η εντολή Hotkey έχει πολλές δυνατότητες, που τις βλέπουμε στο παρακάτω μενού. Θα παρατηρήσατε ίσως το πλήκτρο - οθόνη πάνω δεξιά που αναγράφει 3 λειτουργίες μαζί. Αυτό είναι δυνατό μέσω της επιλογής Multi Action που βρίσκεται στην κατηγορία εντολών Stream Deck. Με αυτή την επιλογή μπορούμε να προσθέσουμε όσες εντολές θέλουμε, που εκτελούνται με τη σειρά. Εδώ βάλαμε απλά 3 εντολές Hotkey, αλλά δεν υπάρχει κάποιος περιορισμός στους συνδυασμούς. Και αφού πήραμε μια καλή ιδέα του εξαιρετικά εύκολου και ευέλικτου προγραμματισμού του Elgato Stream Deck XL, ας πάμε και στο γρανάζι της αρχικής οθόνης για να δούμε και τις βασικές ρυθμίσεις του προγράμματος. Το γρανάζι λοιπόν ανοίγει το παράθυρο των προτιμήσεων του προγράμματος, το οποίο έχει 3 ταμπέλες. Η πρώτη, η γενική (General) μας δίνει τη δυνατότητα ελέγχου για αναβάθμιση του λογισμικού και τη δυνατότητα να ορίσουμε το όνομα, το χρόνο μετά από τον οποίο μπαίνει σε sleep mode και τη φωτεινότητα της κάθε συνδεδεμένης συσκευής. Μας δείχνει επίσης της έκδοση του Firmware και το σειριακό αριθμό της κάθε συσκευής. Η δεύτερη ταμπέλα, αυτή των λογαριασμών (Accounts), μας δίνει τη δυνατότητα να ορίσουμε τα usernames και passwords για 5 από τις 11 υποστηριζόμενες εφαρμογές streaming, έτσι ώστε να μπορούμε να εκμεταλλευτούμε πλήρως τις σχετικές λειτουργίες. Και η τρίτη ταμπέλα, αυτή των προφίλ (Profiles), μας δίνει τη δυνατότητα να δημιουργήσουμε ή να σβήσουμε προφίλ, να ορίσουμε ποιο θα είναι το default... ... καθώς και ποιας εφαρμογής η ύπαρξη στο προσκήνιο θα ενεργοποιεί το κάθε προφίλ. Η Χρήση Η χρήση του Elgato Stream Deck XL, αφού παραμετροποιηθεί μέσω του λογισμικού του, είναι εξαιρετικά απλή και ευχάριστη. Πατάς το πλήκτρο, κάνει αυτό που του έχεις πει να κάνει. Με τη σύνδεση του Elgato Stream Deck XL στον υπολογιστή και αν δε βρει ανοιχτό το λογισμικό του, βλέπουμε στα πλήκτρα - οθόνες το λογότυπο της Elgato, σαν σε Video Wall. Με την εγκατάσταση του προγράμματος, αν έχει υπάρξει προηγούμενη συσκευή, όπως στην περίπτωσή μας με το Elgato Stream Deck, μας δίνεται η δυνατότητα να αντιγράψουμε τα προφίλ που είχαμε ήδη δημιουργήσει, στη νέα μας συσκευή, το Elgato Stream Deck XL. Όπερ και εγένετο. Αν δεν υπήρχαν τα προφίλ που είχαν μείνει από το Elgato Stream Deck, θα είχαμε δει το βασικό προφίλ, με μία μόνο εντολή που οδηγούσε στην ιστοσελίδα της Elgato. Φυσικά τα προφίλ συμπληρώθηκαν και τροποποιήθηκαν, όπως είδατε στην παρουσίαση του λογισμικού. Η ανάλυση των οθονών δεν είναι υπερ-υψηλή και τα εικονίδια σαφώς πιξελιάζουν από κοντά, αλλά σε μια φυσιολογική απόσταση χρήσης είναι μια χαρά. Τα χρώματα και η αντίθεση είναι πολύ καλά και οι γωνίες θέασης εξαιρετικές. Τα προφίλ αλλάζουν αυτόματα, όπως τα έχουμε ορίσει. Εδώ βλέπετε πώς φορτώνει αυτόματα το προφίλ του Photoshop που είδαμε παραπάνω, όταν κάνω κλικ στο παράθυρο του Photoshop και το φέρνω στο προσκήνιο και πώς φορτώνεται αμέσως το βασικό (Default) προφίλ όταν κλικάρω εκτός του παραθύρου. Τα πλήκτρα του Elgato Stream Deck XL, όπως και του κλασσικού αλλά και του mini, κάνουν ένα ικανοποιητικό χαμηλό ήχο όταν τα πιέζεις, σαν επιβεβαίωση ότι τα πίεσες, που μου άρεσε. Είναι όμως δυνατόν, αν πιέσει κάποιος ένα πλήκτρο απαλά και όχι έως το τέρμα, να μην αναγνωριστεί η κίνηση. Γι αυτό λοιπόν, τα πλήκτρα του Elgato Stream Deck XL πρέπει να πιέζονται αποφασιστικά. Απολογισμός To Elgato Stream Deck XL είναι απλά ένα μεγαλύτερο Elgato Stream Deck, με 32 πλήκτρα οθόνες αντί για τα 15 της κλασσικής ή τα 6 της mini έκδοσης. Κατά τα άλλα, η κατασκευή και η λειτουργία είναι ακριβώς οι ίδιες. Η συσκευή, όπως ακριβώς και τα Elgato Stream Deck και Elgato Stream Deck Mini, με εντυπωσίασε από το γεγονός ότι κάνει ακριβώς αυτό που υπόσχεται, χωρίς προβλήματα, χωρίς "αλλά", απλά και φυσικά. Το λογισμικό είναι εύκολο και λειτουργικό, δεν εντόπισα ούτε bugs ούτε κάτι που θα άλλαζα. Παρά το γεγονός ότι η συσκευή προορίζεται για χρήση από online content creators και live streamers, οι δυνατότητές της είναι σχεδόν απεριόριστες και μπορεί να προσαρμοστεί άνετα και για γενική χρήση, όπως είδαμε στα παραδείγματα παραπάνω. Η ποιότητα κατασκευής είναι εξαιρετική με καλά υλικά και σωστή συναρμογή. Τα πλήκτρα πατιούνται κάνοντας έναν ευδιάκριτο, ικανοποιητικό ήχο που δεν ενοχλεί και αποτελεί εξαιρετικό feedback. Το γεγονός ότι το πάτημα καταγράφεται στον τερματισμό του πλήκτρου και όχι αν αυτό πατηθεί πολύ απαλά (όχι για όλη τη διαδρομή του) δεν αποτελεί πρόβλημα, καθώς αυτή είναι περίπου ενάμισι χιλιοστό. Το μόνο που θα μπορούσε κανείς να βελτιώσει είναι η ανάλυση των οθονών του, οι οποίες όπως είδατε στις κοντινές φωτογραφίες, δεν είναι υπερ-υψηλή, αλλά για να είμαστε δίκαιοι, το Elgato Stream Deck XL δεν προορίζεται για να πατάτε τα πλήκτρα με τη μύτη. Στη φυσιολογική απόσταση χρήσης, τα pixels είναι αόρατα, τα χρώματα ζωηρά και το contrast άριστο. Με τι κόστος έρχονται όμως όλα αυτά; Το Elgato Stream Deck XL ξεκινάει από τα 254 ευρώ, τιμή που βρίσκω λογική για τη λειτουργικότητα που προσθέτει στις συσκευές εισαγωγής ενός υπολογιστή και το πλήθος των 32 πλήκτρων - οθονών. Για σύγκριση, το Elgato Stream Deck με τα 15 πλήκτρα, κοστίζει 144,91 ευρώ και το Elgato Stream Deck Mini με τα 6 πλήκτρα κοστίζει 89 ευρώ, οπότε το κόστος του Elgato Stream Deck XL ανά πλήκτρο είναι σημαντικά χαμηλότερο. Αν κάποιος χρειάζεται πολλές εντολές μαζί σε μία σελίδα, αυτό αποτελεί ένα ατού. Κατά τα άλλα, και οι 3 συσκευές, χάρη στα προφίλ και τους φακέλους, δεν έχουν περιορισμό στον αριθμό των εντολών που μπορείτε να προγραμματίσετε σε αυτές Ας συνοψίσουμε τα πλεονεκτήματα και τα μειονεκτήματα του Elgato Stream Deck XL: Πλεονεκτήματα + Εξαιρετική ποιότητα κατασκευής + Εξαιρετική λειτουργικότητα + Εξαιρετικό και πολύ απλό στη χρήση λογισμικό + Προγραμματισμός απεριόριστων λειτουργιών με προφίλ και φακέλους + Καθαρές οθόνες με ζωηρά χρώματα και πολύ καλό contrast + Λαστιχένια ποδαράκια που σταθεροποιούν άψογα τη συσκευή + Μαγνητική αφαιρούμενη βάση + Αφαιρούμενο, sleeved καλώδιο Μειονεκτήματα - Nothing to see here, move along Με βάση τα παραπάνω, η συνολική βαθμολογία του Elgato Stream Deck XL είναι:  theLAB.gr Ευχαριστούμε θερμά την Corsair για την παραχώρηση του δείγματος της δοκιμής. Πολύμερος Αχανιώτης 24/06/2019
  16. Εισαγωγή Θυμάμαι όταν έστηνα τον πρώτο μου υπολογιστή με DDR4. Ήθελα το καλύτερο και ομορφότερο που μπορούσα να βρω και φυσικά αυτό σημαίνει ότι οδηγήθηκα με μαθηματική ακρίβεια στις Dominator Platinum της Corsair. Αρκετά χρόνια μετά, στην εποχή του all things RGB, και αφού η Corsair έχει κάνει RGB σχεδόν όλα τα υπόλοιπα προϊόντα της, ήρθε η σειρά και των εικονικών Dominator να πάρουν το χρίσμα του πολύχρωμου φωτός. Σας παρουσιάζουμε λοιπόν τις Corsair Dominator® Platinum RGB 32GB (4x8GB) DDR4 3600MHz C18! Τι περιμένουμε από τις Corsair Dominator® Platinum RGB 32GB (4x8GB) DDR4 3600MHz C18; Σαφώς περιμένουμε εξαιρετικές επιδόσεις, καθώς η Corsair παραδοσιακά επιλέγει πολύ αυστηρά τα chips που χρησιμοποιεί στις ναυαρχίδες των μνημών της. Αλλά σίγουρα περιμένουμε και το κάτι παραπάνω στον τομέα του RGB, καθώς η Corsair δεν καθυστέρησε άδικα την υιοθέτηση του πολύχρωμου φωτισμού για τη σειρά Dominator. Ακολουθήστε μας σε αυτό το review για να δούμε αν επαληθεύτηκαν οι προσδοκίες μας! Φωτογράφιση Η συσκευασία των Corsair Dominator® Platinum RGB 32GB (4x8GB) DDR4 3600MHz C18 είναι τόσο ιδιαίτερη όσο και οι ίδιες οι μνήμες. Ένα τετράγωνο χαρτονένιο πλαίσιο με κομμένες τις 4 γωνίες έτσι ώστε να σχηματίζει ένα μη κανονικό οκτάγωνο φιλοξενεί 2 αντίστοιχου σχήματος πυκνά αφρολέξ, τα οποία στηρίζουν τις 4 διάφανες, πλαστικές θήκες των μνημών. Το χαρτόνι είναι κυρίως μαύρο, με λευκά γράμματα που περιγράφουν τις απαραίτητες πληροφορίες για το προϊόν, ενώ ο RGB χαρακτήρας τονίζεται από την πολύχρωμα φωτισμένη μνήμη και το λογότυπο του iCUE στο εμπρός μέρος. Οι μνήμες είναι χρώματος μαύρου σατινέ, με το λογότυπο της εταιρίας λίγο πιο γυαλιστερό και μόνο ένα αυτοκόλλητο στη μια πλευρά με τις βασικές πληροφορίες του μοντέλου. Οι ψύκτρες έχουν επανασχεδιαστεί με εξαιρετικό γούστο και διατηρούν το iconic της σειράς, φέρνοντάς το όμως στο μοντέρνο του σήμερα. Εδώ τις βλέπουμε τοποθετημένες στον υπολογιστή όπου και θα δοκιμαστούν στην πορεία του Review. Στα ενδότερα Όπως οι προκάτοχοί τους, οι Corsair Dominator® Platinum RGB 32GB (4x8GB) DDR4 3600MHz C18 φέρουν ψύκτρες που συναρμολογούνται με βίδες. Και όπως όλοι ξέρουμε, ουδείς reviewer του TheLab.gr μπόρεσε ποτέ να αντισταθεί στη σαγήνη του ξεβιδώματος. 4 βίδες και 4 καλοσχηματισμένα παξιμάδια αργότερα... ...και μπορούμε να αφαιρέσουμε τα 2 αλουμινένια τμήματα σχήματος Π που κρατάνε τις ψύκτρες στη θέση τους. Θεωρητικά οι ψύκτρες θα έπρεπε να αφαιρεθούν τώρα με ένα μικρό τράβηγμα, ίσα για να "ξεκολλήσει" το thermal pad που σίγουρα υπάρχει ανάμεσα στα chip της μνήμης και την ψύκτρα. Σωστά; Αμ δε! Όπως και στις προκατόχους των, οι Corsair Dominator® Platinum RGB 32GB (4x8GB) DDR4 3600MHz C18 χρησιμοποιούν ισχυρό αυτοκόλλητο thermal pad που απαιτεί κάποια προσπάθεια για να αφαιρεθεί, ειδικά αν δε θέλουμε να καταστραφεί εντελώς. Εντάξει, κατανοητό ότι οι μνήμες δεν έχουν τμήματα που μπορεί να χρειαστούν παρέμβαση από το χρήστη, αλλά ο λόγος της χρήσης κόλλας εκεί που υπάρχουν και σταθεροποιούν την κατασκευή 4 περαστές βίδες, μου διαφεύγει. Τέλος πάντων, αφού ξεκολλήσαμε την καλομελετημένη ψύκτρα, βλέπουμε ότι σε αυτή την πλευρά το module φέρει 8 chip μνήμης. Μια πιο κοντινή ματιά αποκαλύπτει τον χαρακτηριστικό κωδικό K4A8G085WB-BCPB. Μια γρήγορη αναζήτηση δείχνει ότι πρόκειται για chip της Samsung με χωρητικότητα 8Gb (Gigabits), δηλαδή 8Gb : 8Gb/GB = 1GB (Gigabyte). Θεωρητικά πρόκειται για DDR4 chips συχνότητας 2133MHz και τάσης λειτουργίας 1,2V, αλλά η Corsair έχει επιλέξει τα chips που μπορούν να φτάσουν με ασφάλεια τα 3600MHz, χρησιμοποιώντας 1.35V. Δεδομένου ότι το κιτ μας διαθέτει 4 αρθρώματα και έχει συνολική χωρητικότητα 32GB, το κάθε άρθρωμα έχει χωρητικότητα 32GB : 4 = 8GB. Και αφού στη μία πλευρά το άρθρωμα που ανοίξαμε φέρει 8 chip του 1GB, δηλαδή συνολική χωρητικότητα 8GB, στην άλλη πλευρά περιμένουμε να δούμε... ...κανένα chip μνήμης. Είναι πιθανόν ότι στα αρθρώματα των 16GB, θα συναντούσαμε άλλα 8 chip στη δεύτερη πλευρά. Αυτό που είναι σημαντικό να παρατηρήσουμε σε αυτή την πλευρά, είναι η μικρή λευκή υποδοχή στο άνω αριστερό τμήμα, στην οποία εισέρχεται μια καλωδιοταινία που συνδέει με το άθρωμα ένα εύκαμπτο PCB το οποίο καλύπτει όλο το κάτω μέρος του διαχυτή (υπόλευκου πλαστικού) μέσα από το οποίο περνάει το φως των RGB LEDs. Τα LEDs είναι μικροσκοπικά και πάνω σε αυτό το εύκαμπτο PCB. Πρόκειται για 12 (!) Cappelix LEDs που μπορούν να ελεγχθούν ξεχωριστά το καθένα, προσφέροντας μεγάλη ευελιξία στο φωτισμό! Χαρακτηριστικά Τα χαρακτηριστικά των Corsair Dominator® Platinum RGB 32GB (4x8GB) DDR4 3600MHz C18 φαίνονται στον παρακάτω πίνακα. Corsair iCUE και RGB φωτισμός Κατ' αρχάς, για να λειτουργήσει ο έλεγχος του RGB φωτισμού των αρθρωμάτων, και εφόσον αυτό γίνεται κατ' ευθείαν μέσω των DIMM Slot της μητρικής, χωρίς επιπλέον καλώδια, πρέπει να μπορεί η μητρική να γράψει στο SPD των αρθρωμάτων. Αυτό προϋποθέτει ενεργοποίηση της δυνατότητας μέσω του BIOS της μητρικής. Στην ASUS Rampage V Extreme αυτό γίνεται με την ενεργοποίηση του DRAM SPD Write. Ο έλεγχος του φωτισμού των Corsair Dominator® Platinum RGB 32GB (4x8GB) DDR4 3600MHz C18 μπορεί να γίνει μέσα από αρκετά προγράμματα ελέγχου RGB που παρέχονται μαζί με τις διάφορες RGB μητρικές, και έτσι να έχουμε και συγχρονισμό φωτισμού με αυτές. Η Corsair όμως ενσωματώνει τον έλεγχο και στο δικό της εξαιρετικό πρόγραμμα ελέγχου και ρύθμισης των συσκευών της, το Corsair iCUE. Ανοίγοντας το iCUE, βρισκόμαστε στην επιλογή HOME του βασικού μενού, όπου βλέπουμε τις υποστηριζόμενες συσκευές που είναι συνδεδεμένες στο σύστημά μας. Επιλέγουμε Dominator Platinum RGB Από τις συσκευές (DEVICES) και έχουμε ένα μενού με 5 επιλογές στα αριστερά (κάτω από το προφίλ) και την εικόνα ενός αρθρώματος των Corsair Dominator® Platinum RGB 32GB (4x8GB) DDR4 3600MHz C18 με 4 ενδείξεις θερμοκρασίας στα δεξιά του. Οι θερμοκρασίες είναι, προφανώς, μια για κάθε εγκατεστημένο άρθρωμα. Δεξιά από κάθε θερμοκρασία υπάρχει ένα μικρό μενού που χαρακτηρίζεται από 3 παύλες. Ενεργοποιώντας τις δύο επιλογές που περιέχει αυτό το μενού κάνουμε εμφανή τη συγκεκριμένη πληροφορία στο Dashboard και στο iCUE Space, τα οποία θα δούμε παρακάτω. Η πρώτη επιλογή στο μενού που είδαμε αριστερά, αφορά την εγκατάσταση των αρθρωμάτων στο σύστημά μας και ονομάζεται DIMM SETUP. Σε αυτό, μπορούμε να επιλέξουμε την τοπολογία των υποδοχών μνήμης της μητρικής μας, σε σχέση με την υποδοχή του επεξεργαστή, καθώς και το σε ποιες υποδοχές μνήμης έχουμε εγκαταστήσει αρθρώματα και τη φορά τους (προς τα πάνω ή προς τα κάτω, σε σχέση με την εγκοπή που έχουν στο κάτω μέρος τους). Υπάρχουν επιλογές τοπολογίας για κάθε είδος μητρικής που έχει κυκλοφορήσει έως τώρα. Αφού ρυθμίσουμε την τοπολογία, ανάλογα με τη μητρική μας και την τοποθέτηση των αρθρωμάτων, προχωράμε στο δεύτερο στοιχείο του μενού στα αριστερά, που αφορά τα εφέ του φωτισμού (LIGHTING EFFECTS). Όπως βλέπουμε στην παρακάτω εικόνα, έχουμε να επιλέξουμε από μια πληθώρα προκαθορισμένων (PREDEFINED) εφέ, καθώς και από κάποιων προσαρμόσιμων (CUSTOM) εφέ. Υπάρχουν βέβαια και τα εφέ της τρίτης λίστας, της λίστας του ενοποιημένου φωτισμού (LIGHTING LINK) που εφαρμόζει κάποια (τα περισσότερα) από τα προκαθορισμένα εφέ σε όλες τις συνδεδεμένες συσκευές της Corsair που υποστηρίζουν φωτισμό RGB. Πάνω από το μενού των εφέ φωτισμού, βλέπουμε την τοπολογία των αρθρωμάτων, όπως την ορίσαμε προηγουμένως. Μπορούμε να επιλέξουμε οποιαδήποτε και όσα θέλουμε από τα 4 αρθρώματα και να εφαρμόσουμε το κάθε εφέ και μπορούμε να εφαρμόσουμε όσα εφέ θέλουμε, σε επίπεδα (layers). Όμως αυτές οι φαινομενικά πολλές επιλογές όσον αφορά το φωτισμό, μπορεί να γίνουν πολύ περισσότερες. Ας κάνουμε μια μικρή παράκαμψη στην επιλογή των ρυθμίσεων (SETTINGS) του βασικού μενού και συγκεκριμένα στο πάνω μέρος της σελίδας του, όπου βρίσκονται οι ρυθμίσεις της συσκευής, εν προκειμένω των Corsair Dominator® Platinum RGB 32GB (4x8GB) DDR4 3600MHz C18. Οι μόνες επιλογές είναι η βασική ρύθμιση της μέγιστης φωτεινότητας, η ενεργοποίηση του πλήρους ελέγχου μέσω λογισμικού και η αναβάθμιση του firmware των αρθρωμάτων, εφ' όσον υπάρχει νεότερο, μέσω του διαδικτύου. Αυτό που μας ενδιαφέρει εδώ είναι η ενεργοποίηση του πλήρους ελέγχου μέσω λογισμικού. Αυτό που κάνει, όπως περιγράφει η προειδοποίηση ακριβώς κάτω από την επιλογή, είναι να ενεργοποιεί τη δυνατότητα της πλήρους παραμετροποίησης του φωτισμού, με την προειδοποίηση ότι αυτή , προφανώς λόγω πολυπλοκότητας, δε θα μπορεί να σωθεί πλέον πάνω στα αρθρώματα, αλλά θα λειτουργεί μόνο με τη χρήση του iCUE. Ας το ενεργοποιήσουμε λοιπόν. Επιστρέφοντας στα εφέ φωτισμού, βλέπουμε ότι τα 4 πλήκτρα μέσω των οποίων επιλέγαμε σε ποια αρθρώματα θα εφαρμοστεί το κάθε εφέ έχουν εξαφανιστεί. Αντί αυτού, μπορούμε να επιλέξουμε 12 περιοχές πάνω σε κάθε άρθρωμα, που αντιστοιχούν ακριβώς στα 12 LEDs που διαθέτει το καθένα, και να εφαρμόσουμε το εφέ που ρυθμίζουμε χωριστά σε όποια και όσα θέλουμε! Εντυπωσιακή λεπτομέρεια στην παραμετροποίηση δηλαδή, που - ας το παραδεχτούμε - πολύ λίγοι θα χρησιμοποιήσουν. Συνεχίζουμε λοιπόν με την παρουσίαση των εφέ φωτισμού, αφήνοντας ενεργοποιημένη την επιλογή της πλήρους παραμετροποίησης, καθώς αυτή "ξεκλειδώνει" όλα τα εφέ και θα μπορέσουμε να τα δούμε. Το πρώτο είναι το εφέ RAINBOW WAVE. Επιλέγουμε ταχύτητα (αργή, μεσαία, γρήγορη) και κατεύθυνση. Ας το δούμε σε μεσαία ταχύτητα και κατεύθυνση προς τα δεξιά. Το δεύτερο από τα προκαθορισμένα εφέ φωτισμού είναι το SPIRAL RAINBOW. Μπορούμε να επιλέξουμε ταχύτητα και φορά, δεξιόστροφη ή αριστερόστροφη. Ας το δούμε σε μεσαία ταχύτητα και δεξιόστροφη φορά. Το τρίτο προκαθορισμένο εφέ είναι το RAINBOW. Μπορούμε μόνο να επιλέξουμε την ταχύτητα. Ας το δούμε, σε μεσαία ταχύτητα. Το τέταρτο προκαθορισμένο εφέ είναι το COLOR SHIFT. Μπορούμε να το έχουμε με τυχαία ή με 2 προκαθορισμένα χρώματα και να επιλέξουμε την ταχύτητα. Ας το δούμε με τυχαία χρώματα και μεσαία ταχύτητα. Το πέμπτο προκαθορισμένο εφέ φωτισμού είναι το COLOR PULSE. Όπως και το προηγούμενο, μπορούμε να το έχουμε με τυχαία χρώματα ή με εναλλαγή 2 χρωμάτων που μπορούμε να επιλέξουμε. Μπορούμε επίσης να ρυθμίσουμε την ταχύτητα. Ας το δούμε με τυχαία χρώματα και μεσαία ταχύτητα. Το έκτο προκαθορισμένο εφέ φωτισμού είναι το COLOR WAVE. Μπορούμε επίσης να το έχουμε με τυχαία ή 2 χρώματα που μπορούμε να επιλέξουμε, να ρυθμίσουμε την ταχύτητα αλλά και την κατεύθυνση, σε Αριστερά, Δεξιά, Πάνω ή Κάτω. Ας το δούμε με τυχαία χρώματα, μεσαία ταχύτητα και προς τα δεξιά. Το έβδομο εφέ είναι το RAIN. Επιλέγουμε τυχαία χρώματα ή 2 της επιλογής μας, ταχύτητα και κατεύθυνση προς τα Πάνω ή Κάτω. Ας το δούμε με τυχαία χρώματα, μεσαία ταχύτητα και προς τα κάτω. Θα ήταν βέβαια μεγάλη παράλειψη ένα τέτοιο εφέ να μην το δούμε και με 2 προεπιλεγμένα χρώματα, σκούρο και ανοιχτό πράσινο, με μεσαία ταχύτητα και προς τα κάτω... Είπε κανείς MATRIX; Το όγδοο εφέ φωτισμού είναι το VISOR. Μπορούμε να το έχουμε σε τυχαία ή 2 χρώματα της επιλογής μας, σε χαμηλή, μεσαία ή υψηλή ταχύτητα και με διεύθυνση Οριζόντια ή Κάθετη. Ας το δούμε με τυχαία χρώματα, μεσαία ταχύτητα και οριζόντια διεύθυνση. Το ένατο προκαθορισμένο εφέ φωτισμού ονομάζεται SEQUENTIAL. Μπορούμε να το έχουμε είτε με τυχαία χρώματα, είτε με 1 χρώμα της επιλογής μας. Παράλληλα, μπορούμε να επιλέξουμε την ταχύτητα και την κατεύθυνση σε προς τα Πάνω και προς τα Κάτω. Ας το δούμε με τυχαία χρώματα, μεσαία ταχύτητα και φορά προς τα πάνω. Το δέκατο προκαθορισμένο εφέ φωτισμού ονομάζεται MARQUEE. Μπορούμε να επιλέξουμε 1 χρώμα και την ταχύτητα. Ας το δούμε σε κόκκινο χρώμα και μεσαία ταχύτητα. Το ενδέκατο προκαθορισμένο εφέ φωτισμού ονομάζεται TEMPERATURE και δεν είναι