Jump to content


Search the Community

Showing results for tags 'thelab'.

  • Search By Tags

    Type tags separated by commas.
  • Search By Author

Content Type


Forums

  • TheLab.gr
    • Thelab.gr Νέα και σχόλια
    • Παρουσιάσεις Μελών
    • Από το Εργαστήρι
    • Τεχνολογικοί Προβληματισμοί
    • Δημοσκοπήσεις
  • Hardware & Overclocking
    • Intel Platform
    • AMD Platform
    • Κάρτες Γραφικών
    • Μνήμες RAM DDR/DDR2/DDR3/DDR4/DDR5
    • Συσκευές Αποθήκευσης
    • Κουτιά
    • Ψύξη
    • Τροφοδοτικά
    • Γενικά για Η/Υ
    • Modding & DIY
    • Μετρήσεις & Αποτελέσματα Υπερχρονισμών
  • Εργαλεία και Ιδιοκατασκευές (DIY)
    • Το στέκι του μάστορα
  • Περιφερειακά
    • Οθόνες & Projectors
    • Πληκτρολόγια και ποντίκια
    • Ήχος και Multimedia
    • Εκτυπωτές
    • Λοιπά Περιφερειακά
    • Τεχνολογία VR
  • Software & Δίκτυα
    • Windows
    • Linux
    • Mac OS
    • Δίκτυα
    • Internet & Τηλεφωνία
    • Antivirus & Security
  • Gaming
    • PC Gaming
    • Steam & άλλες κοινότητες
    • Console & Handheld Gaming
  • Κινητές πλατφόρμες
    • Φορητοί υπολογιστές
    • Smartphones
    • Tablets
    • Gadgets
  • Φωτογραφία κι εξοπλισμός
    • Φωτογραφικές μηχανές και λοιπά αξεσουάρ
    • Φωτογραφίες, επεξεργασία και δοκιμές
  • IT Section
    • Servers - Ηardware & Cloud Apps
    • Server OS & Virtualisation
    • Networking
    • Programming - Scripting & Databases
    • Web Development & DTP
  • Προσφορές & καταστήματα
    • Προσφορές και ευκαιρίες αγορών
    • Τι-Που-Πόσο
  • Γενική Συζήτηση
    • Off topic
    • The Jungle
    • Forum Δοκιμών
    • Αρχείο

Categories

  • Δελτία Τύπου
  • Hardware
  • Windows
  • Linux
  • Software
  • Artificial Intelligence
  • Gaming
  • Geek
  • Ασφάλεια
  • Διαδίκτυο
  • Crypto
  • FinTech
  • Κινητά
  • Επιστήμη
  • Tech Industry
  • Home Entertaiment
  • Προσφορές
  • Consumer's bulletin
  • Press Releases in English
  • Ειδήσεις

Categories

  • Cases Reviews
  • Heatsinks, Coolers & Watercooling Reviews
  • Input Devices & Peripherals Reviews
  • Barebones, NAS, Media Players Reviews
  • SSDs, HDDs and Controllers Reviews
  • Smartphones, Tablets and Gadgets Reviews
  • VGAs, Motherboards, CPUs & RAM Reviews
  • Power Supplies Reviews
  • Software & Games Reviews
  • Από το Εργαστήρι
  • Reviews in English

Categories

  • Desktop - Laptop
  • Monitors - TVs
  • Hardware Parts
  • Peripherals
  • Gaming Consoles
  • Mobile Devices
  • Gadgets
  • Hand - Electric Tools
  • Διάφορα
  • Ζήτηση
  • Προσφορά και ζήτηση εργασίας

Blogs

  • in|security
  • Advertorial
  • InfoLab
  • Co-LAB
  • Kingston`s Spot

Find results in...

Find results that contain...


Date Created

  • Start

    End


Last Updated

  • Start

    End


Filter by number of...