ακριβώς εφέ, αλλά η δυνατότητα ένδειξης οποιουδήποτε αισθητήρα θερμοκρασίας, σε 3 χρώματα που επιλέγουμε και ορίζουμε στο κάθε ένα και μια θερμοκρασία ενεργοποίησης. Με δεδομένο ότι έχουμε 4 αρθρώματα και 12 LEDs σε κάθε άρθρωμα, μπορούμε να μετατρέψουμε το κιτ των μνημών μας σε ένα πίνακα ενδείξεων με έως και 48 διαφορετικές ενδείξεις, η κάθε μία εκ των οποίων θα μπορεί να αναδείξει 3 διαφορετικά επίπεδα θερμοκρασίας. Το δωδέκατο προκαθορισμένο εφέ φωτισμού ονομάζεται STACK και μπορούμε να το έχουμε σε τυχαία χρώματα ή σε 1 που θα επιλέξουμε, σε αργή, μεσαία ή γρήγορη ταχύτητα και με κατεύθυνση προς τα Πάνω ή προς τα Κάτω. Ας το δούμε με τυχαία χρώματα, μεσαία ταχύτητα και προς τα κάτω. Το δέκατο τρίτο προκαθορισμένο εφέ φωτισμού ονομάζεται INSIDE OUT και μας δίνει τη δυνατότητα επιλογής μεταξύ τυχαίων χρωμάτων ή 2 χρωμάτων της επιλογής μας, αργής, μεσαίας ή γρήγορης ταχύτητας και κατεύθυνσης προς τα μέσα ή προς τα έξω. Ας το δούμε με τυχαία χρώματα, μεσαία ταχύτητα και προς τα έξω. Το δέκατο τέταρτο προκαθορισμένο εφέ φωτισμού ονομάζεται WATER και προσπαθεί να προσομοιώσει το εφέ του νερού. Χρησιμοποιεί 2 χρώματα, αυτό της βάσης, για το οποίο η προεπιλογή είναι το μαύρο, και αυτό του κυματισμού, για το οποίο επιλογή είναι το μπλε. Μπορούμε φυσικά να αλλάξουμε τα χρώματα αυτά, αν θέλουμε, καθώς και να επιλέξουμε την ταχύτητα. Ας το δούμε με τα προκαθορισμένα του χρώματα, σε μεσαία ταχύτητα. Το δέκατο πέμπτο εφέ είναι κάτι πολύ ενδιαφέρον, αλλά κρύβει μια απογοήτευση. Πρόκειται για το AUDIO VISUALIZER, δηλαδή εφέ με βάση τον ήχο, είτε αυτόν που παίζει η κάρτα ήχου του υπολογιστή, είτε αυτόν που "ακούει" το μικρόφωνο. Η απογοήτευση έγκειται στο γεγονός ότι η λειτουργία αυτή απαιτεί την ύπαρξη κάποιας συσκευής ήχου της Corsair στο σύστημα, αλλιώς αρνείται να λειτουργήσει. Φυσικά, δεν υπάρχει τεχνικός λόγος για μια τέτοια προϋπόθεση. Είναι απλά μια προσπάθεια της εταιρίας να μας "αναγκάσει" να αγοράσουμε ένα ακόμα προϊόν της. Και ενώ τα εν λόγω προϊόντα είναι αναμφίβολα πολύ καλά, η προσπάθεια αυτή, δεν είναι. Αν είχαμε συσκευή ήχου της Corsair, οι επιλογές του εφέ θα ήταν η κατεύθυνση, προς τα Πάνω, προς τα Κάτω ή προς τα Έξω. Το δέκατο έκτο προκαθορισμένο εφέ φωτισμού είναι το STROBING. Μπορούμε να το έχουμε με τυχαία χρώματα ή με 2 της επιλογής μας και να επιλέξουμε την ταχύτητα. Ας το δούμε με τυχαία χρώματα και μεσαία ταχύτητα. Το δέκατο έβδομο, και τελευταίο, προκαθορισμένο εφέ φωτισμού είναι το COLOR WARP. Μπορούμε να επιλέξουμε την ταχύτητα και την κατεύθυνση, που μπορεί να είναι Αριστερά, Δεξιά, Πάνω ή Κάτω. Ας το δούμε σε μεσαία ταχύτητα και προς τα δεξιά. Και κάπως έτσι τελειώσαμε με τα προκαθορισμένα εφέ και περνάμε στα πλήρως προσαρμόσιμα. Το πρώτο από αυτά είναι και το πιο απλό, το STATIC COLOR, που μας επιτρέψει να διαλέξουμε ένα χρώμα και την έντασή του. Τα υπόλοιπα πλήρως προσαρμόσιμα εφέ φωτισμού παρέχουν εξαιρετική παραμετροποίηση, μέσω μιας γραφικής παράστασης όπου στον κάθετο άξονα έχουμε την ένταση του φωτός, στον οριζόντιο το χρόνο και μέσα στην οποία μπορούμε να θέσουμε όσα σημεία θέλουμε, με ό,τι χρώμα θέλουμε το καθένα. Το κάθε εφέ ακολουθεί, με τον ιδιαίτερο τρόπο που ορίζεται από τον αλγόριθμό του, τις οδηγίες που του δίνει η γραφική παράσταση και στη συνέχεια τις επαναλαμβάνει σε μια αέναη λούπα. Φτιάξαμε ένα παράδειγμα με το δεύτερο από τα πλήρως προσαρμόσιμα εφέ φωτισμού, που ονομάζεται GRADIENT. Ας δούμε πώς φαίνεται το παραπάνω παράδειγμα. Με αντίστοιχο τρόπο λειτουργούν και τα υπόλοιπα 3 εφέ της κατηγορίας, που ονομάζονται RIPPLE, SOLID και WAVE. Έχοντας (επιτέλους) ολοκληρώσει την περιγραφή των, ομολογουμένως, πάρα πολλών εφέ φωτισμού, περνάμε τώρα στο τρίτο από τα πέντε αντικείμενα του μενού στα αριστερά. Και αυτό είναι οι χρονισμοί. Εδώ βλέπουμε απλά τους βασικούς χρονισμούς των μνημών και έχουμε την επιλογή να συμπεριλάβουμε τη σχετική πληροφορία στο DASHBOARD ή / και στο iCUE Space. Η τέταρτη επιλογή στο μενού στα αριστερά είναι το GRAPHING. Εδώ μπορούμε να δούμε τη γραφική παράσταση της θερμοκρασίας με το χρόνο του κάθε αρθρώματος χωριστά. Οι επιλογές για το συνολικό χρόνο του γραφήματος μπορεί να είναι 1 λεπτό, 5 λεπτά, 10 λεπτά, 30 λεπτά, 1 ώρα ή 1 ημέρα. Η πέμπτη και τελευταία επιλογή του μενού στα αριστερά είναι η NOTIFICATIONS. Εδώ μπορούμε να ορίσουμε 4 λειτουργίες όταν κάποιο άρθρωμα φτάσει κάποια θερμοκρασία. Αυτές οι λειτουργίες είναι να τεθούν όλοι οι ανεμιστήρες στο 100%, να γίνουν όλα τα RGB LEDs ένα συγκεκριμένο χρώμα, να τρέξει κάποιο αρχείο ή να σβήσει ο υπολογιστής μετά από κάποια προκαθορισμένα δευτερόλεπτα. Χρήσιμη λειτουργία προστασίας. Κάπως έτσι τελειώσαμε με το tab HOME και περνάμε στο DASHBOARD. Εκεί μπορούμε να δούμε συγκεντρωμένες όλες τις υποστηριζόμενες πληροφορίες για τις συσκευές που υποστηρίζει το iCUE καθώς και αρκετούς αισθητήρες του συστήματος που μπορεί να διαβάσει. Το tab INSTANT LIGHTING ενεργοποιεί ένα εκ των 10 προσφερόμενων χρωμάτων φωτισμού, σε όλες τις υποστηριζόμενες συσκευές. Επιστρέφουμε τώρα στο SETTINGS για να το δούμε λίγο αναλυτικότερα. Το πάνω μέρος το έχουμε ήδη δει, οπότε πάμε στο κάτω, που περιλαμβάνει τις ρυθμίσεις του iCUE. Αυτό έχει 4 tabs. Στο πρώτο, το GENERAL έχουμε τις γενικές επιλογές του iCUE καθώς και τον έλεγχο για ενημερωμένη έκδοση. Το δεύτερο, το OSD, περιλαμβάνει τις επιλογές για τη λειτουργία On Screen Display. Το τρίτο tab, το DASHBOARD περιλαμβάνει επιλογές για την καρτέλα του DASHBOARD. Τέλος, το SENSOR LOGGING έχει επιλογές για το logging των διαφόρων υποστηριζόμενων αισθητήρων. Έχουμε τελειώσει με τη βασική περιγραφή της λειτουργίας του iCUE όσον αφορά τον έλεγχο των Corsair Dominator® Platinum RGB 32GB (4x8GB) DDR4 3600MHz C18 αλλά αξίζει μια μικρή αναφορά και στο εικονίδιό του στο system tray. Ένα δεξί κλικ αποκαλύπτει το μενού που βλέπετε, το οποίο είναι αυτοεξηγούμενο. Το μόνο που χρήζει ιδιαίτερης μνείας είναι το Show iCUE Space. Επιλέγοντάς το, εμφανίζεται το iCUE SPACE στα δεξιά της οθόνης μας, εκτοπίζοντας όλα τα υπόλοιπα παράθυρα στην υπόλοιπη επιφάνειά της. Περιλαμβάνει πληροφορίες που έχουμε καρφιτσώσει εκεί, όπως ακριβώς και το DASHBOARD. Συνολικά, το iCUE μου άφησε άριστες εντυπώσεις. Κάτι που θα ήθελα να δω σε μελλοντικές εκδόσεις είναι η δυνατότητα επιλογής όχι μόνο 2 εναλλασσόμενων χρωμάτων στα προκαθορισμένα εφέ φωτισμού, αλλά όσων θέλουμε εμείς, με μια λειτουργία που θα ξεκινάει από 2 χρώματα και θα μπορούμε με ένα πλήκτρο να προσθέτουμε περισσότερα, μέχρι κάποιο όριο. Τη συγκεκριμένη λειτουργία τη θυμάμαι παλιά στο CUE, πριν ενσωματώσει το LINK και γίνει iCUE, αλλά για κάποιο αδιανόητο λόγο, χάθηκε στο δρόμο. Μεθοδολογία, χρονισμοί, ρυθμίσεις Τα βασικά χαρακτηριστικά του συστήματος πάνω στο οποίο έγιναν οι δοκιμές των Corsair Dominator® Platinum RGB 32GB (4x8GB) DDR4 3600MHz C18, φαίνονται στον παρακάτω πίνακα. Καθώς το σύστημα δοκιμών μας βασίζεται στο Chipset X99, η μεγαλύτερη συχνότητα μνήμης που μπορούσαμε να πετύχουμε με σταθερότητα με όλα τα κιτ μνήμης που είχαμε δοκιμάσει στο παρελθόν, ήταν τα 2800MHz. Όχι όμως με το κιτ των Corsair Dominator® Platinum RGB 32GB (4x8GB) DDR4 3600MHz C18! Εδώ μπορέσαμε με ευκολία να φτάσουμε τα 3200MHz. Καθώς όμως το κιτ είχε και άλλα περιθώρια, όντας πιστοποιημένο για 3600MHz, κατορθώσαμε να κατεβάσουμε το CAS Latency από το 18, που υποστηρίζει το κιτ, στο 14, με απόλυτη σταθερότητα. Μπορεί λοιπόν να χάσαμε κάτι σε συχνότητα αλλά κερδίσαμε σε Latency, η οποία θεωρητικά έπεσε από το 10 (που προβλέπει το κιτ) στο 8.5. Αν το αποτέλεσμα είναι συνολικά θετικό ή αρνητικό, αυτό εξαρτάται από την κάθε εφαρμογή και τις απαιτήσεις της. Σε κάθε περίπτωση, το Corsair Dominator® Platinum RGB 32GB (4x8GB) DDR4 3600MHz C18 είναι με διαφορά το καλύτερο κιτ μνήμης που έχουμε δοκιμάσει στην πλατφόρμα X99! Εδώ βλέπουμε λοιπόν τις ρυθμίσεις με τις οποίες δοκιμάσαμε τις Corsair Dominator® Platinum RGB 32GB (4x8GB) DDR4 3600MHz C18. Η σταθερότητα των κιτ δοκιμάστηκε με 250 επαναλήψεις στο IntelBurn Test, στη ρύθμιση Stress Level: Very High. Σε όλες τις δοκιμές, ο επεξεργαστής παρέμεινε στις εργοστασιακές του συχνότητες, τόσο για το Core (Turbo για όλους τους πυρήνες - 3500MHz) όσο και για το Uncore (3000MHz). Στους παρακάτω πίνακες βλέπετε συχνότητες, χρονισμούς και τάση λειτουργίας. Benchmarks Οι μετρήσεις μας αρχίζουν με τις δοκιμασίες μνήμης του AIDA64, καθώς και του CPU Photoworxx που εξαρτάται αρκετά από τις επιδόσεις της μνήμης. Ευχαριστούμε την AIDA για την παραχώρηση του προγράμματος. Συνεχίζουμε με Super PI MOD 1.5 που μετράει single thread performance. Το wPrime 2.10 μετράει multi-thread performance Το ίδιο και το Fritz. To benchmark του WinRAR μας δείχνει πώς τα πάει το σύστημα κατά τη συμπίεση αρχείων. Το benchmark του Truecrypt μας δείχνει τις επιδόσεις στην κρυπτογράφηση. Το Cinebench R15 δείχνει τις επιδόσεις στο rendering. Τέλος, το UL PCMark 10 δείχνει τις επιδόσεις του συστήματος σε διάφορα σενάρια χρήσης. Ευχαριστούμε τη UL για την παραχώρηση του προγράμματος. Όπως είδατε, οι Corsair Dominator® Platinum RGB 32GB (4x8GB) DDR4 3600MHz C18 έχουν εξαιρετικές επιδόσεις που ξεπερνούν φανερά το προηγούμενο καλύτερο κιτ που είχαμε δοκιμάσει και με το οποίο γίνεται η σύγκριση στα διαγράμματα. 3DMark Ας δούμε και τις 3D επιδόσεις και το κατά πόσο αυτές επηρεάζονται από τις ταχύτερες μνήμες. Είναι εμφανές από το παρακάτω διάγραμμα, ότι οι επιδόσεις των γραφικών εξαρτώνται κυρίως από την κάρτα γραφικών και όταν υπάρχει τόσο μεγάλο bandwidth που προσφέρουν τα 4 κανάλια μνήμης του X99, η παραπάνω ταχύτητα δεν προσφέρει κάτι. Επίλογος Όταν ξεκινούσα το review των Corsair Dominator® Platinum RGB 32GB (4x8GB) DDR4 3600MHz C18 περίμενα σπουδαία πράγματα. Ακόμα και έτσι όμως, το κιτ κατάφερε να με εκπλήξει και να με εντυπωσιάσει. Η ποιότητα κατασκευής παραμένει στα απαράμιλλα επίπεδα των παλιών Dominator! Τα RGB LEDs έχουν περάσει σε άλλο επίπεδο, αφού η χρήση 12 ξεχωριστά ελεγχόμενων, μικροσκοπικών Capellix LEDs σε κάθε άρθρωμα δίνει φαντασμαγορικά αποτελέσματα! Οι επιδόσεις, στο σύστημα των δοκιμών που χρησιμοποιεί το X99 chipset, ήταν σαφώς πάνω από ο,τιδήποτε άλλο έχουμε δοκιμάσει! Η σταθερότητα, ακόμα και όταν ζορίσαμε το σύστημα και τις μνήμες στα όρια, ήταν χωρίς υποχωρήσεις! Το ώριμο πλέον iCUE παρέχει, με ευκολία και φιλικότητα προς το χρήστη, μια πληθώρα επιλογών φωτισμού, τόσο για τον αρχάριο, όσο και για τον μυημένο στα μυστικά του RGB! Πόσο κοστίζει όμως το απόλυτο τετρακάναλο RGB κιτ των 32GB; Τη στιγμή συγγραφής αυτού του review, ξεκινάει από τα 377,02 ευρώ, συμπεριλαμβανομένου του ΦΠΑ αλλά μη συμπεριλαμβανομένων των μεταφορικών. Η τιμή είναι σαφώς υψηλή αν κάποιος επιχειρήσει τη σύγκριση με ένα απλό κιτ DDR4 32GB, αλλά τέτοια σύγκριση δεν υπάρχει ούτε στην τιμή, ούτε όμως και στις επιδόσεις ή την εμφάνιση! Κατά τη γνώμη μου, οι Corsair Dominator® Platinum RGB 32GB (4x8GB) DDR4 3600MHz C18 αξίζουν κάθε cent του κόστους τους και θα τα έδινα ευχαρίστως, όπως τα έχω δώσει στο παρελθόν για τις πρώτες Dominator. Ας συνοψίσουμε τα πλεονεκτήματα και τα μειονεκτήματα των Corsair Dominator® Platinum RGB 32GB (4x8GB) DDR4 3600MHz C18 . Πλεονεκτήματα + Εξαιρετικά υψηλές επιδόσεις + Εξαιρετική σταθερότητα + Εξαιρετική ποιότητα RGB φωτισμού + 12 ανεξάρτητα ελεγχόμενα Cappelix RGB LEDs ανά άρθρωμα μνήμης + Εύκολος έλεγχος του φωτισμού με το πρόγραμμα iCUE + Επισκόπηση της θερμοκρασίας, της συχνότητας και των βασικών χρονισμών των modules με το πρόγραμμα iCUE Μειονεκτήματα - Δεν καταφέραμε να βρούμε λόγο να γκρινιάξουμε 9.6 Superb  theLAB.gr Ευχαριστούμε θερμά την Corsair για την παραχώρηση του δείγματος της δοκιμής Πολύμερος Αχανιώτης 8/4/2019
  17. Εισαγωγή Ένα πολύ δημοφιλές form factor τον τελευταίο καιρό είναι το M.2. Υπάρχει μια σχετική σύγχυση βέβαια, καθώς δεν πρόκειται για κάποιο πρωτόκολλο επικοινωνίας αλλά απλά για τη μορφή της συσκευής, που μπορεί να είναι SSD με πρωτόκολλο επικοινωνία NVMe (η πιο δημοφιλής εκδοχή), αλλά μπορεί και να είναι ένας SSD με πρωτόκολλο επικοινωνίας SATA. Υπάρχουν και άλλες περιπτώσεις βέβαια, όπως M.2 WiFi adapters, αλλά αυτές δε μας αφορούν εδώ. Αυτό που μας αφορά, είναι η περίπτωση των M.2 SSDs με πρωτόκολλο επικοινωνίας SATA. Αυτοί έχουν όλους τους περιορισμούς των γνωστών 2,5" SATA SSDs, αλλά το πολύ μικρότερο M.2 form factor, επιτρέπει τη χρήση τους σε laptop και μικρά desktop, χωρίς μάλιστα τη χρήση καλωδίων. Τι γίνεται όμως όταν θέλουμε να χρησιμοποιήσουμε έναν SATA M.2 SSD σε υπολογιστή που δε διαθέτει την ανάλογη θύρα αλλά μόνο κλασσικές SATA θύρες. Γίνεται ό,τι συνήθως, δηλαδή αναζητούμε μια λύση στο εκτενές οπλοστάσιο της Icy Dock. Σε αυτή την περίπτωση, η λύση ονομάζεται Icy Dock EZConvert MB703M2P-B. Το Icy Dock EZConvert MB703M2P-B είναι μια συσκευή στην οποία μπορούμε να τοποθετήσουμε οποιονδήποτε SATA SSD με M.2 form factor και να τον μετατρέψει στο κλασσικό form factor του SATA Drive 2,5". Το πώς ακριβώς το κάνει αυτό και αν το κάνει καλά, θα το δούμε στη συνέχεια του review. Φωτογράφιση Η συσκευασία του Icy Dock EZConvert MB703M2P-B ξεφεύγει από τα καθιερωμένα της εταιρίας που συνήθως χρησιμοποιείς απλό καφέ χαρτόνι και μονόχρωμη εκτύπωση. Σε αυτή την περίπτωση έχουμε λευκό χαρτόνι και έγχρωμη εκτύπωση των χαρακτηριστικών του προϊόντος. Βέβαια το χαρτόνι είναι αρκετά λεπτό... ...αλλά το φορμαρισμένο διάφανο πλαστικό που αγκαλιάζει το προϊόν προσφέρει την απαραίτητη προστασία κατά τη μεταφορά. Το πρώτο από τα παρελκόμενα που βλέπουμε είναι ένα αρκετά λεπτομερές εγχειρίδιο χρήσης. Το μόνο άλλο παρελκόμενο που παρέχεται είναι βίδες για την τοποθέτηση της συσκευής στη θήκη του υπολογιστή. Καθώς πρόκειται για μικρές βίδες, η Icy Dock παρέχει 5 αντί για τις 4 που χρειάζονται, καθώς είναι εύκολο να χάσει κάποια ο χρήστης. Η ίδια η συσκευή έχει ακριβώς το σχήμα και το μέγεθος ενός SSD των 2,5". Αποτελείται από ποιοτικό πλαστικό και είναι ιδιαίτερα διάτρητο, ειδικά στο επάνω μέρος, για να απάγεται η θερμότητα από το περιεχόμενο drive όσο γίνεται πιο αποδοτικά, δεδομένου ότι το πλαστικό δεν είναι καλό στη θερμοαγωγιμότητα. Στο επάνω μέρος διακρίνουμε και το πλήκτρο που ανοίγει τη συσκευή για να τοποθετηθεί το M.2 SATA drive. Στο κάτω μέρος, διακρίνεται ένα τμήμα που μπορεί εύκολα να κοπεί, έτσι ώστε να εφαρμοστεί μια μεταλλική ψήκτρα, από τις πολλές που κυκλοφορούν, στο drive. Φυσικά η ψήκτρα θα περισσεύει και πολλές από τις δυνατότητες τοποθέτησης του Icy Dock EZConvert MB703M2P-B στη θήκη του υπολογιστή και ειδικά σε διάφορα trays θα χαθούν, αλλά είναι καλό να υπάρχει η επιλογή. Το άνοιγμα είναι εύκολο και η συσκευή χωρίζει στο επάνω μέρος, που είναι απλά ένα καπάκι, και στο κάτω μέρος που περιέχει όλη την ουσία, δηλαδή το βάση στήριξης του drive, τα βύσματα και τα ηλεκτρονικά. Ο μηχανισμός τοποθέτησης και συγκράτησης του M.2 SATA SSD Drive εντός του Icy Dock EZConvert MB703M2P-B είναι ρυθμιζόμενος για όλα τα διαφορετικά μήκη στα οποία κυκλοφορούν τα εν λόγω drives και δεν απαιτεί τη χρήση εργαλείων. Τα υποστηριζόμενα μήκη για τα M.2 SATA SSD drives είναι 80mm, 60mm, 42mm και 30mm. Πρέπει να γίνει σαφές ότι το Icy Dock EZConvert MB703M2P-B δεν είναι συμβατό με NVMe M.2 drives αλλά μόνο με SATA M.2 drives. Είναι σαφές από την παρακάτω εικόνα ότι ένα NVMe drive δε θα κούμπωνε καν στην υποδοχή. Η πλακέτα κρατείται στη θέση της μέσω πλαστικών clips, τα οποία χρειάστηκαν αρκετή πειθώ για να την απελευθερώσουν. Πρόκειται για μια σχετικά απλή πλακέτα, τις οποίας τα λίγα ηλεκτρονικά αποσκοπούν κυρίως στην αποφυγή αντανακλάσεων των υψίσυχνων σημάτων του SATA μεταξύ των βυσμάτων. Χαρακτηριστικά Ο παρακάτω πίνακας περιλαμβάνει τα βασικά χαρακτηριστικά του Icy Dock EZConvert MB703M2P-B. Λειτουργία Η λειτουργία του Icy Dock EZConvert MB703M2P-B είναι απλή. Πρόκειται εξ' άλλου για ένα πλαστικό κουτί που έχει ακριβώς τις διαστάσεις ενός drive 2,5" καθώς και συνδέσεις SATA και Power SATA, ακριβώς στο ίδιο σημείο. Αξίζει να σημειωθεί ότι το ύψος του Icy Dock EZConvert MB703M2P-B είναι 9,5mm, κάτι που το κάνει συμβατό με τις περισσότερες υποδοχές για 2,5" SATA drive, αλλά όχι με αυτές που απαιτούν ultra slim drives των 7mm. Η λειτουργία που επιτελεί είναι η μετατροπή κάθε M.2 SATA SSD drive σε 2.5" SATA SSD Drive. Το πανομοιότυπο σχήμα και μέγεθος, επιτρέπει τη χρήση του Icy Dock EZConvert MB703M2P-B με κάθε τρόπο που μπορεί να χρησιμοποιηθεί ένα 2.5" SATA SSD drive (σε hot swap υποδοχές, drive cages, USB adapters etc.). Για τη σύνδεση του Icy Dock EZConvert MB703M2P-B μπορεί να χρησιμοποιηθούν τόσο απλά βύσματα SATA και Power SATA, όσο και βύσματα με clip κλειδώματος. Εφ' όσον δεν πραγματοποιείται κάποια μετατροπή πρωτοκόλλου, το Icy Dock EZConvert MB703M2P-B παρέχει την πλήρη ταχύτητα του SATA. Ο σχεδιασμός του Icy Dock EZConvert MB703M2P-B και κυρίως η διάτρηση του πάνω και κάτω μέρους, συνεπικουρούν στην παθητική ψύξη του drive, αν και μια μεταλλική κατασκευή θα μετέτρεπε εύκολα όλη τη συσκευή σε ψήκτρα. Σε περίπτωση που θεωρηθεί απαραίτητο, τμήμα του κάτω μέρους μπορεί εύκολα να κοπεί με ψαλίδι, ώστε να είναι εφικτή η εγκατάσταση μεταλλικής ψήκτρας στο drive. Καθώς η ψήκτρα θα περισσεύει εκτός του Icy Dock EZConvert MB703M2P-B, η συμβατότητα με κάθε υποδοχή για drive 2,5", χάνεται. Επίλογος Το Icy Dock EZConvert MB703M2P-B είναι μια απλή και λειτουργική συσκευή, που επιτρέπει σε οποιοδήποτε M.2 SATA SSD drive να τοποθετηθεί και να συνδεθεί σαν να ήταν ένα 2,5" SATA drive. Η ποιοτική κατασκευή του και ο απλός, χωρίς εργαλεία τρόπος λειτουργίας του εξασφαλίζουν τη θετική εμπειρία χρήσης. Ο διάτρητος σχεδιασμός συνεπικουρεί στην παθητική ψύξη του drive και η δυνατότητα μετατροπής του Icy Dock EZConvert MB703M2P-B, ώστε να επιτρέπει τη χρήση μεταλλικής ψήκτρας για Μ.2 drives, δείχνουν ότι όλα έχουν μελετηθεί από τους μηχανικούς της Icy Dock. Το Icy Dock EZConvert MB703M2P-B δεν έχει κυκλοφορήσει ακόμα στην Ελληνική αγορά και δεν μπορέσαμε να το εντοπίσουμε ούτε σε κάποιο από τα μεγάλα ευρωπαϊκά καταστήματα, για να δούμε την τιμή του. Η επίσημη τιμή που πήραμε από την κατασκευάστρια εταιρία για την αγορά της Ελλάδας είναι 10,06 ευρώ, χωρίς τον ΦΠΑ. Δηλαδή, ουσιαστικά, γύρω στα 12,48 ευρώ με τον ΦΠΑ. Η τιμή είναι λογική για την ποιότητα και τις ευκολίες που προσφέρει η συσκευή. Ας συνοψίσουμε τα πλεονεκτήματα και τα μειονεκτήματα του : Πλεονεκτήματα+ Υψηλή ποιότητα υλικών και κατασκευής+ Δυνατότητα τοποθέτησης M.2 SATA SSD drive μήκους από 32mm έως 80mm+ Εισαγωγή - εξαγωγή του M.2 drive χωρίς τη χρήση εργαλείων + Συμβατότητα με κάθε υποδοχή και εφαρμογή για 2,5" SATA SSD drives + Δυνατότητα μετατροπής ώστε να μπορεί να χρησιμοποιηθεί μεταλλική ψήκτρα στο M.2 SATA drive + Λειτουργικότητα και αξιοπιστία Μειονεκτήματα- Θα ήταν προτιμότερο οι υποδοχές για τις βίδες στήριξης στη θήκη του υπολογιστή να είχαν μεταλλικά ένθετα - Θα ήταν προτιμότερο η κατασκευή να ήταν μεταλλική για μεγαλύτερη αντοχή και καλύτερη απαγωγή της θερμότητας Με βάση τα παραπάνω, η συνολική βαθμολογία του Icy Dock EZConvert MB703M2P-B είναι:  theLAB.gr Ευχαριστούμε θερμά την Icy Dock για την παραχώρηση του δείγματος της δοκιμής Πολύμερος Αχανιώτης 4/3/2019