Joined

  • Start

    End


Group


Website URL


Περιοχή


Ενδιαφέροντα


Επάγγελμα


Steam


Biography

  1. Εισαγωγή Μόλις λίγες ημέρες πριν, δημοσίευσα το πρώτο μου SSD Review που αφορά drive το οποίο κάνει χρήση της τεχνολογίας HMB ώστε να επιτύχει σχετικά καλές επιδόσεις χωρίς τη χρήση DRAM cache chip. Το εν λόγω drive είναι ο Corsair MP600 Elite with Heatsink 2TB που παρά την απουσία DRAM cache αποτελεί μια από τις πιο premium προτάσεις της Corsair, κάτι που είναι εμφανές τόσο από τις επιδόσεις του όσο και από το κόστος του. Πηγή διαγράμματος Αντιθέτως, ο SSD που θα δούμε σήμερα κάνει χρήση της τεχνολογίας HMB με στόχο το χαμηλό κόστος και όχι τις υψηλές επιδόσεις, διατηρώντας όμως αρκετά καλές επιδόσεις ώστε το Value for Money να είναι δελεαστικό. Πρόκειται για τον Kioxia Exceria Plus G3 2TB. Θα καταφέρει ο Kioxia Exceria Plus G3 2TB να ισορροπήσει στη λεπτή γραμμή μεταξύ κόστους και επιδόσεων, ώστε να σας δελεάσει; Πάμε να δούμε. Από τη Συσκευασία μέχρι το Πυρίτιο - Τι ακριβώς αγοράζουμε Ο Kioxia Exceria Plus G3 2TB έρχεται σε ένα τυπικό, χαρτονένιο κουτί όπου κυριαρχεί το μαύρο και το κλασσικό γαλάζιο της Kioxia. Στο εμπρός μέρος βρίσκουμε το όνομα του μοντέλου, τη χωρητικότητα και την υποσχόμενη ταχύτητα ανάγνωσης ενώ στο πίσω μέρος, η μόνη χρήσιμη πληροφορία είναι η 5ετής εγγύηση, κάτι θετικό για budget drive. Εντός της συσκευασίας βρίσκουμε μια κατασκευή από λεπτό χαρτόνι που φιλοξενεί το drive, καθώς και τα συνοδευτικά φυλλάδια. Τα φυλλάδια είναι δύο και συγκεκριμένα ένα quick start guide και οι απαραίτητες οδηγίες ασφαλείας. Παρά την εκτεταμένη χρήση χαρτονιού - αποφυγή πλαστικού έως αυτό το σημείο, το drive έρχεται προστατευμένο μέσα σε ένα πλαστικό, διάφανο σακουλάκι. Πρόκειται για έναν τυπικό M.2 SSD μεγέθους 2280, με μπλε PCB. Το drive έχει όλο του το κύκλωμα στην επάνω πλευρά η οποία καλύπτεται από το τυπικό μεταλλικό αυτοκόλλητο που λειτουργεί ως υποτυπώδες heat spreader. Στην κάτω πλευρά βρίσκουμε αυτοκόλλητο με το μοντέλο, τις πιστοποιήσεις και τη χωρητικότητα του drive. Κάτω από το αυτοκόλλητο - Heat Spreader της επάνω πλευράς βρίσκουμε τον ελεγκτή του drive καθώς και 4 NAND chips. Απουσιάζει φυσικά κάποιο DRAM cache chip, καθώς, όπως είπαμε, ο Kioxia Exceria Plus G3 2TB κάνει χρήση της τεχνολογίας HMB. Ο ελεγκτής είναι ο Phison PS5021-E21T του οποίου το interface είναι το PCIe Gen4x4 NVMe, οι υποστηριζόμενες χωρητικότητες έως 4TB και οι ταχύτητες φτάνουν τα Sequential Read/Write (up to): 5.000/4.500 MB/s και Random 4K Read/Write (up to): 780.000/800.000 IOPS. Η μέγιστη θερμοκρασία λειτουργίας είναι οι 70°C, ενώ το Datasheet μας λέει ότι υποστηρίζονται End-To-End Data Path Protection, LDPC ECC και RAID ECC, καθώς επίσης και πρωτόκολλα ασφαλείας Pyrite, AES 256, SHA 512, RSA 4096 και TCG Opal. Πρόκειται δηλαδή για μια χαμηλότερων επιδόσεων έκδοση του ελεγκτή που είχαμε δει να χρησιμοποιείται στον Corsair MP600 Elite with Heatsink 2TB, με χαμηλότερες ταχύτητες και χαμηλότερα IOPS καθώς και τη μισή μέγιστη χωρητικότητα, αλλά με τα ίδια λοιπά χαρακτηριστικά λειτουργίας και ασφάλειας. Τα NAND chips που χρησιμοποιεί ο Kioxia Exceria Plus G3 2TB φέρουν τον κωδικό TH58LKT2Z25BA8K Δυστυχώς, παρά την εκτεταμένη έρευνα, δεν μπόρεσα να βρω το πλήρες Datasheet για τα συγκεκριμένα NAND chips, είναι όμως κατασκευασμένα από την Kioxia. Πρόκειται για 3D TLC NAND και η χωρητικότητα του κάθε ενός από τα συγκεκριμένα NAND chips είναι 4096Gb, ή αλλιώς 512GB. Εφ' όσον o Kioxia Exceria Plus G3 2TB διαθέτει 4 τέτοια chips, η συνολική του χωρητικότητα φτάνει τα 2TB. Τεχνικά Χαρακτηριστικά Τα τεχνικά χαρακτηριστικά του Kioxia Exceria Plus G3 2TB, ακριβώς όπως αναφέρονται στην ιστοσελίδα της εταιρίας, φαίνονται στον παρακάτω πίνακα. Η μέγιστη ταχύτητα ανάγνωσης φτάνει τα 5.000MB/s, που είναι και το όριο του συγκεκριμένου ελεγκτή, αλλά η μέγιστη ταχύτητα εγγραφής περιορίζεται στα 3.900MB/s παρά τη δυνατότητα του ελεγκτή να φτάσει ταχύτητα εγγραφών έως 4.500MB/s. Αυτό υποδηλώνει ότι πιθανότατα η NAND που χρησιμοποιεί ο Kioxia Exceria Plus G3 2TB είναι ο περιοριστικός παράγοντας στις ταχύτητες εγγραφής. Όσον αφορά τα IOPS, το drive φαίνεται να επιτυγχάνει 680.000 IOPS στις αναγνώσεις, από τα 780.000 IOPS που είναι το όριο του ελεγκτή, αλλά με κάποιο τρόπο να ξεπερνάει τα μέγιστα IOPS εγγραφών που αναφέρονται στο Datasheet του ελεγκτή ως 800.000, φτάνοντας τα 950.000 IOPS. Φαίνεται ότι είτε το Datasheet της Phison χρειάζεται ανανέωση είτε τα στοιχεία της Kioxia, διόρθωση. Το drive καλύπτεται από 5ετή εγγύηση. Συνοδευτικό Λογισμικό Η Kioxia προσφέρει το δικό της SSD Utility που συνοδεύει τα προϊόντα της και είναι καλοσχεδιασμένο και πλήρες. Χωρίζεται σε 4 καρτέλες στο κάτω μέρος, η πρώτη εκ των οποίων ονομάζεται Disk Information και είναι αυτή που αφορά τον SSD. Επιλέγοντας την καρτέλα Disk information στο κάτω μέρος, εμφανίζονται 6 καρτέλες στο επάνω μέρος. Η πρώτη από αυτές ονομάζεται Summary και παρουσιάζει χρήσιμες πληροφορίες για το drive, συγκεντρωμένες σε μία σελίδα, όπως τη χωρητικότητα, την υγεία, τη θερμοκρασία, το interface και τη λειτουργία του HMB (Host Memory Buffer). Η δεύτερη καρτέλα αφορά το Firmware Update, το οποίο μπορεί να γίνει απ' ευθείας μέσω διαδικτύου ή εναλλακτικά από κάποιο αρχείο αποθηκευμένο σε τοπικό μέσο αποθήκευσης. Ο Kioxia Exceria Plus G3 2TB ήρθε με το τελευταίο Firmware ήδη εγκατεστημένο. Στην τρίτη καρτέλα βλέπουμε τις πληροφορίες που παρέχει το σύστημα SMART του drive. Η τέταρτη καρτέλα μας δείχνει πιθανά ενεργά Alerts καθώς και αυτά που έχουν συμβεί στο παρελθόν. Η πέμπτη καρτέλα είναι η SSD Details, στην οποία βρίσκουμε κάποιες εύληπτες λεπτομέρειες σχετικά με το drive. Η έκτη και τελευταία καρτέλα που αφορά το Disk Information είναι η Format NVMe, η οποία παρέχει δυνατότητές Secure Erase και Advanced Format. Και αφού τελειώσαμε και με τις 6 καρτέλες του άνω μέρους της επιλογής Disk Information, πάμε να δούμε την καρτέλα System, στο κάτω μέρος, που περιλαμβάνει εκτενείς πληροφορίες για το σύστημά μας. Ακολουθεί η καρτέλα Settings, που περιλαμβάνει ρυθμίσεις για την εφαρμογή SSD Utility. Η εφαρμογή υποστηρίζει 6 γλώσσες, μη συμπεριλαμβανομένης της Ελληνικής. Τελευταία είναι η καρτέλα Help, από όπου μπορούμε να επικοινωνήσουμε με την εταιρία για την παροχή υποστήριξης. Συνολικά, το Kioxia SSD Utility είναι ένα μοντέρνο και πλήρες συνοδευτικό λογισμικό με απλή λειτουργία και ευχάριστη χρήση. Σύστημα Δοκιμών και Μεθοδολογία Παρακάτω βλέπετε τις πλήρεις προδιαγραφές του συστήματος δοκιμών. Το λειτουργικό σύστημα πάνω στο οποίο γίνονται οι δοκιμές είναι τα Windows 11 Pro. Οι δοκιμές στις οποίες θα υποβάλω τον Kioxia Exceria Plus G3 2TB χωρίζονται σε 6 κατηγορίες: Δοκιμασίες πραγματικής ελαφριάς χρήσης. Δοκιμασίες πραγματικής κανονική χρήσης. Δοκιμασίες πραγματικής εξαιρετικά βαριάς χρήσης. Δοκιμασίες σε πραγματική χρήση gaming. Συνθετικά benchmarks. Ανάλυση σε βάθος. Οι μετρήσεις θα συγκριθούν με τον Corsair MP600 Elite with Heatsink 2TB τον Corsair MP600 PRO NH 2TB, τον Corsair MP600 PRO 2TB, τον Samsung 980 Pro 1TB, τον Samsung 990 Pro 2TB και τον Western Digital Black SN850X 1TB. Θα συγκρίνουμε συνεπώς τον Kioxia Exceria Plus G3 2TB τόσο με ένα άλλο drive που κάνει χρήση της τεχνολογίας HMB αλλά χρησιμοποιεί ισχυρότερο ελεγκτή όσο και με κάποια από τα κορυφαία drives της αγοράς. Μείνετε συντονισμένοι. Μετά τις δοκιμές ακολουθεί σχολιασμός, βαθμολογία και συμπεράσματα. Δοκιμασίες Ελαφριάς Χρήσης Για να δοκιμάσω τον Kioxia Exceria Plus G3 2TB σε πραγματική ελαφριά χρήση, όπως εργασία γραφείου, internet browsing, άνοιγμα φωτογραφιών κλπ, χρησιμοποίησα το Quick Systerm Drive Benchmark του PCMark 10, καθώς το συγκεκριμένο benchmark προσομοιώνει την πραγματική χρήση στα παραπάνω σενάρια. Τα αποτελέσματα δείχνουν ότι ο Kioxia Exceria Plus G3 2TB αποτελεί μια εξαιρετική λύση για ελαφριά χρήση, καθώς έχει σχεδόν τις ίδιες επιδόσεις με τον θεωρητικά ισχυρότερο Corsair MP600 Elite with Heatsink 2TB και συνολικά μια από τις καλύτερες επιδόσεις στο συγκριτικό διάγραμμα. Δοκιμασίες Κανονικής Χρήσης Παρόμοια εικόνα έχουμε και στο PCMark 10 Full System Drive Benchmark που προσομοιώνει πραγματική χρήση του drive σε πιο απαιτητικές καθημερινές εργασίες, με τη διαφορά ότι ο WD Black SN850X που για κάποιον αδιευκρίνιστο λόγο δεν είχε δείξει τα δόντια του στο προηγούμενο τεστ, ανακάμπτει και παίρνει τη 2η θέση, ενώ ο Kioxia Exceria Plus G3 2TB παίρνει την τρίτη θέση ξεπερνώντας τον Corsair MP600 Elite with Heatsink 2TB. Δοκιμασίες Εξαιρετικά Βαριάς Χρήσης Το PCMark 10 Drive Performance Consistency Test είναι πραγματικά άνευ σημασίας για τη μεγάλη πλειοψηφία των οικιακών χρηστών και προσομοιάζει πολύ περισσότερο τη χρήση σε περιβάλλον διακομιστή (server) καθώς βασανίζει το drive ασταμάτητα επί ώρες, γράφοντας πάνω από 20TB συνεχόμενα και χωρίς διάλλειμα, κάτι που δε θα συμβεί ποτέ σε οικιακή χρήση. Στην περίπτωση αυτή, οι επιδόσεις του Kioxia Exceria Plus G3 2TB παρέμειναν ανέλπιστα καλές, αφού πήρε την τρίτη θέση, πίσω από τα drives της Samsung που παραδοσιακά έχουν τις καλύτερες επιδόσεις στην εν λόγω δοκιμή. Θυμίζω ξανά ότι η συγκεκριμένη δοκιμασία δεν αφορά παρά ελάχιστες περιπτώσεις χρηστών που σαφώς θα έκαναν καλύτερα ούτως ή άλλως να στραφούν σε κάποιο enterprise drive για τέτοιου είδους χρήση. Δοκιμασίες σε Χρήση Gaming Κάτι που ενδιαφέρει αναμφίβολα πολλούς χρήστες είναι οι επιδόσεις των SSDs στο Gaming και εδώ ο Kioxia Exceria Plus G3 2TB δείχνει τις αδυναμίες του, πετυχαίνοντας την προτελευταία θέση στην κατάταξη, χωρίς όμως να υστερεί τόσο ώστε να αποτελεί πιθανό πρόβλημα. Απλά δεν είναι ανάμεσα στα ταχύτερα drives. Τα κορυφαία drives σε χρήση gaming είναι o Samsung 990 Pro και ο WD Black SN850X. Και κάπου εδώ τελειώνει όλη η ουσία των δοκιμών. Τα όποια συμπεράσματα σχετικά με τις επιδόσεις του Kioxia Exceria Plus G3 2TB πρέπει να προκύψουν από τα παραπάνω και μόνο. Παρ΄ όλα αυτά, αποφάσισα να παραθέσω τα αποτελέσματα από κάποια δημοφιλή συνθετικά benchmark που μπορεί κάποιοι χρήστες να βρούνε χρήσιμα. Συνθετικά Benchmarks Ξεκινάμε με το ATTO Disk Benchmark. Παρακάτω παραθέτω τα αποτελέσματα και των άλλων drives, για σύγκριση. Ακολουθούν τα αποτελέσματα του CrystalDiskMark 8.04. Στη συνέχεια βλέπουμε τα αποτελέσματα του AS SSD Benchmark. Anvil's Storage Utilities benchmark. Τέλος, τα AIDA64 Average Read και Write Access καθώς και τα HD Tune Pro Random Read και Write Access δείχνουν την αμεσότητα στην απόκριση των drives. Όπως ήδη ανέφερα, τα συνθετικά benchmarks έχουν ιδιαιτέρως περιορισμένη σημασία στην εκτίμηση των πραγματικών επιδόσεων και έτσι δε θεωρώ ότι πρέπει να ληφθούν σοβαρά υπ' όψιν. Θερμική συμπεριφορά Τόσο στο datasheet του ελεγκτή όσο και στα τεχνικά χαρακτηριστικά της Kioxia αναφέρεται ότι η υψηλότερη θερμοκρασία λειτουργίας είναι οι 70 βαθμοί Κελσίου. Δεν πρόκειται για ιδιαίτερα υψηλή θερμοκρασία και είχα μια σχετική ανησυχία σχετικά με πιθανό throttling. Η θερμική κάμερα αποκάλυψε ότι κατά τη διάρκεια συνεχών αναγνώσεων... ...όσο και κατά τη διάρκεια παρατεταμένων, συνεχών εγγραφών, το drive παρέμεινε σε πολύ χαμηλές θερμοκρασίες και χωρίς υποψία throttling. Η θερμοκρασία του περιβάλλοντος κατά τη διάρκεια των δοκιμών ήταν 19°C ενώ η θερμοκρασία που ανέφερε το Kioxia SSD Utility δεν ξεπέρασε τους 36°C κατά τις αναγνώσεις και τους 48°C κατά τις εγγραφές. Αυτά φυσικά κάτω από την ψύκτρα της ASUS Crosshair X670E Hero που είναι κατασκευασμένη για να δαμάζει ακόμα και τα θερμόαιμα PCIe 5.0 drives αλλά και πάλι οι θερμικές αυτές επιδόσεις υποδεικνύουν ότι το drive ενδείκνυται ακόμα και για χρήση σε εφαρμογές με περιορισμένες δυνατότητες ψύξης, όπως σε φορητούς υπολογιστές. Ανάλυση σε βάθος Σε αυτό το τμήμα του review, θα χρησιμοποιήσουμε κάποιες πιο εξειδικευμένες δοκιμασίες για να δούμε τη συμπεριφορά του drive με περισσότερη λεπτομέρεια. Συγκεκριμένα θα χρησιμοποιήσουμε το Disk Benchmark του AIDA64. Στο πρώτο διάγραμμα βλέπουμε την ταχύτητα ανάγνωσης σε όλη την έκταση του drive. Ο Kioxia Exceria Plus G3 2TB πέτυχε εξαιρετικές επιδόσεις ανάγνωσης που ξεπερνούν τόσο τις προδιαγραφές του όσο και αυτές που είχε πετύχει ο Corsair MP600 Elite with Heatsink 2TB, οποίος ήταν το ταχύτερο drive σε αυτή τη δοκιμή μέχρι τώρα. Ακολουθούν τα αποτελέσματα των άλλων drives. Οι εγγραφές αποκαλύπτουν τη γνωστή ιστορία όλων των SSD που χρησιμοποιούν TLC. Βλέπετε, οι TLC NAND δεν έχουν καλές ταχύτητες εγγραφής. Γι' αυτό οι εταιρείες δε διαφημίζουν ποτέ αυτή την ταχύτητα. Αντιθέτως, χρησιμοποιούν ένα μέρος της TLC NAND σε λειτουργία SLC. Όπα φίλε, μισό λεπτό! Τι είναι αυτό το TLC και τι είναι το SLC που μας λες; OK, μικρή ανάλυση λοιπόν, για να είμαστε στην ίδια σελίδα. Να με συγχωρήσουν οι γνώστες και τελειομανείς που θα είναι πολύ εκλαϊκευμένη η εξήγηση και οι μη σχετικοί που θα είναι πολύ "επιστημονική", αλλά πρέπει να συναντηθούμε κάπου στη μέση. Το κάθε κελί μνήμης τύπου NAND, μπορεί να αποθηκεύσει μία ηλεκτρική τάση και να την κρατήσει εκεί. Στην περίπτωση του πρώτου τύπου NAND που χρησιμοποιήθηκε σε SSD, τον τύπο SLC (Single Level Cell) αν υπάρχει ηλεκτρική τάση, αυτό σημαίνει αξία 1 και αν δεν υπάρχει, αξία 0. Αυτό για τον υπολογιστή είναι ένα bit και 8 bits μας κάνουν ένα byte. Στην SLC NAND λοιπόν, κάθε κελί αποθηκεύει 1 bit και ο Controller έχει την πολύ εύκολη δουλειά να ξεχωρίσει ανάμεσα σε τάση και όχι τάση, πράγμα που γίνεται με πολύ μεγάλη ταχύτητα και ακόμη και αν το κελί έχει παλιώσει και φθαρεί. Συνεπώς η SLC NAND είναι πολύ γρήγορη και πολύ ανθεκτική στις εγγραφές που φθείρουν τα κελιά της. Αποθηκεύει όμως 1 μόνο bit ανά κελί. SLC NAND βρίσκαμε μόνο σε Enterprise level SSDs γιατί παρά τα πλεονεκτήματά της, είναι πολύ ακριβή. Και τώρα πλέον, ούτε καν εκεί. H MLC NAND αποθηκεύει 2 bit σε κάθε κελί. Ναι, αλλά εμείς είπαμε ότι το μόνο που αποθηκεύει ένα κελί NAND είναι μια ηλεκτρική τάση. Πώς λοιπόν μια ηλεκτρική τάση μπορεί να αντιστοιχιστεί σε 2 bit, δηλαδή σε ένα οποιονδήποτε διψήφιο συνδυασμό από 0 και 1; Απλό! Οι συνδυασμοί αυτοί κατά το νόμο των πιθανοτήτων είναι 22 δηλαδή 4 και συγκεκριμένα οι 00, 01, 10, και 11. Αν θεωρήσουμε ότι η απουσία ηλεκτρικής τάσης αντιστοιχεί στο 00, θα χρειαστούμε 3 διαφορετικές ηλεκτρικές τάσεις για να αντιστοιχίσουμε στις υπόλοιπες τιμές. Κάπως έτσι λειτουργεί η MLC. Είναι πλέον προφανές ότι η MLC θα λειτουργεί πιο αργά από την SLC, καθώς ο ελεγκτής θα πρέπει να ξεχωρίσει 4 διαφορετικές καταστάσεις του κάθε κελιού, συμπεριλαμβανομένων 3 διαφορετικών ηλεκτρικών τάσεων. Συνεπώς το σύστημα θα λειτουργεί πιο αργά και επιπλέον θα είναι πιο επιρρεπές στη φθορά των κελιών κατά τις εγγραφές και θα έχει μικρότερη διάρκεια ζωής. Εν τούτοις, η MLC NAND είναι εξαιρετική λύση για οικιακή χρήση, που όμως - δυστυχώς - εγκαταλήφθηκε πλέον από όλους τους κατασκευαστές, προκειμένου να μειώσουν το κόστος κατασκευής, χρησιμοποιώντας TLC (και σε κάποιες περιπτώσεις QLC) NAND. Η TLC NAND, που χρησιμοποιεί ο Kioxia Exceria Plus G3 2TB, όπως και τα 6 drives με τα οποία τον συγκρίνουμε, αποθηκεύει 3 bit σε κάθε κελί! Αυτό σημαίνει 23 δηλαδή 8 διαφορετικούς συνδυασμούς (000, 001, 010, 100, 011, 110, 101, 111). Κατά αναλογία με πριν, έχουμε εκτός από την απουσία τάσης, 7 διαφορετικές τιμές που κάνει πολύ πιο δύσκολη τη δουλειά του Controller. Εδώ πλέον οι εγγραφές γίνονται πολύ αργές. Η δε φθορά των κελιών που προκαλείται από τους κύκλους εγγραφών είναι ακόμα πιο σημαντική και η ζωή των κελιών πολύ πιο μικρή. Για να το αντιμετωπίσουν αυτό οι εταιρείες και να κάνουν τη χρήση TLC NAND μια βιώσιμη λύση για τους SSD, χρησιμοποιούν κάποια τεχνάσματα που βασίζονται σε πολύπλοκους και ισχυρούς ελεγκτές και εξειδικευμένο firmware. Το πιο βασικό τέχνασμα είναι να χρησιμοποιούν ένα μέρος της ελεύθερης TLC NAND σε λειτουργία SLC, εν είδει cache. Δηλαδή οι εγγραφές πραγματοποιούνται στην SLC cache σε πραγματικό χρόνο και αργότερα, το drive με την ησυχία του περνάει τα δεδομένα στην πολύ πιο αργή TLC NAND. Φυσικά οι εταιρείες δεν το διαφημίζουν αυτό και ο μέσος χρήστης νομίζει ότι αγοράζει drive με ταχύτητες εγγραφής που μπορεί να πετύχει η NAND του drive όταν λειτουργεί ως SLC cache ενώ η αλήθεια είναι πολύ πιο πικρή. Γι' αυτό βλέπουμε TLC drives που είναι πολύ πιο οικονομικά από τα MLC να διαφημίζουν υψηλότερες ταχύτητες, αυτές της πολύ γρήγορης SLC cache, η οποία όμως όταν τελειώνει κατά τη διάρκεια μεγαλύτερων εγγραφών, ξαφνικά στέλνει τις επιδόσεις βόλτα και μάλιστα με τα πόδια! Πόση σημασία έχει αυτό στην πράξη; Μεγάλη κουβέντα και οι απόψεις διίστανται. Σε μια απλή χρήση που βασίζεται κυρίως σε αναγνώσεις και λίγες εγγραφές, τα TLC drives τα πάνε μια χαρά. Όταν τα πράγματα ζορίζουν και χρειάζονται μεγαλύτερες και συχνότερες εγγραφές που δε δίνουν χρόνο στην SLC cache των TLC drives να αδειάσει τα δεδομένα της και να είναι έτοιμη για την επόμενη χρήση, ίσως θα ήταν καλύτερη η χρήση ενός SSD με MLC NAND. Τώρα που ξέρουμε λοιπόν, ας πάμε να δούμε πώς συμπεριφέρεται ο Kioxia Exceria Plus G3 2TB στις εγγραφές. Όπως βλέπουμε στο πρώτο γράφημα που αφορά τον Kioxia Exceria Plus G3 2TB, το drive ξεκινάει τις εγγραφές με ταχύτητα κοντά στα 3.800MB/s. Καθώς το drive είναι εντελώς άδειο, έχει τη δυνατότητα να χρησιμοποιήσει ένα πολύ μεγάλο μέρος της TLC NAND του ως SLC cache και έτσι συνεχίζει σε αυτή την ταχύτητα μέχρι να γεμίσει περίπου το 27% της χωρητικότητας του drive, οπότε και η ταχύτητα πέφτει κοντά στα 500MB/s. Το drive συνεχίζει σε αυτή την ταχύτητα μέχρι να φτάσει περίπου στο 63% της χωρητικότητάς του όπου και πέφτει κάτω από τα 200 MB/s. Φαίνεται λοιπόν ότι ο Kioxia Exceria Plus G3 2TB όχι μόνο δε διαθέτει DRAM cache και χρησιμοποιεί αντί αυτής την τεχνολογία HMB, αλλά παράλληλα χρησιμοποιεί και ιδιαίτερα αργή NAND. Παρά όμως τη χρήση του πιο αργού ελεγκτή και της σημαντικά πιο αργής NAND, ο Kioxia Exceria Plus G3 2TB επιτυγχάνει επιδόσεις εγγραφών, σε αυτή τη δοκιμασία, που κατά μέσο όρο είναι ελαφρώς χαμηλότερες από αυτές που είχε πετύχει ο Corsair MP600 Elite with Heatsink 2TB, που κάνει χρήση του ταχύτερου ελεγκτή και μιας από τις ταχύτερες TLC NAND που έχω δει. Αυτό φαίνεται να οφείλεται στην πιο εκτεταμένη χρήση SLC cache καθώς και ενδεχομένως άλλων Firmware optimizations. Ακολουθούν τα αποτελέσματα των άλλων drives. Συμπεράσματα και βαθμολογία - Το δια ταύτα Κάπως έτσι φτάσαμε στην ώρα του απολογισμού και των συμπερασμάτων. O Kioxia Exceria Plus G3 2TB βασίζεται στον ελεγκτή Phison PS5021-E21T του οποίου βασικό χαρακτηριστικό είναι η λειτουργία χωρίς DRAM cache και με τη χρήση της τεχνολογίας HMB (Host Memory Buffer). Ο στόχος είναι η αντιστάθμιση της απουσίας DRAM μέσω της χρήσης τμήματος της μνήμης RAM του συστήματος. Όπως είδαμε από τα αποτελέσματα των δοκιμών, σε ελαφριά αλλά και σε κανονική χρήση, ο Kioxia Exceria Plus G3 2TB κατάφερε πολύ καλές επιδόσεις, ξεπερνώντας αυτές άλλων drives τα οποία κάνουν χρήση DRAM cache. Οι επιδόσεις του ακόμα και σε εξαιρετικά παρατεταμένες εγγραφές - που μόνο σε περιβάλλον server θα συναντήσουμε - ήταν αρκετά καλές. Στον αντίποδα, οι κάτω του μετρίου επιδόσεις του στη χρήση gaming, αφορούν σημαντική μερίδα του αγοραστικού κοινού. Όλα αυτά βέβαια θα πρέπει να κριθούν υπό το πρίσμα του κόστους του drive. Τη στιγμή της συγγραφής του παρόντος Review, το κόστος του Kioxia Exceria Plus G3 2TB στην Ελληνική αγορά ξεκινάει από τα 136,70 ευρώ, συμπεριλαμβανομένου του ΦΠΑ, κάτι που τον κάνει το οικονομικότερο drive από όσα είδαμε στα διαγράμματα της δοκιμής. Εν τούτοις, ο κατά τη γνώμη μου καλύτερος Western Digital Black SX850X 2TB ξεκινάει από τα 152,22 ευρώ και αποτελεί ισχυρό ανταγωνιστή καθώς η σχετικά μικρή διαφορά στο κόστος συνοδεύεται από σημαντική διαφορά στις επιδόσεις, ειδικά στη χρήση gamng. Τα υπόλοιπα drives της δοκιμής ξεφεύγουν σημαντικά όσον αφορά το κόστος. Ας συνοψίσουμε τα πλεονεκτήματα και τα μειονεκτήματα του Kioxia Exceria Plus G3 2TB: Πλεονεκτήματα + Kαλές επιδόσεις σε ελαφριά και κανονική χρήση. + Κόστος. + 5ετής εγγύηση. + End-to-end data protection. + Pyrite/OPAL AES 256-bit encryption. + Πολύ καλό συνοδευτικό λογισμικό. Μειονεκτήματα - Χαμηλές επιδόσεις στο gaming. Με βάση τα παραπάνω, η συνολική βαθμολογία του Kioxia Exceria Plus G3 2TB είναι:  theLAB.gr Ευχαριστούμε θερμά την Kioxia για την παραχώρηση του δείγματος της δοκιμής. Πολύμερος Αχανιώτης 05/02/2024
  2. Εισαγωγή Όταν ενημερώθηκα ότι θα παραλάβω τον νέο SSD της Corsair με όνομα Corsair MP600 Elite, η πρώτη μου σκέψη ήταν ότι πιθανώς να είναι η νέα ναυαρχίδα της εταιρίας, καθώς τι μπορεί να είναι καλύτερο από το Elite? Όταν όμως είδα τα χαρακτηριστικά, συνειδητοποίησα ότι πρόκειται για μία υλοποίηση χωρίς DRAM cache, που κάνει χρήση της μνήμης του συστήματος μέσω της τεχνολογίας HMB (Host Memory Buffer). Η τεχνολογία HMB που περιγράφεται στο παρακάτω διάγραμμα (λεπτομέρειες, για όσους ενδιαφέρονται, στην πηγή) επιτρέπει στον ελεγκτή του SSD να χρησιμοποιεί ένα τμήμα της μνήμης RAM του συστήματος, αντισταθμίζοντας σε μεγάλο, αλλά όχι σε πλήρη βαθμό την απουσία DRAM cache από τον SSD. Πηγή διαγράμματος Έτσι, οι κατασκευαστές μπορούν να προσφέρουν οικονομικότερα drives που - θεωρητικά - δεν απέχουν πολύ σε επιδόσεις από αυτά που διαθέτουν DRAM cache. Απαραίτητες προϋποθέσεις είναι η χρήση του πρωτοκόλλου διασύνδεσης NVME 1.2 ή νεότερου, που υποστηρίζει την τεχνολογία HMB και - φυσικά - η υποστήριξη της τεχνολογίας HMB από την ελεγκτή του SSD. Ενώ λοιπόν στο παρελθόν η απουσία DRAM cache οδηγούσε απαρέγκλιτα σε ιδιαίτερα χαμηλές επιδόσεις, η τεχνολογία HMB υπόσχεται να αλλάξει τα δεδομένα. Καθώς πρόκειται για το πρώτο drive που δοκιμάζω με αυτή την τεχνολογία, είμαι πραγματικά περίεργος για τα αποτελέσματα. Από τη Συσκευασία μέχρι το Πυρίτιο - Τι ακριβώς αγοράζουμε Αλλά ας πάρουμε τα πράγματα από την αρχή. Ο Corsair MP600 Elite with Heatsink 2ΤΒ έρχεται σε ένα χαρτονένιο, ιλουστρασιόν κουτί που φέρει μια φωτογραφία του προϊόντος και αναφέρει τα βασικά του χαρακτηριστικά. Το μόνο "παρελκόμενο" που βρίσκουμε εντός του κουτιού είναι 1 φυλλάδιο με πληροφορίες ασφαλείας. Μια ευχάριστη έκπληξη είναι η χρήση ανακυκλωμένου χαρτονιού αντί για πλαστικό για την προστασία του drive. Το μόνο πλαστικό της συσκευασίας είναι πλέον ένα μικρό, αναδιπλούμενο, διάφανο πλαστικό στο πίσω μέρος της συσκευασίας για την ανάρτηση του προϊόντος στο κατάστημα πώλησης. Ο Corsair MP600 Elite with Heatsink 2ΤΒ έχει το τυπικό M.2 2280 form factor, μαύρo PCB και μια καλαίσθητη μαύρη ψύκτρα. Η επάνω επιφάνεια φέρει πτυχώσεις του αλουμινίου που αυξάνουν την επιφάνεια εκπομπής της θερμότητας ενώ στο ένα άκρο φέρει το λογότυπο της εταιρίας και το μοντέλο του drive. Στο κάτω μέρος βρίσκουμε ένα αυτοκόλλητο με τις πιστοποιήσεις, τη χώρα κατασκευής (Taiwan) και τη χωρητικότητα του drive. Τα επάνω και κάτω τμήματα της ψύκτρας ενώνονται με 4 βίδες τύπου PH1, 2 σε κάθε πλαϊνό. Ξεβιδώνοντας τις 4 βίδες, το κάτω μέρος της ψύκτρας αφαιρείται εύκολα. Αντιθέτως, το επάνω μέρος μοιάζει κολλημένο σταθερά στο λεπτό και εύθραυστο PCB και απαιτεί υπομονή και προσοχή για την αποκόλλησή του. Μετά την αποκόλληση γίνεται εμφανές το γιατί, καθώς η Corsair δε χρησιμοποίησε thermal pad, όπως συνηθίζεται, αλλά μια πηχτή πάστα. Η λύση αυτή προσφέρει καλύτερη μεταφορά θερμότητας. Το αρνητικό της χρήσης του συγκεκριμένου thermal interface είναι η δυσκολία καθαρισμού του από το PCB. Λίγα λεπτά με χρήση ισοπροπυλικής αλκοόλης και μαλακής οδοντόβουρτσας αργότερα, βλέπουμε τα βασικά στοιχεία του drive. Αυτά είναι 2 NAND chips και ο controller. Απουσιάζει φυσικά η DRAM. Το κάτω μέρος του PCB δε φέρει ηλεκτρονικά στοιχεία αλλά φέρει το ίδιο αυτοκόλλητο που είδαμε και στο κάτω μέρος της ψύκτρας. Ο ελεγκτής είναι ο Phison PS5027-E27T του οποίου το interface είναι το PCIe Gen4x4 NVMe, οι υποστηριζόμενες χωρητικότητες έως 8TB και οι ταχύτητες φτάνουν τα Sequential Read/Write (up to): 7.400/6.700 MB/s και Random 4K Read/Write (up to): 1.200.000/1.200.000 IOPS. Η μέγιστη θερμοκρασία λειτουργίας είναι οι 70°C, ενώ το Datasheet μας λέει ότι υποστηρίζονται End-To-End Data Path Protection, LDPC ECC και RAID ECC, καθώς επίσης και πρωτόκολλα ασφαλείας Pyrite, AES 256, SHA 512, RSA 4096 και TCG Opal. Τα NAND chips που χρησιμοποιεί ο Corsair MP600 Elite with Heatsink 2ΤΒ φέρουν τον κωδικό T2BIGA5A1V. Δυστυχώς, παρά την εκτεταμένη έρευνα, δεν μπόρεσα να βρω το πλήρες Datasheet για τα συγκεκριμένα NAND chips, είναι όμως κατά πάσα πιθανότητα (βάση του κωδικού) κατασκευασμένα από την Toshiba. Πρόκειται για 3D TLC NAND και η χωρητικότητα του κάθε ενός από τα συγκεκριμένα NAND chips είναι 8192Gb, ή αλλιώς 1024GB. Εφ' όσον o Corsair MP600 Elite with Heatsink 2ΤΒ διαθέτει 2 τέτοια chips, η συνολική του χωρητικότητα φτάνει τα 2TB. Τεχνικά Χαρακτηριστικά Τα τεχνικά χαρακτηριστικά του Corsair MP600 Elite with Heatsink 2ΤΒ, ακριβώς όπως αναφέρονται από την Corsair, φαίνονται στον παρακάτω πίνακα. Το drive καλύπτεται από 5ετή εγγύηση. Συνοδευτικό Λογισμικό Το λογισμικό που συνοδεύει τους SSDs της Corsair, ονομάζεται Corsair SSD Toolbox. Σε αντίθεση με την εξαιρετική δουλειά πού έχει κάνει η Corsair με το iCue, το Corsair SSD Toolbox έχει μείνει χωρίς ουσιαστική εξέλιξη εδώ και αρκετά χρόνια, κάτι που είναι άμεσα εμφανές από το ξεπερασμένο αισθητικά interface του. Η πλοήγηση γίνεται από το κάθετο μενού στα αριστερά και περιλαμβάνει 6 καρτέλες. Στην πρώτη, που ονομάζεται Drive Information (πληροφορίες για το drive), βλέπουμε τα βασικά στοιχεία του κάθε συνδεδεμένου drive και, εφ' όσον αυτό υποστηρίζεται από το πρόγραμμα, μπορούμε να κάνουμε και Firmware Update. Ο έλεγχος του firmware είναι άμεσος και online, απλοποιώντας τη διαδικασία και ελαχιστοποιώντας πιθανά λάθη του χρήστη. Η δεύτερη καρτέλα που ονομάζεται Overprovision αφορά το manual Over Provisioning, κάτι που δεν υποστηρίζεται από τον Corsair MP600 Elite with Heatsink 2ΤΒ, είτε πριν είτε και μετά το partitioning του drive. Η τρίτη καρτέλα, S.M.A.R.T. Status (κατάσταση του S.M.A.R.T.) μας δίνει πληροφορίες για την κατάσταση του drive, όπως την υγεία του και το σύνολο των αναγνώσεων και εγγραφών που έχει συνολικά πραγματοποιήσει. Σε αυτήν την καρτέλα θα προτιμούσα μια πιο εύληπτη παρουσίαση για τον μη ειδικό χρήστη και όχι μια ξερή παρουσίαση των περιεχομένων του S.M.A.R.T. table. Η τέταρτη καρτέλα λέγεται Disk Clone (κλωνοποίηση δίσκου) και περιέχει ένα απλό Disk Cloning εργαλείο το οποίο δυστυχώς δεν υποστηρίζει το cloning ούτε από ούτε προς τον Corsair MP600 Elite with Heatsink 2ΤΒ. Η πέμπτη καρτέλα που ονομάζεται Optimize (βελτιστοποίηση), περιέχει την εντολή ενεργοποίησης του TRIM, κάτι που στον Corsair MP600 Elite with Heatsink 2ΤΒ ελέγχεται από τα Windows και δεν μπορεί να ενεργοποιηθεί κατά βούληση από το χρήστη. Η έκτη και τελευταία καρτέλα με το όνομα Secure Wipe (ασφαλής καθαρισμός) περιέχει ένα εργαλείο ασφαλούς διαγραφής των περιεχομένων του drive, με τρόπο ώστε η επαναφορά τους να είναι αδύνατη. Το εργαλείο φαίνεται να κάνει πραγματικό wipe, sector by sector, κάτι που είναι παράξενο για SSD, καθώς το secure wipe που έχω δει γενικά σε SSD είναι συνολικό και στιγμιαίο. Αυτό με κάνει να υποθέτω ότι πιθανώς όχι μόνο σβήνει τα περιεχόμενα του drive αλλά όντως γράφει από πάνω τους, σαν να πρόκειται για secure wipe μηχανικού δίσκου. Αν ισχύει κάτι τέτοιο, η λειτουργία αυτή καταναλώνει άνευ λόγου κύκλους εγγραφών της NAND του drive. Τα 3 εικονίδια πάνω αριστερά, κάτω από το σήμα της Corsair, αφορούν τη λειτουργία βοήθειας, που εξηγεί κάποιες λειτουργίες του προγράμματος, τις πληροφορίες της έκδοσης του προγράμματος και την ανανέωση της λίστας των drives. Η πρώτη και τελευταία λειτουργία είναι αυτονόητες και δεν έχουμε να σχολιάσουμε κάτι σχετικά, αλλά η δεύτερη, εκτός από το να μας δείξει την έκδοση του προγράμματος, παρέχει και τη δυνατότητα ελέγχου για ύπαρξη νεότερης έκδοσης. Συνολικά, το Corsair SSD Toolbox κάνει λίγα και βασικά πράγματα. Επιτρέπει τον έλεγχο για αναβαθμισμένη έκδοση του firmware online και πραγματοποιεί την αναβάθμιση όταν υπάρχει, διαβάζει το S.M.A.R.T. του drive και πραγματοποιεί μια ύποπτη διαδικασία secure wipe. Θα ήθελα να δω μια ανανεωμένη έκδοση, με μοντέρνο interface, μεγαλύτερη φιλικότητα προς το χρήστη και φυσικά πλήρη λειτουργικότητα. Σύστημα Δοκιμών και Μεθοδολογία Παρακάτω βλέπετε τις πλήρεις προδιαγραφές του συστήματος δοκιμών. Το λειτουργικό σύστημα πάνω στο οποίο γίνονται οι δοκιμές είναι τα Windows 11 Pro. Οι δοκιμές στις οποίες θα υποβάλω τον Corsair MP600 Elite with Heatsink 2ΤΒ χωρίζονται σε 6 κατηγορίες: Δοκιμασίες πραγματικής ελαφριάς χρήσης. Δοκιμασίες πραγματικής κανονική χρήσης. Δοκιμασίες πραγματικής εξαιρετικά βαριάς χρήσης. Δοκιμασίες σε πραγματική χρήση gaming. Συνθετικά benchmarks. Ανάλυση σε βάθος. Οι μετρήσεις θα συγκριθούν με τον Corsair MP600 PRO NH 2TB, τον Corsair MP600 PRO 2TB, τον Samsung 980 Pro 1TB, τον Samsung 990 Pro 2TB και τον Western Digital Black SN850X 1TB. Θα συγκρίνουμε συνεπώς τον Corsair MP600 Elite with Heatsink 2ΤΒ τόσο με τα 2 ταχύτερα PCIe Gen4 drives της εταιρίας, όσο και με κάποια από τα κορυφαία drives της αγοράς. Μείνετε συντονισμένοι. Μετά τις δοκιμές ακολουθεί σχολιασμός, βαθμολογία και συμπεράσματα. Δοκιμασίες Ελαφριάς Χρήσης Για να δοκιμάσω τον Corsair MP600 Elite with Heatsink 2ΤΒ σε πραγματική ελαφριά χρήση, όπως εργασία γραφείου, internet browsing, άνοιγμα φωτογραφιών κλπ, χρησιμοποίησα το Quick Systerm Drive Benchmark του PCMark 10, καθώς το συγκεκριμένο benchmark προσομοιώνει την πραγματική χρήση στα παραπάνω σενάρια. Τα αποτελέσματα δείχνουν ότι ο Corsair MP600 Elite with Heatsink 2ΤΒ είναι σημαντικά ταχύτερος των άλλων μοντέλων της εταιρίας και ελαφρά πιο αργός μόνο από τον κορυφαίο Samsung 990 Pro. Δοκιμασίες Κανονικής Χρήσης Παρόμοια εικόνα έχουμε και στο PCMark 10 Full System Drive Benchmark που προσομοιώνει πραγματική χρήση του drive σε πιο απαιτητικές καθημερινές εργασίες, με τη διαφορά ότι ο WD Black SN850X που για κάποιον αδιευκρίνιστο λόγο δεν είχε δείξει τα δόντια του στο προηγούμενο τεστ, ανακάμπτει και παίρνει τη 2η θέση, μετά τον Samsung 990 Pro. Εν τούτοις, η 3η θέση και μάλιστα με μικρή διαφορά από τις 2 πρώτες εξακολουθεί να κάνει τον Corsair MP600 Elite with Heatsink 2ΤΒ τον ταχύτερο SSD της εταιρίας. Δοκιμασίες Εξαιρετικά Βαριάς Χρήσης Το PCMark 10 Drive Performance Consistency Test είναι πραγματικά άνευ σημασίας για τη μεγάλη πλειοψηφία των οικιακών χρηστών και προσομοιάζει πολύ περισσότερο τη χρήση σε περιβάλλον διακομιστή (server) καθώς βασανίζει το drive ασταμάτητα επί ώρες, γράφοντας πάνω από 20TB συνεχόμενα και χωρίς διάλλειμα, κάτι που δε θα συμβεί ποτέ σε οικιακή χρήση. Στην περίπτωση αυτή, οι επιδόσεις του Corsair MP600 Elite with Heatsink 2ΤΒ έπεσαν κατακόρυφα, κάτω από αυτές των ομόσταυλων drives, και τον κατατάσσουν προτελευταίο, ενώ ο Western Digital Black SN850X πήρε την τελευταία θέση στην κατάταξη. Θυμίζω ξανά ότι η συγκεκριμένη δοκιμασία δεν αφορά παρά ελάχιστες περιπτώσεις χρηστών που σαφώς θα έκαναν καλύτερα ούτως ή άλλως να στραφούν σε κάποιο enterprise drive για τέτοιου είδους χρήση. Δοκιμασίες σε Χρήση Gaming Κάτι που ενδιαφέρει αναμφίβολα πολλούς χρήστες είναι οι επιδόσεις των SSDs στο Gaming και εδώ ο Corsair MP600 Elite with Heatsink 2ΤΒ έχει μέτριες επιδόσεις, ελάχιστα καλύτερες από αυτές του Corsair MP600 Pro και σημαντικά υποδεέστερες του Corsair MP600 Pro NH. Ειδικά όπου απαιτούνται εγγραφές, όπως η εγκατάσταση και το σώσιμο του παιχνιδιού, ο Corsair MP600 Elite with Heatsink 2ΤΒ έχει χαμηλότερες επιδόσεις. Τα κορυφαία drives σε χρήση gaming είναι o Samsung 990 Pro και ο WD Black SN850X. Και κάπου εδώ τελειώνει όλη η ουσία των δοκιμών. Τα όποια συμπεράσματα σχετικά με τις επιδόσεις του Corsair MP600 Elite with Heatsink 2ΤΒ πρέπει να προκύψουν από τα παραπάνω και μόνο. Παρ΄ όλα αυτά, αποφάσισα να παραθέσω τα αποτελέσματα από κάποια δημοφιλή συνθετικά benchmark που μπορεί κάποιοι χρήστες να βρούνε χρήσιμα. Συνθετικά Benchmarks Ξεκινάμε με το ATTO Disk Benchmark. Παρακάτω παραθέτω τα αποτελέσματα και των άλλων drives, για σύγκριση. Ακολουθούν τα αποτελέσματα του CrystalDiskMark 8.04. Στη συνέχεια βλέπουμε τα αποτελέσματα του AS SSD Benchmark. Anvil's Storage Utilities benchmark. Τέλος, τα AIDA64 Average Read και Write Access καθώς και τα HD Tune Pro Random Read και Write Access δείχνουν την αμεσότητα στην απόκριση των drives. Όπως ήδη ανέφερα, τα συνθετικά benchmarks έχουν ιδιαιτέρως περιορισμένη σημασία στην εκτίμηση των πραγματικών επιδόσεων και έτσι δε θεωρώ ότι πρέπει να ληφθούν σοβαρά υπ' όψιν. Θερμική συμπεριφορά Τόσο στο datasheet του ελεγκτή όσο και στα τεχνικά χαρακτηριστικά της Corsair αναφέρεται ότι η υψηλότερη θερμοκρασία λειτουργίας είναι οι 70 βαθμοί Κελσίου. Δεν πρόκειται για ιδιαίτερα υψηλή θερμοκρασία και είχα μια σχετική ανησυχία σχετικά με πιθανό throttling. Η θερμική κάμερα αποκάλυψε ότι κατά τη διάρκεια συνεχών αναγνώσεων... ...όσο και κατά τη διάρκεια παρατεταμένων, συνεχών εγγραφών, το drive παρέμεινε σε λογικές θερμοκρασίες και χωρίς υποψία throttling. Η θερμοκρασία του περιβάλλοντος κατά τη διάρκεια των δοκιμών ήταν 19°C ενώ η θερμοκρασία που ανέφερε το Corsair SSD Toolbox δεν ξεπέρασε τους 59°C. Ανάλυση σε βάθος Σε αυτό το τμήμα του review, θα χρησιμοποιήσουμε κάποιες πιο εξειδικευμένες δοκιμασίες για να δούμε τη συμπεριφορά του drive με περισσότερη λεπτομέρεια. Συγκεκριμένα θα χρησιμοποιήσουμε το Disk Benchmark του AIDA64. Στο πρώτο διάγραμμα βλέπουμε την ταχύτητα ανάγνωσης σε όλη την έκταση του drive. Ακολουθούν τα αποτελέσματα των άλλων drives. Φαίνεται ότι στη δοκιμασία αυτή, ο Corsair MP600 Elite with Heatsink 2ΤΒ είναι το ταχύτερο από όλα τα drives. Οι εγγραφές αποκαλύπτουν τη γνωστή ιστορία όλων των SSD που χρησιμοποιούν TLC. Βλέπετε, οι TLC NAND δεν έχουν καλές ταχύτητες εγγραφής. Γι' αυτό οι εταιρείες δε διαφημίζουν ποτέ αυτή την ταχύτητα. Αντιθέτως, χρησιμοποιούν ένα μέρος της TLC NAND σε λειτουργία SLC. Όπα φίλε, μισό λεπτό! Τι είναι αυτό το TLC και τι είναι το SLC που μας λες; OK, μικρή ανάλυση λοιπόν, για να είμαστε στην ίδια σελίδα. Να με συγχωρήσουν οι γνώστες και τελειομανείς που θα είναι πολύ εκλαϊκευμένη η εξήγηση και οι μη σχετικοί που θα είναι πολύ "επιστημονική", αλλά πρέπει να συναντηθούμε κάπου στη μέση. Το κάθε κελί μνήμης τύπου NAND, μπορεί να αποθηκεύσει μία ηλεκτρική τάση και να την κρατήσει εκεί. Στην περίπτωση του πρώτου τύπου NAND που χρησιμοποιήθηκε σε SSD, τον τύπο SLC (Single Level Cell) αν υπάρχει ηλεκτρική τάση, αυτό σημαίνει αξία 1 και αν δεν υπάρχει, αξία 0. Αυτό για τον υπολογιστή είναι ένα bit και 8 bits μας κάνουν ένα byte. Στην SLC NAND λοιπόν, κάθε κελί αποθηκεύει 1 bit και ο Controller έχει την πολύ εύκολη δουλειά να ξεχωρίσει ανάμεσα σε τάση και όχι τάση, πράγμα που γίνεται με πολύ μεγάλη ταχύτητα και ακόμη και αν το κελί έχει παλιώσει και φθαρεί. Συνεπώς η SLC NAND είναι πολύ γρήγορη και πολύ ανθεκτική στις εγγραφές που φθείρουν τα κελιά της. Αποθηκεύει όμως 1 μόνο bit ανά κελί. SLC NAND βρίσκαμε μόνο σε Enterprise level SSDs γιατί παρά τα πλεονεκτήματά της, είναι πολύ ακριβή. Και τώρα πλέον, ούτε καν εκεί. H MLC NAND αποθηκεύει 2 bit σε κάθε κελί. Ναι, αλλά εμείς είπαμε ότι το μόνο που αποθηκεύει ένα κελί NAND είναι μια ηλεκτρική τάση. Πώς λοιπόν μια ηλεκτρική τάση μπορεί να αντιστοιχιστεί σε 2 bit, δηλαδή σε ένα οποιονδήποτε διψήφιο συνδυασμό από 0 και 1; Απλό! Οι συνδυασμοί αυτοί κατά το νόμο των πιθανοτήτων είναι 22 δηλαδή 4 και συγκεκριμένα οι 00, 01, 10, και 11. Αν θεωρήσουμε ότι η απουσία ηλεκτρικής τάσης αντιστοιχεί στο 00, θα χρειαστούμε 3 διαφορετικές ηλεκτρικές τάσεις για να αντιστοιχίσουμε στις υπόλοιπες τιμές. Κάπως έτσι λειτουργεί η MLC. Είναι πλέον προφανές ότι η MLC θα λειτουργεί πιο αργά από την SLC, καθώς ο ελεγκτής θα πρέπει να ξεχωρίσει 4 διαφορετικές καταστάσεις του κάθε κελιού, συμπεριλαμβανομένων 3 διαφορετικών ηλεκτρικών τάσεων. Συνεπώς το σύστημα θα λειτουργεί πιο αργά και επιπλέον θα είναι πιο επιρρεπές στη φθορά των κελιών κατά τις εγγραφές και θα έχει μικρότερη διάρκεια ζωής. Εν τούτοις, η MLC NAND είναι εξαιρετική λύση για οικιακή χρήση, που όμως - δυστυχώς - εγκαταλήφθηκε πλέον από όλους τους κατασκευαστές, προκειμένου να μειώσουν το κόστος κατασκευής, χρησιμοποιώντας TLC (και σε κάποιες περιπτώσεις QLC) NAND. Η TLC NAND, που χρησιμοποιεί ο Corsair MP600 Elite with Heatsink 2ΤΒ, όπως και τα 5 drives με τα οποία τον συγκρίνουμε, αποθηκεύει 3 bit σε κάθε κελί! Αυτό σημαίνει 23 δηλαδή 8 διαφορετικούς συνδυασμούς (000, 001, 010, 100, 011, 110, 101, 111). Κατά αναλογία με πριν, έχουμε εκτός από την απουσία τάσης, 7 διαφορετικές τιμές που κάνει πολύ πιο δύσκολη τη δουλειά του Controller. Εδώ πλέον οι εγγραφές γίνονται πολύ αργές. Η δε φθορά των κελιών που προκαλείται από τους κύκλους εγγραφών είναι ακόμα πιο σημαντική και η ζωή των κελιών πολύ πιο μικρή. Για να το αντιμετωπίσουν αυτό οι εταιρείες και να κάνουν τη χρήση TLC NAND μια βιώσιμη λύση για τους SSD, χρησιμοποιούν κάποια τεχνάσματα που βασίζονται σε πολύπλοκους και ισχυρούς ελεγκτές και εξειδικευμένο firmware. Το πιο βασικό τέχνασμα είναι να χρησιμοποιούν ένα μέρος της ελεύθερης TLC NAND σε λειτουργία SLC, εν είδει cache. Δηλαδή οι εγγραφές πραγματοποιούνται στην SLC cache σε πραγματικό χρόνο και αργότερα, το drive με την ησυχία του περνάει τα δεδομένα στην πολύ πιο αργή TLC NAND. Φυσικά οι εταιρείες δεν το διαφημίζουν αυτό και ο μέσος χρήστης νομίζει ότι αγοράζει drive με ταχύτητες εγγραφής που μπορεί να πετύχει η NAND του drive όταν λειτουργεί ως SLC cache ενώ η αλήθεια είναι πολύ πιο πικρή. Γι' αυτό βλέπουμε TLC drives που είναι πολύ πιο οικονομικά από τα MLC να διαφημίζουν υψηλότερες ταχύτητες, αυτές της πολύ γρήγορης SLC cache, η οποία όμως όταν τελειώνει κατά τη διάρκεια μεγαλύτερων εγγραφών, ξαφνικά στέλνει τις επιδόσεις βόλτα και μάλιστα με τα πόδια! Πόση σημασία έχει αυτό στην πράξη; Μεγάλη κουβέντα και οι απόψεις διίστανται. Σε μια απλή χρήση που βασίζεται κυρίως σε αναγνώσεις και λίγες εγγραφές, τα TLC drives τα πάνε μια χαρά. Όταν τα πράγματα ζορίζουν και χρειάζονται μεγαλύτερες και συχνότερες εγγραφές που δε δίνουν χρόνο στην SLC cache των TLC drives να αδειάσει τα δεδομένα της και να είναι έτοιμη για την επόμενη χρήση, ίσως θα ήταν καλύτερη η χρήση ενός SSD με MLC NAND. Τώρα που ξέρουμε λοιπόν, ας πάμε να δούμε πώς συμπεριφέρεται ο Corsair MP600 Elite with Heatsink 2ΤΒ στις εγγραφές. Όπως βλέπουμε στο πρώτο γράφημα που αφορά τον Corsair MP600 Elite with Heatsink 2ΤΒ, το drive ξεκινάει τις εγγραφές με ταχύτητα άνω των 6000MB/s. Καθώς το drive είναι εντελώς άδειο, έχει τη δυνατότητα να χρησιμοποιήσει ένα πολύ μεγάλο μέρος της TLC NAND του ως SLC cache, αλλά για κάποιο λόγο φαίνεται ότι χρησιμοποιεί μόλις το 3%. Στη συνέχεια η ταχύτητα εγγραφής πέφτει στην πραγματική ταχύτητα που μπορεί να δώσει η TLC NAND που χρησιμοποιεί το drive και που είναι κοντά στα 1390MB/s, με την ελάχιστη ταχύτητα που καταγράφηκε να είναι τα 1135MB/s. Ενώ λοιπόν το drive διαθέτει ανταγωνιστική μέγιστη ταχύτητα εγγραφής και εξαιρετική ελάχιστη ταχύτητα εγγραφής, οι συνολικές επιδόσεις του σε παρατεταμένες εγγραφές δεν είναι καλές λόγω του μικρού ποσοστού της χωρητικότητάς του που χρησιμοποιεί ως SLC cache. Μια σχετική έρευνα έδειξε ότι αυτό μάλλον δεν οφείλεται στην απουσία DRAM και τη χρήση της τεχνολογίας HMB, καθώς άλλα drives που χρησιμοποιούν την ίδια τεχνολογία κάνουν χρήση μεγαλύτερου ποσοστού της NAND τους ως SLC cache. Η θετική πλευρά είναι ότι καθώς γεμίζει το drive, οι επιδόσεις του δε θα επηρεαστούν σημαντικά, λόγω ελάττωσης του ελεύθερου χώρου για χρήση ως SLC cache αλλά από την άλλη το drive θα μπορούσε να έχει σημαντικά καλύτερες επιδόσεις αν χρησιμοποιούσε μεγαλύτερο ποσοστό της NAND του ως SLC cache. Αυτό είναι πάντως κάτι που μπορεί να αλλάξει σε κάποια αναβάθμιση του firmware. Ακολουθούν τα αποτελέσματα των άλλων drives. Συμπεράσματα και βαθμολογία - Το δια ταύτα Κάπως έτσι φτάσαμε στην ώρα του απολογισμού και των συμπερασμάτων. O Corsair MP600 Elite with Heatsink 2ΤΒ βασίζεται στον ελεγκτή Phison PS5027-E27T του οποίου βασικό χαρακτηριστικό είναι η λειτουργία χωρίς DRAM cache και με τη χρήση της τεχνολογίας HMB (Host Memory Buffer). Ο στόχος είναι η αντιστάθμιση της απουσίας DRAM μέσω της χρήσης τμήματος της μνήμης RAM του συστήματος. Όπως είδαμε από τα αποτελέσματα των δοκιμών, σε ελαφριά αλλά και σε κανονική χρήση, ο Corsair MP600 Elite with Heatsink 2ΤΒ κατάφερε πολύ καλές επιδόσεις, ξεπερνώντας αυτές των άλλων drives της εταιρίας και προσεγγίζοντας αυτές των κορυφαίων drives της αγοράς τα οποία κάνουν χρήση DRAM cache. Οι χαμηλές επιδόσεις του σε εξαιρετικά παρατεταμένες εγγραφές - που μόνο σε περιβάλλον server θα συναντήσουμε - δεν αποτελούν πρόβλημα για τον μέσο χρήστη και δεν θεωρώ ότι είναι ουσιαστικό μειονέκτημα. Στον αντίποδα, οι μέτριες επιδόσεις του στη χρήση gaming, ειδικά κατά της εγκατάσταση και το save, αφορούν σημαντική μερίδα του αγοραστικού κοινού. Όλα αυτά βέβαια θα πρέπει να κριθούν υπό το πρίσμα του κόστους του drive. Και ενώ κανείς περιμένει μειωμένο κόστος λόγω της απουσίας DRAM cache, ο Corsair MP600 Elite with Heatsink 2ΤΒ έρχεται με MSRP στα 209,99€, ενώ το μοντέλο χωρίς ψύκτρα βρίσκεται στα 199,99€. Για σύγκριση, το κόστος του Corsair MP600 Pro NH 2TB (χωρίς ψύκτρα) στην Ελληνική αγορά ξεκινάει από τα 190,98€, κατά τη συγγραφή του παρόντος review, ενώ αυτό του Corsair MP600 Pro 2TB (με ψύκτρα) ξεκινάει από τα 174,92€. O Western Digital Black SN850X χωρίς ψύκτρα ξεκινάει από τα 157,81€ ενώ με ψύκτρα από τα 167.31€. Τέλος, ο Samsung 990 Pro 2ΤΒ (χωρίς ψύκτρα) ξεκινάει από τα 187,92€. Είναι σαφές ότι ενώ ο Corsair MP600 Elite with Heatsink 2ΤΒ είχε πολύ καλές επιδόσεις για drive χωρίς DRAM cache, ο ανταγωνισμός, εσωτερικός και εξωτερικός, επιβάλλει χαμηλότερο κόστος αγοράς για να γίνει το drive ανταγωνιστικό, κάτι που οφείλει να μπορεί να κάνει η εταιρία λόγω της εξοικονόμησης κόστους κατασκευής που προσφέρει η τεχνολογία HMB. Ας συνοψίσουμε τα πλεονεκτήματα και τα μειονεκτήματα του Corsair MP600 Elite with Heatsink 2ΤΒ: Πλεονεκτήματα + Kαλές επιδόσεις σε ελαφριά και κανονική χρήση. + 5ετής εγγύηση. + End-to-end data protection. + Pyrite/OPAL AES 256-bit encryption. Μειονεκτήματα - Κόστος. - Μέτριες επιδόσεις στο gaming, ειδικά κατά την εγκατάσταση και το save παιχνιδιών. - Το συνοδευτικό λογισμικό χρειάζεται επειγόντως ανανέωση. Με βάση τα παραπάνω, η συνολική βαθμολογία του Corsair MP600 Elite with Heatsink 2ΤΒ είναι:  theLAB.gr Ευχαριστούμε θερμά την Corsair για την παραχώρηση του δείγματος της δοκιμής. Πολύμερος Αχανιώτης 30/01/2024
  3. Εισαγωγή Σύμφωνα με τα επίσημα standards της JEDEC, οι μνήμες τύπου DDR 5 λειτουργούν με ταχύτητα έως 4800MT/s. Οι επεξεργαστές 14ης γενιάς της Intel υποστηρίζουν επίσημα ταχύτητα RAM 5600MT/s ενώ οι αντίστοιχοι επεξεργαστές AMD Ryzen της σειράς 7000, 5200MT/s. Εν τούτοις, τόσο η Intel όσο και η AMD διαφημίζουν την υποστήριξη ταχύτερων RAM, μέσω ειδικών προφίλ που ενσωματώνονται σε αυτές και που ουσιαστικά δίνουν τις απαραίτητες πληροφορίες στη μητρική για να κάνει έναν υπερχρονισμό του ελεγκτή μνήμης του επεξεργαστή, με τρόπο σχετικά ασφαλή και εγγυημένο. Για τη φιλοσοφία του πράγματός, πολύ με ενοχλεί που και οι 2 εταιρίες θέλουν και την πίτα ολόκληρη και το σκύλο χορτάτο. Από τη μία διαφημίζουν τις σημαντικά υψηλότερες ταχύτητες υποστηριζόμενης μνήμης, από την άλλη τις ονομάζουν overclocking, νίπτοντας τας χείρας των αν ο δικός σου επεξεργαστής τύχει (ατυχήσει) να έχει ελεγκτή μνήμης που δεν μπορεί να ανταποκριθεί. Σου λένε, εμείς εγγυόμαστε τις ταχύτητες μνήμης 5600MT/s ή 5200MT/s, αλλά σου πουλάνε υποσχέσεις για τις μεγαλύτερες ταχύτητες που μπορεί να επιτευχθούν, με δική σου ευθύνη και τυπικά με απώλεια της εγγύησης. Καθώς είναι αδύνατο να αποδείξουν σε τι ταχύτητα δούλευε η μνήμη σε κάθε επεξεργαστή που χάλασε, ο στόχος τους δεν είναι η απώλεια εγγύησης αλλά η μη επιστροφή του επεξεργαστή ως ελαττωματικού αν δεν μπορεί να υποστηρίξει τις υψηλότερες από τις επίσημα υποστηριζόμενες ταχύτητες μνήμης. Τέλος πάντων, η Intel ονόμασε τα εν λόγω προφίλ που ενσωματώνονται στις RAM για να επιτευχθεί αυτός ο υπερχρονισμός του ελεγκτή μνήμης XMP και τα χρησιμοποιεί από την εποχή των μνημών DDR3 έως και στις σύγχρονες DDR5. Η AMD ονόμασε τα δικά της αντίστοιχα προφίλ EXPO, τα οποία πρωτοεμφανίστηκαν στις μνήμες DDR5. Έτσι, οι κατασκευαστές μνημών RAM ενσωματώνουν στα προϊόντα τους είτε προφίλ XMP είτε προφίλ EXPO και τα πουλάνε αντίστοιχα για χρήση με επεξεργαστές Intel ή AMD. Κάποιοι κατασκευαστές όμως, ενσωματώνουν και τα 2 προφίλ, XMP και EXPO, στα ίδια RAM kits, προσφέροντας την ευελιξία της χρήσης τους με κάθε νέας γενιάς επεξεργαστή - κάτι που βρίσκω πολύ βολικό και απορώ γιατί δεν το κάνουν όλοι. Ίσως κάποιοι προτιμούν να προσφέρουν στην αγορά ξεχωριστά RAM kits για Intel και AMD για να μπορούν να τα εξοπλίζουν αντίστοιχα με τα βέλτιστα RAM chips για τον κάθε τύπο επεξεργαστή αλλά είμαι πλέον πολύ κυνικός για να πιστέψω ότι αυτό είναι το κίνητρο και όχι η επιδίωξη επιπλέον κέρδους. Σε κάθε περίπτωση, σήμερα έχουμε στον πάγκο των δοκιμών ένα kit μνημών DDR5 από την Kingston που ενσωματώνει και τα 2 προφίλ. Πρόκειται για το kit Kingston Fury Beast DDR5 32GB 6000MT/s C36. Το κιτ αποτελείται από 2 modules των 16GB και προσφέρεται με αλουμινένιες ψύκτρες, είτε σε μαύρο είτε σε λευκό χρώμα, χωρίς RGB. Η απουσία RGB δίνει στις συγκεκριμένες μνήμες χαμηλό προφίλ και συμβατότητα με όλες τις ψήκτρες επεξεργαστή. Για όποιους θέλουν τα ίδια χαρακτηριστικά αλλά και RGB, η εταιρία προσφέρει τη σειρά Fury Beast DDR5 RGB, με αντίστοιχα τεχνικά χαρακτηριστικά. Φωτογράφιση Οι Kingston Fury Beast DDR5 32GB 6000MT/s C36 έρχονται στην βασικότερη και απλούστερη συσκευασία μνημών, ένα απλό κέλυφος από διάφανο πλαστικό, του οποίου τα 2 μέρη μένουν ενωμένα χάρη σε ένα χάρτινο αυτοκόλλητο που αγκαλιάζει το πάνω μέρος και επεκτείνεται μερικώς στο κάτω μέρος. Το αυτοκόλλητο περιλαμβάνει πληροφορίες για τη μάρκα και το μοντέλο των μνημών, καθώς και τη χώρα κατασκευής και τα τεχνικά χαρακτηριστικά όπως την ταχύτητα, τους βασικούς χρονισμούς και την τάση λειτουργίας. Μέσα στο κέλυφος, υπάρχει ένα μικρό φυλλάδιο με βασικές οδηγίες εγκατάστασης από τη μία πλευρά και βασικές πληροφορίες σχετικά με τη μη μεταβιβάσιμη, ισόβια εγγύηση από την άλλη, σε 30 γλώσσες, συμπεριλαμβανομένης και της Ελληνικής. Τα RAM modules διαθέτουν μαύρο PCB και, στην περίπτωση του δείγματος που έχω στα χέρια μου, μαύρες αλουμινένιες ψύκτρες. Το μικρό αυτοκόλλητο στη μία πλευρά, δυστυχώς, δεν παρέχει ουσιαστικές πληροφορίες στο χρήστη σχετικά με τους χρονισμούς, αλλά αναφέρει τον κωδικό του μοντέλου και την τάση λειτουργίας που είναι 1.35V. Η ψύκτρα χρησιμοποιεί αυτοκόλλητα heat pads για να απάγει τη θερμότητα, κάνοντας τη μη καταστροφική αποσυναρμολόγησή της αδύνατη. Βλέπουμε στις παρακάτω φωτογραφίες ότι το PCB έχει chips μόνο στη μία πλευρά, αλλά δεν μπορούμε να δούμε κάτι παραπάνω. Ρώτησα την Kingston ποια ακριβώς είναι τα chips μνήμης που χρησιμοποιεί στο εν λόγω kit, αλλά η απάντησή τους ήταν ότι "η εταιρία εγγυάται τις διαφημιζόμενες ταχύτητες, ανεξάρτητα από το ποια chips μνήμης χρησιμοποιούνται". Αυτό υποδεικνύει ότι η εταιρία ίσως να μη χρησιμοποιεί πάντα τα ίδια chips μνήμης για την παραγωγή του εν λόγω kit αλλά οποιαδήποτε chips καλύπτουν τις προδιαγραφές του kit και είναι διαθέσιμα. Η αρνητική συνέπεια του παραπάνω είναι ότι αν κάποιος χρήστης ψάχνει για ένα kit μνήμης που χρησιμοποιεί συγκεκριμένα chips, δεν μπορεί να βασιστεί στο εν λόγω kit. Το θετικό, για όλους τους υπόλοιπους χρήστες που είναι και η μεγάλη πλειοψηφία, οι οποίοι δεν γνωρίζουν και δεν ενδιαφέρονται για συγκεκριμένα chips μνήμης, είναι ότι ανάλογα του ποια chips χρησιμοποιούνται, είναι πιθανόν οι προδιαγραφές αυτών να υπερβαίνουν τις διαφημιζόμενες για το kit. Θα το δούμε αυτό, παρακάτω. Χαρακτηριστικά Προς το παρόν, ας δούμε ποιες ακριβώς είναι αυτές οι προδιαγραφές. Ο παρακάτω πίνακας είναι από την ιστοσελίδα της εταιρίας και δείχνει τα τεχνικά χαρακτηριστικά της σειράς Kingston Fury Beast DDR5. Το δείγμα που έχω στα χέρια μου, είναι το Kingston Fury Beast DDR5 32GB 6000MT/s C36 και τα τεχνικά του χαρακτηριστικά είναι τα εξής: Χωρητικότητα: 32GB - 2 modules των 16GB έκαστο Ταχύτητα: 6000MT/s CL: 36 tRCD: 38 tRP: 38 tRAS: 80 tRC: 118 Τάση λειτουργίας: 1.35V Εδώ μπορείτε να δέτε το αναλυτικό Spec Sheet του προϊόντος. Μεθοδολογία, Χρονισμοί, Ρυθμίσεις Το σύστημα πάνω στο οποίο έγιναν οι δοκιμές βασίζεται στη μητρική ASUS Crosshair X670E Hero και χρησιμοποιεί τον επεξεργαστή AMD Ryzen 9 7950X. Ως εκ τούτου, το προφίλ που χρησιμοποιήθηκε είναι το EXPO με ταχύτητα 6000MT/s. O SSD που χρησιμοποιήθηκε είναι ο Samsung 990 Pro 2TB και το τροφοδοτικό το Corsair AX1200. Καθώς τα προφίλ XMP και EXPO στις Kingston Fury Beast DDR5 32GB 6000MT/s C36 έχουν τις ίδιες ταχύτητες και χρονισμούς, τα αποτελέσματα σε συστήματα με επεξεργαστές της Intel πιθανότατα θα είναι αντίστοιχα, αν και δεν μπορώ να το πω αυτό με απόλυτη βεβαιότητα λόγω των διαφορών στην αρχιτεχτονική των δύο τύπων επεξεργαστών. Για να έχουμε κάποια σημεία αναφοράς στις δοκιμασίες, χρησιμοποίησα 2 ακόμα kits μνημών με ταχύτητα 6000MT/s. Το πρώτο ήταν το Corsair Dominator Platinum RGB 32GB (2x16GB) DDR5 6000MT/s CL30 AMD EXPO. Το δεύτερο ήταν το Corsair Vengeance Platinum RGB 32GB (2x16GB) DDR5 6000MT/s CL30 AMD EXPO. Όπως βλέπετε, τα 2 παραπάνω kits μνήμης έχουν πανομοιότυπες προδιαγραφές μεταξύ τους και υπερτερούν του Kingston Fury Beast DDR5 32GB 6000MT/s C36 όσον αφορά τους χρονισμούς. Οι χρονισμοί του Kingston Fury Beast DDR5 32GB 6000MT/s C36 φαίνονται παρακάτω. Οι δοκιμές έγιναν, φυσικά, με το ταχύτερο διαθέσιμο προφίλ EXPO. Καθώς όμως ήμουν περίεργος να δοκιμάσω τη θεωρία μου ότι τα χρησιμοποιούμενα chips μπορεί κατά περίπτωση να υπερβαίνουν τις διαφημιζόμενες προδιαγραφές, επιχείρησα να ορίσω χειροκίνητα τους βασικούς χρονισμούς σε αντίστοιχους με αυτούς που προσφέρουν τα παραπάνω kits της Corsair. Το δοκίμασα μάλιστα αρχικά χωρίς να ανεβάσω την τάση λειτουργίας από τα 1.35V στα 1.4V που χρησιμοποιούν εκείνα τα kits για να πετύχουν τους πιο σφιχτούς χρονισμούς. Η απόπειρα υπερχρονισμού ήταν επιτυχής με την πρώτη προσπάθεια και μετά από ένα επιτυχημένο 30λεπτο stress test με το Cinebench R23, μπόρεσα να ολοκληρώσω όλα τα benchmarks που θα δείτε παρακάτω, με απόλυτη σταθερότητα. Τι σημαίνει αυτό; Απλά ότι το δικό μου δείγμα μπορεί να ανταποκριθεί στον εν λόγω υπερχρονισμό και ότι ίσως η παρούσα παρτίδα του εν λόγω kit να φέρει chips ανώτερων προδιαγραφών από τις διαφημιζόμενες. Μπορεί όμως απλά να κέρδισα το silicone lottery. Μπορεί επίσης το δείγμα μου να ήταν σταθερό κατά το stress test και τα benchmarks αλλά να παρουσιάζει αστάθεια σε βάθος χρόνου κατά την καθημερινή χρήση - πχ ένα κόλλημα την εβδομάδα. Συνεπώς λάβετε το εν λόγω δεδομένο με έναν κόκκο αλατιού, όπως λένε οι Άγγλοι. Σε κάθε περίπτωση, αυτοί είναι οι χρονισμοί των Kingston Fury Beast DDR5 32GB 6000MT/s C36 με τον εν λόγω υπερχρονισμό και τα αποτελέσματα των δοκιμών θα περιλαμβάνονται στους αντίστοιχους πίνακες. Ας δούμε λοιπόν συνοπτικά τους χρονισμούς των kits μνημών που περιλαμβάνονται στα benchmarks... ...καθώς και τις αντίστοιχες τάσεις λειτουργίας. Συνθετικά Benchmarks Ξεκινάμε με τα συνθετικά benchmarks. Το AIDA64 δεν δείχνει ουσιώδη διαφορά στις επιδόσεις αλλά φαίνεται μια μικρή τάση να υπερτερούν τα kits με τους σφιχτότερους χρονισμούς, όχι όμως περισσότερο από το χειροκίνητα υπερχρονισμένο kit της δοκιμής. Το Super Pi φαίνεται να έχει περισσότερη τυχαία διακύμανση του αποτελέσματος από ότι διαφορές λόγω χρονισμών, οπότε δε μας δίνει ουσιαστικές πληροφορίες. Το wPrime όμως δείχνει αξιοσημείωτη σταθερότητα στα αποτελέσματά του καθώς και ουσιαστικό πλεονέκτημα για τα kits με τους σφιχτότερους χρονισμούς. Το Fritz Chess Benchmark δείχνει πλέον την ηλικία του καθώς μπορεί να χρησιμοποιήσει μόνο 16 από τα 32 διαθέσιμα threads του επεξεργαστή και δε μας έδειξε κάποια διαφοροποίηση στις επιδόσεις των kits. To benchmark του WinRAR επίσης δεν έδειξε ουσιαστικές διαφορές. Παρομοίως, και το benchmark του Truecrypt δεν έδειξε ουσιαστικές διαφορές. Στο Cinebench R23 βλέπουμε μια μικρή αλλά μετρήσιμη υστέρηση του Kingston Fury Beast DDR5 32GB 6000MT/s C36 η οποία όμως εξαφανίζεται με τον χειροκίνητο υπερχρονισμό. Το ίδιο συμβαίνει, σε μικρότερο βαθμό όμως, στο Cinebench R24. Benchmarks Προσομοίωσης Πραγματικής Χρήσης Ας περάσουμε τώρα στα πιο ουσιαστικά benchmarks προσομοίωσης πραγματικής χρήσης. Το PCMark10 Extended δείχνει μια σαφή υπεροχή των σφιχτότερων χρονισμών ειδικά στις δοκιμασίες productivity και - σε μικρότερο βαθμό - Digital Content Creation. Το PCMark10 Applications δείχνει μικρότερο πλεονέκτημα των σφιχτότερων χρονισμών, που περιορίζεται κυρίως στη χρήση του Word. To Procyon Office Productivity από την άλλη δεν έδειξε αντίστοιχο πλεονέκτημα. Το Procyon Photo Editing είχε αρκετή διακύμανση μεταξύ των kits με ίδιους χρονισμούς ώστε να θεωρώ τα αποτελέσματά του αναξιόπιστα. Τέλος, το Procyon Video Editing δεν έδειξε κάποια ουσιώδη διαφορά μεταξύ των kits. Benchmarks Προσομοίωσης Gaming (3DMark) Όσον αφορά τις πιθανές διαφορές στο gaming, χρησιμοποίησα τις δοκιμασίες του 3DMark. Αρχικά χρησιμοποίησα κάποια από τα πιο ελαφρά benchmarks του 3DMark, με τα γραφικά του επεξεργαστή, όπου η RAM παίζει και το ρόλο της VRAM. Η ρύθμιση της ποσότητας της VRAM στο BIOS της μητρικής ήταν στο Auto. Όπως βλέπουμε στον παρακάτω πίνακα, δεν υπήρχε μετρήσιμη διαφορά μεταξύ των διαφόρων kits. Στη συνέχεια έτρεξα τα πιο απαιτητικά benchmarks του 3DMark, κάνοντας χρήση μιας υδρόψυκτης ASUS Strix RTX 4090 OC. Ούτε εδώ παρατηρήθηκαν διαφορές. Τέλος, έτρεξα και τα πιο ελαφριά benchmarks με τη χρήση της ASUS Strix RTX 4090 OC και ούτε εδώ υπήρξε μετρήσιμο πλεονέκτημα των kits με σφιχτότερους χρονισμούς. Συνεπώς μπορούμε να συμπεράνουμε ότι δεν υπάρχει μετρήσιμη διαφορά μεταξύ kits μνημών 6000MT/s C36 και 6000MT/s C30, είτε χρησιμοποιούνται με CPU Graphics είτε με την πιο high end κάρτα γραφικών που είναι διαθέσιμη σήμερα. Επίλογος Το Kingston Fury Beast DDR5 32GB 6000MT/s C36 είναι ένα kit μνημών RAM τύπου DDR5 που αποτελείται από 2 modules των 16GB και συνεπώς προσφέρει συνολική μνήμη RAM 32GB. Λειτουργεί σε ταχύτητα 6000MT/s και με βασικούς χρονισμούς 36-38-38-80-118, τόσο με τη χρήση προφίλ XMP για επεξεργαστές Intel όσο και EXPO για επεξεργαστές AMD. Η τάση λειτουργίας του είναι τα 1.35V. Το kit έρχεται με αλουμινένια heat spreaders, είτε σε μαύρο είτε σε λευκό χρώμα, είναι χαμηλού προφίλ που το κάνει συμβατό με όλες τις ψύκτρες επεξεργαστή της αγοράς και δεν φέρει φωτισμό RGB. Καθώς η εταιρία δεν προσφέρει πληροφορίες σχετικά με το ποια chips μνήμης χρησιμοποιούνται και το μόνο που σχολίασαν σε σχετική ερώτησή μου είναι ότι η Kingston εγγυάται τις ταχύτητες που αναφέρονται στα τεχνικά χαρακτηριστικά, ανεξαρτήτως των ποιων chips μνήμης χρησιμοποιούνται, υπάρχει πιθανότητα να χρησιμοποιούνται ανά παρτίδα όποια chips μνήμης είναι διαθέσιμα και καλύπτουν τις προδιαγραφές. Αυτό μπορεί να δυσαρεστήσει κάποιους χρήστες που ενδιαφέρονται να χρησιμοποιήσουν kits μνήμης με συγκεκριμένα chips αλλά δεν επηρεάζει την πλειοψηφία και μάλιστα μπορεί να συμβεί να χρησιμοποιηθούν chips μνήμης που επιτρέπουν πιο σφιχτούς χρονισμούς από τις προδιαγραφές. Έτσι, στο συγκεκριμένο δείγμα που δοκίμασα εγώ, μπόρεσα με ευκολία να θέσω χειροκίνητα χρονισμούς 30-36-36-76-112, χωρίς μάλιστα να χρειαστεί να ανεβάσω την τάση λειτουργίας από τα 1.35V στα 1.4V που απαιτούν τα άλλα kits μνήμης που δοκίμασα και τα οποία φέρουν αυτούς τους χρονισμούς. Καθ' όλη τη διάρκεια των δοκιμών, οι Kingston Fury Beast DDR5 32GB 6000MT/s C36 επέδειξαν απόλυτη σταθερότητα και αξιοπιστία. Οι δοκιμές έδειξαν ότι σε ελάχιστες περιπτώσεις υπήρχε ορατή διαφορά σε επιδόσεις λόγω των πιο χαλαρών χρονισμών έναντι των άλλων kits που δοκίμασα, οι οποίες εκμηδενίστηκαν με τον χειροκίνητο υπερχρονισμό του kit στους ίδιους βασικούς χρονισμούς. Όσον αφορά το gaming, ουδεμία διαφορά παρατηρήθηκε, τόσο με τη χρήση των γραφικών του επεξεργαστή όσο και με τη χρήση high end GPU. Τη στιγμή της συγγραφής του παρόντος review, το κόστος των Kingston Fury Beast DDR5 32GB 6000MT/s C36 στην Ελληνική αγορά ξεκινάει από τα 118.84€ με τον ΦΠΑ, χωρίς τα μεταφορικά. Το κόστος αυτό είναι αρκετά ανταγωνιστικό σε σχέση με αντίστοιχα προϊόντα του ανταγωνισμού και γενικά καλό value for money. Αν λάβουμε υπ' όψιν την υπαρκτή αλλά όχι σίγουρη πιθανότητα καλύτερων επιδόσεων από ότι λένε οι προδιαγραφές, όπως συνέβη με το δείγμα μου, ακόμα καλύτερα. Ας συνοψίσουμε λοιπόν τα πλεονεκτήματα και τα μειονεκτήματα των Kingston Fury Beast DDR5 32GB 6000MT/s C36: Πλεονεκτήματα + Προφίλ XMP για επεξεργαστές Intel και EXPO για επεξεργαστές AMD. + Μαύρα PCB και αλουμινένιες ψύκτρες σε μαύρο ή λευκό χρώμα. + Χαμηλό προφίλ που εξασφαλίζει συμβατότητα με όλες τις ψύκτρες επεξεργαστή. + Καλές επιδόσεις. + Απόλυτη σταθερότητα κατά τις δοκιμές. + Το δείγμα μου υπερχρονίστηκε άνετα και σταθερά σε χρονισμούς 30-36-36-76-112 με τη χρήση μόλις 1.35V. Μειονεκτήματα - Πιθανότητα να χρησιμοποιούνται διαφορετικά chips μνήμης ανάλογα με τη διαθεσιμότητα τα οποία καλύπτουν τις προδιαγραφές του προϊόντος αλλά μπορεί να ενοχλεί μικρή μερίδα χρηστών που επιθυμούν τη χρήση συγκεκριμένων chips μνήμης. - Απουσία φωτισμού RGB. Με βάση τα παραπάνω, η συνολική βαθμολογία των Kingston Fury Beast DDR5 32GB 6000MT/s C36 είναι:  TheLAB.GR Ευχαριστούμε θερμά την Kingston για την παραχώρηση του δείγματος της δοκιμής. Πολύμερος Αχανιώτης 06/11/2023