  18. Πρόλογος Άλλο ένα κουτί με tempered glass side panel μας έρχεται από την Corsair, στη μικρομεσαία οικονομικά αυτή τη φορά κατηγορία, με μινιμαλιστικό σχεδιασμό και τη γνωστή απαράμιλλη ποιότητα του οίκου. Πρόκειται για το Gaming Mid-Tower Corsair Carbide 275R στα 84.90€, σύμφωνα με την προτεινόμενη τιμή, σε λευκό ή μαύρο χρώμα. Πολύ ενδιαφέρουσα πρόταση για όσους θέλουν να αναδείξουν το περιεχόμενο του συστήματός τους σχετικά οικονομικά, αλλά χωρίς να κάνουν ιδιαίτερες εκπτώσεις σε ποιότητα και εξαερισμό. Εδώ θα ήθελα να αναφέρω ότι υπάρχει και η δυνατότητα επιλογής συνθετικού “edge-to-edge windowed side panel” στα 74.90€ Χαρακτηριστικά Στην παρακάτω φωτογραφία βλέπουμε τα χαρακτηριστικά όπως αυτά εμφανίζονται στη σελίδα του κατασκευαστή, αλλά και μια πολύ κατατοπιστική εικόνα με τις δυνατές επιλογές τοποθέτησης ανεμιστήρων ή/και ψυγείων. Να σημειώσω εδώ ότι οι θέσεις των 2,5” δίσκων είναι δύο ή τέσσερις, όπως θα δούμε παρακάτω αναλυτικότερα, και όχι τρεις όπως αναγράφεται στη σελίδα του κατασκευαστή. Συσκευασία και περιεχόμενα Ανοίγοντας το κλασικό καφέ χαρτόκουτο αντικρίζουμε το Corsair Carbide 275R να περιβάλλεται από δύο χοντρά κομμάτια ποιοτικού αφρώδους υλικού που εξασφαλίζουν την ασφαλή μετακίνησή του. Επιπρόσθετα υπάρχει και ένα ακόμα μπροστά από το τζάμι, για να καλύψει το κενό ανάμεσα στα περιφερειακά. Το πακέτο περιλαμβάνει τις απαραίτητες βίδες, ένα βιβλιαράκι, μερικά δεματικά αλλά και ένα κλειδί allen, μοναδικό τρόπο αφαίρεσης του πλαϊνού τζαμιού. Αυτά θα τα βρούμε στη θέση των 3.5” δίσκων στο κάτω μέρος του κουτιού μέσα σε ένα χάρτινο κουτί, αφού αφαιρέσουμε το μεταλλικό παράθυρο της πλάτης, το μόνο που μας δίνει πρόσβαση εκεί. Εξωτερικό Μέρος Το Corsair Carbide 275R είναι ένα απλό, λιτό Mid-Tower με όμορφες γραμμές και έξυπνες πινελιές. Όπως ήταν αναμενόμενο το πρώτο πράγμα που τραβάει το μάτι είναι το τεράστιο πλαϊνό φιμέ τζάμι με το μαύρο πλαίσιο, προκαλώντας σε να δεις μέσα από αυτό ακόμα και το άδειο προς το παρόν κουτί. Σε αυτό συμβάλουν τόσο η λιτή εξωτερική εμφάνιση όσο και κάποιες μαύρες λεπτομέρειες στο εσωτερικό. Λεπτομέρειες που δεν ξέρω αν βρέθηκαν εκεί απλά για λόγους περιορισμού της πολυπλοκότητας της παραγωγής ή εξ επί τούτου, μην ξεχνάμε ότι βγαίνει και σε total black, επιτυγχάνουν παρόλα αυτά ένα εντυπωσιακό αποτέλεσμα στο λευκό σύνολο, ειδικά αν τις συνδυάσει κανείς με ανάλογου χρωματισμού hardware. Και προσέξτε, σας το λέει αυτό ένας υποστηρικτής του ότι το "φωτεινότερο" χρώμα είναι το σκούρο μολυβί. Στην απέναντί πλευρά υπάρχει ένα απλό μεταλλικό λευκό πλαϊνό με άψογη εφαρμογή και δυο χειρόβιδες για τη στερέωσή του, φτιαγμένες έξυπνα για να μη φεύγουν από πάνω του, πολύ βολικό! Επάνω δεσπόζει διακριτικά ένα μεγάλο, λεπτό, μαγνητικό φίλτρο, καλύπτοντας τις εισόδους αέρα και τους διαδρόμους τοποθέτησης των βιδών των εξαρτημάτων που πιθανόν να προσθέσει ο ιδιοκτήτης του. Στο επάνω μπροστά μέρος θα βρούμε και το κλασικό I/O panel με τους δυο γνωστούς μας διακόπτες power και reset, είσοδο και έξοδο ήχου και δύο θύρες USB 3.0 τύπου Α, διακριτικά και καλαίσθητα δεμένα αρμονικά με το σύνολο. Στο πάτωμα ξεχωρίζουν τέσσερα μεγάλα ασημί, στρογγυλά, πλαστικά ποδαράκια, με μαύρες λαστιχένιες αντιολισθητικές βάσεις, που αν δεν τα επεξεργαστείς από κοντά θα έβαζες στοίχημα ότι είναι μεταλλικά, προσδίδοντας στην ποιοτική εικόνα του σύνολο χωρίς να ξενίζουν χρωματικά. Στο πάτωμα υπάρχει και ένα αρκετά πυκνό φίλτρο, πράγμα πολύ θετικό μια και βρίσκετε στο σημείο που τραβάει την περισσότερη σκόνη, το ότι είναι και συρταρωτό το κάνει εξαιρετικά βολικό στο καθάρισμα χωρίς να χρειάζεται να μετακινήσουμε τίποτα. Πίσω η εικόνα είναι η γνωστή, αλλά και πάλι εντυπωσιάζει με τη διχρωμία της. Από επάνω προς τα κάτω υπάρχουν: Η τρύπα για το λαμάκι των I/O της μητρικής και δίπλα της ο μαύρος προεγκατεστημένος ανεμιστήρας 120x120mm , με τις βίδες του σε οβάλ τρύπες για να μπορούμε να τον μετακινήσουμε καθ’ ύψος. Επτά μαύρες διάτρητες καλύπτρες για αντίστοιχες οριζόντιες υποδοχές καρτών επέκτασης της μητρικής αλλά και δύο ακόμα κάθετες όμοιες υποδοχές, μπροστά από αυτές, καλυμμένες με λευκές λάμες. Υποθέτω για να μπορεί να υποστηρίξει την τρέχουσα μόδα που θέλει την τοποθέτηση της κάρτας γραφικών κάθετα σε περίοπτη θέση προς επίδειξη. Αντάπτορας για αυτό δεν περιλαμβάνεται αλλά μην έχουμε και τέτοιες απαιτήσεις σε αυτή την τιμή. Και τέλος η θέση του τροφοδοτικού με δυνατότητα τοποθέτησης του ανεμιστήρα είτε προς τα κάτω είτε προς τα επάνω, και με διάτρητη πρόβλεψη στο εσωτερικό για αυτό. Ομολογώ βέβαια ότι δεν κατάλαβα ποτέ γιατί να θέλει να βάλει κανείς το τροφοδοτικό ανάποδα. Τελευταίο από τα εξωτερικά άφησα το μπροστινό, όχι τυχαία. Αρχικά δεν φαντάζει ιδιαίτερο, αντίθετα δείχνει απλό με πλαϊνές καμπύλες που φαίνεται να αγκαλιάζουν την κατασκευή, αφήνοντας όμως και την απαραίτητη απόσταση εκατέρωθεν για την εισαγωγή αέρα. Αν δε ο φωτισμός του χώρου δεν είναι επαρκής το χρώμα του δείχνει να διαφέρει κάπως από το εντυπωσιακό γαλακτερό του υπόλοιπου. Τα μόνα ευδιάκριτα είναι το σήμα της εταιρίας στο κάτω μέρος, πετυχαίνοντας με μέγεθος και απόχρωση να μην ξενίσει επάνω στον απέραντο λευκό καμβά, και η εσοχή, ακριβώς από κάτω του, που μοιάσει χερούλι για να το ξεκουμπώνουμε. Στην αμέσως επόμενη επαφή η εικόνα αλλάζει. Τώρα ερχόμαστε αντιμέτωποι με λεπτά ανάγλυφα κάθετα νερά, σαν από βούρτσα, δίνοντας μια ξεκάθαρη αίσθηση ξύλου στο στιβαρό ποιοτικό πλαστικό συμβάλλοντας στην γενικότερη αίσθηση πολυτέλειας. Η εσοχή εφοδιασμένη με μεγάλες αδιόρατες τρύπες στο επάνω εσωτερικό της αφήνει να φανεί ο γαλάζιος φωτισμός κρυμμένος ακριβώς από πίσω της. Τελικά δεν ήταν χερούλι είχε ακόμα καλύτερο ρόλο. Εσωτερικό Μέρος Ξεκινάμε να αφαιρέσουμε το τζάμι, και ερχόμαστε αντιμέτωποι με το πρώτο, ίσως και μοναδικό, αρνητικό σημείο. Η αφαίρεση του χοντρού, σκληρού, και ως εκ τούτου και βαριού, tempered glass side panel θα πρέπει να γίνεται με κάποια σχετική προσοχή, για να μη μας πέσει, μιας και δεν στηρίζεται πουθενά εκτός από τις τέσσερις αλενόβιδες στις τέσσερις γωνίες του, που στον βωμό της διακριτικότητας και τις καλαισθησίας θυσιάζουν την ευχρηστία. Προσοχή χρειάζεται και στις τέσσερις λαστιχένιες φλάντζες, τοποθετημένες επάνω στις τρύπες του τζαμιού, αν και αποτελεσματικότατες στους κραδασμούς έχουν την τάση να πέφτουν κατά την αφαίρεση. Αντίστοιχα δύσκολή είναι και η τοποθέτησή του, και με μάλλον καμία ελπίδα αποφυγής δακτυλικών αποτυπωμάτων επάνω του. Προβλέπω όμως ότι με τόσα φίλτρα παντού δεν θα είναι συχνά απαιτητή αυτή η διαδικασία. Σχετικά εύκολα και απροβλημάτιστα αφαιρείται το μπροστινό, αρκεί να φέρει κανείς κόντρα στο κενό ανάμεσα σε αυτό και το σασί κοντά στα τέσσερα άκρα, διαφορετικά δίνεται η εντύπωση ότι είναι στιβαρά κολλημένο επάνω στο σασί και η προσπάθεια αφαίρεσης θα προκαλέσει ζημιά. Αντίθετα, η τοποθέτησή του είναι εύκολη, και οι τρύπες οδηγοί των στηριγμάτων διευκολύνουν για να γίνει με σχεδόν κλειστά μάτια, αρκεί να πιέσουμε στις γωνίες. Πίσω του, καλύπτοντας όλη την πρόσοψη βρίσκεται ένα μακρύ, πυκνό φίλτρο, τοποθετημένο σε δυο υποδοχές κάτω και τέσσερα δυνατά μαγνητάκια στη μέση και τις δύο επάνω γωνίες, αυτό προσθαφαιρείται άνετα. Και πίσω από αυτό τρεις μεγάλες τετράγωνες τρύπες, για τους ανεμιστήρες ή και τα ψυγεία, με δυνατότητα στήριξης σε όποιο σχεδόν ύψος μας βολεύει, χάριν στους «διαδρόμους» για τις βίδες, στη δε μεσαία θέση υπάρχει ένας ήδη τοποθετημένος ανεμιστήρας 120x120mm. Περνώντας στο εσωτερικό ερχόμαστε αντιμέτωποι με την ευχάριστη άνεση που έχουν όλα τα κουτιά χωρίς υποδοχές για συσκευές 5,25”, προσωπικά δεν μου λείπουν καιρό τώρα. Ευχάριστα οπτικά τα μαύρα λαστιχένια grommets των σημείων διέλευσης καλωδίων, που λείπουν από κουτιά αρκετά ακριβότερα. Όμορφη αντίθεση κάνουν και οι μαύρες διάτρητες λάμες κάλυψης των θέσεων για τις κάρτες επέκτασης αλλά και οι μαύροι ανεμιστήρες 120x120 mm, ένας για πίσω και ένας για εμπρός. Τα καλώδια για την I/O περνούν διακριτικά προς το πίσω μέρος από μια τρύπα χωρίς φλάντζα αλλά μην το παρακάνουμε κιόλας με τέτοιες απαιτήσεις. Τέλος ξεχωρίζουν το τεράστιο άνοιγμα για την απρόσκοπτη προσθαφαίρεση της ψύκτρα της CPU, χωρίς να χρειαστεί να αφαιρέσουμε τη μητρική, και η μονοκόμματη μη αφαιρούμενη γωνιακή λαμαρίνα, που καλύπτει από το πίσω έως σχεδόν το μπροστινό κάτω μέρος. Η τελευταία κρύβει τροφοδοτικό και δίσκους 3,5” ομοιόμορφα, αφήνοντας όμως παράλληλα χώρο για τοποθέτηση ανεμιστήρα ή/και ψυγείου στο μπροστινό μέρος, αλλά και διέλευση καλωδίων και διακριτικό εξαερισμό επάνω από το τροφοδοτικό, συμβάλλοντας απαράμιλλα στη γενικότερη εμφάνιση. Δείγματα που μας κάνουν να ευελπιστούμε σε πολύ καλό αποτέλεσμα. Στην πίσω πλευρά τώρα και από κάτω δεξιά προς τα πάνω αριστερά αυτή τη φορά. Τεράστιος σε μήκος ο χώρος του τροφοδοτικού, προβλέπω να κρύβω και καλώδια εκεί, εξοπλισμένος με τέσσερις λαστιχένιες αντικραδασμικές βάσεις και διάτρητος πάνω - κάτω μας επιτρέπει να το τοποθετήσουμε όπως θέλουμε, προσωπικά επιμένω τον αερισμό του προς τα κάτω. Τρύπα με φλάντζα διέλευσης ακριβώς μπροστά και επάνω από την έξοδο των καλωδίων του και στη συνέχεια οι θέσεις των 3,5” δίσκων, κλασικές πλαστικές tool-free αφαιρούμενες, και χώρος μπροστά από αυτές, υποθέτω για διέλευση αέρα προς αυτές. Αφαιρούμενη αλλά όχι μετακινούμενη είναι και η μεταλλική βάση, να την μετακινήσει πάλι κανείς, δεν βλέπω γιατί είναι απαραίτητο. Στο συγκεκριμένο σημείο παρατηρώ ότι ενώ η πρόβλεψη εισόδου αέρα προς αυτούς δεν είναι κακή, οι δίοδοι εξόδου υπάρχουν μεν, προς τα πίσω και επάνω από το τροφοδοτικό, είναι όμως πολύ περιορισμένες από εμπόδια όπως τα καλώδια και το τροφοδοτικό, και στέλνουν και τον ζεστό αέρα μέσα στο σύστημα. Ακριβώς επάνω από το τροφοδοτικό βλέπουμε δυο βάσεις για δίσκους 2,5” με χειρόβιδα αφαίρεσης, αλλά δυστυχώς χωρίς αντικραδασμικά, μάλλον πρόβλεψη μόνο για SSD, χωρίς όμως να μας απαγορεύει κανείς και τη χρήση μηχανικού δίσκου, εκτός ίσως από το μικρό βάθος και την παντελή έλλειψη αερισμού στο σημείο. Από πάνω ακριβώς, την τρύπα πρόσβασης στην πλάτη της μητρικής, και γύρω γύρω παντού θέσεις για δεματικά. Αριστερά τώρα, η έκπληξη. Στον κενό αυτό φαινομενικά χώρο υπάρχουν σαφείς υποδοχές τοποθέτησης δύο 2,5” δίσκων χωρίς αντικραδασμικά, με δύσκολη τοποθέτηση γιατί θα πρέπει να περάσετε τις βίδες από την άλλη μεριά τις λαμαρίνας, πολύ διακριτικές αλλά σαφείς, αν συνυπολογίσουμε και τις δύο που προαναφέραμε το όλο τέσσερις, στις προδιαγραφές αναφέρονται τρεις, η επιλογή … δική σας. Προσωπικά, αν χρειαζόμουν να τοποθετήσω μηχανικούς δίσκους εκεί, θα έβαζα λαστιχένιες ροδέλες στις βίδες και στο δίσκο και όλα καλά. Το βάθος του συνόλου είναι από 1,5cm, στις προβλεπόμενες με αφαιρούμενη βάση θέσεις για δίσκους, έως και 2cm στις μη. Οριακό και χωρίς εξαερισμό, αλλά αν βάλετε SSD, ΟΚ. Θα το ήθελα πιο βαθύ πάντως έστω και με μείωση του χώρου μπροστά, υπάρχουν περιθώρια. Εγκατάσταση Συστήματος Αυτή τη φορά λέω να ξεκινήσω από την πλάτη. Κοιτάξτε τι χώρεσε ανάμεσα στο τροφοδοτικό και τους δίσκους … άνετα … Και προσέξτε αποτέλεσμα και με τους τέσσερις, θεωρητικά προβλεπόμενους, δίσκους. Πίσω μαζεμένα, τακτοποιημένα και δεμένα, και μπροστά … τίποτα! Όλα σχεδόν εξαφανισμένα! Θέσεις για δεματικά παντού, και τρύπες για να βγει το κάθε καλώδιο ακριβώς στη θέση του! Και το χοντρό καλώδιο τροφοδοσίας της μητρικής, με ένα έξτρα για τον μπροστινό ανεμιστήρα, και το λεπτό επάνω αριστερά από την CPU, και της κάρτας γραφικών, και τα data των δίσκων και οι I/O και ότι άλλο θέλουμε και τίποτα δεν φαίνεται. Και άνεση και εμφάνιση. Η δε προσθαφαίρεση των δίσκων απροβλημάτιστη ανά πάσα στιγμή. Εντάξει, οι 2,5” θέλουν και βίδες για να μπουν στη βάση τους, αλλά δεν το λες και πρόβλημα. Το σύστημα της δοκιμής αναφέρεται παρακάτω. Εδώ θα δείτε τρεις εικόνες με το σύστημα της δοκιμής μας και την τελική του εμφάνιση εμπρός και πίσω. Τι χωράει στο εσωτερικό Από δίσκους αρκετά, από οπτικά τίποτα, από ψυκτικά πάλι … πολλά, για να μην σας κουράζω με αναλύσεις σας δίνω τις αποστάσεις και τις εναλλακτικές στους παρακάτω πίνακες. Μετρήσεις θερμοκρασιών, θορύβου και "στατικής" πίεσης Αναλυτικά παραθέτω τον τρόπο μέτρησης: Το στρεσάρισμα του επεξεργαστή έγινε για 15 λεπτά με το OCCT ver. 4.4.2, ρυθμισμένο σε CPU:LINPACK. To στρεσάρισμα της κάρτας γραφικών έγινε με το Furmark ver. 1.20.0.1 για 5 λεπτά, σε ανάλυση 1280x720 και με επιλογές στα Options, Dynamic Backround και Burn in, ενώ το anti-aliasing έμεινε στο off. Ο επεξεργαστής και η κάρτα γραφικών βρίσκονταν στις εργοστασιακές συχνότητες. H ελάχιστη θερμοκρασία των σκληρών δίσκων λήφθηκε μετά από τη λειτουργία του συστήματος σε κατάσταση ηρεμίας για μισή ώρα. Τέλος η θερμοκρασία δωματίου κατά την διάρκεια των τεστ ήταν στους 24°C Ανέλπιστα απογοητευτικές ήταν, δυστυχώς, οι μετρήσεις των θερμοκρασιών. Παντού βρέθηκε κάτω του μέσου όρου έως και προς το τέλος της λίστας σύγκρισης. Ευτυχώς δεν εντάθηκε το φαινόμενο κατά το overclock, το οποίο κατάφερε να φέρει εις πέρας οριακά. Θα προσέξετε ότι υπάρχουν δύο μετρήσεις στη λίστα των δίσκων, η Fan1 είναι με τοποθετημένο τον ανεμιστήρα στη μέση του μπροστινού μέρους όπως ακριβώς το παρέλαβα, η δε Fan2 με μετακινημένο προς τα κάτω, εμπρός ακριβώς από τους δίσκους 3,5”. Η διαφορά στο αποτέλεσμα μιλάει από μόνη της, από 7C βαθμούς στο στρεσάρισμα έως και 9C στο χαλαρό. Εξ ου και η απόφαση να παραμείνει έτσι σε κάθε περίπτωση. Πιστεύω ότι εμπλουτίζοντας το ψυκτικό περιεχόμενο η απόδοση θα αλλάξει. Περιθώρια υπάρχουν. Αντίθετα τα αποτελέσματα θορύβου ήταν πολύ ευχάριστα, και στα χαρτιά, και στο αυτί. Σχεδόν τίποτα στο χαλαρό και στην πίεση ικανοποιητικότατα. Οι παρακάτω πίνακες θα σας βοηθήσουν να πάρετε μια πολύ καλή εικόνα σε κάθε περίπτωση. Να σημειώσω ότι στα διαγράμματα η ταξινόμηση έγινε με βάση πρωτίστως την θερμοκρασία σε idle και δευτερευόντως σε load. Εργοστασιακή συχνότητα Υπερχρονισμός Στατική Πίεση Οριακά αρνητική ήταν η μέτρησή μας, πράγμα λογικό μια και υπάρχουν σαφώς μεγαλύτερα εμπόδια στη είσοδο του αέρα στο εμπρός μέρος, όπου και βρίσκεται ο ανεμιστήρας εισαγωγής, σε σχέση με την ανεμπόδιστη ροή του όμοιού του πίσω. Βοήθεια στο όλο η μεγάλη επάνω διάτρητη επιφάνεια με το πυκνό φίλτρο. Αυτό όμως μπορεί να αλλάξει προς κάθε κατεύθυνση ανάλογα με τις τελικές μεταβολές και προσθήκες του κατόχου του. Μέτρηση Θορύβου Τι να περιγράψω, η εικόνα μιλάει. Στο idle πρέπει να στήσεις αυτί για να ακούσεις κάτι και στο Load ο ανεμιστήρας της CPU διακριτικά σε ενημερώνει ότι κάτι παίζει. Εγκατάσταση Υδρόψυξης Επέλεξα τη συγκεκριμένη διάταξη ως ενδεικτικότερη των δυνατοτήτων του κουτιού. Έτσι μπορεί ο καθένας να υπολογίσει πώς θα τον εξυπηρετούσε καλύτερα να τοποθετήσει τον εξοπλισμό της επιλογής του, αλλά και να πάρει μια γεύση από το πώς περίπου θα είναι το τελικό αποτέλεσμα. Το πακέτο αποτελείται από δύο ψυγεία 120 x 240, πάχους τριών εκατοστών, ένα για το εμπρός και ένα για το επάνω μέρος του κουτιού, με τους ανεμιστήρες τους, σχεδόν, και δύο επιπλέον ανεμιστήρες, αυτούς που συμπεριλαμβάνει ο κατασκευαστής. Στην Τρίτη κατά σειρά φωτογραφία θα δείτε και μια, επιτυχή μεν προσπάθεια τοποθέτησης ψυγείου 120 x 360, απορριπτέα όμως διότι δεν χωράει ανεμιστήρα στο κάτω μέρος, πράγμα το οποίο με έκανε να προτιμήσω μικρότερο ψυγείο και να τοποθετήσω στο υπόλοιπο ανεμιστήρα για τους δίσκους 3,5”, από τις μετρήσεις θερμοκρασιών παρακάτω θα δείτε και τη διαφορά. Αναλυτικότερα: Παραμένει ο πίσω ανεμιστήρας 120 x 120 πίσω για έξοδο του αέρα, θα μπορούσε κανείς να προσθέσει και εκεί ένα ψυγείο ανάμεσα σε αυτόν και το κουτί, χώρος υπάρχει, αλλά το θεωρώ υπερβολή και προτιμώ να διώχνω κάπως τον ζεστό αέρα από μέσα. Επάνω έβαλα ένα ψυγείο 120 x 240, με ένα μόνο ανεμιστήρα όμως στη δική μας περίπτωση εξαιτίας της θέσης των μνημών. Αυτό εξαρτάται από την διάταξη της μητρικής και το ύψος των μνημών οπότε με κάτι διαφορετικό θα χωρούσε και δεύτερο. Στη δεύτερη φωτογραφία θα καταλάβετε και το γιατί. Ενδεχομένως εκεί ένα μικρότερο ψυγείο και στο υπόλοιπο μόνο ανεμιστήρας να ήταν προτιμότερο για τον αερισμό. Μπροστά τέλος χωράει άνετα ένα ψυγείο 120 x 240 με τους δύο ανεμιστήρες του και ένας ακόμα, ο συμπεριλαμβανόμενος στο πακέτο, μετακινημένος από την αρχική του θέση για να μας αερίσει τους δίσκους 3,5”. Ακριβώς μπροστά από το ψυγείο μου ταίριαξε ωραιότατα και το δοχείο υγρού με τον κυκλοφορητή του. Χρησιμοποίησα και τις τρύπες στήριξης των αμφιλεγόμενων θέσεων για τους δύο έξτρα δίσκους των 2,5”, ούτε παραγγελία για τις βάσεις του. Νομίζω ότι το αποτέλεσμα με δικαιώνει. Απολογισμός Για μία ακόμα φορά η Corsair με το Corsair Carbide 275R μας εντυπωσιάζει με την προσεγμένη ποιότητα και την προσοχή στις λεπτομέρειες που συνηθίζονται σε πολύ ακριβότερες κατασκευές. Παρότι πρόκειται για ένα λιτό εμφανισιακά, κουτί της μικρομεσαίας οικονομικά κατηγορίας, ειδικά συμπεριλαμβανομένου και του Tempered Glass, ξεχωρίζει με την πρώτη ματιά τραβώντας σε να το εξετάσεις ενδελεχέστερα, ειδικά στη λευκή εκδοχή του. Το φιμέ τζάμι σε προκαλεί να δεις το περιεχόμενο και η καλή εσωτερική δομή σου επιτρέπει να στήσεις το τελευταίο εντυπωσιακά. Όπως έχω προαναφέρει, η έλλειψη θέσεων συσκευών 5,25” δεν με προβληματίζει, αντιθέτως προσθέτει εσωτερική άνεση μειώνοντας την απαίτηση για αύξηση των εξωτερικών διαστάσεων. Οι επιλογές τοποθέτησης δίσκων δεν είναι καθόλου κακές με μόνο αρνητικό τον εξαερισμό τους και ιδιαίτερα αυτών των 2,5” . Το Tempered Glass τώρα, παχύ, σκληρό, βαρύ και σχετικά δύσκολο στην προσθαφαίρεση. Χαλάλι όμως γιατί προσθέτει στην αισθητική. Συνοπτικά, είναι ένα κουτί που σίγουρα θα πρότεινα, αν οι τεχνικές λεπτομέρειες καλύπτουν τον κάτοχό του. Πολύ καλή ποιότητα βαφής και κατασκευής. Εντυπωσιακό το λευκό κουτί συνολικά σαν εικόνα. Tempered Glass. Χαμηλά επίπεδα θορύβου. Πολύ καλό Cable management με grommets στις διελεύσεις. Δυνατότητα εγκατάστασης σχεδόν οποιασδήποτε κάρτας γραφικών και ψύκτρας επεξεργαστή. Μεγάλο CPU cut out. Αρκετές θέσεις για ανεμιστήρες ή/και ψυγεία. Αντικραδασμική βάση για το τροφοδοτικό. Αρκετά καλά φίλτρα παντού, εύκολα προσθαφαιρούμενα. Modular σχεδίαση για τους σκληρών δίσκων 3,5” και 2,5”. Όχι καλές επιδόσεις στην εργοστασιακή διάταξη του κουτιού, ειδικά για τους δίσκους. Κακός αερισμός στους δίσκους 3,5” και παντελής έλλειψη στους 2,5”. Έλλειψη αντικραδασμικού στους δίσκους 3,5” και 2,5”. Δύσκολη προσθαφαίρεση του tempered Glass Με βάση όλα τα παραπάνω, η βαθμολογία του Corsair Carbide 275R είναι:  theLAB.gr Ευχαριστούμε θερμά την Corsair για την παραχώρηση του δείγματος της δοκιμής. alfasif, 09/07/2018
  19. Εισαγωγή Πριν 3 χρόνια είχαμε παρουσιάσει μια εξαιρετική συσκευή της Icy Dock, το Icy Dock DuoSwap MB971SP-B, το οποίο επέτρεπε την εύκολη σύνδεση και εναλλαγή 2 drives, ενός 3.5" και ενός 2.5", ενώ έμοιαζε με ραδιοκασετόφωνο αυτοκινήτου της δεκαετίας του 70. Σήμερα σας παρουσιάζουμε τη νέα συσκευή της Icy Dock, το Icy Dock flexiDOCK MB795SP-B, το οποίο επιτελεί το ίδιο έργο, ενώ παράλληλα η εμφάνισή του έχει εκμοντερνιστεί, ακολουθώντας μινιμαλιστικά πρότυπα. Η απλοποίηση δεν εξαντλείται στην εμφάνιση, αλλά επεκτείνεται στο μηχανισμό εισαγωγής - εξαγωγής, που έχει απλοποιηθεί σε βαθμό σχεδόν εξαφάνισης. Αυτό, εκτός του ότι μειώνει σαφώς το κόστος παραγωγής, σημαίνει και αντίστοιχη ελάττωση των εξαρτημάτων που μπορεί να προκαλέσουν βλάβη στο μηχανισμό, συνεπώς μιλάμε για μια πιο αξιόπιστη συσκευή. Πάμε λοιπόν να δούμε τι κατάφεραν οι, κατά τεκμήριο πανέξυπνοι, μηχανικοί της Icy Dock και πώς το Icy Dock flexiDOCK MB795SP-B προσφέρει ευκολίες και μπορεί να να αυξήσει την παραγωγικότητα τεχνικών, μηχανικών αλλά και όλων των άλλων χρηστών που χρησιμοποιούν πολλά drives. Φωτογράφιση Το Icy Dock flexiDOCK MB795SP-B έρχεται σε ένα απλό χαρτονένιο κουτί που φέρει πληροφορίες για τις ιδιότητες και τα χαρακτηριστικά της συσκευής. Εντός της συσκευασίας, βρίσκουμε τη συσκευή και τα παρελκόμενά της, τυλιγμένα σε αεροπλάστ. Τα παρελκόμενα αποτελούνται από το εγχειρίδιο χρήσης και βίδες για τη στήριξη της συσκευής στο κουτί. Η ίδια η συσκευή είναι κατασκευασμένη από ποιοτικό πλαστικό και λαμαρίνα, με πολύ καλή συναρμογή. Στο εμπρός μέρος δεσπόζουν οι μεγάλες οπές για την εισαγωγή των drives και 2 απλοί διακόπτες και LEDs - η επιτομή της λειτουργικότητας. Πίσω, βλέπουμε 2 υποδοχές SATA, μία για κάθε drive, και μία υποδοχή Power Data, που τροφοδοτεί με ρεύμα τη συσκευή και τα 2 drives. Η μία υποδοχή SATA και η Power SATA είναι τοποθετημένες έτσι ώστε να μπορούν να χρησιμοποιηθούν τόσο ξεχωριστά βύσματα, όσο και ενιαίο. Σημασία στη λεπτομέρεια! Μπορούν να χρησιμοποιηθούν τόσο απλά βύσματα, όσο και βύσματα με μηχανισμό ασφάλισης της σύνδεσης. Στα πλαϊνά βλέπουμε 4 υποδοχές για βίδες σε κάθε πλευρά, για τη στήριξη του Icy Dock flexiDOCK MB795SP-B στο κουτί, με τη χρήση των βιδών που παρέχονται. Επίσης, σε κάθε πλαϊνό διακρίνουμε 3 βίδες που συγκρατούν το πάνω με το κάτω μέρος της συσκευής. Η αφαίρεση των τριών αυτών βιδών από κάθε πλευρά (συνολικά 6) καθώς και της μίας που βρίσκεται στο κέντρο του πίσω μέρους της επάνω πλευράς, επιτρέπει το διαχωρισμό του καλύμματος από λαμαρίνα από το πλαστικό κυρίως μέρος της συσκευής. Στο κάτω μέρος, διακρίνουμε 2 καπάκια που το καθένα συγκρατείται από 1 βίδα. Αυτά δίνουν πρόσβαση στα μικρά pcb που ενσωματώνουν τους διακόπτες και τα LEDs. Με την αφαίρεση των 7 βιδών που αναφέραμε παραπάνω, η συσκευή ανοίγει. Τα ηλεκτρονικά της συσκευή περιέχονται σε μια μικρή, μαύρη πλακέτα που ενώνεται με καλώδια με τις πλακέτες που φέρουν τους διακόπτες και τα LEDs στο εμπρός μέρος του Icy Dock flexiDOCK MB795SP-B. Το κάλυμμα της μεγάλης οπής για το drive 3.5" στο εμπρός μέρος, είναι απλό και η λειτουργία του βασίζεται στη βαρύτητα. Σίγουρος και απλός μηχανισμός, αλλά αν η συσκευή τοποθετηθεί κάθετα, δε θα λειτουργεί. Επίσης η οπή για το drive των 2.5" δεν καλύπτεται. Εδώ θα έλεγα ότι πλεονεκτεί ο πολυπλοκότερος μηχανισμός που είχε χρησιμοποιηθεί στο Icy Dock DuoSwap MB971SP-B. Το PCB του Icy Dock flexiDOCK MB795SP-B είναι απλό και ποιοτικό. Οι κολλήσεις είναι άριστης ποιότητας. Τα ηλεκτρονικά είναι λίγα και εξασφαλίζουν απλά τη λειτουργία των LEDs και την εξάλειψη των bouncebacks μεταξύ των βυσμάτων SATA, που μπορούν να προκαλέσουν τα υψίσυχνα σήματα λειτουργίας του πρωτοκόλλου. Η τοποθέτηση του drive των 2.5" είναι απλή. Απλά το εισάγουμε και πιέζουμε απαλά για να κουμπώσει το drive στο βύσμα. Ειδικά πλαστικά ελάσματα στα πλαϊνά οδηγούν το drive με ακρίβεια για να κουμπώσει στο βύσμα. Το drive περισσεύει αρκετά ώστε να μπορούμε να το πιάσουμε για να το βγάλουμε από τη συσκευή. Το drive των 3.5" εισάγεται με παρόμοιο τρόπο αλλά δεν περισσεύει. Υπάρχουν όμως ειδικά μελετημένες εσοχές στα πλαϊνά του drive για να μπορούμε να το πιάσουμε και να το τραβήξουμε έξω. Πολύ απλός και συνάμα άκρως αξιόπιστος μηχανισμός. Χαρακτηριστικά Ο παρακάτω πίνακας περιλαμβάνει τα βασικά χαρακτηριστικά του Icy Dock flexiDOCK MB795SP-B. Λειτουργία Η λειτουργία του Icy Dock flexiDOCK MB795SP-B είναι εξαιρετικά απλή και αξιόπιστη. Απλά εισάγουμε ένα drive 2.5" στο κάτω μέρος της συσκευής ή ένα drive 3.5" στο πάνω μέρος της συσκευής, ή και τα 2... ...και πιέζουμε προς τα μέσα μέχρι να κουμπώσουν στα αντίστοιχα βύσματα. Τόσο απλά, χωρίς βίδες, θήκες, εργαλεία κλπ. Τα drives θα βρούνε πάντα το σωστό σημείο για να κουμπώσουν ακριβώς στο βύσμα, καθώς ειδικά πλαστικά ελάσματα (που δεν γρατζουνάνε τα drives) τα οδηγούν με ακρίβεια. Η έξυπνη κατασκευή επιτρέπει τη χρήση drives κάθε ύψους, τόσο στην υποδοχή των 2.5" όσο και σε αυτή των 3.5". Μοναδικός περιορισμός είναι ότι κατά τη χρήση drive 2.5" ύψους άνω των 12.5mm, δηλαδή ουσιαστικά drive 15mm, δεν μπορεί να εισαχθεί drive 3.5". Η επάνω υποδοχή, των 3.5", διαθέτει πλαστικό κάλυμμα για να μην εισέρχεται σκόνη στη συσκευή όταν δεν υπάρχει drive σε αυτήν. Η κάτω υποδοχή όμως, των 2.5" δε διαθέτει κάλυμμα. Η αφαίρεση των drives γίνεται με απλή λαβή και τράβηγμα του κάθε drive. Η υποδοχή των 3.5" αφήνει κενά εκατέρωθεν του drive, ώστε να είναι εύκολη η λαβή. Το drive των 2.5" προεξέχει της συσκευής, οπότε η λαβή είναι επίσης πολύ εύκολη. Η συσκευή διαθέτει διακόπτες ενεργοποίησης / απενεργοποίησης του κάθε drive ξεχωριστά, οπότε μπορείτε να έχετε drives εντός της συσκευής, χωρίς να χρειάζεται να λειτουργούν συνέχεια. Διαθέτει επίσης και ενδεικτικά LEDs λειτουργίας, μπλε χρώματος. Η ψύξη είναι παθητική, οπότε όχι ιδιαίτερα αποδοτική, αλλά σίγουρα αθόρυβη. Το ανοιχτό εμπρός μέρος, οι πολλές γρίλιες στο πίσω αλλά και το κόψιμο στο επάνω μέρος του Icy Dock flexiDOCK MB795SP-B, εξασφαλίζουν τη μέγιστη δυνατή παθητική ψύξη. Επίλογος Στο δια ταύτα λοιπόν. Το Icy Dock flexiDOCK MB795SP-B είναι μια απλή, λειτουργική συσκευή, υψηλής ποιότητας και αξιοπιστίας, που επιτρέπει την άμεση και εύκολη εναλλαγή 2 drives στο σύστημά σας, χωρίς τη χρήση εργαλείων: Ενός των 3.5" και ενός των 2.5". Η έξυπνη σχεδίαση και ο απλούστατος μηχανισμός έχουν καταφέρει να κρατήσουν το κόστος χαμηλά και την αξιοπιστία ψηλά! Οι διακόπτες και τα LEDs λειτουργίας, ξεχωριστά για το κάθε drive, προσθέτουν λειτουργικότητα και ολοκληρώνουν ένα πολύ βολικό εργαλείο, για όποιον χρειάζεται να τοποθετεί διάφορα drives στο σύστημά του. Κατά το χρόνο συγγραφής του παρόντος review, δεν μπορέσαμε να βρούμε το Icy Dock flexiDOCK MB795SP-B σε κάποιο Ελληνικό κατάστημα, καθώς πρόκειται για καινούριο προϊόν. Στο Γερμανικό Amazon, κοστίζει 34,10 EUR, κάτι που θεωρώ πολύ καλό value for money, δεδομένης της ποιότητας, της λειτουργικότητας και της αξιοπιστίας της συσκευής. Ας συνοψίσουμε τα πλεονεκτήματα και τα μειονεκτήματα του Icy Dock flexiDOCK MB795SP-B: Πλεονεκτήματα+ Υψηλή ποιότητα υλικών και κατασκευής+ Ταυτόχρονη υποστήριξη ενός drive 2.5" και ενός 3.5"+ Ανεξάρτητα πλήκτρα on/off για κάθε drive+ Εισαγωγή - εξαγωγή drive χωρίς εργαλεία / βίδες / trays κλπ + Ενδεικτικά LEDs λειτουργίας και μεταφοράς δεδομένων για κάθε drive + Πορτάκι για περιορισμό της σκόνης + Λειτουργικότητα και αξιοπιστία Μειονεκτήματα- Θα ήταν προτιμότερο τα ενδεικτικά LEDs να μην έσβηναν στη συνεχή λειτουργία του drive Με βάση τα παραπάνω, η συνολική βαθμολογία του είναι:  theLAB.gr Ευχαριστούμε θερμά την Icy Dock για την παραχώρηση του δείγματος της δοκιμής Πολύμερος Αχανιώτης 25/2/2019
  20. Εισαγωγή Παραδοσιακά, τα φατνία 5,25" φιλοξενούσαν κάποιον τύπο Disk Drive, συνήθως DVD. Με την εξέλιξη της τεχνολογίας όμως, και τη σμίκρυνση των πάντων, ο χώρος φαντάζει πολύ μεγάλος για να χαραμίζεται σε αυτή μόνο τη λειτουργία. Και γιατί άλλωστε να έχουμε ένα DVD drive στο χώρο που μπορούμε να έχουμε ένα DVD drive και δύο SSD ή HDD; Η Icy Dock κάνει το παραπάνω εφικτό με τον καλύτερο δυνατό τρόπο μέσω του Icy Dock ExpressCage MB732SPO-B. Το Icy Dock ExpressCage MB732SPO-B είναι μια πολλαπλή υποδοχή που καταλαμβάνει το χώρο ενός φατνίου 5,25" και μπορεί να φιλοξενήσει ένα slim ή ultra slim Disk Drive (για laptop) καθώς και 2 SSD ή HDD 2,5". Οι 2 SSD / HDD είναι μάλιστα εύκολα και εν θερμώ εναλλάξιμοι (Hot Swap) χωρίς τη χρήση εργαλείων! Ακούγεται ενδιαφέρον; Ακολουθήστε μας σε αυτό το review για να δούμε τις έξυπνες λεπτομέρειες που σκαρφίστηκαν οι μηχανικοί της Icy Dock. Φωτογράφιση Όπως τα περισσότερα προϊόντα της Icy Dock, το Icy Dock ExpressCage MB732SPO-B έρχεται σε ένα απλό, καφέ, χαρτονένιο κουτί, πάνω στο οποίο αναγράφονται τα βασικά χαρακτηριστικά της συσκευής. Εντός, βρίσκουμε τη συσκευή και τα παρελκόμενα, προστατευμένα από αεροπλάστ. Στα παρελκόμενα δεσπόζει ένα κάλυμμα της θέσης του slim / ultra slim optical drive, για την περίπτωση που θα επιλέξει ο χρήστης να μην τοποθετήσει κάτι τέτοιο και να χρησιμοποιήσει τη συσκευή μόνο ως υποδοχή για 2 SSD / HDD. Υπάρχει επίσης ένα ειδικό καλώδιο που επιτρέπει την τροφοδοσία του slim / ultra slim optical drive από τα βύσματα τροφοδοσίας SATA ενός ATX τροφοδοτικού. Τέλος, υπάρχουν 3 τύποι από βίδες: για τη συγκράτηση του slim / ultra slim optical drive, για τη συγκράτηση των SSD / HDD και για την τοποθέτηση του Icy Dock ExpressCage MB732SPO-B στη θήκη του υπολογιστή. Το Icy Dock ExpressCage MB732SPO-B αποτελείται από μέταλλο και καλής ποιότητας πλαστικό. Ο σχεδιασμός του ακολουθεί τα μινιμαλιστικά πρότυπα της εταιρίας, παραμένοντας πάντα λειτουργικός. Τα πλαστικά trays φέρουν πλήκτρο στη δεξιά τους πλευρά, που απελευθερώνει το υπόλοιπο εμπρός μέρος του κάθε tray, το οποίο ανοίγει ως βραχίονας, ενώ παράλληλα το ξεκλειδώνει από την υποδοχή του. Έτσι, ο βραχίονας αποτελεί ιδανική λαβή για την εξαγωγή του tray. Στο κάτω μέρος του κάθε tray, υπάρχει LED λειτουργίας του SSD / HDD που περιέχει. Κάτω από κάθε tray, υπάρχει διακόπτης on / off. Τα πλαϊνά του Icy Dock ExpressCage MB732SPO-B έχουν υποδοχές για τις βίδες στήριξης της συσκευής στη θήκη του υπολογιστή. Στο επάνω μέρος διακρίνεται η υποδοχή για το optical drive. Στο πίσω μέρος, βλέπουμε 2 υποδοχές SATA, μία για κάθε SSD / HDD, ενώ μία υποδοχή Power SATA, τροφοδοτεί και τα 2 drives. Δεν υπάρχει τίποτα που να σχετίζεται στο optical drive, καθώς το πίσω μέρος του θα είναι εκτεθειμένο και οι συνδέσεις θα γίνουν απ' ευθείας πάνω στο ίδιο. Τα SDD / HDD trays είναι κατασκευασμένα από ποιοτικό πλαστικό, όπως είπαμε, με πολύ έξυπνο σχεδιασμό. Το ίδιο πλήκτρο απελευθερώνει το βραχίονα από τον οποίον μπορούμε να πιάσουμε το tray για να το βγάλουμε από τη συσκευή, ενώ παράλληλα ξεκλειδώνει το tray από τη συσκευή. Στο εμπρός μέρος του κάθε tray υπάρχουν 2 πλαστικές βίδες που μπαίνουν στις υποδοχές για βίδες στο κάτω μέρος του SSD / HDD. Καθώς είναι μικρότερης διαμέτρου, μπαίνουν απλά, χωρίς βίδωμα, αλλά όταν το tray τοποθετηθεί στην υποδοχή του και το drive στριμωχθεί ανάμεσα σε αυτές και τα βύσματα στο πίσω μέρος, οι βόλτες εφαρμόζουν και κρατάνε το drive σταθερά στη θέση του. Απλό και έξυπνο. Αν όμως κάποιος θέλει, επειδή για παράδειγμα μετακινεί πολύ τον υπολογιστή του και θέλει επιπλέον ασφάλεια (βλέπε είναι παρανοϊκός), μπορεί να βιδώσει το drive πάνω στο tray, χρησιμοποιώντας τις πίσω υποδοχές για βίδες στο κάτω μέρος του drive, μέσω των αντίστοιχων οπών στο tray. Ένα ακόμη ενδιαφέρον χαρακτηριστικό του tray, είναι το οπτικό κανάλι που διατρέχει τη μία πλευρά του από κάτω. Αυτό μεταφέρει το φως από το LED που βρίσκεται στην πραγματικότητα πάνω στην πλακέτα στο πίσω μέρος του Icy Dock ExpressCage MB732SPO-B και το κάνει να φαίνεται σαν το LED να είναι στο εμπρός μέρος του κάθε tray. Μαγικό! (not really, αλλά καλό.) Ας δούμε λοιπόν πώς φαίνεται ένας SSD τοποθετημένος πάνω στο tray. Με τα trays στο πλάι, βλέπουμε τώρα το κυρίως σώμα του Icy Dock ExpressCage MB732SPO-B. Είναι εμφανές ότι είναι ιδιαιτέρως διάτρητο, με σκοπό την επίτευξη της παθητικής ψύξης των HDDs που ενδεχομένως επιλεγεί να τοποθετηθούν εντός. Αποτελείται από 2 μέρη, εκ των οποίων το πάνω μέρος είναι κατασκευασμένο από μέταλλο και φέρει μια βίδα στο κέντρο της πίσω πλευράς και το κάτω μέρος είναι κατασκευασμένο από πλαστικό και φέρει από μία βίδα σε κάθε γωνία. Αφαιρούμε τις 5 αυτές βίδες και με λίγο δημιουργικό κούνημα για να ξεκουμπώσει ένα κλιπ στο κέντρο... ...χωρίζουμε το σώμα του Icy Dock ExpressCage MB732SPO-B στα δύο. Είναι εμφανές ότι το μεταλλικό επάνω μέρος είναι κυρίως δομικό και σε αυτό οφείλεται η στιβαρότητα της κατασκευής, ενώ το κάτω, πλαστικό μέρος είναι αυτό που φέρει τα λειτουργικά μέρη. Ας επικεντρωθούμε λοιπόν σε αυτό. Βλέπουμε ότι στο πίσω μέρος υπάρχει η πλακέτα με τα ηλεκτρονικά και τα βύσματα ενώ εμπρός υπάρχουν οι 2 διακόπτες on / off που αναφέραμε παραπάνω, οι οποίοι συνδέονται με καλώδιο με την πλακέτα.Τα καλώδια στην πλευρά της πλακέτας συνδέονται με βύσματα, κάτι που δείχνει ότι οι μηχανικοί της Icy Dock σχεδίασαν μια συσκευή εύκολα επισκευάσιμη. Η πλακέτα συγκρατείται στη θέση της με 2 βίδες στο επάνω μέρος της και 2 clips στο κάτω. Ο κάθε διακόπτης βρίσκεται σε μια έξυπνα σχεδιασμένη πλαστική φωλιά. Ξεβιδώνουμε λοιπόν τις 2 βίδες που συγκρατούν την πλακέτα και με λίγη πειθώ, τα clips δέχονται να την απελευθερώσουν. Η πλακέτα φαίνεται ποιοτική, με καλές κολλήσεις. Τα λίγα ηλεκτρονικά δείχνουν ότι δε λαμβάνει χώρα κάποια ουσιώδης μετατροπή, καθώς πάμε από SATA σε SATA και ο μόνος ρόλος τους είναι αφ' ενός λειτουργία των διακοπτών on / off και των LEDs και αφ' ετέρου ο περιορισμός των αντανακλάσεων των υψίσυχνων σημάτων του SATA μεταξύ των βυσμάτων. Αφού λοιπόν είδαμε και αναλύσαμε τον εσωτερικό του κόσμο, ας συναρμολογήσουμε και πάλι το Icy Dock ExpressCage MB732SPO-B και ας το δούμε με δόξα και τιμή, να φέρει 2 SSD. Και για να μη μείνει παραπονεμένο, ορίστε και με ένα slim optical disk drive. Στην αριστερή πλευρά, το drive συγκρατείται μόνο με μια διπλωμένη λαμαρίνα που το αγκαλιάζει από το πλάι και επάνω. Από την άλλη πλευρά της λαμαρίνας αυτής, μπορεί να αποθηκευτεί το πλαστικό κάλυμμά της υποδοχής του optical drive που πλέον δε χρειάζεται. Αν τώρα χρησιμοποιήσουμε ultra slim optical drive, το ίδιο πλαστικό κάλυμμα τοποθετείται όπως βλέπετε παρακάτω, για να καλύψει από εμπρός το κενό που αφήνει το χαμηλότερου ύψους drive. Εξαιρετική λειτουργικότητα για μία ακόμη φορά, από τους μηχανικούς της Icy Dock. Το άλλο πλαϊνό είναι λιγότερο έξυπνο, αλλά εξ ίσου απαραίτητο, καθώς φέρει τις τρύπες από τις οποίες θα περάσουν 2 βίδες για να σταθεροποιηθεί το optical drive. Μία τρίτη και τελευταία βίδα, αριστερά, στο πίσω μέρος, ολοκληρώνει τη σταθεροποίηση. Βλέπουμε επίσης εδώ γιατί περιλαμβάνεται ένα καλώδιο μετατροπής Power SATA στα παρελκόμενα, καθώς η τροφοδοσία των slim και ultra slim optical drives είναι ιδιαίτερη. Η υποδοχή SATA όμως είναι κανονική και εύκολα προσβάσιμη, όπως βλέπετε. Ορίστε μια ωραία αναπαράσταση του πώς τοποθετείται το slim και το ultra slim optical drive με τις 3 βίδες και την αντίστοιχη τοποθέτηση του πλαστικού καλύμματος. Χαρακτηριστικά Ο παρακάτω πίνακας περιλαμβάνει τα βασικά χαρακτηριστικά του Icy Dock ExpressCage MB732SPO-B. Λειτουργία Λειτουργικά, το Icy Dock ExpressCage MB732SPO-B είναι εξαιρετικά απλό. Τοποθετείται σε ένα φατνίο 5,25"και εκμεταλλεύεται πλήρως το χώρο... ...φιλοξενώντας ένα slim ή ultra slim optical drive και 2 SSD ή HDD 2,5". Οι οπές εξαερισμού και το μεταλλικό μέρος του σασί συνεπικουρούν στην επαρκή παθητική ψύξη των drives. Οι ενσωματωμένες βίδες στα trays επιτρέπουν την τοποθέτηση SSD / HDD χωρίς εργαλεία, ενώ οι οπές στο πίσω μέρος του κάθε tray δίνουν τη δυνατότητα βιδώματος των drives, αν αυτό θεωρηθεί αναγκαίο. Σε περίπτωση που δε χρησιμοποιηθεί optical drive, υπάρχει πλαστικό κάλυμμα για το εμπρός μέρος της υποδοχής του, ενώ αν χρησιμοποιηθεί, το κάλυμμα αυτό αποθηκεύεται σε ειδική θέση του Icy Dock ExpressCage MB732SPO-B. Φυσικά, υπάρχουν ενδεικτικά LEDs για τη λειτουργία των SSD / HDD... ... καθώς και ξεχωριστοί διακόπτες on / off. Οι υποδοχές SATA και Power SATA του Icy Dock ExpressCage MB732SPO-B δέχονται τόσο απλά όσο και με λειτουργία κλειδώματος καλώδια. Τέλος, η συσκευή διαθέτει μηχανισμούς κατά των δονήσεων, για να αποφευχθούν πιθανοί συντονισμοί και θόρυβοι, αν χρησιμοποιηθούν μηχανικοί δίσκοι (HDD). Επίλογος Το Icy Dock ExpressCage MB732SPO-B είναι μία συσκευή με ποιοτική και έξυπνη κατασκευή που καταλαμβάνει ένα φατνίο 5,25" και μπορεί να φιλοξενήσει ένα slim ή ultra slim optical drive καθώς και δύο SSD ή HDD των 2,5". Η εγκατάσταση και τοποθέτησή του καθώς και των drives που μπορεί να φιλοξενήσει είναι πανεύκολη και ειδικά τα drives των 2.5" είναι εν θερμώ εναλλάξιμα (hot swap). Η πληθώρα των έξυπνων και χρήσιμων λεπτομερειών στην κατασκευή και τη λειτουργία που αναλύσαμε παραπάνω δείχνει ότι για μία ακόμη φορά, οι μηχανικοί της Icy Dock δε σχεδίασαν απλώς μια συσκευή, αλλά πραγματικά μελέτησαν πολλαπλά σενάρια χρήσης και αφιέρωσαν κόπο και χρόνο για να σχεδιάσουν κάτι πραγματικά καλό, το οποίο και υλοποίησαν με αντίστοιχα προσεγμένα υλικά. Ως εκ τούτου, είναι αναμενόμενο ότι δε θα πρόκειται για κάποια ιδιαίτερα οικονομική λύση. Το Icy Dock ExpressCage MB732SPO-B δεν μπορέσαμε να το εντοπίσουμε σε κάποιο Ελληνικό κατάστημα κατά τη διάρκεια συγγραφής του παρόντος review, καθώς πρόκειται για νέο προϊόν, αλλά η τιμή του στο Γερμανικό Amazon ξεκινούσε από τα 55,33 euro, εκ των οποίων αξίζει κάθε λεπτό. Ας συνοψίσουμε τα πλεονεκτήματα και τα μειονεκτήματα του Icy Dock ExpressCage MB732SPO-B: Πλεονεκτήματα+ Υψηλή ποιότητα υλικών και κατασκευής+ Δυνατότητα τοποθέτησης ενός optical drive και 2 SSD / HDD σε ένα φατνίο 5.25"+ Ανεξάρτητα πλήκτρα on/off για κάθε SSD / HDD+ Εισαγωγή - εξαγωγή SSD / HDD χωρίς εργαλεία / βίδες + Ενδεικτικά LEDs λειτουργίας και μεταφοράς δεδομένων για κάθε SSD / HDD + Συμβατότητα με slim και ultra slim optical drives + Λειτουργικότητα και αξιοπιστία Μειονεκτήματα- Θα ήταν προτιμότερο τα ενδεικτικά LEDs να μην έσβηναν στη συνεχή λειτουργία του drive Με βάση τα παραπάνω, η συνολική βαθμολογία του Icy Dock ExpressCage MB732SPO-B είναι:  theLAB.gr Ευχαριστούμε θερμά την Icy Dock για την παραχώρηση του δείγματος της δοκιμής Πολύμερος Αχανιώτης 28/2/2019