  4. Introduction There is a very good reason why many torch makers have a quad emitter model utilizing a 21700 Li-Ion battery. This specific configuration offers a great balance of light output, runtime and portability. While it is not the most pocket friendly EDC, it can easily fit in a jacket pocket or a backpack without being too heavy or too bulky and provide higher output and longer run times than a torch that would fit inside your jeans pocket. Acebeam is filling that spot in its product line with the Acebeam E75, which comes in 4 colours and 2 emitter choices. The colour choices, in the order that are pictured above, include grey, black, green and teal (which is a colour between green and blue). The emitter options are either Cool White, which are actually Osram P9 6500K emitters or neutral High CRI emitters, which are Nichia 519A 5000K CRI90. You can choose any anodization colour combined with each emitter option, so there are 8 combinations overall. For this review, I will be testing both emitter options so you can decide which one works best for you. I went with the black anodization for the Cool White emitters and the teal for the High CRI. Unboxing The box that the Acebeam E75 comes in is not a luxurious one. It seems Acebeam opted to save some costs on packaging which is fine by me, as long as it is passed on to the buyer. The front has an outline of the torch shape while the back lists some of the features, common for both emitter options. The anodization colour and emitter option are indicated by stickers on one of the sides. Teal is labelled as blue, which can be confusing. When ordering from Acebeam's website, you can opt to include a white and / or an orange traffic wand. They are high quality and made of silicone so they can be carried without fear of breaking them. They only cost $1.90 each or $3.50 for both so I would get them even if I did not have an immediate use for them. For one thing, they make great diffusers for soft, bedside lighting. Opening the boxes, we see that the torches come protected in a clear plastic cradle. All the accessories are underneath and include a lanyard, a USB A to USB C charging cable, 2 spare o-rings, a spare charging port cover, the user manual and the warranty card. The manual is two sided, one side is in English and the other in Chinese. You can see and read the English side below. The warranty card is also pictured below. The Acebeam E75 has the typical size and shape of a quad emitter, 21700 torch, with the appropriately sized battery tube and wider head to accommodate the quad emitter configuration. The machining and anodizing are excellent! There is a stainless steel crenulated bezel that will allow light to escape if the torch is placed head down on a flat surface and serve to break a car window in need. The driver section includes the only button, surrounded by a ring of see-through plastic, and some shallow fins to improve heat dissipation and enhance the aesthetics. The battery tube has 4 flat and 4 diagonally ribbed surfaces, to increase grip. This is not the grippiest surface, but it works well enough and looks nice. The tail cap also has some thin ribbing to offer a gripping surface when unscrewing it and includes the lanyard hole. Here is the metal button, surrounded by the see-through plastic. On the exact opposite side of the button, we find the rubber flap which covers the charging port and the clip. The clip is held in place with 2 screws, is double sided and not deep carry. The flap is easy to open thanks to a little tab that you can grip with your finger nails at the front. It fits very nicely in the recess of the charging port, offering what seems like a tight seal. The recess of the charging port is wide enough to accommodate all USB C plugs that I have (which are a lot), which is not always the case, so that's nice. On the business end of the torch, we peel the protective film to find that Acebeam did not go the usual route of a TIR optic but chose instead a quad reflector and glass lens. This is a more expensive but also more robust configuration as there is no plastic to melt if the front of the torch gets dirty and is definitely more scratch resistant. The quad reflector is smooth so it is expected to offer some throw along with the inherent flood of a quad configuration. On the first photo we see the Osram P9 6500K Cool White emitters and on the second the Nichia 519a 5000K CRI90 emitters. Both emitter types are 3.5x3.5mm. The tail cap is magnetic and the magnet is strong enough to hold the torch horizontally on my refrigerator. The threads are square cut and come well lubricated. Removing the tail cap reveals the battery which has a white film covering its negative pole for secure shipping. You have to remove that film to operate the torch. The battery is an Acebeam branded 21700 Li-Ion battery which is rated at a capacity of 5000mAh and maximum current of 15A. There is a high quality spring inside the tail cap which looks able to handle the current that the battery can provide. The driver side has a high quality double spring. After a quick test fit of the traffic wands - I like them - let's proceed with the review. Specifications The specifications of the Acebeam E75, as found on the manufacturer's website, can be seen in the following table: As expected, the more efficient Cool White Osram P9 6500K emitters have a higher output than the High CRI Nichia 519a 5000K. The following 2 images, taken from the manufacturer's website, show the output of each emitter on all modes. Other than the specifications dependant on the emitter type, the 2 variants share the same driver and body and therefore have the same features. Those include IP68 grade water and dust resistance and a 1.5m drop resistance. Size Comparison Size wise, the Acebeam E75 is similar to any other quad emitter 21700 powered torch. Here are my 2 samples, flanking the Olight Seeker 2 Pro. Indicator LEDs and User Interface The see-through plastic ring surrounding the button allows 4 indicator LEDs to shine through. Those provide information about the battery status, as well as the charging status, when you are charging the battery inside the torch. When the indicator LEDs are green the battery is above 20%, when they are red it is between 20% and 10% and when they are flashing red, it is below 10%. This system only serves to warn the user when the battery is 20% or lower, so it will need charging soon. Some competitive products have more elaborate battery status information, which can be significantly more helpful. When there is no easy way of knowing if your battery is at 100% or 21%, there are many situations where you may find yourself running out of battery. So, Acebeam, the 4 indicator LEDs are already there. Put them in a row, change the driver a bit and make them light up to show the remaining battery in increments of 25%. Would that increase the price? Most probably, but it is a feature worth having. Despite finding the indicator LED system inadequate, the user interface of the Acebeam E75 is simple and intuitive. The way to control the light is described in the following image. The user interface of the Acebeam E75, in my own words, is as follows: From Off Click to turn on (with memory for the 4 main modes, Low, Med1, Med2 and High). Click and hold to turn on at Moonlight mode. Double click to turn on at Turbo Triple click for Strobe. From On Click to turn off. Hold to cycle through the main modes (Low, Med1 ,Med2, High). You can do that even from Moonlight, Turbo or Strobe. Double click for Turbo. Double click again to return to previous mode. Triple click for Strobe. Click to turn off, click and hold to cycle through the main modes or double click for Turbo. From Turbo, double click to return to previous (before Strobe) mode. There is no way to go directly from Strobe to a previous, non Turbo mode. The Acebeam E75 has a locking feature. To engage the lock, press and hold from off. The torch will turn on, on Moonlight mode. Keep holding for 3 more seconds and the emitters will flash 3 times and turn off. The torch is now locked. If you press the main switch while the torch is locked, the indicator LEDs flash green and red alternatively, to indicate that the torch is locked. If you keep holding for 3 seconds the emitters will flash 3 times and the torch will unlock and turn on, on Moonlight mode. There is also the option of a hardware lock. A slight twist of the tail cap will break the continuity between the negative terminal of the battery and the driver. This will ensure that the torch will not turn on accidentally and remove any parasitic drain, so it is advantageous over the software locking feature. Modes As we saw in the specifications section, each of the 2 emitter options provide different output levels, with the Cool White Osram P9 6500K offering higher output and the High CRI Nichia 519a 5000K CRI90 offering better light quality. I do not own a multi thousand dollar worth integrating sphere, just a logging Lumen meter and a home made integrating tube. The array is calibrated with 3 professionally measured lights and gives me consistent results, but there is definitely room for error and deviations are to be expected. The output levels of the Acebeam E75 for both emitter options can be seen in the following table. The numbers provided by Acebeam are in black and my measurements are in green for the Cool White version and in orange for the High CRI version. Surprisingly, all my measurements show higher output than specifications, except for the Moonlight modes on both emitters and the Low mode on the High CRI. Very impressive! The Candela and Throw I measured are close to the specifications for the High CRI version but lower than specifications for the Cool White version. The following graph shows the lumen output on all modes for both emitters. The Cool White is more powerful on all modes, except of course Moonlight, and the gap increases as the output level increases. The next graph shows the throw on all modes for both emitters. Photometry I took some photometry readings with an Opple Light Master Pro. The results are in the following table. The CCT of both emitter types is warmer than the specifications, which I like. The CRI is up to 70 on the Cool White Osram P9 and above 95 on the High CRI Nichia 519a. The Δuv shows that, as expected, the Osram P9 has a strong green tint which becomes a bit more neutral as the output increases. The Nichia 519a on the other hand has a slightly positive Δuv, being in practice quite neutral and even goes below BBL on Turbo. Here is a photo of the tint on Low. The Cool White Osram P9 6500K is on the left and the High CRI Nichia 519a 5000K is on the right. The photo was taken with a manual white balance of 5500K. Beam Profile The beam pattern of both emitter types in the Acebeam E75 is the same. There is a lot a flood but also a defined hot spot. The 4 pedal flower pattern is characteristic of the quad emitter configuration. Video Comparison I took a short video, comparing the Cool White Acebeam E75 to the High CRI. The distance from where I am standing to the end of the lane is 70m. Driver The driver of the Acebeam E75 is a digitally regulated, constant current boost driver, which takes the 3.7V from the battery and delivers 6V to the emitter array. Both emitter types are 3V, so they are arranged in 2 parallel banks of 2 emitters in a row to work with the 6V that the driver provides. This arrangement should be able to maintain constant brightness regardless of the battery voltage. The driver also features over charging protection, low voltage protection, over current protection and smart temperature control. Here are some detailed photos of the 3 PCBs that comprise the driver. There is no visible PWM, in any of the modes as the driver pulses at a very high frequency. When thermal regulation kicks in, the frequency drops significantly but still remains comfortably high. Here is what my camera saw, at a shutter speed of 1/12000 sec. No tearing at all. Current Draw The following table shows the current draw of both emitter types on all modes. It also shows the respective measured Lumen output and the ratio of Lumens per Amp. The current draw is a little higher for the Cool White emitter than for the High CRI one, on all modes except Moonlight. The output on the other hand is significantly higher for the Cool White emitters, giving them a higher Lumens per Amp ratio and therefore proving their higher efficiency. The following charts illustrate this very clearly. Battery and Charging The Acebeam E75 comes with a standard, protected, button top, 21700 Li-Ion battery which is rated at a capacity of 5000mAh and a maximum output current of 15A. As the torch features springs on both ends of the battery, I tried using a flat top, unprotected battery, which is the shortest version of a 21700, but even though the torch turned on fine, there was some rattling when shaking the torch and some vigorous shaking turned the torch off. So, even though the battery is not proprietary and any battery can be used, it needs to be of a certain length. I measured both batteries that came with my samples and found the one that came in the black torch to have a capacity of 5051mAh and an internal resistance of 28mΩ and the one that came in the teal torch to have a capacity of 4987mAh and and an internal resistance of 32mΩ. These seem to be high quality batteries. The charging of the Acebeam E75 is quite simple. Just lift the rubber flap and connect the included USB A to USB C charging cable, or any USB A to USB C or USB C to USB C cable. The indicator LEDs will start flashing red while charging and stay lit green when the battery is fully charged. The following chart shows the charging of the battery inside the Acebeam E75, after it had been depleted to the point where the torch turned itself off. At that point, I let the battery rest and then measured it at 2.85V. The charging used a maximum current of 1.603949A and was completed at a total charging time of 3 hours, 39 minutes and 39 seconds. This charging process used a total of 21.4618Wh. The voltage of the battery at the end of charging was 4.15V. Runtime Charts Let's go over some runtime charts for both the Cool White and the High CRI emitter options of the Acebeam E75. The first chart shows the full runtime of the Cool White emitter option, on Turbo. All the details are noted on the chart. Here are the first 10 minutes of the above chart, in greater detail. This is the High CRI emitter option, also on Turbo. Here are the first 10 minutes of the above chart, in greater detail. This is the Cool White emitter option full runtime chart, on High. Here are the first 10 minutes of the above chart, in greater detail. This is the High CRI emitter option full runtime chart, on High. Here are the first 10 minutes of the above chart, in greater detail. The following chart summarizes all of the above, in 1 chart. Temperatures are omitted, to keep it clean. You can see that the Cool White has higher output, as expected but the High CRI has slightly longer run times and, of course, higher quality light. Here are the first 10 minutes of the above chart, in greater detail. Conclusion The Acebeam E75 is a quad emitter torch powered by a 21700 Li-Ion battery. It comes in 4 anodization colour options - black, grey, green and teal. It also comes with 2 emitter options: Cool White, which is in fact Osram P9 6500K and High CRI which is Nichia 519a 5000K CRI90. This means that there are a total of 8 different configurations for the buyer to choose from. The build quality and anodization are, as expected from Acebeam, excellent and the user interface is intuitive, simple and functional. The 2 emitter options allow the buyer to choose between high output and high quality of light. The output I measured on the Cool White version exceeds the specifications significantly and makes the Acebeam E75 one of the brightest, if not the brightest (it is definitely the brightest among the ones I have tested) torches of this configuration and size. The throw measurements were below specifications but still quite respectable for this inherently floody form factor. The High CRI version also measured above its specifications in output and offers a great combination of high output and high CRI, measured above 95 on all modes. The throw was according to specifications on the High CRI version. The choice of a reflector and glass lens instead of a plastic TIR offer robustness and longevity. There is no worrying about scratches or, even worse, contamination on the TIR that would catch on fire. The driver is a high efficiency, constant current, boost driver that offers stable outputs and high run times. It includes over charging protection, over current protection, low voltage protection and thermal regulation. The only important negative I could find is the poorly designed indicator LEDs which will only let you know that your battery is getting low when it reaches 20%. There are much better options such as each of the 4 indicator LEDs representing 25% of the total capacity or even small OLED screens with even more precise information. You can purchase any of the 8 versions of the Acebeam E75 from their website for $99, and that includes the battery, which is a good price for the features it offers. If you are in the UK like me and would prefer to avoid the hustle and possible import charges of ordering from abroad, you can get it from Amazon.co.uk for a price that, at the time of writing this review, varies between £99.99 and £127.78, depending on the variant. It is definitely worth checking before ordering. If you order from Acebeam's website, don't neglect to grab the traffic wands. They are good quality silicone wands that sell for just $1.90 each of $3.50 for both. Let's list the Pros and Cons of the Acebeam E75: Pros + High Lumen output and High CRI options. + 4 anodization colours. + Output levels exceed specifications and are the highest I have tested in this type of torch. + Digitally regulated, constant current boost driver which provides stable output and high efficiency with no visible PWM. + Excellent fit and finish. + USB type C charging. The charging port recess fits all USB C cables. + Overcharging protection, Overcurrent protection, Low Voltage protection and Thermal Regulation. + Simple and intuitive User Interface. + Replacement charging port cover and 2 replacement O-Rings included. + Strong magnet in the tail cap. + Springs on both ends of the battery. + Works with any protected button top 21700 Li-Ion battery that can provide at least 12A or any 21700 Li-Ion battery that is long enough to not rattle. + Double sided clip, held by screws. + IP68. + Optional high quality silicone traffic wands at low cost. Cons - Poor battery level indicator. - Candela / throw below specifications on the Cool White emitter version. - Unprotected flat top 21700 batteries will work but rattle and the torch will turn off if bumped. - I would like to see a holster included or even offered as an optional accessory to keep the torch free from scratches when in a backpack.  TheLAB.GR Thanks to Acebeam for providing the samples for review Polymeros Achaniotis 2/10/2023
  5. Εισαγωγή Η αγορά είναι γεμάτη με ακουστικά και headsets (ακουστικά με μικρόφωνο). Υπάρχουν επιλογές για κάθε γούστο και κάθε τσέπη, με το επίκεντρο του marketing να βρίσκεται στις πολλαπλές δυνατότητες ασύρματης συνδεσιμότητας και - φυσικά - στο φωτισμό RGB. Ασχολείται κανείς πλέον με το βασικό χαρακτηριστικό ενός σετ ακουστικών, τον ήχο, ή έχουμε χάσει εντελώς το μέτρο και τον στόχο; Η ερώτηση έχει φιλοσοφικές προεκτάσεις και ο καθένας καλείται να δώσει τη δική του απάντηση. Η Corsair, γνωστή για την πληθώρα headsets που διαθέτει στην αγορά, έδωσε τη δική της, διαθέτοντας στην αγορά ένα headset που επικεντρώνεται ακριβώς σε αυτό: Τον ήχο. Χωρίς RGB, χωρίς ασύρματη συνδεσιμότητα, χωρίς καν συνδεσιμότητα USB, το Corsair Virtuoso Pro είναι ένα αναλογικό headset, με προαιρετική προσάρτηση μικροφώνου, του οποίου όλο το κόστος εξέλιξης και παραγωγής πήγε στην ποιότητα κατασκευής και - κυρίως - στην ποιότητα του ήχου. Σε έναν κόσμο ο οποίος κυριαρχείται και κατά τη γνώμη μου καταδυναστεύεται από τις συχνά γελοίες προσταγές του marketing, είναι πραγματικά αναζωογονητικό να βλέπω εταιρίες να παράγουν προϊόντα που επικεντρώνονται στην ποιοτική εξυπηρέτηση του βασικού τους στόχου. Το πόσο καλά το καταφέρνει αυτό το Corsair Virtuoso Pro, θα το δούμε στις επόμενες γραμμές αυτού του review. Συσκευασία - Παρελκόμενα Καθώς οι πρώτες εντυπώσεις είναι σημαντικές, η συσκευασία προδιαθέτει θετικά όσον αφορά την ποιότητα. Ακολουθώντας το γνωστό, κιτρινόμαυρο χρωματικό μοτίβο, είναι σοβαρή και κυριαρχείται από φωτογραφίες του Corsair Virtuoso Pro από εντυπωσιακές γωνίες. Στο πίσω μέρος της συσκευασίας βρίσκουμε σε 7 γλώσσες, μη συμπεριλαμβανομένης της Ελληνικής, τα βασικά χαρακτηριστικά του προϊόντος. Εντός, βρίσκουμε μια σκληρή θήκη μεταφοράς, επενδυμένη με ύφασμα και ένα φυλλάδιο με τις οδηγίες της εγγύησης. Το QR Barcode στο εσωτερικό της συσκευασίας οδηγεί στο quick start guide. Η θήκη μεταφοράς φαίνεται να είναι καλής ποιότητας και σίγουρα ικανή να προστατεύσει το περιεχόμενό της. Έχει το λογότυπο της εταιρίας ανάγλυφο στη μία πλευρά ενώ η λαβή μεταφοράς δεν είναι κάτι ιδιαίτερο, αλλά είναι επαρκής, χωρίς να προσθέτει όγκο. Τεχνικά Χαρακτηριστικά Πριν ανοίξουμε όμως τη θήκη, ας δούμε τα τεχνικά χαρακτηριστικά του Corsair Virtuoso Pro, όπως τα αναφέρει η εταιρία. Το πιο σημαντικό στοιχείο που διαφοροποιεί το Corsair Virtuoso Pro είναι οι custom οδηγοί ήχου των 50 χιλιοστών με διάφραγμα από γραφένιο. Το γραφένιο είναι ένα σχετικά νέο υλικό που διαθέτει εξαιρετικές ιδιότητες όσον αφορά τη χρήση του στην κατασκευή διαφράγματος ηχείου. Το διάφραγμα ενός ηχείου πρέπει να είναι όσο το δυνατόν ελαφρύτερο για να έχει την ελάχιστη δυνατή αδράνεια και να επιτρέπει την μετακίνησή του από το ηχητικό πηνίο με τη μεγαλύτερη δυνατή ταχύτητα και ακρίβεια, χωρίς μεγάλη κατανάλωση ενέργειας. Παράλληλα πρέπει να είναι όσο το δυνατόν πιο άκαμπτο για να μην προκαλεί παραμόρφωση του ήχου. Το γραφένιο είναι ίσως το καλύτερο υλικό που διαθέτουμε αυτή τη στιγμή που συνδυάζει σε πολύ μεγάλο βαθμό αυτές τις ιδιότητες. Κατά τα άλλα, η απόκριση συχνοτήτων είναι, στα χαρτιά, εξαιρετική, καλύπτοντας το εύρος των 20Hz έως 40KHz. Η αντίσταση είναι στα 32Ohm, εξασφαλίζοντας εύκολη οδήγηση του headset, χωρίς μεγάλες απαιτήσεις σε ισχύ από τον ενισχυτή και η ευαισθησία των 117dB υπόσχεται δυνατές εντάσεις ήχου. Το μικρόφωνο είναι μονοκατευθυντικό για να απορρίπτει κατά το δυνατόν τους θορύβους του περιβάλλοντος και έχει τη συχνά απαντούμενη για μικρόφωνα αντίσταση των 2,2KOhm, εύρος απόκρισης συχνοτήτων 100Hz με 10KHz και ευαισθησία -41dB, οπότε μπορούμε να περιμένουμε την απόδοση που έχουμε δει από τα μικρόφωνα άλλων headsets της εταιρίας. Το βάρος των 338g είναι ελαφρώς μικρότερο από κάποια μοντέλα με ασύρματη σύνδεση και μπαταρία αλλά θα μπορούσε ενδεχομένως να είναι και λίγο χαμηλότερο. Δεν αποτελεί πάντως πρόβλημα καθώς είναι σε φυσιολογικά επίπεδα. Κάτω από το φακό Ώρα να ανοίξουμε τη θήκη μεταφοράς. Τα ακουστικά είναι τοποθετημένα στη μία της πλευρά ενώ στην άλλη υπάρχει θήκη για όλα τα καλώδια. Η θήκη για τα καλώδια έχει velcro στην άκρη της έτσι ώστε να εξασφαλίζεται πως τα καλώδια θα μείνουν εντός αυτής κατά τη μεταφορά. Το Corsair Virtuoso Pro συνοδεύεται από 3 καλώδια. Πρόκειται για ένα καλώδιο σύνδεσης των ακουστικών, ένα καλώδιο σύνδεσης των ακουστικών που περιλαμβάνει και μικρόφωνο, μετατρέποντας τα ακουστικά σε headset και ένα καλώδιο που διαχωρίζει το τετραπολικό βύσμα του τελευταίου σε ξεχωριστά βύσματα σύνδεσης ακουστικών και μικροφώνου. Προαιρετικά και ξεχωριστά, με κόστος δηλαδή, η εταιρία διαθέτει και balanced καλώδιο σύνδεσης ακουστικών με βύσμα 4,4 χιλιοστών. Αν η πηγή σας το υποστηρίζει, ένα balanced καλώδιο εξασφαλίζει την αποβολή ηλεκτρομαγνητικών παρεμβολών από το περιβάλλον καθώς και ενδεχομένως καλύτερο στερεοφωνικό διαχωρισμό, κάτι που δεν μπόρεσα να δοκιμάσω καθώς το καλώδιο δεν ήταν διαθέσιμο. Το balanced καλώδιο φαίνεται στην παρακάτω εικόνα, κάτω στο κέντρο, με τα καλώδια που περιλαμβάνονται στη συσκευασία να συμπληρώνουν την εικόνα. Ας δούμε από πιο κοντά τα καλώδια, ξεκινώντας με το καλώδιο σύνδεσης των ακουστικών, χωρίς μικρόφωνο. Πρόκειται για sleeved καλώδιο μήκους 2 μέτρων με επιχρυσωμένα βύσματα. Η ποιότητά του φαίνεται καλή και είναι αρκετά εύκαμπτο. Περίπου 43 εκατοστά από τη μία του άκρη υπάρχει ένας διαχωρισμός από 1 σε 2 καλώδια που καλύπτεται από πλαστικό το οποίο φέρει το λογότυπο της εταιρίας. Στην πλευρά που συνδέεται στην πηγή του ήχου, το καλώδιο φέρει στερεοφωνικό βύσμα 3,5 χιλιοστών. Στην πλευρά που συνδέεται με τα ακουστικά, που είναι και η πλευρά κοντά στο διαχωρισμό από 1 σε 2 καλώδια, φέρει 2 μονοφωνικά βύσματα 3,5 χιλιοστών. Τα 2 βύσματα μοιάζουν ίδια αλλά δεν είναι. Εκτός από τα διακριτικά R και L για το δεξί και αριστερό ηχείο αντίστοιχα, το βύσμα που συνδέεται στο αριστερό ακουστικό φέρει τετραγωνισμένο τμήμα που κουμπώνει σε αντίστοιχη εσοχή στο αριστερό ηχείο. Έτσι εξασφαλίζεται η σωστή τοποθέτηση του καλωδίου. Το δεύτερο καλώδιο είναι παρόμοιο εκτός από το γεγονός ότι φέρει και μικρόφωνο. Είναι επίσης μήκους 2 μέτρων. Έτσι το βύσμα σύνδεσης στην πηγή είναι πλέον τετραπολικό 3,5 χιλιοστών για να μεταφέρει τόσο το στερεοφωνικό σήμα όσο και το σήμα του μικροφώνου. Το μικρόφωνο βρίσκεται σε εύκαμπτο βραχίονα με sleeving όμοιο με του καλωδίου, ο οποίος ξεκινάει από το βύσμα σύνδεσης του αριστερού ηχείου. Είναι σαφές ότι το μικρόφωνο αποτελεί τμήμα του καλωδίου και όχι των ακουστικών. Το βύσμα σύνδεσης του αριστερού ηχείου, από το οποίο βύσμα ξεκινάει ο βραχίονας του μικροφώνου, φέρει και εδώ το τετραγωνισμένο τμήμα που είδαμε και στο άλλο καλώδιο αλλά επίσης φέρει και διακόπτη σίγασης του μικροφώνου. Το μικρόφωνο είναι καλαίσθητο, μικρού σχετικά μεγέθους και μονοκατευθυντικό. Αν ανασηκώσουμε τα ακουστικά, βρίσκουμε ακόμα ένα αξεσουάρ που σχετίζεται με το μικρόφωνο. Πρόκειται για ένα απλό pop filter. Τέλος, το καλώδιο διαχωρισμού ηχείων και μικροφώνου. Είναι καλώδιο μήκους 24,5 εκατοστών που διαχωρίζει το τετραπολικό βύσμα του καλωδίου με μικρόφωνο σε 2 στερεοφωνικά, ένα για τα ακουστικά και ένα για το μικρόφωνο, σε περίπτωση που η πηγή μας έχει ξεχωριστές υποδοχές. Ο διαχωρισμός από 1 σε 2 καλώδια γίνεται περίπου στη μέση του μήκους του καλωδίου. Τα βύσματα είναι χρωματικά κωδικοποιημένα, πράσινο για τα ηχεία, ροζ για το μικρόφωνο. Η σύνδεση του καλωδίου διαχωρισμού στο καλώδιο με το μικρόφωνο είναι ιδιαίτερα απλή και φαίνεται παρακάτω. Αφού λοιπόν καλύψαμε τα παρελκόμενα, φτάσαμε επιτέλους στην ουσία. Ο σχεδιασμός των Corsair Virtuoso Pro είναι λιτός και δανείζεται πινελιές από πολύ ακριβότερες (και ποιοτικότερες) υλοποιήσεις που ανήκουν στην σφαίρα του audiophile. Το αν ο ήχος ακολουθεί, στο βαθμό που επιτρέπει η κατηγορία κόστους, μένει να το δούμε. Το προϊόν διατίθεται σε 2 χρώματα, μαύρο που είναι και το δείγμα μου και λευκό. Σε πρώτη εικόνα, τα υλικά φαίνονται ποιοτικά αν και η εκτεταμένη χρήση - ποιοτικού ομολογουμένως - πλαστικού δεν συνάδει με τις σοβαρές σχεδιαστικές γραμμές που παραπέμπουν σε ποιοτικότερες και ακριβότερες υλοποιήσεις. Εκεί πάντως που υπάρχει καταπόνηση των υλικών, στο σημείο δηλαδή προσάρτησης του κάθε ηχείου στη στέκα, συμπεριλαμβανομένων των αρθρώσεων, χρησιμοποιείται αλουμίνιο. Αν όμως πρόκειται για μια συνειδητή επιλογή προσανατολισμού του κόστους κατασκευής στην ποιότητα του ήχου περισσότερο από ότι στα υλικά, τότε όχι μόνο το δέχομαι αλλά το επικροτώ. Θα δούμε λοιπόν. Τα ηχεία του Corsair Virtuoso Pro είναι ανοιχτού τύπου, που σημαίνει ότι το πίσω μέρος τους είναι ανοιχτό και αφήνει τον ήχο να ακούγεται στο περιβάλλον. Ναι, καλά καταλάβατε, χρησιμοποιώντας τα Corsair Virtuoso Pro θα ενοχλείτε τους γύρω σας. Είναι σαφές ότι και εδώ συνεχίζεται το μοτίβο του όλα θυσιάζονται στο βωμό της ποιότητας του ήχου, καθώς αυτός ο σχεδιασμός έχει πιθανά ηχητικά πλεονεκτήματα, αφού το πίσω μέρος του οδηγού δεν παρεμποδίζεται από αυξομειώσεις της πίεσης που έχει ένα κλειστό ηχείο. Η πλευρά που οδηγεί τον ήχο στο αυτί έχει μεγάλο άνοιγμα, οπότε μπορεί με άνεση να χρησιμοποιηθεί από ανθρώπους με... μεγάλα αυτιά. Φέρει μαλακό μαξιλαράκι με υφασμάτινο κάλυμμα που είναι άνετο αλλά όχι τόσο άνετο όσο αυτό που χρησιμοποιείται στα HS80 και HS80 Max. Πάνω από το μαξιλαράκι βρίσκουμε έντυπο το σύμβολο R για το δεξί ηχείο και L για το αριστερό. Ακόμα πιο πάνω υπάρχει ο μηχανισμός επέκτασης της στέκας. Η στέκα καλύπτεται εσωτερικά από μαλακό μαξιλαράκι επενδυμένο με το ίδιο ύφασμα το οποίο φέρει ωραίες ραφές. Ο μηχανισμός σύνδεσης των ηχείων με τη στέκα είναι μεταλλικός, στιβαρός και παρέχει όλη την απαραίτητη κινητικότητα για την προσαρμογή των ακουστικών σε κάθε τύπο κεφαλιού, καθώς και για την αποθήκευσή τους στη θήκη μεταφοράς. Στο επάνω μέρος της στέκας βρίσκουμε υφασμάτινη λωρίδα με το λογότυπο της εταιρίας. Ένα θετικό στοιχείο του σχεδιασμού των Corsair Virtuoso Pro είναι ότι τα τμήματά τους που ενδέχεται να φθαρούν είναι αφαιρούμενα και συνεπώς αντικαταστάσιμα, αν προσφέρει η εταιρία ανταλλακτικά που φαντάζομαι ότι θα προσφέρει για να διαφημίζει το εν λόγω χαρακτηριστικό. Τα εξωτερικά καλύμματα των ηχείων μπορούν να αφαιρεθούν με ένα απλό τράβηγμα του κάτω μέρους τους προς τα έξω. Αυτό, εκτός από τη δυνατότητα αντικατάστασης, μας δίνει και πρόσβαση για να δούμε το πίσω μέρος του ηχείου. Ένα άλλο τμήμα που είναι αφαιρούμενο, είναι τα μαξιλαράκια των ακουστικών. Αυτό είναι πολύ πιο χρήσιμο, καθώς τα μαξιλαράκια είναι πάντα το τμήμα που φθείρεται πρώτο και επηρεάζει μάλιστα τη χρήση. Η αφαίρεσή τους γίνεται με απλή περιστροφή, όπως φαίνεται στην παρακάτω εικόνα. Εκτός από τη δυνατότητα αντικατάστασης, έχουμε και πρόσβαση στο εμπρός μέρος του ηχείου. Η κατασκευή δείχνει καλή. Το τρίτο και τελευταίο μέρος που μπορεί να αφαιρεθεί και να αντικατασταθεί είναι το μαξιλαράκι της στέκας, όπως δείχνει η παρακάτω εικόνα. Ως bonus, αφαιρούμενη είναι και η υφασμάτινη λωρίδα στο επάνω μέρος της στέκας, με το λογότυπο, αν και το συγκεκριμένο δεν εξυπηρετεί κάτι. Αυτά είναι λοιπόν τα ακουστικά Corsair Virtuoso Pro, η αν προτιμάτε το καλώδιο με μικρόφωνο, το headset. Συνδεσιμότητα Όσον αφορά τη συνδεσιμότητα, εδώ τα πράγματα είναι αυτονόητα. Συνδέουμε το καλώδιο και στα 2 ηχεία, προσέχοντας τα L / R και το να μπει σωστά η τετραγωνισμένη άκρη του αριστερού βύσματος στην εσοχή. Αν προτιμάμε τη χρήση ως headset, συνδέουμε με τον ίδιο ακριβώς τρόπο το καλώδιο που περιλαμβάνει το μικρόφωνο. Στη συνέχεια, συνδέουμε την άλλη άκρη του καλωδίου στην πηγή του ήχου και αν επιλέξαμε το καλώδιο με το μικρόφωνο και στην υποδοχή του μικροφώνου. Εδώ βλέπετε τα Corsair Virtuoso Pro συνδεδεμένα στην έξοδο ακουστικών του Elgato Wave XLR. Το marketing της εταιρίας προωθεί τη χρήση των Corsair Virtuoso Pro με το Elgato Wave XLR καθώς σίγουρα το DAC που εμπεριέχει το τελευταίο προσφέρει καλύτερο ήχο από οποιαδήποτε ενσωματωμένη σε μητρική κάρτα ήχου. Διαφημίζουν μάλιστα και τις δυνατότητες που παρέχει το Elgato Wave XLR σε μίξη και VST Plugins μέσω του λογισμικού Elgato Wave Link. Προσωπικά δε θεωρώ ότι είναι δόκιμο να προσάψουμε τις δυνατότητες που παρέχονται από το Audio Interface στα εντελώς αναλογικά Corsair Virtuoso Pro, οπότε δε θα επεκταθώ επί αυτού. Χειρισμός Ο χειρισμός του Corsair Virtuoso Pro, ως headset, περιλαμβάνει μόνο ένα χειριστήριο: Αυτό της σίγασης του μικροφώνου που βρίσκεται πάνω στο βύσμα σύνδεσης, όπως είδαμε παραπάνω. Κατά τα άλλα, ο χειρισμός και οι ρυθμίσεις γίνονται αποκλειστικά από την πηγή του ήχου και το audio interface όπου συνδέουμε το headset. Άνεση Τα Corsair Virtuoso Pro διαθέτουν μεγάλα, μαλακά μαξιλαράκια στα ηχεία και στη στέκα που παράλληλα με το φυσιολογικό βάρος τα κάνουν αρκετά άνετα. Όχι τόσο άνετα όσο το Corsair HS80 που είναι πραγματικά το πιο άνετο headset που έχω δοκιμάσει και έχει γίνει σημείο αναφοράς στον τομέα αυτόν, αλλά σίγουρα με εξαίρεση αυτό, από τα πιο άνετα ακουστικά που έχω δοκιμάσει. Εξαίρεση αποτελούν οι έχοντες μεγάλα αυτιά, καθώς σε αυτή την περίπτωση, το μεγαλύτερο άνοιγμα που έχει το κάθε ηχείο κάνει τα Corsair Virtuoso Pro πιο άνετα από το HS80, τουλάχιστον στα σημεία επαφής τους με τα αυτιά. Ήχος Όλα λοιπόν οδηγούν εδώ. Είναι σαφές ότι ο στόχος και η ουσία του συγκεκριμένου προϊόντος είναι η ποιότητα του ήχου. Ακόμα και με τη χρήση πανάκριβών audio analyzers, αν τους είχαμε που δεν τους έχουμε, το μόνο που θα μπορούσαμε να πάρουμε είναι μετρήσεις και δεδομένα που δείχνουν πόσο "σωστά" παίζει ένα ηχείο αλλά σε καμία περίπτωση δε δίνουν την αίσθηση που προσφέρει στον ακροατή, η οποία είναι και υποκειμενική. Όπως είμαι σίγουρος ότι θα πει ο φίλος και συνάδελφος @GriGaS, τα δικά μου αυτιά είναι και καλομαθημένα και απαιτητικά και ομολογώ ότι κανένα headset που έχω δοκιμάσει έως τώρα δεν έχει κερδίσει μόνιμη θέση στο γραφείο μου, πέρα από περιστασιακή χρήση για καταστάσεις όπου απαιτείται ησυχία. Θα προσπαθήσω λοιπόν να είμαι ευγενικός και να κρίνω τα Corsair Virtuoso Pro ανάλογα με την κατηγορία τιμής τους. Εκεί λοιπόν, δεν έχω δοκιμάσει κάτι καλύτερο. Φαίνεται ότι η εξοικονόμηση κόστους που προέκυψε από την επιλογή μη ύπαρξης ασύρματης συνδεσιμότητας, RGB και λοιπόν δευτερευόντων χαρακτηριστικών, έπιασε τόπο. Μπορώ επίσης να καταλάβω σαφώς την διαφορά που προσδίδει η χαμηλή αδράνεια και υψηλή ακαμψία του διαφράγματος από γραφένιο, αφού σε κάθε ένταση που τα δοκίμασα, τα Corsair Virtuoso Pro είχαν υψηλή απόκριση χωρίς καθυστερήσεις και χαμηλή παραμόρφωση. Το μπάσο είναι δυνατό βαθύ, ίσως λίγο παραπάνω δυνατό από ότι προτιμώ προσωπικά αλλά αυτό σίγουρα θα ευχαριστήσει την πλειοψηφία των ακροατών και μπορεί εύκολα να ρυθμιστεί στα γούστα του κάθε χρήστη με τη χρήση ισοσταθμιστή (equalizer). Ομολογώ ότι του έβαλα δύσκολα, προσπαθώντας να το κάνω να καθυστερήσει λίγο ή να παραμορφώσει και - εντάξει - το κατάφερα σε κάποιο βαθμό με κομμάτια που είναι για να παιχτούν από κάτι σε πολύ υψηλότερη κατηγορία κόστους από αυτή των Corsair Virtuoso Pro. Ακόμα και τότε όμως, όλα ήταν υπό σχετικό έλεγχο και η μουσική, ευχάριστη. Colour me impressed! Οι μεσαίες συχνότητες συνήθως δεν απολαμβάνουν της προσοχής που τους αρμόζει και αυτό είναι μεγάλο λάθος πολλών reviewers και χρηστών για 2 λόγους. Αφ' ενός είναι οι συχνότητες στις οποίες έχει τη μεγαλύτερη ευαισθησία το ανθρώπινο αυτί και αυτό διότι - αφ' ετέρου - είναι οι συχνότητες στις οποίες ακούγεται η ανθρώπινη φωνή. Δεν είχα κάποιο παράπονο και εδώ. Οι μεσαίες ήταν φυσικές και γεμάτες χωρίς να "πνίγονται" από άλλες ή να πνίγουν άλλες "συχνότητες". Εντάξει, δεν είχαν το βάθος και τις αρμονικές άλλων, πολύ ακριβότερων υλοποιήσεων, αλλά και μόνο που καταφεύγω σε μια τέτοια σύγκριση για να βρω κάτι αρνητικό να αναφέρω, λέει πολλά. Οι υψηλές συχνότητες είναι καθαρές, ζωντανές, χωρίς να τσιρίζουν ή να κουράζουν και δένουν αρμονικά με το σύνολο. Ίσως και εκεί να λείπουν κάποιες αρμονικές για να εκτοξεύσουν την ηχητική απόλαυση, αλλά είπαμε, δε θέλουμε να προσθέσουμε κανένα μηδενικό στο τέλος της τιμής. Sound Stage από ακουστικά σε αυτή την κατηγορία τιμής δεν περιμένω. Κι όμως, υπάρχει, σε κάποιο βαθμό. Δεν είναι σε καμία περίπτωση σε άριστο επίπεδο αλλά και μόνο που υπάρχει Sound Stage και ηχητικός διαχωρισμός σε αυτή την κατηγορία κόστους, είναι επίτευγμα. Το Sound Stage όχι μόνο κάνει την ακρόαση της μουσικής πιο ευχάριστη, προσθέτοντας ρεαλισμό αλλά παίζει και σημαντικό ρόλο κατά το gaming, καθώς εξυπηρετεί την κατευθυντική αντίληψη του ήχου. Παίζοντας Starfield με τα Corsair Virtuoso Pro, μπορούσα με ευκολία να αντιληφθώ την προέλευση του κάθε ήχου, κάνοντας την εμπειρία πολύ πιο immersive αλλά και δίνοντάς μου σημαντικό πλεονέκτημα στις μάχες. Αξίζει να σημειωθεί ότι για τις δοκιμές του ήχου, συνέδεσα τα Corsair Virtuoso Pro σε 3 πηγές: Την ενσωματωμένη κάρτα ήχου μιας μητρικής ASUS Crosshair X670E Hero, το Elgato Wave XLR και την κάρτα ήχου ASUS Xonar D2X, παίρνοντας φανερά ανώτερη ποιότητα ήχου από τις 2 τελευταίες πηγές. Αυτό δείχνει ότι το προϊόν έχει δυνατότητες σημαντικά πάνω από αυτές που μπορεί να αξιοποιήσει μια ενσωματωμένη κάρτα ήχου και ίσως ακόμα και από αυτές του Elgato Wave XLR και της ASUS Xonar D2X. Συνολικά, όσον αφορά την ποιότητα του ήχου, τα Corsair Virtuoso Pro προσφέρουν, γενναιόδωρα, ηχητική ποιότητα πάνω από την κατηγορία κόστους τους. Καθώς γράφω αυτές τις γραμμές, έχω σταματήσει την ηχητική ανάλυση και ακούω τα αγαπημένα μου μουσικά κομμάτια, εξακολουθώντας να χρησιμοποιώ για το σκοπό αυτό τα Corsair Virtuoso Pro, συνδεδεμένα στην ASUS Xonar D2X. Το χαμόγελο και η πληκτρολόγηση στο ρυθμό της μουσικής τα λένε όλα. Μικρόφωνο Το μικρόφωνο που συνδέεται προαιρετικά στα Corsair Virtuoso Pro και τα μετατρέπει σε headset είναι... ΟΚ. Στα θετικά του είναι ο καθαρός ήχος που λαμβάνει και η απόρριψη σε αρκετά υψηλό βαθμό των θορύβων του περιβάλλοντος. Στα αρνητικά του είναι η χαμηλή ένταση στην οποία καταγράφει τον ήχο. Αυτό μπορεί να είναι πρόβλημα και απαιτεί πολύ προσεκτική τοποθέτηση του μικροφώνου σε σχέση με το στόμα του ομιλητή - χιλιοστά κυριολεκτικά μπορούν να κάνουν τη διαφορά. Αν το μικρόφωνο τοποθετηθεί μακριά, ο ήχος που καταγράφεται είναι καθαρός αλλά πολύ χαμηλής έντασης. Αν τοποθετηθεί πολύ κοντά, βελτιώνεται το πρόβλημα της έντασης αλλά αρχίζει το popping. Πολύ μεγάλη βοήθεια στην αντιμετώπιση αυτού προσφέρει το pop filter που συμπεριλαμβάνεται στη συσκευασία και του οποίου τη χρήση συστήνω ανεπιφύλακτα καθώς επιτρέπει τη χρήση του μικροφώνου σε απόσταση από το στόμα που χωρίς αυτό θα υπήρχαν pops. Δε νομίζω ότι έχω κάτι παραπάνω να προσθέσω πέρα από το παρακάτω video για να ακούσετε και μόνοι σας. Καθώς το YouTube αναπόφευκτα χρησιμοποιεί απωλεστικό αλγόριθμο για τη συμπίεση του ήχου και επιπλέον δεν επιτρέπει συχνότητες δειγματοληψίας άνω των 48KHz, επισυνάπτω και τις αρχικές ηχογραφήσεις σε κωδικοποίηση FLAC, χωρίς απώλειες, για όποιον ενδιαφέρεται. 1More Piston Fit BT - 48-16.flac 1More Dual Driver ANC Pro - 48-16.flac Creative Aurvana Platinum - 48-16.flac Microsoft Lifecam Studio - 48-16.flac Microsoft Lifecam Studio - 96-16.flac Elgato Wave 3 - 48-24.flac Elgato Wave 3 - 96-24.flac Elgato Wave DX & XLR - 48-24.flac Elgato Wave DX & XLR - 96-24.flac Corsair Virtuoso Pro - 96-24 - No Pop.flac Corsair Virtuoso Pro - 96-24 - Pop.flac Συμπεράσματα Με τα Corsair Virtuoso Pro η Corsair πέτυχε ένα πλήγμα στην κουλτούρα του χειριστικού marketing και των επίπλαστων καταναλωτικών "αναγκών". Έκανε διαθέσιμο στην αγορά ένα Headset που επικεντρώνεται και διοχετεύει όλο το κόστος κατασκευής πρωτευόντως στην ποιότητα του ήχου και δευτερευόντως στην άνεση και την ποιότητα κατασκευής. Αγνόησε επιδεικτικά, σνομπάροντας θα έλεγα, τη δυνατότητα ασύρματης σύνδεσης, που είναι ευπρόσδεκτη και σε κάποιες περιπτώσεις πολύ χρήσιμη αλλά όχι τόσο σημαντική όσο η ποιότητα του ήχου, καθώς και το φωτισμό RGB που δεν τον απορρίπτω ως επιπρόσθετο χαρακτηριστικό αλλά δεν αξίζει να θεωρείται βασικό προσόν ενός προϊόντος ήχου και να συμβάλει σημαντικά στο κόστος του. Τα Corsair Virtuoso Pro αξιοποιούν τη χαμηλή μάζα και την ακαμψία του διαφράγματος από γραφένιο που φέρουν οι οδηγοί των 50 χιλιοστών για να πετύχουν ένα σύνολο με υψηλή απόκριση και χαμηλή παραμόρφωση που, για την κατηγορία κόστους, προσφέρει απαράμιλλη μουσική απόλαυση. Τα εύκολα αφαιρούμενα και αντικαταστάσιμα τμήματα υπόσχονται στο χρήστη ότι η αγορά των Corsair Virtuoso Pro αποτελεί μια επένδυση την οποία θα μπορεί να απολαμβάνει για πολλά χρόνια, καθώς ό,τι φθείρεται από τη χρήση, μπορεί να αντικατασταθεί, προσφέροντας εξαιρετική μακροζωία στο προϊόν. Και καθώς έχω αναφέρει την κατηγορία κόστους των Corsair Virtuoso Pro πολλές φορές αλλά δεν έχω αναφέρει ποια είναι αυτή, ήρθε η ώρα: Το επίσημο κόστος των Corsair Virtuoso Pro στην Ελληνική αγορά είναι τα €199,99. Αξίζουν το κόστος τους; Abso-effing-lutely! Ας συνοψίσουμε τα σημαντικότερα πλεονεκτήματα και μειονεκτήματα των Corsair Virtuoso Pro: O καλός Εξαιρετική ποιότητα ήχου. Ταχύτατη απόκριση. Πολύ χαμηλή παραμόρφωση, ακόμα και σε υψηλή ένταση. Δημιουργία sound stage και διαχωρισμού οργάνων, σε μέτριο βαθμό αλλά σίγουρα πάνω από την κατηγορία κόστους του προϊόντος. Ηχητική κατευθυντικότητα κατά το gaming. Ποιότητα κατασκευής. Αρθρώσεις και μηχανισμός ανάρτησης ηχείων από αλουμίνιο. Το μικρόφωνο είναι μονοκατευθυντικό και απορρίπτει σε μεγάλο βαθμό τους θορύβους του περιβάλλοντος. Sleeved καλώδια. Δυνατότητα χρήσης balanced καλωδίου. Περιλαμβάνεται καλής ποιότητας θήκη αποθήκευσης και μεταφοράς. Ο κακός Η τετραγωνισμένη άκρη του βύσματος που εισέρχεται στο αριστερό ηχείο αποκλείει τη χρήση καλωδίων άλλου κατασκευαστή. Η λήψη ήχου από το μικρόφωνο είναι σχετικά χαμηλής έντασης. Ο αδιάφορος Τα καλώδια θα μπορούσαν να είναι λίγο πιο εύκαμπτα. Με βάση όλα τα παραπάνω η βαθμολογία που παίρνει το Corsair Virtuoso Pro είναι:  TheLAB.GR Ευχαριστούμε θερμά την Corsair για την παραχώρηση του δείγματος της δοκιμής. Πολύμερος Αχανιώτης 25/09/2023
  6. Εισαγωγή Ένα ακόμη Barebone της Shuttle βρήκε το δρόμο προς τον πάγκο των δοκιμών μας. Αυτή τη φορά πρόκειται για το κορυφαίο σε επιδόσεις 1.3L Shuttle XPC Slim DH670 που υποστηρίζει τη χρήση επεξεργαστών Intel 12ης γενιάς. Το Shuttle XPC Slim DH670 στηρίζεται στο σασί που έχουμε συνηθίσει από τα προηγούμενα αντίστοιχα μοντέλα της εταιρείας αλλά όπως θα δούμε παρακάτω έχει κάποιες διαφορές στο εσωτερικό έτσι ώστε να μπορέσει να ανταπεξέλθει στις αυξημένες απαιτήσεις της 12ης γενιάς επεξεργαστών της Intel. Αλλά ας πάρουμε τα πράγματα από την αρχή. Συσκευασία και Παρελκόμενα Το Shuttle XPC Slim DH670 έρχεται προστατευμένο σε ένα κλασσικό χαρτονένιο κουτί με πράσινες εκτυπώσεις και ένα βολικό χερούλι μεταφοράς στο επάνω μέρος. Το κουτί είναι ίδιο για όλη τη σειρά XPC Slim της εταιρείας και το μοντέλο καθώς και τα βασικά χαρακτηριστικά του αναγράφονται σε αυτοκόλλητο στη μία από τις μικρές πλευρές του κουτιού. Εντός του κουτιού βρίσκουμε ένα μικρότερο που περιέχει όλα τα απαραίτητα παρελκόμενα. Εντός του μικρού κουτιού βρίσκουμε το τροφοδοτικό και το καλώδιο του ρεύματος, το VESA mount για στήριξη του Shuttle XPC Slim DH670 στο πίσω μέρος κάποιου συμβατού μόνιτορ, βίδες για το VESA mount και για την στήριξη των drives, ένα thermal pad, thermal paste για τον επεξεργαστή, ένα καπάκι για το CPU socket και το CD με τους drivers της μητρικής. Τώρα τι να το κάνει κάποιος το CD εν έτει 2023, δε θα το σχολιάσω. Ένα οικονομικό Flash Drive θα ήταν σαφώς μια πιο λειτουργική και κομψή λύση. Στη συσκευασία περιλαμβάνεται επίσης το Quick Guide που εξηγεί πώς γίνεται η εγκατάσταση των εξαρτημάτων στο Shuttle XPC Slim DH670 καθώς και οδηγίες εγκατάστασης του VESA mount. Κουτί και Τροφοδοτικό Οι διαστάσεις του Shuttle XPC Slim DH670 είναι 16,5cm (π) x 19cm (β) x 4,3cm (υ) και ο όγκος του είναι μόλις 1.3 λίτρα. Το κουτί του αποτελείται εξ' ολοκλήρου από μέταλλο, εκτός από την πρόσοψη που αποτελείται από πλαστικό. Στην πρόσοψη, ξεκινώντας από αριστερά βρίσκουμε υποδοχή για μικρόφωνο, υποδοχή για ακουστικά καθώς και τα ενδεικτικά LEDs λειτουργίας του συστήματος και δραστηριότητας των drives. Στο κέντρο βρίσκουμε το τετράγωνο πλήκτρο εκκίνησης και στα δεξιά του ένα SD card reader. Στο δεξί μέρος της πρόσοψης βρίσκουμε 3 θύρες USB A καθώς και 1 θύρα USB C. Η μπλε θύρα USB A καθώς και η θύρα USB C είναι τύπου USB 3.2 Gen 1 και υποστηρίζει ταχύτητες έως και 5Gbps ενώ οι κόκκινες θύρες USB A είναι τύπου USB 3.2 Gen 2 και υποστηρίζουν ταχύτητες έως και 10Gbps. Βρίσκω παράξενη την επιλογή να χρησιμοποιηθεί η USB C σύνδεση για μία από τις πιο αργές θύρες των 5Gbps αντί για μία από τις ταχύτερες των 10Gbps. Τα πλαϊνά είναι διάτρητα για να επιτρέπουν την ροή αέρα και έχουν υποδοχές για τις βίδες του VESA mount καθώς και υποδοχές για χρήση Kensington Lock. Το επάνω μέρος έχει ένα διάτρητο τμήμα από όπου τροφοδοτούνται με αέρα οι ανεμιστήρες που ψύχουν την ψύκτρα του επεξεργαστή. Στο κάτω μέρος βρίσκουμε τα αυτοκόλλητα με τα στοιχεία του μοντέλου και τις πιστοποιήσεις. Υπάρχουν επίσης ελαστικά ποδαράκια καθώς και 2 βίδες που θα πρέπει να αφαιρεθούν αν χρειαστεί ποτέ να αφαιρεθεί η μητρική. Στο πίσω μέρος βρίσκουμε την πλειοψηφία των υποδοχών σύνδεσης καθώς και τις 2 βίδες που χρειάζεται να ξεβιδώσουμε προκειμένου να αφαιρέσουμε το καπάκι και να αποκτήσουμε πρόσβαση στο εσωτερικό. Ακριβώς κάτω από τις 2 βίδες υπάρχουν 2 στρογγυλές οπές, καλυμμένες με μέταλλο που μπορεί να αφαιρεθεί με πίεση με το κατσαβίδι. Αυτές οι οπές είναι για τις κεραίες του προαιρετικού αξεσουάρ WLN-M που προσφέρει 802.11ac/b/g/n WLAN και Bluetooth 4.0 ή εναλλακτικά για τις κεραίες του επίσης προαιρετικού αξεσουάρ WWN03 που περιλαμβάνει μία riser adapter card και 2 κεραίες με τα απαραίτητα καλώδια σύνδεσης για την εγκατάσταση κάποιου 4G/LTE module. Ξεκινώντας από αριστερά, βρίσκουμε την υποδοχή τροφοδοσίας και δίπλα της τις 2 θύρες HDMI 2.0b. Ακολουθούν 2 θύρες Display Port 1.4 και στη συνέχεια 2 θύρες δικτύου RJ45 1Gbps με λειτουργία WOL. Δεξιότερα από τις RJ45 βρίσκουμε 2 κόκκινες θύρες USB A, τύπου USB 3.2 Gen 2 (10Gbps) και δεξιότερα από αυτές 2 μπλε θύρες USB A, τύπου USB 3.2 Gen 1 (5 Gbps). Πάνω από τις RJ45 και τις USB A, βρίσκουμε 2 σειριακές θύρες. Η μία εξ' αυτών μπορεί να αντικατασταθεί από το προαιρετικό αξεσουάρ PVG01 που παρέχει μια κλασσική υποδοχή VGA D-Sub. Τέλος, κάτω δεξιά, βρίσκουμε 4 pin όπου μπορούν να συνδεθούν πλήκτρο απομακρυσμένης ενεργοποίησης, πλήκτρο clear CMOS καθώς και εξωτερική παροχή 5V DC. Στην παρακάτω εικόνα βλέπουμε όλα τα παραπάνω στοιχεία, συγκεντρωμένα. Το τροφοδοτικό είναι της AcBel και έχει αναβαθμιστεί στα 120W από τα 90W που ήταν στα προηγούμενα μοντέλα XPC Slim που είχαμε δει, ενώ αντίστοιχα αυξήθηκε ο όγκος και το βάρος του. Είναι πιθανόν ότι καθώς η 12η γενιά των επεξεργαστών της Intel έχει αυξημένες απαιτήσεις σε κατανάλωση, η αναβάθμιση αυτή να σχετίζεται με αυτό, αν και απέχει αρκετά από τις μέγιστες απαιτήσεις σε λειτουργία Turbo κάποιων επεξεργαστών που υποστηρίζει το Shuttle XPC Slim DH670. Συνεπώς, οι συγκεκριμένοι επεξεργαστές, τόσο για λόγους τροφοδοσίας όσο και - αναμφίβολα - για λόγους ψύξης (σε ένα τόσο μικρό σασί) δε θα μπορέσουν να φτάσουν στις μέγιστες δυνατές επιδόσεις τους. Εγκατάσταση Επεξεργαστή, Μνήμης και Αποθηκευτικών Μέσων Αφαιρέσαμε τις 2 βίδες από το πίσω μέρος και το καπάκι για να αποκτήσουμε πρόσβαση στο εσωτερικό του Shuttle XPC Slim DH670. Διακρίνουμε μια υποδοχή για drive 2.5" καθώς και το καλώδιο σύνδεσης για δεδομένα και τροφοδοσία του drive. Επίσης βλέπουμε τους 2 ανεμιστήρες που ψύχουν την ψύκτρα του επεξεργαστή. Ξεβιδώνουμε τη μία βίδα που στηρίζει το πλαίσιο υποδοχής του drive 2.5" και στη συνέχεια τις 4 βίδες που συγκρατούν την ψύκτρα του επεξεργαστή. Έτσι, αποκτούμε πρόσβαση στη μητρική, με όλες τις υποδοχές και διασυνδέσεις. Βλέπουμε το socket του επεξεργαστή, 2 υποδοχές για μνήμες SODIMM καθώς και 2 υποδοχές Μ.2, για τοποθέτηση 2 M.2 συσκευών με τη μία επάνω από την άλλη. Η κάτω υποδοχή είναι για τα προαιρετικά αξεσουάρ ασύρματης διασύνδεσης που αναφέραμε ενώ η πάνω υποδοχή για κάποιον NVME SSD. Καθώς το Shuttle XPC Slim DH670 είναι ένα Barebone, είναι απαραίτητο ο χρήστης να προσθέσει τον επεξεργαστή, τη RAM καθώς και κάποιο drive. Στη συγκεκριμένη περίπτωση, επέλεξα τον επεξεργαστή Intel Core i7 12700, τις μνήμες Kingston Hyper-X Impact 2x16GB 2666MHz και τον NVME SSD Western Digital Black SN850X 1GB. Ο επεξεργαστής που επιλέχτηκε είναι ο 2ος ισχυρότερος στη λίστα υποστηριζόμενων επεξεργαστών για το Shuttle XPC Slim DH670. Αν δει κανείς τις προδιαγραφές του Intel Core i7 12700, θα παρατηρήσει ότι η βασική του κατανάλωση είναι στα 65W, που είναι σαφώς εντός των δυνατοτήτων του Shuttle XPC Slim DH670. Μια προσεκτικότερη ματιά αποκαλύπτει ότι η μέγιστη κατανάλωση του εν λόγω επεξεργαστή σε λειτουργία Turbo φτάνει τα 180W, που είναι σαφώς εκτός των δυνατοτήτων τόσο της τροφοδοσίας όσο και της ψύξης που μπορεί να προσφέρει το Shuttle XPC Slim DH670, καθώς και κάθε άλλο σύστημα αυτών των διαστάσεων. Ως εκ τούτου, δεν μπορούμε να περιμένουμε τις μέγιστες δυνατές επιδόσεις που θα μπορούσε να έχει ο εν λόγω επεξεργαστής, τοποθετημένος σε κάποια μεγαλύτερη υλοποίηση. Η εγκατάσταση των παραπάνω είναι απλή και αυτονόητη. Μοναδική δυσκολία είναι η βίδα στήριξης του M.2 NVME SSD που βρίσκεται σε δυσπρόσιτο σημείο και καθώς δεν είναι μαγνητική, η τοποθέτησή της αποτελεί... πρόκληση. Ακολούθως, βάζουμε την θερμοαγώγιμη που περιλαμβάνεται στη συσκευασία στον επεξεργαστή και βιδώνουμε την ψύκτρα σταυρωτά και σταδιακά, έτσι ώστε να ασκεί ομοιόμορφη πίεση σε όλη την επιφάνεια του επεξεργαστή. Παρατηρούμε ότι μέρος του SSD υπερκαλύπτεται από την ψύκτρα του επεξεργαστή. Σε εκείνο το σημείο, αν θέλουμε, μπορούμε να τοποθετήσουμε το thermal pad που βρήκαμε στα παρελκόμενα έτσι ώστε εκείνο το τμήμα του SSD που υπερκαλύπτεται από την ψύκτρα να ψύχεται παράλληλα από αυτήν. Τώρα, αυτή η επιλογή έχει πολλά ενδιαφέροντα σημεία. Αρχικά, έχει νόημα μόνο αν ο controller του SSD που είναι και το θερμότερο τμήμα του βρίσκεται εντός της καλυπτόμενης επιφάνειας. Συνήθως, κάπου εκεί βρίσκεται, όντως. Υπάρχει όμως και το ενδεχόμενο σε περίπτωση που τρέχουμε κάποια βαριά εφαρμογή, η θερμότητα από τον επεξεργαστή να μεταφέρεται μέσω της ψύκτρας στον controller του SSD. Θεωρώ ότι θα ήταν καλύτερα να μην υπήρχε το τμήμα της ψύκτρας που βρίσκεται πάνω από τον SSD και να είχε ο SSD τη δική του μικρή ψύκτρα. Έτσι δε θα υπήρχε μεταφορά θερμότητας μεταξύ επεξεργαστή και SSD controller καθώς επίσης και θα ήταν δυνατή η αντικατάσταση του SSD χωρίς την αφαίρεση της ψύκτρας του επεξεργαστή και συνεπώς την ανάγκη αντικατάστασης και της θερμοαγώγιμης πάστας του. Η διαφορά μάζας της ψύκτρας του επεξεργαστή που θα χανόταν μπορεί εύκολα να καλυφθεί με επέκτασή της προς τα αριστερά, όπως βλέπουμε την παρακάτω φωτογραφία. Για τις μετρήσεις του παρόντος review, αλλά και για να σας δείξουμε την τοποθέτηση του drive 2.5" που υποστηρίζει το Shuttle XPC Slim DH670, χρησιμοποιήσαμε τον πιστό μας OCZ ACR 100, που λειτουργεί ακόμα άψογα και ενημερώθηκε με Windows 11 και τις τελευταίες εκδόσεις των προγραμμάτων μέτρησης. Το σύστημα είναι έτοιμο. Ψύξη Επεξεργαστή Πριν προχωρήσουμε παρακάτω, ας δούμε από πιο κοντά το σύστημα ψύξης του επεξεργαστή. Αυτό αποτελείται από μια αλουμινένια ψύκτρα χαμηλού προφίλ με χάλκινη βάση και 2 heat pipes που βοηθούν στη διασπορά της θερμότητας, καθώς και από 2 ανεμιστήρες. Οι ανεμιστήρες είναι συνδεδεμένοι σε κοινό βύσμα και από τον τύπο του βύσματος βλέπουμε ότι είναι τύπου PWM. Το μοντέλο είναι το Apistek SA6102U. Πρόκειται για ανεμιστήρες διαστάσεων 60x60x10mm, τάσης τροφοδοσίας 12V και κατανάλωσης 0.40A. Το εύρος περιστροφών ανά λεπτό είναι από 800 έως 4800 ±10%, κάτι που σημαίνει ότι ανάλογα με τις ανάγκες ψύξης και τις στροφές των ανεμιστήρων, το Shuttle XPC Slim DH670 προβλέπεται να είναι από σχεδόν αθόρυβο έως εξαιρετικά θορυβώδες. Προδιαγραφές και Μητρική Τα βασικά χαρακτηριστικά του Shuttle XPC Slim DH670 φαίνονται στον παρακάτω πίνακα. Όπως θα δείτε το Shuttle XPC Slim DH670 δεν έχει πολλά να ζηλέψει από μεγαλύτερες σε διαστάσεις υλοποιήσεις και μπορεί να λειτουργήσει ως ένα εξαιρετικό workstation. Για όποιον θέλει να δει αναλυτικά τα χαρακτηριστικά του Shuttle XPC Slim DH670, παρατίθεται ο παρακάτω πλήρης πίνακας χαρακτηριστικών: Τα περισσότερα από τα παραπάνω χαρακτηριστικά αφορούν ουσιαστικά τη μητρική του Shuttle XPC Slim DH670 την οποία βλέπετε παρακάτω: Η μητρική του Shuttle XPC Slim DH670 βασίζεται στο Chipset Η670 της Intel και διαθέτει LGA 1700 CPU Socket. Μέσω αυτού υποστηρίζει επεξεργαστές Intel 12ης γενιάς. Χρησιμοποιεί πυκνωτές στερεής κατάστασης (Solid State) για μεγαλύτερη αντοχή στο χρόνο. Διαθέτει 2 SODIMM Sockets που υποστηρίζουν μνήμη DDR4 στα 1,2V και με συχνότητα λειτουργίας έως και 3200MHz, υποστηρίζοντας συνολικά μέχρι και 64GB μνήμης RAM. Για τα μέσα αποθήκευσης υπάρχει 1 θύρα SATA 3.0 (6Gb/s) και 1 θύρα Μ.2 2280 PCIe Gen 4.0 X4 που υποστηρίζει το πρωτόκολλο NVME (και το SATA 3.0 αν για κάποιον αδιανόητο λόγο το επιλέξει κάποιος). Υπάρχει επίσης μια θύρα M.2 2230 που μπορεί να φιλοξενήσει τα προαιρετικά αξεσουάρ WLN-M ή WWN03 τα οποία θα συνδεθούν με τις κεραίες που μπορεί να τοποθετηθούν στις υποδοχές του πίσω μέρους του κουτιού που αναφέραμε νωρίτερα. Συνολικά, μια σύγχρονη, ολοκληρωμένη και ισχυρή μητρική που δύσκολα θα αφήσει κάποιον παραπονεμένο από πλευράς δυνατοτήτων, ειδικά όταν μιλάμε για ένα τόσο μικρό σύνολο. Μεθοδολογία Μετρήσεων Φτάσαμε λοιπόν στην ώρα των μετρήσεων. Όπως είδαμε παραπάνω, ο επεξεργαστής που χρησιμοποιήθηκε είναι ο Intel Core i7 12700, οι μνήμες είναι οι Kingston Hyper-X Impact 2x16GB 2666MHz και ο NVME SSD είναι ο Western Digital Black SN850X 1GB. O SSD με τα μετροπρογράμματα που χρησιμοποιήθηκε ήταν ο OCZ ARC 100 240GB. Τα μετροπρογράμματα που χρησιμοποιήσαμε στη σημερινή παρουσίαση είναι τα ακόλουθα: AIDA64 Engineer Edition 6.85.6300 το οποίο είναι μια ευγενική προσφορά της Finalwire PCMark 10 Professional Edition 2.1.2574 το οποίο είναι μία ευγενική προσφορά της UL Benchmarks 3DMark Professional Edition 2.25.8043 το οποίο είναι μία ευγενική προσφορά της UL Benchmarks Cinebench R23, R20 & R15, SuperPI Mod 1.5, WPrime 2.11 & Fritz Chess Benchmark Χρονισμοί CPU και RAM Ο Intel Core i7 12700 που χρησιμοποιούμε στο συγκεκριμένο review είναι ένας επεξεργαστής 12ης γενιάς Alder Lake με 8 Performance πυρήνες με hyperthreading και 4 efficiency πυρήνες, χωρίς hyperthreading. Ο συνολικός αριθμός threads είναι συνεπώς 20. Η βασική του κατανάλωση (TDP) είναι στα 65W, που σαφώς μπορεί να υποστηρίξει το Shuttle XPC Slim DH670 αλλά η μέγιστη κατανάλωση που μπορεί να φτάσει σε λειτουργία Turbo είναι τα 180W, που είναι σαφώς έξω από τις δυνατότητες του εν λόγω barebone. Συνεπώς δεν μπορούμε να περιμένουμε τις μέγιστες επιδόσεις του συγκεκριμένου επεξεργαστή σε αυτή την υλοποίηση. Η μητρική του Shuttle XPC Slim DH670 βασίζεται στο chipset Η670 της Intel. Υποστηρίζει PCIe 4.0, το BIOS είναι της ΑΜΙ και η τελευταία διαθέσιμη έκδοση κατά τη συγγραφή του παρόντος review είναι η 1.02. Όσον αφορά τη μνήμη RAM, χρησιμοποιήθηκαν 2 αρθρώματα SODIMM 2666MHz, 16GB έκαστο. Δυστυχώς η μητρική του Shuttle XPC Slim DH670, όπως και όλες οι μητρικές που έχουμε δει στα barebones της Shuttle, δεν υποστηρίζει καμία ρύθμιση για τους χρονισμούς των μνημών, αλλά βασίζεται αποκλειστικά στα JEDEC profiles που ενσωματώνουν οι μνήμες. Στη συγκεκριμένη περίπτωση αυτό δεν αποτέλεσε πρόβλημα καθώς οι μνήμες αναγνωρίστηκαν κανονικά και λειτούργησαν στη σωστή συχνότητα και με τους σωστούς χρονισμούς (εκτός από το tRC που τέθηκε στο 52 αντί στο 60), αλλά θα ήθελα να δω περισσότερες επιλογές στο BIOS, τουλάχιστον όσον αφορά τις μνήμες. Η ενσωματωμένη στον επεξεργαστή κάρτα γραφικών είναι η Intel UHD 770. Για τις δοκιμές, επέλεξα στο BIOS να της δώσω τη μέγιστη δυνατή μνήμη, 512MB. Κατανάλωση, Θερμοκρασίες, Χρονισμοί, Θόρυβος Στο παρακάτω διάγραμμα βλέπουμε την κατανάλωση του Shuttle XPC Slim DH670. Βλέπουμε ότι η κατανάλωση τόσο χωρίς όσο και με φορτίο είναι ελαφρώς μεγαλύτερη από αυτή που είχαμε δει στο Shuttle XPC Cube DH310 με τον Intel Core i3 8100, κάτι σαφώς αναμενόμενο λόγω της μεγάλης διαφοράς πυρήνων και επιδόσεων μεταξύ των 2 επεξεργαστών και πιθανώς της περισσότερης RAM. Αξιοσημείωτη είναι η πτώση της κατανάλωσης κατά την απενεργοποίηση, σε σχέση με τα παλαιότερα μοντέλα. Η μητρική του Shuttle XPC Slim DH670 διαθέτει ένα EC για τον έλεγχο των στροφών των ανεμιστήρων, των τάσεων και της θερμοκρασίας της μητρικής που δεν παρέχει πληροφορίες μέσα από τα Windows. Μέσα από το BIOS οι πληροφορίες αυτές είναι διαθέσιμες, αλλά όχι από τα Windows, τουλάχιστον με όλα τα γνωστά σχετικά προγράμματα. Ως εκ τούτου, δεν μπορώ να γνωρίζω τις στροφές των ανεμιστήρων, τη θερμοκρασία της μητρικής ή πιθανές πτώσεις τάσεων κατά τη διάρκεια των δοκιμών. Το BIOS δίνει επιλογές για τους ανεμιστήρες ώστε να τεθούν σε Smart Mode, όπου οι στροφές ρυθμίζονται αυτόματα και είναι το mode με το οποίο έρχεται η μητρική και που χρησιμοποιήθηκε κατά τη διάρκεια του review, καθώς και σε 4 ακόμα σταθερές επιλογές ταχύτητας, οι οποίες φαίνονται στον παρακάτω πίνακα. Παρακάτω βλέπουμε αναλυτικά τα αποτελέσματα του stress test του AIDA64 όπως αυτό χρησιμοποιήθηκε για την παραπάνω μέτρηση. Η δοκιμασία πραγματοποιήθηκε για 20 λεπτά, με θερμοκρασία περιβάλλοντος 20°C. Παρατηρούμε τα εξής ενδιαφέροντα: Οι θερμοκρασίες των πυρήνων δεν ξεπέρασαν τους 66°C. Δεν υπήρξε CPU Thrrottling κατά τη διάρκεια της δοκιμασίας. Οι μέγιστη συχνότητα λειτουργίας των πυρήνων έφτασε τα 4788MHz, κάτι που αντικατοπτρίζει την Performance Core Max Turbo Frequency του επεξεργαστή που είναι θεωρητικά 4800MHz. Δεν έφτασε όμως την Intel Turbo Boost Max Technology 3.0 Frequency των 4900MHz που απαιτεί περισσότερη τροφοδοσία και ψύξη. Η μέγιστη κατανάλωση του επεξεργαστή έφτασε, σύμφωνα με το AIDA64, τα 61,34W. Ο θόρυβος από τους ανεμιστήρες, που είναι ιδιαίτερα ήσυχοι στο idle, έγινε αρκετά έντονος και ενοχλητικός κατά τη διάρκεια του Stability Test, κάτι που είναι αναμενόμενο λόγω του μεγέθους τους και των υψηλών στροφών. Είναι σαφές ότι το Shuttle XPC Slim DH670 είναι σταθερό και μπορεί να διαχειριστεί τη θερμότητα που εκλύουν τα υποσυστήματά του, ακόμα και με τη χρήση του 2ου ισχυρότερου επεξεργαστή που υποστηρίζει. Ο θόρυβος των ανεμιστήρων δεν είναι σε καμία περίπτωση αμελητέος σε συνθήκες υψηλού φορτίου. Ας δούμε λοιπόν πώς τα πήγε το Shuttle XPC Slim DH670 με τον Intel Core i7 12700 και τα 32GB RAM DDR4-2666 στις ενότητες που ακολουθούν. AIDA64 Ξεκινάμε τις μετρήσεις μας με το AIDA64, όπου οι επιδόσεις του Intel Core i7 12700 είναι σαφώς μεγαλύτερες από τα υπόλοιπα Slim συστήματα και υπολείπονται μόνο αυτών του Intel Xeon W-1390P. Στα FPU tests η διαφορές των επεξεργαστών είναι μικρότερη αλλά ο Intel Core i7 12700 παραμένει ο 2ος ισχυρότερος. Τα Memory tests αντικατοπτρίζουν τη διαφορά τόσο στη συχνότητα όσο και στη χωρητικότητα μεταξύ των συστημάτων. PCMark10 Το PCMark10 μας δίνει μια πιο συνολική εικόνα των επιδόσεων που μπορούμε να περιμένουμε από το Shuttle XPC Slim DH670 και όχι μόνο των επιδόσεων του επεξεργαστή. Έγιναν οι μετρήσεις του Extended Test καθώς και του Applications Test το οποίο μετράει τις επιδόσεις στο MS Office 2019. Στο Extended Test οι διαφορές παραμένουν εμφανείς και εξαρτώνται από το πού βασίζεται το κάθε τεστ, καθώς κάποια βασίζονται σε επιδόσεις ενός μόνο πυρήνα και εξαρτώνται αποκλειστικά από τη συχνότητα, άλλα εκμεταλλεύονται όλους τους πυρήνες και μετρούν συνολική επεξεργαστική ισχύ και άλλα εκμεταλλεύονται την κάρτα γραφικών. Το Shuttle XPC Slim DH670 με τον Intel Core i7 12700 υπολείπεται μόνο του Shuttle XPC Cube SW580R8 με τον Intel Xeon W-1390P. Στο Applications Test, το Shuttle XPC Slim DH670 με τον Intel Core i7 12700 κυριαρχεί, ξεπερνώντας στην πλειοψηφία των δοκιμών ακόμα και το Shuttle XPC Cube SW580R8 με τον Intel Xeon W-1390P. Για όσους ενδιαφέρονται, παραθέτω τα γραφήματα του PCMark10 κατά τις εκτελέσεις των παραπάνω δοκιμών. PCMark10 Application PCMark10 Extended 3DMark Στις δοκιμές του 3DMark, τα αποτελέσματα είναι τα αναμενόμενα. Είναι σαφές ότι η ενσωματωμένη λύση γραφικών του Intel Core i7 12700 είναι ταχύτερη από τις ενσωματωμένες λύσεις γραφικών των άλλων επεξεργαστών, ενώ φυσικά, η Nvidia RTX 3060 Ti είναι σε εντελώς άλλη κατηγορία επιδόσεων. Λοιπές Μετρήσεις CPU Κλείνουμε τις μετρήσεις με μερικά ακόμη δημοφιλή benchmarks. Στο Super Pi MOD 1.5 τo Shuttle XPC Slim DH670 με τον Intel Core i7 12700 υπολείπεται μόνο του Shuttle XPC Cube SW580R8 με τον Intel Xeon W-1390P Στο wPrime 2.11 παρατήρησα κάτι παράξενο που απαίτησε περισσότερη διερεύνηση. Συγκεκριμένα, ενώ στο τεστ των 32M το Shuttle XPC Slim DH670 με τον Intel Core i7 12700 ήταν μακράν το ταχύτερο, ακόμα και από το Shuttle XPC Cube SW580R8 με τον Intel Xeon W-1390P, στο τεστ των 1024Mδεν είχε καθόλου καλές επιδόσεις. Ο Task Manager έδειξε ότι ενώ το τεστ ξεκινάει χρησιμοποιώντας και τα 20 διαθέσιμα threads, στην πορεία περιορίζεται μόνο στα 4 threads των Efficiency Cores. Αυτό είναι πιθανώς αποτυχία συνεργασίας του wPrime και του Core Scheduler. Ως εκ τούτου, τα αποτελέσματα του wPrime 2.11 1024M είναι παραπλανητικά και δεν αντικατοπτρίζουν την πραγματικότητα, αλλά δείχνουν πιθανά προβλήματα που μπορεί να αντιμετωπίσει ένας χρήστης με εφαρμογές που δεν έχουν σχεδιαστεί έτσι ώστε να υποστηρίζουν την αρχιτεκτονική της Intel με Performance και Efficiency cores. Στα Cinebench R15 και R20, τo Shuttle XPC Slim DH670 με τον Intel Core i7 12700 υπολείπεται μόνο του Shuttle XPC Cube SW580R8 με τον Intel Xeon W-1390P. Παράλληλα, στο παρόν review χρησιμοποιήθηκε για πρώτη φορά και το Cinebench R23, συνεπώς δεν υπάρχουν συγκριτικά από προηγούμενα reviews. Βλέπουμε όμως τη διαφορά των επιδόσεων Multi Core μεταξύ αυτών του ενός τεστ και των συνεχόμενων τεστ για 10 λεπτά, που αντικατοπτρίζει την πτώση επιδόσεων λόγω thermal throttling και που στη συγκεκριμένη περίπτωση είναι της τάξης του 6%. Όχι και άσχημα για μια τόσο μικρή υλοποίηση. Όσον αφορά το Fritz Chess Benchmark, το τεστ αυτό υποστηρίζει μέχρι 16 threads και συνεπώς δεν μπορεί να εκμεταλλευτεί πλήρως το Shuttle XPC Slim DH670 με τον Intel Core i7 12700. Απολογισμός Οι επιδόσεις ενός Barebone εξαρτώνται από τις επιμέρους επιδόσεις των τμημάτων που το αποτελούν. Δηλαδή του κουτιού, της μητρικής, της ψύκτρας και του τροφοδοτικού. Για να δούμε πώς τα πάει σε αυτούς τους τομείς το Shuttle XPC Slim DH670. Όσον αφορά το κουτί λοιπόν, είναι έξυπνα σχεδιασμένο, με πολύ καλή ποιότητα κατασκευής και σωστή εκμετάλλευση του χώρου. Όντας μόλις 1.3 λίτρα, παραμένει επαρκές για τα βασικά (επεξεργαστή, μνήμη, NVME SSD) και χωράει επιπλέον και ένα SATA drive 2.5" για επιπλέον αποθηκευτικό χώρο. Το τροφοδοτικό του Shuttle XPC Slim DH670 είναι 120W και μπορεί να υπερκαλύψει τις ανάγκες του συστήματος που δεν ξεπέρασαν τα 90W σε όλες τις δοκιμές μας. Η ψύκτρα του επεξεργαστή είναι πολύ χαμηλού προφίλ και έξυπνα σχεδιασμένη καθώς με τα 2 heat pipes μεταφέρει τη θερμότητα του επεξεργαστή σε όλη την επιφάνειά της. Πέρα από αυτό, οι επιδόσεις της είναι περιορισμένες από το μέγεθός της και οι αρκετά αθόρυβοι στις χαμηλές στροφές ανεμιστήρες της, γίνονται θορυβώδεις σε υψηλές. Και τέλος η μητρική, από την οποία δεν είχα κανένα παράπονο. Πλήρως εξοπλισμένη, λειτουργική και γενναιόδωρη για το μέγεθός της. Κατά το χρόνο της συγγραφής του παρόντος review, η οικονομικότερη τιμή στην οποία μπόρεσα να εντοπίσω το Shuttle XPC Slim DH670 στην Ελληνική αγορά ήταν τα 382,20 ευρώ συμπεριλαμβανομένου του Φ.Π.Α. Η τιμή είναι λογική για ένα προϊόν πιστοποιημένο για χρήση 24/7 και σε περιβάλλοντα με θερμοκρασία έως και 50°C, που δε θα αφήσει κανέναν παραπονεμένο σε κανέναν σχεδόν τομέα. Ας συνοψίσουμε τα πλεονεκτήματα και τα μειονεκτήματα του Shuttle XPC Slim DH670: Πλεονεκτήματα + Πιστοποίηση χρήσης 24/7 σε περιβάλλοντα με θερμοκρασία έως 50°C. + Μικρό μέγεθος 1.3L. + Μητρική πλήρης χαρακτηριστικών με chipset Intel H670. + Υποστήριξη M.2 NVME SSD PCIe 4.0 4x. + 4 θύρες USB 3.2 Gen2 (10Gbps) και 4 θύρες USB 3.2 Gen1 (5Gbps). + 2 θύρες 1G LAN με υποστήριξη WOL. + Υποστήριξη 2.5" SATA 3.0 drive για αποθηκευτικό χώρο. + 2 Display Ports 1.4 καθώς και 2 HDMI 2.0b για τη σύνδεση έως και 4 οθονών. Μειονεκτήματα - Αδυναμία μητρικής να ορίσει χρονισμούς RAM εκτός JEDEC profiles. - Θόρυβος υπό φορτίο. - Υποχρεωτική αφαίρεση της ψύκτρας του επεξεργαστή για την αντικατάσταση του M.2 SSD. - Αδυναμία παρακολούθησης τάσεων, θερμοκρασίας και στροφών ανεμιστήρων μητρικής μέσα από τα Windows. Με βάση τα παραπάνω, η συνολική βαθμολογία του Shuttle XPC Slim DH670 είναι:  TheLAB.GR Ευχαριστούμε θερμά τη Shuttle για την παραχώρηση του δείγματος της δοκιμής. Πολύμερος Αχανιώτης 03/01/2023
  7. Εισαγωγή Με τους πρώτους PCIe 5.0 SSDs να έχουν κάνει την εμφάνισή τους, είναι σαφές ότι βρισκόμαστε στα πρόθυρα ενδεχομένως σημαντικών εξελίξεων στο χώρο των αποθηκευτικών συσκευών. Εν τούτοις, οι επιλογές είναι ακόμα ιδιαίτερα περιορισμένες και τα κόστη δυσανάλογα σε σχέση με τα οφέλη. Από την άλλη μεριά, οι PCIe 4.0 SSDs έχουν πλέον ωριμάσει και οι περισσότερες εταιρίες προσφέρουν προϊόντα με καλές επιδόσεις και απαλλαγμένα από τις βρεφικές τους ασθένειες. Στον πάγκο των δοκιμών έχουμε σήμερα τον Corsair MP600 PRO NH 2TB PCIe 4.0 NVME SSD, τον αντικαταστάτη του Corsair MP600 PRO 2TB που είχαμε δει πριν από περίπου 2 χρόνια. Πάμε λοιπόν να δούμε πώς θα σταθεί απέναντι στο προκάτοχό του αλλά και τους κορυφαίους PCIe 4.0 SSDs της αγοράς. Από τη Συσκευασία μέχρι το Πυρίτιο - Τι ακριβώς αγοράζουμε Αλλά ας πάρουμε τα πράγματα από την αρχή. Ο Corsair MP600 PRO NH 2TB έρχεται σε ένα χαρτονένιο, ιλουστρασιόν κουτί που φέρει μια φωτογραφία του προϊόντος και αναφέρει τα βασικά του χαρακτηριστικά. Τα μόνα "παρελκόμενα" που βρίσκουμε εντός του κουτιού είναι 1 φυλλάδιο με πληροφορίες ασφαλείας και 1 χαρτάκι με ένα QR Code που οδηγεί σε ένα Quick Start Guide με γενικές πληροφορίες για τον τρόπο εγκατάστασης ενός M.2 SSD. To drive έρχεται καλά προστατευμένο μέσα σε διαφανές πλαστικό. Ο Corsair MP600 PRO NH 2TB έχει το τυπικό M.2 2280 form factor και μαύρo PCB. Η επάνω επιφάνεια καλύπτεται ως επί το πλείστον από ένα αυτοκόλλητο που φέρει το όνομα του μοντέλου ενώ στο κάτω μέρος βρίσκουμε ένα αυτοκόλλητο με τις πιστοποιήσεις, τη χώρα κατασκευής (Taiwan) και τη χωρητικότητα του drive. Από τις παραπάνω φωτογραφίες είναι εμφανές ότι στο μοντέλο των 2TB η κάτω επιφάνεια δε φέρει ηλεκτρονικά και συνεπώς τα πάντα βρίσκονται κάτω από το αυτοκόλλητο της επάνω επιφάνειας του Corsair MP600 PRO NH 2TB. Ας αφαιρέσουμε λοιπόν το αυτοκόλλητο για να δούμε τα στοιχεία που συνθέτουν τον Corsair MP600 PRO NH 2TB. Αυτά είναι 4 NAND chips, 1 DRAM cache chip και ο controller, καθώς επίσης και ένα μικρό chip που ελέγχει την τροφοδοσία του drive. Ο ελεγκτής είναι ο Phison PS5018-E18 του οποίου το interface είναι το PCIe Gen4x4 NVMe, οι υποστηριζόμενες χωρητικότητες έως 8TB και οι ταχύτητες φτάνουν τα Sequential Read/Write (up to): 7.400/7.000 MB/s και Random Read/Write (up to): 1.000.000/1.000.000 IOPS. Η μέγιστη θερμοκρασία λειτουργίας (Tj max) είναι οι 125°C, ενώ το Datasheet μας λέει ότι υποστηρίζονται End-To-End Data Path Protection και SmartECC, καθώς επίσης και πρωτόκολλα ασφαλείας AES 128/256 bit, SHA 160/256/512, RSA 4096, TCG & Opal 2.0, Pyrite, Sanitize and Crypto Erase. H cache του drive παρέχεται από το DRAM chip της SKhynix με κωδικό H5AN8G6NDJR-XNC το οποίo είναι χωρητικότητας 8Gb, δηλαδή 1GB , προσφέροντας συνολικά 1GB cache στον ελεγκτή. Αυτό σημαίνει ότι ο Corsair MP600 PRO NH 2TB διαθέτει τη μισή cache από τον προκάτοχό του, Corsair MP600 PRO 2TB, αλλά τουλάχιστον πρόκειται για ταχύτερη μνήμη cache καθώς εκείνη του Corsair MP600 PRO 2TB έχει συχνότητα λειτουργίας τα 2666MHz ενώ η cache του Corsair MP600 PRO NH 2TB λειτουργεί στα 3200MHz. Τα NAND chips που χρησιμοποιεί ο Corsair MP600 PRO NH 2TB φέρουν τον κωδικό TABHG95AYV. Δυστυχώς, παρά την εκτεταμένη έρευνα, δεν μπόρεσα να βρω το πλήρες Datasheet για τα συγκεκριμένα NAND chips, είναι όμως κατά πάσα πιθανότητα (βάση του κωδικού) κατασκευασμένα από την Toshiba. Πρόκειται για 3D TLC NAND και η χωρητικότητα του κάθε ενός από τα συγκεκριμένα NAND chips είναι 4196Gb, ή αλλιώς 512GB. Εφ' όσον o Corsair MP600 PRO NH 2TB διαθέτει 4 τέτοια chips, η συνολική του χωρητικότητα φτάνει τα 2TB. Την τροφοδοσία όλων των παραπάνω ελέγχει ένα μικρό chip που βρίσκεται κοντά στον controller και είναι επίσης κατασκευασμένο από τη Phison, το Phison PS6108-22. Τεχνικά Χαρακτηριστικά Τα τεχνικά χαρακτηριστικά του Corsair MP600 PRO NH 2TB, ακριβώς όπως αναφέρονται στην ιστοσελίδα της Corsair, φαίνονται στον παρακάτω πίνακα. Το Drive διαθέτει υψηλή ταχύτητα ανάγνωσης, ίδια ακριβώς με αυτή του Corsair MP600 PRO 2TB χωρίς να είναι η υψηλότερη που έχουμε δει, αλλά υστερεί στην ταχύτητα εγγραφής έναντι του προκατόχου του. Διαθέτει όμως περισσότερα IOPS που έχουν μεγαλύτερη σημασία στην πραγματική χρήση. Μάλιστα, τα Write IOPS αναφέρονται στα 1,2M IOPS που είναι περισσότερα από το θεωρητικό μέγιστο του ελεγκτή. Στα θετικά στοιχεία καταγράφονται το 1400TBW και το AES 256-bit hardware encryption καθώς και η 5ετής εγγύηση. Συνοδευτικό Λογισμικό Το λογισμικό που συνοδεύει τους SSDs της Corsair, ονομάζεται Corsair SSD Toolbox. Σε αντίθεση με την εξαιρετική δουλειά πού έχει κάνει η Corsair με το iCue, το Corsair SSD Toolbox έχει μείνει χωρίς ουσιαστική εξέλιξη εδώ και αρκετά χρόνια, κάτι που είναι άμεσα εμφανές από το ξεπερασμένο αισθητικά interface του. Η πλοήγηση γίνεται από το κάθετο μενού στα αριστερά και περιλαμβάνει 6 καρτέλες. Στην πρώτη, που ονομάζεται Drive Information (πληροφορίες για το drive), βλέπουμε τα βασικά στοιχεία του κάθε συνδεδεμένου drive και, εφ' όσον αυτό υποστηρίζεται από το πρόγραμμα, μπορούμε να κάνουμε και Firmware Update. Ο έλεγχος του firmware είναι άμεσος και online, απλοποιώντας τη διαδικασία και ελαχιστοποιώντας πιθανά λάθη του χρήστη. Η δεύτερη καρτέλα που ονομάζεται Overprovision αφορά το manual Over Provisioning, κάτι που δεν υποστηρίζεται από τον Corsair MP600 PRO NH 2TB, είτε πριν είτε και μετά το partitioning του drive. Η τρίτη καρτέλα, S.M.A.R.T. Status (κατάσταση του S.M.A.R.T.) μας δίνει πληροφορίες για την κατάσταση του drive, όπως την υγεία του και το σύνολο των αναγνώσεων και εγγραφών που έχει συνολικά πραγματοποιήσει. Σε αυτήν την καρτέλα θα προτιμούσαμε σαφώς μια πιο εύληπτη παρουσίαση για τον μη ειδικό χρήστη και όχι μια ξερή παρουσίαση των περιεχομένων του S.M.A.R.T. table. Η τέταρτη καρτέλα λέγεται Disk Clone (κλωνοποίηση δίσκου) και περιέχει ένα απλό Disk Cloning εργαλείο το οποίο δυστυχώς δεν υποστηρίζει το cloning ούτε από ούτε προς τον Corsair MP600 PRO NH 2TB. Η πέμπτη καρτέλα που ονομάζεται Optimize (βελτιστοποίηση), περιέχει την εντολή ενεργοποίησης του TRIM, κάτι που στον Corsair MP600 PRO NH 2TB ελέγχεται από τα Windows και δεν μπορεί να ενεργοποιηθεί κατά βούληση από το χρήστη. Η έκτη και τελευταία καρτέλα με το όνομα Secure Wipe (ασφαλής καθαρισμός) περιέχει ένα εργαλείο ασφαλούς διαγραφής των περιεχομένων του drive, με τρόπο ώστε η επαναφορά τους να είναι αδύνατη. Μετά από τη σχετική προειδοποίηση... Το εργαλείο φαίνεται να κάνει πραγματικό wipe, sector by sector, κάτι που είναι παράξενο για SSD, καθώς το secure wipe που έχω δει γενικά σε SSD είναι συνολικό και στιγμιαίο. Αυτό με κάνει να υποθέτω ότι πιθανώς όχι μόνο σβήνει τα περιεχόμενα του drive αλλά όντως γράφει από πάνω τους, σαν να πρόκειται για secure wipe μηχανικού δίσκου. Αν ισχύει κάτι τέτοιο, η λειτουργία αυτή καταναλώνει άνευ λόγου κύκλους εγγραφών της NAND του drive. Τα 3 εικονίδια πάνω αριστερά, κάτω από το σήμα της Corsair, αφορούν τη λειτουργία βοήθειας, που εξηγεί κάποιες λειτουργίες του προγράμματος, τις πληροφορίες της έκδοσης του προγράμματος και την ανανέωση της λίστας των drives. Η πρώτη και τελευταία λειτουργία είναι αυτονόητες και δεν έχουμε να σχολιάσουμε κάτι σχετικά, αλλά η δεύτερη, εκτός από το να μας δείξει την έκδοση του προγράμματος, παρέχει και τη δυνατότητα ελέγχου για ύπαρξη νεότερης έκδοσης. Συνολικά, το Corsair SSD Toolbox κάνει λίγα και βασικά πράγματα. Επιτρέπει τον έλεγχο για αναβαθμισμένη έκδοση του firmware online και πραγματοποιεί την αναβάθμιση όταν υπάρχει, διαβάζει το S.M.A.R.T. του drive και πραγματοποιεί μια ύποπτη διαδικασία secure wipe. Θα ήθελα να δω μια ανανεωμένη έκδοση, με μοντέρνο interface, μεγαλύτερη φιλικότητα προς το χρήστη και φυσικά πλήρη λειτουργικότητα. Σύστημα Δοκιμών και Μεθοδολογία Παρακάτω βλέπετε τις πλήρεις προδιαγραφές του συστήματος δοκιμών. Το λειτουργικό σύστημα πάνω στο οποίο γίνονται οι δοκιμές είναι τα Windows 11 Pro. Οι δοκιμές στις οποίες θα υποβάλω τον Corsair MP600 PRO NH 2TB χωρίζονται σε 6 κατηγορίες: Δοκιμασίες πραγματικής ελαφριάς χρήσης. Δοκιμασίες πραγματικής κανονική χρήσης. Δοκιμασίες πραγματικής εξαιρετικά βαριάς χρήσης. Δοκιμασίες σε πραγματική χρήση gaming. Συνθετικά benchmarks. Ανάλυση σε βάθος. Οι μετρήσεις θα συγκριθούν με τον Corsair MP600 PRO 2TB, τον Samsung 980 Pro 1TB, τον Samsung 990 Pro 2TB και τον Western Digital Black SN850X 1TB. Θα συγκρίνουμε συνεπώς τον Corsair MP600 PRO NH 2TB τόσο με τον προκάτοχό του, όσο και με τα κορυφαία drives της αγοράς. Μείνετε συντονισμένοι. Μετά τις δοκιμές ακολουθεί σχολιασμός, βαθμολογία και συμπεράσματα. Δοκιμασίες Ελαφριάς Χρήσης Για να δοκιμάσω τον Corsair MP600 PRO NH 2TB σε πραγματική ελαφριά χρήση, όπως εργασία γραφείου, internet browsing, άνοιγμα φωτογραφιών κλπ, χρησιμοποίησα το Quick Systerm Drive Benchmark του PCMark 10, καθώς το συγκεκριμένο benchmark προσομοιώνει την πραγματική χρήση στα παραπάνω σενάρια. Τα αποτελέσματα δείχνουν ότι ο Corsair MP600 PRO NH 2TB είναι σημαντικά ταχύτερος του προκατόχου του, Corsair MP600 PRO 2TB, παρά το γεγονός ότι διαθέτει τη μισή DRAM cache. Είναι επίσης ταχύτερος του Samsung 980 Pro, αλλά δεν μπορεί να φτάσει τις επιδόσεις των 2 ταχύτερων PCIe 4.0 drives της αγοράς, δηλαδή του Samsung 990 Pro και του Western Digital Black SN850X. Δοκιμασίες Κανονικής Χρήσης Την ίδια ακριβώς κατάταξη έχουμε και στο PCMark 10 Full System Drive Benchmark που προσομοιώνει πραγματική χρήση του drive σε πιο απαιτητικές καθημερινές εργασίες. Δοκιμασίες Εξαιρετικά Βαριάς Χρήσης Αποφάσισα να δοκιμάσω τον Corsair MP600 PRO NH 2TB και με το PCMark 10 Drive Performance Consistency Test. Η συγκεκριμένη δοκιμασία είναι πραγματικά άνευ σημασίας για τη μεγάλη πλειοψηφία των οικιακών χρηστών και προσομοιάζει πολύ περισσότερο τη χρήση σε περιβάλλον διακομιστή (server) καθώς βασανίζει το drive ασταμάτητα επί ώρες, γράφοντας πάνω από 20TB συνεχόμενα και χωρίς διάλλειμα, κάτι που δε θα συμβεί ποτέ σε οικιακή χρήση. Στην περίπτωση αυτή, ο Corsair MP600 PRO NH 2TB έπεσε κάτω από τον προκάτοχό του σε επιδόσεις. Βλέπουμε ότι τα drives της Samsung κυριαρχούν εδώ, ειδικά ο Samsung 990 Pro, ενώ ο κατά τα άλλα άριστος Western Digital Black SN850X δεν τα πήγε καθόλου καλά και πήρε την τελευταία θέση στην κατάταξη. Θυμίζω ξανά ότι η συγκεκριμένη δοκιμασία δεν αφορά παρά ελάχιστες περιπτώσεις χρηστών που σαφώς θα έκαναν καλύτερα ούτως ή άλλως να στραφούν σε κάποιο enterprise drive για τέτοιου είδους χρήση. Γι' αυτόν τον λόγο σκέφτομαι να μην συμπεριλαμβάνω στο εξής αυτή τη δοκιμασία στα reviews των SSDs. Πείτε μου τη γνώμη σας στα σχόλια: Σας ενδιαφέρει η συγκεκριμένη δοκιμασία και θέλετε να περιλαμβάνεται στα reviews ή όχι και γιατί. Δοκιμασίες σε Χρήση Gaming Κάτι που ενδιαφέρει αναμφίβολα πολλούς χρήστες είναι οι επιδόσεις των SSDs στο Gaming και εδώ ο Corsair MP600 PRO NH 2TB πήρε τη φυσική του θέση, δηλαδή πάνω από τον προκάτοχό του, Corsair MP600 PRO 2TB, και τον Samsung 980 Pro αλλά κάτω από τους κορυφαίους Samsung 990 Pro και Western Digital SN850X. Αξιοσημείωτο είναι δε ότι συγκεκριμένα στη δοκιμασία αποθήκευσης παιχνιδιού (save game) είχε την καλύτερη επίδοση από όλα τα drives. Και κάπου εδώ τελειώνει όλη η ουσία των δοκιμών. Τα όποια συμπεράσματα σχετικά με τις επιδόσεις του Corsair MP600 PRO NH 2TB πρέπει να προκύψουν από τα παραπάνω και μόνο. Παρ΄ όλα αυτά, αποφάσισα να παραθέσω τα αποτελέσματα από κάποια δημοφιλή συνθετικά benchmark που μπορεί κάποιοι χρήστες να βρούνε χρήσιμα. Συνθετικά Benchmarks Ξεκινάμε με το ATTO Disk Benchmark. To ATTO είναι το μακράν πιο γενναιόδωρο benchmark όσον αφορά τα αποτελέσματα ταχύτητας και γι' αυτό οι περισσότερες εταιρείες το χρησιμοποιούν για να δηλώσουν τις μέγιστες επιδόσεις σειριακής ανάγνωσης και εγγραφής των drives τους. Ο Corsair MP600 PRO NH 2TB ξεκινάει με εξαιρετικές επιδόσεις που στις αναγνώσεις αγγίζουν τις υποσχόμενες από την εταιρία. Απρόσμενα όμως, οι επιδόσεις των εγγραφών ξεπερνούν κατά πολύ τις προδιαγραφές που είδαμε στην ιστοσελίδα της εταιρίας. Το μόνο συμπέρασμα που θα μπορούσα να εξάγω είναι ότι πρόκειται για κάποιο λάθος στον πίνακα των τεχνικών χαρακτηριστικών που μας δίνει η Corsair και που θα ήταν καλό να διορθωθεί. Η ίδια όμως ταχύτητα εγγραφής αναγράφεται και στη συσκευασία του προϊόντος, οπότε είναι μάλλον απίθανο να πρόκειται για λάθος. Πιθανώς να αναβαθμίστηκε σιωπηρά η NAND που χρησιμοποιεί ο Corsair MP600 PRO NH 2TB με αποτέλεσμα τις καλύτερες επιδόσεις που βλέπουμε, χωρίς να ενημερωθεί το υλικό του marketing, είτε για πρακτικούς λόγους είτε για να υπάρχει η ευελιξία επιστροφής στο προηγούμενο εξάρτημα πάνω στο οποίο βασίστηκαν οι προδιαγραφές. Σε κάθε περίπτωση αυτό είναι μια εικασία και το μόνο που μπορώ να πω σίγουρα είναι ότι το δείγμα που έχω στα χέρια μου ξεπερνάει τις προδιαγραφές του προϊόντος όσον αφορά την μέγιστη ταχύτητα εγγραφής. Οι επιδόσεις είναι παρόμοιες με αυτές που είχαμε δει στον Corsair MP600 PRO 2TB. Παρακάτω παραθέτω τα αποτελέσματα και των άλλων drives, για σύγκριση. Ακολουθούν τα αποτελέσματα του CrystalDiskMark 8.04. Στη συνέχεια βλέπουμε τα αποτελέσματα του AS SSD Benchmark. Στο Anvil's Storage Utilities benchmark ο Corsair MP600 PRO NH 2TB απρόσμενα πέτυχε το υψηλότερο σκορ. Τέλος, τα AIDA64 Average Read και Write Access καθώς και τα HD Tune Pro Random Read και Write Access δείχνουν την αμεσότητα στην απόκριση των drives. Όπως ήδη ανέφερα, τα συνθετικά benchmarks έχουν ιδιαιτέρως περιορισμένη σημασία στην εκτίμηση των πραγματικών επιδόσεων και έτσι δε θεωρώ ότι πρέπει να ληφθούν σοβαρά υπ' όψιν. Πείτε μου στα σχόλια αν θέλετε να τα συμπεριλαμβάνω σε μελλοντικά SSD reviews και γιατί. Ανάλυση σε βάθος Σε αυτό το τμήμα του review, θα χρησιμοποιήσουμε κάποιες πιο εξειδικευμένες δοκιμασίες για να δούμε τη συμπεριφορά του drive με περισσότερη λεπτομέρεια. Συγκεκριμένα θα χρησιμοποιήσουμε το Disk Benchmark του AIDA64. Στο πρώτο διάγραμμα βλέπουμε την ταχύτητα ανάγνωσης σε όλη την έκταση του drive. Βλέπουμε ότι εδώ ο Corsair MP600 PRO NH 2TB τα πήγε σημαντικά καλύτερα από τον προκάτοχό του. Ακολουθούν τα αποτελέσματα των άλλων drives. Φαίνεται ότι στη δοκιμασία αυτή, ο Corsair MP600 PRO NH 2TB είναι το ταχύτερο από τα 5 drives. Οι εγγραφές αποκαλύπτουν τη γνωστή πονεμένη ιστορία όλων των SSD που χρησιμοποιούν TLC. Βλέπετε, οι TLC NAND δεν έχουν καλές ταχύτητες εγγραφής. Γι' αυτό οι εταιρείες δε διαφημίζουν ποτέ αυτή την ταχύτητα. Αντιθέτως, χρησιμοποιούν ένα μέρος της TLC NAND σε λειτουργία SLC. Όπα φίλε, μισό λεπτό! Τι είναι αυτό το TLC και τι είναι το SLC που μας λες; OK, μικρή ανάλυση λοιπόν, για να είμαστε στην ίδια σελίδα. Να με συγχωρήσουν οι γνώστες και τελειομανείς που θα είναι πολύ εκλαϊκευμένη η εξήγηση και οι μη σχετικοί που θα είναι πολύ "επιστημονική", αλλά πρέπει να συναντηθούμε κάπου στη μέση. Το κάθε κελί μνήμης τύπου NAND, μπορεί να αποθηκεύσει μία ηλεκτρική τάση και να την κρατήσει εκεί. Στην περίπτωση του πρώτου τύπου NAND που χρησιμοποιήθηκε σε SSD, τον τύπο SLC (Single Level Cell) αν υπάρχει ηλεκτρική τάση, αυτό σημαίνει αξία 1 και αν δεν υπάρχει, αξία 0. Αυτό για τον υπολογιστή είναι ένα bit και 8 bits μας κάνουν ένα byte. Στην SLC NAND λοιπόν, κάθε κελί αποθηκεύει 1 bit και ο Controller έχει την πολύ εύκολη δουλειά να ξεχωρίσει ανάμεσα σε τάση και όχι τάση, πράγμα που γίνεται με πολύ μεγάλη ταχύτητα και ακόμη και αν το κελί έχει παλιώσει και φθαρεί. Συνεπώς η SLC NAND είναι πολύ γρήγορη και πολύ ανθεκτική στις εγγραφές που φθείρουν τα κελιά της. Αποθηκεύει όμως 1 μόνο bit ανά κελί. SLC NAND βρίσκαμε μόνο σε Enterprise level SSDs γιατί παρά τα πλεονεκτήματά της, είναι πολύ ακριβή. Και τώρα πλέον, ούτε καν εκεί. H MLC NAND αποθηκεύει 2 bit σε κάθε κελί. Ναι, αλλά εμείς είπαμε ότι το μόνο που αποθηκεύει ένα κελί NAND είναι μια ηλεκτρική τάση. Πώς λοιπόν μια ηλεκτρική τάση μπορεί να αντιστοιχιστεί σε 2 bit, δηλαδή σε ένα οποιονδήποτε διψήφιο συνδυασμό από 0 και 1; Απλό! Οι συνδυασμοί αυτοί κατά το νόμο των πιθανοτήτων είναι 22 δηλαδή 4 και συγκεκριμένα οι 00, 01, 10, και 11. Αν θεωρήσουμε ότι η απουσία ηλεκτρικής τάσης αντιστοιχεί στο 00, θα χρειαστούμε 3 διαφορετικές ηλεκτρικές τάσεις για να αντιστοιχίσουμε στις υπόλοιπες τιμές. Κάπως έτσι λειτουργεί η MLC. Είναι πλέον προφανές ότι η MLC θα λειτουργεί πιο αργά από την SLC, καθώς ο ελεγκτής θα πρέπει να ξεχωρίσει 4 διαφορετικές καταστάσεις του κάθε κελιού, συμπεριλαμβανομένων 3 διαφορετικών ηλεκτρικών τάσεων. Συνεπώς το σύστημα θα λειτουργεί πιο αργά και επιπλέον θα είναι πιο επιρρεπές στη φθορά των κελιών κατά τις εγγραφές και θα έχει μικρότερη διάρκεια ζωής. Εν τούτοις, η MLC NAND είναι εξαιρετική λύση για οικιακή χρήση, που όμως - δυστυχώς - εγκαταλήφθηκε πλέον από όλους τους κατασκευαστές, προκειμένου να μειώσουν το κόστος κατασκευής, χρησιμοποιώντας TLC (και σε κάποιες περιπτώσεις QLC) NAND. Η TLC NAND, που χρησιμοποιεί ο Corsair MP600 PRO NH 2TB, όπως και τα 4 drives με τα οποία τον συγκρίνουμε, αποθηκεύει 3 bit σε κάθε κελί! Αυτό σημαίνει 23 δηλαδή 8 διαφορετικούς συνδυασμούς (000, 001, 010, 100, 011, 110, 101, 111). Κατά αναλογία με πριν, έχουμε εκτός από την απουσία τάσης, 7 διαφορετικές τιμές που κάνει πολύ πιο δύσκολη τη δουλειά του Controller. Εδώ πλέον οι εγγραφές γίνονται πολύ αργές. Η δε φθορά των κελιών που προκαλείται από τους κύκλους εγγραφών είναι ακόμα πιο σημαντική και η ζωή των κελιών πολύ πιο μικρή. Για να το αντιμετωπίσουν αυτό οι εταιρείες και να κάνουν τη χρήση TLC NAND μια βιώσιμη λύση για τους SSD, χρησιμοποιούν κάποια τεχνάσματα που βασίζονται σε πολύπλοκους και ισχυρούς ελεγκτές και εξειδικευμένο firmware. Το πιο βασικό τέχνασμα είναι να χρησιμοποιούν ένα μέρος της ελεύθερης TLC NAND σε λειτουργία SLC, εν είδει cache. Δηλαδή οι εγγραφές πραγματοποιούνται στην SLC cache σε πραγματικό χρόνο και αργότερα, το drive με την ησυχία του περνάει τα δεδομένα στην πολύ πιο αργή TLC NAND. Φυσικά οι εταιρείες δεν το διαφημίζουν αυτό και ο μέσος χρήστης νομίζει ότι αγοράζει drive με ταχύτητες εγγραφής που μπορεί να πετύχει η NAND του drive όταν λειτουργεί ως SLC cache ενώ η αλήθεια είναι πολύ πιο πικρή. Γι' αυτό βλέπουμε TLC drives που είναι πολύ πιο οικονομικά από τα MLC να διαφημίζουν υψηλότερες ταχύτητες, αυτές της πολύ γρήγορης SLC cache, η οποία όμως όταν τελειώνει κατά τη διάρκεια μεγαλύτερων εγγραφών, ξαφνικά στέλνει τις επιδόσεις βόλτα και μάλιστα με τα πόδια! Πόση σημασία έχει αυτό στην πράξη; Μεγάλη κουβέντα και οι απόψεις διίστανται. Σε μια απλή χρήση που βασίζεται κυρίως σε αναγνώσεις και λίγες εγγραφές, τα TLC drives τα πάνε μια χαρά. Όταν τα πράγματα ζορίζουν και χρειάζονται μεγαλύτερες και συχνότερες εγγραφές που δε δίνουν χρόνο στην SLC cache των TLC drives να αδειάσει τα δεδομένα της και να είναι έτοιμη για την επόμενη χρήση, ίσως θα ήταν καλύτερη η χρήση ενός SSD με MLC NAND. Τώρα που ξέρουμε λοιπόν, ας πάμε να δούμε πώς συμπεριφέρεται ο Corsair MP600 PRO NH 2TB στις εγγραφές. Όπως βλέπουμε στο πρώτο γράφημα που αφορά τον Corsair MP600 PRO NH 2TB το drive ξεκινάει τις εγγραφές με εξαιρετική ταχύτητα, κοντά στα 5900MB/s. Καθώς το drive είναι εντελώς άδειο, έχει τη δυνατότητα να χρησιμοποιήσει ένα πολύ μεγάλο μέρος της TLC NAND του ως SLC cache, που φαίνεται ότι είναι κοντά στο 38%. Στη συνέχεια η ταχύτητα εγγραφής πέφτει στην πραγματική ταχύτητα που μπορεί να δώσει η TLC NAND που χρησιμοποιεί το drive και που είναι κοντά στα 1000MB/s, με την ελάχιστη ταχύτητα που καταγράφηκε να είναι τα 745,8MB/s. Όλα αυτά βέβαια είναι θέμα επιλογών της εταιρίας στο firmware αλλά σε κάθε περίπτωση θα χειροτερεύουν όσο περισσότερο γεμίζουμε το drive. Όσο πιο γεμάτο είναι τo drive, τόσο λιγότερη περίσσεια NAND θα έχει για να τη χρησιμοποιεί σε μορφή SLC cache και όλο και περισσότερο θα βασίζεται στην πραγματική ταχύτητα της TLC NAND που φαίνεται στο τελευταίο μέρος του γραφήματος. Πάντως διακρίνουμε μια σαφέστατη βελτίωση του Corsair MP600 PRO NH 2TB σε σχέση με τον προκάτοχό του, Corsair MP600 PRO 2TB, παρά τη χρήση του ίδιου controller και της μισής cache, κάτι που μπορεί να οφείλεται κυρίως στα προφανώς ταχύτερα NAND chips που χρησιμοποιήθηκαν καθώς και ενδεχομένως, σε μικρότερο βαθμό, σε optimizations στο firmware. Ακολουθούν τα αποτελέσματα των άλλων drives. Πείτε μου στα σχόλια αν θεωρείτε αυτού του είδους την εις βάθος ανάλυση χρήσιμη και αν θέλετε να περιλαμβάνεται στα επόμενα SSD reviews ή όχι. Συμπεράσματα και βαθμολογία - Το δια ταύτα Κάπως έτσι φτάσαμε στην ώρα του απολογισμού και των συμπερασμάτων. Σε αυτούς που πηδάνε από την εισαγωγή στον επίλογο, να πω ότι δεν έχετε καμία ελπίδα. Είναι τόσο πολλά αυτά που έχουμε αναλύσει για τον Corsair MP600 PRO NH 2TB που ο επίλογος σε καμία περίπτωση δε φτάνει για να τα συνοψίσουμε και να τα καταλάβετε. Γυρίστε πίσω λοιπόν και τα ξαναλέμε εδώ σε λίγο. Για όσους διάβασαν κανονικά το review, έχετε ήδη καταλάβει ότι ο Corsair MP600 PRO NH 2TB αποτελεί μια σαφή αναβάθμιση έναντι του προκατόχου του, Corsair MP600 PRO 2TB. Είναι δε ένα drive με πολύ καλή ποιότητα κατασκευής, ωραία εμφάνιση, 5ετή εγγύηση και προδιαγραφές για να γράψει 1400ΤΒ στη διάρκεια της ζωής του. Διαθέτει επίσης end-to-end data protection για την εξασφάλιση των δεδομένων σας, pyrite/OPAL AES 256-bit encryption για την κρυπτογράφησή τους και θερμικό έλεγχο για τη μακροζωία του drive. Βασίζεται στον controller Phison PS5018-E18 και διαθέτει 1GB DDR4 3200MHz cache της SKHynix και 2ΤΒ 3D TLC NAND της Toshiba. Τη στιγμή εγγραφής αυτού του review, η χαμηλότερη τιμή που μπόρεσα να εντοπίσω στην Ελληνική αγορά για τον Corsair MP600 PRO NH 2TB ήταν τα 193,90€. Σε σχέση με τα 240€ που κοστίζει ο Samsung 990 Pro 2TB, που είναι πιο γρήγορος αλλά έχει χαμηλότερο TBW στα 1200 έναντι των 1400 του Corsair MP600 PRO NH 2TB, είναι μια τίμια επιλογή. Από την άλλη, ο Western Digial SN850X 2TB κοστίζει 192,22€ και αποτελεί μια δελεαστική εναλλακτική καθώς είναι ταχύτερος του Corsair MP600 PRO NH 2TB αλλά έχει επίσης χαμηλότερο TBW στα 1200 έναντι των 1400 του Corsair MP600 PRO NH 2TB, οπότε πρόκειται ουσιαστικά για επιλογή μεταξύ λίγο μεγαλύτερης ταχύτητας ή λίγο μεγαλύτερης αντοχής στο ίδιο κόστος. Ας συνοψίσουμε τα πλεονεκτήματα και τα μειονεκτήματα του Corsair MP600 PRO NH 2TB: Πλεονεκτήματα + Πολύ καλές επιδόσεις. + 5ετής εγγύηση. + 1400TBW. + End-to-end data protection. + Pyrite/OPAL AES 256-bit encryption. Μειονεκτήματα - Κόστος σε σχέση με τον Western Digital SN850X 2TB. - Το συνοδευτικό λογισμικό χρειάζεται επειγόντως ανανέωση. Με βάση τα παραπάνω, η συνολική βαθμολογία του Corsair MP600 PRO NH 2TB είναι:  theLAB.gr Ευχαριστούμε θερμά την Corsair για την παραχώρηση του δείγματος της δοκιμής. Πολύμερος Αχανιώτης 27/03/2023
  8. Εισαγωγή Πριν από ένα χρόνο το TheLab.gr είχε δημοσιεύσει το review του Corsair K70 Pro RGB με διακόπτες Cherry MX Red και PBT keycaps ενώ πριν μόλις λίγες εβδομάδες είδαμε και το Corsair K60 Pro TKL RGB OPX που φέρει τους οπτικούς - μηχανικούς διακόπτες της Corsair με το όνομα Corsair OPX. Το σημερινό review έχει ως αντικείμενο το Corsair K70 Pro RGB OPX, που όπως μαρτυράει το όνομά του, δεν είναι τίποτα άλλο παρά το Corsair K70 Pro RGB με διακόπτες Corsair OPX. Τεχνικά Χαρακτηριστικά Τα χαρακτηριστικά του Corsair K70 RGB Pro OPX συνοψίζονται στον παρακάτω πίνακα: Βλέπουμε ότι το Corsair K70 Pro RGB OPX είναι ένα πληκτρολόγιο πλήρους μεγέθους με 104 πλήκτρα που διαθέτει φωτισμό RGB, NKRO με 100% anti-ghosting και 8MB μνήμη για την αποθήκευση προφίλ. Τα χαρακτηριστικά όμως που το κάνουν να ξεχωρίζει είναι το USB polling rate των 8000Hz και οι οπτικοί - μηχανικοί διακόπτες Corsair OPX. Άλλα σημαντικά χαρακτηριστικά του Corsair K70 Pro RGB OPX είναι το αφαιρούμενο καλώδιο σύνδεσης USB C, ο διακόπτης λειτουργίας τουρνουά, τα επιπλέον πλήκτρα ελέγχου πολυμέσων, η ροδέλα ρύθμισης της έντασης του ήχου, το μαγνητικό palm rest και η τυποποιημένη τελευταία σειρά πλήκτρων. Όσον αφορά το τελευταίο, να εξηγήσω ότι επί πολλά χρόνια τα πληκτρολόγια της Corsair είχαν διαφορετικού μεγέθους keycaps στην τελευταία σειρά πλήκτρων, καθιστώντας αναγκαία τη χρήση των keycaps της εταιρίας, ενώ στο Corsair K70 Pro RGB OPX, όπως και σε άλλα πρόσφατα πληκτρολόγια της Corsair τα keycaps της τελευταίας σειράς πλήκτρων ακολουθούν το standard πρότυπο της αγοράς, επιτρέποντας στον χρήστη να χρησιμοποιήσει όποια keycaps επιθυμεί. Συσκευασία και Περιεχόμενα Αλλά ας πάρουμε τα πράγματα από την αρχή. Το Corsair K70 Pro RGB OPX έρχεται σε μια ιλουστρασιόν χαρτονένια συσκευασία που φέρει φωτογραφίες και τα βασικά χαρακτηριστικά του προϊόντος, την οποία μπορείτε να δείτε αναλυτικά στις παρακάτω φωτογραφίες. Ανοίγοντάς την βλέπουμε το πληκτρολόγιο προστατευμένο μέσα σε διάφανο νάιλον ενώ στο καπάκι υπάρχουν κολλημένα 2 κομμάτια αφρολέξ που εξασφαλίζουν ότι το προϊόν θα παραμένει σταθερό εντός της συσκευασίας κατά τη μεταφορά. Αφαιρώντας το πληκτρολόγιο και ανασηκώνοντας το διαχωριστικό, φτάνουμε στα παρελκόμενα. Αυτά είναι αρκετά φτωχά για την κατηγορία και το κόστος του προϊόντος και αποτελούνται από τα φυλλάδια της εγγύησης και των πληροφοριών ασφαλείας, το καλώδιο σύνδεσης και το palm rest. Δεν υπάρχει Quick Start Guide εντός της συσκευασίας αλλά μπορείτε να τον βρείτε στην ιστοσελίδα της εταιρίας, εδώ. Το palm rest είναι πλαστικό, με ανάγλυφη υφή που αποτρέπει το γλίστρημα ενώ φέρει το λογότυπο της εταιρίας κάθετα στο κέντρο. Δυστυχώς, δεν έχει κάποια επένδυση από memory foam ούτε κάλυμμα από δερματίνη όπως είχαν τα αντίστοιχα palm rests παλαιότερων πληκτρολογίων της εταιρίας σε αυτή την κατηγορία. Το κάτω μέρος φέρει λαστιχένιες επιφάνειες για να μη γλιστράει πάνω στο γραφείο και 2 ελαστικές προεκτάσεις με μαγνήτες που το ενώνουν με το πληκτρολόγιο. Και μια και το αναφέραμε, να το και το πληκτρολόγιο. Ας το βγάλουμε από το προστατευτικό νάιλον και ας ξεκολλήσουμε και το προστατευτικό από την επιφάνεια ενδείξεων. Το Corsair K70 Pro RGB OPX ακολουθεί σοβαρές, μινιμαλιστικές σχεδιαστικές γραμμές. Το επάνω μέρος της βάσης του αποτελείται από αλουμίνιο με μαύρη ανοδίωση και οριζόντιο εφέ βουρτσίσματος. Τα keycaps που φέρει το δείγμα που παρέλαβα δεν έχουν τους Ελληνικούς χαρακτήρες. Υπάρχει ένας μεγάλος αριθμός εκδόσεων του συγκεκριμένου πληκτρολογίου που πραγματικά μπερδεύει τον υποψήφιο αγοραστή καθώς ανάλογα με την επιλογή διακοπτών και υλικού των keycaps, διατίθενται με κάποιους διαθέσιμους τοπικούς χαρακτήρες. Φαίνεται λοιπόν ότι αν επιλέξουμε για παράδειγμα διακόπτες Cherry MX Red και PBT keycaps, υπάρχει διαθέσιμο με Ελληνικούς χαρακτήρες στα keycaps ενώ αν επιλέξουμε διακόπτες Corsair OPX και PBT keycaps, δεν διατίθεται με Ελληνικούς χαρακτήρες στα keycaps. Αν όμως θέλουμε το Corsair K70 Pro RGB OPX με Polycarbonate keycaps τότε και πάλι υπάρχει με Ελληνικούς χαρακτήρες στα keycaps. Μπερδεμένα πράγματα αλλά το τελικό συμπέρασμα είναι ότι αν θέλετε το συγκεκριμένο μοντέλο που έχω στα χέρια μου, θα πρέπει να ζήσετε χωρίς τους Ελληνικούς χαρακτήρες στα keycaps. Το εμπρός μέρος του είναι αρκετά λεπτό ενώ το παχύτερο πίσω μέρος φέρει στο κέντρο μία υποδοχή τύπου USB C και δίπλα της ένα διακόπτη. Τα πλαϊνά τονίζουν το λεπτό μπροστινό μέρος που σταδιακά γίνεται παχύτερο προς τα πίσω, δίνοντας μια φυσική κλίση στα πλήκτρα. Το πίσω μέρος που φέρει τα πλήκτρα λειτουργιών και την επιφάνεια ενδείξεων είναι υπερυψωμένο. Ας δούμε λοιπόν αυτό το υπερυψωμένο τμήμα στο πίσω μέρος του πληκτρολογίου. Στο αριστερό του μέρος φέρει 3 πλήκτρα που όπως θα δούμε παρακάτω αφορούν τα προφίλ και τις μακροεντολές, το φωτισμό και το κλείδωμα συγκεκριμένων πλήκτρων. Στο δεξιό του μέρος φέρει το πλήκτρο της σίγασης και τη ροδέλα ελέγχου της έντασης του ήχου, ενώ κάτω από αυτά βρίσκουμε τα 4 πλήκτρα ελέγχου των πολυμέσων. Στο κέντρο του πάνω μέρους βρίσκουμε την επιφάνεια ενδείξεων που στο κέντρο της φέρει το λογότυπο της εταιρίας ενώ όπως θα δούμε παρακάτω προσφέρει και πληροφορίες για τη λειτουργία του πληκτρολογίου. Το κάτω μέρος του Corsair K70 Pro RGB OPX είναι κατασκευασμένο από ποιοτικό πλαστικό και φέρει κανάλια δρομολόγησης καλωδίων, 4 επιφάνειες σταθεροποίησης, το αυτοκόλλητο με τα χαρακτηριστικά του προϊόντος, την ανάγλυφη ένδειξη Κ70 και τις 2 επιφάνειες μαγνητικής σύζευξης του palm rest. Οι εμπρός επιφάνειες σταθεροποίησης είναι μεγάλες και αποτελούνται από ελαστικό υλικό υψηλής πρόσφυσης ενώ οι πίσω έχουν επιπλέον ένα κενό με αναδιπλούμενα ποδαράκια 2 σταδίων. Εδώ βλέπετε το αυτοκόλλητο με τις πληροφορίες για το προϊόν και το ανάγλυφο K70. Στο εμπρός μέρος της κάτω πλευράς του πληκτρολογίου υπάρχουν οι 2 εσοχές που θα υποδεχτούν τις προεξοχές του palm rest για να γίνει η μαγνητική σύζευξη. Πολύ πιο εύχρηστο και ανθεκτικό σύστημα από τα πλαστικά κλιπ που χρησιμοποιούσε η εταιρία για αυτόν τον σκοπό στο παρελθόν. Ας συνδέσουμε λοιπόν το palm rest και ας δούμε πώς φαίνεται το Corsair K70 Pro RGB OPX με αυτό. Δεν είναι άσχημο, αλλά θεωρώ ότι το πλαστικό palm rest χωρίς καμία επένδυση είναι ένα επίπεδο κάτω από το ίδιο το πληκτρολόγιο. Φινίρισμα Το φινίρισμα του Corsair K70 Pro RGB OPX είναι αντάξιο της παράδοσης που έχει δημιουργήσει η εταιρία. Από το αλουμινένιο σώμα μέχρι την εξαιρετική ανοδίωση και τα PBT Double Shot Keycaps, το πληκτρολόγιο είναι άριστο από όλες τις απόψεις. Συνδεσιμότητα Η σύνδεση του Corsair K70 Pro RGB OPX με τον υπολογιστή γίνεται μέσω του αφαιρούμενου καλωδίου USB A σε USB C που παρέχεται στη συσκευασία. Το καλώδιο είναι υψηλής ποιότητας και sleeved. Φυσικά μπορείτε να χρησιμοποιήσετε οποιοδήποτε καλώδιο USB A σε USB C ή και USB C σε USB C που να υποστηρίζει κατ' ελάχιστον το πρωτόκολλο USB 3.0. Τεχνολογία AXON Ένα από τα πλεονεκτήματα του Corsair K70 Pro RGB OPX είναι η χρήση τεχνολογίας AXON. Στην ουσία πρόκειται για τη χρήση ενός ταχύτατου μικροελεγκτή που ελέγχει για πάτημα κάποιου πλήκτρου 4000 φορές το δευτερόλεπτο και επικοινωνεί με τον υπολογιστή 8000 φορές το δευτερόλεπτο, ενώ παράλληλα ελέγχει τη λειτουργία των RGB εφέ φωτισμού με μέχρι και 20 επίπεδα. Όλα αυτά εξασφαλίζουν το πλεονέκτημα της ταχύτατης δυνατής απόκρισης στο πάτημα ενός πλήκτρου που μπορεί να προσφέρει η τεχνολογία τη συγκεκριμένη στιγμή. Το πληκτρολόγιο έρχεται ρυθμισμένο να επικοινωνεί με τον υπολογιστή στα 1000Hz, για λόγους συμβατότητας με παλαιότερους υπολογιστές ενώ η αλλαγή της συγκεκριμένης ρύθμισης μπορεί να γίνει μέσω του συνοδευτικού λογισμικού iCUE. Διακόπτες Corsair OPX Οι διακόπτες που χρησιμοποιεί το Corsair K70 Pro RGB OPX είναι οι Corsair OPX. Εξωτερικά μοιάζουν όπως όλοι οι μηχανικοί διακόπτες, είναι συμβατοί με τα ίδια keycaps και υποστηρίζονται από τους ίδιους σταθεροποιητές στα μεγάλα πλήκτρα. Εσωτερικά, πρόκειται για οπτικούς - μηχανικούς διακόπτες που ενώ έχουν μηχανική κίνηση και λειτουργία με ελατήριο αντί για μεμβράνη, η καταχώρηση του πατήματος δεν γίνεται μέσω επαφής μεταλλικών ελασμάτων αλλά με τη διακοπή μιας συνεχούς υπέρυθρης ακτίνας. Ο συγκεκριμένος τρόπος λειτουργίας δίνει 3 πλεονεκτήματα και 1 διαφορά. Πρώτα απ' όλα, κάνει εφικτή την ενεργοποίηση του διακόπτη με μικρότερη απόσταση πατήματος, όπως συγκεκριμένα στους διακόπτες Corsair OPX όπου η ενεργοποίηση γίνεται μόλις στο 1 χιλιοστό. Αυτό δίνει πλεονέκτημα ταχύτητας στο competitive gaming που σε συνδυασμό με την τεχνολογία AXON που είδαμε παραπάνω ελαχιστοποιεί το χρόνο από τη στιγμή που ο χρήστης αρχίζει να κινεί το δάκτυλό του μέχρι τη στιγμή που ο υπολογιστής καταχωρεί το πάτημα του πλήκτρου. Δεύτερον, αφαιρεί την ανάγκη της καθυστέρησης που δημιουργεί η λειτουργία debounce η οποία είναι απαραίτητη στους κλασσικούς μηχανικούς διακόπτες με μεταλλικά ελάσματα αλλά δε χρειάζεται στην περίπτωση των οπτικών - μηχανικών διακοπτών. Έτσι ελαχιστοποιείται ο καθυστέρηση μεταξύ 2 ενεργοποιήσεων του ίδιου πλήκτρου ενώ παράλληλα ελαχιστοποιείται και ο κίνδυνος ακούσιων διπλών ενεργοποιήσεων. Τρίτον, λόγω της απουσίας των μεταλλικών ελασμάτων που φθείρονται με τη χρήση, οι οπτικοί - μηχανικοί διακόπτες έχουν σημαντικά μεγαλύτερη διάρκεια ζωής που φτάνει τις 150 εκατομμύρια ενεργοποιήσεις. Για να καταλάβετε τι σημαίνει αυτό, αν πατούσατε συνεχώς το ίδιο πλήκτρο με ρυθμό 5 φορές το δευτερόλεπτο, θα χρειαζόσασταν σχεδόν 1 χρόνο για να φτάσετε αυτό τον αριθμό των ενεργοποιήσεων. Η διαφορά τώρα αφορά ότι ακριβώς λόγω της απουσίας των μεταλλικών ελασμάτων είναι αναπόφευκτο ότι η αίσθηση του πατήματος του πλήκτρου θα επηρεαστεί σε κάποιο βαθμό. Το αν αυτό είναι θετικό ή αρνητικό, αφορά τις προτιμήσεις του κάθε χρήστη. PBT Pro Keycaps Το Corsair K70 Pro RGB OPX έρχεται με PBT Double Shot keycaps. Το τι υλικό ακριβώς είναι το PBT και γιατί έχει μόνο πλεονεκτήματα έναντι του ABS από το οποίο αποτελούνται συνήθως τα περισσότερα keycaps που έρχονται προ-εγκατεστημένα στα πληκτρολόγια μπορείτε να το δείτε με λεπτομέρειες εδώ. Αυτό που έχει ακόμα περισσότερη σημασία είναι το "double shot". Ότι δεν πρόκειται δηλαδή για ένα διάφανο υλικό με βαμμένη επιφάνεια και αφαίρεση του χρώματος με laser στα σημεία που θέλει ο κατασκευαστής να περνάει το φως αλλά για 2 στρώματα υλικού, ενός εσωτερικού με διαφάνεια και ενός εξωτερικού που σχηματίζονται και ενώνονται όπως δείχνει το παρακάτω σχήμα. Είναι εμφανές ότι με αυτή την κατασκευή, όσο και να χρησιμοποιηθούν και φθαρούν τα keycaps, οι χαρακτήρες θα παραμείνουν αναλλοίωτοι, σε αντίθεση με τα βαμμένα ABS keycaps που όταν φθαρεί η μπογιά γίνεται όλο το πλήκτρο διάφανο. Η κατασκευή των keycaps του Corsair K70 Pro RGB OPX φαίνεται στις παρακάτω φωτογραφίες. Πληκτρολόγηση - Αίσθηση - Ήχος Όπως ανέφερα ήδη, η απουσία των μεταλλικών ελασμάτων από τους οπτικούς - μηχανικούς διακόπτες τους δίνει τη δική τους, ελαφρώς αλλά ξεκάθαρα διαφορετική αίσθηση σε σχέση με τους κλασσικούς μηχανικούς διακόπτες. Το αν κάποιος προτιμάει τη μία αίσθηση ή την άλλη, είναι θέμα προσωπικής προτίμησης αλλά σίγουρα κάποιος χρήστης που προέρχεται από κλασσικούς μηχανικούς διακόπτες θα χρειαστεί μια περίοδο προσαρμογής. Σε αυτό φυσικά παίζει ρόλο και η πολύ χαμηλή απόσταση ενεργοποίησης του 1 χιλιοστού σε σχέση με τα 2 χιλιοστά όπου ενεργοποιούνται οι περισσότεροι κλασσικοί μηχανικοί διακόπτες. Ακόμα και στη δική μου περίπτωση που είχα συνηθίσει στη χρήση των Cherry MX Speed οι οποίοι ενεργοποιούνται στα 1,2 χιλιοστά, η διαφορά ήταν αισθητή. Καθώς λοιπόν η αίσθηση είναι υποκειμενική και αφορά τον κάθε χρήστη προσωπικά, το μόνο που μπορώ να σας πω είναι ότι σαφώς και πρόκειται για αίσθηση ποιότητας, όπως και με τους κλασσικούς μηχανικούς διακόπτες, αλλά το πώς το βιώνει ο καθένας αυτό διαφέρει και θα πρέπει να δοκιμάσετε μόνοι σας για να αποφασίσετε. Αυτό που μπορώ όμως να σας δώσω αντικειμενικά, είναι ο ήχος της πληκτρολόγησης στο Corsair K70 Pro RGB OPX. Για σύγκριση παραθέτω τον ήχο της πληκτρολόγησης στο Corsair K95 RGB Platinum με διακόπτες Cherry MX Speed. Φωτισμός RGB Ο φωτισμός των πλήκτρων του Corsair K70 Pro RGB OPX είναι έντονος, ρυθμιζόμενος ανά πλήκτρο και οι μεταβάσεις των χρωμάτων είναι ομαλές. Αλλά δεν υπάρχει κανένας λόγος για λόγια, όταν μπορώ να αφήσω τις εικόνες και το βίντεο να μιλήσουν από μόνα τους. Επιπλέον Πλήκτρα - Έλεγχος - Ρυθμίσεις Πληκτρολογίου Τα πλήκτρα ελέγχου και οι ενδείξεις του Corsair K70 Pro RGB OPX φαίνονται στην παρακάτω εικόνα. Επάνω αριστερά στο πληκτρολόγιο έχουμε από αριστερά προς τα δεξιά το πλήκτρο επιλογής προφίλ και λειτουργιών μακροεντολών, το πλήκτρο ελέγχου της έντασης του φωτισμού και το πλήκτρο κλειδώματος του Windows key. Επάνω δεξιά έχουμε το πλήκτρο της σίγασης και τη ροδέλα ελέγχου της έντασης του ήχου. Από κάτω τους βρίσκουμε τα 4 κλασσικά πλήκτρα ελέγχου των πολυμέσων. Στο κέντρο του πληκτρολογίου βρίσκεται η επιφάνεια ενδείξεων, με το λογότυπο στο κέντρο και 3 εν δυνάμει ενδείξεις εκατέρωθεν αυτού. Στα αριστερά έχουμε με τη σειρά την ένδειξη μακροεντολών που αφορά την καταγραφή και τη διαγραφή μακροεντολών. Δίπλα της βρίσκουμε την ένδειξη της λειτουργίας σίγασης και τελευταία την ένδειξη κλειδώματος του Windows key. Στα δεξιά της επιφάνειας ενδείξεων έχουμε με τη σειρά τις ενδείξεις ενεργοποίησης του Number Lock, του Caps Lock και του Scroll Lock. Η διαδικασία καταγραφής και διαγραφής μακροεντολών απ' ευθείας στο πληκτρολόγιο, χωρίς τη χρήση του iCUE, περιγράφεται στο παρακάτω διάγραμμα. Ο έλεγχος των εφέ φωτισμού που είναι ενσωματωμένα στο Corsair K70 Pro RGB OPX και λειτουργούν χωρίς την ανάγκη της χρήσης του iCUE, γίνεται με τους παρακάτω συνδυασμούς πλήκτρων. Τέλος, στο πίσω μέρος του πληκτρολογίου, δίπλα στη θύρα σύνδεσης USB C, συναντάμε τον διακόπτη λειτουργίας τουρνουά. Ο διακόπτης ενεργοποιείται με κίνησή του προς τα δεξιά, όπως φαίνεται το πληκτρολόγιο στις παρακάτω φωτογραφίες. Στη συνέχεια μπορείτε να περιστρέψετε προς τα πάνω ένα μικρό πλαστικό κομμάτι που θα κλειδώσει το διακόπτη στη θέση τουρνουά και θα αποκαλύψει το σχετικό ενδεικτικό LED. Η λειτουργία τουρνουά απενεργοποιεί τις προσαρμοσμένες ενέργειες και μακροεντολές για να αποτρέψει την κατά λάθος ενεργοποίησή τους, αλλάζει τον φωτισμό σε στατικό ενός χρώματος (που μπορείτε να επιλέξετε από το iCUE) για να ελαχιστοποιήσει την απόσπαση της προσοχής και θέτει το πληκτρολόγιο σε βασική λειτουργία χωρίς προφίλ ή εναλλαγή προφίλ. Η λειτουργία των πλήκτρων πολυμέσων, του ελέγχου της έντασης του ήχου, του ελέγχου της έντασης της φωτεινότητας και του κλειδώματος του Windows key δεν επηρεάζεται. Λογισμικό iCUE Ένα από τα πιο δυνατά σημεία του Corsair K70 Pro RGB OPX, όπως και όλων των πληκτρολογίων της Corsair, είναι το λογισμικό ελέγχου, που ονομάζεται iCUE. Τρέχοντας το iCUE, βρισκόμαστε στην αρχική καρτέλα Home όπου πάνω αριστερά βλέπουμε το επιλεγμένο προφίλ, αμέσως από κάτω του τα Murals και ακόμα πιο κάτω κάποιους αισθητήρες (Sensors). Η μετάφραση της λέξης Murals στα Ελληνικά είναι "τοιχογραφίες" και στη συγκεκριμένη περίπτωση πρόκειται για προκαθορισμένα εφέ φωτισμού που μπορούν να εφαρμοστούν στις υποστηριζόμενες συσκευές μέσω του iCUE. Πατώντας πάνω στο μενού των προφίλ, μπορούμε να δούμε όλα μας τα προφίλ, να προσθέσουμε καινούρια, να θέσουμε κάποιο ως προεπιλεγμένο, να τα μετονομάσουμε, να τα επεξεργαστούμε, να αντιγράψουμε κάποιο προφίλ και να το χρησιμοποιήσουμε ως βάση για κάποιο νέο προφίλ ή και να διαγράψουμε κάποια προφίλ. Μπορούμε επίσης να εξάγουμε κάποια προφίλ και να τα αποθηκεύσουμε υπό μορφή αρχείου καθώς και να εισάγουμε προηγουμένως αποθηκευμένα σε μορφή αρχείου προφίλ. Αν θελήσουμε να επιλέξουμε κάποιο από τα Murals, εμφανίζονται μικροί κύκλοι στο κάτω αριστερά μέρος των εικονιδίων των συσκευών στις οποίες μπορούμε να εφαρμόσουμε τα εν λόγω εφέ. Επιλέγουμε όποιες και όσες συσκευές θέλουμε και το επιλεγμένο Mural εφαρμόζεται σε αυτές. Στην περίπτωση του δικού μου συστήματος, αυτό μπορεί να γίνει στο πληκτρολόγιο και στη μνήμη RAM. Όσον αφορά τους αισθητήρες, αυτοί μας δίνουν πληροφορίες για διάφορες συσκευές του συστήματος και μπορούμε να προσθέσουμε και να αφαιρέσουμε τους αισθητήρες που θέλουμε να φαίνονται πατώντας πάνω στο σύμβολο +. Για να πάμε τώρα στις ρυθμίσεις κάποιας συγκεκριμένης από τις υποστηριζόμενες συσκευές, αρκεί να πατήσουμε πάνω στο εικονίδιό της. Στην περίπτωση που μας αφορά στο συγκεκριμένο review, πατάμε στο εικονίδιο που αφορά το Corsair K70 Pro RGB OPX. Βλέπουμε ότι έχουμε 6 επιλογές στα αριστερά, κάτω από το όνομα της συσκευής, με πρώτη την Key Assignments. Η λειτουργία αυτή αφορά την ανάθεση μιας λειτουργίας σε ένα οποιοδήποτε πλήκτρο ή συνδυασμό πλήκτρων. Βλέπουμε ότι υπάρχουν πολλές δυνατότητες ανάθεσης τις οποίες δεν έχει νόημα να αναλύσουμε, καθώς είναι πάρα πολλές και συχνά εμπλουτίζονται στις νέες εκδόσεις του iCUE. Αξίζει να σημειωθεί ότι οποιαδήποτε ανάθεση πλήκτρου δημιουργήσουμε μπορεί να αντιγραφεί για να αποτελέσει βάση για μία άλλη, να μετονομαστεί, να διαγραφεί ή και να αποθηκευτεί στη βιβλιοθήκη αναθέσεων πλήκτρων για να μπορεί να χρησιμοποιηθεί οπουδήποτε στο iCUE, όπως σε άλλα προφίλ ή και σε άλλα υποστηριζόμενα πληκτρολόγια. Η δεύτερη επιλογή από το μενού στα αριστερά είναι η Hardware Key Assignments που αφορά την ίδια λειτουργία που είδαμε παραπάνω, με τη διαφορά ότι τώρα όλα αποθηκεύονται στην μνήμη του ίδιου του πληκτρολογίου και μπορούν να λειτουργήσουν χωρίς την ύπαρξη του iCUE. Οι δυνατότητες είναι και πάλι πολλές αλλά πιο περιορισμένες. Για παράδειγμα, δε θα μπορούσαμε να αντιστοιχίσουμε κάποιο πλήκτρο στην αυτόματη εκτέλεση ενός προγράμματος από τον υπολογιστή μας καθώς αυτό αλλάζει από υπολογιστή σε υπολογιστή και αν μεταφέραμε το Corsair K70 Pro RGB OPX σε έναν άλλο υπολογιστή, η ανάθεση της λειτουργίας θα υπήρχε στη μνήμη του πληκτρολογίου αλλά το πρόγραμμα μπορεί να μην υπήρχε σε εκείνον τον υπολογιστή. Όπως και προηγουμένως, υπάρχει και εδώ (ξεχωριστή) βιβλιοθήκη όπου μπορούμε να σώσουμε προγραμματισμένες αναθέσεις και να τις εφαρμόσουμε σε άλλα προφίλ ή και άλλα υποστηριζόμενα πληκτρολόγια. Η τρίτη επιλογή του μενού στα αριστερά είναι η Lighting Effects και αφορά τα εφέ του φωτισμού. Οι δυνατότητες είναι εξαιρετικά πολλές, η λειτουργικότητα του προγράμματος άριστη και μπορούν να εφαρμοστούν πολλαπλά επίπεδα φωτισμού. Υπάρχει όπως και πριν η σχετική βιβλιοθήκη για την αποθήκευση των εφέ και τη δυνατότητα χρήσης τους σε άλλα προφίλ ή υποστηριζόμενα πληκτρολόγια. Η τέταρτη επιλογή του μενού στα αριστερά είναι η Hardware Lighting και αφορά τα εφέ του φωτισμού που αποθηκεύονται στη μνήμη του πληκτρολογίου. Οι δυνατότητες είναι πιο περιορισμένες από πριν αλλά και πάλι πλούσιες ενώ τα επίπεδα φωτισμού μπορεί να φτάσουν μέχρι και τα 20. Υπάρχει και εδώ η σχετική βιβλιοθήκη για την αποθήκευση των εφέ και τη δυνατότητα χρήσης τους σε άλλα προφίλ ή υποστηριζόμενα πληκτρολόγια. Η πέμπτη επιλογή του μενού στα αριστερά είναι η Performance (επιδόσεις). Από εδώ μπορούμε να επιλέξουμε αν θέλουμε το πλήκτρο Win Lock εκτός από το Windows Key να απενεργοποιεί και κάποιους σημαντικούς συνδυασμούς πλήκτρων όταν είναι ενεργό, που φαίνονται στην παρακάτω εικόνα. Μπορούμε επίσης να επιλέξουμε το χρώμα του φωτισμού του Win Lock όταν είναι ενεργό και όταν είναι ανενεργό καθώς και τα χρώματα φωτισμού των πλήκτρων ελέγχου της έντασης του φωτισμού και την εναλλαγής των προφίλ. Η έκτη και τελευταία επιλογή του μενού στα αριστερά είναι η Device Settings (ρυθμίσεις συσκευής), η οποία ανοίγει ένα ξεχωριστό παράθυρο. Οι ρυθμίσεις που ελέγχει είναι σαφείς και φαίνονται στην εικόνα παρακάτω. Όπως σας είπα νωρίτερα, το Corsair K70 Pro RGB OPX έρχεται ρυθμισμένο να επικοινωνεί με τον υπολογιστή στα 1000Hz, για λόγους συμβατότητας με παλαιότερους υπολογιστές ενώ η αλλαγή της συγκεκριμένης ρύθμισης μπορεί να γίνει από αυτό το μενού. Η επιλογή οποιασδήποτε συχνότητας επικοινωνίας πάνω από τα 1000Hz συνοδεύεται από το παρακάτω μήνυμα που ενημερώνει ότι η εν λόγω επιλογή θα απαιτήσει μεγαλύτερη επεξεργαστική ισχύ. Τα διαθέσιμα layouts του για το Corsair K70 Pro RGB OPX φαίνονται εδώ. Δίπλα στην επιλογή του χρώματος του φωτισμού των πλήκτρων στη λειτουργία τουρνουά, υπάρχει ένα εικονίδιο πληροφοριών που εξηγεί τι ακριβώς κάνει η λειτουργία τουρνουά. Και κάπως έτσι τελειώσαμε με την καρτέλα Home και περνάμε στην καρτέλα Dashboard, όπου μπορούμε να δούμε όλους τους αισθητήρες που παρέχει το iCUE για το σύστημά μας αλλά και άλλες πληροφορίες όπως πιθανές αναθέσεις λειτουργιών πλήκτρων. Η καρτέλα Murals, κάτω από την επιλογή Effects, περιέχει τα murals που είναι διαθέσιμα από το iCUE. Αν πατήσουμε στο εικονίδιο + μπορούμε να δημιουργήσουμε νέα murals. Από την επιλογή Devices (συσκευές), μπορούμε να επιλέξουμε σε ποιες συσκευές θα εφαρμοστεί το επιλεγμένο mural. Τα υπόλοιπα εικονίδια στην κορυφή του iCUE θα τα δούμε επιγραμματικά. Το καραβάκι πάνω αριστερά περιέχει ένα μενού με συνδέσμους για τα social media της εταιρίας. Η καμπάνα μας δείχνει τυχόν ειδοποιήσεις και το ερωτηματικό ανοίγει ένα μενού με video tutorials. Το γρανάζι αφορά τις ρυθμίσεις του iCUE που είναι αρκετές και φαίνονται στις παρακάτω εικόνες. Συνολικά το iCUE είναι ένα εύχρηστο, ευπαρουσίαστο, ευχάριστο και πλούσιο συνοδευτικό λογισμικό που προσθέτει σημαντική αξία στο Corsair K70 Pro RGB OPX. Δοκιμές Στις δοκιμές που κάναμε, το Corsair K70 Pro RGB OPX τα πήγε εξαιρετικά. Το NKRO επιβεβαιώθηκε, αφού όπως μπορείτε να δείτε, μπορέσαμε να καταγράψουμε όλα τα πλήκτρα του πληκτρολογίου ταυτόχρονα. Ο έλεγχος για ghosting δεν έδειξε το παραμικρό πρόβλημα, κάτι που ήταν αναμενόμενο και από τα επιτυχή αποτελέσματα της λειτουργίας NKRO. Δοκιμάστηκαν όλοι οι δυνατοί συνδυασμοί πλήκτρων που τυπικά μπορεί να προκαλούν ghosting και μπορέσαμε να γράψουμε τη φράση "THE QUICK BROWN FOX JUMPS OVER THE LAZY DOG" κρατώντας πατημένα και τα 2 πλήκτρα Shift ταυτόχρονα. Η πληκτρολόγηση ήταν ιδιαίτερα ευχάριστη και η ποιότητα κατασκευής κορυφαία. Τόσο στη χρήση σε παιχνίδια όσο και στη συγγραφή του παρόντος review, το Corsair K70 Pro RGB OPX δεν άφησε κανένα παράπονο. Απολογισμός Το Corsair K70 Pro RGB OPX είναι ένα πληκτρολόγιο πλήρους μεγέθους 104 πλήκτρων που θα ικανοποιήσει ακόμα και τον πιο απαιτητικό χρήστη. Διαθέτει εξαιρετικά υλικά και κορυφαία ποιότητα κατασκευής, όσες επιπλέον λειτουργίες μπορεί να βάλει ο νους με onboard hardware αναθέσεις πλήκτρων και εφέ φωτισμού καθώς και το πλήρες και λειτουργικό λογισμικό iCUE για ακόμα μεγαλύτερη παραμετροποίηση. Οι διακόπτες που χρησιμοποιεί είναι οι Corsair OPX οπτικοί - μηχανικοί διακόπτες που συνδυάζουν την αίσθηση ποιότητας των κλασσικών μηχανικών διακοπτών με την άμεση απόκριση που εξασφαλίζει η ελάχιστη απόσταση ενεργοποίησης του μόλις 1 χιλιοστού και η απουσία καθυστέρησης λόγω debounce. Η χρήση της υπέρυθρης δέσμης αντί των μεταλλικών ελασμάτων αυξάνει τη διάρκεια ζωής των διακοπτών που φτάνει τις 150.000.000 ενεργοποιήσεις αλλά αλλάζει κάπως την αίσθηση σε σχέση με τους κλασσικούς μηχανικούς διακόπτες, κάτι που σε κάποιους χρήστες μπορεί να αρέσει ενώ σε άλλους όχι. Ο έλεγχος και η επικοινωνία του Corsair K70 Pro RGB OPX βασίζεται στην τεχνολογία AXON η οποία χρησιμοποιεί έναν ταχύτατο μικροελεγκτή που ελέγχει για πάτημά κάποιου πλήκτρου 4000 φορές το δευτερόλεπτο και επικοινωνεί με τον υπολογιστή έως 8000 φορές το δευτερόλεπτο, ενώ παράλληλα ελέγχει τη λειτουργία των RGB εφέ φωτισμού με μέχρι και 20 επίπεδα. Η Corsair επέλεξε να εξοπλίσει το Corsair K70 Pro RGB OPX με PBT Double Shot Keycaps, κάτι που βελτιώνει την αίσθηση και αυξάνει σημαντικά την αντοχή και την μακροζωία του προϊόντος. Η συνδεσιμότητα του πληκτρολογίου μέσω θύρας USB C και αφαιρούμενου καλωδίου εξασφαλίζουν την ευελιξία και μακροζωία του προϊόντος καθώς ο χρήστης μπορεί να χρησιμοποιήσει καλώδια μεγαλύτερου μήκους αν χρειάζεται, να τα αλλάζει όταν φθείρονται αλλά και να μεταφέρει με ευκολία το πληκτρολόγιο μεταξύ διαφορετικών υπολογιστών. Δύο σημεία που θεωρώ ότι το Corsair K70 Pro RGB OPX χρίζει βελτίωσης είναι το πλαστικό και χωρίς καμία επένδυση (αλλά και πάλι λειτουργικό) palm rest και η απουσία ενός ενσωματωμένου USB hub. Κατά τη διάρκεια των δοκιμών η λειτουργικότητά του Corsair K70 Pro RGB OPX αποδείχτηκε άψογη και απέδωσε τα υποσχόμενα χωρίς καμία παρέκκλιση. Το χαμηλότερο κόστος στο οποίο μπόρεσα να εντοπίσω το Corsair K70 Pro RGB OPX στην Ελληνική αγορά τη στιγμή της δημοσίευσης αυτού του review είναι τα 219,99 ευρώ, στο κατάστημα plaisio.gr. Πρόκειται για λογική τιμή, αν αναλογιστεί κανείς όλα όσα προσφέρει το εν λόγω πληκτρολόγιο. Λίγες ημέρες νωρίτερα όμως, κατά τη διάρκεια της συγγραφής του παρόντος review, εντόπισα το Corsair K70 Pro RGB OPX σε προσφορά στο ίδιο κατάστημα στην κατά τη γνώμη μου εξαιρετική τιμή των 129.99 ευρώ. Σε αυτή την τιμή δεν μπορώ παρά να το προτείνω ανεπιφύλακτα. Έχετε λοιπόν το νου σας για μελλοντικές προσφορές. Ας συνοψίσουμε λοιπόν τα πλεονεκτήματα και τα μειονεκτήματα του Corsair K70 Pro RGB OPX: Πλεονεκτήματα + Εξαιρετική ποιότητα κατασκευής, υλικών και φινίρισμα. + Οπτικοί - μηχανικοί διακόπτες Corsair OPX με ενεργοποίηση στo 1 χιλιοστό και χωρίς καθυστέρηση debounce. + Τεχνολογία AXON που ελέγχει για πάτημά κάποιου πλήκτρου 4000 φορές το δευτερόλεπτο και επικοινωνεί με τον υπολογιστή έως 8000 φορές το δευτερόλεπτο. + PBT Double Shot Key Caps. + Τυποποιημένη κάτω σειρά πλήκτρων που επιτρέπει τη χρήση οποιωνδήποτε τυποποιημένων keycaps. + Πολύ καλό λογισμικό ελέγχου iCUE. + Φωτισμός RGB. + NKRO και απουσία ghosting. + Multimedia Keys. + Ρόδα ελέγχου έντασης ήχου και πλήκτρο σίγασης. + Πλήκτρα ελέγχου προφίλ / λειτουργιών μακροεντολών, έντασης φωτισμού και Win Lock. + Αποθήκευση προφίλ στο πληκτρολόγιο και επιλογής τους μέσω ειδικού πλήκτρου. + Συνδεσιμότητα μέσω θύρας USB C και αφαιρούμενου καλωδίου. + Κόστος (λόγω προσφοράς κατά το χρόνο συγγραφής του παρόντος review). Μειονεκτήματα - Απουσία USB Hub. - Πλαστικό palm rest χωρίς καμία επένδυση. Με βάση τα παραπάνω, η συνολική βαθμολογία του Corsair K70 Pro RGB OPX είναι:  theLAB.gr Ευχαριστούμε θερμά την Corsair για την παραχώρηση του δείγματος της δοκιμής. Πολύμερος Αχανιώτης 03/04/2023
  9. Εισαγωγή Το 2017 η Elgato κυκλοφόρησε το Elgato Stream Deck με 15 προγραμματιζόμενα πλήκτρα - οθόνες και η επιτυχία του οδήγησε στην μετέπειτα κυκλοφορία μίας έκδοσης με 6 πλήκτρα - οθόνες, του Elgato Stream Deck Mini (2018) και μίας με 32, του Elgato Stream Deck XL (2019). Από to 2017 έχουν περάσει 6 χρόνια και η σημαντική εξέλιξη του συνοδευτικού λογισμικού έχει εκτοξεύσει τη χρηστικότητα των παραπάνω συσκευών, οι οποίες σε αντίθεση με το σύνηθες στο χώρο της πληροφορικής, μοιάζουν ως μια καλή μακροχρόνια επένδυση. Στις 15 Νοεμβρίου του 2022 η Elgato ανακοίνωσε το νεότερο μέλος της σειράς των Stream Decks, το Elgato Stream Deck +. Το Elgato Stream Deck + χρησιμοποιεί την ίδια λογική των πλήκτρων - οθονών που έκαναν επιτυχημένους τους προκατόχους του, αλλά προσθέτει και μία οθόνη αφής καθώς και 4 ατέρμονους περιστροφικούς κωδικοποιητές, αυξάνοντας εντυπωσιακά τις δυνατότητες και την ευελιξία του προϊόντος. Αλλά ας πάρουμε τα πράγματα από την αρχή. Ξεκούτιασμα Το Elgato Stream Deck + έρχεται σε ένα χαρτονένιο, ιλουστρασιόν κουτί όπου κυριαρχούν οι κλασσικές μπλε αποχρώσεις της Elgato και, φυσικά, προβάλλονται τα βασικά χαρακτηριστικά του προϊόντος. Ανοίγοντας το κουτί, το πρώτο που βλέπουμε είναι το λογότυπο της εταιρίας, κομμένο από το μαύρο χαρτόνι. Εξαιρετική παρουσίαση και premium αίσθηση, όπως προσφέρει πάντα η Elgato. Τα 2 κοψίματα - εσοχές στην περιφέρεια επιτρέπουν την εύκολη αφαίρεση του φέροντος το λογότυπο τμήματος. Το οποίο αποκαλύπτεται να είναι ένα κουτί που περιέχει το Quick Start Guide και τις οδηγίες ασφαλείας. Το κουτί έχει ένα σαφώς σκόπιμο κενό στο κάτω μέρος του. Κάτι που είναι απαραίτητο για να χωρέσουν οι 4 περιστροφικοί κωδικοποιητές που προεξέχουν από την πρόσοψη του Elgato Stream Deck +. Αφαιρούμε και το προστατευτικό ύφασμα και βλέπουμε τον εξαιρετικό τρόπο που επέλεξε η Elgato για να μας παρουσιάσει το Elgato Stream Deck +. Οι ίδιες 2 εσοχές στην περιφέρεια κάνουν εύκολη την αφαίρεση της συσκευής ενώ κάτω από αυτή κρύβεται το διαμέρισμα που περιέχει το καλώδιο. Το καλώδιο είναι 158.5 cm, αρκετά μακρύ για τις περισσότερες περιπτώσεις χρήσης, και φέρει βύσμα τύπου USB A από την πλευρά που συνδέεται στον υπολογιστή και USB C από την πλευρά της συσκευής. Είναι ποιοτικό και sleeved και καθώς είναι αφαιρούμενο, μπορεί να αντικατασταθεί σε περίπτωση φθοράς ή ακόμα και με κάποιο μακρύτερο, αν χρειάζεται. Η συσκευή είναι στα ίδια υψηλά πρότυπα ποιότητας όσο τα υπόλοιπα μέλη της οικογένειας που είχαμε δει. Στο εμπρός μέρος βλέπουμε το λογότυπο της εταιρίας και τα 8 πλήκτρα - οθόνες που είναι μεγαλύτερα από αυτά που είχαμε δει στα προηγούμενα Stream Decks. Κάτω από αυτά έχουμε μια επιμήκη οθόνη αφής και κάτω από αυτήν 4 ατέρμονους περιστροφικούς κωδικοποιητές που είναι ταυτόχρονα και πλήκτρα. Το πίσω μέρος είναι λιτό και κομψό, με το λογότυπο της εταιρίας στη βάση να έχει φινίρισμα - καθρέπτη και τις πιστοποιήσεις στο πίσω μέρος του κυρίως μέρους της συσκευής. Πάνω από τις πιστοποιήσεις βρίσκουμε τη θύρα σύνδεσης που είναι τύπου USB C. Στο πλάι βλέπουμε ένα τριγωνικό κενό που δημιουργείται ανάμεσα στο εμπρός μέρος και βάση. Το τμήμα της βάσης που ακουμπάει στο γραφείο καλύπτεται από μια μεμβράνη την οποία αφαιρούμε για να αποκαλύψουμε μια μεγάλη ελαστική επιφάνεια. Η επιφάνεια αυτή θα εξασφαλίσει την απόλυτη σταθερότητα της συσκευής κατά τη χρήση. Τεχνικά Χαρακτηριστικά Τα τεχνικά χαρακτηριστικά του Elgato Stream Deck +, όπως τα αναφέρει η κατασκευάστρια εταιρία στην ιστοσελίδα της, φαίνονται στον παρακάτω πίνακα. Η συσκευή δεν έχει ιδιαίτερες απαιτήσεις όσον αφορά την ταχύτητα διασύνδεσης και έτσι αρκεί το πρότυπο USB 2.0. Ποιότητα Κατασκευής Όσον αφορά την ποιότητα κατασκευής, όπως έχουμε συνηθίσει από την Elgato, δεν μπορεί να υπάρχει κάποιο παράπονο. Τόσο τα υλικά όσο και η συναρμογή είναι εξαιρετικά. Οθόνες και ατέρμονοι περιστροφικοί επιλογείς Οι οθόνες των πλήκτρων του Elgato Stream Deck + είναι αρκετά ποιοτικές και ευχάριστες στη χρήση, χωρίς να προβληματίζουν στη θέαση υπό γωνία. Η ανάλυσή τους είναι επαρκής για το μέγεθός τους. Καθώς τα πλήκτρα - οθόνες του Elgato Stream Deck + είναι μεγαλύτερα από των προηγούμενων μοντέλων, έχει αυξηθεί αντίστοιχα και η ανάλυση για να διατηρηθεί παρόμοιo ppi. Εδώ βλέπουμε μια κοντινή φωτογραφία ενός πλήκτρου - οθόνης του Elgato Stream Deck +. Και εδώ του Elgato Stream Deck XL, για σύγκριση. Η οθόνη αφής του Elgato Stream Deck + είναι επίσης καλής ποιότητας και δίνει παρόμοια αίσθηση με τις οθόνες των πλήκτρων, εξασφαλίζοντας μια ομοιόμορφη και ευχάριστη εμπειρία χρήσης. Δεν έχω αποσυναρμολογήσει τη συσκευή, αλλά δε θα μου φανεί καθόλου παράξενο αν εσωτερικά έχει μία μόνο μεγάλη οθόνη και πάνω σε αυτή πατάνε τα διάφανα πλήκτρα, ενώ το κάτω μέρος της ίδιας οθόνης είναι ουσιαστικά η επιμήκης οθόνη αφής του Elgato Stream Deck +. Οι περιστροφικοί κωδικοποιητές δείχνουν υψηλής ποιότητας. Είναι ατέρμονοι, βηματικοί, με μικρό βήμα και καλό επίπεδο αντίστασης. Η υφή των καλυμμάτων τους είναι ευχάριστη στο άγγιγμα και εξασφαλίζει τη χρήση χωρίς γλίστρημα. Τα καλύμματα των περιστροφικών κωδικοποιητών είναι αφαιρούμενα και μπορούν να αντικατασταθούν από διαφορετικού χρώματος σετ που διατίθενται από την εταιρία. Υπάρχουν 6 διαθέσιμα χρώματα: Μπλε, κόκκινο, χρυσαφί, ασημί, ροζ και μωβ. Συνδεσιμότητα - Εγκατάσταση Η σύνδεση του Elgato Stream Deck + είναι εξαιρετικά απλή, καθώς μπορεί να γίνει με το παρεχόμενο καλώδιο ή και οποιοδήποτε USB C σε USB A ή USB C σε USB C καλώδιο. Το επόμενο βήμα είναι η εγκατάσταση του σχετικού λογισμικού, του Stream Deck. Λογισμικό - Stream Deck Το μεγάλο ατού του Elgato Stream Deck + είναι το λογισμικό του, που ονομάζεται Stream Deck. Το Stream Deck το είχαμε δει αναλυτικά σε προηγούμενα reviews αλλά με τον καιρό οι δυνατότητές του αυξήθηκαν και η πλήρης ανάλυσή τους δεν αποτελεί στόχο του παρόντος review. Θα επικεντρωθώ λοιπόν στα βασικά και κυρίως στις ιδιαίτερες δυνατότητες που προσφέρει μέσω αυτού το Elgato Stream Deck +. Ανοίγοντας το Stream Deck και επιλέγοντας το Stream Deck + από το μενού των διαθέσιμων συνδεδεμένων συσκευών πάνω αριστερά... ...βλέπουμε μία επί οθόνης αναπαράσταση της συσκευής, ενώ στα δεξιά έχουμε 2 κατηγορίες λειτουργιών, αυτές που αφορούν τα πλήκτρα (Keys) και αυτές που αφορούν τους ατέρμονους περιστροφικούς κωδικοποιητές (Dials). Παρατηρούμε επίσης, κάτω από την αναπαράσταση της συσκευής, ότι σε περίπτωση που θελήσουμε ή χρειαστεί, μπορούμε να έχουμε πολλαπλές σελίδες λειτουργιών, τις οποίες (στο Elgato Stream Deck +) εναλλάσσουμε μέσω σάρωσης του δακτύλου πάνω στην οθόνη αφής. Οι κατηγορίες των λειτουργιών είναι πάρα πολλές και μπορούν να εμπλουτιστούν περαιτέρω μέσω των Plugins που βρίσκουμε στο Store. Οι κατηγορίες των λειτουργιών που αφορούν τους ατέρμονους περιστροφικούς κωδικοποιητές είναι σαφώς λιγότερες αλλά όπως θα δείτε είναι ιδιαίτερα βολικές και λειτουργικές και είμαι βέβαιος ότι με τον καιρό θα προστεθούν και άλλες. Κάτω από την επιλογή της συσκευής υπάρχει και επιλογή διαφόρων προφίλ για την κάθε συσκευή, τα οποία μπορούμε να εναλλάσσουμε χειροκίνητα ή να επιλέξουμε την αυτόματη ενεργοποίησή τους όταν κάποιο αντίστοιχο λογισμικό βρίσκεται το προσκήνιο. Το πολύχρωμο πλήκτρο αριστερά από το γρανάζι ανοίγει το Store από όπου μπορούμε να δούμε τι νέο υπάρχει σε αυτό μέσω της επιλογής Discover. Τα Plugins είναι το μεγάλο του ατού καθώς επιτρέπουν τη συνεχή προσθήκη επιπλέον λειτουργιών. Plugins υπάρχουν τόσο από την ίδια την Elgato όσο και από άλλες εταιρίες. Στην κατηγορία Icons βρίσκουμε πολλά πακέτα εικονιδίων για να χρησιμοποιήσουμε στα πλήκτρα - οθόνες της συσκευής. Τέλος, στις κατηγορίες Music και Sound Effects βρίσκουμε μουσικά κομμάτια και ηχητικά εφέ που μπορούμε να αντιστοιχίσουμε στα πλήκτρα της συσκευής. Το πλήκτρο με το γρανάζι ανοίγει το μενού των επιλογών που έχει 4 σελίδες των οποίων οι λειτουργίες είναι γενικά αυτοεξηγούμενες. Πάνω από τις κατηγορίες των λειτουργιών υπάρχει πεδίο αναζήτησης και δεξιά από αυτό ένα πλήκτρο που δίνει τη δυνατότητα να επιλέξουμε αν θέλουμε να κρύψουμε κάποιες λειτουργίες ή και ολόκληρες κατηγορίες λειτουργιών που δε χρησιμοποιούμε. Ας δούμε, ενδεικτικά, κάποιες από τις πολλές λειτουργίες που μπορούμε να αντιστοιχίσουμε με ένα απλό drag and drop στα πλήκτρα - οθόνες του Elgato Stream Deck +. Στην κατηγορία System βρίσκουμε λειτουργίες που αφορούν γενική χρήση στα Windows. Η κατηγορία που αφορά το OBS Studio διαθέτει μια πληθώρα λειτουργιών. Ιδιαίτερη μνεία χρίζει το Multi Action, καθώς επιτρέπει τη δημιουργία μιας αλληλουχίας λειτουργιών με συνδυασμό από οποιεσδήποτε κατηγορίες και αντιστοίχιση της αλληλουχίας σε ένα μόνο πλήκτρο. Οι λειτουργίες που μπορούν να αντιστοιχηθούν στους περιστροφικούς κωδικοποιητές είναι σαφώς λιγότερες αλλά όπως θα δούμε παρακάτω, κάθε μία μπορεί να αντικαταστήσει πολλά πλήκτρα, απλοποιώντας παράλληλα σημαντικά τη χρήση. Χρήση - Αντιπαράθεση toy Elgato Stream Deck + με το Elgato Stream Deck XL Για να γίνει πιο σαφές αυτό, ας δούμε μερικά παραδείγματα χρήσης του Elgato Stream Deck + σε αντιπαράθεση με το Elgato Stream Deck XL. Εξ αρχής είναι σαφές ότι καθώς το Elgato Stream Deck + έχει μόνο 8 πλήκτρα - οθόνες, αν θέλουμε να το χρησιμοποιήσουμε για να ανοίγουμε προγράμματα, σαφώς και το Elgato Stream Deck XL πλεονεκτεί και είναι μια καλύτερη επιλογή. Ακόμα και το Elgato Stream Deck έχει 15, σχεδόν τα διπλάσια, πλήκτρα - οθόνες ενώ το Elgato Stream Deck Mini μπορεί να υπολείπεται με μόλις 6, αλλά είναι πολύ πιο οικονομικό. Ας δούμε όμως τι γίνεται όταν θέλουμε να χρησιμοποιήσουμε το Elgato Stream Deck + για τον έλεγχο της έντασης του ήχου του συστήματος καθώς και ξεχωριστά των ενεργών προγραμμάτων μέσω του Plugin Volume Controller που προσφέρει η ίδια η Elgato. Εδώ ο έλεγχος της έντασης γίνεται μέσω των ατέρμονων περιστροφικών κωδικοποιητών ενώ η οθόνη αφής δείχνει τα αντίστοιχα επίπεδα έντασης και τα πλήκτρα - οθόνες λειτουργούν ως αντίστοιχα πλήκτρα σίγασης, όπως επίσης λειτουργούν και οι περιστροφικοί κωδικοποιητές όταν πιεστούν ως πλήκτρα. Η αντίστοιχη λειτουργία στο Elgato Stream Deck XL γίνεται όπως φαίνεται παρακάτω, με πλήκτρο αύξησης και πλήκτρο ελάττωσης της έντασης για κάθε πηγή ήχου και γραφική απεικόνιση της έντασης εντός αυτών. Σαφώς απλούστερη, ταχύτερη, πιο φυσική και με περισσότερη ακρίβεια και παρεχόμενες πληροφορίες η συγκεκριμένη λειτουργία στο Elgato Stream Deck +. Εδώ βλέπουμε πώς απεικονίζονται τα παραπάνω στις ίδιες τις συσκευές. Όσον αφορά το Wave Link, εδώ έχω δημιουργήσει μια αρκετά διαφορετική προσέγγιση. Στους περιστροφικούς κωδικοποιητές χρησιμοποιείται η επιλογή Dial Stack. Αυτή η επιλογή επιτρέπει με το πάτημα του πλήκτρου του κάθε περιστροφικού κωδικοποιητή να εναλλάσσεται σειριακά μια σειρά λειτουργιών για τον εν λόγω περιστροφικό κωδικοποιητή. Έτσι λοιπόν έχω ορίσει τον κάθε περιστροφικό κωδικοποιητή να ελέγχει την ένταση ενός καναλιού εισόδου ενώ με πίεση του πλήκτρου του εναλλάσσεται ο έλεγχος της αντίστοιχης έντασης του Monitor Mix και του Stream Mix. Καθώς χρησιμοποιώ 6 κανάλια εισόδου και έναν ακόμα περιστροφικό επιλογέα για την ένταση εξόδου, δημιούργησα έναν υπό-φάκελο (subfolder). Έτσι λοιπόν ο αρχικός φάκελος του Wave Link περιλαμβάνει τον έλεγχο 3 καναλιών εισόδου καθώς και της εξόδου ενώ ο υπό-φάκελος περιλαμβάνει τον έλεγχο των άλλων 3 καναλιών εισόδου καθώς και της εξόδου. Η αντίστοιχη υλοποίηση του ελέγχου του Wave Link στο Elgato Stream Deck XL χρειάστηκε άλλη προσέγγιση. Υπάρχει ταυτόχρονος έλεγχος και των 6 καναλιών εισόδου και της εξόδου του Monitor Mix ενώ οι αντίστοιχες λειτουργίες των καναλιών του Stream Mix βρίσκονται σε υπό-φάκελο. Και οι 2 προσεγγίσεις είναι σαφείς και λειτουργικές αλλά προσωπικά προτιμώ μακράν τη χρήση των περιστροφικών κωδικοποιητών του Elgato Stream Deck + καθώς και την άμεση ενημέρωση για το επίπεδο έντασης του κάθε καναλιού που παρέχει η οθόνη αφής του. Εδώ βλέπουμε τις αντίστοιχες λειτουργίες στις 2 συσκευές. Στην περίπτωση του ελέγχου του Camera Hub, το Elgato Stream Deck + χρειάστηκε έναν υπό-φάκελο για να ελέγξει όλες τις λειτουργίες. Το Elgato Stream Deck XL χώρεσε όλες τις λειτουργίες χωρίς την ανάγκη χρήσης υπό-φακέλου. Και πάλι όμως προτιμώ τους περιστροφικούς κωδικοποιητές από τις οθόνες - πλήκτρα για τον έλεγχο των εν λόγω λειτουργιών. Εδώ βλέπουμε την υλοποίηση του ελέγχου του Camera Hub στις ίδιες τις συσκευές. Ο έλεγχος των 2 Key Light Air που διαθέτω, μέσω του ελέγχου του Control Center από το Stream Deck, έγινε πολύ πιο απλά και λειτουργικά μέσω του Elgato Stream Deck + παρά μέσω του Elgato Stream Deck XL. Τα 32 πλήκτρα του Elgato Stream Deck XL επιτρέπουν την προ-ρύθμιση αρκετών χρήσιμων επιπέδων αλλά η απλότητα στη χρήση του Elgato Stream Deck + θεωρώ ότι και εδώ υπερτερεί. Εδώ βλέπουμε τις υλοποιήσεις πάνω στις ίδιες τις συσκευές. Είδαμε λοιπόν ότι όπου έχουμε έλεγχο κάποιου επιπέδου ή κάποιας έντασης, το Elgato Stream Deck + είναι η λογική επιλογή, καθώς υπερτερεί σε λειτουργικότητα και απλότητα χρήσης. Αντιθέτως, σε άλλες περιπτώσεις, ο μεγαλύτερος αριθμός πλήκτρων - οθονών υπερτερεί, όπως στα παρακάτω παραδείγματα. Απολογισμός To Elgato Stream Deck + δεν είναι απλά άλλο ένα Stream Deck με περισσότερα ή λιγότερα πλήκτρα - οθόνες. Πρόκειται σαφώς για το επόμενο βήμα της εταιρίας στη συγκεκριμένη σειρά προϊόντων, καθώς στα ήδη υπάρχοντα πλήκτρα - οθόνες, προσθέτει ατέρμονους περιστροφικούς κωδικοποιητές και οθόνη αφής. Η συσκευή, όπως ακριβώς και τα Elgato Stream Deck XL, Elgato Stream Deck και Elgato Stream Deck Mini, με εντυπωσίασε από το γεγονός ότι κάνει ακριβώς αυτό που υπόσχεται, χωρίς προβλήματα, χωρίς "αλλά", απλά και φυσικά. Το λογισμικό είναι εύκολο και λειτουργικό, δεν εντόπισα ούτε bugs ούτε κάτι που θα άλλαζα, εκτός ίσως από το θα προσθέσω τη δυνατότητα να υπάρχουν σελίδες εντός των φακέλων, έτσι ώστε να μη χρειάζονται τόσο συχνά οι υπό-φάκελοι. Παρά το γεγονός ότι η συσκευή προορίζεται για χρήση από online content creators και live streamers, οι δυνατότητές της είναι σχεδόν απεριόριστες και μπορεί να προσαρμοστεί άνετα και για γενική χρήση, όπως είδαμε σε κάποια από τα παραδείγματα παραπάνω. Η ποιότητα κατασκευής είναι εξαιρετική με καλά υλικά και σωστή συναρμογή. Τα πλήκτρα πατιούνται κάνοντας έναν ευδιάκριτο, ικανοποιητικό ήχο που δεν ενοχλεί και αποτελεί εξαιρετικό feedback. Το γεγονός ότι το πάτημα καταγράφεται στον τερματισμό του πλήκτρου και όχι αν αυτό πατηθεί πολύ απαλά (όχι για όλη τη διαδρομή του) δεν αποτελεί πρόβλημα, καθώς αυτή είναι αρκετά μικρή. Οι ατέρμονοι περιστροφικοί κωδικοποιητές είναι υψηλής ποιότητας και προσφέρουν ακρίβεια και άνεση στη χρήση. Τα καλύμματά τους είναι αφαιρούμενα και μπορούν να αντικατασταθούν από διαφορετικού χρώματος σετ που διατίθενται από την εταιρία. Υπάρχουν 6 διαθέσιμα χρώματα: Μπλε, κόκκινο, χρυσαφί, ασημί, ροζ και μωβ. Το μόνο που θα μπορούσε κανείς θεωρητικά να βελτιώσει είναι η ανάλυση των οθονών, οι οποία όπως είδατε στις κοντινές φωτογραφίες, δεν είναι υπερ-υψηλή, αλλά για να είμαστε δίκαιοι, το Elgato Stream Deck + δεν προορίζεται για να πατάτε τα πλήκτρα με τη μύτη. Στη φυσιολογική απόσταση χρήσης, τα pixels είναι αόρατα, τα χρώματα ζωηρά και το contrast άριστο. Με τι κόστος έρχονται όλα αυτά; Το κόστος του Elgato Stream Deck + στην Ελληνική αγορά ξεκινάει από τα 229,89 ευρώ, τιμή που βρίσκω λογική για τη λειτουργικότητα που προσθέτει στις συσκευές εισαγωγής ενός υπολογιστή. Το σημαντικό όμως είναι ότι το Elgato Stream Deck + δεν είναι ένα ακόμα Stream Deck για να διαλέξετε ποιο από όλα ταιριάζει καλύτερα στις ανάγκες σας. Πρόκειται για μία συσκευή που προσφέρει νέες δυνατότητες και μπορεί να χρησιμοποιηθεί τόσο μόνη της όσο και σε συνδυασμό με κάποιο από τα άλλα Stream Decks. Προσωπικά πάντως, χρησιμοποιώ ήδη το Elgato Stream Deck + σε συνδυασμό με το Elgato Stream Deck XL και θεωρώ ότι αποτελούν έναν εξαιρετικό συνδυασμό που καλύπτει άριστα όλα τα πιθανά σενάρια χρήσης. Ας συνοψίσουμε τα πλεονεκτήματα και τα μειονεκτήματα του Elgato Stream Deck +: Πλεονεκτήματα + Εξαιρετική ποιότητα κατασκευής + Εξαιρετική λειτουργικότητα + Εξαιρετικό και πολύ απλό στη χρήση λογισμικό + Προγραμματισμός απεριόριστων λειτουργιών με προφίλ και φακέλους + 8 καθαρές οθόνες με ζωηρά χρώματα και πολύ καλό contrast + Οθόνη αφής + 4 ατέρμονοι περιστροφικοί κωδικοποιητές με αφαιρούμενα καλύμματα και λειτουργία πλήκτρου + Λαστιχένια επένδυση στη βάση που σταθεροποιεί άψογα τη συσκευή + Αφαιρούμενο, sleeved, USB C καλώδιο Μειονεκτήματα - Nothing to see here, move along Με βάση τα παραπάνω, η συνολική βαθμολογία του Elgato Stream Deck + είναι:  theLAB.gr Ευχαριστούμε θερμά την Corsair για την παραχώρηση του δείγματος της δοκιμής. Πολύμερος Αχανιώτης 20/03/2023
  10. Εισαγωγή Πριν από περίπου 1 μήνα ο συνάδελφος Αστρολάβος παρουσίασε ένα οικονομικό πυκνωτικό μικρόφωνο, το Maono PM421 ενώ πριν από δυόμισι χρόνια σας είχα αναλύσει μια ποιοτικότερη και ακριβότερη επιλογή πυκνωτικού μικροφώνου που αποτελούσε και το πρώτο μικρόφωνο της γνωστής Elgato, το Elgato Wave:3. Σήμερα θα ανέβουμε κατηγορία και θα δούμε τη νέα πρόταση της Elgato, το συνδυασμό Elgato Wave DX και Elgato Wave XLR, καθώς επίσης και τον βραχίονα Elgato Wave Mic Arm και το Elgato XLR Cable για τη στήριξη και σύνδεση του μικροφώνου. Συνεπώς μιλάμε για 4 προϊόντα, που πωλούνται ξεχωριστά αλλά αποτελούν ένα ενιαίο λειτουργικό σύνολο. Το δυναμικό μικρόφωνο Elgato Wave DX που έχει έξοδο XLR. To audio interface Elgato Wave XLR όπου συνδέουμε το μικρόφωνο μέσω ενός καλωδίου XLR και το οποίο συνδέεται στον υπολογιστή μας μέσω USB C. Tον βραχίονα Elgato Wave Mic Arm για τη στήριξη του μικροφώνου. Το καλώδιο Elgato XLR Cable για την σύνδεση του μικροφώνου με το audio interface. Καθώς πρόκειται για διακριτά προϊόντα, όλα συμβατά με τα αντίστοιχα standards, δεν είναι υποχρεωτικό να χρησιμοποιηθούν αποκλειστικά μεταξύ τους. Το Elgato Wave DX μπορεί να χρησιμοποιηθεί με οποιοδήποτε XLR audio interface και το Elgato Wave XLR μπορεί να υποστηρίξει οποιοδήποτε δυναμικό ή πυκνωτικό XLR μικρόφωνο. Φυσικά ο βραχίονας Elgato Wave Mic Arm μπορεί να στηρίξει κάθε μικρόφωνο της αγοράς (εντός των ορίων βάρους που υποστηρίζει) και το καλώδιο Elgato XLR Cable είναι απλά ένα καλώδιο XLR και μπορεί να χρησιμοποιηθεί αντίστοιχα. Αφού λοιπόν ξεκαθαρίσαμε με τι έχουμε να κάνουμε, ας πάμε να ανοίξουμε τις συσκευασίες. Unboxing του Elgato Wave Mic Arm Ξεκινάμε με τη μεγαλύτερη συσκευασία. Το Elgato Wave Mic Arm έρχεται σε ένα ευμεγέθες, απλό, χαρτονένιο κουτί που φέρει το όνομα και την εικόνα του προϊόντος στο επάνω μέρος του. Εντός, βρίσκουμε το προϊόν πλήρως συναρμολογημένο, εκτός από την κάθετη προέκταση της οποίας η χρήση είναι προαιρετική, το αντίβαρο που επίσης είναι προαιρετικό (και πρέπει να χρησιμοποιηθεί στην περίπτωση του Elgato Wave DX) και τη βάση στήριξης στο γραφείο που φυσικά πρέπει να τοποθετηθεί στο γραφείο πριν τοποθετηθεί ο βραχίονας εντός αυτής. Το Elgato Wave Mic Arm προσφέρει περιστροφή 360 μοιρών στη βάση του, 3 αρθρώσεις και σφαιρική άρθρωση στην κεφαλή σύνδεσης του μικροφώνου. Το quick start guide είναι σαφές και κατατοπιστικό και προτείνω να του ρίξει μια ματιά όποιος θέλει να ξέρει τις ακριβείς προδιαγραφές και δυνατότητες του Elgato Wave Mic Arm. Εντός της συσκευασίας υπάρχει και ένα μικρό φακελάκι που περιέχει ένα μικρό κλειδί άλεν και 2 αντάπτορες. Το άλεν είναι για το σφίξιμο της κάθετης προέκτασης στη βάση στήριξης στο γραφείο και οι αντάπτορες για τη μετατροπή της βίδας 1/4" στο άκρο της κεφαλής σύνδεσης σε 3/8" και 5/8". Για το Elgato Wave DX δεν απαιτείται η χρήση τους. Unboxing του Elgato XLR Cable Το Elgato XLR Cable έρχεται επίσης σε απλό χαρτονένιο κουτί, πολύ μικρότερο φυσικά από αυτό του Elgato Wave Mic Arm. Στο επάνω μέρος του κουτιού αναφέρεται το όνομα το προϊόντος και απεικονίζονται τα βύσματά του, ένα αρσενικό και ένα θηλυκό XLR. Αναγράφεται επίσης το μήκος του που είναι 3 μέτρα και συνεπώς παραπάνω από επαρκές για τη χρήση που θέλουμε εμείς, δηλαδή τη σύνδεση του Elgato Wave DX που θα βρίσκεται τοποθετημένο πάνω στο Elgato Wave Mic Arm, με το Elgato Wave XLR που θα βρίσκεται τοποθετημένο κάπου επάνω στο γραφείο μας. Εντός της συσκευασίας βρίσκουμε μόνο το καλώδιο, όμορφα τακτοποιημένο. Τα βύσματά του είναι καλής ποιότητας, χωρίς να είναι κάτι ιδιαίτερο και έχουν χοντρό και ποιοτικό strain relief. Το καλώδιο καλύπτεται από πυκνό, ποιοτικό sleeving που προσφέρει επιπλέον προστασία και αισθητική. Unboxing του Elgato Wave DX Η συσκευασία του Elgato Wave DX ακολουθεί τα πρότυπα των πολυτελών συσκευασιών της Elgato. Κυριαρχούν οι κλασσικές μπλε αποχρώσεις της εταιρίας ενώ στο εμπρός μέρος δεσπόζει το όνομα και η φωτογραφία του προϊόντος. Στο πίσω μέρος βλέπουμε μια φωτογραφία από ένα σενάριο χρήσης του Elgato Wave DX και λεπτομερείς αναφορές στις δυνατότητες και τις προδιαγραφές του. Η μία πλαϊνή πλευρά απεικονίζει το προϊόν και το όνομά του ενώ η άλλη αναφέρει κάποια βασικά χαρακτηριστικά του και τα περιεχόμενα της συσκευασίας. Η επάνω πλευρά φέρει ένα διαφανές πλαστικό με οπή ανάρτησης σε stand καταστήματος ενώ η κάτω πλευρά φέρει ως συνήθως τη διεύθυνση της εταιρίας, πιστοποιήσεις, σειριακούς αριθμούς, κωδικούς και bar codes. Παρατηρούμε ότι η διεύθυνση είναι αυτή της Corsair, καθώς η Elgato αποτελεί θυγατρική της από το 2018. Ανοίγοντας τη συσκευασία, το πρώτο που βλέπουμε είναι το σαφές και κατατοπιστικό quick start guide. Κάτω από το manual, βρίσκουμε το Elgato Wave DX τυλιγμένο σε προστατευτικό μαλακό συνθετικό υλικό και ακόμα πιο κάτω το υποχρεωτικό φυλλάδιο με τις οδηγίες ασφαλείας. Ας βγάλουμε το Elgato Wave DX έξω από το κουτί του... ...και ας το ξετυλίξουμε. Το Elgato Wave DX είναι ένα δυναμικό μικρόφωνο με καρδιοειδές μοτίβο λήψης, λιτής και ποιοτικής κατασκευής, από μέταλλο και ποιοτικό πλαστικό. Έρχεται με ένα μικρό βραχίονα στήριξης προ εγκατεστημένο και ένα χάρτινο μπλε στεφάνι που αγκαλιάζει το μικρόφωνο και ενημερώνει τους χρήστες που δεν πιστεύουν στην ανάγνωση των συνοδευτικών φυλλαδίων ότι πρέπει να κατευθύνουν την ομιλία τους προς το άκρο το μικροφώνου. Στην αντίθετη πλευρά από το σημείο στήριξης του μικρού βραχίονα βρίσκουμε το λογότυπο της εταιρίας. Το λογότυπο μπορεί να περιστραφεί για να είναι "σωστό" σε κάθε τοποθέτηση του μικροφώνου καθώς επίσης και να αφαιρεθεί έτσι ώστε να καταστεί δυνατή η μεταφορά του βραχίονα στήριξης από αυτή την πλευρά, ενώ το λογότυπο θα τοποθετηθεί στην άλλη. Στο κάτω μέρος του Elgato Wave DX βρίσκουμε την υποδοχή για τη σύνδεση του καλωδίου XLR. Αυτό είναι και το μοναδικό interface του Elgato Wave DX. Δεν υπάρχει ούτε κάποια άλλη σύνδεση ούτε και χειριστήρια, καθώς το μικρόφωνο είναι απολύτως αναλογικό και βασίζεται στη σύνδεση με κάποιο XLR audio interface, όπως το Elgato Wave XLR, για τη λειτουργία του. Στο άκρο του μικρού βραχίονα στήριξης βλέπουμε την υποδοχή για βίδα 1/4". Με τη χρήση ενός κέρματος μπορούμε να αφαιρέσουμε τον αντάπτορα που έρχεται προεγκατεστημένος εντός του βραχίονα και να τον γυρίσουμε ανάποδα έτσι ώστε να μας προσφέρει υποδοχή για βίδα 3/8" ή και να τον αφαιρέσουμε εντελώς έτσι ώστε το Elgato Wave DX να έχει υποδοχή για βίδα 5/8". Unboxing του Elgato Wave XLR Η συσκευασία του Elgato Wave XLR ακολουθεί επίσης τα πρότυπα των πολυτελών συσκευασιών της Elgato. Κυριαρχούν και εδώ οι ίδιες κλασσικές μπλε αποχρώσεις της εταιρίας και στο εμπρός μέρος δεσπόζει το όνομα και η φωτογραφία του προϊόντος. Στο πίσω μέρος βλέπουμε και πάλι μια φωτογραφία από ένα σενάριο χρήσης του Elgato Wave XLR και λεπτομερείς αναφορές στις δυνατότητες και τις προδιαγραφές του. Η μία πλαϊνή πλευρά απεικονίζει το Elgato Wave XLR από το πλάι και από πίσω ενώ η άλλη αναφέρει κάποια βασικά χαρακτηριστικά του και τα περιεχόμενα της συσκευασίας. Η επάνω πλευρά φέρει διαφανές πλαστικό με οπή ανάρτησης σε stand καταστήματος ενώ η κάτω πλευρά φέρει τη διεύθυνση της εταιρίας, πιστοποιήσεις, σειριακούς αριθμούς, κωδικούς και bar codes. Ανοίγοντας το κουτί βλέπουμε ένα μικρότερο κουτί με τα παρελκόμενα καθώς και το Elgato Wave XLR προστατευμένο σε μαλακό συνθετικό υλικό. Το κουτί με τα παρελκόμενα περιέχει το quick start guide, το φυλλάδιο με τις οδηγίες ασφαλείας και ένα καλώδιο σύνδεσης USB C σε USB Α, μήκους 2,5m για τη σύνδεση του Elgato Wave XLR με τον υπολογιστή. Δοκίμασα επίσης καλώδιο USB C σε USB C και ως ήταν αναμενόμενο λειτούργησε κανονικά. Ας περάσουμε λοιπόν στο Elgato Wave XLR και... ...ας το ξετυλίξουμε από το προστατευτικό υλικό. Το Elgato Wave XLR είναι ένα XLR microphone audio interface (ή αλλιώς ένας προενισχυτής μικροφώνου XLR) κατασκευασμένο από ποιοτικό πλαστικό. Στο εμπρός μέρος διαθέτει ένα και μοναδικό χειριστήριο που είναι ταυτόχρονα πλήκτρο και ατέρμονας περιστροφικός επιλογέας και περιτριγυρίζεται από ενδεικτικά LEDs στο μεγαλύτερο μέρος της περιφέρειάς του. Υπάρχουν 4 ακόμα ενδεικτικά LEDs, 3 κάτω αριστερά και 1 κάτω δεξιά της πρόσοψης, με ενδεικτικά εικονίδια της λειτουργίας τους. Το επάνω μέρος της συσκευής φέρει την ένδειξη "mute" (σίγαση) ενώ στο πίσω μέρος βρίσκουμε 3 υποδοχές βυσμάτων: 1 USB C, 1 στερεοφωνική υποδοχή 3,5mm και 1 XLR. Τα πλαϊνά της συσκευής δεν διαθέτουν κάτι το λειτουργικό, αλλά προσφέρουν αισθητικά ευχάριστες γραμμές. Το κάτω μέρος είναι επενδυμένο με ελαστικό υλικό έτσι ώστε να μη γλιστράει η συσκευή πάνω στο γραφείο κατά τη χρήση του χειριστηρίου. Το χειριστήριο μπορεί να αφαιρεθεί με απλό τράβηγμα και η πρόσοψη να αφαιρεθεί σχετικά εύκολα με ταυτόχρονη πίεση στα 2 πλαϊνά της συσκευής, όπως αναφέρει το quick start guide. Για όποιον ενδιαφέρεται λοιπόν να δώσει ένα ιδιαίτερο στυλ στο Elgato Wave XLR του, η Elgato προσφέρει τη δυνατότητα αγοράς εναλλακτικών face plates. Εγκατάσταση Η σύνδεση του Elgato Wave XLR με τον υπολογιστή μας γίνεται μέσω της θύρας USB-C που είδαμε στο πίσω μέρος του. Δοκιμάστηκε σύνδεση τόσο με το καλώδιο που περιλαμβάνεται στη συσκευασία (USB-C σε USB-A) όσο και με ένα USB-C σε USB-C καλώδιο (σύνδεση σε USB-C θύρα του υπολογιστή). Λειτούργησαν και τα δύο εξ' ίσου καλά. Η δεύτερη θύρα είναι μια τυπική υποδοχή ακουστικών 3,5 χιλιοστών η οποία παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον καθώς επιτρέπει την ακρόαση του ήχου που προσλαμβάνει το μικρόφωνο απ' ευθείας, χωρίς την παρεμβολή του υπολογιστή και συνεπώς με ουσιαστικά μηδενική χρονική καθυστέρηση (latency). Η τρίτη και τελευταία θύρα είναι τύπου XLR και σε αυτή συνδέουμε το μικρόφωνο, δηλαδή στην περίπτωσή μας το Elgato Wave DX. Η συνολική διαδικασία εγκατάστασης περιγράφεται αναλυτικά στο παρακάτω διάγραμμα. Προσοχής χρίζει ότι το Elgato Wave DX δε χρειάζεται 48V Phantom Power και πρέπει να σιγουρευτούμε ότι είναι απενεργοποιημένη η εν λόγω λειτουργία και το ενδεικτικό LED σβηστό. Η ενεργοποίηση και απενεργοποίηση του 48V Phantom Power γίνεται με πίεση του χειριστηρίου για 2 δευτερόλεπτα. Η εγκατάσταση του Elgato Wave DX φαίνεται αναλυτικά στο παρακάτω διάγραμμα. Και εδώ αναφέρεται ότι το 48V Phantom Power πρέπει να είναι ανενεργό. Επίσης αναφέρεται ότι το προτεινόμενο αρχικό gain είναι στα 45db και η ιδανική απόσταση από το μικρόφωνο είναι μεταξύ 8 και 12 εκατοστών. Παρακάτω βλέπουμε το Elgato Wave DX εγκατεστημένο στην κεφαλή του Elgato Wave Mic Arm και με το Elgato XLR Cable συνδεδεμένο. Το Elgato Wave Mic Arm διαθέτει ειδικά κανάλια και στα 2 βασικά του τμήματα για την τακτοποίηση του καλωδίου. Το Elgato Wave XLR μπορεί να τοποθετηθεί οπουδήποτε βολεύει τον κάθε χρήστη ενώ οι ενδεικτικές λυχνίες του μας δείχνουν το επίπεδο του gain για το μικρόφωνο ή της έντασης των ακουστικών ή το επίπεδο μίξης μεταξύ μικροφώνου και ήχου που έρχεται από τον υπολογιστή στα ακουστικά μας. Βλέπουμε επίσης ενεργοποιημένο το LED του 48V Phantom Power, το οποίο επισημαίνω και πάλι, πρέπει να απενεργοποιηθεί για τη χρήση του Elgato Wave XLR με το Elgato Wave DX. Όταν ακουμπήσουμε το επάνω μέρος του Elgato Wave XLR, ενεργοποιείται η λειτουργία της σίγασης και όλα τα LED περιφερειακά του επιλογέα ανάβουν σε κόκκινο χρώμα. Τα χρώματα των ενδεικτικών LEDs περιφερειακά του επιλογέα μπορούμε να τα αλλάξουμε αν επιθυμούμε μέσω του λογισμικού Wave Link. Τεχνικά Χαρακτηριστικά Τα τεχνικά χαρακτηριστικά του Elgato Wave Mic Arm, όπως τα βρίσκουμε στην ιστοσελίδα της εταιρίας, φαίνονται στον παρακάτω πίνακα. Βλέπουμε ότι η μέγιστη οριζόντια απόσταση που μπορεί να φτάσει είναι τα 78 εκατοστά και το μέγιστο βάρος μικροφώνου που υποστηρίζει είναι το 1 κιλό. Τα τεχνικά χαρακτηριστικά του Elgato XLR Cable, όπως τα βρίσκουμε στην ιστοσελίδα της εταιρίας, φαίνονται στον παρακάτω πίνακα. Τα τεχνικά χαρακτηριστικά του Elgato Wave DX , όπως τα βρίσκουμε στην ιστοσελίδα της εταιρίας, φαίνονται στον παρακάτω πίνακα. Παρατηρούμε ότι πρόκειται για ένα δυναμικό μικρόφωνο με καρδιοειδές μοτίβο λήψης και με δυνατότητα λήψης συχνοτήτων από 50 έως 15000 Hz, αντίσταση 600 Ohm και σύνδεση XLR. Το βάρος του είναι στα 440 gr. Τα τεχνικά χαρακτηριστικά του Elgato Wave XLR, όπως τα βρίσκουμε στην ιστοσελίδα της εταιρίας, φαίνονται στον παρακάτω πίνακα. Παρατηρούμε ότι πρόκειται για ένα XLR audio interface με απόκριση συχνοτήτων από 20 έως 20000 Hz, δυναμικό εύρος 100dB (ή 120 με τη λειτουργία Clipguard ενεργοποιημένη), επίπεδο θορύβου -130 dBV σε gain 60 dB, εύρος gain από 0 έως 75 dB, δυνατότητα παροχής 48V Phantom Power, ανάλυση 24 bit, sample rate 48 ή 96 KHz και διασύνδεση USB-C. Συγκριτικά με το Elgato Wave:3 τα χαρακτηριστικά είναι παρόμοια, αλλά η διαφορά είναι ότι το Elgato Wave:3 είναι πυκνωτικό μικρόφωνο ενώ το Elgato Wave DX είναι δυναμικό. Ποιότητα Κατασκευής Η ποιότητα κατασκευής και των 4ων προϊόντων που είδαμε παραπάνω είναι η υψηλή στην οποία μας έχουν συνηθίσει τόσο η Elgato όσο και η Corsair. Ακόμα και από πολύ κοντά, τα προϊόντα δείχνουν τη φροντίδα και προσοχή με την οποία κατασκευάστηκαν και δεν αποκαλύπτουν κανένα ψεγάδι. Χρήση Όσον αφορά τη χρήση, το Elgato Wave Mic Arm είναι στιβαρό και μπορεί να μετακινηθεί με ευκολία εκεί που το θέλει ο χρήστης και να παραμείνει εκεί ακριβώς. Παρατήρησα μια τάση να ξεσφίγγει το μικρόφωνο από την κεφαλή όταν το περιστρέψω κατ' επανάληψη, αλλά αυτό είναι θα έλεγα λογικό και εύκολα αντιμετωπίσιμο με ένα μικρό σφίξιμο της μεγάλης χειρόβιδας της κεφαλής, όταν αυτό συμβαίνει. Η απόσταση που μπορεί να φτάσει οριζόντια όμως περιορίζεται στα 78 εκατοστά, νούμερο σχετικά χαμηλό για την κατηγορία τιμής του όπως χαμηλό είναι και το μέγιστο υποστηριζόμενο βάρος μικροφώνου στο 1 κιλό. Αν οι προδιαγραφές αυτές καλύπτουν το σενάριο χρήσης σας, η λειτουργικότητα και η ποιότητα κατασκευής δε θα σας αφήσει κανένα παράπονο ενώ αν το μικρόφωνό σας είναι βαρύτερο ή χρειάζεται να φτάνει σε μεγαλύτερη απόσταση, θα χρειαστείτε κάτι άλλο. Πολύ ωραία είναι και η υλοποίηση της τακτοποίησης του XLR καλωδίου εντός του βραχίονα. Για το Elgato XLR Cable δεν μπορεί κανείς να πει πολλά. Δεν είναι ιδιαίτερα εύκαμπτο, πιθανώς λόγω του sleeving, αλλά είναι αρκετά εύκαμπτο για τη χρήση που του κάνουμε εδώ ενώ τα βύσματά του είναι ποιοτικά και εφαρμόζουν χωρίς ιδιαίτερο τζόγο και χωρίς κανένα πρόβλημα στο κούμπωμα και ξεκούμπωμα. Το sleeving το κάνει πιο άκαμπτο από ότι θα μπορούσε να είναι αλλά αυξάνει την αντοχή του, οπότε είναι θέμα προτίμησης. Το Elgato Wave DX δεν έχει χειριστήρια και ουσιαστικά η χρήση και διεπαφή του χρήστη γίνεται μέσω του Elgato Wave XLR. Το μόνο που χρειάζεται να προσέχουμε είναι η απόσταση από το στόμα του χρήστη και η σωστή κατεύθυνση της φωνής προς το άκρο του μικροφώνου. Όσον αφορά το Elgato Wave XLR, ο χειρισμός του είναι απλός και λειτουργικός. Το μοναδικό χειριστήριο της πρόσοψης πατιέται και περιστρέφεται ατέρμονα και προς τις δύο κατευθύνσεις. Το πάτημα αλλάζει τη λειτουργία που ελέγχει η περιστροφή, όπως καταδεικνύουν τα 3 LEDs στο κάτω αριστερά μέρος της πρόσοψης και η περιστροφή ελέγχει το επίπεδο της κάθε λειτουργίας, όπως καταδεικνύουν τα LEDs που περιβάλλουν το χειριστήριο. Η πρώτη λειτουργία, η οποία συμβολίζεται με το μικρόφωνο, ελέγχει το επίπεδο του gain, η σε πιο απλά λόγια της έντασης της ηχογράφησης. Η δεύτερη, που συμβολίζεται με τα ακουστικά, ελέγχει την ένταση του ήχου στη θύρα ακουστικών του Elgato Wave XLR. Η τρίτη, που συμβολίζεται με το σύμβολο της διασταύρωσης, ελέγχει τη μίξη των ήχων που προέρχονται από το μικρόφωνο - αριστερά - και τον υπολογιστή (μέσω της σύνδεσης USB) - δεξιά - και η οποία είναι αυτή που ακούγεται μέσω της θύρας ακουστικών του Elgato Wave XLR. Όπως είχαμε δει, στο επάνω μέρος της συσκευής, υπάρχει ένα πλήκτρο αφής που ενεργοποιεί τη σίγαση. Το γεγονός ότι είναι αφής, επιτρέπει τη χρήση του χωρίς κραδασμούς και θόρυβο που ενδεχομένως να περνούσε στην ηχογράφηση. Η σίγαση γίνεται εμφανής από την αλλαγή του λευκού κύκλου που περικλείει το χειριστήριο ελέγχου της πρόσοψης σε κόκκινο. Θυμίζω ότι για τα καλύτερα δυνατά αποτελέσματα, η Elgato προτείνει τη χρήση του Elgato Wave DX όπως περιγράφεται παρακάτω: 1. Το μικρόφωνο πρέπει να είναι τοποθετημένο σε σχέση με τη φωνή μας, όσο αυτό είναι εφικτό, όπως φαίνεται στην παρακάτω εικόνα. 2. Η απόσταση του στόματος από το μικρόφωνο πρέπει να είναι 8 - 12 cm. 3. Το gain πρέπει να ξεκινάει από τα 45 dB και να ρυθμίζεται ανάλογα με τις ανάγκες της ηχογράφησης. Ήχος Το Elgato Wave DX είναι ένα παθητικό (δεν απαιτεί τροφοδοσία - 48V Phantom Power) δυναμικό μικρόφωνο με καρδιοειδές μοτίβο λήψης. Σε σχέση με τα πυκνωτικά μικρόφωνα που έχουμε δει, όπως το Elgato Wave:3 και το Maono PM421, αυτό του προσδίδει το πλεονέκτημα της ελαχιστοποίησης της λήψης των θορύβων του περιβάλλοντος και το κάνει ιδανικό για ηχογραφήσεις και live streaming σε οικιακό περιβάλλον (εκτός στούντιο), όπου αναπόφευκτα υπάρχει θόρυβος. Το παραπάνω χαρακτηριστικό υποβοηθείται περεταίρω από τα προαιρετικά Low-Cut φίλτρα του Elgato Wave XLR. Προτείνεται το Low-Cut στα 80 Hz όταν μιλάμε κοντά στο μικρόφωνο και το Low-Cut των 120 Hz όταν είμαστε λίγο πιο μακριά. Ο συνδυασμός του δυναμικού Elgato Wave DX και του Low-Cut filter που παρέχει το Elgato Wave XLR προσφέρει εξαιρετική απομόνωση των θορύβων του περιβάλλοντος. Ένα άλλο ενδιαφέρον χαρακτηριστικό που διαθέτει το Elgato Wave XLR είναι η λειτουργία Clipguard. Η λειτουργία αυτή βοηθάει στην αποφυγή παραμόρφωσης του ήχου όταν ξεπεραστεί το όριο της έντασης εισόδου (δηλαδή μιλάμε πολύ δυνατά ή / και κοντά στο μικρόφωνο ή / και με επιλεγμένο υψηλό gain). Σε περίπτωση που συμβεί αυτό, το Elgato Wave XLR αυτόματα αναδρομολογεί το σήμα του ήχου μέσω ενός εναλλακτικού διαύλου με χαμηλότερο gain. Το αποτέλεσμα είναι καθαρός ήχος, χωρίς παραμόρφωση. Όταν ενεργοποιείται το Clipguard, τα ενδεικτικά LEDs περιμετρικά του επιλογέα ανάβουν πορτοκαλί (το χρώμα μπορεί να αλλάξει μέσω του Elgato Wave Link) στιγμιαία (για όσο διαρκεί η αναδρομολόγηση του ήχου - λειτουργία του Clipguard), ξεκινώντας από δεξιά και αντίστροφα με τη φορά των δεικτών του ρολογιού. Όσο περισσότερο ξεπερνάει το σήμα εισόδου την ασφαλή ένταση, τόσα περισσότερα LEDs (από τα δεξιά προς τα αριστερά) ανάβουν πορτοκαλί. Όλα τα παραπάνω βέβαια, όσο καλά και αν είναι, μπορεί να επικυρωθούν ή να ακυρωθούν με τον πιο εμφατικό τρόπο, ανάλογα με την ποιότητα του ήχου, καθώς αυτή είναι και η λειτουργία του προϊόντος. Θα μπορούσα να εκθέσω την προσωπική μου γνώμη, αλλά τι καλύτερο από το να ακούσετε και να κρίνετε μόνοι σας; Στο παρακάτω YouTube Video ηχογράφησα την ίδια φράση, μέσω του μικροφώνου διαφόρων συσκευών. Η συσκευή που ακούγεται καθώς και η συχνότητα δειγματοληψίας (sample rate) και το ηχητικό βάθος (bit depth) καταδεικνύονται ανά πάσα στιγμή. Δυστυχώς το YouTube δεν υποστηρίζει ασυμπίεστο ή Lossless ήχο, ούτε συχνότητα δειγματοληψίας ήχου πάνω από 48 KHz. Συνεπώς, σας προσφέρω 2 δυνατότητες. Για όσους προτιμούν την ευκολία θεωρώ ότι, παρά τους παραπάνω περιορισμούς, το παρακάτω video στο YouTube είναι αρκετά κατατοπιστικό. Όσοι προτιμούν την ακρίβεια και λεπτομέρεια όμως, μπορούν να κατεβάσουν το ίδιο βίντεο από τον παρακάτω σύνδεσμο και να ακούσουν τον ήχο χωρίς απώλειες συμπίεσης και στα 96 KHz. Elgato Wave DX & XLR.wmv Τέλος, παραθέτω τα αρχεία των ηχογραφήσεων ξεχωριστά, επίσης χωρίς απώλειες συμπίεσης, έτσι ώστε να μπορείτε να τα αναπαράγετε με όποια σειρά θέλετε. 1More Piston Fit BT - 48-16.flac 1More Dual Driver ANC Pro - 48-16.flac Creative Aurvana Platinum - 48-16.flac Note9 - 48-16.flac Microsoft Lifecam Studio - 48-16.flac Microsoft Lifecam Studio - 96-16.flac Elgato Wave 3 - 48-24.flac Elgato Wave 3 - 96-24.flac Elgato Wave DX & XLR - 48-24.flac Elgato Wave DX & XLR - 96-24.flac Λογισμικό Elgato Wave Link Ένα από τα μεγάλα πλεονεκτήματα των μικροφώνων με σύνδεση USB της Elgato καθώς επίσης και του Elgato Wave XLR είναι το συνοδευτικό λογισμικό ελέγχου τους, που ονομάζεται Wave Link. Το Wave Link είναι ένα απλό στη χρήση αλλά συνάμα ισχυρό λογισμικό μίξης ήχου, το οποίο προσφέρεται δωρεάν στους κατόχους των Elgato Wave:1, Elgato Wave:3 και Elgato Wave XLR. Από το υλικό προώθησής του βλέπουμε ότι όντως πρόκειται για ένα πρόγραμμα μίξης ήχου με στόχο τον δημιουργό περιεχομένου που μπορεί να αναμίξει τον ήχο του μικροφώνου με πολλαπλές άλλες πηγές ήχου και να παράξει 2 ανεξάρτητες εξόδους. Η αρχική οθόνη του Wave Link είναι πρακτικά αυτο-εξηγούμενη, με τις εισόδους ήχου στο επάνω μέρος και τις εξόδους στο κάτω μέρος του παραθύρου. Το παρακάτω διάγραμμα επεξηγεί λεπτομερώς τις λειτουργίες αυτής της οθόνης. Όπως βλέπουμε, αρχικά έχουμε 5 εισόδους ήχου, το μικρόφωνο - στην περίπτωσή μας το audio interface Elgato Wave XLR με το Elgato Wave DX συνδεδεμένο επάνω του - και 4 ακόμα πηγές ήχου από τον υπολογιστή. Μπορούμε να προσθέσουμε και άλλες πηγές εισόδου ξεκινώντας από τη θέση 6. Περνώντας το ποντίκι από πάνω της, εμφανίζεται το σύμβολο "+" και κάνοντας κλικ εμφανίζεται η λίστα με τις επιλογές που έχουμε στο συγκεκριμένο σύστημα. Παρεμπιπτόντως, η ίδια λίστα εμφανίζεται αν κάνουμε κλικ στην επικεφαλίδα κάποιας ήδη επιλεγμένης πηγής εισόδου και από εκεί μπορούμε να αλλάξουμε την πηγή της συγκεκριμένης εισόδου ή να πατήσουμε "Remove Input" για να την αφαιρέσουμε. Κάπως έτσι μας τα λέει και η Elgato στο παρακάτω διάγραμμα. Η δρομολόγηση κάποιας πηγής ήχου σε κάποιο κανάλι του Wave Link γίνεται μέσα από τις ρυθμίσεις ήχου των Windows. Για ευκολία, το Wave Link ανοίγει τις εν λόγω ρυθμίσεις αν πατήσουμε το σύμβολο των ρυθμίσεων που βρίσκεται αριστερά από το σύμβολο του γραναζιού, επάνω δεξιά. Από τις ρυθμίσεις ήχου των Windows μπορούμε να δρομολογήσουμε οποιαδήποτε πηγή ήχου αναγνωρίζουν τα windows σε κάποιο από τα κανάλια ήχου του Wave Link. Αν τώρα, στο αρχικό παράθυρο του Wave Link πατήσουμε στην επικεφαλίδα κάποιου καναλιού που περιέχει μικρόφωνο, μας δίνεται η δυνατότητα να κάνουμε ρυθμίσεις σε αυτό. Συγκεκριμένα όσον αφορά το Elgato Wave XLR έχουμε 5 τμήματα με ρυθμίσεις. Στο τμήμα GENERAL: Μπορούμε να μετονομάσουμε το μικρόφωνό μας, να δούμε την έκδοση του Firmware και να επιλέξουμε τη συχνότητα δειγματοληψίας του. To Elgato Wave XLR υποστηρίζει 48KHz και 96ΚHz. Στο τμήμα DEVICE INPUT: Βλέπουμε τον μετρητή της έντασης εισόδου του Elgato Wave XLR ακολουθούμενο από το τον επιλογέα επιπέδου του Input Gain. Κάτω από αυτόν, η Elgato έχει τοποθετήσει πολύ βολικά το σε ποιες περιοχές είναι η σωστή ρύθμιση του Gain, τόσο για πυκνωτικά όσο και για δυναμικά μικρόφωνα. Τέλος μπορούμε να ενεργοποιήσουμε ή να απενεργοποιήσουμε το 48V Phantom Power. Στο τμήμα HEADPHONE JACK: Εδώ μπορούμε να επιλέξουμε την ένταση των ακουστικών που είναι συνδεδεμένα στο Elgato Wave XLR καθώς και το σημείο μίξης - σχετικής έντασης μεταξύ του μικροφώνου και των ήχων που προέρχονται από τον υπολογιστή και που δρομολογούνται προς τα ακουστικά. Μπορούμε επίσης να επιλέξουμε το Low Impedance Mode αν χρησιμοποιούμε ακουστικά με χαμηλή αντίσταση εισόδου. Στο τμήμα AUDIO ENHANCEMENTS: Εδώ μπορούμε να απενεργοποιήσουμε το Low Pass Filter ή να το ενεργοποιήσουμε στα 80 Hz ή στα 120 Hz. Μπορούμε επίσης να ενεργοποιήσουμε ή να απενεργοποιήσουμε το Clipguard και, εφ' όσον το έχουμε ενεργό, να επιλέξουμε αν θα υπάρχει οπτική ενημέρωση για την ενεργοποίησή του, όπως ανέφερα στο σχετικό τμήμα του review, παραπάνω. Τέλος, το Wave Gain Lock εμποδίζει τρίτες εφαρμογές από το να αλλάξουν το gain του μικροφώνου, κάτι πολύ χρήσιμο που προσωπικά χρησιμοποιώ. Στο τμήμα COLOR SETTINGS: Εδώ μπορούμε να επιλέξουμε το χρώμα που θα είναι τα ενεργοποιημένα LEDs περιφερειακά του επιλογέα του Elgato Wave XLR όταν αυτό είναι ενεργό και όταν είναι σε σίγαση, καθώς επίσης και το χρώμα ένδειξης ενεργοποίησης του Clipguard. Για τα καλύτερα αποτελέσματα ποιότητας ήχου, το Gain πρέπει να ρυθμιστεί με τη σωστή απόσταση και τοποθέτηση του μικροφώνου (έχω ήδη αναφέρει ποιες είναι αυτές όσον αφορά το Elgato Wave DX) και με το Clipguard προσωρινά απενεργοποιημένο. Ένα μεγάλο πλεονέκτημα του Wave Link είναι η δυνατότητα χρήσης εφέ ήχου (Audio Effects). Το πρόγραμμα έρχεται με 3 προεγκατεστημένες επιλογές. Ένα ωραίο Graphic Equalizer. Ένα plugin αφαίρεσης θορύβου της Elgato. Και ένα plugin αφαίρεσης θορύβου της NVIDIA, που μπορείτε να χρησιμοποιήσετε εφ' όσον διαθέτετε κάποια κάρτα γραφικών της συγκεκριμένης εταιρίας και αφού εγκαταστήσετε το σχετικό SDK. Εδώ βλέπουμε τα 3 αυτά εφέ εγκατεστημένα και ενεργά τόσο για τα ακουστικά όσο και για την έξοδο ήχου για ηχογράφηση / streaming. Όσον αφορά τις 2 εξόδους τώρα, μπορούμε για το monitoring να επιλέξουμε είτε τα ακουστικά που μπορούμε να συνδέσουμε πάνω στο Elgato Wave XLR είτε κάποια άλλη έξοδο του συστήματός μας. Η δεύτερη έξοδος είναι το Stream Output, το οποίο μπορεί να επιλεγεί και να χρησιμοποιηθεί σε οποιοδήποτε πρόγραμμα streaming ή ηχογράφησης. Φυσικά εννοείται ότι μπορούμε να δούμε τα σχετικά επίπεδα εξόδου καθώς και να τα ρυθμίσουμε, όπως περιγράφεται στο παρακάτω διάγραμμα. Και κάπως έτσι τελειώνει η περιγραφή των λειτουργιών του Wave Link. Ας δούμε πριν κλείσουμε τι κάνει και το εικονίδιο με το γρανάζι, επάνω δεξιά. Αυτό ανοίγει το ξεχωριστό παράθυρο των επιλογών, που έχει 2 tabs. Στο πρώτο tab, το General, βλέπουμε την έκδοση του Wave Link, το πλήκτρο ελέγχου για νεότερη έκδοση, το αν θα γίνεται αυτόματος έλεγχος για νεότερη έκδοση και το αν θα τρέχει αυτόματα το Wave Link όταν κάνουμε Login στα Windows. Το πλήκτρο "More..." ανοίγει ένα φάκελο στον Windows Explorer που περιέχει όλες τις άδειες που σχετίζονται με το Wave Link. Το δεύτερο tab ονομάζεται Audio Effects και αφορά ρυθμίσεις των εφέ ήχου που είδαμε παραπάνω. Τα πλήκτρα και οι επιλογές είναι αυτο-εξηγούμενα. Αξιοσημείωτο είναι ότι το Wave Link υποστηρίζει τόσο VST3 όσο και VST2 Plugins. Όσον αφορά την επιλογή της εξόδου ήχου του Wave Link σε κάποιο λογισμικό για streaming, αυτό προφανώς εξαρτάται από το ποιο λογισμικό χρησιμοποιεί ο καθένας. Παρακάτω βλέπουμε για παράδειγμα την επιλογή του Wave Link Stream ως ήχο μικροφώνου στο OBS Studio. Ενσωμάτωση στο Stream Deck Από τα βασικά προϊόντα της Elgato είναι η σειρά των Stream Deck. Από την έκδοση του λογισμικού Stream Deck 4.8 και μετά, υποστηρίζεται η ενσωμάτωση εντολών που αφορούν το Wave Link και συνεπώς το Elgato Wave XLR Αφού λοιπόν βεβαιωθείτε ότι έχετε εγκαταστήσει τη συγκεκριμένη ή νεότερη έκδοση, πηγαίνετε στην επιλογή "More Actions" και βρίσκετε στη λίστα την επιλογή Wave Link. "Install" και... ...αμέσως εγκαθίσταται και μας ρωτάει αν θέλουμε να εγκαταστήσει τα σχετικά προφίλ. Η σωστή απάντηση είναι ναι. Αλλά και αν δεν το κάνει κάποιος κατά την εγκατάσταση, μπορεί πάντα να επιστρέψει στο "More Actions" και να εγκαταστήσει τα σχετικά προφίλ. Κάπως έτσι, εκτός από την υποστήριξη ελέγχου λειτουργιών του Wave Link μέσα από το Elgato Stream Deck, εγκαθίστανται και έτοιμα προφίλ με έτοιμες τις βασικές λειτουργίες που θα ήθελε κάποιος να ελέγξει. Εδώ βλέπουμε το σχετικό προφίλ στην περίπτωση που κάποιος διαθέτει το Elgato Stream Deck XL. Ο έλεγχος που μπορεί να έχει κάποιος στο Wave Link και συνεπώς στο Elgato Wave XLR μέσω του λογισμικού Stream Deck είναι ιδιαίτερα εκτενής, καθώς περιλαμβάνει πολλές κατηγορίες εντολών, με αρκετές επιλογές στην κάθε μία. Με την ενσωμάτωση του εκτενούς και ομολογουμένως ιδιαίτερα βολικού αυτού ελέγχου του Wave Link και του Elgato Wave XLR στο λογισμικό Stream Deck, η Elgato ισχυροποιεί το οικοσύστημά της και κάνει πιο θελκτική την επιλογή του συνόλου των προϊόντων της. Επίλογος Το Elgato Wave DX είναι ένα δυναμικό μικρόφωνο υψηλής ποιότητας, ειδικά σχεδιασμένο για χρήση streaming. Η ποιότητα του ήχου που συλλαμβάνει είναι εξαιρετική για την κατηγορία του και μπορεί να φτάσει σε συχνότητα δειγματοληψίας τα 96 KHz και σε βάθος ήχου τα 24 bit. Η κλασσική του εμφάνιση, με μοντέρνες πινελιές, συνοδεύεται από την υψηλή ποιότητα κατασκευής που μας έχει συνηθίσει τόσο η Elgato, όσο και η μητρική της εταιρία, η Corsair. Το γεγονός ότι είναι δυναμικό και όχι πυκνωτικό βοηθάει στην απόρριψη θορύβου από το περιβάλλον, κάτι το οποίο επίσης υποστηρίζεται και από το καρδιοειδές μοτίβο λήψης, που απορρίπτει ήχους προερχόμενους πίσω από το μικρόφωνο. Αυτό είναι ιδιαίτερα σημαντικό καθώς δεν έχουμε όλοι studio για να υπάρχει απόλυτη ησυχία κατά την ηχογράφηση ή το streaming. Το Elgato Wave XLR είναι ένα XLR audio interface που παρέχει σύνδεση XLR στο Elgato Wave DX (ή και οποιοδήποτε άλλο XLR μικρόφωνο) και προσφέρει υψηλή ποιότητα ήχου, απλότητα στη χρήση και μια σειρά λειτουργιών, όπως το Low Pass Filter και το Clipguard που βελτιώνουν τον ήχο του μικροφώνου στις ηχογραφήσεις και στα streaming μας. Οι εξειδικευμένες λειτουργίες του, ειδικά μελετημένες για streaming, όπως η έξοδος ήχου monitoring απ' ευθείας πάνω από το μικρόφωνο - για απουσία latency - και η μίξη ήχου από το μικρόφωνο και τον υπολογιστή, κάνουν την παραγωγή περιεχομένου μια πολύ πιο εύκολη υπόθεση. Ο βραχίονας Elgato Wave Mic Arm είναι στιβαρός, σταθερός και εύκολος στη μετακίνηση και τοποθέτηση, ενώ μένει σταθερός όπου τον τοποθετήσει ο χρήστης. Η μέγιστη οριζόντια έκτασή του στα 78 εκατοστά είναι σχετικά χαμηλή για την κατηγορία τιμής του, όπως χαμηλό είναι και το μέγιστο βάρος υποστηριζόμενου μικροφώνου που βρίσκεται στο 1 κιλό. Εφ' όσον όμως οι προδιαγραφές αυτές καλύπτουν το σενάριο χρήσης σας, η ποιότητα και στιβαρότητα του βραχίονα είναι εξαιρετικές. Σημαντική θεωρώ επίσης τη δυνατότητα τακτοποίησης του XLR καλωδίου εντός του βραχίονα. Το καλώδιο Elgato XLR Cable διαθέτει ποιοτικά βύσματα που εφαρμόζουν χωρίς πολύ τζόγο αλλά συνδέονται και αποσυνδέονται εύκολα και χωρίς προβλήματα. Το ίδιο το καλώδιο είναι περισσότερο δύσκαμπτο από ότι θα ήθελα, χωρίς να γίνεται δυσλειτουργικό. Αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι είναι sleeved, κάτι που όμως του προσδίδει επιπλέον αντοχή. Το λογισμικό Wave Link συνδυάζεται αρμονικά με τα παραπάνω για να ολοκληρώσει την εμπειρία ψηφιακής μίξης και υψηλής ποιότητας που υπόσχεται εταιρία. Η δε ενσωμάτωση εκτενούς ελέγχου του Wave Link και συνεπώς του Elgato Wave XLR μέσω του λογισμικού Stream Deck ανεβάζει τη συνολική εμπειρία σε άλλο επίπεδο άνεσης και ευκολίας. Όλα αυτά (και άλλα για τα οποία όσοι πηδάτε από την εισαγωγή στον επίλογο θα πρέπει να ανατρέξετε στο review), έρχονται με κάποιο κόστος. Στη συγκεκριμένη περίπτωση, τα προτεινόμενα από την εταιρία κόστη για τα παραπάνω προϊόντα είναι τα εξής: Elgato Wave DX : €119,99 Elgato Wave XLR: €169,99 Elgato Wave Mic Arm: €99,99 Elgato XLR Cable: €24,99 Συνολικό κόστος για όλο το πακέτο δηλαδή είναι τα €414.96, ποσό διόλου ευκαταφρόνητο αλλά και σαφώς δικαιολογημένο για αυτό το επίπεδο ποιότητας, λειτουργικότητας, ευελιξίας και ήχου. Μια γρήγορη έρευνα στο διαδίκτυο αποκάλυψε τις εξής τιμές στην Ελληνική αγορά (κατά το χρόνο συγγραφής του παρόντος review): Elgato Wave DX : €94,35 Elgato Wave XLR: €169,90 Elgato Wave Mic Arm: €94,89 Elgato XLR Cable: Δεν βρέθηκε Συνεπώς μπορούμε να δούμε ότι οι πραγματικές τιμές της αγοράς είναι προς τα κάτω των επίσημων τιμών. Ας συνοψίσουμε τα πλεονεκτήματα και τα μειονεκτήματα των Elgato Wave DX, Elgato Wave XLR, Elgato Wave Mic Arm και Elgato XLR Cable: Πλεονεκτήματα + Ποιότητα ήχου. + Δειγματοληψία ήχου έως 96 KHz και βάθος ήχου έως 24 bit. + Απόρριψη θορύβου περιβάλλοντος λόγω δυναμικού μικροφώνου και καρδιοειδούς μοτίβου λήψης. + Low Pass Filter και Clipguard. + Ευελιξία καθώς το Elgato Wave DX μπορεί να χρησιμοποιηθεί με οποιοδήποτε XLR Audio Interface και το Elgato Wave XLR μπορεί να χρησιμοποιηθεί με οποιοδήποτε XLR μικρόφωνο. + Ο βραχίονας Elgato Wave Mic Arm είναι εύχρηστος και στιβαρός. + Το καλώδιο Elgato XLR Cable διαθέτει ποιοτικά βύσματα και δείχνει ιδιαίτερα ανθεκτικό. + Λογισμικό ψηφιακής μίξης Wave Link με υποστήριξη VST3 και VST2 Plugins. + Εκτενής έλεγχος του Wave Link (και συνεπώς του Elgato Wave XLR) μέσω του Stream Deck. + Απλός χειρισμός. + Λειτουργικότητα. + Monitoring ήχου μέσω εξόδου ακουστικών πάνω στο Elgato Wave XLR, χωρίς latency. + Μίξη ήχου από το μικρόφωνο και τον υπολογιστή που ελέγχεται από το Elgato Wave XLR και ακούγεται στην έξοδο ακουστικών του. + Συνδεσιμότητα USB C με τον υπολογιστή. + Mute μέσω πλήκτρου αφής για αθόρυβο χειρισμό + Ποιότητα και αίσθηση υλικών + Ποιότητα κατασκευής + Κλασσική αισθητική με μοντέρνες πινελιές Μειονεκτήματα - Απουσία δυνατότητας πλήρους απενεργοποίησης του Elgato Wave XLR (πλήκτρο off). - Η μέγιστη οριζόντια έκταση του Elgato Wave Mic Arm είναι μόλις 78 εκατοστά. - Το μέγιστο βάρος υποστηριζόμενου μικροφώνου του Elgato Wave Mic Arm είναι μόλις 1 κιλό. - Το Elgato XLR Cable είναι σχετικά δύσκαμπτο, λόγω του sleeving.  TheLAB.GR Ευχαριστούμε θερμά την Elgato για την παραχώρηση του δείγματος της δοκιμής. Πολύμερος Αχανιώτης 16/02/2023
  11. Πρόλογος Η Corsair ανανέωσε την σειρά M65 gaming mouse με το 4ο μέλος της, το M65 RGB ULTRA Tunable FPS, ένα cable mouse με πολύ ενδιαφέροντα χαρακτηριστικά που καλείται να συνεχίσει την πρωτοποριακή παράδοση των M65 Tunable mice της εταιρείας. Πρόκειται για μια ελαφρύτερη και αρκετά οικονομικότερη έκδοση του M65 RGB ULTRA Wireless που δεν υστερεί όμως σε κανένα χαρακτηριστικό, αν εξαιρέσει κανείς το καλώδιο, αντιθέτως προσφέρει επιπλέoν επιλογές σε Report Rate αλλά και μια επιπλέoν RGB ζώνη. Τεχνικά χαρακτηριστικά Παρακάτω ο γνώριμος πίνακας των τεχνικών χαρακτηριστικών του M65 RGB ULTRA Tunable FPS όπως μας τον δίνει η Corsair στην σελίδα της. Από την πρώτη ματιά παρατηρούμε ότι δεν του λείπει τίποτα, αντιθέτως. Εφοδιασμένο με τον νέο MARKSMAN 26K optical sensor προσφέρει έως και 26.000 DPI αλλά και με οπτικούς διακόπτες της Omron που αποτελούν και την σύγχρονη τάση στους διακόπτες, δικαίως κατά τη γνώμη μου μιας και υπερτερούν των μηχανικών παρά την πολύ μεγάλη βελτίωση που έχουν πλέον και οι τελευταίοι. Συσκευασία και περιεχόμενα Και πάλι στα χέρια μου έχω το κλασικό κιτρινόμαυρο Corsair κουτί της πολυτελούς σειράς, αυτή τη φορά με μαύρες τις δύο μεγάλες πλευρές και κίτρινες τις περιφερειακές. Έχω παρατηρήσει ότι η εταιρεία με σήμα το καραβάκι διαχωρίζει κάπως τις συσκευασίες της επιλέγοντας το κίτρινο για τις μεγάλες τους πλευρές και το μαύρο τις υπόλοιπες όταν πρόκειται για τις, πιο απλές να το πω, πιο οικονομικές να το πω, δεν ξέρω, δεν έχω καταλάβει ακριβώς, και φυσικά ακριβώς το αντίθετο χρωματικά στις υπόλοιπες κάπως πολυτελέστερες συσκευασίες. Εδώ λοιπόν στο M65 RGB ULTRA έχουμε εμπρός μαύρη επιφάνεια καλυμμένη με αχνά, σχεδόν ανάγλυφα, καλαίσθητα τριγωνάκια και το προϊόν να αχνοφαίνεται, καθότι μαύρο και αυτό, στο κέντρο της παρόλο που την καλύπτει σχεδόν καθολικά. Επάνω αριστερά δεσπόζει λευκό το σήμα της εταιρείας και κάτω αριστερά του προϊόντος και δεξιά του λογισμικού ρυθμίσεών του. Στην πίσω πλευρά τώρα και κατά το προσφιλές συνήθειο της Corsair έχουμε επάνω ψηλά τα λογότυπα της εταιρείας, του επεξεργαστή και του λογισμικού και κάτω χαμηλά των λειτουργικών συστημάτων για τα οποία προορίζεται, ήτοι Windows και MAC. Στη συνέχεια το M65 RGB ULTRA εικονιζόμενο πλαγιομετωπικά από επάνω και από κάτω με σημειωμένα τα 3 βασικότερα πλεονεκτήματά του και κάτω από αυτό τα βασικά του χαρακτηριστικά σε 8 γλώσσες. Οι δύο μεγάλες κίτρινες πλαϊνές πλευρές έχουν λιτά με μαύρο χρώμα τα λογότυπα της εταιρείας και του προϊόντος και ως μόνη διαφορά τους το ότι η αριστερή απεικονίζει το M65 RGB ULTRA από το αριστερό του πλάι ενώ η δεξιά μας ενημερώνει ότι πρόκειται για προϊόν της κατηγορίας των "Control Freak" ή αν θέλετε εναλλακτικά απευθύνεται σε αυτούς που απαιτούν τον απόλυτο έλεγχο. Στην κάτω πλευρά έχουμε πληθώρα πληροφοριών... Περιεχόμενα συσκευασίας, πληροφορίες για την εταιρεία, πιστοποιήσεις, εγγύηση, προέλευση, SN, PN, RMN, αρκετά, απαραίτητα και στην πλειοψηφία τους αδιάφορα για το κοινό, έτσι δεν είναι; Τέλος στην επάνω πλευρά που φιλοξενεί και το βασικό άνοιγμα της συσκευασίας υπάρχουν τα λογότυπα εταιρείας και προϊόντος και στο δεύτερο καπάκι ένα QR code που (θεωρητικά) μας προσφέρει σύνδεσμο προς μια σελίδα της Corsair η οποία όμως (πρακτικά) δεν υπάρχει συνεπώς αναδρομολογείται προς το γνωστό παιχνιδάκι με τον “πειρατή” ένδειξη του σφάλματος 404 για την εν λόγω σελίδα. Και περνάμε στα περιεχόμενα. Και πάλι κίτρινο λεπτό χαρτόνι με διάφανη ζελατίνα που περιλαμβάνει το M65 RGB ULTRA, φυσικά, και τα 6 βαρίδια για την μεταβολή του βάρους του ποντικιού, 3 σε μορφή ροδέλας και 3 σε μορφή βίδας, λεπτομέρειες στην πορεία. Α ναι, έχουμε και τα 3 πολύπτυχα, τα γνωστά δύο με τις πληροφορίες για εγγύηση και ασφάλεια αλλά και ένα ακόμα με οδηγίες για το προϊόν σε 9 γλώσσες, φυσικά όχι Ελληνικά. Κάτω από τον φακό Σαφέστατα πρόκειται για ιδιαίτερη κατασκευή που ξεφεύγει από τα συνηθισμένα, ακολουθώντας φυσικά τα πρότυπα της σειράς ποντικιών M65 της Corsair. Ωραίος σχεδιασμός, τουλάχιστον κατά την γνώμη μου, με ποιοτικά πλαστικά πάνω σε αλουμινένιο σασί και ένα πολύ μαλακό καλώδιο όμορφα στηριγμένο μπροστά από το ροδάκι. Ανάγλυφα αντιολισθητικά τριγωνάκια τόσο στις δύο πλαϊνές πλευρές όσο και στην λαστιχένια επένδυση της ρόδας. Πέρα των κλασικών κουμπιών, δηλαδή των δύο βασικών, της ρόδας και 2 πλαϊνών, έχουμε και ένα επιπλέον για sniper, κόκκινο και μεγάλο κάτω από το εμπρός πλαϊνό κουμπί αλλά και 2 για επιλογή DPI κάτω από το ροδάκι, μια χαρά. Και εδώ το τελευταίο αξεσουάρ, 6 βαρίδια, 3 σε σχήμα παχιάς ροδέλας και 3 σε βίδας για να επιλέξουμε το βάρος που επιθυμούμε τοποθετώντας τα στις αντίστοιχες θέσεις στο κάτω μέρος του M65 RGB Ultra, Tunable γαρ... Φυσικά δεν σας υποχρεώνει κανείς να τα βάλετε όλα, η επιλογή προσωπική σας υπόθεση, για να το φέρετε στα μέτρα σας πάντα. Στις παρακάτω εικόνες βλέπουμε τα ακριβή βάρη ποντικιού και βαριδίων, έκαστο ξεχωριστά. Παρατηρώ πολύ καλή ακρίβεια κατασκευής πολύ κοντά στις τιμές σύμφωνα με τα ανακοινωθέντα από τον κατασκευαστή, θυμίζω 97gr χωρίς καλώδιο και έως 115 συνολικά. Συνδεσιμότητα USB A προφανώς και με προδιαγραφές συμβατότητας για Windows και Mac αλλά μπορεί φυσικά να χρησιμοποιηθεί και σε άλλα λειτουργικά ως απλό ποντίκι και ας μην το ανακοινώνει η Corsair. Το δοκίμασα σε Android και Linux, προφανώς με επιτυχία, αλλά φυσικά χωρίς τα επιπλέων πλεονεκτήματα που προσφέρει το iCUE, λειτουργούσαν όμως οι hardware ρυθμίσεις για μεταβολή DPI και φωτισμού. Και να μην ξεχνάμε έως 8000Hz Report Rate. Λειτουργικότητα Όπως πάντα οι δοκιμές έγιναν με τα mouse pads Corsair MM300, Razer Sphex V2, @Work MS-614 (1,2€) και απευθείας την επιφάνεια του γραφείου μου. Πρόκειται ξεκάθαρα για ένα μεγάλο ποντίκι παρότι η Corsair το χαρακτηρίζει μεσαίο, αλλά χάριν κυρίως των μεγάλων του βασικών κουμπιών και της εύκολης χρήσης της ρόδας από κάθε γωνία, συνήθη χαρακτηριστικά των Corsair, δεν θα δυσκολέψει καθόλου και όσους έχουν μικρότερα χέρια. Σε αυτό που θα συμφωνήσω με την Corsair για το M65 RGB ULTRA είναι ότι η λαβή του είναι για Claw, όχι ότι δεν θα βολέψει και σε άλλες λαβές αλλά προσωπικά παρότι με έβαζα είτε σε Palm είτε σε Fingertip mode για να το δοκιμάσω έπιανα τον εαυτό μου μετά από λίγο να έχει γυρίσει ακούσια σε Claw. Κύρια αιτία αυτού κατά την γνώμη μου το μεγάλο κόκκινο πλαϊνό κουμπί στα αριστερά με το σύμβολο του στόχου επάνω τού που εργονομικά σε φέρνει εκεί, εμένα τουλάχιστον, αλλά και το μήκος του με το σχετικά ανυψωμένο πίσω μέρος που επίσης παροτρύνουν προς αυτό. Παραμένοντας στην εργονομία να σημειωθεί ότι η ελαφρά κλίση προς τα δεξιά και η μεγάλη αντιολισθητική βάση στήριξης για τον αντίχειρα συμβάλουν στην εργονομία περισσότερο από όσο τους φαίνεται αρχικά, για τους δεξιόχειρες πάντα, η χρήση δε με το αριστερό εφικτή μεν αλλά μόνο για πρόχειρα μικρά καθημερινά πράγματα, ο προσανατολισμός του είναι ξεκάθαρος. Μην παραλείψω να αναφέρω ότι μια εργονομική ελαφριά κλίση έχει αντίστοιχα και η δεξιά πλευρά αλλά πέραν της αντιολισθητικής της κάλυψης που συμβάλει δεν βοηθά ιδιαίτερα εργονομικά μιας και η κλίση της είναι πολύ προς τα πίσω σε σχέση με το πού βρίσκεται το μικρό δάκτυλο του χρήστη, αισθητικά πάντως συνεισφέρει πολύ στο σύνολο. Τα μεγάλα τεφλόν με την πολύ εύκολη και ιδιαίτερως αθόρυβη κύλισή τους σε κάθε επιφάνεια το κάνουν να κρύβει το βάρος των αρχικών 97gr του, πράγμα το οποίο αλλάζει καθολικά με την χρήση των βαριδίων που θα επιτρέψουν εύκολα να το φέρει ο κάθε χρήστης ακριβώς στα μέτρα του φτάνοντας τελικά τα έως και 115gr, μην ξεχνάμε ως “control freak” μας συστήνεται. + = Στον γενικότερο έλεγχο συμβάλουν φυσικά και τα δύο γυαλιστερά κουμπιά πίσω από το ροδάκι που με τα αντίστοιχα βελάκια τυπωμένα επάνω τους μας προτρέπουν για χρήση τους προς έλεγχο των DPI προεπιλογών μας, χωρίς φυσικά αυτό να είναι απαραίτητο. Από DPI επιλογές τώρα 25.900 για τις κάθετες και άλλες τόσες για τις οριζόντιες κινήσεις, ναι εντάξει 26.000 είναι τα DPI που υποστηρίζει και η μεταβολή τους ανά 1 αλλά ξεκινάμε με ελάχιστα τα 100 σε κάθε άξονα, και λίγα είναι, μην γινόμαστε και υπερβολικοί, ποιος θα μπορούσε να χρησιμοποιήσει λιγότερα και πού; Όχι πάλι ότι τα 26K δεν τα λες και υπερβολή για DPI, αλλά αφού μπορεί... Και που ξέρεις έχουμε και τις 8K οθόνες... Να αναφέρω και τα δύο οριζόντια πλαϊνά κουμπιά, γυαλιστερά και αυτά, που πέραν του να συμβάλουν όμορφα οπτικά στο σύνολο βρίσκονται ακριβώς εκεί που πρέπει εργονομικά, διευκολύνοντάς μας με την μαλακή αλλά ακριβείας αίσθηση και απόκρισή τους, συνηθισμένη πρακτική του κουρσάρου και εδώ. Προτελευταίο στην ενότητα άφησα το κόκκινο πλαϊνό κουμπί που προανέφερα, το “sniper”, κουμπί που δεν θα μπορούσε να λείπει από ένα ποντίκι που χαρακτηρίζεται ως “FPS” και ακόμα περισσότερο ως “Battle Royale”. Βρίσκεται στην θέση ακριβώς που το περιμένει κανείς, άμεσο και απαλό δεν θα απογοητεύσει σε καμία περίπτωση και σε καμία μάχη ή όπου αλλού. Και τώρα η έκπληξη που ομολογουμένως δεν περίμενα. Έχοντας δοκιμάσει διψήφιο αριθμό κουμπιών σε δεκάδες ποντίκια, ειδικά των τελευταίων εξελίξεων, τόσο της πασίγνωστης και πολυφορεμένης Omron όπως εδώ όσο και άλλων εταιρειών, οι εκπλήξεις που περιμένω πια σε αυτά δεν είναι και πολλές, ειδικά σε απόκριση και αμεσότητα. Και εγένετο φως, κυριολεκτικά. Aναφέρομαι φυσικά στους νέους Omron Optical διακόπτες του M65 RGB ULTRA. Ε ωραία και, τα περισσότερα “σοβαρά“ ποντίκια και όχι μόνο, ειδικά του εν λόγω κατασκευαστή, τελούν υπό “zero lag” τεχνολογίες για τους δυο βασικούς διακόπτες τουλάχιστον. Ειδικά για την Corsair με τις "ZERO GAP" και “CORSAIR QUICKSTRIKE TECHNOLOGY” κάτω από τα κουμπιά για τις περισσότερες εκ των κατασκευών της πλέον, πόσο να διαφέρουν αυτοί εδώ οι οπτικοί; Κι όμως. Δεν ξέρω τι θα μπορούσε να δει κανείς σε μετρήσεις αλλά η διαφορά αμεσότητας και ταχύτητας είναι αισθητή, αν και δεν καταλαβαίνει γιατί θα έλεγα κανείς, παρόλα αυτά υπάρχει. Αυτό με παρότρυνε να σας παραθέσω ολίγα εκ των διαφορών μεταξύ των δύο τεχνολογιών που θα ξεδιαλύνουν τα πράγματα περιγραφικά αλλά και με ένα πολύ επεξηγηματικό διάγραμμα από την σελίδα της κοινότητας της Corsair. Καταρχήν να δούμε ποια ακριβώς είναι η βασική διαφορά μεταξύ των δύο τεχνολογιών. Στην κλασική περίπτωση των “μηχανικών” διακοπτών έχουμε δύο μεταλλικές επαφές που θα πρέπει να έρθουν σε επαφή για να “κλείσει” το κύκλωμα, δύο μεταλλικά ελάσματα δηλαδή που πρέπει να ακουμπήσουν για να περάσει από μέσα τους ρεύμα, φυσική γυμνασίου για τους περισσότερους από εμάς . Αυτό δυστυχώς όσο και αν έχει προχωρήσει η τεχνολογία εξακολουθεί και μας φέρνει αντιμέτωπους με προβλήματα όπως η ελάχιστη απόσταση μεταξύ των μετάλλων για να αποφευχθούν ακούσιες επαφές, μεταφράστε click, μεταξύ τους, είτε από το φαινόμενο "αναπήδησης" (debounce) είτε και από φυσιολογικές φθορές με την πάροδο του χρόνου και της χρήσης, αλλά και άλλα θέματα που ο κατασκευαστής θα πρέπει να λάβει υπόψιν του για την καλή τους λειτουργία. Εδώ θα κάνω μια μικρή παρένθεση για να εξηγήσω το φαινόμενο “αναπήδησης” (debounce) που είναι και από τους σημαντικότερους παράγοντες καθυστέρησης μιας και αναγκάζει τους κατασκευαστές να προβλέψουν χρόνο για “καθυστέρηση αναπήδησης” (debounce delay). Όταν πιέζεται ένας μηχανικός διακόπτης, δεν δημιουργεί απλώς μια επαφή on-off, στην πραγματικότητα δημιουργεί μια σειρά από σύντομες επαφές, πριν ενεργοποιηθεί ή απενεργοποιηθεί. Αυτό ονομάζεται «αναπήδηση διακόπτη» επειδή οι επαφές κυριολεκτικά αναπηδούν η μία πάνω στην άλλη πριν ολοκληρωθεί η μετάβαση από on σε off ή το ανάποδο. Οι κατασκευαστές διακοπτών συνήθως εγγυώνται ότι ο χρόνος αναπήδησης είναι μικρότερος από 5 χιλιοστά του δευτερολέπτου. Ακούγεται μεν σαν πολύ σύντομο χρονικό διάστημα παρόλα αυτά οι μικροελεγκτές σαρώνουν τους διακόπτες με παρόμοια ή και μεγαλύτερη πλέον ταχύτητα συνεπώς μπορεί να εγγραφούν έξι ή επτά επαφές σε ένα μας πραγματικό πάτημα του διακόπτη. Ερχόμενοι τώρα στους “οπτικούς” διακόπτες η αντίστοιχη διαδικασία επιτυγχάνεται απλά μέσω της διακοπής μιας υπέρυθρης δέσμης φωτός, εντάξει ίσως όχι τόσο απλά αλλά αυτό είναι στην ουσία. Αυτό έχει σαν αποτέλεσμα να μην υπάρχουν όλα τα προαναφερθέντα “μηχανικά” προβλήματα των “μηχανικών” διακοπτών αλλά και η αναμενόμενη αντοχή του συνόλου να είναι πολύ μεγαλύτερη, απουσία γαρ των μεταλλικών επαφών που φθείρονται αλλά και της υπόλοιπης απαραίτητης κατασκευής για να τους υποστηρίξουν. Και μιας και η εικόνα είναι 1000 λέξεις παραθέτω το παρακάτω διάγραμμά που νομίζω ξεκαθαρίζει τα πράγματα εύκολα και απλά. Οι καινοτομίες όμως για το M65 RGB ULTRA δεν σταματούν εδώ, ο κουρσάρος ενσωμάτωσε στο νέο του ποντίκι γυροσκόπιο 6 αξόνων και επιταχυνσιόμετρο που προσφέρουν την δυνατότητα διατήρησης της σταθερότητας του κέρσορά ακόμα και σε μικρές ανυψώσεις του M65 RGB ULTRA. Καλό μου ακούγεται, θα χρησιμεύσει ενδεχομένως σε πολύ έντονες χρήσεις. Μιας όμως και τα βάλαμε, λέει η ομάδα ανάπτυξης υποθέτω, το γυροσκόπιο και το επιταχυνσιόμετρο εννοώ, ας μην σταματήσουμε εδώ. Ας τους προσφέρουμε και πιο ενεργή χρήση, τα smartphone και τα tablet το κάνουν, γιατί όχι και εμείς; Έχουμε λοιπόν πλέoν την δυνατότητα, μέσω πάντα του iCUE, να προσθέσουμε και τέσσερις - ναι τέσσερις - ακόμα ενεργές λειτουργίες, μέσω της ανύψωσης της αντίστοιχης πλευράς του M65 RGB ULTRA, δηλαδή εμπρός, πίσω, δεξiάς ή αριστερής... TILT. Εντυπωσιακό ε, πού να πω και ότι μας επιτρέπει να επιλέξουμε και τις μοίρες που θα ενεργοποιείται η εν λόγω ενέργεια και το είδος τις δράσης που θα κάνει σαν να ήταν ένα ακόμα κουμπί, από την αντίστοιχη καρτέλα γίνεται άλλωστε. Ακούγεται εντυπωσιακό αλλά είναι και στην πράξη. M65_Wired_SensorFusion_AngleCopy_v02.webm Η Corsair φυσικά προτείνει χρήσεις όπως επαναφόρτιση όπλων, FPS γαρ, που όντως προσφέρουν αμεσότητα και ευκολία αλλά και ακόμα καλύτερη αληθοφάνεια στο παιχνίδι, για φανταστείτε το. Προσωπικά πάντως το χρησιμοποίησα και σε απλούστερες, καθημερινότερες λειτουργίες με εντυπωσιακά χρηστικά αποτελέσματα, κατά την γνώμη μου τουλάχιστον. Το έβαλα δοκιμάζοντάς το για παράδειγμα να μου ανοίγει συχνά χρησιμοποιούμενα προγράμματα όπως το Word ή κάποιον browser κλπ. ή και να κάνει αντίστοιχα κάποιες ενέργειες σε αυτά, Undo ή New Tab ή Duplicate Tab ή... the sky is the limit… Corcair iCUE Επιλέγω στην ενότητα αυτή να μην σας ταλαιπωρήσω για μια ακόμα φορά με τα πλούσια ελέη του iCUE και την απλότητα, αμεσότητα και χρηστικότητα που αυτή η συνεχώς αναπτυσσόμενη εφαρμογή της Corsair τα προσφέρει, ούτε για την πληθώρα των παραμετροποιήσεων που προσφέρει για την κάθε Corsair συσκευή μας ξεχωριστά και προσανατολισμένα ταυτόχρονα, κάτω πάντα από το ίδιο περιβάλλον και λογική. Αυτά άλλωστε θα τα έχετε διαβάσει σε πολλά αντίστοιχα άρθρα του TheLab και αν όχι σας προτρέπω να το κάνετε. Στο άρθρο αυτό θα περιοριστώ κάπως πιο στοχευμένα στο M65 RGB ULTRA και περισσότερο στις ειδικές δυνατότητές του. Ανοίγοντας λοιπών το iCUE και μεταφερόμενοι στο περιβάλλον του M65 RGB ULTRA παρατηρούμε, πέραν των κλασικών καρτελών για αναθέσεις ενεργειών, φωτισμό, DPI και γενικότερες ρυθμίσεις της συσκευής, κάπου εκεί ανάμεσα στους φωτισμούς και τα DPI να έχει προστεθεί και η καρτέλα «χειρονομίες» (Gestures). Αρχικά παράξενο. Επιλέγοντάς τώρα την καρτέλα “Gestures” εμφανίζονται τα παράθυρα “Tilting” και “Tilt Setup”. Το πρώτο μας δίνει την δυνατότητα να διαλέξουμε μέσω του διακόπτη “Allow Multiple Tilts” αν θα πρέπει να επαναφέρουμε το M65 RGB ULTRA στην «φυσική» του θέση δηλαδή στις 0 μοίρες πριν ξανά κάνουμε την κίνηση - ενέργεια ή αν αυτές οι ενέργειες θα επαναλαμβάνονται ακατάπαυστα. Φανταστείτε πολλαπλά γεμίσματα ή πολλαπλά “gaming” μαχαιρώματα ίσως; Ναι ναι ναι ναι… Ή πολλά ανοίγματα του Word ή Undo κ.λπ., ε μάλλον όχι, δεν φαντάζομαι γιατί να... τέλος πάντων καλό το βρίσκω γενικά, καλά ξεκινάμε. Κάτω από τον διακόπτη “Allow Multiple Tilts” υπάρχει ένα κουμπί “Start” όπου πατώντας το μετονομάζεται σε “Stop” ενώ απενεργοποιούνται προσωρινά οι λειτουργείες που έχουμε ορίσει στις κινήσεις “Tilt” για τα επόμενα 30". Κάτω από το "Start" --> "Stop" βλέπουμε τον χρόνο να μετράει αντίστροφα και φυσικά επιλέγοντας το "Stop" μπορούμε να τερματίσουμε πρόωρα τη λειτουργία. Στο διάστημα αυτό των 30" μπορούμε αφού ανασηκώσουμε υπό γωνία το M65 RGB ULTRA να δούμε την κίνηση αυτή στην αντίστοιχη εικόνα δεξιά στο κάτω μέρος του παραθύρου “Tilt Setup”. Φυσικά ανά πάσα στιγμή μπορούμε να αναιρέσουμε αυτό το “test mode” απλά ξαναπατώντας το “Stop” επαναφέροντας το τώρα πλέον προφανώς σε “Start”. Όλα αυτά στο παρακάτω βιντεάκι ... iCUE-1.mp4 Στο επάνω μέρος του παραθύρου “Allow Multiple Tilts” υπάρχουν οι ρυθμίσεις για το σε ποιες ακριβώς μοίρες θέλουμε να ενεργοποιείται η κάθε κίνηση, φυσικά για την κάθε πλευρά ξεχωριστά και με βηματισμό 10 μοιρών, επιλέξιμα από τα αντίστοιχα + και -. Εντάξει δεν χρειάζεται και μικρότερος βηματισμός μην είμαστε και παράλογοι. Βέβαια όπως μας ενημερώνει και το αντίστοιχο Info μπορούμε να μεταβούμε έως και στις 80 μοίρες για την κάθε πλευρά, προφανώς μετά τις 90 μοίρες περνάμε στην αντίθετη πλευρά, ξανά φυσική γυμνασίου . Αν πατήσετε το “Start” και περιστρέψετε το M65 RGB ULTRA πέραν των 90 μοιρών θα το δείτε να μεταπηδά στο αντίστοιχο γραφικό και να συνεχίζει όπως είναι και το λογικό, πάντως έχει και πλάκα... ξανά . Θα το δείτε και αυτό στο παραπάνω βιντεάκι, μην το πάρετε για σφάλμα της εφαρμογής, απλά η φυσική κατάσταση απεικονίζεται πολύ καλά και άμεσα στα γραφικά, μπράβο iCUE. Και φυσικά το σημαντικότερο όλων αυτών, η ανάθεση της εργασίας. Περνάμε λοιπόν στις δύο καρτέλες ανάθεσης προς τα κουμπιά, την απλή και την Hardware, μιας και το M65 RGB ULTRA διαθέτει και μνήμη για την αποθήκευση επιλογών για την χρήση χωρίς την παρουσία του iCUE, σε περίπτωση μεταφοράς π.χ. ή σε λειτουργικό που δεν το υποστηρίζει. Να αναφέρω ότι όπως πάντα κατ’ επιλογήν της εταιρείας με σήμα το καραβάκι το βασικό αριστερό κουμπί δεν προγραμματίζεται σε καμία κατάσταση παραμένοντάς πάντα ως το βασικό αριστερό click. Περνώντας αρχικά στο “Hardware Key Assignments” έχουμε τα συνηθισμένα, 8 κουμπιά με τα 7 εξ αυτών να γίνονται πραγματικά σχεδόν ό,τι μπορούμε να φανταστούμε, όλα cool. Στην καρτέλα “Key Assignments” πάλι η “έκπληξη” που όλοι περιμέναμε, εδώ τα εμφανιζόμενα “κουμπιά” γίνονται 12, βέβαια το αριστερό και πάλι είναι ανενεργό παρά την εμφάνισή του, άρα στην πραγματικότητα έχουμε 11 προγραμματιζόμενα. Τα 4 επιπλέον είναι οι 4 Tilt κινήσεις που έχουμε προαναφέρει και στις οποίες μπορούμε να αναθέσουμε, μαντέψτε, και πάλι σχεδόν ό,τι μπορούμε να φανταστούμε, πλήκτρα πληκτρολογίου ή ποντικιού ή και συστοιχίες αυτών, κείμενα, έναρξη εφαρμογών, media, macro, αυτά και άλλα πολλά με εξαιρετική ακρίβεια, ευκολία, παραμετροποίηση, εν ολίγης iCUE. Βέβαια υπάρχουν και δύο RGB ζώνες, αυτή με το καραβάκι/λογότυπο στο πίσω μέρος του ποντικιού και αυτή της ρόδας. Υπάρχει φυσικά και το λαμπάκι ανάμεσα στα δύο κουμπιά επιλογής DPI κάτω από την ρόδα, αυτό όμως λαμβάνει μεν RGB χρώματα αλλά μόνο για να μας ενημερώσει για τα επιλεγμένα DPI από την αντίστοιχη πάντα καρτέλα. Και ιδού και το φως, RGB φως. Untitled.mp4 Εμπειρία Χρήσης Λίγα πράγματα μπορεί να πει κανείς για την ποιότητα της Corsair, τα στάνταρ της υψηλά και το M65 RGB ULTRA τα καλύπτει και με το παραπάνω. Στιβαρό, θυμίζω αλουμινένιο σασί, άψογα πλαστικά τέλεια στηριγμένα, πολύ καλό εργονομικά με αντιολισθητικές επιλογές όπου χρειάζεται, εκπληκτική κύλιση σε κάθε επιφάνεια και με ό,τι βάρος επιλέξουμε - Tunable γαρ - και με το μαλακό καλώδιο να μην ενοχλεί πουθενά όντας σχεδόν ανύπαρκτο. Εξαιρετικά βολική η νέα λειτουργεία Tilt με τις 4 επιπλέον κινήσεις-ενέργειες, ή έστω τις 2-3 εξ αυτών καθώς η ανύψωση του πίσω μέρους προσωπικά δεν με πολυβόλεψε αλλά οι υπόλοιπες μια χαρά, ειδικά οι δύο πλαϊνές. Αυτό πάντως που πραγματικά ξεχώρισα είναι τελικά οι οπτικοί διακόπτες, αξιοπεριέργως η διαφορά από τους μηχανικούς είναι αισθητή. Δεν ξέρω για πόσο καιρό θα παραμείνει το βασικό μου εργαλείο, προς το παρόν πάντως με κέρδισε στα σημεία, θα το κρατήσω στο γραφείο μου και μετά τις δοκιμές. Επίλογος - Συμπεράσματα Όντως το M65 RGB ULTRA αποτελεί μια σοβαρή αναβάθμιση των προκατόχων του. Τα 79,99€ που ζητάει η Corsair για να μας το δώσει μπορεί αρχικά να μην φαίνονται λίγα, για ενσύρματο ειδικά ποντίκι, αλλά με τα 26K DPI και τα έως 8KHz polling rate αυτομάτως κατατάσσεται στις κορυφές. Βάλτε τώρα τα 8 κουμπιά με τα δύο βασικά να είναι οπτικά και την έξτρα λειτουργία Tilt, την αλουμινένια βάση, την ιδιαίτερη εμφάνιση, την εργονομική σχεδίαση καθώς και την επιλογή βάρους από τον χρήστη με τα έξτρα βαρίδια και έχουμε ένα σύνολο που μάλλον αξίζει περισσότερο από όσο κοστίζει. Η εργονομία του είναι πολύ καλή και τα έξτρα βαρίδια δίνουν την δυνατότητα να το φέρει κανείς εκεί που επιθυμεί εύκολα. Πολύ καλά είναι και τα επίπεδα βάρους γενικώς αν συνυπολογίσει κανείς και το αλουμινένιο σασί που το κάνει εντελώς άκαμπτο σε αίσθηση προσδίδοντας του δε και στην γενικότερη εικόνα. Τα πολύ καλά pads ολίσθησης βοηθάνε σε κάθε περίπτωση στην ξεκούραστη χρήση, τα δε βασικά κουμπιά ανεπανάληπτα σε ταχύτητα και σε ευχρηστία, αλλά και τα υπόλοιπα πολύ καλά, βολικά τοποθετημένα και εύχρηστα ειδικά το ροδάκι με την λαστιχένια επένδυση. OK με τις RGB ζώνες αλλά με εξαίρεση αυτή στο ροδάκι που αχνοφαίνεται και κατά την χρήση η άλλη του λογότυπου έχει νόημα μόνο όταν δεν χρησιμοποιείτε το M65 RGB ULTRA, το δε λαμπάκι ανάμεσα στα up/down κουμπιά επιλογής DPI mode μας ενημερώνει μια χαρά για το αντίστοιχο. Για την ανάλυση τέλος τι να πει κανείς, 26Κ DPI και έως 8Κ polling rate, που θα φτάσουν πια; Η συνολική εικόνα που αποκόμισα είναι πολύ καλή και παρότι προτιμώ γενικώς τα ασύρματα σίγουρα θα το κρατήσω για κάποιο διάστημα ως βασικό μου mouse και βλέπουμε. Γυροσκόπιο έξι αξόνων και επιταχυνσιόμετρο. 4 προγραμματιζόμενες κινήσεις ενεργοποιούμενες με την κλίση του ποντικιού (Tilt). Report rate σε 125Hz, 250Hz, 500Hz, 1.000Hz, 2.000Hz, 4.000Hz, 8.000Hz. 100 – 26.000 DPI με βηματισμό ανά 1 και δυνατότητα διαφορετικής επιλογής στον κάθε άξονα. DPI Presets με 5 Stages + Sniper, σύνολο 6. 7 κουμπιά ρυθμιζόμενα και έξτρα επιλογές αποθήκευσης στη συσκευή. RGB φωτισμός δύο ζωνών και έξτρα επιλογές αποθήκευσης στη συσκευή. Ένδειξη της επιλεγμένης θέσης DPI με ό,τι χρώμα θέλουμε. Αλουμινένιο σασί και γενικότερη ποιότητα υλικών. Σχεδιασμός και εμφάνιση. Άνεση χρήσης. Οι φωτιζόμενες επιφάνειες δεν φαίνονται κατά την χρήση, αλλά και σε ποιο φαίνονται; Μεγάλο σχετικά μέγεθος. Με βάση τα παραπάνω, η βαθμολογία του M65 RGB ULTRA Tunable FPS Gaming Mouse είναι:  TheLAB.GR Ευχαριστούμε θερμά την Corsair για την παραχώρηση του δείγματος της δοκιμής.
  12. Πρόλογος Πριν από 2 περίπου χρόνια ο φίλτατος @pol77 μας παρουσίασε την πρόσφατη τότε προσθήκη της Corsair στην γκάμα των ποντικιών της το Corsair Katar Pro Wireless Gaming Mouse, ένα "απλό ασύρματο ποντίκι με καλά χαρακτηριστικά, μεγάλη διάρκεια μπαταρίας και λογικό κόστος, που έλειπε από την αρκετά πλούσια γκάμα της" όπως πολύ σωστά παρατηρεί. Πρόσφατα η πολύ γνωστή για τα ποιοτικά της περιφερειακά και όχι μόνο Corsair αποφάσισε να εμπλουτίσει την εν λόγω κατηγορία με το Katar Elite Wireless Gaming Mouse. Αρχικά από το όνομα και μόνο περιμένει κανείς ότι πρόκειται για την αναβάθμιση του πολύ καλού για την κατηγορία του Katar Pro, πράγμα που επιβεβαιώνει και η εικόνα του τόσο εμφανισιακά όσο και αρχιτεκτονικά. Όχι όμως και η κατά 30€ διαφορά στην τιμή του που το φτάνει στα 79,99€ έναντι των 49,99€ του Katar Pro σύμφωνα με τη σελίδα της Corsair. Μένει λοιπόν να δούμε αν πρόκειται απλά για αναβάθμιση, αντικαταστάτη ή εσωτερικό ανταγωνιστή του Katar Pro και προφανώς το αν και για ποιους αξίζει την διόλου ευκαταφρόνητη διαφορά στην τιμή. Τεχνικά Χαρακτηριστικά Παρακάτω ο γνώριμος πίνακας των τεχνικών χαρακτηριστικών του Katar Elite Wireless Gaming Mouse όπως μας τον δίνει η Corsair στην σελίδα της. Αρχικά ομολογουμένως εντυπωσιακά τα βασικά του χαρακτηριστικά και με υπερδιπλάσιες επιδόσεις σε γενικές γραμμές σε σχέση με αυτές του προκατόχου του, αν μπορούμε να χαρακτηρίσουμε έτσι το Katar Pro. Παρατηρούμε ότι το Katar Elite εφοδιάστηκε με τον MARKSMAN 26K optical sensor που του επιτρέπει να φτάνει τα 26.000 DPI και με Omron διακόπτες των 60 εκατομμυρίων click, δίνοντας του έτσι χαρακτηριστικά κορυφαίων μοντέλων της αγοράς ανεξαρτήτου τιμής και κατηγορίας. Επιπροσθέτως έχουμε πλέον και τα 2.000Hz στις επιλογές των Report Rate διπλασιάζοντας το maximum, αλλά και αντικατάσταση της αφαιρούμενης τύπου ΑΑ αλκαλικής μπαταρία με εσωτερική επαναφορτιζόμενη λιθίου-πολυμερών, μεταβολή που συνέβαλε σαφώς στην μείωση του βάρους φέρνοντάς το στα 69gr από τα 96gr του Katar Pro. Φυσικά το πακέτο μας εφοδιάζει και με ένα USB A σε USB C καλώδιο 1,8m για την φόρτισή του. Φόρτιση λοιπόν με USB C που σημαίνει ότι θα βρούμε εύκολα να το φορτίσουμε μιας και είναι ο πλέον διαδεδομένος τρόπος σύνδεσης. Η ανάγκη φόρτισης τώρα δεν θα είναι και πολύ συχνή μιας και η Corsair μας υπόσχεται τουλάχιστον 60 ώρες αυτονομία με τον Slipstream δέκτη και τουλάχιστον 110 ώρες σε Bluetooth σύνδεση. ΟK η συνεχόμενη χρήση είναι κάτω του μισού σε σχέση με τον «προκάτοχο» αλλά υπολογίστε ότι έχει και περίπου τα 2/3 του βάρους του. Συσκευασία και περιεχόμενα Ξεκινώντας από το κουτί, τίποτα καινούριο, το κλασικό κιτρινόμαυρο κουτί με γυαλιστερές φωτογραφίες του προϊόντος στις τέσσερις μεγάλες πλευρές. Αναλυτικότερα... Στην εμπρός πλευρά δεσπόζει το Katar Elite με το λογότυπο τις Corsair επάνω αριστερά και τον τίτλο του προϊόντος δεξιά κάθετα. Κάτω αριστερά τα 3 βασικά χαρακτηριστικά του ήτοι wireless, ultra-lightweight, 26k DPI και κάτω δεξιά τα λογότυπα Slipstream και iCue για τον δέκτη και το λογισμικό αντίστοιχα. Στην πίσω πλευρά και πάλι το Katar Elite μικρότερο τώρα και με σημειωμένα περιφερειακά του πάλι τα χαρακτηριστικά πλεονεκτήματά του, λίγο αναλυτικότερα αυτή τη φορά. Επάνω αριστερά το λογότυπο τις Corsair και δεξιά τα λογότυπα Slipstream, iCue αλλά και Bluetooth. Όλα αυτά στο κάτι λιγότερο επάνω μισό και φυσικά μόνο στα Αγγλικά, στο υπόλοιπο κάτω μέρος αντίστοιχα και πάλι τα χαρακτηριστικά του αλλά σε 6 γλώσσες. Και τέλος κάτω δεξιά μικρά αλλά διόλου ασήμαντα τα δυο λογότυπα των λειτουργικών συστημάτων που συνεργάζεται πιστοποιημένα, δηλαδή Windows και Mac, χωρίς φυσικά αυτό να σημαίνει απαραίτητα ότι δεν θα δουλέψει και αλλού. Δεξιά και αριστερά έχουμε κλασική διάταξη που συναντάμε σε όλα περίπου τα αντίστοιχα προϊόντα της Corsair, δείτε μην σας κουράζω... Και φυσικά επάνω και κάτω αντίστοιχα ... Εδώ να σημειώσουμε ότι το επάνω μέρος περιλαμβάνει και συνέχεια. Ανοίγοντας το πρώτο «καπάκι» του βλέπουμε εικονισμένο στο δεύτερο ένα QR code που μας δρομολογεί στην σελίδα του προϊόντος και συγκεκριμένα στην καρτέλα Downloads όπου θα βρούμε μόνο τα 3 παρακάτω έγραφα. KATAR ELITE WIRELESS Quick Start Guide UKCA Declaration of Conformity (DoC) document - UKCA-000261 Declaration of Conformity (DoC) document - CE-000541 Περνώντας τέλος στα περιεχόμενα έχουμε, το Katar Elite και ένα USB A to USB C καλώδιο σε διάφανα σακουλάκια, δύο πολύπτυχα φυλλάδια με οδηγίες εγγύησης και πληροφορίες ασφαλείας, όπως άλλωστε σε όλα τα προϊόντα της Corsair και τέλος. Όλα αυτά σε ένα απλό, οικονομικό, μαύρο, χάρτινο πολύπτυχο πάντα στα πλαίσια της οικολογίας... ή της οικονομίας; ΟK, η αλήθεια είναι ότι δεν χρειάζεται και κάτι περισσότερο. Κάτω από τον φακό Κλασικός Corsair, λιτός άλλα και όμορφος σχεδιασμός, κατάλληλος και για αριστερόχειρες με μόνη εξαίρεση τα 2 πλευρικά αριστερά κουμπιά εκ των 6 συνολικά. Κατά τα άλλα τα 2 βασικά κουμπιά καλύπτουν σχεδόν καθολικά το επάνω μισό με το γνώριμο λαστιχένιο Corsair ροδάκι/κουμπί ανάμεσα τους και κάτω από αυτό ένα εξάγωνο κουμπί επιλογής των DPI και ένα σχήματος V Led λαμπάκι, ενδεικτικό προφανώς για την DPI επιλογή. Τέλος στα χαμηλά στην βάση στήριξης της παλάμης δεσπόζει το καραβάκι σύμβολο της Corsair σε λευκό γαλακτερό για να φιλοξενήσει τον μοναδικό RGB φωτισμό του συνόλου, κάτι που έλειπε από το Katar Pro. Από κάτω δεσπόσουν δύο μεγάλες επιφάνειες ολίσθησης, σε λευκό αυτή τη φορά χρώμα και στο κέντρο ο οπτικός Corsair MARKSMAN sensor των 26K DPI περιτριγυρισμένος και αυτός από λευκό Teflon και στην συνέχεια από μαύρο αυτοκόλλητο με πληροφορίες και τέλος στα αριστερά του ο διακόπτης επιλογής ασύρματης σύνδεσης ή απενεργοποίησης. Οι δύο πλευρές καλύπτονται καθολικά από μικρά ανάγλυφα τρίγωνα τόσο για λόγους εμφάνισης όσο και για αντιολισθητικούς, με μικρή εξαίρεση τα δύο γυαλιστερά κουμπιά στο επάνω μέρος της αριστερής πλευράς. Τέλος στα χαμηλά του εμπρός μέρους έχουμε την USB C είσοδο για φόρτιση αλλά και ενσύρματη λειτουργία. Να παρατηρήσω εδώ ότι η υποδοχή όντας τοποθετημένη ελαφρώς βαθιά σε μια σχετικά στενή τρύπα περιορίζει κάπως τα καλώδια που μπορούμε να χρησιμοποιήσουμε σε όσα δεν έχουν και πολύ φαρδύ USB C βύσμα. Εντάξει δεν είναι και τραγικό άλλα στην φορητότητα ένα περιορισμό τον δίνει και νομίζω ότι θα μπορούσε να αποφευχθεί. Και εδώ έχουμε το εντυπωσιακό, για ασύρματο και όχι πολύ μικρό ποντίκι, νούμερο των 68,61gr ή 70.24 gr με τον Slipstream δέκτη, θυμίζω η Corsair μας δίνει 69gr, που δεν απέχουν καθόλου ουσιαστικά. Συνδεσιμότητα Εδώ έχουμε όλες τις επιλογές. Slipstream δέκτης στα 2,4GHz, Bluetooth ή καλώδιο. Αυτό δε το τελευταίο λειτουργεί ανεξάρτητα της θέσης του διακόπτη επιλογής. Λειτουργικότητα Όπως πάντα οι δοκιμές έγιναν με τα mouse pad Corsair MM300, Razer Sphex V2, @Work MS-614 (1,2€) και απευθείας την επιφάνεια του γραφείου μου. Αρχικά φαντάζει λιτό εμφανισιακά, με κλασική σχεδίαση, χωρίς να δείχνει ως κάτι το ιδιαίτερο, μόλις όμως βρεθεί κάτω από το χέρι του χρήστη, δεξί ή αριστερό δεν έχει ιδιαίτερη σημασία, ξεδιπλώνει τα χαρίσματα του απλά και αθόρυβα. Τόσο αθόρυβα όσο αθόρυβα κινείται επάνω στα μεγάλα λευκά Teflon του ανεξάρτητα από το τι βάση «mouse pad» θα επιλέξουμε, σκληρή ή μαλακιά, ποιοτική και εξειδικευμένη ή απλά αυτή ενός γραφείου. Σύμμαχος φυσικά στην προσπάθεια κίνησης και τα μόλις 69gr του συνολικού βάρους που το κατατάσσουν δίπλα στις κορυφές της κατηγορίας φτερού, συμπεριλαμβανομένων και των ενσύρματων της κατηγορίας. Αν βάλουμε τώρα στο παιχνίδι και τον κορυφαίο αισθητήρα Marksman των 26k έχουμε ως αποτέλεσμα μια απαράμιλλή κίνηση τόσο σε ακρίβεια όσο και σε άνεση. Για να είμαι απολύτως ακριβής στις σκληρές επιφανείς υπάρχει το γνωστό «ξύσιμο» που κάνουν κατά την κίνησή τους όλα τα συγκεκριμένα περιφερειακά, αλλά εδώ είναι ιδιαιτέρως ήσυχο και εντελώς ανώδυνο, τουλάχιστον στα δικά μου αυτιά που συνήθως ενοχλούνται από τέτοιους θορύβους. Ενδεικτικά να σας πω ότι έχω αποκλείσει από την συλλογή μου αρκετά αξιόλογους ανταγωνιστές με αυτό ως κύριο μειονέκτημά τους. Και φυσικά στα «μαλακά» ποντικοδρόμια θα ακούσει κανείς κάτι μόνο σε αθόρυβο περιβάλλον και μόνο αν του δώσει προσοχή. Τα δύο μεγάλα βασικά κουμπιά τώρα, τι να πει κανείς για αυτά... Διακόπτες Omron, εγγύηση. Και μάλιστα της τελευταίας σειράς της Omron με πιστοποιημένα 60 εκατομμύρια click από την ίδια. Παράλληλα η μικρής διαδρομής σχεδίαση και μηδενικού κενού διακόπτες προσφέρουν και ταχύτερα εκτός από πιο ξεκούραστα πατήματα. Να σημειώσω δε ότι το μεγάλο μέγεθός τους σε συνδυασμό με την άνεση του πατήματος που προσφέρει σε όλη τους την επιφάνεια βοηθάει πολύ σε κάθε λαβή και μέγεθος παλάμης. Εδώ να πω ότι το βασικό αριστερό κουμπί είναι το μόνο που, παραδοσιακά στην Corsair, δεν ρυθμίζεται, αν όμως μπορούσε θα εξυπηρετούσε πολύ τους αριστερόχειρες. Για το ροδάκι δεν έχω να πω πολλά, σωστά σχεδιασμένο και εργονομικά τοποθετημένο, απλά ταιριάζει απόλυτα στο σύνολο βρισκόμενο πάντα εκεί που το αναζητάς χωρίς να σε δυσκολεύει ποτέ. Το κουμπί του φυσικά είναι σκληρότερο από των βασικών, αλλά έτσι πρέπει για να αποφεύγονται οι άστοχες κλήσεις του. Και τα πλαϊνά κουμπιά είναι άνετα, εντάξει, για τους δεξιόχειρες βασικά, αν και προσωπικά τα χρησιμοποίησα πολύ εύκολα με το μικρό μου αριστερό δάκτυλο και τον παράμεσο, παρότι δεξιόχειρας. Για να μην παρεξηγηθώ να σας πω ότι συνηθίζω, σε απλή φυσικά χρήση, να ξεκουράζω το δεξί μου χέρι χρησιμοποιώντας το ποντίκι με το αριστερό. Τελευταίο τώρα το μικρό εξάγωνο κουμπάκι κάτω από το ροδάκι, επιφορτισμένο κατά βάση για την επιλογή των DPI, δεν υστερεί καθόλου των υπολοίπων σε αίσθηση, αντιθέτως προσθέτει εικαστικά μαζί με το LED ενδείξεων που το αγκαλιάζει στο κάτω του μέρος. Προσθέστε τώρα και τα πλαϊνά ανάγλυφα που προσφέρουν στην σταθερότερη λαβή και θα έχετε ένα στιβαρό και ιδιαιτέρως αξιόλογο προϊόν. Το μόνο κομμάτι τις συλλογής που δεν μου άρεσε ιδιαιτέρως ήταν το καλώδιο. ΟK, είναι λεπτό, λαστιχένιο και ποιοτικό, αλλά συνηθισμένος στα μαλακά αέρινα ουσιαστικά ανύπαρκτα στη χρήση που συνόδευαν την πλειοψηφία των τελευταίων αποκτημάτων μου, μεταξύ αυτών και της Corsair, δεν κατάλαβα την επιλογή του συγκεκριμένου για το Katar Elite, και να πεις δεν είχαν στην Corsair να βάλουν άλλο; Φυσικά δεν πρόκειται να το χρεώσω ιδιαιτέρως στα αρνητικά μιας και η χρήση του θα είναι κατά βάση για φόρτιση παρά για λειτουργία, ειδικά με τον εκπληκτικό Slipstream και το 2kHz Polling Rate που είναι στην πράξη σαν να έχεις καλώδιο, αλλά γιατί να μην αναζητά κανείς το καλύτερο, έστω και στις «οικονομικές» επιλογές... των 80€. Corcair iCUE Το γνωστό μας πλέον λογισμικό διαχείρισης όλων των περιφερειακών τις Corsair το iCUE αναλαμβάνει και εδώ να φέρει το Katar Elite στα μέτρα και τις απαιτήσεις του κατόχου του όσο απαιτητικός και αν είναι ο τελευταίος. Δεν θα αναλύσω το πρόγραμμα μιας και αυτό έχει γίνει σε αρκετά άρθρα του theLAB.gr τόσο από εμένα όσο και από άλλους αρθρογράφους. Παραθέτω απλά μερικές εικόνες ενδεικτικά για να δείτε πόσο εύκολα και λειτουργικά μπορεί κανείς να μορφοποιήσει το Katar Elite, και όχι μόνο, αλλά και για να δείτε την αναγνώριση των χαρακτηριστικών του Katar Elite από το iCUE. Οι τρεις εικόνες που ακολουθούν μας δείχνουν, η πρώτη το κεντρικό menu του iCUE με όλα τα συνδεδεμένα προϊόντα, εδώ μόνο το Katar Elite και τον δέκτη του, η δεύτερη τις επιλογές σύνδεσης, ασύρματης στην περίπτωση μας και η τρίτη τις 5 θέσεις προεπιλογών DPI + 1 για Sniper. Κάτω αριστερά παρατηρούμε ότι υπάρχει και η επιλογή “HW DPI Mode 1” Που αναφέρεται στο αντίστοιχο set για τις τοποθετημένες στην μνήμη του Katar Elite επιλογές, ναι έχει και μία τέτοια. Εδώ οι εικόνες μας δείχνουν την ενημέρωση για διαθέσιμο update και την ολοκλήρωσή του. Και τέλος παίρνουμε μια ιδέα από τις άπειρες επιλογές χρωματικών εφέ και τις επίσης αναρίθμητες για τα κουμπιά, ξαναθυμίζω εκτός του αριστερού βασικού που δεν έχει την δυνατότητα. Φυσικά και εδώ υπάρχουν οι Hardware Lighting & Key Assignments, επάνω αριστερά, για τις αντίστοιχες θέσεις μνήμης. Αποτελέσματα Μετρήσεων Όπως πάντα, για τις μετρήσεις το πρόγραμμα που χρησιμοποιώ είναι το Enotus Mouse Test και ως mousepad το Corsair MM300, προκάτοχο του Corsair MM350 για το οποίο μπορείτε να διαβάσετε εκτενή ανασκόπηση εδώ. Και εδώ έχουμε την άχαρη διαδικασία των μετρήσεων και των τιμών και των διαγραμμάτων κλπ. Εντάξει το καλώδιο είναι καλώδιο αλλά και στην ασύρματη σύνδεση το Katar Elite μια χαρά τα πήγε, τόσο στα 1000Hz όσο και στα 2000Hz Polling Rate. Άλλωστε σε όλα τα Corsair με Slipstream οι τιμές επικοινωνίας είναι εξίσου καλές. Από ακρίβεια επίσης μια χαρά μιας και με εξαίρεση λίγες τιμές που κυμάνθηκαν μεταξύ 91% και 93% όλες οι υπόλοιπες ήταν πάνω από 95% - 96%. Από ομαλότητα πάλι αν και οι τιμές δεν είναι πολύ καλές μιας και κυμάνθηκαν μεταξύ 40% και 43% είναι όμως γενικά σταθερές. Πάντως εγώ πολύ καλό το βρήκα στην χρήση, δεν ξέρω. Εμπειρία Χρήσης Τα αέρινα 69gr σε συνδυασμό με τις πολύ καλές επιφάνειες κύλισης και την απουσία καλωδίου το κάνουν πραγματικά να πετάει ειδικά σε ποιοτικά υφασμάτινα mouse pad. Δυστυχώς το σχετικά σκληρό και δύσκαμπτο καλώδιο δεν συμβάλει αντίστοιχα, αλλά με τουλάχιστον 60 ώρες συνεχούς ασύρματης λειτουργίας πόσο συχνά θα χρειαστεί, πέραν τις φόρτισης; Άψογα τα δύο μεγάλα βασικά κουμπιά, ειδικά με τους αναβαθμισμένους νέους διακόπτες της Omron με το πολύ μικρό βάθος και το μηδενικό κενό, αλλά και το ροδάκι δεν υστερεί πουθενά. Ομολογουμένως ευχάριστη η γενικότερη εμπειρία και για τα δύο μου χέρια, ναι «φοριέται» άνετα και στο αριστερό. Παρότι είμαι συνηθισμένος σε περισσότερο εργονομικά προϊόντα δεν αισθάνθηκα πουθενά έντονη την ανάγκη να το αντικαταστήσω άμεσα με κάτι άλλο για «να κάνω την δουλειά μου τώρα και βλέπουμε» και σημειώστε, είμαι και «κακομαθημένος» και πολύωρος χρήστης . Δεν θα σας πω ψέματα, Θα συνεχίσω να χρησιμοποιώ ένα άλλο πιο εργονομικό αλλά και πολύ ακριβότερο προϊόν στο βασικό μου σύστημα, το Katar Elite όμως έχει μάλλον κερδίσει την θέση του στο δεύτερό μου σύστημα στο σαλόνι αντικαθιστώντας το υπάρχον, κυρίως για την χρηστικότητα του και όχι ότι δεν έχω και αρκετές άλλες επιλογές αντί αυτού. Επίλογος - Συμπεράσματα Τελικά το Corsair Katar Elite είναι ιδιαίτερο χωρίς να φαίνεται κάτι το ιδιαίτερο. Προσφέρει ακρίβεια, άνεση και λιτότητα αλλά και κορυφαίες επιδόσεις μακράν του ανταγωνισμού, όπου και αν του ζητηθεί. Απίστευτα τα μόλις 69gr ειδικά για ασύρματο ποντίκι. Θυμίζω ότι ανταγωνιστικά προϊόντα για να πετύχουν κάτι παρόμοιο είναι διάτρητα και χωρίς μπαταρία. Εντάξει προσωπικά αρέσκομαι στα ελαφριά και ευκίνητα, το ομολογώ, αλλά αναγνωρίζω ότι υπάρχουν και πολλοί με αντίθετη επιθυμία. Επιπροσθέτως και οι επιλογές κάθε δυνατής σύνδεσης, Slipstream, Bluetooth και καλώδιο και μάλιστα USB C, δεν είναι πολύ συνηθισμένες ακόμα και σε αρκετά ακριβότερα μοντέλα. Εντυπωσιακά τα 26k DPI σίγουρα το βγάζουν από την κατηγορία ενός απλού ποντικιού τοποθετώντας το πολύ ψηλά στη κορυφή. Πόση ουσία έχουν όμως ακόμα και σε high end gaming επίπεδο; Ή μήπως τελικά είναι απλά επειδή μπορούν; Δεν ξέρω, τώρα με τις 8k οθόνες μπορεί τελικά και να αρχίζουν να έχουν κάποια χρησιμότητα, αλλά και πάλι 26k, διατηρώ επιφυλάξεις. Εμένα πάντως με δυσκόλεψαν στις δοκιμές αν και σημειώστε ότι με ενοχλεί ότι είναι κάτω από 3k ακόμα και σε απλή καθημερινή χρήση γραφείου. Τα ούτε λίγο ούτε πολύ 80€, OΚ, τα... 79,99€ που μας ζητά η Corsair για να το αποκτήσουμε δεν το κάνουν ένα φτηνό προϊόν, παρότι είναι από τα οικονομικότερά της, και δη στα ασύρματα. Δεν είναι όμως και ένα προϊόν που δεν δικαιολογεί την τιμή του. ΟK δεν έχει φαντεζί σχεδιασμό με καινοτόμες εργονομικές λεπτομέρειες, ούτε αρχιτεκτονικές παραμετροποιήσεις για να το φέρει ο χρήστης στα μέτρα του, ούτε πολλές RGB ζώνες για φωτορυθμικά που τελικά θα καλύψουμε με την παλάμη μας. Είναι όμως ένα ποιοτικό προϊόν με πολύ καλά χαρακτηριστικά εκεί που πραγματικά έχουν ουσία για όλους, χωρίς να υστερεί ιδιαίτερα ούτε σε εργονομία ούτε σε αίσθηση ούτε σε χρηστικότητα από άλλα κορυφαία προϊόντα με πολύ υψηλότερο κόστος. Τελικά έχει και η λιτότητα την ομορφιά της, ειδικά όταν δεν υστερεί σε ποιότητα, Corsair Katar Elite. Report rate σε 125Hz, 250Hz, 500Hz, 1000Hz, 2000Hz. Μόνο 69gr. 100 – 26.000 DPI με βηματισμό ανά 1 και δυνατότητα διαφορετικής επιλογής στον κάθε άξονά. DPI Presets με 5 Stages το καθένα ρυθμιζόμενα από το iCUE. 5 DPI Stages αποθηκευμένα στη συσκευή ρυθμιζόμενα από το iCUE. Ένδειξη της επιλεγμένης θέσης DPI με ό,τι χρώμα θέλουμε ρυθμιζόμενο από το iCUE. RGB φωτισμός ρυθμιζόμενος και με αυτοματισμούς από το iCUE. 6 κουμπιά ρυθμιζόμενα από το iCUE (εκτός από το βασικό αριστερό) Ποιότητα υλικών. Σχεδιασμός και εμφάνιση. Άνεση χρήσης. Στενή και βαθιά αποδοχή USB C. Σε περίπτωση χρήσης με το αριστερό χέρι, το αριστερό βασικό κουμπί δεν ρυθμίζεται. Η φωτιζόμενη επιφάνεια δεν φαίνεται κατά την χρήση. Άκαμπτο καλώδιο. Σχετικά υψηλή τιμή. Με βάση τα παραπάνω, η βαθμολογία του Corsair Katar Pro Wireless Gaming Mouse είναι  TheLAB.GR Ευχαριστούμε θερμά την Corsair για την παραχώρηση του δείγματος της δοκιμής.