  21. Εισαγωγή Πριν από περίπου τρεισήμισι μήνες, είδαμε το Elgato Stream Deck Mini, που εντυπωσίασε με τις πολλές δυνατότητες αλλά και την ευκολία στη χρήση του. Όπως είχαμε πει και τότε, το προϊόν εκείνο ήταν η δεύτερη, πιο μικρή σε διαστάσεις εκδοχή του Elgato Stream Deck, το οποίο είχε κυκλοφορήσει ένα χρόνο νωρίτερα. Λόγω του ενδιαφέροντος που είδαμε, θεωρήσαμε καλό να σας παρουσιάσουμε αναλυτικά και το Elgato Stream Deck. Η διαφορά του Elgato Stream Deck από τη mini εκδοχή του είναι βασικά ο αριθμός των πλήκτρων - οθονών. Α, ναι, δε σας είπα, αυτό ακριβώς είναι το Elgato Stream Deck, ένα σύνολο από προγραμματιζόμενα πλήκτρα, 15 για το Elgato Stream Deck, 6 για το mini, όπου το κάθε ένα από αυτά είναι και μια μικρή οθόνη. Σε συνδυασμό με το άριστο λογισμικό που το συνοδεύει, αποτελεί ένα εξαιρετικό εργαλείο για προγραμματιζόμενες λειτουργίες και μακροεντολές, πολύ βολικές στο streaming και όχι μόνο. Φωτογράφιση Το Elgato Stream Deck έρχεται σε ένα χαρτονένιο, ιλουστρασιόν κουτί όπου κυριαρχούν οι κλασσικές μπλε αποχρώσεις της Elgato και, φυσικά, προβάλλονται τα βασικά χαρίσματα του προϊόντος. Εντός, βρίσκουμε το Elgato Stream Deck μαζί με τη βάση του, το Quick Start Guide και τις οδηγίες ασφαλούς χρήσης, όλα προστατευμένα από πυκνό και ποιοτικό αφρολέξ. Το Elgato Stream Deck είναι κατασκευασμένο από ποιοτικό πλαστικό, με διάφανα φυσικά τα πλήκτρα - οθόνες. Το καλώδιο σύνδεσης είναι 1,5m και δεν είναι sleeved, κάτι που θα το θέλαμε και θα το περιμέναμε σε αυτή την τιμή και για το είδος του περιφερειακού. Στο κάτω μέρος, 4 ελαστικά ποδαράκια εξασφαλίζουν τη σταθερότητα της συσκευής, αν αποφασίσετε να τη χρησιμοποιήσετε χωρίς τη ρυθμιζόμενη βάση. Η ρυθμιζόμενη βάση είναι κατασκευασμένη από το ίδιο πλαστικό και έχει τα δικά της ελαστικά ποδαράκια που εξασφαλίζουν τη σταθερότητα. Ο συνδυασμός των δύο μικρών ή του ενός μεγάλου ποδιού με τις 4 θέσεις ασφάλισής τους, προσφέρουν 8 διαφορετικά επίπεδα κλίσης, ανάλογα με την τοποθέτηση του Elgato Stream Deck πάνω στο γραφείο και τις προτιμήσεις του χρήστη. Το Elgato Stream Deck στέκεται με ασφάλεια πάνω στη βάση του και το αποτέλεσμα είναι καλαίσθητο. Αν ήταν και το καλώδιο sleeved, δε θα υπήρχε κανένα παράπονο. Software - Stream Deck Το μεγάλο ατού του Elgato Stream Deck είναι το λογισμικό του, που ονομάζεται Stream Deck. Σε αυτό βλέπουμε εικονικά αντίγραφα από τις οθόνες του Elgato Stream Deck, οι οποίες συγχρονίζουν με αυτές της συσκευής σε πραγματικό χρόνο. Όπως φαίνεται στην παρακάτω λίστα, υπάρχουν έτοιμα Actions χωρισμένα σε δώδεκα κατηγορίες, στα δεξιά του λογισμικού. Οι 10 κατηγορίες αντιστοιχούν σε δημοφιλή προγράμματα που σχετίζονται με το Streaming ενώ υπάρχει ακόμα η κατηγορία που περιέχει εντολές που αφορούν το ίδιο το Stream Deck και η κατηγορία που αφορά το σύστημα (System), δηλαδή τα Windows ή το Mac OS. Τα Windows 10 x64 και το Mac OS 10.11 ή νεότερο είναι τα λειτουργικά συστήματα που υποστηρίζονται από το Stream Deck. Αν κάποιος ψάξει όμως, μπορεί να βρει ανεπίσημες βιβλιοθήκες υποστήριξης της συσκευής και για Linux, για παράδειγμα στο GitHub. Ας ανοίξουμε όλες τις κατηγορίες για να πάρουμε μια γεύση από τις εντολές που υποστηρίζονται. Ο τρόπος που προγραμματίζονται οι εντολές είναι πολύ απλός και ο καθένας μπορεί να το κάνει σε λίγα λεπτά. Η βάση του συστήματος είναι το drag & drop από τις λίστες στα δεξιά πάνω στο κάθε πλήκτρο - οθόνη και αυτόματα η σχετική δράση συσχετίζεται με αυτό. Καθώς μία από τις επιλογές της κατηγορίας Stream Deck είναι αυτή της δημιουργίας φακέλου, μέσα στον οποίο μπορούν να τοποθετηθούν άλλες εντολές, και υπάρχει και η δυνατότητα πολλαπλών υποφακέλων, οι εντολές που μπορούμε να προγραμματίσουμε συνολικά στο Elgato Stream Deck δεν έχουν περιορισμό. Συνεπώς, το ουσιαστικό πλεονέκτημα που έχει το Elgato Stream Deck απέναντι στη mini εκδοχή του είναι το πόσες εντολές βλέπουμε ταυτόχρονα σε κάθε περίπτωση, 15 αντί 6, χωρίς να χρειαστεί να μπούμε σε υποφακέλους. Υπάρχει φυσικά και η διαφορά στις διαστάσεις και την τιμή, με τη mini εκδοχή να υπερτερεί σε αυτά, καθώς είναι και τα δύο μικρότερα. Ας δούμε λοιπόν τις βασικές λειτουργίες του Elgato Stream Deck με ένα προφίλ βασισμένο στις εντολές συστήματος, για να το καταλάβουν όλοι, streamers και μη. Το πρώτο πλήκτρο που προγραμματίσαμε ονομάζεται Multimedia και είναι ένας φάκελος με 12 αντικείμενα, όπως βλέπετε στο κάτω αριστερά μέρος του Stream Deck. Η επιλογή του εικονιδίου μπορεί να γίνει από κάποιο αρχείο εικόνας στο δίσκο μας, όπως έχω κάνει εδώ, ή να δημιουργήσουμε ένα δικό μας νέο εικονίδιο χρησιμοποιώντας μια online εφαρμογή της Elgato ειδικά για το Stream Deck, που ονομάζεται Key Creator, ή να αφήσουμε το Default εικονίδιο. Το Key Creator είναι πολύ εύκολο στη χρήση και προσφέρει αρκετές δυνατότητες δημιουργίας ή / και συνδυασμού των έτοιμων εικονιδίων που περιέχει. Εδώ βλέπουμε τη βασική του οθόνη. Και εδώ, όλα τα εικονίδια που περιλαμβάνει. Μπαίνοντας τώρα μέσα στο φάκελο Muiltimedia, βλέπουμε ότι περιέχει και τις 7 εντολές Multimedia που περιλαμβάνονται με το γενικό τίτλο Multimedia κάτω από την κατηγορία System. Περιέχει επίσης συντομεύσεις για 3 φακέλους με περιεχόμενο Multimedia και για να τρέξουμε 2 διαφορετικούς, δημοφιλείς Media Players. Παρατηρήστε ότι εκτός από το εικονίδιο, σε κάθε πλήκτρο - οθόνη, μπορούμε να βάλουμε και ένα τίτλο, όπως είχαμε κάνει στο φάκελο Multimedia, ή και να μη βάλουμε, όπως έχουμε κάνει στα περιεχόμενά του, καθώς είναι αυτονόητα και θεωρώ ότι αυτή η επιλογή είναι πιο καλαίσθητη. Η εντολή για να ανοίξουμε ένα φάκελο είναι απλή. Επιλέγουμε την εντολή Open στην κατηγορία System και τρέχουμε τον Windows Explorer (c:\windows\explorer.exe) με παράμετρο το φάκελο που θέλουμε να ανοίξουμε (εδώ s:\images). Για να τρέξουμε κάποια εφαρμογή, τα πράγματα είναι ακόμα πιο απλά. Χρειάζεται μόνο να επιλέξουμε το εκτελέσιμο αρχείο της. Ο κάθε φάκελος μπορεί να περιέχει ένα συνδυασμό μέχρι 14 εντολών και υποφακέλων, καθώς το πρώτο πλήκτρο - οθόνη είναι πάντα η εντολή για να επιστρέψουμε στο ανώτερο επίπεδο φακέλων. Το δεύτερο πλήκτρο - οθόνη στην αρχική μας διάταξη, είναι επίσης φάκελος, με τίτλο Web και περιέχει συνδέσμους που οδηγούν σε ιστοσελίδες. Οι τίτλοι μπορούν να χρησιμοποιηθούν για παράδειγμα για να διαχωρίσουν ιστοσελίδες που είναι παρόμοιες αλλά με κάποια διαφορά, όπως για παράδειγμα το Amazon ή το Ebay σε διαφορετικές χώρες. Η εισαγωγή του URL είναι πολύ απλή και η σελίδα ανοίγει με τον προεπιλεγμένο φυλλομετρητή του συστήματος. Εκτός από φακέλους, μπορούμε να έχουμε φυσικά και εντολές εκτέλεσης προγραμμάτων που χρησιμοποιούμε συχνά. Μια λίγο πιο δύσκολη εντολή είναι το άνοιγμα ειδικών φακέλων του συστήματος, όπως του δικτύου, αλλά με λίγο γκουγκλάρισμα βρίσκονται εύκολα οι εντολές. Απλά αναζητήστε command line για ό,τι επιθυμείτε. Το άνοιγμα φακέλων στο δίσκο το είδαμε και πιο πριν, στα Muiltimedia. Πάνω από τα πλήκτρα - οθόνες, στο λογισμικό Stream Deck, βλέπουμε 2 drop down, το ένα ονομάζεται Stream Deck και το άλλο Default Profile. Τι σημαίνει αυτό; Για αρχή, το λογισμικό υποστηρίζει τη χρήση πολλαπλών συσκευών. Μπορείτε λοιπόν να έχετε το Stream Deck 1, to Stream Deck 2 και το Stream Deck Mini συνδεδεμένα ταυτόχρονα, και επιλέγοντας από το μενού να προγραμματίζετε το κάθε ένα χωριστά. Για την κάθε συσκευή υποστηρίζονται όμως και διάφορα προφίλ που μπορούμε να φτιάξουμε. Ένα είναι πάντα το Default, που τρέχει γενικά, και τα υπόλοιπα μπορούν να αφορούν συγκεκριμένα προγράμματα. Ας δούμε λοιπόν ένα ενδεικτικό προφίλ για το Photoshop. Εδώ έχουμε χρησιμοποιήσει παντού το ίδιο εικονίδιο, για να προγραμματίσουμε μερικές δημοφιλείς εντολές του Photoshop, και σε κάθε πλήκτρο - οθόνη, ο τίτλος επεξηγεί τη λειτουργία. Για όλες τις λειτουργίες χρησιμοποιήσαμε την εντολή Hotkey και εκμεταλλευτήκαμε τις συντομεύσεις πληκτρολογίου του Photoshop. Σε αντίθεση με πριν, τοποθετήσαμε τον τίτλο στη μέση του πλήκτρου - οθόνης. Όπως βλέπετε στην επόμενη εικόνα, υπάρχουν αρκετές δυνατότητες τοποθέτησης και μορφοποίησης των τίτλων. Η εντολή Hotkey έχει πολλές δυνατότητες, που τις βλέπουμε στο παρακάτω μενού. Θα παρατηρήσατε ίσως το πλήκτρο - οθόνη πάνω δεξιά που αναγράφει 3 λειτουργίες μαζί. Αυτό είναι δυνατό μέσω της επιλογής Multi Action που βρίσκεται στην κατηγορία εντολών Stream Deck. Με αυτή την επιλογή μπορούμε να προσθέσουμε όσες εντολές θέλουμε, που εκτελούνται με τη σειρά. Εδώ βάλαμε απλά 3 εντολές Hotkey, αλλά δεν υπάρχει κάποιος περιορισμός στους συνδυασμούς. Και αφού πήραμε μια καλή ιδέα του εξαιρετικά εύκολου και ευέλικτου προγραμματισμού του Elgato Stream Deck, ας πάμε και στο γρανάζι της αρχικής οθόνης για να δούμε και τις βασικές ρυθμίσεις του προγράμματος. Το γρανάζι λοιπόν ανοίγει το παράθυρο των προτιμήσεων του προγράμματος, το οποίο έχει 3 ταμπέλες. Η πρώτη, η γενική (General) μας δίνει τη δυνατότητα ελέγχου για αναβάθμιση του λογισμικού και τη δυνατότητα να ορίσουμε το όνομα, το χρόνο μετά από τον οποίο μπαίνει σε sleep mode και τη φωτεινότητα της κάθε συνδεδεμένης συσκευής. Μας δείχνει επίσης της έκδοση του Firmware και το σειριακό αριθμό της κάθε συσκευής. Η δεύτερη ταμπέλα, αυτή των λογαριασμών (Accounts), μας δίνει τη δυνατότητα να ορίσουμε τα usernames και passwords για 6 από τις 10 υποστηριζόμενες εφαρμογές streaming, έτσι ώστε να μπορούμε να εκμεταλλευτούμε πλήρως τις σχετικές λειτουργίες. Και η τρίτη ταμπέλα, αυτή των προφίλ (Profiles), μας δίνει τη δυνατότητα να δημιουργήσουμε ή να σβήσουμε προφίλ, να ορίσουμε ποιο θα είναι το default... ... καθώς και ποιας εφαρμογής η ύπαρξη στο προσκήνιο θα ενεργοποιεί το κάθε προφίλ. Η Χρήση Η χρήση του Elgato Stream Deck, αφού παραμετροποιηθεί μέσω του λογισμικού του, είναι εξαιρετικά απλή και ευχάριστη. Πατάς το πλήκτρο, κάνει αυτό που του έχεις πει να κάνει. Με τη σύνδεση του Elgato Stream Deck στον υπολογιστή και αν δε βρει ανοιχτό το λογισμικό του, βλέπουμε στα πλήκτρα - οθόνες το λογότυπο της Elgato, σαν σε Video Wall. Με την εγκατάσταση του προγράμματος, αν έχει υπάρξει προηγούμενη συσκευή, όπως στην περίπτωσή μας με το Elgato Stream Deck Mini, μας δίνεται η δυνατότητα να αντιγράψουμε τα προφίλ που είχαμε ήδη δημιουργήσει, στη νέα μας συσκευή, το Elgato Stream Deck. Όπερ και εγένετο. Αν δεν υπήρχαν τα προφίλ που είχαν μείνει από το Elgato Stream Deck Mini, θα είχαμε δει το βασικό προφίλ που είχαμε δει τότε, με μία μόνο εντολή που οδηγούσε στην ιστοσελίδα της Elgato. Φυσικά τα προφίλ συμπληρώθηκαν και τροποποιήθηκαν, όπως είδατε στην παρουσίαση του λογισμικού. Η ανάλυση των οθονών δεν είναι υπερ-υψηλή και τα εικονίδια σαφώς πιξελιάζουν από κοντά, αλλά σε μια φυσιολογική απόσταση χρήσης είναι μια χαρά. Τα χρώματα και η αντίθεση είναι πολύ καλά και οι γωνίες θέασης εξαιρετικές. Τα προφίλ αλλάζουν αυτόματα, όπως τα έχουμε ορίσει. Εδώ βλέπετε πώς φορτώνει αυτόματα το προφίλ του Photoshop που είδαμε παραπάνω, όταν κάνω κλικ στο παράθυρο του Photoshop και το φέρνω στο προσκήνιο και πώς φορτώνεται αμέσως το βασικό (Default) προφίλ όταν κλικάρω εκτός του παραθύρου. Τα πλήκτρα του Elgato Stream Deck, όπως και του mini, κάνουν ένα ικανοποιητικό χαμηλό ήχο όταν τα πιέζεις, σαν επιβεβαίωση ότι τα πίεσες, που μου άρεσε. Είναι όμως δυνατόν, αν πιέσει κάποιος ένα πλήκτρο απαλά και όχι έως το τέρμα, να μην αναγνωριστεί η κίνηση. Γι αυτό λοιπόν, τα πλήκτρα του Elgato Stream Deck πρέπει να πιέζονται αποφασιστικά. Απολογισμός To Elgato Stream Deck είναι απλά ένα μεγαλύτερο Elgato Stream Deck Mini, με 15 πλήκτρα οθόνες αντί για τα 6 της mini έκδοσης. Κατά τα άλλα, η κατασκευή και η λειτουργία είναι ακριβώς οι ίδιες. Ας θυμηθούμε τι είχαμε πει για το Elgato Stream Deck Mini. Το Elgato Stream Deck Mini είναι μια συσκευή που με εντυπωσίασε από το γεγονός ότι κάνει ακριβώς αυτό που υπόσχεται, χωρίς προβλήματα, χωρίς "αλλά", απλά και φυσικά. Το λογισμικό είναι εύκολο και λειτουργικό, δεν εντόπισα ούτε bugs ούτε κάτι που θα άλλαζα. Παρά το γεγονός ότι η συσκευή προορίζεται για χρήση από online content creators και live streamers, οι δυνατότητές της είναι σχεδόν απεριόριστες και μπορεί να προσαρμοστεί άνετα και για γενική χρήση, όπως είδαμε στα παραδείγματα παραπάνω. Η ποιότητα κατασκευής είναι εξαιρετική με καλά υλικά και σωστή συναρμογή. Τα πλήκτρα πατιούνται κάνοντας έναν ευδιάκριτο, ικανοποιητικό ήχο που δεν ενοχλεί και αποτελεί εξαιρετικό feedback και το γεγονός ότι το πάτημα καταγράφεται στον τερματισμό του πλήκτρου και όχι αν αυτό πατηθεί πολύ απαλά και για όχι όλη τη διαδρομή του δεν αποτελεί πρόβλημα καθώς αυτή είναι περίπου ενάμισι χιλιοστό. Το μόνο που θα μπορούσε κανείς να βελτιώσει είναι η ανάλυση των οθονών του, οι οποίες όπως είδατε στις κοντινές φωτογραφίες, δεν είναι υπερυψηλή, αλλά για να είμαστε δίκαιοι, το Elgato Stream Deck Mini δεν προορίζεται για να πατάτε τα πλήκτρα με τη μύτη. Στη φυσιολογική απόσταση χρήσης, τα pixels είναι αόρατα, τα χρώματα ζωηρά και το contrast άριστο. Επίσης θα ήθελα το καλώδιο USB να ήταν sleeved, κάτι λογικό για το είδος και την τιμή της συσκευής. Ποια τιμή; Το Elgato Stream Deck Mini δεν υπάρχει αυτή τη στιγμή στα Ελληνικά μαγαζιά. Στο γερμανικό Amazon και στο κατάστημα της ιστοσελίδας της Corsair, η τιμή του είναι στα 99,95 ευρώ, την οποία βρίσκω λογική για τη λειτουργικότητα που προσθέτει στις συσκευές εισαγωγής ενός υπολογιστή. Για σύγκριση, το Elgato Stream Deck με τα 15 πλήκτρα, κοστίζει 149,95 ευρώ, οπότε το κόστος ανά πλήκτρο είναι σημαντικά χαμηλότερο. Αν κάποιος χρειάζεται πολλές εντολές μαζί σε μία σελίδα, αυτό αποτελεί ένα ατού. Κατά τα άλλα, και οι 2 συσκευές, χάρη στα προφίλ και τους φακέλους, δεν έχουν περιορισμό στον αριθμό των εντολών που μπορείτε να προγραμματίσετε σε αυτές. Και το Elgato Stream Deck Mini έχει το πλεονέκτημα του μικρότερου footprint. Εννοείται ότι ακριβώς τα ίδια συμπεράσματα ισχύουν και για τη μεγάλη έκδοση, το Elgato Stream Deck με τα 15 πλήκτρα - οθόνες. Φυσικά, στο χρονικό διάστημα των 3,5 μηνών περίπου που πέρασε από το review του Elgato Stream Deck Mini, το λογισμικό έχει αναβαθμιστεί, προσθέτοντας και νέες λειτουργίες, πράγμα που δείχνει τη συνεχή βελτίωση του προϊόντος από την εταιρία. Επίσης, και οι 2 συσκευές είναι πλέον διαθέσιμες στην Ελληνική αγορά, με το Elgato Stream Deck να κοστίζει αυτή τη στιγμή 147 ευρώ και το Elgato Stream Deck Mini, 99,90 ευρώ. Ας συνοψίσουμε τα πλεονεκτήματα και τα μειονεκτήματα του Elgato Stream Deck: Πλεονεκτήματα + Εξαιρετική ποιότητα κατασκευής + Εξαιρετική λειτουργικότητα + Εξαιρετικό και πολύ απλό στη χρήση λογισμικό + Προγραμματισμός απεριόριστων λειτουργιών με προφίλ και φακέλους + Καθαρές οθόνες με ζωηρά χρώματα και πολύ καλό contrast + Λαστιχένια ποδαράκια που σταθεροποιούν άψογα τη συσκευή + Προσαρμοζόμενη βάση με 8 διαφορετικές θέσεις για τη γωνία τοποθέτησης της συσκευής Μειονεκτήματα - Θα προτιμούσαμε το καλώδιο να ήταν sleeved Με βάση τα παραπάνω, η συνολική βαθμολογία του Elgato Stream Deck είναι:  theLAB.gr Ευχαριστούμε θερμά την Corsair για την παραχώρηση του δείγματος της δοκιμής. Πολύμερος Αχανιώτης 19/11/2018