  13. Introduction No matter how you approach it, the marketing claims of the Acebeam X75 are fascinating. Not only do they promise a maximum brightness of 80.000 lumens, which makes it the 2nd most powerful production torch in the world, but also the highest sustainable output, which is indubitably much more useful and important. Couple that with the top level design, build quality and electronics of Acebeam, add the 100W USB C charging and 100W Power Bank capabilities and you have a truly amazing torch. My only issue when I was offered a review sample was which emitter option to choose from. Acebeam offers the Acebeam X75 with 3 emitter choices: The Cree XHP70.2 6500K, which provide the maximum output of 80.000 Lumens. The Cree XHP70.2 5000K, which provide a more neutral tint, at the cost of a slight decrease in brightness, reducing it to 75.000 Lumens. The Cree XHP70.3 HI 6500K, which provide the highest intensity of 426.409 Candela and a throw of 1306m, at the cost of a reduced brightness of 67.000 Lumens. I was divided between the 1st and 3rd option. Should I go with for the maximum brightness or the maximum intensity? Then it occurred to me that if I found it hard to decide, so must many others that are looking to purchase the Acebeam X75 . There was only one thing to do and that was to get both. Welcome to the Acebeam X75 XHP70.2 6500K vs XHP70.3 HI 6500K Comparative Review! Unboxing The Acebeam X75 comes in a white and orange box. The front of the box features a photograph of the torch and highlights some of its main features, such as the 60W (with the standard charger) or 100W (with the optional charger) Power Delivery 3.0 USB C charging. the Power Bank function, the Mechanical Lock feature and the Air Duct cooling system. The warranty period is indicated as 5 years. The back side of the box does not offer any information on specifications, but rather the company address, a few QR coded links and the usual certification logos. The top and bottom of the box has nothing special to show, except a nice, bright orange colour. The top is plain while the bottom has 1 or 2 bar codes. One of the sides features the company logo while the other shows the chosen options of colour and emitters. The Acebeam X75 comes in 2 finish options: Type-III Hard Anodized Oxidation, in black colour. Micro Arc Oxidation, which is an amazing off-white colour. The 3 emitter options, as mentioned before, are: Cree XHP70.2 6500K, with a brightness of 80.000 lumens and a throw of 1150m. Cree XHP70.2 5000K, with a brightness of 75.000 lumens and a throw of 1082m. Cree XHP70.3 HI 6500K, with a brightness of 67.000 lumens and a throw of 1306m. You can get the black finish with any of the 3 emitter options but the white is only offered with the Cree XHP70.3 HI 6500K emitters. The box closure is magnetic. Upon opening it, you are greeted with a lot of packing material, protecting the torch, a yellow card and a white box. You can already glimpse that the torch on the left is black while the torch on the right is white. The yellow card is a quick start guide, explaining how to remove the insulating film between the battery pack and the driver before the first use and including some safety and usage instructions. As for the white box... ...it contains all the accessories and documentation. The documentation consists of the manual and the warranty card, while the accessories include the charging cable, charger (in a plastic white bag), adapter (if you are outside the US - here the UK adapter is shown), 2 little bags of accessories and a silicone cover for the head of the torch. Some of you may have noticed that the latter is only in the second photo. That is because the black torch came with the silicone cover installed, while the white torch came with it in the accessories box. The smaller of the 2 little bags contains 2 small screws, 2 larger screws, 2 large round O-rings, one small rectangle O-ring and a torx wrench that fits both types of screws.. The larger of the 2 little white bags contains a spare fan. It is an Acebeam branded DC brushless fan, which operates at 5V and draws 0.2A (so it has a power rating of 1W). It is frameless and has an apparent special construction. The Acebeam X75 comes with a 60W Power Deliver charger as standard, but you can get it with the optional 100W charger for an added cost of $47.90. I opted for the latter and did not regret it. The 100W charger has 3 USB C ports and 1 USB A Port. You can see their output specs in the 2nd photo. The foldable prongs are compatible with US power outlets. UK or EU adapters can be applied and are provided, according to the region of the buyer. The black Acebeam X75 comes with the silicone cover installed while the white (MAO) one comes in a protective nylon bag, without the silicone cover, which as we saw is in the accessory box. Let's take the torches out and install the silicone cover on the white one as well. The Acebeam X75 is a large soda can style torch, with non-removable or, more precisely, necessary for operation handle as the operating buttons are on the handle itself, which is very convenient. The silicone cover protects the front of the torch and has holes for the cooling fins that it covers. Not only does it protect the torch, but also the user from accidental burns resulting from contact with the hottest part of the torch during operation. The silicone cover also provides information, as it changes colour when its temperature exceeds 55°C. Let's remove the silicone covers to really show off the beautiful design of the Acebeam X75. The crenulated bezel is made of stainless steel and is black in both finishes. So are the buttons and the screws. Everything else is made of Aluminium and is either black or off-white, depending on the chosen finish. The head is thicker than the battery tube and the deep fins provide cooling surface. There are openings all around the head to allow for air flow, as there is a cooling fan and a copper heat sink inside the torch! The handles feature 2 operation buttons and a Mechanical Lock switch. There are airflow holes at the rear of the head as well. Opposite the handle, there is a UNC 1/4" socket for mounting the Acebeam X75 on a tripod. To the left of the handle there is a pressure release valve, to relieve pressure in case something goes wrong with the battery pack and pressurised gases are released. To the right of the handle, there is an indication LED. The tail of the torch is flat and allows it to tail stand. You can unscrew and remove the tail cap to reveal the charging port. The battery pack capacity is 61.2Wh. The front of the Acebeam X75 is impressive, with 12 shallow, orange peel reflectors housing the 12 emitters. Let's remove the protective film and have a closer look! The 1st photo shows one of the Cree XHP70.2 6500K emitters that are in the black sample and the 2nd one of the Cree XHP70.3 HI 6500K emitters that are in the white sample. As you can see, both are 4 die emitters, which makes the Acebeam X75 a 48 LED die torch! The Cree XHP70.2 is a domed emitter while the Cree XHP70.3 HI is dome-less and has a smaller die area, which explains both the lower brightness and the higher intensity (and therefore throw). To keep the heat generated by all those emitters under control, a copper heat sink can be glimpsed through the head fins. But I will elaborate on the cooling system later. Under the tail cap there are written specifications and instructions, 2 indicator LEDs and a recessed reset switch. The USB C port is on the side, inside the threads of the tail cap. Although I can see the simplicity and reliability of this design, I do not like it. The tail cap feels too generic and non-luxurious when removed, especially when compared with the high end feeling of the Acebeam X75 in general. But the real issue is practical. Not only can the tail cap be damaged or lost, but also the grease in the threads got on my hands and smeared everything a few times before I got used to the notion and became mindful enough. A tail cap system such as the ones used in the Olight X7R or Olight Marauder 2 would have been nicer. An exposed, water proof USB C port, such as the ones used in high end mobile phones would have been even better. The battery pack unscrews from the head as expected. There is an insulating film that needs to be removed before use. The driver is covered, except for a hefty, spring loaded contact point in the middle, which corresponds with the equivalently hefty positive terminal in the centre of the battery pack. The threads are square cut, well greased and smooth. Build Quality and Finish The build quality of the Acebeam X75 is outstanding. The fit is perfect and both the Type-III Hard Anodization (black) and the Micro Arc Oxidation (off-white) finishes are flawless. Cooling System The cooling system of the Acebeam X75 is the best I have ever seen in any torch. Not only is it the best, but also user serviceable, which is an amazing feature. Removing the 4 torx screws that hold the handle in place is very easy, using the provided torx key. The handle comes out, revealing the copper heat sink that cools the head of the torch. Here we can see the copper heat sink, as well as the 5 contact points that transfer the control commands from the handle buttons to the driver of the torch and power to the fan. The heat sink can be cleaned by the user. The contact points correspond with the 5 pogo pins on the handle. The connection is insulated by a rectangle O-ring, for which a spare is provided, as we saw earlier. The fan can also be cleaned by the user and even replaced with the spare one provided if it fails. 2 small screws must be removed with the provided torx key to replace the fan. Spare screws are provided, as we saw, both for the smaller fan screws and the larger handle screws, so if the user drops and loses one, it is not a problem. The Acebeam X75 features intelligent thermal control. This means that not only does the fan not work all the time, but even when it does, it adjusts its speed according to the temperature of the driver. Size Comparison The Acebeam X75 is on the large end of the spectrum for soda can type torches. There are of course much larger torches out there and taking into account its Lumen output, the Acebeam X75 is quite compact for the power it packs. That said, it is by no means a torch you can put in a large jacket pocket. Here is the Acebeam X75 between the Olight Marauder 2 and the Sofirn Q8 Pro. Specifications The specifications of the Acebeam X75 with Cree XHP70.2 6500K emitters can be seen in the following table: The specifications of the Acebeam X75 with Cree XHP70.3 HI 6500K emitters can be seen in the following table: I really like the fact that so much information is given on output, intensity, throw and run times, on all settings. Very few companies are so transparent about the specifications of their products. It is clear from the specifications that the Cree XHP70.2 6500K emitters offer higher output... …while the Cree XHP70.3 HI 6500K emitters offer higher intensity and throw. Other than that, the 2 samples are exactly the same, except for the finish, of course. The Acebeam X75 is IP68 standard waterproof and can be submerged to 2m. User Interface The user interface of the Acebeam X75 is simple and intuitive. It is based on a dual switch design and a Mechanical Lock. The Mechanical Lock is disengaged on the black torch and engaged on the white one, in the following photo. When the Mechanical Lock is engaged, the switches cannot be physically pressed. The front, bigger switch is the Auxiliary Switch and the rear, smaller switch is the Main Switch. The Main Switch is raised higher and therefore easy to differentiate by feel. The following diagrams explain the operation of the Acebeam X75 in detail. The user interface of the Acebeam X75, in my own words, is as follows: Main Switch From Off Click to turn on (with memory for the 4 main modes, Low, Med1, Med2 and High). Click and hold to turn on at Ultra-Low mode. Double click to turn on at Turbo Triple click for Strobe. From On Click to turn off. Hold to cycle through the main modes (Low, Med1 ,Med2, High). You can do that even from Ultra-Low, Turbo or Strobe. Double click for Turbo. Double click again to return to previous mode. Triple click for Strobe. Click to turn off, click and hold to cycle through the main modes or double click for Turbo. From Turbo, double click to return to previous (before Strobe) mode. There is no way to go directly from Strobe to a previous, non Turbo mode. Auxiliary Switch From Off Press momentarily to manually stop the fan if it is running. Press and hold for 3 seconds to turn the Fan Mode (Windy Mode) on or off. This is indicated by 3 flashes of the indicator LED on the right of the handle. Green for on, red for off. Click 10 times to switch between Power and Eco mode. Power mode is indicated by the main emitters turning on for a moment and getting brighter. Eco mode is indicated by the main emitters turning on for a moment and getting dimmer. The Acebeam X75 ships in Eco mode. From On Click and hold for momentary Turbo. The buttons feel a bit mushy but are easy to use and of high quality. The mushy feeling is caused by the mechanics involved in having a Mechanical Lock that can block the pressing of the switches. Modes The output levels of the Acebeam X75 can be seen in the following table. The numbers provided by Acebeam are in black and my measurements are in orange. I do not own a multi thousand dollar worth integrating sphere, just a logging Lumen meter and a home made integrating tube. The array is calibrated with 3 separate, professionally measured lights and gives me consistent results, but there is definitely room for error and deviations are to be expected. My Lumen measurements show that the Turbo output of both emitter types do not reach the specs but are still very impressive. The Cree XHP70.2 6500K are up to or even slightly above specs in Lumen output on all modes except Turbo. The Cree XHP70.3 HI 6500K have lower Lumens output than specs on all modes. It seems like Acebeam just copied the lower mode numbers from the Cree XHP70.2 6500K specs but of course the Cree XHP70.3 HI 6500K will be a bit lower. The Candela and Throw I measured are also lower than specs in all modes, but again impressive for these floody beams. The Cree XHP70.3 HI 6500K is the stronger emitter in this category. The following graph shows the lumen output on all modes for both emitters. The Cree XHP70.2 is more powerful on all modes. And this graph shows the throw on all modes for both emitters. The Cree XHP70.3 HI throws further on all modes. So, what will you choose, Lumen output or throw? For me, both emitters have more than enough of both. It is just a matter of which feature you favour the most. Photometry I took some photometry readings with an Opple Light Master Pro. The results are in the following table. The CCT of both emitter types is quite similar and start around 5500K in Ultra-Low to gradually rise to around 6200K on Turbo. The Δuv of the 2 emitter types is different though, with the Cree XHP70.3 HI 6500K having a higher Δuv on all modes and therefore a greener tint. Both emitter types are above BBL on the lower 5 modes but as the output rises they get closer to neutral and go below BBL on Turbo. Here is a photo of the tint in Ultra-Low, where it is the greenest. The Cree XHP70.2 6500K is on the left and the Cree XHP70.3 HI 6500K on the right. The photo was taken with a manual white balance of 5500K. Beam Profile The beam pattern of both emitter types in the Acebeam X75 is very floody but there is a definite, albeit small difference in intensity and beam angle. Video Comparison - Drone footage For the video comparison of the Cree XHP70.2 versus the Cree XHP70.3 HI version of the Acebeam X75, I enlisted the help of the excellent photographer and videographer Daniel Beacock and his drone. We tested the two versions of the Acebeam X75 over distances of 191m and 470m. Here are some revealing frames from the video: And here are the same stills, in animated GIF format. Driver The driver of the Acebeam X75 is a digitally regulated, constant current boost driver, which takes the 14.4V from the battery pack and delivers 24V to the emitter array. Both emitter types are 6V, so they are arranged in 3 parallel banks of 4 emitters in a row to work with the 24V that the driver provides. This arrangement should be able to maintain constant brightness regardless of the battery voltage. The driver also features smart temperature control. Large copper heatsinks and thermal pads provide the thermal path to the main copper heatsink. Very refreshing to see such a high quality driver. There is no PWM, detected or visible, in any of the modes. Battery Pack and Charging The Acebeam X75 comes with a proprietary battery pack. This is unappealing for many users but necessary when you are dealing with this kind of configuration of 4 21700 high output batteries in series. The battery pack supports Power Delivery charging at 60W or 100W and also Power Bank functionality at the same power levels. The charger that comes as standard with the Acebeam X75 can provide 60W but it is possible to upgrade to a 100W charger for an added cost of $47.90. I opted to test the 100W charger. The supported modes are listed on the charger itself. Theoretically, C1 and C2 should be the same, but in reality they do not support all the same protocols. Here are the protocols supported by C1, C2 and C3 respectively. And here are the Power Delivery output modes supported by C1, C2 and C3 respectively. Both C1 and C2 can be equally used to charge the Acebeam X75 at 100W but if you want to charge other devices, C2 supports the most protocols, including a set of PPS in Power Delivery. These are the modes supported (in green) by the USB A port. The cable provided is 1m long and of very high quality. It supports 100W (20V, 5A), as expected, but also supports transfer speeds of up to 20Gbps, which is a pleasant surprise. The specifications of the battery pack are shown in the table below. To charge it, you must remove the tail cap and plug in the USB C cable. The right indicator LED turns red to indicate charging. The left indicator LED turns blue to indicate that the Power Delivery protocol is being used. The right indicator LED turns Green to indicate that the charging is complete. The following chart shows the charging of the battery pack with the 100W charger, after it had been depleted completely to the point where the torch turned itself off at 11.62V. The charging starts at 3.6W for about 10 minutes and then jumps to 100W for about half an hour. Then it gradually declines until the charging is completed at a total charging time of about 1 hour. This charging process used a total of 65.44Wh while the battery pack is rated at 61.2Wh, which is very good charging efficiency. The voltage of the battery pack at the end of charging was 16.73V. When used as a Power Bank, the battery pack supports Power Deliver 3.0 up to 100W, with PPS. As shown below, it can provide power at 100W for about 30 minutes. The total energy provided in this scenario was 50.24Wh and the voltage of the battery pack at the end was 12.88V. This means that the battery pack was not completely depleted and could still operate the torch, at the lower levels, but it did not have enough power to be able to provide 100W output. The charging of the battery pack after it has been used in Power Bank mode as above is shown in the following chart. The charging took 49 minutes and used 61.5Wh. The efficiency of the battery pack as a Power Bank is therefore 50.24Wh / 61.5Wh = 82% which is very good. Runtime Charts The Acebeam X75 has Power and Eco modes, which differ mainly on how it handles thermals, or in other words on the temperature the driver tries to keep itself below. It also has a Fan On mode (which Acebeam calls Windy mode) and a Fan Off mode (which Acebeam calls Non-Wind mode). I want to make it clear that the Fan On mode does not mean that the fan is running all the time. On the contrary, the fan is temperature controlled and will run only when and at the speed that is needed. I decided to only test the Acebeam X75 in Fan On mode, as I do not see the point of disabling the fan on such a powerful torch. The torch will still work safely without the fan, as it will regulate itself thermally but as the specs show, it will be severely crippled in high output duration. And to be blunt, I do not see a possible need for aural stealth when you are producing over 60.000 Lumens of light. The first chart shows the full runtime of both emitter options in Power Mode, on Turbo. All the details are noted on the chart. Here are the first 10 minutes of the above chart, in greater detail. The following chart shows the full runtime of both emitter options in Eco Mode, on Turbo. All the details are noted on the chart. I was initially surprised by the fact that the maximum output of the Cree XHP70.2 6500K emitters is higher in Eco mode than in Turbo mode. So, I verified it several times and it is consistent. The only possible explanation is that the limiting factor of the maximum output for the Cree XHP70.2 6500K emitters is the level of power that the battery pack can provide and that the extra power draw of the fan may be limiting the maximum output on Turbo. Of course the fan is only rated at 0.2A, which means that should not be significant. It would be interesting to see how a larger battery pack, with 2 parallel banks of 4 21700 batteries in a row would work with this torch. I am not sure if I would prefer to carry the extra size and weight in order to gain the extra run time and possible extra output, if any, but I would definitely like to have the option. Acebeam may oblige in the near future (wink - wink). Here are the first 10 minutes of the above graph, in greater detail. I also did the full runtime graph on High, for both Power and Eco modes. No surprises here. High in Power mode is the most impressive achievement of this torch, as the sustained output at this level is unrivalled by any other torch in the world! Most impressive! Here are the first 10 minutes, in greater detail. Even in Eco mode, the sustained output on High is impressive. Here are the first 10 minutes of High output in Eco mode, in greater detail. Finally, I proceeded to test Med2 and realised that at this output of 10.000 lumens, there is no difference between Power and Eco modes as the fan hardly ever turned on, at very low speeds. So here is the full Runtime graph for Med2. This is definitely a very useful mode, as it will provide around 10.000 Lumens for an impressive 55 minutes! Conclusion The Acebeam X75 is a very impressive torch. It is the second most powerful torch in the world in maximum brightness and the unrivalled first in sustained high output. It has the best cooling system ever implemented on a torch, which is also user serviceable and it features an intuitive user interface, with Mechanical Lock and the control buttons placed on the very comfortable handle. The design is beautiful and the machining of the host is intricate with no imperfections or sharp edges. Both the black Type-III Hard Anodization and the off-white Micro Arc Oxidation finishes are impeccable! The driver is a fully regulated boost driver which provides 24V for the 3 banks of 4 in a row 6V emitters . It features constant current output without measurable or visible PWM on any of the modes. The Cree XHP70.2 6500K emitters provide the highest Lumen output while the Cree XHP70.3 HI 6500K provide the highest intensity and throw, at the cost of some lost Lumens. That said, they both have plenty of Lumen output and throw and are both just as impressive. The choice is yours, depending on which feature you prioritize. I intend to keep both but I would very much like to see which one you prefer, so leave a comment to let me know. The proprietary battery pack will probably be considered a disadvantage by some users, but realistically you cannot have a safe, high output battery pack of 4 balanced, high drain 21700 Li-Ion cells that can charge at a rate of 100W, provide Power Bank output of 100W and power such a powerful torch without it being a sealed device. The battery pack will charge in 1.5 hours using the included 60W charger or in just 1 hour using the optional 100W charger, which will set you back an extra $47.90. Well worth it, in my opinion, as it is a great quality PD 3.0 charger that you can use to power most of your other devices, including phones and laptops. The most negative thing I have to say about the Acebeam X75 is the location of its charging port, which is under the removable tail cap and inside the threads. Even though this design is indubitably very robust in its simplicity, the removable tail cap feels less luxurious that the rest of the Acebeam X75 and it could be lost or damaged while removed. But the most important issue with the design is that having the USB C socket inside the greased threads caused me to smear the grease on my hands and subsequently all over the torch several times, before I got used to the idea and became mindful enough to avoid doing so. Another thing I would have liked is a lower output mode, as the lowest mode, named Ultra-Low, is actually 900 Lumens. I would have loved an indoor friendly mode that could light up the inside of a room or tent and last for a very long time. Unfortunately, making a driver that is very efficient at high output levels, means that you lose the ability to have very low output levels. How much will the torch with the highest sustainable output in the world set you back? Well, less than I expected to he honest. The price starts at $399.90 for the black Type-III Hard Anodization finish with Cree XHP70.2 6500K emitters and the 60W charger. You can add $47.90 if you want to upgrade to the 100W charger and $45 if you prefer the Cree XHP70.3 HI emitters. The off-white Micro Arc Oxidation finish is $30 extra, but only comes with the XHP70.3 HI emitters, so you have to factor that into the price as well. Therefore, the cheapest configuration available is the black Type-II Hard Anodization with Cree XHP70.2 6500K emitters and 60W charger, at $399.90 and the most expensive configuration available is the off-white Micro Arc Oxidation with (compulsory) Cree XHP70.3 HI 6500K and (optional) 100W charger at $522.80. The prices may seem high to some, but actually the cost per Lumen is lower than most high power torches in the market at this point and that is not even taking into account the excellent quality and high end electronics. Let's list the Pros and Cons of the Acebeam X75: Pros + Highest sustainable output in the world! + The best active cooling solution ever implemented in a torch! + 2nd highest output in the world. + Digitally regulated constant current boost driver which provides stable output and high efficiency (up to 98%) with no PWM. + User serviceable cooling system. + Excellent fit and finish in either black Type-III Hard Anodization or optional off-white Micro Arc Oxidation. + USB type C 60W or 100W charging. + 100W Power Bank functionality with measured 82% efficiency. + Low Voltage Protection. + Smart Temperature Control. + Simple and intuitive User Interface with Mechanical Lock and buttons on the handle. + Replacement fan, extra screws, extra O-Rings and torx wrench provided. + Silicone protective cover with temperature indication. + Excellent quality 100W Power Delivery 3.0 charger (optional) or 60W charger (included). + Excellent quality 1m 100W (20V, 5A) USB C cable provided, with transfer speed capability of up to 20Gbps. + IP68. Cons - Removable Tail Cap. - USB C charging port in the threads of the Tail Cap. - A mode that is lower than 900 Lumens would be useful.  TheLAB.GR Thanks to Acebeam for providing the samples for review Polymeros Achaniotis 15/11/2022
  14. Εισαγωγή Όταν μου προτάθηκε να κάνω review έναν SSD της Kioxia, ομολογώ ότι κάπου είχα ακούσει το όνομα, αλλά θεωρούσα ότι είναι άλλη μία από τις μικρές εταιρείες που αγοράζουν τα εξαρτήματα από τις εταιρίες που τα παράγουν και συναρμολογούν SSD. Φανταστείτε λοιπόν την έκπληξή μου όταν έμαθα ότι η Kioxia δεν είναι παρά η θυγατρική της Toshiba που διαθέτει στην αγορά τα προϊόντα που παράγει η εταιρεία και αφορούν SSDs, SD και MicroSD cards και USB Flash Drives, ό,τι δηλαδή περιέχει Flash Memory. Το προϊόν που θα δούμε σήμερα είναι ο Kioxia Exceria Pro 2TB, που είναι ό,τι καλύτερο έχει να προσφέρει η εταιρία σε consumer SSD. Από τη Συσκευασία μέχρι το Πυρίτιο - Τι ακριβώς αγοράζουμε O Kioxia Exceria Pro 2TB έρχεται στο κουτί που έχουμε πλέον συνηθίσει για την πλειονότητα των NVME SSD με το μαύρο χρώμα να κυριαρχεί, σε συνδυασμό με μια λωρίδα έντονου κόκκινου. Στο εμπρός μέρος βλέπουμε τη φωτογραφία του προϊόντος καθώς και το όνομα του μοντέλου μαζί με τα βασικότερα χαρακτηριστικά του. Στο πίσω μέρος βρίσκουμε κάποιες διευκρινίσεις και επεξηγήσεις καθώς και τους όρους της 5ετούς εγγύησης. Εντός της συσκευασίας βρίσκουμε 2 φυλλάδια, ένα με οδηγίες για την ασφαλή αφαίρεση του drive από τη συσκευασία και τον Quick Start Guide, καθώς και τον ίδιο τον SSD, προστατευμένο από διάφανο πλαστικό. Ο Kioxia Exceria Pro 2TB είναι ένας NVME SSD διαστάσεων Μ.2 2280, με μπλε PCB και όλα τα εξαρτήματα στη μία του πλευρά. Αυτό επιτρέπει τη χρήση του υπολογιστές που δε διαθέτουν τον απαραίτητο χώρο κάτω από τον SSD - σπάνια περίπτωση σίγουρα - καθώς επίσης και στην αποφυγή μεταφοράς θερμότητας από τον ελεγκτή στη NAND Flash που θα μπορούσε να βρίσκεται στην άλλη πλευρά του PCB, στο αντίστοιχο σημείο. Θα προτιμούσα το PCB να ήταν μαύρο, έτσι ώστε να ταιριάζει χρωματικά με τις περισσότερες σύγχρονες μητρικές. Κάτω από το αυτοκόλλητο, βρίσκουμε όλα τα εξαρτήματα με τον ελεγκτή και την μνήμη cache στο κέντρο και τις NAND Flash στις άκρες. Ο ελεγκτής φέρει το όνομα Kioxia TC58NC1210GSE-00-BB και η εταιρία δε δίνει περαιτέρω πληροφορίες σχετικά με τις δυνατότητές του, πέρα από το ότι είναι σχεδιασμένος για να εκμεταλλευτεί πλήρως την ταχύτητα του διαύλου PCIe 4.0. Σύμφωνα όμως με πληροφορίες που βρήκα στο διαδίκτυο και με δεδομένο ότι η Kioxia παράγει μνήμες NAND αλλά όχι ελεγκτές SSD, ο Kioxia TC58NC1210GSE-00-BB δεν είναι παρά ένας rebranded Phison E18, του οποίου το interface είναι το PCIe Gen4x4 NVMe, οι υποστηριζόμενες χωρητικότητες έως 8TB και οι ταχύτητες φτάνουν τα Sequential Read/Write (up to): 7.400/7.000 MB/s και Random Read/Write (up to): 1.000.000/1.000.000 IOPS. Η μέγιστη θερμοκρασία λειτουργίας (Tj max) είναι οι 125°C, ενώ το Datasheet μας λέει ότι υποστηρίζονται End-To-End Data Path Protection και SmartECC, καθώς επίσης και πρωτόκολλα ασφαλείας AES 128/256 bit, SHA 160/256/512, RSA 4096, TCG & Opal 2.0, Pyrite, Sanitize and Crypto Erase. Εν τούτοις, δυστυχώς, όπως θα δούμε παρακάτω, ο Kioxia Exceria Pro 2TB δεν υποστηρίζει hardware encryption. H μνήμη cache του drive παρέχεται από το DRAM chip της SKhynix που βρίσκεται δίπλα ακριβώς στον ελεγκτή. Το DRAM chip που χρησιμοποιήθηκε είναι το SKhynix H5ANΑG6NCJ το οποίο είναι χωρητικότητας 16Gb, δηλαδή 2GB. Tα συγκεκριμένα DRAM chips είναι DDR4 με συχνότητα λειτουργίας τα 3200MHz. Τα 4 chips NAND που χρησιμοποιεί ο Kioxia Exceria Pro 2TB είναι τα Toshiba TH58LKT2T45BA8H που είναι 112-Layer 3D TLC BiCS5 NAND Flash chips. Πρόκειται για 3D chips με 8 επίπεδα και 512Gbit ανά επίπεδο, συνεπώς με χωρητικότητα 512GB ανά chip. O Kioxia Exceria Pro 2TB διαθέτει όπως είδαμε 4 τέτοια chips, που του δίνουν τη συνολική χωρητικότητα των 2TB. Τέλος, βλέπουμε την τροφοδοσία του drive, που ελέγχεται από το chip της Phison PS6108-22, κάτι που με έκανε εξ αρχής να υποψιαστώ ότι πιθανώς και ο ελεγκτής να είναι κάποιο μοντέλο της Phison, rebranded. Τεχνικά Χαρακτηριστικά Τα τεχνικά χαρακτηριστικά του Kioxia Exceria Pro 2TB, ακριβώς όπως αναφέρονται στην ιστοσελίδα της Kioxia, φαίνονται στον παρακάτω πίνακα. Ξεχωρίζουν οι υψηλές ταχύτητες ανάγνωσης και εγγραφής, 7300MB/s και 6400MB/s αντίστοιχα, ενώ λάμπει δια της απουσίας της η δυνατότητα hardware encryption. Συνοδευτικό Λογισμικό Η Kioxia προσφέρει το δικό της SSD Utility που συνοδεύει τα προϊόντα της και είναι καλοσχεδιασμένο και πλήρες. Χωρίζεται σε 6 tabs στην κορυφή, κάθε ένα από τα οποία μπορεί να έχει σελίδες, οι οποίες επιλέγονται από το μενού που βρίσκεται κάτω από το επιλεγμένο drive (αν υπάρχουν πάνω από 1 drives της Kioxia εγκατεστημένα) κάτω αριστερά. Το πρώτο tab είναι το Overview, του οποίου η πρώτη σελίδα είναι το Dashboard. Σε αυτό βλέπουμε χρήσιμες πληροφορίες για το drive, συγκεντρωμένες σε μία σελίδα, όπως τη χωρητικότητα, το interface, την υγεία, τη θερμοκρασία και την έκδοση firmware. Η δεύτερη σελίδα του tab Overview είναι η SSD Details, στην οποία βρίσκουμε κάποιες επιπλέον λεπτομέρειες σχετικά με το επιλεγμένο drive. Η τρίτη σελίδα του tab Overview είναι η System Details στην οποία βλέπουμε πληροφορίες σχετικά με το σύστημά μας. Η τέταρτη και τελευταία σελίδα του tab Overview είναι το SMART, όπου βλέπουμε τις πληροφορίες που παρέχει το σύστημα SMART του drive. Το δεύτερο tab είναι το Tuner, του οποίου η πρώτη σελίδα περιέχει ένα απλό benchmark. Η δεύτερη και τελευταία σελίδα του tab Tuner ονομάζεται SSD Tuner και μας επιτρέπει να επιλέξουμε πόσο χώρο του drive θέλουμε να διαθέσουμε για over provisioning. Το τρίτο tab ονομάζεται Maintenance και περιέχει 3 σελίδες, η πρώτη εκ των οποίων ονομάζεται Updates και επιτρέπει την αναβάθμιση του firmware του drive, τόσο απ' ευθείας από το διαδίκτυο όσο και από κάποιο αρχείο που έχουμε αποθηκευμένο στο σύστημά μας. Σε περίπτωση που το firmware του συγκεκριμένου drive δεν μπορεί να να αναβαθμιστεί απ' ευθείας μέσα από το λειτουργικό μας σύστημα, διαθέτει εργαλείο δημιουργίας εκκινήσιμου flash drive που θα χρησιμοποιηθεί για την αναβάθμιση του firmware. Η δεύτερη σελίδα του tab Maintenance είναι η Tools και περιέχει εργαλεία Advanced Format και Secure Erase για το drive. Η τρίτη και τελευταία σελίδα του tab Maintenance είναι η Alerts, στην οποία μπορούμε να δούμε ενεργά και παρελθόντα Alerts που αφορούν το drive. Το τέταρτο tab ονομάζεται Security και είναι απενεργοποιημένο καθώς ο Kioxia Exceria Pro 2TB δεν υποστηρίζει hardware encryption. Το πέμπτο tab ονομάζεται Settings και περιέχει μόνο την ομώνυμη σελίδα, από την οποία μπορείτε να επιλέξετε τις παραμέτρους λειτουργίας του Kioxia SSD Utility. Το έκτο και τελευταίο tab ονομάζεται Help και περιέχει μόνο την ομώνυμη σελίδα, από την οποία μπορείτε να επικοινωνήσετε με την τεχνική υποστήριξη της εταιρίας και να δημιουργήσετε μια αναφορά που ενδεχομένως να σας ζητήσουν για να μπορέσουν να σας βοηθήσουν στην επίλυση κάποιου προβλήματος. Σύστημα Δοκιμών και Μεθοδολογία Για το συγκεκριμένο review χρησιμοποιήθηκαν 2 συστήματα δοκιμών. Το ένα είναι το γνωστό μας benchtable που είναι στημένο πάνω στην Asrock Z97X Killer. Ο επεξεργαστής είναι ο Intel G3258 Anniversary Edition που παρέμεινε δροσερός χάρη στην Corsair Hydro Series H100i GTX. Η μνήμη είναι στα 8GB που υπερκαλύπτουν τις απαιτήσεις μας στα συγκεκριμένα τεστ, το τροφοδοτικό είναι το Cooler Master V650 και το σύστημα είναι στημένο στο Cooler Master Test Bench V1.0. Καθώς η M.2 υποδοχή της Asrock Z97X Killer υποστηρίζει μόνο PCIe 3.0 2X και όχι 4X, χρησιμοποιήθηκε ένας μετατροπέας PCIe 4X σε M.2. Ευχαριστούμε θερμά την Asrock, την Cooler Master και την Corsair για τα εξαρτήματα που μας παρείχαν για την κατασκευή του συστήματος δοκιμών! Παρακάτω βλέπετε τις πλήρεις προδιαγραφές του συστήματος δοκιμών. Καθώς όμως ο Kioxia Exceria Pro 2TB υποστηρίζει, όπως μαρτυράει το όνομά του, PCIe 4.0 και μάλιστα το χρειάζεται για να αποδώσει τα μέγιστα των επιδόσεών του, οι οποίες ξεπερνούν τις δυνατότητες του πρωτοκόλλου PCIe 3.0, οι δοκιμές έγιναν και σε ένα σύστημα με επεξεργαστή AMD Ryzen 3900X και μητρική την ASUS ROG Strix B550-A Gaming. Το σύστημα αυτό υποστηρίζει το πρωτόκολλο επικοινωνίας PCIe 4.0 και επιτρέπει στον Kioxia Exceria Pro 2TB να δείξει τις πλήρεις δυνατότητές του. Ευχαριστώ θερμά τον φίλο και συνεργάτη David Popeck που μας διέθεσε το σύστημά του για τις δοκιμές. Παρακάτω βλέπετε τις πλήρεις προδιαγραφές του συστήματος δοκιμών με πρωτόκολλο επικοινωνίας PCIe 4.0. Το λειτουργικό σύστημα πάνω στο οποίο γίνονται οι δοκιμές είναι τα Windows 10 Pro 64bit. Οι δοκιμές στις οποίες θα υποβάλουμε τον Kioxia Exceria Pro 2TB χωρίζονται σε 3 κατηγορίες: Συνθετικά Benchmarks Χρήση των Program Traces του PCMark 8 για να δούμε τη συμπεριφορά του drive σε καθημερινή χρήση. Ανάλυση σε βάθος Οι μετρήσεις θα γίνουν και στα 2 παραπάνω συστήματα για να δούμε τις επιδόσεις του drive τόσο σε PCIe 4.0 όσο και σε PCIe 3.0 και θα συγκριθούν με τον Corsair Force Series Gen.4 PCIe MP600 Pro 2TB, τον Corsair Force Series Gen.4 PCIe MP600 2TB, τον Corsair Force Series MP510 960GB, τον Corsair Force Series MP400 4TB και τον Samsung 970 EVO 250GB. Δυστυχώς δεν είχαμε διαθέσιμο κάποιον Samsung 970 EVO αντίστοιχης χωρητικότητας και καθώς οι επιδόσεις των εγγραφών επηρεάζονται ιδιαιτέρως από το πλήθος των πακέτων NAND και ο Samsung 970 EVO 250GB διαθέτει 2 πακέτα NAND έναντι των 4 των άλλων 2 SSD, αυτό θα ληφθεί υπ' όψιν στη διεξαγωγή των συμπερασμάτων. Μείνετε συντονισμένοι. Μετά τις δοκιμές ακολουθεί σχολιασμός, βαθμολογία και συμπεράσματα. Benchmarks Ξεκινάμε με το ATTO. To ATTO είναι το μακράν πιο γενναιόδωρο benchmark όσον αφορά τα θετικά αποτελέσματα ταχύτητας και γι' αυτό οι περισσότερες εταιρείες το χρησιμοποιούν για να δηλώσουν τις μέγιστες επιδόσεις σειριακής ανάγνωσης και εγγραφής των drives τους. Ο Kioxia Exceria Pro 2TB ξεκινάει με εξαιρετικές επιδόσεις που, τόσο στις αναγνώσεις όσο και στις εγγραφές αγγίζουν τις υποσχόμενες από την εταιρία. Απρόσμενα όμως, οι επιδόσεις τόσο των αναγνώσεων όσο και των εγγραφών, πέφτουν. Αυτό με έκανε να σκεφτώ ότι ίσως τελικά ο ελεγκτής της Phison, τον οποίο έχουμε δει να χρησιμοποιείται και σε άλλους SSD, αλλά με ψύκτρα, να χρειάζεται κάποια ψύξη για να μπορεί να αποδώσει τα μέγιστα, χωρίς να αναγκάζεται να κάνει throttling λόγω υπερθέρμανσης. Έβαλα λοιπόν τον Kioxia Exceria Pro 2TB κάτω από την ψύκτρα που έτσι κι αλλιώς διαθέτει η μητρική της δοκιμής, όπως και οι περισσότερες και αμέσως το πρόβλημα διορθώθηκε και οι υψηλές επιδόσεις του drive παρέμειναν σταθερές. Τι μας λέει αυτό; Ουσιαστικά ότι ο Kioxia Exceria Pro 2TB χρειάζεται κάποια ψύξη για να έχει τη μέγιστη απόδοση. Με δεδομένο ότι οι περισσότερες μητρικές πλέον έρχονται με ψύκτρες για τους SSD, αυτό δεν μοιάζει να είναι μεγάλο πρόβλημα. Η απουσία ψύκτρας μάλιστα κάνει τον Kioxia Exceria Pro 2TB συμβατό με φορητούς υπολογιστές που δεν έχουν χώρο για ψύκτρα, αλλά με την παραδοχή ότι οι επιδόσεις δε θα είναι οι μέγιστες, σε εντατική χρήση. Όλα αυτά βέβαια με τη χρήση του PCIe 4.0, ενώ στη μέτρηση με PCIe 3.0 το drive περιορίζεται από τις δυνατότητες του PCIe 3.0. Παρακάτω παραθέτω τα αποτελέσματα άλλων drives, για σύγκριση. Στα αποτελέσματα του CrystalDiskMark 6.0.2 βλέπουμε ότι οι επιδόσεις του Kioxia Exceria Pro 2TB είναι αντίστοιχες με του Corsair Force Series Gen.4 PCIe MP600 Pro 2TB, κάτι λογικό εφ' όσον τα 2 drives έχουν τον ίδιο ελεγκτή και την ίδια ποσότητα μνήμης cache, ενώ διαφέρουν μόνο στη NAND. Βέβαια αυτό δίνει σημαντικές διαφορές, με τον Kioxia Exceria Pro 2TB να υπερτερεί μόνο στην ταχύτητα σειριακής ανάγνωσης ενώ υπολείπεται σε όλες τις άλλες δοκιμές. Η παρουσία ή απουσία ψύκτρας, δεν επηρεάζει τις επιδόσεις του Kioxia Exceria Pro 2TB σε αυτό το benchmark. Στο AS SSD Benchmark ο Kioxia Exceria Pro 2TB αλλού κερδίζει και αλλού χάνει από τους κύριους ανταγωνιστές του, όσον αφορά τις δοκιμασίες αναγνώσεων και εγγραφών αλλά στις δοκιμασίες copy φαίνεται να πάσχει και υπολείπεται σημαντικά. Η παρουσία ή απουσία ψύκτρας, δεν επηρεάζει τις επιδόσεις του Kioxia Exceria Pro 2TB σε αυτό το benchmark. Το Anvil's Storage Utilities benchmark φαίνεται να είναι το φόρτε του Kioxia Exceria Pro 2TB ο οποίος πέτυχε τις καλύτερες επιδόσεις που έχουμε δει έως τώρα, τόσο σε αναγνώσεις όσο και σε εγγραφές. Η παρουσία ή απουσία ψύκτρας, δεν επηρεάζει τις επιδόσεις του Kioxia Exceria Pro 2TB σε αυτό το benchmark. Τα AIDA64 Average Read και Write Access δείχνουν ότι ο Kioxia Exceria Pro 2TB είναι ένα drive που ανταποκρίνεται πολύ γρήγορα στις εντολές που λαμβάνει, πετυχαίνοντας τις καλύτερες επιδόσεις που έχουμε δει έως τώρα. Η παρουσία ή απουσία ψύκτρας, δεν επηρεάζει τις επιδόσεις του Kioxia Exceria Pro 2TB σε αυτό το benchmark. Τα παραπάνω συμπεράσματα φαίνεται να επιβεβαιώνονται και από τα αποτελέσματα του HD Tune Pro Random Read και Write Access, όπου γίνεται αισθητή και η ανάγκη χρήσης ψύκτρας για την επίτευξη των μέγιστων επιδόσεων. Τα συνολικά αποτελέσματα των benchmarks δείχνουν ότι ο Kioxia Exceria Pro 2TB έχει εξαιρετικές επιδόσεις που ανταγωνίζονται αυτές που είχαμε δει στον Corsair Force Series Gen.4 PCIe MP600 Pro 2TB. Program Traces - PCMark 8 Το drive benchmark του PCMark 8 χρησιμοποιεί traces χρήσης πραγματικών προγραμμάτων για να προσομοιώσει τη συμπεριφορά και τις επιδόσεις ενός drive κατά την πραγματική χρήση. Σε αυτές τις δοκιμές δε βλέπουμε γενικά ουσιώδεις διαφορές μεταξύ των drives, καθώς εξαρτώνται από την ανάγνωση και εγγραφή μικρών αρχείων, όπου οι διαφορές στις επιδόσεις περιορίζονται. Εντούτοις, αν κάποιος κοιτάξει προσεκτικά, μπορεί να δει κάποιες μικρές διαφορές, οι οποίες είναι επί το πλείστον υπέρ του Kioxia Exceria Pro 2TB. Ανάλυση σε βάθος Σε αυτό το τμήμα του review, θα χρησιμοποιήσουμε κάποιες πιο εξειδικευμένες δοκιμασίες για να δούμε τη συμπεριφορά του drive με περισσότερη λεπτομέρεια. Συγκεκριμένα θα χρησιμοποιήσουμε το Disk Benchmark του AIDA64. Στο πρώτο διάγραμμα βλέπουμε την ταχύτητα ανάγνωσης σε όλη την έκταση του drive, με διασύνδεση PCIe 4.0 και με ψύκτρα, στο δεύτερο διάγραμμα με διασύνδεση PCIe 4.0, χωρίς ψύκτρα και στο τρίτο με διασύνδεση PCIe 3.0 (εδώ η ψύκτρα είναι περιττή καθώς δεν ζορίζεται ο ελεγκτής). Παρατηρούμε ότι η ταχύτητα ανάγνωσης δεν επηρεάζεται από την ύπαρξη ή όχι ψύκτρας. Στα επόμενα 2 διαγράμματα βλέπουμε την ταχύτητα ανάγνωσης του Corsair Force Series Gen.4 PCIe MP600 Pro 2TB με διασύνδεση PCIe 4.0 και PCIe 3.0 αντίστοιχα. Οι διαφορές στις επιδόσεις μεταξύ αυτού και του Kioxia Exceria Pro 2TB είναι αμελητέες. Οι εγγραφές αποκαλύπτουν τη γνωστή πονεμένη ιστορία όλων των SSD που χρησιμοποιούν TLC. Βλέπετε, οι TLC NAND δεν έχουν καλές ταχύτητες εγγραφής. Γι' αυτό οι εταιρείες δε διαφημίζουν ποτέ αυτή την ταχύτητα. Αντιθέτως, χρησιμοποιούν ένα μέρος της TLC NAND σε λειτουργία SLC. Όπα φίλε, μισό λεπτό! Τι είναι αυτό το TLC και τι είναι το SLC που μας λες; OK, μικρή ανάλυση λοιπόν, για να είμαστε στην ίδια σελίδα. Να με συγχωρήσουν οι γνώστες και τελειομανείς που θα είναι πολύ εκλαϊκευμένη η εξήγηση και οι μη σχετικοί που θα είναι πολύ "επιστημονική", αλλά πρέπει να συναντηθούμε κάπου στη μέση. Το κάθε κελί μνήμης τύπου NAND, μπορεί να αποθηκεύσει μία ηλεκτρική τάση και να την κρατήσει εκεί. Στην περίπτωση του πρώτου τύπου NAND που χρησιμοποιήθηκε σε SSD, τον τύπο SLC (Single Level Cell) αν υπάρχει ηλεκτρική τάση, αυτό σημαίνει αξία 1 και αν δεν υπάρχει, αξία 0. Αυτό για τον υπολογιστή είναι ένα bit και 8 bits μας κάνουν ένα byte. Στην SLC NAND λοιπόν, κάθε κελί αποθηκεύει 1 bit και ο Controller έχει την πολύ εύκολη δουλειά να ξεχωρίσει ανάμεσα σε τάση και όχι τάση, πράγμα που γίνεται με πολύ μεγάλη ταχύτητα και ακόμη και αν το κελί έχει παλιώσει και φθαρεί. Συνεπώς η SLC NAND είναι πολύ γρήγορη και πολύ ανθεκτική στις εγγραφές που φθείρουν τα κελιά της. Αποθηκεύει όμως 1 μόνο bit ανά κελί. SLC NAND βρίσκαμε μόνο σε Enterprise level SSDs γιατί παρά τα πλεονεκτήματά της, είναι πολύ ακριβή. Και τώρα πλέον, ούτε καν εκεί. H MLC NAND αποθηκεύει 2 bit σε κάθε κελί. Ναι, αλλά εμείς είπαμε ότι το μόνο που αποθηκεύει ένα κελί NAND είναι μια ηλεκτρική τάση. Πώς λοιπόν μια ηλεκτρική τάση μπορεί να αντιστοιχιστεί σε 2 bit, δηλαδή σε ένα οποιονδήποτε διψήφιο συνδυασμό από 0 και 1; Απλό! Οι συνδυασμοί αυτοί κατά το νόμο των πιθανοτήτων είναι 22 δηλαδή 4 και συγκεκριμένα οι 00, 01, 10, και 11. Αν θεωρήσουμε ότι η απουσία ηλεκτρικής τάσης αντιστοιχεί στο 00, θα χρειαστούμε 3 διαφορετικές ηλεκτρικές τάσεις για να αντιστοιχίσουμε στις υπόλοιπες τιμές. Κάπως έτσι λειτουργεί η MLC. Είναι πλέον προφανές ότι η MLC θα λειτουργεί πιο αργά από την SLC, καθώς ο ελεγκτής θα πρέπει να ξεχωρίσει 4 διαφορετικές καταστάσεις του κάθε κελιού, συμπεριλαμβανομένων 3 διαφορετικών ηλεκτρικών τάσεων. Συνεπώς το σύστημα θα λειτουργεί πιο αργά και επιπλέον θα είναι πιο επιρρεπές στη φθορά των κελιών κατά τις εγγραφές και θα έχει μικρότερη διάρκεια ζωής. Εν τούτοις, η MLC NAND είναι εξαιρετική λύση για οικιακή χρήση, που όμως - δυστυχώς - εγκαταλήφθηκε πλέον από όλους τους κατασκευαστές, προκειμένου να μειώσουν το κόστος κατασκευής, χρησιμοποιώντας TLC (και σε κάποιες περιπτώσεις QLC) NAND. Η TLC NAND, που χρησιμοποιεί ο Kioxia Exceria Pro 2TB, όπως και τα 4 drives με τα οποία τον συγκρίνουμε (ο MP400 χρησιμοποιεί την πιο αργή QLC), αποθηκεύει 3 bit σε κάθε κελί! Αυτό σημαίνει 23 δηλαδή 8 διαφορετικούς συνδυασμούς (000, 001, 010, 100, 011, 110, 101, 111). Κατά αναλογία με πριν, έχουμε εκτός από την απουσία τάσης, 7 διαφορετικές τιμές που κάνει πολύ πιο δύσκολη τη δουλειά του Controller. Εδώ πλέον οι εγγραφές γίνονται πολύ αργές. Η δε φθορά των κελιών που προκαλείται από τους κύκλους εγγραφών είναι ακόμα πιο σημαντική και η ζωή των κελιών πολύ πιο μικρή. Για να το αντιμετωπίσουν αυτό οι εταιρείες και να κάνουν τη χρήση TLC NAND μια βιώσιμη λύση για τους SSD, χρησιμοποιούν κάποια τεχνάσματα που βασίζονται σε πολύπλοκους και ισχυρούς ελεγκτές και εξειδικευμένο firmware. Το πιο βασικό τέχνασμα είναι να χρησιμοποιούν ένα μέρος της ελεύθερης TLC NAND σε λειτουργία SLC, εν είδει cache. Δηλαδή οι εγγραφές πραγματοποιούνται στην SLC cache σε πραγματικό χρόνο και αργότερα, το drive με την ησυχία του περνάει τα δεδομένα στην πολύ πιο αργή TLC NAND. Φυσικά οι εταιρείες δεν το διαφημίζουν αυτό και ο μέσος χρήστης νομίζει ότι αγοράζει drive με ταχύτητες εγγραφής που μπορεί να πετύχει η NAND του drive όταν λειτουργεί ως SLC cache ενώ η αλήθεια είναι πολύ πιο πικρή. Γι' αυτό βλέπουμε TLC drives που είναι πολύ πιο οικονομικά από τα MLC να διαφημίζουν υψηλότερες ταχύτητες, αυτές της πολύ γρήγορης SLC cache, η οποία όμως όταν τελειώνει κατά τη διάρκεια μεγαλύτερων εγγραφών, ξαφνικά στέλνει τις επιδόσεις βόλτα και μάλιστα με τα πόδια! Πόση σημασία έχει αυτό στην πράξη; Μεγάλη κουβέντα και οι απόψεις διίστανται. Σε μια απλή χρήση που βασίζεται κυρίως σε αναγνώσεις και λίγες εγγραφές, τα TLC drives τα πάνε μια χαρά. Όταν τα πράγματα ζορίζουν και χρειάζονται μεγαλύτερες και συχνότερες εγγραφές που δε δίνουν χρόνο στην SLC cache των TLC drives να αδειάσει τα δεδομένα της και να είναι έτοιμη για την επόμενη χρήση, ίσως θα ήταν καλύτερη η χρήση ενός SSD με MLC NAND. Τώρα που ξέρουμε λοιπόν, ας πάμε να δούμε πώς συμπεριφέρεται ο Kioxia Exceria Pro 2TB στις εγγραφές. Όπως βλέπουμε στο πρώτο γράφημα που αφορά τον Kioxia Exceria Pro 2TB σε PCIe 4.0 και με χρήση ψύκτρας, το drive ξεκινάει τις εγγραφές με εξαιρετική ταχύτητα, κοντά στα 5700MB/s. Δεν φτάνει βέβαια τις επιδόσεις που υπόσχεται η εταιρία και που μπορεί να επιτευχθούν (και επιτεύχθηκαν κατά τις δοκιμές μας) μόνο σε κάποια συνθετικά benchmarks, αλλά φτάνει αρκετά κοντά σε αυτές και τις διατηρεί για πάνω από το 35% της χωρητικότητας του drive! Εντυπωσιακό! Καθώς το drive είναι εντελώς άδειο, έχει τη δυνατότητα να χρησιμοποιήσει ένα πολύ μεγάλο μέρος της TLC NAND του ως SLC cache, που σε σύνδεση PCIe 4.0 φαίνεται ότι είναι κοντά στο 37%. Στο δεύτερο γράφημα έχουμε τον Kioxia Exceria Pro 2TB με διασύνδεση PCIe 4.0 αλλά χωρίς ψύξη και βλέπουμε σε αντίθεση με τις αναγνώσεις, οι εγγραφές θερμαίνουν τον ελεγκτή και υπάρχει σημαντικό thermal throttling. Εν τούτοις η ταχύτητα διατηρείται αρκετά υψηλά, σχεδόν στο μέγιστο που είχαμε και με ψύξη, για περίπου το 9% της χωρητικότητας του drive. Αυτό σημαίνει ότι σε φυσιολογικές συνθήκες χρήσης, όπου μπορεί να γίνει ανάγνωση ολόκληρου του drive χωρίς thermal throttling και εγγραφή σημαντικού τμήματος αυτού επίσης χωρίς thermal throttling, η χρήση ψύκτρας είναι προαιρετική. Βέβαια, όπως φαίνεται από το διάγραμμα, η συνεχιζόμενη χρήση του drive σε λειτουργία εγγραφών και χωρίς χρήση ψύξης, μπορεί να ρίξει τις επιδόσεις του σε πολύ χαμηλά επίπεδα! Σε σύνδεση PCIe 3.0 η SLC Cache φαίνεται να είναι κάτι παραπάνω από το 10% και το thermal throttling αμελητέο. Όλα αυτά βέβαια είναι θέμα επιλογών της εταιρίας στο firmware αλλά σε κάθε περίπτωση θα έχουν όλο και λιγότερη σημασία, όσο περισσότερο γεμίζουμε το drive. Όσο πιο γεμάτο είναι τo drive, τόσο λιγότερη περίσσεια NAND θα έχει για να τη χρησιμοποιεί σε μορφή SLC cache και όλο και περισσότερο θα βασίζεται στην πραγματική ταχύτητα της TLC NAND που φαίνεται στα τελευταία μέρη των γραφημάτων. Στα παρακάτω 2 γραφήματα, βλέπουμε τις επιδόσεις του Corsair Force Series Gen.4 PCIe MP600 Pro 2TB στις εγγραφές, με διασύνδεση PCIe 4.0 και PCIe 3.0 αντίστοιχα. Παρατηρούμε ότι και εδώ υπάρχει thermal throttling σε διασύνδεση PCIe 4.0, παρά την ύπαρξη ψύκτρας. Συμπεράσματα και βαθμολογία - Το δια ταύτα Ο Kioxia Exceria Pro 2TB είναι το κορυφαίο μοντέλο consumer grade NVME SSD που προσφέρει η Kioxia, η θυγατρική της Toshiba δηλαδή που διαχειρίζεται τα προϊόντα της εταιρείας με NAND Flash. Χρησιμοποιεί τον γνωστό ελεγκτή Phison Ε18, Rebranded ως Kioxia TC58NC1210GSE-00-BB, 2GB DDR4 cache της SKhynix στα 3200MHz και 2TB 112-Layer 3D TLC BiCS5 NAND Flash της Toshiba. Οι επιδόσεις του είναι κορυφαίες, συγκρίσιμες με αυτές που είδαμε να έχει και ο Corsair Force Series Gen.4 PCIe MP600 Pro 2TB, αλλά υστερεί στο γεγονός ότι δεν υποστηρίζει hardware encryption. Η επιλογή μη χρήσης ψύκτρας και τοποθέτησης όλων των εξαρτημάτων στη μία πλευρά του PCB τον κάνει συμβατό με φορητούς υπολογιστές και δεν επηρεάζει καθόλου τις επιδόσεις των αναγνώσεων. Όσον αφορά τις εγγραφές όμως, παρατεταμένη και εντατική χρήση εγγραφών χωρίς τη χρήση ψύκτρας (που έτσι κι αλλιώς φέρουν οι μακράν περισσότερες μητρικές στις υποδοχές τους για NVME SSD) θα επιφέρει thermal throttling και σημαντική πτώση της ταχύτητας, σενάριο που πάντως είναι εξαιρετικά σπάνιο σε πραγματική χρήση. Δυστυχώς, παρά το γεγονός ότι ο ελεγκτής της Phison διαθέτει τη δυνατότητα, ο Kioxia Exceria Pro 2TB δεν προσφέρει hardware encryption. Το κόστος για να αποκτήσει κάποιος τον Kioxia Exceria Pro 2TB στην Ελληνική αγορά τη στιγμή που γράφεται το παρόν review ξεκινάει από τα 378€, συμπεριλαμβανομένου του ΦΠΑ (χωρίς κόστος μεταφορικών). Με δεδομένο ότι το αντίστοιχο κόστος για τον εφάμιλλο Corsair Force Series Gen.4 PCIe MP600 Pro 2TB (ο οποίος διαθέτει επιπλέον και hardware encryption) ξεκινάει από τα 308.25€, δε θεωρώ ότι η τιμή αυτή είναι ανταγωνιστική. Ας δούμε συνοπτικά τα πλεονεκτήματα και τα μειονεκτήματα του Kioxia Exceria Pro 2TB: + Εξαιρετικές επιδόσεις σε PCIe 4.0 + Εξαιρετικές επιδόσεις σε PCIe 3.0 + 5ετής εγγύηση + 800TBW + Συμβατότητα με φορητούς υπολογιστές + Πλήρες και καλοσχεδιασμένο software - Το κόστος αγοράς δεν είναι ανταγωνιστικό σε σχέση με αντίστοιχα προϊόντα - Δεν υποστηρίζει hardware encryption Με βάση τα παραπάνω, η συνολική βαθμολογία του Kioxia Exceria Pro 2TB είναι:  theLAB.gr Ευχαριστούμε θερμά την Kioxia για την παραχώρηση του δείγματος της δοκιμής. Πολύμερος Αχανιώτης 23/05/2022
  15. Introduction Having someone to hold your torch so you can have both hands free is useful in many situations, especially if they are good at pointing it where you want to see and of course, not in your eyes. When no such brilliant helper can be found, a head torch can do just as good a job. Head torches come in many different varieties, ranging from low CRI - high output, to illuminate large areas to high CRI - low output, for illuminating closer, with better quality light. Sofirn sent us one of their head torches to review, that can combine both: The Sofirn HS20. The Sofirn HS20 is a dual head lamp, with independent controls for a high output - low CRI and a low(er) output - high CRI emitter. This sounds like a brilliant idea, so let's delve into it and see how they've done! Unboxing The Sofirn HS20 comes in a generic brown box with the company logo stamped on the top and a sticker specifying the exact model it contains. The torch and all the accessories are tucked inside in no particular order. The accessories include a 1m (3ft) long USB A to USB C charging cable, 2 spare O-rings, the head strap and the manual. The torch itself comes protected in a bubble-wrap bag. There is a label on the torch, held with a rubber band, reminding the end user to remove the insulation paper from the battery (which is shipped inside the torch) so the torch can function. The design of the Sofirn HS20 makes it a dedicated head torch, as it is not convenient to operate in hand. It consists of a tube, with 2 end caps and a protrusion in the middle of the tube, which houses the 2 emitters and their optics. On top of the protrusion there are 2 buttons, to control the 2 emitters separately. The emitter on the left (as you face the torch) is a Cree XHP50.2 inside an orange peel reflector. Despite being marketed as a spotlight, this configuration with a large dye emitter and a shallow, orange peel reflector is not going to focus the light into a narrow beam and have a lot of throw. I consider it instead to be the high output option. The emitter on the right is a Samsung LH351D CRI90 behind a TIR optic, which is protected by a glass lens. This is marketed as a flood light and indeed the TIR optic makes it floody. It is also the high CRI, lower output option. One of the end caps is marked with the USB symbol. The other has the mandatory CE / RoHS / do not throw in the bin markings. Unscrewing the USB marked end cap reveals the USB C charging port. Unscrewing the other end cap reveals the battery, with the insulating paper on top. The battery is a Sofirn branded, button top, 3000mAh, 18650, Li-Ion battery. A brass puck at the back of the driver PCB makes contact with the positive terminal of the battery while a thick, good quality spring on the end cap makes contact with the negative terminal. The torch fits securely in the silicone cradle of the head band and the straps are soft and adjustable. Build Quality The build quality of the Sofirn HS20 is... OK. All parts fit together nicely and the anodization is uniform but there are some milling defects that can be seen under the anodization, especially on the edges of the milled grooves at the back. This has no functional consequences whatsoever, of course, but it detracts from the aesthetics. Specifications The specifications of the Sofirn HS20 as found on the company's website can be viewed below. The high output Cree XHP50.2 emitter has a CCT of 6000K-6500K and a CRI of 70 while the high CRI Samsung LH351D emitter has a CCT of 5000K and a CRI of 90. The USB C port facilitates fast charging with 2A current and can charge the included battery in 2.5 hours. User Interface The Sofirn HS20 features one switch per emitter, for fully independent control. From OFF: Click throw / flood button to turn on throw / flood emitter. Press and hold to select modes low / medium / high. Click to turn off. Double click throw / flood button to turn on throw / flood emitter on Turbo. Click to turn off. Triple click any button to activate lock out. The flood emitter will flash twice. Clicking any button while in lock out mode will make the flood emitter flash twice to indicate the torch is in lock out mode. Triple click throw / flood button to go out of lockout mode and turn on the throw / flood emitter. Press and hold throw / flood button to turn on throw / flood emitter on Eco mode. Keep holding for more then 1sec to go to and cycle through the standard modes: low / medium / high. Click to turn off. From ON: Click the throw / flood button to turn off the throw / flood emitter. Double click the throw / flood button to go to Turbo on the throw / flood emitter. Click to return to the previous mode. Triple click any button to cycle through throw / flood / throw + flood. Long press the throw / flood button to select modes low / medium / high on the throw / flood emitter. Click to turn off. The switches are also lit, to provide information on the battery level. Modes and Run Times The Sofirn HS20 has 5 modes for each emitter: Eco, Low, Medium, High and Turbo. The output of each mode for each emitter as well as the 2 emitters combined together, according to Sofirn, is shown in the following table. My measurements are in the table below in orange, while the company specifications are in black. It looks like the specifications of the Sofirn HS20 are quite accurate! Size Comparison Here is a side by side photo of the Sofirn HS20 with the Sofirn HS10. The Sofirn HS20 is quite compact for a dual emitter head torch with a 18650 battery. Photometry I took some photometry readings with an Opple Light Master Pro. The results are in the following table. The CCTs of both emitters seem to be warmer than spec. The CRI readings are what is expected. On the other hand, it looks like the Opple Light master pro has trouble reading the Duv of the Cree XHP50.2 emitter, which, as you can see in the following photos, taken with a white balance of 5500K, is definitely not on the rosy side. The photos show the Sofirn HS20 on the right, compared to the Sofirn HS10 on the left. The Sofirn HS10 uses a Samsung LH351D 5000K emitter, which is the same with the Sofirn HS20 flood emitter. On the first photo we see the Sofirn HS20 spot light, on the second the flood light and on the third, both. Beam Profile As there are 2 emitters with their separate optics in the Sofirn HS20, we have 2 beam profiles and of course, the combination of both. The first photo shows the beam profile of the spotlight, with the Cree XHP50.2 emitter and the shallow, orange peal reflector. The second photo shows the beam profile of the floodlight, with the Samsung LH351D emitter and the TIR optic. It is obvious that the first has a tighter hot spot than the second and as it also has more output, it is certain it will throw further. In the last photo, we have the combined beam profile of both emitters. Beam Shots Here are some beam shots of the Sofirn HS20 flood light, spot light and dual emitters, at Low, Medium, High and Turbo. The following video shows a comparison of the Sofirn HS20 to the Sofirn HS10, on Turbo, using both emitters of the Sofirn HS20. The distance to the end of the alley is 70m. Driver The driver of the Sofirn HS20 features thermal step down, reverse polarity protection and low voltage protection. It is a FET driver and uses PWM on all modes to control the output. The PWM is of high frequency and not visible to the eye. Here is the PWM when only the spotlight is on: Here is the PWM when only the floodlight is on: And this is the PWM with both emitters on: The camera can see the PWM but the eye cannot. Current Draw The following table shows the current draw of the Sofirn HS20, using the included battery. Charging The Sofirn HS20 comes with USB C onboard charging. The battery included with the Sofirn HS20 is rated at 3000mAh and I measured it at 3043mAh. The battery's internal resistance was measured at 50mΩ. It looks like the battery included with the Sofirn HS20 is of high quality. The torch has under voltage protection and turns off when the battery voltage drops to 2.88V. Charging the battery of the Sofirn HS20 is very easy. Just plug the included USB A to USB C cable and any USB charger that can provide the required maximum current of 2A into the USB C socket on the torch to charge it. Using a lower output charger will still work but the charging will be slower and take more time. There is also support for USB C to USB C cable charging. The indicative LED next to the USB C socket will turn red while the battery is charging and green to indicate a full charge. Charging the Sofirn HS20 battery from 2.88V to 4.12V, where the charging terminated, took 2 hours, 28 minutes and 2 seconds, which is in accordance with the 2.5 hours charging specification. The maximum current drawn was 1.7688A. Output & Runtimes The Sofirn HS 20 is rated at a maximum output of 2700 Lumen and a maximum throw of 136m. I do not own a multi thousand dollar worth integrating sphere, just a logging Lumen meter and a home made integrating tube. The array is calibrated with 3 separate, professionally measured lights and gives me consistent results, but there is definitely room for error and deviations are to be expected. Running the Sofirn HS20 with the included battery and using both emitters yielded a maximum output of 2616 Lumen at turn on and 2456 Lumen at 30 seconds (ANSI). That is very close to spec. The outputs of the spotlight and floodlight emitters were also up to spec. You can see the full runtimes of each emitter separately and both together, on Turbo, in the graph below. Here are the first 10 minutes, in greater detail. I measured the throw of the Sofirn HS20, using the included battery and both emitters, at 138m (4732cd). The spotlight was measured at 127m (4002cd) and the floodlight at 71m (1271cd). Conclusion The Sofirn HS20 is a value for money, dual head torch that includes a high CRI floodlight and a high power spotlight with independent controls and an intuitive and simple user interface. It comes with a comfortable, adjustable head strap, USB C 2A charging and a 3000mAh 18650 battery. The build quality is good and the design is very functional, but the finish could be better aesthetically, as there are some small imperfections in the milling, under the anodization. The driver uses PWM to control the output in all modes, but the PWM is high frequency and not visible or in any way tiring to the eye. The driver also has thermal regulation, low voltage protection and reverse polarity protection. If you are in the UK, you can purchase the Sofirn HS20 from Amazon for £56.99, minus a 10% voucher available at the time of this review. From anywhere in the world, you can purchase it from the Sofirn Website for $41.99 plus the tax for your country. For Greece, the tax is $5.46 and brings the total cost to $47.45. Let us summarise the pros and cons of the Sofirn HS20. Pros + Dual emitters, 1 high output Cree XHP50.2 and 1 high CRI Samsung LH351D, with independent controls. + Simple and intuitive user interface. + High and true to spec output. + Temperature regulation, low voltage protection and reverse polarity protection. + USB C 2A onboard charging with USB C to USB C support. + 3000mAh 18650 Li-Ion battery included. + Comfortable and adjustable head strap. + IP68. + Value for money. Cons - Small imperfections in the milling, under the anodization.  TheLAB.GR Thanks to Sofirn for providing the torch for review Polymeros Achaniotis 13/04/2022
  16. Introduction Things that try to do two jobs are often mediocre at both, so when I was offered a review sample of the Acebeam Rider RX I was sceptical. You see, this particular torch is marketed not only as an EDC torch but also a fidget toy. And the immediate thought that comes to mind is what compromises had to be made for it to be both? Acebeam is a company that thinks things through in their designs and implementations and I was interested to see how they went about it, so I accepted the sample and will be presenting my findings and thoughts in this article. Let's delve into this review and find out if the Acebeam Rider RX is a good EDC torch. Fidget toy. Both. Unboxing The Acebeam Rider RX comes in a simple white box, with a clear window at the front through which you can see the torch. The front of the box also states the brand and model while the back has the company information and various certifications and QR codes. The two sides have the company logo and the 5 year warranty, respectively. The top and bottom of the box are plain white. Inside the box, we find the torch, in a clear, moulded plastic that holds it in place and under that we find the accessories. The accessories include the user manual, a lanyard, spare o-rings and the short USB-A to USB-C charging cable. The manual unfolds to a single sheet of paper. One side of it is written in English and the other side is in Chinese. In the following photo you can see the English side. The construction of the Acebeam Rider RX includes an outer tube, made of stainless steel and an inner tube made of aluminium. The outer tube comes in 4 different finishes that you can see in the following photo, while the inner tube is always anodized blue. The sample that was sent to me is the blue version of the Acebeam Rider RX which is the most discrete one, as the outer stainless steel tube does not contrast with the inner aluminium tube. It is a very nice blue as well. The torch is very pocketable, as it uses a 14500 / AA battery and is well designed and appealing to the eye. The outer tube has cut outs through which you can see the inner tube. Very nice. The front of the torch shows clearly the double tube design while the back has the switch. The mid section is the most interesting part, with the cut outs that show the inner tube. The clip is large and bidirectional and to he honest does not look remotely as elegant as the rest of the torch. It is very functional and the size and shape are deliberate, as they are necessary for the fidgeting function. It is held in place by two screws. As you can see, the cut out for the clip allows for it to be moved to the side and then forward, as the arrow indicates. There is a spring loaded ball bearing that will engage into the 3 small holes to stop the clip assembly in specific places. The switch is simple, flat and allows the torch to tail stand. The lens comes protected with a film that must be removed before use. Once the film is removed, we can see the shallow, smooth reflector and the emitter. The emitter is a Nichia 219F at 5000K. In order to open the battery compartment, we first need to follow the arrow and move the clip to the side and then forward. This action pushes the inner tube to the front and exposes the front part of it. As a consequence, the switch is recessed inside the outer tube and is unreachable. This could work as a mechanical lock out as well. Now that the front part of the inner tube is exposed, we can just unscrew it to gain access to the battery compartment. The battery comes inside the torch, with the positive terminal insulated for safety. At the back of the battery, there is a thick, good quality spring, while the positive terminal at the front of the battery makes contact with a brass button on the driver PCB. Some of the electronics are on this side of the PCB as well. The battery that comes with the Acebeam Rider RX is a Li-Ion 14500 with a rated capacity of 920mAh. It also features a USB-C charging port. Very convenient. Build Quality I am certain that it was clear from the photos that the build quality of the Acebeam Rider RX is very good. The fit and finish are impeccable and the anodizing and painting are excellent. Specifications The specifications of the Acebeam Rider RX, as found on the company's website, are as follows: The Acebeam Rider RX features a Nichia 219F emitter, with a CRI >90 and a neutral CCT of 5000K. The output of 650 Lumens is not exceptional, but for a high CRI torch in this size it is normal, if you want any kind of duration on high. The smooth but shallow reflector throws to 96 meters, which is quite respectable for the size and adequate for EDC purposes. The size and weight of the Acebeam Rider RX make it very easy to carry. A great feature of the Acebeam Rider RX is its ability to use Ni-MH and Alkaline batteries, in addition to the Li-Ion battery it comes with, so you are never out of power. The output with the lower voltage batteries is, of course, also lower. User Interface The user interface of the Acebeam Rider RX is simple and intuitive. The switch is a forward clicky, which means you half press repeatedly to select the mode you want (momentary use) and full press to keep the torch permanently on at the currently selected mode. There are four modes that you can cycle through it that way, Ultra Low, Low, Mid and High and then the cycle repeats. There is mode memory, so the torch with start at the last used mode. A double half press will put the torch in SOS mode where it automatically shines an SOS in Mors code. Fully pressing the switch at that point will leave the torch running in that mode, while another half press instead will move forward within the normal 4 modes. Modes and Run Times The following table shows the output levels and respective durations of the Acebeam Rider RX with the included Li-Ion battery as well as with a Ni-MH and an Alkaline battery. My own measurements show slightly less brightness than the specs, but not by much. The Ni-MH battery I used was a white Eneloop. Fidget Factor The fidgeting function of the Acebeam Rider RX relies on the movement of the clip, which exposes the front part of the inner tube, as shown below. I was not sold on it to begin with, but when I got my hands on the sample and tried it, it quickly grew on me and I found it quite satisfying. I have not and would not fidget with the Acebeam Rider RX in the presence of other people though, as it is quite loud and I expect it would annoy them. Another point to consider is that the front of the clip slides on the paint of the outer tube, which seems to be of very high quality and resilient so far, but I am sure that with time and many repetitions, the friction will damage the paint. Size Comparison The size of the Acebeam Rider RX is quite standard for a 14500 torch. Here is is between the Lumintop Tool 2.0 and the Olight i5T, for comparison. This is a very pocketable form factor and that is why 14500 sized torches are a popular EDC choice. Photometry I used an Opple Light Master Pro to measure the CCT, CRI and Duv of the Acebeam Rider RX. The results for all four output modes can be seen below, from Ultra Low to High. The CCT is quite close to spec across all four output modes and the CRI is consistently above 90, as promised. Unfortunately, the Duv is positive, which means a greenish rather than a rosy tint. To visualise that, I took the following photo, with the white balance manually set to 5500K. On the left we have the Lumintop Tool 2.0, modified with a Nichia 219b sw45k R9080 emitter, which is very rosy. In the middle is the Acebeam Rider RX and on the right we have the Olight i5T which is known to have a distinctly greenish hue. Beam Profile The beam profile of the Acebeam Rider RX can be seen in the following photo. There is a defined hot spot, that guarantees some throw, and adequate spill. A well balanced beam profile for EDC. Beam Shots I tested the Acebeam Rider RX over a distance of 70m. The following video shows a comparison of the Acebeam Rider RX to the Lumintop Tool 2.0, modified with a Nichia 219b sw45k R9080 emitter and the Olight i5T. Driver Acebeam usually employs very high quality, constant current drivers with no visible or invisible flickering. Unfortunately, that is not the case with the driver of the Acebeam Rider RX. The Opple Light Master Pro shows high risk flickering in the Ultra Low and Low modes, while there is still flickering albeit non harmful on Mid and High modes. The details of the modulation can be seen below. This is how my camera sees the modulation of the Acebeam Rider RX. Current Draw The current that the Acebeam Rider RX draws in each of the four modes can be seen below. The maximum current drawn, on High, is 2.56A, so any button top 14500 battery that can provide at least that output, will work well with the Acebeam Rider RX. Charging The battery included with the Acebeam Rider RX is rated at 920mAh and I measured it at 955mAh. The battery's internal resistance was measured at 75mΩ. It is clear that the battery included with the Acebeam Rider RX is of high quality. The torch has under voltage protection and turns off when the battery voltage drops to 2.83V. Charging the battery of the Acebeam Rider RX is very easy. Just use the included USB-A to USB-C cable and any USB charger or computer USB port to charge it. Unfortunately, the battery does not support USB-C to USB-C cable charging (no PD support). The indicative LED around the positive terminal will turn red while the battery is charging and green to indicate a full charge. Charging the Acebeam Rider RX battery from 2.83V to 4.19V, where the charging terminated, took 3 hours, 13 minutes and 54 seconds. The maximum current drawn was 0.4362A, so any USB charger or computer USB port will be sufficient. A charger is not provided with the light but you can use your phone charger. Output & Runtimes The Acebeam Rider RX is rated at a maximum output of 650 Lumen and a maximum throw of 96m. I do not own a multi thousand dollar worth integrating sphere, just a logging Lumen meter and a home made integrating tube. The array is calibrated with 3 separate, professionally measured lights and gives me consistent results, but there is definitely room for error and deviations are to be expected. Running the Acebeam Rider RX with the included battery yielded a maximum output of 614 Lumen at turn on and 542 Lumen at 30 seconds (ANSI). The output kept dropping gradually until the 2 minute and 11 seconds mark, when it dove to 396 Lumen. From there, it gradually dropped to 370 Lumen over the next 6 minutes and then dropped to 302 Lumen. From that point on, the output gradually declined until it turned off at 1 hour, 14 minutes and 57 seconds. From the runtime graph we can deduce that the output level is dependant on the battery voltage and timed step downs. There is no thermal regulation as I was able to reset the torch to full output by turning it off and back on. Here are the first 10 minutes, in greater detail. I used a white Eneloop to test the Acebeam Rider RX with a Ni-MH battery. The output starts at 172 Lumen and climbs to 176 Lumen over the first minute of operation. It then drops to 123 Lumen for another 6 minutes and then to 76 Lumen until almost the 2 hour mark. Then there is a brief increase in brightness, while the driver attempts to compensate for the dropping battery voltage and after that the output drops to very low levels for another hour and 20 minutes before the torch turns itself off. It is obvious and expected that when using a Ni-MH or an Alkaline battery the voltage is boosted to be able to drive the emitter and therefore the output is more stable. Here are the first 10 minutes of the above graph, in greater detail. I measured the throw of the Acebeam Rider RX, using the included battery, at 94m (2190cd), which is close enough to the 96m declared in the specs. With the white Eneloop battery, the throw I measured was at 50m (622cd). Conclusion The Acebeam Rider RX is a 14500 sized EDC torch with a fidget function. It features a double tube design, with the outer tube made of stainless steel in 4 different finish options and the inner tube made of blue anodized aluminium. The quality of the construction, painting and anodization is excellent and fidgeting with it can be fun, but is also loud and may annoy some people in the vicinity. The beam profile and output are optimized for EDC use and the torch is operated by a forward clicky tail switch which feels rather mushy but is easy to use. The user interface is simple and the mode spacing is good. The emitter used in the Acebeam Rider RX is a Nichia 219F with CRI>90 and CCT=5000K which is above BBL in all output modes but not as much as other torches, like the Olight i5T. It is rather close to natural day light, which is also above BBL. My measurements of the output levels found them to be below specs, but not by much. The Acebeam Rider RX can be ordered directly from the Acebeam website and costs $54.95, including the battery and shipping. Let us summarise the pros and cons of the Acebeam Rider RX. Pros + Excellent build quality, painting and anodizing + Stainless steel outer tube with aluminium inner tube + Engaging fidget function + Impeccable and intricate machining + High CRI 5000K emitter + Low Voltage Protection. + USB -C rechargeable battery included + Supports Li-Ion, Ni-MH and Alkaline batteries + Simple and intuitive UI + IP68 + Easily pocketable form factor + Reverse polarity protection Cons - Flickering, especially in Ultra Low and Low levels - No thermal regulation - The battery does not support USB-C to USB-C cable charging - Above BBL  TheLAB.GR Thanks to Acebeam for providing the torch for review Polymeros Achaniotis 28/03/2022
  17. Introduction I am not really into tactical torches, as I prefer the EDC type, with many modes and complex user interfaces that the tactical ones usually lack. And to be honest, I was always wondering why can't tactical torches incorporate both the quick, simple, tactical operation and the versatility of more than 1 mode. Apparently, Brinyte thought the same when designing the Brinyte PT18pro Oathkeeper, which is a tactical torch with simple and quick tactical operation, without sacrificing multiple modes. In fact, it looks like Brinyte made no compromises when designing this torch and included everything, so the question becomes, how well did they implement all the features and does the torch live up to its ambitious specs? Time to find out. Unboxing I received my review sample of the Brinyte PT18pro Oathkeeper in a plain brown box, which is the practice of Brinyte with samples, to minimize the shipping costs. The retail version comes in a nice box. The light comes with a full accessory pack, which includes a holster, a charging cable, a couple of spare O-rings, a lanyard and the operation manual. The operation manual comes in a unique format, written on 4 cards, held together with a small clip. It includes all the information needed to understand and operate the torch. The holster is very well built. It has a Velcro closure, 2 side pockets that can carry extra batteries and a plastic belt loop with a 360 degree swivel. The Brinyte PT18pro Oathkeeper comes in two colours, black and desert tan. Our sample is the latter and I find it to be a beautiful and practical design. It is definitely too large to carry in a pocket, but that is what the provided holster if for. It features a large head, a side switch with LED indicator, a removable pocket clip (which is quite superfluous for a torch of this size), a tactical ring and what I will name a "claw ring", with an aggressive claw. On the opposite side of the side switch, there is a pad for the magnetic charging cable. The tail cap features 2 large, rubber buttons, for the tactical operation. The big head features a relatively deep and wide reflector, which is almost smooth, promising a beam with a lot of throw but also some useful spill, perfect for a tactical scenario. The rubber tail cap buttons are easy to use, even with thick gloves. The tail cap also includes a hole to attach a lanyard. The battery ships in the light itself, with an insulator tab preventing the negative pole of the battery from making contact. This has to be removed before the light can be operated. The battery is a Brinyte branded, button top 18650 Li-Ion battery, rated at 3100mAh. I think the size of the light warrants the use of the more energy dense 21700 battery type and I hope Brinyte will make that change in the next version. That would provide better run times and the possibility for higher output as well. After removing the tail cap, the claw ring can also be removed and, after that, the tactical ring, which features a lanyard hole. The clip just snaps on, and can be removed as well. There are 2 O-rings on the tail part of the light, one for the water proofing of the tail cap and the other to stabilize the tactical ring. The claw ring is very helpful at gripping the torch and getting it out of the holster both quickly and securely and also provides a very secure grip while operating the light. The aggressive claw is good looking and possibly useful in tactical situations but it will most certainly be illegal to carry in many countries, so Brinyte made it easily removable and the light can be used fully without it. The part of the claw ring that goes over the tail cap has 2 internal ridges that have to be aligned with corresponding grooves on the tail cap, for proper installation. The bezel of the light is also removable and the light can be used with or without it. It is not very aggressive and it is useful as it allows you to see if the light is on when it is head standing, so I see no reason to take it off. Maybe Brinyte is planning to release a more aggressive bezel, as an accessory or one made of stainless steel. The light features thick, good quality springs on both sides of the battery, which should ensure uninterrupted use if the torch is bumped or dropped and also reduce the electrical resistance, maximizing the output. The light fits in the holster comfortably and there are cut outs for the claw ring and for the part of the tail cap that is protruding from it. The cut out for the claw ring is much too large, which is strange for a purpose built holster. I wish they had made it a closer fit. The protruding tail cap, allows for tactical operation of the torch, even when it is in the holster and the cut out at the bottom of the holster allows the light to shine out of it. It seems like the lower part of the holster does not fit the head of the torch well, so the round hole is deformed quite a bit when the torch is in the holster. Even though the holster has very nice features and good quality, it should be refined, to fit the claw ring and the head of the torch more closely. Quality The quality of the Brinyte PT18pro Oathkeeper is that of a premium production torch. The fit and finish is perfect and the anodizing is flawless. My sample came with some paint chipping on the secondary tail switch housing and 2 small nicks on the back of the tail cap. As this is a review sample that may have been handled before, I cannot say if this is a common occurrence but I expect it is not. I am fairly certain that if a retail torch was delivered like this, Brinyte would replace the tail cap, under warranty. Specifications The main features of the Brinyte PT18pro Oathkeeper, as found on the Brinyte website can be seen below: Features Brinyte patented tactical ring design, easy to grab at top speed Compatible with one 18650 battery or two CR123A batteries Fast charging function Intelligent power indicator Regulated power supply maintains constant brightness Overcharge, over-discharge and overheat protection Reverse polarity protection prevents damage from improper battery installation Alloy aluminium reflector with professional optical analysis Aircraft-grade high strength aluminium AL-6061-T6 with premium Type III military hard-anodized anti-abrasive finish There is not much one could ask that is not in there. The technical parameters of the light, as found on the company's website, are as follows: Technical Parameters ANSI/NEMA FL1 Turbo High Middle Low Strobe SOS Output 2000+ Lumens 450+ Lumens 60+ Lumens 10+ Lumens 2000+ Lumens 60+ Lumens Runtime 1min + 90mins 150mins 930mins 1870mins / / Beam Distance 360+ m / 393.70+ yds Intensity 32000+ cd Impact Resistant 1m / 1.09yds Protection Proof IP68 Working Voltage 3.0 – 6.0V Dimension 164mm (Length) x 25.4mm (Body Dia) x 41mm (Head Dia) Net Weight 170g / 0.37lb (excluding battery) These are some ambitious numbers, for the size and type of this torch. We will certainly put them to the test. User Interface The user interface of the Brinyte PT18pro Oathkeeper combines the directness and simplicity that defines tactical operation with the option to have a more complex interface, controlled by the side switch, with more modes and usability. There is a very clear diagram in the manual that explains the operation of the light, in detail: Beam-shots The Brinyte PT18pro Oathkeeper produces a beam with a well defined hot spot that promises good throw. The hot spot fades into a greenish corona that whitens out towards the edge of the spill. There are numerous rings in the beam, which is normal for a smooth reflector. I tested the Brinyte PT18pro Oathkeeper over a distance of 70m, which is what I would expect a tactical scenario usage would be. The following video shows a comparison of the Brinyte PT18pro Oathkeeper with 2 very well known contenders, the 1800lm Olight M2R Pro Warrior and the 2200lm Olight Warrior Pro. I think the Brinyte PT18pro Oathkeeper is holding its own very well against the two very strong contenders. I will let each of you decide which one you prefer. Driver The driver of the Brinyte PT18pro Oathkeeper provided a steady beam, without apparent PWM on all 4 output levels of the light. It also features constant brightness levels (as we will verify in the runtime test) as well as overcharge, over-discharge, overheat and reverse polarity protections. That seems like a complete set of features and a very well designed driver Tint In the following photos you can see the tint of the Brinyte PT18pro Oathkeeper in comparison to the Olight Warrior Pro and the Olight M2R Pro Warrior. The pictures were taken with a manually set 5500K white balance. As you can see, the Brinyte PT18pro Oathkeeper has a cool white tint, while both Olight torches feature warmer tints. Charging The Brinyte branded, button top, 18650 Li-Ion battery that comes with the Brinyte PT18pro Oathkeeper is rated at 3100Mah. I measured the actual capacity at 3003Mah, using the Opus BT-C3100 smart charger. The internal resistance of the battery was measured at 92mΩ. The charge level of the battery is indicated on the side switch, as depicted below. The charging cable has a blue light on it that makes it easy to find in the dark and illuminates enough to help you locate the charging pad on the torch. As soon as you get the charging cable close enough to the charging pad, it snaps on magnetically. The indictor LED on the side button will turn orange momentarily... ...and then red, as the charging begins. When the charging is completed, the indicator LED will turn to green. If the indicator light remains orange, that indicates something is wrong. It could be dirt / debris on the charging surfaces or a malfunction. The under voltage protection will turn the torch off, as soon as the battery voltage drops below 2.8V. The charging from that level until full, took 2 hours, 5 minutes and 15 seconds. The diagram of the charging can be seen below. The charging terminated when the battery reached 4.19V. 1 minute after the light is turned off, the indicator LED on the side switch will turn on, to make it easy to find the light in the dark. The brightness level is perfect for the purpose of helping to locate the light in the dark without being distracting and is comparable to tritium vials. The power consumption of this function is negligible and it will take many months before it has any serious impact on the battery level. It can be turned on or off by holding the side switch down for 10 seconds. Current Draw So let us measure the power consumption of the Brinyte PT18pro Oathkeeper when it is off and also in all output modes. The clamp meter was calibrated first. The power consumption when the light is off is just 6mA. The torch consumes 119mA on low, which is rated to produce 10 lumens. Medium is rated at 60 lumens and consumes 206mA. High is rated at 450 lumens and consumes 937mA. Finally, turbo mode is rated at 2000 lumens and draws 6.5A. Here is a table with all the measured values and outputs. Output & Runtimes I measured the output and runtime of the Brinyte PT18pro Oathkeeper in my home made integrating tube. A high quality electronic thermometer with 2 probes was also use to monitor the temperature. One of the probes was placed near the side switch and the other on the battery tube. The Brinyte PT18pro Oathkeeper outperformed its own specs in both brightness and duration. The temperature regulation worked flawlessly and kept the temperatures very low, not exceeding 35.2 Celsius. I think the temperature setting is quite conservative and it could definitely allow for higher temperatures, which would in turn allow for longer turbo runtimes. The only measurement where the Brinyte PT18pro Oathkeeper fell slightly short of its specs was the light intensity. The Specs say it has an intensity of 32000cd while I measured 31567cd. This means that the throw is 360m in the specs while I measured it to be 355m. This is very close and can be attributed to differences in environmental conditions, which influence the measurements. Conclusion The Brinyte PT18pro Oathkeeper is a tactical torch, with dual tactical tail switches, offering Turbo and Strobe modes at the touch of a button. It also features a side switch, with a battery level and charge indicator LED, that allows for 4 output levels, Strobe and SOS functions. That is an excellent combination of tactical and EDC functionality, with no compromises in either. It features a deep (for the torch size) and almost smooth reflector which provides a well balanced beam with excellent throw and useful spill. The tint is a cool white. The quality of the machining is very good as is the anodization and the light is IP68 water proof rated. The feel of the switches is very tactile and the tail switches are easy to locate and use, even with thick gloves. The light comes with a full set of accessories, including a holster, a lanyard, spare O-rings and a pocket clip. It has both a tactical ring and a claw ring, which is easily removable, as it is probably illegal to carry in some countries. The magnetic charging is very easy to use and the provided battery is a Brinyte branded button top 18650, rated at 3100mAh, which I measured to be 3003mAh. I believe that for this size light, Brinyte could have used a 21700 battery, which would provide even better run times and output. That said, the light already exceeds its specs and the output and run times are very good. The driver has a full set of every protection possible and provides a stable and PWM free output. There is not much that can be improved on the Brinyte PT18pro Oathkeeper. The only possible upgrades would be the use of a 21700 battery and a better fitting holster. Well done Brinyte. The cost of the Brinyte PT18pro Oathkeeper comes to $135, which is justified for the build quality and multitude of features. Let's list the Pros and Cons of the Brinyte PT18pro Oathkeeper: Pros + Combination of tactical operation dual tail switches and multiple-mode side switch + High quality fit and finish + Flawless anodization + Magnetic charging + Constant current driver with full set of protections and no visible PWM + Well balanced beam, good for tactical use + Removable claw ring and tactical ring + Power and charging LED indicator + IP68 + Battery, holster, lanyard and spare O-rings included + Compatible with all 18650 batteries + Two CR123A batteries can be used if needed Cons - A 21700 battery design would be better, for this size torch - The included holster should have a better fit around the head of the light and a smaller tactical ring cut out.  TheLAB.GR Thanks to Brinyte for providing the light for review Polymeros Achaniotis 01/02/2021
  18. Εισαγωγή Το ποντίκι είναι ένα από τα 3 απαραίτητα περιφερειακά κάθε υπολογιστή και ως εκ τούτου ένα από τα πιο διαδεδομένα. Συνεπώς είναι αυτονόητο ότι κυκλοφορούν ποντίκια για όλες τις απαιτήσεις και όλα τα βαλάντια. Η Corsair διαθέτει μια πληθώρα μοντέλων αλλά αυτό που έλειπε ήταν ένα απλό, ασύρματο ποντίκι με καλά χαρακτηριστικά, μεγάλη διάρκεια μπαταρίας και λογικό κόστος. Αυτό το κενό έρχεται να καλύψει το Corsair Katar Pro Wireless Mouse που σας παρουσιάζουμε σήμερα. Όταν λέμε απλό, δεν εννοούμε και απλοϊκό, καθώς το Corsair Katar Pro Wireless Mouse διαθέτει sub 1ms Slipstream τεχνολογία ασύρματης διασύνδεσης και τον οπτικό αισθητήρα PMW3325 της PixArt με ανάλυση 10.000DPI, χαρακτηριστικά που το καθιστούν ικανό να αντεπεξέλθει σε αρκετά σενάρια απαιτητικού gaming, ενώ παράλληλα να μη χρειάζεται τη συχνή φόρτιση που απαιτούν τα ποντίκια που είναι σχεδιασμένα αποκλειστικά για gaming και φέρουν πληθώρα φωτισμών RGB. Ακολουθήστε μας λοιπόν στη συνέχεια αυτής της παρουσίασης για να δείτε ένα ποντίκι ιδανικό για καθημερινή χρήση γραφείου, περιήγησης και multimedia αλλά παράλληλα ικανό για gaming, χωρίς ιδιαίτερες παραχωρήσεις. Φωτογράφιση Το Corsair Katar Pro Wireless Mouse έρχεται στη γνωστή κιτρινόμαυρη συσκευασία της εταιρίας η οποία φέρει φωτογραφίες και πληροφορίες για το προϊόν. Εντός της συσκευασίας βρίσκουμε το φυλλάδιο με τις πληροφορίες ασφαλείας, τον οδηγό χρήσης και το φυλλάδιο με τις πληροφορίες σχετικά με την εγγύηση. Το ίδιο το προϊόν έρχεται προστατευμένο όπως βλέπετε παρακάτω, με μοναδικό παρελκόμενο μια αλκαλική μπαταρία AA. Η μπαταρία είναι γνωστής μάρκας και καλής ποιότητας. Το Corsair Katar Pro Wireless Mouse είναι κλασσικού σχεδιασμού, ιδανικό για claw και fingertip grip. Διαθέτει 6 πλήρως προγραμματιζόμενα πλήκτρα, τα 4 στο επάνω μέρος και τα 2 στο αριστερό: Επάνω μέρος: Αριστερό βασικό πλήκτρο Δεξί βασικό πλήκτρο Πλήκτρο στη ρόδα κύλισης Πλήκτρο επιλογής DPI πίσω από τη ρόδα κύλισης (που φέρει και ενδεικτικό LED) Αριστερό μέρος: Forward πλήκτρο στο εμπρός μέρος του αντίχειρα (για δεξιόχειρες) Back πλήκτρο στο πίσω μέρος του αντίχειρα (για δεξιόχειρες) Διαθέτει επίσης ενδεικτικό LED πίσω από το πλήκτρο επιλογής DPI, που είναι και το μοναδικό φωτιζόμενο τμήμα του. Ο συμμετρικός σχεδιασμός κάνει τη χρήση του από αριστερόχειρες εφικτή, αλλά τα πλήκτρα Forward και Back θα πρέπει να πιέζονται με το μικρό δάχτυλο αντί με τον αντίχειρα, κάτι που δεν είναι εύκολο ή ιδανικό. Το ποντίκι δε φέρει θύρα φόρτισης ή ενσύρματης σύνδεσης, καθώς όπως είδαμε έρχεται με αλκαλική μπαταρία μίας χρήσης. Στο κάτω μέρος του φέρει το διακόπτη λειτουργίας που έχει 3 θέσεις. Off, Slipstream (2,4GHz) με χρήση του δέκτη και Bluetooth. Φέρει επίσης 2 ευμεγέθεις επιφάνειες ολίσθησης από PTFE στο εμπρός και πίσω μέρος. Το επάνω μέρος του Corsair Katar Pro Wireless Mouse, πίσω από τα βασικά πλήκτρα, είναι αφαιρούμενο με σύρσιμο προς τα πίσω και αποκαλύπτει την υποδοχή για τη μπαταρία AA και τον δέκτη Slipstream στην ειδική του θήκη, κάτι πολύ βολικό για τη μεταφορά του ποντικιού. Ο δέκτης είναι μικροσκοπικός και ιδανικός για να παραμένει πάνω σε κάποιο laptop χωρίς κίνδυνο βλάβης στο δέκτη ή τη θύρα USB. Η τοποθέτηση της μπαταρίας είναι ιδιαίτερα απλή και γίνεται με το θετικό πόλο προς τα πίσω. Τεχνικά Χαρακτηριστικά Τα τεχνικά χαρακτηριστικά του Corsair Katar Pro Wireless Mouse, όπως μας τα έδωσε η κατασκευάστρια εταιρεία, φαίνονται στον παρακάτω πίνακα. Όπως βλέπετε, το Corsair Katar Pro Wireless Mouse υποστηρίζει τόσο σύνδεση στα 2,4GHz με τεχνολογία Slipstream και χρόνο απόκρισης κάτω του 1ms, όσο και σύνδεση μέσω Bluetooth. Φέρει τον οπτικό αισθητήρα PMW3325 της PixArt που υποστηρίζει αναλύσεις από 200 έως και 10.000DPI σε βήματα των 100DPI. Το βάρος του, σύμφωνα με την εταιρεία, είναι 96g με την μπαταρία. Εμείς μετρήσαμε 97,2g με την παρεχόμενη μπαταρία, 74g χωρίς μπαταρία και 100,2g με μια λευκή Eneloop AA. Ο χρόνος λειτουργίας μέσω Slipstream μπορεί να φτάσει έως και τις 135 ώρες. Το προϊόν συνοδεύεται από διετή εγγύηση και η προτεινόμενη τιμή του στις ΗΠΑ είναι τα $39,99 ενώ στην Ευρωπαϊκή Ένωση, όπου προφανώς πληρώνουμε φόρο πολιτισμού, είναι τα €49,99 συμπεριλαμβανομένου του ΦΠΑ. Ποιότητα Κατασκευής Η ποιότητα κατασκευής του Corsair Katar Pro Wireless Mouse είναι αυτή που περιμένουμε από την Corsair, με καλά υλικά και άριστη συναρμογή. Τα πλήκτρα ανταποκρίνονται άριστα και η ρόδα κύλισης λειτουργεί ομαλά. Συνδεσιμότητα Το Corsair Katar Pro Wireless Mouse έχει 2 τρόπους σύνδεσης: Μέσω του δέκτη, με τεχνολογία Slipstream 2,4GHz, που σηματοδοτείται με λευκό χρώμα στο ενδεικτικό LED Μέσω Bluetooth 4.2, που σηματοδοτείται με μπλε χρώμα στο ενδεικτικό LED Η τεχνολογία Slipstream υπόσχεται ταχύτερη ανταπόκριση από τον ανταγωνισμό, ενώ η λειτουργιά Bluetooth κάνει εφικτή τη χρήση του ποντικιού και με μια δεύτερη συσκευή, όπως tablet, smartphone, smart TV κλπ, χωρίς τη χρήση του δέκτη. Η σύνδεση μέσω Bluetooth υποστηρίζει Polling Rate στα 250Hz (4ms). Λειτουργικότητα Η λειτουργικότητα του Corsair Katar Pro Wireless Mouse καθορίζεται εν πολλοίς από την απλότητα του σχεδιασμού του. Το ποντίκι είναι μέσου μεγέθους και ξεκούραστο στη χρήση. Τα πλήκτρα είναι τοποθετημένα σωστά και ανταποκρίνονται απροβλημάτιστα. Η χρήση μπαταρίας AA προσφέρει το πλεονέκτημα ότι δε χρειάζεται να συνδεθεί το ποντίκι με καλώδιο για να φορτίσει. Προσωπικά, μου αρέσει πολύ να χρησιμοποιώ τέτοια ποντίκια με 2 επαναφορτιζόμενες μπαταρίες, έτσι ώστε όταν αδειάσει η μπαταρία, να την αντικαθιστώ και να συνεχίζω απρόσκοπτα, ενώ τη φορτίζω για να είναι έτοιμη για την επόμενη αλλαγή. Αυτό το σενάριο μου αρέσει πολύ περισσότερο από τις μη αφαιρούμενες μπαταρίες Λιθίου που φέρουν τα περισσότερα ασύρματα ποντίκια και που απαιτούν συχνή φόρτιση με καλώδιο συνδεδεμένο στο ποντίκι. Ενδιαφέρον από πλευράς λειτουργικότητας παρουσιάζει το μοναδικό ενδεικτικό LED πίσω από το πλήκτρο επιλογής των DPI, το οποίο επιτελεί πολλαπλούς ρόλους: Οι επιλογές Performance Mode και Power Saving Mode μπορεί να ενεργοποιηθούν είτε μέσω του λογισμικού Corsair iCUE, είτε μέσω του εικονιδίου του Corsair iCUE στο system tray, είτε απ' ευθείας στο ποντίκι ως εξής: Απενεργοποιούμε το ποντίκι. Κρατάμε πατημένο το πλήκτρο της ρόδας κύλισης. Ενεργοποιούμε το ποντίκι σε οποιαδήποτε επιλογή σύνδεσης. Αφήνουμε το πλήκτρο της ρόδας κύλισης. Το mode έχει αλλάξει και το χρώμα του ενδεικτικού LED δείχνει σε ποιο mode βρισκόμαστε. Το Performance Mode συνίσταται για gaming και έχει τις εξής προεπιλογές: 1000Hz report rate. Θέτει τη συσκευή σε λειτουργία εξοικονόμησης ενέργειας μετά από 2 λεπτά απραξίας. Το Power Saving Mode συνίσταται για χρήση εκτός gaming ή όταν η μπαταρία είναι σε χαμηλό επίπεδο και έχει τις εξής προεπιλογές: 125Hz report rate. Θέτει τη συσκευή σε λειτουργία εξοικονόμησης ενέργειας μετά από 10 δευτερόλεπτα απραξίας. Ένα στοιχείο που λείπει από το Corsair Katar Pro Wireless Mouse είναι τα προγραμματιζόμενα onboard profiles. Αποτέλεσμα αυτού είναι ότι το ποντίκι μπορεί να παραμετροποιηθεί αποκλειστικά και μόνο με τη χρήση του λογισμικού iCUE και συνεπώς μόνο σε σύνδεση μέσω του δέκτη Slipstream 2,4GHz. Σε σύνδεση με Slipstream χωρίς το λογισμικό ή σε σύνδεση Bluetooth που δεν υποστηρίζεται από το λογισμικό, δεν μπορούν να παραμετροποιηθούν ούτε οι λειτουργίες των πλήκτρων, ούτε οι 3 επιλογές για την ανάλυση του αισθητήρα, οι οποίες είναι 800, 1500 και 3000 DPI. iCUE Το λογισμικό της Corsair για τον έλεγχο όλων τον συσκευών της ονομάζεται Corsair iCUE και προσφέρει εύκολη και λεπτομερή παραμετροποίηση και πλήρη έλεγχο της κάθε συσκευής. Ανοίγοντας το Corsair iCUE βλέπουμε αριστερά το επιλεγμένο προφίλ και δεξιά τις συνδεδεμένες υποστηριζόμενες συσκευές. Επιλέγουμε το Corsair Katar Pro Wireless και βλέπουμε στα αριστερά, κάτω από τα προφίλ, ένα μενού με 3 επιλογές, ενώ δεξιά βλέπουμε μια αναπαράσταση της συσκευής, με τη λίστα των 6 πλήκτρων, με το αριστερο κλικ να είναι παρόν αλλά ανενεργό και συνεπώς μη προγραμματιζόμενο και τα υπόλοιπα 5 να είναι πλήρως προγραμματιζόμενα πλήκτρα. Η πρώτη επιλογή είναι τα ACTIONS όπου μπορούμε να προγραμματίσουμε μια πληθώρα λειτουργιών και να την αντιστοιχίσουμε σε οποιοδήποτε από τα πλήκτρα. Αποθηκεύοντας κάποιο ACTION στη σχετική βιβλιοθήκη ACTIONS LIBRARY, μπορούμε να το βρίσκουμε διαθέσιμο εκεί προς χρήση και σε άλλες μας συμβατές συσκευές. Η δεύτερη επιλογή στην λίστα στα αριστερά είναι το DPI, από όπου μπορούμε να επιλέξουμε σε πόσα DPI θα αντιστοιχεί το κάθε ένα από τα 3 DPI modes, με τι χρώμα θα σηματοδοτείται, ποιο θα είναι το προεπιλεγμένο, αν θα είναι ενεργά και επιλέξιμα το κάθε ένα από τα υπόλοιπα 2 καθώς και τη ρύθμιση του Sniper DPI, το οποίο μπορεί να αντιστοιχιστεί σε οποιοδήποτε από τα προγραμματιζόμενα πλήκτρα, μέσω του μενού ACTIONS. Η τρίτη και τελευταία επιλογή είναι το μενού PERFORMACE, το οποίο περιέχει μόνο τη δυνατότητα ενεργοποίησης και επιλογής της έντασης του Enhanced Pointer Precision. Το Dashboard του Corsair iCUE το έχουμε δει και στο παρελθόν. Περιέχει πληροφορίες για τις συσκευές μας. Το Instant Lighting καθορίζει με ένα κλικ ένα από τα 11 διαθέσιμα στατικά χρώματα φωτισμού σε όλες τις συνδεδεμένες συσκευές που το υποστηρίζουν, ή και απενεργοποίηση του φωτισμού. Η λειτουργία αυτή δεν επηρεάζει το Corsair Katar Pro Wireless. Το μενού των ρυθμίσεων του Corsair iCUE χωρίζεται σε 2 μέρη. Το επάνω μέρος αφορά τις συσκευές και το κάτω μέρος το ίδιο το λογισμικό. Εδώ βλέπουμε στο επάνω μέρος επιλεγμένο το Corsair Katar Pro Wireless . Οι επιλογές είναι σαφείς: To Dongle Polling Rate μπορεί θα ρυθμιστεί σε 4 προεπιλεγμένα επίπεδα. Στο κάτω μέρος έχουμε 4 καρτέλες. Την καρτέλα General... Την καρτέλα OSD (On Screen Display)... Την καρτέλα Dahsboard... Και την καρτέλα Sensor Logging... Από το μενού του Corsair iCUE στο system tray, μπορούμε να ενεργοποιήσουμε το iCUE Space και την ένδειξη του επιπέδου της μπαταρίας στο system tray για την κάθε συσκευή που το υποστηρίζει. Μπορούμε επίσης να αλλάξουμε μεταξύ Performance Mode και Power Saving Mode για το Corsair Katar Pro Wireless Mouse. Το iCUE Space μας δείχνει τις ίδιες πληροφορίες με το Dashboard, αλλά κάθεται στο δεξί μέρος του desktop μας, ακόμα και με το Corsair iCUE στο παρασκήνιο. Όπως είδαμε, το Corsair iCUE προσθέτει σημαντική αξία στο Corsair Katar Pro Wireless Mouse, μέσω των δυνατοτήτων εκτεταμένης παραμετροποίησης. Μετρήσεις Οι μετρήσεις έγιναν με τη χρήση του Corsair MM250 Champion Series Mouse Pad – X-Large και το λογισμικό Enotus Mouse Test v0.1.4, τόσο με σύνδεση Slipstream 2,4 GHz όσο και με σύνδεση Bluetooth. Όσον αφορά τη σύνδεση Slipstream, μετρήθηκε το Polling Speed, το Precision και το Smoothness σε αναλύσεις 400, 800, 1600, 4000, 8000 και 10.000DPI. Τα αποτελέσματα των μετρήσεων φαίνονται παρακάτω. Σε σύνδεση Bluetooth, οι μόνες επιλογές είναι, όπως είπαμε, τα 800, 1500 και 3000DPI, καθώς το Corsair Katar Pro Wireless Mouse δεν υποστηρίζει προγραμματιζόμενα onboard προφίλ, ούτε και υποστηρίζεται από το Corsair iCUE σε σύνδεση Bluetooth. Καθώς όμως το Enotus Mouse Test v0.1.4 δεν υποστηρίζει τις αναλύσεις των 1500 και 3000DPI, ήταν εφικτή μόνο η μέτρηση στα 800DPI. Ας δούμε συγκεντρωτικά τα αποτελέσματα των παραπάνω μετρήσεων. Όπως είναι αναμενόμενο, η σύνδεση μέσω Slipstream υπερτερεί της σύνδεσης μέσω Bluetooth σε όλες τις μετρήσεις. Ας δούμε τώρα τα αποτελέσματα του Corsair Katar Pro Wireless Mouse σε σύγκριση με άλλα ποντίκια, σε σύνδεση στα 2,4GHz. Το Polling Speed βρίσκεται κοντά στα 1000Hz σε όλες τις μετρήσεις, όπως και στα περισσότερα σύγχρονα ποντίκια της Corsair, εκτός από το Dark Core RGB Pro SE, που υποστηρίζει και 2000Hz και το παλαιότερο Dark Core, που δεν κάνει χρήση της τεχνολογίας Slipstream και βρίσκεται λίγο χαμηλότερα. Στο Precision, το σημαντικά οικονομικότερο από τα υπόλοιπα ποντίκια που δοκιμάστηκαν Corsair Katar Pro Wireless Mouse, δεν έχει τίποτα να ζηλέψει. Στο Smoothness, ο χαμηλότερης ανάλυσης αισθητήρας του, φαίνεται να του δίνει το πλεονέκτημα. Ας δούμε και πώς τα πήγε σε σχέση με τον ανταγωνισμό και σε σύνδεση Bluetooth, έστω και μόνο στην ανάλυση των 800DPI. Στο Polling Speed είχε τα ίδια αποτελέσματα με το Dark Core RGB Pro SE, κοντά στα 250Hz. Στο Precision υπολείπεται ελαφρώς των υπολοίπων. Ενώ στο Smoothness εξακολουθεί να έχει το πλεονέκτημα. Συνολικά, το Corsair Katar Pro Wireless Mouse τα πήγε εξαιρετικά στις μετρήσεις, αφού στάθηκε αντάξια ανάμεσα σε πολύ ακριβότερες επιλογές. Εμπειρία Χρήσης Η εμπειρία χρήσης του Corsair Katar Pro Wireless Mouse έχει υπάρξει έως τώρα, απροβλημάτιστη. Και λέω "έως τώρα", γιατί εκτός από απροβλημάτιστη έχει υπάρξει και ιδιαίτερα σύντομη, καθώς παρέλαβα το δείγμα μόλις το απόγευμα στις 2/10/2020, με την κυκλοφορία του προϊόντος - και του παρόντος review - στις 6/10/2020. Συνεπώς δεν μπορώ να πω πολλά για τη διάρκεια της μπαταρίας, εκτός του ότι η λευκή Eneloop AA δεν έχει χρειαστεί ακόμα φόρτιση, με φυσιολογική, καθημερινή χρήση. Γνωρίζω όμως από εμπειρία ότι η αλλαγή των μπαταριών, επαναφορτιζομένων ή μη, με βολεύει πολύ περισσότερο από τη σύνδεση καλωδίου στο ποντίκι για φόρτιση. Η κύλιση είναι ομαλή και η ασύρματη σύνδεση, είτε με Slipstream είτε με Bluetooth, λειτούργησε χωρίς διακοπές ή προβλήματα. Το Corsair Katar Pro Wireless Mouse ανταποκρίνεται με ακρίβεια και ομαλότητα, είτε χρησιμοποιείται πάνω στο mouse pad, είτε πάνω στην αρκετά γυαλιστερή επιφάνεια του τραπεζιού, είτε στο μπράτσο του καναπέ, είτε στο πόδι μου. Τα πλήκτρα έχουν θετική ανταπόκριση και σαφές feedback, αλλά θα ήθελα 2 ακόμη πλήκτρα στο δεξί πλάι. Με τον τρόπο αυτό το Corsair Katar Pro Wireless Mouse θα ήταν πραγματικά αμφιδέξιο, ενώ τα 2 πλήκτρα που δεν αντιστοιχούν στον αντίχειρα, μπορούν να χρησιμοποιούνται για λιγότερο συχνές εργασίες. Συνολικά, η εμπειρία χρήσης του Corsair Katar Pro Wireless Mouse, αν και σύντομη, υπήρξε μόνο θετική. Επίλογος Το Corsair Katar Pro Wireless Mouse είναι ένα ποντίκι κλασσικού σχεδιασμού με 6 συνολικά, πλήρως προγραμματιζόμενα πλήκτρα, μέσω του Corsair iCUE, και τεχνολογία διασύνδεσης τόσο Slipstream 2,4GHz, όσο και Bluetooth. Φέρει τον οπτικό αισθητήρα PMW3325 της PixArt με ανάλυση 10.000DPI, που σε συνδυασμό με την τεχνολογία sub 1ms Slipstream, του επέτρεψε να ανταγωνιστεί επάξια με ακριβότερα ποντίκια. Ο σχεδιασμός του είναι αμφιδέξιος και αν διέθετε 2 πλαϊνά πλήκτρα και στη δεξιά πλευρά του θα ήταν απόλυτα συμμετρικό, ενώ τα επιπλέον πλήκτρα θα προσέδιδαν πρόσθετη λειτουργικότητα. Δε διαθέτει φωτισμό, εκτός από το ενδεικτικό RGB LED πολλαπλών λειτουργιών, αλλά το γεγονός αυτό, σε συνδυασμό με τη χρήση μπαταρίας AA, του επιτρέπει να έχει ιδιαίτερα καλή διάρκεια μπαταρίας, που σύμφωνα με την Corsair μπορεί να φτάσει έως και τις 135 ώρες χρήσης. Επιπλέον, η χρήση μπαταρίας AA επιτρέπει την επιλογή τόσο επαναφορτιζομένων μπαταριών όσο και μίας χρήσης. Η κύλιση που προσφέρει ο οπτικός αισθητήρας της PixArt είναι ομαλή και ακριβής, σε κάθε επιφάνεια που το δοκίμασα, από το Corsair MM250 Champion Series Mouse Pad – X-Large όπου έγιναν οι μετρήσεις, έως στο μπράτσο του καναπέ και στο πόδι μου. Τα πλήκτρα έχουν θετική ανταπόκριση και σαφές feedback. Το μόνο αρνητικό είναι ότι το Corsair Katar Pro Wireless Mouse δε διαθέτει προγραμματιζόμενα onboard profiles. Αποτέλεσμα αυτού είναι ότι το ποντίκι μπορεί να παραμετροποιηθεί αποκλειστικά και μόνο με τη χρήση του λογισμικού iCUE και συνεπώς μόνο σε σύνδεση μέσω του δέκτη Slipstream 2,4GHz. Σε σύνδεση με Slipstream χωρίς το λογισμικό ή σε σύνδεση Bluetooth που δεν υποστηρίζεται από το λογισμικό, δεν μπορούν να παραμετροποιηθούν ούτε οι λειτουργίες των πλήκτρων, ούτε οι 3 επιλογές για την ανάλυση του αισθητήρα, οι οποίες είναι 800, 1500 και 3000 DPI. Η προτεινόμενη τιμή λιανικής του Corsair Katar Pro Wireless Mouse είναι τα €49,99 συμπεριλαμβανομένου του ΦΠΑ. Θεωρώ ότι, αν και το προϊόν είναι αξιόλογο, στο κόστος αυτό θα μπορούσε και θα έπρεπε να περιλαμβάνει λειτουργία τουλάχιστον ενός προγραμματιζόμενου onboard προφίλ. Ως έχει, βρίσκω την προτεινόμενη τιμή για τις ΗΠΑ πιο σωστή, καθώς βρίσκεται στα $39,99 συμπεριλαμβανομένων των φόρων. Τώρα το γιατί το ίδιο προϊόν πωλείται σημαντικά ακριβότερα στην Ευρώπη από ότι στις ΗΠΑ, αυτό είναι θέμα διεθνούς πολιτικής και πολιτικών και δεν αφορά την παρούσα παρουσίαση. Παράλληλα με το Corsair Katar Pro Wireless Mouse, κυκλοφορεί και το Corsair Katar Pro Mouse το οποίο είναι οπτικά ίδιο, εκτός του ότι δεν έχει το ενδεικτικό LED πίσω από το πλήκτρο επιλογής DPI και έχει το φωτισμό στα πλαϊνά της ρόδας κύλισης. Η βασική του διαφορά είναι ότι δεν είναι ασύρματο και ως εκ τούτου, είναι οικονομικότερο. Χρησιμοποιεί όμως και διαφορετικό αισθητήρα, μεγαλύτερης ανάλυσης, οπότε οι επιδόσεις του είναι διαφορετικές. Ας συνοψίσουμε τα πλεονεκτήματα και τα μειονεκτήματα του Corsair Katar Pro Wireless Mouse: Πλεονεκτήματα + Συνδεσιμότητα τόσο μέσω sub 1ms Slipstream 2,4GHz όσο και μέσω Bluetooth + 5 πλήρως προγραμματιζόμενα πλήκτρα, από τα συνολικά 6, μέσω του λογισμικού iCUE + Οπτικός αισθητήρας PMW3325 της PixArt με ανάλυση από 200 έως 10.000DPI με δυνατότητα ρύθμισης ανά 100DPI + Βάρος μόλις 74 γραμμάρια, χωρίς τη μπαταρία + Ανταπόκριση σε κάθε επιφάνεια + Αμφιδέξιος σχεδιασμός, εκτός από τα 2 πλαϊνά πλήκτρα Μειονεκτήματα - Απουσία προγραμματιζόμενων onboard profiles Με βάση τα παραπάνω, η βαθμολογία του Corsair Katar Pro Wireless Mouse είναι:  TheLAB.GR Ευχαριστούμε θερμά την Corsair για την παραχώρηση του δείγματος της δοκιμής. Πολύμερος Αχανιώτης 06/10/2020
  19. Εισαγωγή Τα τελευταία χρόνια, οι SSD των 2,5 ιντσών αντικαθίστανται όλο και περισσότερο από τους μικρότερους, βολικότερους και χωρίς καλώδια M.2. Παράλληλα, η μεγάλη πλειοψηφία των M.2 SSD έχει εγκαταλείψει το πρωτόκολλο επικοινωνίας AHCI για το πολύ ταχύτερο NVMe, που εκμεταλλεύεται 4 διαύλους PCIe για να επιτύχει εξαιρετικές ταχύτητες επικοινωνίας. Αυτές οι αλλαγές δημιούργησαν την ανάγκη νέων εξωτερικών θηκών για αυτά τα drives, που βασίζονται στο socket Μ.2 και υποστηρίζουν NVMe ενώ παράλληλα συνδέονται με τον υπολογιστή μέσω των νεότερων εκδόσεων του USB έτσι ώστε να εκμεταλλεύονται όσο γίνεται τις μεγάλες ταχύτητες των drives που φιλοξενούν. Η Icy Dock ICYNano MB861U31-1M2B είναι μια τέτοια θήκη, που μπορεί να φιλοξενήσει κάθε τύπου M.2 NVMe SSD και να τον συνδέσει με τον υπολογιστή μέσω USB 3.2 Gen2. Συσκευασία και Περιεχόμενα Η Icy Dock ICYNano MB861U31-1M2B έρχεται σε μια απλή χαρτονένια συσκευασία που στο επάνω μέρος της αναφέρει το μοντέλο και τις βασικές ιδιότητες του προϊόντος. Η θήκη βρίσκεται προστατευμένη σε διάφανο σακουλάκι και μέσα σε πυκνό αφρολέξ ενώ κάτω από αυτό, βρίσκουμε τα παρελκόμενα. Το περιεχόμενο φυλλάδιο δεν έχει κάτι το ιδιαίτερο. Το Manual και το Data Sheet βρίσκονται online, στην ιστοσελίδα της εταιρίας. Ένα κομμάτι θερμοαγώγιμης ταινίας θα εξασφαλίσει τη μεταφορά θερμότητας από το φιλοξενούμενο drive στο αλουμινένιο καπάκι του Icy Dock ICYNano MB861U31-1M2B, φροντίζοντας για την ψύξη του. Τα παρελκόμενα ολοκληρώνονται με 2 κοντά καλώδια, το ένα τύπου USB C σε USB C και το άλλο USB C σε USB A. Έτσι, η θήκη, που έχει υποδοχή USB C, μπορεί να συνδεθεί είτε σε υποδοχή USB C του υπολογιστή, με το ένα καλώδιο, είτε σε υποδοχή USB A, με το άλλο. Και αφού τελειώσαμε με τα παρελκόμενα, ας περάσουμε στην ίδια τη θήκη. Ο σχεδιασμός της είναι απλός και κομψός. Το επάνω μέρος αποτελείται από αλουμίνιο και φέρει στο κέντρο του το λογότυπο της εταιρίας. Το κάτω μέρος είναι πλαστικό και φέρει αυτοκόλλητο με το μοντέλο και τον σειριακό αριθμό. Οι μεγάλες πλαϊνές πλευρές δεν έχουν κάτι ιδιαίτερο, όπως και η μία από τις μικρές. Στην άλλη μικρή πλαϊνή πλευρά βρίσκουμε την υποδοχή USB C και στα δεξιά της μία στρογγυλή οπή από όπου φαίνεται το LED λειτουργίας. Συνδεσιμότητα Η συνδεσιμότητα του Icy Dock ICYNano MB861U31-1M2B βασίζεται στην υποδοχή USB C που είδαμε, η οποία υποστηρίζει πρωτόκολλο USB 3.2 Gen2, στα 10Gbps Καθώς οι αλλεπάλληλες αλλαγές στην ονοματολογία των διαφόρων τύπων USB έχουν καταστήσει το τοπίο ιδιαίτερα ομιχλώδες, παραθέτουμε τον παρακάτω πίνακα για να ξεκαθαρίσουν κάπως τα πράγματα. Η Icy Dock ICYNano MB861U31-1M2B υποστηρίζει το 2ο σε ταχύτητα πρωτόκολλο. Τα 2 παρεχόμενα καλώδια, USB C σε USB C και USB C σε USB A, εξασφαλίζουν τη δυνατότητα σύνδεσης της Icy Dock ICYNano MB861U31-1M2B σε κάθε συσκευή που υποστηρίζει εξωτερικά drives. Εγκατάσταση του Drive Η εγκατάσταση του drive στην Icy Dock ICYNano MB861U31-1M2B είναι πανεύκολη και δεν απαιτεί κανένα εργαλείο. Το επάνω μέρος της θήκης ξεκουμπώνει από το κάτω με ένα απλό τράβηγμα από την άκρη, όπως φαίνεται στην παρακάτω εικόνα. Στη συνέχεια, τοποθετούμε το drive, τη θερμική ταινία και το καπάκι, που λειτουργεί ως ψύκτρα για το drive. Η τοποθέτηση της θερμικής ταινίας είναι απλή και χρειάζεται να γίνει μόνο μία φορά. Η θήκη υποστηρίζει όλα τα μεγέθη M.2 SSD που υπάρχουν, μέχρι και τα enterprise drives των 110 χιλιοστών. Το πιο συνηθισμένο μέγεθος που βρίσκουμε στην αγορά είναι το 2280, μήκους 80 χιλιοστών. Το drive ασφαλίζεται με έναν κυλιόμενο βραχίονα που κουμπώνει στις αντίστοιχες θέσεις ανάλογα με το μήκος του drive και το στηρίζει, χωρίς την ανάγκη χρήσης βίδας. Εδώ βλέπουμε την Icy Dock ICYNano MB861U31-1M2B με τον Corsair Force Series Gen.4 PCIe MP600 Pro 2TB, που είδαμε αναλυτικά σε review προ ολίγων ημερών, εγκατεστημένο εντός αυτής. Το drive είναι το ταχύτερο που έχουμε δοκιμάσει ποτέ, έτσι ώστε να μην αποτελέσει bottleneck σε κανένα σημείο των δοκιμών της θήκης. Είχαμε δει επίσης ότι βασίζεται ιδιαιτέρως στην ψύκτρα με την οποία έρχεται, καθώς χωρίς αυτήν υπερθερμαίνεται, ειδικά κατά τις δοκιμασίες των εγγραφών. Φυσικά, για να τοποθετηθεί στην Icy Dock ICYNano MB861U31-1M2B, η ψύκτρα του drive έπρεπε να αφαιρεθεί. Έτσι, θα δούμε αν η ψύξη που παρέχει η Icy Dock ICYNano MB861U31-1M2B μέσω της επαφής του drive με το αλουμινένιο της καπάκι - με την παρεμβολή της θερμικής ταινίας - είναι επαρκής για ένα σύγχρονο drive. PCB καιController Το PCB της Icy Dock ICYNano MB861U31-1M2B είναι καλής ποιότητας και αρκετά πυκνοκατοικημένο, ενώ διαθέτει τα χαρακτηριστικό μιας σχεδίασης που υποστηρίζει υψηλές ταχύτητες διαμεταγωγής των δεδομένων και από ότι θα δούμε στη συνέχεια, δεν μένει μόνο στην εικόνα αλλά το αποδεικνύει - και με απαιτήσεις - στην πράξη. Είναι σαφές ότι ευθύνεται για το σχετικά αυξημένο πλάτος της θήκης, ενώ για το σχετικά αυξημένο μήκος ευθύνεται η υποστήριξη enterprise SSDs των 110 χιλιοστών. Το βασικό chip για την επικοινωνία μεταξύ του drive και της USB θύρας του υπολογιστή σας είναι το JMicron JMS583, του οποίου το πλήρες Data Sheet μπορείτε να δείτε εδώ. Πρόκειται για ένα chip που αναλαμβάνει την επικοινωνία μεταξύ PCIe και USB και υποστηρίζει USB 3.2 Gen2 στα 10Gbps, ενώ παράλληλα υποστηρίζει PCIe 3.0 x2. Είναι σαφές τόσο από το γεγονός ότι υποστηρίζει PCIe 3.0 και όχι PCIe 4.0 όσο και από το ότι υποστηρίζει 2 PCIe lanes και όχι 4, ότι δε θα μπορέσει σε καμία περίπτωση να εκμεταλλευθεί την πλήρη ταχύτητα του drive που χρησιμοποιούμε, αλλά ούτε και της πλειοψηφίας των drives της αγοράς, που υποστηρίζουν 4 PCIe lanes. Πολύ θετικό είναι το στοιχείο ότι υποστηρίζει τη μετάδοση της εντολής TRIM, κάτι βασικό ώστε να παραμένει το drive ικανό να λειτουργεί στην πλήρη ταχύτητα των εγγραφών, σε βάθος χρόνου. Τεχνικά Χαρακτηριστικά Στον παρακάτω πίνακα βλέπουμε τα τεχνικά χαρακτηριστικά της Icy Dock ICYNano MB861U31-1M2B: Σύστημα Δοκιμών και Μεθοδολογία Οι δοκιμές έγιναν σε ένα σύστημα με επεξεργαστή AMD Ryzen 3900X και μητρική την Gigabyte X570 AORUS PRO, η οποία διαθέτει θύρα USB C 3.2 Gen2. Ευχαριστώ θερμά τον φίλο και συνεργάτη David Popeck που μας διέθεσε το σύστημά του για τις δοκιμές. Παρακάτω βλέπετε τις πλήρεις προδιαγραφές του συστήματος δοκιμών. Το drive που χρησιμοποιήσαμε για τις δοκιμές είναι ο Corsair Force Series Gen.4 PCIe MP600 Pro 2TB, που είναι ένα ταχύτατο drive - το ταχύτερο που έχουμε δοκιμάσει έως τώρα - έτσι ώστε να εξασφαλίσουμε ότι σε καμία περίπτωση το drive δε θα δημιουργεί bottleneck στις μετρήσεις. Το λειτουργικό σύστημα πάνω στο οποίο γίνονται οι δοκιμές είναι τα Windows 10 Pro 64bit. Οι δοκιμές στις οποίες θα υποβάλουμε την Icy Dock ICYNano MB861U31-1M2B χωρίζονται σε 2 κατηγορίες: Συνθετικά Benchmarks που χρησιμοποιούμε στα reviews των SSD. Το εξειδικευμένο Benchmark FlashBench, που ειδικεύεται στη μέτρηση ταχύτητας εξωτερικών συσκευών αποθήκευσης. Τα αποτελέσματα των μετρήσεων θα παρατεθούν σε σύγκριση με την θήκη της Rongdeson που υποστηρίζει πρωτόκολλο επικοινωνίας USB 3.2 Gen1, ενώ η Icy Dock ICYNano MB861U31-1M2B υποστηρίζει USB 3.2 Gen2. Μείνετε συντονισμένοι. ακολουθούν οι δοκιμές, η βαθμολογία και τα συμπεράσματα. Benchmarks Ξεκινάμε τις δοκιμές μας με τα Average Read και Average Write tests του AIDA64 για να δούμε την αμεσότητα απόκρισης της Icy Dock ICYNano MB861U31-1M2B στις εντολές ανάγνωσης και εγγραφής. Είναι φυσικό ότι οι επιδόσεις δεν μπορεί να πλησιάσουν καν αυτές του drive σε απ' ευθείας σύνδεση με τη μητρική του υπολογιστή, καθώς εκεί έχουμε 4 PCIe lanes. Ακόμα μεγαλύτερη θα είναι φυσικά η διαφορά όταν το drive συνδέεται σε υπολογιστή με PCIe 4.0. Ο λόγος αναφοράς των επιδόσεων του drive σε απ' ευθείας σύνδεση στη μητρική δεν είναι για άμεση σύγκριση, αλλά για να δούμε ποιο είναι το ταβάνι του drive. Ενώ λοιπόν σίγουρα δε φτάνει τις επιδόσεις της άμεσης σύνδεσης, η αμεσότητα στην απόκριση εντολών ανάγνωσης είναι εξαιρετική, τόσο με την Icy Dock ICYNano MB861U31-1M2B όσο και με τη θήκη της Rondgeson, στα 0,05ms. Στις εγγραφές η Icy Dock ICYNano MB861U31-1M2B παραμένει στα 0,05ms και παίρνει κεφάλι από το ανταγωνιστικό προϊόν. Τα Random Read Access και Random Write Access του HD Tune Pro μας δίνουν λίγο πιο αναλυτικές πληροφορίες για την αμεσότητα της απόκρισης, καθώς δίνουν ξεχωριστές τιμές ανάλογα με το μέγεθος των αρχείων. Στα μικρά αρχεία βλέπουμε ότι δεν υπάρχει κάποια ουσιώδης διαφορά μεταξύ της Icy Dock ICYNano MB861U31-1M2B και της θήκης της Rongdeson αλλά σε αρχεία μεγαλύτερα των 4KB η θήκη της Icy Dock προσφέρει σημαντικά καλύτερες επιδόσεις. Το παραπάνω φαίνεται και στο AS SSD Benchmark. Το Benchmark Anvil's Storage Utilities δείχνει ότι η Icy Dock ICYNano MB861U31-1M2B έχει πολύ καλές επιδόσεις, που υπολείπονται λίγο του μισού αυτών της άμεσης σύνδεσης μέσω PCIe 3.0. Αυτό εξηγείται καθώς όπως είπαμε η θήκη της Icy Dock προσφέρει σύνδεση PCIe 3.0 x2 ενώ η άμεση σύνδεση σε μητρική (που δεν υποστηρίζει PCIe 4.0) προσφέρει PCIe 3.0 x4. Επιπλέον, η μετατροπή σε USB 3.2 Gen2 ελαττώνει λίγο ακόμη την ταχύτητα. Συνεπώς οι επιδόσεις της Icy Dock ICYNano MB861U31-1M2B είναι πολύ καλές, μέσα στα αναμενόμενα πλαίσια, και σημαντικά καλύτερες από αυτές του ανταγωνιστικού προϊόντος που χρησιμοποιεί USB 3.2 Gen1. Συνολικά, οι επιδόσεις της Icy Dock ICYNano MB861U31-1M2B είναι πολύ καλές και εμφανίζουν συνέπεια. Η ψύξη που παρέχει η θήκη ήταν επαρκής για να διατηρήσει τον ιδιαίτερα θερμό επεξεργαστή του Corsair Force Series Gen.4 PCIe MP600 Pro 2TB σε πλήρη ταχύτητα λειτουργίας, κατά τη διάρκεια των δοκιμών. FlashBench Το FlashBench είναι ένα Benchmark που ειδικεύεται σε εξωτερικά drives. Μετράει την ταχύτητα μεταφοράς αρχείων διαφόρων μεγεθών, από 16MB έως 1KB. Όπως βλέπουμε, όσον αφορά τις αναγνώσεις, οι επιδόσεις σε αρχεία μεγαλύτερα των 16KB είναι σημαντικά καλύτερες για την Icy Dock ICYNano MB861U31-1M2B, ενώ σε αρχεία 16KB και μικρότερα, οι επιδόσεις είναι πρακτικά ίδιες. Στις εγγραφές, παρατηρούμε κάτι αντίστοιχο, όμως εδώ οι επιδόσεις εξισώνονται σε αρχεία 8KB και μικρότερα. Συνολικά, πολύ καλές επιδόσεις για εξωτερική συσκευή αποθήκευσης. Συμπεράσματα και βαθμολογία Και κάπως έτσι, φτάσαμε στο δια ταύτα. Η Icy Dock ICYNano MB861U31-1M2B είναι μια θήκη για M.2 NVMe SSD κάθε μεγέθους και χωρητικότητας που προσφέρει δυνατότητα διασύνδεσης μέσω USB 3.2 Gen2 (10Gbps). Αποτελείται από αλουμίνιο και ποιοτικό πλαστικό και παρέχει δυνατότητα εγκατάστασης του drive χωρίς εργαλεία και ψύξη που αποδείχτηκε επαρκής ακόμη και για το πολύ απαιτητικό drive που χρησιμοποιήσαμε στις δοκιμές. Ο κομψός σχεδιασμός, η στιβαρή κατασκευή και η απλότητα στην εγκατάσταση και τη χρήση συμπληρώνουν ένα ιδιαίτερα θετικό σύνολο. Το μόνο αρνητικό που εντοπίσαμε είναι το μέγεθος, το οποίο όμως είναι απόρροια του σχετικά μεγάλου PCB, το οποίο είναι ενδεχομένως απαραίτητο για να επιτευχθούν αυτές οι επιδόσεις, και της δυνατότητας φιλοξενίας M.2 SSDs με μήκος μέχρι και 110 χιλιοστά. Όλα αυτά έρχονται με ένα διόλου ευκαταφρόνητο αντίτιμο, καθώς το χαμηλότερο κόστος με το οποίο μπορεί κανείς να αποκτήσει την Icy Dock ICYNano MB861U31-1M2B στην Ελληνική αγορά είναι τα 70,80€, συμπεριλαμβανομένου του ΦΠΑ. Η ποιότητα και οι επιδόσεις είναι μεν πολύ καλές αλλά όταν υπάρχουν επώνυμα ανταγωνιστικά προϊόντα στην αγορά, έστω και με χαμηλότερες επιδόσεις, με λιγότερο από το μισό κόστος, το value for money πλήττεται σημαντικά. Ας συνοψίσουμε τα πλεονεκτήματα και τα μειονεκτήματα της Icy Dock ICYNano MB861U31-1M2B: Πλεονεκτήματα + Πολύ καλές επιδόσεις + Εξαιρετική ποιότητα κατασκευής + 3ετής εγγύηση + Εύκολη και χωρίς εργαλεία εγκατάσταση του drive + Υποστήριξη οποιουδήποτε μεγέθους drive + Υποστήριξη ΤΡΙΜ + Πολύ καλή ψύξη του drive + Παρεχόμενα καλώδια για σύνδεση σε USB C και USB A Μειονεκτήματα - Τιμή - Μέγεθος Με βάση τα παραπάνω, η συνολική βαθμολογία της Icy Dock ICYNano MB861U31-1M2B είναι:  theLAB.gr Ευχαριστούμε θερμά την Icy Dock για την παραχώρηση του δείγματος της δοκιμής. Πολύμερος Αχανιώτης 04/03/2021
  20. Εισαγωγή Ως Reviewer είμαι υποχρεωμένος να μελετάω και να παρουσιάζω αμερόληπτα όλα τα προϊόντα που φτάνουν στον πάγκο των δοκιμών του TheLab.gr. Αλλά ως επαγγελματίας στο χώρο του IT και ως enthousiast, δεν μπορώ παρά να βλέπω με μια γερή δόση σκεπτικισμού την έκρηξη που βιώνουμε τελευταία στις χωρητικότητες των consumer grade SSD, καθώς η αύξηση αυτή δεν ήρθε μόνη, αλλά ως φυσικό επακόλουθο της χρήσης από τις κατασκευάστριες εταιρίες, μνημών NAND με μεγαλύτερη μεν χωρητικότητα αλλά με χαμηλότερες ταχύτητες και μικρότερη διάρκεια ζωής. Η πιο πρόσφατη σχετική εξέλιξη στις NAND ακούει στο όνομα QLC και επιτρέπει την αποθήκευση 4bit δεδομένων σε κάθε κελί. Τέτοιες ακριβώς είναι και οι NAND του SSD που βρέθηκε σήμερα στον πάγκο μου, του Corsair Force Series MP400, επιτρέποντας στην κατασκευάστρια εταιρία να διαθέσει στην αγορά μοντέλα του 1, 2, 4 και 8ΤΒ! Το μοντέλο που θα δούμε σήμερα είναι ο Corsair Force Series MP400 4TB. Η χωρητικότητα των 4TB στο τόσο μικρό form factor του Μ.2 2280 είναι πραγματικά εντυπωσιακή, πόσο δε μάλλον με ταχύτητες SSD! Μένει να δούμε αν η χρήση 3D QLC NAND έφερε το κόστος σε εφικτά επίπεδα χωρίς υπερβολικές επιπτώσεις στην ταχύτητα και μακροζωία του drive. Από τη Συσκευασία Μέχρι το Πυρίτιο - Τι ακριβώς αγοράζουμε Ας πάρουμε όμως τα πράγματα από την αρχή και ας ξεκινήσουμε με τη συσκευασία, η οποία κινείται στα γνωστά χρώματα της εταιρίας και παρέχει τις συνηθισμένες πληροφορίες καθώς και μια φωτογραφία του προϊόντος. Όπως μας ενημερώνει η πίσω όψη, το drive κατασκευάζεται στην Taiwan και οι επιδόσεις του διαφέρουν ανάλογα με τη χωρητικότητα. Το εμπρός μέρος μας λέει ότι για την εν λόγω χωρητικότητα των 4TB, μπορούμε να περιμένουμε ανάγνωση με σειριακή ταχύτητα έως 3480MB/s και 610000 IOPS στην τυχαία προσπέλαση αρχείων 4Κ. Όσον αφορά τις εγγραφές, οι αντίστοιχες επιδόσεις είναι 3000MB/s και 710000 IOPS. Εντός της συσκευασίας βρίσκουμε το τυπικό και αχρείαστο Manual με οδηγίες εγκατάστασης και το drive, προστατευμένο σε διάφανο πλαστικό. Το drive χρησιμοποιεί μαύρο PCB και ένα μαύρο αυτοκόλλητο, με αποτέλεσμα να είναι αρκετά όμορφο. Στο πίσω μέρος φέρει αυτοκόλλητο με το ακριβές μοντέλο (χωρητικότητα) και τις απαραίτητες πληροφορίες και πιστοποιήσεις. Καθώς μιλάμε για χωρητικότητα 4TB, το PCB είναι πυκνοκατοικημένο και φέρει 4 NAND και 1 cache RAM σε κάθε πλευρά - σύνολο 8 NAND και 2 cache RAM -, ενώ ο Controller βρίσκεται στην επάνω πλευρά, όπου επίσης βρίσκεται και το chip που κάνει τη διαχείριση ισχύος του drive. Ο Controller είναι ο Phison PS5012-E12S ο οποίος υποστηρίζει συνολικές χωρητικότητες από 256GB έως 8TB και χρήση TLC και QLC NAND. Το πρωτόκολλο επικοινωνίας που υποστηρίζει είναι το PCIe 3.0 και χρησιμοποιεί 4 lanes (x4). Στην περίπτωση του Corsair Force Series MP400 4TB που χρησιμοποιεί QLC NAND συνολικής χωρητικότητας 4TB, η θεωρητική μέγιστη σειριακή ταχύτητα ανάγνωσης φτάνει τα 3400MB/s, ενώ η σειριακή ταχύτητα εγγραφής τα 3000MB/s. Όσον αφορά τις επιδόσεις σε τυχαία προσπέλαση αρχείων 4K, η θεωρητική μέγιστη επίδοση ανάγνωσης είναι τα 480K IOPS και η αντίστοιχη εγγραφής τα 680k IOPS. Οι παρατηρητικοί θα πρόσεξαν ότι η Corsair δηλώνει επιδόσεις που δεν μπορεί να φτάσει ο Controller. Μένει να δούμε αν η εταιρία χρησιμοποιεί κάποια ειδική έκδοση Controller ή firmware ή απλά υπερεκτιμά τις δυνατότητες του drive. Ο Controller της Phison διαθέτει πληθώρα προχωρημένων λειτουργιών, όπως End-To-End Data Protection, κρυπτογράφηση Pyrite/OPAL και Thermal Monitoring. Λεπτομέρειες για όλα αυτά μπορείτε να διαβάσετε στο Datasheet του Phison PS5012-E12S. Η NAND που χρησιμοποιεί ο Corsair Force Series MP400 4TB αποτελείται από 8 chip της Micron με κωδικό IA7HG66AWA, τα οποία είναι τύπου 3D QLC 96 επιπέδων και χωρητικότητας 512MB έκαστο. Η μνήμη cache αποτελείται από 2 chip της Nanya, με κωδικό NT5CC256M16ER-EK. Πρόκειται για μνήμη RAM τύπου DDR3 και χρονισμού 1866MHz, ενώ η χωρητικότητα του κάθε chip είναι 4Gb. Αυτό σημαίνει ότι η συνολική cache του drive είναι 8Gb, δηλαδή 1GB, όχι ιδιαίτερα μεγάλη για ένα drive των 4TB. Η διαχείριση της ισχύος του drive γίνεται από το chip με κωδικό PS6102-22 της Phison. Τεχνικά Χαρακτηριστικά Τα τεχνικά χαρακτηριστικά του Corsair Force Series MP400 4TB, ακριβώς όπως αναφέρονται στην ιστοσελίδα της Corsair, φαίνονται στον παρακάτω πίνακα. Οι επιδόσεις που υπόσχεται το drive ξεπερνούν τις προδιαγραφές του Controller που διαθέτει, και ως εκ τούτου, παραμένω σκεπτικός για το αν τις επιτυγχάνει. Η αντοχή που υπόσχεται η Corsair φτάνει τα 800ΤΒ εγγραφών, κάτι που δείχνει τη μικρότερη αντοχή του drive στις εγγραφές από υλοποιήσεις που κάνουν χρήση TLC NAND, καθώς ο μισής χωρητικότητας Corsair Force Series Gen.4 PCIe MP600 2TB υπόσχεται την κατά πολύ μεγαλύτερη αντοχή σε εγγραφές των 3600TB. Το προτεινόμενο κόστος για τον Corsair Force Series MP400 4TB από την κατασκευάστρια εταιρία ανέρχεται στα €649.99, ενώ η χαμηλότερη τιμή στην Ελληνική αγορά είναι στα €571.40 μη συμπεριλαμβανομένων των μεταφορικών. Το drive συνοδεύεται από 5ετή εγγύηση. Συνοδευτικό Λογισμικό Το λογισμικό που συνοδεύει τους SSDs της Corsair, ονομάζεται Corsair SSD Toolbox. Σε αντίθεση με την εξαιρετική δουλειά πού έχει κάνει η Corsair με το iCue, το Corsair SSD Toolbox έχει μείνει χωρίς ουσιαστική εξέλιξη εδώ και αρκετά χρόνια, κάτι που είναι άμεσα εμφανές από το ξεπερασμένο αισθητικά interface του. Εν τούτοις, είναι εύκολο στη χρήση, απλό στη λειτουργία και παρέχει ουσιαστικά όλες τις απαραίτητες λειτουργίες. Η πλοήγηση γίνεται από το κάθετο μενού στα αριστερά και περιλαμβάνει 6 καρτέλες. Στην πρώτη, που ονομάζεται Drive Information (πληροφορίες για το drive), βλέπουμε τα βασικά στοιχεία του κάθε συνδεδεμένου drive και, εφ' όσον αυτό υποστηρίζεται από το πρόγραμμα, μπορούμε να κάνουμε και Firmware Update. Ο έλεγχος του firmware είναι άμεσος και online, απλοποιώντας τη διαδικασία και ελαχιστοποιώντας πιθανά λάθη του χρήστη. Η δεύτερη καρτέλα που ονομάζεται Overprovision αφορά το manual Over Provisioning, κάτι που δεν υποστηρίζεται από τον Corsair Force Series MP400 4TB. Η τρίτη καρτέλα, S.M.A.R.T. Status (κατάσταση του S.M.A.R.T.) μας δίνει πληροφορίες για την κατάσταση του drive, όπως την υγεία του και το σύνολο των αναγνώσεων και εγγραφών που έχει συνολικά πραγματοποιήσει. Σε αυτήν την καρτέλα θα προτιμούσαμε σαφώς μια πιο εύληπτη παρουσίαση για τον μη ειδικό χρήστη και όχι μια ξερή παρουσίαση των περιεχομένων του S.M.A.R.T. table. Η τέταρτη καρτέλα λέγεται Disk Clone (κλωνοποίηση δίσκου) και περιέχει ένα απλό αλλά βολικό Disk Cloning εργαλείο. Η πέμπτη καρτέλα που ονομάζεται Optimize (βελτιστοποίηση), περιέχει την εντολή ενεργοποίησης του TRIM, κάτι που στον Corsair Force Series MP400 4TB ελέγχεται από τα Windows και δεν μπορεί να ενεργοποιηθεί κατά βούληση από το χρήστη. Η έκτη και τελευταία καρτέλα με το όνομα Secure Wipe (ασφαλής καθαρισμός) περιέχει ένα εργαλείο ασφαλούς διαγραφής των περιεχομένων του drive, με τρόπο ώστε η επαναφορά τους να είναι αδύνατη. Τα 3 εικονίδια πάνω αριστερά, κάτω από το σήμα της Corsair, αφορούν τη λειτουργία βοήθειας, που εξηγεί κάποιες λειτουργίες του προγράμματος, τις πληροφορίες της έκδοσης του προγράμματος και την ανανέωση της λίστας των drives. Οι 3 αυτές λειτουργίες είναι αυτονόητες και δεν έχουμε πολλά να πούμε σχετικά. Η τελευταία έκδοση του Corsair SSD Toolbox είναι η 1.2.5.7. Συνολικά, το Corsair SSD Toolbox κάνει τα βασικά που χρειάζεται, αλλά θα θέλαμε να δούμε μια ανανεωμένη έκδοση, με μοντέρνο interface και μεγαλύτερη φιλικότητα προς το χρήστη. Σύστημα Δοκιμών και Μεθοδολογία Το σύστημα πάνω στο οποίο δοκιμάστηκε ο Corsair Force Series MP400 4TB είναι το γνωστό μας benchtable που είναι στημένο πάνω στην Asrock Z97X Killer. Ο επεξεργαστής είναι ο Intel G3258 Anniversary Edition που παρέμεινε δροσερός χάρη στην Corsair Hydro Series H100i GTX. Η μνήμη είναι στα 8GB που υπερκαλύπτουν τις απαιτήσεις μας στα συγκεκριμένα τεστ, το τροφοδοτικό είναι το Cooler Master V650 και το σύστημα είναι στημένο στο Cooler Master Test Bench V1.0. Καθώς η M.2 υποδοχή της Asrock Z97X Killer υποστηρίζει μόνο PCIe 3.0 2X και όχι 4X, χρησιμοποιήθηκε ένας μετατροπέας PCIe 4X σε M.2. Ευχαριστούμε θερμά την Asrock, την Cooler Master και την Corsair για τα εξαρτήματα που μας παρείχαν για την κατασκευή του συστήματος δοκιμών! Παρακάτω βλέπετε τις πλήρεις προδιαγραφές του συστήματος δοκιμών. Το λειτουργικό σύστημα πάνω στο οποίο γίνονται οι δοκιμές είναι τα Windows 10 Pro 64bit. Οι δοκιμές στις οποίες υποβάλαμε τον Corsair Force Series MP400 4TB χωρίζονται σε 3 κατηγορίες: Συνθετικά Benchmarks Χρήση των Program Traces του PCMark 8 για να δούμε τη συμπεριφορά του drive σε καθημερινή χρήση. Ανάλυση σε βάθος Οι επιδόσεις του drive συγκρίθηκαν με τον Corsair Force Series Gen.4 PCIe MP600 2TB, τον Corsair Force Series MP510 960GB και τον Samsung 970 EVO 250GB. Δυστυχώς δεν είχαμε διαθέσιμο κάποιον Samsung 970 EVO αντίστοιχης χωρητικότητας και καθώς οι επιδόσεις των εγγραφών επηρεάζονται ιδιαιτέρως από το πλήθος των πακέτων NAND και ο Samsung 970 EVO 250GB διαθέτει 2 πακέτα NAND έναντι των 4 των άλλων 2 SSD και των 8 του Corsair Force Series MP400 4TB, αυτό θα ληφθεί υπ' όψιν στη διεξαγωγή των συμπερασμάτων. Μείνετε συντονισμένοι. Μετά τις δοκιμές ακολουθεί σχολιασμός, βαθμολογία και συμπεράσματα. Benchmarks Ξεκινάμε με το ATTO. To ATTO είναι το μακράν πιο γενναιόδωρο benchmark όσον αφορά τα θετικά αποτελέσματα ταχύτητας και γι αυτό οι περισσότερες εταιρείες το χρησιμοποιούν για να δηλώσουν τις μέγιστες επιδόσεις σειριακής ανάγνωσης και εγγραφής των drives τους. Αυτό που βλέπουμε είναι ότι στις εγγραφές, το drive φτάνει τις υποσχόμενες ταχύτητες, καθώς αυτές είναι και εντός των δυνατοτήτων του Controller. Στις αναγνώσεις όμως, οι επιδόσεις είναι περίπου ίδιες με τις εγγραφές, κάτι που δείχνει ότι το drive δεν επιτυγχάνει ούτε αυτά που υπόσχεται, ούτε καν τις μέγιστες επιδόσεις του Controller. Σε κάθε περίπτωση, ο Corsair Force Series MP400 4TB δεν τα πήγε καθόλου άσχημα και έπιασε επιδόσεις αντίστοιχες του Corsair Force Series MP510 960GB, ο οποίος χρησιμοποιεί την ταχύτερη και ακριβότερη TLC NAND, όπως και αντίστοιχες του Samsung 970 EVO 250GB, λαμβάνοντας πάντα υπ' όψιν ότι ο EVO διαθέτει 2 πακέτα NAND (όπως εξηγήσαμε στη μεθοδολογία) και έτσι είναι εύλογο και αναμενόμενο ο EVO να έχει περίπου τις μισές επιδόσεις στις σειριακές εγγραφές. Στο CrystalDiskMark 6.0.2 ο Corsair Force Series MP400 4TB τα πηγαίνει πολύ καλά και μάλιστα σε πολλές μετρήσεις περνάει σε ταχύτητα κάποια drives που χρησιμοποιούν TLC. Τα αποτελέσματα του AS SSD Benchmark λένε την ίδια ιστορία, όπου συνολικά ο Corsair Force Series MP400 4TB πλασάρεται πολύ ανταγωνιστικά μεταξύ των άλλων drives, τα οποία χρησιμοποιούν ταχύτερη NAND. Ως εδώ, τα πράγματα είναι αναμενόμενα, καθώς οι μετρήσεις λαμβάνουν χώρα στο κομμάτι της NAND που ο Corsair Force Series MP400 4TB χρησιμοποιεί σε SLC mode, κάτι που θα εξηγήσουμε παρακάτω, και συνεπώς δε γίνεται αισθητό το μειονέκτημα ταχύτητας που επιφέρει η QLC NAND, έναντι της TLC. Το Anvil's Storage Utilities benchmark είναι όμως πιο απαιτητικό και συνεπώς αρχίζει να φαίνεται αυτό το μειονέκτημα. Θυμίζουμε ότι ο Samsung 970 EVO 250GB υστερεί λόγω του ότι διαθέτει μόνο 2 πακέτα NAND. Εδώ βλέπουμε πιο αναλυτικά τα αποτελέσματα του Anvil's Storage Utilities 1.1.0, για όποιον θέλει να εμβαθύνει περισσότερο. Τα AIDA64 Average Read και Write Access δείχνουν ότι ο Corsair Force Series MP400 4TB έχει καλή ανταπόκριση στις εντολές, αντίστοιχη με αυτή των υπολοίπων drives που δοκιμάστηκαν. Τα παραπάνω συμπεράσματα φαίνεται να επιβεβαιώνονται και από τα αποτελέσματα του HD Tune Pro Random Read και Write Access, αν και εδώ η παρουσίαση είναι πιο αναλυτική και φαίνεται ένα υπαρκτό αλλά όχι εμφανές κατά τη χρήση μειονέκτημα του Corsair Force Series MP400 4TB. Τα συνολικά αποτελέσματα των benchmarks δείχνουν ότι όσο ο Corsair Force Series MP400 4TB δεν πιέζεται τα αποτελέσματά του είναι αντίστοιχα με αυτά των drives που χρησιμοποιούν την ακριβότερη TLC NAND. Ας πάμε να δούμε τι σημαίνει αυτό στον πραγματικό κόσμο. Program Traces - PCMark 8 Το drive benchmark του PCMark 8 χρησιμοποιεί traces χρήσης πραγματικών προγραμμάτων για να προσομοιώσει τη συμπεριφορά και τις επιδόσεις ενός drive κατά την πραγματική χρήση. Όπως μας είχαν υποψιάσει τα αποτελέσματα των συνθετικών benchmarks, ο Corsair Force Series MP400 4TB έχει εφάμιλλα αποτελέσματα με τα άλλα drives, όσο το φορτίο είναι ελαφρύ. Όταν οι απαιτήσεις ανεβαίνουν, όπως φαίνεται από τα αποτελέσματα της μέτρησης Photoshop heavy, η χαμηλότερη εγγενής ταχύτητα της QLC NAND έναντι της TLC, γίνεται εμφανής, χωρίς όμως να είναι και πολύ μεγάλη η διαφορά στις επιδόσεις. Πώς όμως λειτουργεί η QLC NAND για να έχει επιδόσεις εφάμιλλες με αυτές ταχύτερων NAND, όταν το φορτίο δεν είναι βαρύ και γιατί όταν το φορτίο γίνεται βαρύ, φαίνεται το μειονέκτημα στην ταχύτητα; Για να το απαντήσουμε αυτό, θα χρειαστεί μια ανάλυση σε μεγαλύτερο βάθος. Ανάλυση σε βάθος Σε αυτό το τμήμα του review, θα χρησιμοποιήσουμε κάποιες πιο εξειδικευμένες δοκιμασίες για να δούμε τη συμπεριφορά του drive με περισσότερη λεπτομέρεια. Συγκεκριμένα θα χρησιμοποιήσουμε το Disk Benchmark του AIDA64. Ξεκινάμε με το Linear Read, το οποίο διαβάζει όλη την έκταση της μνήμης NAND του drive και καταγράφει την ταχύτητα σε κάθε σημείο. Η ανάγνωση όλου του drive των 4TB απαίτησε 33 λεπτά και 28 δευτερόλεπτα και έγινε με μέση ταχύτητα τα 2010,1MB/s. Υπήρξαν κάποιες κορυφές που έφτασαν σε ταχύτητα ανάγνωσης τα 2532,6MB/s αλλά δεν υπήρχαν απότομες πτώσεις και έτσι η ελάχιστη ταχύτητα δεν έπεσε κάτω από τα 1937,4MB/s. Στη μέτρηση αυτή βλέπουμε ουσιαστικά την ταχύτητα ανάγνωσης που μπορεί να φτάσει η QLC NAND του drive, καθώς η μνήμη cache δεν είναι αρκετή για να επηρεάσει ουσιαστικά τις επιδόσεις όταν γίνεται μια συνεχής και τόσο εκτεταμένη ανάγνωση. Η ταχύτητα ανάγνωσης είναι αναμενόμενη και περίπου 15% πιο αργή από αυτή που είδαμε στην αντίστοιχη δοκιμασία του Corsair Force Series MP510 960GB, ο οποίος χρησιμοποιεί την ταχύτερη TLC NAND. Οι εγγραφές αποκαλύπτουν μια πιο ατυχή ιστορία, τη γνωστή πονεμένη ιστορία όλων των SSD που χρησιμοποιούν QLC ή TLC. Βλέπετε, οι QLC και οι TLC NAND δεν έχουν καλές ταχύτητες εγγραφής. Γι αυτό οι εταιρείες δε διαφημίζουν ποτέ αυτή την ταχύτητα. Αντιθέτως, χρησιμοποιούν ένα μέρος της QLC ή TLC NAND σε λειτουργία SLC και αυτής την ταχύτητα διαφημίζουν ως ταχύτητα του drive. Όπα φίλε, μισό λεπτό! Τι είναι αυτό το QLC / TLC και τι είναι το SLC που μας λες; OK, μικρή ανάλυση λοιπόν, για να είμαστε στην ίδια σελίδα. Να με συγχωρήσουν οι γνώστες και τελειομανείς που θα είναι πολύ εκλαϊκευμένη η εξήγηση και οι μη σχετικοί που θα είναι πολύ "επιστημονική", αλλά πρέπει να συναντηθούμε κάπου στη μέση. Το κάθε κελί μνήμης τύπου NAND, μπορεί να αποθηκεύσει μία ηλεκτρική τάση και να την κρατήσει εκεί. Στην περίπτωση του πρώτου τύπου NAND που χρησιμοποιήθηκε σε SSD, τον τύπο SLC (Single Level Cell) αν υπάρχει ηλεκτρική τάση, αυτό σημαίνει αξία 1 και αν δεν υπάρχει, αξία 0. Αυτό για τον υπολογιστή είναι ένα bit και 8 bits μας κάνουν ένα byte. Στην SLC NAND λοιπόν, κάθε κελί αποθηκεύει 1 bit και ο Controller έχει την πολύ εύκολη δουλειά να ξεχωρίσει ανάμεσα σε τάση και όχι τάση, πράγμα που γίνεται με πολύ μεγάλη ταχύτητα και ακόμη και αν το κελί έχει παλιώσει και φθαρεί. Συνεπώς η SLC NAND είναι πολύ γρήγορη και πολύ ανθεκτική στις εγγραφές που φθείρουν τα κελιά της. Αποθηκεύει όμως 1 μόνο bit ανά κελί. SLC NAND βρίσκαμε μόνο σε Enterprise level SSDs γιατί παρά τα πλεονεκτήματά της, είναι πολύ ακριβή. Και τώρα πλέον, ούτε καν εκεί. H MLC NAND αποθηκεύει 2 bit σε κάθε κελί. Ναι, αλλά εμείς είπαμε ότι το μόνο που αποθηκεύει ένα κελί NAND είναι μια ηλεκτρική τάση. Πώς λοιπόν μια ηλεκτρική τάση μπορεί να αντιστοιχιστεί σε 2 bit, δηλαδή σε ένα οποιονδήποτε διψήφιο συνδυασμό από 0 και 1; Απλό! Οι συνδυασμοί αυτοί κατά το νόμο των πιθανοτήτων είναι 22 δηλαδή 4 και συγκεκριμένα οι 00, 01, 10, και 11. Αν θεωρήσουμε ότι η απουσία ηλεκτρικής τάσης αντιστοιχεί στο 00, θα χρειαστούμε 3 διαφορετικές ηλεκτρικές τάσεις για να αντιστοιχίσουμε στις υπόλοιπες τιμές. Κάπως έτσι λειτουργεί η MLC. Είναι πλέον προφανές ότι η MLC θα λειτουργεί πιο αργά από την SLC, καθώς ο ελεγκτής θα πρέπει να ξεχωρίσει 4 διαφορετικές καταστάσεις του κάθε κελιού, συμπεριλαμβανομένων 3 διαφορετικών ηλεκτρικών τάσεων. Συνεπώς το σύστημα θα λειτουργεί πιο αργά και επιπλέον θα είναι πιο επιρρεπές στη φθορά των κελιών κατά τις εγγραφές και θα έχει μικρότερη διάρκεια ζωής. Η TLC NAND (που χρησιμοποιούν όλοι οι SSD με τους οποίους συγκρίνουμε τον Corsair Force Series MP400 4TB) αποθηκεύει 3 bit σε κάθε κελί. Αυτό σημαίνει 23 δηλαδή 8 διαφορετικούς συνδυασμούς (000, 001, 010, 100, 011, 110, 101, 111). Κατά αναλογία με πριν, έχουμε εκτός από την απουσία τάσης, 7 διαφορετικές τιμές, κάτι που κάνει πιο δύσκολη τη δουλειά του Controller. Εδώ πλέον οι εγγραφές γίνονται πολύ αργές. Η δε φθορά των κελιών που προκαλείται από τους κύκλους εγγραφών είναι πιο σημαντική και η ζωή των κελιών πιο μικρή. Η QLC NAND, που χρησιμοποιεί ο Corsair Force Series MP400 4TB, αποθηκεύει 4 bit σε κάθε κελί! Αυτό σημαίνει 24 δηλαδή 16 διαφορετικούς συνδυασμούς (0000, 0001, 0010, 0110, 0100, 0101, 0110, 0111, 1000, 1001, 1010, 1011, 1100, 1101, 1110, 1111). Κατά αναλογία με πριν, έχουμε εκτός από την απουσία τάσης, 15 διαφορετικές τιμές που κάνει πολύ πιο δύσκολη τη δουλειά του Controller. Εδώ πλέον οι εγγραφές γίνονται πάρα πολύ αργές. Η φθορά των κελιών που προκαλείται από τους κύκλους εγγραφών είναι ακόμα πιο σημαντική και η ζωή των κελιών πολύ πιο μικρή. Για να το αντιμετωπίσουν αυτό οι εταιρείες και να κάνουν τη χρήση QLC (και TLC) NAND μια βιώσιμη λύση για τους SSD, χρησιμοποιούν κάποια τεχνάσματα που βασίζονται σε πολύπλοκους και ισχυρούς ελεγκτές και εξειδικευμένο firmware. Το πιο βασικό τέχνασμα είναι να χρησιμοποιούν ένα μέρος της ελεύθερης QLC (ή TLC) NAND σε λειτουργία SLC, εν είδει cache. Δηλαδή οι εγγραφές πραγματοποιούνται στην SLC cache σε πραγματικό χρόνο και αργότερα, το drive με την ησυχία του περνάει τα δεδομένα στην πολύ πιο αργή QLC (ή TLC) NAND. Φυσικά οι εταιρείες δεν το διαφημίζουν αυτό και ο μέσος χρήστης νομίζει ότι αγοράζει drive με ταχύτητες εγγραφής που μπορεί να πετύχει η NAND του drive όταν λειτουργεί ως SLC cache ενώ η αλήθεια είναι πολύ πιο πικρή. Γι αυτό βλέπουμε τα QLC και TLC drives που είναι πολύ πιο οικονομικά από τα MLC να διαφημίζουν μερικές φορές υψηλότερες ταχύτητες, αυτές της πολύ γρήγορης SLC cache, η οποία όμως όταν τελειώνει κατά τη διάρκεια μεγαλύτερων εγγραφών, ξαφνικά στέλνει τις επιδόσεις βόλτα και μάλιστα με τα πόδια! Πόση σημασία έχει αυτό στην πράξη; Μεγάλη κουβέντα και οι απόψεις διίστανται. Σε μια απλή χρήση που βασίζεται κυρίως σε αναγνώσεις και λίγες εγγραφές, τα QLC (και περισσότερο τα TLC) drives τα πάνε σχετικά καλά. Όταν τα πράγματα ζορίζουν και χρειάζονται μεγαλύτερες και συχνότερες εγγραφές που δε δίνουν χρόνο στην SLC cache των QLC και TLC drives να αδειάσει τα δεδομένα της και να είναι έτοιμη για την επόμενη χρήση, ίσως θα ήταν καλύτερη η χρήση ενός SSD με MLC NAND. Τώρα που ξέρουμε λοιπόν, ας πάμε να δούμε πώς συμπεριφέρεται ο Corsair Force Series MP400 4TB στις εγγραφές. Βλέπουμε ότι το drive χρησιμοποιεί το 25% του διαθέσιμου χώρου του ως SLC cache και σε αυτή επιτυγχάνει ταχύτητες κοντά στα 2400MB/s. Παρόμοια ταχύτητα είχαμε δει και στο τμήμα που χρησιμοποιούσε ως SLC cache ο Corsair Force Series MP510 960GB, με την ταχύτερη TLC NAND. Η σημαντική διαφορά είναι όταν γεμίζει η SLC cache χωρίς να έχει το χρόνο ο Controller να περάσει τα δεδομένα στην υπόλοιπη QLC NAND. Τότε βλέπουμε μια τεράστια πτώση στην ταχύτητα, η οποία βυθίζεται στα 250MB/s. Αυτό οδήγησε στο να χρειαστούν σχεδόν 3 ώρες για να ολοκληρωθεί η δοκιμασία των εγγραφών σε όλη την έκταση του drive. Για σύγκριση η TLC του Corsair Force Series MP510 960GB έπεφτε στα περίπου στα 1000MB/s όταν γέμιζε η SLC cache. Για να κάνουμε τα πράγματα ακόμη πιο παράξενα, η ταχύτητα της TLC cache του Corsair Force Series Gen.4 PCIe MP600 2TB που είναι ένα πιο γρήγορο PCIe 4.0 drive, επίσης με TLC NAND όπως και ο Corsair Force Series MP510 960GB, έπεφτε περίπου στα 600MB/s. Αυτό μας δείχνει ότι παίζει ρόλο και το μέγεθος των πακέτων της NAND εκτός από το είδος τους. Σε κάθε περίπτωση, το συμπέρασμα βγήκε και είναι ότι οι εγγραφές του Corsair Force Series MP400 4TB είναι γρήγορες μόνο όσο υπάρχει διαθέσιμη SLC cache ενώ όταν αυτή είναι γεμάτη και οι εγγραφές γίνονται απ' ευθείας στην QLC NAND, οι ταχύτητες πλησιάζουν επικίνδυνα αυτές των μηχανικών σκληρών δίσκων. Είναι πρόβλημα αυτό, θα αναρωτηθεί κανείς. Η απάντηση είναι ότι εξαρτάται. Και ναι, οι περισσότεροι ήδη σκέφτονται ότι το 25% ενός drive των 4TB είναι 1 ολάκερο TB, το οποίο δε θα γεμίσει σχεδόν ποτέ μεμιάς, για να στείλει την ταχύτητα των εγγραφών στα τάρταρα. Όμως κάποιος που αγοράζει ένα drive 4TB είναι μάλλον πιθανό ότι θέλει να γράψει δεδομένα σε αυτό, με αποτέλεσμα τα 4TB να μην είναι διαθέσιμα. Καθώς λοιπόν το drive θα γεμίζει, το 25% του ελεύθερου χώρου που θα χρησιμοποιεί ως SLC cache θα είναι όλο και μικρότερο. Συνεπώς, ο κάθε χρήστης πρέπει να σκεφτεί το σενάριο χρήσης του και να αποφασίσει αν χρειάζεται ένα μεγάλο και σχετικά οικονομικό drive (για το μέγεθος και τον τύπο) ή προτιμάει ένα drive που μπορεί να διατηρεί καλύτερα (TLC) ή άριστα (MLC) τις ταχύτητες εγγραφής, ανεξαρτήτως συνθηκών. Συμπεράσματα και βαθμολογία - Το δια ταύτα O Corsair Force Series MP400 4TB είναι ένα εντυπωσιακά μεγάλης χωρητικότητας Μ.2 2280 NVME drive που ενσωματώνει έναν σύγχρονο Controller με όλα τα σημαντικά καλούδια, όπως End-To-End Data Protection, κρυπτογράφηση Pyrite/OPAL και Thermal Monitoring. Για να πετύχει τόσο μεγάλη χωρητικότητα, σε τόσο μικρό μέγεθος και με σχετικά προσιτή τιμή, χρησιμοποιεί QLC NAND, η οποία επιβάλλει κάποιες παραχωρήσεις στην ταχύτητα, ειδικά σε αυτή των εγγραφών, όταν οι εγγραφές μεγάλες και συνεχείς. Σε αυτές τις περιπτώσεις, η ταχύτητα εγγραφής πέφτει σημαντικά και χρήστες που εργάζονται με σχετικά σενάρια χρήσης θα κάνουν καλά να επιλέξουν κάποιο άλλο drive που δε χρησιμοποιεί QLC NAND. Προς την ίδια κατεύθυνση οδηγεί και η συνολική αντοχή του drive στις εγγραφές, που τοποθετείται από την εταιρία στα 800TBW (θυμίζουμε ότι ο μισής χωρητικότητας Corsair Force Series Gen.4 PCIe MP600 2TB προσφέρεται με 3600TBW). Για τους χρήστες που θέλουν μεγάλη χωρητικότητα σε μικρό form factor και σχετικά προσιτή τιμή και το σενάριο εργασίας τους δεν είναι εξαιρετικά απαιτητικό όσον αφορά τις εγγραφές, η QLC NAND είναι μονόδρομος και ο Corsair Force Series MP400 4TB δεν έχει τίποτα να ζηλέψει από τον ανταγωνισμό, ακόμη και όταν αυτός χρησιμοποιεί την ταχύτερου τύπου TLC NAND. Βέβαια, όταν λέμε ότι η τιμή είναι προσιτή, μιλάμε πάντα σε σχέση με τη μεγάλη χωρητικότητα και το μικρό form factor που προσφέρει απλόχερα ο Corsair Force Series MP400 4TB. Έτσι, η χαμηλότερη τιμή του Corsair Force Series MP400 4TB στην Ελληνική αγορά είναι τα 571,40 €, συμπεριλαμβανομένου του ΦΠΑ και μη συμπεριλαμβανομένων των μεταφορικών, τιμή που κρίνεται λογική σε σχέση με αυτά που προσφέρει το προϊόν. Ας συνοψίσουμε τα πλεονεκτήματα και τα μειονεκτήματα του Corsair Force Series MP400 4TB: Πλεονεκτήματα + Χωρητικότητα 4TB + 5ετής εγγύηση + End-to-end data protection + Pyrite/OPAL AES 256-bit encryption + Μαύρο PCB και ωραίο αυτοκόλλητο Μειονεκτήματα - Οι επιδόσεις που αναφέρονται στη συσκευασία δεν επιτυγχάνονται από το drive - QLC NAND - 800TBW - Χαμηλές ταχύτητες εγγραφών σε σενάριο χρήσης συνεχών και μεγάλων εγγραφών - Το συνοδευτικό λογισμικό χρειάζεται ανανέωση Με βάση τα παραπάνω, η συνολική βαθμολογία του Corsair Force Series MP400 4TB είναι:  theLAB.gr Ευχαριστούμε θερμά την Corsair για την παραχώρηση του δείγματος της δοκιμής. Πολύμερος Αχανιώτης 26/10/2020