  22. Εισαγωγή Με τη συνεχιζόμενη πτώση των τιμών των SSD, η σημαντική αναβάθμιση που μπορούν να προσφέρουν στην εμπειρία χρήσης του υπολογιστή, γίνεται όλο και πιο θελκτική. Πόσο μάλλον όταν μιλάμε για την καλύτερη εκδοχή τους, που χρησιμοποιεί το ειδικά ανεπτυγμένο πρωτόκολλο επικοινωνίας NVMe, το οποίο προσφέρει ακόμη καλύτερες επιδόσεις. Η Corsair έκανε πρόσφατα διαθέσιμη τη νέα της πρόταση στην mainstream κατηγορία των consumer NVMe SSDs, τον Corsair Force Series™ MP510 και μας έστειλε το μοντέλο με χωρητικότητα 960GB για να δοκιμάσουμε και να σας το παρουσιάσουμε. Πρόκειται για ένα NVMe SSD drive με form factor M.2 2280 και συνδεσιμότητα PCIe Gen 3.0 x4, που ευελπιστεί να εκθρονίσει τον βασιλιά της κατηγορίας, που ακούει στο όνομα Samsung 970 EVO. Θα το καταφέρει; Ακολουθήστε μας στη συνέχεια αυτού του review για να το μάθετε! Από τη Συσκευασία Μέχρι το Πυρίτιο - Τι ακριβώς αγοράζουμε O Corsair Force Series™ MP510 960GB έρχεται σε ένα χαρτονένιο κουτί, όπου κυριαρχεί το γκρι χρώμα και όπου αναφέρονται κάποια από τα βασικά χαρακτηριστικά του και οι πιστοποιήσεις του. Εντός, βρίσκουμε το μικροσκοπικό φυλλάδιο της εγγύησης, η οποία είναι 5ετής, και... ... το drive, προστατευμένο σε διάφανο, σκληρό υλικό. Ο Corsair Force Series™ MP510 960GB διαθέτει μαύρο PCB, κάτι που σε συνδυασμό με το όμορφο και λιτό αυτοκόλλητο στην εμφανή του πλευρά, τον κάνει ιδιαίτερα εμφανίσιμο. Κάτω από το αυτοκόλλητο, βρίσκουμε από αριστερά προς τα δεξιά 2 πακέτα NAND, τον Controller και 1 πακέτο μνήμης Cache. Στην άλλη πλευρά του PCB υπάρχουν άλλα 2 πακέτα NAND και άλλο 1 πακέτο μνήμης cache. Ο Controller είναι ο Phison E12, ο οποίος υποστηρίζει συνολικές χωρητικότητες από 256GB έως 2TB, σειριακή ταχύτητα ανάγνωσης έως 3200MB/s, σειριακή ταχύτητα εγγραφής έως 3000 MB/s και 600K IOPS. Η θερμοκρασία φυσιολογικής λειτουργίας του, είναι έως 70 βαθμούς Κελσίου. Διαθέτει thermal throttling που εξασφαλίζει την προστασία του και ρίχνει τις επιδόσεις του κατά 50MB/s για κάθε βαθμό Κελσίου πάνω από τους 80. Ο Controller της Phison διαθέτει πληθώρα προχωρημένων λειτουργιών, όπως προαιρετική απόκρυψη δεδομένων με πρωτόκολλα AES, TCG OPAL και TCG Pyrite. Διαθέτει επίσης προστασία απώλειας δεδομένων αν διακοπεί η τροφοδοσία. Λεπτομέρειες για όλα αυτά μπορείτε να διαβάσετε στο Datasheet του Phison E12. Τα πακέτα NAND αναγράφουν τον κωδικό TABBG55AIV. Πρόκειται για τα Toshiba 64-layer BiCS3 3D TLC NAND με χωρητικότητα 256GB έκαστο. Εφ' όσον ο Corsair Force Series™ MP510 960GB διαθέτει τέσσερα από αυτά, η συνολική χωρητικότητα φτάνει τα 256GB x 4 = 1024GB. Στον χρήστη είναι διαθέσιμα τα 960GB, συνεπώς τα υπόλοιπα 64GB, 16GB από κάθε πακέτο, χρησιμοποιούνται για Over Provisioning. Η μνήμη που χρησιμοποιείται ως cache, είναι η SK hynix H5AN4G8NB JR. Πρόκειται για μνήμη τύπου DDR4, χωρητικότητας 512MB ανά πακέτο, ενώ ο κωδικός UH σημαίνει κατά την κατασκευάστρια εταιρεία ότι λειτουργεί σε συχνότητα 2400MHz με χρονισμούς 17-17-17. Καθώς ο Corsair Force Series™ MP510 960GB φέρει 2 τέτοια πακέτα, αυτό σημαίνει ότι διαθέτει συνολικά 1GB DDR4 στα 2400MHz με χρονισμούς 17-17-17, ως μνήμη cache. Τεχνικά Χαρακτηριστικά Τα τεχνικά χαρακτηριστικά του Corsair Force Series™ MP510 960GB, όπως τα αναφέρει η Corsair στην ιστοσελίδα της, παρατίθενται στον παρακάτω πίνακα. Είναι ενδιαφέρον να δούμε πώς ο Corsair Force Series™ MP510 960GB καταφέρνει επιδόσεις ανάγνωσης 3480 MB/s που είναι μεγαλύτερες από τις προδιαγραφές του Controller! Συγκεκριμένα, οι προδιαγραφές του Controller δίνουν μέγιστη ταχύτητα ανάγνωσης τα 3000 MB/s όταν χρησιμοποιείται σε υλοποιήσεις με form factor M.2, όπως εδώ, και 3200 MB/s σε U.2 υλοποιήσεις, που επιτρέπουν καλύτερη ψύξη. Όσον αφορά τις εγγραφές, τα 3000 MB/s που αναγράφονται στον παραπάνω πίνακα αποτελούν και το ανώτερο όριο των προδιαγραφών του Controller, σε κάθε υλοποίηση. Η αρκετά υψηλή αντοχή των 1700 TBW συνοδεύεται από 5 χρόνια εγγύηση, όπως και ο άμεσος ανταγωνιστής του Corsair Force Series™ MP510 960GB, ο Samsung 970 EVO. Συνοδευτικό Λογισμικό Το λογισμικό που συνοδεύει τους SSDs της Corsair, ονομάζεται Corsair SSD Toolbox. Σε αντίθεση με την εξαιρετική δουλειά πού έχει κάνει η Corsair με το iCue, το Corsair SSD Toolbox έχει μείνει χωρίς ουσιαστική εξέλιξη εδώ και αρκετά χρόνια, κάτι που είναι άμεσα εμφανές από το ξεπερασμένο αισθητικά interface του. Εν τούτοις, είναι εύκολο στη χρήση, απλό στη λειτουργία και παρέχει ουσιαστικά όλες τις απαραίτητες λειτουργίες. Η πλοήγηση γίνεται από το κάθετο μενού στα αριστερά και περιλαμβάνει 6 καρτέλες. Στην πρώτη, που ονομάζεται Drive Information (πληροφορίες για το drive), βλέπουμε τα βασικά στοιχεία του κάθε συνδεδεμένου drive και, εφ' όσον αυτό υποστηρίζεται από το πρόγραμμα, μπορούμε να κάνουμε και Firmware Update. Ο έλεγχος του firmware είναι άμεσος, απλός και online, απλοποιώντας τη διαδικασία και ελαχιστοποιώντας πιθανά λάθη του χρήστη. Η δεύτερη καρτέλα που ονομάζεται Overprovision αφορά το manual Over Provisioning, κάτι που δεν υποστηρίζεται από τον Corsair Force Series™ MP510 960GB που έχει προκαθορισμένο Over Provisioning από τον κατασκευαστή. Η τρίτη καρτέλα, S.M.A.R.T. Status (κατάσταση του S.M.A.R.T.) μας δίνει πληροφορίες για την κατάσταση του drive, όπως την κατάσταση της υγείας του και το σύνολο των αναγνώσεων και εγγραφών που έχει συνολικά πραγματοποιήσει. Σε αυτήν την καρτέλα θα προτιμούσαμε σαφώς μια πιο εύληπτη παρουσίαση για τον μη ειδικό χρήστη και όχι μια ξερή παρουσίαση των περιεχομένων του S.M.A.R.T. table. Η τέταρτη καρτέλα λέγεται Disk Clone (κλωνοποίηση δίσκου) και περιέχει ένα απλό αλλά βολικό Disk Cloning εργαλείο. Η πέμπτη καρτέλα που ονομάζεται Optimize (βελτιστοποίηση), περιέχει την εντολή ενεργοποίησης του TRIM, κάτι που στον Corsair Force Series™ MP510 960GB ελέγχεται από τα Windows και δεν μπορεί να ενεργοποιηθεί κατά βούληση από το χρήστη. Η έκτη και τελευταία καρτέλα με το όνομα Secure Wipe (ασφαλής καθαρισμός) περιέχει ένα εργαλείο ασφαλούς διαγραφής των περιεχομένων του drive, με τρόπο ώστε η επαναφορά τους να είναι αδύνατη. Συνολικά, το Corsair SSD Toolbox κάνει τα βασικά που χρειάζεται, αλλά θα θέλαμε να δούμε μια ανανεωμένη έκδοση, με μοντέρνο interface και μεγαλύτερη φιλικότητα προς το χρήστη. Σύστημα Δοκιμών και Μεθοδολογία Το σύστημα δοκιμών μας είναι στημένο πάνω στην Asrock Z97X Killer. Η συγκεκριμένη μητρική διαθέτει διασυνδέσεις SATA III, SATA Express και Μ.2. Συνεπώς προσφέρεται για τη σύνδεση όλων των SSD που κυκλοφορούν ή θα κυκλοφορήσουν στο άμεσο μέλλον προσφέροντας τη δυνατότητα άμεσων συγκρίσεων πάνω στο ίδιο σύστημα. Ο επεξεργαστής είναι ο Intel G3258 Anniversary Edition που παρέμεινε δροσερός χάρη στην Corsair Hydro Series H100i GTX. Η μνήμη είναι στα 8GB που υπερκαλύπτουν τις απαιτήσεις μας στα συγκεκριμένα τεστ, το τροφοδοτικό είναι το Cooler Master V650 και το σύστημα είναι στημένο στο Cooler Master Test Bench V1.0. Ευχαριστούμε θερμά την Asrock, την Cooler Master και την Corsair για τα εξαρτήματα που μας παρείχαν για την κατασκευή του συστήματος δοκιμών! Το λειτουργικό σύστημα πάνω στο οποίο γίνονται οι δοκιμές είναι τα Windows 10 Pro 64bit. Καθώς η M.2 υποδοχή της μητρικής μας υποστηρίζει μόνο PCIe 2X μόνο και όχι 4Χ που υποστηρίζει ο Corsair Force Series™ MP510 960GB, χρησιμοποιήσαμε έναν αντάπτορα PCIe 4X σε M.2 για να λειτουργήσει το drive που δοκιμάζουμε στην πλήρη του ταχύτητα. Οι δοκιμές στις οποίες θα υποβάλουμε τον Corsair Force Series™ MP510 960GB χωρίζονται σε 4 κατηγορίες: Συνθετικά Benchmarks Ανάλυση εις βάθος με χρήση διαγραμμάτων επιδόσεων - όγκου δεδομένων Χρήση των Program Traces του PCMark 8 για να δούμε τη συμπεριφορά του drive σε καθημερινή χρήση. Η σύγκριση θα γίνει με τον βασικό του ανταγωνιστή, τον Samsung 970 EVO. Δυστυχώς δεν είχαμε διαθέσιμο κάποιον Samsung 970 EVO αντίστοιχης χωρητικότητας, οπότε κάναμε τις δοκιμές μας με έναν Samsung 970 EVO 250GB. Καθώς οι επιδόσεις των εγγραφών επηρεάζονται ιδιαιτέρως από το πλήθος των πακέτων NAND και ο Samsung 970 EVO 250GB διαθέτει 2 πακέτα NAND έναντι των 4 του Corsair Force Series™ MP510 960GB, αυτό θα ληφθεί υπ' όψιν στη διεξαγωγή των συμπερασμάτων. Μείνετε συντονισμένοι. Μετά τις δοκιμές ακολουθεί σχολιασμός, βαθμολογία και συμπεράσματα. Benchmarks Ξεκινάμε με το ATTO. To ATTO είναι το μακράν πιο γεναιόδωρο benchmark όσον αφορά τα θετικά αποτελέσματα ταχύτητας και γι αυτό όλες οι εταιρείες το χρησιμοποιούν για να δηλώσουν τις μέγιστες επιδόσεις σειριακής ανάγνωσης και εγγραφής των drives τους. Ο Corsair Force Series™ MP510 960GB έχει πολύ καλές επιδόσεις, εφάμιλλες με αυτές του Samsung 970 EVO 250GB, αν λάβουμε υπ' όψιν ότι ο EVO διαθέτει 2 πακέτα NAND αντί των 4 του Corsair Force Series™ MP510 960GB (όπως εξηγήσαμε στη μεθοδολογία) και έτσι είναι εύλογο και αναμενόμενο ο EVO να έχει περίπου τις μισές επιδόσεις στις σειριακές εγγραφές. Παρατηρούνται κάποιες μικρές διαφορές στις επιδόσεις σε διάφορα μεγέθη αρχείων, αλλά αυτές είναι πότε υπέρ του ενός drive και πότε υπέρ του άλλου και σε κάθε περίπτωση, όχι σημαντικές. Αξίζει να σημειωθεί ότι παρά το γεγονός ότι η ταχύτητα ανάγνωσής του Corsair Force Series™ MP510 960GB σε κάποια σημεία ξεπερνάει τη θεωρητική ανώτατη ταχύτητα ανάγνωσης του Controller για υλοποιήσεις με form factor M.2, σε κανένα σημείο δεν φτάνει την ταχύτητα των 3480MB/s που ισχυρίζεται η Corsair. Αντίστοιχα είναι και τα αποτελέσματα του CrystalDiskMark 6.0.2 με ουσιαστικές διαφορές μεταξύ των drives μόνο στη σειριακή εγγραφή, κατά τα αναμενόμενα. Τα αποτελέσματα του AS SSD Benchmark λένε την ίδια ιστορία, όσον αφορά τις αναγνώσεις και τις εγγραφές. Στις αντιγραφές, πλεονεκτεί πότε το ένα drive και πότε το άλλο, διατηρώντας την έως τώρα συνολική ισοβαθμία. Το Anvil's Storage Utilities benchmark έδωσε το προβάδισμα στον Corsair Force Series™ MP510 960GB, όχι στις εγγραφές όπως θα περιμέναμε, όπου θα ήταν αναμενόμενο και όπου επικράτησε απροσδόκητη ισοβαθμία, αλλά στις αναγνώσεις! Το αποτέλεσμα μας φαίνεται ανεξήγητο αλλά... ...αν δούμε λίγο πιο αναλυτικά τα αποτελέσματα, θα παρατηρήσουμε μια υπεροχή του Corsair Force Series™ MP510 960GB, όπου υπάρχει χρήση QD, που εξηγεί το αποτέλεσμα. Τα AIDA64 Average Read και Write Access δείχνουν ένα πλεονέκτημα του Samsung 970 EVO όσον αφορά το latency των αναγνώσεων, γεγονός που φαίνεται να οφείλεται στον εξειδικευμένο NVME driver της Samsung, τον οποίο και είχαμε εγκαταστήσει για τις δοκιμές του drive. Το πλεονέκτημα αυτό δε φαίνεται να εμφανίζεται στις εγγραφές. Τα παραπάνω συμπεράσματα φαίνεται να επιβεβαιώνονται και από τα αποτελέσματα του HD Tune Pro Random Read και Write Access. Ανάλυση σε βάθος Σε αυτό το τμήμα του review, θα χρησιμοποιήσουμε κάποιες πιο εξειδικευμένες δοκιμασίες για να δούμε τη συμπεριφορά του drive με περισσότερη λεπτομέρεια. Συγκεκριμένα θα χρησιμοποιήσουμε το Disk Benchmark του AIDA64. Βλέπουμε ότι η μέση ταχύτατα ανάγνωσης του Corsair Force Series™ MP510 960GB είναι ελάχιστα μεγαλύτερη από αυτή του Samsung 970 EVO 250GB, αλλά αυτό που φαίνεται να έχει περισσότερη σημασία είναι οι μικρότερες διακυμάνσεις, δείχνοντας ένα ιδιαίτερα σταθερό drive. Οι εγγραφές αποκαλύπτουν μια εντελώς διαφορετική ιστορία, τη γνωστή πονεμένη ιστορία όλων των SSD που χρησιμοποιούν TLC. Βλέπετε, οι TLC NAND δεν έχουν καθόλου καλές ταχύτητες εγγραφής. Γι αυτό οι εταιρείες δε διαφημίζουν ποτέ αυτή την ταχύτητα. Αντιθέτως, χρησιμοποιούν ένα μέρος της TLC NAND σε λειτουργία SLC. Όπα φίλε, μισό λεπτό! Τι είναι αυτό το TLC και τι είναι το SLC που μας λες; ΟΚ, μικρή ανάλυση λοιπόν, για να είμαστε στην ίδια σελίδα. Να με συγχωρήσουν οι γνώστες και τελειομανείς που θα είναι πολύ εκλαϊκευμένη η εξήγηση και οι μη σχετικοί που θα είναι πολύ "επιστημονική", αλλά πρέπει να συναντηθούμε κάπου στη μέση. Το κάθε κελί μνήμης τύπου NAND, μπορεί να αποθηκεύσει μία ηλεκτρική τάση και να την κρατήσει εκεί. Στην περίπτωση του πρώτου τύπου NAND που χρησιμοποιήθηκε σε SSD, τον τύπο SLC (Single Level Cell) αν υπάρχει ηλεκτρική τάση, αυτό σημαίνει αξία 1 και αν δεν υπάρχει αξία 0. Αυτό για τον υπολογιστή είναι ένα bit και 8 bits μας κάνουν ένα byte. Στην SLC NAND λοιπόν, κάθε κελί αποθηκεύει 1 bit και ο Controller έχει την πολύ εύκολη δουλειά να ξεχωρίσει ανάμεσα σε τάση και όχι τάση, πράγμα που γίνεται με πολύ μεγάλη ταχύτητα και ακόμη και αν το κελί έχει παλιώσει και φθαρεί. Συνεπώς η SLC NAND είναι πολύ γρήγορη και πολύ ανθεκτική στις εγγραφές που φθείρουν τα κελιά της NAND. Αποθηκεύει όμως 1 μόνο bit ανά κελί. SLC NAND βρίσκουμε μόνο σε Enterprise level SSDs γιατί παρά τα πλεονεκτήματά της, είναι πολύ ακριβή. H MLC NAND αποθηκεύει 2 bit σε κάθε κελί. Ναι, αλλά εμείς είπαμε ότι το μόνο που αποθηκεύει ένα κελί NAND είναι μια ηλεκτρική τάση. Πώς λοιπόν μια ηλεκτρική τάση μπορεί να αντιστοιχιστεί σε 2 bit, δηλαδή σε ένα οποιονδήποτε διψήφιο συνδυασμό από 0 και 1; Απλό! Οι συνδυασμοί αυτοί κατά το νόμο των πιθανοτήτων είναι 22 δηλαδή 4 και συγκεκριμένα οι 00, 01, 10, και 11. Αν θεωρήσουμε ότι η απουσία ηλεκτρικής τάσης αντιστοιχεί στο 00, θα χρειαστούμε 3 διαφορετικές ηλεκτρικές τάσεις για να αντιστοιχίσουμε στις υπόλοιπες τιμές. Κάπως έτσι λειτουργεί η MLC. Είναι πλέον προφανές ότι η MLC θα λειτουργεί πιο αργά από την SLC, καθώς ο ελεγκτής θα πρέπει να ξεχωρίσει 4 διαφορετικές καταστάσεις του κάθε κελιού, συμπεριλαμβανομένων 3 διαφορετικών ηλεκτρικών τάσεων. Συνεπώς το σύστημα θα λειτουργεί πιο αργά και επιπλέον θα είναι πιο επιρρεπές στη φθορά των κελιών κατά τις εγγραφές και θα έχει μικρότερη διάρκεια ζωής. Η TLC NAND, που χρησιμοποιεί ο Corsair Force Series™ MP510 960GB και ο Samsung 970 EVO 250GB, αποθηκεύει 3 bit σε κάθε κελί! Αυτό σημαίνει 23 δηλαδή 8 διαφορετικούς συνδυασμούς (000, 001, 010, 100, 011, 110, 101, 111). Κατά αναλογία με πριν, έχουμε εκτός από την απουσία τάσης, 7 διαφορετικές τιμές που κάνει πολύ πιο δύσκολη τη δουλειά του Controller. Εδώ πλέον οι εγγραφές γίνονται πολύ αργές. Η δε φθορά των κελιών που προκαλείται από τους κύκλους εγγραφών είναι ακόμα πιο σημαντική και η ζωή των κελιών πολύ πιο μικρή. Για να το αντιμετωπίσουν αυτό οι εταιρείες και να κάνουν τη χρήση TLC NAND μια βιώσιμη λύση για τους SSD, χρησιμοποιούν κάποια τεχνάσματα που βασίζονται σε πολύπλοκους και ισχυρούς Controllers και εξειδικευμένο firmware. Το πιο βασικό τέχνασμα είναι να χρησιμοποιούν ένα μέρος της ελεύθερης TLC NAND σε λειτουργία SLC, εν είδη cache. Δηλαδή οι εγγραφές πραγματοποιούνται στην SLC cache σε πραγματικό χρόνο και αργότερα, το drive με την ησυχία του περνάει τα δεδομένα στην πολύ πιο αργή TLC NAND. Φυσικά οι εταιρείες δεν το διαφημίζουν αυτό και ο μέσος χρήστης νομίζει ότι αγοράζει drive με ταχύτητες εγγραφής κοντά στα 3GB/s ενώ η αλήθεια είναι πολύ πιο πικρή. Γι αυτό βλέπουμε TLC drives που είναι πολύ πιο οικονομικά από τα MLC να διαφημίζουν υψηλότερες ταχύτητες, αυτές της πολύ γρήγορης SLC cache, η οποία όμως όταν τελειώνει κατά τη διάρκεια μεγαλύτερων εγγραφών, ξαφνικά στέλνει τις επιδόσεις περίπατο και μάλιστα περίπατο με τα πόδια! Πόση σημασία έχει αυτό στην πράξη; Μεγάλη κουβέντα και οι απόψεις διίστανται. Σε μια απλή χρήση που βασίζεται κυρίως σε αναγνώσεις και λίγες εγγραφές, τα TLC drives τα πάνε μια χαρά. Όταν τα πράγματα ζορίζουν και χρειάζονται μεγαλύτερες και συχνότερες εγγραφές που δε δίνουν χρόνο στην SLC cache των TLC drives να αδειάσει τα δεδομένα της και να είναι έτοιμη για την επόμενη χρήση, ίσως θα ήταν καλύτερη η χρήση ενός SSD με MLC NAND. Τώρα που ξέρουμε λοιπόν, ας πάμε να δούμε πώς συμπεριφέρεται ο Corsair Force Series™ MP510 960GB στις εγγραφές έναντι του Samsung 970 EVO 250GB. Όπως βλέπουμε και τα 2 drives ξεκινάνε με υψηλή ταχύτητα εγγραφών, αυτή της SLC cache, και μόλις αυτή γεμίσει, η ταχύτητα πέφτει στην πραγματική ταχύτητα εγγραφών που υποστηρίζει η TLC NAND του κάθε drive. Δηλαδή, όχι ακριβώς. Εδώ μπαίνει στο παιχνίδι το πόσα πακέτα TLC NAND έχει το κάθε drive, καθώς αυτά μπορούν να χρησιμοποιηθούν παράλληλα για εγγραφές. Έτσι περιμένουμε να δούμε διπλάσια ταχύτητα στον Corsair Force Series™ MP510 960GB, αλλά στην πραγματικότητα βλέπουμε ακόμη μεγαλύτερη μέση ταχύτητα. Σίγουρα και ασφαλή συμπεράσματα θα ήταν δυνατά μόνο αν συγκρίναμε εντελώς όμοια σε χωρητικότητα και αριθμό πακέτων NAND drives, αλλά σύμφωνα με τα παραπάνω φαίνεται ότι ο Corsair Force Series™ MP510 960GB είναι τουλάχιστον εφάμιλλος, αν όχι καλύτερος του Samsung 970 EVO και αυτό είναι πολύ σημαντικό καθώς η Corsair φαίνεται να έχει κατασκευάσει ένα drive που παίζει στα ίσια τον μέχρι τώρα βασιλιά της mainstream κατηγορίας! Program Traces - PCMark 8 Το drive benchmark του PCMark 8 χρησιμοποιεί traces χρήσης πραγματικών προγραμμάτων για να προσομοιώσει τη συμπεριφορά και τις επιδόσεις ενός drive κατά την πραγματική χρήση. Βλέπουμε ότι ο Corsair Force Series™ MP510 960GB πλεονεκτεί ανεπαίσθητα σε όλες τις δοκιμές, αν και αυτό μπορεί να οφείλεται εν μέρει και στη σημαντική διαφορά χωρητικότητας και ακόμη περισσότερο στη διαφορά πακέτων NAND σε σχέση με τον Samsung 970 EVO 250GB. Σε κάθε περίπτωση, ο Corsair Force Series™ MP510 960GB έχει εξαιρετικά καλές επιδόσεις. Συμπεράσματα και βαθμολογία - Το δια ταύτα Και ήρθε η ώρα του απολογισμού. O Corsair Force Series™ MP510 960GB είναι ένας πραγματικά καλός mainstream NVME SSD. Ανταγωνίζεται στα ίσια τον μέχρι τώρα βασιλιά της κατηγορίας, τον Samsung 970 EVO και οι επιδόσεις του αποδείχτηκαν εφάμιλλες, αν όχι καλύτερες. Παράλληλα, επέδειξε σταθερότητα και δεν υπήρξε καμία δυσάρεστη έκπληξη, όπως είχε συμβεί με παλαιότερα μοντέλα SSD που χρησιμοποιούσαν Controllers της Phison. Φαίνεται ότι η τεχνογνωσία της Phison έχει φτάσει σε ικανοποιητικό πλέον σημείο ωριμότητας. Επιπλέον, ο Controller ενσωματώνει τεχνολογίες κρυπτογράφησης και ασφάλειας των δεδομένων σε περίπτωση απώλειας τροφοδοσίας καθώς και άλλες εξελιγμένες τεχνολογίες που τον κατατάσσουν ανάμεσα στους κορυφαίους σε χαρακτηριστικά Controllers. Η 3D TLC NAND της Toshiba και το 1GB DDR4 cache της SK hynix συμπληρώνουν ένα ποιοτικό σύνολο επιμέρους εξαρτημάτων που συνιστούν, προφανώς, τη συνταγή της επιτυχίας. Η τιμή του Corsair Force Series™ MP510 960GB τη στιγμή συγγραφής του παρόντος review στο κατάστημα της Corsair είναι €254,99, τουλάχιστον €10 λιγότερα δηλαδή από τον άμεσο ανταγωνιστή του, τον Samsung 970 EVO 1TB από τον οποίο δεν έχει τίποτα να ζηλέψει. Με 5 χρόνια εγγύηση και 1700 TBW αντοχή, δεν υπάρχει κανένας λόγος να μη βάλετε έναν κουρσάρο στην υπολογιστή σας! Ας συνοψίσουμε τα πλεονεκτήματα και τα μειονεκτήματα του Corsair Force Series™ MP510 960GB: Πλεονεκτήματα + Επιδόσεις κορυφαίες για την κατηγορία του + Ανταγωνιστική τιμή + Υποστήριξη πολλών πρωτοκόλλων κρυπτογράφησης + Προστασία δεδομένων σε περίπτωση απώλειας τροφοδοσίας + Μαύρο PCB και όμορφο αυτοκόλλητο Μειονεκτήματα - Το συνοδευτικό λογισμικό χρειάζεται ανανέωση - Η διαφημιζόμενη ταχύτητα ανάγνωσης είναι εκτός των προδιαγραφών του Controller και το drive, προφανώς, δεν τη φτάνει Με βάση τα παραπάνω, η συνολική βαθμολογία του Corsair Force Series™ MP510 960GB είναι:  theLAB.gr Ευχαριστούμε θερμά την Corsair για την παραχώρηση του δείγματος της δοκιμής. Πολύμερος Αχανιώτης 3/12/2018
  23. Εισαγωγή Το πρώτο Corsair K70 RGB ήταν το πληκτρολόγιο της επιλογής μου για πολλά χρόνια, μέχρι πρόσφατα που το αντικατέστησα με το Corsair K95 RGB Platinum. Μη έχοντας κάποιο παράπονο κατά την πολυετή χρήση, η κυκλοφορία του Corsair K70 RGB MK.2 και της ιδιαίτερης έκδοσής του, του Corsair K70 RGB MK.2 SE (Special Edition), ήταν ιδιαίτερα ευπρόσδεκτη! Η Corsair μας έστειλε το Corsair K70 RGB MK.2 SE για να το δοκιμάσουμε και να σας το παρουσιάσουμε. Το Corsair K70 RGB MK.2 SE ξεφεύγει από τα συνηθισμένα σκούρα χρώματα και έρχεται σε ένα εκτυφλωτικό αλουμινένιο χρώμα που τονίζει το υλικό κατασκευής του. Τα λευκά Key Caps συμπληρώνουν εξαιρετικά το σύνολο. Τα χαρίσματα όμως του Corsair K70 RGB MK.2 SE είναι κάθε άλλο παρά μόνο εξωτερικά. Ακολουθήστε μας λοιπόν στην παρουσίαση όπου θα δούμε πώς το πανέμορφο σύνολο συμπληρώνεται αρμονικά με πολλά εσωτερικά χαρίσματα. Χαρακτηριστικά Τα χαρακτηριστικά του Corsair K70 RGB MK.2 SE συνοψίζονται στον παρακάτω πίνακα: Όπως βλέπετε το Corsair K70 RGB MK.2 SE χρησιμοποιεί διακόπτες Cherry MX Speed. Διαθέτει φωτισμό RGB, έχει 1000Hz report rate και Full Key Matrix (NKRO) με 100% anti-ghosting. Δηλαδή, σε απλά Ελληνικά, μπορείτε να πατήσετε ταυτόχρονα όλους του, τους ποικιλοτρόπως φωτισμένους, Cherry MX Speed διακόπτες και όλες οι ενεργοποιήσεις των διακοπτών θα καταγραφούν ταυτόχρονα, χωρίς απώλειες, με ρυθμό δειγματοληψίας 1000 φορές το δευτερόλεπτο! Η μη SE (Special Edition) έκδοση του πληκτρολογίου, η οποία έρχεται σε μαύρο χρώμα αντί για το αλουμινένιο σώμα με λευκά Key Caps της SE, έρχεται με 5 διαφορετικούς τύπους διακοπτών της Cherry. Η Πρώτη Επαφή Το Corsair K70 RGB MK.2 SE έρχεται σε ένα πολύχρωμο, ιλουστρασιόν κουτί με εικόνες που τονίζουν τον ιδιαίτερο χρωματισμό του και τις RGB δυνατότητές του. Εντός του κουτιού συναντάμε πρώτα το ίδιο το πληκτρολόγιο, προστατευμένο από διαφανές νάιλον. Κάτω από αυτό συναντάμε τα παρελκόμενα που αποτελούνται από τα κλασσικά φυλλάδια της εγγύησης και το manual, καθώς και το wrist rest. To wrist rest είναι ένα κομμάτι πλαστικού που κουμπώνει στο κυρίως σώμα του πληκτρολογίου. Το γκρι του χρώμα προσπαθεί να ταιριάξει με το βουρτσισμένο αλουμίνιο και τα λευκά Key Caps του πληκτρολογίου, με όχι ιδιαίτερη επιτυχία. Γενικά θεωρώ ότι το wrist rest που συνοδεύει το Corsair K70 RGB MK.2 SE, αν και το πλαστικό του είναι ποιοτικό, δε φτάνει στο επίπεδο του σώματος του πληκτρολογίου και μάλλον αφαιρεί παρά προσθέτει στην όλη εικόνα. Το πληκτρολόγιο πάντως είναι πανέμορφο και άκρως εντυπωσιακό! Το πάνω μέρος της βάσης του αποτελείται από αεροπορικό αλουμίνιο στο φυσικό του χρώμα και με ένα πανέμορφο εφέ βουρτσίσματος. Το σύνολο συμπληρώνουν υπέροχα τα λευκά Key Caps. Οι παρατηρητικοί θα έχουν ήδη δει ότι το Layout του Corsair K70 RGB MK.2 SE είναι Αμερικάνικο και όχι το κλασσικό Ευρωπαϊκό. Χαρακτηριστικό, το μεγάλο πλήκτρο Shift στα αριστερά και η ύπαρξη ενός μόνο πλήκτρου backslash, πάνω από το Αμερικανικού τύπου Enter. Αυτές είναι και όλες οι διαφορές, που δε θα δημιουργήσουν κάποιο πρόβλημα σε όποιον είναι συνηθισμένος στα Ευρωπαϊκά πληκτρολόγια. Το Corsair K70 RGB MK.2 SE διαθέτει κάποια επιπλέον πλήκτρα για βασικές του λειτουργίες και πολυμέσα. Πάνω και αριστερά από το λογότυπο λοιπόν, διακρίνουμε μια τριάδα που αποτελείται με τη σειρά από το πλήκτρο επιλογής των ενσωματωμένων προγραμματιζόμενων προφίλ, το πλήκτρο επιλογής της έντασης της φωτεινότητας και το πλήκτρο Win Lock που κλειδώνει τα Windows Keys, ώστε να μην τα ενεργοποιήσουμε κατά λάθος κατά τη διάρκεια του gaming. Πάνω και δεξιά βλέπουμε το πλήκτρο Mute και τη ρόδα ελέγχου της έντασης του ήχου. Η λειτουργία της ρόδας είναι ομαλή και η αντίσταση τόση ώστε να μην γυρίζει με τυχαία επαφή αλλά και να μην κουράζει. Ακριβώς από κάτω, τα κλασικά πλήκτρα ελέγχου των Multimedia. Στο κέντρο του πάνω μέρους, το λογότυπο είναι φωτιζόμενο και RGB. To wrist rest κουμπώνει εύκολα και σταθερά στο κάτω μέρος του πληκτρολογίου και ενώ προσφέρει καλή στήριξη για τα χέρια, αφαιρεί όπως είπαμε από την ομορφιά του συνόλου. Η κάτω πλευρά του Corsair K70 RGB MK.2 SE αποτελείται από πλαστικό. Οι μεγάλες λαστιχένιες επιφάνειες στις γωνίες, κυριολεκτικά αγκυροβολούν το πληκτρολόγιο πάνω στο γραφείο. Βλέπουμε ακόμη τα κανάλια δρομολόγησης καλωδίων και πώς κουμπώνει το wrist rest στις εγκοπές στο εμπρός μέρος. Οι πίσω λαστιχένιες επιφάνειες διαθέτουν στο κέντρο τους αναδιπλούμενα ποδαράκια που υψώνουν την πίσω πλευρά του πληκτρολογίου για όσους (για κάποιο διεστραμμένο λόγο) επιθυμούν να πληκτρολογούν με τους καρπούς τους σε υπερέκταση, έτσι ώστε να επιταχύνουν την ανάπτυξη του συνδρόμου καρπιαίου σωλήνα. Τα Key Caps του Corsair K70 RGB MK.2 SE είναι μια ευχάριστη έκπληξη, αφού δεν είναι τα συνηθισμένα από ABS πλαστικό με τα οποία εξοπλίζει η Corsair όλα τα άλλα της πληκτρολόγια αλλά τα Double Shot PBT Key Caps που προσφέρει ως αξεσουάρ. Οι διακόπτες είναι οι Cherry MX Speed και το κοντινό του βουρτσισμένου αλουμινίου με τα Double Shot Key Caps, πανέμορφο! Το πίσω μέρος του πληκτρολογίου είναι λιτό, με μόνα χαρακτηριστικά το χοντρό sleeved καλώδιο που περιέχει το USB καλώδιο για τη σύνδεση του πληκτρολογίου στον υπολογιστή και το άλλο USB καλώδιο για τη λειτουργία USB Pass Through που διαθέτει. Η θύρα USB Pass Through διακρίνεται στη φωτογραφία, δίπλα στο καλώδιο. Φινίρισμα Το φινίρισμα του Corsair K70 RGB MK.2 SE είναι μοναδικό! Βουρτσισμένο αεροπορικό αλουμίνιο και Double Shot PBT Key Caps δημιουργούν ένα εξαιρετικό σύνολο που σίγουρα δε θα περάσει απαρατήρητο! Και μετά, σε εκείνο το σύνολο έρχεται να κουμπώσει ένα γκρι πλαστικό wrist rest. Εντάξει, ποιοτικό το πλαστικό, αλλά αλήθεια, τι σκεφτόταν στην Corsair όταν έκαναν αυτό το αισθητικό έγκλημα; Βολικό το wrist rest, αλλά αφαιρεί από την ομορφιά του συνόλου. Συνδεσιμότητα Τη συνδεσιμότητα του Corsair K70 RGB MK.2 SE αναλαμβάνει ένα χοντρό, sleeved, μη αποσπώμενο, καλώδιο που κοντά στην άκρη του έχει έναν διακλαδωτήρα και χωρίζεται σε 2 καλώδια με βύσματα USB. Το ένα έχει πάνω του το σύμβολο του πληκτρολογίου και είναι αυτό που συνδέει το πληκτρολόγιο με τον υπολογιστή σας. Το άλλο έχει πάνω του 2 βέλη και είναι αυτό που συνδέεται με τη USB Pass Through θύρα. Η ποιότητα του sleeving είναι πολύ καλή και το χρώμα του κατορθώνει να εναρμονίζεται με το πανέμορφο σύνολο του πληκτρολογίου. Πλήκτρα Cherry MX Speed Όπως έχουμε πει, το Corsair K70 RGB MK.2 SE χρησιμοποιεί διακόπτες Cherry MX Speed. Τα βασικά χαρακτηριστικά αυτών των διακοπτών φαίνονται στον παρακάτω πίνακα. Πρόκειται για διακόπτες που σε αντίθεση με τα άλλα μοντέλα της εταιρίας τα οποία ενεργοποιούνται αφού διανύσουν 2 χιλιοστά κατά το πάτημα, ενεργοποιούνται μόλις στα 1,2 χιλιοστά, δίνοντας ταχύτερη ανταπόκριση και ένα απειροελάχιστο πλεονέκτημα στους hardcore gamers. Τα υπόλοιπα χαρακτηριστικά τους θυμίζουν τους διακόπτες Cherry MX Red, καθώς έχουν την ίδια operating force και δε διαθέτουν απτικό ή ηχητικό feedback. Το παρακάτω διάγραμμα δείχνει το σημείο ενεργοποίησης και επαναφοράς του διακόπτη. Φωτισμός RGB Τα πλήκτρα του Corsair K70 RGB MK.2 SE διαθέτουν έκαστο και από ένα RGB LED που μπορεί να το φωτίσει με οποιοδήποτε χρώμα επιλέξουμε. Η αλουμινένια επιφάνεια σε συνδυασμό με τα λευκά Key Caps, δημιουργούν έναν εξαιρετικό καμβά πάνω στον οποίο ζωγραφίζουν τα RGB LEDs του Corsair K70 RGB MK.2 SE. Επιπλέον, το λογότυπο είναι επίσης RGB φωτιζόμενο, με 2 ζώνες φωτισμού! Σε αυτό το μικρό βίντεο βλέπουμε την πανδαισία χρωμάτων που μπορεί να προσφέρει το Corsair K70 RGB MK.2 SE. Κι εδώ ένα κοντινό, χωρίς το Key Cap. Λογισμικό iCUE Ένα από τα πιο δυνατά σημεία του Corsair K70 RGB MK.2 SE, όπως και όλων των πληκτρολογίων της Corsair, είναι το λογισμικό ελέγχου, που ονομάζεται iCUE. Στην αρχική του καρτέλα, ΗOME, βλέπουμε όλες τις υποστηριζόμενες συσκευές που είναι συνδεδεμένες στο σύστημά μας. Ας επιλέξουμε το Corsair K70 RGB MK.2 SE. Με την επιλογή της συσκευής, εμφανίζονται αριστερά όλα τα προφίλ που σχετίζονται με αυτήν, software και hardware, αν διαθέτει από τα τελευταία. Εδώ το Corsair K70 RGB MK.2 SE βλέπουμε ότι διαθέτει 3 hardware προφίλ, που αποθηκεύονται στην ενσωματωμένη του μνήμη και μπορούμε να τα έχουμε μαζί μας, όπου και αν συνδέσουμε το πληκτρολόγιο, χωρίς την εγκατάσταση του λογισμικού iCUE. Επιλέγοντας κάποιο από τα hardware profiles, μπορούμε να το συνδέσουμε με κάποιο πρόγραμμα, έτσι ώστε όταν τρέχει στο προσκήνιο το εν λόγω πρόγραμμα, να φορτώνεται αυτόματα το προφίλ. Μπορούμε επίσης να αλλάξουμε το συνδεδεμένο με το προφίλ εικονίδιο και φόντο στο iCUE. Όταν έχουμε πατήσει πάνω σε κάποιο hardware profile, και μόνο τότε, εμφανίζεται κάτω αριστερά στο πρόγραμμα η καρτέλα ONBOARD PROFILES. Από εκεί μπορούμε να σβήσουμε κάποιο από τα προφίλ ή να το αντικαταστήσουμε με τις τρέχουσες ρυθμίσεις του πληκτρολογίου. Όταν από το παράθυρο των προφίλ αριστερά επιλέξουμε κάποιο software profile, τότε η επιλογή ONBOARD PROFILES εξαφανίζεται και μένουν οι 3 κλασσικές, ACTIONS (ενέργειες), LIGHTING EFFECTS (εφέ φωτισμού) και PERFORMANCE (απόδοση). Στη καρτέλα ACTIONS μπορούμε να ορίσουμε μια πληθώρα ενεργειών, τις οποίες μπορούμε να αντιστοιχίσουμε σε οποιοδήποτε πλήκτρο. Η πλήρης περιγραφή όλων αυτών των ενεργειών θα αποτελούσε ένα review από μόνη της και δεν αποτελεί σκοπό αυτού του review, καθώς υπάρχουν άπειροι οδηγοί για το iCUE στο διαδίκτυο. Αρκεί να πούμε ότι οι δυνατότητες είναι σχεδόν απεριόριστες. Αν κάποια ενέργεια θέλουμε να μπορούμε να τη χρησιμοποιούμε σε περισσότερα του ενός προφίλ, χωρίς να χρειάζεται κάθε φορά να την ξαναδημιουργούμε, μπορούμε να την προσθέσουμε στη σχετική ACTIONS LIBRARY (βιβλιοθήκη ενεργειών), από όπου θα είναι διαθέσιμη σε κάθε προφίλ. Η επιλογή LIGHTING EFFECTS μας δίνει μια εξ ίσου εκτενή επιλογή δημιουργίας εφέ φωτισμού. Τα εφέ μπορεί να είναι σε επίπεδα (layers) και να είναι συνεχή ή να ενεργοποιούνται για παράδειγμα με το πάτημα κάποιου πλήκτρου. Υπάρχει και εδώ η σχετική βιβλιοθήκη για να αποθηκεύουμε εφέ φωτισμού που θέλουμε να είναι διαθέσιμα για χρήση σε όλα τα προφίλ. Στην επιλογή PERFORMANCE μπορούμε να ορίσουμε ποιες λειτουργίες θα κλειδώνει το πλήκτρο Win Lock καθώς και τα χρώματα των indicators. Περνάμε στη δεύτερη καρτέλα, το DASHBOARD, όπου μπορούμε να δούμε πληροφορίες για το σύστημά μας και τις υποστηριζόμενες συσκευές. Η τρίτη καρτέλα, αυτή του INSTANT LIGHTING (Στιγμιαίου Φωτισμού) αλλάζει άμεσα το φωτισμό σε ένα από τα διαθέσιμα στατικά χρώματα, σε όλες τις υποστηριζόμενες συσκευές. Η τελευταία καρτέλα είναι αυτή των SETTINGS (Ρυθμίσεις). Το πάνω κομμάτι αφορά τις ρυθμίσεις της επιλεγμένης συσκευής ενώ το κάτω του λογισμικού iCue. Το κάτω κομμάτι έχει 4 καρτέλες. Εδώ βλέπουμε την GENERAL (Γενικά). Υπάρχει ακόμα η OSD που αφορά το On Screen Display... ...η DASHBOARD που αφορά το φόντο στην ομώνυμη καρτέλα που είδαμε... ...και η SENSOR LOGGING που αφορά την καταγραφή των αισθητήρων που υποστηρίζει το iCUE. Η Corsair έχει καταφέρει να συνδυάσει την πληρότητα στις λειτουργίες με την απλότητα χρήσης στο iCUE και αυτό είναι πάντα η συνταγή της επιτυχίας. Γι αυτό και το iCUE αποτελεί ένα από τα ισχυρά χαρτιά της εταιρίας όσον αφορά τις υποστηριζόμενες συσκευές της. Δοκιμές Στις δοκιμές που κάναμε, το Corsair K70 RGB MK.2 SE τα πήγε εξαιρετικά. Το NKRO επιβεβαιώθηκε, αφού όπως μπορείτε να δείτε, μπορέσαμε να καταγράψουμε όλα τα πλήκτρα του πληκτρολογίου ταυτόχρονα. Ο έλεγχος για ghosting δεν έδειξε το παραμικρό πρόβλημα, κάτι που ήταν αναμενόμενο και από τα επιτυχή αποτελέσματα της λειτουργίας NKRO. Δοκιμάστηκαν όλοι οι δυνατοί συνδυασμοί πλήκτρων που τυπικά μπορεί να προκαλούν ghosting και μπορέσαμε να γράψουμε τη φράση "THE QUICK BROWN FOX JUMPS OVER THE LAZY DOG" κρατώντας πατημένα και τα 2 πλήκτρα Shift ταυτόχρονα. Η πληκτρολόγηση ήταν ιδιαίτερα ευχάριστη και η ποιότητα κατασκευής κορυφαία. Τόσο στη χρήση σε παιχνίδια όσο και στη συγγραφή του παρόντος review, το Corsair K70 RGB MK.2 SE δεν άφησε κανένα παράπονο. Εν κατακλείδι To Corsair K70 RGB MK.2 είναι σίγουρα ο άξιος συνεχιστής της παράδοσης της σειράς K70 της Corsair. Αλλά το Corsair K70 RGB MK.2 SE είναι κάτι παραπάνω. Είναι ένα πανέμορφο κόσμημα για το γραφείο σας και έρχεται με τα σαφώς ποιοτικότερα λευκά Double Shot PBT Key Caps. Διαθέτει όλα τα πλεονεκτήματα του Corsair K70 RGB MK.2 όπως NKRO, anti-ghosting, μηχανικούς διακόπτες της Cherry, δυνατότητα αποθήκευσής τριών προφίλ on board για χρήση σε άλλο υπολογιστή χωρίς το εξαιρετικό λογισμικό iCUE της Corsair, ρόδα ελέγχου της έντασης του ήχου, multimedia keys, κατασκευή του επάνω μέρους από αεροπορικό αλουμίνιο, μία θύρα USB 2.0 Pass Through και εξαιρετική ποιότητα κατασκευής. Με το φυσικό χρώμα του αλουμινίου όμως που αναδεικνύει εξαιρετικά το εφέ βουρτσίσματος και τα λευκά Double Shot PBT Key Caps, το Corsair K70 RGB MK.2 SE ξεχωρίζει για την λαμπερή του παρουσία πάνω στο γραφείο σας. Μοναδική και έντονη παραφωνία είναι το γκρι πλαστικό wrist rest, που αν και είναι κατασκευασμένο από καλής ποιότητας πλαστικό, δεν καταφέρνει να εναρμονιστεί ούτε σε ποιότητα ούτε και σε εμφάνιση με το κυρίως σώμα του πληκτρολογίου, μειώνοντας τη συνολική αισθητική του συνόλου. Χωρίς το wrist rest είναι πανέμορφο, αλλά λόγω πάχους του πληκτρολογίου, η χρήση του χωρίς wrist rest μου φάνηκε αρκετά κουραστική. Τη στιγμή της συγγραφής του παρόντος review, δεν μπορέσαμε να βρούμε το Corsair K70 RGB MK.2 SE σε κάποιο Ελληνικό κατάστημα. Η μη SE (Special Edition) έκδοση, το Corsair K70 RGB MK.2, υπάρχει και η τιμή του ξεκινάει από από τα 175 ευρώ περίπου. Το Corsair K70 RGB MK.2 SE καταφέραμε να το εντοπίσουμε στο γερμανικό ebay, με τιμή που ξεκινάει από τα περίπου 190 ευρώ χωρίς τα μεταφορικά για Ελλάδα. Το γεγονός όμως ότι στο γερμανικό ebay η τιμή της SE έκδοσης ήταν η ίδια με της κανονικής, δίνει βάσιμες ελπίδες ότι όταν έρθει η SE έκδοση στην Ελλάδα, η τιμής της θα είναι παρόμοια με της κανονικής, δηλαδή κοντά στα 175 ευρώ. Να σημειώσουμε τέλος ότι το Corsair K70 RGB MK.2 SE έρχεται αποκλειστικά με Cherry MX Speed διακόπτες, ενώ η μη SE έκδοση προσφέρει επιλογή μεταξύ Cherry MX Speed, Cherry MX Red, Cherry MX Brown, Cherry MX Blue και Cherry MX Silent. Ας συνοψίσουμε λοιπόν τα πλεονεκτήματα και τα μειονεκτήματα του Corsair K70 RGB MK.2 SE: Ο καλός - Απλά πανέμορφο! - Εξαιρετική ποιότητα κατασκευής, υλικών και φινίρισμα - Φωτισμός RGB - Double Shot PBT Key Caps - Μηχανικοί διακόπτες Cherry MX Speed με ενεργοποίηση στα 1,2 χιλιοστά - Πολύ καλό λογισμικό ελέγχου iCUE - NKRO και απουσία ghosting - Multimedia Keys - Ρόδα ελέγχου έντασης ήχου και πλήκτρο σίγασης - Αποθήκευση 3 προφίλ στο πληκτρολόγιο και επιλογής τους μέσω ειδικού πλήκτρου Ο Κακός - Το γκρι πλαστικό wrist rest μειώνει σημαντικά τη συνολική αισθητική του συνόλου - Η θύρα USB Pass Through θα μπορούσε να είναι τύπου USB 3.0 αντί για USB 2.0 Ο Αδιάφορος - Η τιμή είναι υψηλή για ένα πληκτρολόγιο αλλά λογική αν υπολογίσουμε όλα τα χαρακτηριστικά και τις δυνατότητές του Με βάση τα παραπάνω, η συνολική βαθμολογία του Corsair K70 RGB MK.2 SE είναι:  theLAB.gr Ευχαριστούμε θερμά την Corsair για την παραχώρηση του δείγματος της δοκιμής. Πολύμερος Αχανιώτης 3/9/2018