  21. Εισαγωγή Τα Bluetooth hands free τείνουν να γίνουν τα πιο βασικά αξεσουάρ του πιο βασικού αξεσουάρ μας, του smartphone. Ειδικά από τη στιγμή που όλο και περισσότεροι κατασκευαστές εγκαταλείπουν την υποδοχή ενσύρματων hands free ή απαιτούν τη χρήση της USB C θύρας, με μετατροπέα ή χωρίς, η ασύρματη εκδοχή τυγχάνει όλο και ευρύτερης αποδοχής και χρήσης. Και αφού εγκαταλείπουμε τα καλώδια, τι πιο φυσικό από την πλήρη απαλοιφή τους, ακόμη και μεταξύ των 2 ακουστικών του hands free; Κάπως έτσι φτάσαμε στην τεχνολογία True Wireless! Η 1MORE έστειλε στον πάγκο των δοκιμών μας τη ναυαρχίδα των Bluetooth hands free της, τα 1MORE True Wireless ANC In-Ear Headphones. Τα αρχικά ANC σημαίνουν Active Noise Cancellation (ενεργή απαλοιφή θορύβου) ενώ το True Wireless σημαίνει αληθινά χωρίς καλώδια, δύο τεχνολογίες που δίνουν στο σημερινό μας δείγμα όχι μόνο το όνομά του αλλά και τα βασικότερα και πιο θελκτικά χαρακτηριστικά του. Ακολουθήστε μας λοιπόν στη συνέχεια της παρουσίασης, για να δούμε πώς οι τεχνολογίες αυτές εφαρμόζονται στην περίπτωση των 1MORE True Wireless ANC In-Ear Headphones και, σε συνδυασμό με τα άλλα τεχνικά χαρακτηριστικά τους, δημιουργούν ένα εντυπωσιακό σύνολο. Φωτογράφιση Τα 1MORE True Wireless ANC In-Ear Headphones έρχονται στη συσκευασία που αρμόζει σε μία ναυαρχίδα, η οποία είναι επιπλέον προστατευμένη από νάιλον, για να φτάσει στα χέρια σας σε άριστη κατάσταση. Η πολυτελής συσκευασία είναι του τύπου που ανοίγει σαν βιβλίο και μένει κλειστή μαγνητικά, ενώ στο πλαϊνό από όπου ανοίγει βρίσκουμε μια μεταλλική αγκράφα με το λογότυπο της εταιρίας. Κατά τα άλλα, βλέπουμε μια καλοσχεδιασμένη συσκευασία, με τις απαραίτητες φωτογραφίες, πληροφορίες, λογότυπα και πιστοποιήσεις. Η πολυτελής παρουσίαση συνεχίζει και με το άνοιγμα της συσκευασίας. Εσωτερικά, το κάλυμμά φέρει διακόσμηση που προσομοιάζει σκίτσα από τη φάση σχεδιασμού του προϊόντος. Το κουτί καλύπτεται από σκληρό διαφανές πλαστικό με βασικές οδηγίες και χαρακτηριστικά. Με την αφαίρεση και αυτού, φτάνουμε στο ίδιο το προϊόν, τα δύο ακουστικά και τη θήκη φόρτισης και φύλαξής τους. Είναι άμεσα εμφανές ότι η πολυτέλεια δεν περιορίζεται στη συσκευασία, καθώς τα ακουστικά έχουν εξαιρετικό γυαλιστερό φινίρισμα και η βαφή τους, που αποτελεί απομίμηση ανθρακονημάτων, είναι ιδιαίτερα πειστική. Η ποιοτική σήτα που φαίνεται, είναι βαμμένη κόκκινη και ταιριάζει αισθητικά με τους γκρίζους τόνους. Η θήκη φόρτισης και μεταφοράς είναι κατασκευασμένη από ποιοτικά υλικά και η σατινέ βαφή της είναι άψογη. Στο κάτω μέρος της συσκευασίας, υπάρχει ένα μαύρο κουτί. Μέσα σε αυτό βρίσκουμε σακουλάκι μεταφοράς για τη θήκη και τα ακουστικά, ένα καλώδιο φόρτισης και 4 νάιλον ημιδιάφανα σακουλάκια. Το καλώδιο είναι τύπου USB A σε USB C, μαύρο, χωρίς sleeving και μήκους 42 εκατοστών χωρίς τα βύσματα ή 47 εκατοστών με αυτά. Το σακουλάκι μεταφοράς είναι κατασκευασμένο από συνθετικό υλικό και φέρει το λογότυπο της εταιρίας από τη μία πλευρά και το αρκουδάκι της από την άλλη. Στα 4 νάιλον σακουλάκια βρίσκουμε 6 ζευγάρια ear tips (σε 2 διαφορετικούς τύπους) και 3 ζευγάρια ear hooks, πλέον αυτών που ήδη φέρουν τα ακουστικά, έτσι ώστε να μπορέσουμε να επιλέξουμε το μέγεθος και τον τύπου που ταιριάζει στο κάθε αφτί. Η ποιότητά τους είναι πολύ καλή και είναι κατασκευασμένα από σιλικόνη. Θα προτιμούσαμε μια απλή θήκη από αφρολέξ για όλα αυτά, όπως είχαμε δει στα 1MORE Dual Driver ANC Pro, έτσι ώστε να βρίσκονται τακτοποιημένα σε αυτή, ακόμη και αφού έχουν δοκιμαστεί για να βρεθεί ο κατάλληλος συνδυασμός για τον κάθε χρήστη. Κάτω από το μαύρο κουτί και το ίδιο το προϊόν, υπάρχει ένα ακόμη μαύρο κουτί που καταλαμβάνει όλο το μήκος και πλάτος της συσκευασίας αλλά είναι αρκετά λεπτό. Όπως είναι προφανές, περιλαμβάνει τις οδηγίες χρήσης, σε 11 γλώσσες, μη συμπεριλαμβανομένης της Ελληνικής, ένα αυτοκόλλητο με το αρκουδάκι και το λογότυπο της εταιρίας και την κάρτα εγγύησης. Και κάπως έτσι, φτάσαμε στο κυρίως προϊόν. Τα ακουστικά είναι φωλιασμένα με ασφάλεια σε πυκνό αφρολέξ. Ενώ η θήκη συγκρατείται ασφαλώς στη θέση της με μια λωρίδα διαφανούς πλαστικού. Η θήκη έχει άψογο φινίρισμα και φέρει ένα μικροσκοπικό LED στο εμπρός μέρος και τη θύρα USB C στο πίσω μέρος. Η βάση της καλύπτεται από αντιολισθητικό υλικό που φέρει εγχάρακτες τις απαραίτητες πληροφορίες. Εσωτερικά, η πολυτελής αίσθηση συνεχίζεται με ποιοτικά πλαστικά και ένα μοναδικό στρογγυλό κουμπί. Στα άκρα των καλουπιών των ακουστικών βλέπουμε από 3 επαφές για τη φόρτιση. Το αφρολέξ που συγκρατεί τα ακουστικά χωρίζεται σε 2 μέρη. Ανασηκώνοντας το πάνω μέρος, μπορούμε να δούμε το κάτω μέρος των ακουστικών και - επιτέλους - να τα αφαιρέσουμε από τη συσκευασία τους. Κατ'αρχάς είναι πανέμορφα! Ακόμη και κάτω από το φακό, η ποιότητα κατασκευής είναι εξαιρετική. Ας πάμε να τα δούμε όμως αναλυτικά. Η εξωτερική όψη είναι ιδιαίτερα γυαλιστερή και η βαφή προσομοιάζει ανθρακονήματα, ενώ στο κέντρο αναγράφει το λογότυπο της εταιρίας. Προς το πίσω της μέρος φέρει κόκκινη γρίλια πίσω από την οποία κρύβεται το εξωτερικό μικρόφωνο για την ακύρωση του θορύβου, το Feedforward ANC μικρόφωνο, που καταγράφει τους ήχους από το περιβάλλον. Η επιφάνεια που φέρει το λογότυπο λειτουργεί, όπως θα δούμε παρακάτω, σαν πλήκτρο αφής για την ενεργοποίηση του ANC, ενώ στην αντίθετη πλευρά του λογότυπου από αυτή όπου βρίσκεται η κόκκινη γρίλια, κρύβεται ένα LED. Σταθερό κόκκινο σημαίνει ότι φορτίζει ενώ κόκκινο που αναβοσβήνει σημαίνει ότι το επίπεδο της μπαταρίας είναι χαμηλό. Εναλλαγή μεταξύ κόκκινου και μπλε σημαίνει ότι τα ακουστικά είναι σε λειτουργία σύζευξης ενώ μπλε που αναβοσβήνει σημαίνει ότι γίνεται σύνδεση με τη συσκευή (smartrphone). Στο επάνω μέρος, στο μαύρο πλαστικό κοντά στο ear hook, διακρίνεται μία μικρή οπή, η οποία ανακουφίζει την πίεση που δημιουργείται εντός των ακουστικών κατά τη λειτουργία. Έτσι εξασφαλίζεται η καλή ποιότητα του ήχου, ακόμα και σε υψηλή ένταση. Στην πίσω επιφάνεια του ακουστικού διακρίνουμε το πλήκτρο πολλαπλών λειτουργιών, την αναλυτική χρήση του οποίου θα δούμε παρακάτω. Δίπλα του, διακρίνουμε 2 "επαφές", οι οποίες δεν είναι καθόλου επαφές αλλά οι g-sensors που χρησιμοποιούνται για την μετατροπή της εξωτερικής επιφάνειας σε πλήκτρο αφής για την ενεργοποίηση του ANC. Δηλαδή, τελικά, η εξωτερική επιφάνεια δεν είναι πλήκτρο αφής αλλά οι αισθητήρες αυτοί αντιλαμβάνονται το διπλό χτύπημα επί αυτής. Στην εσωτερική πλευρά του ακουστικού, διακρίνουμε ένα σκοτεινό ημιδιαφανή κύκλο, κάτω από τον ποίο κρύβεται ένας υπέρυθρος αισθητήρας, ενώ πίσω από το ear tip κρύβεται μία ακόμη μικρότερη οπή, σαν αυτή που είδαμε στο επάνω μέρος του ακουστικού, πίσω από την οποία βρίσκεται το δεύτερο μικρόφωνο για την ακύρωση του θορύβου, το Feedback ANC μικρόφωνο, που καταγράφει τους ήχους από το εσωτερικό του ακουστικού πόρου. Στο εμπρός μέρος της εσωτερικής πλευράς φαίνονται οι 3 επαφές φόρτισης, οι οποίες είναι επιροδιωμένες. Γιατί 3 όμως, όταν προφανώς χρειαζόμαστε μόνο 2 για τη φόρτιση, το + και το -; Η μεσαία επαφή κρύβει από πίσω της το μαγνήτη που εξασφαλίζει την ευθυγράμμιση των επαφών και την ασφαλή σύζευξη κατά τη φόρτιση. Επί τη ευκαιρία, βλέπουμε ότι το εσωτερικό του κάθε ear hook έχει ένα εγχάρακτο L (Left - Αριστερό) ή, φυσικά, R (Right - Δεξί), για το άλλο ακουστικό. Η κάτω πλευρά δεν περιλαμβάνει κάποιο ενδιαφέρον στοιχείο. Για να δούμε καλύτερα τόσο τον αισθητήρα υπερύθρων όσο και το Feedback ANC μικρόφωνο, αφαιρέσαμε το ear tip και το ear hook. Το άνοιγμα εξόδου του ήχου είναι οβάλ και καλύπτεται από μαύρη σήτα, όπως αντίστοιχα οβάλ είναι και το άνοιγμα των ear tips. Το εμπρός μέρος δεν κρύβει κάποια έκπληξη, παρά μόνο μία ακόμη κόκκινη σήτα, πίσω από την οποία κρύβεται το βασικό μικρόφωνο που καταγράφει την ομιλία μας. Τα ακουστικά εφαρμόζουν στις υποδοχές της θήκης και συγκρατούνται μαγνητικά, ενώ φορτίζουν από την μπαταρία που περιέχει η θήκη, ή με το καλώδιο USB C. Τεχνικά Χαρακτηριστικά Παρακάτω σας παραθέτουμε τον πίνακα των τεχνικών χαρακτηριστικών για τα 1MORE True Wireless ANC In-Ear Headphones, όπως παρουσιάζεται στην ιστοσελίδα της εταιρίας. Βλέπουμε ότι το κάθε ακουστικό ζυγίζει λιγότερο από 8 γραμμάρια ενώ ενσωματώνει μπαταρία 55mAh, ικανή να το κρατήσει σε λειτουργία για 6 ώρες σε σύνδεση με συσκευή που υποστηρίζει TWS+ (ανεξάρτητη και ταυτόχρονη σύνδεση των ακουστικών με τη συσκευή), με ένταση ήχου στο 50%. Εδώ όμως ο πίνακας έχει και ένα λάθος, καθώς λέει ότι αυτό γίνεται με κωδικοποίηση AAC, κάτι που είναι αδύνατον, καθώς η λειτουργία TWS+ υποστηρίζει μόνο την κωδικοποίηση aptX. Ενημερώσαμε σχετικά την 1MORE και επίκειται διόρθωση του πίνακα στην ιστοσελίδα τους. Σε σύνδεση TWS, που ο πίνακας την αναφέρει Standard Bluetooth Connection (λειτουργία των ακουστικών ως master - slave όπου το master συνδέεται τόσο με τη συσκευή όσο και με το slave ακουστικό), η διάρκεια της μπαταρίας με ένταση στο 50% φτάνει τις 5 ώρες, με χρήση της κωδικοποίησης AAC. Η ενεργοποίηση του ANC στο μέγιστο - επίπεδο 1 -, σε κάθε περίπτωση, κοστίζει περίπου 1 ώρα από τη συνολική διάρκεια της μπαταρίας, ενώ η ενεργοποίησή του σε χαμηλότερη ισχύ - επίπεδο 2 - θα έχει μικρότερη επίπτωση. Το πρωτόκολλο επικοινωνίας είναι το Bluetooth 5.0 και η φόρτιση των ακουστικών από τη θήκη διαρκεί 1 ώρα. Η μπαταρία της θήκης, που έχει χωρητικότητα 410mAh, φορτίζει σε 2 ώρες, μέσω φορτιστή 5V με ισχύ 1A. Παρακάτω παρατίθενται κάποια από τα βασικά χαρακτηριστικά των 1MORE True Wireless ANC In-Ear Headphones. Ακόμη περισσότερα χαρακτηριστικά και μάλιστα σε αντιπαραβολή με 2 γνωστά ανταγωνιστικά προϊόντα, παρατίθενται στον παρακάτω πίνακα. Ο πίνακας αυτός έχει συνταχθεί από την 1MORE, με στοιχεία που πήρε από τις αντίστοιχες ιστοσελίδες των κατασκευαστών. Σύμφωνα με τον συγκριτικό αυτό πίνακα, τα 1MORE True Wireless ANC In-Ear Headphones υπερτερούν στα περισσότερα σημεία από τους 2 ανταγωνιστές τους, ενώ παράλληλα διατηρούν χαμηλότερη τιμή. Ποιότητα Κατασκευής Η ποιότητα κατασκευής των 1MORE True Wireless ANC In-Ear Headphones έγινε νομίζω σαφής από την αναλυτική φωτογραφική παρουσίαση και τα πολύ κοντινά πλάνα που περιλαμβάνει. Δεν μπόρεσα να βρω κανένα σημείο όπου τα υλικά και η κατασκευή θα μπορούσαν να ήταν καλύτερα, χωρίς να ανέβει το κόστος σε δυσπρόσιτα επίπεδα. Η χρήση πραγματικών ανθρακονημάτων θα προσέφερε μεγαλύτερη αντοχή και μικρότερο βάρος, αλλά θα εκτίναζε το κόστος κατασκευής. Οι σήτες είναι από ανοξείδωτο ατσάλι. Άνεση στη Χρήση Η άνεση στη χρήση ορίζεται από δύο παραμέτρους. Η πρώτη παράμετρος είναι η εργονομία, τα υλικά και η εφαρμογή. Με την γωνία 45 μοιρών στα ear tips και τις πολλές επιλογές μεγέθους και τύπου, όλων κατασκευασμένων από σιλικόνη, όπως και τα ear hooks, είναι βέβαιο ότι θα βρεθεί ο συνδυασμός που θα εξασφαλίζει άνετη εφαρμογή και χρήση για τον κάθε χρήστη. Παράλληλα, η κατασκευή από σιλικόνη είναι φιλική προς το δέρμα, ενώ εξασφαλίζει καλή ηχητική απομόνωση. Η δεύτερη παράμετρος της άνεσης στη χρήση, είναι ο εύκολος και έξυπνος χειρισμός. Με ένα μόνο πλήκτρο πολλαπλών λειτουργιών σε κάθε ακουστικό και με τον έλεγχο της λειτουργίας του ANC μέσω αφής, ο χειρισμός γίνεται εύκολος τόσο στη χρήση όσο και στην απομνημόνευση. Οι λειτουργίες και ο τρόπος χρήσης των 1MORE True Wireless ANC In-Ear Headphones συνοψίζονται στην παρακάτω εικόνα. Συνδεσιμότητα Τα 1MORE True Wireless ANC In-Ear Headphones υποστηρίζουν το ασύρματο πρωτόκολλο επικοινωνίας Bluetooth 5.0. Η επικοινωνία με το κινητό μου τηλέφωνο που επίσης υποστηρίζει το εν λόγω πρωτόκολλο είναι εξαιρετική με εμβέλεια που μετρήθηκε τουλάχιστον στα διαφημιζόμενα 10 μέτρα. Με εντυπωσίασε μάλιστα το γεγονός ότι η επικοινωνία παρέμεινε άψογη ακόμα και διαμέσου ενός τοίχου που στη μία του πλευρά είχε ντουλάπια με φακέλους. Η επικοινωνία μπορεί να γίνει με έναν εκ των δύο τρόπων: 1. TWS+: Πρόκειται για το ιδανικό σενάριο που όμως πολύ λίγες συσκευές υποστηρίζουν επί του παρόντος. Το κάθε ακουστικό συνδέεται απ ευθείας με τη συσκευή ξεχωριστά αλλά το σύνολο λειτουργεί ως ένα ενιαίο ζεύγος στερεοφωνικών ακουστικών. Η κατανάλωση της μπαταρίας είναι ισορροπημένη, δηλαδή οι μπαταρίες των δύο ακουστικών εξαντλούνται ουσιαστικά ταυτόχρονα. Οι δοκιμές της σύνδεσης με τρόπο TWS+ πραγματοποιήθηκαν με μία συσκευή Xiaomi Mi9T Pro. 2. TWS: Πρόκειται για τη λύση που χρησιμοποιείται όταν η συσκευή δεν μπορεί να υποστηρίξει TWS+. Εδώ το ένα ακουστικό - από προεπιλογή το δεξί - λειτουργεί ως master και συνδέεται τόσο με τη συσκευή, όσο και με το άλλο ακουστικό, το οποίο λειτουργεί ως slave. Το σύνολο λειτουργεί ως ένα ενιαίο ζεύγος στερεοφωνικών ακουστικών αλλά η κατανάλωση στο master ακουστικό είναι μεγαλύτερη και η μπαταρία εξαντλείται ταχύτερα. Για τη βελτίωση της διάρκειας της μπαταρίας, η 1MORE κάνει χρήση μιας τεχνολογίας κατά την οποία όταν η μπαταρία του master ακουστικού πέσει στο 30%, τα ακουστικά αλλάζουν ρόλους master - slave έτσι ώστε η αυξημένη κατανάλωση της μπαταρίας λόγω 2 συνδέσεων, από εκείνο το σημείο και μετά να συμβαίνει στο άλλο ακουστικό. Καθώς αυτό συμβαίνει όταν η μπαταρία πέσει στο 30% και όχι στο 50%, η μπαταρία του αρχικού master - του δεξιού ακουστικού από προεπιλογή - και πάλι εξαντλείται περίπου 1 ώρα νωρίτερα, αλλά είναι πολύ καλύτερα από την περίπτωση να μη συνέβαινε αυτή η αλλαγή. Η δε αλλαγή, γίνεται χωρίς να αντιληφθεί κάτι ο χρήστης ή η ίδια η συσκευή, καθώς τα ακουστικά ανταλλάσσουν MAC Addresses και ονόματα Bluetooth. Παρεμπιπτόντως, τα ονόματα είναι 1MORE ANC TWS για το δεξί ακουστικό και 1MORE ANC TWS -L για το αριστερό. Φυσικά, οι ρόλοι μπορεί να αναστραφούν εξ αρχής αν επιλέξει ο χρήστης να συνδεθεί αρχικά με το 1MORE ANC TWS -L, οπότε το αριστερό ακουστικό ξεκινάει με το ρόλο master και στη συνέχεια, όταν η μπαταρία του πέσει στο 30% γίνεται η εναλλαγή που προαναφέραμε. Σε κάθε περίπτωση, το ένα ακουστικό θα μείνει με περίπου 30% μπαταρία όταν η μπαταρία του άλλου θα έχει εξαντληθεί. Τότε, μπορεί το ακουστικό που έχει ακόμα μπαταρία να λειτουργήσει ανεξάρτητα, ως μονοφωνικό και να προσφέρει ακόμα 1 ώρα χρήσης, χωρίς όμως τη δυνατότητα ενεργοποίησης του ANC, το οποίο θα ήταν ανούσιο μόνο στο ένα αφτί. Οι δοκιμές της σύνδεσης με τρόπο TWS πραγματοποιήθηκαν με μία συσκευή Samsung Galaxy Note 9. Τα codecs που χρησιμοποιεί το Bluetooth για τη συμπίεση του ήχου είναι πολλά και ποικίλα και η μελέτη τους άκρως ενδιαφέρουσα, αλλά όχι αντικείμενο του παρόντος review. Τα 1MORE True Wireless ANC In-Ear Headphones υποστηρίζουν το πρωτόκολλο aptX, που προσφέρει την καλύτερη ποιότητα ήχου από τα υποστηριζόμενα πρωτόκολλα, με αντίστοιχο κόστος σε κατανάλωση μπαταρίας και υποστηρίζεται από σύγχρονες συσκευές με λειτουργικό Android. Αποτελεί επιπλέον απαραίτητη προϋπόθεση για τη χρήση των ακουστικών με τρόπο TWS+. Υποστηρίζουν ακόμα το πρωτόκολλο AAC, που προσφέρει ένα πολύ καλό συνδυασμό ποιότητας ήχου και χαμηλού bitrate, επιτυγχάνοντας την καλύτερη διάρκεια της μπαταρίας. Καθώς έχει μεγάλες απαιτήσεις σε επεξεργαστική ισχύ, υποστηρίζεται από μοντέρνα iPhone και ισχυρές συσκευές Android, ενώ η ποιότητά του αποτελέσματος διαφέρει ανάλογα με τις δυνατότητες της κάθε συσκευής. Τέλος, οι υπόλοιποι, αναγκαστικά αρκούνται στο SBC που είναι το βασικό codec ήχου που υποστηρίζουν υποχρεωτικά όλες οι συσκευές Bluetooth που αναπαράγουν ήχο. Το παρακάτω διάγραμμα δείχνει τα μέγιστα bit rates διαμεταγωγής που υποστηρίζει το κάθε Bluetooth codec. Πολλά σχετικά με αυτό το θέμα μπορείτε να διαβάσετε στο εξαιρετικό άρθρο των SoundGuys, από όπου προέρχεται και το εν λόγω διάγραμμα. Ήχος Ο χαρακτηρισμός της ποιότητας του ήχου είναι ένα από τα πιο υποκειμενικά και συνεπώς ασαφή και δύσκολα κομμάτια οποιουδήποτε review. Η κατασκευή των 1MORE True Wireless ANC In-Ear Headphones, που φαίνεται παρακάτω, κάνει σαφές ότι μπορούμε να περιμένουμε καλύτερη ποιότητα ήχου από αυτή που αντιστοιχεί στην τιμή τους. Για περαιτέρω βελτίωση του ήχου, τα 1MORE True Wireless ANC In-Ear Headphones έχουν ρυθμιστεί από τον Luca Bignardi, μηχανικό ήχου με 4 βραβεία Grammy. Σε κάθε περίπτωση, τα 1MORE True Wireless ANC In-Ear Headphones δεν είναι ακουστικά επιπέδου Audiophile και όποιος περιμένει κάτι τέτοιο από τον ήχο τους θα απογοητευτεί. Είναι τίμια για το κόστος τους, αν συνυπολογιστεί και η πληθώρα των επιπλέον χαρακτηριστικών τους, και για το γεγονός ότι είναι ασύρματα. Δεν φτάνουν την ποιότητα ήχου των 1MORE Dual Driver ANC Pro που είδαμε πρόσφατα, καθώς εκείνα υποστηρίζουν την κωδικοποίηση LDAC 990 που προσφέρει λιγότερες απώλειες στην ποιότητα, αλλά δεν απέχουν και πολύ. Τα πρίμα είναι λίγο τονισμένα, χωρίς να τσιρίζουν, για να δώσουν την ψευδαίσθηση της ευκρίνειας, χωρίς να σημαίνει ότι πάσχουν στον τομέα αυτής. Τα μπάσα είναι επίσης λίγο υπερτονισμένα, εφ' όσον έχει επιλεγεί το σωστό ear tip που θα προσφέρει καλό σφράγισμα του ακουστικού πόρου, ενώ οι μεσαίες συχνότητες υπολείπονται κάπως της φροντίδας του βραβευμένου μηχανικού, καθώς δεν είναι τόσο δημοφιλής στο ευρύ κοινό. Συνολικά, ο ήχος είναι ευχάριστος, χωρίς όμως να είναι κάτι το ιδιαίτερο ή να αποτελεί την αιτία να συστήσω τα συγκεκριμένα ακουστικά. Active Noise Cancelation Όπως είναι σαφές από το ίδιο το όνομα των 1MORE True Wireless ANC In-Ear Headphones, αυτά παρέχουν Active Noise Cancelation. Δηλαδή ενεργή ακύρωση θορύβου. Αυτό κατ' αρχάς δεν αφορά τον ήχο που ακούει ο συνομιλητής μας μέσω του μικροφώνου αλλά τον ήχο που ακούμε εμείς, όταν για παράδειγμα ακούμε μουσική. Με την ενεργοποίηση του ANC, τα ακουστικά, με ενεργό τρόπο, παράγουν αντίθετα κύματα ήχου που ακυρώνουν το θόρυβο του περιβάλλοντος και επιτρέπουν την καλύτερη ακρόαση της μουσικής. Αυτό γίνεται με τη βοήθεια 2 μικροφώνων, ενός εξωτερικού που καταγράφει τους θορύβους του περιβάλλοντος (Feedforward ANC microphone) και ενός εσωτερικού, που καταγράφει τον ήχο εντός του ακουστικού πόρου (Feedback ANC microphone). Οι πληροφορίες από τα 2 αυτά μικρόφωνα τροφοδοτούν ένα εξειδικευμένο DSP chip το οποίο παράγει ακυρωτικά κύματα το εξαλείφουν το θόρυβο, σε πραγματικό χρόνο. Ο έλεγχος του ANC γίνεται με διπλό tap στην εξωτερική επιφάνεια οποιουδήποτε εκ των δύο ακουστικών αλλά αφορά σε κάθε περίπτωση και τα 2 ακουστικά, καθώς το ANC λειτουργεί μόνο όταν φοράμε και τα 2 ακουστικά. Με το πρώτο διπλό tap, ενεργοποιείται το επίπεδο 1, που είναι το πιο ισχυρό και προτείνεται για ιδιαίτερα θορυβώδη περιβάλλοντα, όπως κατά την πτήση με αεροπλάνο. Το δεύτερο διπλό tap ενεργοποιεί το επίπεδο 2 που είναι ασθενέστερο και προτείνεται για λιγότερο θορυβώδη περιβάλλοντα, όπως κατά τη μετάβαση στην εργασία. Το ANC δεν μπλοκάρει τις ανθρώπινες φωνές αλλά μόνο τους θορύβους και μπορεί να λειτουργήσει τόσο κατά τις κλήσεις και την αναπαραγωγή πολυμέσων όσο και χωρίς κάποιο ηχητικό σήμα, απλά μπλοκάροντας τους θορύβους, ως ενεργές, επιλεκτικές ωτοασπίδες.Το τρίτο διπλό tap ενεργοποιεί το Pass-through, που αναπαράγει επί τούτου τους ήχους του περιβάλλοντος μέσω των ακουστικών, κάτι που κάνει ασφαλή την χρήση των 1MORE True Wireless ANC In-Ear Headphones σε καταστάσεις όπου απαιτείται εγρήγορση και επαφή με το περιβάλλον, όπως στην οδήγηση. Τέλος, το τέταρτο διπλό tap, απενεργοποιεί τη λειτουργία εντελώς. Συνολικά, η ποιότητα του ANC των 1MORE True Wireless ANC In-Ear Headphones κρίνεται πολύ καλή, σε παρόμοια επίπεδα με αυτή των 1MORE Dual Driver ANC Pro. Μικρόφωνο Εκεί που τα 1MORE True Wireless ANC In-Ear Headphones πραγματικά ξεχώρισαν ήταν το μικρόφωνο. Σε αθόρυβο περιβάλλον, ήταν λίγο υποδεέστερα των 1MORE Dual Driver ANC Pro, κάτι πολύ λογικό καθώς τα μικρόφωνά τους είναι τοποθετημένα πολύ μακρυά από το στόμα, πάνω από τα αφτιά. Σε κάθε περίπτωση όμως, η διαφορά δεν ήταν όση θα περίμενα. Εν τούτοις, σε θορυβώδες περιβάλλον, παρείχαν με διαφορά το καλύτερο αποτέλεσμα, με τους συνομιλητές μου να διακρίνουν μεν κάποιες διακυμάνσεις στην ένταση που με άκουγαν και κάποιες αλλοιώσεις του ήχου, όταν ο θόρυβος ήταν εξαιρετικά μεγάλος, αλλά τίποτα το ενοχλητικό. Παρακάτω σας παραθέτω ένα συγκριτικό του μικροφώνου με άλλες συσκευές. Οι ηχογραφήσεις έγιναν σε σχετικά ήσυχο δωμάτιο, σε χώρο με πολύ θόρυβο (το μέγιστο που θα συναντούσε κάποιος συνήθως) και σε χώρο με εξωφρενικό θόρυβο (πολύ περισσότερο από όσο συναντάει κανείς συνήθως και σαφώς περισσότερο από όσο θα του επέτρεπε καν να σκεφτεί να κάνει ή να δεχτεί τηλεφώνημα). Παρατίθεται σύγκριση με μικρόφωνο επιπέδου streaming / broadcast (Control - ηχογράφηση μόνο σε ήσυχο περιβάλλον), του ενσωματωμένου μικροφώνου του Samsung Galaxy Note 9, του μικροφώνου των Creative Aurvana Platinum,του μικροφώνου των 1More Piston Fit BT και του μικροφώνου των 1MORE Dual Driver ANC Pro. Μπαταρία, Φόρτιση και Θήκη Τα 1MORE True Wireless ANC In-Ear Headphones διαθέτουν ουσιαστικά 3 μπαταρίες. Από 1 μπαταρία χωρητικότητας 55mAh σε κάθε ακουστικό και 1 μπαταρία χωρητικότητας 410mAh στη θήκη, από την οποία φορτίζονται τα ακουστικά όταν τοποθετούνται σε αυτήν. Η φόρτιση των ακουστικών από τη θήκη γίνεται μέσω μαγνητικής σύνδεσης των επιροδιωμένων επαφών που διαθέτουν τα ακουστικά και που έρχονται σε επαφή με τα αντίστοιχα spring loaded pins της θήκης, ενώ η θήκη μπορεί να φορτιστεί τόσο ενσύρματα, μέσω της υποδοχής USB C, όσο και ασύρματα μέσω πρωτοκόλλου Qi 5W. Οι μαγνήτες είναι αρκετά ισχυροί και τις περισσότερες φορές συγκρατούν καλά τα ακουστικά στη θέση τους κατά τη φόρτιση, αλλά - δυστυχώς - υπήρξαν και περιπτώσεις που αυτό δεν έγινε με επιτυχία, λόγω κραδασμών κατά τη μεταφορά, και συνεπώς κάποιο εκ των δύο ακουστικών δε φόρτισε. Τα ακουστικά διαθέτουν LED που αναβοσβήνει κόκκινο όταν η μπαταρία κοντεύει να εξαντληθεί ενώ παραμένει συνεχώς αναμμένο κόκκινο καθώς φορτίζουν, για να σβήσει όταν ολοκληρωθεί η φόρτιση. Δυστυχώς, ο μόνος τρόπος να είναι κάποιος βέβαιος ότι ολοκληρώθηκε η φόρτιση των ακουστικών είναι να αφήσει το καπάκι της θήκης ανοιχτό, καθώς η θήκη δεν παρέχει κάποια τέτοια ένδειξη. Μια απλή λύση σε αυτό θα ήταν το καπάκι να ήταν διαφανές ή έστω να είχε ένα διαφανές παράθυρο πάνω από κάθε ακουστικό. Το να ανοιγοκλείνει κανείς το καπάκι για να ελέγχει τη φόρτιση, δεν προτείνεται, καθώς το άνοιγμα προκαλεί ενεργοποίηση των ακουστικών, τα οποία αρχίζουν να ψάχνουν για σύνδεση, κάτι που καταδεικνύεται από το LED να αναβοσβήνει μπλε. Η ίδια η θήκη έχει ένα δικό της ενδεικτικό LED που ανάβει όταν ανοίξει το καπάκι και σβήνει μετά από λίγα δευτερόλεπτα. Πράσινο σημαίνει γεμάτη ή σχεδόν γεμάτη μπαταρία, κόκκινο σημαίνει σχεδόν άδεια και πορτοκαλί, όλες τις ενδιάμεσες καταστάσεις. Κόκκινο που αναβοσβήνει σημαίνει ότι η μπαταρία της θήκης έχει ουσιαστικά εξαντληθεί και δεν μπορεί πλέον να φορτίσει τα ακουστικά. Το πλήκτρο της θήκης, που βλέπουμε ανάμεσα στις υποδοχές των 2 ακουστικών, προσφέρει 2 λειτουργίες: 3 πατήματα ενεργοποιούν τη λειτουργία σύζευξης, όταν για κάποιο λόγο αυτή δε λειτουργήσει αυτόματα και συνεχές πάτημα για 8 δευτερόλεπτα κάνει τα ακουστικά να ξεχάσουν τη συσκευή με την οποία είχαν συνδεθεί τελευταία και να ξεκινήσουν εξ αρχής την πρώτη τους σύζευξη. Η φόρτιση της θήκης θεωρητικά διαρκεί 2 ώρες, χωρίς να διευκρινίζεται αν μιλάμε για ενσύρματη ή ασύρματη φόρτιση ή αν αυτή περιλαμβάνει ταυτόχρονη φόρτιση των ακουστικών. Είναι αυτονόητο ότι δεν αρκεστήκαμε στους ισχυρισμούς της εταιρίας αλλά πήραμε τις δικές μας μετρήσεις, τις οποίες και σας παρουσιάζουμε. Οι μετρήσεις έγιναν με τα ακουστικά τοποθετημένα μέσα στη θήκη και τις μπαταρίες των ακουστικών καθώς και της ίδιας της θήκης πλήρως αποφορτισμένες. Όπως βλέπετε στα παρακάτω διαγράμματα, η φόρτιση των 1MORE True Wireless ANC In-Ear Headphones διήρκεσε 1:38:11 με ασύρματο τρόπο και 1:06:56 με ενσύρματο, κάτι που υπερβαίνει αρκετά τις προδιαγραφές. Αυτό που αξίζει να σημειωθεί είναι ότι όχι μόνο η ασύρματη φόρτιση χρειάστηκε περίπου 50% περισσότερο χρόνο, αλλά κατανάλωσε και υπερδιπλάσια ενέργεια. Συνεπώς, προτείνουμε ανεπιφύλακτα τη χρήση της ενσύρματης φόρτισης και όχι της ασύρματης, που αν και ευπρόσδεκτη λειτουργία, είναι χρονοβόρα και ενεργοβόρα. Η 1MORE ισχυρίζεται ότι τα 1MORE True Wireless ANC In-Ear Headphones έχουν διάρκεια μπαταρίας που σε λειτουργία TWS και κωδικοποίηση AAC φτάνει τις 5 ώρες με το ANC απενεργοποιημένο και τις 4 ώρες με το ANC ενεργοποιημένο, ενώ σε λειτουργία TWS+, η μπαταρία τους διαρκεί 1 ώρα περισσότερο, παρά την αναγκαστική χρήση της πιο ενεργοβόρας αλλά και ποιοτικής κωδικοποίησης aptX. Εδώ βλέπουμε τις τιμές που μετρήσαμε εμείς, οι οποίες σε λειτουργία TWS ξεπερνούν ελαφρώς τις προδιαγραφές ενώ σε λειτουργία TWS+ υπολείπονται ελαφρώς αυτών. Σε κάθε περίπτωση, οι τιμές που μετρήσαμε ήταν πολύ κοντά σε αυτό που υπόσχεται η εταιρία, με την επιπλέον 1 ώρα μονοφωνικής χρήσης μετά την εξάντληση της μπαταρίας του master ακουστικού σε λειτουργία TWS, να αποτελεί ένα ευχάριστο bonus. Το μόνο σημείο όπου τα 1MORE True Wireless ANC In-Ear Headphones δεν έφτασαν τις προδιαγραφές τους ήταν οι επαναφορτίσεις των ακουστικών από την μπαταρία της θήκης, καθώς από το χρόνο που υπόσχεται η 1MORE στις προδιαγραφές φαίνεται ότι θα έπρεπε να προσφέρει 2,5 επαναφορτίσεις, ενώ μετρήθηκαν 2,35 (εκτός φυσικά από την αρχική τους φόρτιση). Συνολικά, έμεινα πολύ ευχαριστημένος από το χρόνο φόρτισης και τη διάρκεια της μπαταρίας των 1MORE True Wireless ANC In-Ear Headphones. Λογισμικό 1MORE Music Προαιρετικά, μπορεί ο χρήστης να κατεβάσει το δωρεάν λογισμικό 1MORE Music και από αυτό να ελέγχει την κατάσταση της μπαταρίας του κάθε ακουστικού χωριστά, καθώς επίσης και να ενεργοποιεί και να απενεργοποιεί το ANC και το Pass-through mode. Το πιο σημαντικό όμως, μπορεί να κάνει αναβάθμιση του firmware, εφ' όσον η εταιρία κρίνει ότι υπάρχει λόγος έκδοσης νέου firmware. Εκτός από το ANC, τα 1MORE True Wireless ANC In-Ear Headphones, το 1MORE Music μπορεί να ελέγξει και τη λειτουργία Pass-through. Η λειτουργία του Smart Playback ελέγχει τη λειτουργικότητα του αισθητήρα υπερύθρων, που σταματάει την αναπαραγωγή όταν αφαιρεθεί ένα εκ των ακουστικών. Στην προεπιλεγμένη λειτουργία γίνεται παύση της αναπαραγωγής με την αφαίρεση κάποιου ακουστικού, ενώ υπάρχει και η δυνατότητα, πέρα από την παύση κατά την αφαίρεση, να γίνεται αυτόματα συνέχιση της αναπαραγωγής με την επανατοποθέτηση του ακουστικού. Θα ήθελα να δω και την επιλογή πλήρους απενεργοποίησης του αισθητήρα υπερύθρων, κάτι που μπορεί να γίνει με απλή αναβάθμιση του firmware και του λογισμικού. Στην πράξη η λειτουργία δούλεψε καλά. Μπορούσα μεν να βγάλω το ακουστικό από το αφτί μου πολύ γρήγορα, χωρίς να ενεργοποιηθεί ο αισθητήρας και να σταματήσει η αναπαραγωγή, αλλά όταν το έβγαζα κανονικά ή αν έπεφτε λόγω κακής επιλογής ear tip / ear hook, η αναπαραγωγή σταματούσε πάντα. Ένα ακόμη ενδιαφέρον χαρακτηριστικό του λογισμικού είναι ότι περιέχει τον πλήρη, εικονογραφημένο οδηγό χρήσης του προϊόντος. Το 1MORE Music έχει τη δυνατότητα αρκετών ειδοποιήσεων, οι οποίες μπορούν να είναι ενεργές ή να απενεργοποιηθούν. Επίλογος Στον επίλογο της παρουσίασης των 1MORE Dual Driver ANC Pro είχα πει ότι είναι σπάνιες οι περιπτώσεις που ένας reviewer ολοκληρώνει κάποιο review χωρίς να έχει κάτι κακό να πει. Φαίνεται όμως ότι η 1MORE έχει βαλθεί να αλλάξει τα δεδομένα, αφού και τα 1MORE True Wireless ANC In-Ear Headphones εντυπωσίασαν χωρίς ιδιαίτερους συμβιβασμούς. Τα χαρακτηριστικά τους είναι πληρέστατα, καθώς υποστηρίζουν Bluetooth 5.0 και 3 πολύ στρατηγικά επιλεγμένα codecs: SBC (που είναι και υποχρεωτικό) για συμβατότητα με όλες τις συσκευές, ACC για καλή σχέση ποιότητας ήχου και διάρκειας μπαταρίας και aptX για καλύτερη ποιότητα ήχου και τη λειτουργία TWS+. Η άνεση και η εργονομία τους είναι επίσης άριστη, με άνετη εφαρμογή και ποιοτικά υλικά αλλά και έξυπνη τοποθέτηση των χειριστηρίων. Ο ήχος τους είναι σαφώς πάνω από την κατηγορία της τιμής τους και το σε συνδυασμό με το ANC προσφέρουν μια πολύ ευχάριστη εμπειρία ακρόασης. Ευχάριστη είναι και η εμπειρία του συνομιλητή σας, χάρη στο εξαιρετικό μικρόφωνο και την ακύρωση θορύβου του περιβάλλοντος. Η γρήγορη φόρτιση και η μεγάλη διάρκεια της μπαταρίας, ιδιαίτερα με τις 2,35 επαναφορτίσεις των ακουστικών από τη θήκη, είναι σαφώς πολύ μεγάλα πλεονεκτήματα, που στην καθημερινή χρήση παίζουν μεγαλύτερο ρόλο από όσο αρχικά νομίζει κανείς. Το λογισμικό 1MORE Music συμπληρώνει ευχάριστα μια ούτως ή άλλως εξαιρετική συνολική εμπειρία. Είναι αναμενόμενο ότι με τόσο πλήρες πακέτο τεχνολογικών χαρακτηριστικών και ποιότητα κατασκευής χωρίς συμβιβασμούς, η τιμή των 1MORE True Wireless ANC In-Ear Headphones δε θα είναι χαμηλή. Εν τούτοις, και παρά την τιμή καταλόγου των 199 ευρώ, τα 1MORE True Wireless ANC In-Ear Headphones είναι οικονομικότερα από τον ανταγωνισμό, από τον οποίο μάλιστα έχουν καλύτερα χαρακτηριστικά, στα περισσότερα σημεία. Κατά το χρόνο συγγραφής της συγκεκριμένης παρουσίασης, δεν εντοπίσαμε τα 1MORE True Wireless ANC In-Ear Headphones σε κάποιο Ελληνικό κατάστημα, αλλά το χαμηλότερο κόστος τους στο Γερμανικό Amazon ήταν μόλις 179,99 ευρώ, τιμή που τους προσδίδει πολύ καλό value for money έναντι του ανταγωνισμού. Ας συνοψίσουμε τα πλεονεκτήματα και τα μειονεκτήματα των 1MORE True Wireless ANC In-Ear Headphones: Πλεονεκτήματα + Λειτουργία TWS+ και TWS + Ποιότητα ήχου + Active Noise Cancelation 2 επιπέδων + Pass-through + Εξαιρετικό μικρόφωνο με ακύρωση θορύβου περιβάλλοντος + Bluetooth 5.0 + SBC, AAC και aptX codecs + Αισθητήρες υπερύθρων που σταματούν την αναπαραγωγή αν αφαιρεθεί ένα εκ των ακουστικών + Εμβέλεια + Διάρκεια μπαταρίας + Θήκη μεταφοράς και φόρτισης που μπορεί να φορτίσει τα ακουστικά 2,35 φορές + Ταχύτητα φόρτισης + Φόρτιση με βύσμα USB-C + Ποιότητα και αίσθηση υλικών + Εργονομία + Κόστος για αυτά που προσφέρουν + Άνεση στη χρήση + Λογισμικό με δυνατότητα αναβάθμισης του firmware Μειονεκτήματα - Η ολοκλήρωση της φόρτισης είναι εμφανής μόνο αν είναι ανοιχτό το καπάκι της θήκης - θα προτιμούσαμε κάποια ένδειξη στη θήκη ή διάφανο καπάκι - Η ολοκλήρωση της φόρτισης σηματοδοτείται με σβήσιμο του σχετικού LED ενώ θα προτιμούσαμε αλλαγή του χρώματος - Σε σπάνιες περιπτώσεις, κραδασμοί κατά τη μεταφορά μπορεί να διακόψουν τη μαγνητική σύζευξη των επαφών φόρτισης - Θα προτιμούσαμε πιο μακρύ και sleeved καλώδιο φόρτισης  TheLAB.GR Ευχαριστούμε θερμά την 1MORE για την παραχώρηση του δείγματος της δοκιμής. Πολύμερος Αχανιώτης 20/08/2020
  22. Εισαγωγή Το Project Wave της Elgato αποκαλύφθηκε και περιλαμβάνει 2 προϊόντα: Elgato Wave:3 και Elgato Wave:1. Τα μυστηριώδη αντικείμενα από τα teasers της εταιρίας είναι δύο μικρόφωνα. Τόση φασαρία - θα μου πείτε - για μικρόφωνα; Σύμφωνα με την εταιρία, δεν πρόκειται για απλά μικρόφωνα, αλλά για εργαλεία που θα χαρίσουν στις ηχογραφήσεις και το streming σας ήχο επαγγελματικής ποιότητας, ενώ παράλληλα, με τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά τους και το συνοδευτικό λογισμικό, θα κάνουν την παραγωγή τους ευκολότερη. Στον πάγκο των δοκιμών μας βρίσκεται το μεγαλύτερο μοντέλο, το Elgato Wave:3. Εκ πρώτης όψεως, δείχνει να συνδυάζει το κλασσικό με το μοντέρνο και αυτό μου αρέσει και αποπνέει ποιότητα. Δεν μένει παρά να με ακολουθήσετε παρακάτω για να δούμε μαζί αν η θετική πρώτη εντύπωση συμβαδίζει με την πραγματικότητα. Φωτογράφιση Το Elgato Wave:3 έρχεται σε μία πολυτελή συσκευασία, στις κλασσικές μπλε αποχρώσεις της εταιρίας. Στο εμπρός μέρος της, βλέπουμε ότι η Elgato το προωθεί ως υψηλής ποιότητας μικρόφωνο και ολοκληρωμένη λύση ψηφιακής μίξης. Στο πίσω μέρος της συσκευασίας απεικονίζεται ένα τυπικό σενάριο χρήσης του προϊόντος και επισημαίνονται κάποια από τα βασικά του προτερήματα. Στο ένα πλαϊνό αναφέρονται οι τεχνολογίες που περιλαμβάνει το Elgato Wave:3 και τα περιεχόμενα του κουτιού ενώ στο άλλο, κάτω από τη φωτογραφία του προϊόντος, αναγράφονται οι διαστάσεις και το βάρος του. Αφαιρώντας το εξωτερικό περίβλημα, αντικρίζουμε ένα πολυτελές κουτί και ανοίγοντάς το, μας καλωσορίζει ένα φυλλάδιο με τα βασικά χαρακτηριστικά του προϊόντος και τις οδηγίες εγκατάστασης και χρήσης. Κάτω από το φυλλάδιο, βρίσκουμε ένα μικρότερο κουτί, στο ίδιο μοτίβο, που περιέχει το φυλλάδιο με τις οδηγίες ασφαλείας, ένα καλώδιο USB-A σε USB-C και έναν μετατροπέα για σύνδεση της βάσης του μικροφώνου σε βραχίονα (boom arm adapter). Κάτω από όλα αυτά, μέσα σε ημιδιαφανές, μαλακό νάιλον, βρίσκουμε το Elgato Wave:3. Όπως είπα και στην εισαγωγή, εντυπωσιάζει η καλαισθησία του, καθώς ο κατά βάση κλασσικός σχεδιασμός του, που παραπέμπει σε πολύ ακριβά μικρόφωνα για ηχογραφήσεις σε στούντιο, συνδυάζεται αρμονικά με μοντέρνες πινελιές. Το επάνω μέρος καταλαμβάνεται από το κομμάτι του δέκτη του ήχου, ενώ το κάτω, από το χειριστήριο ελέγχου και τα ενδεικτικά LEDs. Η βάση είναι ειδική για την απόσβεση των κραδασμών, εξασφαλίζοντας την απομόνωση του μικροφώνου από αυτούς. Τα πλαϊνά δεν έχουν κάτι ιδιαίτερο να μας δείξουν, εκτός από τις βίδες που συνδέουν τη βάση με το μικρόφωνο. Το πίσω μέρος είναι παρόμοιο με το εμπρός, μόνο που στο κάτω μέρος του αντί για το χειριστήριο υπάρχουν οι θύρες σύνδεσης, 2 τον αριθμό. Στο επάνω μέρος υπάρχει ένα πλήκτρο αφής που, όπως καταλαβαίνετε από τη σήμανση "MUTE" ενεργοποιεί τη σίγαση του μικροφώνου. Η βάση είναι επίτηδες βαριά για να σταθεροποιεί το μικρόφωνο και καλύπτεται σχεδόν εξ ολοκλήρου στο κάτω μέρος της από αντιολισθητικό υλικό. Πάνω σε αυτό αναγράφονται στοιχεία του προϊόντος και της εταιρίας κατασκευής. Για όσους δεν το γνωρίζουν, η Elgato ανήκει στην Corsair. Οι παρατηρητικοί ίσως είδαν το χώρισμα στη βάση που μαρτυρά το σημείο αποσύνδεσης. Πράγματι, σε εκείνο το σημείο μπορεί να ξεβιδωθεί και να αφαιρεθεί η βάση, έτσι ώστε να τοποθετηθεί ο μετατροπέας για σύνδεση σε βραχίονα. Τεχνικά Χαρακτηριστικά Τα τεχνικά χαρακτηριστικά του Elgato Wave:3 φαίνονται στον παρακάτω πίνακα. Όσοι γνωρίζουν από ήχο και ειδικά μικρόφωνα, θα καταλάβουν ότι τα χαρακτηριστικά του δεν είναι καθόλου άσχημα, για το επίπεδο του κόστους του, ειδικά αν ληφθούν υπ' όψιν και οι ψηφιακές ευκολίες που προσφέρει. Στον παρακάτω πίνακα, βλέπουμε τα χαρακτηριστικά του Elgato Wave:3 σε αντιπαράθεση με το μικρότερο μοντέλο. Το επίσημο κόστος του προϊόντος στην Ευρωπαϊκή ένωση είναι 169,99 ευρώ, δηλαδή 30 ευρώ περισσότερο από αυτό του Elgato Wave:1. Όπως είδαμε στα χαρακτηριστικά, το Elgato Wave:3 είναι ένα ηλεκτροστατικό μικρόφωνο, τεχνολογία η οποία πλεονεκτεί έναντι των πιο οικονομικών, δυναμικών μικροφώνων. Αξεσουάρ Το Elgato Wave:3 έρχεται με τα παρελκόμενα που είδαμε στη φωτογράφιση και που καταγράφονται συνολικά στον παρακάτω πίνακα. Η εταιρία διαθέτει ως επιπλέον αξεσουάρ ένα pop-filter με κόστος 29,99 ευρώ και ένα shock-mount για βραχίονα με κόστος 39,99 ευρώ. Ποιότητα Κατασκευής Η ποιότητα κατασκευής είναι η υψηλή στην οποία μας έχουν συνηθίσει τόσο η Elgato όσο και η Corsair. Ακόμα και από πολύ κοντά, το προϊόν δείχνει τη φροντίδα και προσοχή με την οποία κατασκευάστηκε και δεν αποκαλύπτει κανένα ψεγάδι. Συνδεσιμότητα Η σύνδεση του Elgato Wave:3 με τον υπολογιστή μας γίνεται μέσω της θύρας USB-C που είδαμε στο πίσω μέρος του. Δοκιμάστηκε σύνδεση τόσο με το καλώδιο που περιλαμβάνεται στη συσκευασία (USB-C σε USB-A) όσο και με ένα USB-C σε USB-C καλώδιο (σύνδεση σε USB-C θύρα του υπολογιστή). Λειτούργησαν και τα δύο εξ' ίσου καλά. Η δεύτερη θύρα είναι μια τυπική υποδοχή ακουστικών 3,5 χιλιοστών η οποία παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον, καθώς επιτρέπει την ακρόαση του ήχου που προσλαμβάνει το μικρόφωνο απ' ευθείας, χωρίς την παρεμβολή του υπολογιστή και συνεπώς με ουσιαστικά μηδενική χρονική καθυστέρηση (latency). Χρήση Η χρήση του Elgato Wave:3 είναι εύκολη και απλή, ενώ παράλληλα περιλαμβάνει ό,τι μπορεί κάποιος να χρειαστεί. Το μοναδικό χειριστήριο της πρόσοψης πατιέται και περιστρέφεται ατέρμονα και προς τις δύο κατευθύνσεις. Το πάτημα αλλάζει τη λειτουργία που ελέγχει η περιστροφή, όπως καταδεικνύουν τα 3 LEDs της επάνω σειράς και η περιστροφή ελέγχει το επίπεδο της κάθε λειτουργίας, όπως καταδεικνύουν τα 7 LEDs της κάτω σειράς. Η πρώτη λειτουργία, η οποία συμβολίζεται με το μικρόφωνο, ελέγχει το επίπεδο έντασης της ηχογράφησης. Η δεύτερη, που συμβολίζεται με τα ακουστικά, ελέγχει την ένταση του ήχου στη θύρα ακουστικών του Elgato Wave:3. Η τρίτη, που συμβολίζεται με το σύμβολο της διασταύρωσης, ελέγχει τη μίξη των ήχων που προέρχονται από το μικρόφωνο - αριστερά - και τον υπολογιστή (μέσω της σύνδεσης USB) - δεξιά - και η οποία είναι αυτή που ακούγεται μέσω της θύρας ακουστικών του Elgato Wave:3. Όπως είχαμε δει, στο επάνω μέρος της συσκευής, υπάρχει ένα πλήκτρο αφής που ενεργοποιεί τη σίγαση. Το γεγονός ότι είναι αφής, επιτρέπει τη χρήση του χωρίς κραδασμούς και θόρυβο που θα περνούσε στην ηχογράφηση. Η σίγαση γίνεται εμφανής από την αλλαγή του λευκού κύκλου που περικλείει το χειριστήριο ελέγχου της πρόσοψης σε κόκκινο. Η σίγαση είναι βέβαια απαραίτητη λειτουργία και η εφαρμογή της στο Elgato Wave:3 είναι πολύ σωστή αλλά θα ήθελα να υπήρχε και κάποιος διακόπτης πλήρους απενεργοποίησης της συσκευής, ο οποίος δυστυχώς δεν υπάρχει, με αποτέλεσμα το Elgato Wave:3 να είναι συνεχώς ενεργοποιημένο, ακόμη και με τον υπολογιστή εκτός λειτουργίας, αν η USB θύρα στην οποία είναι συνδεδεμένο παρέχει ρεύμα. Στην παρακάτω εικόνα βλέπουμε συγκεντρωτικά τον τρόπο ελέγχου του Elgato Wave:3 (εκτός από το mute). Για τα καλύτερα δυνατά αποτελέσματα, η Elgato προτείνει τη χρήση του Elgato Wave:3 όπως περιγράφεται παρακάτω: 1. Το μικρόφωνο πρέπει να είναι τοποθετημένο κάθετα προς τα κύματα της φωνής μας και όχι υπό γωνία. 2. Η απόσταση του στόματος από το μικρόφωνο πρέπει να είναι περίπου όσο 2 γροθιές. 3. Η ένταση ηχογράφησης πρέπει να είναι η χαμηλότερη δυνατή. Συνίσταται να ξεκινάμε από το 40%, ή 2 αναμμένα LEDs, και να ανεβαίνουμε όσο χρειαστεί. Ήχος Όλα τα παραπάνω βέβαια, όσο καλά και αν είναι, μπορεί να επικυρωθούν ή να ακυρωθούν με τον πιο εμφατικό τρόπο, ανάλογα με την ποιότητα του ήχου, καθώς αυτή είναι και η λειτουργία του προϊόντος. Θα μπορούσα να εκθέσω την προσωπική μου γνώμη, αλλά τι καλύτερο από το να ακούσετε και να κρίνετε μόνοι σας; Στο παρακάτω YouTube Video ηχογράφησα την ίδια φράση, μέσω του μικροφώνου διαφόρων συσκευών. Η συσκευή που ακούγεται καθώς και η συχνότητα δειγματοληψίας (sample rate) και το ηχητικό βάθος (bit depth) καταδεικνύονται ανά πάσα στιγμή. Η προσωπική μου γνώμη είναι ότι το Elgato Wave:3 έδωσε επαγγελματική ποιότητα στην ηχογράφηση και σαφώς θα το προτιμούσα για την παραγωγή περιεχομένου για το διαδίκτυο καθώς και για streaming, έναντι άλλων, λιγότερο επαγγελματικών λύσεων. Λογισμικό Elgato Wave Link Έχοντας μείνει ικανοποιημένος από τον ήχο που συλλαμβάνει το Elgato Wave:3, θέλω να δω το δεύτερο μέρος της υπόσχεσης της συσκευασίας, αυτό της ψηφιακής μίξης. Ένα μέρος της το είδαμε κατά τη μελέτη του χειρισμού της συσκευής, όπου γίνεται απ' ευθείας μίξη του ήχου που προσλαμβάνεται από το μικρόφωνο με αυτόν που προέρχεται από τον υπολογιστή, με έξοδο τη θύρα για ακουστικά στο πίσω μέρος του Elgato Wave:3. Αλλά, ποιος ήχος προέρχεται από τον υπολογιστή; Ώρα να δούμε το Elgato Wave Link. Η εγκατάσταση του λογισμικού γίνεται χωρίς να είναι συνδεδεμένη η συσκευή, καθώς αυτό εγκαθιστά παράλληλα και τους σχετικούς οδηγούς (drivers). Στη συνέχεια, μας δίνεται η οδηγία να συνδέσουμε το Elgato Wave:3. Είναι προφανές ότι το λογισμικό δε θα δεχτεί να λειτουργήσει απουσία της συσκευής και συνεπώς δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί με άλλα μικρόφωνα. Τη σύνδεση της συσκευής, καλωσορίζει η αντικατάσταση της παραπάνω εικόνας από έναν απλό και λειτουργικό ψηφιακό μίκτη. Τα χρώματα και η αίσθηση φέρουν την υπογραφή της Elgato και μου θύμισε άμεσα το Stream Deck λογισμικό της εταιρίας που έχουμε δει σε παλαιότερα review. Υπάρχουν 5 προ-εγκατεστημένες πηγές ήχου και η δυνατότητα για προσθήκη μιας 6ης. Τα πάντα διαθέτουν έλεγχο έντασης για το monitoring και το streaming και στερεοφωνικό level indicator. Το MONITOR MIX είναι η έξοδος ήχου για τη δική σας παρακολούθηση (monitoring) και το STREM MIX είναι η έξοδος ήχου για το streaming. Τα εικονίδια με το αφτί μας επιτρέπουν την επιλογή ανάμεσα στο να ακούμε το monitor mix ή το stream mix. Η προσθήκη της 6ης πηγής ήχου, δημιουργεί 3 ακόμα θέσεις για πηγές ήχου! To εικονίδιο με τα sliders πάνω δεξιά ανοίγει τις ρυθμίσεις ήχου των Windows ενώ το εικονίδιο με το γρανάζι, μας δείχνει την έκδοση, μας δίνει τη δυνατότητα να ελέγξουμε για νεότερη καθώς και να ενεργοποιήσουμε τον αυτόματο σχετικό έλεγχο και την εκτέλεση του Elgato Wave Link κατά την είσοδο στα Windows. To "More" ανοίγει έναν φάκελο που περιέχει ένα απλό .txt αρχείο με πληροφορίες για το λογισμικό. Παρακάτω βλέπουμε τις λεπτομερείς οδηγίες χρήσης του Elgato Wave Link από την Elgato. Προφανώς η εικόνα δημιουργήθηκε με μια παλαιότερη έκδοση του λογισμικού, με αποτέλεσμα να υπάρχουν κάποιες μικροδιαφορές με την τελευταία έκδοση που σας δείξαμε, οι οποίες όμως δεν επηρεάζουν τη χρήση. Η επιλογή του MONITOR MIX (LOCAL MIX στην εικόνα) μας δίνει τη δυνατότητα να επιλέξουμε από όλες τις συσκευές αναπαραγωγής ήχου του υπολογιστή ή την έξοδο ακουστικών του Elgato Wave:3. Εδώ βλέπουμε τη χρήση των καναλιών μίξης. Και εδώ το πώς μέσω των ρυθμίσεων ήχου των Windows, μπορούμε να επιλέγουμε ποιο πρόγραμμα παίζει ήχο μέσω του κάθε καναλιού του Elgato Wave Link. Τέλος, βλέπουμε πώς μπορούμε να επιλέξουμε το Wave Link Stream ως ήχο στο OBS Studio. Εντολές στο Stream Deck Από τα βασικά προϊόντα της Elgato είναι η σειρά των Stream Deck. Από την έκδοση Elgato Stream Deck 4.8 και μετά, υποστηρίζεται η ενσωμάτωση εντολών που αφορούν το Elgato Wave Link και συνεπώς το Elgato Wave:3. Αφού λοιπόν βεβαιωθείτε ότι έχετε εγκαταστήσει τη συγκεκριμένη ή νεότερη έκδοση, πηγαίνετε στην επιλογή "More Actions" και βρίσκετε στη λίστα την επιλογή Wave Link. "Install" και... ...αμέσως εγκαθίσταται και μας ρωτάει αν θέλουμε να εγκαταστήσει τα σχετικά προφίλ. Η σωστή απάντηση είναι ναι. Αλλά και αν δεν το κάνει κάποιος κατά την εγκατάσταση, μπορεί πάντα να επιστρέψει στο "More Actions" και να εγκαταστήσει τα σχετικά προφίλ. Κάπως έτσι, εκτός από την υποστήριξη ελέγχου λειτουργιών του Elgato Wave Link μέσα από το Elgato Stream Deck, εγκαθίστανται και έτοιμα προφίλ με έτοιμες τις βασικές λειτουργίες που θα ήθελε κάποιος να ελέγξει. Εδώ βλέπουμε το σχετικό προφίλ στην περίπτωση που κάποιος διαθέτει το Elgato Stream Deck XL. Αν πάλι διαθέτετε το Elgato Stream Deck, με τα 15 πλήκτρα, αντί των 32 του XL, η εφαρμογή εγκαθιστά δύο προφίλ, με τα βασικά πλήκτρα ελέγχου του Elgato Wave Link μοιρασμένα μεταξύ τους. Στην περίπτωση του μικρότερου μοντέλου της εταιρίας, του Elgato Stream Deck Mini, με τα 6 μόλις πλήκτρα, δεν δημιουργείται αυτόματα σχετικό προφίλ αλλά, φυσικά, υπάρχει η δυνατότητα να προσθέσετε εντολές σχετικές με τον έλεγχο του Elgato Wave Link στα υπάρχοντα προφίλ σας ή σε νέα. Ο έλεγχος που μπορεί να έχει κάποιος στο Elgato Wave Link και συνεπώς στο Elgato Wave:3 μέσω του λογισμικού Elgato Stream Deck είναι ιδιαίτερα εκτενής, καθώς περιλαμβάνει 8 κατηγορίες εντολών, με αρκετές επιλογές στην κάθε μία. Με την ενσωμάτωση του εκτενούς και ομολογουμένως ιδιαίτερα βολικού αυτού ελέγχου του Elgato Wave Link και του Elgato Wave:3 στο λογισμικό Elgato Stream Deck, η Elgatoισχυροποιεί το οικοσύστημά της και κάνει πιο θελκτική την επιλογή του συνόλου των προϊόντων της. Επίλογος Το Elgato Wave:3 είναι ένα ηλεκτροστατικό μικρόφωνο υψηλής ποιότητας, ειδικά σχεδιασμένο για χρήση streaming. Η ποιότητα του ήχου που συλλαμβάνει είναι εξαιρετική για την κατηγορία του και μπορεί να φτάσει σε συχνότητα δειγματοληψίας τα 96KHz και σε βάθος ήχου τα 24bit. Η κλασσική του εμφάνιση, με μοντέρνες πινελιές, συνοδεύεται από απλό χειρισμό, λειτουργικότητα και την υψηλή ποιότητα κατασκευής που μας έχει συνηθίσει τόσο η Elgato, όσο και η μητρική της εταιρία, η Corsair. Οι εξειδικευμένες λειτουργίες του, ειδικά μελετημένες για streaming, όπως η έξοδος ήχου monitoring απ' ευθείας πάνω από το μικρόφωνο - για απουσία latency - και η μίξη ήχου από το μικρόφωνο και τον υπολογιστή, κάνουν την παραγωγή περιεχομένου μια πολύ πιο εύκολη υπόθεση. Το λογισμικό Elgato Wave Link συνδυάζεται αρμονικά με τα παραπάνω για να ολοκληρώσει την εμπειρία ψηφιακής μίξης και υψηλής ποιότητας που υπόσχεται στη συσκευασία της η συσκευή. Η δε ενσωμάτωση εκτενούς ελέγχου του Elgato Wave Link και συνεπώς του Elgato Wave:3 μέσω του λογισμικού Elgato Stream Deck ανεβάζει τη συνολική εμπειρία σε άλλο επίπεδο άνεσης και ευκολίας. Όλα αυτά (και άλλα για τα οποία όσοι πηδάτε από την εισαγωγή στον επίλογο θα πρέπει να ανατρέξετε στο review), έρχονται με κάποιο κόστος. Στη συγκεκριμένη περίπτωση, το προτεινόμενο από την εταιρία κόστος είναι τα 169,99 ευρώ, που είναι λογικό, δεδομένης της ποιότητας και των δυνατοτήτων της συσκευής. Ας συνοψίσουμε τα πλεονεκτήματα και τα μειονεκτήματα του Elgato Wave:3: Πλεονεκτήματα + Ποιότητα ήχου + Δειγματοληψία ήχου έως 96KHz και βάθος ήχου έως 24bit + Λογισμικό ψηφιακής μίξης Elgato Wave Link + Εκτενής έλεγχος του Elgato Wave Link (και συνεπώς του Elgato Wave:3) μέσω του Elgato Stream Deck + Απλός χειρισμός + Λειτουργικότητα + Monitoring ήχου μέσω εξόδου ακουστικών πάνω στο μικρόφωνο, χωρίς latency + Μίξη ήχου από το μικρόφωνο και τον υπολογιστή που ελέγχεται από το μικρόφωνο και ακούγεται στην έξοδο ακουστικών του μικροφώνου + Συνδεσιμότητα USB-C + Αντικραδασμική βάση + Συμπεριλαμβάνεται αντάπτορας σύνδεσης σε βραχίονα + Mute μέσω πλήκτρου αφής για αθόρυβο χειρισμό + Ποιότητα και αίσθηση υλικών + Ποιότητα κατασκευής + Κλασσική αισθητική με μοντέρνες πινελιές + Δυνατότητα αγοράς ως επιπλέον αξεσουάρ pop-filter και shock mount για βραχίονα Μειονεκτήματα - Απουσία δυνατότητας απενεργοποίησης  TheLAB.GR Ευχαριστούμε θερμά την Elgato για την παραχώρηση του δείγματος της δοκιμής. Πολύμερος Αχανιώτης 18/06/2020
  23. Εισαγωγή Τον τελευταίο καιρό σας έχουμε παρουσιάσει αρκετά από τα slim barebones της Shuttle, τα οποία, όπως φάνηκε από τα reviews, προσφέρουν αξιοπιστία και επιδόσεις σε μικρό πακέτο. Τι γίνεται όμως με τους χρήστες που θέλουν το κάτι παραπάνω, τόσο σε επιδόσεις όσο και σε αποθηκευτικό χώρο; Για αυτούς, η Shuttle διαθέτει τη σειρά cube, το κορυφαίο μοντέλο της οποίας βρίσκεται σήμερα στον πάγκο των δοκιμών μας. Πρόκειται για το Shuttle XPC Cube SH370R8, ένα barebone μικρού μεγέθους αλλά μεγάλης χωρητικότητας. Barebone ονομάζουμε έναν υπολογιστή που περιέχει τα βασικά στοιχεία και εξαρτήματα ενώ αφήνει το χρήστη να συμπληρώσει τα υπόλοιπα. Στη συγκεκριμένη περίπτωση, η σειρά XPC Cube της Shuttle περιλαμβάνει το κουτί, τροφοδοτικό, μητρική και ψήκτρα του επεξεργαστή. Ο χρήστης πρέπει να συμπληρώσει τον επεξεργαστή, τη μνήμη και τη μονάδα αποθήκευσης, για να έχει ένα ολοκληρωμένο και λειτουργικό σύστημα. Καθώς το Shuttle XPC Cube SH370R8 βασίζεται στο chipset Η370 της Intel, υποστηρίζει το socket 1151 και επεξεργαστές της Intel 8ης και 9ης γενιάς. Πάμε λοιπόν να δούμε αναλυτικά τι είναι και τι μας παρέχει το Shuttle XPC Cube SH370R8. Συσκευασία και Παρελκόμενα Το Shuttle XPC Cube SH370R8 έρχεται προστατευμένο σε ένα λευκό κουτί που διαθέτει ένα βολικό χερούλι στην κορυφή του και αρκετή προστασία στο εσωτερικό του για να εξασφαλίσει ότι το προϊόν θα φτάσει στα χέρια σας σώο. Το κουτί είναι ίδιο για όλα τα XPC Cube μοντέλα της Shuttle, και το μοντέλο καθώς και τα βασικά χαρακτηριστικά του αναγράφονται σε αυτοκόλλητο στη μία από τις μικρές πλευρές του κουτιού. Το προϊόν συνοδεύεται από όλα τα απαραίτητα παρελκόμενα. Έτσι διαθέτει βίδες για τη στήριξη των συσκευών, καλώδια για τη σύνδεση των drives με τη μητρική, θερμοαγώγιμη πάστα για τον επεξεργαστή, καλώδιο παροχής ρεύματος, το Quick Guide που εξηγεί πώς γίνεται η εγκατάσταση των εξαρτημάτων στο Shuttle XPC Cube SH370R8 και το CD με τους drivers της μητρικής. Κουτί και Τροφοδοτικό Οι διαστάσεις του Shuttle XPC Cube SH370R8 είναι 21,6cm (π) x 19,8cm (υ) x 33,2cm (β) και το κουτί του αποτελείται εξ' ολοκλήρου από αλουμίνιο, εκτός από την πρόσοψη που είναι πλαστικό με επικάλυψη αλουμινίου στο εμπρός μέρος της. Η ποιότητα των υλικών είναι εξαιρετική. Επάνω δεξιά βρίσκουμε το πλήκτρο εκκίνησης του συστήματος καθώς και ενδεικτικά LEDs λειτουργίας του συστήματος και των drives. Μια πίεση στις 3 τελείες που βλέπετε κάτω δεξιά αποκαλύπτει ένα κρυφό διαμέρισμα της πρόσοψης όπου βρίσκουμε συνδέσεις για μικρόφωνο και ακουστικά καθώς και 2 θύρες USB 3.0. Τα πλαϊνά είναι διάτρητα για να εξασφαλίζουν την είσοδο φρέσκου αέρα ενώ το αριστερό πλαϊνό (όπως κοιτάμε το κουτί από εμπρός) είναι διάτρητο σε μεγαλύτερο ύψος καθώς από αυτό θα τροφοδοτηθεί μια κάρτα γραφικών με φρέσκο αέρα. Και τα 2 διάτρητα πλαϊνά διαθέτουν εσωτερικό, μη αφαιρούμενο φίλτρο σκόνης. Ξεκινάμε το πίσω μέρος από πάνω αριστερά όπου ουσιαστικά βλέπουμε το πίσω μέρος του τροφοδοτικού του Shuttle XPC Cube SH370R8. Ο ανεμιστήρας του είναι αρκετά ήσυχος σε χαμηλά φορτία, αν και είναι μόλις 40mm. Όταν φυσικά ανεβαίνουν οι απαιτήσεις τροφοδοσίας, ανεβαίνουν και οι στροφές. Δεξιά από τον ανεμιστήρα του τροφοδοτικού διακρίνουμε μία καλυμμένη στρογγυλή οπή και δεξιότερα αυτής στο ίδιο ύψος άλλες δύο, με την τελευταία να βρίσκεται στην άλλη άκρη του κουτιού. Αυτές είναι οπές που μπορεί να ανοιχτούν με απλή πίεση στο κάλυμμα που έχουν για να τοποθετηθούν κεραίες για το προαιρετικό WLAN module που υποστηρίζει το Shuttle XPC Cube SH370R8. Κάτω από το τροφοδοτικό ακριβώς, διακρίνουμε μία ακόμη καλυμμένη οπή, αυτή τη φορά για σειριακό βύσμα. Η μητρική του Shuttle XPC Cube SH370R8 διαθέτει το σχετικό header, έτσι αν χρειαστείτε σειριακή θύρα, ένα απλό καλώδιο αρκεί για να την έχετε στο πίσω μέρος του κουτιού. Στο κέντρο της πίσω πλευράς διακρίνουμε ένα διάτρητο τμήμα και από μέσα την ψήκτρα του επεξεργαστή. Ο σχεδιασμός της Shuttle έχει έξυπνα τοποθετήσει την ψήκτρα του επεξεργαστή στο σημείο εξαγωγής αέρα από το κουτί, εξασφαλίζοντας ότι ο θερμός αέρας από την ψύξη του επεξεργαστή θα φεύγει απ' ευθείας έξω. Δεξιά από το διάτρητο τμήμα βλέπουμε δύο καλύμματα για κάρτες PCI Express, που σημαίνει ότι το Shuttle XPC Cube SH370R8 μπορεί να δεχτεί οποιαδήποτε κάρτα γραφικών, αφού έχει και το κατάλληλο μήκος. Και για να είμαστε πιο ακριβείς, μπορεί να δεχτεί κάρτες γραφικών με διαστάσεις μέχρι και 28cm x 12cm x 4cm. 3 χειρόβιδες περιμετρικά του κουτιού, χωρίς προστατευτικές λαστιχένιες ροδέλες που θα προστάτευαν το φινίρισμα, συγκρατούν το κάλυμμα του κουτιού και με την αφαίρεσή τους αποκτούμε πρόσβαση στο εσωτερικό. 4 ακόμη χειρόβιδες περιμετρικά του διάτρητου τμήματος συγκρατούν το shroud και τον ανεμιστήρα του συστήματος ψύξης του επεξεργαστή. Τέλος, κάτω αριστερά, έχουμε το I/O Panel της μητρικής που περιλαμβάνει 2 Display Ports 1.2, 1 HDMI 2.0a, 2 θύρες USB 2.0 (μαύρες), 2 θύρες USB 3.1 Gen 1 (μπλε), 4 θύρες USB 3.1 Gen 2 (κόκκινες), 2 Gigabit Ethernet Ports και τις εισόδους / εξόδους της κάρτας ήχου. Τέλος, κάτι που δε συναντάμε συχνά, ένα πλήκτρο για να κάνουμε Reset στο BIOS, χωρίς να χρειαστεί να ανοίξουμε το κουτί. Στην παρακάτω εικόνα, βλέπουμε όλα τα παραπάνω στοιχεία, συγκεντρωμένα. Αφαιρέσαμε λοιπόν τις 3 περιμετρικές χειρόβιδες και αφαιρέσαμε και το καπάκι. Το δεξί μέρος του κουτιού καταλαμβάνεται σε μεγάλο μέρος από το τροφοδοτικό που σε σχήμα θυμίζει αυτά που συναντάμε σε servers. Πρόκειται για ένα τροφοδοτικό με πιστοποίηση 80 Plus Silver, ισχύος 500W, Active PFC και 3 12V rails, 2 των 16A και 1 των 17A. Στην αριστερή πλευρά του κουτιού βλέπουμε το σύστημα ψύξης του επεξεργαστή που με 4 heatpipes μεταφέρει τη θερμότητα από τον επεξεργαστή στο πίσω μέρος ώστε αυτή να βγει άμεσα έξω από το κουτί. Βλέπουμε επίσης το cage των σκληρών δίσκων. Το Cage των σκληρών δίσκων είναι αφαιρούμενο και ψύχεται από έναν ανεμιστήρα στην πρόσοψη του κουτιού, ο οποίος όμως καλύπτει καλά μόνο τις 3 κατώτερες από τις 4 συνολικά θέσεις σκληρών δίσκων. Η αφαίρεσή του απαιτεί κατσαβίδι καθώς στηρίζεται στο κουτί με 4 βίδες και κάνει πολύ ευκολότερη την τοποθέτηση των drives. Όπως είναι εμφανές, το cage υποστηρίζει μόνο drives 3,5" και για την τοποθέτηση drives 2,5" απαιτείται αντάπτορας. Μπορείτε να χρησιμοποιήσετε οποιονδήποτε αντάπτορα, αλλά η Shuttle προτείνει τον δικό της, ο οποίος κοστίζει 10 ευρώ και με τον οποίον μπορείτε να τοποθετήσετε 2 drives των 2,5" σε μία από τις 4 υποδοχές του cage. Ο ανεμιστήρας στην πρόσοψη που ψύχει τους δίσκους είναι 80mm PWM και λεπτού πάχους. Ο ανεμιστήρας αυτός τροφοδοτείται με αέρα από μια έξυπνα τοποθετημένη γρίλια στην πρόσοψη. Ψύξη Επεξεργαστή Το σύστημα ψύξης του επεξεργαστή αποτελείται από 2 τμήματα. Το Shroud που φέρει και τον ανεμιστήρα και στηρίζεται στο ίδιο το κουτί με 4 χειρόβιδες που συναντήσαμε στο πίσω μέρος του και την ψύκτρα που κουμπώνει στη μητρική με τον κλασικό μηχανισμό των original ψυκτρών της Intel. 4 heat pipes ενώνουν τη βάση της ψύκτρας με τα fins και μεταφέρουν τη θερμότητα από τον επεξεργαστή στην έξοδο αέρα του κουτιού. Έτσι ο ανεμιστήρας της ψύκτρας παίζει και το ρόλο του ανεμιστήρα εξόδου αέρα από το κουτί και ο θερμός αέρας από την ψύξη του επεξεργαστή εκλύεται απ' ευθείας στο περιβάλλον. Η απόδοση του συστήματος ψύξης υποστηρίζει επεξεργαστές με κατανάλωση ενέργειας έως και 95W. Ο 92mm ανεμιστήρας είναι κατασκευής της AVC (μοντέλο DS09225R12HP207), ελέγχεται μέσω PWM και διαθέτει υδροδυναμικό έδρανο, ενώ το πάχος του είναι το συνηθισμένο, δηλαδή 25mm. Η απόδοσή του είναι ικανοποιητική και είναι αρκετά αθόρυβος σε φυσιολογικές συνθήκες λειτουργίας, αλλά μπορεί να γίνει πολύ ενοχλητικός αν χρειαστεί να δουλέψει σε πλήρεις στροφές, οι οποίες μπορεί να φτάσουν έως και τις 3792 στροφές ανά λεπτό (με επιλογή Full Mode στο BIOS). Εν τούτοις, όπως θα δούμε παρακάτω, οι στροφές του υπό φορτίο δεν ξεπέρασαν καν τις 2000 στροφές ανά λεπτό. Το Shroud διαθέτει λαστιχάκια απομόνωσης των κραδασμών του ανεμιστήρα. H ψύκτρα διακρίνεται για ένα καλό συνδυασμό της αποτελεσματικότητας με το μειωμένο κόστος, χωρίς ιδιαίτερες ποιοτικές θυσίες. Τα 4 heat pipes των 6mm είναι συγκολλημένα στο block / cold plate και ελαφρά συμπιεσμένα. Έτσι έχουν μεγαλύτερη επιφάνεια επαφής με αυτό και λόγω της υψηλής θερμικής αγωγιμότητας της συγκόλλησης, εξασφαλίζουν μια ικανοποιητική θερμική σύζευξη με το cold plate. Στο άλλο τους άκρο, έρχονται σε επαφή με τα αλουμινένια πτερύγια μέσω μηχανικής σύσφιξης, μέθοδος που εξασφαλίζει επίσης καλή θερμική επαφή. Η ψύκτρα έρχεται σε επαφή με το CPU heat spreader μέσω ενός επίπεδου χάλκινου cold plate, η επιφάνεια του οποίου έχει αφεθεί εσκεμμένα σχετικά «άγρια», τεχνική που διακρίνεται για την καλή θερμική σύζευξη και την αποτελεσματική διασπορά της θερμοαγώγιμης πάστας που εξασφαλίζει. Προδιαγραφές και Μητρική Τα βασικά χαρακτηριστικά του Shuttle XPC Cube SH370R8 φαίνονται στον παρακάτω πίνακα. Όπως θα δείτε το Shuttle XPC Cube SH370R8 δεν έχει τίποτα να ζηλέψει από μεγαλύτερες σε διαστάσεις υλοποιήσεις και μπορεί να μετατραπεί πολύ εύκολα σε ένα εξαιρετικό Gaming PC. Για όποιον θέλει να δει αναλυτικά τα χαρακτηριστικά του Shuttle XPC Cube SH370R8, παρατίθεται ο παρακάτω αναλυτικός πίνακας χαρακτηριστικών: Τα περισσότερα από τα παραπάνω χαρακτηριστικά αφορούν ουσιαστικά τη μητρική του Shuttle XPC Cube SH370R8 την οποία βλέπετε παρακάτω: Η μητρική του Shuttle XPC Cube SH370R8 βασίζεται στο Chipset H370 της Intel και διαθέτει LGA 1151 CPU Socket. Χρησιμοποιεί πυκνωτές στερεής κατάστασης (Solid State) για μεγαλύτερη αντοχή στο χρόνο. Διαθέτει 4 DIMM Sockets που υποστηρίζουν μνήμη DDR4 στα 1,2V, υποστηρίζοντας συνολικά μέχρι και 128GB μνήμης RAM. Έχει μία θύρα PCI Express 16x για την κάρτα γραφικών και μία ακόμη, 4x (τα συνολικά PCI-e Lanes του H370 είναι 16). Για τα μέσα αποθήκευσης υπάρχουν 4 θύρες SATA 3.0 (6Gb/s) και 1 Μ.2 2280 slot PCIe 3.0 4x που υποστηρίζει το πρωτόκολλο NVME. Υπάρχει επίσης μια θύρα M.2 2230 που μπορεί να φιλοξενήσει ένα WLAN controller, ο οποίος μπορεί να συνδεθεί με τις κεραίες που μπορούν να τοποθετηθούν στις υποδοχές του πίσω μέρους του κουτιού που συζητήσαμε νωρίτερα. Συνολικά, μια σύγχρονη, ολοκληρωμένη και ισχυρή μητρική που δύσκολα θα αφήσει κάποιον παραπονεμένο από πλευράς δυνατοτήτων, ειδικά όταν μιλάμε για ένα τόσο μικρό σύνολο. Αν τώρα κάποιος θελήσει στο μέλλον να αλλάξει μητρική, το κουτί του Shuttle XPC Cube SH370R8 μπορεί να φιλοξενήσει οποιαδήποτε Mini-ITX μητρική, αλλά τότε χάνεται το πλεονέκτημα της ειδικής ψήκτρας του επεξεργαστή που βγάζει τον ζεστό αέρα απ' ευθείας έξω από το κουτί καθώς επίσης και θεωρώ απίθανο οποιαδήποτε Mini-ITX μητρική να διαθέτει τόσες δυνατότητες όσο αυτή του Shuttle XPC Cube SH370R8. Είναι όμως μια δυνατότητα που δεν κοστίζει κάτι και καλό είναι που υπάρχει. Μεθοδολογία Μετρήσεων Φτάσαμε λοιπόν στην ώρα των μετρήσεων. Για τις ανάγκες της παρουσίασης εξοπλίσαμε το Shuttle XPC Cube SH370R8 με έναν Intel Core i7 9700, 16 GB μνήμης DDR4-3200 της Corsair και έναν SSD Corsair Force LE200 240GB, οποίος είναι μια ευγενική προσφορά της Corsair και εγκαταστήσαμε την πιο πρόσφατη έκδοση των Windows 10. Τα μετροπρογράμματα που χρησιμοποιήσαμε στη σημερινή παρουσίαση είναι τα ακόλουθα: AIDA64 Engineer Edition v.6.20.5300 το οποίο είναι μια ευγενική προσφορά της Finalwire PCMark 10 Professional Edition v.2.1.2177 το οποίο είναι μία ευγενική προσφορά της UL Benchmarks 3DMark Professional Edition v.2.11.6866 το οποίο είναι μία ευγενική προσφορά της UL Benchmarks Cinebench R20 & R15, SuperPI Mod 1.5, WPrime 2.10 & Fritz Chess Benchmark Χρονισμοί CPU και RAM Ο Intel Core i7 9700 που χρησιμοποιούμε στο συγκεκριμένο review είναι ένας επεξεργαστής 9ης γενιάς Coffe Lake με 8 πυρήνες, χωρίς hyperthreading. Έχει Base Frequency 3.00GHz και Turbo Frequency 4.70GHz. Το Max TDP του είναι 65W. Καθώς δεν είναι σειράς K, δεν υποστηρίζει υπερχρονισμό, αλλά καθώς και το Chipset H370 δεν υποστηρίζει κάτι τέτοιο, δεν αλλάζει κάτι στο αποτέλεσμα. Ένα σημείο όπου αντιμετωπίσαμε θέμα είναι ο χρονισμός των RAM. Συγκεκριμένα, χρησιμοποιήσαμε 2 αρθρώματα RAM της Corsair, 8GB έ