  24. Εισαγωγή Κουμπί, or not κουμπί; Ή μήπως οθόνη; Δε θα ήταν καταπληκτικό αν τα πλήκτρα του πληκτρολογίου ήταν μικρές οθόνες, που με έξυπνο τρόπο θα μπορούσαν να αλλάζουν την εικόνα που δείχνουν ανάλογα με το πού βρισκόμαστε και τι κάνουμε; Και ναι, υπάρχουν αρκετές τέτοιες υλοποιήσεις, ακόμα και για ολόκληρα πληκτρολόγια, αλλά η τιμή τους είναι απαγορευτική για το μέσο χρήστη. Εξ' άλλου, δε χρειαζόμαστε πραγματικά τόσο πολλά πλήκτρα με οθόνη. Η Elgato Gaming, την οποία έχει πλέον αγοράσει η Corsair, κυκλοφόρησε πέρυσι το Elgato Stream Deck, το οποίο προσέφερε 15 τέτοια πλήκτρα, ενώ τώρα συμπληρώνει τη σειρά με το μικρό αδελφάκι, το Elgato Stream Deck Mini. To Elgato Stream Deck Mini διαθέτει 6 πλήκτρα - οθόνες και συνεπώς καταλαμβάνει αρκετά μικρότερο χώρο, ενώ παράλληλα είναι πιο οικονομικό από τον μεγάλο του αδελφό. Με τον τρόπο που λειτουργεί όμως, χάρη στη δημιουργία φακέλων και υποφακέλων καθώς και προφίλ, αυτά τα 6 πλήκτρα μπορούν να δώσουν απεριόριστες προγραμματισμένες εντολές. Φωτογράφιση Το Elgato Stream Deck Mini έρχεται σε μια πρωτότυπη, τριγωνική συσκευασία. Η παρουσίαση μετά την αφαίρεση του εξωτερικού, είναι καλοσχεδιασμένη. Εντός της συσκευασίας, βρίσκουμε μόνο τη συσκευή και τα γνωστά φυλλάδια που κανένας δε διαβάζει. Εξ άλλου, δε χρειαζόμαστε και κάτι άλλο. Το Elgato Stream Deck Mini είναι κατασκευασμένο από ποιοτικό πλαστικό με σατινέ υφή, η οποία δεν αναδεικνύει τα δαχτυλικά αποτυπώματα. Η ποιότητα κατασκευής και το φινίρισμα βρίσκονται σε υψηλά επίπεδα. Το σχήμα της συσκευής, όπως και της συσκευασίας, είναι τριγωνικό, με αποτέλεσμα όταν η συσκευή τοποθετηθεί πάνω στο γραφείο, τα πλήκτρα να βρίσκονται κάθετα με τα μάτια του χρήστη, όταν αυτός τα στρέφει προς τη συσκευή. Στο εμπρός μέρος, κάτω από το λογότυπο της εταιρίας και το όνομα της συσκευής (μείον το Mini), βρίσκουμε σε 2 σειρές τα 6 πλήκτρα - οθόνες. Στο πίσω μέρος διακρίνεται το λογότυπο της εταιρείας και το καλώδιο διασύνδεσης. Απλό, λιτό και καλόγουστο. Στο κάτω μέρος, εκτός από τις συνηθισμένες πληροφορίες και πιστοποιήσεις, βλέπουμε ότι σχεδόν όλη η επιφάνεια καλύπτεται από ελαστικό, το οποίο διασφαλίζει τη σταθερότητα της συσκευής, όταν πιέζουμε κάποιο πλήκτρο. Προσοχή, το ελαστικό καλύπτεται από μια ζελατίνη, την οποία αν δεν αφαιρέσετε (Όπως έκανε ο υπόφ... - δε λέμε ποιος, υπολήψεις δε θίγουμε), το Elgato Stream Deck Mini θα γλιστράει και θα μετακινείται εκνευριστικά κάθε φορά που θα πιέζετε ένα πλήκτρο. Μετά την αφαίρεση της ζελατίνης, το ελαστικό κρατάει τη συσκευή στη θέση της άριστα. Πάντως μια ένδειξη Please remove film before use, δε θα έβλαπτε κανέναν. Το καλώδιο διασύνδεσης είναι ένα απλό καλώδιο USB. Θα προτιμούσα να δω ένα sleeved καλώδιο σε ένα τέτοιου είδους περιφερειακό. Software - Stream Deck Το λογισμικό με το οποίο προγραμματίζουμε το Elgato Stream Deck Mini, ονομάζεται Stream Deck. Ξεκινάμε με το βασικό (Default) προφίλ και βλέπουμε στην οθόνη τα 6 πλήκτρα του Elgato Stream Deck Mini. Δεξιά βλέπουμε μια σειρά από δημοφιλή προγράμματα, τα περισσότερα από τα οποία σχετίζονται με το streaming και το gaming. Υπάρχουν όμως και 2 κατηγορίες ακόμα, η κατηγορία Stream Deck και η κατηγορία System που περιέχουν πιο γενικές εντολές, τις οποίες και χρησιμοποίησα παρακάτω για να φτιάξω 2 προφίλ για τις ανάγκες αυτού του review. Κάθε καινούριο προφίλ έχει προγραμματισμένο το τελευταίο πλήκτρο ως καλωσόρισμα. Πιέζοντάς το, πηγαίνουμε κατευθείαν στην ιστοσελίδα του προϊόντος. Φυσικά, μπορούμε να το αφαιρέσουμε και να το αντικαταστήσουμε με ό,τι θέλουμε εμείς. Κάθε πλήκτρο, μπορεί να γίνει φάκελος που μέσα θα μπορεί να περιέχει προγραμματισμένα πλήκτρα εντολών ή άλλους φακέλους. Καθώς τα επίπεδα φακέλων δεν έχουν περιορισμό, το σύνολο των προγραμματισμένων εντολών, είναι απεριόριστο. Ας δούμε τώρα το σύνολο των εντολών που μπορούμε να αναθέσουμε στα πλήκτρα. Στις παρακάτω εικόνες θα ανοίξουμε μία μία όλες τις κατηγορίες του πίνακα στα δεξιά. Η αντιστοίχηση μιας εντολής σε κάποιο πλήκτρο του Elgato Stream Deck Mini γίνεται απλά με drag & drop και στη συνέχεια εμφανίζονται στο κάτω μέρος του παραθύρου του προγράμματος οι επιλογές παραμετροποίησης. Το γρανάζι που βρίσκεται δεξιά του ονόματος του προφίλ (αρκετά προς τα δεξιά) ανοίγει το μενού των προτιμήσεων. Αυτό έχει 3 ταμπέλες. Στην πρώτη, τη γενική (General), μπορούμε να κάνουμε update στο πρόγραμμα και το firmware της συσκευής, να αλλάξουμε το όνομα της συσκευής (αν έχουμε πολλές, αυτό βοηθάει), να ορίσουμε μετά από πόσο χρόνο μη χρήσης θα μπαίνει σε sleep mode και να ορίσουμε τη φωτεινότητα. Στην ταμπέλα των λογαριασμών (Accounts) μπορούμε να δώσουμε τα στοιχεία μας σε διάφορους λογαριασμούς που απαιτούνται για κάποιες από τις λειτουργίες της συσκευής. Τέλος, στον ταμπέλα των προφίλ (Profiles) μπορούμε να δημιουργήσουμε νέα προφίλ, ένα βασικό (Default) και όσα θέλουμε για συγκεκριμένα προγράμματα. Όποτε είναι στο προσκήνιο το κάθε πρόγραμμα που ορίζουμε, η συσκευή περνάει αυτόματα στο σχετικό προφίλ, ενώ όταν κανένα από τα προκαθορισμένα από εμάς προγράμματα δεν είναι στο προσκήνιο, η συσκευή περνάει αυτόματα στο βασικό της προφίλ. Μια ενδιαφέρουσα λειτουργία που χρίζει ιδιαίτερης μνείας, είναι το Multi Action, που βρίσκεται κάτω από την κατηγορία Stream Deck. Με αυτό, μπορούμε να ορίσουμε μια σειρά από λειτουργίες, όποιες θέλουμε εμείς από τη λίστα δεξιά, οι οποίες θα εκτελεστούν όλες σειριακά με το πάτημα ενός και μόνο πλήκτρου. Ουσιαστικά φτιάχνουμε κάτι σαν macro, με πολύ απλό τρόπο. Όπως είναι ολοφάνερο από την μεγάλη πλειοψηφία των υποστηριζόμενων εφαρμογών, από το όνομα και από το γενικότερο marketing της συσκευής, το Elgato Stream Deck Mini απευθύνεται κυρίως σε online content creators και ειδικά σε live streamers. Η εξαιρετική ευελιξία του λογισμικού του επιτρέπει να προσαρμόζεται ακριβώς στις ανάγκες και τις επιθυμίες του κάθε χρήστη. Όπως αντιλαμβάνεστε, τα σενάρια χρήσης είναι ατελείωτα και σαφώς εκτός των στόχων αυτού του review. Έτσι, για να δείξουμε τις δυνατότητες του Elgato Stream Deck Mini με ένα τρόπο φιλικότερο προς όλους, ακόμη και αυτούς που δεν ασχολούνται με online content creation και live streaming, θα χρησιμοποιήσουμε στα παραδείγματά μας τις εντολές που περιέχονται στις κατηγορίες Stream Deck και System, που είναι πιο γενικές και ευκολότερα κατανοητές στο μέσο χρήστη. Να λοιπόν το βασικό (Default) προφίλ που εύκολα δημιούργησα. Οι εικόνες του κάθε πλήκτρου μπορούν να αλλαχτούν από τις προκαθορισμένες και να αντικατασταθούν είτε από εικόνες που έχετε εσείς στο δίσκο σας, είτε από εικόνες που μπορείτε να δημιουργήσετε μέσω της ιστοσελίδας του προγράμματος, χωρίς ιδιαίτερες γνώσεις. Εδώ, τα "Multimedia" και "Web" είναι φάκελοι, με εικονίδια που επέλεξα εγώ από το δίσκο μου. Το Outlook είναι μια συντόμευση που ανοίγει το γνωστό πρόγραμμα του Microsoft Office και το εικονίδιο μπήκε αυτόματα καθώς το Stream Deck το "τράβηξε" από το εκτελέσιμο αρχείο του προγράμματος. Το M6 Encore είναι μια συντόμευση ιστοσελίδας που ανοίγει αυτόματα το μενού του καταπληκτικού Musical Fidelity M6 Encore που βρίσκεται στο δίκτυό μου και του οποίου το Review μπορείτε να διαβάσετε εδώ. Το Calculator ανοίγει το Calculator των Windows και επέλεξα να μην έχει ετικέτα, κάτι που μπορεί να γίνει για κάθε λειτουργία που αντιστοιχίζουμε σε κάποιο πλήκτρο - οθόνη. Το τελευταίο πλήκτρο τρέχει μια εντολή που ενεργοποιεί τον τερματισμό των Windows (shutdown.exe /s /t 0). Ας ανοίξουμε λοιπόν τον πρώτο φάκελο, τον επονομαζόμενο "Multimedia". Βλέπουμε ότι το πρώτο πλήκτρο είναι υποχρεωτικά πλήκτρο επιστροφής στο ανώτερο επίπεδο στη δομή των φακέλων. Αυτό είναι απαραίτητο, καθώς αλλιώς θα ήταν αδύνατη η πλοήγηση μεταξύ φακέλων. Μένουν λοιπόν 5 πλήκτρα για να τα ορίσουμε κι αυτά ως υποφακέλους ή ως εντολές. Εδώ έχουμε βάλει απλές εντολές ελέγχου των πολυμέσων, ενώ δεν έχουμε ορίσει ετικέτες (τίτλους), καθώς τα σύμβολα είναι γνωστά και αυτονόητα. Οι ετικέτες, όπου επιλέγουμε να τις χρησιμοποιήσουμε, μπορεί να είναι και στα Ελληνικά, καθώς και να εμφανίζονται στο κάτω, πάνω η κεντρικό τμήμα της οθόνης του πλήκτρου. Επίσης μπορεί να περιέχουν πάνω από μία γραμμή. Ο δεύτερος φάκελος, το Web, περιέχει συνδέσμους για κάποιες ιστοσελίδες. Κάπως έτσι, με αυτόν τον απλό τρόπο φτιάχνουμε φακέλους, υποφακέλους και εντολές, με από drag & drop και εύκολη παραμετροποίηση. Στο άλλο προφίλ που είδαμε παραπάνω ότι έφτιαξα, δεν έχω βάλει φακέλους. Έχω απλά συντομεύσεις για εντολές του Photoshop. Χρησιμοποίησα ως φόντο σε κάθε πλήκτρο το εικονίδιο του Photoshop και επάνω έβαλα την ετικέτα που περιγράφει την κάθε εντολή. Η στοίχιση της ετικέτας έχει επιλεγεί να είναι στο κέντρο. Η Χρήση Η χρήση του Elgato Stream Deck Mini, αφού παραμετροποιηθεί μέσω του λογισμικού του, είναι εξαιρετικά απλή και ευχάριστη. Πατάς το πλήκτρο, κάνει αυτό που του έχεις πει να κάνει. Με τη σύνδεση του Elgato Stream Deck Mini στον υπολογιστή και αν δε βρει ανοιχτό το λογισμικό του, βλέπουμε στα πλήκτρα - οθόνες το λογότυπο της Elgato, σαν σε Video Wall. Με την εγκατάσταση και την εκτέλεση του λογισμικού, δημιουργείται αυτόματα το βασικό προφίλ, του οποίου η αρχική ρύθμιση έχει όπως είδαμε μόνο το πλήκτρο που μας οδηγεί στη σελίδα της εταιρίας. Ας φορτώσουμε τώρα τα δικά μας προφίλ. Ό,τι βλέπουμε στη συσκευή, εμφανίζεται ταυτόχρονα και στο λογισμικό. Ότι αλλάζουμε στο λογισμικό, αλλάζει αυτόματα και στη συσκευή, σε πραγματικό χρόνο. Τα προφίλ αλλάζουν αυτόματα, όπως τα έχουμε ορίσει. Εδώ βλέπετε πώς φορτώνει αυτόματα το προφίλ του Photoshop που είδαμε παραπάνω, όταν κάνω κλικ στο παράθυρο του Photoshop και το φέρνω στο προσκήνιο και πώς φορτώνεται αμέσως το βασικό (Default) προφίλ όταν κλικάρω εκτός του παραθύρου. Τα πλήκτρα του Elgato Stream Deck Mini κάνουν ένα ικανοποιητικό χαμηλό ήχο όταν τα πιέζεις, σαν επιβεβαίωση ότι τα πίεσες, που μου άρεσε. Είναι όμως δυνατόν, αν πιέσει κάποιος ένα πλήκτρο απαλά και όχι έως το τέρμα, να μην αναγνωριστεί η κίνηση. Γι αυτό λοιπόν, τα πλήκτρα του Elgato Stream Deck Mini πρέπει να πιέζονται αποφασιστικά. Απολογισμός Το Elgato Stream Deck Mini είναι μια συσκευή που με εντυπωσίασε από το γεγονός ότι κάνει ακριβώς αυτό που υπόσχεται, χωρίς προβλήματα, χωρίς "αλλά", απλά και φυσικά. Το λογισμικό είναι εύκολο και λειτουργικό, δεν εντόπισα ούτε bugs ούτε κάτι που θα άλλαζα. Παρά το γεγονός ότι η συσκευή προορίζεται για χρήση από online content creators και live streamers, οι δυνατότητές της είναι σχεδόν απεριόριστες και μπορεί να προσαρμοστεί άνετα και για γενική χρήση, όπως είδαμε στα παραδείγματα παραπάνω. Η ποιότητα κατασκευής είναι εξαιρετική με καλά υλικά και σωστή συναρμογή. Τα πλήκτρα πατιούνται κάνοντας έναν ευδιάκριτο, ικανοποιητικό ήχο που δεν ενοχλεί και αποτελεί εξαιρετικό feedback και το γεγονός ότι το πάτημα καταγράφεται στον τερματισμό του πλήκτρου και όχι αν αυτό πατηθεί πολύ απαλά και για όχι όλη τη διαδρομή του δεν αποτελεί πρόβλημα καθώς αυτή είναι περίπου ενάμισι χιλιοστό. Το μόνο που θα μπορούσε κανείς να βελτιώσει είναι η ανάλυση των οθονών του, οι οποίες όπως είδατε στις κοντινές φωτογραφίες, δεν είναι υπερυψηλή, αλλά για να είμαστε δίκαιοι, το Elgato Stream Deck Mini δεν προορίζεται για να πατάτε τα πλήκτρα με τη μύτη. Στη φυσιολογική απόσταση χρήσης, τα pixels είναι αόρατα, τα χρώματα ζωηρά και το contrast άριστο. Επίσης θα ήθελα το καλώδιο USB να ήταν sleeved, κάτι λογικό για το είδος και την τιμή της συσκευής. Ποια τιμή; Το Elgato Stream Deck Mini δεν υπάρχει αυτή τη στιγμή στα Ελληνικά μαγαζιά. Στο γερμανικό Amazon και στο κατάστημα της ιστοσελίδας της Corsair, η τιμή του είναι στα 99,95 ευρώ, την οποία βρίσκω λογική για τη λειτουργικότητα που προσθέτει στις συσκευές εισαγωγής ενός υπολογιστή. Για σύγκριση, το Elgato Stream Deck με τα 15 πλήκτρα, κοστίζει 149,95 ευρώ, οπότε το κόστος ανά πλήκτρο είναι σημαντικά χαμηλότερο. Αν κάποιος χρειάζεται πολλές εντολές μαζί σε μία σελίδα, αυτό αποτελεί ένα ατού. Κατά τα άλλα, και οι 2 συσκευές, χάρη στα προφίλ και τους φακέλους, δεν έχουν περιορισμό στον αριθμό των εντολών που μπορείτε να προγραμματίσετε σε αυτές. Και το Elgato Stream Deck Mini έχει το πλεονέκτημα του μικρότερου footprint. Ας συνοψίσουμε τα πλεονεκτήματα και τα μειονεκτήματα του Elgato Stream Deck Mini: Πλεονεκτήματα + Εξαιρετική ποιότητα κατασκευής + Εξαιρετική λειτουργικότητα + Εξαιρετικό και πολύ απλό στη χρήση λογισμικό + Προγραμματισμός απεριόριστων λειτουργιών με προφίλ και φακέλους + Καθαρές οθόνες με ζωηρά χρώματα και πολύ καλό contrast + Λαστιχένια επιφάνεια στη βάση που σταθεροποιεί άψογα τη συσκευή Μειονεκτήματα - Θα προτιμούσαμε το καλώδιο να ήταν sleeved Με βάση τα παραπάνω, η συνολική βαθμολογία του Elgato Stream Deck Mini είναι:  theLAB.gr Ευχαριστούμε θερμά την Corsair για την παραχώρηση του δείγματος της δοκιμής. Πολύμερος Αχανιώτης 6/8/2018
  25. Εισαγωγή Σε κάθε τεχνολογία έρχεται ο καιρός της ωρίμανσης, οπότε αρχίζουμε να βλέπουμε προϊόντα χωρίς πολλούς ή και καθόλου συμβιβασμούς. H Corsair, με τη σειρά Vengeance RGB Pro σηματοδοτεί την εποχή της ωρίμανσης στα RGB αρθρώματα μνήμης. Μεγάλη κουβέντα είπες ωρέ reviewer! Και οι μεγάλες κουβέντες χρειάζονται καλές εξηγήσεις. Έτσι λοιπόν, και εφ όσον η Corsair μας έστειλε ένα σετ Corsair Vengeance® RGB Pro 32GB (4x8GB) DDR4 3200MHz C16 σε εντυπωσιακό λευκό χρώμα για να σας παρουσιάσουμε, μας δίνεται η ευκαιρία να δούμε γιατί η σειρά αυτή είναι η χωρίς παραχωρήσεις εκδοχή των RGB αρθρωμάτων μνήμης. Θα μου πείτε, λειτουργικά, δεν είναι καλές; Μόνο για το RGB θα πούμε; Όχι βέβαια, λειτουργικά είναι το ίδιο καλές με τις προηγούμενες υλοποιήσεις της Corsair, δηλαδή απροβλημάτιστες μνήμες υψηλών επιδόσεων. Θα επικεντρώσουμε όμως στις εξαιρετικές RGB δυνατότητες των αρθρωμάτων, καθώς εκεί βρίσκεται η ειδοποιός διαφορά τους, χωρίς να παραλείψουμε και τις δοκιμασίες επί της λειτουργικότητας. Φωτογράφιση Οι Corsair Vengeance® RGB Pro 32GB (4x8GB) DDR4 3200MHz C16 έρχονται σε ένα χαρτονένιο κουτί που τονίζει τον RGB χαρακτήρα του προϊόντος. Εντός, βρίσκουμε δύο συσκευασίες από σκληρό, διάφανο πλαστικό που προστατεύουν, ανά δύο, τα αρθρώματα. Τα αρθρώματα, στη μία πλευρά έχουν το λογότυπο, το οποίο ιριδίζει κάπως στο φως. Στην άλλη πλευρά βλέπουμε τον κωδικό του προϊόντος και τις βασικές παραμέτρους λειτουργίας. Στο επάνω μέρος διακρίνεται το γαλακτερό πλαστικό που διαχέει το φωτισμό των RGB LEDs. Τέλος, βλέπουμε τις Corsair Vengeance® RGB Pro 32GB (4x8GB) DDR4 3200MHz C16 εγκατεστημένες στην ASUS Rampage V Extreme (X99 Chipset) με custom υδρόψυξη. Χαρακτηριστικά Τα χαρακτηριστικά των Corsair Vengeance® RGB Pro 32GB (4x8GB) DDR4 3200MHz C16 φαίνονται στον παρακάτω πίνακα. Corsair iCUE και RGB φωτισμός Κατ' αρχάς, για να λειτουργήσει ο έλεγχος του RGB φωτισμού των αρθρωμάτων, και εφόσον αυτό γίνεται κατ' ευθείαν μέσω των DIMM Slot της μητρικής, χωρίς επιπλέον καλώδια, πρέπει να μπορεί η μητρική να γράψει στο SPD των αρθρωμάτων. Αυτό προϋποθέτει ενεργοποίηση της δυνατότητας μέσω του BIOS της μητρικής. Στην ASUS Rampage V Extreme αυτό γίνεται με την ενεργοποίηση του DRAM SPD Write. Ο έλεγχος του φωτισμού των Corsair Vengeance® RGB Pro 32GB (4x8GB) DDR4 3200MHz C16 μπορεί να γίνει μέσα από αρκετά προγράμματα ελέγχου RGB που παρέχονται μαζί με τις διάφορες RGB μητρικές, και έτσι να έχουμε και συγχρονισμό φωτισμού με αυτές. Η Corsair όμως ενσωματώνει τον έλεγχο και στο δικό της εξαιρετικό πρόγραμμα ελέγχου και ρύθμισης των συσκευών της, το Corsair iCUE. Ανοίγοντας το iCUE βλέπουμε τις υποστηριζόμενες συσκευές που είναι συνδεδεμένες στο σύστημά μας. Ας επιλέξουμε λοιπόν τις Vengeance RGB Pro. Αμέσως βλέπουμε τις θερμοκρασίες των αρθρωμάτων και έχουμε τη δυνατότητα να προσθέσουμε τις θερμοκρασίες αυτές τόσο στο Dashboard (πάνω κίτρινο εικονίδιο με τα 4 τετράγωνα) όσο και στο Space (κάτω κίτρινο εικονίδιο με τις 4 γραμμές). Το ότι τα εικονίδια είναι κίτρινα σημαίνει ότι η συγκεκριμένη ένδειξη θερμοκρασίας έχει καρφιτσωθεί στα αντίστοιχα σημεία, Dashboard και Space. Αν δεν είναι καρφιτσωμένη, τότε τα εικονίδια είναι λευκά. Τώρα τι είναι το Dashboard και τι το Space, θα το μάθουμε λίγο παρακάτω. Ας ξεκινήσουμε με το μενού στα αριστερά λοιπόν και πρώτα με το DIMM SETUP. Εκεί μπορούμε να ορίσουμε το πώς είναι τοποθετημένα τα DIMM Slots της μητρικής μας, τόσο σε θέση (με τα βελάκια που εμφανίζονται όταν επιλέγουμε το κάθε ένα) όσο και να του φέρουμε τα πάνω κάτω με τα κυκλικά βελάκια στο κάτω μέρος του. Έτσι ξέρει το iCUE το πώς είναι τα πράγματα, ώστε να συντονίζει σωστά τα διάφορα εφέ φωτισμού. Προχωρώντας στα LIGHTING EFFECTS (εφέ φωτισμού) βλέπουμε για αρχή ότι μπορούμε να ορίσουμε σε ποιο/α DIMM θα εφαρμόζεται το κάθε εφέ που θα προσθέσουμε καθώς και να βάλουμε πολλαπλά layers (επίπεδα) στα εφέ φωτισμού. Όμως θα ήταν μεγάλη αδικία για τις Corsair Vengeance® RGB Pro 32GB (4x8GB) DDR4 3200MHz C16 να συνεχίσουμε την ανάλυση σε αυτή τη ρύθμιση. Ας κάνουμε λοιπόν μια μικρή παράκαμψη και ας πάμε για λίγο στην καρτέλα SETTINGS (ρυθμίσεις). Εκεί, στο πάνω μέρος, βλέπουμε πολύ λίγα πράγματα: Τον έλεγχο της μέγιστης φωτεινότητας, την αναβάθμιση του Firmware και τη δυνατότητα Enable full software control (ενεργοποίηση πλήρους ελέγχου λογισμικού). Αυτή την τελευταία λειτουργία είναι που πρέπει οπωσδήποτε να ενεργοποιήσουμε. Την ενεργοποιούμε λοιπόν και πάμε πίσω στα εφέ φωτισμού για να δούμε τι έκανε. Αντί για τα κουμπιά εφαρμογής του εφέ για το κάθε άρθρωμα, βλέπουμε 10 ξεχωριστά κουμπάκια πάνω σε κάθε άρθρωμα. Αυτά αντιπροσωπεύουν τα 10 ξεχωριστά ελεγχόμενα RGB LEDs που διαθέτει και μπορούμε πλέον να εφαρμόζουμε το κάθε εφέ φωτισμού σε όσα LEDs θέλουμε, από όσα αρθρώματα θέλουμε. Έχουμε δηλαδή συνολικά στα 4 αρθρώματα, 40 ξεχωριστά ελεγχόμενες ζώνες φωτισμού και πολλά εφέ αλληλεπίδρασης μεταξύ τους. Στη λίστα των εφέ βλέπουμε τα PREDIFINED (προκαθορισμένα), CUSTOM (προσαρμόσιμα) και LIGHTING LINK (διασύνδεσης φωτισμού). Τα PREDIFINED είναι τα πιο εύκολα στη χρήση και με την παραμετροποίηση που διαθέτουν μπορούν να δώσουν πολλούς συνδυασμούς φωτισμών που θα ικανοποιήσουν απόλυτα τη μεγάλη πλειοψηφία των χρηστών. Για τους πιο απαιτητικούς, υπάρχουν τα CUSTOM, τα οποία μπορεί κανείς να παραμετροποιήσει εντελώς. Τα LIGHTING LINK είναι προκαθορισμένα εφέ που συνδυάζουν φωτισμό σε 2 ή περισσότερες συσκευές. Δηλαδή μπορείτε να έχετε εφέ που συνεχίζονται και περιλαμβάνουν π.χ. τις μνήμες και το πληκτρολόγιό σας ή και άλλες υποστηριζόμενες συσκευές. Στη συνέχεια θα δούμε τα PREDIFINED εφέ φωτισμού μαζί με σχετικά σύντομα Video! Ξεκινάμε με το πρώτο, το Raibow Wave, στο οποίο μπορούμε να ορίσουμε την ταχύτητα σε Slow (αργό), Medium (μεσαίο) και Fast (γρήγορο) και την κατεύθυνση του εφέ σε αριστερά, δεξιά, πάνω ή κάτω. Ας το δούμε σε μεσαία ταχύτητα και προς τα δεξιά. Το δεύτερο εφέ είναι το SPIRAL RAINBOW, το ίδιο με πριν αλλά σε σπιράλ. Εδώ η κατεύθυνση είναι δεξιόστροφη ή αριστερόστροφη. Οι επιλογές ταχύτητας παραμένουν οι ίδιες 3 σε όλα τα εφέ. Ας το δούμε σε μεσαία ταχύτητα και δεξιόστροφα. Το τρίτο εφέ είναι το RAINBOW. Η μόνη ρύθμιση είναι η ταχύτητα. Ας το δούμε σε μεσαία ταχύτητα. Το τέταρτο εφέ είναι το COLOR SHIFT. Εδώ μπορούμε να έχουμε είτε τυχαία χρώματα, είτε να ορίσουμε 2 χρώματα που θα εναλλάσσονται. Υπάρχει και η γνωστή ρύθμιση ταχύτητας. Ας δούμε το εφέ COLOR SHIFT με τυχαία χρώματα, σε μεσαία ταχύτητα. Τις ίδιες ακριβώς δυνατότητες ρυθμίσεων παρέχει και το πέμπτο εφέ, το COLOR PULSE. Ας δούμε και το COLOR PULSE με τυχαία χρώματα και μεσαία ταχύτητα. Στο έκτο εφέ, το COLOR WAVE, έχουμε τις ίδιες επιλογές με τα δύο παραπάνω, συν την κατεύθυνση, αριστερά, δεξιά, πάνω ή κάτω. Ας δούμε το COLOR WAVE με τυχαία χρώματα, μεσαία ταχύτητα και κατεύθυνση δεξιά. Το έβδομο εφέ είναι το RAIN. Οι επιλογές ρυθμίσεων είναι οι ίδιες, με τις δυνατές κατευθύνσεις να είναι πάνω ή κάτω. Αυτό το εφέ κάτι μου λέει... Matrix anyone? Ας δούμε το RAIN με τυχαία χρώματα, μεσαία ταχύτητα και κατεύθυνση προς τα κάτω. Το όγδοο από τα προκαθορισμένα εφέ είναι το VISOR. Ίδιες ρυθμίσεις και εδώ, με την κατεύθυνση να μπορεί να είναι οριζόντια ή κάθετη. Ας δούμε το VISOR με τυχαία χρώματα, μεσαία ταχύτητα και οριζόντια κατεύθυνση.